text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1022/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Α. Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παππά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τις υπ' αριθμ. 131, 131α, 137, 138, 170/2006 και 325/2008 αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 274/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 81/16-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 527 §§1,3, 528 §1 Κ.Π.Δ.,την από 21/25-2-11, δια πληρεξουσίου υποβληθείσα (465 §1 Κ.Π.Δ. - Α.Π. 598/94, Π.Χρ. ΜΔ' 654), αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του κρατουμένου στη Φυλακή … Μ. Δ. του Κ., κατά της υπ' αριθμ. 131Α, 131, 137, 138 και 170/28-3-06 αμετάκλητης απόφασης του Μ.Ο.Ε. Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Κατά το άρ. 525 §1 εδ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα, που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν στον κατηγορούμενο γνωστά, έπρεπε να είχαν από αυτόν προβληθεί (Α.Π. 585/10) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. (Α.Π. 1277/2008 Π.Χρ. ΝΘ', 449). Περαιτέρω, δεν είναι άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπόψιν από αυτούς, ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 788/08, Π.Χρ. ΝΘ'250). Εξ' άλλου, κατ' άρθρ. 525 §1 εδ. 3 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα ή κακ/μα και όταν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατ/νου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, ή από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου, που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, υπό την προϋπόθεση (525 §2 Κ.Π.Δ.) ότι η αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας και της παράβασης καθήκοντος αποδεικνύεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση, επειδή υπήρχαν νομικοί λόγοι που εμπόδισαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της, ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη (Α.Π. 1717/02 Π.Χρ. ΝΓ'642), άλλως η επανάληψη της διαδικασίας για τον λόγο αυτό είναι απαράδεκτη (Α.Π. 291/94 Ποιν.Χρ. ΜΔ' 384). Δεν δύναται δε μη αμετάκλητες δικαστικές για ψευδορκία μάρτυρα και παράβαση καθήκοντος αποφάσεις, να ληφθούν υπ' όψη ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις άγνωστες στους δικάσαντες δικαστές, ως δέχτηκε παλαιότερα ο Άρειος Πάγος με την 291/94 άνω απόφασή του, διότι η αμετάκλητη απόφαση ανατρέπεται από μη αμετάκλητη αφενός και αφετέρου ο νομοθέτης απέβλεψε οι περιπτώσεις αυτές (ψευδορκία, παράβαση καθήκοντος), να εντάσσονται αποκλειστικά στο εδ. 3 της §1 του άρθρ. 525 Κ.Π.Δ., απαιτώντας οπωσδήποτε αμετάκλητη απόφαση, προβλέποντας δε ειδικά και την περίπτωση, κατά την οποία δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση (αμετάκλητη), επειδή υπάρχουν νόμιμοι λόγοι που εμποδίζουν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της, ή αναστέλλουν την ποινική δίωξη. Δύναται ως νέα γεγονότα να ληφθούν υπόψη και δικαστικές αποφάσεις (αμετάκλητες ή μη), όταν όμως αυτές αφορούν απόδειξη άλλων νέων γεγονότων και όχι όταν αφορούν γεγονότα ψευδορκίας μάρτυρα, ή παράβασης καθήκοντος, για τις οποίες (224, 259 Π.Κ.) πάντοτε απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση, κατά ρητή επιταγή του νομοθέτη. β) Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 131Α, 131, 137, 138 και 170/28-3-06 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αθηνών, γιατί μετά την καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, που καθιστούν φανερό ότι αυτός (αιτών) καταδικάσθηκε αδίκως για έγκλημα που πράγματι δεν τέλεσε και συνεπώς είναι αθώος, ως και ότι η καταδίκη του στηρίχθηκε σε ψευδείς καταθέσεις δύο μαρτύρων και στην παράβαση καθήκοντος του Προέδρου του ΜΟΕ Αθηνών, είναι νόμιμη σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, αρμοδίως δε και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του (σε Συμβούλιο) Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη. (527 §3 α', 528 § 1 α' ΚΠΔ). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 131Α, 131, 137, 138 και 170/28-3-06 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 633/22-3-07 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών Μ. Δ. κηρύχθηκε ένοχος, χωρίς ελαφρυντικά, για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα για βιασμό κατ' εξακολούθηση, με παθόντες τους ανηλίκους Δ. Σ. και Δ. Ζ., καθώς και για βιασμό με παθόντες τους ανηλίκους Ι. Ζ. και Χ. Κ. και τέλος για αρπαγή του ανηλίκου Χ. Κ. με σκοπό την μεταχείριση αυτού σε ανήθικες ασχολίες, δηλαδή για παράβαση των άρθρων 94 §1, 98, 324 §§ 2 - 1 και 336 §1 Π.Κ.). Επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης 21 ετών (325/08 αμετάκλητη απόφαση ΜΟΕ Αθηνών). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Α) κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1993 έως 12-9-1994, α) μετέφερε με το αυτοκίνητό του 1) από την πλατεία ... στο διαμέρισμά του, που βρίσκεται στην περιοχή των ... στον 6ο όροφο πολυκατοικίας της οδού ... αριθμ. 42, τον ανήλικο Δ. Σ., που γεννήθηκε στις 7-7-1980 και αφού τον απειλούσε ότι θα του κάνει κακό, αν ομολογήσει και ότι αν δεν κάτσει θα τον θάψει, έκαμπτε την αντίστασή του και στη συνέχεια τον οδήγησε στο σαλόνι της οικίας του, όπου άρχισε να τον χαϊδεύει και να τον φιλά, αρχικά στο πρόσωπο και μετά στα γεννητικά του όργανα, και έπειτα εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. 2) Ο ίδιος μετέφερε στο αναφερόμενο διαμέρισμα του στα ... το Δ. Σ., τον οποίο οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά του και απειλώντας ότι θα του κάνει κακό, αν ομολογήσει αυτά που γίνονταν, έκαμπτε την αντίστασή του και αφού τον χάιδευε στα γεννητικά του όργανα στη συνέχεια, άλλες μεν φορές έγλυφε το εν στύσει πέος του, άλλες δε φορές εισήγαγε αυτό στον πρωκτό του ανηλίκου, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του, η πράξη του δε αυτή έγινε τουλάχιστον είκοσι φορές σε διαφορετικές ημερομηνίες. β) Το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος μετέφερε με το αυτοκίνητό του, 1) από την πλατεία ... στα ... και στο επί της οδού ... αριθ. 42 στον 6ο όροφο πολυκατοικίας διαμέρισμά του, τον ανήλικο Δ. Ζ., που γεννήθηκε στις 8-11-1979 και με την απειλή ότι θα του κάνει κακό αν ομολογήσει αυτά που γίνονται μεταξύ τους και ότι αν δεν κάτσει δεν θα ξαναδεί τους γονείς του, έκαμπτε την αντίστασή του και τον οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά του, όπου αφού τον έγδυνε εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του, 2) ο ίδιος μετέφερε τον ίδιο ανήλικο Δ. Ζ. στο εξοχικό του στη ..., τον οποίο αφού απείλησε ότι θα τον σκοτώσει κάμπτοντας έτσι την αντίστασή του, τον οδήγησε σε ένα κρεβάτι όπου, αφού του έβγαλε τα ρούχα, εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του και 3) ο ίδιος μετέφερε τον ίδιο ανήλικο Δ. Ζ. στο ευρισκόμενο στα ... διαμέρισμά του, τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα του, απειλώντας τον δε, ότι αν ομολογήσει θα τον σκοτώσει και θα τον θάψει, έκαμψε την αντίστασή του και αφού χάιδεψε τα γεννητικά του όργανα, έγλειψε στη συνέχεια το εν στύσει πέος του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. γ) Το καλοκαίρι του έτους 1994 μετέφερε με το αυτοκίνητό του από την πλατεία ... στο επί της οδού ... αριθμ. 42 στα ..., διαμέρισμα του, τον ανήλικο Ι. Ζ. που γεννήθηκε στις 10-8-1983, και με την απειλή ότι θα του κάνει κακό αν ομολογήσει αυτά που γίνονταν μεταξύ τους, έκαμψε την αντίστασή του και τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα του, όπου, αφού τον έγδυσε, εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. δ) Κατά το ίδιο αμέσως πιο πάνω χρονικό διάστημα, μετέφερε με το αυτοκίνητό του από την πλατεία ... στο επί της οδού ... αριθμ. 42 στα ... διαμέρισμά του τον ανήλικο Χ. Κ., που γεννήθηκε στις 25-12-1981, τον οποίο αφού οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα του και τον απείλησε, ότι αν ομολογήσει αυτά που γίνονταν θα τον σκοτώσει και θα τον θάψει, έκαμψε την αντίστασή του και αφού τον απογύμνωσε, εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. Β) Στις 11-9-1994 στην πλατεία ..., ενεργώντας με πρόθεση, αφαίρεσε από την εξουσία των γονέων του τον ανήλικο Χ. Κ., ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει τα 14 χρόνια του, αφού είχε γεννηθεί στις 25-12-1981, με σκοπό να τον μεταχειρισθεί σε ανήθικες ασχολίες (παρά φύση ασέλγεια και επιχείρηση ασελγών πράξεων), τον είχε δε υπό την εξουσία του μέχρι τις 28-9-1994, αποστερώντας έτσι από τους γονείς του το δικαίωμα να μεριμνούν για το πρόσωπό του, κατά το πιο πάνω (11-9-1994 / 28-9-1994) χρονικό διάστημα. δ) Με την κρινόμενη αίτησή του, ως λόγους επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει τους εξής: 1) ψευδορκία δύο εκ των μαρτύρων κατηγορίας, 2) κακή ερμηνεία της κατάθεσης ενός εκ των μαρτύρων, από πλευράς του παρισταμένου γραμματέως έδρας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ορθή μεταφορά των επ' ακροατηρίω λεχθέντων, σε μορφή πρακτικών, 3) ελλιπέστατη εκπροσώπησή του από την από έδρας διορισθείσα συνήγορό του, 4) εσφαλμένη λήψη γνώσης - εκτίμησης εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, εκ μέρους της σύνθεσης των δικαστών και 5) σιωπηρή απόρριψη ισχυρισμών του από την έδρα και των λοιπών αρμοδίων δικαστικών λειτουργών, στους οποίους απευθύνθηκε και εγγράφως, αφού οι ισχυρισμοί του αυτοί ουδέποτε ελήφθησαν υπόψη. ε) Όλοι οι προταθέντες με την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο διότι: 1) Ο τρίτος λόγος, περί ελλιπέστατης εκπροσώπησής του από την διορισθείσα από το δικαστήριο συνήγορό του, δεν αποτελεί νέο γεγονός, ώστε τούτο συνδυαζόμενο με τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, να καθιστά φανερό, ότι ο αιτών την επανάληψη διαδικασίας είναι αθώος των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Σημειώνουμε, ότι ο διορισμός από το δικαστήριο συνηγόρου, αφορά την πρωτόδικη δίκη, επί της οποίας η 228 - 238/03 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Θηβών, που δεν είναι αμετάκλητη, αφού κατ' αυτής εχώρησε υπ' αυτού έφεση, ενώ για την υπεράσπισή του στην δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας η αμετάκλητη 131Α, 131, 137, 138, 170/06 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, ο διορισμός των τριών συνηγόρων του, ήταν επιλογή αυτού του ιδίου του κατηγορουμένου, η δε αναφορά του στην απολογία του (ΜΟΕ Αθηνών), ότι έχει ελλιπή υπεράσπιση, δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας. 2) Ο δεύτερος λόγος που αναφέρεται στην αίτησή του, ότι δηλαδή ο γραμματέας της έδρας δεν μετέφερε στα πρακτικά του (και πρακτικά της δίκης), τα όσα ακριβώς κατέθεσε ο μάρτυρας και παθών τότε ανήλικος Δ. Σ., αλλά παρερμηνεύοντας τα υπό του παθόντος κατατεθέντα, μετέφερε στα πρακτικά, αυτά που αποτελούν και τα επίσημα της δίκης πρακτικά, είναι αβάσιμος στην ουσία, γιατί, κατ' άρθρ. 140, 142 ΚΠΔ, η σύνταξη των πρακτικών γίνεται με ευθύνη του γραμματέα της έδρας και του προέδρου του δικαστηρίου. Λάθη ή παραλείψεις που υπάρχουν σ' αυτά, δύνανται με αίτηση του διαδίκου, κατ' άρθρ. 145 §3 Κ.Π.Δ., να συμπληρωθούν ή διορθωθούν, κατά την στην παράγραφο αυτή διαγραφόμενη διαδικασία. Σε τέτοια διαδικασία δεν χώρησε ο κατ/νος. Τούτο όμως δεν συνιστά λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αφού, κατ' άρθρ. 141 § 3 Κ.Π.Δ., τα πρακτικά αποδεικνύουν όλα όσα γράφονται σ' αυτά, μέχρις ότου προσβληθούν για πλαστότητα. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο παθών ανήλικος Δ. Σ., στην από 22-9-94 προανακριτική κατάθεσή του αναφέρει, ότι ο κατ/νος «δεν τον πήδηξε», προσπάθησε όμως, ως και ότι ο κατ/νος προέβη σε πεολειχία του πέους του ανηλίκου. Στην από 25-11-94 ανακριτική του κατάθεση, αφού επιβεβαιώνει την προανακριτική, καταθέτει, ότι με τον κατ/νο δεν είχε παρά φύση ερωτική σχέση, όμως προσπάθησε για τούτο, ως και ότι ο κατ/νος προέβη σε πεολειχία του πέους του 15-20 φορές. Στο ΜΟΔ Θηβών δεν εξετάσθηκε ως μάρτυρας. Στο ΜΟΕ Αθηνών, κατέθεσε ότι, δεν υπήρξε παρά φύση συνουσία με τον κατ/νο, στοματικός όμως έρωτας υπήρξε. Στις από 23-10-06 και 6-4-10 υπεύθυνες δηλώσεις του Δ. Σ. τα ίδια επαναλαμβάνονται, ότι δηλαδή δεν είναι θύμα βιασμού (παρά φύση εννοεί) και συνεπώς ως προς αυτό ουδεμία διαστρέβλωση των καταθέσεών του υπάρχει. Στην από 12-7-10 συμβολαιογραφική ένορκη βεβαίωσή του, ο ίδιος ενήλικος πλέον Δ. Σ. δηλώνει, ότι δεν υπήρξε θύμα βιασμού του κατ/νου, δηλαδή τα ίδια που κατέθεσε, προανακριτικά, ανακριτικά και στο ακροατήριο, όμως επί πλέον δηλώνει, ότι ουδέποτε κατέθεσε προανακριτικά ή στο ΜΟΕ Αθηνών, ότι ο κατ/νος προσπάθησε να τον βιάσει. Τούτο δεν είναι αληθές, αφού από την ανακριτική του κατάθεση, την οποία δεν μνημονεύει στην ένορκη βεβαίωσή του, προκύπτει το αντίθετο. Σε όλες δε τις υπεύθυνες δηλώσεις και ένορκη βεβαίωση, ουδέν διαλαμβάνει περί στοματικού έρωτα. Από δε τα πρακτικά της δίκης (ΜΟΕ Αθηνών) δεν προκύπτει, ότι ο Δ. Σ. δήλωσε, πως δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατ/νου. Όλα τα ανωτέρω που δηλώνει στις δύο υπεύθυνες δηλώσεις του και στην ένορκη βεβαίωση, που είναι έγγραφα μεταγενέστερα της δίκης του ΜΟΕ Αθηνών, δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, διότι ακριβώς τα ίδια περιλαμβάνονται και στην προανακριτική και ανακριτική κατάθεσή του, ως και στην κατάθεσή του ενώπιον του ΜΟΕ Αθηνών και συνεπώς δεν ήταν ως γεγονότα άγνωστα αλλά γνωστά στο δικαστήριο που τον καταδίκασε. Αν δεν λήφθηκαν υπόψη ή εκτιμήθηκαν εσφαλμένα, τούτο δεν συνιστά λόγο επανάληψης της διαδικασίας. 3) Ο τέταρτος λόγος περί εσφαλμένης γνώσης - εκτίμησης εγγράφων της ποινικής δικογραφίας εκ μέρους του δικαστηρίου (ΜΟΕ Αθηνών), δηλαδή των δικαστών (και ενόρκων) που αποτέλεσαν την σύνθεση αυτού, είναι στην ουσία του αβάσιμος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρονται στην αίτηση, ποια έγγραφα (ως αποδεικτικά μέσα) με εσφαλμένη γνώση λήφθηκαν υπόψη και εσφαλμένα εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο, αφετέρου δε διότι, όπως υπό α' προαναφέρθηκε, η εσφαλμένη αξιολόγηση και η εσφαλμένη εκτίμηση γνωστών στο δικαστήριο εγγράφων, που αποδεικνύουν γεγονότα, δεν αποτελούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αφού δι' αυτών επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της ορθότητας της απόφασης, γεγονός που δεν επιτρέπεται, εφόσον η απόφαση είναι αμετάκλητη, η δε επανάληψη της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. 4) Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας διατείνεται, ότι στην καταδίκη του από το δικαστήριο συνετέλεσαν ψευδείς καταθέσεις δύο εκ των μαρτύρων κατηγορίας (224 Π.Κ.), η μια εκ των οποίων αποσπάσθηκε εκβιαστικά από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, τούτου (προέδρου) διαπράξαντος το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος (259 Π.Κ.). Ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι μάρτυρες που φέρονται ότι ψευδόρκισαν, ενώπιον του ΜΟΕ Αθηνών, παθόντες - τότε ανήλικοι, σήμερα ενήλικοι - Ι. Ζ. και Δ. Ζ. (αδελφοί), ουδόλως αμετάκλητα καταδικάσθηκαν για ψευδορκία μάρτυρα, κατ' άρθρ. 525 §2 Κ.Π.Δ., ώστε να κριθεί αν ή όχι, κατ' άρθρ. 525 §1 εδ. 3 Κ.Π.Δ., ο αιτών κατ/νος καταδικάσθηκε αδίκως και συνεπώς είναι αθώος. Επίσης, ουδεμία αμετάκλητη καταδίκη υπάρχει για παράβαση καθήκοντος σε βάρος του Προέδρου του ΜΟΕ Αθηνών, για την εκβιαστική (φερόμενη) απόσπαση κατάθεσης του Ι. Ζ.. Οι επικαλούμενες και μετέπειτα ληφθείσες και δη σχεδόν προσφάτως (15-7-10 και 7-10-10), συμβολαιογραφικές ένορκες βεβαιώσεις των δύο αδελφών, δόθηκαν από αυτούς, για να αποδείξει ο καταδικασμένος και αιτών την επανάληψη της διαδικασίας την ψευδορκία των δύο αδελφών, όταν αυτοί κατέθεταν, την 3-3-06 και 27-3-06, ενώπιον του ΜΟΕ Αθηνών ως παθόντες, ότι βιάσθηκαν από τον κατηγορούμενο. Η ψευδορκία όμως ή όχι των δύο αδελφών, ως και η παράβαση κακθήκοντος ή όχι του Προέδρου του ΜΟΕ Αθηνών, μόνον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση αποδεικνύονται. Τέλος, με το από 9-3-11 υπόμνημά του, ο αιτών Μ. Δ. προσκομίζει έγκλησή του κατά του Ι. Ζ., με την οποία τον κατηγορεί για ψευδορκία μάρτυρα, δηλαδή για την κατάθεση που έδωσε την 3-3-06 ενώπιον του ΜΟΕ Αθηνών, όπου ενόρκως κατέθεσε ότι βιάστηκε παρά φύση από τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας, ενώ από την από 7-10-10 συμβολαιογραφική ένορκη βεβαίωση, ο ίδιος παθών δηλώνει ότι δεν βιάστηκε. Η κατάθεση της έγκλησης και η άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, ουδόλως ισχυροποιούν την ψευδορκία του Ι. Ζ., ακόμη και αν οριστικά ή τελεσίδικα καταδικασθεί τούτος γι' αυτή. Και τούτο διότι, πάντοτε για το αδίκημα αυτό, ως και για την παράβαση καθήκοντος, απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση. 5) Και ο πέμπτος λόγος της αίτησης, κατά τον οποίο το δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του περί πλαστοπροσωπίας του μάρτυρα Χ. Κ., αφού ουδέποτε τον έλαβε υπόψη, είναι στην ουσία του αβάσιμος. Διότι, κατά την διάρκεια της δίκης στο ΜΟΕ Αθηνών, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας και ο παθών Χ. Κ., ηλικίας τότε (2006) 25 ετών. Κατά την διάρκεια της κατάθεσής του, ο κατ/νος και τώρα αιτών ισχυρίστηκε, ότι ο μάρτυρας που καταθέτει δεν είναι ο Χ. Κ., πρότεινε δε την λήψη για εξέταση των δακτυλικών αποτυπωμάτων αυτού. Το ΜΟΕ Αθηνών αιτιολογημένα δέχθηκε, ότι ο μάρτυρας που κατέθεσε με το όνομα Χ. Κ., είναι πράγματι το άτομο - πρόσωπο με ονοματεπώνυμο Χ. Κ.. Αιτιολόγησε δε την κρίση του αυτή ως εξής: «Επειδή κατά την διάταξη του άρθρ. 217 ΚΠΔ ... ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, την ηλικία του και την θρησκεία του, στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται η ταυτότητά του, αλλά η λήψη των στοιχείων αυτών δεν αποκλείει την αμφισβήτηση της ταυτότητάς του από διάδικο της ποινικής δίκης (π.χ. κατηγορούμενο). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά και κατά την υποβολή από τον ίδιο ερωτήσεων στον μάρτυρα κατηγορίας Χ. Κ., αμφισβήτησε την ταυτότητα, αρχικά μεν όλων των ανηλίκων παθόντων, ειδικώς δε του προσώπου, που εμφανίστηκε και κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου με το όνομα Χ. Κ. και υπέβαλε σχετικώς αίτημα να εξετασθούν τα δακτυλικά αποτυπώματά του, για να βεβαιωθεί η ταυτότητά του. Ωστόσο: Ια) απο τις δηλώσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο ανηλίκων παθόντων (Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ.), β) την κλήτευσή τους στις δηλωμένες κατά την προηγηθείσα ανάκριση και συζήτηση στο ΜΟΔ Θηβών κατοικίες τους, γ) την από τους ίδιους λεπτομερή περιγραφή όλων, όσα έλαβαν χώρα ενώπιον τους, και δ) από τη μη εμμονή του κατηγορουμένου στην αμφισβήτηση της ταυτότητάς τους κατά τη διάρκεια της μαρτυρικής καταθέσεώς τους και της από τον ίδιο εξετάσεώς τους, και ΙΙα) από τα επιδειχθέντα στο δικαστήριο από τον ίδιο τον μάρτυρα Χ. Κ. ατομικά έγγραφα (αστυνομικό δελτίο ταυτότητας, άδεια οδήγησης), β) από την επιβεβαίωση από τον πατέρα του μάρτυρα κατηγορίας Σ. Κ., ότι ο εξετασθείς μάρτυρας Χ. Κ. είναι γιός του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από κανένα από τους συγχρωτιζόμενους με αυτόν άλλους παθόντες ανηλίκους, γ) από τη σύμπτωση της δηλωθείσας διευθύνσεως κατοικίας αυτού και του πατέρα του με εκείνη, στην οποία κλήθηκε για να εμφανιστεί στο ακροατήριο, και δ) από τη λεπτομερή κατάθεση του Χ. Κ. στο ακροατήριο του παρόντος και το σύνολο των απαντήσεών του στις υποβληθείσες στον ίδιο ερωτήσεις του κατηγορουμένου, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο δικαστήριο, ότι το σύνολο των εξετασθέντων στο ακροατήριο ανηλίκων παθόντων μαρτύρων, αλλά και ειδικότερα ο εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας με δήλωσή του πως είναι ο Χ. Κ., είναι τα ίδια πρόσωπα με τους παθόντες ανηλίκους Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ. και Χ. Κ., για βιασμό των οποίων και αρπαγή του τελευταίου κρίθηκε ένοχος πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος. Ενόψει τούτων, το δικαστήριο είναι πεπεισμένο περί της ταυτότητας του προσώπου όλων των μαρτύρων κατηγορίας και ιδία του Χ. Κ., γι' αυτό και ο περί αμφισβητήσεως της ταυτότητας τους ισχυρισμός του κατηγορουμένου και το αίτημά του να εξετασθούν τα δακτυλικά αποτυπώματα του εμφανισθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος και εξετασθέντος, με τη δήλωσή του πως είναι ο Χ. Κ., είναι ουσιαστικά αβάσιμα και ως τέτοια πρέπει ν' απορριφθούν». Όμως ο αιτών επιμένει, ότι ο ενόρκως εξετασθείς ως μάρτυρας Χ. Κ. δεν ήταν ο πράγματι Χ. Κ., αλλά ο αδελφός αυτού Μ. Κ., με τον οποίο έχει ομοιότητες. Για να αποδείξει τούτο, προσάγει νέα στοιχεία, που ως νέα γεγονότα ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, τα οποία κατ' αυτόν αποδεικνύουν, ότι το πρόσωπο που κατέθεσε στο ΜΟΔ Θηβών και στο ΜΟΕ Αθηνών ως Χ. Κ., δεν ήτο πράγματι αυτός, αλλά ο αδελφός του Μ.. Τα έγγραφα που προσκομίζει ή επικαλείται είναι, αλλά μεν γνωστά στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, άλλα δε άγνωστα σ' αυτό. Α) Γνωστά στο δικαστήριο έγγραφα είναι τα εξής: 1) Η 13016/19-3-06 επιστολή του κατ/νου προς τον Πρόεδρο του ΜΟΕ Αθηνών, με την οποία ισχυρίζεται, ότι ο εξετασθείς ως Χ. Κ. είναι ο αδελφός του και όχι αυτός, 2) Η από 23-3-06 έγκληση του κατ/νου κατά Χ. Κ. και του πατέρα του, για πλαστοπροσωπία και για ψευδορκία μάρτυρα ως και για ηθική σ' αυτές αυτουργία, 3) Η 838/97 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, κατά την οποία ο Χ. Κ. κρίθηκε ποινικά ανεύθυνος διακεκριμένων κλοπών και επιβλήθηκαν σ' αυτόν αναμορφωτικά μέτρα, 4) Το από 24-2-2000 αποφυλακιστήριο, κατά το οποίο ο Χ. Κ. αποφυλακίστηκε, εκτίοντας ποινικό σωφρονισμό, με έναρξη 15-1-99, για διακεκριμένες κλοπές, 5) Οι ανακριτικές καταθέσεις των γονέων του Χ. Κ., ως και οι καταθέσεις του ιδίου - προανακριτικές, ανακριτικές - από τις οποίες προκύπτει, ότι ο αιτών δεν βίασε τον ανήλικο Χ. Κ., προσπάθησε όμως. 6) Οι αναβλητικές αποφάσεις ως και η οριστική απόφαση του ΜΟΔ Θηβών και 7) Η ιατροδικαστική έκθεση που αφορά τον Χ. Κ., του ιατροδικαστή Φ. Κ., από την οποία δεν προκύπτουν κακώσεις στον πρωκτό και την περιπρωκτική χώρα του ανηλίκου. Δια των εγγράφων αυτών και των καταθέσεων, προσπαθεί ο αιτών να αποδείξει, ότι ο πράγματι Χ. Κ., ήτο αγνοούμενος, με προσωπικότητα που έντονα απασχολούσε τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές, έγκλειστος των φυλακών, χωρίς σύνδεσμο με την οικογένειά του, καταθέτοντας δε προανακριτικά και ανακριτικά, ότι ουδέποτε βιάσθηκε από τον κατ/νο, είναι αδύνατον στο ΜΟΕ Αθηνών να κατέθεσε ο ίδιος, ότι βιάσθηκε από αυτόν. Άρα ο μάρτυρας που κατέθεσε στο ΜΟΕ Αθηνών, ότι ως Χ. Κ. βιάσθηκε από τον κατ/νο, δεν είναι ο πράγματι Χ. Κ., αλλά ο αδελφός του Μ., που μοιάζει με αυτόν. Διατείνεται δε με την αίτησή του, ότι όλα αυτά τα έγγραφα και οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε ότι αυτός που κατέθεσε στο ΜΟΕ Αθηνών ότι βιάσθηκε από τον κατ/νο, είναι ο πράγματι Χ. Κ.. Όλα όμως αυτά τα έγγραφα ήταν γνωστά, (καίτοι 3 από αυτά δεν φέρονται ως αναγνωστέα) και όχι άγνωστα στο δικαστήριο, όπως και οι ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις, όταν τούτο (δικαστήριο) εξέφερε την ανωτέρω κρίση του, ως ο ίδιος ο αιτών με την αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας δηλώνει. Δηλαδή προσκομίσθηκαν απ' αυτόν στο δικαστήριο, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν από αυτό, ούτε συνεκτιμήθηκαν, ούτε λήφθηκαν υπόψη, ώστε (κατ' αυτόν) να διαπιστωθεί η βασιμότητα του ισχυρισμού του. Το αν δεν λήφθηκαν υπόψη, ή δεν αξιοποιήθηκαν, ή δεν συνεκτιμήθηκαν, ή δεν ερευνήθηκαν, καίτοι ήταν γνωστά στο δικαστήριο, τούτο δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αφού δια των επικαλουμένων και προσκομιζομένων γνωστών και όχι αγνώστων στο δικαστήριο στοιχείων, πλήττεται η ορθότητα της προσβαλλομένης αμετάκλητης απόφασης και επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος αυτής, γεγονός που δεν επιτρέπεται εν προκειμένω. Όθεν ο πέμπτος λόγος κατά το σκέλος τούτο (γνωστών στο δικαστήριο στοιχείων), είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Β) Άγνωστα στο δικαστήριο έγγραφα είναι τα εξής: 1) Η από 10-4-07 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, με την οποία απορρίπτεται η παραπάνω έγκληση του τότε εγκαλούντος Μ. Δ. κατά του Χ. Κ. και του πατέρα του, για πλαστοπροσωπία, για ψευδορκία μάρτυρα ως και για ηθική σ' αυτή αυτουργία, 2) Η από 8-5-07 προσφυγή του τώρα αιτούντος κατά της ανωτέρω εισαγγελικής διατάξεως, 3) Η από 29-9-07 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίπτεται η ανωτέρω προσφυγή, 4) Η από 19-6-07 αναφορά του αιτούντος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σχετικά με την πλαστοπροσωπία του Χ. Κ., 5) Το 4452/16-3-10 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της οικογένειας Σ. Κ., 6) Η 50141/15-10-09 βεβαίωση των φυλακών Κορυδαλλού και 7) Η 13447/12-1-10 βεβαίωση του ΟΚΑΝΑ, Η απόρριψη της ανωτέρω εγκλήσεως και η απόρριψη της ανωτέρω προσφυγής, ως νέα γεγονότα άγνωστα στο δικαστήριο, εκτιμώμενα σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο και ήταν γνωστά σ' αυτό, δεν καθιστούν φανερό, ότι ο καταδικασμένος Μ. Δ. είναι αθώος των πράξεων που καταδικάσθηκε, αλλά αντιθέτως ενισχύουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι ο πράγματι καταθέσας στο ΜΟΕ Αθηνών είναι ο Χ. Κ., ο οποίος, ως ανήλικος, βιάσθηκε από τον αιτούντα. Με την αναφορά του αιτούντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενισχύεται έτι περισσότερο η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι ο Χ. Κ. είναι ο πράγματι καταθέσας μάρτυρας, αφού δι' αυτής ο αιτών υποστηρίζει, ότι και στο ΜΟΔ Θηβών δεν κατέθεσε ο πράγματι Χ. Κ., αλλά ο αδελφός του. Τούτο είναι αναληθές, διότι, αφενός μεν στην δίκη εκείνη ο αιτών ήταν απών, (άρα δεν είδε ποιος κατέθεσε), αφετέρου δε ο Χ. Κ. στην πρωτόδικη δίκη κατέθεσε, ότι δεν βιάσθηκε από τον αιτούντα. Έτσι και η αναφορά αυτή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως αναληθής, δεν καθιστά, ως νέο γεγονός άγνωστο στους δικαστές, μετά βεβαιότητος φανερή την αθωότητα του κατ/νου. Από το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης προκύπτει, ότι η διαφορά ηλικίας μεταξύ των αδελφών Χ. και Μ. Κ., είναι ακριβώς 6 έτη, (γέννηση, 12ος 1981 και 12ος 1987, αντίστοιχα). Ο Χ. Κ. καταθέσας ως μάρτυρας, δήλωσε ότι ήταν 25 ετών, (2006). Αν αντ' αυτού κατέθεσε ο αδελφός Μ., τότε (2006) ήταν 19 ετών. Αν ο αδελφός καταθέτοντας δήλωσε ότι ήταν 25 ετών, τούτο, κατά την κοινή πείρα και λογική, θα γινόταν αντιληπτό από το δικαστήριο, διότι η διαφορά ηλικίας των 6 ετών, ξεχωρίζει τον έφηβο από τον άνδρα. Ενισχύεται έτσι η κρίση του δικαστηρίου, ότι ο καταθέσας είναι ο πράγματι Χ. Κ., που βιάσθηκε από τον αιτούντα και συνεπώς το νέο τούτο άγνωστο στους δικαστές στοιχείο (πιστοποιητικό), δεν επιβεβαιώνει την αθωότητα του αιτούντα. Από την βεβαίωση των φυλακών Κορυδαλλού προκύπτει, ότι στις φυλακές αυτές κρατήθηκε, από 16-4-03 και 3-2-04, ο Χ. Κ. του Ν. και της Α. Χ., γεννηθείς το 1976 και όχι ο Χ. Κ. ή Κ. του Σ. (του Γ. και Ρ. Κ.) και της Α. (του Α. και Σ. Κ.), γεννηθείς το 1981, (διαφορά 5 ετών, 1981 - 1976). Από την βεβαίωση του ΟΚΑΝΑ προκύπτει, ότι ουδέποτε ο Χ. Κ. παρακολούθησε πρόγραμμα υποκατάστασης. Οι ανωτέρω βεβαιώσεις (φυλακών - ΟΚΑΝΑ) προσκομίζονται από τον αιτούντα, για να καταδείξει την ρέπουσα στον αστάθμιτο και άτακτο βίο προσωπικότητα του ανηλίκου τούτου, αφού κατά τον αιτούντα, στις φυλακές και στο δικαστήριο που τον καταδίκασε για διακεκριμένες κλοπές, έδωσε ψευδή των γονέων του στοιχεία, για να τιμωρηθεί δε ως τοξικομανής σε δίκη περί ναρκωτικών,(δεν προσκομίζεται η σχετική απόφαση), προσκόμισε ψευδές πιστοποιητικό του ΟΚΑΝΑ περί επίσκεψής του σε κέντρο αυτού, χωρίς παρακολούθηση προγράμματος απεξάρτησης. Τα διαλαμβανόμενα στις βεβαιώσεις αυτές πιστοποιούν μια βεβαρημένη προσωπικότητα του ανηλίκου, ρέποντος στο έγκλημα, ευάλωτου σε ποινικά κολάσιμες πράξεις, αν θεωρηθούν ως αληθείς οι ισχυρισμοί του αιτούντος, (ψευδή στοιχεία γονέων, όχι υποκατάσταση). Τούτο όμως επί πλέον δεν σημαίνει αναγκαία, ως ο αιτών ισχυρίζεται, ότι, αφού ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά του είναι τέτοια, δεν είναι αυτός που κατέθεσε στα δύο δικαστήρια, αλλά ο αδελφός του. Ακόμα τούτο δεν αναιρεί τον υπό του αιτούντος βιασμό και αρπαγή αυτού, αφού και οι βεβαιώσεις αυτές, είτε μόνες τους αξιολογούμενες, είτε με τα λοιπά της δικογραφίας αποδεικτικά μέσα, δεν άγουν στην βεβαιότητα (δεν καθιστούν φανερό), ότι, το μεν ο αιτών είναι αθώος του βιασμού και αρπαγής του ανηλίκου Χ. Κ., το δε ότι ο ως Χ. Κ. καταθέσας ενώπιον του ΜΟΔ Θηβών και ΜΟΕ Αθηνών, είναι ο αδελφός του Μ. Κ., ώστε με κατάθεση άλλου αντ' άλλου μάρτυρος, να θεωρηθεί αυτός ότι αδίκως καταδικάσθηκε για βιασμό και αρπαγή του πράγματι ανηλίκου Χ. Κ.. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι, από όλη την αποδεικτική του ΜΟΔ Θηβών και του ΜΟΕ Αθηνών διαδικασία, σε συνδυασμό με προσκομισθέντα υπό του αιτούντος νέα, άγνωστα στους δικαστές και ενόρκους, στοιχεία, δεν διαφαίνεται μετά βεβαιότητος (δεν καθίσταται φανερό), ότι ο πράγματι Χ. Κ. ή άλλο πρόσωπο, παρότρυνε τον αδελφό του Μ. Κ. να καταθέσει αντ' αυτού στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήρια, ως ο αιτών ισχυρίζεται και επικαλείται. Έτσι, η κρίση του δικαστηρίου, ότι αυτός που κατέθεσε είναι ο Χ. Κ., δεν ανατρέπεται από τα νέα, σε συνδυασμό με τα προϋπάρχοντα, στοιχεία (γεγονότα - αποδείξεις), που προσκόμισε ο αιτών. Όθεν ο πέμπτος λόγος κατά το σκέλος τούτο (άγνωστα στους δικαστές στοιχεία), είναι ουσιαστικά αβάσιμος. στ) Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων νομικών και πραγματικών περιστατικών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού ακουσθεί και ο αιτών (528 §1 εδ. α' ΚΠΔ), να επιβληθούν δε σ' αυτόν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. (583 §1 Κ.Π.Δ.). Επίσης ν' απορριφθεί το αίτημά του για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας σ' αυτόν ποινής (529 ΚΠΔ), διότι το αίτημα τούτο προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας (Α.Π. 408/10). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και ν' απορριφθεί στην ουσία της η από 21/25-2-11 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του κρατουμένου στη Φυλακή … Μ. Δ. του Κ., κατά της υπ' αριθμ. 131Α, 131, 137, 138 και 170/28-3-06 αμετάκλητης απόφασης του Μ.Ο.Ε. Αθηνών, Β) Ν' απορριφθεί το αίτημα τούτου για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας σ' αυτόν ποινής. Γ) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, στον ανωτέρω αιτούντα. Αθήνα 16-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Για να είναι παραδεκτή η αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας, πρέπει ο αιτών να εκθέτει στην αίτησή του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών για να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως. Εξάλλου, από το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 3 και παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας μπορούν να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου και αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για ψευδορκία, εκτός εάν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση διότι υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεστεί ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας (Α.Π. 580/1996, 612/1989). Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής απόψεως και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 307/2008, 127/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την 131α, 131, 137, 138, 170/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε για τις πράξεις του βιασμού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε βάρος των ανηλίκων Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ., και Χ. Κ. (άπαξ εις βάρος των δύο τελευταίων) και αρπαγής ανηλίκου σε βάρος του τελευταίου, η οποία μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αιτήσεως αναίρεσης ως προς τις πράξεις αυτές με την 633/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου κατέστη αμετάκλητη, ενώ με την ίδια απόφαση του Α.Π. αναιρέθηκε εν μέρει και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη της αποπλάνησης σε βάρος του ανηλίκου Θ. Π., τελικώς δε, μετά την εν μέρει αναίρεση της ως άνω απόφασης του ΜΟΕ Αθηνών και κατά τις διατάξεις περί ποινών, επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για τις άνω πράξεις η συνολική ποινή της καθείρξεως των είκοσι ενός (21) ετών με την 325/2008 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών. Ειδικότερα, με την άνω απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, έγιναν δεκτά, κατά το σκεπτικό της τα ακόλουθα: "Από τον Ιούνιο του 1993 ο κατηγορούμενος Μ. Δ., ηλικίας τότε 30 ετών, καθηγητής φυσικομαθηματικός με διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου του ΑΙΞ Μασσαλίας II, άρχισε να συχνάζει στην Πλατεία του ... στη συνοικία ... του Δήμου Αθηναίων και να αλιεύει από εκεί μικρά παιδιά, που έπαιζαν στην πλατεία. Με τον τρόπο αυτό και την ιδιαίτερη ικανότητά του να προσεγγίζει τα παιδιά γνώρισε από την αρχή των επισκέψεών του στο χώρο αυτό τους ανήλικους Θ. Π. (χρονολογία γεννήσεως 2.4.1981), Δ. Σ. (χρ. γεν. 7.7.1980), Δ. Ζ. (χρ. γεν. 8.11.1979) και θανόντα αργότερα Α. Π., και δεν άργησε, με το δέλεαρ της προσφοράς μιας βόλτας με αυτοκίνητο, αλλά και άλλων παροχών, όπως αγοράς γλυκισμάτων, επίσκεψης σε ηλεκτρονικά παιχνίδια και σε μπόουλιγκ και μετάβασης στη θάλασσα ή σε πισίνες για μπάνιο, απολαύσεις που για τα παιδιά αυτά, γόνους φτωχών οικογενειών ήταν πρωτόγνωρες, να αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους. Έτσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε, να έχει σχεδόν καθημερινή επαφή με τους ανηλίκους αυτούς, τους οποίους μάζευε από την πλατεία ... του ... και τους οδηγούσε, με το αυτοκίνητο που είχε κάθε φορά στην κατοχή του, όπου ήθελαν για να διασκεδάσουν. Με τον ίδιο τρόπο και την ίδια μέθοδο ο κατηγορούμενος γνώρισε το καλοκαίρι του 1994 και τους λοιπούς ανηλίκους παθόντες της υποθέσεως Ι. Ζ. (χρ. γεν. 10.8.1983) και Χ. Κ. (χρ. γεν. 25.12.1981), αλλά και άλλους ανηλίκους της περιοχής ... (Ι. Ν. κλπ.), για τους οποίους πάντως δεν υφίσταται τώρα σε βάρος του κατηγορία. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος μετά την πάροδο των πρώτων ημερών γνωριμίας και παροχών άρχισε μετά τη διασκέδασή τους να οδηγεί τους ανηλίκους στο επί της οδού ... αριθ. 42 στα ... στον 6° όροφο πολυκατοικίας κείμενο διαμέρισμά του, στις περιπτώσεις δε των ανηλίκων Θ. Π. και Δ. Ζ. ορισμένες φορές και στο εξοχικό του στη ..., επιδιώκοντας να προέλθει σε παρά φύση ασέλγεια με αυτούς, άλλως και σε κάθε περίπτωση να επιχειρήσει ασελγείς πράξεις σε αυτούς, για να ικανοποιήσει με τον τρόπο αυτό τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του. Με την άφιξή του στο διαμέρισμά του στην οδό ... ο κατηγορούμενος οδηγούσε τους ανηλίκους που είχε μαζί του, συνήθως 2 ή 3, στο σαλόνι του διαμερίσματος και εκεί αφού έκανε τη επιλογή του ως προς τον ανήλικο, με τον οποίο ήθελε να επιχειρήσει ασελγείς πράξεις, τον πλησίαζε, τον χάιδευε στο πρόσωπο και στο σώμα και άρχισε να του βγάζει τα ρούχα, ενώ ο ίδιος ήταν ήδη γυμνός. Στις ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου αντιστέκονταν κάθε φορά οι ανήλικοι παθόντες Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ. και Χ. Κ., διαμαρτυρόμενοι για τις ενέργειές του να αρχίσει να τους θωπεύει με ερωτική διάθεση και να επιμένει στο να τους αφαιρέσει όλα τα ενδύματά τους με προφανή σκοπό να έχει μαζί τους ερωτικές περιπτύξεις, αιτία για την οποία άλλωστε και ο ίδιος είχε αφαιρέσει όλα τα ενδύματά του, και προσπαθούσαν να τον αποφύγουν απομακρυνόμενοι από αυτόν ... . Στις αντιρρήσεις των ανηλίκων Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ. και Χ. Κ., ο κατηγορούμενος δεν έκανε πίσω και αλλάζοντας τον τρόπο προσέγγισης τούτων, εκτόξευε εναντίον τους και σε καθένα χωριστά απειλές, όπως α) ότι θα του κάνει κακό αν ομολογήσει σε τρίτους αυτά που έκαναν, β) ότι αν δεν κάτσει θα τον σκοτώσει και θα τον θάψει, γ) ότι αν δεν κάτσει δεν θα ξαναδεί τους γονείς του, προκαλώντας δικαιολογημένα σε αυτούς, λόγω του μικρού της ηλικίας τους (όλοι ηλικίας από 11-14 έτη), αλλά και της πλήρους εξαρτήσεώς τους από αυτόν και της αδυναμίας τους να ζητήσουν βοήθεια από οποιονδήποτε ως μη βρισκόμενοι σε φιλικό περιβάλλον, απέραντο φόβο, τον οποίο περιέγραψαν εναργώς κατά την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία και ο οποίος, μαζί με το αίσθημα της εντροπής που τους διακατείχε από όσα είχαν υποστεί, δικαιολογούσε τις έως σήμερα παλινωδίες τους στις μαρτυρικές καταθέσεις που έδωσαν από την προδικασία μέχρι την διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με την απειλή των άμεσων και σπουδαίων αυτών κινδύνων, που φώλιαζε στην καρδιά των ανηλίκων και προκαλούσε τρόμο και έκδηλη ανησυχία, ο κατηγορούμενος έκαμπτε κάθε φορά τις αντιρρήσεις των ανηλίκων. Έτσι, ενώ βρίσκονταν με τους ανηλίκους είτε στο σαλόνι είτε στην κρεβατοκάμαρα του διαμερίσματος, στην περίπτωση δε του Δ. Ζ. και στο εξοχικό του στη ..., τους έβγαζε τα ρούχα, και στη συνέχεια τους φιλούσε και τους έγλυφε σε μέρη του σώματός τους, τους χάιδευε τα γεννητικά όργανα, έγλυψε το σε στύση πέος του ανήλικου Δ. Ζ. στο εξοχικό στη ..., και τελικά εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό κάθε ανηλίκου (με εξαίρεση το Δ. Ζ. στο εξοχικό της ...ς), ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό τη γενετήσια ορμή και επιθυμία του από τον Ιούνιο του 1993 ως το Σεπτέμβρη του 1994 είκοσι τουλάχιστον φορές με το Δ. Σ., αρκετές φορές με το Δ. Ζ. και το καλοκαίρι του 1994 από μια φορά με τους Ι. Ζ. και Χ. Κ.. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος στις 11.9.1994 ενεργώντας εν γνώσει και με τη θέληση να αποστερήσει από την εξουσία των γονέων του τον ανήλικο Χ. Κ., που δεν είχε συμπληρώσει τότε τα 14 χρόνια του (χρ. γεν. 25.12.1981), παρέλαβε αυτόν, τον οποίο είχε γνωρίσει από κάποιο συνομήλικό του, από την πλατεία ... του ... και αφού τον επιβίβασε στο αυτοκίνητό του τον απομάκρυνε από εκεί, για να τον μεταφέρει σε ξενοδοχεία της παραλίας της … στο …, μια φορά στο … και μια άλλη στο …, όπου έμενε μαζί του σε νοικιασμένα δωμάτια των ξενοδοχείων "ΑΜΑΡΙΛΙΑ" και "PRIΜΑ", αντιστοίχως. Ο κατηγορούμενος διατήρησε στα ξενοδοχεία αυτά τον ανήλικο Χ. Κ. υπό την εξουσία του μέχρι τις 28.9.1994, στερώντας με τον τρόπο αυτό τους γονείς του, οι οποίοι έψαχναν από τις πρώτες ημέρες της εξαφανίσεώς του να τον εντοπίσουν και να τον επαναφέρουν στην πατρική του οικία στη ..., από το δικαίωμά τους να μεριμνούν για το πρόσωπό του. Η κατά τα ανωτέρω αρπαγή του ανηλίκου Χ. Κ. από τον κατηγορούμενο τεκμηριώνεται και από το περιστατικό της 17ης.9.1994, οπότε αυτός έγινε αντιληπτός να επιβαίνει σε τζιπ με τον ανήλικο στην περιοχή της ... στη συνοικία ... του Δήμου Αθηναίων και καταδιώχθηκε από τον πατέρα του ανηλίκου μάρτυρα Σ. Κ. και το θείο του Π. Κ., που επέβαιναν σε δίκυκλο μοτοποδήλατο. Τότε ο κατηγορούμενος για να διακόψει την παρακολούθησή τους και να αποφύγει εν τέλει τη σύλληψη, όπως και έγινε, έρριψε εσκεμμένα το τζιπ που οδηγούσε επάνω στο δίκυκλο μηχανάκι που επέβαιναν ο πατέρας και θείος του ανηλίκου, με αποτέλεσμα να προκαλέσει και τον τραυματισμό του Π. Κ.. Ωστόσο, στην αρπαγή του ανηλίκου Χ. Κ. δεν προέβη ο κατηγορούμενος απλώς και μόνο για να τον έχει μαζί του αλλά με σκοπό να το μεταχειριστεί σε ανήθικες ασχολίες, τέτοιες δεν ήταν προδήλως τόσο η διενέργεια ασελγών πράξεων με αυτόν, όσο και η χρησιμοποίησή του στη διάπραξη κλοπών στην περιοχή της Αττικής. Ενόψει λοιπόν του σκοπού του αυτού ο κατηγορούμενος, αφενός μεν ενήργησε ασελγείς πράξεις με αυτόν εισάγοντας το σε στύση πέος του στον πρωκτό του, το δε προκάλεσε στον ανήλικο Χ. Κ. την απόφαση να διαπράξει, εκτός άλλων κλοπών που διέπραξε ο ανήλικος ως τις 10.9.1994, χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε αφαιρέσει από τους γονείς του το δικαίωμα να μεριμνούν για το πρόσωπό του, και σειρά άλλων κλοπών κατά το διάστημα από 11.9.1994 έως 15.9.1994. ... Με βάση όλα όσα συνολικώς εκτέθηκαν παραπάνω σε σχέση με την ουσία της υποθέσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος: Α) τέλεσε: Ι) το έγκλημα του βιασμού κατά συρροή σε βάρος των ανηλίκων Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ. και Χ. Κ. και κατ' εξακολούθηση κατά των δύο πρώτων από αυτούς, ... ΙΙ) το έγκλημα της αρπαγής του ανηλίκου Χ. Κ., που δεν είχε συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, με σκοπό να τον χρησιμοποιήσει σε ανήθικες ασχολίες, και ... Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει: ... να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος των αξιόποινων πράξεων 1) του βιασμού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, και συγκεκριμένα για βιασμό κατ' εξακολούθηση για τους παθόντες Δ. Σ. και Δ. Ζ. και βιασμό για τους παθόντες Ι. Ζ. και Χ. Κ., ... της αρπαγής του ανηλίκου Χ. Κ. κατά το χρονικό διάστημα από 11-9-1994 έως 28-9-1994, διάστημα κατά το οποίο ο ανήλικος δεν είχε συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, με σκοπό να τον μεταχειριστεί σε ανήθικες ασχολίες...". Ακολούθως, το ανωτέρω ΜΟΕ κήρυξε ένοχο τον αιτούντα των παραπάνω πράξεων με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πιο πάνω κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές της Αττικής κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, τα οποία τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: 1) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση εξανάγκασε άλλον με την απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Συγκεκριμένα: Ι. α) Ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του έτους 1993 έως και τις 12.9.1994 μετέφερε με το αυτοκίνητό του από την πλατεία ... στο διαμέρισμά του, που βρίσκεται στην περιοχή των ... στον 6° όροφο πολυκατοικίας της οδού ... αριθ. 42, τον ανήλικο Δ. Σ., που γεννήθηκε στις 7.7.1980, και εκεί αφού τον απειλούσε ότι θα του κάνει κακό αν ομολογήσει και ότι αν δεν "κάτσει" θα τον θάψει, έκαμπτε την αντίστασή του και στη συνέχεια τον οδήγησε στο σαλόνι της οικίας του, όπου άρχισε να τον χαϊδεύει και να τον φιλά, αρχικά στο πρόσωπο και μετά στα γεννητικά του όργανα, και έπειτα εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του, και β) Κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα ο ίδιος μετέφερε στο αναφερόμενο διαμέρισμά του στα ... το Δ. Σ., τον οποίο οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά του και απειλώντας ότι θα του κάνει κακό, αν ομολογήσει αυτά που γίνονταν, έκαμπτε την αντίστασή του και αφού τον χάιδευε στα γεννητικά του όργανα στη συνέχεια, άλλες μεν φορές έγλυφε το εν στύσει πέος του, άλλες δε φορές εισήγαγε αυτό στον πρωκτό του ανηλίκου ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του, η πράξη του δε αυτή έγινε τουλάχιστον είκοσι φορές σε διαφορετικές ημερομηνίες. II. α) Το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος μετέφερε με το αυτοκίνητό του από την πλατεία ... στα ... και στο επί της οδού ... αριθ. 42 στον 6° όροφο πολυκατοικίας διαμέρισμά του, τον ανήλικο Δ. Ζ., που γεννήθηκε στις 8.11.1979, και εκεί με την απειλή ότι θα του κάνει κακό αν ομολογήσει αυτά που γίνονται μεταξύ τους και ότι αν δεν "κάτσει" δεν θα ξαναδεί τους γονείς του, έκαμπτε την αντίστασή του και τον οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρά του, όπου αφού τον έγδυνε εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. β) Κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα μετέφερε τον ίδιο ανήλικο Δ. Ζ. στο εξοχικό του στη ..., τον οποίο αφού απείλησε ότι θα τον σκοτώσει κάμπτοντας έτσι την αντίστασή του, τον οδήγησε σε ένα κρεβάτι όπου αφού του έβγαλε τα ρούχα, εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. Και γ) κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, αφού μετέφερε τον ίδιο ανήλικο Δ. Ζ. στο ευρισκόμενο στα ... διαμέρισμά του, τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά του, απειλώντας τον δε ότι αν ομολογήσει θα τον σκοτώσει και θα τον θάψει, έκαμψε την αντίστασή του και αφού χάιδεψε τα γεννητικά του όργανα, έγλυψε στη συνέχεια το εν στύσει πέος του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. III. Το καλοκαίρι του έτους 1994 μετέφερε με το αυτοκίνητό του από την πλατεία ... στο επί της οδού ... αριθ. 42 στα ..., διαμέρισμα του, τον ανήλικο Ι. Ζ. που γεννήθηκε στις 10.8.1983, και με την απειλή ότι θα του κάνει κακό αν ομολογήσει αυτά που γίνονταν μεταξύ τους, έκαμψε την αντίστασή του και τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά του, όπου, αφού τον έγδυσε, εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. IV. Κατά το ίδιο αμέσως πιο πάνω χρονικό διάστημα, μετέφερε με το αυτοκίνητό του από την πλατεία ... στο επί της οδού ... αριθ. 42 στα ... διαμέρισμά του τον ανήλικο Χ. Κ., που γεννήθηκε στις 25.12.1981, τον οποίο αφού οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά του και τον απείλησε ότι αν ομολογήσει αυτά που γίνονταν θα τον σκοτώσει και θα τον θάψει, έκαμψε την αντίστασή του και αφού τον απογύμνωσε εισήγαγε το εν στύσει πέος του στον πρωκτό του, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. ... 3. Στις 11.9.1994 στην πλατεία ... ενεργώντας με πρόθεση αφαίρεσε από την εξουσία των γονέων του τον ανήλικο Χ. Κ., ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει τα 14 χρόνια του, αφού είχε γεννηθεί στις 25.12.1981, με σκοπό να τον μεταχειρισθεί σε ανήθικες ασχολίες (παρά φύση ασέλγεια και επιχείρηση ασελγών πράξεων, διάπραξη κλοπών), τον είχε δε υπό την εξουσία του μέχρι τις 28.9.1994, αποστερώντας έτσι από τους γονείς του το δικαίωμα να μεριμνούν για το πρόσωπό του κατά το πιο πάνω (11.9.1994 - 28.9.1994) χρονικό διάστημα ...". Ο ανωτέρω με την από 21-2-2011 υπό κρίση αίτησή του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας και την αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας σε αυτόν ποινής, άλλως την αναβολή λήψεως αποφάσεως, προκειμένου το Συμβούλιο να προβεί στις αιτούμενες συμπληρωματικές έρευνες, διότι κατά τους προβαλλόμενους με αυτήν ισχυρισμούς του είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα δια της αιτήσεώς του αυτής, όπως αυτή διευκρινίστηκε δια των από 9-3-2011 και 15-4-2011 νομίμως κατατεθέντων υπομνημάτων του, καθώς και του από 12-4-2011 επιγραφόμενου ως "αίτημα αναβολής", το γνήσιο της υπογραφής του οποίου θεωρήθηκε από την προϊσταμένη της διευθύνσεως των φυλακών Κορυδαλλού, όπου αυτός, κατά το έγγραφο αυτό, κρατείται, ο ανωτέρω αιτών προβάλλει ως λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας α) την πλαστοπροσωπία του μάρτυρος Χ. Κ. ή Κ. και ειδικότερα ότι ο εμφανισθείς και εξετασθείς ως μάρτυρας στη συνεδρίαση της 3-3-2006 ενώπιον του άνω ΜΟΕ ως Χ. Κ. ή Κ. δεν ήταν ο αληθινός Χ. Κ. ή Κ. που είχε εξεταστεί κατά την προδικασία και είχε καταθέσει ότι ουδέποτε είχε σεξουαλική επαφή με τον αιτούντα, ότι δηλαδή ο αιτών δεν είχε βιάσει αυτόν και συνεπώς αυτός (αιτών) ήταν αθώος, αλλά ο εμφανισθείς και εξετασθείς ως μάρτυρας στη συνεδρίαση αυτή της 3-3-2006 ήταν άλλο πρόσωπο και δη "προφανώς" ο μικρότερος αδελφός του αληθινού Χ. Κ. ή Κ., Μ. Κ. ή Κ., ο οποίος κατέθεσε εναντίον του αιτούντος και στην κατάθεση αυτού στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου περί ενοχής του (αιτούντος) για τη μερικότερη πράξη του βιασμού του αληθινού Χ. Κ. ή Κ., εάν δε το δικαστήριο γνώριζε τούτο, δεν θα τον κήρυσσε ένοχο της πράξεως του βιασμού σε βάρος του αληθινού Χ. Κ. ή Κ.. Από την επισκόπηση των πρακτικών της άνω απόφασης προκύπτει, κατ' αρχήν, ότι ο αιτών κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία αμφισβήτησε ότι ο εμφανισθείς ως Χ. Κ. του Σ. ήταν ο πραγματικός Χ. Κ. και ζήτησε να εξεταστούν, προς διαπίστωση τούτου, τα δακτυλικά αποτυπώματα του εμφανισθέντος. Ο εμφανισθείς αυτός μάρτυρας ως Χ. Κ. του Σ. εξετάστηκε ως μάρτυρας και το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, τελικώς δε, δια της παρατιθέμενης στις σελίδες 61 και 62 αιτιολογίας του, έκρινε ότι ο εμφανισθείς ως Χ. Κ. του Σ. είναι πράγματι ο πραγματικός Χ. Κ. του Σ., παραθέτοντας τα αναφερόμενα στην αιτιολογία αυτή στοιχεία και απέρριψε το αίτημα του αιτούντος για λήψη των δακτυλικών αποτυπωμάτων του εμφανισθέντος και τον ισχυρισμό του περί αμφισβητήσεως της ταυτότητας τούτου διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 217 ΚΠΔ με τον υπότιτλο "Εξακρίβωση της ταυτότητας του μάρτυρα", η οποία σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 357 § 4 και 502 § 1 εδαφ. δ του ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως και στη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου, ο μάρτυρας, πριν καταθέσει, καλείται να δηλώσει το όνομα και το επώνυμό του, τον τόπο της γέννησης και της κατοικίας του, την ηλικία του και την θρησκεία του, στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται η ταυτότητά του, αλλά η λήψη των στοιχείων αυτών δεν αποκλείει την αμφισβήτηση της ταυτότητάς του από διάδικο της ποινικής δίκης (π.χ. κατηγορούμενο). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά και κατά την υποβολή από τον ίδιο ερωτήσεων στον μάρτυρα κατηγορίας Χ. Κ., αμφισβήτησε την ταυτότητα, αρχικά μεν όλων των παθόντων, ειδικώς δε του προσώπου, που εμφανίστηκε και κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου με το όνομα Χ. Κ. και υπέβαλε σχετικώς αίτημα να εξετασθούν τα δακτυλικά αποτυπώματά του για να βεβαιωθεί η ταυτότητά του. Ωστόσο: Ια) από τις δηλώσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο ανηλίκων παθόντων (Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ.), β) την κλήτευσή τους στις δηλωμένες κατά την προηγηθείσα ανάκριση και συζήτηση στο ΜΟΔ Θηβών κατοικίες τους, γ) την από τους ίδιους λεπτομερή περιγραφή όλων, όσα έλαβαν χώρα ενώπιόν τους, και δ) από τη μη εμμονή του κατηγορουμένου στην αμφισβήτηση της ταυτότητάς τους κατά τη διάρκεια της μαρτυρικής καταθέσεώς τους και της από τον ίδιο εξετάσεώς τους, και ΙΙα) από τα επιδειχθέντα στο δικαστήριο από τον ίδιο τον μάρτυρα Χ. Κ. ατομικά έγγραφα (αστυνομικό δελτίο ταυτότητας, άδεια οδήγησης), β) από την επιβεβαίωση από τον πατέρα του μάρτυρα κατηγορίας Σ. Κ., ότι ο εξετασθείς μάρτυρας Χ. Κ. είναι γιος του, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από κανένα από τους συγχρωτιζόμενους με αυτόν άλλους παθόντες ανηλίκους, γ) από τη σύμπτωση της δηλωθείσας διευθύνσεως κατοικίας αυτού και του πατέρα του με εκείνη, στην οποία κλήθηκε για να εμφανιστεί στο ακροατήριο, και δ) από τη λεπτομερή κατάθεση του Χ. Κ. στο ακροατήριο του παρόντος και το σύνολο των απαντήσεών του στις υποβληθείσες στον ίδιο ερωτήσεις του κατηγορουμένου, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο δικαστήριο, ότι το σύνολο των εξετασθέντων στο ακροατήριο ανηλίκων παθόντων μαρτύρων, αλλά και ειδικότερα ο εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας με δήλωσή του πως είναι ο Χ. Κ., είναι τα ίδια πρόσωπα με τους παθόντες ανηλίκους Δ. Σ., Δ. Ζ., Ι. Ζ. και Χ. Κ., για βιασμό των οποίων και αρπαγή του τελευταίου κρίθηκε ένοχος πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος. Ενόψει τούτων, το δικαστήριο είναι πεπεισμένο περί της ταυτότητας του προσώπου όλων των μαρτύρων κατηγορίας και ιδία του Χ. Κ., γι' αυτό και ο περί αμφισβητήσεως της ταυτότητάς τους ισχυρισμός του κατηγορουμένου και το αίτημά του να εξετασθούν τα δακτυλικά αποτυπώματα του εμφανισθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος και εξετασθέντος με τη δήλωσή του πως είναι ο Χ. Κ. είναι ουσιαστικά αβάσιμα και ως τέτοια πρέπει να απορριφθούν". Περαιτέρω και ανεξάρτητα προς τα δεκτά γενόμενα περί της ταυτοπροσωπίας του εξετασθέντος, ότι δηλαδή αυτός είναι πράγματι ο Χ. Κ. του Σ., κρίσιμο εν προκειμένω είναι εάν ο επικαλούμενος περί πλαστοπροσωπίας λόγος κατά τα επικαλούμενα προς απόδειξή του νεότερα στοιχεία, αποτελούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που, σε συνδυασμό με τα ήδη προ της δίκης υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, καθιστούν φανερό ότι ο εξετασθείς ως Χ. Κ. του Σ. δεν ήταν ο πραγματικός Χ. Κ., δηλονότι ότι η κατάθεση αυτή είναι κατάθεση άλλου ατόμου και όχι του τότε παθόντος κατά την απόφαση αληθινού Χ. Κ. του Σ. και ότι τούτο ήταν άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές, καθώς και ότι, χωρίς την κατάθεση αυτή, με βεβαιότητα κρίνεται ότι ο αιτών για την πράξη αυτή σε βάρος του πραγματικού Χ. Κ. είναι αθώος. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του τούτου, ως λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών ως νέα στοιχεία προβάλλει κατά σειρά 1) ότι μέχρι σήμερα (χρόνος ασκήσεως της αιτήσεως) έχουν εκδοθεί επ' ονόματι του Χ. Κ. ή Κ. οκτώ αστυνομικές ταυτότητες για διαφόρους λόγους, πλην, λόγω των διατάξεων περί "Προσωπικών Δεδομένων", δεν κατέστη δυνατή σε αυτόν η γνώση των στοιχείων των ταυτοτήτων αυτών και ως εκ τούτου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠΔ, πρέπει το γεγονός αυτό να διερευνηθεί από δικαστικό λειτουργό, 2) ότι, όπως προκύπτει από το 4452/16-3-2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., το οποίο και προσκομίζεται, ο Χ. Κ. έχει ένα αδελφό με το όνομα Μ. Κ. του Σ. και της Κ.- Α. 3) ότι ο αληθινός Χ. Κ. ή Κ. ουδεμία οικογενειακή επαφή είχε με τους γονείς του, αλλά εκινείτο μακριά από αυτούς και από το έτος 1991 έως σήμερα (2011) τελούσε αξιόποινες πράξεις και περαιτέρω ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της 838/1997 αποφάσεως του Δικαστηρίου Ανηλίκων του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αληθινός Χ. Κ. του Σ., που δικάστηκε ερήμην, κρίθηκε ανεύθυνος για διακεκριμένες κλοπές κατ' επάγγελμα και συνήθεια και χαρακτηρίστηκε ως ιδιαίτερα επικίνδυνος, όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη 250/2000 συγχωνευτική απόφαση του Μονομελούς Ανηλίκων Αθηνών, αυτός είχε καταδικαστεί για διακεκριμένες κλοπές και βάσει αυτής κρατήθηκε στις φυλακές … από 15-1-1999 έως 24-2-2000, 4) ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 50146/15-10-2009 βεβαίωση του καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού, ο Χ. Κ. κρατήθηκε στο κατάστημα αυτό από 16-4-2003 έως 3-2-2004, πλην αναφέρεται με το πατρώνυμο Ν. αντί του ορθού Σ., εν όψει δε του ότι, κατά τον άνω ισχυρισμό του αιτούντος εκδόθηκαν επ' ονόματί του οκτώ αστυνομικές ταυτότητες και του ότι οι ταυτότητες για τους οικονομικούς μετανάστες, όπως ήταν αυτός, εκδίδονται κατά δήλωση του ενδιαφερομένου, ζητεί τη διερεύνηση και του θέματος τούτου και 5) ότι ο Χ. Κ. του Σ. και της Α. καταδικάστηκε με την 3369/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για εμπορία 250 χαπιών - ναρκωτικών, φυλακίστηκε στις αγροτικές φυλακές Τίρυνθας και άσκησε την 36256/13-7-2009 αναίρεση, από την οποία παραιτήθηκε. Ότι κατά τη δίκη εκείνη, ο κατηγορούμενος Χ. Κ. πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών για ευμενέστερη μεταχείρισή του και προσκόμισε σχετική βεβαίωση του ΟΚΑΝΑ, ότι παρακολούθησε σχετικό πρόγραμμα απεξάρτησης, ενώ, όπως προκύπτει από το 13447/12-1-2010 προσκομιζόμενο έγγραφο του ΟΚΑΝΑ, ο Χ. Κ. ουδέποτε παρακολούθησε πρόγραμμα στον Οργανισμό αυτό. Τέλος, ως εναλλακτική λύση για την απόδειξη της άνω πλαστοπροσωπίας, ο αιτών ζητεί τη λήψη φωτογραφιών του Χ. Κ. ή Κ. και του αδελφού του Μ. Κ. ή Κ., άλλως να κληθούν οι αδελφοί αυτοί, ώστε οι αναφερόμενοι μάρτυρες, 14 τον αριθμό, να δηλώσουν ποιόν εκ των δυο αναγνώρισαν στη διαδικασία ενώπιον του άνω ΜΟΕ. Επί του προβαλλομένου τούτου ισχυρισμού, των επικαλουμένων και προσκομιζομένων ως άνω εγγράφων, προς απόδειξη αυτού ως νέων γεγονότων, σε συνδυασμό και προς τα ήδη πριν τη δίκη εκείνη υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, λεκτέα τα ακόλουθα: Η έκδοση ή μη οκτώ αστυνομικών ταυτοτήτων επ' ονόματι του Χ. Κ. ή Κ., ανεξαρτήτως του όποιου περιεχομένου τους, δεν δύναται να οδηγήσει στη διάγνωση ότι εχώρησε η προβαλλόμενη πλαστοπροσωπία, αφού, από το περιεχόμενο τούτων, δεν μπορεί αντικειμενικώς να διαγνωστεί η ταυτότητα εκείνου που εμφανίστηκε και δήλωσε ότι είναι ο Χ. Κ.. Επομένως, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η περαιτέρω έρευνα περί της εκδόσεως και του περιεχομένου των επικαλουμένων οκτώ αστυνομικών ταυτοτήτων. Περαιτέρω, το ότι, κατά το πιστοποιητικό 4452/16-3-2010 του Δήμου ..., ο Χ. Κ. ή Κ. έχει έναν αδελφό με το όνομα Μ. Κ. ή Κ., τούτο, αυτό καθεαυτό, δεν αποτελεί νέο γεγονός ή απόδειξη ότι αυτός (Μ. Κ.) είναι εκείνος που εμφανίστηκε και εξετάστηκε ως μάρτυρας ως Χ. Κ. ή Κ. του Σ., αφού δεν συνοδεύεται από άλλα στοιχεία που δημιουργούν βεβαιότητα περί του ότι εχώρησε τέτοια πλαστοπροσωπία. Περαιτέρω, αναφορικά με το ότι ο Χ. Κ. δεν είχε επαφή με τους γονείς του και είχε ροπή στην τέλεση αξιοποίνων πράξεων, όπως προκύπτει από το άνω απόσπασμα της 838/1997 αποφάσεως του Δικαστηρίου Ανηλίκων, η απόφαση αυτή αναφέρεται σε παρωχημένο προηγούμενο χρόνο τέλεσης από αυτόν αξιοποίνων πράξεων, το αυτό δε ισχύει και για τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών που αυτός τέλεσε και για τις οποίες οι ποινές του συγχωνεύτηκαν με τη 250/2000 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, αφού και αυτές χρονικώς απέχουν από τις πράξεις που κατά την επίμαχη απόφαση του ΜΟΕ τέλεσε ο αιτών κατά του ανηλίκου αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με την άνω 50141/15-12-2009 βεβαίωση του καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού, εκείνος που κρατήθηκε από 16-4-2003 έως 3-2-2004 αναφέρεται ως Χ. Κ. του Ν. και όχι του Σ. και συνεπώς δεν προκύπτει ότι ο κρατηθείς είναι ο Χ. Κ. του Σ.. Άλλωστε, το έγγραφο τούτο ως δημόσιο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, η τυχόν δε ύπαρξη οκτώ ταυτοτήτων στο όνομα του Χ. Κ. δεν υποδηλώνει αντικειμενικώς ότι πρόκειται για τον πραγματικό Χ. Κ. του Σ., αλλά αντιθέτως αναφέρεται με το πατρώνυμο Ν.. Έτσι παρέλκει η περαιτέρω έρευνα περί του ότι ο κρατηθείς είναι ο Χ. Κ. του Σ. και όχι του αναφερομένου στο δημόσιο αυτό έγγραφο με το πατρώνυμο Ν.. Άλλωστε δε, μια τέτοια έρευνα αντικειμενικώς δεν θα οδηγήσει πουθενά, αφού η αποφυλάκιση του ατόμου ανάγεται σε παρωχημένο χρόνο, από δε τα αρχεία του διαληφθέντος καταστήματος βεβαιώνεται ότι ο κρατηθείς ήταν υιός του Ν. και όχι του Σ. που είναι το αληθές πατρώνυμο του πραγματικού Χ. Κ.ρά. Το γεγονός, περαιτέρω, ότι ο Χ. Κ. με την 3369/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ή ότι ψευδώς ισχυρίστηκε ότι μετείχε σε πρόγραμμα απεξάρτησης του ΟΚΑΝΑ αντικειμενικώς δεν ενισχύει τον ισχυρισμό του αιτούντος περί πλαστοπροσωπίας, αφού το ποιός εξετάστηκε ως μάρτυρας στις 3-3-2006 παραμένει υλικό γεγονός που δεν συνδέεται με τα ανωτέρω προβαλλόμενα. Τέλος, η λήψη φωτογραφιών των αδελφών Χ. και Μ. Κ. του Σ. και η επ' αυτών εκφορά της άποψης για το ποιος είναι εκείνος που εξετάστηκε τότε (3-3-2006), ήτοι ο Χ. ή ο Μ. Κ. από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του ΜΟΕ, αποτελεί ενέργεια που αντικειμενικώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή διάγνωση, διάγνωση στην οποία αντιθέτως προέβη το άνω ΜΟΕ κατά τα άνω αναφερόμενα επιχειρήματα που στηρίζονται σε ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία και παρατίθενται στην αιτιολογία της απόφασής του, κατά τη νόμιμη υποχρέωσή του, ενόψει της αμφισβητήσεως της ταυτότητας του εμφανισθέντος, να προβεί στη διάγνωση της ταυτότητας του εμφανισθέντος ενώπιόν του. Οι όποιες αντιφάσεις μεταξύ των καταθέσεων του Χ. Κ. κατά την προδικασία και εκείνης που δόθηκε ενώπιον του ακροατηρίου από τον ίδιο κατά την απόφαση του ΜΟΕ, δεν οδηγούν, άνευ ετέρου, στην κρίση ότι εχώρησε τέτοια πλαστοπροσωπία. Έτσι, τα παραπάνω στοιχεία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που υπήρχαν προ της δίκης, δεν καθιστούν φανερό ότι εχώρησε πλαστοπροσωπία ούτε παρέχουν τη βεβαιότητα ότι ο αιτών είναι αθώος της εις βάρος του Χ. Κ. ή Κ. πράξεως για την οποία καταδικάστηκε και συνεπώς ο προβαλλόμενος αυτός λόγος δεν μπορεί να οδηγήσει σε λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Περαιτέρω, ο αιτών προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ενοχοποιητική για αυτόν κρίση της άνω αποφάσεως του ΜΟΕ στηρίχτηκε στις ψευδείς καταθέσεις των ανηλίκων Ι. Ζ. και του αδελφού του Δ. Ζ., οι οποίοι κατέθεσαν ότι αυτός (αιτών) τέλεσε εις βάρος τους την πράξη του βιασμού, ο δε μάρτυρας Δ. Σ. δήλωσε προανακριτικώς ότι ο αιτών ουδέποτε τον βίασε αλλά ότι του έκανε πρόταση και αυτός αρνήθηκε, τα ίδια δε κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός και ενώπιον του ΜΟΕ, ενώ ως νέα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η αθωότητά του για την πράξη που δέχτηκε ότι τέλεσε σε βάρος αυτού η άνω απόφαση του ΜΟΕ επικαλείται και προσκομίζει όσον αφορά τον Ι. Ζ. την .../7-10-2010 ένορκη τούτου βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράς Σπυριδόπουλου, όσον αφορά το Δ. Ζ. την .../15-7-2010 ένορκη αυτού κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γραμματικοπούλου και όσον αφορά το Δ. Σ. την από 23-10-2006 υπεύθυνη δήλωσή του, την από 60-4-2010 όμοια του ίδιου και την .../12-7-2010 ένορκη βεβαίωση αυτού, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράς Σπυριδοπούλου, κατά το περιεχόμενο των οποίων οι ανωτέρω τρεις κατέθεσαν ότι δεν βιάστηκαν από τον αιτούντα. Οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Ζ. και Δ. Ζ., όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του περιεχομένου τους με τις καταθέσεις που αυτοί έδωσαν ενώπιον του ΜΟΕ, δεν είναι συμπληρωματικές ή τροποποιητικές σε αμφίβολα σημεία που δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου του άνω ΜΟΕ, ήτοι σε σημεία που δεν γνώριζαν οι Δικαστές, αλλά είναι αντίθετες με όσα οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν, έλαβαν γνώση οι δικαστές που δίκασαν και συνεκτίμησαν και με το αποδεικτικό υλικό της προδικασίας, το οποίο και αυτό γνώριζαν και συνεκτίμησαν, όπως συνεκτίμησαν και ολόκληρο το αποδεικτικό υλικό που αφορούσε τον τρίτο τούτων Δ. Σ. και κατέληξαν στην κρίση περί της ενοχής του αιτούντος. Συνεπώς, οι αντιθέτου περιεχομένου ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και υπεύθυνες δηλώσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων του βιασμού, ήτοι δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού δι' αυτών επιδιώκεται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης του ΜΟΕ, δοθέντος ότι, όπως στη μείζονα σκέψη εκτέθηκε, η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία,. Εξάλλου, ο αιτών δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία οι Ι. Ζ. και Δ. Ζ., που κατά τον αιτούντα ψευδόρκησαν ενώπιον του ΜΟΕ, να έχουν καταδικαστεί για ψευδορκία για όσα κατέθεσαν. Περαιτέρω, ο αιτών έχει υποβάλει την από 13-2-2011 μήνυση κατά του Ι. Ζ. ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών καταμηνύοντάς τον για όσα κατέθεσε ενώπιον του ΜΟΕ και του 18ου Τακτικού Ανακριτή ως ψευδή, ενώ τα αληθή είναι εκείνα που ενόρκως βεβαίωσε και διαλαμβάνονται στην άνω ένορκη .../2010 βεβαίωσή του, πράξη για την οποία και ασκήθηκε εναντίον του Ι. Ζ. ποινική δίωξη, εκδικαζομένης της υπόθεσης στις 8-7-2011. Έτσι, όμως, δεν υπάρχει ακόμη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία εναντίον του Ι. Ζ., από την οποία, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. 3 και 2 ΚΠΔ, να μπορεί να βεβαιωθεί ότι η κατάθεση αυτού άσκησε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του αιτούντος, οπότε υπό τις προϋποθέσεις αυτές γεννάται νόμιμος λόγος επανάληψης της διαδικασίας. Συνεπώς, τα πιο πάνω προσκομισθέντα στοιχεία δεν κρίνονται επαρκή προς επανάληψη της διαδικασίας, αφού σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει σχετική καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία σε βάρος του Ι. Ζ.. Η ύπαρξη τέτοιας απόφασης μελλοντικώς μπορεί να γεννήσει λόγο επανάληψης, συντρεχουσών των άνω νομίμων προϋποθέσεων (άρθρο 525 παρ. 1 εδ. 3 και παρ. 2 ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καθώς και ό,τι κρίθηκε απορριπτέο, συνακόλουθα δε και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα, το οποίο υποβλήθηκε με την αίτηση, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠΔ, προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή της αιτήσεως, όπως εν προκειμένω, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας (ΑΠ 307/2008, 1002/2006). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αιτούντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο. Απορρίπτει την από 21-2-2011 αίτηση του Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές …, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 131α, 131, 137, 138 και 170/2006 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών και την 325/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, καθώς και το δια της αιτήσεως αυτής υποβληθέν αίτημα τούτου περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής της καθείρξεως των είκοσι ενός (21) ετών, που του επιβλήθηκε με αυτές. Και Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη της διαδικασίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Πότε είναι παραδεκτή (ορισμένη) η αίτηση. Δεν αποτελούν λόγο επανάληψης γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής απόψεως έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1020/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 21/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 441/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 21/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ροδόπης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος εγκατάστασης τηλεοπτικού σταθμού, χωρίς άδεια της Αρχής και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και ορίστηκε πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, καθώς και σε χρηματική ποινή επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "ο κατηγορούμενος δραστηριοποιείται επιχειρηματικά επί πολλά έτη στο χώρο των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων. Είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΘΡΑΚΙΚΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." Η συγκεκριμένη εταιρία, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό σταθμό τοπικής εμβέλειας με το διακριτικό τίτλο "TV ΡΟΔΟΠΗ", αποδεικνύεται ότι έχει υποβάλει στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, δια του νομίμου εκπροσώπου της, την από 13-4-1999 υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ισχυρίζεται ότι κατά το παρελθόν χρησιμοποιούσε ως διαύλους ανά κέντρο εκπομπής: "από την περιοχή πλάκας Αλεξανδρούπολης το κανάλι 31, από την περιοχή του Ν. Ροδόπης το κανάλι 47, από την περιοχή των Σαπών αναμεταδότες 57 και 58 από την περιοχή του Ν. Ξάνθης το κανάλι 41 από την περιοχή Βασιλάκι του Ν. Καβάλας το κανάλι 25, από την περιοχή της Θάσου το κανάλι 63, το οποίο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των νομών Ξάνθης και Ροδόπης". Η συγκεκριμένη υπεύθυνη δήλωση όμως δεν αποδεικνύει ότι ο τηλεοπτικός σταθμός με το διακριτικό τίτλο "TV ΡΟΔΟΠΗ" έχει εξασφαλίσει νόμιμη άδεια ή έστω ότι λειτουργεί νόμιμα, με τις προϋποθέσεις των Ν. 2644/1998 και 2328/1995. Παράλληλα, αποδεικνύεται ότι ο τηλεοπτικός σταθμός "ΤV ΡΟΔΟΠΗ" για να εκπέμψει το σήμα του χρησιμοποιούσε στην περιοχή του Ν. Ροδόπης το κανάλι 47 και το κανάλι 63, ενώ αναμετέδιδε το σήμα του και από τα κανάλια 57 και 58. Τον τελευταίο αυτό δίαυλο, όμως, δηλαδή το κανάλι 58, που είχε ως θέση εκπομπής το Μεσοχώρι του Ν. Ροδόπης, χρησιμοποιούσε τουλάχιστον από την 17-11-2006 παράνομα ο κατηγορούμενος και για να εκπέμπει τηλεοπτικό σήμα, άλλοτε χωρίς κανένα διακριτικό τίτλο και άλλοτε με το διακριτικό τίτλο "i", εγκαθιστώντας έτσι νέο τηλεοπτικό σταθμό, διαφορετικό από τον τηλεοπτικό σταθμό "ΤV ΡΟΔΟΠΗ". Η παράνομη αυτή λειτουργία του προαναφερόμενου νέου τηλεοπτικού σταθμού καταγράφηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και ενημερώθηκε σχετικά το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο με τη σειρά του ενημέρωσε την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ροδόπης. Κατόπιν τούτων ξεκίνησε η ποινική διερεύνηση της υπόθεσης. Έτσι, την 15-6-2007, περί ώρα 11.00, προκειμένου να διερευνήσουν την παράνομη εκπομπή του προαναφερόμενου τηλεοπτικού σταθμού η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ροδόπης, Παναγιώτα Ζαφειριάδου, μαζί με τον υπάλληλο της ΕΡΑ Κομοτηνής Σ. Θ. του Π., τον αστυνομικό Θ. Α. του Ε. και τον κατηγορούμενο αναχώρησαν από την Κομοτηνή με κατεύθυνση την περιοχή Μεσοχωρίου του Ν. Ροδόπης. Πριν από την αναχώρησή τους, ο υπάλληλος της ΕΡΑ Κομοτηνής επιβεβαίωσε σε συνεργασία με τους συναδέλφους του ότι στο κανάλι 58 εξέπεμπε πράγματι τηλεοπτικό σήμα σταθμός, χωρίς διακριτικό γνώρισμα. Συγκεκριμένα στην οθόνη των τηλεοπτικών δεκτών εμφανιζόταν αριθμός τηλεφώνου που ξεκινούσε από 090 και υπήρχε προτροπή προς τους τηλεθεατές να τηλεφωνήσουν ή να στείλουν SMS για να πραγματοποιήσουν γνωριμίες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής από την Κομοτηνή προς το Μεσοχώρι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας την συσκευή του κινητού του τηλεφώνου τηλεφώνησε σε άγνωστο άτομο και του είπε να βγάλει το DVD γιατί ξέχασε να το βγάλει αυτός. Όταν τα ανωτέρω πρόσωπα έφτασαν στην περιοχή Μεσοχωρίου, ο κατηγορούμενος τους υπέδειξε σε μια αγροτική τοποθεσία έναν οικίσκο, όπου υπήρχε τεχνικός εξοπλισμός για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος. Ο κατηγορούμενος, αφού άνοιξε την πόρτα με τα κλειδιά του, εισήλθε πρώτος απ' όλους στον οικίσκο και ενεργώντας αστραπιαία απενεργοποίησε ένα μηχάνημα - πομπό που βρισκόταν εκεί κλείνοντας το διακόπτη του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί άμεσα η εκπομπή τηλεοπτικού σήματος στο κανάλι 58 και να εμφανιστούν πλέον χιόνια στην οθόνη των τηλεοπτικών δεκτών, γεγονός που διαπιστώθηκε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του Σ. με τους συναδέλφους του στην ΕΡΑ Κομοτηνής. Το κλείσιμο του διακόπτη του πομπού, όμως, έγινε αντιληπτό από τον αστυνομικό Θ., ο οποίος ενημέρωσε την παριστάμενη Εισαγγελέα, η οποία ζήτησε από τον κατηγορούμενο να αποσυνδέσει τα μηχανήματα. Εν συνεχεία, όμως, εντοπίσθηκε εντός του οικίσκου ένας τηλεοπτικός δέκτης και κατόπιν συστάσεως της Εισαγγελέως ο κατηγορούμενος ρύθμισε τον τηλεοπτικό δέκτη στο κανάλι 58, επανασύνδεσε τα μηχανήματα και άνοιξε το διακόπτη του πομπού. Μόλις έγινε αυτό εξαφανίστηκαν τα χιόνα από τον τηλεοπτικό δέκτη και η οθόνη έγινε μαύρη, γεγονός που σημαίνει ότι πράγματι τα συγκεκριμένα μηχανήματα που υπήρχαν στον οικίσκο χρησιμοποιούνταν από τον κατηγορούμενο για την εκπομπή τηλεοπτικού σήματος στο κανάλι 58. Το γεγονός ότι κατά την επανασύνδεση των μηχανημάτων εμφανίστηκε μια μαύρη οθόνη και όχι ο αριθμός τηλεφώνου που ξεκινούσε από 090 με την προτροπή προς τους τηλεθεατές να τηλεφωνήσουν ή να στείλουν SMS για να πραγματοποιήσουν γνωριμίες έχει να κάνει με την αφαίρεση του DVD από το άγνωστο άτομο, με το οποίο επικοινώνησε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς το Μεσοχώρι. Ο κατηγορούμενος, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι "Από το δίαυλο C58 δεν εξέπεμπε το ΡΟΔΟΠΗ". Αντίθετα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι "Για το TV ΡΟΔΟΠΗ εξέπεμπα και εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε ο διακριτικός τίτλος. Το ΤV ΡΟΔΟΠΗ, έπαιζε κάποιο video-clip για γνωριμίες (090). Το TV ΡΟΔΟΠΗ έχει εκπομπές με κλήσεις 090". Προς επίρρωση μάλιστα των τελευταίων ισχυρισμών του ο κατηγορούμενος προσκόμισε και την από 22-3-2004 έγγραφη προσφορά της εταιρίας MAKMEDIA προς τον ίδιο και τον τηλεοπτικό σταθμό "TV ΡΟΔΟΠΗ" για την παροχή, μεταξύ άλλων, και τηλεφωνικών υπηρεσιών με την χρήση του αριθμού 9011320206. Το έγγραφο αυτό, όμως, κατά πρώτον δεν αποτελεί σύμβαση μεταξύ της προτείνουσας εταιρίας και του τηλεοπτικού σταθμού "ΤV ΡΟΔΟΠΗ" και κατά δεύτερον δεν αποκλείει την σύναψη σύμβασης και χρήσης των συγκεκριμένων τηλεφωνικών υπηρεσιών από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Επιπλέον, οι παραπάνω αντιφάσεις στις απολογίες του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την σπουδή του να κλείσει τον διακόπτη του πομπού, πριν εισέλθουν οι άλλοι παρευρισκόμενοι εντός του οικίσκου, αλλά και η αφαίρεση του DVD πριν την άφιξή τους στην περιοχή από άγνωστο πρόσωπο κατόπιν προτροπής του κατηγορουμένου καταδεικνύουν ότι πράγματι την συγκεκριμένη ημέρα, όπως και άλλες φορές κατά το παρελθόν, ο κατηγορούμενος εξέπεμπε παράνομα από τον κανάλι 58 τηλεοπτικό σήμα, χωρίς διακριτικό γνώρισμα, λειτουργώντας με τον τρόπο αυτό τηλεοπτικό σταθμό τοπικής εμβέλειας, άνευ νόμιμης άδειας λειτουργίας. Στη πράξη του δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος προφανώς για να μη συνδεθεί ο τηλεοπτικός σταθμός "ΤV ΡΟΔΟΠΗ" με την εκπομπή τηλεοπτικού σήματος με το συγκεκριμένο περιεχόμενο (τηλεφωνικές κλήσεις προς αριθμούς από 090 με την προτροπή προς τους τηλεθεατές να τηλεφωνήσουν ή να στείλουν SMS για να πραγματοποιήσουν γνωριμίες), επειδή αυτό έχει κατακριθεί ως κοινωνικά και ηθικά επίμεμπτο. Επομένως, ακόμη και αν η λειτουργία του τηλεοπτικού σταθμού "ΤV ΡΟΔΟΠΗ" είναι σύννομη, γεγονός που όπως προαναφέρθηκε δεν προκύπτει, σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται ότι την 15-6-2007 ο κατηγορούμενος εξέπεμπε παράνομα από τον κανάλι 58 τηλεοπτικό σήμα, χωρίς διακριτικό γνώρισμα, λειτουργώντας με τον τρόπο αυτό τηλεοπτικό σταθμό τοπικής εμβέλειας διαφορετικό από τον "ΤV ΡΟΔΟΠΗ", άνευ νόμιμης άδειας λειτουργίας, παραβιάζοντας με την ενέργειά του αυτή τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1Α και 5 του ν. 2801/2000. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, όπως ορίζεται στο διατακτικό." Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "στην Κομοτηνή τουλάχιστον από την 17-11-2006 έως την 15-6-2007 εγκατέστησε και λειτουργούσε τηλεοπτικό σταθμό, άλλοτε χωρίς διακριτικό σήμα και άλλοτε με το διακριτικό σήμα "i", που εξέπεμπε από τη θέση Μεσοχώρι Κομοτηνής στον δίαυλο C58, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση του όρθρου 1 παρ. 1Α, 5 Ν. 2801/2000". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και 1§1Α, 5 του Ν. 2801/2000, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Α. Θ. του Ε. και Θ. Σ. του Π. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Συγκεκριμένα, αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό της αποφάσεως η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προς την εκμετάλλευση του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού τοπικής εμβέλειας, τα κανάλια που αυτός χρησιμοποιούσε, οι αναμεταδότες και οι περιοχές εγκαταστάσεώς τους, η διαπιστωθείσα καταγραφή της παράνομης λειτουργίας του σταθμού από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Ε.Ε.Τ.Τ. και η ενημέρωση του Ε.Σ.Ρ./Τ. Επίσης, αναφέρεται η επιχείρηση των αρχών για τη διερεύνηση της κατά τα άνω παράνομης εκπομπής και ότι κατά τη μετάβαση στην περιοχή Μεσοχωρίου Ν. Ροδόπης της ελέγχουσας αρχής, ο κατηγορούμενος με κινητό τηλέφωνο ειδοποίησε κάποιο γνωστό του άτομο να εξαφανίσει τα ίχνη λειτουργίας του σταθμού και να προβεί σε διακοπή της λειτουργίας του (σταθμού), αναφέρεται δε επιπλέον, ότι και αν ακόμη η λειτουργία του σταθμού ήταν νόμιμη, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος εξέπεμπε κατά το χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, παράνομα στο κανάλι C58 τηλεοπτικό σήμα χωρίς διακριτικό γνώρισμα, λειτουργώντας έτσι τηλεοπτικό σταθμό τοπικής εμβέλειας, διαφορετικό από τον TV ΡΟΔΟΠΗ, χωρίς νόμιμη άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2801/2000, ενόψει δε ότι υπάρχει αναφορά των στοιχείων της οικίας ποινικής διάταξης, δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση του δόλου του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171§1 στοιχ. δ', 329, 331, 333§2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο σύμφωνα με το άρθρο 358. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο μεταξύ των εγγράφων που συνεκτίμησε περιλαμβάνονται και: α) βεβαίωση του Τμήματος Εμπορίου και Α.Ε. Νομαρχιακού Διαμερίσματος Ροδόπης και β) έγγραφο καταγραφής στοιχείων κέντρου εκπομπής ή αναμετάδοσης της TV ΡΟΔΟΠΗΣ (υπ' αριθμ. 4 και 7 αντίστοιχα των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο), χωρίς κανέναν περαιτέρω προσδιορισμό, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητά τους και να μπορεί να διαγνωσθεί αν αυτά πραγματικά αναγνώσθηκαν και αν σ' αυτά στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, έτσι δε επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 171§2 στοιχ. Δ' ΚΠΔ γιατί στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά του. Όπως προκύπτει, όμως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα παραπάνω με τους αριθμούς που αναφέρθηκαν, έγγραφα. Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 132/12-3-2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Γ. Μ. του Δ. για αναίρεση της με αριθμό 21/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εγκατάσταση σταθμού εκπομπής χωρίς άδεια της αρχής. Η απόφαση έχει πλήρη και σαφή αιτιολογία στο αλλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό σκεπτικό της, αποδίδεται δε η ορθή έννοια της διατάξεως που φέρεται ότι παραβίασε ο αναιρεσείων. Στο έγγραφο που αναγνώστηκε στο ακροατήριο είναι αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε, δηλαδή είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμη. Απορρίπτει ως αβάσιμη την αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1019/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28.2.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις (τρεις) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Τ. του Α., 2. Μ. Κ. του Η., κατοίκων ..., που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Κούρτοβικ, 3. Δ. Ν. του Π., κατοίκου ..., και 4. Ι. Ν. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1093/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. Ι. Ε. του Β. και 2. Π. Γ. του Λ.. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιουνίου 2010 (δύο) αιτήσεις και στην από 30 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1041/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν, η οποία ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 30 Ιουνίου 2010 αίτηση αναίρεσης των Ι. Ν. και Δ. Ν. και να απορριφθούν οι από 28 Ιουνίου 2010 (δύο) αιτήσεις αναίρεσης των Α. Τ. και Μ. Κ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει του αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ίδιου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 10-11-2010 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ... ... σε συνδυασμό με το με ημερομηνία 27.9.2010 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... ο αναιρεσείων Δ. Ν. του Π. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 1-2-2011, που είχε ορισθεί αρχικά για να δικασθεί η από 30-6-2010 αίτηση αναιρέσεώς του κατά της υπ' αρ. 1093/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 20-9-2010 αποδεικτικό επίδοσης του υπαρχιφύλακα ... του Α.Τ. ..., σε συνδυασμό με το με ημερομηνία 27-9-2010 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων Ι. Ν. του Μ. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στον Άρειο Πάγο την 1-2-2011 που είχε ορισθεί αρχικά για να δικασθεί η από 30-6-2010 αίτηση αναιρέσεώς του κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τότε με κοινό αίτημα των δύο προαναφερόμενων αναιρεσειόντων αναβλήθηκε η συζήτηση των δύο προμνημονευόμενων αιτήσεων αναιρέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (1-3-2011) συνεδρίαση -(βλ. την υπ' αριθμ. 275/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Οι δύο ως άνω αναιρεσείοντες όμως δεν εμφανίστηκαν κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι κρινόμενες ως άνω δύο αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων αυτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Περαιτέρω, οι από 28-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως της Α. Τ. του Α. και της Μ. Κ. του Η., κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 1093/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη θέληση παράβασης καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτήν είναι ή λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετική ή αποθετική) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος, κατά το άρθρο 13α του ΠΚ, νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση της υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή την βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή την βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέσθηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλον σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδής πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 1093/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με τις δύο (2) αναιρεσείουσες, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενες, Ά. Τ. και Μ. Κ. ήταν κατά τα έτη 2003-2004 υπάλληλοι της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Εργαζόταν στο Τμήμα Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Ήταν επιφορτισμένες με την παραλαβή των αιτήσεων των αλλοδαπών που ζητούσαν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, ως ομογενείς. Ήταν αρμόδιες να παραλαμβάνουν τα σχετικά δικαιολογητικά και την αίτηση που κατέθεταν οι αιτούντες ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι υποχρεούντο στην κατάθεση αυτοπροσώπως. Εξαιρούντο οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτών ήταν κρατούμενος, υπέργηρος ή ασθενής, γεγονός που αποδεικνύονταν και κατά τις οποίες η κατάθεση μπορούσε να γίνει από τρίτο πρόσωπο που είχε εγγράφως εξουσιοδοτηθεί προς τούτο. Οι Γ. Π. και Γ. Κ. εργαζόταν στο πρωτόκολλο και πρωτοκολλούσαν τις ανωτέρω αιτήσεις που κατατίθεντο. Περαιτέρω, όσο αφορά την τηρούμενη διαδικασία καταθέσεως και ελέγχου των κατατεθειμένων αιτήσεων και δικαιολογητικών για την απόκτηση ιθαγένειας, οι σχετικοί φάκελοι έφθαναν στο γραφείο του πρωτοκόλλου. Οι υπάλληλοι του πρωτοκόλλου περνούσαν στο πρωτόκολλο το φάκελο και έδιναν σ' αυτόν το σχετικό αριθμό, χωρίς να έχουν την ευθύνη για την ταυτοποίηση στοιχείων. Στη συνέχεια οι φάκελοι επέστρεφαν από το γραφείο του πρωτοκόλλου στο αρχικό γραφείο παραλαβής, όπου οι υπάλληλοι συμπλήρωναν τη βεβαίωση περί της κατάθεσης της αίτησης με τον αριθμό πρωτοκόλλου και τα στοιχεία του αιτούντος, έβγαζαν τη βεβαίωση φωτοτυπία και τη μονόγραφαν. Κατόπιν ο φάκελος πήγαινε στον προϊστάμενο του Τμήματος, ο οποίος ήλεγχε το φάκελο, υπέγραφε τη φωτοτυπία της βεβαιώσεως και ακολούθως πήγαινε στη διευθύντρια της Διεύθυνσης Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Γ. Π. για την τελική υπογραφή. Αφού υπέγραφε και αυτή επί της φωτοτυπίας της βεβαίωσης, ο φάκελος επέστρεφε στο γραφείο της αρχικής παραλαβής, όπου διαχωριζόταν η πρωτότυπη βεβαίωση από τη φωτοτυπία. Η πρωτότυπη παραδιδόταν στον ενδιαφερόμενο και είχε ισχύ 6 μήνες. Το φωτοαντίγραφο έμενε στο φάκελο, ο οποίος στη συνέχεια προωθούνταν στις αρμόδιες επιτροπές για να εξεταστεί η υπόθεση και να αποφασισθεί η χορήγηση ή μη της ιθαγένειας. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη Ά. Τ., η οποία είχε την ιδιότητα της υπαλλήλου και εργαζόταν στο τμήμα της αρχικής υποδοχής των αιτήσεων και των σχετικών δικαιολογητικών, με περισσότερες ομοειδείς πράξεις παραβάσεως καθήκοντος, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, η καθεμία από τις οποίες είναι αποτέλεσμα χωριστής μεταγενέστερης όμοιας απόφασης της κατηγορουμένης προς τέλεσή της που αποτελεί εξακολούθηση της προηγούμενης και ενεργώντας από κοινού με τη συγκατηγορούμενή της Μ. Κ., Ι) στη …, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της με σκοπό προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα: Α) Στη …, στις 22-6-2003, 24-6-2003, 17-9-2003, 18-9-2003 και 20-2-2004, ενώ ήταν υπάλληλος του τμήματος Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, επιφορτισμένη με την παραλαβή των αιτήσεων εκείνων που ζητούσαν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, ως ομογενείς και κατέθεταν το σχετικό έντυπο αίτησης - υπεύθυνης δήλωσης και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ ήταν υποχρεωτική η κατάθεση όλων των εγγράφων του φακέλου από τον αιτούντα αλλοδαπό αυτοπροσώπως, δέχθηκε να παραλάβει τις αιτήσεις των παρακάτω αλλοδαπών γυναικών χωρίς να είναι παρούσες και γνωρίζοντας ότι δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, καθώς και ότι τα πιστοποιητικά που προσκομίζουν σε επικυρωμένα αντίγραφα είναι πλαστά. Ακολούθως, προώθησε υπηρεσιακά τις αιτήσεις μαζί με τους σχετικούς φακέλους που σχηματίστηκαν, προκειμένου να συνεχισθεί η περαιτέρω διαδικασία καταθέσεως και κρίσεως της καθεμίας αιτήσεως. Με τον τρόπο αυτό παρέβη τα προαναφερόμενα υπηρεσιακά της καθήκοντα, διότι δέχθηκε να παραλάβει από τρίτα πρόσωπα τις αιτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις των πιο κάτω απουσών αλλοδαπών γυναικών, χωρίς αυτές να εμφανιστούν και να υπογράψουν ενώπιόν της τις υπεύθυνες δηλώσεις τους. Ακολούθως, προώθησε υπηρεσιακά τους φακέλους που σχηματίστηκαν, ώστε στη συνέχεια να καταλήξουν στη διευθύντρια της υπηρεσίας, η οποία, μη γνωρίζοντας ότι δεν έχει τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία, υπέγραφε τις βεβαιώσεις κατάθεσης της αίτησης, η οποία είχε την ισχύ της εξάμηνης άδειας παραμονής εργασίας. Σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να προσπορίσει στα πρόσωπα που αναφέρονται παρακάτω παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα: α) Στις 22-6-2003, κατόπιν προτροπής των Β. Π. και Ι. Ε., άγνωστο πρόσωπο προσήλθε στην υπηρεσία της και της προσκόμισε δικαιολογητικά για την κατάθεση αίτησης απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας από την υπήκοο Καζακστάν E. S.. Ενώ όμως η παραπάνω αλλοδαπή ποτέ δεν παρουσιάσθηκε ενώπιόν της και δεν υπέγραψε ενώπιόν της την απαραίτητη αίτηση, αυτή παρέλαβε από τον άγνωστο, σε επικυρωμένα αντίγραφα και ακριβή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, το από 14-3-1983 πιστοποιητικό γεννήσεως, το από 15-4-1974 πιστοποιητικό γάμου, τα οποία ήταν πλαστά. Σχημάτισε φάκελο με τα στοιχεία της παραπάνω αλλοδαπής, αναγράφοντας το όνομά της στο εσωτερικό του φακέλου, σύμφωνα με την τηρούμενη πρακτική της υπηρεσίας που εργαζόταν. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, με την πρωτοκόλληση της αίτησης, η κατηγορούμενη Μ. Κ. συμπλήρωσε τα στοιχεία της αλλοδαπής στην από 24-6-2003 βεβαίωση, επί της οποίας άγνωστος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της διευθύντριας Γ. Π. και παρέδωσε προς το άγνωστο αυτό άτομο τη βεβαίωση αυτή. Στην πράξη αυτή η κατηγορούμενη Ά. Τ. προέβη με σκοπό να παράσχει στο ως άνω άγνωστο άτομο καθώς και στους Β. Π. και Ι. Ε., παράνομο όφελος στην επιδίωξη των προσδοκιών τους, διότι οι τελευταίοι, επιδίωκαν την παραμονή της παραπάνω αλλοδαπής στην Ελλάδα αφού την εξέδιδαν έναντι αμοιβής σε τρίτα πρόσωπα, β) Στις 17-9-2003, προσήλθαν στην υπηρεσία της ο κατηγορούμενος Δ. Ν., μαζί με την αλλοδαπή υπήκοο Ρωσίας A. E. και της προσκόμισαν δικαιολογητικά για την κατάθεση αίτησης απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας της τελευταίας. Ενώ όμως η αλλοδαπή δεν υπέγραψε την απαραίτητη αίτηση, η ίδια κατηγορούμενη, ενεργώντας καθ' υπόδειξη των Ι. Ν. και Δ. Ν., παρέλαβε σε επικυρωμένα αντίγραφα και ακριβή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, τα από 27-9-1997 και 20-8-1997 πιστοποιητικά γεννήσεως, το από 23-11-1990 πιστοποιητικό γάμου, τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά, σχημάτισε φάκελο με τα στοιχεία της παραπάνω αλλοδαπής, αναγράφοντας το όνομά της στο εσωτερικό του φακέλου. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, με την πρωτοκόλληση της αίτησης και ενώ η κατηγορούμενη γνώριζε ότι η παραπάνω αλλοδαπή δεν είναι εφοδιασμένη με τα νόμιμα δικαιολογητικά, αφού τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν προς απόδειξη της ελληνικής της καταγωγής ήταν εν γνώσει της πλαστά, συμπλήρωσε τα στοιχεία της αλλοδαπής στην από 18-9-2003 βεβαίωση, και διαβίβασε το φάκελο προς υπογραφή στη διευθύντρια Γ. Π., η οποία, αγνοώντας τα παραπάνω, υπέγραφε την σχετική βεβαίωση. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παράσχει στους Ι. Ν. και Δ. Ν., παράνομο όφελος, διότι οι τελευταίοι, επιδίωκαν την παραμονή της παραπάνω αλλοδαπής στην Ελλάδα, αφού την εξέδιδαν έναντι αμοιβής σε τρίτα πρόσωπα, γ) Στις 17-9-2003, προσήλθαν στην υπηρεσία της ο Δ. Ν. μαζί με την αλλοδαπή υπήκοο Ρωσίας A. E. και της προσκόμισαν δικαιολογητικά για την κατάθεση αίτησης για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας της τελευταίας. Ενώ όμως η παραπάνω αλλοδαπή δεν υπέγραψε την απαραίτητη αίτηση, η τέταρτη κατηγορούμενη, ενεργώντας καθ' υπόδειξη των Ι. Ν. και Δ. Ν., παρέλαβε σε επικυρωμένα αντίγραφα και ακριβή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, τα από 7-2-1995 και 14-10-1992 πιστοποιητικά γεννήσεως καθώς και το από 13-3-1983 πιστοποιητικό γάμου, τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά και στη συνέχεια, σχημάτισε φάκελο με τα στοιχεία της παραπάνω αλλοδαπής, αναγράφοντας το όνομά της στο εσωτερικό του φακέλου. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, με την πρωτοκόλληση της αίτησης και ενώ η Ά. Τ. γνώριζε ότι η παραπάνω αλλοδαπή δεν είναι εφοδιασμένη με τα νόμιμα δικαιολογητικά, αφού τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν προς απόδειξη της ελληνικής της καταγωγής ήταν εν γνώσει της πλαστά, συμπλήρωσε τα στοιχεία της αλλοδαπής στην από 18-9-2003 βεβαίωση, και διαβίβασε το φάκελο προς υπογραφή στη διευθύντρια Γ. Π., η οποία όμως δεν έθεσε την υπογραφή της στη βεβαίωση γιατί αντιλήφθηκε ότι ήταν πλαστή η σφραγίδα εισόδου στο διαβατήριο της αλλοδαπής. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παράσχει στους Ι. Ν. και Δ. Ν., παράνομο όφελος, διότι οι τελευταίοι, επιδίωκαν την παραμονή της αλλοδαπής στην Ελλάδα, αφού την εξέδιδαν έναντι αμοιβής σε τρίτα πρόσωπα. δ) Στις 18-9-2003, προσήλθαν στην υπηρεσία της ο Δ. Ν. μαζί με την αλλοδαπή υπήκοο Ρωσίας Α. Μ. και της προσκόμισαν δικαιολογητικά για την κατάθεση αίτησης για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας της τελευταίας. Ενώ όμως η παραπάνω αλλοδαπή δεν υπέγραψε την απαραίτητη αίτηση, η Ά. Τ., ενεργώντας καθ' υπόδειξη των Ι. Ν. και Δ. Ν., παρέλαβε σε επικυρωμένα αντίγραφα και ακριβή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, τα από 15-3-1992 και 12-3-1990 πιστοποιητικά γεννήσεως, το από 17-3-1982 πιστοποιητικό γάμου, τα οποία ήταν εν γνώσει της πλαστά, σχημάτισε φάκελο με τα στοιχεία της παραπάνω αλλοδαπής, αναγράφοντας το όνομά της στο εσωτερικό του φακέλου. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, με την πρωτοκόλληση της αίτησης και ενώ η Ά. Τ. γνώριζε ότι η παραπάνω αλλοδαπή δεν είναι εφοδιασμένη με τα νόμιμα δικαιολογητικά, αφού τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν προς απόδειξη της ελληνικής της καταγωγής ήταν εν γνώσει της πλαστά, συμπλήρωσε τα στοιχεία της αλλοδαπής στην από 18-9-2003 βεβαίωση, και διαβίβασε το φάκελο προς υπογραφή στη Διευθύντρια Γ. Π., η οποία όμως δεν έθεσε την υπογραφή της στη βεβαίωση γιατί αντιλήφθηκε ότι ήταν πλαστή η σφραγίδα εισόδου στο διαβατήριο της αλλοδαπής. Στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό να παράσχει στους Ι. Ν. και Δ. Ν., παράνομο όφελος, διότι οι τελευταίοι επιδίωκαν την παραμονή της αλλοδαπής στην Ελλάδα, αφού την εξέδιδαν έναντι αμοιβής σε τρίτα πρόσωπα. ε) Στις 20-2-2004, κατόπιν προτροπής των V. M., υπηκόου Βουλγαρίας και Χ. Μ., άγνωστο πρόσωπο προσήλθε στην υπηρεσία της και της προσκόμισε δικαιολογητικά για την κατάθεση αίτησης καθορισμού ιθαγένειας από την παραπάνω αλλοδαπή. Ενώ όμως η αλλοδαπή ποτέ δεν παρουσιάσθηκε ενώπιόν της και δεν υπέγραψε την απαραίτητη αίτηση, η Ά. Τ. παρέλαβε από τον άγνωστο σε επικυρωμένα αντίγραφα και ακριβή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, το από 23-4-1968 πιστοποιητικό γεννήσεως, το οποίο ήταν πλαστό και στη συνέχεία σχημάτισε φάκελο με ψευδή στοιχεία "K. M." και όχι με τα αληθή στοιχεία της παραπάνω αλλοδαπής, προκειμένου να εμφανίζεται ως ομογενής από την πρώην Σοβιετική Ένωση, αναγράφοντας το όνομά της στο εσωτερικό του φακέλου. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία, με την πρωτοκόλληση της αίτησης, η Ά. Τ. συμπλήρωσε τα στοιχεία της αλλοδαπής στην από 20-2-2004 βεβαίωση, και διαβίβασε το φάκελο προς υπογραφή στη Διευθύντρια Γ. Π., η οποία, αγνοώντας τα παραπάνω, υπέγραψε την σχετική βεβαίωση. Προέβη δε στην πράξη αυτή με σκοπό να παράσχει στην παραπάνω αλλοδαπή παράνομο όφελος, διότι η τελευταία επιδίωκε την παραμονή της στην Ελλάδα αν και δεν είχε σχετικό δικαίωμα. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη Μ. Κ., η οποία είχε την ιδιότητα της υπαλλήλου και εργαζόταν στο τμήμα της αρχικής υποδοχής των αιτήσεων και των σχετικών δικαιολογητικών, στη … την 18-3-2004, ενώ ήταν υπάλληλος του τμήματος Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, επιφορτισμένη με την παραλαβή των αιτήσεων των αλλοδαπών, που ζητούσαν ν' αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, ως ομογενείς και κατέθεταν το σχετικό έντυπο αίτησης - υπεύθυνης δήλωσης και τα απαραίτητα δικαιολογητικά, κατόπιν προτροπής των Π. Γ. και Ι. Ε., άγνωστο πρόσωπο προσήλθε στην υπηρεσία της και της προσκόμισε δικαιολογητικά για την κατάθεση αίτησης απόκτησης ελληνικής ιθαγένειας από την υπήκοο Ουκρανίας Ο. Σ.. Ενώ όμως η παραπάνω αλλοδαπή ποτέ δεν παρουσιάσθηκε ενώπιόν της και δεν υπέγραψε την απαραίτητη αίτηση, αυτή παρέλαβε από τον άγνωστο σε επικυρωμένα αντίγραφα και ακριβή μετάφραση από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, τα από 25-1-1955 και 26-10-1977 πιστοποιητικά γεννήσεως, τα από 29-9-1976 και 25-6-2000 πιστοποιητικά γάμου, τα οποία ήταν πλαστά, σχημάτισε φάκελο με τα στοιχεία της παραπάνω αλλοδαπής, υπογράφοντας στο εσωτερικό του φακέλου, σύμφωνα με την τηρούμενη πρακτική. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία με την πρωτοκόλληση της αίτησης, συμπλήρωσε τα στοιχεία της αλλοδαπής στην από 18-3-2004 βεβαίωση, επί της οποίας έθεσε την υπογραφής της η διευθύντρια Γ. Π., και εν συνεχεία παραδόθηκε προς τον άγνωστο. Σκοπός της ήταν να παράσχει στους Π. Γ. και Ι. Ε. παράνομο όφελος, διότι οι τελευταίοι, επεδίωκαν την παραμονή της αλλοδαπής στην Ελλάδα, αφού την εξέδιδαν έναντι αμοιβής σε τρίτα πρόσωπα". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχες τις δύο αναιρεσείουσες για την αποδιδόμενη σ' αυτές αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (την εκ αυτών Α. Τ. κατ' εξακολούθηση) και επέβαλε στην μεν προαναφερόμενη αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών στη δε αναιρεσείουσα Μ. Κ. ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, των οποίων ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98, 259 και 263 του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 2790/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 του ν. 2910/2001 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα όλα τα κρίσιμα έγγραφα που αφορούσαν αλλοδαπούς που υπέβαλαν αίτηση με δικαιολογητικά για απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται και εξειδικεύεται: α) το υπηρεσιακό καθήκον το οποίο παρέβησαν είτε από κοινού είτε κατά μόνας οι αναιρεσείουσες, οι οποίες, κατά τα έτη 2003-2004, υπηρετούσαν ως υπάλληλοι στο τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ήσαν επιφορτισμένες υπό τις εντολές της διευθύντριας Γ. Π., με την παραλαβή των αιτήσεων και των σχετικών δικαιολογητικών, ελέγχοντας τη γνησιότητά τους, εκείνων που ζητούσαν να αποκτήσουν την Ελληνική ιθαγένεια, ως ομογενείς, που έπρεπε να υποβληθούν από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους αυτοπροσώπως και την υπογραφή των υπεύθυνων δηλώσεων από τους τελευταίους ενώπιόν τους, β) ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, δηλονότι τον δόλο των αναιρεσειουσών για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης του καθήκοντος που αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δεν είναι δε αναγκαία η μνεία ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση των αναιρεσειουσών παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή αυτών (για την πράξη της 18-3-2004 η Μ. Κ. και για όλες τις λοιπές η Ά. Τ.), ενώ στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται σαφώς και ορισμένα και ο σκοπός των αναιρεσειουσών της παραβάσεως του καθήκοντός τους που ήταν ο προσπορισμός περιουσιακού οφέλους στα άτομα (συγκατηγορουμένους τους) που αναφέρονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της ίδιας απόφασης. Επίσης αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το Δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα Μ. Κ. συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος ως συναυτουργός της συγκατηγορουμένης της αναιρεσείουσας Α. Τ., εκτός της περιπτώσεως που αυτή τέλεσε μόνη της το έγκλημα αυτό. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως της εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 259 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο των πιο πάνω λόγων πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον στην περίπτωση αυτή υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333,364 παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναίρεσης απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το αρ. 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο του κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αναγνώσθηκε ως έγγραφο με τον αριθμό 19 στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων "Φάκελος με αιτήσεις για απόκτηση Ελληνικής ιθαγένειας, πιστοποιητικά και βεβαιώσεις κατάθεσης αιτήσεων για απόκτηση Ελληνικής ιθαγένειας". Τα ανωτέρω έγγραφα, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κατηγορίας της παράβασης καθήκοντος για το οποίο καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείουσες, αναγνώσθηκαν χωρίς κάποια αντίρρηση αυτών και χωρίς να προβούν εκείνες σε οποιαδήποτε δήλωση, παρατήρηση και εξήγηση σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό μέσο. Επίσης, από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε από τις αναιρεσείουσες η ανάγνωση (ή η επίδειξη) κάποιου εγγράφου που ήταν γνήσιο ή πλαστό και το δικαστήριο δεν απάντησε επί ενός τέτοιου αιτήματος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός περί απόλυτης ακυρότητας που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως. Μετά απ' όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως αβάσιμες και να καταδικασθεί καθεμία των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: 1) την από 30-6-2010 αίτηση αναίρεσης του Δ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 2) την από 30-6-2010 αίτηση αναίρεσης του Ι. Ν. του Μ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 1093/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Συνεκδικάζει τις από 28-6-2010 δύο αιτήσεις 1) της Α. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2) Μ. Κ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθεμία των ως άνω αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος. Καταδικαστική απόφαση υπαλλήλων δεχομένων τις αιτήσεις με τα δικαιολογητικά που υπέβαλαν αλλοδαποί για την απόκτηση της Ελληνικής Ιθαγένειας (χρήση πλαστών πιστοποιητικών, μη εμφάνιση των ιδίων των αλλοδαπών κατά την υποβολή των εγγράφων και υπογραφή των υπευθύνων δηλώσεων τους από τρίτα πρόσωπα). Αιτήσεις αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης με λόγους την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν). Απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως ως αβασίμων και των αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολό τους.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1018/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με την 17/24.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1.Η. Λ. του Δ., κατοίκου ... και 2.Φ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3081/2008, 3159/2008 και 399/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ά. Κ. του Γ.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Οκτωβρίου 2010 και 19 Οκτωβρίου 2010 αιτήσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1408/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση από 18.10.2010 και 19.10.2010 δυο δηλώσεις-αιτήσεις των κατηγορουμένων Η. Λ. του Δ. και Φ. Μ. του Ν. αντίστοιχα για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3081/2008, 3159/2008 και 399/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας να εξετασθούν περαιτέρω. Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση ο μεν αναιρεσείων Η. Λ. καταδικάσθηκε σε κάθειρξη δεκαοκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 250.000 ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις: α)της άμεσης συνέργειας στην οργάνωση και β)της φυσικής αυτουργίας στην κατεύθυνση και εποπτεία της διαμετακόμισης ποσότητας 3.879 κιλών κοκαΐνης, ο δε αναιρεσείων Φ. Μ. του Ν. καταδικάσθηκε σε κάθειρξη επτά (7) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Η. Λ.. Από το συνδυασμό των άρθρων 8 περ.θ, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1 περ. Β και 47 του ΠΚ, 4 παρ.3 πιν. Β3, 5 παρ.1 περ.ιγ και παρ.2 του ν. 1729/1987, όπως ο τελευταίος ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ.1 γ και παρ.2 του ν. 3459/2006) προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Το έγκλημα της διαμετακομίσεως ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή της μετακινήσεως αυτών με οποιοδήποτε μέσα από τόπο σε τόπο είναι α)διεθνές έγκλημα, εφόσον η διαμετακόμιση γίνεται για μεταπώληση με κέρδος ή και για διάθεση με οποιοδήποτε τρόπο σε τρίτους, β)πραγματώνεται και αν στη διαμετακόμιση μεταξύ άλλων χωρών δεν παρεμβάλλεται η Ελληνική Επικράτεια και γ)διώκεται και τιμωρείται ανεξάρτητα με το αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους των χωρών μέσω των οποίων έγινε η διαμετακόμιση, 2) Την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 περ.ιγ του ν. 1729/1987 πράξη της οργάνωσης, χρηματοδότησης κλπ τελεί ως φυσικός αυτουργός αυτός που ενεργώντας με πρόθεση οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιοδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω (υπό στοιχ. α έως ιβ του ίδιου άρθρου) αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές. Με την ως άνω διάταξη αναβαθμίζονται οι προπαρασκευαστικές και οι συμμετοχικές πράξεις της ηθικής αυτουργίας, της απλής και άμεσης συνέργειας σε πλήρες έγκλημα. Περίπτωση οργάνωσης αποτελούν όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις, όπως η ανεύρεση μεταφορικού μέσου ή η παραχώρησή του, η στρατολόγηση προσωπικού, ο καθορισμός δρομολογίου, η παροχή συμβουλών προς αποφυγή ελέγχων κρατικών οργάνων κλπ. Για την τιμώρηση των δραστών της παρούσας πράξης (περ.ιγ άρθρου 5 του ν.1729/1987) πρέπει στη συνέχεια να υλοποιηθεί το σχέδιο ή τουλάχιστον να υπάρχει αρχή εκτελέσεως μιας από τις πράξεις του άρθρου 5, τις οποίες καθοδηγεί, χρηματοδοτεί ή εποπτεύει ο δράστης (βλ. σχετικά Ναρκωτικά κατ' άρθρο Ερμηνεία του ν. 3459/2006 των Κοτσαλή-Μαργαρίτη-Φορσεδάκη, Β' έκδοση σελ. 130-131 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία), 3) Άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση στήριξη στο δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην εκτέλεση της πράξης αυτής και ειδικότερα στην οργάνωση της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών είναι εκείνος που με τη θέλησή του συνέπραξε άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο, κατά τη διάρκεια της τέλεσης και κατά την εκτέλεση από τον φυσικό αυτουργό του εγκλήματος της οργάνωσης διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών και της απόπειρας από τον τελευταίο να διαπράξει το έγκλημα αυτό και 4) Απλός συνεργός στη διάπραξη του εγκλήματος του άρθρου 5 παρ.1 περ. ιγ του ν. 1729/1987 είναι εκείνος που παρείχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε άλλος, τιμωρείται δε με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Για τη στοιχειοθέτηση επομένως της απλής συνέργειας στο ανωτέρω έγκλημα απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή (υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική) που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενέργειας από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ.Η υποπ. δ του ΚΠΔ σαφώς προκύπτει η απόφαση μπορεί να αναιρεθεί όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν είχε ρητά επιτραπεί η έκδοσή του από το κράτος που εκδόθηκε (άρθρο 438 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Η. Λ. ισχυρίζεται με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του ότι παράνομα καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις-παραβάσεις του ν. 1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το νόμο 2161/1993, αφού δεν είχε εκδοθεί στην Ελλάδα για τις πράξεις αυτές σύμφωνα με την υπ' αρ. 4/6.6.2001 απόφαση του Πρώτου Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Παρισίων. Γι' αυτό ζητεί την αναίρεση της προμνημονευόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για θετική υπέρβαση της εξουσίας του. Με τον άνω λόγο συνδέεται άμεσα και ο συναφής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί παραβιάσεως της αρχής της ειδικότητας κατά την έκδοση που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας. Το τελευταίο, επί του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί παραβιάσεως της αρχής τις ειδικότητας κατά την έκδοση, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την ακόλουθη, κατά λέξη αιτιολογία: "Η υπεράσπιση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος Η. Λ. δικάσθηκε [μεταξύ άλλων πράξεων, για τις οποίες αθωώθηκε και] για το ότι "οργάνωσε, κατεύθυνε και επόπτευσε τη διαμετακόμιση μιας ποσότητας κοκαΐνης", ενώ κατά την έκδοσή του από τη Γαλλία, όπου είχε συλληφθεί, στην Ελλάδα, από την οποία είχε ζητηθεί, είχε καθορισθεί ότι η έκδοση γίνεται μόνο για "απόπειρα μεταφοράς και διακίνησης, μαζί με άλλους, απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανείς, καθώς και χρηματοδότησης, καθοδήγησης και εποπτείας, μαζί με άλλους, της μεταφοράς απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανείς" κλπ (ακολουθεί η περιγραφή των επιβαρυντικών περιστάσεων), με συνέπεια να έχει δικασθεί για πράξη, για την οποία δεν είχε εκδοθεί. Στο άρθρο 14 παρ.1 της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, που κυρώθηκε με το ν. 4165/1961 και υπό τον τίτλο "κανών ειδικότητος", ορίζεται ότι "το παραδιδόμενον άτομον δεν θέλει διωχθή, δικασθή ή κρατηθή εις εκτέλεσιν ποινής ή μέτρου ασφαλείας, ούτε θέλει υποβληθεί εις οιονδήποτε έτερον περιορισμόν της ατομιυ6κής αυτού ελευθερίας, δι' οιανδήποτε πράξιν προγενεστέραν της παραδόσεως, ετέραν εκείνης εφ' ης ερείδεται η έκδοσις" (με κάποιες εξαιρέσεις, οι οποίες δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση). Εν προκειμένω, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της με αριθμό 4, από 6-6-2001 αποφάσεως του Εφετείου των Παρισίων (ανεγνώσθη σε επίσημη μετάφραση), η αίτηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, που είχε ως αντικείμενο την έκδοση του κατηγορουμένου Η. Λ. για συγκεκριμένες παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, απορρίφθηκε μόνο ως προς την πράξη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ενώ έγινε δεκτή ως προς το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής. Και είναι αληθές ότι στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως αναφέρεται ότι εκδίδεται ευνοϊκή απόφαση για την αίτηση έκδοσης και για τα περιστατικά, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως "απόπειρα μεταφοράς και διακίνησης, μαζί με άλλους, απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανείς, καθώς και χρηματοδότησης, καθοδήγησης και εποπτείας, μαζί με άλλους, της μεταφοράς απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας από μη τοξικομανείς" και, μάλιστα, για πράξεις που "διεπράχθησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από μη τοξικομανή, που ανήκε σε οργανωμένη ομάδα και που παρουσίαζε βέβαιο χαρακτήρα επικινδυνότητας, με σκοπό να κερδίσει εισόδημα για να ζήσει", χωρίς να γίνεται χρήση των λέξεων "οργάνωση" και "διαμετακόμιση". Με παραδεκτή συμπλήρωση, όμως, του ως άνω διατακτικού της αποφάσεως από το αιτιολογικό αυτής συνάγεται, σαφώς, ότι παράλληλα προς τη λέξη "μεταφορά" χρησιμοποιείται και η λέξη "διακίνηση", ενώ γίνεται λόγος για "καθοδήγηση και οργάνωση ομάδας ατόμων με σκοπό την παράνομη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών". Κατά συνέπεια και χωρίς προσήλωση στις λέξεις αυτές, των οποίων το εννοιολογικό περιεχόμενο δεν προσδιορίζεται αυστηρά στο νόμο, καθίσταται σαφές ότι η έκδοση έγινε [μεταξύ άλλων και] για κάποια συμπεριφορά του κατηγορουμένου που χαρακτηρίζεται ως οργάνωση, κατεύθυνση και εποπτεία της διακίνησης [ή μεταφοράς ή διαμετακόμισης, λέξεις που δεν είναι σίγουρο αν χρησιμοποιήθηκαν από τους μεταφραστές του γαλλικού κειμένου στην ελληνική γλώσσα με ιδιαίτερη ακριβολογία] μιας συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, από ένα τόπο σε άλλο. Επομένως, δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της ειδικότητας κατά την έκδοση και τα αντίθετα, που υποστηρίζονται από την υπεράσπιση, είναι αβάσιμα". Έτσι όπως αποφάνθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του εκκαλούντος τότε και ήδη αναιρεσείοντος Η. Λ. περί παραβιάσεως της αρχής της ειδικότητας κατά την έκδοση δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 438-440 του ΚΠΔ και 14 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως (ν.δ. 4165/1961). Συνακόλουθα και ο σχετικός πέμπτος λόγος της κρινόμενος αιτήσεως του Η. Λ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσία από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη ως λόγος αναιρέσεως μπορεί να προταθεί η παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 57 του ίδιου Κώδικα). Ειδικότερα αν διαπιστωθεί παραβίαση του δεδικασμένου υπό τη μορφή της μη κήρυξης παρά το νόμο απαράδεκτης της ποινικής δίωξη λόγω δεδικασμένου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Εξάλλου για την ύπαρξη δεδικασμένου το άρθρο 57 του ΚΠΔ αξιώνει: α) αμετάκλητη απόφαση καταδικαστική ή αθωωτική ή που παύει τη δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικά δεδικασμένο), β)ταυτότητα προσώπων και γ) ταυτότητα πράξης, αδιάφορα από το χαρακτηρισμό της. Αν όμως η δίωξη κηρύχθηκε απαράδεκτη, παρόλο που δεν υπήρχε δεδικασμένο, τότε ιδρύεται ο λόγος της υπέρβασης της εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του ο κατηγορούμενος Η. Λ. διατείνεται, κατ' εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού του, ότι καίτοι υπήρχε ευνοϊκή γι' αυτόν αμετάκλητη δικανική κρίση ως προς την οργάνωση, την κατεύθυνση και εποπτεία της διαμετακόμισης της ποσότητας των 3.879 κιλών κοκαΐνης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την ένστασή του αυτή και τον καταδίκασε για τις πράξεις όπως παραπάνω αναφέρεται. Το ως άνω Δικαστήριο προέβη στην απόρριψη της ως άνω ένστασης του αναιρεσείοντος Η. Λ. με την παρακάτω αιτιολογία. Ειδικότερο το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι με την επικαλούμενη υπ' αρ. (1930, 1936, 2021, 2039, 2045, 2064, 2066, 2068, 2070, 2079, 2104) και 2163/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της απόπειρας διαμετακόμισης της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, αλλά ότι η πράξη αυτή δεν ταυτίζεται με τις πράξεις της οργάνωσης, της κατεύθυνσης και εποπτείας διαμετακόμισης και ότι είχε αρχίσει η εκτέλεση της διαμετακόμισης της ποσότητας αυτής παρά τρίτων, η οποία δεν ολοκληρώθηκε από λόγους, ανεξάρτητους της θέλησης των τρίτων διαμετακομιστών. Η αιτιολογία της αναιρεσειβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το μέρος αυτό είναι κατά λέξη, η ακόλουθη: "Στο πλαίσιο της τάσης αυτής ορίσθηκε στο άρθρο 5 παρ.1 περ. ιγ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ.1 περ. ιγ' του "κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά", που κυρώθηκε με το ν. 3459/2006) ότι με τις ποινές που προβλέπονται σ' αυτό τιμωρείται [μεταξύ των άλλων και] όποιος "οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιοδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές". Είναι προφανές το ότι η διάταξη αυτή τέθηκε για να περιλάβει συμπεριφορές, οι οποίες καθ' εαυτές δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν, με οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής, σε κάποια άλλη "από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις" της παράνομης "εμπορίας" ναρκωτικών ουσιών, γιατί στην αντίθετη περίπτωση ο ποινικός κολασμός του δράστη θα μπορούσε να επιτευχθεί σύμφωνα με τη διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί κάποια άλλη πράξη και δεν θα ήταν απαραίτητη η δημιουργία της περ. ιγ' της εν λόγω παραγράφου. Ως λογικές συνέπειες της ερμηνείας αυτής επέρχονται α) το ότι είναι αδιάφορο αν στο δράστη των συμπεριφορών της περ. ιγ' μπορεί ή δεν μπορεί να αποδοθεί και κάποια άλλη από τις πράξεις της παραγράφου 1, δοθέντος ότι η "οργάνωση, χρηματοδότηση κλπ" αντιμετωπίζεται αυτοτελώς, υπό την επιφύλαξη, βέβαια, του ορισμού της παραγράφου 2 (επί περισσοτέρων πράξεων μία ποινή, εφ' όσον πρόκειται για την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας) και β) το ότι είναι αδιάφορο αν η τέλεση της άλλης πράξεως "από τις ανωτέρω αναφερόμενες" έχει ολοκληρωθεί, βρίσκεται σε απόπειρα ή δεν έχει καν αρχίσει για τον υπαίτιο της "οργάνωσης, χρηματοδότησης κλπ", δοθέντος ότι για την κατάφαση των συμπεριφορών αυτών πρέπει και αρκεί να αποδίδονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν κάποια από τις έννοιες, οι οποίες αναφέρονται στην περ.ιγ' ως νομικοτεχνικοί όροι κοινώς γνωστού περιεχομένου και των οποίων η ειδικότερη περιγραφή εναπόκειται στον εφαρμοστή του νόμου. Περαιτέρω λογική συνέπεια των παραδοχών αυτών είναι το ότι η τυχόν απαλλαγή ενός προσώπου από την κατηγορία της τέλεσης κάποιας "από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις", που αρχικώς του είχε αποδοθεί παράλληλα προς την κατηγορία για "οργάνωση, χρηματοδότηση κλπ", δεν κωλύει τη δίωξη για την παράβαση της περ. ιγ'. εφ' όσον αποδίδονται περιστατικά τα οποία συνιστούν κάποια από τις συμπεριφορές που προβλέπονται σ' αυτή. Τούτο, διότι η μία πράξη είναι ανεξάρτητη από την άλλη, συντελείται με διαφορετική ανθρώπινη συμπεριφορά και ενδέχεται να τελείται από διαφορετικό πρόσωπο, από τις ενέργειες του οποίου εξαρτάται το στάδιο τέλεσης και ο βαθμός συμμετοχής. Οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, περιγράφουν πράξεις, οι οποίες, κατ' αρχήν, τελούνται εντός των ορίων της ελληνικής επικρατείας, όπου πρωτίστως έχουν εφαρμογή κατά ημεδαπών και αλλοδαπών (ΠΚ 5 παρ.1). Γι' αυτό και σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και την πάγια ερμηνεία τους η "κατοχή" και η "μεταφορά" ναρκωτικής ουσίας, κατά την τέλεσή της, οριοθετήθηκαν "είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε στην αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε στον ελληνικό εναέριο χώρο" (περ. ζ' της παραγράφου 1), ενώ ως "διαμετακόμιση" θεωρήθηκε η δια μέσου της ελληνικής επικράτειας μετακίνηση της ναρκωτικής ουσίας, όταν τόσο το σημείο έναρξης της μετακίνησης όσο και αυτό της ολοκλήρωσής της βρίσκονται εκτός Ελλάδος (επιχείρημα από την περ. α' της παραγράφου 1). Όταν, όμως, πρόκειται να γίνει επέκταση των τοπικών ορίων εφαρμογής των διατάξεων αυτών σύμφωνα με το γενικό ορισμό του άρθρου 8 περ. θ' του ΠΚ, ο σύνδεσμος των πράξεων αυτών με την ελληνική επικράτεια αίρεται, όχι μόνο ως περιττός, αλλά και ως άγων σε ματαίωση του νομοθετικού σκοπού που αναφέρθηκε παραπάνω. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας περί ναρκωτικών, που τιμωρούν την κατοχή, τη μεταφορά και τη διαμετακόμιση, θα τύχουν εφαρμογής και σε συμπεριφορές που έχουν εκδηλωθεί στην αλλοδαπή, χωρίς να συνδέονται με την ελληνική επικράτεια (βλ. ΑΠ 626/06 [Χ. Παπούλιας] ΠοινΧρον ΝΖ[2007].603, ΑΠ 873/02 [Μ. Καρατζάς] ΠοινΧρον ΝΓ [2003]. 243, ΑΠ 1577/95 [Ν. Στυλιανάκης] ΝοΒ 44[1996].702 = Ποιν Χρον ΜΣΤ[196].919, άλλως ΠεντΕφΠατρών 225/06 [Α. Τσόλιας] ΠραξΛόγ ΠΔ 7[2006].539). Και, περαιτέρω, όταν πρόκειται για "οργάνωση, χρηματοδότηση κλπ" μιας από τις πράξεις αυτές, η παράβαση της περ. ιγ' της παραγράφου 1 συντελείται ακόμη και όταν η τέλεση της μεταφοράς ή της διαμετακόμισης έγινε ή επρόκειτο να γίνει στην αλλοδαπή, χωρίς κανένα σύνδεσμο με την ελληνική επικράτεια. Η υπεράσπιση προβάλλει το γεγονός ότι με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο σε βάρος των κατηγορουμένων, αυτοί έχουν αθωωθεί αμετάκλητα για τις πράξεις: α) της απόπειρας μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, β) της οργάνωσης; χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας μεταφοράς, ως και χρηματοδότησης της διαμετακόμισης ναρκωτικής ουσίας και γ) της απόπειρας διαμετακόμισης ναρκωτικής ουσίας, που αναφέρονται στην αυτή ποσότητα των 3.879 κιλών κοκαΐνης, η οποία επρόκειτο να διακινηθεί με το πλοίο "S... 1", εφοπλισμού του κατηγορουμένου Η. Λ., του οποίου συνεργάτες ήσαν οι λοιποί κατηγορούμενοι, από τη Βενεζουέλα προς την Ευρώπη, αλλά, τελικώς, δεν διακινήθηκε, διότι απέτυχε η προσέγγιση, στο πλοίο "S... 1", των ταχύπλοων μικρών σκαφών που τη μετέφεραν από τον τόπο της παραγωγής της σ' αυτό και κατόπιν επενέβησαν οι διωκτικές αρχές των ΗΠΑ. Με το δεδομένο αυτό, η υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι η πράξη για την οποία, τελικώς, καταδικάσθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, δηλαδή για το ότι ο πρώτος από αυτούς, με την απλή συνέργεια των άλλων δύο, οργάνωσε, κατεύθυνε και επόπτευσε τη διαμετακόμιση μιας ποσότητας 3.879 κιλών κοκαΐνης, προερχόμενης από τη Βενεζουέλα και έχουσας ως προορισμό τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, τελικώς, δεν πραγματοποιήθηκε, ταυτίζεται εννοιολογικώς με τις πράξεις για τις οποίες έγινε η απαλλαγή των κατηγορουμένων και, ως εκ τούτου, καταλαμβάνεται από το εκ της απαλλαγής δεδικασμένο (ΚΠοινΔ 57 παρ.1). Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα επί του νομικού ζητήματος (βλ. παραπάνω, αρ.2), ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι η απαλλαγή των κατηγορουμένων για απόπειρα διαμετακόμισης, η οποία προϋποθέτει αρχή εκτελέσεως εκ μέρους αυτών, που δεν διαγνώσθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν αποκλείει τη διάγνωση ενεργειών που συνιστούν εκ μέρους των κατηγορουμένων οργάνωση, κατεύθυνση και εποπτεία διαμετακόμισης, την οποία τρίτοι επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν". Έτσι όπως αποφάνθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση δεδικασμένου που είχε προτείνει ο αναιρεσείων Η. Λ., με την παραδοχή ότι δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεων αλλά θεμελιώνονται κατ' αρχήν διαφορετικά εγκλήματα που η αθώωση του κατηγορούμενο για το ένα δεν αποκλείει την καταδίκη για το άλλα μετά από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, όπως και συνέβη στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 περ. ΣΤ (και όχι περ. Η, ως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) του ΚΠΔ έβδομος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο συναφής από το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010/C 83/02) προβαλλόμενος λόγος από τον ίδιο αναιρεσείοντα περί δεδικασμένου, αφού αυτός ούτε δικάσθηκε ούτε τιμωρήθηκε δυο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξης εντός της Ένωσης. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα στην ακροαματική διαδικασία, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, αλλιώς καλύπτεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3ο λόγο αναίρεσης του Η. Λ. του Δ. προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία δεν καλύφθηκε, αφού παρά τις αντιρρήσεις του για την πρόοδο της δίκης και την προβληθείσα σχετική ένσταση στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν κηρύχθηκε άκυρο το κοινοποιηθέν σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για το αδίκημα του άρθρου 5 παρ.1 περ. ιγ' του ν. 1729/1987 λόγω των ασαφειών και αοριστιών ως προς την αναφορά των περιπτώσεων της συμμετοχής του στο έγκλημα αυτό (διάφορες μορφές του) είτε ως φυσικός αυτουργός είτε ως άμεσος συνεργός ενώ συγχρόνως δεν μνημονεύεται σ' αυτό η διάταξη του άρθρου 12 του ΠΚ, κατά παράβαση του άρθρου 321 παρ.1 περ.δ' και 4 του ΚΠΔ. Επί του ανωτέρω ισχυρισμού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτό διέλαβε την ακόλουθη, κατά λέξη αιτιολογία: "Η υπεράσπιση επαναφέρει (βλ. παραπάνω, σελ. 5 επ.) τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενης στο ότι σ' αυτό δεν γίνεται σαφής περιγραφή των πράξεων, οι οποίες αποδίδονται στον κατηγορούμενο Η. Λ. και μάλιστα, τόσο αυτών για τις οποίες έχει ήδη απαλλαγεί τελεσιδίκως με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και αυτής για την οποία καταδικάσθηκε και ως προς την οποία εκκρεμεί η παρούσα έφεσή του. Ο ισχυρισμός βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.1 και 321 παρ.1 στοιχ.δ' και παρ.4 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει, με ποινή ακυρότητας, να γίνεται στο κλητήριο θέσπισμα "ακριβής καθορισμός της πράξεως για την οποία κατηγορείται" ο κατηγορούμενος και "μνεία του άρθρο του ποινικού νόμου που την προβλέπει". Η παράλειψη μνείας του άρθρου 12 ΠΚ στο κλητήριο θέσπισμα δεν επάγεται ακυρότητα, αφού η διάταξη αυτή δεν τυποποιεί κάποια αξιόποινη πράξη, αλλά προβλέπει, απλώς, την εφαρμογή των διατάξεων του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα και επί των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τους ειδικούς ποινικούς νόμους. Ως προς τις πράξεις, για τις οποίες ο κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί, χωρίς να έχει ασκηθεί ένδικο μέσο σε βάρος αυτού ως προς το εν λόγω απαλλακτικό σκέλος της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι για τις πράξεις α) της απόπειρας μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, β) της οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας μεταφοράς, ως και χρηματοδότησης της διαμετακόμισης ναρκωτικής ουσίας και γ) της απόπειρας διαμετακόμισης ναρκωτικής ουσίας, που αναφέρονται στην αυτή ποσότητα 3.879 κιλών κοκαΐνης, ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος. Ως προς την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, δηλαδή για το ότι οργάνωσε, κατεύθυνε και επόπτευσε τη διαμετακόμιση μιας ποσότητας 3.879 κιλών κοκαΐνης, προερχόμενης από τη Βενεζουέλα και έχουσας ως προορισμό τις αγορές των ΗΠΑ ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, τελικώς και παρά τη συντέλεση της οργάνωσης, κατεύθυνσης και εποπτείας, δεν πραγματοποιήθηκε, ο καθορισμός γίνεται με ακρίβεια. Ειδικότερα, στην παράγραφο με αριθμό (1) στοιχείο Ε' του κλητηρίου θεσπίσματος (που ανεγνώσθη προκειμένου να διαγνωσθεί η βασιμότητα του υπό κρίση ισχυρισμού), στην οποία γίνεται αναφορά στην πράξη αυτή, ως τελεσθείσα από κοινού με έτερα πρόσωπα, γράφονται κατά λέξη τα εξής: "οργάνωσαν, χρηματοδότησαν [για τη χρηματοδότηση έχει απαλλαγεί ο κατηγορούμενος] κατηύθυναν και επόπτευσαν με οποιοδήποτε τρόπο τη διαμετακόμιση απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 1729/1987..., χωρίς να είναι τοξικομανείς κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 1729/1987..., και συγκεκριμένα από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 13/14-8-2000, στην Αθήνα, στον ... και τη Βενεζουέλα, οργάνωσαν, ... κατηύθυναν και επόπτευσαν την απόπειρα διαμετακόμισης ποσότητας κοκαΐνης συνολικού βάρους 3.879 κιλών, από τη Βενεζουέλα προς τις χώρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ". Η περιγραφή αυτή φαίνεται, πράγματι, ατελής. Από το υπόλοιπο περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, όμως, στο οποίο γίνεται περιγραφή των υπολοίπων πράξεων, για τις οποίες αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, συνάγονται συμπληρωματικά τα εξής, τα οποία ολοκληρώνουν την περιγραφή που προηγήθηκε : α) Η διαμετακόμιση της ως άνω ποσότητας ναρκωτικής ουσίας προς τους ως άνω προορισμούς, που τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε, επρόκειτο να γίνει από "το στόμιο του Δέλτα του [ποταμού] Ορινόκο στη Βενεζουέλα", δια "του πλοίου M/V S... 1 και του πληρώματος αυτού", β) Η φόρτωση της ναρκωτικής ουσίας επί του πλοίου επρόκειτο να γίνει κατά "τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 13/14-8-2000", από "ταχύπλοα [σκάφη] των κολομβιανών και βενεζουελανών προμηθευτών, τα οποία είχαν πλησιάσει το πλοίο", που αναφέρθηκε, αλλά, τελικώς, "δεν επέτυχαν το σκοπό που επιδίωκαν", διότι "έγιναν αντιληπτά από περιπολικά [σκάφη] της ακτοφυλακής της Βενεζουέλας, που τα καταδίωξαν και εκείνα διέφυγαν" (βλ. περί αυτών στο κλητήριο θέσπισμα, παράγραφος με αριθμό 1 στοιχεία Α' και Β') και γ) Η σύνδεση του κατηγορουμένου Η. Λ. με τις ως άνω δραστηριότητες γίνεται με το ότι αυτός ήταν υπεύθυνος της "λειτουργίας της [ναυτιλιακής] εταιρίας [με την επωνυμία] CALLISTI MARITIME", που είχε γραφεία στον … και δια μέσου αυτής φρόντισε για την "αγορά και επισκευή του πλοίου "S... 1", που έγινε, επίσης, στον … και απέβλεπε στο να καταστεί αυτό κατάλληλο "για την παραπάνω αναφερόμενη μεταφορά και διαμετακόμιση μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης" (βλ. περί αυτών στο κλητήριο θέσπισμα, παράγραφοι με αριθμό 2 και 3). Όλα αυτά τέθηκαν ευθύς εξ αρχής υπ' όψη του κατηγορουμένου και επέτρεψαν σ' αυτόν να προετοιμάσει την υπεράσπιση του και να αμυνθεί, με αποτέλεσμα την ικανοποίηση του δικαιώματος που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ.3 περ.α' της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι όπως αποφάνθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ουδαμώς έσφαλε και συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του Η. Λ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενος υπ' αριθμ. 3081/2008, 3159/2008 και 399/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τους δυο αναιρεσείοντες και τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους, μη διάδικο στην προκειμένη αναιρετική δίκη, Ά. Κ. (που καταδικάσθηκε ως απλός συνεργός στις πράξεις του πρώτου αναιρεσείοντος, όπως και ο δεύτερος αναιρεσείων): "Περί το μήνα Σεπτέμβριο 1999 μια εγκληματική οργάνωση παράνομης παραγωγής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, που δρούσε στην Κολομβία (στα έγραφα της δικογραφίας αποκαλείται "Καρτέλ" και έτσι θα αναφέρεται στη συνέχεια της παρούσας), ενδιαφερόταν για τη διακίνηση μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης προς αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα μέρος της διακίνησης αυτής θα ήταν η διαμετακόμιση της κοκαΐνης με ποντοπόρο πλοίο από τις ακτές της Βενεζουέλας (από τη θαλάσσια περιοχή έξω από το δέλτα του ποταμού Ορινόκο) προς τις ακτές της Ισπανίας, δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού. Άλλα μέρη θα ήσαν η μεταφορά, με ταχύπλοο σκάφος, από τον τόπο παραγωγής προς το πλοίο, που θα έκανε τη διαμετακόμιση και η μεταφορά από το πλοίο, μετά τον κατάπλου στις ευρωπαϊκές ακτές, προς τον ακριβή τόπο προορισμού, επίσης με ταχύπλοο σκάφος. Το Καρτέλ είχε πραγματοποιήσει (ή επιχειρήσει να πραγματοποιήσει) και στο παρελθόν αποστολές κοκαΐνης με ποντοπόρα πλοία σε προορισμούς που βρίσκονταν στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λόγω, όμως, του ότι τα πλοία, που είχαν αναμιχθεί στις προηγούμενες αποστολές, είχαν εντοπισθεί από τις διωκτικές αρχές, το Καρτέλ αναζητούσε νέο συνεργάτη, για τον εφοπλισμό πλοίου που δεν θα κινούσε υποψίες. Για το σκοπό αυτό, το μέλος της οργάνωσης L. N., που γνώριζε τον πρώτο κατηγορούμενο Η. Λ., ο οποίος από το 1970 ασχολιόταν με ναυτιλιακές επιχειρήσεις, αλλά τότε αντιμετώπιζε προβλήματα οικονομικής ρευστότητας, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1999, συναντήθηκε μαζί του στο Λονδίνο, όπου βρισκόταν ο προέχων τόπος της επαγγελματικής του δραστηριότητας και η κατοικία της οικογένειάς του. Τότε συμφωνήθηκε να αναλάβει ο πρώτος κατηγορούμενος, αντί αμοιβής της οποίας το ύψος δεν αποκαλύφθηκε, τον εφοπλισμό ενός πλοίου που θα ήταν κατάλληλο για τη διαμετακόμιση της κοκαΐνης, ενώ ταυτόχρονα θα ήταν άγνωστο στις διωκτικές αρχές. Ο Η. Λ. την εποχή εκείνη δεν είχε τη δυνατότητα ή δεν ήθελε να διαθέσει για το έργο αυτό κάποιο δικό του πλοίο. Έτσι, συμφωνήθηκε να λάβει ως προκαταβολή της αμοιβής του ένα σημαντικό ποσό (περίπου 1.500.000 δολάρια), το οποίο θα του επέτρεπε να αγοράσει ένα πλοίο κατάλληλο για τη διαμετακόμιση και να το προετοιμάσει σχετικώς. Για το σκοπό αυτό, ο Η. Λ. ήρθε στην Ελλάδα, συνοδευόμενος από το L. N. και τον από ετών στενό συνεργάτη του, δεύτερο κατηγορούμενο Φ. Μ., όπου εντοπίσθηκαν (21-10-1999) στο πολυτελές ξενοδοχείο "Αστήρ" της ... . Για τη διαμετακόμιση, επιλέχθηκε το πλοίο "Α...", το οποίο την 17-11-1999 αγοράσθηκε στο όνομα της εταιρίας "Distance Shipping", συμφερόντων του Η. Λ., με χρήματα τα οποία απεστάλησαν τμηματικώς από το Καρτέλ, δια χειρός του μέλους αυτού J. G. προς υπεράκτιες εταιρίες συμφερόντων και πάλι του Η. Λ., από τους λογαριασμούς των οποίων τα ανέλαβαν, τα μετέφεραν στην Ελλάδα και τα δραχμοποίησαν ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο τρίτος από αυτούς, Ά. Κ., που ήταν, επίσης, από πολλών ετών έμπιστος συνεργάτης του πρώτου. Σχεδόν παράλληλα, οι κατηγορούμενοι συνέστησαν τη ναυτιλιακή εταιρία "Callisti Maritime" (1-10-1999), με έδρα -γραφείο στην οδό ... στον ..., προκειμένου να αναλάβει την πρακτόρευση και διαχείριση του πλοίου. Αμέσως μετά την αγορά του, το πλοίο μετονομάσθηκε σε "S... 1" και άρχισε να επισκευάζεται στην περιοχή Περάματος του .... Κατά τη διάρκεια των επισκευών, οι κατηγορούμενοι και ιδίως οι δεύτερος και τρίτος από αυτούς, εκτελώντας εντολές του πρώτου, είχαν συνεχή παρουσία στο γραφείο της εταιρίας, από όπου επόπτευαν την προετοιμασία του πλοίου, διευθετούσαν τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρίας και φρόντιζαν να καλύπτουν με νομιμοφανείς πράξεις την παράνομη δραστηριότητα που είχαν αναλάβει. Οι διωκτικές αρχές των ΗΠΑ, όμως, είχαν πληροφορίες για τα σχέδια του Καρτέλ και, προς επαλήθευση τους, ενημέρωσαν σχετικώς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και ζήτησαν από αυτές να θέσουν υπό παρακολούθηση τις κινήσεις των κατηγορουμένων και του πλοίου. Για την, μέσω δορυφόρου, καταγραφή των κινήσεων του πλοίου τοποθετήθηκε σ' αυτό (10-3-2000) κατάλληλη ηλεκτρονική συσκευή (πομπός), ύστερα από ειδική επιχείρηση ανδρών του συμπράττοντος Λιμενικού Σώματος. Την 20-4-2000 οι επισκευές του πλοίου είχαν ολοκληρωθεί και αυτό αναχώρησε για λιμάνι του Ευξείνου Πόντου, από όπου έλαβε νόμιμο φορτίο με προορισμό το Λάγος της Νιγηρίας. Αμέσως μετά την αναχώρηση του πλοίου, ο Η. Λ. και ο L. N. έφυγαν από την Ελλάδα (22-4-2000). Ο πρώτος εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Μιλάνο της Ιταλίας. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, το "S... 1" έφθασε στη Νιγηρία και ξεφόρτωσε το εμπόρευμα που μετέφερε. Κατόπιν αναχώρησε με κατεύθυνση προς τη Βραζιλία, από όπου επρόκειτο να φορτώσει ζάχαρη. Μεταξύ 15ης και 18ης Ιουλίου 2000, σε ξενοδοχείο του Καράκας της Βενεζουέλας, εντοπίσθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος έλαβε μέρος σε σύσκεψη μελών του Καρτέλ. Το περιστατικό αυτό γνωστοποιήθηκε από αλλοδαπούς ομολόγους στο μάρτυρα Ι. Ρ., που εκ μέρους της ΕΛΑΣ πήρε μέρος σε σύσκεψη των διωκτικών αρχών, επίσης στο Καράκας, μεταξύ 19ης και 20ης Ιουλίου 2000. Λίγες ημέρες αργότερα (26-7-2000), η δορυφορική παρακολούθηση έδειξε ότι το πλοίο εγκατέλειψε την πορεία προς Βραζιλία και το φορτίο της ζάχαρης και άρχισε να κινείται βορειοδυτικά, με κατεύθυνση προς Βενεζουέλα. Την 4-8-2000 το "S... 1" βρισκόταν έξω από το δέλτα του ποταμού Ορινόκο και την 5-8-2000, αφού διέπλευσε ένα σημαντικό τμήμα αυτού, βρισκόταν σε παραποτάμιο λιμάνι (Palua), για να παραλάβει και πάλι νόμιμο φορτίο (σιδηρομετάλλευμα) με προορισμό την Ισπανία. Αν και η φόρτωση είχε ολοκληρωθεί την επόμενη ημέρα, το πλοίο παρέμεινε στο λιμάνι προκειμένου να γίνει μερική αντικατάσταση του πληρώματός του. Οι συμβάσεις ναυτολόγησης του καπετάνιου, που ήταν Ουκρανός και ενός αριθμού, επίσης, Ουκρανών ναυτικών καταγγέλθηκαν, με καταβολή αποζημιώσεων συνολικού ύψους περίπου 200.000 δολαρίων. Στη θέση τους προσλήφθηκαν ένας Φιλιππινέζος πλοίαρχος, ο Ν. S... (με επώνυμο σαν το όνομα του πλοίου, που σημαίνει "τύχη") και αντίστοιχος αριθμός Φιλιππινέζων ναυτικών. Για τον πλοίαρχο sverte υπήρχαν πληροφορίες ότι είχε προηγούμενη συνεργασία με το Καρτέλ για τη μεταφορά κοκαΐνης και συγκεκριμένα ότι ο 1998, με το πλοίο "A... C..." είχε μεταφέρει 3,5 τόνους κοκαΐνης στη Φλόριντα και ότι πριν αναλάβει το "S... 1" ήταν ναυτολογημένος στο πλοίο "P...", που επρόκειτο να πλησιάσει στις ακτές της Βενεζουέλας λίγες ημέρες αργότερα, για να παραλάβει έτερο φορτίο κοκαΐνης. Κατά συνέπεια, θεωρείτο πρόσωπο εμπιστοσύνης από τα μέλη του Καρτέλ, τα οποία τον υπέδειξαν στην "Callisti Maritime". Με την έμπιστη σύνθεση πληρώματος, το "S... 1" απέπλευσε τις πρώτες νυκτερινές ώρες της 12 προς 13 Αυγούστου 2000, καθοδηγούμενο από πλοηγό, λόγω της πολυπλοκότητας της διαδρομής στο δέλτα του Ορινόκο και των κινδύνων προσάραξης. Όταν ο πλοηγός θα εγκατέλειπε το πλοίο, έπρεπε να το πλησιάσουν δύο ταχύπλοα, μικρά σκάφη, τα οποία μετέφεραν σ' αυτό συνολικά τρεις με τέσσερις τόνους κοκαΐνης, υπό την καθοδήγηση του J. G.. Η φόρτωση της κοκαΐνης επρόκειτο να γίνει σε προκαθορισμένο σημείο, του οποίου οι συντεταγμένες, με κωδικοποιημένη γραφή που εκ υστέρων αποκωδικοποιήθηκε από τις διωκτικές αρχές, βρέθηκαν αποτυπωμένες σε σημειώματα που κατασχέθηκαν αφ' ενός στην κατοχή του I. V., μέλους του Καρτέλ που λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ του J. G. και της "Callisti Maritime" και αφ' ετέρου σε καλάθι αχρήστων, στην καμπίνα του Ν.α S... επί του πλοίου. Το σημείο αυτό βρισκόταν σε απόσταση περίπου 30 μιλίων απέναντι από την έξοδο του δέλτα του Ορινόκο. Το πλοίο, λοιπόν, όταν έφθασε στο σημείο αυτό, ανέκοψε ταχύτητα και άρχισε να διαγράφει κυκλική πορεία, περιμένοντας τα ταχύπλοα σκάφη. Αυτά, όμως, που κινήθηκαν, επίσης, από την ενδοχώρα προς τη θάλασσα, δια μέσου του ποταμού, έγιναν αντιληπτά από την ακτοφυλακή της Βενεζουέλα, θεωρήθηκαν ύποπτα και καταδιώχθηκαν. Τελικώς, διέφυγαν, αλλά απέτυχαν να ανασυγκροτηθούν και να προσεγγίσουν το πλοίο. Στη συνέχεια, μετά τη σύλληψη προσώπων που είχαν ήδη εντοπισθεί και συμμετείχαν στην προσπάθεια μεταφοράς της κοκαΐνης από τον τόπο παραγωγής της προς το πλοίο, όπως ο I. V. και ο J. G., οι διωκτικές αρχές άντλησαν πληροφορίες, με τη βοήθεια των οποίων βρήκαν και κατέσχεσαν ποσότητα 3.879 κιλών κοκαΐνης (18-8-2000), που είχε αποκρυφτεί βιαστικά σε κάποιο από τα πολλά, μικρά και ακατοίκητα νησάκια του δέλτα του ποταμού, κατά τη διαφυγή των ταχυπλόων. Στη συνέχεια, αφού το πλοίο περίμενε ματαίως επί 14 περίπου ώρες στο σημείο της συμφωνημένης φόρτωσης, κατευθύνθηκε βόρεια, προς τα νησιά Trinidad και Tobago, παρακολουθούμενο πάντοτε από τις διωκτικές αρχές (14-8-2000). Κατόπιν, ακινητοποιήθηκε στα νότια της νήσου Grenada, προκειμένου να ανεφοδιαστεί σε πετρέλαιο (16-8-2000). Εκεί υποβλήθηκε σε έρευνα από εξουσιοδοτημένο σκάφος του αμερικανικού ναυτικού και τελικώς κατασχέθηκε και οδηγήθηκε σε κάποιο λιμάνι των ΗΠΑ, ως συμμετέχον σε επιχείρηση διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (2-9-2000). Παράλληλα, συνελήφθησαν στην Ελλάδα ο δεύτερος και ο τρίτος από τους κατηγορουμένους (24 και 25-8-2000). Ο πρώτος μετακινήθηκε από το Μιλάνο στο Παρίσι, αλλά και εκεί εντοπίσθηκε και συνελήφθη από τις γαλλικές αρχές (19-10-2000), για να ακολουθήσει η διαδικασία της εκδόσεως του στις ελληνικές αρχές. Σε όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, από την αναχώρηση του πλοίου από τον ... μέχρι την κατάσχεση του στη Grenada, όλες οι κινήσεις του γίνονταν υπό τις οδηγίες του πρώτου κατηγορουμένου, που διαβιβάζονταν δια μέσου των άλλων δύο, από το γραφείο της "Callisti Maritime" στον .... Η διαμετακόμιση από τις ακτές της Βενεζουέλας προς τις ακτές της Ισπανίας δεν έγινε, διότι η προσπάθεια φόρτωσης της κοκαΐνης, η οποία ως προς τους φορτωτές άρχισε με την εκκίνηση των ταχύπλοων σκαφών από τον τόπο παραγωγής δια μέσου του ποταμού Ορινόκο προς τη θαλάσσια περιοχή, όπου ανέμενε το "S... 1", ανακόπηκε με την αδόκητη επέμβαση της βενεζουελανής ακτοφυλακής και, παρά την αναμονή του πλοίου, δεν κατέστη δυνατό να επαναληφθεί. Έτσι, ως προς τον Η. Λ. και τους συνεργούς του, που περιορίσθηκαν, απλώς, στο να έχουν διαθέσιμο το πλοίο στο προκαθορισμένο στίγμα, δεν υπήρξε αρχή εκτελέσεως. Γι' αυτό για την απόπειρα διαμετακόμισης κηρύχθηκαν αθώοι από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η απαλλαγή αυτή, όμως, δεν αποκλείει την έρευνα της κατηγορίας για την οργάνωση, κατεύθυνση και εποπτεία διαμετακόμισης, που έχει αυτοτέλεια και μπορεί να υφίσταται άσχετα προς το αν η διαμετακόμιση τελέσθηκε ή όχι, από αυτούς ή από άλλους. Η οργάνωση της διαμετακόμισης ήταν μέρος της οργάνωσης της όλης διακίνησης της κοκαΐνης από την Κολομβία στην Ισπανία. Η οργάνωση της επιχείρησης έγινε από το Καρτέλ και ο Η. Λ. συνέπραξε ως αναγκαίος συνεργός, αναλαμβάνοντας το κομμάτι της διαμετακόμισης δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού, δοθέντος ότι ήταν απαραίτητος κρίκος στην όλη αλυσίδα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες έπρεπε να συντελεσθούν για να υπάρξει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που ήταν η διοχέτευση της κοκαΐνης στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για άμεση συνέργεια στην πράξη της οργάνωσης της διαμετακόμισης, την οποία επεξεργάσθηκε και εκτέλεσε η ηγεσία του Καρτέλ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Η κίνηση του πλοίου και οποιαδήποτε δραστηριότητα είχε σχέση με αυτό τελούσε υπό την ευθύνη του Η. Λ.. Με την έννοια αυτή, ο Η. Λ., ως αυτουργός, κατεύθυνε και επόπτευσε οτιδήποτε συνδεόταν με το πλοίο και ήταν απαραίτητο για το έργο της διαμετακόμισης της κοκαΐνης από τα ανοικτά της Βενεζουέλα στα ανοικτά της Ισπανίας. Το τι ακριβώς έκανε προέκυψε από τη διαδικασία και αναφέρεται παραπάνω. Αυτός είχε τον πρώτο λόγο, έναντι των δικών του συνεργατών. Το Καρτέλ, απλώς, υπέδειξε τον ακριβή χρόνο και τόπο της φόρτωσης και το πρόσωπο του πλοιάρχου N. S..., λόγω της εμπειρίας που είχε και της εμπιστοσύνης που παρείχε. Επομένως, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για αυτουργία στην πράξη της κατεύθυνσης και της εποπτείας της διαμετακόμισης, η οποία επρόκειτο να γίνει με το πλοίο δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Οι λοιποί κατηγορούμενοι πρόσφεραν την, κατά τις ικανότητες τους και την εμπιστοσύνη που παρείχαν, οποιαδήποτε συνδρομή στον πρώτο, προκειμένου να τελέσει τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, πριν και κατά την τέλεση αυτών. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως, για απλή συνέργεια στις πράξεις του Η. Λ., όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Η κατά τα ανωτέρω καταδίκη εκάστου κατηγορουμένου πρέπει να γίνει χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις, που αποδόθηκαν πρωτοδίκως. Ειδικότερα, τέλεση των ως άνω πράξεων κατά συνήθεια δεν αποδεικνύεται, διότι πρόκειται για την εκδήλωση μεμονωμένης συμπεριφοράς, από την οποία δεν είναι δυνατό να συναχθεί σταθερή ροπή προς διάπραξή της ως στοιχείο της προσωπικότητας εκάστου δράστη. Για να θεμελιωθεί τέλεση κατ' επάγγελμα, ελλείψει επανειλημμένης διάπραξης, θα έπρεπε να αποδειχθεί υποδομή, από την οποία προκύπτει απλός σκοπός επανειλημμένης τέλεσης. Ως υποδομή θα μπορούσε να θεωρηθεί α) η ανάπτυξη σχέσης με το Καρτέλ, β) η αποδοχή χρηματοδότησης εκ μέρους του Καρτέλ, η οποία ενισχύει τη σχέση αυτή, γ) η αγορά και προετοιμασία πλοίου ειδικά για το σκοπό της μεταφοράς κοκαΐνης και δ) η σύσταση εταιρίας για τη νομιμοφανή ανάπτυξη της ναυτιλιακής δραστηριότητας του πλοίου. Όμως, όλες αυτές οι ενέργειες ήσαν απαραίτητες και για την τέλεση μιας μόνο πράξης, της κρινόμενης, η οποία δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς αυτές. Ιδιαίτερη επικινδυνότητα θα μπορούσε να συναχθεί μόνο από τα περιστατικά ότι η ποσότητα, που επρόκειτο να μεταφερθεί, ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Ήδη η μεγάλη ποσότητα έχει θεσπισθεί ως επιβαρυντική περίσταση αυτοτελώς (άρθρο 23Α του ν. 2459/2006, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3727/2006), αλλά ο νέος νόμος ως δυσμενέστερος (ΠΚ 2 παρ.1) δεν μπορεί να έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Η μεγάλη ποσότητα δείχνει μεγάλη διακινδύνευση της δημόσιας υγείας και κατ' επέκταση αντικοινωνικότητα. Όμως, στο άρθρο 13 περ. ζ' ΠΚ απαιτείται συμπλεκτικός ("και") σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Τέτοια παραδοχή δεν μπορεί να συναχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους δυο αναιρεσείοντες όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά συμπληρώνει το διατακτικό αυτής και έχει κατά λέξη: "Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο α) Η. Λ. του Δημητρίου, για το ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο (από το Λονδίνο), στην Ελλάδα (από τη … και τον ...), στην Ιταλία (από το Μιλάνο) και στη Βενεζουέλα, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999 μέχρι τα μέσα Αυγούστου 2000, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, εκ προθέσεως, οργάνωσε (ως άμεσος συνεργός), κατεύθυνε και επόπτευσε (ως φυσικός αυτουργός) τη διαμετακόμιση ποσότητας 3.879 κιλών κοκαΐνης, που είναι ναρκωτική ουσία, με πλοίο δικού του εφοπλισμού, δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού, από τα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας (περίπου 30 μίλια έξω από το δέλτα του ποταμού Ορινόκο) προς τα ανοικτά των ακτών της Ισπανίας, η οποία [διαμετακόμιση], τελικώς, δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω αποτυχίας των μικρών ταχύπλοων σκαφών, τα οποία ξεκίνησαν για να μεταφέρουν την κοκαΐνη μέσω του Ορινόκο στα ανοικτά των ακτών, να προσεγγίσουν το πλοίο, διότι καταδιώχθηκαν από την Ακτοφυλακή της Βενεζουέλας. Ειδικότερα, η διακίνηση της κοκαΐνης από τον τόπο παραγωγής της στην Κολομβία προς τον τόπο προορισμού της στην Ισπανία αποτελούσε επιχειρησιακό σχέδιο εγκληματικής οργάνωσης (Καρτέλ) που δρούσε στην Κολομβία, με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία ναρκωτικών ουσιών. Για την πραγματοποίηση μέρους του σχεδίου, το Καρτέλ, μέσω του L. N., στο Λονδίνο, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 1999, προσέγγισε τον Η. Λ., που ασχολιόταν με ναυτιλιακές επιχειρήσεις, και συμφώνησε μαζί του να αναλάβει αυτός [Η. Λ.], αντί αμοιβής, τον εφοπλισμό ενός πλοίου που θα ήταν κατάλληλο για τη διαμετακόμιση της κοκαΐνης δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού, από τα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας προς τα ανοικτά των ακτών της Ισπανίας. Προς εκτέλεση της συμφωνίας, ο Η. Λ. ήρθε στην Ελλάδα, συνοδευόμενος από το L. N. και τον από ετών στενό συνεργάτη του, Φ. Μ., εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο "Αστήρ" της ..., συναντήθηκε με τον επίσης έμπιστο του Ά. Κ., αγόρασε στο όνομα της εταιρίας "Distance Shpping", δικών του συμφερόντων, με χρήματα του Καρτέλ, που αποτελούσαν προκαταβολή της αμοιβής του, το φορτηγό πλοίο "Α...", το μετονόμασε σε "S... 1", το έθεσε υπό την πρακτόρευση της ναυτιλιακής εταιρίας "Callisti Maritime", με γραφείο στον ..., την οποία συνέστησε με τους ως άνω συνεργάτες του και άρχισε να επισκευάζει το πλοίο στο Πέραμα, προκειμένου να το έχει έτοιμο στον προσήκοντα χρόνο και τόπο, για να φορτώσει και διαμετακομίσει την κοκαΐνη. Με τον τρόπο αυτό πρόσφερε εκ προθέσεως άμεση συνδρομή στην ηγεσία του Καρτέλ (εξέχον μέλος ο J. G.), στην προσπάθειά της να οργανώσει τη διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας από τον τόπο της παραγωγής της (Κολομβία) στον τόπο προορισμού (Ισπανία), αναγκαίο κομμάτι της οποίας ήταν η διαμετακόμισή της με πλοίο δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού. Στη συνέχεια, ο Η. Λ., έχοντας την ευθύνη της κινήσεως του πλοίου με τρόπο που να εξυπηρετεί το επιχειρησιακό σχέδιο της εν γένει διακίνησης και, ως προς το δικό του μέρος, της διαμετακόμισης της κοκαΐνης, κατεύθυνε το πλοίο, με τη βοήθεια των συνεργατών του και δια μέσου της "Callisti Maritime", στην πραγματοποίηση νομίμων δρομολογίων από τον ... στον Εύξεινο Πόντο, από εκεί στη Νιγηρία και από εκεί, αφού προσποιήθηκε ότι το πλοίο μεταβαίνει προς φόρτωση στη Βραζιλία, στη Βενεζουέλα. Όταν το πλοίο έφθασε στη Βενεζουέλα, έδωσε εντολή να φορτωθεί νόμιμο φορτίο για την Ισπανία, από λιμάνι εντός του ποταμού Ορινόκο. Εκεί, με υπόδειξη του Καρτέλ, έδωσε εντολή να αντικατασταθεί ο πλοίαρχος και ένα μέρος του πληρώματος με έμπιστα πρόσωπα (νέος πλοίαρχος ο Ν. S...). Στη συνέχεια, φρόντισε να βρίσκεται το πλοίο σε προκαθορισμένο χρόνο (13-8-2000), σε συγκεκριμένο στίγμα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, για να γίνει σ' αυτό η φόρτωση της κοκαΐνης, με τη χρήση ταχύπλοων σκαφών, που θα τη μετέφεραν από την ενδοχώρα δια μέσου του Ορινόκο. Η εφαρμογή των οδηγιών για όλες αυτές τις μετακινήσεις ή ενέργειες, που δίδονταν με μηνύματα, άλλοτε ευθέα και άλλοτε συγκαλυμμένα, από το γραφείο της "Callisti Maritime" προς τον πλοίαρχο του "S... 1", εποπτευόταν ανελλιπώς από τον Η. Λ., που τότε βρισκόταν στο Μιλάνο, δια μέσου των Φ. Μ. και Α. Κ., που εξακολουθούσαν να βρίσκονται στον .... Με τον τρόπο αυτό, ο Η. Λ., πέραν της άμεσης συνέργειας στην οργάνωση της διαμετακόμισης, για την οποία ήδη έγινε λόγος, κατεύθυνε και επόπτευσε προσωπικά, ως φυσικός αυτουργός, τη διαμετακόμιση, η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε, διότι τα ταχύπλοα σκάφη, αν και το επιδίωξαν μεταφέροντας προς φόρτωση στο πλοίο τα 3.879 κιλά κοκαΐνης, υπό την καθοδήγηση του J. G., δεν το επέτυχαν, διότι αναχαιτίσθηκαν από την Ακτοφυλακή της Βενεζουέλας. Οι πράξεις αυτές, αν και αυτοτελείς, αναφέρονται στην αυτή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και γι' αυτό επισύρουν την επιβολή μιας ποινής". Επίσης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Φ. Μ. του Ν. "για το ότι στην Ελλάδα (από τη … και τον ...), στην Ισπανία, στην Κολομβία και στη Βενεζουέλα, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999 μέχρι τα μέσα Αυγούστου 2000, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών πρόσφερε εκ προθέσεως οποιαδήποτε συνδρομή (ως απλός συνεργός) στον Η. Λ., πριν και κατά την τέλεση των πράξεων, για τις οποίες κηρύσσεται ένοχος με την παρούσα και συγκεκριμένα κατά την εκ μέρους εκείνου οργάνωση (με την ιδιότητα του άμεσου συνεργού), κατεύθυνση και εποπτεία (με την ιδιότητα του φυσικού αυτουργού) της διαμετακόμισης ποσότητας 3.879 κιλών κοκαΐνης, που είναι ναρκωτική ουσία, με πλοίο δικού του εφοπλισμού, δια μέσου του Ατλαντικού ωκεανού, από τα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας (περίπου 30 μίλια έξω από το δέλτα του ποταμού Ορινόκο) προς τα ανοικτά των ακτών της Ισπανίας, η οποία [διαμετακόμιση], τελικώς, δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω αποτυχίας των μικρών ταχύπλοων σκαφών, τα οποία ξεκίνησαν για να μεταφέρουν την κοκαΐνη μέσω του Ορινόκο στα ανοικτά των ακτών, να προσεγγίσουν το πλοίο, διότι καταδιώχθηκαν από την Ακτοφυλακή της Βενεζουέλας. Ειδικότερα: ο Φ. Μ., ως παλιός συνεργάτης και έμπιστο πρόσωπο του Η. Λ., προς διευκόλυνση της έκνομης δραστηριότητας που εκείνος ανέπτυξε κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα και εν γνώσει αυτής, α) περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999 συνέπραξε στη σύσταση και λειτουργία της ναυτιλιακής εταιρίας "Callisti Maritime", η οποία είχε σκοπό να πρακτορεύει και εμφανίζει το φορτηγό πλοίο "S... 1" ως διενεργούν νόμιμους πλόες, β) κατά μήνα Οκτώβριο 1999 μετέβη στην Ισπανία, όπου παρέλαβε το ποσό των 585.000 δολαρίων ΗΠΑ, προερχόμενο από το Καρτέλ της κοκαΐνης, ως μέρος της αμοιβής του Η. Λ. για την υπηρεσία που θα προσέφερε εκείνος και το μετέφερε στην Ελλάδα για τη χρηματοδότηση της ναυτιλιακής εταιρίας "Callisti Maritime" και της αγοράς - επισκευής του φορτηγού πλοίου "S... 1", γ) από την αγορά του πλοίου (Νοέμβριος 1999) μέχρι την απόπλευσή του για τον Εύξεινο Πόντο (Απρίλιος 2000) είχε ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία της επισκευής του και της κατάλληλης προετοιμασίας του για τη διαμετακόμιση της κοκαΐνης και δ) είχε συνεχή παρουσία στο γραφείο της "Callisti Maritime", από όπου, εκτελώντας εντολές του Η. Λ. ως προς τις κινήσεις του πλοίου, συνέβαλλε στην εκ μέρους εκείνου κατεύθυνση και εποπτεία της διαμετακόμισης". Επέβαλε δε στον πρώτο αναιρεσείοντα (Η. Λ.) ποινή κάθειρξης δέκα-οκτώ (18) ετών και χρηματική ποινή 250.000 ευρώ και στο δεύτερο αναιρεσείοντα (Φ. Μ.) ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, μετ' απόρριψη ως αβασίμων κατ' ουσίαν των αυτοτελών ισχυρισμών της περί συνδρομής στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 84 παρ.2α και Ε' του ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς τους μετά την πράξη τους), ως προς την απόρριψη των οποίων δεν προσβάλλεται ιδιαίτερα η ως άνω απόφαση. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1 περ.Β και 47 του ΠΚ, 4 παρ.1, 3 Πιν. Β.αρ.3 και 5 παρ.1 περ.Β και Ζ και παρ.2 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος Φ. Μ. ότι στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω της μη αναφοράς του χρόνου της πλεύσης των ταχυπλόων μικρών σκαφών προς το πλοίο "S... 1", για φόρτωση σ' αυτό της ποσότητας των 3.897 χιλιόγραμμων κοκαΐνης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ανωτέρω χρόνος σαφώς προσδιορίζεται (13/14-8-2000), έστω και αν η εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου των αναιρεσειόντων ως προς τη διαμετακόμιση της από τη Βενεζουέλα προς την Ισπανία δεν περατώθηκε. Ακόμη, όσον αφορά τον ανωτέρω αναιρεσείοντα ως χρόνος τέλεσης της αποδοθείσας σ' αυτόν εγκληματικής πράξης της απλής συνέργειας στις πράξεις που τέλεσε ο πρώτος αναιρεσείον συγκατηγορούμενος του Η. Λ., κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1999 μέχρι το καλοκαίρι του 2000, ενώ η κυρία πράξη τελέσθηκε την 13/14-8-2000, δηλαδή η συνδρομή - απλή συνέργεια του αναιρεσείοντος Φ. Μ. τελέσθηκε πριν από την τέλεση της κυρίας πράξης, όπως και από το νόμο ορίζεται ως μια από τις δυο περιπτώσεις της παροχής της συνδρομής του απλού συνεργού (άρθρο 47 παρ.1 ΠΚ). Επομένως, όσα αντίθετα των αμέσως προαναφερομένων ισχυρίζεται ο δεύτερος αναιρεσείων ως προς την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ποινικών διατάξεων και ιδιαίτερα του ν. 1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του με το ν. 2161/1993, και της έλλειψης νόμιμης βάσης στους οποίους εμπίπτουν όλες οι λοιπές, πλην των ως άνω ιδιαίτερα εξεταζόμενων αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους άνω δυο λόγους αναίρεσης πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτοι, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1 του ίδιου Κώδικα) και δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ως άνω Κώδικα. Τέτοια σχετική ακυρότητα, δημιουργείται κατά το άρθρο 211 του ΚΠΔ και στην περίπτωση που στη διαδικασία στο ακροατήριο εξετάσθηκε μάρτυρας, ο οποίος είχε ασκήσει ανακριτικά (στα οποία περιλαμβάνονται και τα προανακριτικά) καθήκοντα, ο δε λόγος εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη, την οποία ο νομοθέτης θεωρεί ότι είναι δυνατόν να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τούτων και έτσι σκοπείται η εξασφάλιση της αξιοπιστίας και κατ' επέκταση, αμεροληψίας αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως του Η. Λ., ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δημιουργήθηκε σχετική ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο που δεν καλύφθηκε και ειδικότερα εξετάσθηκαν ως μάρτυρες στο ακροατήριο οι Ι. Ρ., Γ. Π. και Ν. Β., καίτοι οι μάρτυρες αυτοί είχαν ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα, όπως ανέφερε για τον καθένα αυτών και είχε προβάλλει αντίρρηση για την εξέταση αυτών. Γι' αυτό ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω της ανωτέρω σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, πλην το Δικαστήριο επέτρεψε την εξέταση αυτών, απορρίπτοντας τη σχετική ένστασή του περί μη εξετάσεως των ως άνω αυτών μαρτύρων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα κατωτέρω: "Στο άρθρο 211 περ.α' ΚΠοινΔ ορίζεται ότι "με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, ως εισάγουσα εξαίρεση στη χρήση αποδεικτικού μέσου, κατά συγκερασμό αφ' ενός του συμφέροντος του κατηγορουμένου να μην έχει αντιμέτωπό του ως μάρτυρα κατηγορίας κάποιο πρόσωπο που ενδέχεται να έχει αποκτήσει προκατάληψη εναντίον του, ως εκ της ασκήσεως των ως άνω καθηκόντων και αφ' ετέρου του σκοπού της ποινικής δίκης, που είναι η ουσιαστική αναζήτηση της αλήθειας (ΚΠοινΔ 177 παρ.1 και 179 εδ.α'), συνάγεται ότι ως άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η διενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή από γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια κυρίας ανακρίσεως ή προανακρίσεως (βλ. Ολ.ΑΠ 4/2008), που είναι τυπικές διαδικασίες (ΚΠοινΔ 241 εδ.α', 243 και 246 παρ.1) και όχι οποιαδήποτε άλλη πράξη ή υλική ενέργεια υπαλλήλου, η οποία γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των γενικών υπηρεσιακών καθηκόντων αυτού και συνδέεται με τη διαπίστωση κάποιας αξιόποινης συμπεριφοράς, χωρίς, όμως, να αποτελεί τυπική ανακριτική πράξη και χωρίς να έχει επισυμβεί κατά την άσκηση τυπικών ανακριτικών ή προανακριτικών καθηκόντων. Η αντίθετη εκδοχή [που υποστηρίζεται από την υπεράσπιση, με επίκληση του άρθρου 239 παρ.1 ΚΠοινΔ, κατά τα αμέσως κατωτέρω εκτιθέμενα] θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να θεωρούνται ως ανεπιτήδειοι μάρτυρες όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι [αστυνομικοί και άλλοι, οι οποίοι, λόγω βαθμού ή θέσεως, είτε έχουν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου είτε όχι], οι οποίοι κατά την άσκηση των εν γένει καθηκόντων τους συνέβαλαν στην αποκάλυψη κάποιας εγκληματικής πράξεως. Κάτι τέτοιο, όμως, ουδόλως θα βοηθούσε στην πραγματική ανακάλυψη της αλήθειας και για το λόγο αυτό δεν μπορεί ούτε στη θέληση του ιστορικού νομοθέτη να βρισκόταν ούτε σε μια αντικειμενικά δίκαιη δίκη να οδηγήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπεράσπιση, επικαλούμενη την εν δυνάμει επέλευση ακυρότητας, ζητεί τη μη εξέταση των μαρτύρων Ι. Ρ., υπαλλήλου της ΕΛΑΣ, Γ. Π., υπαλλήλου του ΣΔΟΕ και Ν. Β., υπαλλήλου του Λιμενικού Σώματος, με τον ισχυρισμό ότι αυτοί, που είχαν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου, διενήργησαν προανακριτικά καθήκοντα στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού η υπεράσπιση επικαλέσθηκε τα έγγραφα που αναφέρονται στη συνέχεια και ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο (το πρώτο από αυτά σε επίσημη μετάφραση του στην ελληνική γλώσσα), ήτοι: Α) Το από 10-7-2001, με αριθμό Ρ0931873634 έγγραφο του Γραφείου Διεθνών Σχέσεων του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, που υπογράφεται από τον υπηρεσιακό παράγοντα Τζον Ροθ, στο οποίο αναφέρεται ότι "μέλη της Ελληνικής Υπηρεσίας Επιβολής Τάξης και εισαγγελείς κατέφθασαν στο Μαϊάμι της Φλόριντας, όπου ανέκριναν τον I. V. και τον L. N., σε σχέση με την υπόθεση" και οι από 17-1-2001 και 29-5-2001 ανακριτικές καταθέσεις των Ν. Β. και Γ. Π., αντιστοίχως, από τις οποίες προκύπτει ότι μεταξύ των προσώπων που πήγαν στο Μαϊάμι ήσαν και οι εν λόγω. Από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών συνάγεται ότι οι ως άνω αλλοδαποί είχαν συλληφθεί από τις αμερικανικές αρχές και κρατούνταν ως ενεχόμενοι σε σοβαρές υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, μεταξύ των οποίων και η επίδικη των 3.879 κιλών κοκαΐνης. Κατά τη διάρκεια της κράτησής τους και στο πλαίσιο της συνεργασίας που είχαν οι ημεδαπές διωκτικές αρχές με τις αντίστοιχες αμερικανικές, ημεδαποί υπάλληλοι μεταξύ των οποίων και αναφερθέντες μετέβησαν, πράγματι, στις ΗΠΑ, περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2000, όπου συναντήθηκαν με αμερικανούς ομολόγους τους, με τους οποίους αντάλλαξαν απόψεις και δεδομένα και επισκέφθηκαν τους κρατούμενους, οι οποίοι εκουσίως και αβιάστως εξιστόρησαν και ενώπιον τους όσα είχαν καταθέσει σε προηγούμενο χρόνο, εξεταζόμενοι από τις εκεί αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων και για την υπόθεση που τώρα κρίνεται. Κατά τη συνάντηση αυτή, όμως, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν ενήργησαν συγκεκριμένη ανακριτική πράξη και δεν υπέγραψαν κάποια έκθεση (είχε, άλλωστε, αρχίσει η διενέργεια της κυρίας ανακρίσεως και η σχετική δικαιοδοσία είχε μεταβιβασθεί στον αρμόδιο τακτικό ανακριτή), αλλά, απλώς, συνέλεξαν γνώσεις, που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες για την περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές. Υπό την έννοια αυτή γίνεται και η χρήση της λέξεως "ανέκριναν" εκ μέρους του συντάκτη [και του μεταφραστή] του από 10-7-2001 εγγράφου. Ως εκ τούτου, εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να υπαχθούν στην κατηγορία των υπαλλήλων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα και δεν θεωρούνται ανεπιτήδειοι να εξετασθούν ως μάρτυρες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Β) Το από 4-7-2000 πρακτικό απομαγνητοφώνησης και καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, στο οποίο ο Ι. Ρ. συμπράττει με άλλους δύο, κατωτέρους συναδέλφους του. Από αυτό προκύπτει ότι η ενέργεια αναφέρεται στην τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό ..., που ανήκει στον Ε. Α.. Δεν προκύπτει σύνδεση με κάποιον από τους κατηγορουμένους ούτε και ότι η σύμπραξη αυτή αποτελούσε ανακριτική πράξη στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δεν καθιστά τον εν λόγω ανεπιτήδειο μάρτυρα. Τέλος, Γ) Το από 20-9-2000 με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠ 139, 140 έγγραφο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, με το οποίο παρέχεται απάντηση σε προηγηθέν ερώτημα της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετούσε ο Γ. Π., σχετικά με την ύπαρξη λογαριασμού διαφόρων φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι κατηγορούμενοι. Ακόμη, όμως, και αν ο εν λόγω είχε υπογράψει τη σχετική αλληλογραφία, αυτό δεν έγινε ως ανακριτική πράξη, αλλά ως διοικητική, υπηρεσιακή ενέργεια. Άλλωστε, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ως προς τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, ιδιότητα που είχε ο εν λόγω, δεν ίσχυε η απαγόρευση της ΚΠοινΔ 211 εδ.α', σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 23 το ν. 3296/2004 "Φορολογία εισοδήματος ... φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις", που είχε επεκτείνει αναλόγως την εφαρμογή του άρθρου 174 του ν. 2960/2001. ως εκ τούτου, ούτε τα περιστατικά αυτά υπάγονται ανεπιτηδειότητα. Επομένως τα αντίθετα, που υποστηρίζονται από την υπεράσπιση είναι αβάσιμα". Έτσι όπως αποφάνθηκε το ως άνω Εφετείο, με την παραδοχή ότι οι προαναφερόμενοι τρεις μάρτυρες δεν εκτέλεσαν προανακριτικά καθήκοντα, δεν έσφαλε. Συνεπώς ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως του Η. Λ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την παρ.2 του άρθρου 224 του ΚΠΔ "αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη". Όμως, από την εν λόγω διάταξη δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της κατάθεσης του εν λόγω μάρτυρα μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και αν του ζητήθηκε η αποκάλυψη του πληροφοριοδότη, ούτε συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν προβλέπεται κύρωση της παράβασης (lex imperfecta) και δεν δημιουργείται συνεπώς εντεύθεν κάποιος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1166/2006 ΠοινΔ 2006/1471). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου της ουσίας, οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων προέβαλαν το αίτημα να μην αξιολογηθούν αποδεικτικώς τα όσα οι κλητευθέντες μάρτυρες Ι. Ρ. και Ν. Β. κατέθεσαν από την ανάκριση που διενέργησαν στο Μαϊάμι των ΗΠΑ των I. V. και L. N. (ή N.), για το λόγο ότι τα πρόσωπα αυτά υπήρξαν κατηγορούμενοι και καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "διότι κατά την έννοια της ΚΠοινΔ 211 περ. β' απαγορεύεται η εξέταση ως μαρτύρων, όσων καταδικάσθηκαν για την πράξη που εκδικάζεται και όχι η αποδεικτική αξιοποίηση των εκτός διαδικασίας πληροφοριών που έδωσαν τα πρόσωπα αυτά σε τρίτους, οι οποίοι καλούμενοι ως μάρτυρες τα μεταφέρουν στο δικαστήριο, προσδιορίζοντας ως πηγή γνώσεως των όσων καταθέτουν (ΚΠοινΔ 224 παρ.1 και 2) τα πρόσωπα που καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση, οι I. V. και L. N. καταδικάσθηκαν μεν στις ΗΠΑ για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, όχι, όμως, για την πράξη, για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι εκείνοι είχαν κάποια σχέση με τον εφοπλισμό του πλοίου "S... 1" και την δια της ρυθμίσεως των κινήσεων αυτού οργάνωση, κατεύθυνση και εποπτεία της διαμετακόμισης των 3.879 κιλών κοκαΐνης (βλ. και απολογία Η. Λ., όπου παραδέχεται ότι οι εν λόγω δεν καταδικάσθηκαν για το "S... 1"). Το γεγονός ότι οι ως άνω υπάλληλοι των ημεδαπών αρχών είχαν την πρωτοβουλία, διαρκούσης της κυρίας ανακρίσεως, να συναντήσουν τους I. V. και L. N. προκειμένου να επαληθεύσουν και εμπλουτίσουν τις πληροφορίες, τις οποίες είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή από άλλες πηγές (δορυφορική παρακολούθηση του πλοίου, πειστήρια έγγραφα, αναφορές επωνύμων πρακτόρων των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, περιγραφές πληροφοριοδοτών κλπ), αποτέλεσε παράλληλη αστυνομική ενέργεια και όχι νόσφιση της ανακριτικής δικαιοδοσίας, αφού η πρωτοβουλία αυτή απέβλεπε στην ενίσχυση της ικανότητάς τους να καταθέσουν πληρέστερα και σαφέστερα στοιχεία, καλούμενοι ως μάρτυρες ενώπιον του ανακριτή. Επομένως, δεν διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αφού έχει δοθεί στους κατηγορουμένους η δυνατότητα να εξετάσουν τους εν λόγω υπαλλήλους ως μάρτυρες κατηγορίας στο ακροατήριο (άρθρο 6 παρ.3 περ. δ' της ΕΣΔΑ) και να επιχειρηματολογήσουν επί της αξιοπιστίας τόσο των ιδίων όσο και των προσώπων που τους είχαν δώσει τις πληροφορίες. Ακόμη στην ατιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται: "Περαιτέρω, η υπεράσπιση προέβαλε το αίτημα να μην αξιολογηθούν αποδεικτικώς τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν ως πληροφορίες, οι οποίες δόθηκαν προς αυτούς από αλλοδαπές αρχές ή υπηρεσίες είτε προφορικά είτε δια μέσου επίσημης αλληλογραφίας ή διαδικαστικών εγγράφων, με τον ισχυρισμό ότι δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της αξιοπιστίας των πηγών. Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, διότι κατά την έννοια της ΚΠοινΔ 224 απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση της καταθέσεως μάρτυρα, ο οποίος αρνείται να προσδιορίσει την πηγή της πληροφόρησής του και με τον τρόπο αυτό καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της αξιοπιστίας της πηγής αυτής. Η περαιτέρω, ουσιαστική επιτυχία ή αποτυχία του ελέγχου της αξιοπιστίας της πηγής παραμένει δικονομικώς αδιάφορη, όπως αδιάφορη είναι, από άποψη δημιουργίας δικονομικής ακυρότητας, η πραγματική αστοχία του κάθε δικαστηρίου να διαγνώσει το ψεύδος των αποδεικτικών στοιχείων που τίθενται υπό την κρίση του. Εν προκειμένω, οι μάρτυρες προσδιόρισαν πάντοτε τις αρχές, που παρείχαν τις πληροφορίες (π.χ. η DΕΑ-Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ, το Γραφείο Ασφαλείας της Πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, το Τμήμα Ποινικών Υποθέσεων του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ), τους αρμόδιους υπαλλήλους των αρχών αυτών, οι οποίοι υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα ή με τους οποίους συνεργάσθηκαν (π.χ. ο Τ. Ρ., ο Τ. Σ., ο Δ. Μ.) και τα πρόσωπα που έδωσαν πληροφορίες (π.χ. ο πράκτορας Τ. Μ., ο τελωνειακός Ν. Λ.). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα πρόσωπα αυτά είχαν ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα στις ΗΠΑ επί της υποθέσεως που εκκρεμεί σε βάρος των κατηγορουμένων. Ακόμη, όμως, και αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου δεν εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, για να υπάρχει ανεπιτηδειότητα, αλλά έδωσαν πληροφορίες στους νομίμως εξετασθέντες μάρτυρες". Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων ως προς την συνεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων Ι. Ρ., Γ. Π. και Ν. Β. από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του για τους αναιρεσείοντες, δεν επήλθε κάποια ακυρότητα της διαδικασίας και δεν δημιουργήθηκε κάποιος λόγος αναιρέσεως και όσα ισχυρίζεται ο πρώτος αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου ορθά απορρίφθηκαν, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. σε. 236-237 της προσβαλλόμενης απόφασης) τα αιτήματα του πρώτου κατηγορουμένου τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Η. Λ. που αφορούσαν στην αποδεικτική διαδικασία και αναφέρονταν στο σκεπτικό, ήτοι α)να μη ληφθούν υπ' όψη τα στοιχεία που προέκυψαν από την ηλεκτρονική παρακολούθηση του πλοίου, β)να επιδειχθεί η φερομένη ως κατασχεθείσα από τις αρχές της Βενεζουέλας ποσότητα των 3.879 κιλών κοκαΐνης, γ)να ζητηθούν και να αναγνωσθούν όλα τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί από τις αμερικανικές αρχές για τη συγκεκριμένη υπόθεση, δ)να διενεργηθεί αυτοψία επί του πλοίου "S... 1" για να διαπιστωθεί η έλλειψη χώρου κατάλληλου για την απόκρυψη τέτοιας ποσότητας κοκαΐνης και ε)να προσκομισθούν όλα τα κατασχεθέντα έγγραφα της ναυτιλιακής εταιρείας "Callisti Maritime", που πρακτόρευε το "S... 1". Πλέον συγκεκριμένα το Δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος τα ακόλουθα: "Το αίτημα να μην αξιολογηθούν αποδεικτικώς τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δορυφορική παρακολούθηση του πλοίου "S... 1", διότι αυτή, κατά την άποψη των υπερασπιστών, υπήρξε παράνομη. Ο περί χρήσεως παρανόμου αποδεικτικού μέσου ισχυρισμός είναι μη νόμιμος. Η παρακολούθηση των κινήσεων του πλοίου έγινε με τη χρήση ηλεκτρονικού πομπού, ο οποίος τοποθετήθηκε από την αρμόδια λιμενική αρχή επί του πλοίου, σε ανοικτό σημείο από το οποίο "έβλεπε" τον ουρανό και ο οποίος έστελνε σχετικό σήμα σε δορυφόρο. Η χρήση της εν λόγω, επιστημονικώς προηγμένης μεθόδου, υπήρξε θεμιτή (άρθρο 20 παρ.5 του ν. 1729/1987) και σύννομη, αφού δεν παραβίασε προστατευτέο ατομικό δικαίωμα των κατηγορουμένων (για το ότι το πλοίο δεν αποτελεί άσυλο κατοικίας, βλ. ΑΠ 626/2006, ό.π.). Τέλος, η υπεράσπιση ζήτησε α) να επιδειχθεί η φερομένη ως κατασχεθείσα από τις αρχές της Βενεζουέλα ποσότητα των 3.879 κιλών κοκαΐνης, β) να ζητηθούν και να αναγνωσθούν όλα τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί από τις αμερικανικές αρχές για τη συγκεκριμένη υπόθεση, γ) να διενεργηθεί αυτοψία επί του πλοίου "S... 1" για να διαπιστωθεί η έλλειψη χώρου κατάλληλου για την απόκρυψη τέτοιας ποσότητας κοκαΐνης και δ) να προσκομισθούν όλα τα κατασχεθέντα έγγραφα της ναυτιλιακής εταιρίας "Callisti Maritime", που πρακτόρευε το "S... 1". Όλα τα αιτήματα είναι απορριπτέα ως αλυσιτελή ή καταχρηστικώς προβαλλόμενα. Η ποσότητα της κοκαΐνης φέρεται κατασχεθείσα στη Βενεζουέλα, είναι άγνωστο εάν εξακολουθεί να υφίσταται και, επομένως, είναι ανέφικτη η επισκόπησή της από ένα Ελληνικό Δικαστηρίου. Αλλά και αν ήθελε διενεργηθεί, δεν θα συνέβαλλε στην ουσιαστική διάγνωση της υποθέσεως. Εκτός από τα ήδη αναγνωσθέντα έγγραφα, που βρίσκονται στη δικογραφία, δεν προκύπτει ότι υπάρχουν άλλα έγγραφα αμερικανικών αρχών, σχετικά με την υπόθεση των κατηγορουμένων, για να ζητηθούν και να καταστούν προσιτά στο δικαστήριο, ώστε να τύχουν αναγνώσεως. Άλλωστε, η υπεράσπιση δεν εξατομικεύει τα έγγραφα αυτά και δεν προσδιορίζει τη σκοπιμότητα του αιτήματός της. Το πλοίο "S... 1" κατασχέθηκε στην Καραϊβική και μεταφέρθηκε στο Τέξας των ΗΠΑ, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία για τον ενεστώτα τόπο ελλιμενισμού και για τη φυσική κατάστασή του. Άλλωστε, η επιθεώρηση ενός πλοίου μεγάλης χωρητικότητας από ένα δικαστήριο δεν είναι δυνατό ούτε να πιστοποιήσει ούτε να αποκλείσει τη δυνατότητα φορτώσεως και αποκρύψεως σ' αυτό 3.879 κιλών κοκαΐνης. Τέλος, δεν προκύπτει ότι υφίστανται έτερα κατασχεθέντα έγγραφα της ναυτιλιακής εταιρίας "Callisti Maritime", πέραν των όσων υπάρχουν στη δικογραφία και ήδη ανεγνώσθησαν. Άλλωστε, οι κατηγορούμενοι δεν προσδιόρισαν το ουσιώδες ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί από τέτοια έγγραφα, τα οποία ούτε οι ίδιοι ήσαν σε θέση να εξατομικεύσουν, για να αναζητηθούν". Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο ως προς τα ως άνω αιτήματα του αναιρεσείοντος Η. Λ. ουδαμώς έσφαλε και δεν δημιουργήθηκε κάποιος λόγος αναιρέσεως και συνεπώς όσα αντίθετα προς τα ανωτέρω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά από όλα τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό του και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 18-10-2010 αίτηση του Η. Λ. του Δ., κατοίκου ..., με την από 19-10-2010 αίτηση του Φ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3081/2008, 3159/2008 και 399/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 5 παρ. 1 περ. γ του Ν. 1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση με τον Ν. 2161/1993 (ήδη αρ.20 παρ. 1 περ. ιγ του κ.ν. 3459/2006) (περιπτώσεις φυσικής αυτουργίας, άμεσης συνέργειας και απλή συνέργειας). Αρχή ειδίκευσης αξιόποινης πράξης κατά την έκδοση. Παραβίαση δεδικασμένου. Σχετική ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Μη εξέταση στο ακροατήριο προανακριτικών υπαλλήλων. Ποιοι θεωρούνται τέτοιοι. Συνέπειες παραβάσεως του άρθρου 224 παρ. 2 ΚΠΔ (δεν δημιουργείται κάποιος λόγος αναίρεσης). Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για άμεσο συνεργό οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών και συγχρόνως φυσικό αυτουργό κατεύθυνσης και εποπτείας διαμετακόμισης ναρκωτικών και για απλό συνεργό στις προαναφερόμενες πράξεις του συγκατηγορουμένου του. Αιτήσεις αναιρέσεως με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Β', Δ', Ε', ΣΤ' και Η' ΚΠΔ. Συνεκδίκαση αυτών και απόρριψη στο σύνολό τους, ως αβασίμων.
null
null
0
Αριθμός 1014/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου F. C. του K., κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή …, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3789/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. N. T. και 2. C. B.. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 175/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 99/7.4.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3789/2010 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, τον C. F. για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως ληστείας, απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας -380 παρ. 1β-α , 299 παρ. 1, 42 ΠΚ, 10 παρ.1, 13α και β, 14 ν. 2168-93-. Το άνω βούλευμα όπως ρητά σ'αυτό αναγράφεται, εκδόθηκε στις 30-12-2010. Τούτο επιδόθηκε στον άνω κατηγορούμενο στις 11-1-2011 (βλ. το από 11-1-2011 αποδεικτικό του γραμματέα των φυλακών κρατήσεως του κατηγορουμένου), και κατ' αυτού άσκησε δια πληρεξουσίου, με βάση την από 27.1.2011 εξουσιοδότησή του (στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από υπάλληλο των φυλακών κρατήσεώς του), στις 28.1.2011 ενώπιον του γραμματέα του πλημμελειοδικείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 1/2011 αίτηση αναίρεσης, προβάλλων τους εκεί [έκθεση] λόγους αναίρεσης. II) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε ενώπιον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται από το νόμο, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει γι'αυτό, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο άνευ άλλου τινός απαράδεκτο, διότι άλλως υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Επειδή το άρθρο 482 ΚΠοινΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ ν. 3904/2010, ΦΕΚ 218Α/ 23-12-2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην ΕφτΚ κατά το άρθρο 38 αυτού. Επομένως από της ισχύος του άνω νόμου και για βουλεύματα που εκδόθησαν μετά την ισχύ αυτού, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλευμάτων τα οποία τον παραπέμπουν στο ακροατήριο. Εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 483 ίδιου Κώδικα -όπως οι §§ αυτού αντικαταστάθησαν με το άρθρο 25 ν. 3904/2010, ΦΕΚ 218Α/23.12.2010 - σ' αυτές δεν περιλαμβάνεται και ο κατηγορούμενος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 306 εδ. τελ. ΚΠΔ "για την άσκηση ενδίκων μέσων η έκδοση του βουλεύματος θεωρείται ότι έγινε μόλις καθαρογραφεί και υπογραφεί". Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου δεν δικαιούται σε άσκηση ο ασκήσας αυτή κατηγορούμενος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/2011 αίτηση αναίρεσης του C. F. κατά του υπ' αριθμ. 3789/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/ 2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεως του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/ 23-12-2010). Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται... το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει για αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος F. C. στρέφεται κατά του 3789/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε για να δικαστεί για τις πράξεις της ληστείας, απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Το βούλευμα τούτο εκδόθηκε, ως εξ αυτού προκύπτει, στις 30-12-2010 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο αυτό στις 11-1-2011 (βλ. το από 11-1-2011 αποδεικτικό του ..., γραμματέα των φυλακών κρατήσεως Τρικάλων). Εν όψει τούτων η υπό κρίση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποία ειδοποιήθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατά τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναιρέσεως. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την υπ' αριθ. 1/2011 αίτηση του F. C., κρατουμένου στις φυλακές …, για αναίρεση του 3789/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μετά το νόμο 3904/2010, που ισχύει από 23-12-2010 ο κατηγορούμενος πλέον δεν δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οιουδήποτε βουλεύματος που εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος αυτού. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 1011/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου -Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 491/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 982/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 16-9-2010, 21-9-2010 και 27-9-2010 αποδεικτικά επίδοσης των ..., Επιμελητρίας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ..., Επιμελητρίας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, και ..., Επιμελητρίας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, αυτοπροσώπως και δια των αντικλήτων του δικηγόρων Σάββα Ιωαννίδη Θεσσαλονίκης και Αναστάσιο Βιρβιλιό Αθηνών, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 4-2-2011. Τότε δια της 180/2011 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-6-2010 αίτηση του Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 491/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 1009/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης M. C. του P., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3956/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Χ. Β. του Ν., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 218/2011. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 19-4-2011 και 15-4-2011 αποδεικτικά επίδοσης των ..., Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα καθώς και ο αντίκλητός της, δικηγόρος Αθηνών Ευάγγελος Γαλέτζας κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-2-2011 αίτηση της M. C. του P., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3956/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 1006/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Γ. Ν. του Ε., 2) Δ. Ν. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ... και 3) Θ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπαλόη, για αναίρεση της με αριθμό 361/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγουσα την Λ. Ε. χήρα Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Φεβρουαρίου 2011, τρεις (3) τον αριθμό, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 357/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι από 17 Φεβρουαρίου 2011 αιτήσεις αναίρεσης του κατηγορουμένου Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., Θ. Ν. του Γ., κατοίκου ... και Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., κατά της 361/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών ο καθένας για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 361/2010 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 13-12-2003 και περί ώρα 23:00 ο Ε. Ε., σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με συνεπιβάτη την πολιτικώς ενάγουσα, εκινείτο επί της Ε.Ο. … - … με κατεύθυνση προς … . Στο ύψος του 54ου χλμ. και ενώ εξερχόταν από δεξιά σε σχέση με την πορεία του στροφή, επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του πάνω σε μία αγελάδα, η οποία διέσχιζε κάθετα την οδό. Από την πρόσκρουση αυτή προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω οδηγού Ε. Ε.. Η ως άνω αγελάδα ανήκε σε κοπάδι που αριθμούσε 120 αγελάδες και ανεξάρτητα από το ότι ως προς την κυριότητα των ζώων αυτά ανήκαν σε συγκεκριμένους αριθμούς σε καθένα από τους τρεις κατηγορούμενους, το κοπάδι ήταν ενιαίο, ήτοι το φρόντιζαν και το συνεκμεταλλεύονταν οι κατηγορούμενοι ως οικογενειακή επιχείρηση. Την ως άνω ημερομηνία το κοπάδι είχε ξεκινήσει από την γέφυρα ... με προορισμό την ... . Το κοπάδι ήταν χωρισμένο σε τρεις ομάδες, την πρώτη των οποίων συνόδευε ο 1ος κατηγορούμενος μαζί με άλλα τέσσερα άτομα. Την δεύτερη ομάδα συνόδευε ο 3ος κατηγορούμενος και ένα ακόμη άτομο, ενώ την τρίτη ομάδα συνόδευε ο 2ος κατηγορούμενος με την σύζυγο του. Επίσης επί της Ε.Ο. … - … το κοπάδι συνόδευαν δύο περιπολικά της Αστυνομίας (ένα εμπρός και ένα πίσω). Περί ώρα 16.45 και ενώ το κοπάδι είχε φθάσει στο ύψος του χωριού ..., το ένα περιπολικό έθεσε σε λειτουργία την σειρήνα με αποτέλεσμα να αφηνιάσουν κάποια ζώα και να σκορπίσουν. Οι κατηγορούμενοι με την βοήθεια και των λοιπών συνοδών προσπάθησαν να περισυλλέξουν τα ζώα και θεωρώντας ότι τα είχαν μαζέψει όλα συνέχισαν την πορεία τους. Όταν έφθασαν στην ... έκαμαν καταμέτρηση των ζώων και διαπιστώθηκε ότι έλειπε μία αγελάδα. Οι κατηγορούμενοι επέτρεψαν στον χώρο που είχαν διασκορπισθεί οι αγελάδες προς αναζήτηση της, όμως τελικά δεν το πέτυχαν, επειδή είχε ήδη νυχτώσει. Κατά την διάρκεια της νύχτας η αγελάδα βγήκε στην Ε.Ο. και βρέθηκε επί της πορείας του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου δεν την αντιλήφθηκε εγκαίρως, με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτής και να προκληθούν στον οδηγό του αυτοκινήτου βαρείες κακώσεις τραχήλου και θώρακος εξ αιτίας των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας προήλθε ο θάνατος του. Υπαίτιοι για τον θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω, ανεξάρτητα από την τυχόν συνυπαιτιότητα του θανόντος (δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 72/1000), είναι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι ως οδηγοί του κοπαδιού από αμέλεια τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξεως τους. Ειδικότερα, ενώ έπρεπε να έχουν την πλήρη εποπτεία αυτού και την διαρκή επιτήρηση του, αυτοί όταν διασκορπίσθηκαν τα ζώα στην ..., ενώ έπρεπε να μετρήσουν επιμελώς τα ζώα, ώστε να διαπιστώσουν αν έλειπε κάποιο από αυτά και να το αναζητήσουν, όσο ακόμα ήταν ημέρα και μπορούσαν να το ανεύρουν, αφού δεν θα είχε απομακρυνθεί από το σημείο εκείνο, αυτοί από αμέλεια τους δεν προέβησαν στην ως άνω ενέργεια, αλλά επειδή θεώρησαν ότι στο κοπάδι είχαν πλέον περισυλλέγει όλα τα ζώα, συνέχισαν την πορεία τους, αφήνοντας πίσω χωρίς συνοδό μία αγελάδα. Η εκ των υστέρων προσπάθεια τους προς ανεύρεση της ήταν ατελέσφορη λόγω του σκότους που στο μεταξύ είχε πέσει. Έτσι η αγελάδα αυτή κινούμενη ανεξέλεγκτα εισήλθε στην Ε.Ο. στην οποία εκινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο με το προαναφερθέν αποτέλεσμα. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι της ως άνω πράξεως". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο επέβαλε στον κάθε κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο και καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και δε στερείται νόμιμης βάσης. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου μόνοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ν' απορριφθούν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 17 Φεβρουαρίου 2011, αιτήσεις αναίρεσης των Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., Θ. Ν. του Γ., κατοίκου ... και Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 361/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση καταδικαστική, για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αιτήσεις αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 1017/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή και 2) Γ. Π. του Ε., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή …, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Θεόδωρο Νάκο, για αναίρεση της με αριθμό 545/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2011 και 17 Ιανουαρίου 2011, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 1ης Μαρτίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως (πρόσθετο αναιρετήριο) του δευτέρου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Ε., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 172/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι επί της δευτέρας εξ αυτών και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 28-1-2011 και 17-1-2011 αιτήσεις των Α. Β. του Ι., κατοίκου ... και Γ. Π. του Ε., κρατουμένου στη δικαστική Φυλακή … αντίστοιχα, ως και οι επί της τελευταίας από 1-3-2011 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 545/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο πρώτος τούτων καταδικάστηκε για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.1608/1950 και χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, ο δε δεύτερος για χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.1608/1950 και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1608/ 1950. Συνεπώς, πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση ίου εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε τη διάταξη της παρ.2 του ιδίου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον αυτουργό της πράξεως της πλαστογραφίας συνιστά επιβαρυντική περίπτωση της τελευταίας ενώ η χρήση από τρίτον συνιστά αυτοτελές έγκλημα τιμωρούμενο με την ποινή της πλαστογραφίας. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, αντικειμενικώς να καταστήσει ο δράστης προσιτό το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν μεταφέρει το έγγραφο στον κύκλο της κυριαρχίας του τρίτου και να δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, να έχει ο δράστης πλήρη εντελή γνώση (επίγνωση) ότι το χρησιμοποιούμενο από αυτόν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο και περαιτέρω επιδιώκει να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη) του δράστη, η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση καθ' οιουδήποτε προς αποκατάσταση της (ΑΠ 1369/ 2010). Ειδικότερα, βλάβη της περιουσίας υπάρχει όταν η μετά την απάτη υφιστάμενη χρηματική αξία του συνόλου της περιουσίας του βλαπτομένου σε σύγκριση προς την αξία την οποία θα είχε χωρίς την εγκληματική ενέργεια είναι μικρότερη, δηλαδή υπάρχει διαφορά προς τα κάτω. Δηλαδή, περιουσιακή βλάβη συνιστά και η διακινδύνευση της περιουσίας, όταν η δημιουργία του κινδύνου προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας της ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Ήτοι βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της, εφόσον η επιδίωξη ικανοποιήσεως του απαιτεί δικαστικούς αγώνες, οι οποίοι ενέχουν μορφή περιουσιακής βλάβης. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ.11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/2999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ... ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25 εκατομμυρίων δραχμών (ή 73.000 ευρώ). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός εάν οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1608/1950 "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αρθρ. 216, 218, 235, 236, 237, 242, (256), 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο αρθρ. 263 Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των "5.000.000" δραχμών (ήδη 50.000.000 δρχ. παρ. 3 άρθρ. 4 ν. 2408/1996), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Με τας εν τη προηγουμένη παραγράφω ποινάς, ηλαττωμένας κατά το εν αρθρ. 83 του Κωδικός μέτρον, τιμωρούνται και οι ένοχοι των εν άρθροις 231, 232 και 394 πράξεων, εφ' όσον αύται διαπράττονται εν σχέσει προς αδικήματα περί ων η προηγουμένη παράγραφος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι ο υπαίτιος του προβλεπομένου από το άρθρο 394 ΠΚ εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, έστω και αν η αξία του υπό τούτου αποκρυπτομένου, αγοραζομένου, λαμβανομένου ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δεχόμενου στην κατοχή προϊόντος αξιόποινης πράξης είναι αξίας κατώτερης των δρχ. 50.000.000, αρκεί να γνωρίζει ή να τελεί σε ενδεχόμενο δόλο, ότι το εν λόγω προϊόν προέρχεται από έγκλημα του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 (ΑΠ 427/2005). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. (Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.ΑΠ 1716/1990). Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και ο ισχυρισμός του περί χορηγήσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 του ΠΚ. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί του δόλου αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της (άμεσος δόλος) ή και ορισμένος επί πλέον σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως στο έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου, η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στο σκοπό (ΑΠ 786/2010). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης, που ιδρύουν αμφότερες τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 545/2010 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανέλεγκτος ότι "Ο κατηγορούμενος Α. Β. που διατηρούσε στο ... λογιστικό γραφείο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος κατά το από 20-7-1992 έως 10-9-1992 χρονικό διάστημα έκανε χρήση πλαστών εγγράφων (επιταγών) προσκομίζοντας αυτά τα έγγραφα (επιταγές) στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως (υποκατάστημα ...), προκειμένου να του καταβληθεί το αναγραφόμενο σ' αυτά τα έγγραφα ποσό το οποίο συνολικά υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα εμφάνισε προς πληρωμή είτε ο ίδιος προσωπικά, είτε δια μέσου των υπαλλήλων του στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως (υποκατάστημα ...) με τον Διευθυντή της οποίας Ι. Κ. διατηρούσε γνωριμία λόγω της συναλλαγής του με το υποκατάστημα αυτό τις κατωτέρω επιταγές που παρέδωσε σ' αυτόν ο κατηγορούμενος Γ. Π., ιδιοχείρως, χωρίς να οπισθογραφηθούν από τον τελευταίο προκειμένου να καταστεί νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής τους με πλαστογραφημένη την υπάρχουσα υπογραφή στη θέση του τελευταίου οπισθογράφου, και εισέπραξε το αναγραφόμενο σε κάθε επιταγή ποσό, αφού προηγούμενα τις οπισθογράφησε στην ανωτέρω Τράπεζα. Ειδικότερα εμφάνισε 6 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 3.971 δολ. ή 700.216 δραχμ. εκδόσεως 20-7-92, 7 επιταγές του Υπ. Οικονομικών ΗΠΑ και της Κυβέρνησης Καναδά ποσού 3025 δολ. ή 540574 δραχμ. εκδόσεως 22-7-92, 27 επιταγές του Υπ. Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 20.142 δολ. ή 3.620.927 δραχμ. εκδόσεως 24-7-92, 86 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 40.984,68 δολ. ή 7.187.985 δραχμ. εκδόσεως 28-7-92, 75 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 25.185.500 δολ. ή 2.503.167 δραχμ. εκδόσεως 29-7-92, εκατόν δέκα οκτώ (118 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 45.838 δολ. ή 8.240.297 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 4-8-92, εκατόν ογδόντα εννέα £189) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 97.648.24 δολαρίων ή 17.498.565 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 10-8-92, τριακόσιες μία (301) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 120.156,56 δολαρίων ή 21.193.214 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 11.8.1992, διακόσιες δέκα έξι (216) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 77.683,40 δολαρίων ή 13.732.250 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 13-8-92, διακόσιες πενήντα τρεις (253) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 96.925 δολλαρίων ή 16.768.025 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 11-9-92 και, εκατόν πέντε (105) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 88.808 δολαρίων ή 15.807.824 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 15-9-92 ογδόντα τέσσερις (84) επιταγές ιδιωτών της Τράπεζας του Καναδά "RΕGΙΕ DΕ5 RΕΝΤΕS DU QUEBEQ" ποσού 28.020 δολλαρίων η 4.209.905 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 10-8-1992 και εξήντα επτά (67 επιταγές Ιδιωτών της Τράπεζας του Καναδά "RΕGΙΕ DΕS RΕΝΤΕS DU QUEBEQ" ποσού 15.345,34 δολαρίων ή 2.270.051 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 13-8-1992, δύο (2) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜOΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRIΟ, Καναδά) ποσού 12.373.568 λιρετών ή 961.225 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 20-7-92, δύο (2) επιταγές της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL, (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 32.693.990 λιρετών ή 5.211.422 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 22-7-92, μία (1) επιταγή ιδιώτου της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 3.695.800 λιρεττών ή 584.010 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 22-7-1992, τέσσερις (4) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF MONTREAL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRIΟ Καναδά) ποσού 7.012.000 λιρετών ή 1.113.576 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 24-7-1992, έξι (6) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤORΟΝΤΟ ΟΝΤΑRIΟ Καναδά) ποσού 26.245.410 λιρεττών ή 4.173.020 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 30-7-1992, μία (1) επιταγή ιδιώτου της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤORΟΝΤO ΟΝΤΑRΙΟ, Καναδά) ποσού 24.000.000 λιρετών ή 3.842.400 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 4.8.1992 και τέσσερις (4) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 38.3999.985 λιρετών ή 6.163.198 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 18-8-92, για να του καταβληθεί το ισόποσο τους σε δραχμές στην πράξη του δε αυτή, προέβη για να αποκομίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος εισπράττοντας τα ποσά των επιταγών, βλάπτοντας έτσι την Τράπεζα κατά το ποσό των 139.321.851 δραχμών. Οι παραπάνω περισσότερες της μιας ομοειδείς πράξεις της χρήσης πλαστών εγγράφων (επιταγών) συνδεόμενες με τον ίδιο προς τέλεση τους σκοπό του κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Από τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων (επιταγών) με την οποία, επιδιωκόταν από τον κατηγορούμενο αυτό η κτήση περιουσιακού οφέλους ισόποσου με την ονομαστική τους αξία εσκοπείτο η αντίστοιχου ποσού βλάβη στην περιουσία προαναφερθείσας Τράπεζας, δηλαδή ο κατηγορούμενος έκανε χρήση 1.655 πλαστών επιταγών που εκλάπησαν από τους δικαιούχους, από τις οποίες 1.479 είχε εκδώσει το Υπουργείο Οικονομικών ΗΠΑ και η Κυβέρνηση του Καναδά, 155 διάφοροι πελάτες τράπεζας του Καναδά "RΕGΙΕ DΕS RΕΝΤΕS DU QUEBEQ" και 21 διάφοροι πελάτες της Ε. ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRIΟ, Καναδά) σε διαταγή διαφόρων δικαιούχων που διέμεναν μονίμως στην Ιταλία και λάμβαναν με τις επιταγές αυτές τη σύνταξη τους από τις παραπάνω Κυβερνήσεις καθώς και διάφορα άλλα ποσά από ιδιώτες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το παραπάνω παράνομο περιουσιακό όφελος επιιτεύχθηκε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, εν γνώσει της αναληθείας τους αφού αυτός, εκμεταλλευόμενος και την προηγούμενη γνωριμία του με το Διευθυντή της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως στο ... Ι. Κ., αλλά και με τους άλλους υπαλλήλους του υποκαταστήματος αυτού, παρέστησε σ'αυτούς ότι οι επιταγές αυτές ήταν γνήσιες προς όλα τους τα στοιχεία (και) ως προς την τελευταία δηλαδή, πριν από τη δική του οπισθογράφηση και είχαν περιέλθει στην κατοχή του νόμιμα και με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και ήταν ως εκ τούτου έγκυρες. Όμως ο παραπάνω κατηγορούμενος (Α. Β. γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή, αφού οι εν λόγω επιταγές είχαν πλαστογραφηθεί από τους Σ. Σ. και τον Έ. Π. (Ε. Ρ.), αγνώστων λοιπών στοιχείων υπογράφοντας την οπισθογράφηση κατ' απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων. Από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις του παραπλανηθέντες οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας, κατέβαλαν τα αναγραφόμενα σε κάθε μια των επιταγών αυτών ποσά στον εμφανιζόμενο (ψευδώς) ως νόμιμο κομιστή τους κατηγορούμενο (Α. Β.), ο οποίας ωφελήθηκε παράνομα κατά το προαναφερθέν ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας των 139.321.851 δραχμών (άσχετα από την περαιτέρω διάθεση του ποσού αυτού) με αντίστοιχη ζημία της παραπάνω Τράπεζας. Οι παραπάνω περισσότερες της μιας ομοειδείς πράξεις της απάτης συνδεόμενες με τον ίδιο προς τέλεση τους σκοπό του κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος. Την πράξη δε αυτή της κατ' εξακολούθηση απάτης σε βάρος της ανωτέρω Τράπεζας την τέλεσε ο εν λόγω κατηγορούμενος (Α. Β.) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη και για ικανό χρονικό διάστημα τέλεση της και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτού για διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητας του, η δε συνολική ζημιά της Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (146.735,14 ευρώ) ως ανερχόμενη στο ποσό των 139.321.851 δραχμών. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν με σαφήνεια από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα ο μάρτυρας Ν. Χ., που διενήργησε τον έλεγχο στο κατάστημα επαγγελματικής Πίστεως στο ..., κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι οι επίδικες επιταγές είχαν κλαπεί από αγνώστους δράστες και αφορούσαν συντάξεις Ιταλών δικαιούχων και εμφανίστηκαν προς είσπραξη στο προαναφερθέν κατάστημα είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε δια μέσου των υπαλλήλων του αφού προηγούμενα τις οπισθογράφησε προς την εν λόγω τράπεζα, προϊόν κλοπής άλλωστε ήταν και οι επιταγές που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τη τράπεζα του Καναδά ""RΕGLΕ DΕS RΕΝΤΕS DU QUEBEQ" και "ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ" σε διαταγή διαφόρων πελατών τους. Η παράδοση εξάλλου των επίδικων επιταγών στον κατηγορούμενο Α. Β. από τον συγκατηγορούμενό του Γ. Π. κατά τον προαναφερόμενο τρόπο επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Δ., (υπαλλήλου αυτού) ο οποίος μεταξύ των άλλων ανέφερε μεταξύ των άλλων για τη ρευστοποίηση από τον ίδιο κατ' εντολή του ως άνω κατηγορουμένου, αρκετών από τις προαναφερθείσες πλαστές επιταγές και της κατάθεσης του προϊόντος της ρευστοποίησης άλλοτε στο λογαριασμό της Σ. Τ., πρώην συζύγου του κατηγορουμένου και άλλοτε στο λογαριασμό του Ε. Β.. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από εκείνη του μάρτυρα Κ. Μ., ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι οι δικαιούχοι των επιταγών ζήτησαν τις συντάξεις και το Δημόσιο της Αμερικής έκανε ερωτηματολόγιο αν πήραν οι συνταξιούχοι τις επιταγές και απεκαλύφθη ότι αυτές είναι πλαστές. Ο ισχυρισμός του παραπάνω κατηγορουμένου ότι τις εμφανισθείσες προς είσπραξη επιταγές στο προαναφερθέν τραπεζικό κατάστημα παρέδωσε σ' αυτόν ο κατηγορούμενος Γ. Π. σε εξόφληση υφιστάμενης οφειλής από συνομολογηθέν με αυτόν δάνειο ποσού 25.000.000 δρχ., είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Και τούτο διότι αν πράγματι γενεσιουργό αίτιο της παράδοσης αυτών των επιταγών (από τον Γ. Π. στον Α. Β.) ήταν η εξόφληση του συνομολογηθέντος δανείου, δεν δικαιολογείται η παράδοση επιταγών ποσού που υπερβαίνει το ποσό του συνομολογηθέντος δανείου. Άλλωστε για τη συνομολόγηση του επικαλούμενου καταρτισθέντος δανείου ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται τη σύναψη ιδιωτικού μεταξύ τους συμφωνητικού, στο οποίο ιδιωτικό συμφωνητικό να εμφαίνεται ο τρόπος αλλά και ο χρόνος εξοφλήσεως του δανείου. Την κρίση σε σχέση με την χρήση από τον παραπάνω κατηγορούμενο των εν λόγω επιταγών εν γνώσει της πλαστότητάς τους ενισχύει και το γεγονός της κατάθεσης από το προϊόν της ρευστοποιήσεως ποσού 119.000.000 δρχ. προφανώς προς συσκότιση της αλήθειας, όχι σε τηρούμενο απ' αυτόν τραπεζικό λογαριασμό, αλλά σε λογαριασμό της πρώην συζύγου του Σ. Τ., η οποία παρέδιδε οτη συνέχεια αυτό το ποσό στον κατηγορούμενο Γ. Π.. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αυτού ότι τελούσε εν αγνοία της πλαστότητας των επιταγών κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αναιρείται δε από το γεγονός της μη ύπαρξης οιασδήποτε μορφής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου Γ. Π. δικαιολογείται σ' αυτόν παράδοση ενός τόσο μεγάλου αριθμού επιταγών και μάλιστα του Υπουργείου Οικονομικών ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά. Περαιτέρω αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αγνοούσε πως οι παραδοθείσες σ'αυτόν επιταγές από τον Γ. Π. τις οποίες εμφάνισε στην Τράπεζα προς πληρωμή ήταν προϊόν κλοπής, αφού με τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, εν όψει της ηλικίας του και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων καθόσον είναι οικονομολόγος και ιδιοκτήτης ενός από τα μεγαλύτερα φοροτεχνικό γραφεία του ..., καθώς και επιχειρηματίας με συμμετοχή σε μεγάλες εταιρείες, όφειλε και μπορούσε να κρίνει ότι οι επιταγές ήταν προϊόν κλοπής, αφού είχαν εκδοθεί στην αλλοδαπή, με δικαιούχους αλλοδαπά φυσικά πρόσωπα ή και εταιρείες, αλλά και ως εκ του τρόπου περιελεύσεως σ' αυτόν από τον προκάτοχο τους Γ. Π., δηλαδή χωρίς οπισθογράφηση καθώς και από την πληθώρα του αριθμού αυτών. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του παραπάνω κατηγορουμένου ότι τελούσε σε (πραγματική πλάνη αναφορικά με την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό όφελος και βλάβη της προαναφερθείσας Τράπεζας που του αποδίδεται καθόσον αγνοούσε ότι οι επίδικες επιταγές ήταν προϊόν πλαστογραφίας και κλοπής, η δε πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή, κατέβαλε δηλαδή την απαιτούμενη επιμέλεια να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της ενέργειας του αφού οι επίδικες επιταγές ρευστοποιήθηκαν από το διευθυντή του Τμήματος στο ... της προαναφερθείσας Τράπεζας, προηγηθέντος ελέγχου από τον τελευταίο των αποσταλέντων προς τούτο υπ' αυτού επιταγών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά ο εν λόγω κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των επιταγών που παρέδωσε σ' αυτόν προς ρευστοποίηση ο συγκατηγορούμενός του Γ. Π., αλλά και του γεγονότος ότι οι επιταγές αυτές ήταν προϊόν κλοπής, ενώ κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνηγορεί περί της διενέργειας ελέγχου από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος ... της ανωτέρω Τράπεζας Ι. Κ. αναφορικά με τη γνησιότητά τους. Τουναντίον, όπως αποδείχθηκε ο τότε διευθυντής της Τράπεζας Ι. Κ. προέβη στη ρευστοποίηση των προσκομισθέντων επιταγών σε συνάλλαγμα αμέσως χωρίς να ακολουθήσει τις προδεδιαγραμμένες από την Τράπεζα διαδικασίες βάσει των οποίων η διαπραγμάτευση αγοράς των εν λόγω επιταγών ενεργείται μέσα στα όρια ευχεριών που έχει καθορίσει η Γενική Διεύθυνση, πέραν των οποίων απαιτείται η έγκριση της Διοίκησης, που για το συγκεκριμένο υποκατάστημα ήταν 6.000.000 δρχ. με ρευστοποιήσιμα στοιχεία, ποσό που υπολείπεται κατά πολύ του ρευοτοποιηθέντος ως άνω, και χωρίς να αναμείνει να παρέλθει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, προκειμένου να διαπιστωθεί από τις ανταποκρίτριες Τράπεζες αν οι επιταγές είναι έγκυρες ή μη. Ο ισχυρισμός εξάλλου του ανωτέρω κατηγορουμένου ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ δεν υπέστη καμιά ζημία, διότι κατέβαλε μεν σ' αυτόν το ποσό των 139.321.851 δρχ. πλην όμως απέκτησε έγκυρη αξίωση κατά των εκδοτών των επιταγών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε (και αποδείχθηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία) οι επίδικες επιταγές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες και δεν θα μπορούσε αυτή (Τράπεζα) να εισπράξει μέσω των ανταποκριτών των Αμερικανικών Τραπεζών το ποσό αυτό μη έχοντας συνεπώς αποκτήσει έγκυρες αξιώσεις έναντι των εκδοτών των επιταγών για καταβολή του ίδιου ποσού, όπως αβάσιμα αυτός διατείνεται. Άλλωστε όπως προαναφέρθηκε ο τότε διευθυντής της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως Ι. Κ. παρόλο που είχε τη δυνατότητα να ελέγξει τη γνησιότητα των προσκομισθέντων σ' αυτόν επιταγών μέσω των ελεγκτικών μηχανισμών που του παρείχε ο νόμος προέβη στη ρευστοποίηση των προσκομισθέντων από τον ως άνω κατηγορούμενο επιταγών αμέσως χωρίς να ακολουθήσει τις προδιαγεγραμμένες από την Τράπεζα διαδικασίες και χωρίς να αναμείνει να παρέλθει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα προκειμένου να διαπιστωθεί από τις ανταποκρίτριες τράπεζες αν οι επιταγές αυτές είναι έγκυρες η μη, οπότε και δεν θα υπήρχε καμία αμφιβολία σχετικά με την καλή πίστη των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας κατά το χρόνο κτήσεως των επιταγών. Με τα δεδομένα αυτά ο κατηγορούμενος Α. Β. πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων: α) της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση από την οποία το όφελος που προέκυψε και η ζημία που απειλήθηκε και προκλήθηκε σε βάρος της Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το όφελος που προέκυψε και η ζημία που απειλήθηκε και προκλήθηκε σε βάρος της Τράπεζας υπερβαίνει το ποσοστών 50.000.000 δρχ., καθόσον τα αδικήματα της πλαστογραφίας (τετελεσμένης) και χρήσης πλαστού συρρέουν αληθινά και δεν αποτελεί το ένα συστατικό στοιχείο του άλλου, παρεκτός του ότι στην κρινόμενη υπόθεση μαζί με τη χρήση πλαστών εγγράφων υπήρξε και άλλη παραπλανητική συμπεριφορά (ψευδείς βεβαιώσεις για γνησιότητα πλαστών επιταγών) του κατηγορουμένου προς τους υπαλλήλους της παθούσας Τράπεζας. Στον ανωτέρω κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ όπως δέχτηκε και το Πρωτόδικο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, καθόσον μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το αίτημα για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε τέτοια καλή συμπεριφορά ούτε από την απολογία του, ούτε από τα αναγνωσθέντα έγγραφα καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενώ η συμπεριφορά του μέσα στη φυλακή και ειδικότερα η συμμόρφωση του στους κανονισμούς της υπηρεσίας στις φυλακές δεν αρκεί για την παραδοχή της επικαλούμενης απ' αυτόν ελαφρυντικής περίστασης, αφού η διαγωγή αυτή δεν αναφέρεται στη συμπεριφορά του στην κοινωνία, η δε διαγωγή του εκτός των φυλακών καθώς και η επικαλούμενη συνεργασία του με την παθούσα Τράπεζα, δεν είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποτέλεσμα ηθικής και ψυχικής μεταστροφής αυτού. Περαιτέρω, όπως από τα ίδια, αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος Γ. Π. κατά το από 20.7.1992 μέχρι 10.9.1992 (χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος έκανε χρήση πλαστών εγγράφων με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια τα χρησιμοποίησαν με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου και δη της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη (δια συγχωνεύσεως-απορροφήσεως-συγχωνεύσεως) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και της τελευταίας κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε.", στην οποία προξενήθηκε ζημία υπερβαίνουσα τα 50.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα, παρέδωσε στον Α. Β. 1.654 επιταγές που εκλάπησαν από τους δικαιούχους και οι οποίες περιήλθαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του, από τις οποίες 1.479 είχε εκδώσει το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και η Κυβέρνηση του Καναδά, 155 διάφοροι πελάτες της Τράπεζας του Καναδά "RΕGLΕ DΕS RΕΝΤΕS DU QUEBEQ" και 20 διάφοροι πελάτες της "ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝTREAL" (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ-Καναδά) σε διαταγή διαφόρων δικαιούχων που διέμεναν μονίμως στην Ιταλία και ελάμβαναν με τις επιταγές αυτές τη σύνταξή τους από τις παραπάνω Κυβερνήσεις καθώς και διάφορα άλλα ποσά από ιδιώτες, οπισθογραφημένες από άλλα πρόσωπα κατ' απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων σε διαταγή άλλοτε μεν διαφόρων φυσικών προσώπων, άλλοτε δε των ιταλικών εταιρειών "ΕCO FΙΝΑΝCE" και "ΙΝΤΕRCΟΜ ΤRΑVΕL S.R.L." προκειμένου ο Α. Β. να τις εμφανίσει στο Υποκατάστημα της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." στο ..., της οποίας κατέστη καθολική διάδοχος (δια συγχωνεύσεως - απορροφήσεως -συγχωνεύσεως) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και της τελευταίας κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASΙΑ5 Α.Ε.". Ειδικότερα ο ανωτέρω κατηγορούμενος παρέδωσε στον Α. Β. τις εξής επιταγές: 1) μία (1) επιταγή της αλλοδαπής Τράπεζας ΝΟRΤΗ ΑΜΕRICAN INTERNATIONAL ΒΑΝΚ LTA, με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως, ΑΜΕRΙCΑΝ CREDIT και ΙΝVΕSΤ CORP., ημερ. 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOM TRAVEL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων. 2) δύο (2) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΕUROINTERCONTINENTAL ΒΑΝΚ LTD, εκδόσεως της FΙΝΑΝCΕ ΙΝΤΕRCONTIΝΕΝΤΑL S.Α. αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, δηλαδή: α) η με αρ. ..., εις διαταγήν ΙΝΤΕΡCΟΜ ΤRAVEL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων, β) η με αρ. ..., εις διαταγήν ΕCΟ FΙΝΑΝCΕ ΜΥΤVI SRΑ, ποσού 50.000 δολαρίων. Η αξία των ανωτέρω τριών (3) αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 8.515.000 δρχ., 3) πέντε (5) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΤΗΕ GULF ΒΑΝΚ, εκδόσεως της ΒΑΝCΟ FΙΝΑNCIERA - Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα, αρ. λογ. ... εις διαταγήν SIPEC LTRΑ, δηλαδή: α) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων, γ) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων, δ) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων και ε) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων. Η αξία των πέντε (5) αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 6.812.000 δρχ., 4) είκοσι δύο (22) επιταγές εις διαταγήν SIPEC LTDA, δηλαδή: α) η με αρ. .../11-9-92 επιταγή, ποσού 50.000 δολαρίων της ΑRΑΒ ΑFRICΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΒΑΝΚ, β) η με αρ. .../02/11-9-92 επιταγή ποσού 50.000 δολαρίων της ΤΗΕ ΑRΑΒ ΒΑΝΚ LTD, γ) οι με αριθμούς ..., ..., ..., της 11-9-1992 ποσού εκάστης 50.000 δολαρίων της ΜΙDDLΕ ΕΑSΤ ΒΑΝΚ, δ) οι με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., της 17-9-02, ποσού 25.000 δολαρίων, εκάστης των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης και ποσού 50.000 δολαρίων εκάστης των τέταρτης και έκτης της ΒΑΝΚ ΟF ΝΕW ΖΕALAND και ε) οι με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... της 17-9-1992, ποσού 10.000 δολαρίων εκάστης της ΗΟΝΚ ΚΟΝG ΒΑΝΚ, 5) μία (1) επιταγή με αρ. .../Ιούλιος 1992 του CONVERMΕΝΤ ΟF CΑΝΑDΑ, εις διαταγήν S. G., ποσού 376,31 δολαρίων Καναδά, 6) μία (1) επιταγή με αρ. .../Ιούλιος 1992 του CONVERMENT OF CΑΝΑDΑ, εις διαταγήν S. S., ποσού 244,60 δολαρίων Καναδά, 7) μία (1) επιταγή με αρ. .../Ιούλιος 1992 του CONVERMENT OF CANADA, εις διαταγήν Α. S., ποσού 244,60 δολαρίων Καναδά, 8) μία (1) επιταγή με αρ..../3-6-1992 της ΒΑΝQΥΕ ΙΝDSΥΕΖ εις διαταγήν ΗΟΤΕL ΕΧΕLSIOR, ποσού 5.781.254 Ιταλικών Λιρετών, 9) μία (1) επιταγή με αρ. .../31-8-1992 της ΕURO-ΙΝΤΕRCONTINENTAL ΒΑΝΚ LTD εις διαταγήν ΕCO FΙΝΑΝCΕ ΜUTVI SRΑ, ποσού 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, 10) τρεις (3) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΝΟRΤΗ ΑΜΕRΙCΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΒΑΝΚ LTD, εκδόσεως της ΑΜΕRΙCΑΝ CREDIT και ΙΝVΕSΤ CORP: α) η με αρ. ... αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992 εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOMEC ΤRΑVΕL SRL, ποσού 45.000 δολαρίων, β) η με αρ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOMEC TRAVEL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων και γ) η με αρ. ..., εκδόσεως 6-8-1992, εις διαταγήν R. N., ποσού 9.350 δολαρίων. Η αξία των τριών (3) αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 7.663.500 δρχ., 8.515.000 δρχ., και 1.592.305 αντίστοιχα, 11) μία (1) επιταγή της αλλοδαπής τράπεζας ΕURO-INTERCONTINENTAL BΑΝΚ LTD εκδόσεως της FINANCIERA INTERCONTINENTAL Ε.Α., με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRRCΟΜΕC ΤRΑVΕL SRL, ποσού 45.000 δολαρίων. Η αξία σε δραχμές της επιταγής αυτής είναι 7.663.500 δρχ., 12) μία (1) επιταγή με αριθμό ..., της WORKER'S COΜΡRΕSΑΤΙΟΝ ΒΟΑRD, εκδόσεως άγνωστης ημερομηνίας εντός του χρονικού διαστήματος από 31-7-1992 έως 25-8-1992, εις διαταγήν C. R., ποσού 1.368,68 δολαρίων Καναδά, 13) μία (1) επιταγή της αλλοδαπής τράπεζας ΝΟRTH ΑΜΕRΙCΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤIΟΝΑL ΒΑΝΚ LTD, εκδόσεως της ΜΑRICΑΝ CREDIT και ΙΝVΕSΤ CΟRΡ, με αρ. ..., αρ. λογ. ...6 εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCΟΜE ΤRΑVΕL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων και 14) τέσσερις (4) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΕURO- INTERCONTINENTAL BΑΝΚ LTD, εκδόσεως της FINANCIERA INTERCONTINENTAL Ε.Α. (Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα), δηλαδή: α) η με αρ. 458 Βς, αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOME ΤRΑVΕL SRL, ποσού 45.000 δολαρίων, β) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΕCΟ FΙΝΑΝCΕ ΜUTVI SΡΑ, ποσού 50.000 δολαρίων, γ) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCΟΜE ΤRΑVΕL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων και δ) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΕCΟ FΙΝΑΝCΕ ΜUTVI SΡΑ, ποσού 50.000 δολαρίων. Η αξία σε δραχμές των ανωτέρω πέντε (5) επιταγών ήταν 8.515.000 δρχ., 8.515.000 δρχ. και 8.515.000 δρχ. αντίστοιχα. Στην πράξη δε αυτή προέβη ο ανωτέρω κατηγορούμενος προκειμένου να αποκομίσει περιουσιακό όφελος βλάπτοντας αντίστοιχα την παραπάνω Τράπεζα, η οποία επειδή οι επιταγές αυτές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, δεν θα μπορούσε μέσω των ανταποκριτριών των Αμερικανικών Τραπεζών να εισπράξει τα ποσά των επιταγών προξενώντας έτσι βλάβη στην Τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή ποσού 151.882.404 δραχμών. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Γ. Π.) στο παραπάνω χρονικό διάστημα (20-7-1992 έως 10-9-1992) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από κοινού με τους Σ. Σ. και Ε. P. κατάρτισε πλαστά έγγραφα (επιταγές). Πρέπει να σημειωθεί Ν ότι από την υπάρχουσα στη δικογραφία γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Μ. Κ. δεν προκύπτει καμία συμβολή του ανωτέρω κατηγορουμένου στην αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κατάρτισης πλαστών εγγράφων, ούτε άλλωστε και από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο (μάρτυρες-έγγραφα) αποδείχθηκε ότι αυτός είχε οιαδήποτε συμμετοχή στην κατάρτιση ή νόθευση των επίδικων επιταγών. Αποδείχθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την πλαστότητα των ανωτέρω επιταγών τις οποίες παρέδωσε στον Α. Β.. Ο ισχυρισμός του ως άνω κατηγορουμένου ότι αγνοούσε την πλαστότητα των επιταγών και ότι τις παρέδωσε αυτές στον Α. Β. προς ρευστοποίηση προκειμένου να εξυπηρετήσει τον Ε. Β. ευελπιστώντας σε μελλοντική μέσω του τελευταίου συνεργασία και συμμετοχή σε συσταθησόμενες εταιρείες πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος. Άλλωστε και με την παραδοχή των όσων πιο πάνω υποστηρίζει δεν δικαιολογείται η κατάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης των επιταγών και μάλιστα του ποσού των 119.000.000 δρχ. σε τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό της Σ. Τ., πρώην συζύγου του κατηγορουμένου Α. Β. και όχι απευθείας σε τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό Α. Β. ή σε τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου του Ε. Β.. Ούτε εξάλλου, αν αγνοούσε την πλαστότητα επιταγών θα αναλάμβανε την υποχρέωση αντικατάσταση των επιταγών με άλλες επιταγές, όπως δήλωσε στον μάρτυρα κατηγορίας Ν. Χ., αμέσως μόλις ανέκυψε το θέμα της πλαστότητάς τους ο κατηγορούμενος Α. Β. που κλήθηκε από αυτόν προς παροχή διευκρινίσεων. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος δέχθηκε στην κατοχή του τις ιδιαίτερα μεγάλης αξίας παραπάνω επιταγές αν και γνώριζε ότι αυτές είναι κλεμμένες, τις οποίες μεταβίβαζε στον Α. Β. ο οποίος τις δέχθηκε αν και γνώριζε ότι αυτές είναι κλεμμένες για να τις παρουσιάσει στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως και να εισπράξει το αντίστοιχο ποσό. Την πράξη του δε αυτή ενήργησε με σκοπό ζημίας της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως κατά ποσό πάνω από 50.000.000 δρχ. Στην κρίση του δικαστηρίου ότι οι επιταγές αυτές ήταν κλεμμένες συνηγορεί το γεγονός ότι μετά από προηγούμενη έρευνα του Υπουργείου των Οικονομικών των ΗΠΑ, ευθύς ως οι επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή μέσω της ανταποκρίτριας Τράπεζας CΗΑSΕ ΜΑΝΗΑΤΤΑΝ ΒΑΝΚ Ν.Α., κανένας από τους δικαιούχους δεν έλαβε το ποσό των επιταγών, ενώ όταν τέθηκε σαυτούς ειδικό ερωτηματολόγιο, όλοι αρνήθηκαν την ύπαρξη δική τους υπογραφής στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης. Ο κατηγορούμενος που ήταν γνώστης της Αγγλικής γλώσσας μπορούσε με ευχέρεια να διαπιστώσει ότι επρόκειτο περί επιταγών εκδόσεως του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά σε διαταγή διαφόρων αλλοδαπών Τραπεζών, σε διαταγή επίσης φυσικών προσώπων και εταιρειών, δικαιούχοι των οποίων ήταν αλλοδαπά πρόσωπα, ενώ δεν δικαιολογείται άγνοια του ως προς την προέλευση τους, ως εκ του τρόπου μεταβιβάσεως τους σ' αυτόν, δηλαδή χωρίς οπισθογράφηση εκ μέρους των δικαιούχων, αφού η υπογραφή καθενός δικαιούχου πλαστογραφήθηκε, αλλά και από την πληθώρα των επιταγών που παρέδωσε συτόν χωρίς οπισθογράφηση ο προκάτοχος του Ε. Β., καθώς και του ποσού καθεμιάς επιταγής αλλά και του συνολικού ποσού. Ό αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη (άρθρο 30 ΠΚ) αναφορικά με τις προαναφερθείσες πράξεις της χρήσης πλαστού εγγράφου και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος που του αποδίδονται, καθόσον (σύμφωνα με τον ισχυρισμό του) αγνοούσε ότι οι επίδικες επιταγές ήταν προϊόν πλαστογραφίας και κλοπής, η δε πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή λόγω της ρευστοποίησης των επιταγών μετά προηγούμενο έλεγχο από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος Ι. Κ. και τη διαβεβαίωση του τελευταίου στον συγκατηγορούμενό του Α. Β. πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των επιταγών αλλά και του γεγονότος ότι αυτές ήταν προϊόν κλοπής, κανένα δε στοιχείο δεν συνηγορεί στη διενέργεια ελέγχου από μέρους του διευθυντή του υποκαταστήματος ... της ανωτέρω Τράπεζας, Ι. Κ., αναφορικά με τη γνησιότητα των επιταγών, καθώς και ότι διαβεβαίωσε περί αυτής της γνησιότητας τον κατηγορούμενο Α. Β.. Απεναντίας, όπως προαναφέρθηκε ο Ι. Κ., προέβη στη ρευστοποίηση των προσκομισθέντων επιταγών σε συνάλλανμα χωρίς να ακολουθήσει τις προδιαγεγραμμένες από την Τράπεζα διαδικασίες, βάσει των οποίων η διαπραγμάτευση αγοράς των εν λόγω επιταγών ενεργείται μέσα στα όρια ευχερειών που είχε καθορίσει η Γενική Διεύθυνση, πέραν των οποίων απαιτείται η έγκριση της Διοίκησης που για το συγκεκριμένο υποκατάστημα ήταν 6.000.000 δρχ. με ρευστοποιήσιμα στοιχεία, ποσό που υπολείπεται κατά πολύ από το ρευοτοποιηθέν και χωρίς να αναμείνει να παρέλθει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα προκειμένου να διαπιστωθεί από τις ανταποκρίτριες Τράπεζες αν οι επιταγές είναι έγκυρες ή μη. Ύστερα από όλα όσα προαναφέρθηκαν πρέπει ο κατηγορούμενος Γ. Π. να κηρυχθεί ένοχος της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση με την οποία σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το δε όφελος ή η αντίστοιχη βλάβη του τρίτου (ήτοι της παθούσας Τράπεζας) υπέρβαιναν το ποσό των 5.000.000 και β) της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, η προξενηθείσα από την οποία βλάβη σε βάρος της παθούσας Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμ. Το υποβληθέν από τον παραπάνω κατηγορούμενο διό των συνηγόρων του αίτημα περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία, και τούτο διότι τέτοια καλή συμπεριφορά δεν αποδεικνύεται ούτε από την απολογία του, ούτε από τα αναγνωσθέντα έγγραφα ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώ ο διαδράμων χρόνος από την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και μόνο δεν κρίνεται επαρκές στοιχείο για να αποφανθεί το δικαστήριο περί της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή έγινε αυτή καλή, ενόψει και της φύσεως, του είδους της βαρύτητας της εγκληματικής του δράσης, αλλά και του γεγονότος ότι υπήρξε φυγόδικος, συλληφθείς διωκόμενος για τις παραπάνω πράξεις μετά την παρέλευση ικανού από την τέλεση του χρονικού διαστήματος και ειδικότερα στις 23-10-2005. Περαιτέρω κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Π. να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να απορριφθεί διότι προβλήθηκε αορίστως με επίκληση μόνο τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ που τον προβλέπει χωρίς παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών για τη θεμελίωση του (βλ. σχετ. ΑΠ 54/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να απορριφθεί διότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τέλεσης των πιο πάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Συγκεκριμένα από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου που αναγνώσθηκε νόμιμα, προκύπτει ότι αυτός με τις υπ' αριθμ. 99221/88, 130733/1990 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την με αριθμό 9398/1993 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 5.000 δρχ., φυλάκιση 40 ημ. Και χρηματική ποινή 5.000 δρχ., και φυλάκιση 15 ημερών αντίστοιχα για παράβαση των Νόμων 40/75, 614/1977 και "περί επιταγών" αντίστοιχα ενώ ακόμη με την 70216/93 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθορίσθηκε σε βάρος του συνολική ποινή φυλακίσεως 5 μηνών και ΧΠ 100.000 δρχ. ενώ για περιστατικά που θεμελιώνουν πρότερο έντιμο βίο του κατηγορουμένου αυτού δεν κατέθεσαν οι άνω μάρτυρες ούτε ισχυρίσθηκε κατά την απολογία του αυτός ούτε προκύπτουν από τα αναγνωσθέντα άνω έγγραφα. Με βάση τα ανωτέρω αυτός δεν έζησε έντιμη ζωή μέχρι την τέλεση των άνω πράξεων ήτοι ζωή, με θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αναφερόμενες στην αρχή πράξεις, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Α. Β. ένοχο του ότι: Α) κατά το από 20-7-1992 μέχρι 10-9-1992 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, από την οποία ζημία που προκλήθηκε και απειλήθηκε στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη (δια απορροφήσεως-συγχωνεύσεως) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και την τελευταίας κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS A.E." υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμ. Την πράξη δε αυτή ετέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα αφού παρελάμβανε από τον συγκατηγορούμενό του Γ. Π. τις παρακάτω πλαστές επιταγές, τις ενεφάνισε στους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας, ότι οι επιταγές αυτές ήταν καθ' όλα τα στοιχεία τους γνήσιες και έγκυρες και ότι έχουν έλθει στην κατοχή του νομίμως και με αξιόποινη σειρά οπισθογραφήσεων ενώ εγνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή, αφού οι επιταγές είχαν κλαπεί και είχαν πλαστογραφηθεί. Από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις παραπλανήθηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι και κατέβαλαν το ισόποσο σ' αυτές ποσό. Με την πράξη του αυτή, την οποία διέπραξε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, προξενήθηκε στην περιουσία της Τράπεζας βλάβη ύψους 139.321.851 δραχμ., που είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα εμφάνισε 6 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 3.971 δολ. ή 700.216 δραχ. εκδόσεως 20-7-92, 7 επιταγές του Υπ. Οικονομικών ΗΠΑ και της Κυβέρνησης Καναδά ποσού 3.025 δολ. ή 540.574 δραχμ. εκδόσεως 22-7-92, 27 επιταγές του ΥΠ. Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 20.142 δολ. ή 3.620.927 δραχμ. εκδόσεως 24-7-92, 86 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 40.984,68 δολ. ή 7.187.985 δραχμ. εκδόσεως 28-7-92, 75 επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 25.185.500 δολ. ή 2.503.167 δραχμ. εκδόσεως 29-7-92, εκατόν δέκα οκτώ (118) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 45.838 δολ. ή 8.240.297 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 4-8-92, εκατόν ογδόντα εννέα (189) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 97.648,24 δολαρίων ή 17.498.565 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 10-8-92, τριακόσιες μία (301) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 120.156,56 δολαρίων ή 21.193.214 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 11.8.1992, διακόσιες δέκα έξι (216) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 77.683,40 δολαρίων ή 13.732.250 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 13-8-92, διακόσιες πενήντα τρεις (253) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 96.925 δολαρίων ή 16.768.025 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 11-9-92 και, εκατόν πέντε (105) επιταγές του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ αλλά και της Κυβέρνησης του Καναδά ποσού 88.808 δολαρίων ή 15.807.824 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 15-9-92/β| ογδόντα τέσσερις (84) επιταγές ιδιωτών της Τράπεζας του Καναδά "REGIE DES RENTES DU QUEBEQ" ποσού 28.020 δολαρίων ή 4.209.905 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 10-8-1992 και εξήντα επτά (67) επιταγές ιδιωτών της Τράπεζας του Καναδά "REGIE DES RENTES DU QUEBEQ" ποσού 15.345,34 δολαρίων ή 2.270.051 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 13-8-1992, δύο (2) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤREAL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ, Καναδά) ποσού 12.373.568 λιρετών ή 961.225 δραχμών, με ημερομηνία εκδόσεως 20-7-92, δύο (2) επιταγές της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤREAL, (ΤΟRΟΝTO ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 32.693.990 λιρετών ή 5.211.422 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 22-7-92, μία (1) επιταγή ιδιώτου της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 3.695.800 λιρετών ή 584.010 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 22-7-1992, τέσσερις (4) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 7.012.000 λιρετών ή 1.113.576 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 24-7-1992, έξι (6) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 26.245.410 λιρετών ή 4.173.020 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 30-7-1992, μία (1) επιταγή ιδιώτου της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ - ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 24.000.000 λιρετών ή 3.842.400 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 4.8.1992 και τέσσερις (4) επιταγές ιδιωτών της ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL (ΤΟRΟΝΤΟ ΟΝΤΑRΙΟ Καναδά) ποσού 38.3999.985 λιρετών ή 6.163.198 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 18-8-92, για να του καταβληθεί το ισόποσο τους σε δραχμές στην πράξη του δε αυτή, προέβη για να αποκομίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος εισπράττοντας τα ποσά των επιταγών, βλάπτοντας έτσι την ανωτέρω Τράπεζα κατά το ποσό των 139.321.851 δραχμών. Β) Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος έκανε χρήση των κάτωθι πλαστών εγγράφων (επιταγών) προσκομίζοντας αυτά στην Τράπεζα Αθηνών διά να του καταβληθεί το αναγραφόμενο σ'αυτά ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Συγκεκριμένα ο κατ/νος έκανε χρήση 1654 επιταγών που εκλάπησαν από τους δικαιούχους και πλαστογραφήθηκαν στο χώρο της οπισθογραφήσεως κατ' απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων, από τις οποίες 1479 είχε εκδώσει το Υπουργείο Οικονομικών ΗΠΑ και η Κυβέρνηση του Καναδά, 155 διάφοροι πελάτες Τράπεζας του Καναδά "RΕGΙΕ DES RΕΝΤΕS DU QUEΒΕQ" και 20 διάφοροι πελάτες της Ε. ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤREΑL, ΤΟΡΟΝΤΟ ΟΝΤΑΡΙΟ - Καναδά, σε διαταγή διαφόρων δικαιούχων που διέμεναν μονίμως στην Ιταλία και ελάμβαναν με τις παραπάνω Κυβερνήσεις, καθώς και διάφορα άλλα ποσά από ιδιώτες τις οποίες οπισθογράφησε σε διαταγή άλλοτε μεν δική του άλλοτε δε των Ιταλικών εταιριών "ΕCL FΙΝΑΝCΕ" και "ΙΝΤΕRCΟΜΕΧ ΤRAVEL S.R.L." υπογράφοντας την οπισθογράφηση κατ1 απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων. Τις ανωτέρω επιταγές εμφάνιζε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στο Υποκατάστημα της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." οτην πόλη του ..., της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη (δια απορροφήσεως-συγχωνεύσεως) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και την τελευταίας κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε" και του καταβλήθηκε το αναγραφόμενο σ' αυτές χρηματικό ποσό. Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος Α. Β. μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 § 2α ΠΚ). Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Γ. Π., ένοχο του ότι: Α) Κατά το από 20-7-92 μέχρι 10-9-92 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου και δη της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη (δια απορροφήσεως - συγχωνεύσεως) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και την τελευταία κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε", στην οποία προξενήθηκε ζημία υπερβαίνουσα τα 50.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό του Α. Β. 1654 επιταγές που εκλάπησαν από τους δικαιούχους, από τις οποίες 1479 είχε εκδώσει το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και η Κυβέρνηση του Καναδά, 155 διάφοροι πελάτες της Τράπεζας του Καναδά "REGIE DΕS RΕΝΤΕS DU QUEBEQ" και 20 διάφοροι πελάτες της "Ε ΒΑΝΚ ΟF ΜΟΝΤRΕΑL ΤΟRΟΝΤΟ-ΟΝΤΑRΙΟ, Καναδά", σε διαταγή διαφόρων δικαιούχων που διέμεναν μονίμως στην Ιταλία και ελάμβαναν με τις επιταγές αυτές την σύνταξη τους από τις παραπάνω Κυβερνήσεις, καθώς και διάφορα άλλα ποσά από ιδιώτες οπισθογραφημένες από άλλα πρόσωπα κατ' απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων σε διαταγή άλλοτε μεν διαφόρων φυσικών προσώπων, άλλοτε δε των Ιταλικών εταιρειών "ΕCO FΙΝΑΝCΕ" και "ΙΝΤΕRCOΜ ΤRAVEL S.R.L.", προκειμένου ο παραπάνω συγκατηγορούμενός του Α. Β. να τις εμφανίσει στο υποκατάστημα της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." στο ..., της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη (δια απορροφήσεως-συγχωνεύσεως) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και της τελευταίας κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGΑSΙΑS Α.Ε". Ειδικότερα παρέδωσε στον Α. Β. τις εξής επιταγές: 1) μία (1) επιταγή της αλλοδαπής Τράπεζας ΝΟRΤΗ ΑΜΕΡICΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΒΑΝΚ LΤD, με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως ΑΜΕRICAN CREDIT και ΙΝVΕSΤ CΟRΡ, ημερ. 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCΟΜ ΤRΑVΕL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων. 2) δύο (2) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΕURO-INTERCONTINENTAL ΒΑΝΚ LTD, εκδόσεως της FΙΝΑΝCΕ ΙΝΤΕRCΟΝΤΙΝΕΝΤΑL S.Α. αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, δηλαδή: α) η με αρ. ..., εις διαταγήν ΙΝΤΕRCΟΜ ΤRΑVEL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων, β) η με αρ. ..., εις διαταγήν ΕCΟ FΙΝΑΝCΕ ΜΥTVI SRA, ποσού 50.000 δολαρίων. Η αξία των ανωτέρω τριών (3) αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 8.515.000 δρχ., 3) πέντε (5) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΤΗΕ GULF ΒΑΝΚ, εκδόσεως της ΒΑΝCO FΙΝΑΝCIERΑ-Σαν Χοσέ, Κάστα Ρίκα, αρ. λογ. ... εις διαταγήν SΙΡΕC LTRΑ, δηλαδή: α) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων, γ) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων, δ) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων και ε) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων. Η αξία των πέντε (5) αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 6.812.000 δρχ., 4) είκοσι δύο (22) επιταγές εις διαταγήν SΙΡΕC LTRΑ, δηλαδή: α) η με αρ. .../11-9-92 επιταγή, ποσού 50.000 δολαρίων της ΑRΑΒ ΑFRICΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΒΑΝΚ, β) η με αρ. .../02/11-9-92 επιταγή ποσού 50.000 δολαρίων της ΤΗΕ ΑRΑΒ ΒΑΝΚ LTD, γ) οι με αριθμούς ..., ..., ... της 11-9-1992 ποσού εκάστης 50.000 δολαρίων της ΜΙDDLΕ ΕΑSΤ ΒΑΝΚ, δ) οι με αριθμούς ..., ..., ..., ..., ..., ..., της 17-9-02 ποσού 25.000 δολαρίων, εκάστης των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης και ποσού 50.000 δολαρίων εκάστης των τέταρτης και έκτης της ΒΑΝΚ OF ΝΕW ΖΕΑLΑΝD, και ε) οι με αριθμούς ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... της 17-9-1992, ποσού 10.000 δολαρίων εκάστης της ΗΟΝΚ ΚOΝG ΒΑΝΚ, 5) μία (1) επιταγή με αρ. .../Ιούλιος 1992 του CΟΝVERΜΕΝΤ ΟF CΑΝΑDΑ, εις διαταγήν S. G. ποσού 376,31 δολαρίων Καναδά, 6) μία (1) επιταγή με αρ. .../Ιούλιος 1992 του COΝVΕRΜΕΝΤ ΟF CΑΝΑDΑ, εις διαταγήν S. S., ποσού 244,60 δολαρίων Καναδά, 7) μία (1) επιταγή με αρ. .../Ιούλιος 1992 του CΟΝVΕRΜΕΝΤ ΟF CΑΝΑDΑ, εις διαταγήν Α. S., ποσού 244,60 δολαρίων Καναδά, 8) μία (1) επιταγή με αρ. .../3-6-1992 της ΒΑΝQΥΕ ΙΝDOSΥΕΖ εις διαταγήν ΗΟΤΕL ΕΧΕLSIOR, ποσού 5.781.254 Ιταλικών Λιρετών, 9) μία (1) επιταγή με αρ. .../31-8-1992 της ΕURO-INTERCONTINENTAL ΒΑΝΚ LTD εις διαταγήν ΕCΟ FΙΝΑΝCΕ ΜUΤVI SRΑ, ποσού 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, 10) τρεις (3) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΝΟRΤΗ ΑΜΕΚΙCΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤIΟΝΑL ΒΑΝΚ LTD, εκδόσεως της ΑΜΕRICAN CREDIT και ΙΝVEST CORP: α) η με αρ. ... αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992 εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOMEC ΤRΑVΕL SRL, ποσού 45.000 δολαρίων, β) η με αρ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOMEC ΤRΑVΕL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων και γ) η με αρ. ..., εκδόσεως 6-8-1992, εις διαταγήν R. N., ποσού 9.350 δολαρίων. Η αξία των τριών (3) αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 7.663.500 δρχ., 8.515.000 δρχ., και 1.592.305 αντίστοιχα, 11) μία (1) επιταγή της αλλοδαπής τράπεζας ΕURO-ΙΝΤΕRCΟΝTINENTAL ΒΑΝΚ LTD εκδόσεως της FΙΝΑΝCΙΕRΑ ΙΝΤΕRCONTINENTAL Ε.Α., με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOMEC ΤRΑVΕL SRL, ποσού 45.000 δολαρίων. Η αξία σε δραχμές της επιταγής αυτής είναι 7.663.500 δρχ., 12) μία (1) επιταγή με αριθμό ..., της WΟRΚΕR'S COΜΡRΕSΑΤΙΟΝ ΒΟΑRD, εκδόσεως άγνωστης ημερομηνίας εντός του χρονικού διαστήματος από 31-7-1992 έως 25-8-1992, εις διαταγήν C. R., ποσού 1.368,68 δολαρίων Καναδά, 13) μία (1) επιταγή της αλλοδαπής τράπεζας ΝΟRTH ΑΜΕRICΑΝ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΒΑΝΚ LΤD, εκδόσεως της ΜΑRICΑΝ CREDIT και ΙΝVΕSΤ CORP, με αρ. ..., αρ. λογ. ... εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCΟΜ ΤRΑVEL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων και 14) τέσσερις (4) επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας ΕURO-ΙΝΤΕRCΟΝTINENTAL ΒΑΝΚ LTD εκδόσεως της FΙΝΑΝCΙΕRΑ ΙΝΤΕRCONTINENTAL Ε.Α., (Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα), δηλαδή: α) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCOMEC ΤRAVEL SRL, ποσού 45.000 δολαρίων, β) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΕCO FΙΝΑΝCΕ ΜUTVI SPA, ποσού 50.000 δολαρίων, γ) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΙΝΤΕRCΟΜ ΤRΑVEL SRL, ποσού 50.000 δολαρίων και δ) η με αρ. ..., αρ. λογ. ..., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ΕCO FΙΝΑΝCΕ ΜUTVI SPA, ποσού 50.000 δολαρίων. Η αξία σε δραχμές των ανωτέρω πέντε (5) επιταγών ήταν 8.515.000 δρχ., 8.515.000 δρχ. και 8.515.000 δρχ. αντίστοιχα. Στην πράξη δε αυτή προέβη για να, αποκομίσει περιουσιακό όφελος, εισπράττοντας τα ποσά των παραπάνω επιταγών, βλάπτοντας αντίστοιχα την παραπάνω τράπεζα η οποία επειδή οι επιταγές αυτές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, δεν θα μπορούσε μέσω των ανταποκριτριών των Αμερικανικών Τραπεζών να εισπράξει τα ποσά των, προξενώντας έτσι βλάβη στην τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή ποσού 151.882.404 δραχμές. και Β) Κατά το από 20-7-92 μέχρι 10-9-92 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος δέχθηκε στην κατοχή του πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα δέχθηκε τις παραπάνω επιταγές τις οποίες μεταβίβαζε στο Α. Β., ο οποίος τις δέχθηκε αν και γνώριζε ότι ήταν κλεμμένες, για να τις παρουσιάσει στην Τράπεζα και να εισπράξει το αντίστοιχο ποσό. Στην πράξη του αυτή ενήργησε ο κατηγορούμενος ζημιώνοντας την τράπεζα κατά το ποσό άνω των 50.000.000 δραχμών". Με τις παραδοχές αυτές και όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Α. Β. του Ι., το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο εκθέτει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων αυτός, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως από τον αναιρεσείοντα αυτό των άνω πράξεων κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, που συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις αυτές και δεν προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αντίφαση, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, και δη ότι, ενώ δέχεται ότι παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι της τράπεζας από τις αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις, η παραπλάνηση αυτή, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης και ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της χρήσης των αναφερομένων πλαστών επιταγών, τίθεται εν αμφιβολία, αφού γίνεται δεκτό ότι ο διευθυντής της Τράπεζας κατέβαλε σε αυτόν τα ποσά των επιταγών χωρίς να ελέγξει το έγκυρο τούτων. Τέτοια αντίφαση δεν υπάρχει, καθόσον, κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης ο άνω αναιρεσείων δια των αναφερομένων ψευδών παραστάσεων παραπλάνησε τους υπαλλήλους της Τράπεζας και του κατέβαλαν τα χρήματα των επιταγών, η παράλειψη δε του διευθυντή της Τράπεζας να ελέγξει την εγκυρότητα των επιταγών, αυτή καθεαυτή, αντικειμενικώς δεν αίρει την παραπλάνηση των υπαλλήλων ούτε το σκοπό παραπλάνησης αυτών δια της χρήσεως των πλαστών τούτων επιταγών, έστω και αν κατά τον ισχύοντα κανονισμό της Τράπεζας έπρεπε να προβεί σε τέτοια έρευνα. Επομένως, η περί του αντιθέτου αιτίαση ότι εχώρησε εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 386 και 216 παρ. 2 ΠΚ, που προβάλλεται δια του δευτέρου λόγου αναίρεσης (στοιχ. ΣΤ') είναι αβάσιμη. Αβάσιμη είναι περαιτέρω η δια του ιδίου λόγου αναίρεσης (στοιχ. Δ) προβαλλόμενη αιτίαση ότι, εφόσον οι επιταγές αυτές ήταν έγκυρες έναντι των εκδοτών τους, η Τράπεζα, ως νόμιμη πλέον εξ οπισθογραφήσεως από τον αναιρεσείοντα κομίστρια έχει ενεργό αξίωση κατά των εκδοτών τους και των λοιπών που εγκύρως υπέγραψαν αυτές και συνεπώς αυτή (Τράπεζα) δεν υπέστη περιουσιακή βλάβη και έτσι λείπει το αντικειμενικό τούτο στοιχείο προς θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης και συνεπώς, κατά τον αναιρεσείοντα εσφαλμένως η προσβαλλόμενη ερμήνευσε και εφήρμοσε της διάταξη 386 ΠΚ. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η βλάβη της Τράπεζας έχει συντελεστεί από την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος τούτου, έστω και αν η Τράπεζα έχει, ως κομίστρια των επιταγών τούτων, ενεργό αξίωση κατά παντός εγκύρως ενεχομένου, ως υπογραφέως, εκ των επιταγών τούτων. Σχετικώς μάλιστα επί του προβληθέντος τούτου ισχυρισμού του ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, το δικαστήριο ορθώς απέρριψε αυτόν με την ακόλουθη αιτιολογία: "ο ισχυρισμός εξάλλου του ανωτέρω κατηγορουμένου ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ δεν υπέστη καμία ζημία, διότι κατέβαλε μεν σε αυτόν το ποσό των 139.321.851 δρχ., πλην όμως απέκτησε έγκυρη αξίωση κατά των εκδοτών των επιταγών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε (και αποδείχτηκε από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία), οι επίδικες ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες και δεν θα μπορούσε αυτή (Τράπεζα) να εισπράξει μέσω των ανταποκριτών των Αμερικανικών Τραπεζών το ποσό αυτό μη έχοντας συνεπώς αποκτήσει έγκυρες αξιώσεις έναντι των εκδοτών των επιταγών για καταβολή του ίδιου ποσού, όπως αβάσιμα αυτός διατείνεται". Περαιτέρω, όσον αφορά την δια του τρίτου λόγου της αναίρεσης προβαλλομένη πλημμέλεια, ότι αναιτιολόγητος η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος τούτου περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού υπό στοιχ. δ' του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ και ειδικότερα διότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι επέστρεψε στην Τράπεζα το συνολικό ποσό των 27.000.000 δρχ., η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υποχρεούτο να απαντήσει, καθόσον ο προβληθείς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμός του δεν συνδέεται με αίτημα χορηγήσεως τέτοιου ελαφρυντικού, αλλά το περιεχόμενο του ισχυρισμού του τούτου, όπως διαλαμβάνεται στη σελ. 4 των πρακτικών της προσβαλλομένης, προεβλήθη ως λόγος εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης. Από τα πρακτικά δε της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι περαιτέρω προέβαλε ο αναιρεσείων τέτοιο αίτημα. Επομένως, οι δευτερος, κατά τα υπό στοιχεία Δ', Ε' και ΣΤ' σκέλη και τρίτος λόγοι της αίτησης του άνω αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ως και εκ πλαγίου παραβάσεως των άρθρων 386, 216 παρ. 2 και 84 παρ. 2δ ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του άνω ν.1608/1950 στον ένοχο των αδικημάτων που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και εκείνα των άρθρων 216 και 386 Π.Κ., εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α Π.Κ. (μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, σύμφωνα με την περ. β του πιο πάνω άρθρου) και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Ειδικότερα με το άρθρο 263Α ΠΚ ορίστηκε ειδικώς και αυτοτελώς και ένα είδος δημόσιου τομέα για τις ανάγκες των υπηρεσιακών εγκλημάτων. Επομένως, η επαναοριοθέτηση και περιστολή που ακολούθησε με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 1892/ 1990 στον υπό της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 προβλεπόμενο γενικά δημόσιο τομέα δεν επέφερε και αντίστοιχο περιορισμό του δημόσιου τομέα που ορίστηκε με το άρθρο 263 Α ΠΚ ούτε κατ' επέκταση αντίστοιχη συστολή και του άνω άρθρου 1 του ν. 1608/1950 αφού απέφυγε να εκφράσει τέτοια βούληση ο νομοθέτης (ΑΠ 1155/2000, 1191/2001). Εξάλλου, επί εγκλήματος που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση προ της ισχύος του ν. 2721/1999, ήτοι προ της 3ης Ιουνίου 1999, για τον υπολογισμό του ποσού των 50.000.000 δραχμών (ήδη 150.000 ευρώ), λαμβανόταν υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ. 2756/1953 "για τους σεισμόπληκτους των νήσων" (που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 1 παρ.1 ν.1608/1950 και όχι μόνο επί σεισμοπλήκτων και κατά την οποία οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημίας που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων), το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη. Δεν είχε δε στην περίπτωση αυτή εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση της (και την προσθήκη παραγράφου 2) με το άρθρο 14 παρ.1 ν.2721/1999, κατά την έννοια της οποίας επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση λαμβάνονταν υπόψη, ενόψει της αυτοτέλειας των μερικότερων πράξεων, το όφελος ή η ζημία από κάθε μερικότερη πράξη, αφού κατίσχυε η ειδικότερη αυτή διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ. 2576/1953. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν καταργήθηκε από της ισχύος του ν. 2721/1999, ήτοι από τις 3 Ιουνίου 1999, με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.4 του πιο πάνω νόμου και την προσθήκη, με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου νόμου, στο άρθρο 98 Π.Κ. παραγράφου 2 (κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό), γιατί η διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ. 2576/1953 είναι ειδική, αφορά τους καταχραστές του δημόσιου τομέα και κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 98 παρ.2 ΠΚ. Σε περίπτωση επομένως εγκλήματος κατ' εξακολούθηση με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 ν. 1608/1950 δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, στην περίπτωση αυτή ισχύει και μετά την 3-6-1999, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2576/1953 και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ (Ολ.ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1110/2005). Τέλος, οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομένης συρροής (ΑΠ 83/2010, 1855/2001). Επομένως, οι δια του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης (με στοιχ. Α, Β, Γ) προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι α) οι τελεσθείσες σε βάρος της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως πράξεις της απάτης και της χρήσης πλαστών εγγράφων δεν μπορούν να υπαχθούν στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608, β) εσφαλμένως εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, άλλως εκ πλαγίου παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ και γ) η χρήση των άνω πλαστών επιταγών απορροφά την πράξη της απάτης, ήτοι ότι μεταξύ τους υπάρχει φαινόμενη συρροή είναι αβάσιμες, διότι το Δικαστήριο της ουσίας ορθά έκρινε ότι τα παραπάνω εγκλήματα που στρέφονται κατά της ανωτέρω Τράπεζας, που κατά το καταστατικό της εδρεύει στην ημεδαπή και το όφελος που πέτυχε ο κατηγορούμενος και η ζημία που προξενήθηκε σε αυτήν υπερβαίνουν τα 50.000.000 δρχ. υπάγονται στο ν. 1608/1950. Περαιτέρω δε ορθώς έκρινε η προσβαλλόμενη ότι εν προκειμένω εφαρμογή έχει η άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, καθόσον όπως ελέχθη, οι διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 ΠΚ και 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953 είναι μεν ίσης τυπικής ισχύος αλλά διαφέρουν μεταξύ τους, αφού κατά την πρώτη τούτων πρέπει ο δράστης να αποβλέπει στο συνολικό όφελος ή στη συνολική βλάβη, ενώ κατά τη δεύτερη, τούτο δεν απαιτείται, αλλά αρκεί, όπως εν προκειμένω κρίθηκε, ότι το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο αναιρεσείων ή η ζημία που προξενήθηκε στην Τράπεζα υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 50.000.000 δρχ. και δεν απαιτείται το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης να υπερβαίνει το ποσό τούτο. Εξάλλου, ορθώς επίσης έκρινε η προσβαλλομένη ότι οι άνω πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων συρρέουν πραγματικώς αφού κάθε πράξη από αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση της άλλης, ούτε αποτελεί αναγκαίο μέσο για την τέλεση της, εν προκειμένω δε πέρα από τη χρήση των πλαστών επιταγών εχώρησε και άλλη παραπλανητική συμπεριφορά, δηλαδή ψευδής βεβαίωση για τη γνησιότητα των πλαστών επιταγών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχεία Α, Β και Γ εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης, ώστε να μπορέσει ο κατηγορούμενος να ασκήσει το απορρέον από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα του να προβεί σε παρατηρήσεις και δηλώσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο, επέρχεται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του αυτού Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγο αναίρεσης της απόφασης. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν το έγγραφο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο ήταν συντεταγμένο σε ξένη γλώσσα, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του. Δεν υπάρχει όμως ακυρότητα όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημόσια, όταν τούτο αποτελεί το υλικό αντικείμενο ή το μέσο τελέσεως του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ο οποίος έτσι, αφού γνώριζε την κατηγορία, μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματα του και να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς (ΑΠ 1188/2006). Στα πρακτικά τη δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο, που αναγνώσθηκε. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα υπό στοιχεία 20, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33 και 34 (α' έως 2α κατά την αίτηση) έγγραφα ήτοι 20, 6, 10, 5, 8, 5, 4, 1, 1, 1 και 1 επιταγές σε φωτοαντίγραφα όλες των αναφερομένων Τραπεζών ως και τα υπό στοιχεία ιβ' έως ιε' κατά την αίτηση, ήτοι επενδυτική προσφορά του Ε.V., το από 4-10-1990 έγγραφο της Ν. Β. προς FRANZ LISZT WEG, το μήνυμα της GULF BANK προς την Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως από την Υπηρεσία Διεθνών Δραστηριοτήτων με θέμα επιταγές (βλ. στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων με αρ. 24-34, 39, 41, 80, σελίδες 23-24 και 26 της προσβαλλόμενης απόφασης), το από 30-9-1990 έγγραφο της ΕURΟ- ΙΝΤΕRCΟΝΤΟΝΕΝΤΑL ΒΑΝΚ LTD (βλ. τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων που προσκόμισε ο συγκατηγορούμενός μου με αρ. 5, σελ 26 της προσβαλλόμενης απόφασης). Τα έγγραφα αυτά ήταν όλα ξενόγλωσσα, πλην τα πρώτα εκ τούτων ήταν μέρος των πλαστών επιταγών και αποτελούν το μέσο τέλεσης των εγκλημάτων που αποδόθηκαν στον κατηγορούμενο αυτό (Β.) και αυτός καταδικάστηκε, ο οποίος έτσι, αφού γνώριζε τις κατηγορίες μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του και να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς, τα δε υπόλοιπα ως άνω έγγραφα, ως εκ του περιεχομένου τους, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεως του. Άλλωστε, κατά την ανάγνωσή τους, ο κατηγορούμενος μπορούσε να λάβει γνώση του περιεχομένου τους ζητώντας να ενημερωθεί περί αυτού και έτσι δεν στερήθηκε του ως άνω δικονομικού του δικαιώματος. Πλέον τούτων και όσον αφορά τα υπό στοιχεία 19 και 20 έγγραφα, ήτοι κατάσταση δέκα φύλλων που αφορά την κίνηση καταθέσεων και αναλήψεων της Σ. Τ. και κατάσταση δέκα φύλλων που αφορά αντίγραφα αποδείξεων αποστολής χρημάτων στη Σ. Τ., η ταυτότητα αυτών, αν και ελλιπής, είναι, όμως, επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιά έγγραφα αναγνώστηκαν, εν όψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ίδιο προσδιορισμό δεν αναγνώστηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα, ο οποίος έτσι είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών. Επομένως, και ο πρώτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος (στοιχ. Α' και Β') εκ του άρθρου 510 στοιχ. Α' ΚΠΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, η αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Β. είναι αβάσιμη στο σύνολο της και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Περαιτέρω, όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης του Γ. Π. υπό τις άνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όσον αφορά την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ 1 του ν. 1608/1950, το Δικαστήριο ουσίας διέλαβε στην απόφασή του αυτή την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων, ήτοι τη γνώση του αναιρεσείοντος ότι τα χρησιμοποιηθέντα από αυτόν έγγραφα (επιταγές) ήταν πλαστά, αφού, εκτός της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων Π. τελούσε εν γνώσει της πλαστότητας των επιταγών, γίνεται περαιτέρω αναφορά ότι η σύζυγος του πρώτου αναιρεσείοντος, στο λογαριασμό της οποίας είχε κατατεθεί μέρος των χρημάτων που απατηλώς είχε εισπράξει ο σύζυγός της από την Τράπεζα αυτή το απέδιδε στον κατηγορούμενο Γ. Π., ενώ παράλληλα, κατά τις παραδοχές, δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος που να δικαιολογούσε την περιέλευση των χρημάτων αυτών στον εν λόγω κατηγορούμενο, γεγονός που σαφώς υπονοεί ότι ο τελευταίος γνώριζε την πλαστότητα των επιταγών αυτών όταν τις παρέδιδε στον Β. για να τις εισπράξει, όπως εκείνος πράγματι έπραξε. Εξάλλου, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι ο αναιρεσείων Γ. Π. γνώριζε την πλαστότητα των επιταγών, αφού μάλιστα δεν δέχτηκε τον ισχυρισμό του, ότι τις παρέδωσε στον Β. προς ρευστοποίηση για να εξυπηρετήσει τρίτο άτομο (Ε. Β.), ευελπιστώντας σε μελλοντική μέσω του τελευταίου συνεργασία και συμμετοχή του σε συσταθησόμενες εταιρείες. Περαιτέρω και όσον αφορά τον προβληθέντα από τον ίδιο αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, κατ' άρθρο 30 ΠΚ, ότι δεν γνώριζε ότι οι επιταγές ήταν προϊόν πλαστογραφίας ή κλοπής, το Δικαστήριο της ουσίας δεν όφειλε να απαντήσει, διότι, κατά το περιεχόμενο του ισχυρισμού τούτου, η ανωτέρω άγνοια του δεν αναφέρεται σε ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της χρήσης των πλαστών εγγραφών, για τα οποία καταδικάστηκε, δοθέντος ότι, ως πραγματική πλάνη που έχει ως αποτέλεσμα το μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξης στο δράστη, θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 ΠΚ η παντελής άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του δράστη σχετικά με ουσιαστικό (συστατικό) όρο της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που τον οδήγησε χωρίς υπαιτιότητα του στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν πράττει κάτι το αξιόποινο. Ανεξαρτήτως τούτου, το Δικαστήριο αιτιολογημένα απάντησε επί του ισχυρισμού αυτού και τον απέρριψε δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων αυτός τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των επιταγών αλλά και του γεγονότος ότι αυτές ήταν προϊόν κλοπής. Εξάλλου ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως τοιούτος νομικής πλάνης, αφού δεν συνδέεται με αγνοία του αξιοποίνου (άρθρο 31 ΠΚ). Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης του Γ. Π. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη γνώση του περί της πλαστότητας των αναφερομένων επιταγών ως στοιχείου της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος της χρήσης των επιταγών, για το οποίο καταδικάστηκε και ως προς τον προβληθέντα ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και όσον αφορά την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1608/ 1950 με την απόφαση του αυτή, το Πενταμελές Εφετείο δέχτηκε ότι "ο παραπάνω κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος δέχτηκε στην κατοχή του τις ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιταγές αν και γνώριζε ότι αυτές είναι κλεμμένες, τις οποίες μεταβίβασε στον Α. Β., ο οποίος τις δέχτηκε αν και γνώριζε ότι αυτές είναι κλεμμένες, για να τις παρουσιάσει στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως και να εισπράξει το αντίστοιχο ποσό", στο δε διατακτικό ότι "... δέχτηκε στην κατοχή του πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα δέχτηκε τις παραπάνω επιταγές, τις οποίες μεταβίβαζε στον Α. Β., ο οποίος τις δέχτηκε αν και γνώριζε ότι ήταν κλεμμένες για να τις παρουσιάσει στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως και να εισπράξει το αντίστοιχο ποσό". Ακολούθως δε καταδίκασε τον αναιρεσείοντα αυτό (Γ. Π.) για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1608/1950, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος, αντί, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σε βαθμό πλημμελήματος, διότι οι επιταγές που αποδέχτηκε αποτελούν προϊόντα κλοπής, η οποία δεν στρεφόταν κατά του Δημοσίου και εν προκειμένω κατά της άνω Τράπεζας ως νομικού προσώπου του άρθρου 263Α ΠΚ, αλλά στρεφόταν η κλοπή κατά των προσώπων σε διαταγή των οποίων οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν ή κατά των εκδοτών τους. Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 394 παρ. 1 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης, είναι βάσιμος και συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα Γ. Π. για την πράξη αυτή. Μετά ταύτα, εφόσον η αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση είναι πλημμέλημα και φέρεται ότι τελέστηκε κατά το από 20-7-1992 και μέχρι το 10-9-1992 χρονικό διάστημα, το αξιόποινο για το πλημμέλημα αυτό έχει εξαλειφθεί δια της παραγραφής που εχώρησε, αφού έκτοτε και μέχρι σήμερα συμπληρώθηκε ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, καθώς και εκείνος της τριετούς αναστολής αυτής. Συνεπώς πρέπει για την πράξη αυτή να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος τούτου ασκηθείσα ποινική δίωξη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι έχει τελεστεί κατά το από 20-7-1992 μέχρι 10-9-1992 χρονικό διάστημα (άρθρο 111 παρ. 3, 113 παρ. 3 ΠΚ και 370 εδ. 2 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-1-2011 αίτηση του Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 545/ 2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που καταδικάστηκε για τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/ 1950 και χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/ 1950. Επιβάλλει σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αναιρεί την άνω απόφαση κατά τη διάταξή της, με την οποία ο αναιρεσείων Γ. Π. του Ε. καταδικάστηκε για την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.2 του ν. 1608/1950 και τη διάταξη της με την οποία για την πράξη αυτή του επιβλήθηκε η ποινή της κάθειρξης των πέντε (5) ετών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Γ. Π. του Ε., για την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (πλημμελήματος) που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-1992 μέχρι 10-9-1992. Απορρίπτει την αναίρεση του Γ. Π. κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία. Έννοια. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον αυτουργό της πλαστογραφίας συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, ενώ η χρήση από τρίτο συνιστά αυτοτελές έγκλημα. Απάτη. Έννοια βλάβη ξένης περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση καθ’ οιουδήποτε προς αποκατάστασή της. Περιουσιακή βλάβη συνιστά και η διακινδύνευση της περιουσίας όταν η δημιουργία του κινδύνου προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας της, ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη, ως όταν η επιδίωξη ικανοποιήσεως απαιτεί δικαστικούς αγώνες. Χρόνος τέλεσης της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του πλανηθέντος. Νόμος 1608/1950. Ο υπαίτιος του εγκλήματος του άρθρου 394 ΠΚ τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος έστω και αν η αξία του αποκρυπτομένου κλπ. είναι αξίας κατώτερης των 50.000.000 δρχ, αρκεί ότι το προϊόν προέρχεται από έγκλημα του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950. Οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή περιλαμβάνονται στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 263 Α ΠΚ. Σχετικές διατάξεις. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν .δ. 2756/1953 είναι ειδική και κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ. Η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού. Αναιρεί εν μέρει.
null
null
0
Αριθμός 1002/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με τη με αριθμό 75/2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 1100/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "KAΡΕΝΤΑ Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένη, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1024/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η κρινόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1100/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 149/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 20938/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τριών(3) ετών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεώς του. Στη συνέχεια, κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της, την υπ' αριθμ. 149/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 20938/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ.1100/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως, ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 1001/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με τη με αριθμό 75/2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 1099/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1023/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η κρινόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1099/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 150/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 21046/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της, την υπ' αριθμ. 150/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 21046/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα εκ στο άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1099/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως, ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 1000/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αρ. 75/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1103/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1021/2010. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1103/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 155/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 6239/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κατάρτισε και δημοσίευσε μέσω της Προέδρου του την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την υπ' αριθμ 155/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 6239/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1103/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 999/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αρ. 75/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1096/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγων τον Α. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1020/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1096/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 153/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 21049/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο) να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την υπ' αριθμ 153/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 21049/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1096/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 998/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αρ. 75/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1098/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγων τον Α. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Αθανασόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1019/2010. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1098/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 151/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 21047/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο) να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την υπ' αριθμ 151/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 21047/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1098/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 996/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αρ. 75/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1097/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγων τον Α. Μ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1048/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η κρινόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1097/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 152/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 21048/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την υπ' αριθμ 152/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 21048/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1097/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 995/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αρ. 75/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1102/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1102/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 156/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 14829/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και σε χρηματική ποινή 6.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την υπ' αριθμ 156/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 14829/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορός του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεώς του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1,171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1102/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 992/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτη Ειρήνης Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 2928/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. Κ. του Μ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νινόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ. του Χ., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό "10/28.02.2011" έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 289/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 349 παρ.1 εδ. α-γ του κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τα δύο πρώτα αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν.3090/2002, το Δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης για τον λόγο αυτό να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδριάσεως πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως. Η αναβολή γίνεται δε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Ως σημαντικά αίτια, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι, μεταξύ άλλων και το κώλυμα της συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, όχι μόνον όταν έχει συμμετάσχει στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 14 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), αλλά και για λόγους ευπρεπείας όπως όταν έχει συμπράξει και στην έκδοση αποφάσεως στο πλαίσιο πολιτικής ή ποινικής δίκης, επί υποθέσεως, στην οποία τα πραγματικά περιστατικά εν πολλοίς ταυτίζονται με εκείνα της υποθέσεως η οποία φέρεται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, αφού έχει ήδη εκφράσει γνώμη και είναι δυνατόν για λόγους συνέπειας προς την άποψη που έχει εκφράσει να μη κρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό και ανεπηρέαστο. Η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής τους Κράτους Δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτήν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό δικαστή. Άλλωστε, το δικαίωμα αυτό του προσώπου θεμελιώνεται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργώντας νόμιμα, θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε κατηγορίας εναντίον του ποινικής φύσης". Εν προκειμένω, μετά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά της αποφάσεως 2928/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και κατά τη διάσκεψη του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Γεωργόπουλος, μέλος της παρούσης συνθέσεως, δήλωσε ότι για λόγους ευπρεπείας, κατ' άρθρο 23 παρ. 3 ΚΠΔ, κωλύεται να συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι μετέσχε ως Πρόεδρος Εφετών στη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, επί μηνύσεως του κατηγορουμένου Ι. Κ. κατά του ήδη πολιτικώς ενάγοντος, Κ. Κ. για την πράξη της εκβιάσεως (πλημμεληματική και κακουργηματική) με το 979/2008 αμετάκλητο βούλευμά του, απήλλαξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη πολιτικώς ενάγοντα από την κατηγορία. Με βάση το απαλλακτικό ως άνω βούλευμα, ο απαλλαγείς κατηγορούμενος, Κ. Κ., μήνυσε τον τότε μηνυτή, Ι. Κ. για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος. Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε η 128/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κατόπιν εφέσεως η ως άνω προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά ταύτα και ενόψει α) του γεγονότος ότι όπως προέκυψε από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβιάσεως είναι κατά κύριο λόγο αυτά τα οποία αποτελούσαν και το αντικείμενο της έρευνας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και β) της γνώμης που εξέφρασε το ως άνω μέλος του Δικαστηρίου στο ως άνω βούλευμα και των προαναπτυχθέντων, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής εκδικάσεως της προκειμένης υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι οι διάδικοι, δεν έχουν κληθεί να παραστούν κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως και η διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος δικαστής. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την εκδίκαση της από 28 Φεβρουαρίου 2011 αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 2928/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Γεωργόπουλος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλει την εκδίκαση της αιτήσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης ... λόγω κωλύματος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 988/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5106/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ά. Τ. του Π., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 170/2011. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 24-2-2011 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα ... του Α/Τ ..., περί επιδόσεως στα χέρια του αναιρεσείοντα της υπ' αριθμ. 170/15-2-2011 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-12-2010 δήλωση-αίτηση του Α. Χ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 5106/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 989/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 14561/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11.9.1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται, πλέον, με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Θεσσαλονίκη, την 30-12-2003, με πρόθεση παρέβη προθεσμία καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα πέραν τεσσάρων μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους και συγκεκριμένα ασκώντας εμπορική επιχείρηση στο ..., παρέβη την προθεσμία καταβολής της βεβαιωμένης από την Δ.Ο.Υ. ... οφειλής του από Φ.Π.Α. σύμφωνα με τον αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος τους παρόντος κάτωθι πίνακα χρεών". Στον δε πίνακα αναφέρεται α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους (Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης), β) το είδος του φόρου που βεβαιώθηκε (Φ.Π.Α.), γ) το ύψος αυτού (39.971,60 ευρώ), δ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ), ε) ο χρόνος της βεβαιώσεως (1.7.2003) και στ) ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί (29.8.2003). Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σαφώς αναφέρεται ότι η πράξη τελέσθηκε στις 30.12.2003, μετά, δηλαδή, την παρέλευση τετραμήνου από τις 29.8.2003 που το χρέος, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, είχε καταστεί απαιτητό. Και β) ναι μεν το σκεπτικό της αποφάσεως αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, πλην το τελευταίο περιέχει, αναλυτικά και με πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτεί ο νόμος για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ώστε ήταν περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Επομένως, οι μοναδικοί, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Δεκεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 10587/2010) αίτηση του Π. Τ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 14561/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Εφαρμογή ευμενέστερων διατάξεων άρθρου 34§1 ν. 3220/2004. Χρόνος τελέσεως της πράξεως μετά παρέλευση τετράμηνου από τότε που το χρέος κατέστη απαιτητό. Το σκεπτικό της αποφάσεως αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, πλην το τελευταίο περιέχει, αναλυτικά και με πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτεί ο νόμος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 997/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Δ. του Γ., κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Καζιτώρη, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αρ. 75/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1101/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγων τον Π. Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο μετά από τον Εισαγγελέα ή τους παριστάμενους πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο, έστω και αν ο κατηγορούμενος δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεως αυτής, ως αναφερομένης στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση δικαιώματος που του παρέχεται ρητά από το νόμο, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέτοια ακυρότητα δημιουργείται και όταν, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη ως απαραδέκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά αποφάσεως, το δικαστήριο χωρήσει στην έκδοση της σχετικής απορριπτικής αποφάσεως του επί εφέσεως χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον παριστάμενο εκκαλούντα κατηγορούμενο ή στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορο αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 1101/26-4-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά την οποία εκδικαζόταν η από 22-2-2010 υπ' αριθ. 154/2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 21050/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Πρωτοδικών, μετά τη λήξη της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ως προς το παραδεκτό της εφέσεως, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η άνω έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για παράβαση του Ν. 5960/1933, που είχε τελεστεί στις 30-7-2001. Παρέλειψε, όμως, μετά την πρόταση της Εισαγγελέως, η διευθύνουσα τη συζήτηση να δώσει τον λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος Ηλία Κόντο, δικηγόρο Ηρακλείου, στον οποίο είχε επιτραπεί από το ίδιο Τριμελές Πλημμελειοδικείο να εκπροσωπήσει αυτόν, στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 εδ. α', β' και γ' ΚΠΔ, κατόπιν σχετικής εγγράφου δηλώσεως του, για να αναπτύξει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο κρίσιμο θέμα του παραδεκτού της εφέσεως του. Στη συνέχεια, κατάρτισε και μέσω της Προέδρου του δημοσίευσε την πιο πάνω απόφαση, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την υπ' αριθμ 154/22-2-2010 έφεση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 21050/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Έτσι, με την παράλειψη της διευθύνουσας τη συζήτηση να δώσει υποχρεωτικά τον λόγο μετά την Εισαγγελέα στον άνω δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη εμφανισθέντα αυτοπροσώπως κατηγορούμενο, ακόμη και αν δεν ζήτησε τον λόγο ο συνήγορος του για να εκθέσει τις απόψεις του εκκαλούντος, ως προς την παραδοχή της εφέσεως του, επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω μη ασκήσεως δικαιώματος του κατηγορουμένου που του παρέχεται ρητώς από το νόμο. Επομένως, ο σχετικός από τα άρθρα 170 παρ. 1, 171 παρ. 1 εδ. δ', 369, 502 παρ. 1, 510 αριθ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την άνω παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει τον λόγο στο συνήγορο που εκπροσωπούσε τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη πριν απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, και ενώ, παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που γίνεται δεκτή η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και εάν ακόμη έχει παραγραφεί η πράξη, ο Άρειος Πάγος δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 3/1996, Ολ.ΑΠ 1/1998). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1101/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου .Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Νόμου περί Επιταγών. Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, με την επίκληση του λόγου της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο συνήγορο του, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα που πρότεινε την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 1005/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 77218/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Β. Π. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Θ. Α. του Α., κάτοικο ... και 2.Β. Α. του Β., κάτοικος ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 9/28.2.2011 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελπινίκης Τσιφτσή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 298/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ.α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεως του. Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτό ποινή τιμωρείται, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του δι' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητος, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 77218/2010 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο-αναιρεσίβλητο των αποδιδομένων σ'αυτόν πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο, δέχθηκε, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος όσα κατέθεσε στην από 7.10.2003 μήνυσή του, που τέθηκε στο αρχείο, κατά των εγκαλούντων και περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης ήταν αλήθεια. Κατά την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Σ. Τ. οι εγκαλούντες στην Αθήνα στις 10.11.2003 εξύβρισαν τον κατηγορούμενο με τις φράσεις "κλέφτη, μαλάκα, απατεώνα, μας έχετε κατακλέψει" ήτοι ανέφεραν όλη την ουσία των εξυβριστικών φράσεων που περιέχονταν στην άνω μήνυση του κατηγορουμένου. Άρα ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης. Περαιτέρω, όμως, εκτός του ότι όσα περιέλαβε στη μήνυσή του δεν ήταν συκοφαντικώς δυσφημιστικά για τους εγκαλούντες, εφόσον ήταν αληθή, αλλ'ούτε και απλώς δυσφημιστικά εφόσον τα συμπεριέλαβε σε μήνυση ως είχε το δικαίωμα, διότι θίγονταν η τιμή του, ούτε δε και εξυβριστικά εφόσον δεν αναφέρθηκαν με σκοπό εξύβρισης". Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την προπαρατεθείσα έννοια, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα το Δικαστήριο διέλαβε στην άνω απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν σχετικά με την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου του κατηγορουμένου, αλλά και των αντικειμενικών, εκτίθενται δε στο σκεπτικό οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο διατυπούμενο στο διατακτικό του απαλλακτικό πόρισμα. Από την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και από "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομοτύπως στο δικαστήριο" προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων που είναι μάρτυρες κατηγορίας και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενόψει του ότι οι ανωμοτί καταθέσεις δεν είναι ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, να αναφέρεται ποιοι μάρτυρες κατέθεσαν με όρκο και ποιοι χωρίς όρκο, δεν καταλείπεται δε αμφιβολία ότι τις συνεκτίμησε από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να τις σχολιάσει. Περαιτέρω, δεν απαιτείτο να εκθέσει το Δικαστήριο για ποιο λόγο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στην κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα υπερασπίσεως Σ. Τ. ενώ από το γεγονός ότι εξαίρεται η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα δεν προκύπτει ότι παραλείφθηκε η συνεκτίμηση των καταθέσεων και των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων. Τέλος, με τις παραδοχές, ότι όσα διαλαμβάνονταν στην από 10.11.2003 μήνυση του κατηγορουμένου ήταν αληθή δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν τον σκοπό καταδίωξης και αμέσου δόλου του κατηγορουμένου, στοιχεία αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, για τον σχηματισμό καταδικαστικής κρίσης στα άνω εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημίσεως. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και ότι ελήφθη υπόψη μόνο η κατάθεση του Σ. Τ. και ότι δεν αιτιολογείται η έλλειψη του υπερχειλούς δόλου και του αμέσου δόλου του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, συνακολούθως δε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 9/28.2.2011 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 77218/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της απαλλακτικής απόφασης, για ελλιπή αιτιολογία σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων, αφού είναι βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και οι καταθέσεις αυτές.
null
null
0
Αριθμός 987/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Α. Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 2017/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 942/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζοντα! από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 16 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ.Σκιάθου Β. Τ. η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως στη σύνοικο θυγατέρα της Α. Α.Σ., για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9-2-2011 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την υπ'αριθ.193/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ.5/17-6-2010 αίτηση της Α. Α. Σ. για αναίρεση της 2017/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 986/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, Α. συζ. Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2016/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 938/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση, που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 16.9.2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ. Σκιάθου Β. Τ., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση στη σύνοικο ανήλικη κόρη της κλήσεως για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9.2.2011, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 192/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17.6.2010 αίτηση της Α. συζ. Α. Σ., για την αναίρεση της υπ' αριθ. 2016/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 984/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 11η Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ'αρ.404/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Ε. Κ. του K., 2. Β. Κ. του Ν., 3. Κ. Κ. του Ε., 4. Α. σύζ. Ε. Κ., 5. Κ. Κ. του Ε., 6. Χ. Κ. του Ε., 7. Α. Κ. του Ε.. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1293/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 104/14-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, την 2/10.9.2010 αίτηση (δήλωση) της κατηγορουμένης Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση του 404/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι. Με το 42/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας έχει παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Πατρών, προκειμένου να δικασθεί για απάτη κατά συναυτουργία (ταυτόχρονη και διαδοχική) και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και με επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την με αριθμό 2/7.9.2009 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη με το προσβαλλόμενο 404/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο-πρωτόδικο βούλευμα. ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το παραπάνω εφετειακό βούλευμα, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ασκηθείσα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχει δε με τρόπο σαφή και ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 484 παρ.1 στοιχ. α', β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα θεωρούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 1171/2010, ΑΠ 341/2010). Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών, ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων κλπ., βλάβη δε (ζημία) της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλασσον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως της από το δράστη και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Επί απάτης ο αντικειμενικός σύνδεσμος απαιτείται να υπάρχει αφενός μεν μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης του άλλου, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς επί της οποίας παραπείσθηκε ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη. Η επέλευση της βλάβης απαιτείται να είναι αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς (ΑΠ 1128/2010, 868/2010, 546/2009). Αρκεί και η απειλή μειώσεως της περιουσίας του παθόντα, δηλαδή η διακινδύνευση, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας οικονομικής καταστάσεως, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση (κατά του δράστη ή τρίτου) προς ανόρθωση της βλάβης, εφόσον η επιδίωξη της ικανοποιήσεώς του απαιτεί εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες. Περιουσιακό όφελος υπάρχει όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οποιουδήποτε εξ αυτών και είναι παράνομο το όφελος όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος (ΑΠ 1216/2010, 1033/2010, 341/2010, 1902/2008). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ", ενώ κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999, "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση αμφοτέρων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράστη σκοπούμενου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον βεβαίως υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό, όπως πιο πάνω, όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους (ΑΠ 1061/2010, 1724/2009, 1554/2009, 1453/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα, από την επανειλημμένη τέλεση του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος απαιτείται η αντικοινωνικότητα και ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον να θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1428/2010, 924/2009, 548/2009). Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους από έναν δράστη κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ.ΑΠ 50/1990). ΙV. Με το Ν. 2308/1995 "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου - Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'114), καθορίσθηκε η διαδικασία συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, η σχετική διαδικασία αρχίζει με την έκδοση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία κηρύσσει ορισμένη περιοχή υπό κτηματογράφηση (άρθρο 1). Ακολουθεί η υποβολή δηλώσεων από όσους έχουν εμπράγματα ή άλλα εγγραπτέα στα κτηματολογικά βιβλία δικαιώματα επί ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής (άρθρο 2), η σύνταξη των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων με βάση τα τοπογραφικά υπόβαθρα που διαθέτει ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (ΟΚΧΕ), τις υποβληθείσες δηλώσεις, τους συνυποβαλλόμενους με αυτές τίτλους, τα στοιχεία και τις πληροφορίες που συλλέγει ο ΟΚΧΕ από άλλες υπηρεσίες και από τους οριοδείκτες ή με επιτόπια έρευνα ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο (άρθρο 3) και η ανάρτηση των κατά τα ανωτέρω συνταχθέντων προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων (άρθρο 4). Στη συνέχεια, προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ενστάσεων από όσους έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο (άρθρο 6), η εξέταση των εν λόγω ενστάσεων σε πρώτο βαθμό από τριμελή Επιτροπή (άρθρο 7), η μετά από την εξέταση αυτή αναμόρφωση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων (άρθρο 8) και η δεύτερη ανάρτηση των στοιχείων της κτηματογραφήσεως (άρθρο 9), η υποβολή προσφυγών σε Δευτεροβάθμια Επιτροπή από τυχόν θιγομένους και η εκδίκασή τους (άρθρο 10), μετά την οποία χωρεί η αναμόρφωση από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο των κτηματολογικών διαγραμμάτων και των κτηματολογικών πινάκων με βάση τις αποφάσεις της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής και η έκδοση από τον ΟΚΧΕ "διαπιστωτικής πράξεως περαιώσεως της όλης διαδικασίας κτηματογραφήσεως" (άρθρο 11). Ακολούθως, το Γραφείο Κτηματογραφήσεως προβαίνει στις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία για όλα τα ακίνητα της περιοχής που κτηματογραφήθηκε (άρθρο 12). Επακολούθησε ο Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'275), ο οποίος ρύθμισε τα ζητήματα σχετικά με την τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, την λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων και την μετάβαση από το σύστημα των μεταγραφών και υποθηκών στο σύστημα του κτηματολογίου. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 αυτού και υπό τον τίτλο "Πρώτες εγγραφές - Προθεσμία αμφισβητήσεως" ο N. 2664/1998 όρισε τα εξής: "1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες ... 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλη και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) ετών ... . Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της απόφασης του ΟΚΧΕ, που προβλέπει το άρθρο 1 παράγραφος 3 [απόφαση περί της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του Κτηματολογίου]. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως, στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων όσο και κατά του ειδικού διαδόχου αυτού. Επί αγωγών που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τηρείται από αυτό, η διαδικασία του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ...". Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου "Μεταγενέστερες εγγραφές, που καταχωρίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο έως την κατά το προηγούμενο άρθρο οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής, δημιουργούν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 13. Το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν αντιτάσσεται κατ' εκείνου που αμφισβήτησε την ακρίβεια της πρώτης εγγραφής ενώπιον των δικαστηρίων μέσα στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 προθεσμία και πέτυχε την έκδοση υπέρ αυτού αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ούτε κατ' εκείνων που έλκουν δικαιώματα από αυτόν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7α του παρόντος, εκτός αν πρόκειται για εγγραφή που αφορά σε πρωτότυπη κτήση, αντιτασσόμενη κατά τις ισχύουσες γι' αυτήν διατάξεις και έναντι αυτού". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου οι εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα για τις πράξεις του άρθρου 12 τεκμαίρονται ακριβείς και η ανατροπή του μαχητού αυτού τεκμηρίου γίνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή η οποία ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον και στρέφεται κατ' εκείνου που φέρεται ανακριβώς στα κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχος ή των καθολικών διαδόχων του ή και κατά των ειδικών διαδόχων με ποινή απαραδέκτου. Τέλος, εκδόθηκε ο Ν. 3127/2003 (ΦΕΚ Α'67), με τον οποίο επήλθαν επί μέρους τροποποιήσεις και εχώρησε συμπλήρωση των διατάξεων των νόμων 2308/1995 και 2664/1998, οι οποίες ισχύουν κατ' αρχήν στις κτηματογραφήσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς και στις κτηματογραφήσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, χωρίς να ακολουθήσει η έκδοση της αποφάσεως του ΟΚΧΕ που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2308/1995. Εξάλλου, κατ' επίκληση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ως άνω Ν. 2308/1995 εκδόθηκε η 24414/4876/8.9.1997 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Κήρυξη περιοχών υπό κτηματογράφηση για τις εργασίες του Εθνικού Κτηματολογίου" (ΦΕΚ Β' 836), με την οποία κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση οι περιοχές που βρίσκονται στα διοικητικά όρια των δήμων και κοινοτήτων που αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο νομός Κεφαλληνίας (Δήμοι Αργοστολίου και Ληξουρίου). Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις των Ν. 2308/1995 και 2664/1998, με την διαδικασία της κτηματογραφήσεως που προβλέφθηκε από αυτές, αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ' αυτών δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και τις πληροφορίες, που έχουν συλλεγεί, χωρίς, πάντως, να κρίνεται με την αποτύπωση και την καταγραφή αυτή το ζήτημα του ιδιοκτήτη των ακινήτων για τα οποία πρόκειται. Η διαδικασία, δηλαδή, αυτή, ως εκ της φύσεως των οργάνων στα οποία έχει ανατεθεί η διεκπεραίωσή της, δεν υποκαθιστά ούτε αποκλείει την δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής. Οι αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων, οι οποίες ανακύπτουν κατά την κτηματογράφηση ή μετά την περαίωση αυτής, εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ και των συγκροτουμένων από τον ΟΚΧΕ Επιτροπών Ενστάσεων (Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια) υπάγονται, ως αφορώσες την αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.2 του Συντάγματος (ΑΠ 2048/2009 [Πολιτική], ΣτΕ 3829-32/1997 Ολομ., ΣτΕ 806-7/2006). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι μετά τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, εφόσον αυτές γίνονται από τον κατά φαινόμενο δικαιούχο, τίθενται αμέσως υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα του πραγματικού δικαιούχου, με συνέπεια την απειλή μειώσεως της περιουσίας του, δηλαδή χειροτέρευση της ενεστώσας οικονομικής καταστάσεως αυτού, αφού η επιδίωξη ικανοποιήσεώς του και συνακόλουθα η δυνατότητα διαθέσεως της περιουσίας του απαιτεί την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες, με την προβλεπόμενη ειδική διαδικασία του άρθρου 6 του Ν. 2664/1998. V. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 2830/2010 (Κώδικα περί Συμβολαιογράφων), ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός με καθήκοντα, να συντάσσει και φυλάσσει έγγραφα συστατικά ή αποδεικτικά των δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων όταν η σύνταξη των εγγράφων αυτών είναι υποχρεωτική κατά νόμο ή όταν οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να προσδώσουν σε αυτά κύρος δημοσίου εγγράφου και οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξεως που αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη, ασκεί δε τα καθήκοντα του ευσυνείδητα και αμερόληπτα και οφείλει να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι αυτοί γνωρίζουν τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι ο συμβολαιογράφος οφείλει, κατά την άσκηση των λειτουργικών του καθηκόντων, όταν διαπιστώνει ή τελεί εν γνώσει ότι το περιεχόμενο των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων μερών είναι προδήλως ψευδές, να απέχει από τη σύνταξη πεποιημένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, διότι η σύνταξη τέτοιων εγγράφων είναι αντίθετη στο νόμο και στα χρηστά ήθη. VI. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1406/2010, 1354/2010). Η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1362/2010). Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001, ΑΠ 1250/2010). VII. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που το εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει γενικά κατ' είδος και συγκεκριμένα από τα στοιχεία της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως και κυρίως τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκκαλούντων (κατηγορουμένων), τα υπομνήματα αυτών, αξιολογούμενων κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρ. 177 ΚΠΔ), προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά τους, πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες εκμεταλλεύθηκαν τις αδυναμίες εφαρμογής στην πράξη της διαδικασίας της νεοσυσταθείσης μέσω των ιδιωτικών γραφείων των αναδόχων εταιριών εκπονήσεως των μελετών του προγράμματος σε πιλοτική φάση των κτηματογραφήσεων, η οποία εισήχθη με νεοπαγείς (τότε) διατάξεις περί "κτηματογραφήσεως για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου", Νόμου 2308/1995 (ΦΕΚ Α', 114/1998) δια της οποίας επεχειρήθη σε πρώτη φάση να δημιουργηθούν οι απαραίτητες τεχνικές προϋποθέσεις για την έναρξη και με βάση την κατάληξη αυτών στην επεξεργασία, ένταξη και εξασφάλιση της συνέχειας και λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου (Κτηματολογικών Βιβλίων) ως συστήματος οργανωμένων σε ενιαία κτηματοκεντρική βάση νομικών (εμπραγμάτων σχέσεων) - τεχνικών πληροφοριών για όλα τα ακίνητα της Επικράτειας με τρόπο που να διασφαλίζει τη δημόσια πίστη προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται σε κτηματολογικές εγγραφές και μάλιστα στη συγκεκριμένη κατάθεση να ενταχθεί η περιοχή του ΟΤΑ ... στο νέο σύστημα. Έτσι έθεσαν σε εφαρμογή σχέδιο νοσφίσεως ξένων γεωτεμαχίων και δη των μηνυτών χρησιμοποιώντας την διαδικασία της κτηματογραφήσεως ως "εργαλείο" στα χέρια τους προς την κατεύθυνση ευοδώσεως του σκοπού τους αυτού. Πλέον συγκεκριμένα ο Κ. Κ. εν γνώσει του ψευδώς και με σκοπό να εξαπατήσει τον ΟΚΧΕ, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκε η κτηματογράφηση μέσω της "Κτηματολόγιο ΑΕ" η ενεργηθείσα δι' αναθέσεως (με σύμβαση που καταρτίσθηκε την 6.7.1998) των σχετικών, με την υπό τεχνική άποψη κτηματογράφηση μελετών, για τον ΟΤΑ ... στην (εταιρία) "ΗΛΙΔΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ", νομίμως εκπροσωπούμενη υπό του Σ. Λ. και έδρα την ..., συνεργάτης της οποίας, υπό την ιδιότητα του ειδικού τεχνογνώστη-επιστήμονα ήτο ο τοπογράφος μηχανικός μη εκκαλών Β. Κ.. Το αντικείμενο εργασίας τούτου συνίστατο, στην αποτύπωση σε κτηματολογικά διαγράμματα ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής, στην κατάρτιση των κτηματολογικών πινάκων που αντιστοιχούσαν στα πιο πάνω κτηματολογικά διαγράμματα, μετά από την επεξεργασία των δηλώσεων ιδιοκτησίας των υπό των δικαιούχων εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων επί των ακινήτων της κτηματογραφούμενης περιοχής, στην ανάρτηση (Α', Β') των άνω κτηματολογικών πινάκων ως και την επεξεργασία (παραλαβή-πληκτρολόγηση σε ενιαία βάση δεδομένων - ανάγνωση του περιεχομένου της, αξιοποίηση στοιχείων που περιλαμβάνονται σ' αυτές ως και την συσχέτισή τους με τα στοιχεία του αναλογικού αρχείου που όφειλε να τηρεί, ως συνεργάτης της αναδόχου της μελέτης κτηματογραφήσεως (από τεχνική άποψη) "ΗΛΙΔΑ ΕΕ", δηλαδή με τις δηλώσεις ιδιοκτησίας, τους τίτλους κτήσεως που τις συνοδεύουν, τα τοπογραφικά διαγράμματα. Ενώ στα έργα που ανήκε και η εκπόνηση - σύνταξη εισηγήσεων (τεχνικών) προς τις Α/βάθμιες - Β/βάθμιες Επιτροπές, αρμόδιες προς διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μετά την εξέταση ενστάσεων ή προσφυγών προς αυτές (Επιτροπές) από τους ενδιαφερόμενους, κατά των εγγραφών τους στους Κτηματολογικούς Πίνακες. Έχοντας λοιπόν προσυνεννοηθεί, μαζί με τον 1ο εκκαλούντα καταστρατηγώντας και κατά κυριολεξία στρεβλώνοντας την όλη διαδικασία του τεχνικού κτηματολογίου βάσει του οποίου, όπως αμφότεροι γνώριζαν ότι θα καταρτιζόταν το νομικό κτηματολόγιο, δηλαδή οι εγγραφές των δηλουμένων, επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής, δικαιωμάτων στα κτηματολογικά βιβλία, οι οποίες μετά την οριστικοποίηση τους θα οδηγούσαν στην δημιουργία αμάχητου τεκμηρίου περί της ορθότητος των εγγραμμένων σ' αυτό δικαιωμάτων (Α' εγγραφών) με δυσμενέστατες συνέπειες για τον πραγματικό δικαιούχο ο οποίος, σε περίπτωση ανακριβούς Πρώτης Εγγραφής ή μη εγγραφής του ιδίου, για διαφόρους λόγους φέρει το βάρος ανατροπής τούτου (τεκμηρίου), έναντι του φερομένου ως δικαιούχου του επιμάχου εγγραπτέου δικαιώματος έπεισαν, ο πρώτος, παράλληλα και διαδοχικά σε συμπαιγνία και με την συγκατηγορούμενή του συμβολαιογράφο, τα όργανα αρμόδια για την κτηματογραφική (αρχική) φάση προετοιμασίας της τηρήσεως και λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου και σε προγενέστερη φάση τις αρμόδιες για την εκδίκαση των ενστάσεων κατά των εγγραφών στα κτηματολογικά στοιχεία (προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα και προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες) Διοικητικές Επιτροπές (Α/βάθμιες, Β/βάθμιες) να του συμπεριλάβουν τούτον (1ο εκκαλούντα) αρχικά και εν συνεχεία μέσω αυτού ως δήθεν δικαιοπαρόχου τους τα τέκνα του (ως δικαιοδόχους) στα ως άνω κτηματολογικά στοιχεία χορηγώντας του μάλιστα, για τα εμφαινόμενα στους κτηματολογικούς πίνακες και αποτυπωμένα στα διαγράμματα ακίνητα (γεωτεμάχια) αντίστοιχα Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου αποσπάσματα εκ των άνω προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων (ανηρτημένων πινάκων - διαγραμμάτων) ως προαπαιτούμενα για την σύνταξη των δεκάδων συμβολαίων και διορθωτικών αυτών, τα οποία καταρτίσθηκαν υπό της δευτέρας εκκαλούσης συμβολαιογράφου, δυνάμει των οποίων προέβη ο 1ος εκκαλών στην σύσταση εμπραγμάτων δικαιοπραξιών (γονικών παροχών) και τα τέκνα του εν συνεχεία μεταξύ τους σε δωρεές επί ξένων γεωτεμαχίων καταπατηθέντων υπ' αυτού με τον ακόλουθο τρόπο και δη με: 1) Αναληθείς δηλώσεις εγγραπτέων δικαιωμάτων τέσσερις τον αριθμόν, ήτοι πλην της αρχικής .../5.10.1999 και εκπρόθεσμες τέτοιες ενώπιον της Β/βάθμιας Επιτροπής εκδικάσεως ενστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 8 Ν. 2308/1995 και δη μετά την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 2308/1995 (μετά την Α' ανάρτηση δηλαδή) εντός της οποίας εκλήθησαν οι δικαιούχοι να υποβάλλουν δηλώσεις των δικαιωμάτων τους στα ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής (ΟΤΑ ...) η ημερομηνία ενάρξεως της οποίας ήταν η 5.4.1999 και εκείνη του πέρατος η 5.10.1999, ήτοι τις .../28.2.2001, 6845/1.3.2001 και .../2.1.2002, επικαλούμενος ως τρόπο (αιτία) κτήσεως των δι' αυτού δηλουμένων δικαιωμάτων κυριότητος των δηλουμένων δήθεν ακινήτων του την έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), δηλαδή την εικοσαετή νομή, προκειμένου να αναγραφεί στους κτηματολογικούς πίνακες ως δικαιούχος επ' αυτών (ακινήτων) που όπως καλώς γνώριζε ουδόλως του ανήκαν αλλά επρόκειτο περί ακινήτων των οποίων οι πραγματικοί κύριοι (ιδιοκτήτες τους) απουσίαζαν ή αμέλησαν να τα δηλώσουν ή επρόκειτο περί ακινήτων αγνώστων τα οποία κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού (εμπραγμάτου δικαίου) και δικονομικού δικαίου θα περιήρχοντο στο Ελληνικό Δημόσιο και 2) Ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις, δια των οποίων συνόδευε τις άνω δηλώσεις του και δη τις .../3.6.1999, .../15.1.2001 (διορθωτική της πρώτης), .../29.12.2000 και .../30.5.2001 συνταχθείσες υπό της δευτέρας εκκαλούσης συμβολαιογράφου και υπογραφείσες από τους γονείς του Κ. και Α. Κ., τις οποίες υπέβαλε προς τον ΟΚΧΕ μέσω του Γραφείου Κτηματογραφήσεως της (για λογαριασμό της αναδόχου της μελέτης κτηματογραφήσεως για την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου για ΟΤΑ ...) εταιρίας "Σ.Λ. και ΣΙΑ ΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΔΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ" δια των οποίων εφέροντο εκείνοι (ψεύδορκοι) κάτοχοι με άσκηση νομής επί ακινήτων που όπως καλώς γνώριζαν δεν τους ανήκαν και ουδέποτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο ενεμήθησαν ασκώντας διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου επί 20 έτη. 3) Ψευδή τοπογραφικά διαγράμματα δι' απεικονίσεως σ' αυτά των φερομένων ως ιδιοκτησία του ξένων ακινήτων (ιδιοκτησίας των μηνυτών) τα οποία εξεπόνησε, κατά τα προσυμφωνημένα συμπαικτικώς μαζί του, ο συγκατηγορούμενός του τοπογράφος - μηχανικός, στον οποίο η άνω εταιρία "ΗΛΙΔΑ ΕΕ - Σ.Λ." είχε συνάψει σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών για την εκπόνηση της μελέτης κτηματογραφήσεως, γνωρίζοντας ότι ο 1ος εκκαλών θα χρησιμοποιήσει αυτά ως συνημμένα έγγραφα των (ψευδών) δηλώσεων ιδιοκτησίας του επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (έκτακτη χρησικτησία) του δηλουμένου δικαιώματος (κυριότητος) επί ακινήτων ξένων (ανηκόντων στους μηνυτές) και βεβαίως γνωρίζοντας ήδη, από το στάδιο των κτηματολογικών εργασιών που πραγματοποίησε ο ίδιος για την δημιουργία των απαραίτητων βασικών φωτογραμμετρικών υποβάθρων τα οποία θα μετασχηματιζόταν, ύστερα από ελέγχους, διορθώσεις και συμπληρώσεις των δηλώσεων ιδιοκτησίας των ενδιαφερομένων, σε κτηματολογικά διαγράμματα, ότι η φερομένη δια των ψευδο-δηλώσεων του συγκατηγορουμένου του, ως δήθεν ιδιοκτησίες του - γεωτεμάχια του είχαν υποδειχθεί υπό των αληθών κυρίων τους μεταξύ των οποίων και από κάποιους μηνυτές οι οποίοι προσήρχοντο γι' αυτά ακριβώς στο Γραφείο (Κτηματολογήσεως) προκειμένου να "αναγνωρίσουν" εντοπίσουν τις θέσεις των ιδιοκτησιών τους, είτε σε αεροφωτογραφία, όπου πάνω τους γνώριζε αυτός κάθε αγροτεμάχιο, είτε στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή όπου, σε ψηφιακή μορφή εμφαίνονταν τα χαρτογραφικά υπόβαθρα (χάρτες) τα οποία είχαν χορηγηθεί στην μελετητική εταιρία (ΗΛΙΔΑ ΕΕ) από την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΚΧΕ και προορίζονταν να αποτελέσουν το βασικό χαρτογραφικό υλικό, κατόπιν επεξεργασίας υπό αυτού (Κ.), για λογαριασμό της αναδόχου εταιρίας, ως τοπογράφου - μηχανικού, των δηλώσεων των υποβαλλομένων υπό των προσώπων, τα οποία επικαλούντο ύπαρξη δικαιωμάτων (εμπραγμάτων ή άλλων εννόμων σχέσεων) επί των κτηματογραφούμενων ακινήτων προσδιορίζοντας αυτά, με περιγραφή του εγγραπτέου δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσεώς τους (νόμιμο τίτλο), φροντίζοντας να επισυνάψουν τυχόν υφιστάμενα τοπογραφικά και τους τίτλους των δηλουμένων δικαιωμάτων τους (συμβολαιογραφικά έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις αναγνωριστικές ή καταψηφιστικές πράξεις της δημόσιας Αρχής (παραχωρητήρια) προκειμένου αυτά να υποβληθούν εν συνεχεία, σε δημοσιοποίηση δια μέσου των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων και των προσωρινών διαγραμμάτων που αντιστοιχούσαν στα ακίνητα (κατά θέση, εμβαδόν, σχήμα, όρια και γειτνιάζουσες ιδιοκτησίες, ομόρων κυρίων) τα αποτυπούμενα επ' αυτών, περιλαμβανόμενα (καταχωριζόμενα) στην Κτηματολογική βάση της Α' και Β' Αναρτήσεως. 4) Με ενστάσεις κατά των κτηματολογικών εγγραφών τόσον της Α' όσο και της Β' αναρτήσεως, δια των οποίων εν γνώσει του ψεύδους τους ζήτησε, απευθυνόμενος προς τις αρμόδιες Α/βάθμιες και Β/βάθμιες Επιτροπές του Κτηματολογίου ή την διόρθωση ορίων των δήθεν ακινήτων του ή δήλωσε ότι έχει στην κυριότητά του εκτάσεις πλέον των ήδη δηλωθέντων (εκπροθέσμως) οι οποίες, όπως καλώς γνώριζε δεν του ανήκαν, φροντίζοντας συγχρόνως, άλλοτε να προβαίνει σε διανοίξεις δρόμων "εξαφανίζοντας" τα φυσικά όρια των ιδιοκτησιών (λιθιές, δρόμους) με σκοπό να δυσχεραίνει τον εντοπισμό τους από τους πραγματικούς τους ιδιοκτήτες, φράσσοντας προϋπάρχοντες δρόμους προκειμένου ν' αποκόψει την προσβασιμότητα των πραγματικών ιδιοκτησιών από τις περιουσίες τους ή άλλοτε σβήνοντας, τα αρχικά των ονομάτων από σταθερά σημεία των πραγματικών ιδιοκτητών και αναγράφοντας τα αρχικά στοιχεία του δικού του ονοματεπωνύμου με χρώμα, ξεριζώνοντας και κόβοντας οπωροφόρα δένδρα κατά τρόπον ώστε να αλλοιώνεται η εικόνα των ξένων ιδιοκτησιών τις οποίες εν συνεχεία, μέσω του μη εκκαλούντος Β. Κ., αποτύπωνε σε τοπογραφικά (δεκάδες) στα οποία ψευδώς και εσκεμμένως (:λανθασμένα) δεχόταν με δολία προαίρεση, προδήλως, έναντι οικονομικών (αδήλων) ανταλλαγμάτων που του είχε υποσχεθεί ο 1ος κατηγορούμενος, να εκπονήσει εκείνος (τοπογράφος - μηχανικός) με στοιχεία ασαφή και ασύμβατα εντελώς, που δεν ταίριαζαν (και τούτο καλώς το γνώριζε) όντας ως τοπογράφος - μηχανικός, ο οποίος διενήργησε τις απαραίτητες τεχνικές εργασίες, για την κτηματογραφική απεικόνιση των γεωτεμαχίων της κτηματογραφούμενης περιοχής ενεργώντας για λογαριασμό της εργοδότριας του, με την επωνυμία "ΗΛΙΔΑ ΕΕ" εταιρίας κτηματογραφήσεως, συσχετίζοντας στα διατιθέμενα τοπογραφικά υπόβαθρα του ΟΚΧΕ τις υποβληθείσες υπό των ενδιαφερομένων δηλώσεις ιδιοκτησίας τους επί των γεωτεμαχίων που προηγουμένως του είχαν, ως ελέχθη, υποδείξει εντοπίζοντας αυτά στον ψηφιακό χάρτη ή σε αεροφωτογραφίες. Δια των ως άνω ψευδών, καθ' ολοκληρία τοπογραφικών διαγραμμάτων, τα οποία έφεραν "μουντζούρες", "σβησίματα με μπλάνκο", προφανώς για να "εξαφανίσει" όσους εφέροντο στα αρχικώς εκπονηθέντα-συνταχθέντα τοπογραφικά διαγράμματα ως συνορίτες επεκτείνοντας συγχρόνως τις ανύπαρκτες ιδιοκτησίες του, τα αξιοποίησε για δικό του και των τέκνων του όφελος, προσαρτώντας τα σε συμβόλαια (γονικές παροχές, διορθωτικές γονικές παροχές, δωρεές). Βάσει αυτών μεταβίβασε τις ανύπαρκτες ιδιοκτησίες του (καταπατηθείσες εκτάσεις) ο Κ. και η σύζυγος του σε μια περίπτωση, η οποία αποφασιστικά συνέδραμε και ουσιωδώς υποβοήθησε το σύζυγο της στις διαδικασίες με τις οποίες ολόκληρη η οικογένεια Κ., ως μέλη της ιδίας ομάδος απάτης και μάλιστα και οι τρεις γενιές (υπέργηροι παππούδες-γονείς του έως νεωτέρας των πρωταγωνιστών) μεθοδευμένης και καλοστημένης απάτης την οποία μετήλθαν με τεχνουργία αληθώς επιστημονική, ήτοι με "τεκτονικό" τρόπο δομηθείσα, προφανώς υπό του Β. Κ. ειδικού εμπειρογνώστη και προεξάρχοντος στο ρόλο του ως καθοδηγητή (πληροφοριοδότη) του Κ., καθώς είχε και την τεχνογνωσία και την σχετική δυνατότητα, και λόγω της αμέσου προσβάσεως του στα κτηματολογικά στοιχεία (κτηματολογικά χαρτογραφικά υπόβαθρα, κτηματολογικούς πίνακες). Αυτός, με περίτεχνη (επιστημονική) επεξεργασία στρεβλώνοντας, τις διαδικασίες του νεοσύστατου θεσμού της κτηματογραφήσεως, δηλαδή ο Β. Κ., επέτυχε όπως επεδίωκε να εμφανίσει τον Κ. και την οικογένεια του ως "μεγαλογαιοκτήμονες" κτήτορες, μάλιστα με τίτλους, περιβεβλημένους νομιμοφανή συμβόλαια, αναπτύσσοντας τούτο άλλοτε ταυτοχρόνως άλλοτε επαλλήλως, αναλόγως του σταδίου της εκνόμου δράσεώς τους, την τελευταία (δράση του) με την επίσης επιστήμονα (νομικό) συμβολαιογράφο (Σ.Τ.) οι γνώσεις της οποίας και η εξοικείωσή της με το νομικό μέρος της διαδικασίας της κτηματογραφήσεως είχε τεράστια σημασία για την ευόδωση των σκοπών του σφετεριστή ξένων περιουσιών Κ.. Τούτο, καθόσον αυτή δέχθηκε συντάσσοντας "αποδεικτικά κυριότητος" - τουτέστιν ένορκες βεβαιώσεις χρησικτησίας, γονικές παροχές, διορθώσεις γονικών παροχών, δωρεές, προσύμφωνα αγοραπωλησίας, πληρεξούσια αγοραπωλησίας, γνωρίζοντας ότι οι συσταθείσες δι' αυτού του τρόπου εμπράγματες δικαιοπραξίες, αφορούσαν εκτάσεις που δεν ανήκαν, καταδήλως, στον εντολέα της, δεχόμενη να προσαρτήσει σε τέσσερις γονικές παροχές την ίδια ημέρα την ίδια ώρα χρησιμοποιώντας τέσσερις φορές το ίδιο ΚΑΕΚ για τέσσερα διαφορετικά ακίνητα πολλαπλάσιας εκτάσεως για (1) ένα ακίνητο που μάλιστα τα δύο από αυτά είναι "ξεκομμένα" 600 και 500 μέτρα από τη θέση του κωδικού αριθμού (ΚΑΕΚ) που αναγράφονται στο κτηματολογικό απόσπασμα, το οποίο επισυνάφθηκε εκ μέρους της στα συμβόλαια. Αντί δηλαδή να κατατμήσουν το δήθεν αρχικό αγροτεμάχιο (400.000 τ.μ.) και να το διανείμουν στα τρία τέκνα Κ. το πολλαπλασίασαν. Μάλιστα, το αρχικό ακίνητο (μήτρα) απέχει από το τελευταίο 600 μέτρα. Επίσης η ίδια αυτή, δέχθηκε να επισυνάψει στα συμβόλαια που κατήρτισε τα ψευδή τοπογραφικά διαγράμματα τα υπό του Β. Κ. και του συνεργάτη του Σ. Α., ο οποίος και τον ως βασικό μελετητή της κτηματογραφήσεως ... αποτυπώνοντας καθ' υπόδειξη εκείνου και με σκοπό να τον συνδράμει στην τεχνουργία της απατηλής μετά του Ε. Κ. μεθοδεύσεως τα τοπογραφικά διαγράμματα. Είναι πλέον ή βέβαιον ότι η συγκεκριμένη εκκαλούσα είχε την εμπειρία και τις γνώσεις και την τεχνική - νομική κατάρτιση να διαγνώσει τα ψευδολογήματα, τα ενόρκως βεβαιωθέντα, τόσον υπό των γονέων του Ε. Κ. ενώπιον της ως εκ της απλής και μόνον αντιπαραβολής της αρχικής τοιαύτης πράξεως της (.../3-6-1999) με εκείνη (.../20-5-2001) πού αφορούσε στο αυτό ακίνητο πλην, με τριπλάσια πλέον έκταση μετά του συνημμένου τοπογραφικού διαγράμματος, όσο και υπό του ιδίου δια των γονικών παροχών και των λοιπών εμπραγμάτων δικαιοπραξιών που κατήρτισε επί των εκτάσεων που "νοσφίσθηκε" εξασφαλίζοντάς του τίτλους ανυπάρκτου ιδιοκτησίας και σ' αυτόν ως δικαιοπάροχο - προκτήτορα ξένων εκτάσεων και στα τέκνα του ως δικαιοδόχους - ειδικούς διαδόχους του. Γνώριζε αναμφιβόλως, ότι οι άνω ένορκες βεβαιώσεις θα χρησιμοποιούντο ως "αποδεικτικά" της δήθεν κυριότητος με πρωτότυπο, κατά το ουσιαστικό Δίκαιο, τρόπο κτήσεως αυτής (έκτακτη χρησικτησία) του φερομένου ως χρησιδεσπόζοντος τις εκτάσεις που περιγράφονται στις πράξεις της αυτές, συνοδεύοντας, τις ψευδοδηλώσεις ιδιοκτησίας στις οποίες ακολούθως θα προέβαινε ο ίδιος προκειμένου να καταχωρισθεί στους προσωρινούς αρχικά, κτηματολογικούς πίνακες και στα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα, λαμβάνοντας κτηματολογικά αποσπάσματα στα οποία θα αναφέρονταν και ο ειδικός κωδικός αριθμός (ΚΑΕΚ) που αποτελεί, την "κτηματογραφική ταυτότητα" κάθε ακινήτου, δηλώνεται δε δι' αυτού μονοσήμαντα ένα μόνο ακίνητο, με μοναδικές και συγκεκριμένες διαστάσεις, σχήμα, επιφάνεια, όρια, συντεταγμένες. Επίσης γνώριζε, αναμφίβολα άριστα, λόγω των νομικών γνώσεων της ότι το Κτηματολογικό Απόσπασμα συνιστούσε ουσιώδες προαπαιτούμενο μετά την Α' ανάρτηση, για την κατάρτιση οιασδήποτε μεταβιβαστικής της κυριότητος ή συνάψεως άλλης εννόμου σχέσεως (εμπραγμάτου φύσεως) δικαιοπραξίας επί ακινήτων ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου. Άνευ αυτών (κτηματογραφικά αποσπάσματα) ήσαν και το γνώριζε, άκυρες οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Έτσι, για να προσδώσει "τυπικότητα" και νομιμοφάνεια στις δραστηριότητες του συγκατηγορουμένου της, μέσω των δημοσίων, και με αποδεικτική ισχύ έναντι όλων, εγγράφων (συμβολαίων) στα οποία ηθελημένως βεβαίωνε η ίδια αναληθή πραγματικά περιστατικά (δήθεν κυριότητα) του συγκατηγορουμένου της, τα οποία αβασάνιστα και προδήλως έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων (αγνώστου ύψους) που της είχε υποσχεθεί ο σφετεριστής - συγκατηγορούμενός της δέχθηκε να συντάξει, παρότι στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να είχε αρνηθεί καθόσον αναμφιβόλως, είχε "διαγνώσει" ως εκ της εμπειρίας της και της αλλεπαλλήλου σειράς τίτλων, τοπογραφικών διαγραμμάτων εν πολλοίς αντιφατικών, χωρίς καμιά αντιστοίχηση με το επισυναπτόμενο στα υπό της ιδίας καταρτιζόμενα συμβόλαια και τα αποτυπούμενα στα διαγράμματα ακίνητα, ότι η όλη διαδικασία ήταν "ασυνήθης" αν μη τι άλλο τέτοια που, σε κάθε μέσο συνετό συμβολαιογράφο θα δημιουργούσε ευλόγως όχι μόνο ερωτηματικά αλλά βεβαιότητα ότι υποκρύπτει μεθόδευση και εγκληματική τεχνουργία συγκαλύψεως για "απόκρυψη" των παρανόμου προελεύσεως εγκληματικών προϊόντων του συγκατηγορουμένου της και των τέκνων του. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν αντελήφθη, η συγκεκριμένη εκκαλούσα, που συνέταξε δεκάδες συμβολαιογραφικά έγγραφα, τις χιλιάδες των στρεμμάτων που μεταβιβάζονταν μεταξύ των μελών μίας και μόνο οικογενείας σε διάστημα μιας τετραετίας αλληλοδιαδόχως, με χρήση "μουντζουρωμένων" στην κυριολεξία με χημικό μολύβι τοπογραφικών "εξαφανίζοντας" όμορους ιδιοκτήτες, αλλοιώνοντας την πραγματικότητα, αλλάζοντας θέσεις, εκτάσεις και σχήμα σε ακίνητα και απαλείφοντας, ακόμη και χαραγμένους δρόμους. Και αυτή έλαβε μέρος (με κατανομή ρόλων της μορφής που ήδη αναφέρθηκε) στο "στήσιμο" στην εφαρμογή και την πραγματοποίηση της επιστημονικά καλοοργανωμένης απάτης σε βάρος των κατοίκων ενός ολόκληρου χωριού. Σε βάρος ακόμη του Δημοσίου μέσω του ΟΚΧΕ (Οργανισμού Κτηματογραφήσεως Ελλάδος) θέτοντας υπό αμφισβήτηση το κύρος και την αξιοπιστία κλονίζοντας το θεσμό της κτηματογραφήσεως δια του οποίου, όχι μόνον οι ιδιωτικές περιουσίες επεδιώχθη να καταγραφούν (προστατευθούν, συμπλήρωση από τους επίδοξους σφετεριστές) δια της δηλώσεως τους στο "Κτηματολόγιο" αλλά και η δημοσία έννομος τάξη θα ωφελείτο εκ της ευταξίας αυτής, διότι η Πολιτεία στόχο είχε πλην της καταγραφής της δημοσίας περιουσίας, την εκπόνηση αναπτυξιακών - οικονομικών σχεδιασμών προγραμματίζοντας καταλλήλως επενδύσεις και κεφάλαια για την πρόοδο και την εξέλιξη (τουριστική, βιομηχανική, οικολογική) των περιοχών, οι οποίες μετά το πέρας της διαδικασίας κτηματογραφήσεως τους θα εντάσσονταν στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου, δηλαδή των Κτηματικών Βιβλίων του Ν. 2664/1998. Με την οργανωμένη και καλομελετημένη διαδοχικώς δράση τους, οι εκκαλούντες έθεσαν εμπράκτως και πανηγυρικό τρόπο σε αμφισβήτηση την έγγειο ιδιοκτησία των αληθών κυρίων (μηνυτών), οι οποίοι υπέστησαν βαρύτατη προσβολή στο ιδιοκτησιακό τους δίκαιο, καθόσον στους τελικούς (αναμορφωμένους) κτηματολογικούς πίνακες και τα συνημμένα σ' αυτούς διαγράμματα, αναληθή και με πλήρως αλλοιωμένη την αληθή των πραγμάτων κατάσταση συνεπεία της εξυφανθείσης απατηλής μεθοδεύσεως των πρωταγωνιστών της κρινομένης υποθέσεως, δεν είχαν καταχωρισθεί οι ίδιοι (αληθείς κύριοι) αλλά ο Ε. Κ. και τα τέκνα του στα οποία, όπως θα εκτεθεί αναλυτικώς πιο κάτω, φρόντισε να μεταβιβάσει τα εγκληματικά προϊόντα της πιο πάνω δραστηριότητος του, με εμπράγματες δικαιοπραξίες περιβεβλημένες τον μανδύα του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μάλιστα χωρίς να αναμείνει την έκδοση των επί των ενστάσεών του αποφάσεων των αρμοδίων Επιτροπών, προφανώς διότι ήταν πλέον ή βέβαιος ότι με τις "μεθοδεύσεις" και "τεχνουργίες" του συγκατηγορουμένου του Β. Κ., όχι απλώς θα γίνονταν δεκτές αλλά θα του "αποδίδοντο" ακίνητα που ούτε καν είχε ζητήσει ο ίδιος. Στα ως άνω δε συμβόλαια (γονικές παροχές) προσαρτούσαν ΚΑΕΚ ακινήτων που δεν τους ανήκαν και βέβαια αξιοποιώντας καταλλήλως δεκάδες ψευδή τοπογραφικά διαγράμματα δια των οποίων αντικειμενικά, η εσκεμμένη και ενσυνείδητη παραποίηση της πραγματικότητος υπό του συντάκτη τους Β. Κ. ήταν πρωτοφανής. Αφού, σε σειρά συμβολαίων το εμβαδόν των μεταβιβαζομένων ακινήτων, τα τοπωνύμια, τα όρια, οι όμορες ιδιοκτησίες δεν συστοιχίζονταν με αυτά (τοπογραφικά διαγράμματα). Ενώ αρκετά τοπογραφικά διαγράμματα που επισυνάφθηκαν στις οικείες συμβολαιογραφικές πράξεις φέρονταν η υπογραφή του συνεργάτη του Β. Κ., Α. Σ., χωρίς να έχει ωστόσο συντάξει ο ίδιος αλλά ο Κ.. Η εξακριβωμένη συνολικά καταπατηθείσα έκταση (400.000 τ.μ.) η οποία περιήλθε στην κατοχή του με την μεθόδευση των εκπροθέσμων δηλώσεων και ενστάσεων κατά των κτηματολογικών στοιχείων της Β' Αναρτήσεως. Μεταβίβασε δε αυτήν στα τέκνα του εκ των γεωτεμαχίων που σφετερίσθηκε εμφανίζοντας εαυτόν αντί των αληθών κυρίων ως ιδιοκτήτη, ανέρχεται σε 426.060 τ.μ. Η απόκλιση αυτή οφείλεται το πιθανότερο α) στο ότι μεταξύ των αποδοθέντων στον Ε. Κ. γεωτεμαχίων υπό την έννοια του ότι κατεχωρίσθη ως δικαιούχος αυτών στους κτηματολογικούς πίνακες και στα κτηματολογικά διαγράμματα, λαμβάνοντας κτηματολογικά αποσπάσματα με κωδικό αριθμό (ΚΑΕΚ) για κάθε ένα απ' αυτά και των τοπογραφικών που προσαρτίσθηκαν στις συμβολαιογραφικές πράξεις δεν υφίσταται αντιστοίχηση, ταύτιση και β) στις μικρές αποκλίσεις μεταξύ διαφορετικών τοπογραφήσεων. Σκοπός του ήταν προδήλως να "καταχωρήσει" με τίτλους τις δήθεν ιδιοκτησίες του τροποποιώντας με μεταγενέστερες των ψευδοδηλώσεών του και πάντως προγενέστερες της εκδικάσεως των ενστάσεων του, το δηλωθέν δικαίωμα κυριότητας, επί των ξένων γεωτεμαχίων που σφετερίσθηκε με εμπράγματες συμβάσεις, συστάσεις περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος και δη με γονικές παροχές και διορθωτικές αυτών γονικές παροχές μεταγεγραμμένες νομοτύπως και περιβεβλημένες τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Σημειωτέον ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις μεταβίβασε τα καταπατηθέντα αγροτεμάχια μόνον κατά ψιλή κυριότητα παρακρατώντας ο ίδιος ισοβίως την επικαρπία. Ακολούθως, τόσον ο ίδιος όσον και οι δικαιοδόχοι (τέκνα του) χωρίς να χάσουν χρόνο, προέβαιναν σε δηλώσεις των δικαιωμάτων τους και μάλιστα ο Κ. Ε. προέβαινε σε συμπληρωματικές δηλώσεις ως προς το περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμά του επί των επιδίκων ακινήτων και τα τέκνα του σε μεταγενέστερες αρχικές δηλώσεις υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ.6 εδ.α' N. 2308/1995 επιτυγχάνοντας δι' αυτών, ψευδών καθ' ολοκληρία, αφού άπαντες γνώριζαν (πατέρας και τέκνα) ότι οι φερόμενες ως περιεχόμενες στους τελευταίους δυνάμει γονικών παροχών ιδιοκτησίες ουδέποτε και καθ' οιονδήποτε τρόπο ανήκαν στον δικαιοπάροχο τους (1° κατηγορούμενο). Ωστόσο, επετύγχαναν να λαμβάνουν κτηματογραφικά αποσπάσματα τα οποία, κατά τα προσχεδιασμένα συμπαικτικώς και βάσει της καλοσχεδιασμένης απάτης τους, του τα χορηγούσε το Κτηματολογικό Γραφείο, καταχωρώντας τους στα κτηματολογικά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα τους οποίους ενέκριναν, παραπλανώμενα ως προς την ορθότητα και ακρίβεια των εγγραφών του τα όργανα του ΟΚΧΕ, μετά την Β' ανάρτηση και μάλιστα στην επαναληπτική Β' ανάρτηση η οποία έγινε κατά μήνα Μάιο του έτους 2007. Σ' αυτά (κτηματολογικά αποσπάσματα), τα οποία μάλιστα προσδιορίζονται με τους αποκλειστικά για κάθε ένα ακίνητο κωδικούς αριθμούς (ΚΑΕΚ - Εθνικού Κτηματολογίου) αναφέρεται ως τίτλος κτήσεως, τα μεταγεγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δια καθ' έκαστο ακίνητο καταρτισθέντα, τα οποία έτσι απέκτησαν "νομότυπο μανδύα" μεταμφιεζόμενα και από προϊόντα εγκλήματος, μέσω επισήμων δημοσίων εγγράφων, συγκαλυπτικών της αληθούς προελεύσεως τους, αποκτούσαν νομιμοφανή υπόσταση. Δια των εν λόγω κτηματολογικών αποσπασμάτων, το περιεχόμενο των οποίων απαρτίζουν τα στοιχεία των αναρτημένων (τελικών) κτηματογραφικών πινάκων και διαγραμμάτων, μετά την αναμόρφωσή τους βάσει των αποφάσεων των Β/βαθμίων Επιτροπών οι κατά φαινόμενο δικαίου, καταχωρισθέντες σ' αυτούς (τελικούς πίνακες) εμφαίνονταν ως δήθεν δικαιούχοι, δηλαδή πατέρας και υιοί Κ., εθίγησαν δε βαρύτατα οι πραγματικοί κύριοι (μηνυτές) διότι, όχι οι ίδιοι, αλλά οι εκκαλούντες είχαν την δυνατότητα αξιοποιήσεως της (τυπικά υφισταμένης) ακίνητης δήθεν περιουσίας τους (όπως αποτυπώθηκε στα τελικά κτηματολογικά διαγράμματα) έχοντας την νομική δυνατότητα να θέσουν αυτή (ακίνητη περιουσία) ως πιστωτική βάση για τη λήψη δανείων κλπ με παροχή προσημειώσεως υποθήκης. Με άλλες λέξεις, στις αρχικές-πρώτες εγγραφές και κατ' επέκταση στα Κτηματολογικά Βιβλία και την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου οι κατηγορούμενοι, ως κατά φαινόμενο και μόνο δικαιούχοι (καταχωρισμένοι στο κτηματολογικό φύλλο εκάστου ακινήτου) δικαιούντο να διαθέσουν το "φαινόμενο" δικαίωμά τους και όχι οι πραγματικοί δικαιούχοι επειδή δεν ήσαν καταχωρισμένοι, υποχρεούμενοι πλέον μέσω δαπανηράς και μακροχρονίου διαδικασίας να επιδιώξουν την αναγνώριση των μη καταχωρισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους ή άλλων εννόμων σχέσεων έστω κι αν αυτά υφίστανται τυπικά και να μεριμνήσουν συγχρόνως, για την διόρθωση των αναφερομένων κτηματογραφικών στοιχείων, όπως αποτυπώνονται στα τελικά κτηματολογικά διαγράμματα και τους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες βαρυνόμενοι μάλιστα με την απόδειξη των ισχυρισμών τους καθόσον, δια της προπεριγραφείσας διαδικασίας της κτηματογραφήσεως, θα δημιουργείτο υπέρ των αναληθώς δηλούντων μελών της οικογενείας Κ. ένα μαχητό τεκμήριο της (μη οριστικοποιημένης) ορθότητος των εγγεγραμμένων δικαιωμάτων τους (ανύπαρκτων). Πλέον συγκεκριμένα, στο ιστορικό που θα ακολουθήσει εκτενώς αναπτύσσονται οι διαδικασίες και τεχνουργίες τις οποίες ακολούθησαν ο Ε. Κ. (ολόκληρη η οικογένεια του) και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του αποτέλεσμα των οποίων ήταν: Να δηλωθούν ψευδώς εκτάσεις στο Εθνικό Κτηματολόγιο από τον Ε. Κ. (εκτάσεις που δεν του ανήκαν). Να αποδοθούν για τις δηλώσεις αυτές αυθαίρετα, παράλογα και αναντίστοιχα εκτάσεις από το Κτηματολόγιο στον Ε. Κ.. Να καταθέσει ο Ε. Κ. ενστάσεις προς τις Επιτροπές του Κτηματολογίου (Α/βάθμιες και Β/βάθμιες), με τις οποίες ζήτησε να αυξηθούν ακόμη περισσότερο οι εκτάσεις που του είχε αποδώσει το Κτηματολόγιο. Τα "κατάφερε" με τις αυθαίρετες και παραπλανητικές εισηγήσεις-τεχνικές εκθέσεις του αναδόχου γραφείου κτηματογραφήσεως του χωριού ... Κεφαλληνίας (μελετητής ήταν ο Β. Κ.) προς τις Επιτροπές του Κτηματολογίου (Α/βάθμιες και Β/βάθμιες). Οι Επιτροπές του Κτηματολογίου παραπλανήθηκαν και έκαναν δεκτές τις Ενστάσεις του Ε. Κ., σύμφωνα με τις εισηγήσεις - τεχνικές εκθέσεις του αναδόχου γραφείου κτηματογραφήσεως. Να συντάξει ο μελετητής της κτηματογραφήσεως Β. Κ. τις προαναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις, για τις ενστάσεις, προκλητικά παραπλανητικές (έφθασε σε σημείο να εισηγείται σε αυτές να αποδοθούν στον Ε. Κ. ακίνητα τα οποία δεν ζητούσε στις ενστάσεις του, δηλαδή "δώρα") και επέτυχαν να εξαπατήσουν οι δύο τους (Κ. και Κ.) ακόμη και τις Επιτροπές του Κτηματολογίου. Έτσι, με αυτό τον τρόπο, αύξησε ακόμη περισσότερο ο Ε. Κ. τις δήθεν εκτάσεις που του είχε αποδώσει αυθαίρετα με την διαδικασία των εκπροθέσμων δηλώσεων το Κτηματολόγιο (με επεξεργασία Β.Κ.). Να μεταβιβάσει τις θιγμένες - καταπατημένες εκτάσεις ο Ε. Κ. στα τέκνα του, Α., Κ. και Χ.. Οι εκτάσεις που μεταβίβασε ο Ε. Κ. ήταν αυτές που αυθαίρετα του είχαν αποδοθεί για τις εκπρόθεσμες δηλώσεις του. Επίσης άλλες εκτάσεις, που επίσης μεταβίβασε, ήταν αυτές τις οποίες μεταβίβασε πριν την εκδίκαση των ενστάσεων και μεταξύ αυτών ήταν και εκτάσεις τις οποίες δεν ζητούσε στις προαναφερόμενες ενστάσεις του, αλλά ήξερε (προφανώς τον ενημέρωσε ο Β.Κ.) ότι θα του έκοβε "δώρα" (ο Β.Κ.) και θα του έδινε περισσότερες εκτάσεις από αυτές που ζητούσε. Να δεχθεί η συμβολαιογράφος να κάνει συμβόλαια παρά το ότι έβλεπε την "όλη κατάσταση", όπως θα αναλυθεί κατωτέρω. Τα τέκνα του Ε. Κ., Α., Κ. και Χ. να αποδεχθούν τα προϊόντα απάτης, τις δήθεν ιδιοκτησίες που τους μεταβίβασε ο πατέρας τους και ακολούθως να καταθέσουν στο Κτηματολόγιο ψευδείς δηλώσεις περιγράφοντας τα δήθεν ακίνητα που απέκτησαν, άλλοτε κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα και άλλοτε δυνάμει ψιλής κυριότητος, αφού ο ίδιος ο Κ. επεφύλαξε δι' εαυτόν (συστήνοντας περιορισμένη προσωπική δουλεία στα δήθεν γεωτεμάχιά του) την επικαρπία, προκειμένου να καταχωρισθούν και οι ίδιοι αλλά και ο πατέρας του (αυτός προέβη ως ελέχθη σε συμπληρωματικές δηλώσεις "συγκαλυπτικές" των παρανόμων προϊόντων (δι' απάτης κακουργηματικής την οποία μετήλθε "επανειλημμένως" και "κατά συνήθειαν") στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες και στα τελικά κτηματολογικά διαγράμματα μετά την Β' Ανάρτηση ώστε, μετά το πέρας της διαδικασίας της κτηματογραφήσεως και της εγκρίσεως των κτηματολογικών στοιχείων από τον ΟΚΧΕ, οπόταν θα προχωρούσε η διαδικασία στις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία - με την έναρξη της υπό κτηματογράφησιν περιοχής ... στο Εθνικό Κτηματολόγιο - θα αποκτούσαν οριστικά περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα) με αντίστοιχους ΚΑΕΚ, καταγεγραμμένα στην ατομική κτηματολογική μερίδα των οικείων δημοσίων Βιβλίων (Κτηματολογικά) του Εθνικού Κτηματολογίου. Οι αληθείς δε κύριοι, απειλήθηκαν άμεσα να υποστούν περιουσιακή βλάβη από τις ψευδείς αυτές εγγραφές, διότι οι ίδιοι θα έφεραν το βάρος (αποδεικτικό) της ανατροπής του υπέρ των κατηγορουμένων δημιουργηθέντος τεκμηρίου ορθότητος των ψευδοεγγραφών, τις οποίες προκάλεσαν στα κτηματολογικά στοιχεία δια της απάτης της μεθοδεύσεως και των ενεργειών τους που ακολούθησαν προς τον σκοπό συγκαλύψεως (νομιμοποίηση) της αληθινής προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων που άπαντες, εγνώριζαν ότι δεν τους ανήκαν αλλά προήλθαν από την εγκληματική δραστηριότητα του φερομένου ως δικαιοπαρόχου πατέρα τους ωθούμενοι από ταπεινά κίνητρα (κερδοσκοπία) επιδιώκοντας με άλλες λέξεις να πορισθούν κέρδος ως εκ της κτήσεως (προσπορίσεως) ακινήτου ιδιοκτησίας τρίτων (μηνυτών), οι οποίοι ωστόσο δεν είχαν καταχωρισθεί στους κτηματολογικούς πίνακες και κτηματολογικά διαγράμματα των διαδικασιών της Α' και Β' αναρτήσεων της κτηματογραφηθείσης περιοχής. Η ως άνω κατακινδύνευση της περιουσίας των μηνυτών συνίσταται στο ότι η περιουσία τους παρίσταται αμφισβητούμενη διότι, και μετά την επαναληπτική Β' ανάρτηση της 14ης/7/2007 στην οποία προχώρησε μετά την αποκάλυψη της προκειμένης υποθέσεως και την καταγγελία προς τον ΟΚΧΕ των μηνυτών, ο Πρόεδρος του Εθνικού Κτηματολογίου δυνάμει της 118/22.4/26.2.2007 αποφάσεως του, φέρονται ως κάτοχοι ΚΑΕΚ αντιστοιχούντα στα δήθεν ακίνητα τους με συνέπεια να απειλούνται με ζημία αντίστοιχη της εμπορικής αγοραίας αξίας αυτής (πρόκειται για συνολικώς μεταβιβασθείσα - καταπατηθείσα έκταση επιφανείας 430.438 τ.μ.), η οποία αναβιβάζεται κατ' εκτίμησίν τους σε 1.500 ευρώ ανά στρέμμα. Σε πίνακες που θα ακολουθήσουν παρατίθενται λεπτομερώς οι ψευδείς (εκπρόθεσμες τουτέστιν μετά την Α' ανάρτηση) δηλώσεις του Ε. Κ. προς το Κτηματολόγιο σε πρώτη φάση, βάσει ψευδών ενόρκων βεβαιώσεων των γονέων του, περί χρησικτησίας (εκτάκτου) επί των αναφερομένων σ' αυτές δήθεν ακινήτων του, τις οποίες χρησιμοποίησε ως "τίτλο" κτήσεως των ανύπαρκτων (εγγραπτέων) δικαιωμάτων δήθεν κυριότητός του επ' αυτών. Λεκτέον ότι ακολούθησαν και δηλώσεις του στο Κτηματολόγιο (ως προς την επικαρπία) βάσει συμβολαίων γονικών παροχών με τα οποία μεταβίβασε, για συγκάλυψη των προϊόντων της απατηλής μεθοδευμένης επιχειρήσεως απάτης που μαζί με τους Κ. και την Τ. οργάνωσαν, στα τέκνα του τα δήθεν γεωτεμάχιά του. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ήδη δια της αριθμ. .../5.10.1999 δηλώσεώς του, προσκομίζοντας την αριθμ. .../3.6.1999 ένορκη βεβαίωσή του, είχε δηλώσει ένα δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." .... Το δηλωθέν αυτό κινητό το οποίο φέρει τον αριθμό 20 στην άνω ένορκη βεβαίωση των γονέων του και στο οποίο δήθεν χρησιδέσποζε ο ίδιος επί μια 30ετία καλοπίστως, ευκρινώς και αδιαλείπτως, φέρεται να έχει έκταση 40.000 τ.μ. και να συνορεύει "ανατολικά" με ιδιοκτησία Θ. Σ. (καλύβα και κολώνα), βόρεια και νότια με ιδιοκτησία Ε.. και δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Λ.. Στους προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες και στα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα της Α' αναρτήσεως του απεδόθη ακίνητο (δήθεν ιδιοκτησίας του) με ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 1004122 και εκτάσεως 40.096 τ.μ. (θα εκτεθούν κατωτέρω οι διαδικασίες και οι μεθοδεύσεις ένεκα των οποίων το ακίνητο αυτό φθάνει, πολλαπλασιαζόμενο, σε 125.155 τ.μ. να μεταβιβάζεται στα τέκνα του, αποτυπωμένο μάλιστα σε αλληλοδιαδόχως συνταχθέντα, για το αγροτεμάχιο αυτό ειδικά, ψευδή, με πλήρη αλλοίωση της πραγματικότητος, τοπογραφικά διαγράμματα, χωρίς καμιά αντιστοίχηση εμβαδικής επιφανείας και συνοριτών που αναφέρει το ΚΑΕΚ και με φερόμενους ως συνορίτες, πρόσωπα άλλα, από εκείνα που αναφέρει η ένορκη βεβαίωση (αρχική), την οποία χρησιμοποίησε ως "αποδεικτικό κυριότητος" ο Κ.. Οι λοιπές δηλώσεις, ήτοι η .../28.2.2001, προσκομίζοντας την αριθμ. .../15.1.2001 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας και η .../1.3.2001 προσκομίζοντας την ψευδή ομοίως ένορκη βεβαίωση .../29.12.2000, δια των οποίων εδήλωσε ψευδώς με την πρώτη, ότι δήθεν τυγχάνει κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα κύριος, χρησιδεσπόζοντος για μια 30ετία στα δηλούμενα γεωτεμάχιά "του" τριών ακινήτων συνολικής επιφανείας 510.000 τ.μ. και με τη δεύτερη πέντε ακινήτων συνολικής εκτάσεως 1.450.000 τ.μ., κατόπιν της συμπαικτικής προ συνεννοήσεως του μετά του μελετητή της κτηματογραφήσεως, ο οποίος άλλωστε ήταν ο "πληροφοριοδότης" του ο οποίος είχε την δυνατότητα (τεχνικώς) λόγω της προσβάσεως του στα Κτηματογραφικά υπόβαθρα και τη βάση δεδομένων των Κτηματολογικών Στοιχείων της Α' Αναρτήσεως να του υποδεικνύει, "διαπιστώνοντας" τις "αζήτητες" και ανεντόπιστες, αγνώστων ιδιοκτητών εκτάσεις, κατά την κτηματογράφηση (τεχνική επεξεργασία) των ακινήτων της περιοχής ... που διενεργούσε για λογαριασμό της αναδόχου εταιρίας "ΗΛΙΔΑ ΕΕ", αφού προηγουμένως, εκπονούσε γι' αυτόν (Ε. Κ.) με εμφανώς παραποιημένη των αληθή των πραγμάτων (ακινήτων) κατάσταση τοπογραφικά των δήθεν ακινήτων του (δηλουμένων) και τον εμφάνιζε στους προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες και στα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα κατά την Β' Ανάρτηση, ως δικαιούχο συνολικώς δώδεκα (12) ακινήτων σε διάφορες θέσεις (τοπωνύμια) της υπό κτηματογράφησιν περιοχής και βέβαια, τον "εφοδίασε" με τα σχετικά κτηματολογικά αποσπάσματα και τους ειδικούς, για κάθε γεωτεμάχιο, κωδικούς αριθμούς (ΚΑΕΚ) ως εξής: Τα ΚΑΕΚ 1003040, 1004278 και 1003065, τα οποία προήλθαν από την .../28.2.2001 εκπρόθεσμη δήλωση επισυνάπτοντας την .../15.1.2001 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Τα ΚΑΕΚ 1001007, 1002095, 1004242, 1004274, 1004276, 1004283 και 1903064, τα οποία προήλθαν από την .../1.3.2001 εκπρόθεσμη δήλωση, επισυνάπτοντας την .../29.12.2000 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Η μεθοδευμένη απάτη τους, θεμελιώθηκε σ' αυτήν ακριβώς την "στρέβλωση" του μηχανισμού των υποβλητέων δηλώσεων του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2308/1995, διότι όπως και κατωτέρω θ' αναπτυχθεί αυτές (ψευδείς δηλώσεις και τα ένεκα αυτού κτηθέντα ΚΑΕΚ υπέρ του Ε. Κ.) αποτέλεσαν, όπως θα μπορούσε να πει κάποιος, μια τεράστια "δεξαμενή" στρεμμάτων από την οποία, αντλούσαν ό,τι ήθελαν, όποτε και όπως ήθελαν, σύμφωνα πάντοτε με προδιαγεγραμμένο σχέδιο που, είχαν δολίως, έντεχνα επεξεργασθεί, για την υλοποίηση της απάτης τους σε βάρος των εβδομήντα επτά κατοίκων της περιοχής ..., των οποίων, με περισσή θρασύτητα και πανουργία ("συγκροτημένη") αυθαίρετα καταπατήθηκαν οι ιδιοκτησίες τους. Ήτοι των: Α. Γ. του Α. και του αδελφού του Ε. Α. και της Α. Ά. του Σ., Α. Σ. του Δ., Α. Γ. του Φ., Α. Χ. του Φ., Α. Α. του Φ., Β. Σ. του Γ., Β. Σ. του Π., Β. Δ. του Μ., Β. Π.-Π. του Α., Γ. Α. του Γ., Γ. Α.-Σ. του Γ., Κ. Κ. του Α., Κ. Π. του Α., Κ. Α. του Ε., Κ. Ε. - Μ. ως πληρεξούσιας του αδελφού της Σ., Κ. Δ. του Α., Κ. Ε. του Α., Κ. Δ. του Α., Λ. Γ. του Δ., Λ. Φ. του Γ., Λ. Γ. του Ι., Λ. Π. του Η., Λ. Σ. του Η., Μ. Σ. του Ε., Ν. Δ. του Δ., Π. Δ. του Γ., Π. Μ. Σ., απεβίωσε, κατέθεσε στην Ανάκριση η σύζυγος του Π. Ι., Π. Ν. του Α., Π. Ε. του Σ., Π. Σ. χήρας Γ., Π. Γ. του Ν., Κληρονόμων Π. Γ. του Ν., Π. Δ. του Χ., Π. Ν. του Γ., Π. Δ. του Γ., Π. Ε.-Σ. κατέθεσε ο υιός του Γ. Π., Π. Κ. του Δ., Π. Α. του Γ., Π. Δ.-Γ. του Ν., Π. Α. του Γ., Σ. Δ. του Σ., Σ. Δ. του Α., Σ. Ν. του Γ., Σ. Γ. του Ν., Σ. Π. του Γ., Σ. Ε. του Κ., Σ. Σ. του Ε., Μ. Γ. του Χ., Σ. Δ. του Θ., Λ. Ε. του Χ. ως πληρεξούσιας της αδελφής της Μ. Λ., Σ. Δ. του Γ., Σ. Γ. του Ε., Κ. Α. του Δ., Φ.-Α. Β., Φ. Δ. του Σ.. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω εν είδει πινάκων: Αριθμός και ημερομηνία καταθέσεως ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΔΗΛΩΣΕΩΣ του Ε. Κ. Αριθμός και ημερομηνία Συντάξεως ΕΝΟΡΚΟΥ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΣ Χρησικτησίας, της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ. Τ., που προσκομίστηκε αντίστοιχα Δηλωθείσα Έκταση όπως περιγράφεται αντίστοιχα στην ένορκη βεβαίωση Αποδοθέν Κτηματογραφικό Απόσπασμα ΚΑΕΚ κατά τη Β' Ανάρτηση Έκταση απεδόθη ιδιοκτησία Ε. Κ. "αντίστοιχα της δηλώσεως" όπως αναφέρεται στο ΚΑΕΚ σε τ.μ. .../28-2-01 .../15-1-01 250.000 1003040 178.777 .../28-2-01 .../15-1-01 250.000 1004278 18.416 .../1-3-01 .../29-12-01 300.000 1004242 51.971 .../1-3-01 .../29-12-01 500.000 1004274 67.825 .../1-3-01 .../29-12-00 50.000 1004276 41.858 .../1-3-01 Δεν αντιστοιχίζεται 2.100 1004283 2.134 .../1-3-01 .../29-12-00 300.000 1903064 103.130 .../1-3-01 .../29-12-00 300.000 1001007 1002095 32.277 42.718 Η Συνολική ΕΚΤΑΣΗ θιγμένων ιδιοκτησιών μηνυτών, η οποία προέκυψε ως "ιδιοκτησίας" Ε. Κ. με τις διαδικασίες των εκπρόθεσμων δηλώσεων είναι 293.722 τ.μ. Περαιτέρω, έχοντας προφανώς λάβει την διαβεβαίωση υπό του συγκατηγορουμένου του (τοπογράφου) περί θετικής εισηγήσεως του επ' αυτών, ενεργούντος για λογαριασμό της αναδόχου κτηματογραφήσεως εταιρίας πέτυχε δια της διαδικασίας των ενστάσεών του, που αφορούσαν αλλαγές ορίων - εμβαδού-και εντοπισμούς "δήθεν" ακινήτων του ενώπιον των Β' βάθμιων Επιτροπών εκδικάσεως αυτών - την επαύξηση της εκτάσεως των ακινήτων (καταπατηθέντων δια των ψευδών δηλώσεων) κατά 130.746 τ.μ. με συνέπεια η συνολικά θιγμένη έκταση των μηνυτών και με τις δύο διαδικασίες να ανέρχεται σε 424.468 τ.μ. (293.722 + 135.124 = 428.846 τ.μ.). Στο σημείο αυτό παρατίθεται πίνακας αναλυτικής καταγραφής των διαδικασιών των ενστάσεων με τις οποίες επέκτεινε ακόμη περισσότερο τις δήθεν ιδιοκτησίες του ο Κ. καταπατώντας τις ιδιοκτησίες των μηνυτών, ο οποίος εμπεριέχει και τον αντίστοιχο για κάθε γεωτεμάχιο κωδικό αριθμό (ΚΑΕΚ) τα οποία (ΚΑΕΚ) αποδόθηκαν στον Κ. ως εξής: Τα ΚΑΕΚ 1004229, 1004230, 1004231 και 1004232, προήλθαν από την 2983/22-11-2000 ένσταση προς την Α/βάθμια Επιτροπή. Τα ΚΑΕΚ 1004289, 1004287, 1004291 και τμήμα του ΚΑΕΚ 1004267, τα οποία προήλθαν από τις 9485/30.1.2003 και 10366/27.2.2003 ενστάσεις προς την Β/βάθμια Επιτροπή. Αριθμός και ημερομηνία καταθέσεως της ενστάσεως του Ε. Κ. "Αρχικό" ΚΑΕΚ του οποίου την επέκταση ζητούσε με την Ένστασή του ο Ε. Κ. KAEK όμορων γεωτεμαχίων, τα οποία ενσωματώθηκαν στο "αρχικό" ΚΑΕΚ Έκταση που απεδόθη ως ιδιοκτησίας Ε. Κ. "αντίστοιχα" της ενστάσεως όπως αναφέρεται στο ΚΑΕΚ σε τ.μ. Συνολική ΕΚΤΑΣΗ θιγμένων ιδιοκτησιών μηνυτών, η οποία προκύπτει από τους επιμέρους Πίνακες σε τ.μ. 2985/22 11-2000 ένσταση προς Α/θμια Επιτροπή 1004122 Α' Αναρτήσεως με έκταση 40.096 τ.μ. 1004229 Β' Αναρτήσεως (Δεν το συμπεριλαμβάνει η απόφαση) 6.020 6.016 1004230 Β' Αναρτήσεως 43.654 30.172 1004231 Β' Αναρτήσεως 40.613 18.801 1004232 Β' Αναρτήσεως 42.052 28.714 9485/30 1 2003 και 10366/27-2-2003 Ενστάσεις προς Β/μια Επιτροπή 1044274 Β' Ανάρτηση με έκταση 67.826 τ.μ. 1004287 Β' Αναρτήσεως 33.296 33.289 1004291 Β' Αναρτήσεως 1.861 368 1004289 Β' Αναρτήσεως (Δεν το ζητούσε στην ένσταση) 48.272 12.135 1004267 τμήμα Β' Αναρτήσεως (Δεν το ζητούσε στην ένσταση) 5.629 5.629 Η συνολική έκταση θιγμένων ιδιοκτησιών των μηνυτών, η οποία προέκυψε ως "ιδιοκτησίας" Ε. Κ. με τις διαδικασίες των ενστάσεων είναι 135.124 τ.μ. Περαιτέρω, ο Κ. προέβη σε γονικές παροχές και διορθώσεις γονικών παροχών με γνώση του ότι μεταβιβάζει στα παιδιά του καταπατημένες εκτάσεις. Σε όλες τις γονικές παροχές δηλώνει ότι "δεν έχει στα όρια της Ελληνικής επικράτειας αγροτική έκταση πάνω από διακόσια πενήντα (250) στρέμματα". Παρείχε όμως στα τέκνα του τελικά (ελήφθησαν υπόψη και οι διορθώσεις των γονικών παροχών) 763.278 τ.μ. καταπατημένων εκτάσεων, εκτός κάποιων δεκάδων στρεμμάτων τα οποία δε συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό αυτό, γιατί ανήκουν στην πατρογονική του περιουσία η οποία δηλώθηκε αρχικά το 1999, τα 4 ακίνητα που αγόρασε με επίσημα συμβόλαια (6540/19.6.03, 3 ακίνητα από το Δ. Σ. και την 7137/26.4.04, 1 ακίνητο από τον Φ. Π. που συνέταξε στη συμβ/φο Τ.) και οι 2 άτυπες αγορές του δεν συμπεριλαμβάνονται στην παραπάνω ξεκάθαρα καταπατημένη έκταση των (240,865 + 185,199= 426,064) στρεμμάτων, η οποία αναφέρεται στις γονικές παροχές και του απεδόθη από το κτηματολόγιο με μικρές διαφοροποιήσεις στα εμβαδά ανά ακίνητο. Συγκεκριμένα, ο Ε. Κ. απέκτησε τέσσερα (4) ακίνητα με αγορά. Τρία ακίνητα αγόρασε από τον Δ. Σ. και ένα ακίνητο από τον Φ. Π.. Πέραν των επισήμων αγορών ο Κ. Ε. αγόρασε άτυπα δύο ακίνητα τα οποία μάλιστα πρώτα είχε καταπατήσει και δηλώσει στο Κτηματολόγιο ως δικά του και μετά τα αγόρασε. Το πρώτο ακίνητο που αγόρασε άτυπα είναι τμήμα εκτάσεως επτά (7) στρεμμάτων από το συνολικό ακίνητο των 12 στρεμμάτων του Μ. Σ. του Ε. στη θέση "..." ... ο οποίος (Μ. Σ.) είναι και μηνυτής για το εναπομείναν τμήμα των 5 στρεμμάτων που του καταπάτησε ο Ε. Κ.. Το δεύτερο ακίνητο εκτάσεως 6 περίπου στρεμμάτων στη θέση "..." ... το αγόρασε άτυπα από τον Σ. Γ. του Ε.. Πέραν αυτών των 13 στρεμμάτων που αγόρασε άτυπα δεν έχει αποκτήσει με αγορά κανένα άλλο ακίνητο στις επίδικες περιοχές. Ωστόσο, μεταβιβάζει με γονικές παροχές δέκα πέντε (15) ακίνητα στον γιό του Κ. συνολικής εμβαδικής επιφανείας 245,213 στρέμματα που η αξία τους (εμπορική - αγοραία) ανέρχεται κατά τους υπολογισμούς των μηνυτών, οι περιουσίες των οποίων εθίγησαν, σε 1500 ευρώ ανά στρέμμα δηλαδή (245,243 στρέμματα Χ 1500 = 367.865,00 ευρώ και τρία (3) αγροτεμάχια στον γιό του Χ. συνολικής εκτάσεως 185,195 τ.μ. που η αξία τους (εμπορική-αγοραία) ανέρχεται σύμφωνα με τους θιγμένους αληθινούς δικαιούχους μηνυτές σε 1500 ευρώ ανά στρέμμα ήτοι (185,195 στρέμματα Χ 1500=) 277.500 ευρώ. Η διαδικασία που ακολούθησε έχει ως εξής: 1) Μεταβίβασε στη θυγατέρα του Α. η οποία και αποδέχθηκε, αν και γνώριζε ότι δεν ανήκει στον πατέρα της, με την .../15.12.2001 γονική παροχή, αγροτεμάχιο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. Στη συνέχεια, ο Ε. Κ., προέβη στην .../7.4.2003 διορθωτική πράξη, στην ίδια Συμβολαιογράφο, με την οποία διόρθωσε την .../15.12.2001 γονική παροχή. Η διόρθωση αφορούσε την έκταση που έγινε 27.706,47 τ.μ. και τους συνορίτες. Στη συνέχεια η κόρη, Α. Κ., προέβη στην .../15.5.2003 δωρεά ψιλής κυριότητος και δώρισε το ακίνητο, όπως περιγράφεται στην .../7.4.2003 διορθωτική πράξη, με έκταση 27.706,47 τ.μ. στον αδελφό της Κ. Κ.. Συνολικά η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών των μηνυτών, η οποία μεταβιβάστηκε με την .../15.5.2003 δωρεά, από την Α. Κ. στον αδελφό της Κ., όπως προκύπτει από τον πίνακα του παρόντος υπομνήματος, είναι: 27.694 τ.μ. που η αξία της, σύμφωνα με την αντικειμενική αξία της Εφορίας, είναι 3.656 ευρώ. 2) Μεταβίβασε στο γιό του Κ., ο οποίος και αποδέχθηκε τόσον τις γονικές παροχές του δικαιοπαρόχου πατέρα του όσον και τις δωρεές προς αυτόν των αδελφών του Α.ς και Χ., όπως αποτυπώνονται στον κάτωθι πίνακα, μολονότι γνώριζε ότι δεν ανήκαν ούτε στον πατέρα του ούτε στα αδέλφια του. Στο συγκεντρωτικό πίνακα που ακολουθεί καταγράφονται τα στοιχεία της κτηματολογικής μερίδος του Κ. Κ., όπως αυτή προέκυψε (τελική αποτύπωση) μετά τις γονικές παροχές από τον πατέρα του και τις δωρεές από τους αδελφούς του. Αύξ Αριθ. ακινήτου ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ γονικές παροχές και Δωρεές με τις οποίες εμφαίνεται ως ιδιοκτήτης ο υιός Κ. Κ. ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΑ Προσαρτημένα στα αντίστοιχα Συμβόλαια του Κ. Κ. Συνολική Θιγμένη Έκταση Ιδιοκτησιών Μηνυτών σε τ.μ. 1 .../15.12.2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο Το από Μάιο 2001 τοπογραφικό του Β. Κ. 28.714 2 .../15.12.2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2ο Το από Ιανουάριο 1999 Τοπογρ. Του Β. Κ. 6.016 3 .../18.9.2002 γονική παροχή Το από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό του Β. Κ. 19.898 4 .../7.1.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο Το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό του Β. Κ. 4.868 5 .../26.5.2005 διορθωτική πράξη της .../7.1.2003 Γον. παροχής περιγρ. Ακιν. 2ο Το από Μάιο 2004 τοπογραφικό του Β. Κ. 2.842 6 .../7.1.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3ο Το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό του Β. Κ. 683 7 .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο Το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α. Σ. 64.729 8 .../26.5.2004 διορθωτική πράξη της .../6.3.2003 Γον. παροχής, περιγρ. ακίν. 2ο Το από Μάιο 2004 Τοπογρ. Του Β. Κ. 4.667 9 .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3ο Το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α. Σ. 2.159 10 .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο Το από Μάιο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α. Σ. 13.379 11 .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2ο Το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α. Σ. 4.013 12 .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3ο Το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α. Σ. 40.404 13 .../13.4.2004 γονική παροχή Το από Μάρτη 2004 τοπογραφικό του Β. Κ. 4.823 14 .../15.5.2003 δωρεά Το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό του Β. Κ. 20.354 15 .../15.5.2003 δωρεά Το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό του Β. Κ. 27.694 Συνολικά 245.243 τετραγωνικά μέτρα 3) Μεταβίβασε στο γιό του Χ., ο οποίος και αποδέχθηκε παρότι εγνώριζε ότι δεν ανήκουν στον πατέρα του, με γονικές παροχές όπως αποτυπώνονται στο παρατιθέμενο συγκεντρωτικό πίνακα που καταγράφει τα στοιχεία της κτηματολογικής μερίδος αυτού (Χ.), όπως αυτή προέκυψε (τελική αποτύπωση) μετά τις γονικές παροχές: ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ γονικές παροχές και Δωρεές με τις οποίες εμφαίνεται ως ιδιοκτήτης ο υιός Χ. Κ. ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΑ Προσαρτημένα στα αντίστοιχα Συμβόλαια του Χ. Κ. Συνολική Θιγμένη Έκταση Ιδιοκτησιών Μηνυτών σε τ.μ. .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2ο Δεν προσαρτήθηκε τοπογραφικό διάγραμμα 84.177 .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2ο Δεν προσαρτήθηκε τοπογραφικό διάγραμμα 78.875 .../8.9.2003 γονική παροχή περιγραφέν ακίνητα 3ο Δεν προσαρτήθηκε τοπογραφικό διάγραμμα 14.460 .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 4ο Το από Μάιο 2003 τοπογρ. του Β.Κ. 4.478 .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 5ο Το από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α.. 2.015 .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 6ο Το από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό που φέρεται του Α.. 1.190 Συνολικά 185.195 τετραγωνικά μέτρα Η καταγραφή της εμπλοκής του 1ου των κατηγορουμένων Ε. Κ. στην υπόθεση με ένορκες βεβαιώσεις (για λογαριασμό του), διορθωτικές ένορκες βεβαιώσεις (για λογαριασμό του), δηλώσεις στο Κτηματολόγιο ενόρκων βεβαιώσεων, ενστάσεις στο Κτηματολόγιο που αφορούν την "αύξηση" δήθεν ακινήτων, ένσταση στο Κτηματολόγιο που αφορά την "διάσπαση" δήθεν ακινήτου, γονικές παροχές, διορθώσεις γονικών παροχών, δηλώσεις συμβολαίων στο Κτηματολόγιο, που υπέγραψε ως ασκών την γονική μέριμνα, πληρεξούσια που τον όρισαν πληρεξούσιο, έχει ως ακολούθως: ένορκες βεβαιώσεις για λογαριασμό του υπό των γονέων του συγκατηγορουμένων (Κ. και Α.): 1) .../3.6.1999 ένορκη βεβαίωση, 2) .../29.12.2000 ένορκη βεβαίωση, 3..../15.1.2001 ένορκη βεβαίωση. διορθωτικές ένορκες βεβαιώσεις για λογαριασμό του ιδίου: 1) .../30.5.2001 (διορθωτική) ένορκη βεβαίωση. Δηλώσεις δήθεν ακινήτων του στο Κτηματολόγιο βάσει ενόρκων βεβαιώσεων και διορθωτικής ενόρκου βεβαιώσεως: 1) .../5.10.1999 δήλωση, προσκομίζοντας την .../3.6.1999 ένορκη βεβαίωση, 2) .../28.2.2001 δήλωση, προσκομίζοντας την .../15.1.2001 ένορκη βεβαίωση, 3) .../1.3.2001 δήλωση, προσκομίζοντας την .../29.12.2000 ένορκη βεβαίωση, 4) .../2.1.2002 δήλωση, προσκομίζοντας την .../30.5.2001 (διορθωτική) ένορκη βεβαίωση. Ενστάσεις του Ε. Κ. προς Επιτροπές του Κτηματολογίου για "αύξηση" δήθεν ακινήτων: 1) 2983/22.11.2000 προς Α/θμια Επιτροπή, με την οποία αιτείται την "αύξηση" του ακινήτου με κτηματογραφικό Απόσπασμα Α' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004122, 2) 9485/30.1.2003 προς Β/θμια Επιτροπή, με την οποία αιτείται την "αύξηση" του ακινήτου με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004274, 3) 10336/27.2.2002 προς Β/θμια Επιτροπή, με την οποία αιτείται την "αύξηση" του ακινήτου με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004274, δηλαδή καταθέτει 2 ενστάσεις για το ίδιο ακίνητο, 4) 11.024/20.3.2003 προς Β/θμια Επιτροπή, με την οποία αιτείται την "αύξηση" του ακινήτου με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1003040. ένσταση του Ε. Κ. προς Επιτροπή του Κτηματολογίου για "διάσπαση" δήθεν ακινήτου: 1) 10520/3.3.2003 προς Β/θμια Επιτροπή με την οποία ζητά την "διάσπαση" ενός ακινήτου με ΚΑΕΚ 1004242. γονικές παροχές του Ε. Κ. με τις οποίες μεταβίβασε στα 3 τέκνα του καταπατημένες εκτάσεις: 1. .../15.12.2001 γονική παροχή στον υιό του Χ., παρακρατώντας την επικαρπία, 2. .../15.12.2001 γονική παροχή στην κόρη του Α., παρακρατώντας την επικαρπία, 3. .../15.12.2001 γονική παροχή στον υιό του Κ., παρακρατώντας την επικαρπία, 4. .../18.9.2002 γονική παροχή στον υιό του Κ., 5. .../7.1.2003 γονική παροχή στον υιό του Κ., 6. .../6.3.2003 γονική παροχή στον υιό του Κ., 7. .../28.5.2003 γονική παροχή στον υιό του Κ., 8. .../28.5.2003 γονική παροχή στον υιό του Χ., παρακρατώντας την επικαρπία, 9. .../8.9.2003 γονική παροχή στον υιό του Χ., παρακρατώντας την επικαρπία, 10. .../13.4.2004 γονική παροχή στον υιό του Κ.. διορθωτικές πράξεις αυτού επί των συμβολαίων γονικών παροχών με τις οποίες είχε μεταβιβάσει στα τρία τέκνα του καταπατημένες εκτάσεις: 1) .../7.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, με την οποία διορθώθηκε η .../15.12.2001 γονική παροχή. Αφορά ακίνητο που μεταβίβασε στην κόρη του Α., παρακρατώντας την επικαρπία. 2) .../29.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, με την οποία διορθώθηκε η .../15.12.2001 γονική παροχή. Αφορά ακίνητο που μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την επικαρπία. 3) .../26.5.2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, με την οποία διορθώθηκε η .../7.1.2003 γονική παροχή. Αφορά ακίνητο που μεταβίβασε στον υιό του Κ.. 4) .../26.5.2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, με την οποία διορθώθηκε η 6333/6.3.2003 γονική παροχή. Αφορά ακίνητο που μεταβίβασε στον υιό του Κ.. 5) .../3.11.2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, με την οποία διορθώθηκε η .../15.12.2001 γονική παροχή. Αφορά ακίνητο που μεταβίβασε στον υιό του Κ., παρακρατώντας την επικαρπία. Δηλώσεις δυνάμει συμβολαίων (ως προς την επικαρπία): 1) .../2.1.2002 με την οποία δήλωσε ως προς την επικαρπία τις γονικές παροχές ..., ..., .../15.12.2001. 2) 11189/8.5.2003 με την οποία δήλωσε ως προς την επικαρπία την .../7.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής. 3) 11228/14.5.2003 με την οποία δήλωσε ως προς την επικαρπία την .../29.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής. 4) .../5.6.2003 με την οποία δήλωσε ως προς την επικαρπία την .../28.5.2003 γονική παροχή. 5) .../24.9.2003 με την οποία δήλωσε ως προς την επικαρπία την .../8.9.2003 γονική παροχή. Στις ενέργειές του αυτές προέβη, όπως και τα τέκνα του άλλωστε, με δόλο προκειμένου με τις ενδοοικογενειακές μεταβιβάσεις τους να συγκαλύψουν τα προϊόντα της απάτης του Ε. Κ., δηλαδή να αποκτήσουν επίσημο κτηματογραφικό απόσπασμα, δηλαδή ταυτότητα ακινήτων με τις ψευδείς δηλώσεις τους και συνημμένα έγγραφα συμβολαιογραφικές πράξεις και ψευδή τοπογραφικά διαγράμματα. Έτσι, ο Κ. δήλωσε δόλια στο Κτηματολόγιο, αφού μετά τη μεταβίβαση τους στα τέκνα του, ως προς την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας ο ίδιος ισοβίως την επί των καταπατηθέντων ακινήτων του επικαρπία, εμφανίσθηκε και ο ίδιος με νόμιμους τίτλους (νομιμοποίησε τα προϊόντα της απάτης του). Στους πίνακες που έπονται εκτίθενται σχηματικά (θα ακολουθήσει και εκτενής περιγραφή βεβαίως) οι διαδικασίες δηλώσεων τόσο από τον πατέρα Κ. των μεταβιβασθέντων στα τέκνα του ακινήτων "του" ως προς την επικαρπία όσον και των τέκνων του Χ. και Κ.. Για τη θυγατέρα του Α. θα γίνει λόγος ειδικά καθόσον το περιελθόν σ' αυτήν γεωτεμάχιο δυνάμει της αριθμ. .../15.12.2001 γονικής παροχής, το οποίο εδήλωσε δια της αριθμ. 11190/8.5.2003 δηλώσεως της προσκομίζοντας ως τίτλο την μεταγεγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου υπ' αριθμόν .../7.4.2003 διορθωτική πράξη του ανωτέρω συμβολαίου "διορθώνοντας" το εμβαδόν από έκταση 40.202,707 τ.μ. σε 27.706,47 τ.μ. και απαλείφοντας συνορίτες, με συνημμένο το από μηνός Ιανουαρίου ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα ("μουντζουρωμένο" με "σβησίματα" των πραγματικών ιδιοκτητών) του συγκατηγορουμένου της Κ. που απεικονίζει την έκταση των 27.706,47 τ.μ. και την οποία αναφέρει στην πιο πάνω διορθωτική πράξη η συντάκτης αυτής συμβολαιογράφος Αργοστολίου Σ. Τ.. Εν συνεχεία αυτή με την αριθμ. .../12.5.2003 συμβολαιογραφική πράξη της τελευταίας μεταβίβασε ένεκεν δωρεάς ως προς την ψιλή κυριότητα το άνω περιγραφόμενο στην διορθωτική πράξη γονικής παροχής ακίνητο στη θέση "..." ... παραδόξως (!!) με την αυτή έκταση 27.706,47 τ.μ. Έτσι, όσον αφορά τον Ε. Κ. η διαδικασία των άνω ψευδοδηλώσεων που, περαιτέρω προσέδωσε, πλην των μεταβιβάσεων, νομιμοφάνεια στα δήθεν περιουσιακά του στοιχεία (ακίνητη περιουσία αντίστοιχη των μεταβιβασθέντων στα τέκνα του δήθεν γεωτεμαχίων του) έχει ως έπεται: Αριθμός δηλώσεως στο Κτηματολόγιο Ε. Προσκομισθείσα γονική παροχή ΚΑΕΚ προσαρτημένο στη Γον. παροχή/έκταση αυτού Καθεστώς Ιδιοκτησίας Προσκομισθέν αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα Θέση γεωτεμαχίου Δηλωθεiσα έκταση σε τ.μ. ΚΑΕΚ το οποίο απεδόθη στην ε παναληπτική Β' Ανάρτηση στις 14-7-07 Έκταση που αναφέρει αντίστοιχα το ΚΑΕΚ .../2-3-2002 .../15-12-2001 ακίν. 1ο 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Επικαρπία Μάιο 2001 Β. Κ. ... 40.202 τ.μ. 1004232 42.191 τ.μ. .../15-12-2001 ακίν. 2ο 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Επικαρπία Ιανουάριος 1999 Β. Κ. ... 5.047 τ.μ. 1004229 6.020 τ.μ. .../2-3-2002 και 11228/14-5-2003 .../15-12-2001 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Επικαρπία Μάιο 2001 Β. Κ. ... 40.202 τ.μ. διόρθωση με .../03 σε 32.554 1004231 32.555 τ.μ. .../2-3-2002 και 11189/8-5-2003 .../15-12-2001 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Επικαρπία Μάιο 2001 Β. Κ. ... 40.202 τ.μ. διόρθωση με .../03 σε 27.706 1004230 27.706 τ.μ. .../5-6-2003 και 13764/8-11-2004 .../28-5-2003 ακίν. 2ο 1003040 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 178.777 τ.μ. Επικαρπία ΔΕΝ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ... 210.000 τ.μ. 1004030 164.451 τ.μ. .../24-9-2003 .../8-9-2003 ακίν. 2ο 1903064 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) Επικαρπία ΔΕΝ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ... 103.130 τ.μ. 1903064 93.586 τ.μ. 103,130 τ.μ. .../24-9-2003 .../8-9-2003 ακίν. 3ο 1001007 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 32.277 τ.μ. Επικαρπία Ιούνιο 2004 Β. Κ. ... 32.277 τ.μ. 1001007 32.971 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 4ο 1004242 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Επικαρπία Μάιο 2003 Β. Κ. ... 26.423 τ.μ. 1004242 24.312 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 5ο 1004242 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Επικαρπία Αύγουστο 2003 του Α. Σ. ... 1.919 τ.μ. 1004302 1.915 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 5ο 1004242 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Επικαρπία Αύγουστο 2003 του Α. Σ. ... 2.644 τ.μ. 1004301 2.667 τ.μ. Όσον αφορά στα τέκνα του α) Χ. ως εξής: Αριθμός δηλώσεως στο Κτηματολόγιο Χ. Προσκομισθείσα γονική παροχή ΚΑΕΚ προσαρτημένο στη Γον. παροχή/Έκταση αυτού Καθεστώς ιδιοκτησίας Προσκομισθέν αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα Θέση Γεωτεμαχίου Δηλωθείσα έκταση σε τμ. ΚΑΕΚ το οποίο απεδόθη στην επαναληπτική Β' Ανάρτηση στις 14-7-2007 Έκταση που αναφέρει αντίστοιχα το ΚΑΕΚ 11285/5-6-2003 .../28-5-2003 ακίν. 2ο 1003010 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 178.777 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα ΔΕΝ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ... 210.000 τ.μ. 1004030 164.451 τ.μ. 11606/24-9-2003 .../8-9-2003 ακίν. 2ο 1903064 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 103.130 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα ΔΕΝ ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΕ ... 103.130 τ.μ. 1903064 93.586 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 3ο 1001007 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 32.277 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Ιούνιο 2004 Β. Κ. ... 32.277 τ.μ. 1001007 32.791 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 4ο 1004242 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Μάιο 2003 Β. Κ. ... - ... 26.423 τ.μ. 1004242 24.312 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 55 1004242 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Αύγουστο 2003 του Α. Σ. ... 1.919 τ.μ. 1004302 1.915 τ.μ. .../8-9-2003 ακίν. 6ο 1004242 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Αύγουστο 2003 του Α. Σ. ... 2.644 τ.μ. 1004301 2.667 τ.μ. Και β) Κ. ως εξής: Αριθμός δηλώσεως στο Κτηματολόγιο Κ. Προσκομισθείσα γονική παροχή ΚΑΕΚ προσαρτημένο στη Γον. παροχή/Έκταση αυτού Καθεστώς ιδιοκτησίας Προσκομισθέν αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα Θέση Γεωτεμαχίου Δηλωθείσα έκταση σε τμ. ΚΑΕΚ το οποίο απεδόθη στην επαναληπτική Β' Ανάρτηση στις 14-7-2007 Έκταση που αναφέρει αντίστοιχα το ΚΑΕΚ 7290/2-3-2002 .../15-12-2001 ακιν. 1ο 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Μάιο 2002 Β. Κ. ... 40.203 τ.μ. 1004232 42.191 τμ .../15-12-2001 ακιν. 2ο 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Ιανουάριος 1999 Β. Κ. ... 5.047 τ.μ. 1004229 6.920 τμ 9002/10-10-2002 .../18-9-2002 1004101 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 417.474 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Ιούλιο 2002 Β. Κ. ... 41.869 τ.μ. 1004276 40.938τμ 9155/15-1-2003 .../7-1-2003 ακιν. 1ο 1004278 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 18.416 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Νοέμβριο 2002 Β. Κ. ... 5.052 τ.μ. 1004292 5.030 τμ .../7-1-2003 ακιν. 2ο 1004278 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 18.416 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Ιανουάριο 2003 Β. Κ. ... 3.648 τμ. Διόρθωση με .../04 σε 3.050 τ.μ. 1004293 3.097 τμ .../7-1-2003 ακιν. 3ο 1004242 Β' Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Νοέμβριο 2002 Β. Κ. ... 678 τ.μ. 1004294 653 τμ 10966/18-3-2003 .../6-3-2003 ακίν. 1ο 1004274 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 67.826 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Φεβρουάριο 2003 του Α. Σ. ... 72.102 τ.μ. 1004274 71.871 τμ .../6-3-2003 ακίν. 2ο 1004278 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 18.416 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Φεβρουάριο 2003 του Α. Σ. ... 4.883 τ.μ. διόρ θωση με .../04 σε 6.416 τ.μ. 1004278 6.436 τμ .../6-3-2003 ακίν. 3ο 1004283 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 2.133 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Φεβρουάριο 2003 του Α. Σ. ... 2.134 τ.μ. 1004283 2.134 τμ Αριθμός δηλώσεως στο Κτηματολόγιο Ε. Προσκομισθείσα γονική παροχή ΚΑΕΚ προσαρτημένο στη Γον. παροχή/Έκταση αυτού Καθεστώς ιδιοκτησίας Προσκομισθέν αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα Θέση Γεωτεμαχίου Δηλωθείσα έκταση σε τμ. ΚΑΕΚ το οποίο απε-δόθη στην επαναληπτική Β' Ανάρτηση στις 14-7-2007 Έκταση που αναφέρει αντίστοιχα το ΚΑΕΚ 11286/5-6-2003 .../28-5-2003 ακιν. 1ο 1004289 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 50.973 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Μάιο 2003 του Α. Σ. ... 48.272 τμ 100289 47.896 τμ .../28-5-2003 ακιν. 2ο 1004242 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Απρίλιο 2003 του Α. Σ. ... 10.155 τ.μ. 1004300 10.155 τμ .../28-5-2003 ακιν. 3ο 1004287 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 33.296 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Απρίλιο 2003 του Α. Σ. ... 40.411 τ.μ. 1004287 40.412 τμ .12847/21-4-2004 την κατέθεσε ο πατέρας Ε. .../13-4-2004 1004242 Β'Αναρτήσεως (16-12-2002) 51.971 τ.μ. Πλήρης Κυριότητα Μάρτιο 2004 Β. Κ. ... 5.914 τ.μ 1004308 5.936 τμ 11.260/27-5-2003 .../12-5-2003 δωρεά 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Ιανουάριο 2003 Β. Κ. ... 32.554 τ.μ. 1004231 32.555 τ.μ. .../12-5-2003 δωρεά 1004122 Α' Αναρτήσεως (9-10-2000) 40.096 τ.μ. Ψιλή Κυριότητα Ιανουάριο 2003 Β. Κ. ... 27.706 τ.μ. 1004230 27.706 τ.μ. Περαιτέρω, ο Κ. Ε. προέβη σε δήλωση στο Κτηματολόγιο για να μην "εφαρμόσουν" την απόφαση Β/θμίου Επιτροπής περί απορρίψεως (ως εκπροθέσμου Ενστάσεώς του) και να του αποδώσουν αυξημένο ακίνητο: 1) 3764/8.11.2004 δήλωση που αφορά την αύξηση ακινήτου με κτηματογραφικό Απόσπασμα ΚΑΕΚ 1004030. Υπέγραφε ο Ε. Κ. ως ασκών την γονική μέριμνα: 1) στην .../15.12.2001 γονική παροχή για τον ανήλικο (τότε) υιό του Χ.. 2) στην .../15.12.2001 γονική παροχή για τον ανήλικο (τότε) υιό του Κ.. Τα δε πληρεξούσια που όρισαν πληρεξούσιο τον Ε. Κ. είναι: 1) .../16.1.2002 πληρεξούσιο με το οποίο τον ορίζει πληρεξούσιο της η σύζυγος του Α., 2) .../10.5.2002 πληρεξούσιο με το οποίο τον ορίζει πληρεξούσιο του ο υιός του Κ., 3) .../29.4.2003 πληρεξούσιο με το οποίο τον ορίζει πληρεξούσιο του ο υιός του Χ., 4) .../12.5.2003 πληρεξούσιο με τον οποίο τον ορίζει πληρεξούσιο του ο υιός του Κ.ς. Υπέγραψε ο Ε. Κ. ως πληρεξούσιος συζύγου και υιών: 1) στην .../28.5.2003 γονική παροχή υπέγραψε ως πληρεξούσιος του υιού του Χ., κάνοντας χρήση του .../29.4.2003 πληρεξουσίου. 2) στην .../8.9.2003 γονική παροχή υπέγραψε ως πληρεξούσιος του υιού του Χ., κάνοντας χρήση του .../29.4.2003 πληρεξουσίου. Χρησιμοποίησε τα κάτωθι είκοσι ένα (21) ψευδή τοπογραφικά τα οποία προσήρτισε στις γονικές παροχές, στις διορθωτικές πράξεις των γονικών παροχών, μνημονεύθηκαν σε δωρητήρια συμβόλαια των τέκνων του Α. και Χ. στο αδελφό τους Κ.. 1) Β. Κ., Ιανουάριος 1999, έκταση 5.047,08 τ.μ., προσαρτημένο στην .../15.12.2001 περιγρ. ακίν 2°. 2) Β. Κ., Μάιος 2001, έκταση 120.608,301 τ.μ., προσαρτημένο στην .../15.12.2001 Γ.Π. και μνημονεύτηκε στις ... και .../15.12.2001 Γ.Π. περιγρ. ακίν 1°. 3) Β. Κ., Μάρτιος 2002, έκταση 40.202,767 τ.μ., προσαρτημένο στην .../3.11.2004 διορθωτική πράξη Γ.Π. 4) Β. Κ., Ιούλιος 2002, έκταση 41.869,17 τ.μ., προσαρτημένο στην .../18.9.2002 γονική παροχή. 5) Β. Κ., Νοέμβριος 2002, έκταση 5.052,24 τ.μ., προσαρτημένο στην .../7.1.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 1ο. 6) Β. Κ., Νοέμβριος 2002, έκταση 678,43 τ.μ., προσαρτημένο στην .../7.1.2003 γονική παροχή, περίγρ. ακίν 3°. 7) Β. Κ., Ιανουάριος 2003, έκταση 27.706,47 τ.μ., προσαρτημένο στην .../7.4.2003 διορθωτική πράξη γονικής παροχής. 8) Β. Κ., Ιανουάριος 2003, έκταση 32.554,66 τ.μ., προσαρτημένο στην .../29.4.2003 διορθωτική πράξη γονικής παροχής. 9) Β. Κ., Ιανουάριος 2003, έκταση 3.648,70 τ.μ., προσαρτημένο στην .../7.1.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 2°. 10) Β. Κ., Μάιος 2003, έκταση 26.423,15 τ.μ., προσαρτημένο στην .../8.9.2003 γονική παροχή περιγρ. ακίν 4°. 11) Β. Κ., Μάρτιος 2004, έκταση 5.914,01 τ.μ., προσαρτημένο στην .../13.4.2004 γονική παροχή. 12) Β. Κ., Μάιος 2004, έκταση 3.050,12 τ.μ., προσαρτημένο στην .../26.4.2004 διορθωτική πράξη γονικής παροχής. 13) Β. Κ., Μάιος 2004, έκταση 6.416,86 τ.μ., προσαρτημένο στην .../26.4.2004 διορθωτική πράξη γονικής παροχής. 14) Α. Σ., Φεβρουάριος 2003, έκταση 72.102 τ.μ., προσαρτημένο στην .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 1°. 15) Α. Σ., Φεβρουάριος 2003, έκταση 4.883,86 τ.μ., προσαρτημένο στην .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 2°. 16) Α. Σ., Φεβρουάριος 2003, έκταση 2.133,80 τ.μ., προσαρτημένο στην .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 3°. 17) Α. Σ., Απρίλιος 2003, έκταση 10.155,23 τ.μ., προσαρτημένο στην .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 2°. 18) Α. Σ., Απρίλιος 2003, έκταση 40.411,86 τ.μ., προσαρτημένο στην .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 3°. 19) Α. Σ., Μάιος 2003, έκταση 48.272,19 τ.μ., προσαρτημένο στην .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγρ ακίν 1ο. 20) Α. Σ., Αύγουστος 2003. έκταση 1.919,38 τ.μ., προσαρτημένο στην .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 5°. 21) Α. Σ., Αύγουστος 2003, έκταση 2.644,53 τ.μ., προσαρτημένο στην .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγρ. ακίν 6°. Αναλυτικότερη περιγραφή. 1) Ο Κ. Ε., δήλωσε ψευδώς με την .../5.10.1999 δήλωση του στο Κτηματολόγιο προσκομίζοντας αντίστοιχα την .../3.6.1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας (περιγραφέν ακίνητο 20) ένα δήθεν ακίνητο του, στη θέση "..." ... με έκταση 40.000 τ.μ. και να συνορεύει "ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Σ. (καλύβα και κολώνα), βόρεια και νότια με ιδιοκτησία Ε. Σ. και δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Λ.". Το Κτηματολόγιο αντίστοιχα για την δήλωση αυτή, απέδωσε στον Κ. Ε. κατά την Α' Ανάρτηση ακίνητο με Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ) υπ' αριθ. 1004122 και με εμβαδόν 40.096 τ.μ. Στη συνέχεια, ο Κ. Ε., κατέθεσε την υπ' αριθμ. 2983/22.11.2000 ένσταση του προς την Α/βάθμια Επιτροπή του Κτηματολογίου με την οποία ζητούσε την διόρθωση ορίων του δήθεν αγροτεμαχίου αναφέροντας αυτολεξεί: "Τα όρια του γεωτεμαχίου δεν είναι αυτά πού υπέδειξα κατά τη δήλωση μου του Εθνικού Κτηματολογίου". Τον Μάρτιο του 2001 τοπογραφεί το "ακίνητο" των 40.096 τ.μ. με τον τοπογράφο Θ. Κ. (μελετητής μόνο για ένα αρχικό διάστημα της Κτηματογραφήσεως ...) και το "ακίνητο" των 40.096 τ.μ. έφθασε να απεικονίζεται ως εκτάσεως ... 114.170,83 τ.μ. και να .νορεύει με 12 γνωστές και άγνωστες ιδιοκτησίες. Σε μεγάλα μήκη των συνόρων - ορίων αναφέρεται όμορος ιδιοκτήτης ο ίδιος, ο Ε. Κ.. Ο Ε. Κ. προβαίνει σε (διορθωτική) ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας την υπ' αριθ. .../30.5.2001, στην ίδια συμβολαιογράφο Σ. Τ., με την οποία όπως αναφέρουν "γίνεται διόρθωση της υπ' αριθ. .../3.6.1999 ενόρκου βεβαιώσεως χρησικτησίας και όσον αφορά την έκταση του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." ... Κεφαλληνίας από μέτρα τετραγωνικά σαράντα χιλιάδες (40.000) περίπου σε μέτρα τετραγωνικά εκατόν δέκα τέσσαρες χιλιάδες (114.000) περίπου, εμβαδόν το οποίο προέκυψε κατόπιν νεοτέρας και ακριβούς καταμετρήσεως και σύμφωνα με το από Μάρτιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου μηχανικού Θ. Κ.". Εμβαθύνοντας τη διερεύνηση της συγκεκριμένης αυτής "επεκτάσεως" προκύπτει αναλυτικά και ανά φάσεις, το εξής ιστορικό: 1η φάση 5.10.1999: Ο Κ. Ε. με την αρχική του δήλωση .../5.10.1999, δηλώνει ένα ακίνητο στη θέση ..., εκτάσεως 40.000 τ. μ. και προσκομίζει την υπ' αριθ. .../3.6.1999 ένορκη βεβαίωση, (αριθ. περιγραφ. ακινήτου 20). Έχουμε αναφέρει ότι η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση είναι ψευδής μόνο ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο. 2η Φάση Οκτώβριος 2000: Το Κτηματολόγιο, για τη δήλωσή του αυτή του αποδίδει στην Α' ανάρτηση, Οκτώβριος του 2000, ακίνητο με ΚΑΕΚ 250711004122 εμβαδού 40.096 τ.μ. (Συν.18). 3η Φάση 22.11.2000: Ο Κ. Ε. καταθέτει την Α.Π. 2983/22.11.2000 ένσταση του γράφοντας ο ίδιος αυτολεξεί: "Τα όρια του γεωτεμαχίου δεν είναι αυτά που υπέδειξα κατά τη δήλωσή μου του Εθνικού Κτηματολογίου". (Συν 15). 4η φάση Μάρτιος 2001: Το Μάρτη του 2001 συντάσσει τοπογραφικό διάγραμμα ο τοπογράφος μηχανικός Θ. Κ. (ο οποίος εργαζόταν μέχρι κάποια στιγμή ως μελετητής της κτηματογραφήσεως του χωριού ...) και αποτυπώνει το συγκεκριμένο (επεκταμένο) αγροτεμάχιο, αυξημένο και με εμβαδόν 114.171 τ.μ. από 40.000 τ.μ. που είχε δηλωθεί αρχικά (συν. 16). Το τοπογραφικό αυτό εμφανίζει τις όμορες ιδιοκτησίες, χωρίς όμως να οριοθετεί με γραμμές που αρχίζει και που τελειώνει η κάθε όμορη ιδιοκτησία ως όφειλε. Εμφανίζει το δήθεν αγροτεμάχιο του Κ. να έχει μήκος 1.200 περίπου μέτρων και να συνορεύει με δώδεκα (12) όμορες ιδιοκτησίες, με απροσδιόριστα τα μήκη που συνορεύει η κάθε όμορη ιδιοκτησία, αφήνοντας όμως εκτός τοπογραφικού το δυτικό τμήμα του αρχικού δηλωθέντος ακινήτου με έκταση περίπου 12.000 τ.μ. Το αρχικό ακίνητο, όπως προαναφέραμε, είχε έκταση 40. 096 τ.μ. Αναφέρει ότι συνορεύει: 1) Ιδιοκτησία Μ. Θ., 2) Ιδιοκτησία Ε. Κ., 3) Ιδιοκτησία Θ. Σ., 4) Ιδιοκτησία Αγνώστων, 5) Ιδιοκτησία Αγνώστων, 6) Ιδιοκτησία Αγνώστων, 7) Ιδιοκτησία Ε. Κ., 8) Ιδιοκτησία Ε. Σ., 9) Ιδιοκτησία Κ. Π. (είχε δηλωθεί στην Α' Ανάρτηση εκ παραδρομής στη θέση αυτή. Αυτοί τον έβαλαν συνορίτη και στο τοπογραφικό και στο συμβόλαιο. Την συγκεκριμένη λανθασμένη πληροφορία την γνώριζαν στο Κτηματολόγιο. Ο Κ. Π. δεν έχει ιδιοκτησία στη θέση αυτή. Αυτή η ιδιοκτησία ανήκει σε καταγγέλλοντες. Αποδόθηκε όμως στην πορεία και αυτή στον Ε. Κ., 10) Ιδιοκτησία Ε. Μ., 11) Ιδιοκτησία Α., 12) Ιδιοκτησία Ε. Κ.. Σημείωση: Προγενεστέρως της συντάξεως του τοπογραφικού έχουν δηλώσει τρεις όμοροι ιδιοκτήτες τις ιδιοκτησίες τους στο Κτηματολόγιο, χωρίς να αναφέρουν στα συμβόλαιά τους και στις ένορκες βεβαιώσεις τους τον Κ. ως συνορίτη. Είχαν δηλώσει οι: 1) Ο υιός Θ. Σ., Δ. Σ., ο οποίος δηλώνει - καταθέτει ότι δεν είχε το Κ. συνορίτη και του προέκυψε ξαφνικά (είναι μεταξύ των καταγγελλόντων), 2) Ο Ε. Δ. Σ., 3) Ο Ε. Μ.. 5η φάση Μάιος 2001: Το Μάιο 2001, συντάσσει ο Τοπογράφος Μηχανικός του Κτηματολογίου Β. Κ., (δύο μήνες μετά τη σύνταξη του προηγούμενου), καινούριο τοπογραφικό, (συν. 17), για το ίδιο ακίνητο, το οποίο ακίνητο φαίνεται να έχει πάλι αυξηθεί. Παρουσιάζεται με εμβαδόν 120.608 τ.μ., διαιρεμένο σε τρία τμήματα των 40.202,767 τ.μ. έκαστο. Εμφανίζεται πιο μακρύ, 1300 περίπου μέτρα μήκος από 1200 που ήταν περίπου το προηγούμενο και με διαφοροποιήσεις στο σχήμα. Το μεταγενέστερο αυτό τοπογραφικό αυξάνει τον αριθμό των όμορων ιδιοκτησιών από 12 που είχε το προηγούμενο, σε 21. Οι όμορες ιδιοκτησίες που αναφέρει πλέον είναι: 1) Ιδιοκτησία Θ. Μ., 2) Ιδιοκτησία αγνώστου (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 3) Ιδιοκτησία Ε. Σ. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 4) Ιδιοκτησία Θ. Σ., 5) Ιδιοκτησία Αγνώστου, 6) Ιδιοκτησία Αγνώστου, 7) Ιδιοκτησία Αγνώστου, 8) Ιδιοκτησία Π. Γ. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 9) Ιδιοκτησία Ε. Κ., 10) Ιδιοκτησία Π. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 11) Ιδιοκτησία αγνώστου (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 12) Ιδιοκτησία Ε. Σ. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 13) Ιδιοκτησία Σ. Δ. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 14) Ιδιοκτησία αγνώστου (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 15) Ιδιοκτησία αγνώστου (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 16) Ιδιοκτησία Π. Κ. (ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ - ΛΑΘΟΣ Α' ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΣ), 17) Ιδιοκτησία Ε. Μ., 18) Ιδιοκτησία Α. Α., 19) Ιδιοκτησία Δ. Α., 20) Ιδιοκτησία Π. Ν. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο), 21) Ιδιοκτησία Φ. Α. (Δεν υπήρχε στο προηγούμενο). Σημείωση: Σε συμβόλαια των ανωτέρω και ομόρων ιδιοκτησιών με αυξ. αριθ. 1, 13, 17, 18, 19 και 21, δεν φαίνεται πουθενά όμορος ιδιοκτήτης ο Κ. ή η οικογένεια Κ.. Δηλαδή σε διάστημα δύο μηνών που μεσολαβεί ανάμεσα στη σύνταξη των δύο τοπογραφικών "ανακαλύπτει" ότι: το ακίνητο του από 114.171 τ.μ. γίνεται 120.608 τ.μ. ότι το σχήμα του είναι διαφοροποιημένο και ότι το ακίνητο του αυξάνεται σε μήκος κατά 100 περίπου μέτρα. Από 1200 μέτρα μακραίνει και γίνεται 1300 μέτρα περίπου. Ανακαλύπτει ότι έχει περίπου διπλάσιους συνορίτες και από 12 που είναι στο πρώτο τοπογραφικό του Μαρτίου του 2001, έγιναν 21 στο δεύτερο τοπογραφικό του Μαΐου του 2001, δηλαδή σε δύο μήνες αργότερα. Εκεί που στο πρώτο τοπογραφικό είχε βάλει συνορίτη τον εαυτό του, τώρα βάζει άλλους που "θυμήθηκε". Και αυτούς όμως αργότερα τους εξαφανίζει όλους αυθαίρετα και μπαίνει ο ίδιος στη θέση τους, συντάσσοντας γονικές παροχές και "πλαστά" τοπογραφικά, εκτός του Α. Σ., που πρώτα το καταπάτησε ο Κ. Ε. και μετά το αγόρασε η σύζυγος του, από τον υιό του Α. Σ., Δ. Σ.. Το πρώτο τοπογραφικό το εκπόνησε ο Θ. Κ. και το δεύτερο ο Β. Κ., μελετητές και οι δύο του Κτηματολογίου. 6η φάση Μάιος 2001: Στη συνέχεια ο Κ. Ε. συντάσσει την .../30.5.2001 ένορκη βεβαίωση, όπου οι γονείς του ενόρκως βεβαιώνουν ότι: "Γίνεται διόρθωση της υπ' αριθ. .../3.6.1999 ενόρκου βεβαιώσεως και όσον αφορά την έκταση του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." ... Κεφαλληνίας και από μέτρα τετραγωνικά σαράντα χιλιάδες (40.000) περίπου σε μέτρα τετραγωνικά εκατόν δέκα τέσσερις χιλιάδες (114.000) περίπου, εμβαδόν το οποίο προέκυψε κατόπιν νεοτέρας και ακριβούς καταμετρήσεως και σύμφωνα με το από Μάρτιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου τοπογράφου μηχανικού Θ. Κ.". Δηλαδή δεν εναρμόνισε την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση με το πρόσφατο ιδίου μήνα τοπογραφικό του Β. Κ., αλλά χρησιμοποίησε το προ διμήνου τοπογραφικό του Θ. Κ.. 7η φάση 15.12.2001: Στις 15.12./2001 ο Κ. Ε. προβαίνει σε τρεις γονικές παροχές (παρακρατώντας την επικαρπία) προς τα παιδιά του. Συγκεκριμένα κάνει: Α) Την .../15.12.2001 γονική παροχή, (συν. 26), όπου παρέχει στον υιό του Χ. Ε. Κ. αγροτικό ακίνητο στη θέση "...", εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. προσαρτάται το από Μάιο του 2001 τοπογραφικό του Β. Κ. (συν. 17) (Είναι το ακίνητο με αριθμό 02 - στο μέσο). Για το ακίνητο αυτό στη Β' ανάρτηση του αποδίδεται το ΚΑΕΚ 250711004231 με έκταση 40.613 τ.μ. και αναφέρει ότι προσκομίσθηκε η .../30.5.2001 ένορκη βεβαίωση. Για το ακίνητο αυτό προσαρτά στην ανωτέρω γονική παροχή, το υπ' αριθμό πρωτ. 6970/4.9.2001 κτηματολογικό απόσπασμα με έκταση 40.096 τ.μ. (ΚΑΕΚ 250711004122) (συν. 18). Β) Την .../15.12.2001 γονική παροχή, (συν.27), όπου παρέχει στην κόρη του Α. Ε. Κ. αγροτικό ακίνητο στη θέση "...", εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. Προσαρτάται το από Μάιο του 2001 ίδιο τοπογραφικό του Β. Κ.. (Είναι το ακίνητο με αριθμό 03). Για το ακίνητο αυτό στη Β' ανάρτηση του αποδίδεται το ΚΑΕΚ 250711004230 με έκταση 43.654 τ.μ. και αναφέρει ότι προσκομίσθηκε η .../30.5.2001 ένορκη βεβαίωση. Για το ακίνητο αυτό προσαρτά στην ανωτέρω γονική παροχή, το υπ' αριθμό πρωτ. 6970/4.9.2001 κτηματολογικό απόσπασμα με έκταση 40.096 τμ (KAEK 250711004122). Δηλαδή το ίδιο ακριβώς ΚΑΕΚ με την προηγούμενη γονική παροχή. Γ) Την .../15.12.2001 γονική παροχή, (συν. 28), όπου παρέχει στον υιό του Κ. Ε. Κ. τα εξής ακίνητα: 1. Αγροτικό ακίνητο στη θέση "...", εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. Προσαρτάται το από Μάιο του 2001 ίδιο τοπογραφικό του Β. Κ.. (Είναι το ακίνητο με αριθμό 01). Για το ακίνητο αυτό στη Β' ανάρτηση του αποδίδεται το ΚΑΕΚ 250711004232 με έκταση 42.052 τ.μ. και αναφέρει ότι προσκομίσθηκε η .../30.5.2001 ένορκη βεβαίωση. Για το ακίνητο αυτό προσαρτά στην ανωτέρω γονική παροχή, το υπ' αριθμ. πρωτ. 6970/4.9.2001 κτηματολογικό απόσπασμα με έκταση 40.096 τ.μ. ΚΑΕΚ 250711004122. Δηλαδή το ίδιο ακριβώς ΚΑΕΚ με τις προηγούμενες γονικές παροχές. 2. Αγροτικό ακίνητο στη θέση "...", εκτάσεως 5.047,08 τ.μ. Προσαρτάται το από Ιανουάριο του 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ.. Για το ακίνητο αυτό στη Β' ανάρτηση του αποδίδεται το ΚΑΕΚ 250711004229 με έκταση 6.020 τ.μ. και αναφέρει ότι προσκομίσθηκε η .../30.5.2001 ένορκη βεβαίωση. Δηλαδή παρότι υπήρχε τοπογραφικό του μελετητή του Κτηματολογίου, τα 5.047 τ.μ., γίνανε 6.020 τ.μ. Για το ακίνητο αυτό προσαρτά στην ανωτέρω γονική παροχή, το υπ' αριθμ. πρωτ. 7048/11.10.2001 κτηματολογικό απόσπασμα με έκταση 40.096 τ.μ. ΚΑΕΚ 250711004122. Δηλαδή το ίδιο ακριβώς ΚΑΕΚ. το αξιοποιεί τέταρτη φορά. Από 40.096 τ.μ. που αναφέρει το ΚΑΕΚ, μεταβίβασε ένα μικρό ακίνητο εμβαδού 5.047 τ.μ., που απ' ότι φαίνεται περίσσευε και έπρεπε με κάποιο τρόπο να του αποδοθεί. Δηλαδή καμία αντιστοιχία εμβαδού και συνοριτών που αναφέρει το ίδιο το ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου και παρόλα αυτά το συμβόλαιο έγινε. Φυσικά το ερώτημα είναι αφού το απόσπασμα με ΚΑΕΚ 250711004122 το χρησιμοποίησε στην ίδια γονική παροχή, δύο φορές, για δύο διαφορετικά ακίνητα γιατί τα ζητά με δύο αιτήσεις τους δύο φορές στο κτηματολόγιο, με αριθμούς πρωτ. 6970/4.9.2001 και 7048/11.10.2001. Δεν αρκούσε μία φορά αφού είναι το ίδιο. ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το συγκεκριμένο ακίνητο είναι τμήμα του ακινήτου του Π. Γ. - Δ., ο οποίος έχει αγροτεμάχιο εκτάσεως 11.000 τ.μ. περίπου και είναι μεταξύ των καταγγελλόντων. Το δεύτερο τμήμα της ιδιοκτησίας Γ. Π. 4.000 τ.μ. περίπου, ανήκει στο ΚΑΕΚ 1004230 το οποίο ο Κ. το παρείχε στην κόρη του Α. Κ., με την .../15.12.2001 γονική παροχή, η οποία στη συνέχεια με την .../12.5.2003 δωρεά, "το δώρισε" στον αδελφό της Κ.. Το τρίτο τμήμα της ιδιοκτησίας Γ. Π. 1.000 περίπου τ.μ. ανήκει στο ΚΑΕΚ 1004267, τμήμα του οποίου, εκτάσεως 7.145 τ.μ., παρείχε ο Κ. Ε. στον υιό του Κ. με την .../28.5.2003 γονική παροχή, αυθαίρετα, αφού δεν το ζητούσε καν στην ένστασή του και δεν υπάρχει στην αντίστοιχη απόφαση της Επιτροπής. 3. Αγροτικό ακίνητο στη θέση "...", εκτάσεως 8.000 τ.μ. περίπου. Δεν προσαρτάται τοπογραφικό. Προσαρτάται στη γονική παροχή το ΚΑΕΚ 250711004127 Α' Αναρτήσεως με εμβαδόν 4.354 τ.μ. (συν. 33). Για το ακίνητο αυτό το κτηματολόγιο απέδωσε στη Β' Ανάρτηση το ΚΑΕΚ 250711004228 με έκταση 7.561 τ.μ. και αναφέρει ότι προσκομίστηκε η .../30.5.2001 ένορκη βεβαίωση. Αξιοπρόσεκτο εδώ ότι το ακίνητο αυτό απέχει περίπου 220 μέτρα είναι ξεκομμένο από την ενιαία έκταση των 114.000 τ.μ., που αναφέρει ως "ένα ακίνητο" η ένορκη βεβαίωση. Για το ακίνητο αυτό ο Κ. Ε. προέβη στην υπ' αριθμ. .../6.3.2003 διορθωτική πράξη σμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητος, όπου διόρθωσε την .../15.12.2001 γονική παροχή και προσήρτησε το από Οκτώβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ. και από εμβαδόν 8.000 τ.μ. γίνεται 7.561,13 τ.μ. Ο Κ. Ε., δεν περίμενε την απόφαση της επιτροπής ενστάσεων και κατέθεσε με την Α.Π. .../2.1.2002 δήλωσή του, δηλώσεις για τον εαυτό του και τα τέκνα του για τα πέντε ακίνητα που αναφέρονται στις τρεις προαναφερθείσες γονικές παροχές τόσο για την επικαρπία του ιδίου, όσο και για την ψιλή κυριότητα των τέκνων του, Κ., Χ. και Α.. Φάση 9η 25.7.2002: Με την 27/25.7.2002 απόφαση Α/βάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων, γίνεται δεκτή η Α.Π. 2983/22.11.2000 ένσταση του Κ. Ε., δηλαδή μεταγενέστερα των γονικών παροχών, που αφορά διόρθωση ορίων και εμβαδού σύμφωνα με την θετική εισήγηση του Αναδόχου. Η εισήγηση προς την επιτροπή αναφέρει αυτολεξεί: "ΔΕΚΤΗ. ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΘΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΜΒΑΔΟΝ ΤΟΥ ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟΥ ΜΕ ΚΑΕΚ Α' ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΣ 250711004122. ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ Ο ΕΝΙΣΤΑΜΕΝΟΣ ΥΠΕΒΑΛΕ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΑΠ. ... ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕ ΤΟ ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ ΜΕ ΚΑΕΚ 250711004122 ΣΤΑ ΤΕΚΝΑ. ΕΤΣΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΤΡΙΑ ΝΕΑ ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΚΑΕΚ 250711004230, 250711004231, 250711004232". Ο οποιοσδήποτε, κατά τη γνώμη μας αναγνώστης της άνω εισηγήσεως που έγινε δεκτή, έβγαζε το συμπέρασμα ότι ο πατέρας Κ. Ε. με φυσιολογικές μικροδιορθώσεις σε όρια και εμβαδόν, μεταβιβάζει ένα αγρόκτημα, διαιρώντας το μάλιστα στα τρία του παιδιά. Δεν αναφέρει όμως πουθενά ότι τριπλασιάζεται η έκταση και αντί διαιρέσεως έγινε πολλαπλασιασμός. Επίσης, φαίνεται από την εισήγηση και την απόφαση αυτή ότι: "ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕ ΤΟ ΓΕΩΤΕΜΑΧΙΟ ΜΕ ΚΑΕΚ 250711004122 ΣΤΑ ΤΕΚΝΑ" του. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι μεταβίβασε τμήμα του συγκεκριμένου γεωτεμαχίου, 28.000 τ.μ. περίπου, αφού όπως προαναφέραμε, το άλλο τμήμα, το δυτικό, εκτάσεως περίπου 12.000 τ.μ., το άφησαν εκτός αυτής της διαδικασίας επεκτάσεως. Το τμήμα αυτό το είχαν δηλώσει για δεύτερη φορά στο Κτηματολόγιο και τους αποδόθηκε με άλλες ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις. Συγκεκριμένα: Από την έκταση αυτή των 12.000 τ.μ., ένα μέρος περίπου 2.000 τ.μ., το είχε δηλώσει με την .../28.2.2001 δήλωσή του, προσκομίζοντας την υπ' αριθμόν .../15.1.2001 ένορκη βεβαίωση και περιλαμβάνεται στο ΚΑΕΚ 1004278, εκτάσεως 18.416 τ.μ. Το τμήμα αυτό του ακινήτου, το έχει συμπεριλάβει και μεταβιβάσει στον υιό του Κ., με την .../6.3.2003 γονική παροχή (περιγραφέν ακίνητο 1), το οποίο ζήτησε με την υπ' αριθμόν Α.Π. 9485/30.1.2003 ένστασή του. Το άλλο μέρος περίπου 10.000 τ.μ., το είχε δηλώσει με την .../1.3.2001 δήλωσή του, προσκομίζοντας την υπ' αριθμόν .../29.12.2000 ένορκη βεβαίωση και περιλαμβάνεται στο ΚΑΕΚ 1004274 εκτάσεως 67.826 τ. μ. Το ακίνητο αυτό το έχει συμπεριλάβει και μεταβιβάσει με την .../6.3.2003 γονική παροχή στον υιό του Κ.. Εδώ δηλαδή προκύπτει το εντελώς παράδοξο φαινόμενο, ο Κ. να επαναδηλώνει την έκταση των 12 000 τ.μ. περίπου με δύο δηλώσεις του και να επικαλύπτει την ιδιοκτησία του. Δεν αναφέρει πουθενά ότι τριπλασιάστηκε η έκταση και αν λάβουμε υπόψη μας, ότι επεκτάθηκε τμήμα του αρχικού γεωτεμαχίου για τους λόγους που προαναφέραμε, στην ουσία πενταπλασιάστηκε. Δεν είναι τυχαίο που σε τρεις γονικές παροχές προσαρτάται το ίδιο ΚΑΕΚ τέσσερις φορές. Μεταβιβάζει με το ίδιο ΚΑΕΚ τέσσερα ακίνητα, Συγκεκριμένα προσαρτά το ίδιο ΚΑΕΚ 1004122 εκτάσεως 40.096 τ.μ., για: 1) "ακίνητο" που παρείχε με την .../15.12.2001 γονική παροχή της Συμβ/φου Αργοστολίου Τ. Σ. στη κόρη του Α. εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. 2) "ακίνητο" που παρείχε με την .../15.12.2001 γονική παροχή της Συμβ/φου Αργοστολίου Τ. Σ. στον υιό του Χ. εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. 3) "ακίνητο" που παρείχε με την .../15.12.2001 γονική παροχή της Συμβ/φου Αργοστολίου Τ. Σ. στον υιό του Κ. εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. 4) "ακίνητο" που παρείχε με την .../15.12.2001 γονική παροχή της Συμβ/φου Αργοστολίου Τ. Σ. στον υιό του Κ. εκτάσεως 5.047,08 τ.μ. Το τελευταίο ακίνητο από το αρχικό απέχει 600 περίπου μέτρα. Δηλαδή το Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ) που αποτελεί την "Κτηματογραφική Ταυτότητα" κάθε ακινήτου, που μονοσήμαντα δηλώνει ένα και μόνο ένα ακίνητο, με μοναδικά και συγκεκριμένα στοιχεία όπως: συντεταγμένες, σχήμα, εμβαδόν και συνορίτες, το χρησιμοποίησαν 4 φορές, για 4 διαφορετικά ακίνητα, για πολλαπλάσια έκταση, την ίδια ημέρα, στην ίδια συμβολαιογράφο, σε τρεις διαδοχικές αριθμητικά συμβολαιογραφικές πράξεις. Η ένστασή του έγινε δεκτή στις 25.7.2002 με την 27/25.7.2002 απόφαση της Α/θμιας Επιτροπής μετά από την παραπλανητική εισήγηση του εισηγητή της κτηματογραφήσεως. Κατά τη Β'Ανάρτηση το αρχικό δήθεν αγροτεμάχιο της Α' Αναρτήσεως με ΚΑΕΚ 250711004122 και εκτάσεως 40.096 τ.μ., μετά την επέκταση των ορίων Κτηματογραφήσεως του χωριού ..., και μετά την απόφαση της ενστάσεως, εμφανίζεται να έχει γίνει 4 νέα "ακίνητα" συνολικής εκτάσεως 132.339 τ.μ., που όπως αναφέρουν τα κτηματογραφικά τους Αποσπάσματα Β' Αναρτήσεως στις παρατηρήσεις "ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ Η ΥΠ' ΑΡΙΘ. .../30.5.2001 ΕNOPKH ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙΟΥ Σ. Τ." και αποδόθηκαν ως εξής: α) "Ακίνητο" με ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004230 με έκταση 43.654 τ.μ., φερόμενης ιδιοκτησίας κατά την ισόβια επικαρπία του Κ. Ε. και κατά ψιλή κυριότητα της κόρης του Α.. β) "Ακίνητο" με ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004231 με έκταση 40.613 τ.μ., φερόμενης ιδιοκτησίας κατά την ισόβια επικαρπία του Κ. Ε. και κατά ψιλή κυριότητα του υιού του Χ.υ. γ) "Ακίνητο" με ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004232 με έκταση 42.052 τ.μ., φερόμενης ιδιοκτησίας κατά την ισόβια επικαρπία του Κ. Ε. και κατά ψιλή κυριότητα του υιού του Κ.. δ) "Ακίνητο" με ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004229 με έκταση 6.020 τ.μ., φερόμενης ιδιοκτησίας κατά την Ισόβια επικαρπία του Κ. Ε. και κατά ψιλή κυριότητα του υιού του Κ., το οποίο όμως δεν αναφέρει η απόφαση 27/25.7.2002 της 2983/22.11.2000 ενστάσεως και αυθαίρετα το συμπεριέλαβαν παραβιάζοντας την απόφαση. Στη συνέχεια μετά την Β' Ανάρτηση, προέβησαν σε 3 διορθωτικές συμβολαιογραφικές πράξεις γονικών παροχών στην ίδια Συμβολαιογράφο. Συγκεκριμένα συνέταξαν: α) Την .../29.4.2003 διορθωτική πράξη, με την οποία διόρθωσαν σε έκταση 32.554,66 τ.μ., την .../15.12.2001 γονική παροχή και προσάρτησαν το από Ιανουάριο 2003 μουντζουρωμένο με μαρκαδόρο τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ.. β) Την .../7.4.2003 διορθωτική πράξη, με την οποία διόρθωσαν σε έκταση 27.706 τ.μ., την .../15.12.2001 γονική παροχή και προσάρτησαν το από Ιανουάριο 2003 μουντζουρωμένο με μαρκαδόρο τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ.. γ) Την .../3.11.2004 διορθωτική πράξη, με την οποία διόρθωσαν, ως προς τους συνορίτες μόνο, την .../15.12.2001 γονική παροχή και προσάρτησαν το από Μάρτη 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. παραποιημένο όμως χειρόγραφα σε 12 σημεία, αναφερόμενα προσαρτημένα στις διορθωτικές πράξεις τοπογραφικά είναι σβησμένοι οι πραγματικοί συνορίτες που ο ίδιος ο Κ. Ε. είχε αναφέρει, είχε ομολογήσει, στις 3 αρχικές γονικές παροχές και συνταγμένο προγενέστερα, από Μάιο 2001, τοπογραφικό που είχαν προσαρτήσει. Οι πραγματικοί συνορίτες που ο ίδιος ο K. Ε. είχε αναφέρει, είχε ομολογήσει, και εκ των υστέρων έσβησε, είναι μεταξύ των μηνυτών της παρούσης υποθέσεως. Τα παραποιημένα και μουντζουρωμένα με μαρκαδόρο τοπογραφικά διαγράμματα του Β.Κ. έγιναν δεκτά από τη Συμβολαιογράφο και την εταιρία Κτηματογραφήσεως. Από το ιστορικό μεταβιβάσεων της συγκεκριμένης διαδικασίας συνάγεται ότι: Με την .../15.12.2001 γονική παροχή μεταβιβάστηκε από τον Ε. Κ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, στον υιό του Χ., στη συνέχεια διορθώθηκε με την .../29.4.2003 διορθωτική πράξη και στη συνέχεια ο Κ. Χ., προέβη στην .../15.5.2003 δωρεά ψιλής κυριότητος, στην ίδια συμβολαιογράφο, και μνημόνευσαν το προηγούμενο μουντζουρωμένο από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. και δώρισε το ακίνητο όπως περιγράφεται στην .../29.4.2003 διορθωτική πράξη, με έκταση 32.554,66 τ.μ., στη θέση "..." ..., στον αδελφό του Κ.. Συνολικά η έκταση των τμημάτων των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../15.5.2003 δωρεά είναι 20.354 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Κ. Α. του Ε. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 5.649 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 27 ιδιοκτησία έχει έκταση 10.787 τ.μ). 2) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 280 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 39 ιδιοκτησία έχει έκταση 8.600 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.298 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 40 ιδιοκτησία έχει έκταση 4.071 τ.μ.). 4) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 2.757 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 77 ιδιοκτησία έχει έκταση 5.703 τ.μ.). 5) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 4.206 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 78 ιδιοκτησία έχει έκταση 5.145 τμ.). 6) Η ιδιοκτησία του Σ. Σ. του Ε. ως προς τμήμα Β' εκτάσεως 5.006 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ 79 ιδιοκτησία έχει έκταση 10.800 τ.μ.). 7) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Θ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 158 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 85 ιδιοκτησία έχει έκταση 1.776 τ.μ.). 1) Ακολουθούν η δήλωση στο Κτηματολόγιο: α) της .../15.12.2001 γονικής παροχής από τον Ε. Κ., β) της .../29.4.2003 διορθωτικής πράξεως συμβολαίου γονικής παροχής από τον Χ. και γ) .../15.5.2003 δωρεάς από τον Κ. του αγροτεμαχίου 18ου. Ο Ε. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. .../2.3.2002 δήλωσή του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24.10.2004 μηνυτήρια αναφορά) με την οποία δηλώνει ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την επικαρπία και ότι είναι του υιού του Χ. του ως προς την ψιλή κυριότητα δήθεν αγροτεμάχιό τους στη θέση "..." ... με έκταση 40.202,767 τ.μ. προσκομίζοντας την .../15.12.2001 γονική παροχή (μεταγραμμένη στις 28.12.2001, Τόμος 393, αύξ. αριθμ. 21), με την οποία μεταβίβασε ο Ε. Κ. το προαναφερθέν ακίνητο, ως προς την ψιλή κυριότητα, στον υιό του Χ.. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. (που είναι το ίδιο και για τις ... και .../15.12.2001 γονικές παροχές), όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 1 της 3ης σελίδας του. Στη συνέχεια ο Χ. Κ. κατέθεσε στο Κτηματολόγιο στις 14.5.2003 την με αριθ.πρωτ. 11.227/14.5.2003 δήλωση του στην οποία περιγράφει το δήθεν ακίνητο του στη θέση "..." ... με έκταση όμως 32.554,66 τ.μ. Κατέθεσε συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως την υπ' αριθ. .../29.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 13.5.2003, στον Τόμο 419 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 88, με την οποία διόρθωσε την .../15.12.2001 γονική παροχή. Κατέθεσε επίσης συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα (που είναι μουντζουρωμένο - σβησμένοι πραγματικοί συνορίτες) του Β.Κ., που απεικονίζει την έκταση των 32.554,66 τ.μ. την οποία αναφέρει η .../29.4.2003 διορθωτική πράξη της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ.. Το ότι συνημμένα της με αριθ. πρωτ. 11.227/14.5.2003 δηλώσεως κατέθεσε ο Χ. Κ. και το προαναφερόμενο τοπογραφικό του δήθεν αγροτεμαχίου του προκύπτει από το πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 11 της 5ης σελίδας του. Ο Ε. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.228/14.5.2003 δήλωση του ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, στη θέση "..." ... με έκταση 32.554,66 τ.μ. που περιγράφει η .../29.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 13.5.2003, στον Τόμο 419 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 88, με την οποία διόρθωσε την .../15.12.2001 γονική παροχή του προς τον υιό του Χ.. Ο Κ. Κ. με την αριθ.πρωτ. 11.260/27.5.2003 δήλωση του στο Κτηματολόγιο (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24.10.2004 μηνυτήρια αναφορά) δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο, ως προς την ψιλή κυριότητα, στη θέση "..." ... με έκταση 32.554,66 τ.μ., προσκομίζοντας την .../12.5.2003 δωρεά (μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 19.5.2003, στον Τόμο 420 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 32). Με την .../12.5.2003 δωρεά (προαναφερθείσα) μεταβίβασε, ως προς την ψιλή κυριότητα, ο αδελφός του Χ. στον Κ. το προπεριγραφόμενο ακίνητο στη θέση "..." ... με έκταση 32.554,66 τ.μ. Αν και γνώριζε, ο Κ. Κ., ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν στον αδελφό του και σ' αυτόν, κατέθεσε στο Κτηματολόγιο τη δήλωση με αριθ. πρωτ. 11.260/27.5.2003 με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιό του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Χ. Κ., Κ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη, ως προς την ψιλή κυριότητα, τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.279/22.10.2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004231 και εκτάσεως 32.555 τ.μ. στο ΚΑΕΚ 1004231 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 11.260/27.5.2003 δήλωση του Κ. Κ.. Ο Ε. Κ. προέκυψε ως ιδιοκτήτης ως προς την επικαρπία του προαναφερομένου αγροτεμαχίου στο ΚΑΕΚ 1004231 με την με αριθ. πρωτ. 11.228/14.5.2003 περίληψη μεταγραφής της προαναφερομένης .../12.5.2003 δωρεάς. Β) Με την .../15.12.2001 γονική παροχή μεταβιβάστηκε από τον Ε. Κ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, στην κόρη του Α., στη συνέχεια διορθώθηκε με την .../7.4.2003 διορθωτική πράξη και τελικά με την .../15.5.2003 ΔΩΡΕΑ ΤΗΣ Α. Κ. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΗΣ Κ.. Συνολικά η έκταση των τμημάτων των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../15.5.2003 δωρεά είναι 27.694 τ.μ, και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Δ.-Γ. και Α. Π. του Σ. ως προς τμήμα Α1 εκτάσεως 2.908 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 68 ιδιοκτησία έχει έκταση 11.547 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 16.974 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 76 ιδιοκτησία έχει έκταση 18.452 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Σ. Σ. του Ε. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 3.773 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 79 ιδιοκτησία έχει έκταση 10.800 τ.μ.). 4) Η συνιδιοκτησία του Φ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Α1 εκτάσεως 4,039 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 81 ιδιοκτησία έχει έκταση 9.748 τ.μ.). 2) ΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ: α) της .../15-12-2001 γονικής παροχής από τον Ε. Κ., β) της .../7-4-2003 διορθωτικής πράξεως συμβολαίου γονικής παροχής από την Α. και γ) .../15-5-2003 δωρεάς από τον Κ. του αγροτεμαχίου 19ου. Ο Ε. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτοκ. .../2-3-2002 δήλωσή του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά) ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την επικαρπία και ότι είναι της κόρης του Α.ς ως προς την ψιλή κυριότητα δήθεν αγροτεμάχιό τους στη θέση "..." ... με έκταση 40.202,767 τ.μ. προσκομίζοντας την .../15-12-2001 γονική παροχή (μεταγραμμένη στις 28-12-2001, Τόμος 393, αύξ.αριθμ. 22), με την οποία παρείχε την ψιλή κυριότητα του προαναφερομένου ακινήτου ο πατέρας Ε. Κ. στην κόρη του Α.. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. (που είναι το ίδιο και για τις ... και .../15-12-2001 γονικές παροχές). Η κατάθεση του τοπογραφικού στο Κτηματολόγιο προκύπτει από το με ημερομηνία 2-3-2005 πρωτόκολλο παραλαβής, σύμφωνα με το οποίο ο αδελφός μου Χ.ς παρέλαβε κατόπιν της από 8/9/2004 εισαγγελικής παραγγελίας (Εισαγγελέως Αθηνών) στοιχεία της παρούσης υποθέσεως από το Ανάδοχο Γραφείο Κτηματογραφήσεως της Εταιρίας Σ. Λ. και ΣΙΑ ΕΕ στις 2-3-2005, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 1 της 3ης σελίδας του (συνημμένο 1 το πρωτόκολλο παραλαβής). Στη συνέχεια η Α. Κ. κατέθεσε στο Κτηματολόγιο στις 8-5-2003 με την με αριθ. πρωτ. 11.190/8-5-2003 δήλωσή της στην οποία περιγράφει το δήθεν ακίνητό της στη θέση "..." ... που της παρείχε ο πατέρας της Ε. με την .../15-12-2001 γονική παροχή με έκταση όμως 27.706,47 τ.μ. Κατέθεσε συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως την υπ' αριθ. .../7-4-2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, με την οποία διόρθωσε την .../15-12-2001 γονική παροχή ως προς το εμβαδόν και εξαφάνισε συνορίτες - μηνυτές που ανέφερε η διορθωθείσα γονική παροχή. Η .../7-4-2003 διορθωτική πράξη είναι μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 22-4-2003 στον Τόμο 419 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 4. Κατέθεσε επίσης συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα (που είναι μουντζουρωμένο - σβησμένοι πραγματικοί συνορίτες) του Β.Κ., που απεικονίζει την έκταση των 27.706,47 τ.μ. την οποία αναφέρει η .../7-4-2003 διορθωτική πράξη της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ.. Το ότι συνημμένα της με αριθ. πρωτ. 1.190/8-5-2003 δηλώσεως κατέθεσε η Α. Κ. και το προαναφερόμενο τοπογραφικό του δήθεν αγροτεμαχίου της προκύπτει από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής στο οποίο αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 8 της 5ης σελίδας του. Ο Ε. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.189/8.5.2003 δήλωσή του ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, στη θέση "..." ... με έκταση 27.706,47 τ.μ. που περιγράφει η .../7.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής, μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 22-4-2003, στον Τόμο 419 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 4, με την οποία διόρθωσε την .../10-12-2001 γονική παροχή του προς την κόρη του Α.. Ο Κ. Κ. με την αριθ.πρωτ. 11.260/27-5-2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά) δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο, ως προς την ψιλή κυριότητα, στη θέση "..." ... με έκταση 27.706,47 τ.μ., προσκομίζοντας την .../12-5-2003 δωρεά (μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 19-5-2003, στον Τόμο 420 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 32). Με την .../12-5-2003 δωρεά μεταβίβασε, ως προς την ψιλή κυριότητα, η αδελφή του Α. στον Κ. το προπεριγραφόμενο ακίνητο στη θέση "..." ... με έκταση 27.706,47 τ.μ. Αν και γνώριζε, ο Κ. Κ., ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν στην αδελφή του και σ' αυτόν, κατέθεσε στο Κτηματολόγιο τη δήλωση με αριθ. πρωτ. 11.260/27.5.2003 με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Α. Κ., Κ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη, ως προς την ψιλή κυριότητα, τον Κ. Κ. γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.282/22-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως. Μάιος Ε 2007) 1004231 και εκτάσεως 27.706 τ.μ. στο ΚΑΕΚ 1004230 αναγράφεται η με αριθ πρωτ 11.260/27-5-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Ο Ε. Κ. προέκυψε ως ιδιοκτήτης ως προς την επικαρπία του προαναφερομένου αγροτεμαχίου στο ΚΑΕΚ 1004230 με την με αριθ. πρωτ. 11.189/8-5-2003 περίληψη μεταγραφής της προαναφερομένης .../12.5.2003 δωρεάς. Γ) Με την υπ' αριθ. .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1° μεταβιβάστηκε από τον Ε. Κ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, στον υιό του Κ., στη συνέχεια διορθώθηκε με την .../3-11-2004 διορθωτική πράξη: Συνολικά η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο είναι 24.336 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 2.292 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 39 ιδιοκτησία έχει έκταση 8.600 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Σ. Ν. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 13.688 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 3) Η ιδιοκτησία του Σ. Ν. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.042 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) Η ιδιοκτησία του Π. Γ. του Ν. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 816 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 60 ιδιοκτησία έχει έκταση 4.398 τ.μ.). 5) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Θ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 213 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 85 ιδιοκτησία έχει έκταση 1.776 τ.μ.). 6) Η ιδιοκτησία του Μ. Σ. με έκταση 3.285 τ.μ. Ακολουθούν δηλώσεις ΣΤΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ .../15-12-2001 γονικής παροχής, περιγραφόμενο ακίνητο 1° ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ 20ου ως εξής: Ο Ε. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτοκ. .../2.3.2002 δήλωση του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24.10.2004 μηνυτήρια αναφορά) ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την επικαρπία και ότι είναι του υιού του Κ. ως προς την ψιλή κυριότητα δήθεν αγροτεμάχιό τους στη θέση "..." ... με έκταση 40.202,767 τ.μ. προσκομίζοντας την .../15-12-2001 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 28-12-2001, Τόμος 393, αύξ.αριθμ. 23), περιγραφόμενο ακίνητο 1ο (μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 28-12-2001 στον Τόμο 393 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 23). Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ. (που είναι το ίδιο και για τις ... και .../15-12-2001 γονικές παροχές), όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 1 της 3ης σελίδας του. Απεδόθη και σ' αυτόν, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004242 και εκτάσεως 42.191 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. .../2.3.2002 δήλωση του Κ. Κ.. Ο υιός Κ. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο την ίδια ημέρα 2-3-2002 με τον πατέρα Ε., με την αριθ. πρωτοκ. 7290/2-3-2002 δήλωση του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά) ότι είναι δικό του ως προς την ψιλή κυριότητα δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." ... με έκταση 40.202,767 τ.μ. προσκομίζοντας την .../15-12-2001 γονική παροχή (μεταγραμμένη στις 28-12-2001, Τόμος 393, αύξ. αριθ. 23), περιγραφόμενο ακίνητο 1ο , αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Κ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη, ως προς την ψιλή κυριότητα, τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 20.722/10-9-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004242 και εκτάσεως 42.191 τ.μ. στο ΚΑΕΚ 1004232 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 7290/2-3-2002 δήλωση του Κ. Κ.. Δ) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε με την .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2ο, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. στον υιό του Κ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, δήθεν ακίνητό του, εκτάσεως 5.047,08 τ.μ., στη θέση "..." .... Προσήρτησαν σε αυτήν το από Ιανουάριο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ.. Προσήρτησαν στην .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, το ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 250711004122 και εκτάσεως 40.096 τ.μ. που είναι το ίδιο ΚΑΕΚ το οποίο προσήρτησαν σε 4 διαφορετικά ακίνητα πολλαπλάσιας εκτάσεως. Συνολικά η έκταση της θιγμένης ιδιοκτησίας, η οποία μεταβιβάστηκε με την .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° είναι 6.016 τ.μ. και περιγράφεται παρακάτω: 1) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Δ.-Γ. και Α. Π. του Σ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 6.016 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 68 ιδιοκτησία έχει έκταση 11.547 τ.μ.). Σημείωση: η .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° αναφέρει έκταση 5.047,08 τ.μ. ενώ το αντίστοιχο ΚΑΕΚ 1004229 αναφέρει 6.020 τετραγωνικά μέτρα. Έτσι προκύπτει και η άνω διαφορά μεταβιβασμένης και θιγμένης ιδιοκτησίας. Ακολουθεί ΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ .../15-12-2001 γονικής παροχής, περιγραφόμενο ακίνητο 2° ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ 21ου ως εξής: α) Ο Ε. Κ. με την ίδια .../2-3-2002 δήλωσή του δήλωσε στο Κτηματολόγιο ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την επικαρπία και ότι είναι του υιού του Κ.υ ως προς την ψιλή κυριότητα, δήθεν αγροτεμάχιό τους στη θέση "..." ... με έκταση 5.047,08 τ.μ. προσκομίζοντας την .../15-12-2001 γονική παροχή (μεταγραμμένη στις 28-12-2001, Τόμος 393, αύξ. αριθμ. 23), περιγραφόμενο ακίνητο 2°. Απεδόθη και σ' αυτόν, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το κτηματογραφικό. Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004229 και εκτάσεως 6.020 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. .../2-3-2002 δήλωση του Κ. Κ.. Ο υιός Κ. Κ. με την ίδια αριθ. πρωτ. 7290/2-3-2002 δήλωση του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά μας) δήλωσε ακόμη στο Κτηματολόγιο ότι δήθεν είναι δικό του, ως προς την ψιλή κυριότητα, δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." ... με έκταση 5.047,08 τ.μ. προσκομίζοντας την .../15.12.2001 γονική παροχή (μεταγραμμένη στις 28-12-2001, Τόμος 393, αύξ. αριθ. 23), περιγραφόμενο ακίνητο 2°, αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Ιανουάριο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ., όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 6 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, δηλαδή τα αρμόδια όργανα του παραπλανηθέντες εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Κ. Κ. και Β.Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη, ως προς την ψιλή κυριότητα, τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.283/22-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004229 και εκτάσεως 6.020 τ.μ. στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 7290/2-3-2002 δήλωση του Κ. Κ.. 2) Ο Κ. Ε., δήλωσε μετά την Α' Ανάρτηση με την υπ' αριθ. .../28-2-2001 δήλωσή του, προσκομίζοντας αντίστοιχα την υπ' αριθ. .../15-1-2001 ένορκη βεβαίωση (περιγ. ακίνητο 2), ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 250.000 τ.μ. με σύνορα δρόμους, τον εαυτό του (το αγροτεμάχιο που δήλωσε αρχικά το 1999 χωρίς να αναφέρει τότε τον εαυτό του ως συνορίτη) και την ιδιοκτησία Β.. Το Κτηματολόγιο για τη δήλωση αυτή του απέδωσε στη Β' Ανάρτηση το ΚΑΕΚ 250711003040 με έκταση 178.777 τ.μ. και εκτός του εαυτού του και του Β. που γνώριζε μόνο ως συνορίτες όταν το δήλωσε, του προέκυψαν σύμφωνα με το Κτηματολόγιο άλλες 14 γνωστές και άλλες 5 άγνωστες αζήτητες - ανεντόπιστες και όμορες ιδιοκτησίες, σύνολο δηλαδή 19. Στη συνέχεια ο Κ. Ε. κατέθεσε την αρ. πρωτ. 11024/20.3.2003 ένστασή του με την οποία ζήτησε την αύξηση του εμβαδού ισχυριζόμενος ότι το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο εμπεριέχει και τα ΚΑΕΚ αγνώστων (στη Β' ανάρτηση) 1003052, 1003048,1003071, 1003026 (συν.2). Ο μελετητής όμως του αναδόχου προσέθεσε αυθαίρετα στην εισήγηση του και ένα "δώρο", το ΚΑΕΚ 1003056. Δεν περίμενε όμως ο Κ. Ε. την απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Εθνικού Κτηματολογίου και προέβη, προς "κατοχύρωση" της δήθεν ιδιοκτησίας του στη σύνταξη της .../28-5-2003 γονικής παροχής (περιγ.ακίν. 2°), όπου μεταβιβάζει εκτός της ισοβίου επικαρπίας, το αγροτεμάχιο αυτό στον υιό του Χ. Κ.. Αντί όμως να αναφέρει το εμβαδόν 178.777 τ.μ., όπως αναφέρει και το προσαρτώμενο στη γονική παροχή ΚΑΕΚ 250711003040, αναφέρει εμβαδόν 210.000 τ.μ. Στη συνέχεια, την 5-6-2003, ο Κ. Ε. (για την επικαρπία) και ο υιός του Κ. Χ. (για την ψιλή κυριότητα), μετά την εγγραφή στο Υποθηκοφυλακείο (Τόμος 421, αριθ. εγγ. 19 ημερομ. 4-6-2003), καταθέτουν την ίδια μέρα στο Κτηματολόγιο δήλωση για τα 4 εγγραπτέα δικαιώματα των 4 αγροτεμαχίων που αναφέρει η γονική παροχή με αριθ. πρωτ. .../5-6-2003 και 11235/5-6-2003 αντίστοιχα. Δηλαδή πατέρας και υιός κατέθεσαν δηλώσεις στο Κτηματολόγιο μαζί με την .../28-5-2003 γονική παροχή με αυξημένο το εμβαδόν του περιγραφομένου 2 της γονικής παροχής ακινήτου, από 178.777 τ.μ. που αναφέρει το προσαρτώμενο ΚΑΕΚ (συν. 4), σε 210.000 τ.μ. χωρίς να περιμένουν να εκδικασθεί η ένσταση που είχαν κάνει στις 20-3-2003 (ΑΠ. 11024). Εκδίδεται μεταγενεστέρως της γονικής παροχής και της δηλώσεως στο Κτηματολόγιο, η απόφαση 6/18-11-2003 της Επιτροπής (συν. 2), όπου απορρίπτει την ένσταση του Κ. για αύξηση του εμβαδού του συγκεκριμένου αγροτεμαχίου με την αιτιολογία "ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΩΣ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ". Άρα λοιπόν είχε τη βεβαιότητα ότι και παρά την απόρριψη της ενστάσεως του, ο "άνθρωπός του κλειδί", δηλαδή ο συγκατηγορούμενός του Β. Κ. είχε τους τρόπους, τα μέσα και πρόθεση πάνω απ' όλα να αυξήσει το δήθεν αγροτεμάχιο του στο "..." από 178.777 τ.μ. σε 220.000 με 230.0000 τ.μ. Ήταν σίγουρος ότι τον καταχώρησε ως μελετητή του αναδόχου της κτηματογραφήσεως στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες που υπέβαλλε στο Κτηματολόγιο ως δικαιούχο, εκτάσεως αυξημένης κατά 40.000 με 50.000 τ.μ., δηλαδή ακίνητο εμβαδού 220.000 με 230.000 τ.μ. από 178.777 τμ. και παρά την απόρριψη της ενστάσεως. Μέσα στην προαναφερομένη έκταση των 178.777 τ.μ. που αποδόθηκε στον Κ. εμπεριέχονται 20 ιδιοκτησίες καταγγελλόντων. Αυτοί είναι: 1) Π. Γ. του Ν. για 3 αγροτεμάχια, 2) Κ. Ά. του Ε. για 2 αγροτεμάχια, 3) Π. Δ. του Γ. για 2 αγροτεμάχια, 4) Π. Μ. του Σ. για 2 αγροτεμάχια, 5) Κ. Δ. του Α. για 1 αγροτεμάχιο, 6) Β. Σ. του Π. για 1 αγροτεμάχιο, 7) Κ. Ε. του Α. για 1 αγροτεμάχιο, 8) Σ. Δ. του Α. για 1 αγροτεμάχιο, 9) Π. Δ. του Χ. για 1 αγροτεμάχιο, 10) Κ. Δ. του Α. για 1 αγροτεμάχιο, 11) Α. Ά. του Σ. για 1 αγροτεμάχιο, 12) Κ. Κ. του Α. για 1 αγροτεμάχιο, 13) Κ. Π. του Α. για το ανωτέρω αγροτεμάχιο, 14) Λ. Π. του Η. για 1 αγροτεμάχιο, 15) Λ. Σ. του Η. για το ανωτέρω αγροτεμάχιο, 16) Γ. Ά. του Γ. για 1 αγροτεμάχιο, 17) Λ. Γ. του Ι. για 1 αγροτεμάχιο. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, 17 καταγγέλλοντες από τους 45 έως τώρα, έχουν δηλώσει ότι έχουν θιγεί 20 ιδιοκτησίες τους, με το ακίνητο που του αποδόθηκε ως δήθεν δικό του, εκτάσεως 178.777 τ.μ. Οι 5 ιδιοκτησίες είχαν δηλωθεί στο Κτηματολόγιο, αλλά μετατοπίσθηκαν προς ευνόηση όπως δηλώνουν και φαίνεται του Κ. Ε.. Οι υπόλοιπες 15 δεν είχαν δηλωθεί για διάφορους λόγους. Στο ίδιο ακίνητο των 178.777 τ.μ., έχουν εντοπιστεί και άλλες ιδιοκτησίες (που μάλιστα αναφέρονται όμορες σε συμβόλαια καταγγελλόντων που θα κατατεθούν), οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν έχουν ενημερωθεί ακόμα (π.χ. απουσία στο εξωτερικό κ.τ.λ.). Εκτενέστερα ως προς το ιστορικό της διαδικασίας της συγκεκριμένης περιπτώσεως και τους ενδιάμεσους τίτλους που δολίως δηλώθηκαν οι κατηγορούμενοι (Κ. και υιοί του) έχει ως ακολούθως: Ο Ε. Κ. με την .../28-2-2001 ψευδή εκπρόθεσμη δήλωση του στο Κτηματολόγιο δήλωσε, εκτός των άλλων, ως δικό του δήθεν "ακίνητο" του, εκτάσεως 250.000 τ.μ., στη θέση "..." ... και προσκόμισε αντίστοιχα την υπ'αριθ. .../15.1.2001 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, στην οποία περιγράφεται το δηλωθέν αγροτεμάχιο στον αριθμό 2 και να συνορεύει "ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Β. και με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Ε. Κ. (του ιδίου)". Το "αγροτεμάχιο" αυτό, εκτάσεως 250.000 τ.μ., που δήλωσε με την .../28-2-2001 εκπρόθεσμη δήλωση, είναι όμορο (κατά δήλωσή του) και συνεχόμενο με αγροτεμάχιο του ιδίου, με έκταση 16.000 τ.μ,, το οποίο είχε δηλώσει αρχικά ο ίδιος ο Κ. Ε. με την .../5-10-1999 δήλωσή του προσκομίζοντας την αρχική .../3-6-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας περιγρ. ακίνητο 11 ° (που απεδόθη το ΚΑΕΚ 1003039). Για τους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα Β' Αναρτήσεως φέρεται ιδιοκτήτης "ακινήτου" με έκταση 178.777 τ.μ., στη θέση "..." με αριθμό Κτηματογραφικού Αποσπάσματος Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ υπ'αριθ. 1003040 και να συνορεύει όμως, όπως δείχνει ο πίνακας όμορων ιδιοκτησιών του κτηματογραφικού αποσπάσματος, με 22 (είκοσι δύο) ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών και όχι μόνο με 2 (δύο) που είχε αναφέρει-δηλώσει ο Κ. Ε.. Όμως κανένας όμορος ιδιοκτήτης του ΚΑΕΚ 1003040, που απέδωσαν αυθαίρετα στον Ε. Κ., δεν είχε αναφέρει τον Ε. Κ. ως συνορίτη στο Κτηματολόγιο στη θέση και στη δήθεν έκταση αυτή, αλλά αντίθετα είχαν αναφέρει-δηλώσει από την αρχή της Κτηματογραφήσεως (προγενέστερα της δηλώσεως Κ.) πραγματικούς ιδιοκτήτες -μηνυτές της παρούσης, (έχει κατατεθεί σχετικό υπόμνημα με συνημμένα αποδεικτικά στοιχεία). Μάλιστα ούτε ο ίδιος ο Ε. Κ. στην αρχική του δήλωση, ούτε και ο Β., που ήταν ο μόνος συνορίτης που δήλωσε ο Ε. Κ., είχαν αναφέρει συνορίτη τον Κ.. Κανένας δεν αναγνώριζε ιδιοκτήτη - συνορίτη τον Ε. Κ. στη θέση αυτή. Στη συνέχεια, ο Ε. Κ., κατέθεσε την υπ' αριθ. 11.024/20-3-2003 ένστασή του προς τη Β/βάθμια Επιτροπή με την οποία ζήτησε την επέκταση του ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1003040, στη θέση "..." ..., εκτάσεως 178.777 τ.μ. και να ενσωματωθούν στο προαναφερόμενο "ακίνητο" και τα όμορα γεωτεμάχια τα οποία εμφανίζονταν στη Β' Ανάρτηση ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με ΚΑΕΚ 1003052, 1003048, 1003071, 1003025, 1003026. Ο εισηγητής της 11.024/20-3-2003 ενστάσεως (Β. Κ.), πέραν του ότι εισηγήθηκε θετικά, όπως και σε όλες τις άλλες επεκτάσεις "ακινήτων" του Ε. Κ., φρόντισε αυθαίρετα να εισηγηθεί προκειμένου να συμπεριληφθεί στην επέκταση και ένα ακόμη ακίνητο, με ΚΑΕΚ 1003056, το οποίο δεν ζητούσε στην ένστασή του ο Ε. Κ.. Το ακίνητο με ΚΑΕΚ 1003056 είχε αποδοθεί με λάθος εντοπισμό στην Έ. - Ά. Π., οπότε μετά την ένστασή της για αλλαγή θέσεως, το ακίνητο με ΚΑΕΚ 1003056 "έμενε ορφανό" χωρίς ιδιοκτήτη και ο εισηγητής της ενστάσεως "έκρινε" ότι και αυτό το ακίνητο "το ήθελε" ο Ε. Κ. και του το απέδωσε χωρίς να του το είχε ζητήσει στην 11.024/20-3-2003 ένστασή του. Με την διαδικασία αυτή το δήθεν "ακίνητο" των 178.777 τ.μ. εισηγήθηκε να επεκταθεί και να γίνει 225.078 τ.μ. Ο Ε. Κ. όμως είχε μεταβιβάσει το δήθεν ακίνητό του, πριν την εκδίκαση (21-9-2003) της ενστάσεως με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, αλλά με έκταση 210.000 τ.μ. στον υιό του Χ. Κ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, χωρίς να προσαρτήσει τοπογραφικό διάγραμμα. Προσάρτησε αντίστοιχα το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως με αριθ. 1003040. (Σελίδες 23 και 24 του υπομνήματος που αφορά τις Διαδικασίες Μεταβιβάσεων, όπου υπάρχει και ο αναλυτικός πίνακας των θιγμένων ιδιοκτητών - ιδιοκτησιών). Η συμβολαιογράφος Τ. Σ. "δέχθηκε" και συνέταξε συμβόλαιο, την .../28.5.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, αλλά με έκταση 210.000 τ.μ., ενώ το αντίστοιχο προσαρτημένο της πράξεως αυτής ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1003040, ανέφερε έκταση 178.777 τ.μ. Δηλαδή είδε προφανώς τη διαφορά, την αύξηση, υπέρ του Ε. Κ. κατά 31.223 τ.μ. (210.000 - 178.777 = 31.223 τ.μ.) που μάλιστα προέκυπτε από ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως (και όχι Α' Αναρτήσεως). Συνολικά και λεπτομερώς η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών ή τμημάτων των ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε, χωρίς προσάρτηση τοπογραφικού, με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° είναι 84.177 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία της Ά. Α. του Σ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 6.246 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 14 ιδιοκτησία έχει έκταση 6.966 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Β., μηνυτής ο υιός του Γ. Β. (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του) ως προς τμήμα Β εκτάσεως 5.384 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 16 ιδιοκτησία έχει έκταση 8.313 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Γ. Α. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 7.678 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Κ. Κ. και Κ. Π. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 5.115 τ.μ. της ιδιοκτησίας τους. 5) Η συνιδιοκτησία (μετά των αδελφών Γ. και Γ.) του Κ. Α. του Ε. ως προς ολόκληρη την έκταση 3.977 τ. μ. της ιδιοκτησίας τους. 6) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 9.774 τ. μ. της ιδιοκτησίας του. 7) Η ιδιοκτησία του Κ. Ε. του Α. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.378 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 35 ιδιοκτησία έχει έκταση 2.960. 8) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.332 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 9) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Ι. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 834 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 41 ιδιοκτησία έχει έκταση 7.473 τ.μ.). 10) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς ολόκληρη την έκταση 1.205 τ.μ. της ιδιοκτησίας τους. 11) Η ιδιοκτησία της Π. Ι. χήρας Μ. Π. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 1.489 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 48 ιδιοκτησία έχει έκταση 4.360τ.μ.). Ακολουθούν δηλώσεις στο Κτηματολόγιο της .../28-5-2003 γονικής παροχής (περιγραφόμενο ακίνητο 2ο) του αγροτεμαχίου 1ου α) Ο Χ. Κ. δηλώνει στο Κτηματολόγιο δήθεν αγροτεμάχιό του, ως προς την ψιλή κυριότητα, ευρισκόμενο στη θέση "... ..., εκτάσεως 210.000 τ.μ. με την αριθ. πρωτοκ. 11.285/5-6-2003 δήλωσή του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά μας) προσκομίζοντας την προαναφερόμενη .../28-5-2003 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 4.6.2003, Τόμος 421, αύξ .αριθμ. 19), περιγραφόμενο ακίνητο 2°), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν. Κατέθεσε ο Χ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Χ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη, ως προς την ψιλή κυριότητα, τον Χ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.716/3-3-2008 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1003040 και εκτάσεως 164.451 τ.μ. στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ.πρωτ. 11.285/5-6-2003 δήλωση του Χ. Κ.. β) Ο Ε. Κ. δηλώνει επίσης ψευδώς στο Κτηματολόγιο, την ίδια ημέρα με τον υιό του, με την αριθ. 11.284/5-6-2003 δήλωσή του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά μας) ως προς την επικαρπία το προπεριγραφόμενο ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 210.000 τ.μ. προσκομίζοντας τα ίδια στοιχεία με τον υιό του Χ.. Απεδόθη και σ' αυτόν, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1003040 και εκτάσεως 164.451 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 10043040 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 13.764/8-11-2004 δήλωση του Ε. Κ.. Την δήλωση αυτή την κατέθεσε με δόλο ο Ε. Κ., μετά την καταγγελία μας και λίγες μόνο ημέρες πριν τον έλεγχο για την παρούσα υπόθεση του Κτηματολογίου στην Ανάδοχη Εταιρία, αναγράφοντας "ΔΙΟΡΘΩΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΜΕ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙA ΤΟΥ ΔΗΛΟΥΝΤΟΣ Ε. Κ.". Την κατέθεσε γιατί γνώριζε ότι απερρίφθη με την 6/18-11- 2003 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής ως εκπρόθεσμη η 11.024/20-3-2003 ένστασή του με την οποία ζήτησε περαιτέρω αύξηση της δήθεν ιδιοκτησίας του. Γνώριζε προφανώς ο Ε. Κ., ότι ο Β. Κ. αυθαίρετα και παραβιάζοντας την 6/18-11-2003 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής, η οποία εκδίκασε την 11.024/20-3-2003 ένσταση, όπως διαδίδει ο Ε. Κ., κατέγραψε αυθαίρετα στους τελικούς Κτηματολογικούς καταλόγους (τέλος 2004) 6 επιπλέον γεωτεμάχια στη κτηματογραφική μερίδα του Ε. Κ.. Έτσι θέλησε ο Β. Κ., παρά την αρνητική έκβαση της ενστάσεως να αυξήσει την συγκεκριμένη δήθεν ιδιοκτησία και τελικά να την αποδώσει ως 225.078 τ.μ. Επίσης το έτος 2004, ο Ε. Κ., μίσθωσε σχεδόν ταυτόχρονα σε δύο βοσκούς το "ακίνητο" αυτό, για ένα έτος, με ακόμη μεγαλύτερη έκταση, ως 220,000 τ.μ. Η ένσταση απορρίφθηκε με την απόφαση 6/18-11-2003, από την Β/βάθμια Επιτροπή ως εκπρόθεσμη. 3) Την 28η Φεβρουαρίου 2001 προβαίνει δια της υπ' αριθμ. .../28-2-2001 ψευδούς και εκπροθέσμου, μετά την Α' Ανάρτηση ομοίως, δηλώσεως του άρθρου 2 του Ν. 2308/1995, με την οποία, εκτός των άλλων, δήλωσε ως δικό του δήθεν "ακίνητο" του, εκτάσεως 250.000 τ.μ., στη θέση "... -..." ... και προσκόμισε αντίστοιχα την υπ' αριθ. .../15.1.2001 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, όπου περιγράφεται το δηλωθέν ακίνητο στον αριθμό 3 και να συνορεύει "ανατολικά αγροτικό δρόμο, δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Κ. και νότια με αγροτικό δρόμο". Το Κτηματολόγιο του απέδωσε αντίστοιχα στη Β' Ανάρτηση "ακίνητο" με έκταση 18.416 τ.μ. (8% της δηλωθείσης), στη θέση "..." (σε άλλο βουνό), με αριθμό Κτηματογραφικού Αποσπάσματος Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ υπ'αριθ. 1004278. Ως προς τα όρια του το απέδωσαν, όπως δείχνει ο πίνακας ομόρων ιδιοκτησιών του 1004278 κτηματογραφικού αποσπάσματος, να συνορεύει με 7 ιδιοκτησίες, γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών μεταξύ των οποίων και με την οικογένεια Κ.. Κανένας από τους συνορίτες που του προέκυψαν κατά την Β' Ανάρτηση του Γ Κτηματολογίου, ούτε ο ίδιος ο Κ. Ε., είχαν αναφέρει στο Κτηματολόγιο τον Κ. Ε. ως συνορίτη, αλλά αντίθετα είχαν αναφέρει - δηλώσει από την αρχή της Κτηματογραφήσεως (προγενέστερα της δηλώσεως Κ.) πραγματικούς ιδιοκτήτες - μηνυτές της παρούσης (έχει κατατεθεί σχετικό υπόμνημα με συνημμένα αποδεικτικά στοιχεία). Κανένας δεν αναγνώριζε ιδιοκτήτη - συνορίτη τον Κ. Ε. στη θέση αυτή. Στη συνέχεια ο Κ. Ε. κατάτμησε το εν λόγω δήθεν αγροτεμάχιό του και προχώρησε σε γονικές παροχές, όπου μεταβίβασε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο σε τμήματα - κομμάτια στον υιό του Κ.. Για τη κατάτμηση αυτή δεν κατέθεσε ένσταση όπως έπραξε για την κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004242 (κατατέθηκε σχετικά το από 25-2-2008 έγγραφο του Αναδόχου Κτηματογραφήσεως). Δημιούργησε μικρότερα ανεξάρτητα γεωτεμάχια με δόλο, ούτως ώστε να κινηθούν εναντίον του οι πραγματικοί μικροϊδιοκτήτες (που είναι 6 για το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο) να παρουσιαστεί και αυτός ως μικροϊδιοκτήτης στα Δικαστήρια και να μην προκαλεί και δημιουργεί ερωτηματικά το σχήμα και μόνο του δήθεν ακινήτου). Ο Κ. Ε. κατάτμησε το εν λόγω δήθεν αγροτεμάχιό του με Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ) Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 250711004278, με έκταση 18.416 τ.μ. σε 4 ακίνητα. Εξ' αυτών, τα 3 ακίνητα συνολικής εκτάσεως 13.583 τ.μ. τα μεταβίβασε ως ανεξάρτητα στον υιό του Κ. και αναλυτικότερα: Α) με την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 1° μεταβιβάζει, στον υιό του Κ., αγροτεμάχιο εκτάσεως 5.052 τ.μ. στη θέση "..." και προσαρτήθηκε το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ. και το ΚΑΕΚ 1004278. (Σελίδα 6 του Υπομνήματος που αφορά τις Διαδικασίες Μεταβιβάσεων, όπου υπάρχει και ο αναλυτικός πίνακας των θιγμένων ιδιοκτητών - ιδιοκτησιών). Συνολικά η έκταση της θιγμένης ιδιοκτησίας η οποία μεταβιβάστηκε με την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1° είναι 4.868 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 93 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 13 ιδιοκτησία έχει έκταση 3.766 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία της Α. Β. και Β. Π. ως προς ολόκληρη την έκταση 1.711 τ.μ. της ιδιοκτησίας τους. 3) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 3.064 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 50 ιδιοκτησία έχει έκταση 9.587 τ.μ.). Ακολούθως ο υιός Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 9155/15.1.2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ψευδώς ότι δήθεν είναι δικό του το αγροτεμάχιο στη θέση "..." ... με έκταση 5.052,24 τ.μ., προσκομίζοντας την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο Γ (μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 14-1-2003 στον Τόμο 412 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 81), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν και σ' αυτόν. Κατέθεσε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 3 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι ο ΟΚΧΕ μέσω του Κτηματολογίου εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Κ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.335/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004292 και εκτάσεως 5.030 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 9155/15-1-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Β) Με την ως άνω .../7-1-2003 γονική παροχή ο 1ος εκκαλών, αλλά περιγραφόμενο ακίνητο 2° μεταβιβάζει, στον υιό του Κ., αγροτεμάχιο εκτάσεως 3.648 τ.μ. στη θέση "..." και προσαρτήθηκε το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ. στο οποίο Βόρεια απεικονίζεται τμήμα του αμαξιτού αγροτικού δρόμου της περιοχής "...". Στη συνέχεια ο Κ. Ε. προέβη στην .../26-5- 2004 διορθωτική πράξη, με προσαρτημένο το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου τοπογράφου-μελετητή Β.Κ., με την οποία διόρθωσε την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφ. ακίνητο 2°, από έκταση 3.648 τ.μ. σε έκταση 3.050 τ.μ., αφού εγκατέλειψε τμήμα της ιδιοκτησίας του Φ. Α. (είναι το μόνο από το οποίο αποχώρησε οικειοθελώς) και ενσωμάτωσε όμως στην δήθεν ιδιοκτησία του το τμήμα του αγροτικού δρόμου που εφάπτεται Βόρεια του δήθεν ακινήτου του (σελίδα 7 του υπομνήματος που αφορά τις διαδικασίες Μεταβιβάσεων, όπου υπάρχει και ο αναλυτικός πίνακας των θιγμένων ιδιοκτητών - ιδιοκτησιών). Συνολικά η έκταση της θιγμένης ιδιοκτησίας η οποία μεταβιβάστηκε με την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° και διορθώθηκε με .../26-5-2004 διορθωτική πράξη είναι 2.842 τ.μ. και περιγράφεται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Π. Γ. του Ν. ως προς ολόκληρη την έκταση 2.842 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. Δηλαδή ο μελετητής της Κτηματογραφήσεως Β. Κ., τον Ιανουάριο 2003 τοπογραφεί και απεικονίζει τον κεντρικό αγροτικό δρόμο "..." ... και έρχεται τον Μάιο 2004, επανατοπογραφεί και εξαφανίζει τον κεντρικό αγροτικό δρόμο που ο ίδιος 16 μήνες νωρίτερα είχε αποτυπώσει και παράλληλα τον είχε αποδώσει και το Κτηματολόγιο στο Κτηματογραφικό χάρτη Β' Αναρτήσεως (16-12-2002 έως 15-2-2003). Για το δρόμο αυτόν, τον οποίον έκλεισε αυθαίρετα στις 4.5.2005 ο Κ. Ε., ο Δήμος Αργοστολίου προσέφυγε στα Αστικά Δικαστήρια και στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Κεφ/νίας δια της διαδικασίας της υπό του άρθρου 23 ΑΝ 1539/1938 προβλεπομένης και δικαιώθηκε ο Δήμος Αργοστολίου και τελικά απεδόθη στην κοινή χρήση ο δρόμος δια των αποφάσεων αριθ 1/2005 του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, η οποία επικυρώθηκε, 17/2005 του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών ως και της 78/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και εκείνης της υπ' αριθ. 1102/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Η συμβολαιογράφος Τ. Σ. προφανώς έλεγξε τι διορθώνει και προφανώς είδε ότι ο δρόμος που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό και στο ΚΑΕΚ 1004278 που είχε προσαρτημένη στην υπό διόρθωση .../7-1-2003 γονική παροχή, τώρα, με την .../26-5-2004 διορθωτική πράξη της. Γίνεται και αυτός "ιδιοκτησία" Κ. Ε.. Εν συνεχεία ο Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 9155/15-1 1-2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ψευδώς ότι είναι "δικό του" δήθεν αγροτεμάχιο στην θέση "..." ... με έκταση 3.648,70 τ.μ. προσκομίζοντας την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2° (μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 14-1-2003 στο Τόμο 412 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 81), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ., όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 14 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι ο ΟΚΧΕ μέσω της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Κ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ.πρωτ. 21.334/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004293 και εκτάσεως 3.097 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 9.155/15-1-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Για το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο προέβησαν στην .../26-5-2004 διορθωτική πράξη γονικής παροχής στην οποία προσάρτησαν το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ., με την οποία εξαφάνισαν το δρόμο, παραιτήθηκαν από ένα τμήμα της ιδιοκτησίας του Φ. Α. και άλλαξαν την έκταση σε 3.050 τ.μ. Περίληψη μετεγγραφής της .../26-5-2004 διορθωτικής πράξεως απέστειλε στο Κτηματολόγιο το Υποθηκοφυλακείο (Α.Π. 13161/15-6-2004 το αναφέρει και το ΚΑΕΚ 1004293). Γ) Με την .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2° μεταβιβάζει, στον υιό του Κ., αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.883 τ.μ. στη θέση "..." και προσαρτήθηκε το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του Α. Σ. συνεταίρου του Β.Κ. και το ΚΑΕΚ 1004278. Στη συνέχεια ο Κ. Ε. προέβη στην .../26-5-2004 διορθωτική πράξη, με προσαρτημένο το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β.Κ., με την οποία διόρθωσε την .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφ. ακίνητο 2°, από έκταση 4.883 τ.μ. σε έκταση 6.416 τ.μ. Δηλαδή μεγάλωσαν - αύξησαν ακόμη περισσότερο το δήθεν ακίνητο των 4.883 τ.μ. οι Κ. -Κ.. Συνολικά η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° και διορθώθηκε με .../26-5-2004 διορθωτική πράξη είναι 4.667 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.623 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 50 ιδιοκτησία έχει έκταση 9.587 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία της Π. Α. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 2.044 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. Ο Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 10966/18-3-2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην από 24-10-2004 μηνυτήρια αναφορά μας) δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στην θέση "..." ... με έκταση 4.883,86 τ.μ. προσκομίζοντας την .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2° (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 18-3-2003 στο Τόμο 416 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 66), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Σ., όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 12 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικού Απόσπασμα. Πράγματι ο ΟΚΧΕ μέσω της "Κτηματολόγιο Α.Ε.", εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Κ. Κ. και Β.Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ.πρωτ. 21.333/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004278 και εκτάσεως 6.436 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ 1004278 αναγράφεται η με αριθ.πρωτ. 10966/18-3-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Για το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο προέβησαν στην .../26-5-2004 διορθωτική πράξη γονικής παροχής στην οποία προσάρτησαν το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ., με την οποία αύξησαν την έκταση σε 6.416,86 τ.μ. Περίληψη μετεγγραφής της .../26-5-2004 διορθωτικής πράξεως απέστειλε στο Κτηματολόγιο το Υποθηκοφυλακείο (Α.Π. 13162/15-6-2004 το αναφέρει και το ΚΑΕΚ 1004278, το οποίο προφανώς εκ παραδρομής αναφέρει την .../7-1-2003 γονική παροχή αντί της ορθής .../6-3-2003). 4) Ο 1ος κατηγορούμενος (Ε. Κ.) με την .../1-3-2001 ψευδή εκπρόθεσμη δήλωσή του στο Κτηματολόγιο με την οποία, εκτός των άλλων, δήλωσε ως δικό του δήθεν "ακίνητο" του, εκτάσεως 300.000 τ.μ. στη θέση "..." ... και προσκόμισε αντίστοιχα την υπ'αριθ. .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, περιγραφόμενο ακίνητο 2° και να συνορεύει: "ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Π. και νότια με ιδιοκτησία Ε. Κ.". Το δήθεν αγροτεμάχιό του, εκτάσεως 300.000 τ.μ., που δήλωσε με την .../1-3-2001 εκπρόθεσμη δήλωση, είναι όμορο (κατά δήλωση του) και συνεχόμενο με αγροτεμάχιο του ιδίου, με έκταση 6.000 τ.μ., -το οποίο είχε δηλώσει αρχικά ο ίδιος ο Κ. Ε. με την .../5-10-1999 δήλωσή του προσκομίζοντας την αρχική .../3.6.1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας περιγρ. ακίνητο 13° (που απεδόθη το ΚΑΕΚ 1004082). Το "κατείχε" δήθεν από το έτος 1970 σύμφωνα με την .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Ο ΟΚΧΕ μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ Α.Ε." τον καταχώρησε στα κτηματολογικά στοιχεία (πίνακες και διαγράμματα) τα αναρτηθέντα της Β' Αναρτήσεως (Δεκέμβριος 2002) ως δικαιούχο, σε ακίνητο με αριθμό Κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ'αριθ. 1004242 με έκταση 51.971 τ.μ. (17% της δηλωθείσης). Το ΚΑΕΚ 1004242, στον πίνακα όμορων ιδιοκτησιών, αναφέρει 24 (είκοσι τέσσαρες) όμορες ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών και δεν αναφέρει τον Π. Κ.. Οι γνωστοί όμοροι ιδιοκτήτες δεν είχαν αναφέρει, στις δηλώσεις τους στο Κτηματολόγιο το 1999, συνορίτη τον Κ. Ε.. Δηλαδή ο Κ. Ε., στο δήθεν αγροτεμάχιο του εκτάσεως 300.000 τ.μ. και περιμέτρου - συνόρων μετρούμενη σε χιλιάδες μέτρα ήξερε ένα μόνο συνορίτη, τον Π. Κ., ο οποίος μάλιστα δεν του προέκυψε, όπως φαίνεται στο προαναφερόμενο Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Αντίθετα του προέκυψαν, κατά την κτηματογράφηση, όπως προκύπτει από τον πίνακα όμορων ιδιοκτησιών του ΚΑΕΚ 1004242, 24 άλλες ιδιοκτησίες που δεν ήξερε, οι ιδιοκτήτες των οποίων σε ανύποπτο και προγενέστερο χρόνο (το έτος 1999) είχαν δηλώσει συνορίτες στο Κτηματολόγιο τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και όχι τον Κ. Ε.. Πραγματικοί ιδιοκτήτες που αναφέρθησαν ως συνορίτες σε ανύποπτο χρόνο στο Κτηματολόγιο από ιδιοκτήτες που δήλωσαν αρχικά τις ιδιοκτησίες τους, είναι μεταξύ των μηνυτών. Κανένας δεν αναγνώριζε ιδιοκτήτη-συνορίτη τον Κ. Ε. στη θέση αυτή. Στη συνέχεια ο Ε. Κ. κατέθεσε την υπ' αριθ. 10520/3-3-2003 ένστασή του προς την Β/βάθμια Επιτροπή του Κτηματολογίου με την οποία ζητούσε τη διάσπαση του συγκεκριμένου αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ 1004242 σε άλλα μικρότερα. Στη συνέχεια με τη Β' Ανάρτηση, ο Κ. Ε., δεν. περίμενε την εκδίκαση της 10520/3-3-2003 ενστάσεώς του με την οποία ζητούσε την διάσπαση του δήθεν αγροτεμαχίου του, αλλά κατάτμησε το αποδοθέν "ακίνητο", εκτάσεως 51.971 τ.μ. σε 6 επιμέρους ακίνητα τα οποία και μεταβίβασε ανά 3, στους υιούς του Χ. και Κ.. Δημιούργησε μικρότερα ανεξάρτητα γεωτεμάχια με δόλο, ούτως ώστε αν κινηθούν εναντίον του οι πραγματικοί μικροϊδιοκτήτες, να παρουσιαστεί και αυτός ως μικροϊδιοκτήτης στα Δικαστήρια και να μην προκαλεί και δημιουργεί ερωτηματικά το σχήμα του δήθεν ακινήτου του και μόνο. Η εκδίκαση της 10520/3-3-2003 ενστάσεώς του έγινε στις 21-9-2003 με αριθ. αποφάσεως 40/21-9-2003 και έγινε δεκτή σύμφωνα με την εισήγηση του Αναδόχου και αποφάσισε να διασπαστεί σε 4 νέα αγροτεμάχια. Οι μεταβιβάσεις των 6 νέων - επιμέρους "ακινήτων" (η απόφαση αναφέρει 4) που προέκυψαν με την κατάτμηση και έχουν συνολική έκταση 47.734,73 τ.μ. έχουν ως εξής: Ο Κ. Ε. μεταβίβασε στον υιό του Χ. 3 δήθεν αγροτεμάχια και στον υιό του Κ. άλλα 3 δήθεν αγροτεμάχια, που προέκυψαν με την αναφερόμενη κατάτμηση και τα οποία περιγράφονται: Α) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, με την .../8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 4° της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ., με προσαρτημένο το από Μάιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., δήθεν ακίνητό του με έκταση 26.423,15 τ.μ., στη θέση "..." ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ 1004242. Συνολικά η έκταση των θιγμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 4° είναι 4.478 τ.μ και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Μ. Σ. του Δ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.817 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 5,782 τ.μ). 2) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 935 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.347 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία των κληρονόμων Π. Κ. του Δ., μηνυτής ο ίδιος στην αρχή-προκαταρκτική και μετά τον θάνατο του μηνύτρια είναι η σύζυγος του Α. που κατέθεσε στην Ανάκριση, ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.726 τ.μ. (ολόκληρη η άνω ιδιοκτησία έχει έκταση 2.485 τ.μ.). (Σημείωση: Κατά την Β' Ανάρτηση, που έγινε τον Δεκέμβριο του 2002 εμφανίσθηκε ως ιδιοκτησία Κ. ακίνητο με ΚΑΕΚ 1004242 και με έκταση 51.971 τ.μ. (δηλωθέν 300.000 τ.μ.). Στη συνέχεια το ακίνητο αυτό κατατμήθηκε σε επί μέρους ακίνητα σύμφωνα με την υπ' αριθ. 40/21-9-2003 απόφαση της Β/βάθμιας Επιτροπής του Κτηματολογίου η οποία έκανε δεκτή σύμφωνα με την εισήγηση του Αναδόχου την υπ' αριθ. 10520/3-3-2003 ένσταση του Ε. Κ.. Έτσι το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004242 με έκταση 51.071 τ.μ. παρουσιάστηκε κατά την επανάληψη της Β' Αναρτήσεως που έγινε από Μάιο έως Σεπτέμβριο του 2007 να έχει κατατμηθεί σε 6 επί μέρους ακίνητα τα οποία απεδόθησαν ως: 1) ΚΑΕΚ 1004242 με έκταση 24.312 τ.μ. 2) ΚΑΕΚ 1004301 με έκταση 2.667 τ.μ. 3) ΚΑΕΚ 1004302 με έκταση 1.915 τ.μ. 4) ΚΑΕΚ 1004300 με έκταση 10.155 τ.μ. 5) ΚΑΕΚ 1004308 με έκταση 5.936 τ.μ. 6) ΚΑΕΚ 1004294 με έκταση 653 τ.μ. Εν συνεχεία δηλώνει ο Χ. Κ. στο Κτηματολόγιο δήθεν αγροτεμάχιο του, ως προς την ψιλή κυριότητα, ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 26.423,15 τ.μ. με την αριθ. πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του προσκομίζοντας την προαναφερομένη .../8-9-2003 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 19-9-2003, Τόμος 428, αύξ. αριθ. 7), περιγραφόμενο ακίνητο 4° και αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα και συγκεκριμένα το από Μάιο 2003 του Β. Κ.. Κατέθεσε ο Χ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Χ. Κ. και Β. Κ.) "απέδωσε" το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη ως προς την ψιλή κυριότητα τον Χ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.336/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ 1004242 και εκτάσεως 24.312 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004242 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ.. Ο Ε. Κ. δήλωσε επίσης με δόλο στο Κτηματολόγιο, την ίδια ημέρα με τον υιό του, με την αριθ. 11.605/24-9-2003 δήλωσή του ως προς την επικαρπία το προπεριγραφόμενο ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 26.423,15 τ.μ. προσκομίζοντας τα ίδια στοιχεία με τον υιό του Χ.. Απεδόθη και σ' αυτόν, ως προς την επικαρπία το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004242 και εκτάσεως 24.312 τ.μ. Β) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, με την .../8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 5° της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ., με προσαρτημένο το από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του μηχανικού Α. Σ. δήθεν ακίνητο του με έκταση 1.919,38 τ.μ., στη θέση "..." ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ 1004242. Συνολικά η έκταση των θιγμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 5° είναι 2.015 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 354 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.234 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Κ. Α. του Ε. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 1.567 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.439 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 94 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.271 τ.μ.). Δήλωσε ο Χ. Κ. στο Κτηματολόγιο δήθεν αγροτεμάχιο του, ως προς την ψιλή κυριότητα, ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 1.919,38 τ.μ. με την αριθ.πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του προσκομίζοντας την προαναφερομένη .../8-9-2003 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 19.9.2003, Τόμος 428, αύξ. αριθ. 7), περιγραφόμενο ακίνητο 5° και αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα και συγκεκριμένα το από Αύγουστο 2003 του Α. Σ.. Κατέθεσε ο Χ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι το Εθνικό Κτηματολόγιο, εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Χ. Κ. και Β. Κ.) απέδωσε το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο με φερόμενο ιδιοκτήτη ως προς την ψιλή-κυριότητα τον Χ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.340/29-10-2007 απογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004302 και εκτάσεως 1.915 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004302 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ.. Ο Ε. Κ. δήλωσε επίσης με δόλο στο Κτηματολόγιο, την ίδια ημέρα με τον υιό του, με την αριθ. 11.605/24-9-2003 δήλωση του ως προς την επικαρπία το προπεριγραφόμενο ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 1.919,38 τ.μ. προσκομίζοντας τα ίδια στοιχεία με τον υιό του Χ.. "Απεδόθη" και σ' αυτόν, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004302 και εκτάσεως 1.915 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004302 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 11.605/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ.. Γ) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, με την .../8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 6° της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ., με προσαρτημένο το από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. δήθεν ακίνητο του με έκταση 2.644,53 τ. μ., στη θέση "..." ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ 1004242. Συνολικά η έκταση του θιγμένου τμήματος της ιδιοκτησίας, η οποία μεταβιβάστηκε με την .../8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 6° είναι 1.190 τ.μ. και περιγράφεται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.190 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.442 τ.μ.). Δήλωσε ο Χ. Κ. στο Κτηματολόγιο δήθεν αγροτεμάχιό του, ως προς την ψιλή κυριότητα, ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 2.644,53 τ.μ. με την αριθ. πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του προσκομίζοντας την προαναφερομένη .../8-9-2003 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 19-9-2003, Τόμος 428, αύξ. αριθ, 7), περιγραφόμενο ακίνητο 6° και αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα και συγκεκριμένα το από Αύγουστο 2003 του Α. Σ.. Κατέθεσε ο Χ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι ο Ο.Κ.Χ.Ε. εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Χ. Κ. και Β. Κ.) καταχώρησε ως δικαιούχο του συγκεκριμένου αγροτεμαχίου προς την ψιλή κυριότητα τον Χ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ.πρωτ. 21.339/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004301 και εκτάσεως 2.667 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004301 αναγράφεται η με αριθ.πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ.. Ο Ε. Κ. δήλωσε επίσης ψευδώς στο Κτηματολόγιο, την ίδια ημέρα με τον υιό του, με την αριθ. 11.605/24-9-2003 δήλωσή του ως προς την επικαρπία το προπεριγραφόμενο ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., εκτάσεως 2.644,53 τ.μ. προσκομίζοντας τα ίδια στοιχεία με τον υιό του Χ.. Απεδόθη και σ' αυτόν, ως προς την επικαρπία, το προαναφερόμενο αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004301 και εκτάσεως 2.667 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004301 αναγράφεται η με αριθ.πρωτ. 11.605/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ.. Δ) Ο ίδιος μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3° της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ., με προσαρτημένο το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., δήθεν ακίνητό του με έκταση 678,43 τ.μ., στη θέση "..." ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ 1004242. Συνολικά η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3° είναι 683 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 252 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.442 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Γ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 431 τ.μ (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.146 τ.μ.). 0 Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 9155/15-1-2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." ... με έκταση 678,43 τ.μ., προσκομίζοντας την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 14.1.2003 στον Τόμο 412 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 81), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένο της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., (όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι εξαιτίας της συμπράξεως και τεχνουργίας των εμπλεκομένων (Ε. Κ., Κ. Κ. και Β. Κ.) το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο κατεγράφη από τον ΟΚΧΕ μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ Α.Ε." ως δικαιούχος στην κτηματολογική των δεδομένων της Β' Αναρτήσεως ο Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.338/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004294 και εκτάσεως 653 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ 1004294 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 9155/15-1-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Ε) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ., με προσαρτημένο το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι το τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., δήθεν ακίνητο του με έκταση 10.155,23 τ.μ. στη θέση "..." ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ 1004242. ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 9° (.../28-5-2003 γονική παροχή), περιγραφέν "κινητό 2°. Συνολικά η έκταση των θιγμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° είναι 4.013 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Π. Γ. του Ν. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.617 τ.μ. και τμήμα Β εκτάσεως 1.964 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.398 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 432 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.146 τ.μ.). Ο Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 11.286/5-6-2003 δήλωση του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." ... με έκταση 10.155,23 τ.μ., προσκομίζοντας την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2° (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 4.6.2003 στον Τόμο 421 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 18), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως τον Απρίλιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Σ., όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 10 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι ο ΟΚΧΕ μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΑΕ" καταχώρησε ως δικαιούχο του συγκεκριμένου αγροτεμαχίου τον Κ. Κ., γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.337/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004300 και εκτάσεως 10.155 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ 1004300 αναγράφεται η με αριθ.πρωτ. 11.286/5-6-2003 δήλωση του Κ. Κ.. ΣΤ) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την .../13-4-2004 γονική παροχή, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ., με προσαρτημένο το από Μάρτιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μελετητή Β.Κ., δήθεν ακίνητο του με έκταση 5.914,01 τ.μ. στη θέση "..." ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ 1004242. ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟ 10° (.../13-4-2004 ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗΣ Συνολικά η έκταση των θιγμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την .../13-4-2004 γονική παροχή είναι 4.823 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Κ. Κ. και Κ. Π. του Α. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 1.230 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 6.367 τ.μ). 2) Η ιδιοκτησία του Κ. Α. του Ε. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.871 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.439 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.722 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.271 τ.μ). Σημειωθήτω εν προκειμένω ότι (παραδόξως) δεν κατέθεσε δήλωση ο Κ. Κ. για το δήθεν αγροτεμάχιο που περιγράφει η .../13-2-2004 γονική παροχή, αλλά δηλώθηκε από το Υποθηκοφυλακείο και τον πατέρα Ε. Κ.. Έτσι, μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. Κ. ακόμη ένα δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." ... με έκταση 5.914,01 τ.μ., με .../13-4-2004 γονική παροχή, (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 20-4-2004 στον Τόμο 440 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 27), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν σε αυτόν, προσαρτώντας το από Μάρτιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ.. Για το αγροτεμάχιο αυτό δεν προκύπτει ότι ο υιός Κ. Κ. κατέθεσε δήλωση το Κτηματολόγιο προκειμένου να δηλώσει την δήθεν ιδιοκτησία του. Η ιδιοκτησία του δηλώθηκε (έμμεσα) από το Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου το οποίο απέστειλε στο Κτηματολόγιο Περίληψη μεταγραφής της προαναφερομένης .../13-4-2004 γονικής παροχής, η οποία πρωτοκολλήθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθ. πρωτ. 13.017/20-5-2004, και την οποία αναφέρει το αντίστοιχο Κτηματογραφικό Απόσπασμα με αριθ. 1004308. Ο Ε. Κ. δήλωσε στο Κτηματολόγιο "ως πατέρας" το συγκεκριμένο αγροτεμάχιο καταθέτοντας την αριθ. πρωτ. 12847/21-4-2004 δήλωση αναγράφοντας το εμβαδόν και το κείμενο "Διορθώνονται τα όρια του γεωτεμαχίου που μεταβίβασα στον Κ. Κ.". Κατέθεσε επίσης και το Μάρτιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στον αριθ. 2 της 3ης σελίδας του. Το Κτηματολόγιο "απέδωσε" αντίστοιχα το με αριθ. πρωτ. 21.341/29-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004308 και εκτάσεως 5.936 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ 1004308 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 13.017/20-5-2004 Περίληψη μεταγραφής. 5) Η περίπτωση αυτή αφορά την .../1-3-2001 εκπρόθεσμη ΔΗΛΩΣΗ Ιδιοκτησίας μετά την Α' Ανάρτηση (άρχισε την 19-10-2000 και τελείωσε 16/2/2001) περί καταχωρήσεως του ως δικαιούχου ακινήτου αγροτεμαχίου επικαλούμενος ως αιτία κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία και επισυνάπτοντας ως αποδεικτικό στοιχείο περί του βάσιμου του ισχυρισμού του την αριθ. .../29-12-2000 ένορκη βεβαίωση, η οποία καταρτίσθηκε στο συμβολαιογραφικό γραφείο, όπως και όλες οι δικαιοπραξίες οι οποίες αφορούσαν έννομες σχέσεις επί των δήθεν ακινήτων του Κ. στην υπό κτηματογράφησιν περιοχή των ... και φέρει τις υπογραφές των ως υπερηλίκων γονέων του οι οποίοι εκ προθέσεως (εν γνώσει τους ηθελημένα) προκειμένου να τον συνδράμουν στην κακουργηματική απάτη, στην οποία αλληλοδιαδοχικώς προέβη, από κοινού ενεργώντας με τους 2° και 3° των κατηγορουμένων έστερξαν να βεβαιώσουν για λογαριασμό του στην δήθεν νομή επί χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας σε ακίνητα του όπως άριστα εγνώριζαν ότι ουδόλως και καθοιονδήποτε τρόπο άσκησε διακατοχικές πράξεις ο υιός τους με σκοπό να εξασφαλίσουν σ' αυτόν την δυνατότητα να αποκτήσει τίτλους κτήσεως δήθεν κυριότητος με πρωτότυπο (ήτοι με έκτακτη δήθεν χρησικτησία) τρόπο επί ξένων ακινήτων, επί των οποίων δια δηλώσεων του άρθρου 2 παρ. 8 Ν. 2308/1995 εμφανιζόταν ως δικαιούχος και δη φορέας εγγραπτέου στο κτηματολόγιο, δικαιώματος σχετιζομένου με τα καταπατηθέντα εκ μέρους μετερχόμενος με απατηλές μεθοδεύσεις κατά τρόπο περίπλοκο με έντεχνη και (αρχιτεκτονικά διορθωμένη μεταπλασία του συστήματος του προσταδίου του Κτηματολογίου και δη νοθεύσεως και αλλοιώσεως της δια του Νόμου 2308/1995 ρυθμιζόμενης διαδικασίας Κτηματογραφήσεως δια της οποίας η Πολιτεία επεδίωκε να εισάγει στην έννομη τάξη της το θεσμό του (Νομικού) Κτηματολογίου. Την 1-3-2001, ο Κ. Ε. δήλωσε ένα αγροτεμάχιο μετά την Α' Ανάρτηση, με την .../1-3-2001 δήλωση του προσκομίζοντας την υπ' αριθ. .../29.12.2000 ένορκη βεβαίωση, (περιγ. ακίνητο 1), όπως αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση εκτάσεως 500.000 τ.μ., στη θέση "..." .... Στις 15 Δεκεμβρίου 2001, ο Κ. Ε. "έχει ξεχάσει" τελείως την ύπαρξη του προαναφερθέντος αγροτεμαχίου των 500.000 τ.μ. Τούτο φαίνεται ξεκάθαρα διότι: Συντάσσει τρεις γονικές παροχές .../15-12-2001, .../15-12-2001, .../15-12-2001 (συν. 26, 27, 28) όπου μεταβιβάζει το "δήθεν" δικό του αγροτεμάχιο εκτάσεως 120.608 τ.μ. στα τρία του παιδιά. Το αγροτεμάχιο όμως που μεταβιβάζει στο δυτικό του μέρος συνορεύει σε πολλές εκατοντάδες μέτρα σύνορο με το ακίνητο ων 500.000 τ.μ. που αφορά η περίπτωσή μας και το είχε δηλώσει ο ίδιος στις 1-3-2001. Πουθενά ο Κ. Ε. όμως δεν αναφέρει ως όμορο ιδιοκτήτη τον εαυτό του. Στο προσαρτώμενο τοπογραφικό και στις τρεις γονικές παροχές αναφέρει ως όμορους ιδιοκτήτες τους Γ. Π., Ε. Σ. και αγνώστους. Ο Γ. Π. , ο υιός του Ε. Σ. , Σ. Σ. και οι "άγνωστοι" είναι καταγγέλοντες. Δηλαδή ο ίδιος ο Κ. Ε. δηλώνει στις τρεις γονικές παροχές και στο προσαρτώμενο τους τοπογραφικό, ότι το όμορο δυτικά αγροτεμάχιο ανήκει σε άλλους. Στη συνέχεια φυσικά για να "καλύψει" το λάθος του και να εξαφανίσει τους άγνωστους και τους γνωστούς ιδιοκτήτες συντάσσει διορθωτικές πράξεις συμβολαίων γονικής παροχής τις ... /7-4-2003 και ... /29-4-2003, όπου "εξαφανίζει" τους όμορους ιδιοκτήτες στα δε τοπογραφικά τα αντίστοιχα των διορθωτικών γονικών τους απαλείφει με μαρκαδόρο (μουντζουρωμένα τοπογραφικά). Στην 3η φάση (μέσα μηνός Δεκεμβρίου 2002) καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά στοιχεία της Β' Αναρτήσεως ως δικαιούχος του δηλωθέντος εμπραγμάτου δικαιώματος (κυριότητος με τίτλο κτήσεως σε έκτακτη χρησικτησία με προσκομιζόμενο τίτλο την άνω ψευδή ένορκο βεβαίωση αριθ. ... /29-12-2000 των γονέων του), επί ακινήτου (γεωτεμαχίου) με έκταση 67.826 τ.μ. (13% της δηλωθείσης των 500.000 τ.μ.) με ΚΑΕΚ 250711004274. Στην 4η φάση (30 Νοεμβρίου 2003): Ο Κ. Ε. καταθέτει την Α.Π. 9485/30-1-2003 ένσταση του προς την Β/θμια Επιτροπή Ενστάσεων με την οποία ζητά τηv επέκταση του προαναφερθέντος ακινήτου αναφέροντας όλως ασαφώς τα εξής: "Το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 1004274 εμπεριέχει και το ΚΑΕΚ 250711004291 το οποίο ήταν αγνώστου ιδιοκτήτη και συνορεύει με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 1004291. Επίσης περιέχει και τμήμα του γεωτεμαχίου με KAΕK 1004278 που ανήκει σε εμένα υπάρχει ένορκη βεβαίωση ...". Στην 5η φάση (27 Φεβρουαρίου 2003): Ο Κ. Ε. καταθέτει και δεύτερη ένσταση για το προαναφερόμενο γεωτεμάχιο με Α.Π. 10366/27-2-2003, αναφέροντας επί λέξει: "εμπεριέχει τα ΚΑΕΚ 1004287, 1004141. Με βάση την προσκόμιση της ένορκης βεβαίωσης ... /29-12-00". Μάλιστα η ένσταση του αυτή είναι ανυπόγραφη. Το ΚΑΕΚ 1004141 όμως που ζητά ο Κ. Ε. να του αποδοθεί για το λόγο ότι εμπεριέχεται στο δικό του, ανήκει στον Ν. Δ. του Χ. (μηνυτή), ο οποίος όπως μάλιστα φαίνεται στο συνημμένο απόσπασμα ΚΑΕΚ στη στήλη προσδιορισμός θέσεως, δεν αναφέρει τον Κ. Ε. ως όμορο, ούτε στην ... /7-12-1999 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Νικης Κυριακατου-Ρασσια που μνημονεύει το ΚΑΕΚ 1004141. Όμως από ότι φαίνεται και εδώ, ο Κ. Ε. κατά κυριολεξίαν από το "πουθενά" προέκυψε στον Ν. Δ. ως συνορίτης σε απόσταση μεγαλύτερη των 350 μέτρων. Ο Δ. Ν. που είναι τσοπάνος στην περιοχή και μέσα σ' αυτό το ακίνητο είχε την παλιά του στάνη ο πατέρας του, δεν κατέγραψε συνορίτη το 1999 το Κ. γιατί απλώς δεν τον είχε. Στην 6η φάση (6 Μαρτίου 2003): Α) Ο Ε. Κ. χωρίς να αναμείνει την εκδίκαση των ενστάσεων, μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την ... /6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1°, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. , με προσαρτημένο το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. , δήθεν ακίνητο του με έκταση 72.102 τ.μ. στη θέση "... " ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004274. Συνολικά η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την ... /6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο Γ, είναι 64.729 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.160 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 12.580 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 132 τ.μ. και ως προς τμήμα Β εκτάσεως 611 τ.μ., δηλαδή σύνολο 743 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.450 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Κ. Α. του Ε. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 5.138 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.787 τ.μ.). 4) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 6.028 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 8.600 τ.μ.). 5) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.773 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.071 τ.μ.). 6) Η ιδιοκτησία του Ν. Δ. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 33.749 τ.μ. και ως προς τμήμα Δ εκτάσεως 236 τ.μ., δηλαδή σύνολο 33.985 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 75.356 τ.μ.). 7) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς τμήμα Δ εκτάσεως 2.655 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 9.587 τ.μ.). 8) Η ιδιοκτησία της Π. Ε. του Σ. ως προς ολόκληρη την έκταση 3.827 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. 9) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.477 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 18.452 τ.μ.). 10) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 939 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.145 τ.μ.). 11) Η ιδιοκτησία του Σ. Σ. του Ε. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 2.021 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.800 τ.μ.). 12) Η ιδιοκτησία του Σ. Κ. του Χ. ως προς τμήμα εκτάσεως 906 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 7.256 τ.μ.). 13) Η ιδιοκτησία της Π. Σ. χήρας Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.086 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. Ο υιός του Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 10966/18-3-2003 δήλωση του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "... " ... με έκταση 72.102 τ.μ. προσκομίζοντας την ... /6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 1° (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 18.3.2003 στο Τόμο 416 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 66), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Σ. , όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 13 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Δια της απατηλής αυτής συμπεριφοράς του προέβη με σκοπό την συγκάλυψη της εκνόμου δραστηριότητος του πατέρα του και βεβαίως για να προσδοθεί εμφατική νομιμοφάνεια στην δήθεν ακίνητη περιουσία τόσον του φερομένου ως δικαιοπαρόχου πατρός του (αυτουργού απάτης) όσον και του ιδίου (ως δικαιοδόχου) πλέον ακινήτου περιουσίας καταπατηθείσης δια των καταλλήλων μεθοδεύσεων, με στρέβλωση του μηχανισμού των διαδικασιών της Κτηματογραφήσεως, τις οποίες όπως άριστα εγνώριζε μετήλθε επί μακρόν χρόνον με πρόθεση πορισμού εισοδήματος (ακινήτου περιουσίας) ο πατέρας του, πέτυχε να καταχωρηθεί ως δικαιούχος δήθεν και του πιο πάνω όπως και σε σειρά άλλων αγροτεμαχίων, στα κτηματολογικά στοιχεία της, Β' Αναρτήσεως γνωρίζοντας όπως και ο 1ος κατηγορούμενος ότι η εγγραφή αυτή (δημοσία) είναι προϊόν παρανόμου ενεργείας, γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.286/22-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004274 και εκτάσεως 71.871 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ 1004274 αναγράφεται η με αριθ.πρωτ. 10966/18-3-2003 δήλωση του Κ. Κ. . Στην 7η φάση (28 Μαίου 2003): Ο Κ. πάντα, χωρίς να περιμένει την εκδίκαση (κατά την 21.9.2003) των ενστάσεών του, προφανώς διότι ο συγκατηγορούμενός του, του είχε εξασφαλίσει την αποδοχή τους δια των απατηλών εισηγήσεών του προς τις Β/βάθμιες Επιτροπές εξετάσεως των επίμαχων ενστάσεων, προβαίνει στην σύνταξη της ... /28-5-2003, δια της συμβολαιογράφου συγκατηγορουμένης του Σ. Τ. , γονικής παροχής και παρέχει στον υιό του Κ. δύο ακίνητα (τα με αριθμούς (1) και (3) στην άνω γονική παροχή). Ειδικότερα: Μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την ... /28-5-2003 γονική παροχή α) περιγραφέν ακίνητο 1°, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. , με προσαρτημένο το από Μάιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. , δήθεν ακίνητό του με έκταση 48.272,19 τ.μ., αγνώστου ιδιοκτήτη. Συνολικά η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την ... /28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1° είναι 13.379 •τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 1.461 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 12.580 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 1.244 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 9.587 τ.μ). 3) Η ιδιοκτησία του Μ. Γ. του Χ. ως προς ολόκληρη την έκταση 9.049 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) Η ιδιοκτησία της Σ.-Λ. Μ. ως προς ολόκληρη την έκταση 1.625 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. Ο Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 11.286/5-6-2003 δήλωση του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "... " ... με έκταση 48.272,89 τ.μ., προσκομίζοντας την ... /28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 1 ° (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 4.6.2003 στο Τόμο 421 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 18), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Μάιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Σ. , όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 9 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Πράγματι επιτυγχάνει την καταχώρησή του, με δημόσια εγγραφή στα Κτηματολογικά στοιχεία (κτηματολογικούς πίνακες και κτηματολογικά διαγράμματα) της Β' Αναρτήσεως ως δικαιούχου του άνω εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος επί του συγκεκριμένου, καταπατηθέντος γεωτεμαχίου, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Κ. Κ. , γεγονός το οποίο προκύπτει από το με αριθ. πρωτ. 21.284/22-10-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1004289 και εκτάσεως 47.896 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ 1004289 αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 11286/5-6-2003 δήλωση του Κ. Κ. . Με την αυτήν ως άνω γονική παροχή (... /28-5-2003 περιγραφέν ακίνητο 3° μεταβιβάζει στον πιο πάνω υιό του Κων/νο κατά πλήρη κυριότητα. Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την ... /28-5-2003 γονική παροχή περιγραφέν ακίνητο 3°, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. , με προσαρτημένο το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. , δήθεν ακίνητο του με έκταση 40.411,86 τ.μ., στη θέση "... " ... και προσαρτημένο το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004287, αγνώστου ιδιοκτήτη. Συνολικά η έκταση των θιγμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την ... /28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3° είναι 40.404 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία του Ν. Δ. του Χ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 33.289 τ.μ. και ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 2.557 τ.μ., δηλαδή σύνολο 35.846 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 75.356 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Δ.-Γ. και Α. Π. του Σ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 2.622 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 11.547 τ.μ.). 3) Η συνιδιοκτησία του Φ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 1.936 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 9.748 τ.μ). Ο Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 11.286/5-6-2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "... " ... με έκταση 40.411,86 τ.μ., προσκομίζοντας την ... /28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 3° (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 4.6.2003 στο Τόμο 421 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 18), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Σ. , όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 11 της 3ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Ο ΟΚΧΕ μέσω της αρμοδίας "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ" εγκρίνει την καταχώρηση (εγγραφή) του δικαιούχου του ως άνω δηλωθέντος εμπραγμάτου δικαιώματος επί του συγκεκριμένου (καταπατηθέντος) γεωτεμαχίου. Αναλυτικότερα σε σχέση με τις προαναφερθείσες ενστάσεις, οι απατηλές μεθοδεύσεις στις οποίες ταυτοχρόνως και αλληλοδιαδόχως μετήλθαν ο 1ος και 2ος των συγκατηγορουμένων του (Β. Κ. μελετητής - τοπογράφος) της αναδόχου της εκπονήσεως της μελέτης κτηματογραφήσεως για τον ΟΤΑ ... "Σ. Λ. & ΣΙΑ Ε.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΔΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ" έχουν ως εξής: Ο Κ. Ε. κατέθεσε 2 ενστάσεις προς την Β/βάθμια Επιτροπή, τις υπ' αριθ. πρωτ. 9485/30-1-2003 και υπ'αριθ. πρωτ. 10366/27.2.2003, με τις οποίες ζήτησε το ίδιο αίτημα, την διόρθωση ορίων του συγκεκριμένου δήθεν ακινήτου του με Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ) Β' Αναρτήσεως 250711004274 και εκτάσεως 67.826 τ.μ. Κατέθεσε λοιπόν την αριθ. πρωτ. 9485/30-1-2003 ένσταση προς την Β/βάθμια Επιτροπή, στην οποία αναφέρει: "Το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 1004274 εμπεριέχει και το ΚΑΕΚ 250711004291 το οποίο ήταν αγνώστου ιδιοκτήτη και συνορεύει με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ 1004291. Επίσης περιέχει και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 1004278 που ανήκει σε εμένα υπάρχει ένορκη βεβαίωση ...". Κατέθεσε επίσης και την υπ' αριθ. πρωτ. 10366/27.2.2003 ένσταση προς την Β/βάθμια Επιτροπή, στην οποία αναφέρει: "εμπεριέχει ΤΑ ΚΑΕΚ 1004287, 1004141 με βάση την προσκόμιση της ένορκης βεβαίωσης ... /29-12-00" η οποία ένσταση είναι και ανυπόγραφη. 6) Ο 1ος εκκαλών (Ε. Κ. ) δήλωσε με την αριθμ. 6545/1-3-2001 ψευδή δήλωσή του στο μεσοδιάστημα μεταξύ Α' και Β' Αναρτήσεως (εκπροθέσμως κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.5 Ν. 2308/1995) αγροτεμάχιο 50.000 τ.μ. στη θέση "... " ... . Προσκόμισε αντίστοιχα, ως "αποδεικτικό κυριότητας", την υπ' αριθ. ... /29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, περιγραφόμενο ακίνητο 3° και να συνορεύει "ανατολικά αγροτικό δρόμο, δυτικά και βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Κ. και με ιδιοκτησία Σ. Ζ. και νότια με αγροτικό δρόμο". Ο ΟΚΧΕ μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ Α.Ε." τον "καταχώρησε" στα Κτηματολογικά στοιχεία (πίνακες, διαγράμματα) τα αναρτηθέντα στην Β' Ανάρτηση (Δεκέμβριος 2002) ως δικαιούχο του ψευδώς δηλωθέντος εκ μέρους του δικαιώματος επί του άνω δήθεν αγροτεμαχίου του εμβαδικής επιφανείας 41.858 τ.μ. με ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 250711004276 το οποίο αναφέρει, στον πίνακα όμορων ιδιοκτησιών, 12 όμορες ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών. Οι γνωστοί ιδιοκτήτες δεν είχαν αναφέρει στο Κτηματολόγιο το έτος 1999 συνορίτη τον Κ. Ε. , αλλά τους πραγματικούς ιδιοκτήτες - μηνυτές της παρούσης. Κανένας δεν αναγνώριζε ιδιοκτήτη - συνορίτη τον Κ. Ε. στη θέση αυτή. Δεν εμφανίζεται όμως συνορίτης η μία και μόνη συνορίτης Σ. Ζ. η οποία με την υπ' αριθ. 1349/5-10-199 δήλωσή της στο Κτηματολόγιο, προσκομίζοντας την ... /4-11-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, δήλωσε ως συνορίτες της τον Δ. Λ. , ο υιός του οποίου Γ. μήνυσε τους κατηγορουμένους, την εν ζωή τότε Α. Ε. τα τέκνα της οποίας Γ. και Χ. και Α. τυγχάνουν μηνυτές στην παρούσα υπόθεση ως και τον Γ. Σ. , ο ανιψιός του οποίου, Ν. Π. δεν είναι μηνυτής αλλά το ανακάλυψε και το εντόπισε αργότερα και το εδήλωσε όμως στο Κτηματολόγιο με την επανάληψη της Β' Αναρτήσεως, τον Ιούλιο του 2007. Δηλαδή, ο Κ. Ε. δήλωσε αγροτεμάχιά του, με έκταση 50 στρέμματα, με περίμετρο συνόρων πάνω από χιλιόμετρο με γνωστή μόνο μία συνορίτη την Σ. Ζ. , η οποία μάλιστα δεν προέκυπτε ως τέτοια. Την 19-7-2002 κατέθεσε αίτηση προς τον Οργανισμό Κτηματολογίου και Κτηματογραφήσεων (ΟΚΧΕ) ΕΛΛΑΔΟΣ μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ" και λαμβάνει κτηματογραφικό απόσπασμα εκ των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων και των κτηματολογικών διαγραμμάτων της Α' Αναρτήσεως που περιλαμβάνει την αποτύπωση του δηλωθέντος δήθεν ακινήτου του μετά του ΚΑΕΚ (προσωρινού) που εδόθη σ' αυτόν με αριθμό 1004101 το οποίο δεν αναφέρει τοπωνύμιο και προσδιορισμό θέσεως είναι αγνώστου ιδιοκτήτη, είναι 417.474 τ.μ. και αναφέρει όμορες 74 γνωστές ιδιοκτησίες, το οποίο συμπεριλαμβάνει τα αδήλωτα στην Α' Ανάρτηση ακίνητα ολόκληρου του τμήματος της εδαφικής περιφέρειας του χωριού ... . Δηλαδή ενώ δήλωσε μία μόνο συνορίτη και έκταση 50.000 τ. μ., παρέλαβε Κτηματογραφικό Απόσπασμα βεβαίως μέσω τεχνουργίας - και απάτης του συγκατηγορουμένου του Β. Κ. που αναφέρει όμορες 74 ιδιοκτησίες δεν αναφέρει ιδιοκτήτη, δεν αναφέρει τοπωνύμιο - θέση. Ακολούθως (18-9-2002) μεταβίβασε ο Ε. Κ. , κατά πλήρη κυριότητα στον υιό του Κ. , το δήθεν προαναφερόμενο δηλωθέν ακίνητο του αναφέροντας όμως ως θέση "... " και όχι "... " που είχε δηλώσει, με έκταση 41.869,17 τ.μ., με την ... /18-9-2002 γονική παροχή, προσαρτώντας το από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του μελετητή Β.Κ. , και προσαρτώντας το προαναφερόμενο με αριθ. πρωτ. 7922/19-7-2002 Κτηματογραφικό Απόσπασμα Α' Αναρτήσεως 1004101, το οποίο δεν αναφέρει τοπωνύμιο και προσδιορισμό θέσεως, είναι αγνώστου ιδιοκτήτη, και είναι εκτάσεως 417.474 τ.μ., όπως προαναφέρθηκε. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή, η συγκατηγορουμένη του συμβολαιογράφος Σ. Τ. "δέχθηκε" και προσάρτησε παροχή ένα κτηματογραφικό Απόσπασμα (KAEK) "άλλων αντί άλλων" με καμία αντιστοίχιση ως προς το εμβαδόν και ως προς το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη. Μάλιστα το συγκεκριμένο δήθεν αγροτεμάχιο του Κ. Ε. , των 41.869,17 τ.μ., συνορεύει Δυτικά, όπως εμφανίζεται στην ... /18-9-2002 γονική παροχή και στο προσαρτώμενο από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μελετητή Β. Κ. , σε μήκος συνόρων 319,19 μέτρων με άλλο δήθεν ακίνητο του ιδίου του Κ. Ε. , εκτάσεως 120.608,301 τ.μ., το οποίο είχε μεταβιβάσει με τις ... , ... , ... /15-12-2001 γονικές παροχές, σε 3 τμήματα στα 3 παιδιά του δεχόμενα το καθένα τμήμα εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. με προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα, το από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου του μελετητή - τοπογράφου, Β. Κ. . Όμως στην ... /15-12-2001 γονική παροχή και στο μνημονευόμενο της τοπογραφικό διάγραμμα δεν αναφέρεται στο κοινό σημείο επαφής - συνόρων των 2 δήθεν ιδιοκτησιών του, ο Κ. Ε. συνορίτης, σε συνολικό μήκος 319,19 μέτρων, στις πλευρές: Α6-Α7, Α7-Α8, Α8-Α9, Α9-Α10, Α10-Α11, Α11-Α12, Α12-Α13, Α13-Α14, Α14-Α15. Δηλαδή ενώ το Μάιο του 2001, ο (2ος κατ/νος) μελετητής της κτηματογραφήσεως Β. Κ. τοπογράφησε ακίνητο 120.603,301 τ.μ., για λογαριασμό του Κ. Ε. , όπου ο Κ. Ε. του υπέδειξε Ανατολικά σε μήκος 319 μέτρων συνορίτη του τον Ε. Σ. και άγνωστο, αποτύπωσαν και την ομβροδεξαμενή (στέρνα) των Σ. -σταθερό σημείο. Στη συνέχεια, τον Ιούλιο του 2002, ήλθε πάλι στην ίδια θέση ο ίδιος μελετητής της κτηματογραφήσεως, Β. Κ. να τοπογραφήσει το όμορο ακίνητο με έκταση 41.869,17 τ.μ. και χωρίς να του υποδειχθεί κάποιο συμβόλαιο αγοράς από τον εντολέα του Κ. Ε. (την οποία όφειλε εάν είχε, να την είχε καταθέσει στο Κτηματολόγιο), "κατήργησε" ο Β.Κ. ς τους συνορίτες που ο ίδιος είχε αποτυπώσει στο προγενέστερο από Μάιο 2001 τοπογραφικό και στη θέση των ιδιοκτησιών τους αποτύπωσε το δήθεν ακίνητο (για λογαριασμό του) του εντολέα του Κ. Ε. . Σημειωτέον ο υιός του Ε. Σ. , Γ. Σ. , είναι και μηνυτής της παρούσης υποθέσεως. Συνακολούθως η έκταση των θιγμένων (καταπατηθέντων) τμημάτων ιδιοκτησιών οι οποίες μεταβιβάσθηκαν από τον πατέρα (Ευάγγελο) στον υιό (Κων/νο) Κ. με την ως άνω (... /2002) γονική παροχή ανέρχεται εν συνόλω σε 19.898 τ.μ. Είναι δε αυτή: 1) Η ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. ως προς τμήμα εκτάσεως 673 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία αυτή έχει εμβαδική επιφάνεια 10.022 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 3.746 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.676 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 3.455 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.271 τ.μ.). 4) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.232 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 5) Η ιδιοκτησία της Π. Σ. χήρας Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 5.792 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. Ο Κ. Κ. με την αριθ.πρωτ. 9.002/10-10-2002 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιό του στην θέση "... " ... με έκταση 41.869,17 τ.μ., προσκομίζοντας την ... /18-9-2002 γονική παροχή (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 10-10-2002 στο Τόμο 407 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 81), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκουν και σ' αυτόν, προσκομίζοντας συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως του το από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. , όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στον αριθ. 22 της 4ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα και συγχρόνως να συγκαλύψει την αληθή (έκνομη προέλευση) του δήθεν ακινήτου (σφετεριστή κατά σύστημα και κατ' επανάληψιν ξένων ακινήτων από τον πατέρα του ο οποίος με την σειρά του επεδίωξε να προσδοθεί επιφαντική νομιμοφάνεια, στα δήθεν ακίνητά του καταρτίζοντας, μέσω της συμπαικτικής μετά της ενεργούσης συγκατηγορουμένης του συμβολαιογράφου "τίτλους" για την δήθεν κυριότητά του, με εμπράγματες δικαιοπραξίες (γονικές παροχές). Πράγματι, το εγγραπτέο (δηλωθέν) υπό του υιού του Κων/νου καθ' ον τρόπον εξετέθη δικαίωμα (κυριότητα) επιστηριζόμενο στην προαναφερθείσα γονική παροχή καταχωρήθηκε (ίδετε συνημμένο αριθμ. πρωτ. 20721/10-9-2007 Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ 1004276 Β' Αναρτήσεως (επαναληπτικής) κατά μήνα Μάιο 2007 και εκτάσεως 40.988 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αυτό αναγράφεται με αριθμ. πρωτ. 9002/10-10-2002 δήλωση του Κ. Κ. ) μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ" υπό του ΟΚΧΕ στα κτηματολογικά στοιχεία της κτηματολογικής βάσεως της Β' Αναρτήσεως με φερόμενο ως δικαιούχο τον ίδιο ο οποίος, καλώς εγνώριζε ότι η τοιαύτη εγγραφή ήταν προϊόν εκνόμου ενεργείας του πατέρα του, στην εγκληματική δραστηριότητα του οποίου εκείνος μεν, δια της γονικής παροχής επεχείρησε να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση με την μορφή συμβολαιογραφικής πράξεως μεταβιβαστική της δήθεν κυριότητος του επί του άνω ακινήτου ο ίδιος δε (υιός Κ. ς) να διευκολύνει αυτόν (ενεχόμενο σε κακουργηματική απάτη) πατέρα του, αποδεχόμενος την μεταβίβαση, ώστε, δια του δημιουργηθέντος ιδιοκτησιακού τίτλου, δηλαδή της άνω γονικής παροχής, νομίμως μεταγεγραμμένης να εμφανίζεται πλέον αυτός (υιός) ως νομέας και κάτοχος ακινήτου (ξένης περιουσίας), επιδιώκοντας επιβλαβώς για τους μηνυτές, των οποίων η περιουσία (ακίνητα) παρίστατο κατ' αυτόν τον τρόπο αμφισβητούμενη, ίδιον παράνομο περιουσιακό όφελος, καθόσον είχε πλέον την ευχέρεια να εμφανισθεί και πάλι εν συνεχεία ενώπιον συμβολαιογράφου προκειμένου να προβεί σε πώληση ή ενδεχομένως σε δωρεά ή υποθήκευση για ίδιον όφελος (π.χ. δανειοδότηση του από τράπεζα ή ιδιώτες) των άνω ακινήτων (καταπατηθέντων). Πρέπει να επισημανθεί ότι, στην ως άνω ... /18-9-2002 γονική παροχή προσαρτήθηκε το κτηματογραφικό απόσπασμα Α' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1004101, το οποίο δεν αναφέρει τοπωνύμιο και προσδιορισμό θέσεως, είναι αγνώστου ιδιοκτήτη, εκτάσεως 417.474 τ.μ. και αναφέρει όμορες 74 γνωστές ιδιοκτησίες. Δηλαδή προσκόμισε ως κτηματογραφικό απόσπασμα ΚΑΕΚ, το κτηματογραφικό απόσπασμα που συμπεριλάμβανε τα άγνωστα -αδήλωτα αγροτεμάχια στο μεσοδιάστημα μεταξύ Α' και Β' Αναρτήσεως ολόκληρου του Βορειοανατολικού τμήματος της εδαφικής περιφερείας του Χωριού ... . Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η συμβολαιογράφος Σ. Τ. "δέχθηκε" και προσάρτησε ένα ΚΑΕΚ "άλλων αντί άλλων" με καμία αντιστοίχιση ως προς το τοπωνύμιο - θέση, ως προς το εμβαδόν και ως προς το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη. 7) Την 1η Μαρτίου 2001 υπέβαλε ο Κ. δήλωση εκπροθέσμως κατ' άρθρο 2 παρ. 8 και 1 Ν. 2308/1995 με την οποία, εδήλωσε ως δικό του δήθεν "ακίνητο" του, εκτάσεως 2.100 τ. μ. χωρίς να αναφέρει στις αντίστοιχες στήλες του εντύπου του Κτηματολογίου (φόρμες), τοπωνύμιο αγροτεμαχίου και προσδιορισμό θέσεως (συνορίτες) και προσκόμισε αντίστοιχα την υπ' αριθ. ... /29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Η υπ' αριθ. ... /29-12-2000 ψευδής ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, δεν αναφέρει πουθενά αγροτεμάχιο 2.100 τ.μ. (ή έστω 2.000 τ.μ. ή άλλη μικρή έκταση) αλλά αναφέρει 5 ακίνητα συνολικής εκτάσεως 1.450.000 τ.μ., τα οποία ως προς θέση και εμβαδόν είναι: 1) Αγροτεμάχιο στη θέση "... " εκτάσεως 500.000 τ.μ. 2) Αγροτεμάχιο στη θέση "... " εκτάσεως 300.000 τ.μ. 3) Αγροτεμάχιο στη θέση "... " εκτάσεως 50.000 τ.μ. 4) Αγροτεμάχιο στη θέση "... " εκτάσεως 300.000 τ.μ. 5) Αγροτεμάχιο στη θέση "... " εκτάσεως 300.000 τ.μ. Οι διενεργούντες την επεξεργασία της κτηματογραφήσεως και μάλιστα ο μη εκκαλών (Β. Κ. ) συγκατηγορούμενός του, όπως και τις λοιπές των περιπτώσεων ομοίως και στην παρούσα, καταχώρησε ως δικαιοπάροχο στους προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες και τα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα αντίστοιχα στον Κ. Ε. κατά την Β' Ανάρτηση ακίνητο με έκταση 2.134 τ.μ. στη θέση "... " ... , (ενώ η δήλωση του δεν ανέφερε θέση) με αριθμό κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004283 και συνορίτες τον εαυτό του και την εξ' αδιαιρέτου ιδιοκτησία των Ε., Μ. και Χ. Θ. του Σ. με ΚΑΕΚ 1004098. Στη στήλη των παρατηρήσεων του κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1004283, το οποίο απέδωσαν αυθαίρετα στον Ε. Κ. , αναφέρουν: "ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ Η ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ... /29-12-00 ΣΥΜΒ/ΦΟΥ ΑΡΓ/ΛΙΟΥ Σ. Τ. ". Δηλαδή η Κτηματογράφηση, και συγκεκριμένα ο Β. Κ. , "αντιστοίχισε" και "ταυτοποίησε" το δήθεν αγροτεμάχιο του Ε. Κ. με έκταση 2.134 τ.μ. χωρίς να έχει δηλώσει στη δήλωσή του τοπωνύμιο και συνορίτες με ένα .... ανύπαρκτο αγροτεμάχιο της ... /29-12-2000 ψευδούς ενόρκου βεβαιώσεως χρησικτησίας. Οι Ε. Μ. και Χ. Θ. του Σ. , συνιδιοκτήτες, του ακινήτου με ΚΑΕΚ 1004098 το οποίο συνορεύει με το "ακίνητο" με ΚΑΕΚ 1004283 που απεδόθη αυθαιρέτως από την "κτηματογράφηση" στον Ε. Κ. δεν αναφέρουν στην υπ'αριθ. 881/30-9-1999 δήλωσή τους Βόρεια ως όμορο ιδιοκτήτη τον Ε. Κ. , αλλά αναφέρουν ότι συνορεύουν: "Βόρεια με ιδιοκτησία Φ. Α. ", οι υιοί του οποίου Γ. και Χ. Α. κατήγγειλαν τους εμπλεκόμενους της παρούσης υποθέσεως (μάλιστα ανήκε στην μητέρα τους Ε. Α. και ο παλαιότερος τίτλος τους για το ακίνητο αυτό χρονολογείται από το έτος 1829 και είναι υπ' αριθ. 99/26-4-1829 Διαθήκη μεταγραμμένη 1/284 στις 14-11-1836). Ακολούθως ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την ... /6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3° της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. , με προσαρτημένο το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. , το συγκεκριμένο δήθεν ακίνητό του με έκταση 2.133,80 τ.μ. στη θέση "... " ... και προσάρτησαν το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1004283, το οποίο αυθαιρέτως του χορηγήθηκε. Συνολικώς η έκταση των "θιγμένων" τμημάτων των ιδιοκτησιών, η οποία μεταβιβάσθηκε με την ... /6-3-2003 γονική παροχή, (περιγραφέν ακίνητο 2°) είναι 2.159 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.230 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία αυτή έχει έκταση 10.022 τ.μ). 2) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 929 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.676 τ.μ.). Σημείωση: η μικρή απόκλιση μεταξύ της εκτάσεως που μεταβιβάστηκε και της θιγμένης που είναι 26 τ.μ. (2159-2.133) δικαιολογείται όπως αναφέρουν τα σχετικά τοπογραφικά (συνημμένα υπό μηνυτών) διαγράμματα. Ο Κ. Κ. με την αριθ. πρωτ. 10966/18-3-2003 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δήλωσε ακόμη ότι είναι δικό του δήθεν αγροτεμάχιο του στην θέση "... " ... με έκταση 2.133,80 τ.μ. προσκομίζοντας την ... /6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 3° (μετεγγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στις 18-3-2003 στο Τόμο 416 με αύξοντα αριθμό εγγραφής 66), αν και γνώριζε ότι οι εκτάσεις δεν ανήκαν στον πατέρα του, άρα δεν ανήκαν και σ' αυτόν. Κατατέθηκε επίσης στο Κτηματολόγιο συνημμένα της προαναφερθείσης δηλώσεως το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Σ. , όπως προκύπτει η κατάθεση του τοπογραφικού από το προαναφερόμενο πρωτόκολλο παραλαβής, στο οποίο πρωτόκολλο παραλαβής αναφέρεται το συγκεκριμένο τοπογραφικό στον αριθ. 19 της 4ης σελίδας του. Κατέθεσε ο Κ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Έτσι επέτυχε στο ακίνητο αυτό (εκτάσεως 2.134 τ.μ.) να εγγραφεί (απογραφεί) στα κτηματολογικά στοιχεία (πίνακες, διαγράμματα) της επαναληπτικής (Μάιος 2007) Β' Αναρτήσεως ως δικαιούχος, με ΚΑΕΚ 1004283 βάσει του άνω "πεποιημένου" ιδιοκτησιακού τίτλου, περιβεβλημένου τον συμβολαιογραφικό τύπο κατ' επίφασιν νομιμότητος καθιστάμενος, κύριος δήθεν, των καταπατηθέντων ακινήτων ως προεκτέθησαν. 8) Ο αυτός ως άνω 1ος εκκαλών με την 6545/1-3-2001 ψευδή εκπρόθεσμη δήλωση του άρθρου 2 παρ.8 2308/1995 στο Κτηματολόγιο με την οποία, εκτός των άλλων, εδήλωσε ως δικό του δήθεν "ακίνητο" του, εκτάσεως 300.000 τ.μ. στη θέση "... " ... και προσκόμισε αντίστοιχα την υπ' αριθ. ... /29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, περιγραφόμενο ακίνητο 5°. Το "ακίνητο" αυτό, ο Ε. Κ. , το εδήλωσε να συνορεύει "ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Κ. (του ιδίου), βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Α. Κ. ". Το "αγροτεμάχιο", εκτάσεως 300.000 τ.μ., που δήλωσε ο Ε. Κ. , με την 6545/1-3-2001 εκπρόθεσμη δήλωση, είναι όμορο και συνεχόμενο με πραγματικό αγροτεμάχιο του ιδίου, με έκταση 5.000 τ.μ., το οποίο είχε δηλώσει αρχικά ο ίδιος ο Κ. Ε. με την ... /5-10-1999 δήλωσή του, προσκομίζοντας την αρχική ... /3-6-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας περιγρ. ακίνητο 11° (του χορηγήθηκε ΚΑΕΚ με τον αριθμό 1903074). Έτσι επέτυχε, να καταχωρηθεί ως δικαιούχος με αιτία κτήσεως του δηλωθέντος δικαιώματος του (δήθεν κυριότητος) όπως την έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου εκτάσεως 103.130 τ.μ. με αριθμό κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1903064 και να συνορεύει, όπως δείχνει ο πίνακας ομόρων ιδιοκτητών του κτηματογραφικού αποσπάσματος 1903064, με 30 ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων και όχι μόνο με τρεις που είχε αναφέρει - δηλώσει ο Κ. Ε. . Όμως κανένας όμορος ιδιοκτήτης του ΚΑΕΚ 1903064 που του απέδωσαν, δεν είχε αναφέρει τον Ε. Κ. ως συνορίτη στο Κτηματολόγιο στη θέση αυτή, αλλά αντίθετα είχαν αναφέρει - δηλώσει πραγματικούς ιδιοκτήτες -μηνυτές της παρούσης. Επιπροσθέτως, ο Κ. Ε. είχε δηλώσει ως συνορίτες στην "ιδιοκτησία" των 300.000 τ.μ. δυτικώς τον εαυτό του, βορείως την ιδιοκτησία Γ. Κ. και νότια την ιδιοκτησία Α. Κ. . Στο "ακίνητο" που καταχωρήθηκε στην Β' Ανάρτηση με ΚΑΕΚ 1903064 η ιδιοκτησία Γ. Κ. , την οποία δήλωσε ο ιδιοκτήτης της στο Κτηματολόγιο (ΚΑΕΚ 190028), δεν "του προέκυψε" διότι μεσολαβεί δρόμος. Βορείως όμως του "προέκυψε" η ιδιοκτησία της Α. Σ. (ΚΑΕΚ 190042) η οποία όμως δεν είχε δηλώσει συνορίτη της τον Κ. (με την 374/5-7-1999 δήλωσή της προσκομίζοντας το ... /23-10-1986 συμβόλαιο της συμβ/φου Αργοστολίου Κυριακάτου Νίκης) αλλά προς τα νοτιοανατολικά τον Π. Β. , ο οποίος αν και δήλωσε την ιδιοκτησία του στο Κτηματολόγιο (1393/5-10-1999 δήλωση), του την "απέδωσαν" σε "λάθος" θέση με αποτέλεσμα να "θιγεί" και προς νότον τον Δ. Κ. . Νοτίως φέρεται, ο Ε. Κ. , να συνορεύει με την ιδιοκτησία του Α. Κ. , ο υιός του οποίου όμως, Γ. , με την 1805/5.10.1999 δήλωσή του προσκομίζοντας την ... /24-9-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας του Συμβ/φου Αργοστολίου Παναγάγγελου Καραβιώτη, δεν δήλωσε τον Ε. Κ. ως συνορίτη, αλλά τον Γ. Β. , ο εγγονός του οποίου, Δ. Β. , αν και δήλωσε την ιδιοκτησία του στο Κτηματολόγιο (1303/5-10-1999 δήλωση) τον καταχώρησε εμφανώς δολίως και εσκεμμένα ενεργώντας ο της "Κτηματογραφήσεως" μελετητής για λογαριασμό της αναδόχου εταιρίας "ΗΛΙΔΑ ΕΕ" 2ος κατηγορούμενος (Β.Κ. ) σε λάθος θέση, σε ξένο αγροτεμάχιο, με αποτέλεσμα όλο το αγροτεμάχιό του να αποδοθεί με το ΚΑΕΚ 1903064 στον Κ. Ε. . Στη συνέχεια ο Κ. Ε. μεταβίβασε το άνω αποδοθέν αγροτεμάχιο ως εξής: Με την ... /8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. προς τον υιό του Χ. Κ. , παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, δηλώνοντας έκταση 103.130 τ.μ. και θέση το τοπωνύμιο "... " ... , χωρίς να προσαρτήσει τοπογραφικό διάγραμμα. Προσήρτησε αντιστοίχως το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως με αριθ. 1903064. Συνολικώς η έκταση των "θιγμένων" τμημάτων των ιδιοκτησιών, η οποία μεταβιβάστηκε με την ... /8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, είναι 78.875 τ.μ. και περιγράφονται παρακάτω: 1) Η (είναι δύο συνεχόμενες) ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα εκτάσεως 9.818 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 11.731 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 183 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.907 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 493 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.153 τ.μ.). 4) Η ιδιοκτησία του Β. Δ. του Μ. ως προς ολόκληρη την έκταση 9.714 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 5) Η ιδιοκτησία του Β. Π.-Π. του Α. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.639 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.335 τ.μ.). 6) Η ιδιοκτησία του Γ. Α. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 3.679 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 7) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 12.272 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 8) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 10.624 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.839 τ.μ.). 9) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.105 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 10) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.381 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 11) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.547 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 12) Η ιδιοκτησία του Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.066 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 13) Η ιδιοκτησία του Π. Δ. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 5.793 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 14) Η ιδιοκτησία της Φ.-Α. Β. του Σ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.561 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.595 τ.μ). Εν συνεχεία δήλωσε ο Χ. Κ. στο Κτηματολόγιο δήθεν αγροτεμάχιό του, ως προς την ψιλή κυριότητα, ευρισκόμενο "... " ... , εκτάσεως 103.130 τ.μ. με την αριθ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του (η οποία είναι συνημμένη με αριθ. 16 στην 24-10-2004 μηνυτήρια Αναφορά μας) προσκομίζοντας την προαναφερόμενη ... /8-9-2003 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 19-9-2003, Τόμος 428,1 αύξ. αριθ. 7) περιγραφόμενο ακίνητο 2°. Κατέθεσε ο Χ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Ο Ε. Κ. δήλωσε επίσης με δόλο στο Κτηματολόγιο, την ίδια ημέρα με τον υιό του, με την αριθ. πρωτ. 11605/24-9-2003 δήλωσή του ως προς την επικαρπία το προπεριγραφόμενο ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "... " ... , εκτάσεως 103.130 τ.μ. προσκομίζοντας την προαναφερόμενη ... /8-9-2003 γονική παροχή. Απεδόθη και σ' αυτόν ως προς την επικαρπία το αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από το κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ Β' (επαναληπτικής Αναρτήσεως, Μάιος 2007) 1903064 και εκτάσεως 93.586 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. πρωτ. 11.605/24-9-2003 δήλωση του Ε. Κ. . Έτσι επέτυχαν όπως επεδίωκαν προς συγκάλυψιν της εκνόμου δραστηριότητός του ο πρώτος και διευκόλυνση αυτού ο συγκατηγορούμενος γιος του (αποδεχόμενος τη μεταβίβαση ανυπάρκτου ιδιοκτησίας του πατέρα του) όπως το καταπατηθέν ακίνητο στην επαναληπτική Β' Ανάρτηση, τον Μάιο του 2007, που αποδόθηκε με ΚΑΕΚ 1903064 με έκταση 93.586 τ.μ. να φέρεται, ως προς την ψιλή κυριότητα ιδιοκτησίας Χ. Κ. και ως προς την επικαρπία ιδιοκτησίας Ε. Κ. με συμβολαιογραφικό τίτλο ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ: δέκα τέσσερις (14) προεκτεθείσες - οι "θιγμένες" ιδιοκτησίες. 9) Δήλωσε ο Ε. Κ. ακίνητο 300.000 τ.μ. στη θέση "... " ... στο μεσοδιάστημα μεταξύ Α και Β Αναρτήσεως με την 6545/1-3-2001 δήλωσή του. Το δήλωσε να συνορεύει: "ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Μ. και νότια με ιδιοκτησία Δ. Ζ. ". Προσκόμισε αντίστοιχα την υπ' αριθ. ... /29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, περιγραφόμενο ακίνητο 4°... Στο Κτηματολόγιο καταχωρήθηκε ως δικαιούχος κατά την Β' Ανάρτηση δύο ακινήτων αντί για 1 που ανέφερε η ... /29-12-2000 ψευδής ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, τα οποία 2 ακίνητα τα χωρίζει αγροτικός δρόμος που έγινε αμαξωτός εδώ και 3 και πλέον δεκαετίες. Το πρώτο "ακίνητο" του το "απέδωσαν" με έκταση 32.2777 τ.μ., με αριθμό κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ'αριθ. 1001007 και με 4 όμορες ιδιοκτησίες. "Κ. Μ. " και "Δ. Ζ. " που "ήξερε" και "δήλωσε" δεν του "προέκυψαν". Οι αληθείς αυτοί ιδιοκτήτες δεν είχαν αναφέρει τον Ε. Κ. ως συνορίτη στο Κτηματολόγιο στη θέση αυτή, αλλά αντίθετα είχαν αναφέρει - δηλώσει πραγματικούς ιδιοκτήτες. Κανένας δεν αναγνώριζε ιδιοκτήτη - συνορίτη τον Κ. Ε. στη θέση αυτή. Το δεύτερο "ακίνητο" του το απέδωσαν με έκταση 42.718 τ.μ., με αριθμό κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1002095 και με 9 όμορες ιδιοκτησίες μεταξύ των οποίων και ιδιοκτησία του ιδίου (το οποίο είχε δηλώσει αρχικά με την ... /5-10-1999 δήλωση του προσκομίζοντας την αρχική ... /3-6-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας περιγρ. ακίνητο 14°, εκτάσεως 5.000 τ.μ. και που απεδόθη ΚΑΕΚ 1002006), την οποία πραγματική και αρχικά δηλωθείσα ιδιοκτησία του δεν είχε δηλώσει -αναφέρει ως όμορη στην αντίστοιχη ... /29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Δηλαδή "συνόρεψε" με δικό του χωρίς να το "γνωρίζει". Δεν γνώριζε το έτος 1999, με την ... /3-6-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, ούτε με την ... /29-12-2000 ψευδή βεβαίωση ότι "συνορεύει" με τον εαυτό του. Έτσι ο Κ. Ε. δηλώνει 2 ιδιοκτησίες την πρώτη το έτος 1999 με έκταση 5.000 τ.μ. με την ... /5-10-1999 δήλωση χωρίς να αναφέρει συνορίτη τον εαυτό του και τη δεύτερη το έτος 2001 με έκταση 300.000 τ.μ. με την 6545/1-3-2001 ψευδή εκπρόθεσμη δήλωσή του, χωρίς να αναφέρει συνορίτη τον εαυτό του. Η "κτηματογράφηση" τις "απέδωσε" όμορες χωρίς ο ίδιος ο δηλών να ξέρει ότι ... συνορεύουν (!!!). Ο Ε. Κ. εν συνεχεία "μεταβίβασε" και τα δύο ακίνητα που του "απέδωσαν", στον υιό του Χαράλαμπο με το αριθμό ... /8-9-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής. Μηνυτές υπάρχουν για το πρώτο ακίνητο και συγκεκριμένα: Μεταβίβασε με το αριθμ. ... /8-9-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής, περιγραφέν ακίνητο 3°, της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Τ. Σ. στον υιό του Χ. Κ. , παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, το συγκεκριμένο δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 32.277 τ.μ. στη θέση "... " ... , χωρίς να προσαρτήσει τοπογραφικό διάγραμμα. Προσήρτησε αντιστοίχως το ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως με αριθμό 1001007. Συνολικώς η έκταση των θιγμένων ιδιοκτησιών η οποία μεταβιβάστηκε με την ... /8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3° είναι 14.460 τ.μ. και είναι παρακάτω: 1) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Α. Ε. και Α. Γ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.658 τ.μ. της ιδιοκτησίας τους. 2) Η ιδιοκτησία της Γ. Α. το γένος Γ. Σ. ως προς ολόκληρη την έκταση 1.540 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. 3) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 2.048 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.214 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. Ακολούθως, δήλωσαν τόσον ο Χ. Κ. στον ΟΚΧΕ (μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΑΕ" δήθεν αγροτεμάχιο του, ως προς την ψιλή κυριότητα, ευρισκόμενο στη θέση "... " ... , εκτάσεως 32.277 τ.μ. με την αριθ. πρωτ. 11606/24-9-2003 δήλωσή του προσκομίζοντας την προαναφερόμενη ... /8-9-2003 γονική παροχή, (μεταγραμμένη στις 19-9-2003, Τόμος 428, αύξ. αριθ. 7), περιγραφόμενο ακίνητο (3°). Κατέθεσε και αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα (δεν είχε προσαρτηθεί τέτοιο συμβόλαιο γονικής παροχής) και συγκεκριμένα το από μηνός Ιουνίου 2004 τοπογραφικό του Β. Κ. . Κατέθεσε ο Χ. Κ. τη δήλωση αυτή με δόλο προκειμένου να αποκτήσει για το δήθεν αγροτεμάχιο του Κτηματογραφικό Απόσπασμα, όσον και ο πατέρας του Ε. Κ. , την ίδια ημέρα με τον υιό του, με την αριθ. πρωτ. 11605/24.9.2003 δήλωσή του ως προς την επικαρπία το προπεριγραφόμενο ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "... " ... , εκτάσεως 32.277 τ.μ. προσκομίζοντας το προαναφερόμενο συμβόλαιο ... /8-9-2003 γονικής παροχής. Απεδόθη και σ' αυτόν ως προς την επικαρπία το αγροτεμάχιο, όπως προκύπτει από τοv κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ (επαναληπτικής Αναρτήσεως Μάιος 2007) 1001007 και εκτάσεως 32.791 τ.μ. Στο ΚΑΕΚ αναγράφεται η με αριθ. Πρωτ. 11.605/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ. . Και στο ακίνητο αυτό, στην επαναληπτική Β' Ανάρτηση, τον Μάιο του 2007, με ΚΑΕΚ 1001007 με έκταση 32.791 τ.μ. καταχωρήθηκαν δικαιούχοι (δήθεν), ως προς την ψιλή κυριότητα ο Χ. Κ. , και ως προς την επικαρπία ο πατέρας του Ε. , υπό νομότυπον "μανδύα", συμβολαιογραφικό τίτλο ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ: οι προαναφερθείσες (τέσσερις) "θιγμένες" ιδιοκτησίες. Υπό τα ανωτέρω, καταδεικνύεται το εγκληματικό σχέδιο με μακρά εξελικτική πορεία κακουργηματικής απάτης που συνέλαβαν και υλοποίησαν πρωτίστως ο Ε. Κ. υποβοηθούμενος από όλα τα μέλη της οικογενείας του (τέκνα, γονείς υπερήλικες και την σύζυγο του) αλλά και συναυτουργοί του, ο συγκατηγορούμενός του μη εκκαλών Β. Κ. , τοπογράφος της διαδικασίας κτηματογραφήσεως για την ένταξη στο Εθνικό Κτηματολόγιο του Ο.Τ.Α. ... αλλά, και η συμβολαιογράφος 3η συγκατηγορουμένη του η οποία προσέδωσε νομιμοφάνεια, περιβάλλοντας με τον νόμιμο τύπο, τόσον τις μεταβιβαστικές της δήθεν κυριότητος του κατηγορουμένου εμπράγματες δικαιοπραξίες (γονικές παροχές, διορθωτικές αυτών συμβολαιογραφικές πράξεις και δωρεές) όσον και τις προηγηθείσες αυτών ένορκες βεβαιώσεις των γονέων του έχοντας επίγνωση, όπως και οι ίδιοι, εν σχέση ειδικώς προς τις τελευταίες ότι, ήσαν ψευδείς καθ' ολοκληρίαν και ότι, επροορίζοντο να χρησιμοποιηθούν ως "αποδεικτικά" (ανύπαρκτων) δικαιωμάτων κυριότητος των δηλουμένων, υπό του Ε. Κ. δι' εκπροθέσμων δηλώσεων του άρθρου 2 παρ.8 Ν. 2308/1995 προς τον ΟΚΧΕ μέσω της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΑΕ", ιδιοκτησιών του (γεωτεμαχίων) προκειμένου, σύμφωνα με τα προσχεδιασμένα και συμπαικτικώς προφασισθέντα υπό του ενεργούντος για λογαριασμό της αναδόχου του έργου της κτηματογραφήσεως (ΗΛΙΔΑ ΕΕ), 2ου κατηγορουμένου του (Β.Κ. ) να εγγραφούν (καταχωρηθούν δημοσίως) τα δηλούμενα δικαιώματα του (κυριότητα) επί ξένων (καταπατηθέντων) ακινήτων στα Κτηματολογικά στοιχεία της βάσεως δεδομένων της Β' Αναρτήσεως, με φερόμενο δικαιούχο (αναληθώς βεβαίως), τον ίδιο (ψευδώς δηλούντα) Ε. Κ. και εν συνεχεία, με τις μεταβιβάσεις, δια συμβολαίων γονικών παροχών, προς συγκάλυψιν της παρανόμου προελεύσεως των δήθεν ακινήτων του για τα οποία ζητούσε, και ελάμβανε αποσπάσματα, των τηρουμένων Κτηματολογικών Στοιχείων (Προσωρινών Πινάκων και Κτηματολογικών Διαγραμμάτων) με συνημμένο σ' αυτά τον ειδικό ΚΑΕΚ για κάθε ακίνητο, τα οποία (αποσπάσματα), προσαρτούσε κατόπιν προσυνεννοήσεώς του με την ετέρα των συγκατηγορουμένων του στα δεκάδες συμβόλαια (θα αναφερθούν κατωτέρω εκτενώς) που εκείνη, συνέταξε, για λογαριασμό του ιδίου και των τέκνων του, κατά τα συμπεφωνημένα μεταξύ τους ώστε να εμφανίζονται ο Κ. ς και τα μέλη της οικογενείας του κάτοχοι και νομείς ακινήτου περιουσίας η οποία ουδόλως, και καθ' οιονδήποτε νόμιμον τρόπο περιήλθε στην κυριότητα προεχόντως του φερομένου ως προκτήτωρος (δικαιοπαρόχου) αυτής. Ουσιώδη ρόλο, στην πραγμάτωση, σε Α' φάση του σχεδίου μέσω των εκπροθέσμων δηλώσεων του άρθρου 2 παρ. 8 Ν. 2308/1995 της, με περίτεχνη διάρθρωση και χρήση δολίων τεχνουργημάτων, "επιστημονικώς" πλαισιωμένης "μεθοδευμένης" απάτης, την οποία ο Ε. Κ. και οι συναυτουργοί του αλλά και οι συμμετέχοντες σ' αυτήν, στις διάφορες εκφάνσεις της μετήλθαν συστηματικά, επί σειρά ετών ώστε να φέρονται ως ιδιοκτησίες του, ακίνητα (καταπατηθέντα), των παθόντων, προξενώντας τους ευθεία κατακινδύνευση των περιουσιακών δικαίων τους διαδραμάτισαν, οι συμβολαιογραφικούς καταρτισθείσες και, με το κύρος των δημοσίων εγγράφων περιβεβλημένες "καταθέσεις" (:βεβαιώσεις) των, εκ των κατηγορουμένων Κ. Κ. του Ε. και της συζύγου του Α. (γονέων του Ε. Κ. ) οι οποίοι, ορκοδοτώντας, προς ενίσχυσιν των κατατεθέντων, βεβαίωσαν ψευδώς εν επιγνώσει τους ότι, ο υιός τους τυγχάνει, δυνάμει των προσόντων της εκτάκτου χρησικτησίας δήθεν, κάτοχος ακινήτου περιουσίας συνολικής εμβαδικής επιφανείας 2.094.000 τ.μ. Συγκεκριμένα, τον "έφεραν" να κατέχει "πλέον των τριάντα (30) ετών συνεχώς, αδιαλείπτως, ειρηνικά, καλόπιστα, διάνοια κυρίου, χωρίς ουδέποτε ν' αμφισβητηθεί παρ' ουδενός η κυριότητα, νομή και κατοχή του επ' αυτών", δηλώνοντας συγχρόνως επί λέξει, ότι "κάνουν τις ένορκες βεβαιώσεις για να χρησιμοποιηθούν στο Κτηματολογικό Γραφείο". Για τις καταθέσεις τους αυτές συνετάγησαν πράξεις (ένορκες βεβαιώσεις) υπό της συγκατηγορουμένης τους Τ. Σ. (συμβολαιογράφου Αργοστολίου) η οποία με τη σειρά της, εγνώριζε ότι προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν υπό του 1ου (φερομένου ως χρησιδεσπόζοντος) συγκατηγορουμένου της ως αποδεικτικά της χρησικτησίας του (ανύπαρκτης) έγγραφα για την υλοποίηση του σχεδίου νοσφίσεως εκ μέρους του των φερομένων ως δήθεν ιδιοκτησίας του ακινήτων των μηνυτών, έχοντας βεβαίως συνεννοηθεί σχετικώς, με τον γνώστη ως εκ του αντικειμένου της επαγγελματικής του τεχνογνωσίας αλλά και από την ενασχόλησή του με τις διαδικασίες της "Κτηματογραφήσεως" δια μέσου του οποίου επετύγχανε, εξαπατώντας τα αρμόδια όργανα του ΟΚΧΕ, με τον μηχανισμό των καταρτίσεων της Κτηματολογικών Στοιχείων (Αναρτήσεις Προσωρινών Κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων στα οποία αποτυπώνονται τα δήθεν ακίνητά του) με ψευδή τοπογραφικά διαγράμματα που εκπόνησε ο ίδιος (Β. Κ. ) για λογαριασμό του δηλούντος (Κ. ) να καταχωρούνται (εγγράφονται) τα δηλούμενα (ανύπαρκτα) δικαιώματά του, που εφέρετο ότι απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, προσκομίζοντας ως αποδεικτικά αυτής τις πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις (δημόσια έγγραφα). Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι υπό την Κτηματογραφούσα Αρχή, (δηλαδή του ΟΚΧΕ) μέσω της "Κτηματολόγιον Α.Ε." η οποία με τη σειρά της, ανέθεσε στην "σύμπραξη τεσσάρων μελετητικών εταιριών" με τον διακριτικό τίτλο "4 ΚΤΗΜΑ 4Δ" την εκπόνηση της μελέτης (εργασιών) κτηματογραφήσεως (:συλλογή, επεξεργασία δηλώσεων του άρθρου 2 Ν. 2308/1995, σύνταξη κτηματολογικής βάσεως Α', Β' Αναρτήσεων), δυνάμει της από 6-7-1996 συμβάσεως έργου -ήδη ελέχθη ότι το για την περιοχή ... (της προκειμένης υποθέσεως) οι ανωτέρω εργασίες εκτελέσθηκαν από την εταιρία "Σ. Λ. και ΣΙΑ ΕΕ" με τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΔΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ" η οποία εδρεύει στον Νομό Ηλείας και εκπροσωπείται από τον Σ. Λ. , το μελετητικό γραφείο της οποίας στην ... διαχειρίζεται ο 1ος κατηγορούμενος αποκλειστικώς, - οι περιπτώσεις των δηλούντων κατ' αρθρ. 2 παρ.1 Ν. 2308/1995 εγγραπτέα δικαιώματα με επικαλούμενη ως "ΑΙΤΙΑ" (:τίτλο) κτήσεως του δικαιώματος τους (κυριότητος ή δουλείας) πρωτότυπο τρόπο κτήσεως αυτού και δη, την έκτακτη (κατά την έννοια των άρθρων 1045, 1121, 1143, 1187, 1191 ΑΚ) χρησικτησία, δηλαδή την ενάσκηση επί εικοσαετία νομής (και για την κτήση δουλειών, οιονεί νομής), αντιμετωπίσθηκαν σύμφωνα με την αριθμ. Α.Π. OIK. 19/4/2004 "ερμηνευτική του Νόμου 2308/1995 εγκύκλιο της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ" με τον τίτλο "οδηγίες για τη Β' Ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων". Δυνάμει της εν λόγω εγκυκλίου οι δηλώσεις Ιδιοκτησίας, οι οποίες ως τίτλο κτήσεως ανέφεραν την έκτακτη χρησικτησία, ελλείψει τελεσιδίκου αποφάσεως αναγνωριστικής της κυριότητός τους με χρησικτησία, γινόταν δεκτές από την πιο πάνω ιδιωτική της κτηματογραφήσεως του ΟΤΑ ... μελετητική εταιρία (Σ. Λ. και ΣΙΑ ΕΕ - ΗΛΙΔΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ) ένορκες βεβαιώσεις για άσκηση νομής επί εικοσαετία. Ωστόσο, την εγκύκλιο αυτή την οποία, αναμφιβόλως, εγνώριζε ο Β. Κ. ενέταξε ως εκ των πραγμάτων προσεπιβεβαιούται, ενεργώς στο επινοηθέν μετά των λοιπών (1ου και 2ης) των εκκαλούντων σχέδιο καταπατήσεως ξένων περιουσιών (ακινήτων). Εντέχνως, και με πανουργία (επιστημονική), χρησιμοποιώντας ως τεχνογνώστης - επιστήμων τοπογράφος το πρόγραμμα της Κτηματογραφήσεως, το οποίο ανέλαβε να εκπονήσει για λογαριασμό της εργοδότιδός του ο ανωτέρω Β. Κ. (2ος κατηγορούμενος), δια καταχωρήσεως στους κτηματολογικούς πίνακες των αληθών δικαιούχων των δηλουμένων δικαιωμάτων, αυτός ηθελημένα εν επιγνώσει του ψεύδους των εγγραφών που ο ίδιος είχε πραγματοποιήσει κατά την αρχική κατάρτιση της κτηματολογικής βάσεως των δεδομένων κατόπιν δηλώσεων των πραγματικών ιδιοκτητών εμφάνισε-ανέγραψε ως κάτοχο ακινήτου περιουσίας (:καταπατηθείσης) τον Ε. Κ. , τον οποίο, με άλλα λόγια, καταχώρησε ως κτήτορα των δηλουμένων (ψευδώς και εκπροθέσμως) δικαιωμάτων, τα οποία φέρεται ότι απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία επιστηριχθείσα σε ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις των γονέων του. Οι τελευταίοι αυτοί, με κοινό δόλο (γνώση βούληση) και με κοινές ενέργειες (συνεκτέλεση - σύμπραξη) επιδιώκοντας να διευκολύνουν τον υιό τους κατά την 5η Οκτωβρίου 1999, την 29η Δεκεμβρίου 2000 και την 15η Ιανουαρίου 2001 (δύο φορές) συμπραγμάτωσαν περισσότερες από μία φορές ως συμμέτοχοι (απλοί συνεργοί αυτού) το κακουργηματικής διαστάσεως έγκλημα, το οποίο όπως καλώς εγνώριζαν, πραγμάτωσε ο υιός τους καθ' όν τρόπον ήδη εκθέσαμε. Και μάλιστα αυτοί, εγνώριζαν ότι εκείνος είχε θέσει σε εφαρμογή σχέδιο καταπατήσεως ξένων ακινήτων εκμεταλλευόμενος τις ατέλειες και τα νομικά κενά του νεοεισαχθέντος τότε (1999) θεσμού, της, δια των ρυθμίσεων του Νόμου 2308/1995, Κτηματογραφήσεως υπό των ενδιαφερομένων - αιτούντων την εγγραφή τους ως φορέων των δηλουμένων υπ' αυτών δικαιωμάτων τους επί των ακινήτων της κτηματογραφούμενης περιοχής του ΟΤΑ ... Ν. Κεφ/νίας, ως και τις εγγενείς αδυναμίες των συναρμοδίων Υπηρεσιών (ΟΚΧΕ και "Κτηματολόγιο ΑΕ") για άμεσο και διαρκή έλεγχο νομιμότητος τόσον κατά το στάδιο της τεχνικής αποτυπώσεως, μέσω του ιδιωτικού μελετητικού γραφείου Κτηματογραφήσεως της με τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΔΑ" ετερρορύθμου εταιρίας το οποίο, ανέλαβε ο 2ος κατηγορούμενος δυνάμει συμβάσεως έργου μετ' αυτής, προς την κατεύθυνσιν αρχικά του εντοπισμού κατά θέσιν, όρια, έκταση, πλευρικές διαστάσεις, συνορίτες, σταθερές συντεταγμένες ακινήτων ώστε να προσδιορισθούν τα υφιστάμενα στην άνω περιοχή (κτηματογραφούμενα) ακίνητα και βεβαίως οι επί εκάστου ακινήτου υφισταμένες έννομες (εμπράγματες κυρίως) σχέσεις ώστε, μετά την εξέλεγξη από τον άνω μελετητή της κτηματογραφήσεως των υποβαλλομένων "δηλώσεων περί εγγραπτέων δικαιωμάτων του αρθρ. 2 Ν. 2308/1995" των ενδιαφερομένων, προς τον ΟΚΧΕ απευθυνόμενων και την εξέλεγξη των προς απόδειξιν των εγγραπτέων δικαιωμάτων προσκομιζομένων πιστοποιητικών ιδιοκτησίας (εμπράγματες δικαιοπραξίες περιβεβλημένες τον συμβολαιογραφικό τύπο) ή σε περίπτωση επικλήσεως πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητος ή δουλείας, δικαιολογητικών ικανών να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά στοιχεία περί της βασιμότητος του ισχυρισμού τους, κατά την εγγραφή τους ως δικαιούχων στα κτηματογραφικά στοιχεία της βάσεως δεδομένων Α', Β' Αναρτήσεως προς δημοσιοποίησή τους. Γνώριζαν επίσης, ότι ενεργούσε μεθοδευμένα επί τη βάσει σχεδίου "επιστημονικής" διαρθρώσεως και εγκληματικά επινοηθείσης στρεβλώσεως και αληθώς "μεταπλασίας" του θεσμού της Κτηματογραφήσεως κατά το μεταβατικό στάδιο της συντάξεως - καταρτίσεως, βάσει των κατ' αυτήν καταχωρισθέντων με δημόσια εγγραφή στα κτηματολογικά στοιχεία (διαγράμματα, πίνακες) ως δικαιούχου των δηλωθέντων εκ μέρους του εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της υπό κτηματογράφησιν περιοχής ... . Γνώριζαν επίσης ότι δεν ενεργούσε μόνος, αλλά με άλλους (πέραν του ενός) ταυτοχρόνως ή διαδοχικώς συμπραγματώνοντας μαζί τους τμήματα (μερικότερες πράξεις) της κυρίας πράξεως (κακούργημα απάτης) εκ της οποίας (κοινής δράσεώς τους ο υιός τους ήταν ο κυρίως ωφεληθείς. Ότι όλοι, είχαν ως προπέτασμα συγκαλύψεως της εκνόμου (κοινής δράσεως τους) το Γραφείο Κτηματογραφήσεως της αναδόχου (ΕΕ Σ.ΛΙΑΡΟΣ - ΗΛΙΔΑ) του έργου της κτηματογραφήσεως της περιοχής ... , ο συνεργάτης της οποίας (Β. Κ. ) καθοδηγούσε και υποστήριζε μαζί με την συμβολαιογράφο συγκατηγορουμένη του, η οποία προσέδιδε δια του συμβολαιογραφικού τύπου, επιφατική νομιμότητα, με πεποιημένους "τίτλους" ιδιοκτησίας και σε προγενέστερη φάση με συμβολαιογραφικές πράξεις (ένορκες βεβαιώσεις και διορθωτικές αυτών) προοριζόμενες να προσκομισθούν υπό του εντολέα της 1ου εκκαλούντος στο "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ" προς επίρρωσιν - απόδειξιν των ανύπαρκτων (δηλουμένων ψευδώς) δικαιωμάτων κυριότητός του επί ξένων γεωτεμαχίων. Ενήργησαν δε, για να τον διευκολύνουν να καταχωρηθεί σε πρώτο στάδιο ο ίδιος ως δικαιούχος, δια των προς τον ΟΚΧΕ απευθυνόμενων μέσω του για λογαριασμό της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΑΕ" λειτουργούντος Γραφείου Κτηματογραφήσεως της αναδόχου εταιρίας, ψευδών δηλώσεων (ήδη εξετέθησαν ανωτέρω εκτενώς) περί εγγραπτέων δικαιωμάτων του Ν. 2308/1995 (άρθρο 2 παρ.1), δηλουμένων δικαιωμάτων (κυριότητος) σε ακίνητα ευρισκόμενα σε διάφορες περιοχές (με ειδικά τοπωνύμια) της κτηματογραφουμένης περιοχής ... . Επεδίωκαν να εξασφαλίσουν σ' αυτόν την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει προς επιστήριξιν (απόδειξιν) έναντι του κατ' εξοχήν, φορέως της Κτηματογραφήσεως ΟΚΧΕ μέσω της "Κτηματολόγιον Α.Ε.", της επικαλούμενης (αναφερομένης) ως αιτίας κτήσεως τούτο (δηλωθέντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων κυριότητος) την έκτακτη χρησικτησία και εν συνεχεία, μέσω του μελετητή της κτηματογραφήσεως, ο οποίος παραλλήλως με τον υιό τους ενεργούσε με τρόπους και μέσα απατηλά (όπως εξετέθησαν), αφού καταπεισθούν τα άνω αρμόδια όργανα του ΟΚΧΕ, περί της ορθότητος, ακριβείας και αληθείας των εκπροθέσμως (μετά την Α' Ανάρτηση) δηλουμένων εγγραπτέων δικαιωμάτων να εγκρίνουν την αναγραφή (όπως παράνομη) του 1ου κατηγορουμένου ως δικαιούχου ξένων ακινήτων στους πίνακες βάσεως των θεματικών κτηματολογικών δεδομένων (κτηματολογικούς πίνακες - διαγράμματα) της Αναρτήσεως, και την χορήγηση από τον ΟΚΧΕ, Κτηματογραφικού Αποσπάσματος σ' αυτόν εκ των τηρουμένων κτηματολογικών στοιχείων για κάθε ένα από τα ξένα ακίνητα τα οποία ψευδώς εδήλωνε ότι του ανήκουν, συνοδευόμενα από Ειδικό Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) του ακινήτου, το οποίο (κτηματογραφικό απόσπασμα), κατά το Νόμο (άρθρο 5 Ν. 2308/95) συναρτάται απολύτως με την υποβολή των δηλώσεων των εγγραπτέων δικαιωμάτων κατά το Νόμο και όπως εγνώριζαν άπαντες οι κατηγορούμενοι (Ε. Κ. , Β. Κ. και κυρίως η συμβολαιογράφος Σ. Τ. ), απέβλεπε στο να διασφαλίσει καταγραφή του ακινήτου και του φορέα του επί του δηλωθέντος εμπραγμάτου δικαιώματος στο Κτηματολόγιο, διότι άνευ αυτού ήταν απαγορευμένη κάθε εμπράγματη δικαιοπραξία για το ακίνητο στο οποίο αφορούσε, ενώ η παράλειψη μνείας και επισυνάψεως Κτηματογραφικού Αποσπάσματος σε συμβολαιογραφική πράξη που αναφέρεται σε ακίνητα της περιοχής ... (κτηματογραφούμενης) παρεμπόδιζε την σύνταξη συμβολαίων για σύσταση, μετάθεση κλπ εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα άνω ακίνητα. Δέχθηκαν με άλλα λόγια οι άνω κατηγορούμενοι (γονείς του 1ου κατηγορουμένου) να τον υποβοηθήσουν, προς την κατεύθυνση της ευοδώσεως του σχεδίου του, νοσφίσεως των ξένων ακινήτων, δια της δημιουργίας ψευδών τίτλων κτήσεως δια πρωτοτύπου τρόπου (εκτάκτου χρησικτησίας) των δηλωθέντων ψευδώς υπ' αυτών (ανύπαρκτων δικαιωμάτων) νομής και κατοχής επί των ξένων γεωτεμαχίων καθ' όν τρόπον λεπτομερώς εξετέθη. Από την ενέργειά τους αυτή (συναυτουργική -συμμετοχική) δράση στην οποία προέβησαν κατ' επανάληψιν, είναι σαφής η ροπή τους για διάπραξη (συστηματική υποβοήθηση) τέτοιων πράξεων (κακουργηματικής απάτης) ως στοιχείου της προσωπικότητάς τους, γνωρίζοντας αφενός μεν την υπό του βοηθούμενου υιού τους πραγμάτωση αυτή και αφετέρου έχοντας βούληση ή αποδεχόμενοι να συμβάλλουν με τη δική τους - κατά τον κάτωθι τρόπο - συνδρομή στη διάπραξή της. Και μάλιστα, εμφανίσθηκαν τετράκις την 5η Οκτωβρίου 1999, την 29η Δεκεμβρίου 2000, την 15η Ιανουαρίου 2001 (δις), ενώπιον της συγκατηγορουμένης τους, συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ. Τ. , μυημένης στο σχέδιο εξαπατήσεως του ΟΚΧΕ και των λοιπών οργάνων της κτηματογραφήσεως υπό του υιού τους και του μελετητή τοπογράφου της κτηματογραφήσεως ζητώντας την σύνταξη ενόρκου εξετάσεώς (βεβαιώσεως) τους, ως μαρτύρων οι οποίες έλαβαν αντιστοίχως τους αριθμούς ... /1999, ... /29- 12-2000, ... /15-1-2001 και ... /30.5.2001 (διορθωτική πράξη της πρώτης ενόρκου βεβαιώσεως) δια των οποίων, αφού προηγουμένως έδωσαν τον νενομισμένο όρκο (άρθρο 408 Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας) του μάρτυρος εδήλωσαν, έχοντας επίγνωση ότι τα κατατιθέμενα εκ μέρους τους πραγματικά περιστατικά, προς επίρρωσιν της αληθείας των οποίων ορκοδότησαν αμφότεροι, θέτοντας το δεξί τους χέρι στο Ιερό Ευαγγέλιο και δη περί του ότι δήθεν, ο υιός τους "έχει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα κάτωθι (ήδη εκτέθηκαν αναλυτικώς ανωτέρω) ακίνητα τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τα κατέχει πλέον των τριάντα ετών συνεχώς, αδιαλείπτως, ειρηνικά, καλόπιστα, με διάνοια κυρίου, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί η κυριότητα, νομή και κατοχή του επ' αυτών" προσθέτοντας επί λέξει ότι "γνωρίζουν αυτά που κατάθεσαν" και ότι κάνουν τις άνω ένορκες βεβαιώσεις για να "χρησιμοποιηθούν στο Κτηματολογικό Γραφείο", είναι καθ' ολοκληρίαν. Οι άνω ένορκες βεβαιώσεις αφορούσαν 1) πρώτη (με αριθμό 20) περιγραφόμενο ακίνητο στην περιοχή "... " εκτάσεως 40 στρεμμάτων, προσκόμισε ο γιος τους ως αποδεικτικό στοιχείο περί του βάσιμου του, δια της υπ' αριθμ. ... /5-10-1999 αρχικής (πριν την Α' Ανάρτηση) δηλώσεώς του περί "εγγραπτέων δικαιωμάτων" προς τον ΟΚΧΕ απευθυνόμενη του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2308/1995, επικαλουμένου ισχυρισμού του, μεταξύ των άλλων (19 τον αριθμό ακινήτων επί των οποίων πράγματι τυγχάνει κύριος) ότι του ανήκει κατά κυριότητα και δη κατά πρωτότυπον τρόπο, κτηθείσα (δια των προσόντων της εκτάκτου χρησικτησίας) το άνω ακίνητο (20° κατά σειράν της άνω ενόρκου βεβαιώσεως (... /1999) των γονέων του, προκειμένου να επιτύχει την εγγραφή του στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα της Α' Αναρτήσεως της διαδικασίας της κτηματογραφήσεως περιοχής ... , ως δήθεν φορέως του δηλωθέντος δικαιώματος, γεγονός που του εξασφάλιζε την δυνατότητα να του χορηγηθεί, για το συγκεκριμένο ακίνητο δι' αιτήσεως του, προς τον αυτόν ως άνω Οργανισμό (ΟΚΧΕ) εκδοθέν, για λογαριασμό της "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΝ ΑΕ", μέσω του ιδιωτικού μελετητικού Γραφείου της αναδόχου εταιρίας "ΗΛΙΔΑ ΕΕ" της κτηματογραφήσεως του ΟΤΑ ... και κατ' επέκτασιν μέσω του συγκατηγορουμένου του συνεργάτη της εταιρίας αυτής Β. Κ. , κτηματογραφικό απόσπασμα εκ των τηρουμένων προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων των προσωρινών κτηματολογικών πινάκων ως και Κωδικός Αριθμός Εθνικού-Κτηματολογίου για το συγκεκριμένο πάντα ακίνητο άνευ του οποίου (κτηματογραφικού αποσπάσματος), όπως καλώς εγνώριζε, το είχε σαφώς πληροφορηθεί υπό της συγκατηγορουμένης του, δεν θα ήταν δυνατή η εν συνεχεία μεταβίβαση, εκ μέρους του δια συστάσεως γονικής παροχής με συμβολαιογραφική πράξη του ακινήτου αυτού (καταπατηθέντος) στα τέκνα του προκειμένου, κατά την εξελικτική πορεία της απατηλής μεθοδεύσεως του σφετερισμού των περιουσιών των μηνυτών, δια των μεταβιβάσεων αυτών, εκείνος μεν να προσδώσει νομιμοφάνεια στην έκνομη προέλευση (καταπάτηση) των δήθεν ακινήτων του, τα δε τέκνα του αποδέκτες (υπέρ ων οι μεταβιβάσεις των καταπατηθέντων ακινήτων με γονικές παροχές περιβεβλημένες του συμβολαιογραφικού τύπου) να εμφαίνονται κάτοχοι ακινήτου περιουσίας (καταπατηθείσης) η οποία "τροποποιήθηκε" αποκτώντας μανδύα επιφατικής νομιμότητος δια μέσου των άνω εμπραγμάτων δικαιοπραξιών (σύσταση γονικών παροχών) δυνάμει των οποίων, άλλοτε κατά πλήρη και άλλοτε κατά ψιλή κυριότητα εφέροντο δικαιοδόχοι οι ίδιοι με επικαρπωτή τον πατέρα τους επί ανύπαρκτων δικαιωμάτων δήθεν κυριότητος εκείνου στα ξένα γεωτεμάχια, σκοπίμως εκ δολιότητος και ταπεινών κινήτρων (κερδοσκοπία) ενεργώντας κατά σύστημα και επί μακρόν χρόνον αποβλέποντας, μέσω της διαδικασίας της κτηματογραφήσεως πάντοτε, να εμφαίνονται ιδιοκτήτες, νομείς και κάτοχοι σημαντικής ακινήτου περιουσίας, η οποία, όπως άριστα εγνώριζαν προήρχετο από την εγκληματική δράση (κακουργηματική απάτη) του πατέρα τους, διευκολύνοντάς τον δια της αποδοχής, εκ μέρους ενός εκάστου εξ' αυτών των, δια των γονικών παροχών μεταβιβασθέντων, υπ' αυτού στους ιδίους ακινήτων, αποφασιστικούς, κατ' επανάληψιν (όχι μεμονωμένως) στην σύνθετη, πολύπλοκη και εξόχως λαβυρινθώδη διαδικασία με την οποία, μέσα από αλλεπάλληλες φάσεις επιχειρούσε, παραμορφώνοντας προς ίδιον όφελος τους μηχανισμούς του θεσμού της κτηματογραφήσεως να αποκρύψει την ύπαρξη και παράνομη πηγή (προέλευση) της δήθεν ακινήτου περιουσίας του, εντάσσοντάς την στην νόμιμη οικονομική διαδικασία δια "πεποιημένων" τίτλων ιδιοκτησίας (γονικές παροχές) τις οποίες (εμπράγματες δικαιοπραξίες), κατά την εγκληματικώς διαρθρωμένη δραστηριότητά του στον ολικό σχεδιασμό της απάτης, κατήρτιζε, στο ίδιο πάντα συμβολαιογραφείο και, μέσω της ιδίας πάντοτε συμβολαιογράφου (δεύτερης εκκαλούσας). Την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. ... /5-10-1999 ένορκη βεβαίωση, ακολούθησε η αριθμ. ... /30-5-2001 (διορθωτική) ομοία (ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας) με την οποία, προεκτέθηκε ήδη ανωτέρω αναλυτικώς, διόρθωσαν την ... /3.6.1999 ένορκη βεβαίωση ως προς το 20° ακίνητο στη θέση "... ", εκτάσεως 40 στρεμμάτων. Βεβαίωσαν πάλι ενόρκως οι γονείς ότι το δήθεν ακίνητο στη θέση "... " είναι 114 στρέμματα. Τους συνορίτες δεν τους διόρθωσαν. Ο Ε. Κ. κατέθεσε την 2983/22.11.2000 ένσταση, με την οποία ζήτησε την "αύξηση" του δήθεν ακινήτου με κτηματογραφικό Απόσπασμα Α' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004122 εκτάσεως 40.096 τ.μ. και χωρίς να περιμένει την εκδίκαση της ενστάσεως προέβη στις ... , ... , ... /15.12.2001 γονικές παροχές με τις οποίες μεταβίβασε, στα 3 παιδιά του, με το ίδιο Κτηματογραφικό Απόσπασμα ΚΑΕΚ 4 ακίνητα συνολικής εκτάσεως 125.655 τ.μ. Κατέθεσε συνημμένα της 7287/2.1.2002 δηλώσεως και τις τρεις προαναφερόμενες γονικές παροχές. Με την 27/25.7.2002 απόφαση Α/βαθμιας Επιτροπής, κατόπιν παραπλανητικής εισηγήσεως της αναδόχου επί της 2983/22.11.2000 ενστάσεως με την οποία ζήτησε ο Ε. Κ. την "αύξηση" του ακινήτου με Κτηματογραφικό Απόσπασμα Α' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004122 εκτάσεως 40.096 τ.μ. καταχωρήθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα της Β' αναρτήσεως ως δικαιούχος τεσσάρων ακινήτων συνολικής εκτάσεως 132.339 τ.μ. (43.654+40.613+42.052+6.020). Δηλαδή με την 7287/2.1.2002 δήλωση σε συνδυασμό με την 2983/22.11.2000 ένσταση "κατάφερε" και αύξησε ακόμη την "περιουσία" του (132.339-40.096 τ.μ. στο οποίο είχε εγγραφεί στην Α' Ανάρτηση ως ιδιοκτήτης. Ειδικότερα ενεγράφη ιδιοκτήτης σε 1) αγροτεμάχιο στη θέση "... " ... εκτάσεως 43.654 τ.μ., με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004230. Εντός του δήθεν ακινήτου που απεικονίζεται με το κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004230 με έκταση 43.654 τ.μ. περιλαμβάνονται 4 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) θιγμένων μηνυτών συνολικής εκτάσεως 30.172 τ.μ. Οι τέσσερις καταπατηθείσες εκτάσεις των μηνυτών μέσω της διαδικασίας της ψευδούς 7287/2-1-2002 δηλώσεως σε συνδυασμό με την 27/25-7-2002 απόφαση Α/θμιας Επιτροπής, η οποία Επιτροπή εκδίκασε (με παραπλανητική εισήγηση αναδόχου) την 2983/22-11-2000 ένσταση, και της "αντίστοιχης" αποδόσεως από το Κτηματολόγιο του ΚΑΕΚ 1004230 ανήκουν στους κάτωθι μηνυτές: 1) στην συνιδιοκτησία αδελφών Δ.-Γ. και Α. Π. του Σ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 4.394 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 68 ιδιοκτησία έχει έκταση 11.547 τ.μ.). 2) στην ιδιοκτησία Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 16.974 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 18.452 τ.μ.). 3) στην ιδιοκτησία του Σ. Σ. του Ε. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 3.773 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.800 τ.μ.). 4) στην συνιδιοκτησία του Φ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 5.031 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 9.748 2) σε αγροτεμάχιο στη θέση "... " ... εκτάσεως 40.654 τ.μ., με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004231. Εντός του δήθεν ακινήτου του που απεικονίζεται με το κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004231 με έκταση 40.654 τ.μ. περιλαμβάνονται 7 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) "θιγμένων" μηνυτών συνολικής εκτάσεως 18.801 τ.μ. Έτσι οι εκτάσεις των μηνυτών, οι οποίες καταπατήθηκαν με την διαδικασία της ψευδούς 7287/2-1-2002 δηλώσεως σε συνδυασμό με την 27/25-7-2002 απόφαση Α/θμίου Επιτροπής, η οποία εκδίκασε (με παραπλανητική εισήγηση Κ.) την 2983/22-11-2000 ένσταση του ΚΑΕΚ 1004231 είναι: 1) η ιδιοκτησία Κ. Α. του Ε. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 5.649 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.787 τ.μ.). 2) η ιδιοκτησία Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 280 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 8.600 τ.μ.). 3) η ιδιοκτησία Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.298 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία ένα έκταση 4.071 τ.μ.). 4) η ιδιοκτησία Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτ 2.757 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.703 τ.μ.). 5) η ιδιοκτησία Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 4.206 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.145 τ.μ.). 6) η ιδιοκτησία Σ. Σ. του Ε. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 3.453 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.800 τ.μ.). 7) η ιδιοκτησία Σ. Δ. του Θ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 158 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.776 τ.μ.). 3) σε αγροτεμάχιο στη θέση "... εκτάσεως 42.052 τ.μ. με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004232. Εντός του δήθεν ακινήτου του που απεικονίζεται με το κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004232 με έκταση 42.052 τ.μ. περιλαμβάνονται 6 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) "θιγμένων" μηνυτών συνολικής εκτάσεως 28.714 τ.μ. Οι έξι εκτάσεις των μηνυτών, οι οποίες καταπατήθηκαν με τη διαδικασία της ψευδούς 7287/2-1- 2002 δηλώσεως σε συνδυασμό με την 27/25-7-2002 απόφαση Α/θμίου Επιτροπής, η οποία εκδίκασε (με παραπλανητική εισήγηση του Κ.) την 2983/22-11-2000 ένσταση του ΚΑΕΚ 1004232 είναι: 1) η ιδιοκτησία Δ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 2.292 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 8.600 τ.μ.). 2) η ιδιοκτησία Σ. Ν. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 13.688 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 3) η ιδιοκτησία Σ. Ν. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.042 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) η ιδιοκτησία Π. Γ. του Ν. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 816 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.398 τ.μ.). 5) η ιδιοκτησία Σ. Δ. του Θ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 213 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.776 τ.μ.). 6) η ιδιοκτησία Μ. Σ. του Ε. ως προς ολόκληρη την έκταση 7.663 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) σε αγροτεμάχιο στη θέση "... εκτάσεως 6.020 τ.μ. με κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004229 στο παρόν ακίνητο καταχωρήθηκε κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με ΚΑΕΚ 1004229 διότι δεν το ανέφερε η 27/25-7-2002 απόφαση Α/θμίου Επιτροπής, η οποία εκδίκασε (με παραπλανητική εισήγηση του Κ.) την 2983/22-11-2000 ένσταση. Η έκταση των 6,020 τ.μ. του ΚΑΕΚ 1004229 είναι καταπατημένη και ανήκει στην συνιδιοκτησία των εκ των μηνυτών αδελφών Δ. - Γ. και Α. Π. του Σ. ως ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 11.547 τ.μ.). 2) Η τρίτη ένορκη βεβαίωση (χρονικώς, προηγήθηκε σημειωτέον της άνω διορθωτικής (.../30-5-2001) προφανώς διότι τούτο εξυπηρετούσε στη συγκεκριμένη χρονική φάση (2001) της εξελικτικής πορείας (από το έτος 1999) της καλοστημένης επιχειρήσεως νοσφισμού των ξένων ακινήτων (μεθοδευμένης, διαρθρωμένης επιστημονικά κακουργηματικής απάτης). Έτσι, δια της αριθμ. .../29-12-2000 ενόρκου βεβαιώσεως υπό των γονέων του Κ. Ε. ότι ο υιός τους τυγχάνει δήθεν εξ εκτάκτου χρησικτησίας νομέας και κάτοχος επί μίαν 30ετία πέντε (5) ακινήτων (αγροτεμαχίων) εκτάσεως 1.450 στρεμμάτων ευρισκομένων στις κάτωθι ειδικές θέσεις της υπό κτηματογράφησιν περιοχής του ΟΤΑ ... με τα τοπωνύμια: α) "..." εκτάσεως 500.000 τ.μ. β) "..." εκτάσεως 300.000 τ.μ. γ) "..." εκτάσεως 50.000 τ.μ. δ) "..." εκτάσεως 300.000 τ.μ. ε) "..." εκτάσεως 300.000 τ.μ. Βάσει αυτής της ενόρκου βεβαιώσεως ο Ε. Κ.: 1) Δήλωσε ψευδώς ως δικό του, δήθεν "ακίνητο" του, εκτάσεως 300.000 τ.μ. στη θέση "..." ... και προσκόμισε αντίστοιχα, την υπ' αριθμ. .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Έτσι, επέτυχε δε να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά στοιχεία ως δικαιούχος δύο (2) ακινήτων αντί για ένα που ανέφερε η .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, τα οποία χωρίζει αγροτικός δρόμος που έγινε αμαξωτός εδώ και δεκαετίες. Το πρώτο "ακίνητο" που εφέρετο ως εκτάσεως 42.718 τ.μ. με αριθμό κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθμ. 1002095. Το δεύτερο "ακίνητο" φέρεται ως εκτάσεως 32.277 τ.μ. με αριθμό κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθμ. 1001007 με συνέπεια οι θιγμένες ιδιοκτησίες να έχουν ως εξής: ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΤΑΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ σε τετρ. μέτρα ΘΙΓΜΕΝΗ ΕΚΤΑΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ με την 6545/1-3-2001 δήλωση (Αποδοθέν ΚΑΕΚ 1001007 σε τετρ. Μέτρα) Συνιδιοκτησία Ε. και Γ. Α. του Α. 4.658 4.658 Γ. Α. το γένος Γ. Σ. 1.540 1.540 Π. Ν. του Α. 2.048 2.048 Π. Ν. του Α. 6.214 6.214 Έτσι, το σύνολο της θιγμένης εκτάσεως που αφορά το ΚΑΕΚ 1001007 είναι: 14.460 τ.μ. 2) Δήλωσε ψευδώς και εκπροθέσμως (μετά την Α' Ανάρτηση) δήθεν αγροτεμάχιο του εκτάσεως 500.000 τ.μ. στη θέση "..." ... με συνορίτες ανατολικά Ε. Κ., τον εαυτό του, δυτικά με ιδιοκτησία Μ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία "Π." και νότια με ιδιοκτησία Δ. Ν.. Προσκόμισε ως "αποδεικτικό κυριότητος" την υπ' αριθμ. .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας που υπέγραψαν οι υπέργηροι γονείς του και η οποία αναφέρει συνολικά 5 ακίνητα συνολικής εκτάσεως 1.450.000 τ.μ. Ο μελετητής του Κτηματολογίου (Κ.) μετά από "επεξεργασία" της εκπροθέσμου δηλώσεως τον ενέγραψε ως δικαιούχο στα στοιχεία της Β' Αναρτήσεως σε ακίνητο χορηγώντας του Κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ υπ' αριθμ. 250711004274, για έκταση 67.826 τ.μ. (13% της δηλωθείσης) εμφανίζοντας τον να συνορεύει με 13 ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών, όπως φαίνεται στο Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Μ. Κ. δεν του "προκύπτει" ως συνορίτης διότι τέτοιο ονοματεπώνυμο δεν υπάρχει στο χωριό, προφανώς αφού ο Μ. και ο Κ. είναι και τα δύο επώνυμα. "Π." επίσης δεν του "προκύπτει". Ο μόνος που του "προκύπτει" ως συνορίτης, απ' αυτούς που δήλωσε, είναι ο Δ. Ν., ο βοσκός της περιφέρειας, που έχει τη στάνη του εκεί κοντά και ο οποίος στη δήλωσή του στο Κτηματολόγιο δεν αναφέρει τον Κ. Ε. ως συνορίτη, ενώ συνορεύει όπως εμφανίζεται και στο Κτηματογραφικό Απόσπασμα σε μήκος 350 περίπου μέτρων με το συγκεκριμένο δήθεν ακίνητό του. Καθένας από τους συνορίτες που προέκυψαν κατά την Β' Ανάρτηση, στην δήθεν ιδιοκτησία των 67.826 τ.μ., δεν είχε δηλώσει στο Κτηματολόγιο τον Κ. Ε. ως όμορο. Μεταξύ των συνοριτών που "προέκυψαν", όπως αποτυπώνονται στον υπ' αριθμ. 01960-42300/5 με ημερομηνία συντάξεως Σεπτέμβριος 2002 Κτηματογραφικό Χάρτη Β' Αναρτήσεως ..., είναι και ο ίδιος ο Κ. Ε., ο οποίος εμφανίζεται να συνορεύει Βορειοανατολικά, σε μήκος 533 μέτρων, με άλλο δήθεν αγροτεμάχιο του εκτάσεως ως ήδη ελέχθη 120.608,301 τ.μ. Το ακίνητο αυτό, των 120.608,301 τ.μ. το είχε μεταβιβάσει, παρακρατώντας την ισόβιο επικαρπία, με 3 γονικές παροχές (..., ..., .../15-12-2001) στο μεσοδιάστημα μεταξύ Α' και Β' Αναρτήσεως, ως τρία τμήματα, στα 3 τέκνα του, αποδέκτης το καθένα τμήματος εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. με προσαρτημένο το από Μάιο του 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - συγκατηγορουμένου του και μελετητή Β. Κ.. Για την δήλωση αυτή ενεγράφη ως ιδιοκτήτης στα κτηματολογικά στοιχεία της Β' Αναρτήσεως ακίνητο εκτάσεως 67.826 τ.μ. με Κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως και ΚΑΕΚ 1004274. Εντός του δήθεν ακινήτου που απεικονίζεται με το άνω κτηματογραφικό Απόσπασμα με ΚΑΕΚ 1004274 και έκταση 67.826 τ.μ. περιλαμβάνονται 13 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) θιγμένων μηνυτών συνολικής εκτάσεως 64.508 τ.μ. οι οποίες περιγράφονται και είναι: 1) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.160 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 12.580 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 611 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.450 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Κ. Α. του Ε. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 5.138 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχε έκταση 10.787 τ.μ.). 4) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 6.028 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 8.600 τ.μ.) 5) Η με αριθ. 40 ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.173 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.071 τ.μ.). 6) Η ιδιοκτησία του Ν. Δ. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 33.749 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 75.356 τ.μ.). 7) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Α. ως προς τμήμα εκτάσεως 1.240 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 9.587 τ.μ.). 8) Η με αριθ. 53 ιδιοκτησία της Π. Ε. του Σ. ως προς ολόκληρη την έκταση 3.827 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. 9) Η ιδιοκτησία της Π. Σ. χήρας Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.086 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. 10) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.477 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 18.452 τ.μ.). 11) Η με αριθ. 78 ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 939 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.145 τ.μ.). 12) Η ιδιοκτησία του Σ. Σ. του Ε. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 3.574 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.800 τ.μ.). 13) Η ιδιοκτησία του Σ. Κ. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 906 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 7.256 τ.μ.). 3) Δήλωσε ψευδώς ως δικό του δήθεν αγροτεμάχιο στη θέση "...", εκτάσεως 300.000 τ.μ. και να συνορεύει: "ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Π. και νότια με ιδιοκτησία Ε. Κ.". Για την δήλωση αυτή καταχωρήθηκε ως δικαιούχος με δημόσια εγγραφή στο Κτηματολόγιο επί ακινήτου εκτάσεως 51.971 τ.μ. του χορηγήθηκε κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον Ειδικό Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 1004242. Εντός του δήθεν ακινήτου που απεικονίζεται με το άνω κτηματογραφικό απόσπασμα περιλαμβάνονται δέκα (10) καταπατημένες ιδιοκτησίες συνολικής εκτάσεως 14.609 τ.μ. ήτοι: 1) Η ιδιοκτησία του Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 354 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.234 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Κ. Κ. και Κ. Π. του Α. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 1.230 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 22 ιδιοκτησία έχει έκταση 6.367 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία του Κ. Α. του Ε. ως προς ολόκληρη την έκταση 3.439 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 4) Η ιδιοκτησία του Μ. Σ. του Δ. ως προς τμήμα Α 1.817 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.782 τ.μ.). 5) Η ιδιοκτησία του Λ. Γ. του Δ. ως προς ολόκληρη την έκταση 1.442 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 6) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 35 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.347 τ.μ.). 7) Η ιδιοκτησία του Π. Γ. του Ν. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.617 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.398 τ.μ.). 8) Η ιδιοκτησία του Π. Ν. του Γ. ως προς τμήμα εκτάσεως233 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.146 τ.μ). 9) Η ιδιοκτησία των κληρονόμων Π. Κ. του Δ., μηνυτής ο ίδιος στην αρχή-προκαταρκτική και μετά τον θάνατό του μηνύτρια είναι η σύζυγος του Α. που κατέθεσε στην Ανάκριση, ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.726 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 67 ιδιοκτησία έχει έκταση 2.485 τ.μ.). 10) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 94 τ.μ. και ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.722 τ.μ., δηλαδή σύνολο των 2 τμημάτων 1.816 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.271 τ.μ.). Στη συνέχεια, μετά τη Β' Ανάρτηση ο ανωτέρω Κ. Ε., κατάτμησε την πιο πάνω δήθεν ιδιοκτησία του εκτάσεως 51.971 τ.μ. σε 6 ακίνητα τα οποία και μεταβίβασε ανά 3, στους υιούς του Χ. και Κ.. Για την κατάτμηση - διάσπαση αυτή υπέβαλε ένσταση (αριθ. πρωτ. 10520/3-3-2003) προς την Β'βάθμια Επιτροπή του Κτηματολογίου. Για μεταβιβάσεις των 6 νέων "ακινήτων" που προέκυψαν με την κατάτμηση και έχουν συνολική έκταση 47.734,73 τ.μ. συνετάγησαν οι αριθ. .../8-9-2003 γονική παροχή 3 "αγροτεμάχια", τα οποία περιγράφονται με τον αριθ.4 εκτάσεως 26.423,15 τ.μ. με τον αριθμ. 5 εκτάσεως 1.919,38 τ.μ. και με τον αριθ.6 εκτάσεως 5.052,24 τ.μ. Ακολούθως ο Κ. Ε. μεταβίβασε στον υιό του Κ.: α) με την .../7-1-2003 γονική παροχή περιγραφέν 3° "αγροτεμάχιο", με έκταση 678,43 τ.μ. β) με την .../28-5-2003 γονική παροχή περιγραφέν 2° "αγροτεμάχιο", με έκταση 10.155,23 τ.μ. γ) με την .../13-4-2004 γονική παροχή "αγροτεμάχιο" με έκταση 5.814 τ.μ. 4) Δήλωσε ψευδώς μέσω του ειδικού εντύπου του "Δήλωση Εγγραπτέων Δικαιωμάτων" του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2308/1995, την οποία απεύθυνε προς τον ΟΚΧΕ, όπως και στις παρακάτω περιπτώσεις άλλωστε, και εκπροθέσμως μετά την Α' Ανάρτηση, ότι δήθεν τυγχάνει ιδιοκτήτης αγροτεμαχίου 50.000 τ.μ. ευρισκομένου στη θέση "..." ... με συνορίτες τον εαυτό του, δρόμους και την Σ. Ζ.. Προσκόμισε αντίστοιχα, ως "αποδεικτικό κυριότητος", την ανωτέρω (.../29-12-2000) ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας που υπέγραψαν οι συγκατηγορούμενοι γονείς του και η οποία αναφέρει συνολικά 5 ακίνητα συνολικής εκτάσεως 1.450.000 τ.μ. Χωρίς να αναμένει την Β' Ανάρτηση, η οποία έγινε από μέσα Δεκεμβρίου 2002 έως μέσα Φεβρουαρίου 2003, μεταβίβασε το δήθεν προαναφερόμενο δηλωθέν ακίνητό του αναφέροντας ως θέση "...", έκταση 41.869,17 τ.μ., με την .../18-9-2002 γονική παροχή στον υιό του Κ., - προσαρτώντας το από μηνός Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου του μελετητή Β. Κ.. Στην .../18.9.2002 γονική παροχή και στο προσαρτώμενο τοπογραφικό δεν εμφανίζεται η μία και μόνη συνορίτης Σ. Ζ. η οποία, δια της υπ' αριθμ. 1349/5-10-1999 δηλώσεώς του προς το Κτηματολόγιο, προσκομίζοντας την 364/4-11-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου εδήλωσε ως συνορίτες της α) τον Δ. Λ., ο υιός του οποίου Γ. Λ. μήνυσε τους εμπλεκόμενους στην παρούσα υπόθεση, β) την εν ζωή τότε Α. Ε., τα τέκνα της οποίας, Γ. και Χ., μήνυσαν με τη σειρά τους εμπλεκόμενους της παρούσης υποθέσεως και γ) τον Δ. Σ.. Δηλαδή δήλωσε αγροτεμάχιό του, με έκταση 50 στρέμματα, με περίμετρο συνόρων πάνω από χιλιόμετρο και εγνώριζε μόνο μία συνορίτη την Σ. Ζ.. Στην αναφερομένη γονική παροχή και στο προσαρτώμενό της τοπογραφικό αναφέρονται 9 όμορες ιδιοκτησίες. Στα κτηματολογικά στοιχεία της Β' Αναρτήσεως ενεγράφη ως δικαιούχος αντιστοίχως της δηλώσεως του αυτής και του χορηγήθηκε μάλιστα, Κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 250711004276 επιφανείας 41.858 τ.μ. φερόμενος να συνορεύει με δώδεκα όμορες ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών. Οι γνωστοί ιδιοκτήτες δεν είχαν αναφέρει στο Κτηματολόγιο συνορίτη τον Κ. Ε.. Εντός του άνω δήθεν ακινήτου που απεικονίζεται το προαναφερθέν κτηματογραφικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ 1004276 περιλαμβάνονται 5 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) "θιγμένων" μηνυτών συνολικής εκτάσεως 19.898 τ.μ. ήτοι: 1) Η ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 673 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.022 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία των αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 3.746 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.676 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία της Π. Σ. χήρας Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 5.792 τ.μ. της ιδιοκτησίας της. 4) Η ιδιοκτησία του Σ. Δ. του Σ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 3.455 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 5.271 τ.μ.). 5) Η ιδιοκτησία του Σ. Π. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.232 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 5) Δήλωσε ψευδώς και εκπροθέσμως, όπως και στις λοιπές των περιπτώσεων, ως δικό του δήθεν "ακίνητο" εκτάσεως 300.000 τ.μ. στη θέση "..." ... και προσκόμισε αντιστοίχως την άνω αριθ. .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας των γονέων του. Το "ακίνητο" αυτό, ο Ε. Κ., το δήλωσε να συνορεύει: "ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Κ. (του ιδίου), βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Α. Κ.". Το "αγροτεμάχιο" εκτάσεως 300.000 τ.μ., που εδήλωσε ο Ε. Κ., με την 6545/1-3-2001 εκπρόθεσμη δήλωση, είναι όμορο (κατά δήλωση του) και συνεχόμενο με αγροτεμάχιο του ιδίου, με έκταση 5.000 τ.μ., το οποίο είχε δηλώσει αρχικά ο ίδιος ο Κ. Ε. με την 1207/5-10-1999 δήλωση του (ΚΑΕΚ 1903074). Στο ακίνητο αυτό καταχωρήθηκε κατά την Β' Ανάρτηση ως ιδιοκτήτης εκτάσεως 103.130 τ.μ. του χορηγήθηκε Κτηματογραφικό Απόσπασμα με τον ειδικό ΚΑΕΚ 1903064, φερόμενο να συνορεύει με 30 ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων και όχι μόνο με 3 που είχε αναφέρει - δηλώσει ο Κ. Ε.. Όμως, κανένας όμορος ιδιοκτήτης του ΚΑΕΚ 1903064 που του χορηγήθηκε, δεν είχε αναφέρει αυτόν (Ε. Κ.) ως συνορίτη στο Κτηματολόγιο στη θέση αυτή. Εντός του δήθεν ακινήτου που απεικονίζεται με το κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1903064 με έκταση 103.130 τ.μ. περιλαμβάνονται 14 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) θιγμένων μηνυτών συνολικής εκτάσεως 78.875 τ.μ. ήτοι: 1) Η ιδιοκτησία (είναι δύο συνεχόμενες) Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα εκτάσεως 9.818 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 11.731 τ.μ.). 2) Η ιδιοκτησία Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Γ εκτάσεως 183 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 3.907 τ.μ.). 3) Η ιδιοκτησία Φ. Α. του Χ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 493 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 1.153 τ.μ.). 4) Η ιδιοκτησία Β. Δ. του Μ. ως προς ολόκληρη την έκταση 9.714 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 5) Η ιδιοκτησία Β. Π.-Π. του Α. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.639 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.335 τ.μ.). 6) Η ιδιοκτησία Γ. Α. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 3.679 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 7) Η ιδιοκτησία Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 12.272 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 8) Η ιδιοκτησία Κ. Δ. του Α. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 10.624 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.839 τ.μ.). 9) Η ιδιοκτησία Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.105 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 10) Η ιδιοκτησία Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.381 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 11) Η με αριθ. 34 ιδιοκτησία Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 6.547 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 12) Η με αριθ. 37 ιδιοκτησία Κ. Δ. του Α. ως προς ολόκληρη την έκταση 4.066 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 13) Η με αριθ. 47 ιδιοκτησία Π. Δ. του Γ. ως προς ολόκληρη την έκταση 5.793 τ.μ. της ιδιοκτησίας του. 14) Η με αριθ. 82 ιδιοκτησία Φ.-Α. Β. του Σ. ως προς τμήμα Β εκτάσεως 2.561 τ.μ. (ολόκληρη η με αριθ. 82 ιδιοκτησία έχει έκταση 4.595 τ.μ). 6) Δήλωσε ψευδώς και εκπροθέσμως (μετά την Α' Ανάρτηση), ως δικό του δήθεν "ακίνητο" εκτάσεως 2.400 τ.μ. χωρίς να αναφέρει στις αντίστοιχες στήλες του εντύπου του Κτηματολογίου (φόρμες), τοπωνύμιο αγροτεμαχίου και προσδιορισμό θέσεως (συνορίτες) και προσκόμισε αντιστοίχως την υπ' αριθ. .../29-12-2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Η υπ' αριθ. .../29-12-2000 ψευδής ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας, δεν αναφέρει πουθενά αγροτεμάχιο 2.100 τ.μ. (ή έστω 2.000 τ.μ. ή άλλη μικρή έκταση) αλλά αναφέρει 5 ακίνητα συνολικής εκτάσεως 1.450.000 τ.μ. τα οποία ως προς θέση και εμβαδόν είναι: 1) Αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 500.000 τ.μ. 2) Αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 300.000 τ.μ. 3) Αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 50.000 τ.μ. 4) Αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 300.000 τ.μ. 5) Αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 300.000 τ.μ. Στα κτηματολογικά στοιχεία της Β' Αναρτήσεως (πίνακες και διαγράμματα) καταχωρήθηκε "ελέω" Β. Κ. όπως πάντα, ως ιδιοκτήτης δήθεν, ακινήτου εκτάσεως 2.134 τ.μ. στη θέση "..." ..., (ενώ η δήλωση του δεν ανέφερε θέση) του χορηγήθηκε κτηματογραφικό Απόσπασμα με τον ειδικό ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1004283 και συνορίτες τον εαυτό του και την, εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησία των Ε., Μ. και Χ. Θ. του Σ. με ΚΑΕΚ 1004098. Στη στήλη των παρατηρήσεων του κτηματογραφικού αποσπάσματος ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1004283, το οποίο απέδωσαν αυθαίρετα στον Ε. Κ., αναφέρουν: "ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ Η ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ .../29-12-00 ΤΗΣ ΣΥΜΒ/ΦΟΥ ΑΡΓ/ΛΙΟΥ Σ. Τ.". Δηλαδή ο 2ος συγκατηγορούμενός του (Β.Κ.) στη Κτηματογράφηση αντιστοίχισε και "ταυτοποίησε" το δήθεν αγροτεμάχιο του Ε. Κ. με έκταση 2.134 τ.μ. χωρίς να το έχει εκείνος δηλώσει στην δήλωσή του με τοπωνύμιο και συνορίτες σε ένα αγροτεμάχιο (ανύπαρκτο) κατά την .../2000 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Οι Ε. Μ. και Χ. Θ. του Σ., συνιδιοκτήτες του ακινήτου με ΚΑΕΚ 1004098 το οποίο συνορεύει με το "ακίνητο" με ΚΑΕΚ 1004283 που απεδόθη αυθαιρέτως κατά την κτηματογράφηση στον Ε. Κ. δεν αναφέρουν στην υπ' αριθ. 881/30-9-1999 δήλωσή τους Βόρεια ως όμορο ιδιοκτήτη τον Ε. Κ., αλλά αναφέρουν ότι συνορεύουν: "Βόρεια με ιδιοκτησία Φ. Α.", οι υιοί του οποίου Γ. και Χ. Α. μήνυσαν τους εμπλεκόμενους της παρούσης υποθέσεως. Το δήθεν ακίνητό του που απεικονίζεται στο κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004283 με έκταση 2.134 τ. μ. περιλαμβάνονται 2 καταπατημένες ιδιοκτησίες (ή τμήματα καταπατημένων ιδιοκτησιών) θιγμένων μηνυτών συνολικής εκτάσεως 2.159 τ.μ. ήτοι: 1) Η ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 1.230 τ.μ. (ολόκληρη αυτή η ιδιοκτησία έχει έκταση 10.022 τ.μ.). 2) Η συνιδιοκτησία αδελφών Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. ως προς τμήμα Α εκτάσεως 929 τ.μ. (ολόκληρη η ιδιοκτησία έχει έκταση 4.676 τ.μ.). Έτσι, δια της ανωτέρω 6545/1-3-2001 δηλώσεως (ψευδούς και εκπροθέσμου) εδήλωσε ο 1ος κατηγορούμενος συνολική έκταση 1.452.100 τ.μ. (1.450.000 τ.μ. όπως ανέφερε η .../29-12-2000 ένορκη βεβαίωση και 2.100 που δεν ανέφερε η .../29-12-2000 ένορκη βεβαίωση) και καταχωρήθηκε στην Β' Ανάρτηση ως ιδιοκτήτης 339.780 τ.μ. πλην μηνυτές υπάρχουν για τα 297.062 τ.μ. και μαζί με τα 2.134 τ.μ. που του απεδόθησαν χωρίς να αναφέρει η .../29-12-2000 ένορκη βεβαίωση, προκύπτει συνολικώς καταπατηθείσα έκταση 299.196 τ.μ. επιφανείας. 3) Η τετάρτη ένορκη βεβαίωση με αριθμό .../15-1-2001 δια της οποίας βεβαίωσαν ενόρκως ο Κ. Κ. του Ε. και Α. και η Α. σύζυγος Κ. Κ. το γένος Δ. και Ε. Λ. (γονείς του 1ου κατ/νου) τον φέρουν ως ιδιοκτήτη, εξ εκτάκτου χρησικτησίας, τριών αγροτεμαχίων συνολικής εμβαδικής επιφανείας 510 στρεμμάτων ευρισκομένων στις ειδικές θέσεις (τοπωνύμια), της κτηματογραφούμενης περιοχής και δη στα: α) "..." εκτάσεως 10.000 τ.μ. δεν αφορά την υπόθεση μας γιατί εδώ δεν υπάρχουν γι' αυτό μηνυτές. β) "... - ..." εκτάσεως 250.000 τ.μ. και γ) "... - ..." εκτάσεως 250.000 τ.μ. Βάσει αυτής της ενόρκου βεβαιώσεως ο Ε. Κ.: 1) Με την 6542/28-2-2001 ψευδή εκπρόθεσμη δήλωσή του, εκτός των άλλων, δήλωσε ως δικό του δήθεν "ακίνητό" του εκτάσεως 250.000 τ.μ. στη θέση "... - ..." ... και προσκόμισε αντιστοίχως την άνω αριθ. .../15-1-2001 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Το "ακίνητό" του, ο Κ. Ε., το δήλωσε να συνορεύει: "ανατολικά και δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Β. και με αγροτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Ε. Κ. (του ιδίου)". Το "αγροτεμάχιο" αυτό, εκτάσεως 250.000 τ.μ., που δήλωσε με την 6542/28-2-2001 εκπρόθεσμη δήλωση, είναι όμορο (κατά δήλωσή του) και συνεχόμενο με αγροτεμάχιο του ιδίου, με έκταση 16.000 τ.μ., το οποίο είχε δηλώσει αρχικά ο ίδιος με την 1207/5-10-1999 δήλωση του (ΚΑΕΚ 1003039). Στα κτηματολογικά στοιχεία της Β' Αναρτήσεως καταχωρήθηκε ως δικαιούχος ακινήτου δήθεν ιδιοκτησίας του επιφανείας 178.777 τ.μ. στη θέση "..." και του χορηγήθηκε Κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ειδικό Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) 1003040 φέρεται δε να συνορεύει όπως δείχνει ο πίνακας όμορων ιδιοκτησιών του κτηματογραφικού αποσπάσματος με είκοσι δύο (22) ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων και όχι μόνο με 2 που είχε αναφέρει - δηλώσει ο ίδιος. Όμως, κανένας όμορος ιδιοκτήτης του ΚΑΕΚ 1003040, που χορηγήθηκε σ' αυτόν (Κ.), δεν είχε αναφέρει τον Ε. Κ. ως συνορίτη στο Κτηματολόγιο στη θέση αυτή. Ούτε ο ίδιος ο Ε. Κ. στην αρχική του δήλωση, ούτε και ο Α. Β., που ήταν ο μόνος τον οποίο έφερε συνορίτη του ο Ε.Κ., ο Ε. Κ., είχαν αναφέρει συνορίτη αυτόν (Ε. Κ.). Έτσι, δεν τον αναφέρουν συνορίτη, ο Α. Β. - ΚΑΕΚ 1003053, δήλωση 1807/5-10-1990 με προσκόμιση της 383/9-11-1999 ενόρκου βεβαιώσεως χρησικτησίας Ειρηνοδικείου Αργοστολίου και ο αδελφός του Σ. Β. - ΚΑΕΚ 1003054, δήλωση 1778/5-10-1990 με προσκόμιση της 380/9-11-1999 ενόρκου βεβαιώσεως χρησικτησίας Ειρηνοδικείου Αργοστολίου. Οι θιγμένες ιδιοκτησίες περιγράφονται αναλυτικώς, εν είδει πίνακος. Α/Α ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΤΑΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ σε τετρ. Μέτρα ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΤΑΠΑΤΗ-ΘΕΙΣΑ ΕΚΤΑΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ σε τετρ. Μέτρα 1 Α. Ά. του Σ. 6.966 6246 2 Κληρονόμοι Β. Δ. του Θ. 8.313 8.313 3 Γ. Ά. του Γ. 7.678 7.678 4 Κ. Κ. και Κ. Π. του Α.5.115 5.115 5 Κ. Α. του Ε. 3-977 3.977 6 Κ. Δ. του Α. 9.774 9.774 7 Κ. Ε. του Α. 2.960 2.378 8 Κ. Δ. του Α. 4.332 4.332 9 Λ. Γ. του Ι. 7.473 834 10 Λ. Π. και Λ. Σ. του Η. 1.205 1.205 11 Π.-Π. Ι. χήρα Μ. 4.360 1.489 12 Π. Γ. του Ν. 4.582 4.582 13 Κληρονόμοι Π. Γ. του Ν. 13.205 13.205 14 Π. Γ. του Ν. 2.947 1.517 15 Π. Δ. του Χ. 1.512 1.512 16 Π. Δ. του Γ. 1.336 1.336 17 Π. Δ. του Γ. 8.591 8.591 18 Π. Ε.-Σ. του Γ. 5.022 5.022 Έτσι το σύνολο της θιγμένης εκτάσεως που αφορά το με ΚΑΕΚ 1003040 γεωτεμάχιο είναι: 84.177 τ.μ. 2) Με την αυτήν ως άνω ψευδή και εκπρόθεσμη δήλωση του (6542/2002), δήλωσε ως δικό του δήθεν "ακίνητό" του, εκτάσεως 250.000 τ.μ. στη θέση "... - ..." ... και προσκόμισε αντιστοίχως την υπ' αριθ. .../15-1-2001 ψευδή ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας. Έτσι το δήθεν αγροτεμάχιό του, το δήλωσε με έκταση 250.000 τ.μ. στη θέση "... - ...", με συνορίτη μόνο τον εαυτό του και δρόμους. Κατά την επεξεργασία κτηματογραφήσεως, του απέδωσαν ως δικό του ακίνητο, εκτάσεως 18.416 τ.μ., στη θέση "...", σε άλλο βουνό, με άλλους συνορίτες. Συγκεκριμένα ο μελετητής της κτηματογραφήσεως Β.Κ. του απέδωσε στη Β' Ανάρτηση, ακίνητο με Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ) υπ' αριθ. 250711004278, με έκταση 18.416 τ.μ., (8% της δηλωθείσης) στη θέση "..." και να συνορεύει με 7 ιδιοκτησίες γνωστών και αγνώστων ιδιοκτητών μεταξύ των οποίων και με την οικογένεια Κ.. Κανένας από τους συνορίτες που του προέκυψαν κατά την Β' Ανάρτηση του Κτηματολογίου, ούτε ο ίδιος ο Κ. Ε., είχαν αναφέρει στο Κτηματολόγιο τον Κ. Ε. ως συνορίτη. Στο ακίνητο που καταχωρήθηκε μεταξύ των ομόρων ιδιοκτητών όπως αυτοί αποτυπώνονται στο υπ' αριθ. 1004278 Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ) είναι και ο ίδιος ο Κ. Ε., ο οποίος εμφανίζεται να συνορεύει Βορειοανατολικά με άλλο δήθεν αγροτεμάχιο του με κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως υπ' αριθ. 1004232. Το όμορο αυτό αγροτεμάχιο το είχε μεταβιβάσει κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της Α' και Β' Αναρτήσεως, με την .../15-12-2001 γονική παροχή στον υιό του Κων/νο με προσαρτώμενο το από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου του τοπογράφου μελετητή Β. Κ., χωρίς όμως να είχε αναφέρει τον εαυτό του ως συνορίτη. Συγκεκριμένα όπως περιγράφεται στην ως άνω γονική παροχή και στο προσαρτώμενο της τοπογραφικό τα 2 δήθεν ακίνητα του (με ΚΑΕΚ 1004278 και 1004232) εφάπτονται στις πλευρές: εν μέρει στην πλευρά Α85-Α86, στην πλευρά Α86-Α87, εν μέρει στην πλευρά Α87-Α88, και στην πλευρά Α88-Α89 σε συνολικό μήκος 154,68 μέτρων και ο ίδιος ο Κ. Ε. δεν είχε αναφέρει στην γονική παροχή και στο προσαρτώμενό της τοπογραφικό τον εαυτό του συνορίτη. Την ως άνω γονική παροχή και το τοπογραφικό τα είχε καταθέσει ο Κ. Ε. στο Κτηματολόγιο με την 7287/2-1-2001 δήλωσή του, όπως προκύπτει από το αντίστοιχο Κτηματογραφικό Απόσπασμα. Παρόλα αυτά, ο μη εκκαλών - κατηγορούμενος Β. Κ. μελετητής κτηματογραφήσεως κατά την επεξεργασία της συντάξεως του Κτηματογραφικού Χάρτη Β' Αναρτήσεως και ενώ είχαν επίσημα για ένα σχεδόν χρόνο (από 2-1-2002 με την 7287 δήλωση έως Σεπτέμβριο 2002 που συνέταξαν και μέσα Δεκεμβρίου που ανάρτησαν τον 01960 - 42300/5 Κτηματογραφικό Χάρτη) το από Μάιο 2001 τοπογραφικό του ιδίου μελετητή και την .../15-12-2001 γονική παροχή που αποδείκνυαν ότι δεν συνόρευαν τα 2 ακίνητα, εν τούτοις αυτοί τα "ένωσαν", τα εμφάνισαν ως όμορα, τα δύο δήθεν ακίνητα του Κ. Ε.. Συνόρεψαν το α) ακίνητο με έκταση 18.416 τ.μ. και με ΚΑΕΚ 1004278 και το β) ακίνητο εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. (τμήμα του ενιαίου 120.608,301 τ.μ. σύμφωνα με την .../15-12-2001 γονική παροχή) και με ΚΑΕΚ 1004232 στο οποίο φέρεται εκτάσεως 42.052 τ.μ. Τα "ένωσαν" ενώ ο ίδιος ο Κ. Ε. με την 7287/2-1-2002 δήλωσή του στο Κτηματολόγιο, προσκομίζοντας την προαναφερόμενη γονική παροχή και το προσαρτώμενό της τοπογραφικό, ομολογούσε ότι δεν συνορεύουν τα 2 δήθεν αγροτεμάχια του και ο ίδιος ο μελετητής Β.Κ. το γνώριζε, αφού δικό του ήταν το τοπογραφικό. Έτσι εμφανίσθηκε κατά τη Β' Ανάρτηση ο Κ. Ε. ως ιδιοκτήτης ακινήτου με ΚΑΕΚ 250711004278 και με έκταση 18.416 τ.μ., το οποίο δεν αντιστοιχίζεται δεν "ταυτοποιείται" με το δηλωθέν ακίνητο, διότι: Ως προς το εμβαδόν: Από 250 στρέμματα που το είχε δηλώσει του απέδωσαν 18,5 στρέμματα, δηλαδή 8% περίπου της δηλωθείσης εκτάσεως. Ως προς τη θέση: Από τη θέση "... - ..." στην οποία δήλωσε το ακίνητο, του το απέδωσαν στη θέση "..." σε άλλο βουνό. Ως προς τους συνορίτες: Ενώ είχε δηλώσει ένα μόνο συνορίτη -τον εαυτό του- και δρόμους, του προέκυψαν, εκεί που του απέδωσαν το δήθεν ακίνητο του, 6 γνωστοί και άγνωστοι (αδήλωτοι) συνορίτες σύμφωνα με το κτηματογραφικό απόσπασμα. Κανένας συνορίτης, ούτε ο ίδιος ο Κ. Ε. είχαν δηλώσει στο Κτηματολόγιο συνορίτη τον Κ. Ε.. Κανένας δεν τον αναγνώριζε συνορίτη - ιδιοκτήτη στη θέση αυτή. Ακολούθως προέβη στην .../3-11-2004 διορθωτική πράξη, με την οποία διόρθωσε την 5659/15-12-2001 γονική παροχή και προσήρτησε το από Μάρτιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., παραποιημένο όμως χειρογράφως σε 12 σημεία. Με την παραποίηση αυτή, κατήργησε γνωστούς και αγνώστους ιδιοκτήτες που ο ίδιος είχε αναφέρει - ομολογήσει στην αρχική .../15-12-2001 γονική παροχή και στο προσαρτώμενο της τοπογραφικό, κατήργησε και τον αγροτικό δόμο της περιοχής που ο ίδιος είχε αποτυπώσει και στις θέσεις τους εμφάνισε τον εαυτό του. Οι θιγμένες ιδιοκτησίες ανήκαν στους: ΟΝΟΜΑΤΕΠΏΝΥΜΟ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΤΑΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΘΙΓΜΕΝΗ ΕΚΤΑΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ σε τετρ.μέτρα Α. Φ. του Χ. 3.766 93 Συνιδιοκτησία Α. Β. και Β. Π. 1.711 1.711 Π. Ν. του Α. 9.587 9587 Π. Γ. του Ν. 2.842 2.842 Π. Α. του Γ. 2.044 2.044 Έτσι το σύνολο της θιγμένης εκτάσεως που αφορά το με τον ειδικό ΚΑΕΚ 1004278 γεωτεμάχιο είναι: 15.036 τ.μ. Εκ της ως άνω συστηματικής και επί σειράν ετών υποβοηθητικώς (συναυτουργικής) δράσεώς τους, η οποία προϋπήρξε χρονικώς της δράσεως του υιού τους (με ψευδείς δηλώσεις εγγραπτέων δικαιωμάτων) προς τον ΟΚΧΕ μέσω του ιδιωτικού μελετητικού γραφείου της αναδόχου εταιρίας του έργου κτηματογραφήσεως του ΟΤΑ ..., τις οποίες καθ' υπόδειξιν και κατά συμπαιγνία μετά του μελετητή - τοπογράφου της κτηματογραφήσεως Β. Κ. υπέβαλλε εκπροθέσμως (μετά την Α' Ανάρτηση) και της απατηλής εξακολουθητικής συμπεριφοράς του, δι' εξαπατήσεως των αρμοδίων της κτηματογραφήσεως οργάνων επέτυχε να εγγραφεί στα κτηματολογικά στοιχεία της βάσεως δεδομένων της Β' Αναρτήσεως ως δικαιούχος δήθεν, ανύπαρκτων δικαιωμάτων κυριότητος επί γεωτεμαχίων ανηκόντων σε τρίτους (μηνυτές) με αποτέλεσμα, την επαύξηση της οικονομικής αξίας της ιδίας αυτού (ωφελουμένου παρανόμου) ακινήτου περιουσίας προς βλάβη (μείωση αντίστοιχα) της περιουσίας (ακινήτου) των μηνυτών, ως αληθών φορέων δικαιωμάτων κυριότητος, τα οποία εδηλώθησαν ψευδώς υπό του Ε. Κ., επί των ακινήτων τους (κτηματογραφούμενων) ίση, προς την αγοραία αξία τούτων (ακινήτων) η οποία παρίσταται αμφισβητούμενη αποκτούμενης δικαστικής δαπάνης προς αποκατάστασιν της κυριότητος τους. Οι άνω κατηγορούμενοι (γονείς του Ε. Κ.) ως εκ της μακράς και συστηματικής κοινής δράσεως τους και των εν γένει συνθηκών υπό τις οποίες συνέδραμαν αποφασιστικά στον υιό τους ηθελημένα και με επίγνωση ότι χωρίς τις προηγούμενες δικές τους ένορκες βεβαιώσεις χρησικτησίας του συμβολαιογραφικού τύπου περιβεβλημένες, δεν θα επιχειρούσε αυτός την παραπλάνηση (καθόν τρόπο εξετέθη) των αρμοδίων οργάνων του ΟΚΧΕ, καταδεικνύουν ότι ως προσωπικότητες έχουν έμφυτη τάση (ροπή) προς την τέλεση της εκ μέρους τους περιγραφείσης πράξεως την οποία από κοινού πραγμάτωσαν, με βούληση συνδρομής στην υπό του υιού τους διαπραχθείσα κακουργηματική απάτη την οποία και εκείνος, μετήλθε εξακολουθητικώς, και με σκοπό, προσκτήσεως σταθερού, βιοποριστικού εισοδήματος παρότι εγνώριζαν ότι αυτός ενεργούσε τοιουτοτρόπως (απατηλώς). Πλέον, συγκεκριμένως η ζημία (συνολική) η οποία προξένησε εν γνώσει τους ο γιος τους στους μηνυτές στα πλαίσια της μεθοδευμένα προσχεδιασμένης κοινής δράσεώς του μετά του συγκατηγορουμένου, με βάση τις άνω ένορκες βεβαιώσεις των ιδίων και τις ψευδείς εκπρόθεσμες δηλώσεις του περί εγγραπτέων δικαιωμάτων προς τον ΟΚΧΕ κατ' άρθρον 2 παρ.5 και 2 παρ. 8 του Ν. 2308/1995 ως αναλυτικώς εκτίθεται κατωτέρω λαμβανομένου υπ' όψιν ότι η αγοραία αξία ανά στρέμμα των καταπατηθεισών εκτάσεων, ανέρχεται σε 1.500 Ευρώ κατά μέσον όρον έχει δε ως εξής: Α) Βάσει της αριθμ. .../3-6-1999 και της διορθωτικής αυτής αριθμ. .../30-5-2001 ενόρκου βεβαιώσεως σε συνδυασμό με τις αριθμ. 1207/5-10-1999 και 7287/2-1-2002 ψευδών δηλώσεων του υιού τους συνολικά καταπατήθηκε έκταση α) 18.801 τ.μ. (αφορά το γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 1004231), β) 30.172 τ.μ. (αφορά το γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 1004230), γ) 28.714 τ.μ. που αφορά το γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 1004232 και δ) 6.016 τ.μ. που αφορά το γεωτεμάχιο με τον ΚΑΕΚ 1004229. Η δε συνολική ζημία ανέρχεται σε (30.172 τ.μ. + 18.801 τ.μ. + 28.714 τ.μ. + 6.020 τ.μ.)= 83.707 τ.μ. ή 83,707 στρέμματα Χ 1500 Ευρώ= μέσο όρο το στρέμμα= 125.500 ευρώ η συνολική ζημία. Β) Βάσει της αριθμ. .../15-1-2001 ενόρκου βεβαιώσεως σε συνδυασμό με την αριθμ. 6542/28-2-2001 δήλωση (ψευδή και εκπρόθεσμη) του Ε. Κ. καταπατήθηκε έκταση (84.177 τ.μ. + 15.036 τ.μ. = 99.213 τ.μ. ή (99,213 στρέμματα Χ 1500 ευρώ ανά στρέμμα) = 148.819,5 ευρώ η συνολική ζημία. Γ) Βάσει της υπ' αριθμ. .../29-12-2000 ενόρκου βεβαιώσεως σε συνδυασμό με την αριθμ. 6545/1-3-2001 ψευδή εκπρόθεσμη δήλωση του άρθρου 2 παρ. 5, 8 Ν. 2308/1995 του υιού τους Ε. Κ. καταπατήθηκε έκταση συνολικής επιφανείας (14.460 τ.μ. + 67.826 τ.μ. + 19.898 τ.μ. + 78.875 τ.μ. + 14.609 = 181.059 τ.μ. ή 181,059 στρεμμάτων χ 1500 ευρώ μέσο όρο ανά στρέμμα = 271.588,5 ευρώ η συνολική ζημία. Τα ονοματεπώνυμα των ιδιοκτητών και των καθ' εκάστου τμημάτων των ακινήτων τους (θιγμένες ιδιοκτησίες) έχουν ήδη πιο πάνω λεπτομερώς εκτεθεί εν είδει πίνακος για κάθε περίπτωση ενόρκου βεβαιώσεως (ψευδούς) και τοιαύτης (ψευδούς) δηλώσεως κατ' αρθρ. 2 παρ. 5, 8 Ν. 2308/1995 Ε. Κ.. Περαιτέρω, εις ότι αφορά την δράση της δευτέρας εκκαλούσης συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σ. Τ. του Ε. η οποία διατηρεί ιδιόκτητο συμβολαιογραφείο το οποίο στεγάζεται στον πρώτο όροφο της επί της οδού ... κειμένης οικοδομής αυτής, κατόπιν συναποφάσεώς της μετά των συγκατηγορουμένων της (εκ των υστέρων ή ευθύς εξ' αρχής ως εκείνοι επινόησαν την καλοοργανωμένη επιχείρηση της παρούσης πολύπλοκου υποθέσεως κακουργηματικής απάτης ηθελημένως ή αποδεχόμενη την πραγμάτωση αυτής δρώντας, ταυτόχρονα ή συνήθως διαδοχικά, με επί μέρους πράξεις της (ενέργειες), συγκλίνουσες, με εκείνες των συμμετόχων της επιδιώκοντας ηθελημένα και με πλήρη γνώση της ή τουλάχιστον έχοντας προβλέψει, ως εκ της εμπειρίας των γνώσεων της νομικής καταρτίσεως και της επαγγελματικής θέσεως και, με πιθανολόγηση υψηλή, εγγίζουσα τα όρια της βεβαιότητος ότι οι συγκατηγορούμενοί της, μετήρχοντο απατηλών ενεργειών επιδιώκοντας όπως δι' αυτών, προσπορισθούν ή ο ένας ή και οι δύο παράνομο περιουσιακό όφελος, δια βλάβης τρίτων, χωρίς καθόλου να λάβει υπόψιν της την ως άνω πιθανολόγηση, την ενσυνείδητη δηλαδή, παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος το οποίο, μολονότι προείδε ότι ήταν δυνατό να συμπραγματώνεται και υπό της ιδίας, προχώρησε στις κάτωθι περιγραφόμενες πράξεις της και μάλιστα, εξακολουθητικά, κατ' επανάληψιν και κατά σύστημα, εις τρόπον ώστε να αναδύεται εξ' αυτών έμφυτη τάση της για παρομοίου είδους απατηλή συμπεριφορά, προς τον σκοπόν να προσκομίσει, ο κυρίως οφελούμενος εξ' αυτής εντολέας της Κ. Ε. αλλά και η ιδία, με τη σειρά της παντοειδή ανταλλάγματα ή υποσχέσεις αυτού, περί μελλοντικών ανταλλαγμάτων (παροχών του προς αυτήν) με οικονομικό αντίκρυσμα (επαύξηση του ενεργητικού της περιουσίας της) δια βλάβης τρίτων. Η εν λόγω εκκαλούσα, συντάσσει όλα (είκοσι οκτώ [28] εν συνόλω) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα (ένορκες βεβαιώσεις, γονικές παροχές, διορθώσεις γονικών παροχών, δωρεές, προσύμφωνο αγοραπωλησίας, πράξεις πληρεξουσιότητος, συμβόλαιο αγοραπωλησίας της οικογενείας του συγκατηγορουμένου της, ενήργησε ηθελημένως, καθότι εκ της επιστημονικής γνώσεως της επαγγελματικής εμπειρίας και της νομικής καταρτίσεώς της, ήταν σε θέση να αντιληφθεί (διαγνώσει), τις εμφανείς ανακολουθίες τις απαλείψεις ομόρων ιδιοκτησιών τις οποίες η ιδία είχε αναφέρει σε προηγούμενες συμβολαιογραφικές της πράξεις, με τους συμβαλλομένους δεχόμενη να προσαρτήσει σε αυτά α) "μουντζουρωμένα" τοπογραφικά διαγράμματα τα οποία κατήρτισε ο (συγκατηγορούμενός της τοπογράφος - αγρονόμος Κ., χωρίς καμιά έστω και στοιχειώδη αντιστοίχηση των εις τα συμβόλαια των αναγραφομένων και των επί των τοπογραφικών αυτών αποτυπωθέντων πλευρικών διαστάσεων, εμβαδικής επιφανείας, ορίων, ή και αποστάσεων μεταξύ ακινήτων, β) Κτηματογραφικά Αποσπάσματα απαραίτητα, όπως άριστα εγνώριζε, κατ' αρθρ. 5 παρ.1, 2 του Ν. 2308/1995 προκειμένου να συνταχθούν οι εμπράγματες δικαιοπραξίες (κυρίως γονικές παροχές) περιβεβλημένες τον συμβολαιογραφικόν τύπον με σκοπό να περιποιήσει παράνομο περιουσιακό όφελος και στον εαυτό της αλλά στον εντολέα της Ε. Κ. και δι' αυτού στα μέλη της οικογενείας του. Έτσι, προέβη στην σύνταξη α) Πράξεων ενόρκων βεβαιώσεων (τεσσάρων) γνωρίζοντας ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν από τον Ε. Κ. στο Κτηματολόγιο ως "αποδεικτικό της δήθεν κυριότητός του" επί των δηλουμένων ως ιδίων ξένων (καταπατηθέντων) γεωτεμαχίων της κτηματογραφούμενης περιοχής ... . Δι' αυτών, εφέρετο ο 1ος εκκαλών πάντοτε, δυνάμει των προσόντων της εκτάκτου χρησικτησίας ήτοι δια πρωτοτύπου τρόπου κτήτορας ακινήτου περιουσίας, υπερπλασίας εκείνης την οποία αρχικά δυνάμει της αριθμ. 1207/5-10-1999 δηλώσεως του, της υπό τον τύπον του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2308/1999, υποβληθείσης δια του Γραφείου Κτηματογραφήσεως, το οποίο διαχειρίζετο, δυνάμει συμβάσεως έργου, συναφθείσης μετά της αναδόχου της εκπονήσεως μελέτης για την κτηματογράφηση, προς το σκοπό εντάξεως της, στο ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ, της άνω περιοχής ο συγκατηγορούμενός της Β. Κ., προς τον ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ και ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Κ.Χ.Ε.) προσκομίζοντας την υπ' αυτής, συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσα, υπ' αριθμ. .../3-6-1999 πράξη "ενόρκου βεβαιώσεως" δια της οποίας οι γονείς και συγκατηγορούμενοι του Ε. Κ. έφεραν αυτόν ως κάτοχο, νομέα και κύριο είκοσι (20) τον αριθμόν ακινήτων σε διάφορες θέσεις - τοπωνύμια της κοινότητος ... εμβαδικής επιφανείας από 65-70 στρεμμάτων έκαστον περίπου, β) συνέταξε πληθώρα συμβολαιογραφικών πράξεων (γονικών παροχών κυρίως) δια των οποίων εφέρετο ο εντολέας της νομέας και κάτοχος δήθεν αγροτεμαχίων του κτηθέντων υπ' αυτού παρανόμως δια καταπατήσεως, ήτοι δια της παραμορφώσεως και στρεβλώσεως της διαδικασίας κτηματογραφήσεως ελεών Κ. - μελετητή των σχετικών εργασιών, εμβαδικής επιφανείας εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων. Η κατηγορουμένη, δεν προέβη πλανηθείσα, στην σύνταξη των άνω εμπραγμάτων δικαιοπραξιών τις οποίες, έστερξε να προσδώσει δια του συμβολαιογραφικού τύπου επιφατική νομιμότητα, αλλά ηθελημένως, παρότι αναμφιβόλως, υπήρξε στη πρόβλεψη της, το ενδεχόμενο της ανυπαρξίας τοιαύτης, μεγάλης ακινήτου περιουσίας, φερομένης ως ανηκούσης στον εντολέα της και δικαιοπάροχο, δια των άνω γονικών παροχών, συνταχθεισών υπ' αυτής (ακινήτου περιουσίας) προς τα τέκνα του, έστερξε να προχωρήσει στην κατάρτιση των συμβολαίων, καίτοι σαφώς υπέπεσε στην αντίληψη της γεγονός ότι με "τεχνάσματα" και μηχανορραφίες εκ των "έσω" (δηλαδή εκ των επιφορτισμένων με την εκπόνηση της μελέτης κτηματογραφήσεως) εμφανίζετο ο εντολέας της ως μεγαλογαιοκτήμονας, δοθείσης της, επί σειράς ετών (1999-2004) συναλλαγής που είχε μαζί του στα πλαίσια του επαγγέλματος της και παρότι τα χρηστά ήθη και ο Κώδικας θεμελιώδους ηθικής και δεοντολογίας υπαγόρευε σ' αυτήν, να απέχει και ν' αρνηθεί να συντάξει πράξη, αντίθετη στα χρηστά ήθη έχοντας θεμελιώδες καθήκον να ασκεί τα καθήκοντα της ενσυνειδήτως και αμερολήπτως (αρθρ. 5 Κωδικός Συμβολαιογράφων Ν.670/1977 ως ισχύει τροποπ. υπό του Ν. 2830/2000). Δέχθηκε μάλιστα, να καταρτίσει τα ως άνω συμβόλαια προσαρτώντας σε αυτά τοπογραφικά διαγράμματα καταρτισθέντα από τον 2° συγκατηγορούμενό της παραβλέποντας εσκεμμένα, ότι δεν υφίσταντο σε περισσότερες των περιπτώσεων ουδεμία αντιστοίχιση, των δήθεν ακινήτων Κ. των απεικονιζόμενων στα ψευδή (αλλοιωμένα, παραποιημένα) τοπογραφικά διαγράμματα και εκείνων (γεωτεμαχίων) που περιέγραψε η ίδια, στις καταρτισθείσες εκ μέρους της συμβολαιογραφικές πράξεις, μεταβιβαστικές της ανύπαρκτης κυριότητος επ' αυτών Κ.. Ενώ, σε άλλες περιπτώσεις εδέχετο να προσαρτήσει α) τοπογραφικά διαγράμματα τα οποία εμφανώς και καταδήλως εμφάνιζαν "αποσβέσεις" δια χρήσεως διορθωτικού (blanco) των στοιχείων (ονοματεπώνυμα) των αληθών κυρίων ως ιδιοκτητών - ομόρων των υπό μεταβίβασιν αγροτεμαχίων του εντολέα της, ως και β) κτηματογραφικά αποσπάσματα με συνορίτες που καθόλου δεν συστοιχίζονταν με εκείνα τα οποία μνημόνευε η ιδία δια χρήσεως του ειδικού Κωδικού αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) στα συνταχθέντα υπ' αυτής συμβόλαια. Στις ενέργειες της αυτές προέβη, αποδεχόμενη τουλάχιστον ότι και δια της εκ μέρους της, άνω εκνόμου δράσεως συμπραγμάτωνε, μετά των συγκατηγορουμένων της, κακουργηματικού χαρακτήρος απάτη καθόσον αναμφιβόλως, διέθετε, ως ειδική επιστήμονας και (συμβολαιογράφος) την νομική κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία να αντιληφθεί ότι δια των ως άνω συμβολαίων (θα παρατεθούν αναλυτικώς κατωτέρω) εξασφάλιζε και στον εντολέα της αλλά και στα τέκνα του την δυνατότητα δημιουργίας "πεποιημένων" τίτλων ιδιοκτησίας επί ξένων ακινήτων, δυνάμει των οποίων, δια της μεταγραφής αυτών (ψευδών τίτλων) και βεβαίως της αυτοτελούς δηλώσεως του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2308/1995 των δι' αυτών μεταβιβασθέντων δικαιωμάτων (ψιλή ή πλήρης ενίοτε κυριότητα ως προς τους αποκτώντες -τέκνα του) υπό των τέκνων του ως δικαιοδόχων αλλά και υπ' αυτού του Ε. Κ., ως δουλειούχου της συσταθείσης, επί των δήθεν ακινήτων του επικαρπίας (προσωπική δουλεία) δια των οποίων, απευθυνόμενων προς τον ΟΚΧΕ, με αίτημα την εγγραφή των δηλουμένων (ανύπαρκτων ως καλώς εγνώριζαν) δικαιωμάτων τους επί των καταπατηθέντων ακινήτων στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά η διαγράμματα των προκειμένου δια της δημοσιοποιήσεως αυτών μέσω της διαδικασίας των Αναρτήσεων, θα εμφαίνονταν έναντι των τρίτων (πανηγυρικώς) κάτοχοι και νομείς μεγάλης ακινήτου περιουσίας. Η τοιαύτη εγγραφή, όπως άριστα το εγνώριζε, παρείχε την δυνατότητα στους δήθεν φορείς των καταχωρισθέντων κατά των άνω εγγραφών στο Κτηματολόγιο δικαιωμάτων δηλαδή, στους Κ. πατέρα και τέκνα να αξιοποιήσουν, επωφελώς μεν για τους ίδιους, την δήθεν ακίνητη περιουσία τους εμφανιζόμενοι και πάλι ενώπιον του συμβολαιογράφου προκειμένου να προβούν σε υλοποίηση ή ενδεχομένως και δωρεά ή σύσταση πάσης φύσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων (δουλείες ή υποθήκη) επ' αυτών (δήθεν ακινήτων τους) προκειμένου, να δανειοδοτηθούν μέσω Τραπέζης επί παραδείγματι, επερχόμενης εντεύθεν περιουσιακής βλάβης στους μηνυτές ίσης προς την αγοραία αξία της ακινήτου ιδιοκτησίας τους, λόγω του ότι, παρουσιάζεται αυτή, ν' αμφισβητείται, απαιτουμένης εντεύθεν, προσθέτου, δαπανηρός για τους ίδιους, εμπλοκής σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες προς άρσιν (δικαστική), της τεθείσης υπό αμφισβήτησιν κυριότητός τους, δια της ακυρώσεως των συμβολαίων γονικής παροχής ή δωρεών δια των οποίων, πραγματοποιήθηκαν οι ενδοοικογενειακές μεταβιβάσεις που βεβαίως, αποτελούσαν το τελευταίο στάδιο της εφαρμογής του κατά ανωτέρω σχεδίου νοσφίσεως των ξένων ακινήτων, στο οποίο απέβλεπαν όλες οι προηγούμενες δραστηριότητες του Ε. Κ., συγκλίνουσες, προς εκείνες της ίδιας (συμβολαιογράφου) και του μελετητή της κτηματογραφήσεως (Κ. Β.). Πλέον συγκεκριμένα η άνω εκκαλούσα συνέταξε: Α) ένορκες βεβαιώσεις χρησικτησίας. 1. .../3-6-1999 ένορκη βεβαίωση, βεβαίωσαν ενόρκως οι υπέργηροι γονείς του Ε. (για λογαριασμό του) Κ. Κ. και Α. Κ.. 2. .../29-12-2000 ένορκη βεβαίωση, βεβαίωσαν ενόρκως οι υπέργηροι γονείς του Ε. (για λογαριασμό του) Κ. Κ. και Α. Κ.. 3. .../15-1-2001 ένορκη βεβαίωση, βεβαίωσαν ενόρκως οι υπέργηροι γονείς του Ε. (για λογαριασμό του) Κ. Κ. και Α. Κ.. Β) διορθωτικές ένορκες βεβαιώσεις χρησικτησίας. 1. .../30-5-2001 (διορθωτική) ένορκη βεβαίωση, βεβαίωσαν, για δεύτερη φορά για το ίδιο ακίνητο, ενόρκως οι υπέργηροι γονείς του Ε. (για λογαριασμό του) Κ. Κ. και Α. Κ.. Γ) γονικές παροχές που αφορούν τις καταπατήσεις.1. .../15-12-2001 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων για την γονική μέριμνα του υιού του Χ., η Α. Π., σύζυγος Ε., υπογράφουσα για την γονική μέριμνα του υιού της Χ. και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο ανήλικος υιός Χ.. 2. .../15-12-2001 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και αποδεχόμενη την γονική παροχή η κόρη του Α.. 3. .../15.12.2001 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων για την γονική μέριμνα του υιού του Κ., η Α. Π., σύζυγος Ε., υπογράφουσα για την γονική μέριμνα του υιού της Κ. και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο ανήλικος υιός Κ.. 4. .../18-9-2002 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Κ.. 5. .../7-1-2003 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Κ.. 6. .../6.3.2003 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Κ.. 7. .../28-5-2003 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Κ.. 8. .../28-5-2003 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και για λογαριασμό του υιού του Χ., με το .../29.4.2003 πληρεξούσιο, και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Χ.. 9. .../8-9-2003 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και για λογαριασμό του υιού του Χ., με το .../29-4-2003 πληρεξούσιο και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Χ.. 10. .../13-4-2004 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: Ο Ε. Κ. ως παρέχων και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Κ.. 11. .../6.5.2004 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: η Α. Π., σύζυγος Ε., ως παρέχουσα και αποδεχόμενος την γονική παροχή ο υιός Κ.. Αφορά το ακίνητο των 12 στρεμμάτων που αγόρασε η Α. Π., από τον Δ. Σ. του Α., με το .../16-1-2002 Συμβόλαιο Αγοραπωλησίας Αγροτικού Ακινήτου, σε εκτέλεση του .../24-8-2001 προσυμφώνου Πωλήσεως. Είναι η περίπτωση κατά την οποία μεταβίβασε με αυτοσύμβαση με το .../16-1-2002 συμβόλαιο προσαρτώντας άσχετο Κτηματογραφικό Απόσπασμα 417 στρεμμάτων και αλλοιωμένο τοπογραφικό το αγροτεμάχιο αφού εξαφάνισε όμορο ιδιοκτήτη (τον Γ. Σ.) και στη θέση του εμφάνισαν τον σύζυγο Ε.. Δ) διορθωτικές γονικές παροχές που αφορούν τις καταπατήσεις.1. .../7.4.2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../15-12-2001 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: ο Ε. Κ. ως παρέχων και αποδεχόμενη την διορθωτική πράξη η κόρη του Α.. 2. .../29-4-2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../15-12-2001 γονική παροχή. Συμβαλλόμενοι: ο Ε. Κ. ως παρέχων και υπογράφων και για λογαριασμό του υιού του Χ., με το .../29-4-2003 πληρεξούσιο, και αποδεχόμενος την διορθωτική πράξη ο υιός Χ.. 3. .../26-5-2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2°. Συμβαλλόμενοι: ο Ε. Κ. ως παρέχων και αποδεχόμενος την διορθωτική πράξη ο υιός Κ.. 4. .../26-5-2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2°. Συμβαλλόμενοι: ο Ε. Κ. ως παρέχων και αποδεχόμενος την διορθωτική πράξη ο υιός Κ.. 5. .../3-11-2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο Γ. Συμβαλλόμενοι: ο Ε. Κ. ως παρέχων και αποδεχόμενος την διορθωτική πράξη ο υιός Κ.. Ε) Προσύμφωνο Πωλήσεως αγροτικού ακινήτου: 1) .../24-8-2001 προσύμφωνο πωλήσεως αγροτικού ακινήτου μεταξύ του Ε. Κ., που προβλέπει και αυτοσύμβαση της συζύγου του Α. και του Δ. Σ. του Α. και αφορά το .../16.1.2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της προηγουμένης υποθέσεως. ΣΤ) Αγοραπωλησίες εις εκτέλεσιν Προσυμφώνου: 1. .../16-1-2002 αγοραπωλησία αγροτικού ακινήτου της Α. Π., σε εκτέλεση του .../24-8-2001 προσυμφώνου αγροτικού ακινήτου με την οποία με αυτοσύμβαση αγόρασε το ακίνητο με τρόπο που περιγράφηκε στην προαναφερθείσα .../6-5-2004 γονική παροχή. Ζ) Δωρεές εν ζωή της ψιλής κυριότητος: 1. .../12-5-2003 δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητος. Συμβαλλόμενοι: ο Χ. Κ. (που για λογαριασμό του υπέγραψε με το .../29-4-2003 πληρεξούσιο ο πατέρας του Ε.) δώρισε στον αδελφό του Κ., την ψιλή κυριότητα του δήθεν ακινήτου που του είχε μεταβιβάσει ο πατέρας του Ε. με την .../15-12-2001 γονική παροχή και διορθώθηκε με την .../29-4-2003 διορθωτική πράξη. 2. .../12-5-2003 δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητος. Συμβαλλόμενοι: η Α. Κ. δώρισε στον αδελφό της Κ., την ψιλή κυριότητα του δήθεν ακινήτου που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας της Ε. με την .../15-12-2001 γονική παροχή και διορθώθηκε με την .../7-4-2003 διορθωτική πράξη. Ήτοι: συνέταξε τρεις ένορκες βεβαιώσεις χρησικτησίας (.../29-12-2000, .../15-1-2001 και .../30-5-2001) που δήλωσαν ενόρκως οι υπέργηροι γονείς του Ε. Κ. ότι ο υιός τους, Ε. Κ. είναι ιδιοκτήτης με χρησικτησία συνολικά 2.074 στρεμμάτων, με ενιαία γεωτεμάχια των 500, των 300, των 300, των 300, των 250 κτλ στρεμμάτων. Με την .../30-5-2001 ένορκη βεβαίωση διορθώνεται η .../3-6-1999 ένορκη βεβαίωση χρησικτησίας και όπως αναφέρεται "γίνεται διόρθωση της υπ' αριθ. .../3-6-1999 ενόρκου βεβαιώσεως χρησικτησίας και όσον αφορά την έκταση του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." ... Κεφαλληνίας από μέτρα τετραγωνικά σαράντα χιλιάδες (40.000) περίπου σε μέτρα τετραγωνικά εκατόν δέκα τέσσαρες χιλιάδες (114.000) περίπου, εμβαδόν το οποίο προέκυψε κατόπιν νεοτέρας και ακριβούς καταμετρήσεως και σύμφωνα με το από Μάρτιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου μηχανικού Θ. Κ.". Δηλαδή, μια φορά ενόρκως της δηλώνουν το "ακίνητο" 40.000 τ.μ. και την άλλη πάλι ενόρκως, ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου, δηλώνουν το ίδιο "ακίνητο" 114.000 τ.μ. Δεν αναφερόμαστε για μια μικρή διόρθωση εμβαδού, αλλά εδώ πρόκειται για τριπλασιασμό του εμβαδού (περίπου). Δηλαδή η συγκεκριμένη συμβολαιογράφος, εγνώριζε εκ των ως άνω τριών πράξεών της "ενόρκων βεβαιώσεων χρησικτησίας", όπου καταχώρησε τις ψευδείς (ψευδο)δηλώσεις (ένορκες) των γονέων του Κ. (συγκατηγορουμένου) δια των οποίων εμφάνισαν αυτόν ως μεγαλογαιοκτήμονα ότι, ο Ε. Κ. εφέρετο ως ιδιοκτήτης 2.074 στρεμμάτων και, παρόλα αυτά, θέτει ως όρο σε όλες τις γονικές παροχές ότι, ο πελάτης της "δεν έχει μέσα στα όρια της Ελληνικής Επικρατείας αγροτική έκταση πάνω από διακόσια πενήντα (250) στρέμματα και "μεταβάλλει" 823 στρέμματα εκ των οποίων τα 763, ως ήδη έχει επισημανθεί στο οικείο μέρος της παρούσης μας, όπου αναλυτικώς περιγράφουμε την αξιόποινη εγκληματική διαγωγή των πατρός και τέκνων Κ., είναι στις θιγμένες ιδιοκτησίες ή τμήματα των θιγμένων ιδιοκτησιών των μηνυτών. Χαρακτηριστικά επισημαίνεται ότι, την ιδία ημέρα 28η Μαΐου 2003 καταρτίζει δύο γονικές παροχές δια των οποίων μεταβάλλει ο εντολέας της 327 στρέμματα στα τέκνα του. Πρόκειται για την υπ' αριθ. .../28-5-2003 με συνολική έκταση 98.838 τ.μ. (48.272 τ.μ. + 10.155 τ.μ. + 40.411 τ.μ.) και την υπ' αριθμ. .../28-5-2003 με συνολική έκταση 228.731 τ.μ. (8.832 τ.μ + 210.000 τ.μ. + 5.770 τ.μ. + 4.129 τ.μ.) ενώ και στις δύο γονικές παροχές δηλώνει ότι δεν διαθέτει στην Ελληνική επικράτεια έκταση πάνω από 250 στρέμματα. Όλα δε τα ακίνητα τα καταπατημένα που παρέχει στα τέκνα του ο Ε. Κ. τα περιγράφει ως "αγροτικό" ακίνητο και ειδικότερα "αγροτεμάχιο". Επίσης, αντελήφθη ότι με τις πράξεις διορθωτικών γονικών παροχών "εξαφανίζονταν" συνορίτες και δρόμοι που ο ίδιος ο Ε.Κ. είχε ομολογήσει και δηλώσει και η ίδια αυτή συμβολαιογράφος, είχε περιγράψει στις γονικές παροχές τις οποίες διόρθωνε, κάνοντας δεκτά και προσαρτώντας "μουντζουρωμένα" με μαρκαδόρους και παραποιημένα τοπογραφικά διαγράμματα στις συντασσόμενες υπ' αυτής διορθωτικές πράξεις γονικών παροχών επίσης τοπογραφικά διαγράμματα τα οποία έχουν σβησίματα με διορθωτικό, χειρόγραφα γραψίματα και απαλείφονται συνορίτες και αγροτικοί δημοτικοί δρόμοι που είχαν αναφερθεί από τον ίδιο τον Ε. Κ. στις γονικές παροχές που διόρθωσαν. Ενδεικτικά αναφέρω τις πράξεις: α) την .../7-4-2003 διορθωτική πράξη γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../15-12-2001 γονική παροχή στην οποία προσάρτησαν το από Ιανουάριο 2003 μουντζουρωμένο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Β.Κ., όπου δεν εμφανίζουν τους συνορίτες. β) την .../29-4-2003 διορθωτική πράξη γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../15-12-2001 γονική παροχή στην οποία προσάρτησαν το από Ιανουάριο 2003 μουντζουρωμένο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Β.Κ. και που "απάλειψαν" συνορίτες. γ) την .../26-5-2004 διορθωτική πράξη γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../7-1-2003 γονική παροχή και στην οποία προσάρτησαν το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Β.Κ., όπου δεν απεικονίζεται ο αγροτικός δρόμος που ανέφερε η .../7-1-2003 γονική παροχή και το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου τοπογράφου (Β.Κ.) και το τμήμα του δρόμου το συμπεριέλαβαν στην δήθεν ιδιοκτησία του Ε. Κ.. δ) την .../3-11-2004 διορθωτική πράξη γονικής παροχής με την οποία διορθώθηκε η .../15-12-2001 γονική παροχή, στην οποία προσάρτησαν το από Μάρτιο 2002 παραποιημένο τοπογραφικό διάγραμμα του συγκατηγορουμένου της Β.Κ., χωρίς να αποτυπώσουν τις όμορες ιδιοκτησίες των μηνυτών και τους δρόμους. Επίσης η άνω συμβολαιογράφος εκκαλούσα Τ. Σ., δια του υπ' αριθ. .../2002 συμβολαίου γονικής παροχής με το οποίο μεταβίβασε ο συγκατηγορούμενός της Κ. στα τέκνα του έκταση 41.869 τ.μ. στη θέση ... ... δέχεται, και προσαρτά ως αντίστοιχο το ΚΑΕΚ 1004101 με έκταση 417.474 τ.μ. αγνώστου ιδιοκτήτη που αποτελεί το φερόμενο (αγνώστων ιδιοκτητών) τμήμα του ανατολικού μέρους ολόκληρου του χωριού .... Εκτενέστερα η ως άνω εκκαλούσα δέχθηκε: 1) να συντάξει την ίδια ημέρα, στις 15-12-2001, τρεις γονικές παροχές με αριθ. ..., ..., .../15-12-2001 και (δέχθηκε) να προσαρτήσει το ίδιο Κτηματογραφικό Απόσπασμα 4 φορές για 4 διαφορετικά ακίνητα πολλαπλάσιας εκτάσεως, δηλαδή το Κτηματογραφικό Απόσπασμα (ΚΑΕΚ), που αποτελεί όπως καλώς αυτή εγνώριζε, της εκ της νομικής καταρτίσεως της και της επαγγελματικής της εμπειρίας "Κτηματογραφική Ταυτότητα" κάθε ακινήτου, μονοσήμαντα δηλώνει ένα και μόνο ένα ακίνητο, με μοναδικά και συγκεκριμένα στοιχεία όπως: συντεταγμένες, σχήμα, εμβαδόν και συνορίτες, χρησιμοποιήθηκε τετράκις για ισάριθμα (δηλαδή τέσσερα) διαφορετικά ακίνητα, για πολλαπλάσια έκταση, την ίδια ημέρα, από την ίδια σε τρεις διαδοχικές αριθμητικά συμβολαιογραφικές πράξεις της. Συγκεκριμένα προσάρτησε για τέσσερα διαφορετικά ακίνητα το Κτηματογραφικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 1004122 εκτάσεως 40.096 τ.μ. και όπως το Κτηματογραφικό Απόσπασμα αναφέρει το δήθεν ακίνητο του Ε. Κ. συνορεύει Ανατολικά με Θ. Σ., Βόρεια και Νότια με Β. Σ. και Δυτικά με Λ. Λ.. Μεταβίβασαν 4 διαφορετικά ακίνητα που μάλιστα απέχουν το ένα 500 μέτρα και το άλλο 600 μέτρα περίπου από αυτό που απεικονίζεται στο Κτηματογραφικό Απόσπασμα ΚΑΕΚ 1004122, χωρίς να αντιστοιχίζονται οι συνορίτες που ανέφερε το προσαρτημένο Κτηματογραφικό Απόσπασμα, με τους συνορίτες που ανέφεραν στις γονικές παροχές. Χρησιμοποίησαν το ίδιο Κτηματογραφικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 250711004122 με έκταση 40.096 τ.μ. τέσσερις φορές για τέσσερα διαφορετικά ακίνητα, συνολικής εκτάσεως 125.655 τ.μ. Με αυτόν τον τρόπο πολλαπλασιάζοντας εσκεμμένα ένα ακίνητο 40 στρεμμάτων "κατασκεύασαν" τέσσερα νέα διαφορετικά ακίνητα εκτάσεων 40 και 40 και 40 και 5 στρεμμάτων δηλαδή τα 40 στρέμματα έγιναν 125 στρέμματα. Συγκεκριμένα: α) με το αριθ. .../15-12-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής παρέχει ως προς την ψιλή κυριότητα ο Κ. Ε. στον υιό του Χ., αγροτεμάχιο στη θέση "..." ... εκτάσεως 40.202,767 τ.μ., προσαρτά αυτή (συμβ/φος) το υπ' αριθμ. πρωτ. 6970/4-9-2001 Κτηματολογικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 25071004122 εκτάσεως 40.096 τ.μ. β) με το αριθ. .../15-12-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής παρέχει ως προς την ψιλή κυριότητα ο Κ. Ε. στην θυγατέρα του Α., αγροτεμάχιο στη θέση "..." ... εκτάσεως 40.202,767 τ.μ., η συμβολαιογράφος προσαρτά στο ανωτέρω συμβόλαιο το υπ' αριθμ. πρωτ. 6970/4-9-2001 Κτηματολογικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 25071004122 εκτάσεως 40.096 τμ (δηλαδή ίδιο πρωτόκολλο κτηματολογίου και τον ίδιο ΚΑΕΚ για δεύτερη φορά). γ) Δια του αριθμ. .../15-12-2001 συμβολαίου, καταρτισθέντος υπό της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβιβάζει κατά, ψιλή κυριότητα ένεκεν γονικής παροχής δύο αγροτεμάχια στην με το τοπωνύμιο "..." τοποθεσία της κτηματογραφούμενης περιοχής ... εκτάσεως α) 40.202,767 τ.μ., όπου προσαρτά το υπ' αριθμ. πρωτ. 6970/4.9.2001 Κτηματολογικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 25071004122 εκτάσεως 40.096 τ.μ. (δηλαδή το ίδιο πρωτόκολλο κτηματολογίου και τον ίδιο ΚΑΕΚ για τρίτη φορά) και β) 5.047,08 τ.μ. όπου προσαρτά αντιστοίχως για αγροτεμάχιο το υπ' αριθμ. πρωτ. 7048/11-10-2001 Κτηματολογικό Απόσπασμα με τον ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 250711004122, εκτάσεως 40.096 τ.μ. Δηλαδή εδώ παρατηρούμε ότι λαμβάνει κατ' αίτησίν του άλλο αριθμό πρωτοκόλλου για τον ίδιο ΚΑΕΚ μέσω του ΟΚΧΕ σε διάστημα ενός μηνός ο Κ. Ε. και η συγκατηγορουμένη του συμβολαιογράφος δέχεται να επισυνάψει τέταρτη φορά την ίδια μέρα το ίδιο ΚΑΕΚ, για τέσσερα ακίνητα. Τέσσερις φορές χρήση του ίδιου ΚΑΕΚ. Αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι "δήθεν" ακίνητό του που παρείχε ο Κ. Ε. στην κόρη του Α. απέχει 600 μέτρα. Η αυτή εκκαλούσα συνέταξε 2) το υπ' αριθμ. .../16-1-2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, εις εκτέλεσιν προσυμφώνου αγροτικού ακινήτου το οποίο μετεγράφη στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου και ακολούθησε η δήλωση του άρθρου 2 παρ.1 Ν. 2308/1995 προς τον ΟΚΧΕ περί εγγραπτέου δικαιώματος επί του μεταβιβασθέντος ένεκεν πωλήσεως, κτηματογραφούμενου ακινήτου με αναφοράς την ως άνω ΑΙΤΙΑ κτήσεως (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) του δηλουμένου δικαιώματος (πλήρης κυριότητα) υπό της κτήτορος αυτού συζύγου του 1ου κατηγορουμένου. Η τελευταία (Α. Π.) σε εκτέλεση του .../24-8-2001 προσυμφώνου πωλήσεως αγόρασε από τον Δ. Σ. του Α. αγροτεμάχιο στη θέση "..." με έκταση 12.093,159 τ.μ. Προσάρτησαν αλλοιωμένο το από Οκτώβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., έχοντας απαλείψει με διορθωτικό τη φράση "Ιδιοκτησία Γ. Σ." της όμορης ιδιοκτησίας και γράφοντας χειρόγραφα "Ιδιοκτησία Ε. Κ.". To πρωτότυπο τοπογραφικό διάγραμμα (χωρίς να είναι αλλοιωμένο) κατέθεσε στη Δ/νση Δασών με την 3076/5-6-2003 αίτηση ο Ε.Κ. για λογαριασμό της συζύγου του με το .../16-1-2002 πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το 6371/29-9-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Ενώ αναφερόταν ως όμορη, στο .../24-8-2001 προσύμφωνο και στο πρωτότυπο από Οκτώβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., η ιδιοκτησία Γ. Σ. την "εξαφάνισαν" στη σύνταξη του .../16-1-2002 συμβολαίου, όπου εμφάνισαν ως συνορίτη τον Ε. Κ., με προσαρτημένο το εμφανώς αλλοιωμένο τοπογραφικό. Στην ως άνω .../16-1-2002 αγοραπωλησία προσαρτήθηκε το με αριθ. πρωτ. 7300/11-1-2001 άσχετο κτηματογραφικό απόσπασμα Α' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004101 το οποίο δεν αναφέρει τοπωνύμιο και προσδιορισμό θέσεως, είναι αγνώστου ιδιοκτήτη, εκτάσεως 417.474 τ.μ. και αναφέρει όμορες 74 γνωστές ιδιοκτησίες. Δηλαδή προσκόμισε ως κτηματογραφικό απόσπασμα ΚΑΕΚ, το κτηματογραφικό απόσπασμα που συμπεριλάμβανε τα άγνωστα - αδήλωτα αγροτεμάχια στο μεσοδιάστημα μεταξύ Α' και Β' Αναρτήσεως ολόκληρου του Βορειοανατολικού τμήματος της εδαφικής περιφερείας του χωριού ... . Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή η συμβολαιογράφος Σ. Τ. "δέχθηκε" και προσάρτησε ένα ΚΑΕΚ "άλλων αντί άλλων" με καμία αντιστοίχιση ως προς το τοπωνύμιο - θέση, ως προς το εμβαδόν και ως προς το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη, Σημειωτέον ότι η περιοχή που ανήκει το αναφερόμενο ακίνητο το οποίο μεταβιβάστηκε ήταν εκτός ορίων Κτηματογραφήσεως κατά την Α' Ανάρτηση και δεν ήταν απαιτούμενο Κτηματογραφικό Απόσπασμα για την σύνταξη συμβολαίου. Την περιοχή αυτή, αφού ο μελετητής - τοπογράφος της κτηματογραφήσεως Β. Κ. άλλαξε - αύξησε τα όρια κτηματογραφήσεως την συμπεριέλαβε κατά την Β' Ανάρτηση, αφού διεύρυνε τα όρια κτηματογραφήσεως κατά 200 και πλέον στρέμματα στους "..." και το εμφάνισε ως δικαιούχους, μέλη της οικογενείας Κ. κατά την Β' Ανάρτηση. 3) Το .../16-1-2002 πληρεξούσιο αυτό κατατέθηκε στην Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένο της 3076/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως. Με το .../16-1-2002 πληρεξούσιο η Α. Π. όρισε ως πληρεξούσιο για το αγροτεμάχιο των 12 στρεμμάτων στους "...", που αγόρασε την ίδια ημέρα με την .../16-1-2002 Αγοραπωλησία, το σύζυγο της Ε. Κ.. Ο Ε. Κ. χρησιμοποίησε το .../16-1-2002 πληρεξούσιο καταθέτοντας την 3076/5-6-2003 Αίτηση χαρακτηρισμού εκτάσεως στη Δ/νση Δασών, για λογαριασμό της συζύγου του Α. μαζί με το .../16-1-2002 συμβόλαιο και το .../15-1-2002 πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το 6371/29-9-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. 4) Το .../10-5-2002 πληρεξούσιο, συμβόλαιο το οποίο κατατέθηκε στην Δ/νση Δασών Κεφ/νίας με το .../10-5-2002 πληρεξούσιο ο Κ. Κ. όρισε πληρεξούσιο τον πατέρα του Ε. Κ.. Ο Ε. Κ. έκανε χρήση του .../10-5-2002 πληρεξουσίου, κατέθεσε τις 3074, 3075, 3077, 3079, 3082, 3084/5-6-2003 Αιτήσεις χαρακτηρισμού εκτάσεως στη Δ/νση Δασών, για λογαριασμό του υιού του Κ., με συνημμένα αντιστοίχως τα .../12-5-2003, .../12-5-2002, .../18-9-2002, .../6-3-2003, .../7.1.2003, .../15-12-2001 συμβόλαια και το .../10-5-2002 πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το 6371/29-9-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. 5) Την .../18-9-2002 γονική παροχή η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 10-10-2002 στον Τόμο 407 με αύξ. αριθμό 81. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 9002/10-10-2002 δήλωση του Κ. Κ.. Κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 3077/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξουσίου του υιού Κ. (με το .../10.5.2002 πληρεξούσιο), για την οποία (αίτηση) εξεδόθη η 1152/15.2.2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../18-9-2002 γονική παροχή μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. δήθεν αγροτεμάχιο του στη θέση "..." ... με έκταση 41.869,17 τ.μ., προσαρτώντας το από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μελετητή Β.Κ.. Στην ως άνω .../18-9-2002 γονική παροχή προσαρτήθηκε το με αριθ. πρωτ. 7922/19-7-2002 κτηματογραφικό απόσπασμα Α' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004101 το οποίο δεν αναφέρει τοπωνύμιο και προσδιορισμό θέσεως, είναι αγνώστου ιδιοκτήτη, εκτάσεως 417.474 τ.μ. και αναφέρει όμορες 74 γνωστές ιδιοκτησίες. Δηλαδή προσκόμισε ως κτηματογραφικό απόσπασμα ΚΑΕΚ, το κτηματογραφικό απόσπασμα που συμπεριλάμβανε τα άγνωστα - αδήλωτα αγροτεμάχια σε μεσοδιάστημα μεταξύ Α' και Β' Αναρτήσεως ολόκληρου του Βορειοανατολικού τμήματος της εδαφικής περιφερείας του χωριού .... Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η συμβολαιογράφος Σ. Τ. "δέχθηκε" και προσάρτησε ένα ΚΑΕΚ "άλλων αντί άλλων" με καμία αντιστοίχιση ως προς το τοπωνύμιο - θέση, ως προς το εμβαδόν και ως προς το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη. 6) Την .../7-1-2003 γονική παροχή η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 14-1-2003 στον Τόμο 412 με αύξ. αριθμό 81. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 9155/15-1-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 3082/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξουσίου του υιού Κ. (με το .../10-5-2002 πληρεξούσιο), για την οποία (Αίτηση) εξεδόθη η 1152/15-2-2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../7-1-2003 γονική παροχή μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. 3 δήθεν αγροτεμάχια του, τα εξής: 1) Με την ως άνω .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 1ο μεταβιβάζει ο Ε. Κ., στον υιό του Κ., αγροτεμάχιο εκτάσεως 5.052,24 τ.μ. στη θέση "..." και προσαρτήθηκε το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. ως και το με αριθ. πρωτ. 9098/12-12-2002 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004278 με έκταση 18.416 τ.μ. (ττροήλθε το ακίνητο από κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004278 ως έχει ήδη εκτεθεί σε 4 επί μέρους ακίνητα). 2) Με την ως άνω .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2° μεταβιβάζει, στον υιό του Κ., αγροτεμάχιο εκτάσεως 3.648,70 τ.μ. στη θέση "..." με συνημμένο το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ., στο οποίο Βόρεια απεικονίζεται τμήμα του αμαξιτού αγροτικού δρόμου της περιοχής "...". Ενώ προσάρτησαν το με αριθμ. πρωτ. 9099/12.12.2002 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004278 με έκταση 18.416 τ.μ. (προήλθε το ακίνητο από κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004278 σε 4 επί μέρους ακίνητα, περίπτωση 2η των υπομνημάτων). 3) Με την ως άνω .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 3° μεταβιβάζει, στον υιό του Κ., αγροτεμάχιο εκτάσεως 678,43 τ.μ. στη θέση "..." ... και προσαρτήθηκε το από Νοέμβριο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μελετητή Β. Κ., ως και το με αριθμ. πρωτ. 9100/12-12-2002 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004242 με έκταση 51,971 τ.μ. (προήλθε το ακίνητο από κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004242 σε 6 επί μέρους ακίνητα). 7) Την .../6-3-2003 γονική παροχή η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 18-3-2003 στον Τόμο 416 με αύξ. αριθμό 66. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 10.966/18-3-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 3079/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξουσίου του υιού Κ. (με το .../10-5-2002 πληρεξούσιο), για την οποία (αίτηση) εξεδόθη η 1152/15-2-2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../6-3-2003 γονική παροχή μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. 3 δήθεν αγροτεμάχια του, τα εξής: 1) μεταβίβασε ο Ε.Κ., στον υιό του Κ., με την .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο, με προσαρτημένο το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., δήθεν ακίνητο του με έκταση 72.102 τ.μ., στη θέση "..." ..., προσαρτήθηκε το με αριθ. πρωτ. 9525/3-2-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004274 με έκταση 67.826 τ.μ. (μεταβιβάστηκε αυξημένο στην έκταση το δήθεν αγροτεμάχιο πριν την εκδίκαση των ενστάσεων). Έτσι η κατηγορουμένη προχώρησε στην σύνταξη του συμβολαίου, καίτοι αδιαμφισβητήτως αντελήφθη "διαφορά" ανάμεσα στην έκταση 72.102 τ.μ. που μεταβιβάστηκε και στην έκταση των 67.826 τ.μ. που ανέφερε το προσαρτημένο της πράξεως της κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004274. 2) μεταβίβασε ο Ε.Κ. τον υιό του Κ., με την .../6.3.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° δήθεν αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.883,86 τ.μ. στη θέση "..." και προσαρτήθηκε το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να συνέταξε ο Α. Σ., συνεργάτης του Β. Κ.. Επισυνάφθηκε το με αριθμ. πρωτ. 9099/12-12-2002 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον KAEK 1004278 εκτάσεως 18-416 τ. μ. (προήλθε το ακίνητο από κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004278 σε 4 επί μέρους ακίνητα). 3) μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. με την .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3° με προσαρτημένο το από Φεβρουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., δήθεν αγροτεμάχιό του με έκταση 2.133,80 τ.μ. στη θέση "..." .... Επισυνάφθηκε το με αριθμ. πρωτ. 9526/4-2-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004283 με έκταση 2.134 τ. μ. (πρόκειται για το ακίνητο που δεν ανεγράφετο η 4988/2000 ένορκη βεβαίωση εντούτοις, καταχωρήθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα της Β' Αναρτήσεως ως δικαιούχος του δηλωθέντος δήθεν "ακινήτου του" και εντεύθεν φορέας των δήθεν υφισταμένων υπ' αυτού (γεωτεμαχίων) δικαιωμάτων κυριότητος). 8) Την .../7-4-2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 22-4-2003 στον Τόμο 419 με αύξ. αριθμό 4. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.190/8.5.2003 δήλωση της Α. Κ. και με την υπ' αριθ. πρωτ. 11.189/8-5-2003 δήλωση, ως προς την επικαρπία, του Ε. Κ.. Με την .../7-4-2003 διορθωτική πράξη, με προσαρτημένο το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., διορθώνει την .../15-12-2001 γονική παροχή με την οποία είχε μεταβιβάσει ως προς την ψιλή κυριότητα ο Ε. Κ. στην κόρη του Α. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. Με την διόρθωση αυτή μείωσαν το εμβαδόν σε 27.706,47 τ.μ. και άλλαξαν τους συνορίτες, δηλαδή "εξαφάνισαν" γνωστούς και άγνωστους συνορίτες που είχαν περιγράψει στην .../15-12-2001 γονική παροχή και στο αντίστοιχο από Μάιο 2001 τοπογραφικό του Β.Κ. και στη θέση τους εμφάνισαν τον Ε. και τον υιό Κ. Κ.. Προσαρτήθηκε στη .../7-4-2003 διορθωτική πράξη το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., το οποίο είναι εμφανώς αλλοιωμένο - παραποιημένο με μαρκαδόρο δηλαδή με σβησμένους τους πραγματικούς συνορίτες (μηνυτές της παρούσης). Η συμβολαιογράφος "δέχτηκε" να εξαφανιστούν συνορίτες και να προσαρτήσει εμφανώς μουντζουρωμένο - αλλοιωμένο τοπογραφικό. Το τοπογραφικό στη στήλη ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ και στη στήλη ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ αναφέρει το ονοματεπώνυμο: Α. Κ. και φέρεται ότι αυτή η Α. έδωσε την εντολή της συντάξεως υπό της τταραποιήσεως και ως "εργοδότης" υπέβαλε εργολαβική αμοιβή για την τοπογράφηση, 9) Την .../29-4-2003 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 13-5-2003 στον Τόμο 419 με αύξ. αριθμό 88. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.227/14-5-2003 δήλωση του Χ. Κ. και με την υπ' αριθ. πρωτ. 11.228/14-5-2003 δήλωση, ως προς την επικαρπία, του Ε. Κ.. Με την .../29-4-2003 διορθωτική πράξη, που υπέγραψε ο Ε. Κ. και για λογαριασμό του υιού του Χ., με το .../29-4-2003 πληρεξούσιο, με προσαρτημένο το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., διορθώνει την .../15-12-2001 γονική παροχή με την οποία είχε μεταβιβάσει ως προς την ψιλή κυριότητα ο Ε. Κ. στον υιό του Χ. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. Με την διόρθωση αυτή μείωσαν το εμβαδόν σε 32.554,66 τ.μ. και "άλλαξαν" τους συνορίτες, δηλαδή "εξαφάνισαν" γνωστούς και άγνωστους συνορίτες που είχαν περιγράψει στην .../15-12-2001 γονική παροχή και στο αντίστοιχο από Μάιο 2001 τοπογραφικό του Β. Κ. και στη θέση τους εμφάνισαν τον υιό Κ. Κ.. Προσαρτήθηκε το από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., το οποίο είναι εμφανώς αλλοιωμένο - παραποιημένο με μαρκαδόρο δηλαδή με σβησμένους τους πραγματικούς συνορίτες (μηνυτές της παρούσης). Η κατηγορουμένη "δέχτηκε" να "αποκλεισθούν" οι συνορίτες και να προσαρτήσει εμφανώς μουντζουρωμένο - αλλοιωμένο τοπογραφικό. Το τοπογραφικό στη στήλη ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ και στη στήλη ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ αναφέρει το ονοματεπώνυμο: Χ. Κ., προφανώς ο Χ. έδωσε την εντολή της συντάξεως και της παραποιήσεως και ως "εργοδότης" υπέβαλε αμοιβή (εργολαβική) για την τοπογράφηση. 10) Το .../29-4-2003 πληρεξούσιο συμβόλαιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε στο να υπογράψει ο πατέρας Ε. για λογαριασμό του υιού Χ. στις .../28-5-2003 και .../8-9-2003 γονικές παροχές. Με το .../29-4-2003 πληρεξούσιο ο Χ. Κ. όρισε πληρεξούσιο τον πατέρα του Ε. Κ.. Ο Ε. Κ. έκανε χρήση του .../29-4-2003 πληρεξουσίου στις .../28-5-2003 και .../8-9-2003 γονικές παροχές. Κατέθεσε επίσης τις 2650/28-5-2004, 2935/9-6-2004, 2943/9-6-2004, 3247/22-6-2004 αιτήσεις χαρακτηρισμού εκτάσεως στη Δ/νση Δασών για λογαριασμό του υιού του Χ. με συνημμένο έγγραφο την .../8-9-2003 γονική παροχή και το .../29-4-2003 πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το 6371/29-9-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Για τις προαναφερόμενες αιτήσεις (και για άλλες επίσης έχουν ταυτάριθμη απόφαση) εξεδόθη η 1152/15.2.2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. (Στην 4η στήλη του 6371/29-9-2005 εγγράφου της Δ/νσεως Δασών και στην 2η σελίδα δεν αναγράφηκε εκ παραδρομής η συσχέτιση του πληρεξουσίου όπως έγινε στην 1η σελίδα). 11) Την .../12-5-2003 δωρεά εν ζωή της ψιλής κυριότητος αγροτικού ακινήτου η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 19-5-2003 στον Τόμο 420 με αύξ. αριθμό εγγραφής 32. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.260/27-5-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 3074/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξουσίου του υιού Κ. (με το .../10.5.2002 πληρεξούσιο), για την οποία αίτηση εξεδόθη η 1152/15.2.2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../12-5-2003 δωρεά ο Χ. Κ. (για λογαριασμό του υπέγραψε με το .../29-4-2003 πληρεξούσιο ο πατέρας του Ε.) "δώρισε" στον αδελφό του Κ., την ψιλή κυριότητα του δήθεν ακινήτου που του είχε μεταβιβάσει ο πατέρας του Ε. με την .../15-12-2001 γονική παροχή και διορθώθηκε με την .../29-4-2003 διορθωτική πράξη. Το ακίνητο στην .../12-5-2003 δωρεά αναφέρθηκε όπως περιγράφεται στην .../29-4-2003 διορθωτική πράξη με έκταση 32,554,66 τ.μ., στη θέση "..." ... και μνημόνευσαν το προσαρτημένο της .../29-4-2003 διορθωτικής πράξεως "μουντζουρωμένο" από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., δια του οποίου απάλειψαν τους συνορίτες και στη θέση τους εμφάνισαν τον Κ. Κ.. Προσαρτήθηκε το με αριθ. πρωτ. 10483/3-3-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004231 με έκταση 40.613 τ.μ. Η κατηγορουμένη, δηλαδή έστερξε, να προχωρήσει στην κατάρτιση του συμβολαίου παρότι αναμφιβόλως, αντελήφθη τη διαφορά ανάμεσα στις εκτάσεις με τις οποίες εμφανιζόταν το ίδιο ακίνητο: α) εκδοχή: 40.202,67 τ.μ. στην .../15-12-2001 γονική παροχή με προσαρτημένο ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 1004122, εκτάσεως 40.096 τ.μ., β) εκδοχή: 32.554,66 τ.μ. στην .../29-4-2003 διορθωτική πράξη και στην .../12-5-2003 δωρεά και γ) εκδοχή: ως εκτάσεως 40.613 τ.μ. που ανέφερε το κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως ΚΑΕΚ 1004231 το οποίο προσάρτησε στην .../12-5-2003 δωρεά. 12) Το .../12-5-2003 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητος αγροτικού ακινήτου η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 19.5.2003 στον Τόμο 420 με αύξ. αριθμό εγγραφής 33. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.260/27-5-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 3075/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξουσίου του υιού Κ. (με το .../10-5-2002 πληρεξούσιο), για την οποία (αίτηση) εξεδόθη η 1152/15-2-2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../12-5-2003 δωρεά η Α. Κ. δώρισε στον αδελφό της Κ., ως προς την ψιλή κυριότητα του δήθεν ακινήτου που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας της Ε.ς με την .../15-12-2001 γονική παροχή και διορθώθηκε με την .../7-4-2003 διορθωτική πράξη. Το ακίνητο στην .../12-5-2003 δωρεά αναφέρεται όπως περιγράφεται στην .../7-4-2003 διορθωτική πράξη με έκταση 27.706,47 τ.μ., στη θέση "..." ... και μνημόνευσαν το προσαρτημένο της .../29-4-2003 διορθωτικής πράξεως μουντζουρωμένο από Ιανουάριο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ., που "εξαφάνισαν" τους συνορίτες και στη θέση τους εμφάνισαν τον Κ. και τον Ε. Κ.. Προσαρτήθηκε το με αριθ. πρωτ. 10482/3-3-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004230 εκτάσεως 43.654 τ.μ. Δηλαδή και πάλι η κατηγορουμένη αντελήφθη την διαφορά ανάμεσα στις εκτάσεις με τις οποίες εμφανιζόταν το ίδιο ακίνητο: α) εκδοχή: 40.202,67 τ.μ, στην .../15-12-2001 γονική παροχή με προσαρτημένο ΚΑΕΚ Α' Αναρτήσεως 1004122, εκτάσεως 40.096 τ.μ., β) εκδοχή: 27.706,47 τ.μ. στην .../7-4-2003 διορθωτική πράξη και στην .../12-5-2003 δωρεά και γ) εκδοχή: ως εκτάσεως 43.654 τ.μ. που ανέφερε το κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004231 το οποίο προσάρτησε στο .../12-5-2003 συμβόλαιο που δέχθηκε ωστόσο να καταρτίσει. 13) Το .../12-5-2003 πληρεξούσιο συμβόλαιο το οποίο κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας όπως αναφέρεται παρακάτω, με το οποίο ο Κ. Κ. όρισε πληρεξούσιο τον πατέρα του Ε. Κ.. Ο Ε. Κ. έκανε χρήση του .../12-5-2003 πληρεξουσίου. Κατέθεσε την 3078/5-6-2003 αίτηση χαρακτηρισμού εκτάσεως στη Δ/νση Δασών, για λογαριασμό του υιού του Κ., καταθέτοντας αντίστοιχα την .../28-5-2003 γονική παροχή και το .../12-5-2003 πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το 6371/29-9-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Για την 3078/5-6-2003 αίτηση εξεδόθη η 1152/15-2-2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. 14) Την .../28.5.2003 πράξη (συμβολαιογραφική) γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 4-6-2003 στον Τόμο 421 με αύξ. αριθμό 18. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.286/5-6-2003 δήλωση του Κ. Κ.. Κατατέθηκε στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 3078/5-6-2003 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξουσίου του υιού Κ. (με το .../12.5.2003 πληρεξούσιο), για την οποία (Αίτηση) εξεδόθη η 1152/15.2.2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../28-5-2003 γονική παροχή μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. τρία (3) δήθεν αγροτεμάχια του, τα εξής: 1) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο Γ, με προσαρτημένο το από Μάιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να συνέταξε ο πιο πάνω κατηγορούμενος τοπογράφος μηχανικός Α. Σ., δήθεν ακίνητο του με έκταση 48.272,19 τ.μ., στη θέση "..." .... Προσαρτήθηκε το με αριθ.πρωτ. 10476/3-3-2003 (λανθασμένα αναγράφει το συμβόλαιο 3-3-2002) κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004289 με έκταση 50.973 τ.μ. και φέρεται αγνώστου ιδιοκτήτη. Δηλαδή η συμβολαιογράφος "δέχτηκε" και συνέταξε συμβόλαιο προσαρτώντας κτηματογραφικό απόσπασμα και μάλιστα Β' Αναρτήσεως (που έχει τύχει κτηματολογικής επεξεργασίας περαιτέρω της Α' Αναρτήσεως) το οποίο αναφέρεται αγνώστου ιδιοκτήτη χωρίς να έχει εκδικαστεί και προσαχθεί κάποια απόφαση ενστάσεως. 2) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ., με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, με προσαρτημένο το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., δήθεν ακίνητο του με έκταση 10.155,23 τ.μ., στη θέση "..." .... Προσαρτήθηκε το με αριθμ. πρωτ. 10481/3-3-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004242 με έκταση 51.971 τ. μ. (προήλθε το ακίνητο από κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004242 σε 6 επί μέρους ακίνητα). 3) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Κ. με την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 3°, με προσαρτημένο το από Απρίλιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ., δήθεν ακίνητο του με έκταση 40.411,86 τ.μ. στη θέση "..." .... Προσαρτήθηκε το με αριθμ. πρωτ. 10477/3-3-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004287 με έκταση 33.296 τ.μ. και φέρεται αγνώστου ιδιοκτήτη. Δηλαδή η συμβολαιογράφος "δέχτηκε" και συνέταξε συμβόλαιο προσαρτώντας κτηματογραφικό απόσπασμα και μάλιστα Β' Αναρτήσεως (που έχει τύχει κτηματολογικής επεξεργασίας περαιτέρω της Α' Αναρτήσεως) το οποίο αναφέρεται αγνώστου ιδιοκτήτη χωρίς να έχει εκδικαστεί και προσαχθεί κάποια απόφαση επί ενστάσεως. Επίσης, με απλή τταρατήρηση-σύγκριση μεταξύ προσαρτημένου τοπογραφικού διαγράμματος (Απρίλιος 2003 Α. Σ.) και προσαρτημένου κτηματογραφικού αποσπάσματος (ΚΑΕΚ 1004287) στην .../28-5-2003 γονική παροχή προκύπτει εμφανώς ότι έχει επεκταθεί το ακίνητο που προσδιορίζει το κτηματογραφικό απόσπασμα προς ανατολάς και έχει αυξηθεί το εμβαδόν αυτού κατά 7.115 τ.μ. (από 40.411 τ.μ. του τοπογραφικού μείον 33.296 τ.μ. του κτηματογραφικού αποσπάσματος). Δηλαδή συνέταξε συμβόλαιο, η συμβολαιογράφος Τ. Σ. με "αντιστοίχιση" (!!) Κτηματογραφικού Αποσπάσματος και φερόμενο άγνωστο ιδιοκτήτη προσαυξημένο κατά 7.115 τ.μ. (Το ακίνητο αναφέρεται στην 4η περίπτωση σε συνδυασμό της 10ης). 15) Την .../28-5-2003 πράξη γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 4-6-2003 στον Τόμο 421 με αύξ. αριθμό 19. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.285/5-6 2003 δήλωση του Χ. Κ. και με την αριθ. πρωτ. 11.284/5.6.2003 δήλωση του Ε. Κ. (ως προς την επικαρπία). Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ. παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία με την .../28-5-2003 γονική παροχή υπογράφοντας, δυνάμει της αριθμ. .../29-4-2003 πράξεως πληρεξουσιότητος της άνω κατηγορουμένης (Σ. Τ.), περιγραφόμενο ακίνητο 2° αγροτεμάχιο στη θέση "..." με έκταση 210.000 τ.μ., χωρίς να προσαρτήσει τοπογραφικό διάγραμμα. Προσαρτήθηκε, το με αριθ. πρωτ. 11159/5-4-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1003040 εκτάσεως 178.777 τ.μ. Η κατηγορουμένη Τ. Σ. "δέχτηκε" και συνέταξε συμβόλαιο, την .../28-5-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2°, αλλά με έκταση 210.000 τ.μ., ενώ το αντίστοιχο προσαρτημένο της άνω πράξεως με ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως 1003040, ανέφερε έκταση 178.777 τ.μ. Δηλαδή είδε προφανώς τη διαφορά, την αύξηση, υπέρ του Ε. Κ. κατά 31.223 τ.μ. (210.000 - 178.777 = 31.223 τ.μ.) που μάλιστα προέκυπτε από ΚΑΕΚ Β' Αναρτήσεως που έχει τύχει επεξεργασίας περαιτέρω της Α' Αναρτήσεως και χωρίς να έχει εκδικαστεί και προσαχθεί κάποια απόφαση επί ενστάσεως. Μάλιστα την ίδια ημέρα, η ίδια συμβολαιογράφος Αργοστολίου Τ. Σ. συντάσσει δύο γονικές παροχές. Την υπ' αριθ. .../28-5-2003 με συνολική έκταση 98.838 τ.μ. (48.272 τ.μ. + 10.155 τ.μ. + 40.411 τ.μ.) και την υπ' αριθμ. .../28-5-2003 με συνολική έκταση 228.731 τ.μ. (8.832 τ.μ. + 210.000 τ.μ. + 5.770 τ.μ. + 4.129 τ.μ.). Την ίδια ημέρα λοιπόν (28-5-2003) παρέχει ο Ε. Κ. 98.838 + 228.731 τ.μ. = 327.569 τ.μ. δηλαδή 327 στρέμματα ενώ και στις δύο γονικές παροχές δηλώνει ως όρο ότι δεν διαθέτει στην Ελληνική Επικράτεια έκταση πάνω από 250 στρέμματα. Όλα δε τα ακίνητα τα καταπατημένα που παρέχει στα παιδιά του ο Ε. Κ. τα περιγράφει ως "αγροτικό ακίνητο και ειδικότερα αγροτεμάχια". 16) Την .../8-9-2003 πράξη γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 19-9-2003 στον Τόμο 428 με αύξ. αριθμό 7. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 11.606/24-9-2003 δήλωση του Χ. Κ. και με την αριθ. πρωτ. 11.605/24.9.2003 δήλωση του Ε. Κ. (ως προς την επικαρπία). Κατατέθηκε στην Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη στις 2650/28-5-2004, 2935/9-6-2004, 2943/9-6-2004, 3247/22-6-2004 αιτήσεις χαρακτηρισμού εκτάσεως στη Δ/νση Δασών, από τον Ε. Κ. για λογαριασμό του υιού του Χ., καταθέτοντας αντίστοιχα την .../8-9-2003 γονική παροχή και το .../29-4-2003 πληρεξούσιο, όπως προκύπτει από το 6371/29-9-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Για τις προαναφερόμενες αιτήσεις (και για άλλες επίσης έχουν ταυτάριθμη απόφαση) εξεδόθη η 1152/15-2-2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../8.9.2003 γονική παροχή μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Χ. που για λογαριασμό του υπέγραψε με το .../29.4.2003 πληρεξούσιο ο πατέρας του Ε., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, στο δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 103.130 τ.μ. στη θέση "..." ..., χωρίς να προσαρτήσει τοπογραφικό διάγραμμα. Προσαρτήθηκε αντίστοιχα το με αριθ. πρωτ. 10478/3-3-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1903064 εκτάσεως 103.130 τ.μ. 2) περιγραφέν ακίνητο 3° παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 32.277 τ.μ. στη θέση "..." ..., χωρίς να επισυνάψει τοπογραφικό διάγραμμα. Προσαρτήθηκε αντιστοίχως το με αριθ. πρωτ. 11256/27-5-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1001007 εκτάσεως 32.277 τ.μ. 3) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, με την ίδια γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 4°, επισυνάπτοντας το από Μάιο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β. Κ., δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 26.423,15 τ.μ. στη θέση "... - ..." .... Προσαρτήθηκε αντιστοίχως το με αριθ. πρωτ. 11404/24-7-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004242 εκτάσεως 51.971 τ.μ. 4) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, με την .../8.9.2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 5°, με προσαρτημένο το από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται να είναι του τοπογράφου μηχανικού Α. Σ. δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 1.919,38 τ.μ. στη θέση "..." ..., προσαρτώντας αντιστοίχως το με αριθ. πρωτ. 11404/24-7-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004242 εκτάσεως 51.971 τ.μ. (προήλθε το ακίνητο από κατάτμηση του ΚΑΕΚ 1004242 σε 6 επί μέρους ακίνητα) 5) Ο Ε. Κ. μεταβίβασε στον υιό του Χ., παρακρατώντας την ισόβια επικαρπία, με την .../8-9-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 6° και προσαρτημένο το από Αύγουστο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα που φέρεται ότι κατήρτισε ο τοπογράφος μηχανικός Α. Σ., δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 2.644,53 τ.μ. στη θέση "..." ... με συνημμένο αντιστοίχως το υπ' αριθ. πρωτ. 11404/24.7.2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004242 εκτάσεως 51.971 τ.μ. 17) Το αριθ. .../13-4-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής το οποίο μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 20-4-2004 στον Τόμο 440 με αύξ. αριθμό 27. Προσκομίστηκε στο Κτηματολόγιο με την αριθ. πρωτ. 12.847/21-4-2004 δήλωση του Ε. Κ. (είναι η μόνη που δεν κατέθεσε ο υιός Κ.). Κατατέθηκε στην Δ/νση Δασών Κεφ/νίας ως συνημμένη της 2649/28-5-2004 αιτήσεως χαρακτηρισμού εκτάσεως του Ε. Κ., ενεργούντος ως πληρεξούσιος του υιού του Κ. (με το .../12-5-2003 πληρεξούσιο), για την οποία (αίτηση) εξεδόθη η 1152/15-2-2005 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/νσεως Δασών Κεφ/νίας. Με την .../13-4-2004 γονική παροχή μεταβίβασε ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. με προσαρτημένο το από Μάρτιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μελετητή Β.Κ., δήθεν ακίνητο του, εκτάσεως 5.914,01 τ.μ. στη θέση "..." ... με συνημμένο το υπ' αριθ. πρωτ. 12720/15-3-2004 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004242 εκτάσεως 51.971 τ.μ. 18) Το αριθ. .../6-5-2004 συμβόλαιο γονικής παροχής το οποίο μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 11-5-2004 στον Τόμο 441 με αύξ. αριθμό 87. Απεστάλη στο Κτηματολόγιο (αυτεπάγγελτα) από το Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου, όπου όπως προκύπτει από το Κτηματογραφικό Απόσπασμα ΚΑΕΚ επαναληπτικής Β' Αναρτήσεως έλαβε τον ΚΑΕΚ 1004227, με την .../6.5.2004 γονική παροχή μεταβίβασε η Α. Π. σύζυγος Ε. Κ. στον υιό της Κ. αγροτεμάχιο στη θέση "..." με έκταση 12.093,159 τ.μ. Το ανωτέρω αγροτεμάχιο προήλθε ως ιδιοκτησίας Α. Π. με το .../16-1-2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας σε εκτέλεση του .../24.8.2001 προσυμφώνου πωλήσεως αγροτικού ακινήτου (της ιδίας συμβολαιογράφου) με το οποίο αγόρασε η Α. Π. από τον Δ. Σ. του Α. το αγροτεμάχιο. Περιέγραψαν το ακίνητο, όπως περιγράφεται στο .../16-1-2002 συμβόλαιο αγοράς και μνημόνευσαν το προσαρτημένο του .../16-1-2002 συμβολαίου από Οκτώβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ.. Το εν λόγω τοπογραφικό που μνημόνευσαν στην .../6-5-2004 γονική παροχή είναι αλλοιωμένο - παραποιημένο και έχουν σβήσει με διορθωτικό τη φράση "Ιδιοκτησία Γ. Σ." της όμορης ιδιοκτησίας και γράφοντας χειρόγραφα "Ιδιοκτησία Ε. Κ." και έχουν εμφανίσει από το πουθενά ως συνορίτη (τον έγραψαν χειρόγραφα) τον Ε. Κ.. Προσαρτήθηκε αντίστοιχα το με αριθ. πρωτ. 11160/5-4-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα Β' Αναρτήσεως με τον ΚΑΕΚ 1004227 με έκταση 13.717 τ.μ. με φερόμενη ιδιοκτήτρια την Α. Π. (στο .../16-1-2002 συμβόλαιο, όπως προαναφέραμε προσάρτησαν άσχετο ειδικό Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου Α' Αναρτήσεως (1004101) εκτάσεως 417,474 τ.μ. και αναφέρει όμορες 74 γνωστές ιδιοκτησίες). 19) Την αριθμ. .../26-5-2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 27-5-2004 στον Τόμο 443 με αύξ. αριθμό 14. Απεστάλη στο Κτηματολόγιο (αυτεπάγγελτα) από το Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου και έλαβε, όπως προκύπτει από το Κτηματογραφικό Απόσπασμα Β' Αναρτήσεως τον ειδικό ΚΑΕΚ 1004293. Με την .../26-5-2004 διορθωτική πράξη διορθώνει την .../7-1-2003 γονική παροχή, περιγραφόμενο ακίνητο 2° με την οποία είχε μεταβιβάσει ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 3.648,70 τ.μ. Προσαρτήθηκε στην .../26-5-2004 διορθωτική πράξη, το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ.. Η διόρθωση αφορούσε την μείωση της εκτάσεως από 3.648,70 τ.μ. σε έκταση 3.050,12 τ.μ., αφού εγκατέλειψε τμήμα της ιδιοκτησίας του Φ. Α. (είναι το μόνο από το οποίο αποχώρησε οικειοθελώς) και ενσωμάτωσε όμως στην δήθεν ιδιοκτησία του το τμήμα του αγροτικού δρόμου που εφάπτεται Βόρεια του δήθεν ακινήτου του. Δηλαδή εδώ η συμβολαιογράφος είδε ότι μεταβιβάζει με τη διόρθωση τμήμα αγροτικού δρόμου που η ίδια είχε αναγράψει στην υπό διόρθωση .../7-1-2003 γονική παροχή, που ο ίδιος ο εντολέας της Ε. Κ. είχε ομολογήσει και αποτυπωνόταν στο προσαρτημένο της .../7-1-2003 γονικής παροχής τοπογραφικό διάγραμμα (για το ακίνητο αυτό αναφέρονται τα υπομνήματα στην 2η περίπτωση). 20) Την αριθμ. .../26-5-2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 27-5-2004 στον Τόμο 443 με αύξ. αριθμό 15. Απεστάλη στο Κτηματολόγιο (αυτεπάγγελτα) από το Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου και έλαβε, όπως προκύπτει από το Κτηματογραφικό Απόσπασμα επαναληπτικής Β' Αναρτήσεως τον ειδικό ΚΑΕΚ 1004278. Με την .../26.5.2004 διορθωτική πράξη διορθώνει την .../6-3-2003 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 2° με την οποία είχε μεταβιβάσει ο Ε. Κ. στον υιό του Κ. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 4.883,86 τ.μ. Προσαρτήθηκε στην .../26-5-2004 διορθωτική πράξη, το από Μάιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του Β. Κ.. Η διόρθωση αφορούσε την αύξηση της εκτάσεως από 4.883,86 τ.μ. σε έκταση 6.416,86 τ.μ., (για το ακίνητο αυτό αναφέρονται τα υπομνήματα στην 2η περίπτωση). 21) Την αριθμ. .../3-11-2004 διορθωτική πράξη συμβολαίου γονικής παροχής η οποία μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου την 4-11-2004 στον Τόμο 452 με αύξ. αριθμό 70. Απεστάλη στο Κτηματολόγιο (αυτεπάγγελτα) από το Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου, όπως προκύπτει από το Κτηματογραφικό Απόσπασμα επαναληπτικής Β' Αναρτήσεως τον ειδικό ΚΑΕΚ 1004232. Με την .../3-11-2004 διορθωτική πράξη διορθώνει την ... γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1° με την οποία είχε μεταβιβάσει ο Ε. Κ., παρακρατώντας την επικαρπία, στον υιό του Κ. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 40.202,767 τ.μ. Προσαρτήθηκε στην .../3-11-2004 διορθωτική πράξη, το από Μάρτιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Β.Κ. παραποιημένο σε 12 σημεία του. Το πρωτότυπο και μη παραποιημένο τοπογραφικό κατατέθηκε από τον Ε. Κ. με την 850/19-2-2002 αίτηση χαρακτηρισμού εκτάσεως στη Δ/νση Δασών Κεφ/νίας για την οποία (αίτηση) αντιστοίχως εξεδόθη η 4603/3-9-2002 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της ιδίας υπηρεσίας. Η διόρθωση δεν αφορούσε το εμβαδόν, αλλά τους συνορίτες. "Εξαφάνισαν" τμήματα αγροτικού δρόμου και συνορίτες (μηνυτές της παρούσης) τους οποίους οι ίδιοι είχαν αποτυπώσει στο τοπογραφικό και στην υπό διόρθωση .../15-12-2001 γονική παροχή, περιγραφέν ακίνητο 1ο. Εδώ η συμβολαιογράφος είδε ότι εξαφανίζεται με τη διόρθωση τμήμα αγροτικού δρόμου και ονόματα όμορων ιδιοκτητών που η ίδια είχε αναγράψει στην υπό διόρθωση .../15-12-2001 γονική παροχή που ο ίδιος ο εντολέας της Ε. Κ. "εμφάνιζε" - αποτύπωνε δια του συνημμένου σ' αυτό (συμβολαιογραφικής παροχής) τοπογραφικού διαγράμματος. Εκ των ως άνω ενεργειών της άνω εκκαλούσης τις οποίες ως εκτενώς ήδη αναπτύχθηκε προέβη από κοινού δηλαδή κατόπιν της ενσυνειδήτου και ηθελημένης συναποφάσεώς της δεχόμενη να συμπραγματώσει, άλλοτε συγχρόνως και άλλοτε επαλλήλως έχοντας προσυνεννοηθεί μετά των λοιπών συμμετοχών (κυρίως του πατρός Κ. και του τοπογράφου -αγρονόμου μελετητή της κτηματογραφήσεως) το μέρος (τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως της κακουργηματικής απάτης το σχετικό με την εξασφάλιση - κατοχύρωση δια συμβολαιογραφικών τίτλων (πεποιημένων) της ανυπάρκτου ακινήτου περιουσίας (καταπατηθέντα) και εντεύθεν προσδώσεως νομιμοφάνειας στις φερόμενες ως ανήκουσες στην ιδιοκτησία του συγκατηγορουμένου της Ε. Κ.. Την σύμπραξή της αυτή, μετήλθε ως και εκείνος, δια μερικότερων πράξεών τους επί μακρόν, χρησιμοποιώντας αυτό το έγκλημα ως "επάγγελμα", δηλαδή με σκοπό πορισμού εξ αυτού εισοδήματος προεχόντως, επ' ωφελεία, του κυρίως "εξυπηρετουμένου" εξ' αυτής (απάτης) Κ. Ε. και των μελών (τέκνων του) ο οποίος με την σειρά του, θα της απέδιδε τα αναλογούντα (συμπεφωνημένα) ποσά ή παντοειδή ανταλλάγματα ή υποσχέσεις παροχής ανταλλαγμάτων και σ" αυτήν την συγκατηγορουμένη του, η οποία σαφώς προσδοκούσε και "ίδιον" όφελος και μέσω της μελλοντικής "αξιοποιήσεως" - "εκποιήσεως" των υπό τούτου Κ. καταπατηθέντων δήθεν "ιδιοκτησίας του" γεωτεμαχίων των εβδομήντα οκτώ (78) παθόντων μηνυτών, η ζημία των οποίων και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του Κ. Ε. και δι' αυτού των τέκνων του ανέρχεται λαμβανομένου υπ' όψιν ότι, η συνολικώς καταπατηθείσα και μεταβιβασθείσα από τον Κ. Ε. στους υιούς του έκταση, ανέρχεται σε 430,43860 στρέμματα επί 1.500 ευρώ το στρέμμα η αγοραία (εμπορική) αξία στο χρηματικό ποσό του 645.765 ευρώ κατά το οποίο, αυξήθηκε μεν, παρανόμως, η ιδία αυτού και των τέκνων του περιουσία μειώθηκε δε, ισόποσα, η αγοραία αξία της ακινήτου αυτών περιουσίας πέραν βεβαίως, της δαπάνης στην οποία ασφαλώς θα υποβληθούν για την δικαστική άρση της τεθείσης, δια της απατηλής συμπεριφοράς του 1ου, 2ης και 3ης των κατηγορουμένων υπό αμφισβήτησιν κυριότητός τους. VIΙΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών και με το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εξέδωσε, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, διέλαβε σε αυτό την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς (για τα κακουργήματα) Εφετείου Πατρών για να δικασθεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 18, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3α-β του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι δεν στέρησε το βούλευμα από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη επιμέρους αιτιάσεις: α) εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις παραδοχές του Συμβουλίου ότι αυτή γνώριζε το ψευδές περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων και το ανύπαρκτο της ακίνητης περιουσίας του συγκατηγορουμένου της Ε. Κ. και των μελών της οικογενείας του που περιγράφεται στους συμβολαιογραφικούς τίτλους που συνέταξε και ως εκ τούτου όφειλε να απόσχει από τη σύνταξη τούτων, β) αιτιολογείται πλήρως η παραδοχή του Συμβουλίου ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε κατόπιν συναποφάσεως και κοινού δόλου με τους συγκατηγορουμένους της, στα πλαίσια οργανωμένου σχεδίου δράσεως, συμπράττοντας στην εκτέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, συντάσσοντας "αποδεικτικά κυριότητος" και ειδικότερα, ψευδείς κατά περιεχόμενο ένορκες βεβαιώσεις χρησικτησίας, γονικές παροχές, διορθώσεις γονικών παροχών, δωρεές, προσύμφωνα αγοραπωλησίας, πληρεξούσια αγοραπωλησίας, εν γνώσει της ότι οι συσταθείσες δι' αυτού του τρόπου εμπράγματες δικαιοπραξίες, αφορούσαν εκτάσεις που δεν ανήκαν στον εντολέα της, θέλοντας έτσι να ενώσει τη δική της δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, γ) εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το συμβούλιο έκρινε ότι συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, με την παραδοχή ότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και την διαμόρφωση κατάλληλης υποδομής, συνισταμένης στη βάσει οργανωμένου σχεδίου κατάρτιση πεποιημένων συμβολαιογραφικών τίτλων, προκύπτει σκοπός αυτής για τον πορισμό εισοδήματος στον Ε. Κ. και δι' αυτού στα τέκνα του, αλλά και στην ίδια με την είσπραξη των συμφωνημένων οικονομικών ανταλλαγμάτων, καθώς και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, δ) προσδιορίζεται το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των μηνυτών, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς και εκείνο των 73.000 ευρώ, και ανέρχεται στο ποσό των 645.657 ευρώ (430,43860 στρέμματα επί 1500 ευρώ το στρέμμα), δ) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και των συγκατηγορουμένων της (συναυτουργών) και του επελθόντος αποτελέσματος της απάτης, ε) το Συμβούλιο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1-12 του Ν. 2308/1995, 5 του Ν. 2830/2000 και 6 του Ν. 2664/1998, με την παραδοχή ότι υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση διακινδύνευση της περιουσίας των μηνυτών, οι οποίοι μετά την εγγραφή των κτημάτων τους στο κτηματολόγιο στερήθηκαν του δικαιώματος της άμεσης διαθέσεως (μεταβιβάσεως) αυτών σε τρίτους και ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες για την άρση της αμφισβητήσεως των εμπράγματων δικαιωμάτων τους και την ικανοποίηση της νόμιμης αξιώσεώς των. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΙΧ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος δημιουργείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ' αυτόν δικαιωμάτων, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 31 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ, αν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά την διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξεως, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται αμέσως μετά. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της κυρίας ανακρίσεως το οποίο επακολούθησε αυτής (ΑΠ 1770/2009, ΑΠ 1131/2009). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλείται την πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, καθόσον πριν ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη για την κακουργηματική πράξη της απάτης, για την οποία παραπέμπεται στο ακροατήριο, διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας προκαταρκτική εξέταση, κατά την οποίαν όμως αυτή ουδέποτε κλήθηκε για να παράσχει εξηγήσεις επί των καταγγελλομένων σε βάρος της από τους μηνυτές, καίτοι ήταν γνωστής διαμονής και έτσι παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, ως ύποπτης, κατά παράβαση των άρθρων 31 και 43 του ΚΠΔ και επομένως εσφαλμένως, δεν εξετάσθηκε αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ο ανωτέρω λόγος ακυρότητας και συνακόλουθα εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως. Από τα επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και το προσβαλλόμενο 404/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, προκύπτουν σε σχέση με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως τα ακόλουθα: Στην με αριθμό 2/7.9.2009 έφεσή της κατά του 42/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, η αναιρεσείουσα, διατύπωσε ως λόγους εφέσεως τη μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος της για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της κακουργηματικής απάτης και την απόλυτη ακυρότητα των πράξεων της προηγηθείσας της κυρίας ανακρίσεως προκαταρκτικής εξετάσεως (δηλαδή της ασκηθείσας εναντίον της ποινικής διώξεως και όλων των πράξεων της προδικασίας που ακολούθησαν), καθόσον αυτή, ως ύποπτη, δεν κλήθηκε να δώσει σχετικές εξηγήσεις, κατ' άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ, για την πράξη που τις αποδίδονταν. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε κατ' ουσία την άνω έφεση. Όσον αφορά δε το λόγο εφέσεως, περί της προβληθείσας ως άνω ακυρότητας της ασκηθείσας σε βάρος της αναιρεσείουσας ποινικής διώξεως και όλων των εν συνεχεία πράξεων της προδικασίας, δέχτηκε ότι δεν δημιουργήθηκε καμία ακυρότητα, εκ του ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη δεν κλήθηκε κατά την προανάκριση για να απολογηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 245 παρ. 1 του ΚΠΔ. Με την αιτιολογία αυτή, το προσβαλλόμενο βούλευμα, που από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται στην περάτωση της προανακρίσεως αντί της προκαταρκτικής εξετάσεως κατ' άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ, σε ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε, αφού προκύπτει ότι η κατηγορουμένη άσκησε πλήρως τα δικαιώματά της τόσο κατά την απολογία της στη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, όσο και με τα εκτενή υπομνήματα που υπέβαλε και ο σχετικός από τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ, β' και δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η 2/10.9.2010 αίτηση (δήλωση) της Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση του 404/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 12 Απριλίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999, "η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση αμφοτέρων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της απάτης, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράστη σκοπούμενου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό, όπως πιο πάνω, όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή, όμως, της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια, απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δεν συντρέχει, λοιπόν, κατά συνήθεια τέλεση όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω, με το ν. 2308/1995 "Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου - Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία και άλλες διατάξεις", καθορίσθηκε η διαδικασία συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, η σχετική διαδικασία αρχίζει με την έκδοση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία κηρύσσει ορισμένη περιοχή υπό κτηματογράφηση (άρθρο 1). Ακολουθεί η υποβολή δηλώσεων από όσους έχουν εμπράγματα ή άλλα εγγραπτέα στα κτηματολογικά βιβλία δικαιώματα επί ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής (άρθρο 2), η σύνταξη των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων με βάση τα τοπογραφικά υπόβαθρα που διαθέτει ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (ΟΚΧΕ), τις υποβληθείσες δηλώσεις, τους συνυποβαλλόμενους με αυτές τίτλους, τα στοιχεία και τις πληροφορίες που συλλέγει ο ΟΚΧΕ από άλλες υπηρεσίες και από τους οριοδείκτες ή με επιτόπια έρευνα ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο (άρθρο 3) και η ανάρτηση των κατά τα ανωτέρω συνταχθέντων προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων (άρθρο 4). Στη συνέχεια, προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ενστάσεων από όσους έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο (άρθρο 6), η εξέταση των εν λόγω ενστάσεων σε πρώτο βαθμό από τριμελή Επιτροπή (άρθρο 7), η μετά από την εξέταση αυτή αναμόρφωση των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων και πινάκων (άρθρο 8) και η δεύτερη ανάρτηση των στοιχείων της κτηματογραφήσεως (άρθρο 9), η υποβολή προσφυγών σε Δευτεροβάθμια Επιτροπή από τυχόν θιγομένους και η εκδίκασή τους (άρθρο 10), μετά την οποία χωρεί η αναμόρφωση από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο των κτηματολογικών διαγραμμάτων και των κτηματολογικών πινάκων με βάση τις αποφάσεις της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής και η έκδοση από τον ΟΚΧΕ "διαπιστωτικής πράξεως περαιώσεως της όλης διαδικασίας κτηματογραφήσεως" (άρθρο 11). Ακολούθως, το Γραφείο Κτηματογραφήσεως προβαίνει στις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία για όλα τα ακίνητα της περιοχής που κτηματογραφήθηκε (άρθρο 12). Επακολούθησε ο ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'275), ο οποίος ρύθμισε τα ζητήματα σχετικά με την τήρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, την λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων και την μετάβαση από το σύστημα των μεταγραφών και υποθηκών στο σύστημα του κτηματολογίου. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 αυτού και υπό τον τίτλο "Πρώτες εγγραφές - Προθεσμία αμφισβητήσεως" ο νόμος αυτός όρισε τα εξής: "1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες ... 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλη και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) ετών. ... Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της απόφασης του ΟΚΧΕ, που προβλέπει το άρθρο 1 παράγραφος 3 [απόφαση περί της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του Κτηματολογίου]. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως, στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων όσο και κατά του ειδικού διαδόχου αυτού. Επί αγωγών που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, τηρείται από αυτό η διαδικασία του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ...". Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, "μεταγενέστερες εγγραφές, που καταχωρίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο έως την κατά το προηγούμενο άρθρο οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής, δημιουργούν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 13. Το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν αντιτάσσεται κατ' εκείνου που αμφισβήτησε την ακρίβεια της πρώτης εγγραφής ενώπιον των δικαστηρίων μέσα στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 προθεσμία και πέτυχε την έκδοση υπέρ αυτού αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ούτε κατ' εκείνων που έλκουν δικαιώματα από αυτόν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7α του παρόντος, εκτός αν πρόκειται για εγγραφή που αφορά σε πρωτότυπη κτήση, αντιτασσόμενη κατά τις ισχύουσες γι' αυτήν διατάξεις και έναντι αυτού". Κατά δε το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, οι εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα για τις πράξεις του άρθρου 12 τεκμαίρονται ακριβείς και η ανατροπή του μαχητού αυτού τεκμηρίου γίνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή η οποία ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον και στρέφεται κατ' εκείνου που φέρεται ανακριβώς στα κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχος ή των καθολικών διαδόχων του ή και κατά των ειδικών διαδόχων με ποινή απαραδέκτου. Τέλος, εκδόθηκε ο ν. 3127/2003, με τον οποίο επήλθαν επί μέρους τροποποιήσεις και χώρησε συμπλήρωση των διατάξεων των νόμων 2308/1995 και 2664/1998, οι οποίες ισχύουν κατ' αρχήν στις κτηματογραφήσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς και στις κτηματογραφήσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, χωρίς να ακολουθήσει η έκδοση της αποφάσεως του ΟΚΧΕ που προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2308/1995. Εξάλλου, κατ' επίκληση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ως άνω ν. 2308/1995 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 24414/4876/8.9.1997 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Κήρυξη περιοχών υπό κτηματογράφηση για τις εργασίες του Εθνικού Κτηματολογίου" (ΦΕΚ Β' 836), με την οποία κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση οι περιοχές που βρίσκονται στα διοικητικά όρια των δήμων και κοινοτήτων που αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο νομός Κεφαλληνίας (Δήμοι Αργοστολίου και Ληξουρίου). Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 2308/1995 και 2664/1998, με τη διαδικασία της κτηματογραφήσεως που προβλέφθηκε από αυτές, αποτυπώνεται απλώς και καταγράφεται η υφισταμένη κατάσταση των ακινήτων και των επ' αυτών δικαιωμάτων με βάση τις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και τις πληροφορίες, που έχουν συλλεγεί, χωρίς, πάντως, να κρίνεται με την αποτύπωση και την καταγραφή αυτή το ζήτημα του ιδιοκτήτη των ακινήτων για τα οποία πρόκειται. Η διαδικασία, δηλαδή, αυτή, ως εκ της φύσεως των οργάνων στα οποία έχει ανατεθεί η διεκπεραίωσή της, δεν υποκαθιστά ούτε αποκλείει τη δικαστική επίλυση των ιδιοκτησιακών διαφορών επί των ακινήτων της υπό κτηματογράφηση περιοχής. Οι αμφισβητήσεις σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω ακινήτων, οι οποίες ανακύπτουν κατά την κτηματογράφηση ή μετά την περαίωση αυτής, εξ αφορμής πράξεων του ΟΚΧΕ και των συγκροτουμένων από τον ΟΚΧΕ Επιτροπών Ενστάσεων (Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια) υπάγονται, ως αφορώσες την αναγνώριση ιδιωτικών δικαιωμάτων, στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ.2 του Συντάγματος. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι μετά τις πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία, εφόσον αυτές γίνονται από τον κατά φαινόμενο δικαιούχο, τίθενται αμέσως υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα του πραγματικού δικαιούχου, με συνέπεια την απειλή μειώσεως της περιουσίας του, δηλαδή τη χειροτέρευση της ενεστώσας οικονομικής καταστάσεως αυτού, αφού η επιδίωξη ικανοποιήσεώς του και συνακόλουθα η δυνατότητα διαθέσεως της περιουσίας του απαιτεί την εμπλοκή του σε δικαστικούς αγώνες, με την προβλεπόμενη ειδική διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 2664/1998. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 5 παρ.1 και 2 του ν. 2830/2000 (Κώδικα περί Συμβολαιογράφων), ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός με καθήκοντα να συντάσσει και φυλάσσει έγγραφα συστατικά ή αποδεικτικά των δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων όταν η σύνταξη των εγγράφων αυτών είναι υποχρεωτική κατά νόμο ή όταν οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να προσδώσουν σε αυτά κύρος δημοσίου εγγράφου και οφείλει να απέχει από τη σύνταξη πράξεως που αντίκειται στο νόμο ή στα χρηστά ήθη, ασκεί δε τα καθήκοντα του ευσυνείδητα και αμερόληπτα και οφείλει να εξηγεί στους δικαιοπρακτούντες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν και τα δικαιώματα που έχουν από τις πράξεις που καταρτίζονται και να διαπιστώνει ότι αυτοί γνωρίζουν τα αποτελέσματα των πράξεων αυτών. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι ο συμβολαιογράφος οφείλει, κατά την άσκηση των λειτουργικών του καθηκόντων, όταν διαπιστώνει ή τελεί εν γνώσει ότι το περιεχόμενο των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων μερών είναι προδήλως ψευδές, να απέχει από τη σύνταξη πεποιημένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, διότι η σύνταξη τέτοιων εγγράφων είναι αντίθετη στο νόμο και στα χρηστά ήθη. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, όσον αφορά την πράξη που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα, επί λέξει, τα εκτιθέμενα στην ενσωματωμένη στο παρόν βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία, κατά το σημείο τούτο, αναφέρεται και το Συμβούλιο αυτό προς αποφυγήν ασκόπων επαναλήψεων. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της εκκαλούσας - κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία (ταυτόχρονη και διαδοχική) και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστη που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και με επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτήν ασκηθείσα, κατά του υπ’ αριθμ. 42/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κεφαλληνίας, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 45, 98 και 386 παρ. 1 και 3α-β του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στο βούλευμα α) ο σκοπός της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης να περιποιήσει σε άλλους (στον Ε. Κ. και στα τέκνα του), αλλά και στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτής παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (σύνταξη ψευδών τίτλων ιδιοκτησίας, υποβολή ψευδών δικαιολογητικών κ.λπ.) και γ) βλάβη ξένης, ήτοι των παθόντων μηνυτών, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ως άνω παραπλανητικές ενέργειες της αναιρεσείουσας. Εκτίθεται, ακόμη, ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε από κοινού, ήτοι κατόπιν συναποφάσεως, με κοινό δόλο και δράση, με τους συγκατηγορουμένους της Ε. Κ. και Β. Κ.. Αιτιολογούνται, ακόμη, πλήρως οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξεως, με την παραδοχή, στο διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο και αποτελεί ενιαίο σύνολο με αυτό, ότι: Η αναιρεσείουσα και οι συγκατηγορούμενοί της "επαναληπτικώς, δια της μακροχρονίου και συστηματικής (με διάρκεια) δράσεώς τους, των απατηλών μεθοδεύσεων, τις περιστάσεις και τις συνθήκες υπό τις οποίες υλοποίησαν σταδιακά την πράξη τους (...) εντέχνως, μεθοδευμένα και βάσει οργανωμένου σχεδίου τους, εκμεταλλευόμενοι τις γνώσεις, τις επαφές τους, τις αδυναμίες του νεοσύστατου θεσμού της Κτηματογραφήσεως, ..., αποβλέποντας καταδήλως σε οικονομική τους ωφέλεια, καταδεικνύεται ότι ανήγαγαν την (κακουργηματική) απάτη σε μέσο βιοπορισμού. Εξάλλου, από την επανειλημμένη δραστηριοποίησή τους προς κατεύθυνση ολοκληρώσεως της απάτης με συγκλίνουσες ταυτόχρονες ή και διαδοχικές μερικότερες ενέργειες ενός εκάστου κατά τρόπο που συνιστά κατανομή του προαποφασισθέντος εγκληματικού σχεδίου τους προκύπτει ότι διέπονται ως προσωπικότητες από "ερριζωμένη" ροπή και απέκτησαν ως χαρακτήρες "τάση" σταθερή ώστε η τέλεση της πράξεως αυτής κατέστη γι’ αυτούς συνήθεια". Και "από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και δη τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε, με τους δύο συγκατηγορουμένους της, τον μεγάλο αριθμό των ψευδών δικαιολογητικών και τίτλων ιδιοκτησίας που συνέταξε αυτή (...), των τεχνικών εκθέσεων - εισηγήσεων και των τοπογραφικών διαγραμμάτων που διακινήθηκαν, τα αίτια τα οποία οδήγησαν αυτήν και εκείνους στη συμπεριφορά αυτή, ..., συνάγεται ο σκοπός της για πρόσκτηση εισοδήματος προς βιοπορισμό καθώς και σταθερή ροπή της για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς της". Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Συμβούλιο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1-12 του ν. 2308/1995, 6 του ν. 2664/1998 και 5 του ν. 2830/2000, με την παραδοχή ότι υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση διακινδύνευση της περιουσίας των μηνυτών, οι οποίοι μετά την εγγραφή των κτημάτων τους στο κτηματολόγιο στερήθηκαν του δικαιώματος της άμεσης διαθέσεως (μεταβιβάσεως) αυτών σε τρίτους και ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες για την άρση της αμφισβητήσεως των εμπράγματων δικαιωμάτων τους και την ικανοποίηση της νόμιμης αξιώσεώς τους. β) Εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη γνώση από μέρους της αναιρεσείουσας του ψευδούς περιεχομένου των ενόρκων βεβαιώσεων και του ανυπάρκτου της ακίνητης περιουσίας του συγκατηγορουμένου της Ε. Κ. και των μελών της οικογενείας του που περιγράφεται στους συμβολαιογραφικούς τίτλους που συνέταξε και, ως εκ τούτου, όφειλε να απόσχει από τη σύνταξη τούτων. γ) Αιτιολογείται ότι από τα επίμαχα συμβόλαια παραπλανήθηκαν οι αρμόδιες Αρχές και προέβησαν σε ενέργειες επιζήμιες για την περιουσία των παθόντων, δηλ. των αληθινών κυρίων της ακίνητης περιουσίας που φέρεται ότι καταπατήθηκε. δ) Πλήρως αιτιολογείται, κατά τα ανωτέρω, η συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της πράξεως της απάτης "κατ’ επάγγελμα" και "κατά συνήθεια". Επομένως, οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. β και δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171§1 στοιχ. β', δ' και 484§1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος δημιουργείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ' αυτόν δικαιωμάτων, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 31§2 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά την διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξεως, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται αμέσως μετά. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της κυρίας ανακρίσεως, το οποίο επακολούθησε αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από το άρθρ. 484§1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας λόγω μη νομίμου κλητεύσεως της αναιρεσείουσας κατά την προκαταρτική εξέταση που διενεργήθηκε για την ένδικη πράξη για να παράσχει αυτή εξηγήσεις και να ασκήσει τα υπερασπιστικά της δικαιώματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να προβάλει τα υπερασπιστικά της δικαιώματα κατά το στάδιο της ανακρίσεως που επακολούθησε της προκαταρκτικής εξέτασης και πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, τα πρόβαλε, αφού απολογήθηκε και κατέθεσε εκτενή υπομνήματα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 2/10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση της Σ. Τ. του Ε., για αναίρεση του υπ’ αριθ. 404/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθό και αιτιολογημένο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών για κακουργηματική απάτη. Στοιχεία εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη η κρίση για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων. Ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1-12 του ν. 2308/1995, 6 του ν. 2664/1998 και 5 του ν. 2830/2000. Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο κατηγορούμενος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της κυρίας ανακρίσεως, το οποίο επακολούθησε αυτής. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 982/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Α.-Β., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, για αναίρεση της υπ'αριθ.55593/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 135/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΙΊοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.55593/2010 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, καταδίκασε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για παράβαση του Α.Ν.690/1945 σε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, ανασταλείσα και χρηματική ποινή οκτακοσίων (800) ευρώ. Στο σκεπτικό της αποφάσεως, το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, ότι από τα μνημονευόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενο είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Travel Rent a Car Εκμισθώσεις αυτοκινήτων Α.Ε." που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής επί της οδού Πρωτόπαππα αριθ.46. Με την ανωτέρω ιδιοτητά του προσέλαβε και απασχόλησε στην επιχείρησή του τον Σ. Θ. ως οδηγό αυτοκινήτων κατά το χρονικό διάστημα από 25-4-2004 έως 27-9-2006 οπότε και τον απέλυσε, έναντι καθαρών μηνιαίων αποδοχών 700 ευρώ. Ο κατηγορούμενος από πρόθεση δεν του κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 3798,92 ευρώ που αφορά α)υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2006 ποσού 2671 ευρώ. β)επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2006 ποσού 685,81 ευρώ. και γ)επίδομα εορτών Πάσχα ποσού 441,75 ευρώ αν και του τα όφειλε βάσει της προαναφερθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και έπρεπε να τα καταβάλει έως τις 9-11-2007". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην αιτιολογία, μολονότι η άνω επιχείρηση φέρεται ως εταιρική και όχι ατομική και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στην ως άνω ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, αλλά αναφέρεται μόνον ότι αυτός είναι νόμιμος εκπροσωπός της, χωρίς να διευκρινίζεται πως προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησης της άνω ανώνυμης εταιρίας από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο. Περαιτέρω, προκύπτει ασάφεια ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών των 2671 ευρώ, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συμφωνηθείς μηνιαίως καθαρός μισθός ανερχόταν σε 700 ευρώ και, ενώ όφειλε ο κατηγορούμενος στον εργαζόμενο Σ. Θ. αποδοχές μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου 2006, δεν προσδιορίζεται πως προκύπτει το άνω ποσό των 2671 ευρώ, το οποίο μάλιστα ήταν υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών των άνω μηνών. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχήν του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγου της ένδικης αιτήσεως (αν και προβαλλομένου με την επίκληση των τελευταίων ως άνω ασαφειών και όχι και της προαναφερθείσης ελλείψεως), αλλά και κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα της συγκεκριμένης ελλείψεως (άρθρο 511 ΚΠολΔ) ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει, κατά τα παραπάνω, σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ.55593/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου. Παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Αναίρεση. Παραπομπή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 981/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α.-Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαχαραλάμπους, περί αναιρέσεως της 95215/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Γ. Γ. του Β., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 132/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1, 2 περ. α', β', γ' και 4 του ν. 2696/1999 ( ΚΟΚ), "Αν συμβεί τροχαίο οδικό ατύχημα, από το οποίο επήλθε βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται να...... (παρ.1). Αν από το οδικό τροχαίο ατύχημα επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον (των όσων ορίζει η παρ. 1 του ίδιου άρθρου): α) Να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στους παθόντες, β) Να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της Αστυνομίας ή για την περίθαλψη των τραυματιών ή του ίδιου ... γ) Να αποτρέψει οποιαδήποτε μεταβολή στον τόπο του ατυχήματος (παρ.2). Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α' και β' του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών" (παρ.4 εδ. α ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί η πιο πάνω αξιόποινη παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α, β του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας απαιτείται, εκτός των άλλων, να επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη από οδικό τροχαίο ατύχημα, χωρίς να είναι ανάγκη να εξειδικεύεται η σωματική αυτή βλάβη, και εμπλοκή με οποιονδήποτε τρόπο στο οδικό αυτό τροχαίο ατύχημα οδηγού ή άλλου που χρησιμοποιεί την οδό. Εμπλοκή με την ευρεία αυτή έννοια μπορεί να υπάρχει και αν ο οδηγός δεν είναι υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και αν δεν συγκρούσθηκε το όχημά του με άλλο, όπως όταν παρέσυρε πεζό. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 95215/2010 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στη ... στις 21.12.2002 οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό της επί της οδού ... και πλησιάζοντας στη συμβολή της οδού αυτής με την οδό ..., κατέστη υπαίτια οδικού τροχαίου ατυχήματος καθόσον μη ασκούσα, ως όφειλε, τον έλεγχο και εποπτεία του ανωτέρω οχήματός της, δεν μπόρεσε να εκτελέσει τους αναγκαίους χειρισμούς για να αποφύγει την ως άνω πολιτικώς ενάγουσα Γ. Γ., με αποτέλεσμα να την τραυματίσει, όπως προκύπτει από το από 7-4-2004 πιστοποιητικό νοσηλείας του Ασκληπιείου Βούλας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη αντιλήφθηκε ότι τραυμάτισε την ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα, που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της προαναφερθείσας οδού από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματός της, πλην όμως αυτή (κατηγορουμένη) δεν έδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα-παθούσα την αναγκαία βοήθεια και συμπαράστασή της και δεν ειδοποίησε την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή περί του συμβάντος, ούτε παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι να έρθει αυτή (αστυνομική αρχή), όπως όφειλε, αλλά έφυγε μακριά, παρότι όφειλε να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες. Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης της κατηγορουμένης για τον τραυματισμό της πολιτικώς ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε, αντίθετα προέκυψε ότι ο σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας-παθούσας πληροφόρησε άμεσα την κατηγορουμένη και γνωστοποίησε σ'αυτήν τον τραυματισμό της συζύγου του καθώς ακολούθησε πεζός το όχημά της για 50 μέτρα και την πρόλαβε επειδή επικρατούσε κυκλοφοριακή συμφόρηση στην περιοχή. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της εκκαλούσας πρέπει να απορριφθεί και να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 95215/2010 απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 43 του ν. 2696/1999, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 43 παρ. 2 περ. α' και β' και 4 του ν. 2696/1999 (περί ΚΟΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας του δόλου της αναιρεσείουσας, διότι αυτός ενυπάρχει στην περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και προκύπτει από αυτή. Ειδικότερα, αναφέρεται αναλυτικά και συγκεκριμένα η εμπλοκή της κατηγορουμένης οδηγού αυτοκινήτου σε οδικό τροχαίο ατύχημα που συνέβη την 21-12-2002 στη ... και ότι η εμπλοκή αυτή είχε σαν συνέπεια τον τραυματισμό πεζής, συνίσταται δε στο ότι, οδηγώντας η ίδια ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατέστη από αμέλειά της υπαίτια οδικού τροχαίου ατυχήματος, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να παρασύρει και να τραυματίσει την πολιτικώς ενάγουσα πεζή, που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της οδού ..., από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της, και περαιτέρω αναφέρεται, ότι αν και αντιλήφθηκε η κατηγορουμένη ότι τραυμάτισε την ανωτέρω πεζή, μάλιστα, κατά τις παραδοχές μάλιστα, πληροφόρησε άμεσα αυτήν περί του εν λόγω τραυματισμού και ο σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας πεζής, αυτή δεν έδωσε, όπως όφειλε, την αναγκαία βοήθεια και συμπαράστασή της στην παθούσα πεζή που τραυμάτισε και δεν ειδοποίησε την πιο κοντινή Αστυνομική αρχή, ούτε παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι να έρθει η Αστυνομική αρχή, αλλά έφυγε αμέσως μακριά. Όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 43 παρ.2 του Ν. 2696/1999 περί ΚΟΚ, που προαναφέρθηκε, και ως προς τον όρο της εμπλοκής στο ατύχημα, η οποία συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση της αναιρεσείουσας οδηγού σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές και ως προς τον όρο του απαιτούμενου τραυματισμού της πολιτικώς ενάγουσας πεζής από το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης και δεν ήταν αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω πλημμελήματος η ακριβής περιγραφή της σωματικής βλάβης που υπέστη η πεζή, αφού η κατηγορία δεν ήταν σωματική βλάβη από αμέλεια, αλλά παράβαση του άρθρου 43 παρ.2 του Ν. 2696/1999 περί ΚΟΚ. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σχετικά με ασάφειες και αντιφάσεις των πιστοποιητικών νοσηλείας που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη ως προς το αν τραυματίστηκε ή όχι και ποία ακριβώς βλάβη υπέστη η πεζή και για αντιφάσεις των καταθέσεων της ιδίας της παθούσας και του συζύγου αυτής ως προς τις ακριβείς συνθήκες τραυματισμού της πεζής, αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτηση - δήλωση της Α.-Ε. Τ. του Κ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 95215/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 980/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις (δύο) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Δ. Χ. του Γ. και 2. Ρ. Χ. του Τ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πατρινό, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7001/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 53/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες με αρ. εκθ. 256/1- 9-2010 και 257/1-9-2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Δ. Χ. και Ρ. Χ. κατά της ιδίας 7001/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την, συνεπεία αυτής, πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Τα ψευδή γεγονότα μπορεί να αναφέρονται στην προσωπική κατάσταση, τη φερεγγυότητα, το επάγγελμα, τις έννομες σχέσεις κλπ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 7001/2010 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο Μ. Τ., υιός του εγκαλούντος Μ. Τ., υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση σε τροχαίο ατύχημα και νοσηλευόταν σε κωματώδη κατάσταση στο 401 ΓΣΝΑ. Οι κατηγορούμενοι, στις 16 Ιανουαρίου 2003, από κοινού ενεργούντες, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του ως άνω εγκαλούντος, παρέστησαν σε αυτόν ψευδώς ότι ήταν θεραπευτές και μπορούσαν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, να συνεφέρουν τον γιο του από το κώμα και να τον κάνουν να περπατήσει, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ήταν μόνο αστρολόγοι - βιοθεραπευτές, μέλη του αφιλοκερδούς σωματείου "θεραπευτές χωρίς σύνορα" και ως εκ τούτου ήταν αδύνατον να θεραπεύσουν τον γιο του εγκαλούντος από την βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και να πετύχουν την ανάνηψή του από το κώμα και έτσι τον έπεισαν να τους προκαταβάλει για τη δήθεν θεραπεία το ποσό των 1.200 ευρώ, το οποίο καρπώθηκαν παράνομα, αφού ούτε θεράπευσαν τον γιο του, ούτε είχαν τη δυνατότητα αυτή, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγκαλών κατά το ανωτέρω ποσό, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια δική τους. Κατ' ακολουθία αυτών, αποδεικνύεται η βασιμότητα τη κατηγορίας και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία, που τους αποδίδεται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκτίθενται λεπτομερώς οι προς τον εγκαλούντα δοθείσες από κοινού εκ μέρους των δύο κατηγορουμένων ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις γεγονότων ψευδών ως αληθινών και δη ότι αυτοί είναι θεραπευτές και μπορούσαν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής να συνεφέρουν και θεραπεύσουν τον υιό του που βρισκόταν σε κώμα συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και αναφέρονται ποία ήταν τα αληθή γεγονότα που απέκρυψαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι ότι αυτοί ήταν μόνον αστρολόγοι - βιοθεραπευτές και τους ήταν αδύνατο να θεραπεύσουν τον ασθενή, το παραπάνω δε ψευδές γεγονός ήταν παρούσα ιδιότητα των κατηγορουμένων, αναφερόμενη στην παρούσα προσωπική επαγγελματική κατάσταση και ικανότητα αυτών να θεραπεύουν ασθενείς, οι διαβεβαιώσεις δε αυτές έγιναν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως και δη θεραπείας του υιού του, προκαταβάλλοντας σε αυτούς για αμοιβή θεραπείας ποσόν 1.200 ευρώ, κατά το οποίο και παράνομα ωφελήθηκαν οι κατηγορούμενοι, που σκόπευαν σε αυτό το όφελος. Όλες οι λοιπές, αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και κατ' εκτίμηση Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, "η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, ή αν παραστεί και προτείνει τέτοια ακυρότητα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει τον ισχυρισμό του αυτόν, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που εκδίδεται, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με ειδικό λόγο εφέσεως, καλύπτεται, με επακόλουθο να είναι απαράδεκτη η το πρώτον στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβαλλόμενη ακυρότητα και παραγραφή της πράξεως, με περαιτέρω συνέπεια, η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ.1, 2, 3 ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια επί πλημμελημάτων. Αν προταθεί με ειδικό λόγο εφέσεως, πρέπει να ερευνηθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα και αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η άνω αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας, ως ειδικό λόγο αυτής, την ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίoυ θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνισή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εντεύθεν την τυχόν παραγραφή της πράξεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως και επί του αντίστοιχου ειδικού λόγου εφέσεως, διαφορετικά υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία του αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν δεν αποφαίνεται για ένδικο μέσο ή για κάποιον από τους λόγους του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι για εκκληθέντα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παραβίαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου. Επίσης, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει και δη να απορρίψει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαραδέκτως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης 75573/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι εκδόθηκε η καταδικαστική αυτή απόφαση ερήμην των κατηγορουμένων. Από τις υπ' αριθμ. εκθ. 7745 και 7746/2009 εφέσεις των κατηγορουμένων εναντίον της ανωτέρω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι προέβαλαν, ως μοναδικό λόγο εφέσεως, την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προέβαλαν ακυρότητα της επιδόσεως σε αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος, γιατί όταν επιδόθηκε αυτοί ήσαν στη φυλακή και ουδέποτε έλαβαν γνώση και επομένως η πράξη της απάτης, που φέρεται τελεσθείσα την 16-1-2003, έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρόδου πενταετίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό με το παρακάτω αιτιολογικό: "Στην προκείμενη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι διώκονται για την αποδιδόμενη σε αυτούς αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία (άρθρο 45 και 386 παρ. 1α' ΠΚ), που φέρεται ότι τελέστηκε στις 16-1-2003. Από τα από 21-7-2006 δύο αποδεικτικά επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος προς τους κατηγορουμένους της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... και τα από 30-8-2006 δύο αποδεικτικά επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος προς τον αντίκλητο δικηγόρο των κατηγορουμένων Κωνσταντίνο Ταπόγλου της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., που υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει ότι η επίδοση του υπ' αριθμό 102557 κλητηρίου θεσπίσματος για εμφάνιση των ως άνω κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-11-2006, έγινε με θυροκόλληση στη διεύθυνση κατοικίας τους (οδός ...), την οποία είχαν δηλώσει, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την απολογία τους ενώπιον του Πταισματοδίκη του 11ου Τμήματος Αθηνών, που ενεργούσε προανάκριση, καθώς και προς τον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ταπόγλου. Η επίδοση αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος με θυροκόλληση στη δηλωθείσα κατά την προανάκριση από τους κατηγορουμένους διεύθυνση κατοικίας τους, καθώς και στον διορισθέντα αντίκλητό τους, είναι έγκυρη και συνεπώς, αφού έγινε εντός της πενταετίας από την τέλεση της πράξεως (16-1-2003), η προθεσμία της παραγραφής ανεστάλη για τρία χρόνια, σύμφωνα με το άρθρο 113 παρ. 3 ΠΚ, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση των κατηγορουμένων περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής". Επομένως, οι αναιρεσείοντες, που καταδικάστηκαν ερήμην στον πρώτο βαθμό, αφού, με την έκθεση εφέσεώς τους, δεν προέβαλαν με ειδικό λόγο εφέσεως, ακυρότητα της προς αυτούς επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, αλλά το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πρόβαλλαν τον εν λόγω ισχυρισμό και παραγραφή της πράξεως, λόγω παρόδου πενταετίας, απαραδέκτως πρόβαλαν τον παραπάνω ισχυρισμό το πρώτον στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, χωρίς προβολή σχετικού ειδικού λόγου εφέσεως, να απαντήσει στον απαραδέκτως προβληθέντα αυτό ισχυρισμό. Παρά ταύτα με ειδική και επαρκή αιτιολογία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν έγκυρη η κατά την 21-11-2006 γενόμενη, εντός πενταετίας από της τελέσεως της πράξεως (16-1-2003), επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς τους δύο κατηγορουμένους και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό αυτών ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως των κατηγορουμένων για αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω προβληθέντος ισχυρισμού τους και, κατ' εκτίμηση, ο από το στοιχ. Η' του ίδιου άρθρου του ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας, λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αρ. εκθ. 256/1- 9-2010 και 257/1-9-2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Δ. Χ. του Γ. και της Ρ. Χ. του Τ. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της 7001/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη πλημμεληματική (άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ). 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2) Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 Π Κ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Τα ψευδή γεγονότα μπορεί να αναφέρονται στην προσωπική κατάσταση, τη φερεγγυότητα, το επάγγελμα, τις έννομες σχέσεις κλπ. 3) Από τη διάταξη του άρθρου 173 ΚΠΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, καλύπτεται η ακυρότητα και η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, ή αν παραστεί και προτείνει τέτοια ακυρότητα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει τον ισχυρισμό του αυτόν, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της εκκλητής αποφάσεως. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με ειδικό λόγο εφέσεως, καλύπτεται, με επακόλουθο να είναι απαράδεκτη η το πρώτον στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προβαλλόμενη ακυρότητα και παραγραφή της πράξεως, με περαιτέρω συνέπεια, η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ. 1,2,3 ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια επί πλημμελημάτων.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 979/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις (τρεις) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Μ. σύζ. Ε. Π., το γένος Ν. Ν., κατοίκου ..., 2. Μ. Χ. του Ν. και 3. Α. σύζ. Α. Α., το γένος Ν. Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Αλεξανδράκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8413/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Νοεμβρίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως καθώς και στους από 11 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους (τρεις τον αριθμό), οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1596/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474§1 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ` εκείνον που τη διευθύνει. Για την δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από κείνον που τη δέχεται". Κατά κανόνα, λοιπόν, και το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή σε ένα από τους ανωτέρω υπαλλήλους και μάλιστα μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (άρθρο 473§§1 και 3 του ΚΠοινΔ). Όταν, όμως, πρόκειται για καταδικαστική απόφαση, ο κατηγορούμενος μπορεί, όπως συνάγεται με σαφήνεια από τη διάταξη του άρθρου 507§1 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 473§§2 και 3 του ίδιου Κώδικα, να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατ’ αυτής και με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου, κατά το άρθρο 465 του ΚΠοινΔ), μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, καταδικαστική είναι η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ` αυτόν ποινή ή, μετά από αναίρεση (π.χ. επειδή επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση ο Άρειος πάγος έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής ή κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο κ.λπ.), επιβάλλεται μόνο ποινή. Αντιθέτως, δεν είναι καταδικαστική η απόφαση, με την οποία καθορίζεται η συνολική ποινή ή απορρίπτεται αίτημα περί αναστολής της ποινής και μετατρέπεται αυτή σε χρηματική. Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να ασκηθεί κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 473§2 του ΚΠοινΔ, αλλά ασκείται μόνο κατά τον γενικό κανόνα της διατάξεως του άρθρου 474§1 του ίδιου Κώδικα και μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 473 αυτού. Τέλος, αν η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476§1 του ΚΠοινΔ, ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτά επισκοπούμενα, για την έρευνα του παραδεκτού των αιτήσεων αναιρέσεως που κρίνονται, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 8413/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκδόθηκε την 1 Οκτωβρίου 2010 με την παρουσία των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Χρήστο Αλεξανδράκη οι Μ. Π. και Α. Α. και Χρήστο Πολίτη ο Μ. Χ., και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473§3 του ΚΠοινΔ την 4 Νοεμβρίου 2010, με αριθμό καταχωρήσεως 9446, όπως αναγράφεται στην επ` αυτής βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα. Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε μετά από μερική αναίρεση, με την υπ` αριθ. 1244/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, της υπ’ αριθ. 405/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ως προς τη διάταξή της για τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών που είχαν επιβληθεί στους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες και μόνο, αφού απέρριψε τα αιτήματα αναστολής των ποινών αυτών, που είχαν υποβάλει οι κατηγορούμενοι, μετέτρεψε και πάλι, τις εν λόγω ποινές σε χρηματικές. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική και οι αιτήσεις για αναίρεση αυτής έπρεπε να ασκηθούν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474§1 του ΚΠοινΔ και μέσα στην ως άνω δεκαήμερη προθεσμία. Παρά ταύτα, οι αναιρεσείοντες άσκησαν τις αιτήσεις τους κατά τις διατυπώσεις της παρ. 2 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, με επίδοση αυτών στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23.11.2010, όπως προκύπτει από την επ' αυτών επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ..., που ενήργησε τις επιδόσεις. Επομένως, οι αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθούν ως απαράδεκτες λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων, κατά τις οποίες έπρεπε να ασκηθούν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 476§1 και 513§1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι η άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Αν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων περιπτώσεων και γιατί ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι. Όταν δε η αίτηση είναι απαράδεκτη, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι ακόμη και αν είναι από εκείνους που, κατ` άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτες, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με τα από 11/12.4.2011 δικόγραφα και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 19 Νοεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 9686, 9687 και 9688/2010) αιτήσεις των Μ. συζ. Ε. Π., το γένος Ν. Ν., Μ. Χ. του Ν. και Α. συζ. Α. Α., το γένος Ν. Ν., αντιστοίχως, μετά των από 11/12.4.2011 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ` αριθ. 8413/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διατυπώσεις ασκήσεως αναιρέσεως (άρθρο 474§1 ΚΠΔ). Πώς ασκείται αυτή όταν προσβάλλεται καταδικαστική απόφαση (άρθρο 473§2 ΚΠΔ). Ποιες θεωρούνται καταδικαστικές αποφάσεις. Δεν είναι τέτοια αυτή. με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναστολής και μετατρέπεται η ποινή σε χρηματική. Απορρίπτονται οι αιτήσεις ως απαράδεκτες, γιατί, ενώ με αυτές προσβάλλεται μη καταδικαστική απόφαση, ασκήθηκαν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 473§2 και όχι κατά το άρθρο 474§1 ΚΠΔ. Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι.
null
null
0
Αριθμός 976/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αρσενοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.87737/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Δεκεμβρίου 2010 και 7 Δεκεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 5 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 46/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 3-12-2010 και 7-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Β. Σ. στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και έχουν όμοιο περιεχόμενο και γι'αυτό πρέπει να συνεξεταστούν μαζί με τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του ίδου αναιρεσείοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.87737/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 14-12-2009 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.26003/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δεκαοχτώ (18) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ.15773/2009 εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, πρόβαλε με αυτήν τα εξής: "η απόφαση επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ αυτός διέμενε πάντοτε επί της οδού ... στη ..., έλαβε δε γνώση αυτής κατά τη σύλληψή του για πρώτη φορά, ήταν δε πάντοτε γνωστής διαμονής". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως μετά από νομικές σκέψεις όμοιες με τις ως άνω παρατεθείσες, τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη υπ'αρθμ.26003/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 10.4.2008 στον Δήμαρχο Περιστερίου, αφού ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία που αναγράφεται στην μήνυση (..., βλ. από 10.4.2008 έκθεση επιδόσεως του αρχιφύλακα Δ. Γ.), ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 14.12.2009, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 15773/2009 έκθεση εφέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της. Περαιτέρω, ο εκκαλών επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... στην ... Αττικής. Όμως, ο εκκαλών, δεν επικαλείται στην έφεσή του και δεν αποδεικνύει ότι αυτός κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης κατοικούσε σε γνωστή κατοικία στην αρχή που διέταξε την επίδοση (Εισαγγελία Αθηνών) και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της έφεσης. Εφόσον, συνεπώς ο εκκαλών δεν προβάλλει με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία, και πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. (ΑΠ 18/2010)". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή α)η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (10-4-2008), β)το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή παραδόθηκε στον Δήμαρχο Περιστερίου και γ)η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (14-12-2009), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης-απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση (...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ..., ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3-12-2010 και 7-12-2010 αιτήσεις, καθώς και τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους του Β. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ'αριθ.87737/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 975/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αρσενοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.87736/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Δεκεμβρίου 2010 και 7 Δεκεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 5 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 45/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 3-12-2010 και 7-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Β. Σ. στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και έχουν όμοιο περιεχόμενο και γι'αυτό πρέπει να συνεξεταστούν μαζί με τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του ίδου αναιρεσείοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.87736/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 14-12-2009 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.106977/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή οχτώ χιλιάδων (8000) ευρώ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ.15774/2009 εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, πρόβαλε με αυτήν τα εξής: "δεν έλαβε ποτέ γνώση της ως άνω αποφάσεως παρά μόνο κατά τη σύλληψή του, ήταν δε πάντοτε γνωστής διαμονής στη ..., οδός ... ενώ η εκκαλουμένη επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως μετά από νομικές σκέψεις όμοιες με τις ως άνω παρατεθείσες, τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη υπ'αρθμ. 106977/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 6.12.2006 στον Δήμαρχο Περιστερίου, αφού ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία που αναγράφεται στην μήνυση (..., βλ. από 6.12.2006 έκθεση επιδόσεως του αστυφύλακα Κ. Θ.), ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 14.12.2009, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 15774/2009 έκθεση εφέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της. Περαιτέρω, ο εκκαλών επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... στην ... Αττικής. Όμως, ο εκκαλών, δεν επικαλείται στην έφεσή του και δεν αποδεικνύει ότι αυτός κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης κατοικούσε σε γνωστή κατοικία στην αρχή που διέταξε την επίδοση (Εισαγγελία Αθηνών) και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της έφεσης. Εφόσον, συνεπώς ο εκκαλών δεν προβάλλει με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία, και πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. (ΑΠ 18/2010)" Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή α)η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (6-12-2006), β)το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή παραδόθηκε στην εξουσιοδοτημένη από τον Δήμαρχο Περιστερίου δημοτική υπάλληλο Α. Κ. και γ)η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (14-12-2009), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης-απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση (...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ..., ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3-12-2010 και 7-12-2010 αιτήσεις, καθώς και τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους του Β. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ'αριθ.87736/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 974/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αρσενοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.87735/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Δεκεμβρίου 2010 και 7 Δεκεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις του αναιρέσεως, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 5 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 5/2011 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 3-12-2010 και 7-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Β. Σ. στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και έχουν όμοιο περιεχόμενο και γι'αυτό πρέπει να συνεξεταστούν μαζί με τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του ίδου αναιρεσείοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.87735/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 14-12-2010 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.16031/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ.15775/2009 εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., επί της οδού ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, πρόβαλε με αυτήν τα εξής: "δεν έλαβε ποτέ γνώση της εκκαλουμένης παρά μόνο κατά τη σύλληψή του ενώ ήταν πάντα γνωστής διαμονής στην ..., οδός ..., ενώ η εκκαλουμένη επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως μετά από νομικές σκέψεις όμοιες με τις ως άνω παρατεθείσες, τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη υπ'αρθμ. 16031/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 14.11.2007 στον Δήμαρχο Λαμιέων, αφού ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία που αναγράφεται στην μήνυση (... βλ. από 14.11.2007 έκθεση επιδόσεως του αστυφύλακα Κ. Κ.), ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 14.12.2009, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 15775/2009 έκθεση εφέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της. Περαιτέρω, ο εκκαλών επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... στην ... Αττικής. Όμως, ο εκκαλών, δεν επικαλείται στην έφεσή του και δεν αποδεικνύει ότι αυτός κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης κατοικούσε σε γνωστή κατοικία στην αρχή που διέταξε την επίδοση (Εισαγγελία Αθηνών) και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της έφεσης. Εφόσον, συνεπώς ο εκκαλών δεν προβάλλει με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία, και πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. (ΑΠ 18/2010)" Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή α)η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (14-11-2007), β)το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή παραδόθηκε στην εξουσιοδοτημένη από τον Δήμαρχο Λαμιέων υπάλληλο του Δήμου Λαμιέων Ε. Μ. και γ)η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (14-12-2009), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης-απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση (...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 3-12-2010 και 7-12-2010 αιτήσεις, καθώς και τους από 5-4-2011 πρόσθετους λόγους του Β. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ'αριθ.87735/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 973/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 990/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ι. Δ. του Π., και με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Μ. του Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κόλια. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 655/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας - επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 224§2 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση (της οποίας φυσικοί αυτουργοί ήταν οι Ι. Δ. και Ι. Δ.) σε βάρος της Ι. Μ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Τ. (αναιρεσείων) είχε στην κυριότητά του 300.000 από τις συνολικά 600.000 μετοχές, αξίας 1000 δραχμών η κάθε μία, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε.", της οποίας ήταν και διευθύνων σύμβουλος. Τις υπόλοιπες 300.000 μετοχές της εταιρίας αυτής κατείχε η οικογένεια Δ.. Δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Δ., η σύζυγός του Γ. και ο γιος του Π. Δ.. Ο Τ., αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως και η εταιρία του, ζήτησε από την εγκαλούσα Ι. Μ., με την οποία διατηρούσε στενή προσωπική σχέση και η οποία με τη σειρά της διατηρούσε επιχείρηση πωλήσεως κοσμημάτων και χρυσού, να του δανείσει διάφορα χρηματικά ποσά και αυτή πράγματι του δάνεισε μεγάλα ποσά, ενώ παράλληλα του πώλησε και κοσμήματα (για να τα μεταπωλήσει ο ίδιος), το τίμημα των οποίων δεν εξοφλήθηκε. Για τα χρέη του αυτά προς την εγκαλούσα ο τρίτος κατηγορούμενος υπέγραψε την από 1-12-1993 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, για ποσό 300.000.000 δραχμών, ενώ παράλληλα αποδέχθηκε 3 συναλλαγματικές εκδόσεως της εγκαλούσας ποσού 100.000.000 δραχμών η κάθε μία, λήξεως 1-12-94, 1-12-95 και 1-12-96. Ακόμη, με την από 28-11-1994 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, η εγκαλούσα είχε εγγυηθεί στην Τράπεζα Εργασίας για σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού της παραπάνω εταιρίας του κατηγορουμένου μέχρι του ποσού των 150.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια, ο τρίτος κατηγορούμενος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η εγκαλούσα για την παραπάνω σύμβαση εγγυήσεως, της ενεχυρίασε, δυνάμει του από 12-1-1996 συμφωνητικού, 150.000 από τις παραπάνω μετοχές του. Οι μετοχές αυτές ενσωματώνονταν σε 120 προσωρινούς τίτλους 1250 μετοχών το κάθε σώμα, με αύξοντες αριθμούς από 1 έως 150 πάνω στους οποίους και συστήθηκε το ενέχυρο. Με το παραπάνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις της εταιρίας κατά τη διάρκεια του ενεχύρου θα το διατηρούσε αποκλειστικά ο ενεχυράσας τρίτος κατηγορούμενος, ενώ η εγκαλούσα δεν θα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις μετοχές. Συμφωνήθηκε ακόμη να παραδοθούν οι παραπάνω μετοχές στην Τράπεζα Εργασίας, ως μεσεγγυούχο. Στη συνέχεια όμως, επειδή ο τρίτος κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση, όπως και η εταιρία του, και η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της εγκαλούσας ήταν εξαιρετικά επισφαλής, ήρθαν ο τρίτος κατηγορούμενος και η εγκαλούσα τον Απρίλιο που διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1997 σε διαπραγματεύσεις ώστε να ρυθμιστούν κατά τρόπο επωφελή και για τους δύο οι μεταξύ τους σχέσεις. Στις διαπραγματεύσεις αυτές την εγκαλούσα εκπροσωπούσε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Α. Λ., δυνάμει σχετικής πληρεξουσιότητος που αυτή (εγκαλούσα) της είχε χορηγήσει. Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματεύσεων υπογράφηκαν μεταξύ τους τρία συμφωνητικά. Ένα στις 18.5.1997, δεύτερο στις 19.5.1997 και τρίτο στις 20.5.1997. Με το πρώτο συμφωνητικό προσυμφωνήθηκε η πώληση των 300.000 μετοχών του Τ. στην εγκαλούσα με τίμημα που θα καταβληθεί στην ως άνω εταιρία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." και η υποχρέωση της εγκαλούσας να χρηματοδοτήσει την εταιρία, αν παραστεί ανάγκη, με αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και κάλυψη από μέρους της της αυξήσεως αυτής, προσυμφωνήθηκε επίσης ότι η εγκαλούσα θα υποχρεούται να επιστρέψει στον Τ. τις μετοχές, εφόσον της καταβληθούν το τίμημα των 300.000.000 δρχ. και όποιο επί πλέον ποσό θα έχει καταβάλει αυτή για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ακολούθως με το από 19-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε να πωληθούν στην εγκαλούσα οι 300.000 μετοχές του κατηγορουμένου και να αναλάβει η εγκαλούσα τη διαχείριση της παραπάνω εταιρίας, ώστε με την οικονομική εξυγίανσή της να επιτύχει, κατά το δυνατόν, την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Η μεταβίβαση των μετοχών έγινε αντί τιμήματος 300.000.000 δραχμών (1000 ανά μετοχή) και ήταν οριστική και σπουδαία (και όχι εικονική), αφού μόνον με την πραγματική απόκτηση των μετοχών και την ενεργή συμμετοχή της στην εταιρία θα μπορούσε η εγκαλούσα να επιτύχει την οικονομική εξυγίανση της τελευταίας και τελικά την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Στις πωληθείσες με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό 300.000 μετοχές του τρίτου κατηγορουμένου περιλαμβάνονται και οι παραπάνω 150.000 που είχαν ενεχυρασθεί, ώστε το σύνολο των μετοχών που πωλήθηκαν είναι 300.000. Αν και στην πραγματικότητα μόνον οι 150.000 μετοχές παραδόθηκαν υλικά στην εγκαλούσα (αφού οι άλλες 150.000 είχαν ενεχυριασθεί), στο παραπάνω συμφωνητικό αναγράφεται ρητά ότι παραδόθηκαν και οι 300.000 μετοχές και μάλιστα "με υλική παράδοση". Η αναγραφή αυτή στο ιδιωτικό συμφωνητικό σημαίνει ασφαλώς ότι οι συμβαλλόμενοι αποδέχθηκαν όπως η εγκαλούσα έχει απόλυτο δικαίωμα να χρησιμοποιεί και τις 300.000 μετοχές του τρίτου κατηγορουμένου και να συμμετέχει με αυτές στην εταιρία, έστω και αν δεν τις κατείχε όλες. Ακόμη, ο τρίτος κατηγορούμενος, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, υποσχέθηκε ρητά και ανέλαβε την ευθύνη για την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στο βιβλίο των μετόχων της εταιρίας. Βέβαια, με το από 20-5-1997 "προσύμφωνο πωλήσεως ονομαστικών μετοχών ανωνύμου εταιρίας" που καταρτίσθηκε μεταξύ της εγκαλούσας και του τρίτου κατηγορουμένου, οι συμβαλλόμενοι δήλωναν ότι η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων με το παραπάνω αναφερόμενο από 19-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως μετοχών δεν ήταν η αγορά των μετοχών, αλλά η εξασφάλιση της εγκαλούσας για τις απαιτήσεις της κατά της εταιρίας και του τρίτου κατηγορουμένου και προσυμφωνήθηκε να αναμεταβιβάσει η εγκαλούσα τις παραπάνω 300.000 μετοχές στον τρίτο κατηγορούμενο (από τον οποίο τις είχε αποκτήσει), αλλά μόνον εφόσον οι απαιτήσεις της θα είχαν εξοφληθεί. Αυτό όμως δεν καθιστά εικονική την προγενέστερη από 19-5-1997 μεταβίβαση των μετοχών από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα, αλλά απλώς διευκρίνιζε τα παραγωγικά αίτια της βούλησης των συμβαλλομένων για τη σύναψη της πρώτης αυτής σύμβασης και έθετε στη δεύτερη σύμβαση (την από 20-5-1997, για τη μεταβίβαση των μετοχών από την εγκαλούσα προς τον κατηγορούμενο) την αίρεση της εξόφλησης των χρεών του πρώτου κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα. Η αίρεση αυτή όμως δεν πληρώθηκε και η εγκαλούσα, έστω και αν δεν εκπληρώθηκε η αμέσως παραπάνω τυπική υποχρέωση του τρίτου κατηγορουμένου για την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στο βιβλίο των μετόχων της εταιρίας, άρχισε, σε απόλυτη συμφωνία με τους όρους των ως άνω συμβάσεών της με τον τρίτο κατηγορούμενο και την αληθή βούλησή τους, να συμμετέχει ενεργά στην διαχείριση της εταιρίας και στις συνελεύσεις των μετόχων, αλλά και να εισφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά στο ταμείο της εταιρίας (σε δύο περιπτώσεις εισέφερε ποσά 109.000.000 και 257.000.000 δραχμών), με τον ίδιο παραπάνω απώτερο σκοπό, της ικανοποίησης των απαιτήσεών της, μέσω της εξυγιάνσεως και κερδοφορίας της εταιρίας, ενώ και επίσημα ανέλαβε τη διοίκηση. Στη συνέχεια και εφόσον οι απαιτήσεις της εγκαλούσας παρέμεναν ανικανοποίητες, συνέχιζε να συμμετέχει ενεργά στην εταιρία και τη διοίκησή της, και έγιναν και αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, μετά από τις οποίες η ήδη εγκαλούσα απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της εταιρίας. Επί 7 ολόκληρα έτη (1997-2004) ούτε ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Τ., ούτε ο επίσης μέτοχος της εταιρίας πρώτος κατηγορούμενος Ι. Δ., παρόλο που γνώριζαν τις παραπάνω ενέργειες της κατηγορουμένης (ο Κ. Τ. είχε επαφή με την εταιρία, αναλαμβάνοντας μάλιστα υποχρεώσεις από δάνειά της), δεν τις αμφισβήτησαν και πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβήτησαν ούτε και προσέβαλαν τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων, που συντάχθηκαν νομότυπα και υποβλήθηκαν στις διατυπώσεις δημοσιότητας, παρόλο που βεβαιωνόταν σ' αυτά ακόμη και ότι η ήδη εγκαλούσα είχε καταθέσει τις ονομαστικές της μετοχές, ούτε αμφισβήτησαν την κατοχή των μετοχών εκ μέρους της εγκαλούσας, αλλά ούτε και πρόβαλε σε όλο αυτό το διάστημα ο τρίτος κατηγορούμενος κάποια συμφωνία, με βάση την οποία η ήδη εγκαλούσα δεν θα είχε δικαίωμα να προβεί στην απόκτηση των μετοχών και στον έλεγχο της εταιρίας. Το δε γεγονός ότι μέρος των παραπάνω μετοχών (150000) είχε δοθεί από το έτος 1996 λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα Εργασίας, δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές, αφού δεν αναιρεί την προκύπτουσα χωρίς καμία αμφιβολία γνώση των δύο ως άνω κατηγορουμένων και την αποδοχή εκ μέρους τους του ότι η εγκαλούσα είχε δικαίωμα, βάσει της συμφωνίας της με τον τρίτο κατηγορούμενο, να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειές της (συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρίας και στις γενικές συνελεύσεις και απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών). Το αυτό ισχύει και για το ότι υπήρξαν αταξίες στις εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας (σχετικά με τη μεταβίβαση των μετοχών και τη σειρά των αριθμών τους), που όμως δεν αναιρούσαν τις παραπάνω εκτιθέμενες συμφωνίες και σχέσεις της εγκαλούσας με τον πρώτο κατηγορούμενο και την εταιρία, καθώς και τα δικαιώματα της εγκαλούσας απέναντι στους δύο πρώτους κατηγορουμένους, βάσει όχι μόνον των συμφωνιών, αλλά και βάσει της αποδοχής των ενεργειών της εκ μέρους των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Στην πρώτη από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της εταιρίας μετά την ως άνω μεταβίβαση των μετοχών του πρώτου κατηγορουμένου στην εγκαλούσα, που έγινε την 31.5.1997, πρόεδρος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος και γραμματέας ο γιος του Π.. Στη συνέλευση αυτή ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος εισηγήθηκε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 150.000.000 δρχ., αύξηση την οποία θα κάλυπτε και πράγματι κάλυψε αποκλειστικά η εγκαλούσα, αφού οι λοιποί μέτοχοι παραιτήθηκαν του δικαιώματος προτίμησης. Στη γενική συνέλευση των μετόχων που έγινε την 5.9.1997, στην οποία η εγκαλούσα εμφανίσθηκε ως έχουσα τις 450.000 μετοχές, δηλαδή τις 300.000 που αγόρασε από τον Τ. και αυτές που ανέλαβε κατά την προαναφερομένη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, πρόεδρος ήταν πάλι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος εισηγήθηκε τα θέματα της ημερησίας διάταξης. Κατά τη συνέλευση αυτή αναλύθηκε η οικονομική κατάσταση της εταιρίας, διαπιστώθηκε ότι οι οφειλές της εταιρίας ανέρχονται σε 257.000.000 δρχ. ποσό το οποίο εφόσον δεν καταστεί δυνατόν να καταβληθεί από τα έσοδα της εταιρίας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων η εγκαλούσα. Επιβεβαιώθηκε ότι η εγκαλούσα είχε καταθέσει στα ταμεία της εταιρίας εξ ιδίων άλλα 109.000.000 δρχ., ποσό για το οποίο συμφωνήθηκε να καταρτισθεί δανειστική σύμβαση μεταξύ εγκαλούσας και εταιρίας. Στην τρίτη γενική συνέλευση των μετόχων που έγινε την 8.9.1997 με την ίδια μετοχική σύνθεση, αποφασίσθηκε ομόφωνα η ανασύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο εισήλθε πλέον και η εγκαλούσα. Περαιτέρω, η εγκαλούσα, πριν από τις παραπάνω ενέργειές της στην εταιρία, είχε καταθέσει την 15.4.1997 κατά του πρώτου κατηγορουμένου, με σκοπό πάντα την ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της, την υπ' αριθμ. κατάθεσης 14299/97 αγωγή "χρέους" ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ανέφερε ότι κατά καιρούς στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων που είχαν δάνειζε στον ήδη τρίτο κατηγορούμενο διάφορα ποσά, ότι στα πλαίσια εκκαθάρισης των σχετικών προς αυτήν οφειλών την 01-12-1993 είχε λάβει από τούτον διάφορα αξιόγραφα προς εξόφληση, πλην όμως απέμενε χρέος ύψους 300.000.000 δραχμών, για το οποίο την ως άνω ημερομηνία (1-12-93) υπογράφηκε μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζε ρητά ότι της όφειλε το παραπάνω ποσό και αναλάμβανε την υποχρέωση να της καταβάλει ατόκως το ποσό αυτό σε τρεις ετήσιες δόσεις των 100.000.000 δραχμών εκάστη, ότι προς επίρρωση της προαναφερθείσας αναγνώρισης χρέους και όχι προς εξόφληση αυτού έγιναν δεκτές από τον κατηγορούμενο τρεις συναλλαγματικές εκδοθείσες από αυτήν και σε διαταγή της ιδίας, εκάστη ποσού 100.000.000 δραχμών και με ημερομηνία λήξης τις αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν καταβλητέα κάθε μία από τις δόσεις εξόφλησης του παραπάνω χρέους οι οποίες εν συνεχεία έγιναν αποδεκτές από αυτόν αυθημερόν με τη ρήτρα μάλιστα της ανέξοδου επιστροφής, ότι αυτός αρνήθηκε εν τέλει να πληρώσει τις ανωτέρω συναλλαγματικές, οι οποίες της επιστράφηκαν και έτσι έκτοτε ήταν νόμιμη κάτοχος και κομίστρια αυτών, αιτούμενη από το Δικαστήριο να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 300.000.000 δραχμών εντόκως από την επόμενη της λήξης κάθε συναλλαγματικής. Τους παραπάνω ισχυρισμούς της η ήδη εγκαλούσα και τότε ενάγουσα τους επανέλαβε με την κατάθεση των με ημερομηνία 14-11-2000 προτάσεών της στο ανωτέρω δικαστήριο κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής της και επιπλέον συμπλήρωσε ότι την 19-5-97 είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η μεταβίβαση εκ μέρους του προς αυτήν των 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." λόγω της ασυνέπειας που αυτός είχε επιδείξει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από την σύμβαση αναγνώρισης χρέους και ότι αυτός δεν καταχώρησε τη μετοχική αυτή μεταβολή στο βιβλίο μετόχων, όπως ανέλαβε την υποχρέωση με την εν λόγω μεταξύ τους σύμβαση και φοβούμενη, με δεδομένο και ότι η οικονομική πορεία της εταιρίας δεν ήταν καλή, για την τύχη των ποσών που είχε διαθέσει για λογαριασμό της, αλλά και για την αμφισβήτηση της μετοχικής μεταβολής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η οφειλή του τρίτου κατηγορουμένου προς αυτήν από την αναγνώριση χρέους των 300.000.000 δρχ. είναι ισχυρή. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην του κατηγορουμένου την 14-11-2000 και έγινε δεκτή (με βάση το τεκμήριο της ομολογίας που ίσχυε τότε) με την υπ' αριθμ. 617/2001 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, κατά τη συζήτηση της έφεσης του ήδη κατηγορουμένου κατά της παραπάνω απόφασης, η ήδη εγκαλούσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής της, έχοντας αποφασίσει να επιδιώξει την ικανοποίησή της μέσω των επιχειρήσεων της εταιρίας, της οποία νόμιμα είχε αποκτήσει πλέον τις παραπάνω μετοχές. Εν τω μεταξύ, κατά το έτος 2004 η οικονομική κατάσταση της παραπάνω εταιρίας είχε βελτιωθεί, χάρη στη διοίκηση της εγκαλούσας, χωρίς όμως να καταφέρει αυτή να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της κατά του τρίτου κατηγορουμένου, καθώς είχε συνεισφέρει σημαντικά ποσά στην εταιρία και οι απαιτήσεις της ήταν πολύ μεγάλες για να καλυφθούν από τα πρώτα κέρδη. Τότε ο τρίτος κατηγορούμενος Κ. Τ., παρόλο που γνώριζε την (παραπάνω εκτιθέμενη) αλήθεια σε σχέση με τις συναλλαγές και τις συμφωνίες του με την εγκαλούσα, καθώς και σε σχέση με τις ενέργειες της τελευταίας στην εταιρία, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 4-6-2004 με αριθμ. ΒΜ Α 2004 εγχ/400 έγκλησή του σε βάρος της ήδη εγκαλούσας, στην οποία ανέφερε ότι με την υπ' αριθμ. καταθ. 14299/15-4-1997 αγωγή της, η οποία συζητήθηκε στις 14-11-2000, παριστάνοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά και επικαλούμενη ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με το υποτιθέμενο χρέος του προς αυτή ύψους 300.000.000 δρχ., το οποίο δήθεν ο ίδιος αναγνώρισε δια της από 1-12-1993 σύμβασης αναγνωρίσεως χρέους, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 17/22-12-2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που έκανε δεκτή την αγωγή της, προκαλώντας σε αυτόν ανάλογη ζημία και ζήτησε την ποινική της δίωξη για κακουργηματική απάτη. Στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που παραγγέλθηκε με αφορμή την ως άνω έγκληση του τρίτου κατηγορουμένου εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Δ., στην από 31.8.2004 μαρτυρική του κατάθεση κατέθεσε τα εξής: "... Περί τα τέλη του 1993 πήραμε για τις ανάγκες της εταιρείας ένα δάνειο 300.000.000 δραχμών από την Τράπεζα Εργασίας. Εγώ εγγυήθηκα για το ποσό του δανείου, αφού προσημειώθηκαν ακίνητα ιδιοκτησίας μου μέχρι του ποσού των 150.000.000 δραχμών. Ο μηνυτής (ενν. ο Κ. Τ.) εγγυήθηκε για το ποσό του δανείου με επιταγές εκδόσεως της μηνυομένης (ενν. της εγκαλούσας, Ι. Μ.) συνολικού ποσού 150.000.000 δρχ., τις οποίες, η μηνυομένη έδωσε προς εξυπηρέτηση του μηνυτή. Την περίοδο εκείνη οι διάδικοι συνδέονταν ερωτικά. Τον Ιούνιο του 1995 (30-6-1995) δεν πληρώθηκε η πρώτη επιταγή και η Τράπεζα κάλεσε τους διαδίκους προς τακτοποίηση του θέματος. Τότε οι διάδικοι συμφώνησαν να δώσει ο μηνυτής μετοχές της εταιρείας μας ποσού 150.000.000 δρχ. από το μερίδιό του στη μηνυομένη ως ενέχυρο και αυτή θα εγγυάτο το παραπάνω δάνειο μέχρι του ποσού των 150.000.000 δρχ., πράγμα που έγινε. Κατόπιν της συμφωνίας αυτής η μηνυομένη πήρε τις παραπάνω επιταγές της από την Τράπεζα. Ήμουν παρών στην Τράπεζα όταν η μηνυομένη υπέγραψε ως εγγυήτρια το δάνειο. Τότε ο μηνυτής ζήτησε από την μηνυομένη να του επιστρέψει τις τρεις συν/κές αποδοχής του που κρατούσε και αυτή του είπε ότι τις έχει η δικηγόρος της κ. Λ., η οποία θα του τις επέστρεφε, λέγοντας του ότι αυτές δεν έχουν χαρτοσημανθεί όπως γνώριζε και ο ίδιος. Δεν γνωρίζω τίποτα περισσότερο για τις παραπάνω τρεις συν/κές. Την άνοιξη του 1997 εγώ, ο μηνυτής και η πληρεξούσια δικηγόρος της μηνυομένης κ. Α. Λ. συναντηθήκαμε στο ξενοδοχείο Μακεδονία Παλλάς, όπου η κ. Λ. μας είπε ότι η μηνυομένη είναι διατεθειμένη να βάλει στην εταιρεία 300.000.000 δρχ. ή όσα χρειαστούν προκειμένου να εξυγιάνει την εταιρεία, που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με την προϋπόθεση να τις δώσουμε μετοχές 150.000.000 δρχ. ο καθένας. Εγώ αρνήθηκα και η πρόταση της μηνυομένης δεν προχώρησε. Την ημέρα εκείνη είπα στον μηνυτή και στη δικηγόρο της μηνυομένης να τα βρουν μεταξύ τους. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα η προαναφερθείσα δικηγόρος της μηνυομένης μου ζήτησε να κάνουν έλεγχο στα βιβλία της εταιρείας με δικό τους λογιστή, πράγμα που δέχθηκα και έγινε. Στη συνέχεια ο μηνυτής και η Λ. μου είπαν ότι ο πρώτος (μηνυτής) θα παραιτηθεί από δ/νων σύμβουλος της εταιρείας και στη θέση του θα μπει η μηνυομένη, πράγμα που έγινε στις αρχές Μαΐου του 1997. Τον ίδιο μήνα η μηνυομένη μου έδειξε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 19-5-1997 και μου είπε ότι με βάση αυτό αγόρασε το πακέτο των μετοχών του μηνυτή, δηλ. το 50 % των μετοχών που αυτός κατείχε. Εξεπλάγην από την έκβαση αυτή της υπόθεσης, διότι γνώριζα ότι η μηνυομένη ήθελε να δανείσει απλώς την εταιρεία για να μπορέσει με την ανάκαμψη της εταιρείας να εξοφληθεί το προαναφερθέν δάνειο για το οποίο είχε υπογράψει και η εγγυήτρια, δεδομένου ότι αυτό δεν πληρωνόταν κανονικά. Κατόπιν αυτού η μηνυομένη εισήλθε στην εταιρεία ως μέτοχος στη θέση του μηνυτή... Το Σεπτέμβριο του 1997 η μηνυομένη ανέλαβε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, ενώ εγώ έγινα μέλος του δ.σ. αυτής. Από το Σεπτέμβριο 1997 η μηνυομένη δεν πλήρωσε κανένα ποσό στην Τράπεζα Αττικής και Εργασίας, από τις οποίες η εταιρεία είχε λάβει δάνεια, με αποτέλεσμα να εκπλειστηριαστούν έξι (6) διαμερίσματα του μηνυτή και ακίνητα ιδιοκτησίας μου αξίας πάνω από 500.000.000 δραχμές ...". Στα πλαίσια της ίδιας προκαταρκτικής εξέτασης εξετάσθηκε ως μάρτυρας και ο Ι. Δ., στις 30/8/2004, ενώπιον του ίδιου ως άνω πταισματοδίκη και κατέθεσε τα ακόλουθα σχετικά με τα όσα διαλαμβάνονταν στην έγκληση αυτή (υπ αριθμ. ΒΜ Α 2004 εγχ/400) σε βάρος της νυν εγκαλούσας: "... Το 1993 ο μηνυτής (ενν. ο Κ. Τ.) πείθεται από τη μηνυομένη (ενν. την εγκαλούσα, Ι. Μ.) να ασχοληθεί με το εμπόριο χρυσού ως αντιπρόσωπός της. Για το λόγο αυτό ο μηνυτής αποδέχθηκε 3 συναλλαγματικές ποσού 100.000.000 δραχμών η καθεμία, λήξεως η πρώτη το Δεκέμβριο του 1994, η δεύτερη το Δεκέμβριο του 1995 και η τρίτη το Δεκέμβριο του 1996. Οι συναλλαγματικές αυτές υπογράφηκαν από το μηνυτή ως εγγύηση για το χρυσό που θα έπαιρνε από αυτήν προς μεταπώληση. Πολλοί φίλοι του μηνυτή τον αποθάρρυναν να ασχοληθεί με το εμπόριο χρυσού, μεταξύ αυτών ήμουν και εγώ δεδομένου ότι η δραστηριότητα αυτή είναι παράνομη. Γνωρίζω ότι ο μηνυτής ουδέποτε παρέλαβε χρυσό από την μηνυομένη ...". Τα ανωτέρω όμως αναφερόμενα ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου (Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης) ήταν ψευδή και οι ως άνω εξετασθέντες ως μάρτυρες τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ο τρίτος κατηγορούμενος, Κ. Τ., όφειλε στην εγκαλούσα, Ι. Μ., το χρηματικό ποσό των 300.000.000 δραχμών από υπόλοιπο διαφόρων ποσών που η εγκαλούσα του είχε δανείσει, για το λόγο δε αυτό υπεγράφη μεταξύ τους η από 1/12/1993 σύμβαση αναγνώρισης χρέους και για τον λόγο τούτο ο Κ. Τ. αποδέχθηκε τρεις συναλλαγματικές εκδόσεως της εγκαλούσας ποσού 100.000.000 δραχμών εκάστη, λήξεως την 1/12/1994, 1/12/1995 και 1/12/1996 αντίστοιχα. Επίσης το αληθές είναι ότι η εγκαλούσα, κατόπιν παρακλήσεως του κατηγορουμένου Κ. Τ., εγγυήθηκε υπέρ της εταιρείας "ΠΛΑΤΏΝ ΑΕ" δίδοντας επιταγές της ύψους 150.000.000 δραχμών προκειμένου η εταιρεία να δανειοδοτηθεί, προς δε εξασφάλισή της ο κατηγορούμενος Κ. Τ. ενεχυρίασε στην εγκαλούσα τις 150.000 μετοχές του της ως άνω εταιρείας, για τις οποίες εν τέλει συνετάγη το από 19/5/1997 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, καθόσον η ανωτέρω εταιρεία είχε υπέρογκα χρέη προς τρίτους και ο Κ. Τ. αδυνατούσε να εξοφλήσει το χρέος του προς την εγκαλούσα. Επίσης το αληθές είναι ότι η εγκαλούσα εισέφερε στο ταμείο της εταιρείας "ΠΛΑΤΩΝ ΑΕ " τα ποσά των 109.000.000 δρχ. και 257.000.000 δρχ., ενώ κατασχέθηκαν και ακίνητα ιδιοκτησίας της, προκειμένου να καλυφθούν και αποπληρωθούν οφειλές της εταιρείας προς τρίτους. Την αναλήθεια των όσων κατέθεσαν τη γνώριζαν, ο Δ., διότι ήταν φίλος και συνεταίρος του Τ. στην εταιρία και με τη δική του συναίνεση, η εγκαλούσα δανειοδότησε την εταιρία αλλά και τον Τ.. Γνώριζε επίσης την αναγνώριση του χρέους από πλευράς Τ. και ότι χάριν καταβολής αυτού είχαν υπογραφεί οι συναλλαγματικές, ότι η μεταβίβαση των μετοχών από τον Τ. ήταν πραγματική, ο ίδιος δε ως πρόεδρος των γενικών συνελεύσεων των μετόχων δέχθηκε τη συμμετοχή της εγκαλούσας σ' αυτές, εισηγήθηκε δε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, το οποίο η εγκαλούσα αποκλειστικά κάλυψε, μετά παραίτηση του ίδιου και των μελών της οικογενείας του από το δικαίωμα προτίμησης, αλλά και την είσοδο αυτής στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Ο Δ. γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατέθεσε αφού ο Τ. ως φίλος του του είχε εκθέσει όλη την αλήθεια. Στις ανωτέρω ψευδείς καταθέσεις τους οι Δ. και Δ. προέβησαν ύστερα με συνεχείς παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, του Τ.. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ.2 και 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος (συνεχείς παραινέσεις, φορτικότητα και επιμονή), με τον οποίο ο αναιρεσείων προκάλεσε στους (συγκατηγορουμένους του) Ι. Δ. και Ι. Δ. να καταθέσουν ψευδώς, καθώς και ότι εκείνα που κατέθεσαν ήταν πράγματι ψευδή. Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως η γνώση του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του ως προς το ψευδές των κατατεθέντων με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, καθώς και ο συνεταίρος του Ι. Δ. είχαν προσωπική αντίληψη των κατατεθέντων ως ψευδών περιστατικών, ενώ ο Ι. Δ. τα είχε πληροφορηθεί από το φίλο του αναιρεσείοντα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Τα κατατεθέντα από τους ανωτέρω μάρτυρες (συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος) ήταν γεγονότα και όχι προσωπικές εκτιμήσεις και κρίσεις, αιτιολογείται δε επαρκώς η γνώση αυτών περί του ψευδούς των όσων κατέθεσαν. β) Η εγκαλούσα είχε δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής της και ενώπιον του Εφετείου έστω και χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσείοντος τότε εκκαλούντος - εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως (άρθρα 299, 294 εδ. α του ΚΠολΔ), πράγμα που έγινε, το δε Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν είχε τέτοια υποχρέωση, αιτιολόγησε και το λόγο της παραιτήσεως, ο οποίος συνίστατο στο ότι η εγκαλούσα είχε αποφασίσει να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της μέσω των επιχειρήσεων της εταιρίας, της οποίας είχε αποκτήσει μετοχές (και όχι από τη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, την οποία είχε υπογράψει με τον αναιρεσείοντα). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 224§1 και 46§1α σε συνδυασμό με 224§2 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς γίνεται επίκληση εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται, όμως, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, μετά την εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας και την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις κατ’ άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, προκειμένου να προσέλθει η απολειπόμενη μάρτυρας Α. Λ.. Το αίτημα αυτό, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί το Δικαστήριο, επανέλαβαν οι συνήγοροι, πριν από το στάδιο των αγορεύσεων, διατυπώνοντάς το και γραπτώς ως εξής: "Και στο στάδιο αυτό της δίκης, υποβάλλουμε το ίδιο αίτημα που και κατά την διάρκεια της διαδικασίας υποβάλλαμε, δηλαδή να αναβληθεί η υπόθεση και να διαταχθούν κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσέλθει και να καταθέσει η κλητευθείσα πλην όμως απολειπόμενη μάρτυρας κα Λ. Α., καθόσον όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία η κατάθεσή της είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της αλήθειας, καθόσον αυτή ήταν το πρόσωπο που ως άμεση αντιπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας συμβλήθηκε μαζί μου και την εκπροσώπησε κατά την συμφωνία για την αγοραπωλησία των 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ Α.Ε.", σε σχέση με την οποία όπως ο μάρτυρας υπεράσπισης Ε. Τ. κατέθεσε υπογράφηκαν από τους συμβαλλόμενους 3 συμφωνητικά και δη τα επιδειχθέντα σε αυτόν και αναγνωσθέντα από 18.5.1997, από 19.5.1997 και από 20.5.1997 συμφωνητικά, εκ των οποίων το πρώτο που αποτελεί και τον πυρήνα της μεταξύ μας συμφωνίας και που από το περιεχόμενο του προκύπτει ευθέως το βάσιμο όλων των ισχυρισμών μου και η αθωότητα μου, η πολιτικώς ενάγουσα αμφισβήτησε και όψιμα πρόσβαλε ως πλαστό". Το δικάσαν Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι ικανά για να οδηγήσουν το δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση, ώστε δεν κρίνεται απαραίτητη η εξέταση ως μάρτυρος της κλητευθείσας και μη εμφανισθείσας, Α. Λ., η οποία θα πρέπει να σημειωθεί, ως συνήγορος της πολιτικώς ενάγουσας στην διαπραγμάτευση επιλύσεως των διαφορών της με τον πρώτο κατηγορούμενο, δεν θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην αποδεικτική διαδικασία, δεσμευόμενη από το απόρρητο του άρθρου 212 του ΚΠΔ. Πρέπει επομένως το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ως μάρτυρας η Α. Λ. ν' απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αυτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος να δοθεί τέτοια αναβολή (επάρκεια αποδείξεων), ως εκ περισσού δε το Τριμελές Εφετείο αναφέρθηκε και στο άρθρο 212 του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική του άνω αιτήματος διάταξή της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα ... πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα ... . Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, δια των συνηγόρων του, αίτημα αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, γιατί για την ίδια υπόθεση εκκρεμούσε δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, το εν λόγω αίτημα έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 11.950/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο καταδικάστηκα με αυτήν από πλευράς αντικειμενικής υποστάσεως θεμελιώνεται κατά το κατηγορητήριο στο ότι το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγής της πολιτικώς ενάγουσας προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εναντίον μου ήταν αληθές, ενώ εγώ στην από 4.6.2004 έγκλησή μου το χαρακτήρισα ως ψευδές, και στο ότι όσα ισχυρίστηκε στις από 14.11.2000 προτάσεις που υπέβαλε στο ως άνω δικαστήριο κατά τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής της σχετικά με την αιτία για την οποία καταρτίστηκε μεταξύ μας η από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" ήταν επίσης αληθή, ενώ εγώ στην από 4.6.2004 έγκλησή μου που υπέβαλα εναντίον της για το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω τα χαρακτήρισα ως ψευδή. Ενώ και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης για το οποίο επίσης καταδικάστηκα με την ίδια απόφαση, από πλευράς αντικειμενικής υπόστασης θεμελιώνεται και αυτό: α) στο φερόμενο ως ψευδές όσων ισχυρίστηκα στην από 4.6.2004 έγκλησή μου κατά της πολιτικώς ενάγουσας αναφορικά με την ίδια ως άνω αγωγή της εναντίον μου και το περιεχόμενο αυτής και των από 14.11.2000 προτάσεών της και β) στο φερόμενο ως ψευδές περιεχόμενο της από 22.6.2004 εξωδίκου μου προς αυτήν, με την οποία ισχυριζόμενος ότι εξακολουθώ να είμαι κύριος των 300.000 ονομαστικών μετοχών της α.ε. ΠΛΑΤΩΝ, την καλώ να μου παραδώσει τις μετοχές μου της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ που κατέχει. Όπως προέκυψε και αποδείχθηκε πλήρως κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τα αναγνωστέα έγγραφα η παραπάνω υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγή της αντιδίκου εναντίον μου ουδέποτε κρίθηκε επί της ουσίας και δεν κρίθηκε διότι με το υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1298/28.3.2005 δικόγραφό της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (...), η τότε ενάγουσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής της αυτής στον δεύτερο βαθμό, πράγμα που παρά τις δικές μου αντιρρήσεις επέφερε την κατάργηση της δίκης και μου στέρησε την δυνατότητα να αποδείξω το ουσία βάσιμο της έφεσής μου και την ανυπαρξία οποιουδήποτε χρέους μου προς αυτήν (...). Κατόπιν τούτων, για πρώτη φορά, από αστικό και μάλιστα από καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το ουσία βάσιμο της παραπάνω υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγής της αντιδίκου εναντίον μου, με ιστορική αιτία την από 1.12.1993 δήλωση αναγνώρισης χρέους από εμένα προς την ενάγουσα της ως άνω αγωγής, εγκαλούμενης στην από 4.6.2004 έγκλησή μου εναντίον της και ήδη πολιτικώς ενάγουσας, δηλαδή το αληθές ή ψευδές του περιεχομένου της, το έγκυρο και ενεργό της παραπάνω αναγνώρισης χρέους και οι έννομες συνέπειες που αυτή (τυχόν) παρήγαγε, όπως επίσης η σχέση που μπορεί να είχε και (τυχόν) είχε η παραπάνω αναγνώριση χρέους με την από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης 300.000 ονομαστικών μετοχών μου στην πολιτικώς ενάγουσα, όπως αυτή είχε ισχυριστεί στις από 14.11.2000 προτάσεις της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, πράγμα που άπτεται της αντικειμενικής υπόστασης και των δύο αδικημάτων για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μου και καταδικάστηκα με την εκκαλουμένη απόφαση και που ως εκ τούτου είναι (κρίσιμο) προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, θα κριθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, καθόσον αποτελεί (σημαντικό) και αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής βάσης της υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" και η οποία συζητείται στο ως άνω δικαστήριο μετ' αναβολήν στις 21.9.2010 (...). Η αγωγή μου αυτή έχει αίτημα: "... Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μου και συγκεκριμένα: Α. Να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της με ημερομηνία 19-5-1997 σύμβασης πωλήσεως 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας προς τη δεύτερη εναγόμενη, καθώς και της καλυπτόμενης, κάτω από αυτήν, σύμβασης σύστασης ενεχύρου επί των μετοχών μου αυτών, και συνεπώς να αναγνωριστεί ότι ουδέποτε η δεύτερη εναγόμενη κατέστη κυρία των μετοχών αυτών. Στην περίπτωση δε που ήθελε κριθεί ότι η παραπάνω εικονική σύμβαση πωλήσεως κάλυπτε καταπιστευτική μεταβίβαση της κυριότητας των παραπάνω μετοχών μου, να αναγνωριστεί ότι δεν πληρώθηκαν οι όροι υπό τους οποίους τελούσε και η ακυρότητα αυτής λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, και ότι συνεπώς η δεύτερη εναγόμενη δεν κατέστη κυρία ων μετοχών αυτών. Β. Να αναγνωριστεί το ανυπόστατο των αποφάσεων των από 31-5-1997, 30-6-1998 και 30-6-1999 αποφάσεων της ΓΙ. της πρώτης εναγομένης ως προς τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της. Γ. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι είμαι κύριος των επίδικων 300.000 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας, ονομαστικής αξίας ήδη σήμερα 2,93 € η καθεμία και συγκεκριμένα των ονομαστικών μετοχών αυτής που ενσωματώνονταν στους με αριθμό από 1-300 προσωρινούς τίτλους της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας, των 1000 μετοχών έκαστος, έκδοσης 11/1/1996. Δ. Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να μου αποδώσει τις 250.000 από τις παραπάνω 300.000 ονομαστικές μετοχές μου της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας που παρέλαβε στην κατοχής της και συγκεκριμένα αυτές που ενσωματώνονταν στους με α.α 1-50 και 101-300 προσωρινούς τίτλους μετοχών, των 1000 μετοχών έκαστος, έκδοσης 11/1/1996. Ε. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη Εταιρία να εκδώσει νέους οριστικούς τίτλους μετοχών στο όνομα μου για το αναλογούν στις παραπάνω 300.000 μετοχές μου, ανερχόμενο σε 879.000 € (300.000 μετοχές Χ 2,93 €) μερίδιο του μετοχικού της κεφαλαίου που μου ανήκει και να παραδώσει σ' εμένα τίτλους που να ενσωματώνουν αριθμό μετοχών, αντίστοιχο και ανάλογο με τα ως άνω μετοχικά μου δικαιώματα. ΣΤ. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι είμαι συγκύριος του 50% του όλου μετοχικού κεφαλαίου της και των εξ αυτών απορρεόντων δικαιωμάτων. Ζ. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη Εταιρία να με εγγράψει στο Ειδικό Βιβλίο μετόχων και μετοχών της ως συγκύριο του 50% του μετοχικού κεφαλαίου και των μετοχών της, άλλως και όλως επικουρικώς να με εγγράψει για κεφάλαιο αντίστοιχο των 300.000 μετοχών της των οποίων είμαι νόμιμος κύριος, και σε περίπτωση αρνήσεως της, να καταδικασθεί αυτή σε δήλωση βουλήσεως με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, βάσει του άρθρου 949 ΚΠολΔ...". Η κυριότητα συνεπώς των 300.000 ονομαστικών μετοχών μου που αναφέρονται στην από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης των μετοχών αυτών προς την εγκαλούσα Ι. Μ. και η εγκυρότητα ή ακυρότητα της σύμβασης αυτής αποτελεί το κύριο αντικείμενο εκκρεμούς πολιτικής δίκης, όπως επίσης αντικείμενο της πολιτικής δίκης αποτελεί και η σχέση που μπορεί να είχε η από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης, την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας λόγω εικονικότητας ζητώ, με την από 1,12.1993 αναγνώριση χρέους και η πραγματική συμφωνία που έχουμε κάνει, όπως αυτή αποτυπώνεται στα από 18/5/1997, από 19/5/1997 και από 20/5/1997 ιδιωτικά συμφωνητικά, που υπέγραψα μαζί με την έχουσα ειδική εντολή προς τούτου, πληρεξούσια δικηγόρο της κα Λ.. Στο πολιτικό δικαστήριο θα κριθούν τα ζητήματα αυτά. και από το πολιτικό δικαστήριο θα κριθεί το βάσιμο και η αλήθεια και όλων των άλλων πραγματικών ισχυρισμών μου που αναφέρονται στην από 4.6.2004 έγκλησή μου και στην από 21.6.2004 εξώδική μου, καθώς και όλα επίσης τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκα με τις εκκαλούμενες 20684/08 και 21460/08 του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης οι εφέσεις μου κατά των οποίων εκδικάζονται με αριθμό εκθ. 12α και 12 αντίστοιχα, και ως εκ τούτου η αλήθεια ή το ψεύδος των ως άνω γεγονότων και πραγματικών περιστατικών είναι (κρίσιμο) προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, που εκκρεμεί ενώπιον του ως άνω πολιτικού δικαστηρίου. Κατόπιν τούτων θεωρώ ότι είναι αναγκαίο και επιτακτικό, πριν το ποινικό δικαστήριο επιληφθεί των σε βάρος ρου κατηγοριών και αποφανθεί τελεσίδικα γι' αυτές να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ, ώστε με πλήρη ασφάλεια δικαίου που παρέχει η ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου διαδικασία (προκατάθεση προτάσεων και αποδεικτικών στοιχείων - αντικρούσεων κ.λπ.) να διαγνωστούν όλα τα ζητήματα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκα σε πρώτο βαθμό και για το λόγο αυτό ζητώ και από το παρόν Δικαστήριο, όπως είχα ζητήσει και από τα πρωτοβάθμια που όμως απέρριψαν το αίτημα μου και παραπονούμαι γι' αυτό με ειδικό λόγο έφεσης, την κατ' άρθρον 61 ΚΠΔ αναβολή (αναστολή) της παρούσας δίκης, λόγω της εκκρεμοδικίας στα πολιτικά δικαστήρια κρίσιμων ζητημάτων αστικής φύσης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της εγκαλούσας κας Μ. και της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" και η οποία συζητείται στο ως άνω δικαστήριο μετ' αναβολή στις 21/9/2010". Προσκόμισε δε και αναγνώστηκαν οι σχετικές υπ’ αριθ. κατ. 54013/26.11.2007 αγωγή του και υπ’ αριθ. 9439/3.1.2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... . Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι: "Επειδή τα αναφερόμενα ως αποτελούντα αντικείμενο της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 54013/26-11-2007 εκκρεμούς αγωγής του δευτέρου κατηγορουμένου Κ. Τ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της εγκαλούσας, μπορούν να αποτελέσουν, ως προς τη βασιμότητά τους αντικείμενο της παρούσας ποινικής διαδικασίας, το δε παρόν δικαστήριο δεν δεσμεύεται, στην κρίση του περί αυτών από την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δεν κρίνεται σκόπιμη η αναβολή της προκειμένης υποθέσεως μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω αγωγής από τα πολιτικά δικαστήρια, όπως ζητάει ο εν λόγω κατηγορούμενος, πρέπει το σχετικό αίτημα του ν' απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Εφετείο στην απορριπτική του απόφαση, παρεμπίπτουσα τοιαύτη, σχετικά με το αίτημα της αναστολής, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε και απέρριψε το σχετικό αίτημα, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω ανάλυση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.1 του ΚΠοινΔ, τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση, δηλαδή η συνεκδίκαση των συναφών εγκλημάτων μπορεί να γίνει στην κατ' έφεση δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι, και σ' αυτήν την περίπτωση, δεν προκαλείται βλάβη. Το ενδεχόμενο της προκλήσεως βλάβης ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η άρνηση του οποίου να συνεκδικάσει συναφή εγκλήματα, είτε στον πρώτο, είτε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Αν όμως υποβληθεί, από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα σαφές και συγκεκριμένο αίτημα συνεκδικάσεως συναφών εγκλημάτων, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί σχετικώς με αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απόφασή του. Όμως, η συνεκδίκαση των υποθέσεων πρέπει να αποφασισθεί στην αρχή της συζητήσεώς τους και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οπότε και πρέπει να υποβληθεί το σχετικό αίτημα των διαδίκων. Αν, παρά ταύτα, ενώ οι συναφείς υποθέσεις εκδικάστηκαν χωριστά, υποβληθεί αίτημα συνεκδικάσεως σε άλλη χρονική στιγμή (π.χ. κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ή στο στάδιο των αγορεύσεων, κ.λπ.), αυτό είναι απαράδεκτο και το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, μη περιπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, κατά το στάδιο της αγορεύσεώς τους, υπέβαλαν αίτημα, κατ’ άρθρο 128§2 του ΚΠοινΔ, να εκδοθεί μια απόφαση για όλες τις συναφείς υποθέσεις που είχαν αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με αριθ. πινακίου 10, 12 και 12 α ή τουλάχιστον για τις με αριθ. πιν. 10 και 12, οι οποίες αφορούν την ίδια μήνυση που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος κατά της πολιτικώς ενάγουσας. Επί του αιτήματος αυτού, το Δικαστήριο δεν απήντησε. Το αίτημα, όμως, αυτό ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτο, γιατί δεν υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας επί της πρώτης κατά σειράν πινακίου υποθέσεως, και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων (ο οποίος, πάντως, δεν απώλεσε το δικαίωμά του να ζητήσει από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη και τις λοιπές αποφάσεις συγχώνευση των στερητικών της ελευθερίας ποινών που του επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις αυτές, πράγμα το οποίο δεν έπραξε) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως γιατί το Τριμελές Εφετείο δεν απήντησε στο ως άνω αίτημά του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αναιρεσείων, περαιτέρω, με τον αυτό λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του α) το από 26.4.2007 έγγραφο της τράπεζας Eurobank EFG, β) την υπ' αριθ. 15616 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, γ) την υπ' αριθ. 7773 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου και δ) την υπ' αριθ. 7489 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, τα οποία βρίσκονταν στη δικογραφία και είχαν αναγνωσθεί κατά την πρωτόδικη δίκη, επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. 21460/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι, και κατά το σκέλος του αυτό, αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί τα ως άνω έγγραφα ναι μεν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μνημονεύονται μεταξύ των αναγνωστέων, πλην, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνονται, όπως και ο αναιρεσείων παραδέχεται, στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων της δίκης εκείνης (με αύξ. αριθ. 14, 17, 16 και 15), η μνεία δε στην απόφαση επί της κατ’ έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο των μνημονευομένων στα πρακτικά αυτά εγγράφων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Απριλίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 3041/2010) αίτηση του Κ. Τ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 990/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Ι. Μ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία εγκλήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις και αναστολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Το αίτημα για συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Η μνεία στην απόφαση επί της κατ' έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας, έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκαν και τα έγγραφα που μνημονεύονται στην τελευταία, έστω και αν δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναγνωστέων που αναφέρονται στα πρακτικά της πρώτης. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 972/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κ. Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 991/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κόλια. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 643/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Πρέπει, όμως, το περιεχόμενο της καταγγελίας να είναι αντικειμενικά αξιόποινη πράξη ή πράξη πειθαρχικά κολάσιμη. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά το έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως. Περαιτέρω, το αδίκημα της απάτης του άρθρου 386§1 του ΠΚ μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, στην περίπτωση που υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, όπως πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, ή γνησίων μεν, αλλά ψευδών κατά το περιεχόμενό τους (κατάθεση ψευδομάρτυρα κ.λπ.), από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε απόφαση, που έχει ως συνέπεια την επέλευση βλάβης στην περιουσία αντιδίκου του. Στην περίπτωση, όμως, που υποβάλλονται με αγωγή στο δικαστήριο ψευδείς ισχυρισμοί, χωρίς να προσκομίζονται με επίκληση προς απόδειξη αυτών εν γνώσει πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα και γενικώς ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο ούτε με τη μορφή της απόπειρας, δεδομένου ότι μόνη η προβολή αναληθών ισχυρισμών δεν συνιστά, κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως αυτού. Επίσης, παρά την προβολή αναληθούς ισχυρισμού σε αγωγή και την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων προς απόδειξή του, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο, όταν ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να δεχθεί ως αληθινούς τους ψευδείς ισχυρισμούς του ενάγοντος, χωρίς έλεγχο της ουσιαστικής αλήθειάς τους, με βάση μόνο το από το άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ τεκμήριο ομολογίας από την ερημοδικία του εναγομένου αντιδίκου του, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η δικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικώς, κατά νομική επιταγή, στο δικονομικό τεκμήριο της ομολογίας από την ερημοδικία του εναγομένου και δεν ανακύπτει κανένα θέμα παραπλανήσεως του δικαστή από την επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, μη υπάρχοντος, έτσι, αιτιώδους δεσμού μεταξύ της επερχομένης με την απόφαση περιουσιακής διαθέσεως και της προσαγωγής στο δικαστήριο των πλαστών και ψευδών αποδεικτικών στοιχείων. Το έγκλημα, λοιπόν, της ψευδούς καταμηνύσεως δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση, κατά την οποία ο φερόμενος ως δράστης καταμήνυσε κάποιον για απάτη στο δικαστήριο, η οποία τελέστηκε με την άσκηση αγωγής, στην οποία αναφέρονται παραπλανητικά γεγονότα, η οποία, όμως, έγινε δεκτή όχι γιατί παραπλανήθηκε ο δικαστής, αλλά συνεπεία του τεκμηρίου ομολογίας των διαλαμβανομένων σ’ αυτήν λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου. Τέλος, στα άρθρα 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπεται από τα ως άνω άρθρα 362 και 363 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση σε βάρος της Ι. Μ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για κάθε πράξη, μετατραπείσα σε χρηματική. Η ψευδής καταμήνυση, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος: "Στη … την 17-6-04, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν και συγκεκριμένα κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 4-6-04 έγκλησή του σε βάρος της νυν εγκαλούσας Ι. Μ., με την οποία την εγκαλούσε για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο αξίας άνω των 73.000,00 € από άτομο που δρα κατ' επάγγελμα αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι "η νυν εγκαλούσα είχε καταθέσει εναντίον του την υπ' αριθμ. κατάθεσης 14299/97 αγωγή χρέους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που συζητήθηκε ερήμην του την 14-11-2000 και ότι στο κείμενο αυτής ανέφερε ψευδώς με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 300.000.000 δραχμών ότι κατά καιρούς στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων που είχαν του δάνειζε διάφορα ποσά, ότι στα πλαίσια εκκαθάρισης των σχετικών προς αυτήν οφειλών την 01-12-1993 είχε λάβει από τούτον διάφορα αξιόγραφα προς εξόφληση πλην όμως απέμενε χρέος ύψους 300.000.000 δραχμών για το οποίο την ως άνω ημερομηνία (1-12-93) υπογράφηκε μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζε ρητά ότι της όφειλε το παραπάνω ποσό και αναλάμβανε την υποχρέωση να της καταβάλει ατόκως το ποσό αυτό σε τρεις ετήσιες δόσεις των 100.000.000 δραχμών εκάστη, ήτοι την α' την 1-12-94, την β' 1-12-95 και τη γ' 1-12-96 δηλώνοντας ότι πέραν των αντιστοίχων για κάθε δόση ημερομηνιών το σχετικό ποσό θα επιβαρυνόταν με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, ότι προς επίρρωση της προαναφερθείσας αναγνώρισης χρέους και όχι προς εξόφληση αυτού έγιναν δεκτές από τον εγκαλούντα τρεις συναλλαγματικές εκδοθείσες από αυτήν και σε διαταγή της ιδίας, εκάστη ποσού 100.000.000 δραχμών και με ημερομηνία λήξης τις αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν καταβλητέα κάθε μία από τις δόσεις εξόφλησης του παραπάνω χρέους οι οποίες εν συνεχεία έγιναν αποδεκτές από αυτόν αυθημερόν με τη ρήτρα μάλιστα της ανέξοδης επιστροφής, ότι αυτός αρνήθηκε εν τέλει να πληρώσει τις ανωτέρω συναλλαγματικές οι οποίες της επιστράφηκαν και έτσι έκτοτε ήταν νόμιμη κάτοχος και κομίστρια αυτών, αιτούμενη από το Δικαστήριο να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 300.000.000 δραχμών εντόκως από την επόμενη της λήξης κάθε συναλλαγματικής, ότι επανέλαβε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα με την κατάθεση των με ημερομηνία 14-11-2000 προτάσεων της στο ανωτέρω Δικαστήριο κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής της και επιπλέον συμπλήρωσε ότι δήθεν την 19-5-97 είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η μεταβίβαση εκ μέρους του προς αυτήν των 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." λόγω της ασυνέπειας που αυτός είχε επιδείξει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από την από 1-12-93 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, πλην όμως και πάλι αυτός αρνήθηκε να υπογράψει τη μεταβίβαση, ότι πεισθέντες οι Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από τους ψευδείς ισχυρισμούς της έκαναν δεκτή την αγωγή της με την υπ’ αριθμ. 617/2001 απόφαση υποχρεώνοντάς τον να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό εντόκως από την επομένη της λήξης κάθε συναλλαγματικής ενώ αυτή τελούσε σε γνώση ότι οι ισχυρισμοί της ήταν ψευδείς και ότι η αλήθεια ήταν ότι είχε λάβει τις ανωτέρω συναλλαγματικές ως πρόσθετη ασφάλειά της και όχι χάριν καταβολής ενόψει του ότι αυτός θα αγόραζε απ' αυτήν μελλοντικά ισόποσης αξίας ράβδους χρυσού στην τρέχουσα τιμή πώλησης στον τόπο, στον χρόνο και στην τιμή που εκάστοτε με κάθε παράδοση θα συμφωνούνταν και ότι ουδέποτε είχε λάβει χώρα μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." παρότι αυτός (ο κατηγορούμενος) γνώριζε ότι τα όσα πραγματικά περιστατικά η νυν εγκαλούσα μνημόνευε στην υπ' αριθμ. κατάθ. 14297/97 αγωγή της ήταν αληθή. Στην ως άνω δε πράξη του προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη αυτής για την ανωτέρω πράξη". Στο σκεπτικό δε της αποφάσεως αναγράφεται, ως προς το κρίσιμο σημείο, ότι: "Η αγωγή αυτή (η υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 14299/97) συζητήθηκε ερήμην του κατηγορουμένου την 14-11-2000 και έγινε δεκτή (με βάση το τεκμήριο της ομολογίας που ίσχυε τότε) με την υπ' αριθμ. 617/2001 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου". Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, καθόσον δεν τελέσθηκε η καταγγελλόμενη πράξη της απάτης στο δικαστήριο, εφόσον οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου δέχθηκαν ως αληθινούς τους εμπεριεχομένους στην αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας ισχυρισμούς, χωρίς έλεγχο της ουσιαστικής αλήθειάς τους, με βάση μόνο το από το άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ τεκμήριο ομολογίας από την ερημοδικία του εναγομένου και τώρα κατηγορουμένου. Κατά συνέπειαν, το Τριμελές Εφετείο, με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα και για ψευδή καταμήνυση, εσφαλμένως εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229§1 του ΠΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 386§1 του ίδιου Κώδικα και, πρέπει, κατά παραδοχήν του, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, τρίτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως όσον αφορά το κεφάλαιο της ψευδούς καταμηνύσεως. Ακολούθως, πρέπει, κατ’ άρθρο 518§1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50§9 του ν.3160/2003, να μη παραπεμφθεί η υπόθεση, αλλά να εφαρμοσθεί ορθά η ανωτέρω ποινική διάταξη και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος για την εν λόγω πράξη, να απαλειφθεί δε, αναγκαίως, και η διάταξη για την επιβολή σ’ αυτόν ποινής φυλακίσεως πέντε (5) μηνών για την πράξη αυτή, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω, όσον αφορά την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Κ. Τ. (αναιρεσείων) είχε στην κυριότητά του 300.000 από τις συνολικά 600.000 μετοχές, αξίας 1000 δραχμών η κάθε μία, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε.", της οποίας ήταν και διευθύνων σύμβουλος. Τις υπόλοιπες 300.000 μετοχές της εταιρίας αυτής κατείχε η οικογένεια Δ.. Δηλαδή ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Δ., η σύζυγός του Γ. και ο γιος του Π. Δ., Ο Τ., αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως και η εταιρία του, ζήτησε από την εγκαλούσα Ι. Μ., με την οποία διατηρούσε στενή προσωπική σχέση και η οποία με τη σειρά της διατηρούσε επιχείρηση πωλήσεως κοσμημάτων και χρυσού, να του δανείσει διάφορα χρηματικά ποσά και αυτή πράγματι του δάνεισε μεγάλα ποσά, ενώ παράλληλα του πώλησε και κοσμήματα (για να τα μεταπωλήσει ο ίδιος), το τίμημα των οποίων δεν εξοφλήθηκε. Για τα χρέη του αυτά προς την εγκαλούσα ο κατηγορούμενος υπέγραψε την από 1-12-1993 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, για 300.000.000 δραχμών, ενώ παράλληλα αποδέχθηκε 3 συναλλαγματικές εκδόσεως της εγκαλούσας ποσού 100.000.000 δραχμών η κάθε μία, λήξεως 1-12-94, 1-12-95 και 1-12-96. Ακόμη, με την από 28-11-1994 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, η εγκαλούσα είχε εγγυηθεί στην Τράπεζα Εργασίας για σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού της παραπάνω εταιρίας του κατηγορουμένου μέχρι του ποσού των 150.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η εγκαλούσα για την παραπάνω σύμβαση εγγυήσεως, της ενεχυρίασε, δυνάμει του από 12-1-1996 συμφωνητικού, 150.000 από τις παραπάνω μετοχές του. Οι μετοχές αυτές ενσωματώνονταν σε 120 προσωρινούς τίτλους 1250 μετοχών το κάθε σώμα, με αύξοντες αριθμούς από 1 έως 150 πάνω στους οποίους και συστήθηκε το ενέχυρο. Με το παραπάνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις της εταιρίας κατά τη διάρκεια του ενεχύρου θα το διατηρούσε αποκλειστικά ο ενεχυράσας κατηγορούμενος, ενώ η εγκαλούσα δεν θα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις μετοχές. Συμφωνήθηκε ακόμη να παραδοθούν οι παραπάνω μετοχές στην Τράπεζα Εργασίας, ως μεσεγγυούχο. Στη συνέχεια όμως, επειδή ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση, όπως και η εταιρία του, και η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της εγκαλούσας ήταν εξαιρετικά επισφαλής, ήρθαν ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα τον Απρίλιο που διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1997 σε διαπραγματεύσεις ώστε να ρυθμιστούν κατά τρόπο επωφελή και για τους δύο οι μεταξύ τους σχέσεις. Στις διαπραγματεύσεις αυτές την εγκαλούσα εκπροσωπούσε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Α. Λ., δυνάμει σχετικής πληρεξουσιότητος που αυτή (εγκαλούσα) της είχε χορηγήσει. Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματεύσεων υπογράφηκαν μεταξύ τους τρία συμφωνητικά. Ένα στις 18.5.1997, δεύτερο στις 19.5.1997 και τρίτο στις 20.5.1997. Με το πρώτο συμφωνητικό προσυμφωνήθηκε η πώληση των 300.000 μετοχών του Τ. στην εγκαλούσα με τίμημα που θα καταβληθεί στην ως άνω εταιρία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." και η υποχρέωση της εγκαλούσας να χρηματοδοτήσει την εταιρία, αν παραστεί ανάγκη, με αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και κάλυψη από μέρους της της αυξήσεως αυτής, προσυμφωνήθηκε επίσης ότι η εγκαλούσα θα υποχρεούται να επιστρέψει στον Τ. τις μετοχές, εφόσον της καταβληθούν το τίμημα των 300.000.000 δρχ. και όποιο επί πλέον ποσό θα έχει καταβάλει αυτή για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ακολούθως με το από 19-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε να πωληθούν στην εγκαλούσα οι 300.000 μετοχές του κατηγορουμένου και να αναλάβει η εγκαλούσα τη διαχείριση της παραπάνω εταιρίας, ώστε με την οικονομική εξυγίανσή της να επιτύχει, κατά το δυνατόν, την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Η μεταβίβαση των μετοχών έγινε αντί τιμήματος 300.000.000 δραχμών (1000 ανά μετοχή) και ήταν οριστική και σπουδαία (και όχι εικονική), αφού μόνον με την πραγματική απόκτηση των μετοχών και την ενεργή συμμετοχή της στην εταιρία θα μπορούσε η εγκαλούσα να επιτύχει την οικονομική εξυγίανση της τελευταίας και τελικά την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Στις πωληθείσες με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό 300.000 μετοχές του κατηγορουμένου περιλαμβάνονται και οι παραπάνω 150.000 που είχαν ενεχυρασθεί, ώστε το σύνολο των μετοχών που πωλήθηκαν είναι 300.000. Αν και στην πραγματικότητα μόνον οι 150.000 μετοχές παραδόθηκαν υλικά στην εγκαλούσα (αφού οι άλλες 150.000 είχαν ενεχυριασθεί), στο παραπάνω συμφωνητικό αναγράφεται ρητά ότι παραδόθηκαν και οι 300.000 μετοχές και μάλιστα "με υλική παράδοση". Η αναγραφή αυτή στο ιδιωτικό συμφωνητικό σημαίνει ασφαλώς ότι οι συμβαλλόμενοι αποδέχθηκαν όπως η εγκαλούσα έχει απόλυτο δικαίωμα να χρησιμοποιεί και τις 300.000 μετοχές του κατηγορουμένου και να συμμετέχει με αυτές στην εταιρία, έστω και αν δεν τις κατείχε όλες. Ακόμη, ο κατηγορούμενος, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, υποσχέθηκε ρητά και ανέλαβε την ευθύνη για την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στο βιβλίο των μετόχων της εταιρίας. Βέβαια, με το από 20-5-1997 "προσύμφωνο πωλήσεως ονομαστικών μετοχών ανωνύμου εταιρίας" που καταρτίσθηκε μεταξύ της εγκαλούσας και του κατηγορουμένου, οι συμβαλλόμενοι δήλωναν ότι η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων με το παραπάνω αναφερόμενο από 19-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως μετοχών δεν ήταν η αγορά των μετοχών, αλλά η εξασφάλιση της εγκαλούσας για τις απαιτήσεις της κατά της εταιρίας και του κατηγορουμένου και προσυμφωνήθηκε να αναμεταβιβάσει η εγκαλούσα τις παραπάνω 300.000 μετοχές στον κατηγορούμενο (από τον οποίο τις είχε αποκτήσει), αλλά μόνον εφόσον οι απαιτήσεις της θα είχαν εξοφληθεί. Αυτό όμως δεν καθιστά εικονική την προγενέστερη από 19-5-1997 μεταβίβαση των μετοχών από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα, αλλά απλώς διευκρίνιζε τα παραγωγικά αίτια της βούλησης των συμβαλλομένων για τη σύναψη της πρώτης αυτής σύμβασης και έθετε στη δεύτερη σύμβαση (την από 20-5-1997, για τη μεταβίβαση των μετοχών από την εγκαλούσα προς τον κατηγορούμενο) την αίρεση της εξόφλησης των χρεών του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα. Η αίρεση αυτή όμως δεν πληρώθηκε και η εγκαλούσα, έστω και αν δεν εκπληρώθηκε η αμέσως παραπάνω τυπική υποχρέωση του κατηγορουμένου για την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στο βιβλίο των μετόχων της εταιρίας, άρχισε, σε απόλυτη συμφωνία με τους όρους των ως άνω συμβάσεών της με τον κατηγορούμενο και την αληθή βούλησή τους, να συμμετέχει ενεργά στην διαχείριση της εταιρίας και στις συνελεύσεις των μετόχων, αλλά και να εισφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά στο ταμείο της εταιρίας (σε δύο περιπτώσεις εισέφερε ποσά 109.000.000 και 257.000.000 δραχμών), με τον ίδιο παραπάνω απώτερο σκοπό, της ικανοποίησης των απαιτήσεών της, μέσω της εξυγιάνσεως και κερδοφορίας της εταιρίας, ενώ και επίσημα ανέλαβε τη διοίκηση. Στη συνέχεια και εφόσον οι απαιτήσεις της εγκαλούσας παρέμεναν ανικανοποίητες, συνέχιζε να συμμετέχει ενεργά στην εταιρία και τη διοίκησή της, και έγιναν και αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, μετά από τις οποίες η ήδη εγκαλούσα απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της εταιρίας. Επί 7 ολόκληρα έτη (1997-2004) ούτε ο κατηγορούμενος Κ. Τ., ούτε ο επίσης μέτοχος της εταιρίας Ι. Δ., παρόλο που γνώριζαν τις παραπάνω ενέργειες της κατηγορουμένης (ο Κ. Τ. είχε επαφή με την εταιρία, αναλαμβάνοντας μάλιστα υποχρεώσεις από δάνειά της), δεν τις αμφισβήτησαν και πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβήτησαν ούτε και προσέβαλαν τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων, που συντάχθηκαν νομότυπα και υποβλήθηκαν στις διατυπώσεις δημοσιότητας, παρόλο που βεβαιωνόταν σ' αυτά ακόμη και ότι η ήδη εγκαλούσα είχε καταθέσει τις ονομαστικές της μετοχές, ούτε αμφισβήτησαν την κατοχή των μετοχών εκ μέρους της εγκαλούσας, αλλά ούτε και πρόβαλε σε όλο αυτό το διάστημα ο κατηγορούμενος κάποια συμφωνία, με βάση την οποία η ήδη εγκαλούσα δεν θα είχε δικαίωμα να προβεί στην απόκτηση των μετοχών και στον έλεγχο της εταιρίας. Το δε γεγονός ότι μέρος των παραπάνω μετοχών (150000) είχε δοθεί από το έτος 1996 λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα Εργασίας, δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές, αφού δεν αναιρεί την χωρίς καμία αμφιβολία γνώση του κατηγορουμένου και την αποδοχή εκ μέρους του του ότι η εγκαλούσα είχε δικαίωμα, βάσει της συμφωνίας της με τον κατηγορούμενο, να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειές της (συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρίας και στις γενικές συνελεύσεις και απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών). Το αυτό ισχύει και για το ότι υπήρξαν αταξίες στις εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας (σχετικά με τη μεταβίβαση των μετοχών και τη σειρά των αριθμών τους), που όμως δεν αναιρούσαν τις παραπάνω εκτιθέμενες συμφωνίες και σχέσεις της εγκαλούσας με τον κατηγορούμενο και την εταιρία, καθώς και τα δικαιώματα της εγκαλούσας απέναντι στον κατηγορούμενο, βάσει όχι μόνον των συμφωνιών, αλλά και βάσει της αποδοχής των ενεργειών της εκ μέρους του κατηγορουμένου και των λοιπών μετόχων της εταιρίας, φίλων και συνεργατών του κατηγορουμένου. Στην πρώτη από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της εταιρίας μετά την ως άνω μεταβίβαση των μετοχών του πρώτου κατηγορουμένου στην εγκαλούσα, που έγινε την 31.5.1997, πρόεδρος ήταν ο Ι. Δ. και γραμματέας ο γιος του Π.. Στη συνέλευση αυτή ο ίδιος ο Δ. φίλος και συνεργάτης του κατηγορουμένου, όπως προαναφέρθηκε, εισηγήθηκε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 150.000.000 δρχ., αύξηση την οποία θα κάλυπτε και πράγματι κάλυψε αποκλειστικά η εγκαλούσα, αφού οι λοιποί μέτοχοι παραιτήθηκαν του δικαιώματος προτίμησης. Στη γενική συνέλευση των μετόχων που έγινε την 5.9.1997, στην οποία η εγκαλούσα εμφανίσθηκε ως έχουσα τις 450.000 μετοχές, δηλαδή τις 300.000 που αγόρασε από τον Τ. και αυτές που ανέλαβε κατά την προαναφερομένη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, πρόεδρος ήταν πάλι ο Ι. Δ., ο οποίος εισηγήθηκε τα θέματα της ημερησίας διάταξης. Κατά τη συνέλευση αυτή αναλύθηκε η οικονομική κατάσταση της εταιρίας, διαπιστώθηκε ότι οι οφειλές της εταιρίας ανέρχονται σε 257.000.000 δρχ. ποσό το οποίο εφόσον δεν καταστεί δυνατόν να καταβληθεί από τα έσοδα της εταιρίας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων η εγκαλούσα. Επιβεβαιώθηκε ότι η εγκαλούσα είχε καταθέσει στα ταμεία της εταιρίας εξ ιδίων άλλα 109.000.000 δρχ., ποσό για το οποίο συμφωνήθηκε να καταρτισθεί δανειστική σύμβαση μεταξύ εγκαλούσας και εταιρίας. Στην τρίτη γενική συνέλευση των μετόχων που έγινε την 8.9.1997 με την ίδια μετοχική σύνθεση, αποφασίσθηκε ομόφωνα η ανασύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο εισήλθε πλέον και η εγκαλούσα. Περαιτέρω, η εγκαλούσα, πριν από τις παραπάνω ενέργειές της στην εταιρία, είχε καταθέσει την 15.4.1997 κατά του κατηγορουμένου, με σκοπό πάντα την ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της, την υπ' αριθμ. κατάθεσης 14299/97 αγωγή "χρέους" ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ανέφερε ότι κατά καιρούς στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων που είχαν δάνειζε στον ήδη πρώτο κατηγορούμενο διάφορα ποσά, ότι στα πλαίσια εκκαθάρισης των σχετικών προς αυτήν οφειλών την 01-12-1993 είχε λάβει από τούτον διάφορα αξιόγραφα προς εξόφληση, πλην όμως απέμενε χρέος ύψους 300.000.000 δραχμών, για το οποίο την ως άνω ημερομηνία (1-12-93) υπογράφηκε μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζε ρητά ότι της όφειλε το παραπάνω ποσό και αναλάμβανε την υποχρέωση να της καταβάλει ατόκως το ποσό αυτό σε τρεις ετήσιες δόσεις των 100.000.000 δραχμών εκάστη, ότι προς επίρρωση της προαναφερθείσας αναγνώρισης χρέους και όχι προς εξόφληση αυτού έγιναν δεκτές από τον κατηγορούμενο τρεις συναλλαγματικές εκδοθείσες από αυτήν και σε διαταγή της ιδίας, εκάστη ποσού 100.000.000 δραχμών και με ημερομηνία λήξης τις αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν καταβλητέα κάθε μία από τις δόσεις εξόφλησης του παραπάνω χρέους οι οποίες εν συνεχεία έγιναν αποδεκτές από αυτόν αυθημερόν με τη ρήτρα μάλιστα της ανέξοδου επιστροφής, ότι αυτός αρνήθηκε εν τέλει να πληρώσει τις ανωτέρω συναλλαγματικές, οι οποίες της επιστράφηκαν και έτσι έκτοτε ήταν νόμιμη κάτοχος και κομίστρια αυτών, αιτούμενη από το Δικαστήριο να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 300.000.000 δραχμών εντόκως από την επόμενη της λήξης κάθε συναλλαγματικής. Τους παραπάνω ισχυρισμούς της η ήδη εγκαλούσα και τότε ενάγουσα τους επανέλαβε με την κατάθεση των με ημερομηνία 14-11-2000 προτάσεών της στο ανωτέρω δικαστήριο κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής της και επιπλέον συμπλήρωσε ότι την 19-5-97 είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η μεταβίβαση εκ μέρους του προς αυτήν των 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." λόγω της ασυνέπειας που αυτός είχε επιδείξει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από την σύμβαση αναγνώρισης χρέους και ότι αυτός δεν καταχώρησε τη μετοχική αυτή μεταβολή στο βιβλίο μετόχων, όπως ανέλαβε την υποχρέωση με την εν λόγω μεταξύ τους σύμβαση και φοβούμενη, με δεδομένο και ότι η οικονομική πορεία της εταιρίας δεν ήταν καλή, για την τύχη των ποσών που είχε διαθέσει για λογαριασμό της, αλλά και για την αμφισβήτηση της μετοχικής μεταβολής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η οφειλή του κατηγορουμένου προς αυτήν από την αναγνώριση χρέους των 300.000.000 δρχ. είναι ισχυρή. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην του κατηγορουμένου την 14-11-2000 και έγινε δεκτή (με βάση το τεκμήριο της ομολογίας που ίσχυε τότε) με την υπ' αριθμ. 617/2001 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Μετά από αυτά την 17.6.2004 ο κατηγορούμενος Κ. Τ., κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 4.6.2004 με αριθμ. ΒΜΑ 2004 εγχ/400 έγκλησή του σε βάρος της ήδη εγκαλούσας, με την οποία την εγκαλούσε για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο αξίας άνω των 73.000,00 € από άτομο που δρα κατ' επάγγελμα αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι "...η νυν εγκαλούσα είχε καταθέσει εναντίον μου την υπ' αριθμ. κατάθεσης 14299/97 αγωγή χρέους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που συζητήθηκε ερήμην μου την 14-11-2000 και στο κείμενο αυτής ανέφερε ψευδώς με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 300.000.000 δραχμών, ότι κατά καιρούς στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων που είχαμε μου δάνειζε διάφορα ποσά, ότι στα πλαίσια εκκαθάρισης των σχετικών προς αυτήν οφειλών την 01-12-1993 είχε λάβει από μένα διάφορα αξιόγραφα προς εξόφληση πλην όμως απέμενε χρέος ύψους 300.000.000 δραχμών για το οποίο την ως άνω ημερομηνία (1-12-93) υπογράφηκε μεταξύ μας σύμβαση αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζα ρητά ότι της όφειλα το παραπάνω ποσό και αναλάμβανα την υποχρέωση να της καταβάλω ατόκως το ποσό αυτό σε τρεις ετήσιες δόσεις των 100.000.000 δραχμών εκάστη, ήτοι την α' την 1-12-94, την β 1-12-95 και τη γ' 1-12-96 δηλώνοντας ότι πέραν των αντιστοίχων για κάθε δόση ημερομηνιών το σχετικό ποσό θα επιβαρυνόταν με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, ότι προς επίρρωση της προαναφερθείσας αναγνώρισης χρέους και όχι προς εξόφληση αυτού έγιναν δεκτές από εμένα τρεις συναλλαγματικές εκδοθείσες από αυτήν και σε διαταγή της ιδίας, εκάστη ποσού 100.000.000 δραχμών και με ημερομηνία λήξης τις αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν καταβλητέα κάθε μία από τις δόσεις εξόφλησης του παραπάνω χρέους οι οποίες εν συνεχεία έγιναν αποδεκτές από μένα αυθημερόν με τη ρήτρα μάλιστα της ανέξοδοι επιστροφής, ότι εγώ αρνήθηκα εν τέλει να πληρώσω τις ανωτέρω συναλλαγματικές οι οποίες της επιστράφηκαν και έτσι έκτοτε ήταν νόμιμη κάτοχος και κομίστρια αυτών, αιτούμενη από το Δικαστήριο να υποχρεωθώ να της καταβάλω το ποσό των 300.000.000 δραχμών εντόκως από την επόμενη της λήξης κάθε συναλλαγματικής ...", "... ότι επανέλαβε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα με την κατάθεση των με ημερομηνία 14-11-2000 προτάσεών της στο ανωτέρω Δικαστήριο κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής της και επιπλέον συμπλήρωσε ότι δήθεν την 19-5-97 είχε συμφωνηθεί μεταξύ μας η μεταβίβαση εκ μέρους μου προς αυτήν των 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." λόγω της ασυνέπειας που είχα δήθεν επιδείξει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών μου που απέρρεαν από την 1-12-93 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, πλην όμως και πάλι εγώ αρνήθηκα να υπογράψω τη μεταβίβαση, ότι πεισθέντες οι Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από τους ψευδείς ισχυρισμούς της έκαναν δεκτή την αγωγή της με την υπ’ αριθμ. 617/2001 απόφαση υποχρεώνοντάς με να της καταβάλω το αιτούμενο ποσό εντόκως από την επομένη της λήξης κάθε συναλλαγματικής ενώ αυτή τελούσε σε γνώση ότι οι ισχυρισμοί της ήταν ψευδείς και ότι η αλήθεια ήταν ότι είχε λάβει τις ανωτέρω συναλλαγματικές ως πρόσθετη ασφάλειά της και όχι χάριν καταβολής ενόψει του ότι εγώ θα αγόραζα απ' αυτήν μελλοντικά, ισόποσης αξίας ράβδους χρυσού στην τρέχουσα τιμή πώλησης στον τόπο, στον χρόνο και στην τιμή που εκάστοτε με κάθε παράδοση θα συμφωνούνταν και ότι ουδέποτε έλαβε χώρα μεταξύ μας συμφωνία για μεταβίβαση 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε.". Το περιεχόμενο της μηνύσεως αυτής ήταν ψευδές, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα όσα πραγματικά περιστατικά η νυν εγκαλούσα μνημόνευε στην υπ' αριθμ. κατάθ. 14297/97 αγωγή της ήταν αληθή. Στην ως άνω δε πράξη του προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη αυτής για την ανωτέρω πράξη. Παράλληλα ο κατηγορούμενος με την παράθεση στην εν λόγω έγκλησή του των ως άνω ψευδών γεγονότων, των οποίων έλαβαν γνώση ο εισαγγελέας και οι υπάλληλοι της εισαγγελίας που χειρίσθηκαν την έγκληση, γνώριζε ότι αυτά ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν πράγματι την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Στη συνέχεια την 23-6-04 επέδωσε στην εγκαλούσα την από 21-6-04 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση με την οποία ισχυρίσθηκε τα εξής: "Όπως πολύ καλά γνωρίζετε με σκοπό να αλώσετε το καθεστώς της εταιρίας μου και να νοσφιστείτε με δόλιο, απατηλό και πανούργο τρόπο, τις εξουσίες και τα δικαιώματά μου ως μεγαλομετόχου της εν Θεσσαλονίκη εδρευούσης με την επωνυμία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Λ. Κ. ΑΕ" και εκμεταλλευόμενη την ιδιαίτερη προσωπική σχέση μου με εσάς, αλλά κυρίως το προσωπικό και οικογενειακό μου δράμα, το οποίο πολύ καλά γνωρίζατε συνεπεία του οποίου είχαν καμφθεί και ισοπεδωθεί όλες οι ψυχικές μου δυνάμεις και αντιστάσεις, προκειμένου να αντιμετωπίσω προσωρινά οικονομικά προβλήματα της ανωτέρω εταιρείας μου, με διαβεβαιώσατε με πειστικότητα ότι προτίθεσθε δήθεν να βοηθήσετε οικονομικά την ανωτέρω εταιρία, προσφέροντας σ’ αυτή διάφορα χρηματικά κεφάλαια αλλά και προσωπική εργασία, προκειμένου να την εξυγιάνετε οικονομικά ώστε να μπορέσει να ορθοποδήσει. Μάλιστα με πείσατε ότι, προκειμένου να το πετύχετε αυτό, θέλετε να έχετε εσείς την διοίκηση της εταιρίας μου, ώστε να επιτευχθεί ο ανωτέρω σκοπός και προς τούτο με διαβεβαιώσατε ότι, α) διαθέτετε πολύ μεγάλη ταμειακή ευχέρεια και ρευστότητα, αλλά και μεγάλη οικονομική δυνατότητα, ότι είσθε φερέγγυα, έχετε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία αξίας δισεκατομμυρίων και ότι για εσάς η επιτυχία της οικονομικής ανάκαμψης της εταιρίας μου, είναι δεδομένη και εξασφαλισμένη, β) με διαβεβαιώσατε κατηγορηματικά και με πείσατε ότι λόγω της μεγάλης οικονομικής ευρωστίας σας, θα εισφέρατε στην εταιρία μου τουλάχιστον 300.000.000 δρχ. ή όσα έχει ανάγκη, προκειμένου να επέλθει η οικονομική της εξυγίανση και ανάκαμψη και τα χρήματα που θα βάζατε στην εταιρία μου θα τα παίρνατε πίσω έντοκα και με επιτόκιο γιεν Ιαπωνίας, γ)με διαβεβαιώσατε με πειστικότητα ότι διαθέτετε τις απαραίτητες διοικητικές ικανότητες και προσόντα να πετύχετε εκ του ασφαλούς την οικονομική εξυγίανση και ανάκαμψη της εταιρίας μου, γι’ αυτό ζητήσατε σκόπιμα, να ανατεθεί σ' εσάς το μάνατζμεντ της εταιρίας μου. Εγώ, ύστερα από τις ανωτέρω πειστικές διαβεβαιώσεις σας, ότι θα πραγματοποιήσετε την οικονομική εξυγίανση της εταιρίας μου και θα εισφέρετε στο ταμείο αυτής όσα χρήματα θα χρειαζόταν, προκειμένου να πετύχετε τον ανωτέρω σκοπό σας, υπό τον όρο φυσικά να τα πάρετε πίσω, με την ανωτέρω προϋπόθεση. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο με κοινή συμφωνία, προς διασφάλιση των χρημάτων, πού θα εισφέρατε στην εταιρία μου, αλλά και των εγγυήσεων που θα δίνατε για λογαριασμό αυτής σε Τράπεζες για τις προς τρίτους υποχρεώσεις της, προκαταβολικά σας εμπιστεύθηκα και σας παρέδωσα IN CORPUS 250.000 μετοχές που αντιπροσώπευαν ποσοστό 41,50 % περίπου, του όλου πακέτου των μετοχών της εταιρίας, ΠΛΑΤΩΝ ΑΕ, επί τω τέλει εκπλήρωσης και εκτέλεσης του αναληφθέντος από εσάς έργου. Πράγματι, αποδέχθηκα την πρότασή σας αυτή και όχι μόνο σας παρέδωσα προς διασφάλιση σας και μόνο τις 250.000 μετοχές, αλλά επιπροσθέτως προκειμένου να ικανοποιήσω την επιθυμία σας και για πρόσθετη ασφάλειά σας ανατέθηκε από τους μετόχους η διοίκηση της εταιρίας αυτής τόσο από εμένα, όσον και από τους άλλους εταίρους για την εκπλήρωση του ανωτέρω σκοπού σύμφωνα με όσα μεταξύ μας συμφωνήθηκαν. Στα πλαίσια των ανωτέρω διαβεβαιώσεών σας εγγυηθήκατε στην Τράπεζα Εργασίας με το χρηματικό ποσόν των 150.000.000 δρχ., αλλά και εγώ συγχρόνως προς διασφάλιση της εγγύησης πού δώσατε στην Τράπεζα Εργασίας, προσημείωσα το σπίτι του γιου μου, πού βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., εκτάσεως 135 τ.μ. με ιδιόκτητο γκαράζ στην ίδια οικοδομή. Όμως, ενώ εγώ σας εμπιστεύθηκα την περιουσία μου και σας παρέδωσα τις 250.000 από τις συνολικά 300.000 μετοχές, που μου ανήκαν και αντιπροσώπευαν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, προς φύλαξη και παρακαταθήκη, αλλά και διασφάλιση των χρημάτων που θα βάζατε στην εταιρία, συμφωνήσαμε ότι η παράδοση των μετοχών σ' εσάς έγινε υπό τον απαράβατο όρο ότι, αυτές έπρεπε να κατατεθούν προς φύλαξη σε θυρίδα της Τράπεζας Εργασίας, σύμφωνα με όσα μεταξύ μας συμφωνήθηκαν, εσείς, κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που σας έδειξα, φερόμενη αξιόποινα και απατηλά, έντεχνα, δημιουργήσατε υποδομή, με αποκλειστικό σκοπό να με εξαπατήσετε, πράξη την οποία διαπράξατε κατ' επάγγελμα και συνήθεια με σκοπό να περιάγετε εις εαυτή παράνομο περιουσιακό όφελος και να ιδιοποιηθείτε, χωρίς την θέλησή μου και εν πλήρη αγνοία μου, όχι μόνο το σύνολο των 250.000 μετοχών που σας εμπιστεύθηκα, αλλά και ολόκληρη την εταιρία. Η ενορχηστρωμένη και πολύ καλά οργανωμένη απατηλή, αξιόποινη συμπεριφορά σας που ξεπερνά τα εσκεμμένα, απέδειξε ότι, όταν μου δίνατε τις ανωτέρω πειστικές διαβεβαιώσεις σκοπό είχατε να ιδιοποιηθείτε παράνομα και απατηλά με διάφορα νομικίστικα και πολύ καλά μελετημένα τεχνάσματα, το σύνολο της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ ΑΕ με τον πιο αδίστακτο και ανήθικο τρόπο, κάνοντας χρήση τις μετοχές που σας παρέδωσα, απλώς προς διασφάλιση των χρημάτων πού θα εισφέρατε στην εταιρία μας. Έτσι, κινούμενη έντεχνα και πολύ καλά μελετημένα, μου αποσπάσατε και κατακτήσατε την εμπιστοσύνη μου και σχεδιάσατε τρόπους και μεθόδους, ώστε αφού πετύχετε να με πείσετε με τις ανωτέρω απατηλές διαβεβαιώσεις σας, ότι διαθέτετε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και ότι είσθε αποφασισμένη να εισφέρετε στην εταιρία όσα χρήματα χρειάζονται προκειμένου να την εξυγιάνετε, πετύχατε να μου αποσπάσετε τις 250.000 μετοχές μου και εν συνεχεία, όπως έκπληκτος τώρα πληροφορούμαι, εν αγνοία μου και χωρίς την θέλησή μου, 1.- υπογράψατε με την Τράπεζα Εργασίας σχετική σύμβαση ενεχυρίασης, μέρους της πιο πάνω προσωπικής κινητής περιουσίας μου εξ 150.000 ονομαστικών μετοχών, αξίας 150.000.000 δρχ., την οποία περιουσία μου σας εμπιστεύθηκα και σας την έδωσα μόνο για φύλαξη, προς διασφάλιση των χρημάτων που τυχόν θα βάζατε στην εταιρία. Συνακόλουθα, συνεχίζοντας το εγκληματικό σας έργο, χωρίς να έχετε την προς τούτο εξουσία και εξουσιοδότηση, χορηγήσατε με την σύμβαση ενεχυρίασης, δικαιώματα προς την Τράπεζα αυτή, τα οποία εγώ δεν σας εξουσιοδότησα να τα χορηγήσετε σε τρίτους, με κίνδυνο να απειλείται ο πλειστηριασμός αυτών από την Τράπεζα, διότι εσείς δεν πληρώσατε ποτέ υποχρεώσεις της εταιρίας μου αυτής στην Τράπεζα Εργασίας, όπως επίμονα, πεισματικά με διαβεβαιώσατε, καίτοι η εταιρία, όπως καλά γνωρίζετε παρουσιάζει κέρδη, πλην όμως, εμφανίζετε οικονομικές καταστάσεις και ισολογισμούς της εταιρίας, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική κατάστασή της. 2.- Ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας δηλώνετε στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας ότι "δήθεν" καταθέσατε στο ταμείο της εταιρίας 300.000 μετοχές, προκειμένου να μετέχετε σ αυτές και με τον τρόπο αυτόν, αποσπάσατε από τον αρμόδιο υπάλληλο του ταμείου της εταιρίας βεβαιώσεις ότι "δήθεν" καταθέσατε τις 300.000 μετοχές αυτές και όσες προήλθαν από άκυρες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ενώ ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής, αφού εγώ ποτέ δεν μεταβίβασα σ' εσάς κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 300.000 μετοχές, αλλά μόνο 250.000 μετοχές και αυτές μόνο για την διασφάλιση των χρημάτων που τυχόν θα βάζατε και πάντως, σε καμία περίπτωση δεν σας εξουσιοδότησα να ασκείται τα δικαιώματα του μετόχου και προ πάντων το δικαίωμα ψήφου στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας, αλλά και το δικαίωμα προτίμησης του μετόχου στις μετοχές που προέρχονται από τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου. 3.- Επίσης, ψευδώς δηλώσατε στη Γ.Σ. των μετόχων της εταιρείας ότι δήθεν έχετε το πλειοψηφικό πακέτο των μέτοχων, ενώ ποτέ δεν είχατε μετοχές της εταιρείας αυτής και ήσασταν παντελώς άγνωστο πρόσωπο γι’ αυτήν. Εξάλλου, αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι εγώ ποτέ δεν υπέγραψα στο βιβλίο μετόχων της εταιρείας, γεγονός για το οποίο υπάρχει και δικαστική ομολογία σας. 4.- Κάνατε αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με απατηλό τρόπο, έχοντας ως βάση τις 300.000 μετοχές που σας εμπιστεύθηκα και ποτέ δεν μεταβίβασα σ' εσάς, ενώ κατείχατε στην πραγματικότητα 250.000 μετοχές μου μόνο, από αυτές που σας εμπιστεύθηκα, εμφανίζοντας στις Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων ότι δήθεν είσθε κυρία 300.000 μετοχών ασκώντας μάλιστα άκυρα το δικαίωμα προτίμησης του μετόχου, που ανήκε, όπως πολύ καλά γνωρίζετε, σ' εμένα προσωπικά. Όμως, ενώ δίνατε τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις και κάνατε γνωστά όλα τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτεθέντα, αποκρύψατε από τους άλλους μετόχους, α) ότι, ποτέ δεν εισφέρατε στην εταιρεία τα χρήματα που είχατε υποσχεθεί να εισφέρετε, παρά τις πείσμονες διαβεβαιώσεις σας, β) ότι, ποτέ δεν ήσασταν κυρία και νομέας των 300.000 μετοχών της εταιρείας και ενώπιον της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ανωνύμων Εταιρειών, γ) ψευδώς με διαβεβαιώσατε ότι διαθέτετε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και ότι είσθε αποφασισμένη να διαθέσετε για την εταιρία μου χρηματικά κεφάλαια, ιδιαίτερα μεγάλα,προκείμενου να την εξυγιάνετε οικονομικά, αλλά αντίθετα μου αποκρύψατε ότι, πριν αναλάβετε την εταιρία είχατε μεταβιβάσει ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία σας στα παιδιά σας και κατ’ ουσία μείνατε άφραγκη. 5. Έτσι, εσείς αφού προηγουμένως περιχαρακώσατε και διασφαλίσατε την κινητή και ακίνητη περιουσία σας δια της μεταβίβασής της στα παιδιά σας και, μετά ταύτα, όχι μόνο δεν εισφέρατε χρήματα στην εταιρία, προκλητικά, ανήθικα συμπεριφερόμενη σε βάρος των πραγματικών μετόχων, όπως ήμουν κι εγώ, πήγατε προσωπικά στις Τράπεζες και δηλώσατε ευθέως σ' αυτές ότι δεν πληρώνετε καμία δραχμή, αλλά επιπροσθέτως, δώσατε εντολή σ’ αυτές και μάλιστα στα διευθυντικά στελέχη της Τράπεζας Εργασίας, να εκπλειστηριάσουν ολόκληρη την ακίνητη περιουσία τόσον της εταιρίας, όσον και των εγγυητών που εγγυήθηκαν υπέρ αυτής, στις Τράπεζες. Έτσι, πετύχατε με τον τρόπο αυτόν να εκπλειστηριασθεί από τις Τράπεζες περιουσία μου ακίνητη, φίλων και συγγενών μου, άνω των 350.000.000 δρχ., όπως επίσης ανεκτίμητη περιουσία της εταιρίας αξίας 700.000.000 δρχ., αλλά και των πραγματικών μετόχων αυτής, φίλων και συγγενών τους που ξεπερνά τα 500.000.000 δρχ. Ενόψει των ανωτέρω λεπτομερώς εκτεθέντων, ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΣ για την ανοίκειο, ανεπίτρεπτο, ηθικά αξιόποινη, απατηλή συμπεριφορά σας, ΣΑΣ ΚΑΛΩ όπως, εντός (10) εργασίμων ημερών από της λήψης της παρούσης, α) να μου παραδώσετε αμέσως τις 250.000 μετοχές, που σας εμπιστεύθηκα, β) να μου παραδώσετε τις νέες μετοχές, που κατασκευάσατε από τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, οι οποίες ανήκουν σύμφωνα με όσα μεταξύ μας συμφωνήθηκαν σ' εμένα, γ) να μου παραδώσετε όλα τα μερίσματα που μου ανήκουν από τα κέρδη της εταιρίας, δ) να μου παραδώσετε πλήρη και αναλυτικό λογαριασμό των πεπραγμένων της εταιρείας μου, της οποίας την οικονομική εξυγίανση σας εμπιστεύθηκα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις που μου δώσατε. ε) Ρητά, σας εφιστώ την προσοχή να μην συμμετάσχετε και ψηφίσετε ως "δήθεν" μέτοχος, στην Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της ανωτέρω εταιρίας, την 24-6-04,αντιποιούμενη των επί των μετοχών μου δικαιωμάτων, κυριότητας και νομής. Άλλως, ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΓΝΩΣΤΟ, ότι είμαι αποφασισμένος να προσφύγω σε κάθε αρμόδιο δικαστήριο, αστικό και ποινικό και στην Εισαγγελική Αρχή, επί τω τέλει όπως πετύχω τον καταλογισμό των αστικών και ποινικών ευθυνών σας επί των διαπραχθέντων σε βάρος μου βαρύτατων αξιοποίνων πράξεών σας, προεχόντως δε, για την ηθική ζημία που υπέστην από την αξιόποινη συμπεριφορά σας". Ενώ γνώριζε ότι όλα, τα αναφερόμενα σε αυτήν -των οποίων έλαβε γνώση και ο Δικαστικός Επιμελητής που ενήργησε την επίδοση- ήταν ψευδή και ταυτόχρονα πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, αφού τα αληθή είναι τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι μεταξύ κατηγορουμένου και εγκαλούσας είχε υπογραφεί σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, ότι η εγκαλούσα είχε με έγκυρη σύμβαση αποκτήσει με πώληση, έστω και καταπιστευτική από τον κατηγορούμενο 300.000 μετοχές της ως άνω εταιρίας, ότι νομίμως μετείχε στις συνελεύσεις των μετόχων και την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, ότι η εγκαλούσα είχε χρηματοδοτήσει την εταιρία με τα προαναφερόμενα ποσά των 109.000.000 και 257.000.000 δρχ. και ότι είχαν εκπλειστηριαστεί ακίνητά της για οφειλές της εταιρίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363, 362 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθενται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για την εγκαλούσα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην από 4.6.2004 έγκληση, την οποία ο αναιρεσείων κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, και στην από 21.6.2004 εξώδικη δήλωση, την οποία ο αναιρεσείων επέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα, τα οποία ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ότι δηλαδή το περιεχόμενο των ως άνω εγκλήσεως και εξώδικης δηλώσεως, το οποίο περιήλθε σε γνώση του Εισαγγελέα και των υπαλλήλων της Εισαγγελίας της πρώτης και του δικαστικού επιμελητή που ενέργησε την επίδοση της δεύτερης, ήταν ψευδές. Αιτιολογείται, ακόμη, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το ψευδές των ως άνω γεγονότων, με τις παραδοχές ότι οι σχετικοί με τα γεγονότα αυτά ισχυρισμοί του θεμελιώνονται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου εξαιτίας των διαφόρων συμφωνιών, τις οποίες μετήλθε με την εγκαλούσα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Η εγκαλούσα είχε δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της υπ’ αριθ. εκθ. κατ. 14299/1997 αγωγής της και ενώπιον του Εφετείου έστω και χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσείοντος τότε εκκαλούντος - εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως (άρθρα 299, 294 εδ. α του ΚΠολΔ), πράγμα που έγινε. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να γίνεται στην απόφαση μνεία της παραιτήσεως αυτής, καθόσον αυτή δεν ασκεί επιρροή στην ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος για τη συκοφαντική δυσφήμηση. Ούτε ήταν αναγκαίο να αξιολογηθεί το δικόγραφο παραιτήσεως από την αγωγή ούτε η υπ’ αριθ. 1863/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταργήθηκε η δίκη επί της άνω αγωγής. β) Το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχειοθετείται, καθόσον θεμελιώνεται στην απάντηση (με όχι αληθινά γεγονότα) του αναιρεσείοντος στα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και δεν ασκεί επιρροή το ότι η δίκη επί της τελευταίας καταργήθηκε, εφόσον τα ψευδή γεγονότα που ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων και τότε εναγόμενος έγιναν γνωστά στα ειρημένα τρίτα πρόσωπα (Εισαγγελέα κ.λπ.). γ) Όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων για την εγκαλούσα αποτελούν, όπως αναφέρθηκε, γεγονότα και όχι κρίσεις, πεποιθήσεις και γνώμες του. δ) Το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι ο αναιρεσείων δανείσθηκε χρήματα από την εγκαλούσα για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων και της εταιρίας του "ΠΛΑΤΩΝ ΑΕ", της οποίας ο ίδιος και οι οικογένεια του Ι. Δ. ήταν μέτοχοι, δεν ασκεί δε επιρροή το αν απέκτησε τις μετοχές πριν ή μετά την αναγνώριση χρέους, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, ούτε ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται για την πληρότητα της αιτιολογίας. ε) Διευκρινίζονται επαρκώς οι απαιτήσεις, τις οποίες είχε η εγκαλούσα κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και το περιεχόμενο των τριών συμφωνητικών (από 18, 19 και 20.5.1997), αιτιολογείται δε γιατί κρίθηκε ότι η μεταβίβαση των μετοχών προς την εγκαλούσα ήταν πραγματική και όχι εικονική, χωρίς, από την παραδοχή ότι το τρίτο (από 20.5.1997) ιδιωτικό συμφωνητικό διευκρινίζει τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως των συμβαλλομένων για τη σύναψη της από 19.5.1997 συμβάσεως και έθετε στην τελευταία την αίρεση της εξοφλήσεως των χρεών από τον αναιρεσείοντα προς την εγκαλούσα, να δημιουργείται αντίφαση. στ) Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, το πολιτικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με απόφασή του, ανέστειλε τη δίκη μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί άλλης δίκης που αφορά τα αυτά ζητήματα δεν ασκεί επιρροή ως προς τις, πλήρως αιτιολογημένες, παραδοχές του ποινικού Δικαστηρίου. στ) Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η μη εγγραφή μεταβιβάσεως μετοχών στο βιβλίο της εταιρίας δεν αναιρεί τις οικονομικές συμφωνίες και σχέσεις των διαδίκων, δεν ασκεί δε επιρροή αν την παράλειψη αυτή θεώρησε απλή "αταξία" ή αν αυτή συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. ζ) Αναφέρεται σαφώς στην απόφαση ότι η εγκαλούσα, πλην των δανείων, πούλησε στον αναιρεσείοντα και κοσμήματα, για να τα μεταπωλήσει ο ίδιος, το τίμημα των οποίων δεν εξοφλήθηκε, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από το εάν το ποσό του χρέους των 300.000.000 δρχ. προερχόταν μόνο από δάνειο ή και από την πώληση των κοσμημάτων. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τέταρτος, πέμπτος, κατά τα τμήματα με αριθμούς 1 - 3 και 5 - 17, και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ πλαγίου παράβαση, αλλά και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 362 σε συνδυασμό με 363 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς γίνεται επίκληση εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (ιδίως εγγράφων που αναγνώσθηκαν - αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, ιδιωτικών συμφωνητικών συστάσεως και τροποποιήσεως της εταιρίας "Α. Τ. και Σία Ο.Ε.", κ.λπ.), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, μετά την εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας και την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις κατ’ άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, προκειμένου να προσέλθει η απολειπόμενη μάρτυρας Α. Λ.. Το αίτημα αυτό, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί το Δικαστήριο, επανέλαβαν, πριν από το στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι, διατυπώνοντάς το και γραπτώς ως εξής: "Και στο στάδιο αυτό της δίκης, υποβάλλουμε το ίδιο αίτημα που και κατά την διάρκεια της διαδικασίας υποβάλλαμε, δηλαδή να αναβληθεί η υπόθεση και να διαταχθούν κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσέλθει και να καταθέσει η κλητευθείσα πλην όμως απολειπόμενη μάρτυρας κα Λ. Α., καθόσον όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία η κατάθεσή της είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της αλήθειας, καθόσον αυτή ήταν το πρόσωπο που ως άμεση αντιπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας συμβλήθηκε μαζί μου και την εκπροσώπησε κατά την συμφωνία για την αγοραπωλησία των 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ Α.Ε.", σε σχέση με την οποία όπως ο μάρτυρας υπεράσπισης Ε. Τ. κατέθεσε υπογράφηκαν από τους συμβαλλόμενους 3 συμφωνητικά και δη τα επιδειχθέντα σε αυτόν και αναγνωσθέντα από 18.5.1997, από 19.5.1997 και από 20.5.1997 συμφωνητικά, εκ των οποίων το πρώτο που αποτελεί και τον πυρήνα της μεταξύ μας συμφωνίας και που από το περιεχόμενο του προκύπτει ευθέως το βάσιμο όλων των ισχυρισμών μου και η αθωότητά μου, η πολιτικώς ενάγουσα αμφισβήτησε και όψιμα πρόσβαλε ως πλαστό". Το δικάσαν Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι ικανά για να οδηγήσουν το δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση, ώστε δεν κρίνεται απαραίτητη η εξέταση ως μάρτυρος της κλητευθείσας και μη εμφανισθείσας, Α. Λ., η οποία θα πρέπει να σημειωθεί, ως συνήγορος της πολιτικώς ενάγουσας στην διαπραγμάτευση επιλύσεως των διαφορών της με τον κατηγορούμενο, δεν θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην αποδεικτική διαδικασία, δεσμευόμενη από το απόρρητο του άρθρου 212 του ΚΠΔ. Πρέπει επομένως το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ως μάρτυρας η Α. Λ. ν' απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αυτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος να δοθεί τέτοια αναβολή (επάρκεια αποδείξεων), ως εκ περισσού δε το Τριμελές Εφετείο αναφέρθηκε και στο άρθρο 212 του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά το τμήμα με τον αριθμό 4, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα ... πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα ... . Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, δια των συνηγόρων του, αίτημα αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, γιατί για την ίδια υπόθεση εκκρεμούσε δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, το εν λόγω αίτημα έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 11.950/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο καταδικάστηκα με αυτήν από πλευράς αντικειμενικής υποστάσεως θεμελιώνεται κατά το κατηγορητήριο στο ότι το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγής της πολιτικώς ενάγουσας προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εναντίον μου ήταν αληθές, ενώ εγώ στην από 4.6.2004 έγκλησή μου το χαρακτήρισα ως ψευδές, και στο ότι όσα ισχυρίστηκε στις από 14.11.2000 προτάσεις που υπέβαλε στο ως άνω δικαστήριο κατά τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής της σχετικά με την αιτία για την οποία καταρτίστηκε μεταξύ μας η από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" ήταν επίσης αληθή, ενώ εγώ στην από 4.6.2004 έγκλησή μου που υπέβαλα εναντίον της για το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω τα χαρακτήρισα ως ψευδή. Ενώ και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης για το οποίο επίσης καταδικάστηκα με την ίδια απόφαση, από πλευράς αντικειμενικής υπόστασης θεμελιώνεται και αυτό: α) στο φερόμενο ως ψευδές όσων ισχυρίστηκα στην από 4.6.2004 έγκλησή μου κατά της πολιτικώς ενάγουσας αναφορικά με την ίδια ως άνω αγωγή της εναντίον μου και το περιεχόμενο αυτής και των από 14.11.2000 προτάσεών της και β) στο φερόμενο ως ψευδές περιεχόμενο της από 22.6.2004 εξωδίκου μου προς αυτήν, με την οποία ισχυριζόμενος ότι εξακολουθώ να είμαι κύριος των 300.000 ονομαστικών μετοχών της α.ε. ΠΛΑΤΩΝ, την καλώ να μου παραδώσει τις μετοχές μου της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ που κατέχει. Όπως προέκυψε και αποδείχθηκε πλήρως κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τα αναγνωστέα έγγραφα η παραπάνω υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγή της αντιδίκου εναντίον μου ουδέποτε κρίθηκε επί της ουσίας και δεν κρίθηκε διότι με το υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1298/28.3.2005 δικόγραφό της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (...), η τότε ενάγουσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής της αυτής στον δεύτερο βαθμό, πράγμα που παρά τις δικές μου αντιρρήσεις επέφερε την κατάργηση της δίκης και μου στέρησε την δυνατότητα να αποδείξω το ουσία βάσιμο της έφεσής μου και την ανυπαρξία οποιουδήποτε χρέους μου προς αυτήν (...). Κατόπιν τούτων, για πρώτη φορά, από αστικό και μάλιστα από καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το ουσία βάσιμο της παραπάνω υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγής της αντιδίκου εναντίον μου, με ιστορική αιτία την από 1.12.1993 δήλωση αναγνώρισης χρέους από εμένα προς την ενάγουσα της ως άνω αγωγής, εγκαλούμενης στην από 4.6.2004 έγκλησή μου εναντίον της και ήδη πολιτικώς ενάγουσας, δηλαδή το αληθές ή ψευδές του περιεχομένου της, το έγκυρο και ενεργό της παραπάνω αναγνώρισης χρέους και οι έννομες συνέπειες που αυτή (τυχόν) παρήγαγε, όπως επίσης η σχέση που μπορεί να είχε και (τυχόν) είχε η παραπάνω αναγνώριση χρέους με την από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης 300.000 ονομαστικών μετοχών μου στην πολιτικώς ενάγουσα, όπως αυτή είχε ισχυριστεί στις από 14.11.2000 προτάσεις της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, πράγμα που άπτεται της αντικειμενικής υπόστασης και των δύο αδικημάτων για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μου και καταδικάστηκα με την εκκαλουμένη απόφαση και που ως εκ τούτου είναι (κρίσιμο) προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, θα κριθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, καθόσον αποτελεί (σημαντικό) και αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής βάσης της υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" και η οποία συζητείται στο ως άνω δικαστήριο μετ' αναβολήν στις 21.9.2010 (...).Η αγωγή μου αυτή έχει αίτημα: "... Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μου αι συγκεκριμένα: Α. Να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της με ημερομηνία 19-5-1997 σύμβασης πωλήσεως 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας προς τη δεύτερη εναγόμενη, καθώς και της καλυπτόμενης, κάτω από αυτήν, σύμβασης σύστασης ενεχύρου επί των μετοχών μου αυτών, και συνεπώς να αναγνωριστεί ότι ουδέποτε η δεύτερη εναγόμενη κατέστη κυρία των μετοχών αυτών. Στην περίπτωση δε που ήθελε κριθεί ότι η παραπάνω εικονική σύμβαση πωλήσεως κάλυπτε καταπιστευτική μεταβίβαση της κυριότητας των παραπάνω μετοχών μου, να αναγνωριστεί ότι δεν πληρώθηκαν οι όροι υπό τους οποίους τελούσε και η ακυρότητα αυτής λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, και ότι συνεπώς η δεύτερη εναγόμενη δεν κατέστη κυρία ων μετοχών αυτών. Β. Να αναγνωριστεί το ανυπόστατο των αποφάσεων των από 31-5-1997, 30-6-1998 και 30-6-1999 αποφάσεων της ΓΙ. της πρώτης εναγομένης ως προς τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της. Γ. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι είμαι κύριος των επίδικων 300.000 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας, ονομαστικής αξίας ήδη σήμερα 2,93 € η καθεμία και συγκεκριμένα των ονομαστικών μετοχών αυτής που ενσωματώνονταν στους με αριθμό από 1-300 προσωρινούς τίτλους της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας, των 1000 μετοχών έκαστος, έκδοσης 11/1/1996. Δ. Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να μου αποδώσει τις 250.000 από τις παραπάνω 300.000 ονομαστικές μετοχές μου της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας που παρέλαβε στην κατοχής της και συγκεκριμένα αυτές που ενσωματώνονταν στους με α.α 1-50 και 101-300 προσωρινούς τίτλους μετοχών, των 1000 μετοχών έκαστος, έκδοσης 11/1/1996. Ε. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη Εταιρία να εκδώσει νέους οριστικούς τίτλους μετοχών στο όνομα μου για το αναλογούν στις παραπάνω 300.000 μετοχές μου, ανερχόμενο σε 879.000 € (300.000 μετοχές Χ 2,93 €) μερίδιο του μετοχικού της κεφαλαίου που μου ανήκει και να παραδώσει σ' εμένα τίτλους που να ενσωματώνουν αριθμό μετοχών, αντίστοιχο και ανάλογο με τα ως άνω μετοχικά μου δικαιώματα. ΣΤ. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι είμαι συγκύριος του 50% του όλου μετοχικού κεφαλαίου της και των εξ αυτών απορρεόντων δικαιωμάτων. Ζ. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη Εταιρία να με εγγράψει στο Ειδικό Βιβλίο μετόχων και μετοχών της ως συγκύριο του 50% του μετοχικού κεφαλαίου και των μετοχών της, άλλως και όλως επικουρικώς να με εγγράψει για κεφάλαιο αντίστοιχο των 300.000 μετοχών της των οποίων είμαι νόμιμος κύριος, και σε περίπτωση αρνήσεως της, να καταδικασθεί αυτή σε δήλωση βουλήσεως με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, βάσει του άρθρου 949 ΚΠολΔ ...". Η κυριότητα συνεπώς των 300.000 ονομαστικών μετοχών μου που αναφέρονται στην από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης των μετοχών αυτών προς την εγκαλούσα Ι. Μ. και η εγκυρότητα ή ακυρότητα της σύμβασης αυτής αποτελεί το κύριο αντικείμενο εκκρεμούς πολιτικής δίκης, όπως επίσης αντικείμενο της πολιτικής δίκης αποτελεί και η σχέση που μπορεί να είχε η από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης, την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας λόγω εικονικότητας ζητώ, με την από 1,12.1993 αναγνώριση χρέους και η πραγματική συμφωνία που έχουμε κάνει, όπως αυτή αποτυπώνεται στα από 18/5/1997, από 19/5/1997 και από 20/5/1997 ιδιωτικά συμφωνητικά, που υπέγραψα μαζί με την έχουσα ειδική εντολή προς τούτου, πληρεξούσια δικηγόρο της κα Λ.. Στο πολιτικό δικαστήριο θα κριθούν τα ζητήματα αυτά. και από το πολιτικό δικαστήριο θα κριθεί το βάσιμο και η αλήθεια και όλων των άλλων πραγματικών ισχυρισμών μου που αναφέρονται στην από 4.6.2004 έγκλησή μου και στην από 21.6.2004 εξώδική μου, καθώς και όλα επίσης τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκα με τις εκκαλούμενες 20684/08 και 21460/08 του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης οι εφέσεις μου κατά των οποίων εκδικάζονται με αριθμό εκθ. 12α και 12 αντίστοιχα, και ως εκ τούτου η αλήθεια ή το ψεύδος των ως άνω γεγονότων και πραγματικών περιστατικών είναι (κρίσιμο) προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, που εκκρεμεί ενώπιον του ως άνω πολιτικού δικαστηρίου. Κατόπιν τούτων θεωρώ ότι είναι αναγκαίο και επιτακτικό, πριν το ποινικό δικαστήριο επιληφθεί των σε βάρος ρου κατηγοριών και αποφανθεί τελεσίδικα γι' αυτές να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ, ώστε με πλήρη ασφάλεια δικαίου που παρέχει η ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου διαδικασία (προκατάθεση προτάσεων και αποδεικτικών στοιχείων - αντικρούσεων κ.λπ.) να διαγνωστούν όλα τα ζητήματα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκα σε πρώτο βαθμό και για το λόγο αυτό ζητώ και από το παρόν Δικαστήριο, όπως είχα ζητήσει και από τα πρωτοβάθμια που όμως απέρριψαν το αίτημα μου και παραπονούμαι γι' αυτό με ειδικό λόγο έφεσης, την κατ' άρθρον 61 ΚΠΔ αναβολή (αναστολή) της παρούσας δίκης, λόγω της εκκρεμοδικίας στα πολιτικά δικαστήρια κρίσιμων ζητημάτων αστικής φύσης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της εγκαλούσας κας Μ. και της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" και η οποία συζητείται στο ως άνω δικαστήριο μετ' αναβολή στις 21/9/2010". Προσκόμισε δε και αναγνώστηκαν οι σχετικές υπ’ αριθ. κατ. 54013/26.11.2007 αγωγή του και υπ’ αριθ. 9439/3.1.2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .... Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι: "Επειδή τα αναφερόμενα ως αποτελούντα αντικείμενο της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 54013/26-11-2007 εκκρεμούς αγωγής του κατηγορουμένου Κ. Τ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της εγκαλούσας, μπορούν να αποτελέσουν, ως προς τη βασιμότητά τους αντικείμενο της παρούσας ποινικής διαδικασίας, το δε παρόν δικαστήριο δεν δεσμεύεται, στην κρίση του περί αυτών από την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δεν κρίνεται σκόπιμη η αναβολή της προκειμένης υποθέσεως μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω αγωγής από τα πολιτικά δικαστήρια, όπως ζητάει ο εν λόγω κατηγορούμενος, πρέπει το σχετικό αίτημα του ν' απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Εφετείο στην απορριπτική του απόφαση, παρεμπίπτουσα τοιαύτη, σχετικά με το αίτημα της αναστολής, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε και απέρριψε το σχετικό αίτημα, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω ανάλυση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.1 του ΚΠοινΔ, τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση, δηλαδή η συνεκδίκαση των συναφών εγκλημάτων μπορεί να γίνει στην κατ' έφεση δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι, και σ' αυτήν την περίπτωση, δεν προκαλείται βλάβη. Το ενδεχόμενο της προκλήσεως βλάβης ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η άρνηση του οποίου να συνεκδικάσει συναφή εγκλήματα, είτε στον πρώτο, είτε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Αν όμως υποβληθεί, από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα σαφές και συγκεκριμένο αίτημα συνεκδικάσεως συναφών εγκλημάτων, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί σχετικώς με αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απόφασή του. Όμως, η συνεκδίκαση των υποθέσεων πρέπει να αποφασισθεί στην αρχή της συζητήσεώς τους και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οπότε και πρέπει να υποβληθεί το σχετικό αίτημα των διαδίκων. Αν, παρά ταύτα, ενώ οι συναφείς υποθέσεις εκδικάστηκαν χωριστά, υποβληθεί αίτημα συνεκδικάσεως σε άλλη χρονική στιγμή (π.χ. κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ή στο στάδιο των αγορεύσεων, κ.λπ.), αυτό είναι απαράδεκτο και το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, μη περιπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, κατά το στάδιο της αγορεύσεώς τους, υπέβαλαν αίτημα, κατ’ άρθρο 128§2 του ΚΠοινΔ, να εκδοθεί μια απόφαση για όλες τις συναφείς υποθέσεις που είχαν αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με αριθ. πινακίου 10, 12 και 12 α ή τουλάχιστον για τις με αριθ. πιν. 10 και 12, οι οποίες αφορούν την ίδια μήνυση που είχε υποβάλει αυτός κατά της πολιτικώς ενάγουσας. Επί του αιτήματος αυτού, το Δικαστήριο δεν απήντησε. Το αίτημα, όμως, αυτό ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτο, γιατί δεν υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας επί της πρώτης κατά σειράν πινακίου υποθέσεως, και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων (ο οποίος, πάντως, δεν απώλεσε το δικαίωμά του να ζητήσει από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη και τις λοιπές αποφάσεις συγχώνευση των στερητικών της ελευθερίας ποινών που του επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις αυτές, πράγμα το οποίο δεν έπραξε) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως γιατί το Τριμελές Εφετείο δεν απήντησε στο ως άνω αίτημά του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο αναιρεσείων, περαιτέρω, με τον αυτό λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του α) το από 26.4.2007 έγγραφο της τράπεζας Eurobank EFG, β) την υπ' αριθ. 15616 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, γ) την υπ' αριθ. 7773 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου και δ) την υπ' αριθ. 7489 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, τα οποία βρίσκονταν στη δικογραφία και είχαν αναγνωσθεί κατά την πρωτόδικη δίκη, επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. 11950/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι, και κατά το σκέλος του αυτό, αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί τα ως άνω έγγραφα ναι μεν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν μνημονεύονται μεταξύ των αναγνωστέων, πλην, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνονται, όπως και ο αναιρεσείων παραδέχεται, στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων της δίκης εκείνης (με αύξ. αριθ. 30, 31, 32 και 40), η μνεία δε στην απόφαση επί της κατ’ έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο των μνημονευομένων στα πρακτικά αυτά εγγράφων. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση, καθόσον επιδιώκει την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την καταδικαστική της διάταξη για τη συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση, να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθ. 991/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Κ. Τ. του Α. αθώο του ότι στη … την 17-6-04, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν και συγκεκριμένα κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 4-6-04 έγκληση του σε βάρος της νυν εγκαλούσας Ι. Μ., με την οποία την εγκαλούσε για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο αξίας άνω των 73.000,00 € από άτομο που δρα κατ' επάγγελμα αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι "η νυν εγκαλούσα είχε καταθέσει εναντίον του την υπ' αριθμ. κατάθεσης 14299/97 αγωγή χρέους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που συζητήθηκε ερήμην του την 14-11-2000 και ότι στο κείμενο αυτής ανέφερε ψευδώς με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 300.000.000 δραχμών ότι κατά καιρούς στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων που είχαν του δάνειζε διάφορα ποσά, ότι στα πλαίσια εκκαθάρισης των σχετικών προς αυτήν οφειλών την 01-12-1993 είχε λάβει από τούτον διάφορα αξιόγραφα προς εξόφληση πλην όμως απέμενε χρέος ύψους 300.000.000 δραχμών για το οποίο την ως άνω ημερομηνία (1-12-93) υπογράφηκε μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζε ρητά ότι της όφειλε το παραπάνω ποσό και αναλάμβανε την υποχρέωση να της καταβάλει ατόκως το ποσό αυτό σε τρεις ετήσιες δόσεις των 100.000.000 δραχμών εκάστη, ήτοι την α' την 1-12-94, την β' 1-12-95 και τη γ' 1-12-96 δηλώνοντας ότι πέραν των αντιστοίχων για κάθε δόση ημερομηνιών το σχετικό ποσό θα επιβαρυνόταν με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, ότι προς επίρρωση της προαναφερθείσας αναγνώρισης χρέους και όχι προς εξόφληση αυτού έγιναν δεκτές από τον εγκαλούντα τρεις συναλλαγματικές εκδοθείσες από αυτήν και σε διαταγή της ιδίας, εκάστη ποσού 100.000.000 δραχμών και με ημερομηνία λήξης τις αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν καταβλητέα κάθε μία από τις δόσεις εξόφλησης του παραπάνω χρέους οι οποίες εν συνεχεία έγιναν αποδεκτές από αυτόν αυθημερόν με τη ρήτρα μάλιστα της ανέξοδης επιστροφής, ότι αυτός αρνήθηκε εν τελεί να πληρώσει τις ανωτέρω συναλλαγματικές οι οποίες της επιστράφηκαν και έτσι έκτοτε ήταν νόμιμη κάτοχος και κομίστρια αυτών, αιτούμενη από το Δικαστήριο να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 300.000.000 δραχμών εντόκως από την επόμενη της λήξης κάθε συναλλαγματικής, ότι επανέλαβε τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα με την κατάθεση των με ημερομηνία 14-11-2000 προτάσεών της στο ανωτέρω Δικαστήριο κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής της και επιπλέον συμπλήρωσε ότι δήθεν την 19-5-97 είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η μεταβίβαση εκ μέρους του προς αυτήν των 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." λόγω της ασυνέπειας που αυτός είχε επιδείξει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από την από 1-12-93 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, πλην όμως και πάλι αυτός αρνήθηκε να υπογράψει τη μεταβίβαση, ότι πεισθέντες οι Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από τους ψευδείς ισχυρισμούς της έκαναν δεκτή την αγωγή της με την υπ’ αριθμ. 617/2001 απόφαση υποχρεώνοντάς τον να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό εντόκως από την επομένη της λήξης κάθε συναλλαγματικής ενώ αυτή τελούσε σε γνώση ότι οι ισχυρισμοί της ήταν ψευδείς και ότι η αλήθεια ήταν ότι είχε λάβει τις ανωτέρω συναλλαγματικές ως πρόσθετη ασφάλειά της και όχι χάριν καταβολής ενόψει του ότι αυτός θα αγόραζε απ' αυτήν μελλοντικά ισόποσης αξίας ράβδους χρυσού στην τρέχουσα τιμή πώλησης στον τόπο, στον χρόνο και στην τιμή που εκάστοτε με κάθε παράδοση θα συμφωνούνταν και ότι ουδέποτε είχε λάβει χώρα μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." παρότι αυτός (ο κατηγορούμενος) γνώριζε ότι τα όσα πραγματικά περιστατικά η νυν εγκαλούσα μνημόνευε στην υπ' αριθμ. κατάθ. 14297/97 αγωγή της ήταν αληθή. Στην ως άνω δε πράξη του προέβη με σκοπό να προκαλέσει την ποινική καταδίωξη αυτής για την ανωτέρω πράξη. ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τη διάταξη για την επιβολή ποινής φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, για την ανωτέρω πράξη, διατηρουμένης της ποινής φυλακίσεως πέντε (5) μηνών που επιβλήθηκε για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ’ εξακολούθηση, η οποία έχει μετατραπεί σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Απριλίου 2010 (υπ’ αριθ. πρωτ. 3042/2010) αίτηση, για αναίρεση της αυτής ως άνω αποφάσεως, κατά τα λοιπά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλημάτων. Όταν αγωγή, με φερόμενα ως ψευδή περιστατικά, γίνεται δεκτή με βάση το τεκμήριο ομολογίας από την ερημοδικία του εναγομένου, δεν στοιχειοθετείται απάτη στο δικαστήριο ούτε με τη μορφή της απόπειρας και, επομένως, ούτε ψευδής καταμήνυση για την πράξη αυτή. Αίτηση αναίρεσης ως προς την καταδικαστική απόφαση για την ψευδή καταμήνυση, κήρυξη αθώου του αναιρεσείοντος για την πράξη αυτή από τον Άρειο Πάγο και απάλειψη της ποινής που είχε επιβληθεί για αυτήν. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τη συκοφαντική δυσφήμηση. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις και αναστολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Το αίτημα για συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Η μνεία στην απόφαση επί της κατ' έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας, έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκαν και τα έγγραφα που μνημονεύονται στην τελευταία, έστω και αν δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναγνωστέων που αναφέρονται στα πρακτικά της πρώτης. Απόρριψη αιτήσεως ως προς καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 971/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 992/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. Ι. Δ. του Π. και 2. Ι. Δ. του Θ., και με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Μ. του Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κόλια. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 656/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπονται από τα ως άνω άρθρα 229§1 και 224§2 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος της Ι. Μ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Τ. (αναιρεσείων) είχε στην κυριότητά του 300.000 από τις συνολικά 600.000 μετοχές, αξίας 1000 δραχμών η κάθε μία, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε.", της οποίας ήταν και διευθύνων σύμβουλος. Τις υπόλοιπες 300.000 μετοχές της εταιρίας αυτής κατείχε η οικογένεια Δ.. Δηλαδή ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Δ., η σύζυγός του Γ. και ο γιος του Π. Δ.. Ο Τ., αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως και η εταιρία του, ζήτησε από την εγκαλούσα Ι. Μ., με την οποία διατηρούσε στενή προσωπική σχέση και η οποία με τη σειρά της διατηρούσε επιχείρηση πωλήσεως κοσμημάτων και χρυσού, να του δανείσει διάφορα χρηματικά ποσά και αυτή πράγματι του δάνεισε μεγάλα ποσά, ενώ παράλληλα του πώλησε και κοσμήματα (για να τα μεταπωλήσει ο ίδιος), το τίμημα των οποίων δεν εξοφλήθηκε. Για τα χρέη του αυτά προς την εγκαλούσα ο πρώτος κατηγορούμενος υπέγραψε την από 1-12-1993 σύμβαση αναγνώρισης χρέους, για ποσό 300.000.000 δραχμών, ενώ παράλληλα αποδέχθηκε 3 συναλλαγματικές εκδόσεως της εγκαλούσας ποσού 100.000.000 δραχμών η κάθε μία, λήξεως 1-12-94, 1-12-95 και 1-12-96. Ακόμη, με την από 28-11-1994 σύμβαση παροχής εγγυήσεως, η εγκαλούσα είχε εγγυηθεί στην Τράπεζα Εργασίας για σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού της παραπάνω εταιρίας του κατηγορουμένου μέχρι του ποσού των 150.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η εγκαλούσα για την παραπάνω σύμβαση εγγυήσεως, της ενεχυρίασε, δυνάμει του από 12-1-1996 συμφωνητικού, 150.000 από τις παραπάνω μετοχές του. Οι μετοχές αυτές ενσωματώνονταν σε 120 προσωρινούς τίτλους 1250 μετοχών το κάθε σώμα, με αύξοντες αριθμούς από 1 έως 150 πάνω στους οποίους και συστήθηκε το ενέχυρο. Με το παραπάνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις της εταιρίας κατά τη διάρκεια του ενεχύρου θα το διατηρούσε αποκλειστικά ο ενεχυράσας πρώτος κατηγορούμενος, ενώ η εγκαλούσα δεν θα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις μετοχές. Συμφωνήθηκε ακόμη να παραδοθούν οι παραπάνω μετοχές στην Τράπεζα Εργασίας, ως μεσεγγυούχο. Στη συνέχεια όμως, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση, όπως και η εταιρία του, και η ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της εγκαλούσας ήταν εξαιρετικά επισφαλής, ήρθαν ο πρώτος κατηγορούμενος και η εγκαλούσα τον Απρίλιο που διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1997 σε διαπραγματεύσεις ώστε να ρυθμιστούν κατά τρόπο επωφελή και για τους δύο οι μεταξύ τους σχέσεις. Στις διαπραγματεύσεις αυτές την εγκαλούσα εκπροσωπούσε η δικηγόρος Θεσσαλονίκης Α. Λ., δυνάμει σχετικής πληρεξουσιότητος που αυτή (εγκαλούσα) της είχε χορηγήσει. Στα πλαίσια αυτών των διαπραγματεύσεων υπογράφηκαν μεταξύ τους τρία συμφωνητικά. Ένα στις 18.5.1997, δεύτερο στις 19.5.1997 και τρίτο στις 20.5.1997. Με το πρώτο συμφωνητικό προσυμφωνήθηκε η πώληση των 300.000 μετοχών του Τ. στην εγκαλούσα με τίμημα που θα καταβληθεί στην ως άνω εταιρία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." και η υποχρέωση της εγκαλούσας να χρηματοδοτήσει την εταιρία, αν παραστεί ανάγκη, με αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και κάλυψη από μέρους της της αυξήσεως αυτής, προσυμφωνήθηκε επίσης ότι η εγκαλούσα θα υποχρεούται να επιστρέψει στον Τ. τις μετοχές, εφόσον της καταβληθούν το τίμημα των 300.000.000 δρχ. και όποιο επί πλέον ποσό θα έχει καταβάλει αυτή για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ακολούθως με το από 19-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε να πωληθούν στην εγκαλούσα οι 300.000 μετοχές του κατηγορουμένου και να αναλάβει η εγκαλούσα τη διαχείριση της παραπάνω εταιρίας, ώστε με την οικονομική εξυγίανσή της να επιτύχει, κατά το δυνατόν, την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Η μεταβίβαση των μετοχών έγινε αντί τιμήματος 300.000.000 δραχμών (1000 ανά μετοχή) και ήταν οριστική και σπουδαία (και όχι εικονική), αφού μόνον με την πραγματική απόκτηση των μετοχών και την ενεργή συμμετοχή της στην εταιρία θα μπορούσε η εγκαλούσα να επιτύχει την οικονομική εξυγίανση της τελευταίας και τελικά την ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Στις πωληθείσες με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό 300.000 μετοχές του πρώτου κατηγορουμένου περιλαμβάνονται και οι παραπάνω 150.000 που είχαν ενεχυρασθεί, ώστε το σύνολο των μετοχών που πωλήθηκαν είναι 300.000. Αν και στην πραγματικότητα μόνον οι 150.000 μετοχές παραδόθηκαν υλικά στην εγκαλούσα (αφού οι άλλες 150.000 είχαν ενεχυριασθεί), στο παραπάνω συμφωνητικό αναγράφεται ρητά ότι παραδόθηκαν και οι 300.000 μετοχές και μάλιστα "με υλική παράδοση". Η αναγραφή αυτή στο ιδιωτικό συμφωνητικό σημαίνει ασφαλώς ότι οι συμβαλλόμενοι αποδέχθηκαν όπως η εγκαλούσα έχει απόλυτο δικαίωμα να χρησιμοποιεί και τις 300.000 μετοχές του πρώτου κατηγορουμένου και να συμμετέχει με αυτές στην εταιρία, έστω και αν δεν τις κατείχε όλες. Ακόμη, ο πρώτος κατηγορούμενος, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, υποσχέθηκε ρητά και ανέλαβε την ευθύνη για την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στο βιβλίο των μετόχων της εταιρίας. Βέβαια, με το από 20-5-1997 "προσύμφωνο πωλήσεως ονομαστικών μετοχών ανωνύμου εταιρίας" που καταρτίσθηκε μεταξύ της εγκαλούσας και του πρώτου κατηγορουμένου, οι συμβαλλόμενοι δήλωναν ότι η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων με το παραπάνω αναφερόμενο από 19-5-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως μετοχών δεν ήταν η αγορά των μετοχών, αλλά η εξασφάλιση της εγκαλούσας για τις απαιτήσεις της κατά της εταιρίας και του πρώτου κατηγορουμένου και προσυμφωνήθηκε να αναμεταβιβάσει η εγκαλούσα τις παραπάνω 300.000 μετοχές στον πρώτο κατηγορούμενο (από τον οποίο τις είχε αποκτήσει), αλλά μόνον εφόσον οι απαιτήσεις της θα είχαν εξοφληθεί. Αυτό όμως δεν καθιστά εικονική την προγενέστερη από 19-5-1997 μεταβίβαση των μετοχών από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα, αλλά απλώς διευκρίνιζε τα παραγωγικά αίτια της βούλησης των συμβαλλομένων για τη σύναψη της πρώτης αυτής σύμβασης και έθετε στη δεύτερη σύμβαση (την από 20-5-1997, για τη μεταβίβαση των μετοχών από την εγκαλούσα προς τον κατηγορούμενο) την αίρεση της εξόφλησης των χρεών του πρώτου κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα. Η αίρεση αυτή όμως δεν πληρώθηκε και η εγκαλούσα, έστω και αν δεν εκπληρώθηκε η αμέσως παραπάνω τυπική υποχρέωση του πρώτου κατηγορουμένου για την εγγραφή της μεταβίβασης των μετοχών στο βιβλίο των μετόχων της εταιρίας, άρχισε, σε απόλυτη συμφωνία με τους όρους των ως άνω συμβάσεών της με τον πρώτο κατηγορούμενο και την αληθή βούλησή τους, να συμμετέχει ενεργά στην διαχείριση της εταιρίας και στις συνελεύσεις των μετόχων, αλλά και να εισφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά στο ταμείο της εταιρίας (σε δύο περιπτώσεις εισέφερε ποσά 109.000.000 και 257.000.000 δραχμών), με τον ίδιο παραπάνω απώτερο σκοπό, της ικανοποίησης των απαιτήσεών της, μέσω της εξυγιάνσεως και κερδοφορίας της εταιρίας, ενώ και επίσημα ανέλαβε τη διοίκηση. Στη συνέχεια και εφόσον οι απαιτήσεις της εγκαλούσας παρέμεναν ανικανοποίητες, συνέχιζε να συμμετέχει ενεργά στην εταιρία και τη διοίκησή της, και έγιναν και αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, μετά από τις οποίες η ήδη εγκαλούσα απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της εταιρίας. Επί 7 ολόκληρα έτη (1997-2004) ούτε ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Τ., ούτε ο επίσης μέτοχος της εταιρίας δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Δ., παρόλο που γνώριζαν τις παραπάνω ενέργειες της κατηγορουμένης (ο Κ. Τ. είχε επαφή με την εταιρία, αναλαμβάνοντας μάλιστα υποχρεώσεις από δάνειά της), δεν τις αμφισβήτησαν και πιο συγκεκριμένα δεν αμφισβήτησαν ούτε και προσέβαλαν τα πρακτικά των γενικών συνελεύσεων, που συντάχθηκαν νομότυπα και υποβλήθηκαν στις διατυπώσεις δημοσιότητας, παρόλο που βεβαιωνόταν σ' αυτά ακόμη και ότι η ήδη εγκαλούσα είχε καταθέσει τις ονομαστικές της μετοχές, ούτε αμφισβήτησαν την κατοχή των μετοχών εκ μέρους της εγκαλούσας, αλλά ούτε και πρόβαλε σε όλο αυτό το διάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος κάποια συμφωνία, με βάση την οποία η ήδη εγκαλούσα δεν θα είχε δικαίωμα να προβεί στην απόκτηση των μετοχών και στον έλεγχο της εταιρίας. Το δε γεγονός ότι μέρος των παραπάνω μετοχών (150.000) είχε δοθεί από το έτος 1996 λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα Εργασίας, δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές, αφού δεν αναιρεί την προκύπτουσα χωρίς καμία αμφιβολία γνώση των δύο πρώτων κατηγορουμένων και την αποδοχή εκ μέρους τους του ότι η εγκαλούσα είχε δικαίωμα, βάσει της συμφωνίας της με τον πρώτο κατηγορούμενο, να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειές της (συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρίας και στις γενικές συνελεύσεις και απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών). Το αυτό ισχύει και για το ότι υπήρξαν αταξίες στις εγγραφές στα βιβλία της εταιρίας (σχετικά με τη μεταβίβαση των μετοχών και τη σειρά των αριθμών τους), που όμως δεν αναιρούσαν τις παραπάνω εκτιθέμενες συμφωνίες και σχέσεις της εγκαλούσας με τον πρώτο κατηγορούμενο και την εταιρία, καθώς και τα δικαιώματα της εγκαλούσας απέναντι στους δύο πρώτους κατηγορουμένους, βάσει όχι μόνον των συμφωνιών, αλλά και βάσει της αποδοχής των ενεργειών της εκ μέρους των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Στην πρώτη από τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της εταιρίας μετά την ως άνω μεταβίβαση των μετοχών του πρώτου κατηγορουμένου στην εγκαλούσα, που έγινε την 31.5.1997, πρόεδρος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και γραμματέας ο γιος του Π.. Στη συνέλευση αυτή ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος εισηγήθηκε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 150.000.000 δρχ., αύξηση την οποία θα κάλυπτε και πράγματι κάλυψε αποκλειστικά η εγκαλούσα, αφού οι λοιποί μέτοχοι παραιτήθηκαν του δικαιώματος προτίμησης. Στη γενική συνέλευση των μετόχων που έγινε την 5.9.1997, στην οποία η εγκαλούσα εμφανίσθηκε ως έχουσα τις 450.000 μετοχές, δηλαδή τις 300.000 που αγόρασε από τον Τ. και αυτές που ανέλαβε κατά την προαναφερομένη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, πρόεδρος ήταν πάλι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος εισηγήθηκε τα θέματα της ημερησίας διάταξης. Κατά τη συνέλευση αυτή αναλύθηκε η οικονομική κατάσταση της εταιρίας, διαπιστώθηκε ότι οι οφειλές της εταιρίας ανέρχονται σε 257.000.000 δρχ. ποσό το οποίο εφόσον δεν καταστεί δυνατόν να καταβληθεί από τα έσοδα της εταιρίας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων η εγκαλούσα. Επιβεβαιώθηκε ότι η εγκαλούσα είχε καταθέσει στα ταμεία της εταιρίας εξ ιδίων άλλα 109.000.000 δρχ., ποσό για το οποίο συμφωνήθηκε να καταρτισθεί δανειστική σύμβαση μεταξύ εγκαλούσας και εταιρίας. Στην τρίτη γενική συνέλευση των μετόχων που έγινε την 8.9.1997 με την ίδια μετοχική σύνθεση, αποφασίσθηκε ομόφωνα η ανασύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο εισήλθε πλέον και η εγκαλούσα. Περαιτέρω, η εγκαλούσα, πριν από τις παραπάνω ενέργειές της στην εταιρία, είχε καταθέσει την 15.4.1997 κατά του πρώτου κατηγορουμένου, με σκοπό πάντα την ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων της, την υπ' αριθμ. κατάθεσης 14299/97 αγωγή "χρέους" ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ανέφερε ότι κατά καιρούς στα πλαίσια των φιλικών σχέσεων που είχαν δάνειζε στον ήδη πρώτο κατηγορούμενο διάφορα ποσά, ότι στα πλαίσια εκκαθάρισης των σχετικών προς αυτήν οφειλών την 01-12-1993 είχε λάβει από τούτον διάφορα αξιόγραφα προς εξόφληση, πλην όμως απέμενε χρέος ύψους 300.000.000 δραχμών, για το οποίο την ως άνω ημερομηνία (1-12-93) υπογράφηκε μεταξύ τους σύμβαση αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζε ρητά ότι της όφειλε το παραπάνω ποσό και αναλάμβανε την υποχρέωση να της καταβάλει ατόκως το ποσό αυτό σε τρεις ετήσιες δόσεις των 100.000.000 δραχμών εκάστη, ότι προς επίρρωση της προαναφερθείσας αναγνώρισης χρέους και όχι προς εξόφληση αυτού έγιναν δεκτές από τον κατηγορούμενο τρεις συναλλαγματικές εκδοθείσες από αυτήν και σε διαταγή της ιδίας, εκάστη ποσού 100.000.000 δραχμών και με ημερομηνία λήξης τις αντίστοιχες ημερομηνίες κατά τις οποίες ήταν καταβλητέα κάθε μία από τις δόσεις εξόφλησης του παραπάνω χρέους οι οποίες εν συνεχεία έγιναν αποδεκτές από αυτόν αυθημερόν με τη ρήτρα μάλιστα της ανέξοδου επιστροφής, ότι αυτός αρνήθηκε εν τέλει να πληρώσει τις ανωτέρω συναλλαγματικές, οι οποίες της επιστράφηκαν και έτσι έκτοτε ήταν νόμιμη κάτοχος και κομίστρια αυτών, αιτούμενη από το Δικαστήριο να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 300.000.000 δραχμών εντόκως από την επόμενη της λήξης κάθε συναλλαγματικής. Τους παραπάνω ισχυρισμούς της η ήδη εγκαλούσα και τότε ενάγουσα τους επανέλαβε με την κατάθεση των με ημερομηνία 14-11-2000 προτάσεών της στο ανωτέρω δικαστήριο κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής της και επιπλέον συμπλήρωσε ότι την 19-5-97 είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους η μεταβίβαση εκ μέρους του προς αυτήν των 300.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Α. Κ. Α.Ε." λόγω της ασυνέπειας που αυτός είχε επιδείξει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που απέρρεαν από την σύμβαση αναγνώρισης χρέους και ότι αυτός δεν καταχώρησε τη μετοχική αυτή μεταβολή στο βιβλίο μετόχων, όπως ανέλαβε την υποχρέωση με την εν λόγω μεταξύ τους σύμβαση και φοβούμενη, με δεδομένο και ότι η οικονομική πορεία της εταιρίας δεν ήταν καλή, για την τύχη των ποσών που είχε διαθέσει για λογαριασμό της, αλλά και για την αμφισβήτηση της μετοχικής μεταβολής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η οφειλή του πρώτου κατηγορουμένου προς αυτήν από την αναγνώριση χρέους των 300.000.000 δρχ. είναι ισχυρή. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην του κατηγορουμένου την 14-11-2000 και έγινε δεκτή (με βάση το τεκμήριο της ομολογίας που ίσχυε τότε) με την υπ' αριθμ. 617/2001 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, κατά τη συζήτηση της έφεσης του ήδη κατηγορουμένου κατά της παραπάνω απόφασης, η ήδη εγκαλούσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής της, έχοντας αποφασίσει να επιδιώξει την ικανοποίησή της μέσω των επιχειρήσεων της εταιρίας, της οποία νόμιμα είχε αποκτήσει πλέον τις παραπάνω μετοχές. Εξάλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Δ., μαζί με άλλους μετόχους της εταιρίας (μέλη της οικογενείας του), άσκησε κατά της εταιρίας και της ήδη εγκαλούσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη με αριθμ. καταθέσεως 12783/2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ανάκληση της σύγκλησης της γενικής συνέλευσης της εταιρίας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής η ήδη εγκαλούσα επικαλέσθηκε τα ίδια περίπου πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί και με την παραπάνω αγωγή της. Εν τω μεταξύ, κατά το έτος 2004 η οικονομική κατάσταση της παραπάνω εταιρίας είχε βελτιωθεί, χάρη στη διοίκηση της εγκαλούσας, χωρίς όμως να καταφέρει αυτή να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της κατά του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς είχε συνεισφέρει σημαντικά ποσά στην εταιρία και οι απαιτήσεις της ήταν πολύ μεγάλες για να καλυφθούν από τα πρώτα κέρδη. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Τ., παρόλο που γνώριζε την (παραπάνω εκτιθέμενη) αλήθεια σε σχέση με τις συναλλαγές και τις συμφωνίες του με την εγκαλούσα, καθώς και σε σχέση με τις ενέργειες της τελευταίας στην εταιρία, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 15-9-2004 με αριθμ. ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/569 έγκλησή του σε βάρος της ήδη εγκαλούσας, στην οποία ανέφερε ότι αυτή εκμεταλλευόμενη τα οικογενειακά και προσωπικά προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτός (Κ. Τ.) τον Απρίλιο του έτους 1997, με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τις 300.000 μετοχές του τελευταίου στην εταιρία "ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Κ. Α.Ε." και να αναλάβει την διοίκηση της εταιρίας προέβη σε σειρά δολίων ενεργειών που κατέτειναν αφενός στην οριστική απομάκρυνση του ιδίου ως διευθύνοντος συμβούλου από την διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών πραγμάτων και αφετέρου στην ανάληψη από αυτή του ελέγχου της εταιρίας. Ότι αυτή ενεργεί παρόμοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ότι το επιδιωκόμενο όφελος ήταν σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ. Ότι με την υπ’ αριθμ. καταθ. 14299/15-4-1997 αγωγή της, η οποία συζητήθηκε στις 14-11-2000, παριστάνοντας ψευδή γεγονότα ως αληθινά και επικαλούμενη ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με το υποτιθέμενο χρέος του προς αυτή ύψους 300.000.000 δρχ., το οποίο δήθεν ο ίδιος αναγνώρισε δια της από 1-12-1993 σύμβασης αναγνωρίσεως χρέους, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 17/22-12-2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που έκανε δεκτή την αγωγή της, προκαλώντας σε αυτόν ανάλογη ζημία, επαναλαμβάνοντας τους ίδιους "ψευδείς ισχυρισμούς" δια της υπ' αριθμ. 12783/2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με παρόμοιο περιεχόμενο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Ότι για να αναλάβει την διοίκηση της εταιρίας παρέστησε ψευδώς στους μετόχους της Γενικής Συνέλευσης πως είχε στη διάθεσή της τις 300.000 ονομαστικές μετοχές του στη εταιρία αποκρύπτοντας από αυτούς ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε κατείχε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών, παρά τις διαδοχικές αυξήσεις του κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν στην συνέχεια, κατά παράβαση της αρχικής τους συμφωνίας, καθώς 50.000 ονομαστικές μετοχές βρίσκονται στην κατοχή του Κ. Τ. και 150.000 ονομαστικές μετοχές είχαν δοθεί ως ενέχυρο από αυτήν στην Τράπεζα Εργασίας. Ότι μετά την ανάληψη της διαχείρισης της εταιρίας απέκρυψε το αρχικό βιβλίο μητρώου των μετοχών που προήλθαν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, αναγράφοντας τους αριθμούς αυτών των μετοχών (υπ' αριθμ. 301.000 - 750.000) επ' ονόματί της, υποπίπτοντας στο αδίκημα της κατάρτισης πλαστών κινητών αξιών (μετοχών) του άρθρου 1 Ν. 1960/1991. Η παραπάνω (από15-9-2004) έγκληση του ήδη πρώτου κατηγορουμένου κατά της ήδη εγκαλούσας απορρίφθηκε με την 81/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, η δε προσφυγή του ήδη κατηγορουμένου κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης απορρίφθηκε αμετάκλητα με την 287/2005 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Δ., στις 17-12-2004, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον του Πταισματοδίκη του Ζ' Τμήματος Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια προανάκρισης επί της ως άνω εγκλήσεως του πρώτου κατηγορουμένου κατά τη εγκαλούσας. Κατά την μαρτυρική του αυτή εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: "Κατά της Ι. Μ. και του Θ. Ι. έχω υποβάλει και εγώ μήνυση για απάτη που τέλεσαν εις βάρος μου και συνίσταται στο ότι ενώ με διαβεβαίωσε η μηνυόμενη ότι αγόρασε το 50% του όλου πακέτου μετοχών της εταιρείας μου ΠΛΑΤΩΝ Α.Ε. και ότι είναι πλέον δικαιούχος των 300.000 μετοχών αυτής ...", "... κάνοντας ψεύτικες κατ' ουσίαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου κατά 150.000.000 δρχ., 100.000.000 δρχ. και 120.000.000 δρχ. και κατά 500.000 ευρώ η τελευταία ενώ τέτοιες αυξήσεις δεν έγιναν ποτέ, αφού δεν έβαλε αυτά τα χρήματα στην εταιρεία. Ψευδώς επίσης με βεβαίωσε στα τέλη Μαΐου 1997 ότι είναι μέτοχος 300.000 μετοχών που αγόρασε αντί 300.000.000 δρχ. όπως ψευδώς με βεβαίωσε, άλλωστε, στις προθέσεις της τότε ήταν να επιτύχει την οικονομική εξυγίανση της εταιρείας, η οποία χρωστούσε χρήματα και μέσω αυτής (της εξυγίανσης) να πληρωθούν 150.000.000 δρχ. προσωπική εγγύηση που έδωσε στην Τράπεζα Εργασίας και μετά από αυτό να επιστρέψει πίσω τις μετοχές στον μηνυτή, παίρνοντας πίσω τα χρήματα που θα έβαζε στην εταιρεία με τόκο Γιεν", "Όλα τα παραπάνω που πληροφορήθηκα τον Μάρτιο 2004 από τον μηνυτή επιβεβαιώνονται από δύο άλλα συμφωνητικά, πλην της 19.5.1997, με ημερομηνία 18.5.1997 και 20.5.1997, σύμφωνα με την οποία ο μηνυτής ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην μηνυόμενη τις μετοχές εικονικά ...", "Τον σκοπό της, πέραν των παραπάνω πέτυχε και με την κατάρτιση νέου πλαστού βιβλίου μετόχων και της παραχάραξης νέων μετοχών εν πλήρη αγνοία τόσο εμού όσο και του μηνυτή και χωρίς την θέλησή μου, πράγμα που πληροφορήθηκα για πρώτη φορά στις 20.5.2004 κατά την συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που έκανα εναντίον της όπου έκπληκτος διαπίστωσα την κατάρτιση του πλαστού βιβλίου και την παραχάραξη των μετοχών". "Έτσι οι τράπεζες έβγαλαν σε πλειστηριασμό ακίνητό μου 380.000.000 δρχ. αντί 100.000.000 δρχ. και έχασα συνολικά 500.000.000 δρχ. περίπου. Το ακίνητο μου το πήρε η ίδια η Τράπεζα. Του δε μηνυτή πλειστηριάστηκαν έξι ακίνητα δικά του και άλλα δύο φίλων του και συγγενών του αξίας περίπου 500.000.000 δρχ.". Ο εν λόγω κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα ανωτέρω ήταν αναληθή, αφού αφενός μεν είχε πολύ καλές προσωπικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο Κ. Τ. και μαζί είχαν αποφασίσει την είσοδο της εγκαλούσας στην εταιρία για να την εξυγιάνει με τις χρηματοδοτήσεις της, αφετέρου ήταν ο ίδιος πρόεδρος των γενικών συνελεύσεων των μετόχων της εταιρίας, που προαναφέρθηκαν και ο ίδιος, αφού βεβαίωσε για το νομότυπο της συμμετοχής των μετόχων, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, σ' αυτή εισηγήθηκε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με αποκλειστική κάλυψη της αυξήσεως από την εγκαλούσα, καθώς επίσης και την είσοδο της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Γνώριζε επίσης ότι η αλλαγή των αριθμών των μετοχών, έγινε στα πλαίσια της μετατροπής της δραχμής σε ευρώ το 2002 και όχι κατά παράνομο τρόπο από την εγκαλούσα. Ακόμη γνώριζε ότι ο πλειστηριασμός των δικών του ακινήτων και των ακινήτων του πρώτου κατηγορουμένου έγινε ως συνέπεια εγγυήσεων που αυτοί είχαν αναλάβει έναντι των τραπεζών για οφειλές της εταιρίας, που υπερέβαιναν εκείνες που η εγκαλούσα ανέλαβε να εξοφλήσει. Άλλωστε και της τελευταίας ακίνητα εκπλειστηριάσθηκαν για τον ίδιο λόγο λόγω εγγυήσεων που είχε αναλάβει υπέρ της εταιρίας για οφειλές της τελευταίας που δεν είχαν εξοφληθεί. Στα πλαίσια της προανάκρισης αυτής για την ίδια ως άνω έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου εξετάσθηκε στις 30.11.2004, ενώπιον του ίδιου πταισματοδίκη ως μάρτυρας ο Ι. Δ., ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε και τα εξής: "Έτσι το 1997 η μηνυόμενη πρότεινε στον μηνυτή να αναλάβει αυτή την επιχείρηση του Ιατρικού κέντρου, με σκοπό να την εξυγιάνει και να την καταστήσει κερδοφόρα, "ρίχνοντας" σ' αυτήν αρχικά κεφάλαιο 300.000.000 δρχ., στο οποίο θα περιλαμβανόταν και η οφειλή του από 150.000.000 δρχ. και στην συνέχεια ό,τι ποσό χρειαζόταν. Όρισαν ένα επιτόκιο γιεν, το οποίο και μόνο θα ήταν η αμοιβή της και συμφώνησαν τότε να της μεταβιβάσει μετοχές της επιχείρησης 300.000.000 δρχ., τις οποίες αυτή θα εισέπραττε ανάλογα με το ποσό που θα έπαιρνε από την επιχείρηση". "Στη συνέχεια απευθύνθηκε στον άλλο μέτοχο κ. Δ. ..., ο οποίος δεν είχε ενημερωθεί ότι, τον είπε ότι αυτή είχε πλέον το 50% της εταιρίας και τον έπεισε να προχωρήσουν σε αύξηση κεφαλαίου. Για να τον πείσει του έδειξε ένα συμφωνητικό που είχαν υπογράψει με τον μηνυτή για αγορά των μετοχών από αυτή ενώ είχε συνταχθεί μεταξύ αυτής και του μηνυτή και συμφωνητικό πώλησης των μετοχών προς αυτόν, το οποίο φυσικά και δεν εμφάνισε". "Από την αύξηση του κεφαλαίου και μετά η μηνυόμενη εδραίωσε την θέση της στην εταιρία, άλλαξε τις μετοχές της εταιρίας, αφού της έλειπαν αυτές που κράτησε ο μηνυτής, δηλώνει στις γενικές συνελεύσεις ότι έχει το πακέτο των μετοχών, χωρίς να το έχει πράγματι, με το σύστημα των αυξήσεων εξεδίωξε από την εταιρία και τον κ. Δ. και ουσιαστικά αρνείται να τηρήσει την αρχική της συμφωνία με το μηνυτή και να του επιστρέψει τις μετοχές αν και η εταιρία στον τελευταίο ισολογισμό της φαίνεται πως έχει κέρδη. Να προσθέσω πως οποιαδήποτε αύξηση κεφαλαίου, κατά την αρχική τους συμφωνία, θα ήταν υπέρ του μηνυτή, το οποίο φυσικά δεν τηρήθηκε, γιατί διαφορετικά θα είχε εξοφληθεί η οφειλή του μηνυτή". Ο Δ. φίλος του πρώτου κατηγορουμένου γνώριζε ότι το αληθές είναι ότι η μεταβίβαση των μετοχών προς την εγκαλούσα ήταν πραγματική και εν γνώσει του Δ. και ότι οποιαδήποτε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου θα καλυπτόταν από την εγκαλούσα η οποία και θα ανελάμβανε τις μετοχές. Γνώριζε επίσης ότι η αλλαγή των αριθμών των μετοχών έγινε λόγω της αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ και δεν ήταν μεθόδευση της εγκαλούσας για να αλώσει την εταιρία, καθώς και ότι η αναμεταβίβαση των μετοχών στον Τ. από την εγκαλούσα προϋπέθετε την από μέρους του καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, καθώς και των ποσών που είχαν καταβληθεί για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καταβολές που δεν έγιναν από πλευράς Τ. και εν γνώσει της πραγματικής καταστάσεως κατέθεσε τα όσα αναληθή ανωτέρω αναφέρονται. Τον δεύτερο κατηγορούμενο και τον Δ. τους έπεισε να καταθέσουν ψέματα ο πρώτος κατηγορούμενος. Και ο ίδιος, όμως, στη Θεσσαλονίκη στις 30.11.2004, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε κατόπιν υποβολής της από παραπάνω από 5.9.2004 έγκλησής του εναντίον της Ι. Μ. και αναφερόμενος στο από 29.11,2004 συμπληρωματικό σημείωμά του, το οποίο προσκόμισε ενώπιον του ανωτέρω Πταισματοδίκη και το κατέστησε αναπόσπαστο μέρος της ένορκης κατάθεσής του, κατέθεσε τα εξής:1) Ότι η εγκαλούσα Ι. Μ. του Π. τον Απρίλιο του 1997, με σκοπό να περιάγει εις εαυτή παράνομο περιουσιακό όφελος που ξεπερνά το ποσό των 73.360 ευρώ, με προτροπές και παραινέσεις, αλλά και με πειστικότητα τον διαβεβαίωσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, προκειμένου να δεχτεί την πρότασή της ότι έχει την οικονομική δυνατότητα και είναι διατεθειμένη να βάλει στο ταμείο της εταιρίας 300.000.000 δρχ. εντός μηνός από της υπογραφής του σχετικού συμφωνητικού (...) ή όσα χρηματικά ποσά απαιτηθούν, μετά την καταβολή των 300.000.000 δρχ., για την οικονομική εξυγίανση της εταιρίας, ώστε να πετύχει, δια μέσου αυτής, την εξόφληση όλων των χρεών προς τρίτους και κυρίως προς τις Τράπεζες ΕΡΓΑΣΙΑΣ και ΑΤΤΙΚΗΣ. 2) Ότι τον διαβεβαίωσε πως με την επιστροφή σε αυτήν των χρημάτων που θα έβαζε στο ταμείο της εταιρίας (κάτι που θα γινόταν είτε από τα κέρδη της εταιρίας είτε από τα διανεμητέα μερίσματα), αυτή θα του επέστρεφε ανάλογης αξίας μετοχές από αυτές που θα της έδινε σαν πρόσθετη ασφάλεια και εγγύηση. 3) Ότι η ανωτέρω εγκαλούσα δεν πλήρωσε καμία υποχρέωση της εταιρίας (Ιατρικό Κέντρο Πλάτων Α.Ε.) προς τις δυο Τράπεζες ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΤΤΙΚΗΣ και εισέπραττε τα κέρδη αυτής, επί σειρά ετών, τα οποία ιδιοποιούνταν παράνομα, ανερχόμενων αυτών σε 200 -250.000.000 δρχ. ετησίως. 4) Ότι η ανωτέρω εγκαλούσα εμφανιζόταν στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρίας στις 31.5.1997, στις 30.6.1998, 8.9.1997, 30.6.1999 και 15.9.2003, ως κάτοχος του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών, ενώ στην ουσία δεν κατείχε τις μετοχές. 5) Ότι η ανωτέρω εγκαλούσα για να παραπλανήσει τη Διεύθυνση Εμπορίου - Τμήμα Ανωνύμων Εταιριών και να εμφανίζεται σ' αυτή ως "δήθεν" ιδιοκτήτρια της εταιρίας, έχουσα το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών, κατάρτισε δολίως και σκοπίμως νέο πλαστό βιβλίο μητρώου μετόχων και περιέλαβε στο νέο βιβλίο τις δικές του ονομαστικές μετοχές, στο όνομά της. Όλα τα παραπάνω γεγονότα, που περιλαμβάνονται στην έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου και τις ένορκες καταθέσεις αυτού και των λοιπών κατηγορουμένων, ήταν ψευδή, όπως προαναφέρθηκε, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο της έγκλησης και των καταθέσεων, έστω και αν ήταν αληθή κάποια επί μέρους στοιχεία (εντελώς δευτερεύοντα όμως και αποτελούντα απαραίτητο τμήμα των συνολικών ισχυρισμών, ώστε αυτοί να έχουν κάποιο λογικό νόημα). Και ήταν ψευδείς κατά το ουσιώδες περιεχόμενό τους οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων για τους εξής λόγους: Επειδή όπως προαναφέρθηκε η εγκαλούσα είχε πράγματι δανείσει στον πρώτο κατηγορούμενο χρηματικά ποσά και πράγματι υπήρξε το χρέος των 300.000.000 δραχμών του πρώτου κατηγορουμένου προς αυτήν, το χρέος αυτό αναγνωρίσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο και εξαιτίας ακριβώς αυτού του χρέους αγοράστηκαν πραγματικά και οριστικά (κατά τη βούληση των συμβαλλομένων και ανεξάρτητα από την τυπική εγγραφή της μεταβίβασης στα βιβλία μετόχων), οι 300.000 ονομαστικές μετοχές του πρώτου κατηγορουμένου από την εγκαλούσα και κατατέθηκαν οι τίτλοι στο ταμείο (έστω και κατά ένα μέρος, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν έχει σημασία το ότι δόθηκε ένα μέρος τους ως ενέχυρο στην Τράπεζα Εργασίας, η οποία συναίνεσε στη χρήση τους από την εγκαλούσα). Ακόμη, επειδή η εγκαλούσα διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία και διέθεσε χρήματα για την κάλυψη των οικονομικών ελλειμμάτων της εταιρίας, πολλά δε από τα ακίνητά της εκπλειστηριάστηκαν. Εξάλλου, με βάση αυτά, όλα τα παραπάνω που ισχυρίσθηκε η ήδη εγκαλούσα με την παραπάνω αγωγή και τις προτάσεις της, όπως και κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του δεύτερου κατηγορουμένου, ήταν, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό τους, αληθή. Ακόμη, η εγκαλούσα δεν είχε επιδείξει την αναφερόμενη στην έγκληση και το υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου, όπως και στις καταθέσεις του δευτέρου κατηγορουμένου και του Δ.υ, απατηλή συμπεριφορά και δεν είχε τελέσει τις καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις και πιο συγκεκριμένα δεν είχε εξαπατήσει κανένα δικαστήριο ή τη Διεύθυνση Εμπορίου, ούτε τους δύο κατηγορουμένους, ούτε είχε ιδιοποιηθεί τις μετοχές του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά ούτε και είχε αποκτήσει με δόλιες και απατηλές ενέργειες τον έλεγχο της εταιρίας, ούτε, τέλος, είχε αποκρύψει το αρχικό βιβλίο μητρώου των μετοχών και καταρτίσει πλαστές μετοχές. Οι δε κατηγορούμενοι και ο Δ. τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των όσων ισχυρίσθηκαν και κατέθεσαν και μάλιστα ο πρώτος από αυτούς κατέθεσε την παραπάνω έγκληση του με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσας. Ειδικότερα, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι κατανοούσαν πολύ καλά ότι η συνέπεια που θα είχε η (υποστηριζόμενη ψευδώς από αυτούς) μη ύπαρξη αληθούς βούλησης μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και της εγκαλούσας για οριστική μεταβίβαση των μετοχών (εικονικότητα), θα ήταν η ακυρότητα της μεταβίβασης των μετοχών του ήδη πρώτου κατηγορουμένου στην ήδη εγκαλούσα. Ο λόγος άλλωστε που προέβησαν στις πράξεις τους οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ήταν ακριβώς το ότι ήθελαν να ανακτήσουν τον έλεγχο της εταιρίας, όταν αυτή είχε πλέον εξυγιανθεί οικονομικά και απέφερε κέρδη, χωρίς μάλιστα ο πρώτος από αυτούς να έχει ικανοποιήσει τις σε βάρος του απαιτήσεις της εγκαλούσας. Τους παραπάνω σκοπούς των δύο πρώτων κατηγορουμένων, καθώς και την αναλήθεια των όσων κατέθετε, γνώριζε και ο Δ., η δε γνώση του αυτή προκύπτει και από το ότι κατέθεσε για γεγονότα που ήταν ψευδή, σαν να είχε άμεση αντίληψη αυτών, ενώ τα είχε πληροφορηθεί από το φίλο του πρώτο κατηγορούμενο. Ο δε πρώτος κατηγορούμενος, ήταν εκείνος που, έχοντας λόγο προς τούτο, συνιστάμενο στην προεκτεθείσα θέλησή του να ανακτήσει, ενώ δεν εδικαιούτο, τον έλεγχο της εταιρίας από την εγκαλούσα, προκάλεσε στο δεύτερο (που είχε παρεμφερή λόγο με τον πρώτο) και τον Δ., με συνεχείς παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, την απόφαση να καταθέσουν εν γνώσει τους τα παραπάνω ψευδή γεγονότα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ.2 και 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, η υποβολή, δηλαδή, της από 15.9.2004 εγκλήσεως του αναιρεσείοντος κατά της εγκαλούσας Ι. Μ., καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι η εγκαλούσα προέβη σε σειρά δολίων ενεργειών για να απομακρύνει τον αναιρεσείοντα από τη διαχείριση της εταιρίας του και να την αναλάβει η ίδια, ενεργούσε δε κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με επιδιωκόμενο όφελος, σε κάθε περίπτωση, άνω των 73.000 ευρώ, αιτιολογείται δε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη της εγκαλούσας για κακουργηματική απάτη, πράξη για την οποία αυτή δεν δικάσθηκε, αφού η έγκληση απορρίφθηκε με εισαγγελική διάταξη. β) Ως προς την ψευδορκία μάρτυρα προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που ο αναιρεσείων κατέθεσε, αιτιολογείται δε ότι τα καταμηνυθέντα ήταν ψευδή και αναφέρονται τα αληθινά γεγονότα. γ) Ως προς την ηθική αυτουργία, εκτίθεται ο τρόπος (συνεχείς παραινέσεις, φορτικότητα και επιμονή), με τον οποίο ο αναιρεσείων προκάλεσε στους (συγκατηγορουμένους του) Ι. Δ. και Ι. Δ. την απόφαση να καταθέσουν ψευδώς, καθώς και ότι εκείνα που κατέθεσαν ήταν πράγματι ψευδή. Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως η γνώση του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του ως προς το ψευδές των από τον πρώτο καταμηνυθέντων και από όλους κατατεθέντων, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, καθώς και ο συνεταίρος του Ι. Δ., είχαν προσωπική αντίληψη των καταμηνυθέντων και κατατεθέντων ως ψευδών και του αντιστοίχου περιεχομένου της μηνύσεως του πρώτου, ενώ ο Ι. Δ. τα είχε πληροφορηθεί από το φίλο του αναιρεσείοντα. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι ο αναιρεσείων δανείσθηκε χρήματα από την εγκαλούσα για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων και της εταιρίας του "ΠΛΑΤΩΝ ΑΕ", της οποίας ο ίδιος και οι οικογένεια του συγκατηγορουμένου του Ι. Δ. ήταν μέτοχοι, δεν ασκεί δε επιρροή το αν απέκτησε τις μετοχές πριν ή μετά την αναγνώριση χρέους, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως, ούτε ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται για την πληρότητα της αιτιολογίας. β) Διευκρινίζονται επαρκώς οι απαιτήσεις, τις οποίες είχε η εγκαλούσα κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και το περιεχόμενο των τριών συμφωνητικών (από 18, 19 και 20.5.1997), αιτιολογείται δε γιατί κρίθηκε ότι η μεταβίβαση των μετοχών προς την εγκαλούσα ήταν πραγματική και όχι εικονική, χωρίς, από την παραδοχή ότι το τρίτο (από 20.5.1997) ιδιωτικό συμφωνητικό διευκρινίζει τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως των συμβαλλομένων για τη σύναψη της από 19.5.1997 συμβάσεως και έθετε στην τελευταία την αίρεση της εξοφλήσεως των χρεών από τον αναιρεσείοντα προς την εγκαλούσα, να δημιουργείται καμιά αντίφαση. γ) Η εγκαλούσα είχε δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής της και ενώπιον του Εφετείου έστω και χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσείοντος τότε εκκαλούντος - εναγομένου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως (άρθρα 299, 294 εδ. α του ΚΠολΔ), πράγμα που έγινε. δ) Δεν απαιτείτο να προσδιορίζεται πότε ήταν καταβλητέο το τίμημα πωλήσεως των μετοχών, αν καταβλήθηκε αυτό και σε ποιον καταβλήθηκε. ε) Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, το πολιτικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με απόφασή του, ανέστειλε τη δίκη μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί άλλης δίκης που αφορά τα αυτά ζητήματα δεν ασκεί επιρροή ως προς τις, πλήρως αιτιολογημένες, παραδοχές του ποινικού Δικαστηρίου. στ) Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η μη εγγραφή μεταβιβάσεως μετοχών στο βιβλίο της εταιρίας δεν αναιρεί τις οικονομικές συμφωνίες και σχέσεις των διαδίκων, δεν ασκεί δε επιρροή αν την παράλειψη αυτή θεώρησε απλή "αταξία" ή αν αυτή συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. ζ) Αναφέρεται σαφώς στην απόφαση ότι η εγκαλούσα, πλην των δανείων, πούλησε στον αναιρεσείοντα και κοσμήματα, για να τα μεταπωλήσει ο ίδιος, το τίμημα των οποίων δεν εξοφλήθηκε, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από το εάν το ποσό του χρέους των 300.000.000 δρχ. προερχόταν μόνο από δάνειο ή και από την πώληση των κοσμημάτων. η) Το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αξιολογήσει ειδικώς τις αποφάσεις πολιτικών Δικαστηρίων, που αναγνώσθηκαν, ούτε να μνημονεύσει το τι προέκυπτε από αυτές χωριστά. Και θ) όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων αποτελούν γεγονότα και όχι κρίσεις, πεποιθήσεις και γνώμες του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά τα τμήματα με αριθμούς 1 - 3 και 5 - 17, και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ πλαγίου παράβαση, αλλά και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 229, 224§1 και 46§1α σε συνδυασμό με 224§2 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς γίνεται επίκληση εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (ιδίως εγγράφων που αναγνώσθηκαν - αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων κ.λπ.), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, μετά την εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας και την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις κατ’ άρθρο 352 του ΚΠοινΔ, προκειμένου να προσέλθει η απολειπόμενη μάρτυρας Α. Λ.. Το αίτημα αυτό, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί το Δικαστήριο, επανέλαβαν, πριν από το στάδιο των αγορεύσεων, διατυπώνοντάς το και γραπτώς ως εξής: "Και στο στάδιο αυτό της δίκης, υποβάλλουμε το ίδιο αίτημα που και κατά την διάρκεια της διαδικασίας υποβάλλαμε, δηλαδή να αναβληθεί η υπόθεση και να διαταχθούν κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσέλθει και να καταθέσει η κλητευθείσα πλην όμως απολειπόμενη μάρτυρας κα Λ. Α., καθόσον όπως προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία η κατάθεσή της είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της αλήθειας, καθόσον αυτή ήταν το πρόσωπο που ως άμεση αντιπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας συμβλήθηκε μαζί μου και την εκπροσώπησε κατά την συμφωνία για την αγοραπωλησία των 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ Α.Ε.", σε σχέση με την οποία όπως ο μάρτυρας υπεράσπισης Ε. Τ. κατέθεσε υπογράφηκαν από τους συμβαλλόμενους 3 συμφωνητικά και δη τα επιδειχθέντα σε αυτόν και αναγνωσθέντα από 18.5.1997, από 19.5.1997 και από 20.5.1997 συμφωνητικά, εκ των οποίων το πρώτο που αποτελεί και τον πυρήνα της μεταξύ μας συμφωνίας και που από το περιεχόμενο του προκύπτει ευθέως το βάσιμο όλων των ισχυρισμών μου και η αθωότητα μου, η πολιτικώς ενάγουσα αμφισβήτησε και όψιμα πρόσβαλε ως πλαστό". Το δικάσαν Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι: "Τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι ικανά για να οδηγήσουν το δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση, ώστε δεν κρίνεται απαραίτητη η εξέταση ως μάρτυρος της κλητευθείσας και μη εμφανισθείσας, Α. Λ., η οποία θα πρέπει να σημειωθεί, ως συνήγορος της πολιτικώς ενάγουσας στην διαπραγμάτευση επιλύσεως των διαφορών της με τον πρώτο κατηγορούμενο, δεν θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην αποδεικτική διαδικασία, δεσμευόμενη από το απόρρητο του άρθρου 212 του ΚΠΔ. Πρέπει επομένως το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ως μάρτυρας η Α. Λ. ν' απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αυτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος να δοθεί τέτοια αναβολή (επάρκεια αποδείξεων), ως εκ περισσού δε το Τριμελές Εφετείο αναφέρθηκε και στο άρθρο 212 του ΚΠοινΔ. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά το τμήμα με τον αριθμό 4, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/96, "οι αποφάσεις και τα βουλεύματα ... πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα ... Αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλαδή ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, δια των συνηγόρων του, αίτημα αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, γιατί για την ίδια υπόθεση εκκρεμούσε δίκη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, το εν λόγω αίτημα έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 11.950/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο καταδικάστηκα με αυτήν από πλευράς αντικειμενικής υποστάσεως θεμελιώνεται κατά το κατηγορητήριο στο ότι το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγής της πολιτικώς ενάγουσας προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εναντίον μου ήταν αληθές, ενώ εγώ στην από 4.6.2004 έγκλησή μου το χαρακτήρισα ως ψευδές, και στο ότι όσα ισχυρίστηκε στις από 14.11.2000 προτάσεις που υπέβαλε στο ως άνω δικαστήριο κατά τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής της σχετικά με την αιτία για την οποία καταρτίστηκε μεταξύ μας η από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" ήταν επίσης αληθή, ενώ εγώ στην από 4.6.2004 έγκλησή μου που υπέβαλα εναντίον της για το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίω τα χαρακτήρισα ως ψευδή. Ενώ και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης για το οποίο επίσης καταδικάστηκα με την ίδια απόφαση, από πλευράς αντικειμενικής υπόστασης θεμελιώνεται και αυτό: α) στο φερόμενο ως ψευδές όσων ισχυρίστηκα στην από 4.6.2004 έγκλησή μου κατά της πολιτικώς ενάγουσας αναφορικά με την ίδια ως άνω αγωγή της εναντίον μου και το περιεχόμενο αυτής και των από 14.11.2000 προτάσεών της και β) στο φερόμενο ως ψευδές περιεχόμενο της από 22.6.2004 εξωδίκου μου προς αυτήν, με την οποία ισχυριζόμενος ότι εξακολουθώ να είμαι κύριος των 300.000 ονομαστικών μετοχών της α.ε. ΠΛΑΤΩΝ, την καλώ να μου παραδώσει τις μετοχές μου της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ που κατέχει. Όπως προέκυψε και αποδείχθηκε πλήρως κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τα αναγνωστέα έγγραφα η παραπάνω υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγή της αντιδίκου εναντίον μου ουδέποτε κρίθηκε επί της ουσίας και δεν κρίθηκε διότι με το υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 1298/28.3.2005 δικόγραφό της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (...), η τότε ενάγουσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής της αυτής στον δεύτερο βαθμό, πράγμα που παρά τις δικές μου αντιρρήσεις επέφερε την κατάργηση της δίκης και μου στέρησε την δυνατότητα να αποδείξω το ουσία βάσιμο της έφεσής μου και την ανυπαρξία οποιουδήποτε χρέους μου προς αυτήν (...). Κατόπιν τούτων, για πρώτη φορά, από αστικό και μάλιστα από καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το ουσία βάσιμο της παραπάνω υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγής της αντιδίκου εναντίον μου, με ιστορική αιτία την από 1.12.1993 δήλωση αναγνώρισης χρέους από εμένα προς την ενάγουσα της ως άνω αγωγής, εγκαλούμενης στην από 4.6.2004 έγκλησή μου εναντίον της και ήδη πολιτικώς ενάγουσας, δηλαδή το αληθές ή ψευδές του περιεχομένου της, το έγκυρο και ενεργό της παραπάνω αναγνώρισης χρέους και οι έννομες συνέπειες που αυτή (τυχόν) παρήγαγε, όπως επίσης η σχέση που μπορεί να είχε και (τυχόν) είχε η παραπάνω αναγνώριση χρέους με την από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης 300.000 ονομαστικών μετοχών μου στην πολιτικώς ενάγουσα, όπως αυτή είχε ισχυριστεί στις από 14.11.2000 προτάσεις της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, πράγμα που άπτεται της αντικειμενικής υπόστασης και των δύο αδικημάτων για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μου και καταδικάστηκα με την εκκαλουμένη απόφαση και που ως εκ τούτου είναι (κρίσιμο) προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, θα κριθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, καθόσον αποτελεί (σημαντικό) και αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορικής βάσης της υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" και η οποία συζητείται στο ως άνω δικαστήριο μετ' αναβολήν στις 21.9.2010 (...). Η αγωγή μου αυτή έχει αίτημα: "... Να γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή μου και συγκεκριμένα: Α. Να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας, της με ημερομηνία 19-5-1997 σύμβασης πωλήσεως 300.000 ονομαστικών μετοχών μου της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας προς τη δεύτερη εναγόμενη, καθώς και της καλυπτόμενης, κάτω από αυτήν, σύμβασης σύστασης ενεχύρου επί των μετοχών μου αυτών, και συνεπώς να αναγνωριστεί ότι ουδέποτε η δεύτερη εναγόμενη κατέστη κυρία των μετοχών αυτών. Στην περίπτωση δε που ήθελε κριθεί ότι η παραπάνω εικονική σύμβαση πωλήσεως κάλυπτε καταπιστευτική μεταβίβαση της κυριότητας των παραπάνω μετοχών μου, να αναγνωριστεί ότι δεν πληρώθηκαν οι όροι υπό τους οποίους τελούσε και η ακυρότητα αυτής λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, και ότι συνεπώς η δεύτερη εναγόμενη δεν κατέστη κυρία ων μετοχών αυτών. Β. Να αναγνωριστεί το ανυπόστατο των αποφάσεων των από 31-5-1997, 30-6-1998 και 30-6-1999 αποφάσεων της ΓΙ. της πρώτης εναγομένης ως προς τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της. Γ. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι είμαι κύριος των επίδικων 300.000 ονομαστικών μετοχών της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας, ονομαστικής αξίας ήδη σήμερα 2,93 € η καθεμία και συγκεκριμένα των ονομαστικών μετοχών αυτής που ενσωματώνονταν στους με αριθμό από 1-300 προσωρινούς τίτλους της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας, των 1000 μετοχών έκαστος, έκδοσης 11/1/1996. Δ. Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να μου αποδώσει τις 250.000 από τις παραπάνω 300.000 ονομαστικές μετοχές μου της πρώτης εναγόμενης Εταιρίας που παρέλαβε στην κατοχής της και συγκεκριμένα αυτές που ενσωματώνονταν στους με α.α 1-50 και 101-300 προσωρινούς τίτλους μετοχών, των 1000 μετοχών έκαστος, έκδοσης 11/1/1996. Ε. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη Εταιρία να εκδώσει νέους οριστικούς τίτλους μετοχών στο όνομα μου για το αναλογούν στις παραπάνω 300.000 μετοχές μου, ανερχόμενο σε 879.000 € (300.000 μετοχές Χ 2,93 €) μερίδιο του μετοχικού της κεφαλαίου που μου ανήκει και να παραδώσει σ' εμένα τίτλους που να ενσωματώνουν αριθμό μετοχών, αντίστοιχο και ανάλογο με τα ως άνω μετοχικά μου δικαιώματα. ΣΤ. Να αναγνωρισθεί δικαστικά ότι είμαι συγκύριος του 50% του όλου μετοχικού κεφαλαίου της και των εξ αυτών απορρεόντων δικαιωμάτων. Ζ. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη Εταιρία να με εγγράψει στο Ειδικό Βιβλίο μετόχων και μετοχών της ως συγκύριο του 50% του μετοχικού κεφαλαίου και των μετοχών της, άλλως και όλως επικουρικώς να με εγγράψει για κεφάλαιο αντίστοιχο των 300.000 μετοχών της των οποίων είμαι νόμιμος κύριος, και σε περίπτωση αρνήσεως της, να καταδικασθεί αυτή σε δήλωση βουλήσεως με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, βάσει του άρθρου 949 ΚΠολΔ ...". Η κυριότητα συνεπώς των 300.000 ονομαστικών μετοχών μου που αναφέρονται στην από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης των μετοχών αυτών προς την εγκαλούσα Ι. Μ. και η εγκυρότητα ή ακυρότητα της σύμβασης αυτής αποτελεί το κύριο αντικείμενο εκκρεμούς πολιτικής δίκης, όπως επίσης αντικείμενο της πολιτικής δίκης αποτελεί και η σχέση που μπορεί να είχε η από 19.5.1997 σύμβαση πώλησης, την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας λόγω εικονικότητας ζητώ, με την από 1,12.1993 αναγνώριση χρέους και η πραγματική συμφωνία που έχουμε κάνει, όπως αυτή αποτυπώνεται στα από 18/5/1997, από 19/5/1997 και από 20/5/1997 ιδιωτικά συμφωνητικά, που υπέγραψα μαζί με την έχουσα ειδική εντολή προς τούτου, πληρεξούσια δικηγόρο της κα Λ.. Στο πολιτικό δικαστήριο θα κριθούν τα ζητήματα αυτά. και από το πολιτικό δικαστήριο θα κριθεί το βάσιμο και η αλήθεια και όλων των άλλων πραγματικών ισχυρισμών μου που αναφέρονται στην από 4.6.2004 έγκλησή μου και στην από 21.6.2004 εξώδική μου, καθώς και όλα επίσης τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκα με τις εκκαλούμενες 20684/08 και 21460/08 του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης οι εφέσεις μου κατά των οποίων εκδικάζονται με αριθμό εκθ. 12α και 12 αντίστοιχα, και ως εκ τούτου η αλήθεια ή το ψεύδος των ως άνω γεγονότων και πραγματικών περιστατικών είναι (κρίσιμο) προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσης, που εκκρεμεί ενώπιον του ως άνω πολιτικού δικαστηρίου. Κατόπιν τούτων θεωρώ ότι είναι αναγκαίο και επιτακτικό, πριν το ποινικό δικαστήριο επιληφθεί των σε βάρος ρου κατηγοριών και αποφανθεί τελεσίδικα γι' αυτές να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας ΠΛΑΤΩΝ, ώστε με πλήρη ασφάλεια δικαίου που παρέχει η ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου διαδικασία (προκατάθεση προτάσεων και αποδεικτικών στοιχείων - αντικρούσεων κ.λπ.) να διαγνωστούν όλα τα ζητήματα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκα σε πρώτο βαθμό και για το λόγο αυτό ζητώ και από το παρόν Δικαστήριο, όπως είχα ζητήσει και από τα πρωτοβάθμια που όμως απέρριψαν το αίτημα μου και παραπονούμαι γι' αυτό με ειδικό λόγο έφεσης, την κατ' άρθρον 61 ΚΠΔ αναβολή (αναστολή) της παρούσας δίκης, λόγω της εκκρεμοδικίας στα πολιτικά δικαστήρια κρίσιμων ζητημάτων αστικής φύσης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ. κατάθεσης 54013/2007 αγωγής που άσκησα κατά της εγκαλούσας κας Μ. και της εταιρίας "ΠΛΑΤΩΝ" και η οποία συζητείται στο ως άνω δικαστήριο μετ' αναβολή στις 21/9/2010". Προσκόμισε δε και αναγνώστηκαν οι σχετικές υπ’ αριθ. κατ. 54013/26.11.2007 αγωγή του και υπ’ αριθ. 9439/3.1.2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Μ.. Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι: "Επειδή τα αναφερόμενα ως αποτελούντα αντικείμενο της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 54013/26-11-2007 εκκρεμούς αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου Κ. Τ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της εγκαλούσας, μπορούν να αποτελέσουν, ως προς τη βασιμότητά τους αντικείμενο της παρούσας ποινικής διαδικασίας, το δε παρόν δικαστήριο δεν δεσμεύεται, στην κρίση του περί αυτών από την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δεν κρίνεται σκόπιμη η αναβολή της προκειμένης υποθέσεως μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω αγωγής από τα πολιτικά δικαστήρια, όπως ζητάει ο εν λόγω κατηγορούμενος, πρέπει το σχετικό αίτημα του ν' απορριφθεί". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Εφετείο στην απορριπτική του απόφαση, παρεμπίπτουσα τοιαύτη, σχετικά με το αίτημα της αναστολής, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε και απέρριψε το σχετικό αίτημα, δεν απαιτείτο δε περαιτέρω ανάλυση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.1 του ΚΠοινΔ, τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση, δηλαδή η συνεκδίκαση των συναφών εγκλημάτων μπορεί να γίνει στην κατ' έφεση δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι, και σ' αυτήν την περίπτωση, δεν προκαλείται βλάβη. Το ενδεχόμενο της προκλήσεως βλάβης ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η άρνηση του οποίου να συνεκδικάσει συναφή εγκλήματα, είτε στον πρώτο, είτε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Αν όμως υποβληθεί, από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα σαφές και συγκεκριμένο αίτημα συνεκδικάσεως συναφών εγκλημάτων, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί σχετικώς με αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απόφασή του. Όμως, η συνεκδίκαση των υποθέσεων πρέπει να αποφασισθεί στην αρχή της συζητήσεώς τους και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οπότε και πρέπει να υποβληθεί το σχετικό αίτημα των διαδίκων. Αν, παρά ταύτα, ενώ οι συναφείς υποθέσεις εκδικάστηκαν χωριστά, υποβληθεί αίτημα συνεκδικάσεως σε άλλη χρονική στιγμή (π.χ. κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ή στο στάδιο των αγορεύσεων, κ.λπ.), αυτό είναι απαράδεκτο και το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, μη περιπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου, κατά το στάδιο της αγορεύσεώς τους, υπέβαλαν αίτημα, κατ’ άρθρο 128§2 του ΚΠοινΔ, να εκδοθεί μια απόφαση για όλες τις συναφείς υποθέσεις που είχαν αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με αριθ. πινακίου 10, 12 και 12 α ή τουλάχιστον για τις με αριθ. πιν. 10 και 12, οι οποίες αφορούν την ίδια μήνυση που είχε υποβάλει αυτός κατά της πολιτικώς ενάγουσας. Επί του αιτήματος αυτού, το Δικαστήριο δεν απήντησε. Το αίτημα, όμως, αυτό ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτο, γιατί δεν υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας επί της πρώτης κατά σειράν πινακίου υποθέσεως, και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων (ο οποίος, πάντως, δεν απώλεσε το δικαίωμά του να ζητήσει από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη και τις λοιπές αποφάσεις συγχώνευση των στερητικών της ελευθερίας ποινών που του επιβλήθηκαν με τις αποφάσεις αυτές, πράγμα το οποίο δεν έπραξε) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως γιατί το Τριμελές Εφετείο δεν απήντησε στο ως άνω αίτημά του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 364 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ. Η έλλειψη, όμως, ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε α) το από 26.4.2007 έγγραφο της τράπεζας Eurobank EFG, β) την υπ' αριθ. 15616 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, γ) την υπ' αριθ. 7773 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου και δ) την υπ' αριθ. 7489 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, τα οποία βρίσκονταν στην υπόθεση με αριθμό πινακίου 10 και είχαν αναγνωσθεί κατά την πρωτόδικη δίκη εκείνης. Πλην, από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή οι συνήγοροί του ζήτησαν, σε σχέση με την ένδικη υπόθεση, την ανάγνωση και των ως άνω εγγράφων, ούτε ότι ζητήθηκε η διόρθωση των πρακτικών ούτε ότι προσβλήθηκαν αυτά για πλαστότητα. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 36, 43, 57, 310 και 370 εδ' γ του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι αν για την ίδια αξιόποινη πράξη ασκήθηκαν κατά του ιδίου προσώπου δύο διαδοχικές ποινικές διώξεις, κηρύσσεται απαράδεκτη η μεταγενέστερη τούτων λόγω της υφισταμένης από την άσκηση της προγενέστερης ποινικής δίωξης εκκρεμοδικίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απαγόρευση της εκ νέου ποινικής διώξεως και της διεξαγωγής δύο διαδικασιών για την ίδια αξιόποινη πράξη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι πράγματι η πρώτη ποινική δίωξη προηγείται διαδικαστικά της δεύτερης, δηλαδή έχει εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο δικονομικής έρευνας. Για την ύπαρξη, λοιπόν, εκκρεμοδικίας πρέπει να συντρέχουν α) άσκηση ποινικής διώξεως, χωρίς να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως 229§1 του ΠΚ, αν ο δράστης της ψευδούς καταμηνύσεως υποβάλλει κατά ενός προσώπου περισσότερες μηνύσεις, σε διαφορετικούς χρόνους, με τις οποίες το καταμηνύει για την ίδια αξιόποινη πράξη, διαπράττει τόσες ψευδείς καταμηνύσεις όσες και οι μηνύσεις που έχει υποβάλει, γιατί με κάθε μήνυση τελείται αυτοτελές έγκλημα και η άσκηση ποινικής διώξεως για το ένα ή, ακόμη, και η έκδοση αποφάσεως επ’ αυτού δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία, η οποία να εμποδίζει την άσκηση ποινικής διώξεως για το άλλο και την εκδίκαση αυτού. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 502§2, 498 και 474§2 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι στην έκθεση της εφέσεως πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι αυτής, στους οποίους και πρέπει να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι λόγοι εφέσεως είναι παραδεκτοί και νόμιμοι. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, μη υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, η οποία ιδρύει, όπως αναφέρθηκε, τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την υπ’ αριθ. 1820/4.11.2008 έκθεση εφέσεως κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 20684/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, πρόβαλε και το λόγο ότι: "Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, κακώς και κατά παράβαση του Νόμου και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 57 ΚΠΔ, απέρριψε το νομίμως προταθέν αίτημά του να κηρυχθεί απαράδεκτη η σε βάρος του ασκηθείσα δίωξη για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας κας Μ., καθόσον αυτή είναι η μεταγενέστερη των δύο ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν σε βάρος του για την ίδια πράξη της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος της ίδιας πολιτικώς ενάγουσας, εκ των οποίων η πρώτη έχει ήδη προχωρήσει διαδικαστικά και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11950/2008 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ... . Από την ανάγνωση λοιπόν της ανωτέρω υπ' αριθ. 11950/2008 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και του κατηγορητηρίου επί του οποίου εκδόθηκε προκύπτει, ότι τουλάχιστον όσον αφορά στους περιεχομένους στην από 15.9.2004 έγκλησή του (ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/569) κατά της πολιτικώς ενάγουσας κας Μ. ισχυρισμούς του αναφορικά με την υπ' αριθ. 14229/1997 αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και όσον αφορά στην υπεξαγωγή του βιβλίου μετόχου της ΠΛΑΤΩΝ και την παραχάραξη μετοχών αυτής, για τους οποίους κατηγορείται, για την προβολή των ίδιων ακριβώς ισχυρισμών σε προηγούμενη έγκλησή του (ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/400) ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και έχει ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό, γι’ αυτό και το Δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη σε βάρος του όσον αφορά τους ως άνω ισχυρισμούς του, αλλά αυτό καθ' υπέρβαση της εξουσίας του προχώρησε και τον καταδίκασε. Η ύπαρξη εκκρεμοδικίας και το λόγω αυτής απαράδεκτο της δεύτερης υπό κρίση ποινικής δίωξης σε βάρος του προκύπτει και συνάγεται άλλωστε και από το γεγονός ότι κατά τα παραπάνω σκέλη της η από 15.9.2004 έγκλησή του (ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/569) κατά της πολιτικώς ενάγουσας, εξαιτίας υποβολής της οποίας κατηγορείτο και καταδικάστηκε σήμερα για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, τέθηκε στο Αρχείο με την υπ' αριθ. 81/2005 Διάταξη του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και την υπ' αριθ. 287/2005 Διάταξη του κ. Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης (...), καθόσον κρίθηκε ως νόμω αβάσιμη λόγω οιονεί δεδικασμένου, προερχόμενου από την υπ’ αριθ. 139/2004 Διάταξη του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και την υπ’ αριθ. 20/2005 Διάταξη του κ. Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, δυνάμει των οποίων είχε τεθεί στο Αρχείο η προηγούμενη (ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/400) έγκλησή του κατά της ίδιας πολιτικώς ενάγουσας, για την υποβολή της οποίας έχει ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό". Επί του λόγου αυτού της εφέσεως, το Τριμελές Εφετείο δεν απάντησε. Όμως, δεν είχε αυτό υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την επ’ αυτού απορριπτική του κρίση, γιατί ο λόγος αυτός δεν ήταν νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και η απόφαση που εκδόθηκε επ’ αυτής (η υπ’ αριθ. 11950/2008) για την ψευδή καταμήνυση που τέλεσε αυτός κατά της εγκαλούσας με τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη έγκλησή του (την ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/400), δεν δημιούργησε εκκρεμοδικία, η οποία να εμποδίζει την ποινική δίωξη με βάση την από 15.9.2004 έγκλησή του (ΒΜ ΣΤ 2004 εγχ/569), έστω και αν σ’ αυτήν διαλαμβάνονται (εν μέρει) τα αυτά, αφού η πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως που τελέστηκε με την τελευταία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από εκείνη που τελέστηκε με την πρώτη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στον ανωτέρω λόγο εφέσεως, ενώ δεν πρότεινε επ’ αυτού ούτε ο Εισαγγελέας της έδρας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Απριλίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 3043/2010) αίτηση του Κ. Τ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 992/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Ι. Μ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλημάτων. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις και αναστολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Το αίτημα για συνεκδίκαση συναφών υποθέσεων πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως είναι απαράδεκτο και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Απόρριψη λόγου για έλλειψη ακροάσεως επειδή δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα, των οποίων, όμως, δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζητήθηκε η ανάγνωση. Αν ο δράστης ψευδούς καταμηνύσεως έχει υποβάλλει κατά του παθόντος περισσότερες εγκλήσεις με το ίδιο ψευδές περιεχόμενο, με κάθε έγκληση τελείται αυτοτελές έγκλημα και η εκδίκαση της μιας δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία. Μη νόμιμος λόγος εφέσεως περί εκκρεμοδικίας από άλλη έγκληση του κατηγορουμένου με τα ίδια περιστατικά και ορθά το δικαστήριο δεν απάντησε. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
1
Αριθμός 977/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Δ. Ν. του Γ., υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στις Βρυξέλλες του Βελγίου, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του ΝΣΚ Γεωργίας Παπαδάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1909/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 766/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ.1, 4 και 5 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 2594/1998 και ίσχυσε από την 24-3-1998 μέχρι την 5-6-2007 (οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 171 παρ.2 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3566/2007), ήτοι ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (9-2-2007), ως αποδοχές των υπαλλήλων του ΥΠΕΞ, τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας όσο και των Αρχών του Εξωτερικού, νοούνται ο βασικός μισθός αυτών και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις. Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε Χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ) αναλόγως του κλάδου και του βαθμού εκάστου υπαλλήλου, το οποίο προσαυξάνεται με τα ποσοστά που ορίζονται αντιστοίχως για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό προσδιορίζεται εκάστοτε με κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) για τους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ με πρεσβευτικό βαθμό και καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ για τους λοιπούς υπαλλήλους σε ποσοστό επ' αυτού που έχει προσδιοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ.2 και 5 του παραπάνω νόμου, στις Αρχές του Εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της Χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη Αρχή και με ΚΥΑ καθορίζεται το ύψος της αντιμισθίας αυτών. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της Αρχής για την εξυπηρέτηση της οποίας διενεργείται. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού αυτού (24-3-1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του ΥΠΕΞ διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού. Ειδικά, για όσους από τους υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου λάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, από 24-3-1998, για το προσωπικό που προσλαμβάνεται επιτοπίως από τις Αρχές του Εξωτερικού με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου δεν προβλέπεται η καταβολή προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, διότι το προσωπικό αυτό, λόγω της μόνιμης διαμονής του στον τόπο της έδρας των Αρχών αυτών, δεν υπόκειται σε ιδιαίτερες δαπάνες της κατηγορίας αυτής. Οπότε, για να καταβληθεί τέτοια προσαύξηση σε υπάλληλο ιδιωτικού δικαίου μετά την ισχύ του Οργανισμού/1998, πρέπει αυτή να καταβαλλόταν στο συγκεκριμένο υπάλληλο και προηγουμένως. Εξ άλλου, πριν από τον ως άνω Οργανισμό του ΥΠΕΞ (ν. 2594/1998) είχε ισχύσει ο ν. 419/1976 "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών" που καταργήθηκε με το άρθρο 150 παρ.1 του Οργανισμού/1998. Με το άρθρο 131 παρ.10 και 11 του Οργανισμού εκείνου, είχε παρασχεθεί και τότε στους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, ΕΥΑ σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη, το κόστος ζωής και τις συνθήκες στεγάσεως του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, το οποίο προσδιοριζόταν με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που αναφέρθηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ.1 του Οργανισμού/1976, το επίδομα αυτό καταβαλλόταν και στο βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, που προσλαμβανόταν με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Στο άρθρο 132 του ν. 419/1976 είχε ορισθεί ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση και των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το 1/3 του ΕΥΑ που καταβάλλεται σ' αυτούς. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, με την Φ.083-58/11-3-1988 (ΦΕΚ 177 Β') ΚΥΑ, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 του ν.1256/1982 και 3 παρ.8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το ΕΥΑ για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων του ΥΠΕΞ και ορίστηκε, επί πλέον (παρ. Γ'), ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται σε ποσοστό 10% κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις. Κατόπιν, με την παρ. 2 της 2014615/1224/0022/27-3-1991 (ΦΕΚ Β' 184) ΚΥΑ διευκρινίσθηκε ότι η αληθής έννοια της παρ. Γ' της Φ.083-58/11-3-1988 ΚΥΑ είναι ότι την κατά την παράγραφο αυτή προσαύξηση του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ) δικαιούνται μόνο οι υπάλληλοι του διπλωματικού κλάδου του ΥΠΕΞ, εφ' όσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, υπό το καθεστώς του ν. 419/1976, προβλέφθηκε, αρχικά, δικαίωμα δωρεάν οίκησης στους προϊσταμένους των διπλωματικών Αρχών, το οποίο θα μπορούσε να επεκταθεί και στους λοιπούς υπαλλήλους, με αντίστοιχη μείωση του ΕΥΑ. Και στη συνέχεια, αντί της δωρεάν οίκησης, προβλέφθηκε προσαύξηση του καταβαλλόμενου ΕΥΑ, την οποία δικαιούνταν μόνο οι υπάλληλοι του διπλωματικού και όχι των λοιπών κλάδων του ΥΠΕΞ. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 (ΦΕΚ Β' 730) ΚΥΑ, το δικαίωμα της προσαύξησης αυτής, ως επίδομα στέγασης επεκτάθηκε στους μόνιμους υπαλλήλους του διοικητικού κλάδου γενικών καθηκόντων, του κλάδου τεχνικών επικοινωνιών, του κλάδου διοικητικών γραμματέων και του κλάδου βοηθητικού προσωπικού, εφ' όσον, βέβαια, δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα υπέρ αυτών και μόνο εφ' όσον αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού. Και τέλος, με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/ 22-1-2001 (ΦΕΚ 390 Β') ΚΥΑ (δηλαδή, μετά την έναρξη ισχύος του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ) καθορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/ Πρέσβη (...), ενώ στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφ' όσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/ Πρέσβη. Από το σύνολο των διατάξεων που αναφέρθηκαν συνάγεται ότι η ως άνω προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως δεν αποτελεί ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του ΕΥΑ, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 και, κατόπιν, του άρθρου 135 παρ.5 του Οργανισμού/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν επιτρέπεται να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η κατηγορία αυτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου (μονίμων) και αυτών που υπηρετούν με σχέση ιδιωτικού δικαίου (συμβασιούχων) και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Κατά συνέπεια, όσες ΚΥΑ στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος) κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους συμβασιούχους και ως προς αυτό είναι ανίσχυρες. Η προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 ΚΥΑ, όμως, που αφορά στις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του ΕΥΑ όλων των μονίμων υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούν στο Εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο όσων αποσπώνται σε Αρχή του Εξωτερικού. Η απόσπαση υπαλλήλου στο Εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών (άρθρο 107 του Οργανισμού/1976), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή, κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξ αρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγούμενου ΕΥΑ. Αποτελεί, δηλαδή, επαρκές κριτήριο, που δικαιολογεί την προσαύξηση του ΕΥΑ του υπαλλήλου που αποσπάται και τη διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο Εξωτερικό συναδέλφους του, μονίμους ή συμβασιούχους, οι οποίοι δεν τη δικαιούνται. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τεθεί θέμα ούτε υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 ΚΥΑ, ούτε αντίθεσης αυτής προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων και επέκτασης της ευνοϊκής ρύθμισης, που γίνεται μ' αυτήν, στους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν αυτοί δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του Εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 69 του Οργανισμού/1976 (ΑΕΔ 14/2005). Ακόμη, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η γενίκευση της καταβολής της προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως προς όλους τους μονίμους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, εφ' όσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, χωρίς καμία περαιτέρω προϋπόθεση και ανεξαρτήτως του αν υπηρετούν στην αλλοδαπή με απόσπαση ή με άλλο νόμιμο τρόπο, η οποία επήλθε με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, δεν ωφελεί τους κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2594/1998 υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού αυτοί διατηρούν το προϋφιστάμενο συμβατικό καθεστώς και τις ήδη καταβαλλόμενες αποδοχές, μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη των συμβάσεών τους (ΑΠ 251/2010, 564/2009). Άλλωστε, μετά την 24-3-1998, το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου προσλαμβάνεται επιτοπίως, δεν αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δαπάνες στέγασης και ευλόγως διαφοροποιείται με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, σε σχέση με τους μόνιμους υπαλλήλους που υπηρετούν σε Αρχές του Εξωτερικού. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-6-2004 ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε ότι την 30-12-1994 προσλήφθηκε από το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στις Βρυξέλλες του Βελγίου, κατόπιν συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του διευθύνοντος την Πρεσβεία. Ότι ο αναιρεσείων είναι έγγαμος και πατέρας δύο ενηλίκων θυγατέρων, από τις οποίες η μία, που γεννήθηκε την 5-5-1976, ήταν σπουδάστρια μέχρι την 27-12-2000, ημέρα κατά την οποία τέλεσε γάμο. Ότι το αναιρεσίβλητο αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του ΕΥΑ για οικογενειακά βάρη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 27-12-2000 και για δαπάνη στέγασης, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι την κατάθεση της αγωγής (30-6-2004). Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο αναιρεσείων ζήτησε να του επιδικασθούν οι ως άνω προσαυξήσεις, νομιμότοκα από το τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο θα έπρεπε να έχει καταβληθεί κάθε επί μέρους παροχή. Η αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, δεν είναι νόμιμη, διότι ο αναιρεσείων α) δεν ανήκε στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ 2900/5-4-1993 ΚΥΑ, β) δεν λάμβανε την προσαύξηση αυτή κατά την έναρξη της ισχύος του Οργανισμού/1998 του ΥΠΕΞ, ώστε να δικαιούται να την λαμβάνει και μετά την 24-3-1998, ως διατηρούμενη, μισθολογική παροχή και γ) ως υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου που προσλήφθηκε στις Βρυξέλλες και υπηρετούσε εκεί, ήτοι επιτοπίως, δεν είχε ιδιαίτερες δαπάνες στέγασης και δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 ΚΥΑ, η οποία αφορούσε στους μόνιμους υπαλλήλους που μετακινούνται στην αλλοδαπή. Ως εκ τούτου, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των ν. 419/1976 και 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος, 141 (πρώην 119) της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθ' όσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του αναιρεσείοντος δικαιολογείται, λόγω της παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω των διαφορετικών συνθηκών (από άποψη τόπου μόνιμης διαμονής, πρόσληψης και άσκησης καθηκόντων) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων. Ακόμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και των άρθρων 2 παρ.3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού εν όψει των εκτεθέντων η επίδικη αξίωση ουδέποτε κατέστη απαιτητή και δεν δημιούργησε νόμιμη προσδοκία του αναιρεσείοντος βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τα μέρη Α, Β, Γ και Δ του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Ακόμη, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε (...)". Επίσης, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους να θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως ενοχικά δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, όπως οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 2/2011, 40/1998). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες, κάθε είδους, απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά το άρθρο 91 εδ.α' του ιδίου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ν. 2362/1995 σαφώς συνάγεται ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, η διάρκεια της οποίας για τις εν λόγω αξιώσεις είναι σε κάθε περίπτωση διετής, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ.α' του ως άνω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου της παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την περιεχόμενη στο άρθρο 91 εδ.α' ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων, ειδικών διατάξεων και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρομοίων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (ΑΚ 250 αρ.6 ή 17), αλλά και από το χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρο 86 παρ.2 και 3 του ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για την προστασία της περιουσίας και τη λειτουργία της υπηρεσίας του, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ακόμη, δικαιολογείται και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου σε περίπτωση διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 (που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου) δεν αντίκειται ούτε στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ΟλΑΠ 38/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος για προσαύξηση του ΕΥΑ λόγω οικογενειακών βαρών, η οποία αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 27-12-2000, έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, διότι μέχρι την 28-12-2002, δηλαδή πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο αναιρεσίβλητο (η αγωγή κατατέθηκε την 30-6-2004), είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα δύο ετών από τότε που είχε αρχίσει ο χρόνος παραγραφής εκάστης μηνιαίας δόσεως της προσαύξησης αυτής. Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη περί παραγραφής, αλλά την εφάρμοσε ορθώς, κρίνοντας όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντίθετα, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη, χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 766/ 2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπάλληλος ΥΠΕΞ με σχέση ιδιωτικού δικαίου, που προσλαμβάνεται από Αρχή στο Εξωτερικό. Μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2594/1998, δεν δικαιούται την προσαύξηση του λαμβανόμενου επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή λόγω δαπανών στέγασης, εφ’ όσον δεν λάμβανε την προσαύξηση και προηγουμένως, διότι αυτή καταβάλλεται μόνο στους υπαλλήλους που αποστέλλονται για την άσκηση καθηκόντων στην αλλοδαπή και όχι για τους συμβασιούχους που προσλαμβάνονται επιτοπίως. Η διαφορετικότητα μεταξύ των δύο περιπτώσεων δικαιολογεί και τη διαφορά στην ισχύουσα ρύθμιση. Αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου από την παροχή εργασίας. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί διετούς παραγραφής δεν αντίκειται ούτε στις περί ισότητας ούτε στις περί προστασίας της περιουσίας διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής. Αναιρετικοί λόγοι. Η παραδεκτή προβολή λόγου για εκ πλαγίου παράβαση προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 979/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Κιλκίς", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Κιλκίς και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάρκου Ζήση. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Σ. Π. του Γ., πρώην κατοίκου ... και ήδη ..., που δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κιλκίς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 1/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 442/17-2-2011 έκθεση επιδόσεως του Χ. Μ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτή. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2). ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα προς το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων, ανεξαιρέτως, των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω, καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος. Συνεπώς, προϋπόθεση της διατήρησης της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματική λήψη είτε η ύπαρξη ενεργούς αξίωσης για τη λήψη της ειδικής παροχής, ως μέρους των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου, κατά την 31-12-2003. Διότι εάν η ειδική παροχή δεν καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο κλάδο υπαλλήλων πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμιά χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτών δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος), δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση (ΑΠ 582/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη υπήρξε υπάλληλος του αναιρεσείοντος Γενικού Νοσοκομείου Κιλκίς, που αποτελεί ΝΠΔΔ, προσληφθείσα την 5-1-2004 ως ειδικευόμενη ιατρός βιοπαθολόγος και απασχοληθείσα έκτοτε σ' αυτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, καθώς και ότι η μη χορήγηση σ' αυτήν της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι 31-10-2007 (εκτός από τις μικρές περιόδους μεταξύ των εκάστοτε ανανεώσεων των συμβάσεών της, κατά τις οποίες παρέμεινε εκτός υπηρεσίας), αποτελεί ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου όσο και του δικαιώματός της, ως εργαζόμενης, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, σε ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 4/2000 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, με τον οποίο αυτό παραπονιόταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε πρωτοδίκως ότι η αναιρεσίβλητη υπό την ως άνω ιδιότητά της δικαιούταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για την αιτία αυτή, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 (ήδη καταργηθέντος) και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, αφού για την εφαρμογή της διάταξης αυτής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 5-1-2004 μέχρι 31-10-2007 δεν απαίτησε ως προϋπόθεση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να λάβει μετά την 1-1-2004, ως προσωπική διαφορά, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είτε το ότι λάμβανε πραγματικά είτε το ότι διατηρούσε ενεργή αξίωση για να λάβει την παροχή αυτή μέχρι την 31-12-2003. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως, προβάλλεται η κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 1/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπάλληλος ΝΠΔΔ (νοσοκομείου), ειδική παροχή 176 ευρώ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Η διατήρησή της μετά την 1-1-2004 προϋποθέτει το ότι ο υπάλληλος είτε λάμβανε πραγματικά είτε διατηρούσε ενεργή αξίωση για να λάβει την παροχή αυτή μέχρι την 31-12-2003. Αναιρεί.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 983/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Ρ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 2432/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ. Π. του Π.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 152/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 242§1 του ΠΚ, "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Κατά δε τη διάταξη παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του υπό της δεύτερης παραγράφου προβλεπομένου εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ και τέτοιος θεωρείται και ο δικηγόρος (άρθρα 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου, ως υπεξαγωγή δε νοείται κάθε διαγωγή του δράστη, η οποία αφαιρεί από το δικαιούμενο, έστω και προσωρινώς, τη χρήση του εγγράφου, γενόμενη χωρίς πρόθεση ιδιοποιήσεως αυτού, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη θέληση της υπεξαγωγής κ.λπ. και στη γνώση ότι πρόκειται για έγγραφο εμπιστευμένο στο δράστη ή προσιτό σ` αυτόν λόγω της υπηρεσίας του. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν απαιτείται και σκοπός βλάβης άλλου, ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της (απλής) υπεξαγωγής εγγράφων, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 222 του ΠΚ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216§1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της υπεξαγωγής και της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή έγγραφο είναι και η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός αυτής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, ο οποίος υπάρχει όταν ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει στο έγκλημα της πλαστογραφίας, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται, κατά τα ανωτέρω, και σκοπός παραπλανήσεως τρίτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο και πλαστογραφίας από κοινού με χρήση, πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Εις βάρος του Χ. Π. (του οποίου απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη) είχε σχηματιστεί η υπ' αριθμ. ΒΩΤ ΚΑΚ 1369/2004 ανακριτική δικογραφία για κακουργηματικού χαρακτήρα παραβάσεις του ν. περί ναρκωτικών, η οποία είχε υποβληθεί αρμοδίως στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών μετά το πέρας της Ανακρίσεως (21-4-2004) και φυλασσόταν στο αρμόδιο γραφείο του Τμήματος Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως. Στην εν λόγω δικογραφία είχε εισαχθεί και η από 19-4-2004 "Έκθεση Διενεργείας Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης επί του Χ. Π." του πραγματογνώμονα Ν. Κ., ο οποίος είχε διορισθεί από τον ανακριτή του 29ου Τμήματος Αθηνών και ο οποίος είχε εγχειρίσει την έκθεση αυτή στον Ανακριτή την 20-4-2004, αποφαινόμενος ότι ο κατηγορούμενος Π. δεν ήταν εξηρτημένος από ναρκωτικές ουσίες (τοξικομανής), η έκθεση όμως αυτή δεν βρισκόταν στη δικογραφία κατά τη σύνταξη και υπογραφή από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος εις βάρος του Χ. Π. που έλαβε χώρα την 11- 8-2004. Η ήδη πρώτη κατηγορουμένη Α. Ρ. (αναιρεσείουσα), δικηγόρος Αθηνών, ήταν πληρεξούσια και συνήγορος του ανωτέρω Π. κατά το στάδιο της ανάκρισης για τις ειρημένες πράξεις και υπό την ιδιότητά της αυτή, έχοντας τη δυνατότητα πρόσβασης και δικαίωμα μελέτης καθώς και λήψης αντιγράφων της σχετικής δικογραφίας, επισκεπτόταν προς τούτο το ως άνω αρμόδιο γραφείο της Εισαγγελίας Εφετών, και κατά το χρονικό διάστημα από την εγχείριση της έκθεσης του πραγματογνώμονα, ακριβέστερα δε από την εισαγωγή της δικογραφίας στο ανωτέρω γραφείο (τέλος Απριλίου 2004) μέχρι τη σύνταξη του κλητηρίου θεσπίσματος (11-8-2004), σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε, αφού παρέλαβε τη δικογραφία προς μελέτη, αφαίρεσε από αυτή την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εν συνεχεία, μετά τη σύνταξη του κλητηρίου θεσπίσματος, εισήγαγε λάθρα στη δικογραφία και συσχέτισε σε αυτήν άλλη "Έκθεση Διενέργειας Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης" του ίδιου πραγματογνώμονα Ν. Κ. και με την ίδια ημερομηνία συντάξεως 19-4-2004 αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο, με απόφανση δηλ. ότι ο κατηγορούμενος Π. ήταν τοξικομανής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό, γεγονός που ήταν ψευδές, ενόψει του αντιθέτου, ως ανωτέρω, αληθούς περιεχομένου της Έκθεσης. Η δεύτερη αυτή "Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης" ήταν εξ υπαρχής και στο σύνολό της πλαστή, την είχε δε καταρτίσει (πλαστή) η κατηγορουμένη Ρ., μαζί με άλλους άγνωστους δράστες, θέτοντας κατ' απομίμηση σ' αυτήν και την ιδιόχειρη υπογραφή, καθώς και την έντυπη σφραγίδα του πραγματογνώμονα Ν. Κ., κατά το χρονικό διάστημα από 11-8-2004 μέχρι την 31-1-2005, οπότε έγινε αντιληπτή από τον Εισαγγελέα κατά τη μελέτη της δικογραφίας, ενόψει της επικείμενης δίκης κατά του Χ. Π., που είχε προσδιοριστεί για την 4-2-2005 στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Η κατηγορουμένη, ως δικηγόρος, είχε την ιδιότητα του άμισθου δημόσιου υπαλλήλου και λειτουργού (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/54 Κώδικας περί δικηγόρων), υπό την ιδιότητά της δε αυτή ενήργησε ως ανωτέρω και αφαίρεσε εκ προθέσεως από τη σχετική δικογραφία την αληθή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του νόμου και την οποία της εμπιστεύτηκαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Εισαγγελίας, αλλά και της ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας της ως συνηγόρου του κατηγορουμένου Π., η ίδια δε κατηγορουμένη κατήρτισε την προαναφερθείσα πλαστή έκθεση πραγματογνωμοσύνης με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της το αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, ενώπιον του οποίου επρόκειτο να εκδικασθούν οι ειρημένες κατηγορίες εις βάρος του πελάτη της Χ. Π., ότι αυτός ήταν τοξικομανής, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες για τον κατηγορούμενο, ενόψει της ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης που προβλέπει ο νόμος περί ναρκωτικών (ν. 1729/87) για τους κατηγορουμένους τοξικομανείς, του πλαστού δε αυτού εγγράφου (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) έκανε χρήση η κατηγορουμένη, εισάγοντάς το, κατά τα προεκτεθέντα, και συσχετίζοντάς το λάθρα στη σχετική δικογραφία. Επομένως η κατηγορουμένη τέλεσε τις πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφου και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για τις οποίες κατηγορείται και για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ορίζεται στο διατακτικό ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της υπεξαγωγής εγγράφου και της πλαστογραφίας από κοινού με χρήση, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 242§§1,2, 216§1, 45 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση: α) Ως προς την υπεξαγωγή: Ποιο έγγραφο υπεξήγαγε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και ότι το έγγραφο αυτό της το εμπιστεύθηκαν οι αρμόδιοι γραμματείς του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Εισαγγελίας Αθηνών, όταν της παρέδωσαν τη δικογραφία του εντολέα της Χ. Π., αλλά και ήταν προσιτό σ` αυτήν λόγω της ιδιότητάς της ως συνηγόρου του ανωτέρω και, συνεπώς, ως άμισθης δημόσιας υπαλλήλου και λειτουργού. Και β) ως προς την πλαστογραφία με χρήση: Ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, από κοινού με άλλους, κατάρτισε πλαστό έγγραφο (νέα έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που αφορούσε τον ανωτέρω εντολέα της) με σκοπό την παραπλάνηση άλλων (των Δικαστών του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ενώπιον του οποίου θα δικαζόταν η υπόθεση του εντολέα της), με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, ο εντολέας της ήταν τοξικομανής), και ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου, συσχετίζοντάς το στη δικογραφία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 242§2 του ΠΚ δεν απαιτείται και σκοπός βλάβης άλλου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 222 του ιδίου Κώδικα. β) Σαφώς έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα, από κοινού με άλλους, κατάρτισε την πλαστή έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Από το ότι δε σε κάποιο σημείο του σκεπτικού (σελ. 12, 9ος στίχος από το τέλος) αναφέρεται ότι "η ίδια δε κατηγορουμένη κατήρτισε ..." δεν δημιουργείται καμιά αντίφαση, αλλά τονίζεται ότι η κατηγορουμένη ήταν και αυτή αυτουργός (συναυτουργός με άλλους, αγνώστους) της επίδικης αξιόποινης πράξεως. Και γ) η αναφορά στο διατακτικό ότι "η κατηγορουμένη, αφού αφαίρεσε από τη δικογραφία την αρχική γνήσια Ιατροδικαστική Πραγματογνωμοσύνη, λάθρα συσχέτισε σ` αυτήν την ως άνω πλαστή" δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή του σκεπτικού ότι "η κατηγορουμένη, αφού παρέλαβε τη δικογραφία προς μελέτη, αφαίρεσε από αυτή την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εν συνεχεία, μετά τη σύνταξη του κλητηρίου θεσπίσματος, εισήγαγε λάθρα στη δικογραφία και συσχέτισε σε αυτήν άλλη Έκθεση Διενέργειας Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης" ως προς το χρόνο τελέσεως της υπεξαγωγής, ήτοι ως προς το αν η πλαστή έκθεση είχε τεθεί στη δικογραφία την ίδια χρονική στιγμή που έλαβε χώραν η υπεξαγωγή ή μεταγενέστερα, καθόσον αφενός ο ακριβής χρόνος, κατά τον οποίο τελέσθηκε η κάθε πράξη, ήτοι αν η υπεξαγωγή προηγήθηκε της πλαστογραφίας ή αν η συσχέτιση στη δικογραφία της πλαστής εκθέσεως προηγήθηκε της αφαιρέσεως της γνήσιας ή έγινε ταυτοχρόνως με αυτήν, δεν ασκεί καμιά επιρροή και αφετέρου το Δικαστήριο δέχθηκε σαφώς ότι η αφαίρεση προηγήθηκε της συσχετίσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Ιανουαρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 123/2011) αίτηση της Α. Ρ. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2432/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη δικηγόρου για υπεξαγωγή εγγράφου και πλαστογραφία από κοινού με χρήση. Στοιχεία εγκλημάτων. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 242§2 ΠΚ δεν απαιτείται σκοπός βλάβης άλλου, ο οποίος απαιτείται στην υπεξαγωγή του άρθρου 222 ΠΚ.
null
null
1
Αριθμός 985/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Χ. Χ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Ταρπινίδη. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΙΟΥΤΟΝ ΕΠΕ Θεσσαλονίκης και ΣΙΑ ΕΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και 2) Ε. συζύγου Π. Π., το γένος Δ. Ζ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 21910/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 2292/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις 750β' και 751β'/24-6-2010 εκθέσεις επιδόσεως του Ν. Ζ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση του αναιρεσείοντος προς τις αναιρεσίβλητες για να παρασταθούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτές. Οι αναιρεσίβλητες, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτές να ήσαν παρούσες (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2). ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, κατά τους όρους της μεταξύ αυτών συμφωνίας, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής της αμοιβής και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον πρώτο ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης προς τις οδηγίες αυτές. Παραμένει, όμως, νομικώς αδιάφορο το αν ο εργοδότης ασκεί με απόλυτο τρόπο το δικαίωμα αυτό ή αφήνει στον εργαζόμενο περιθώριο πρωτοβουλιών, εφ' όσον η παρεχόμενη άνεση δεν εξικνείται μέχρι πλήρους καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και, αντιστοίχως, δημιουργίας δικαιώματος ελεύθερης υπηρεσιακής δράσης του εργαζόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ.α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα, τα οποία κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης και επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της Σύμβασης, θεωρούνται εκείνα στα οποία, ως εκ των εξαιρετικών προσόντων αυτών ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτά, ανατίθενται καθήκοντα διεύθυνσης και εποπτείας του συνόλου της επιχειρήσεως ή ενός σημαντικού τομέα αυτής, κατά τρόπο ώστε όχι μόνο να επηρεάζουν αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρηματικής δράσης, αλλά και να διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους λόγω της ασκήσεως δικαιωμάτων του εργοδότη έναντι αυτών. Γι' αυτό και τα εν λόγω πρόσωπα, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, εβδομαδιαίας αναπαύσεως, αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως κατ' έτος στους μισθωτούς αδειών με αποδοχές, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους, η δε εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αυξημένες αποδοχές. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της εκ μέρους του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) παροχής υπερωριακής εργασίας, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων, που είχε προϋπηρεσία σε επιχειρήσεις του "Ομίλου Π." στην Αθήνα, την 9-4-2002 προσλήφθηκε από την πρώτη από τις εναγόμενες (ήδη πρώτη από τις αναιρεσίβλητες), που ανήκει στον όμιλο αυτό, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου, με ειδικότερο αντικείμενο το συντονισμό λειτουργίας των τμημάτων του καταστήματος επί της Πλατείας Δημοκρατίας, στη Θεσσαλονίκη. Ως συντονιστής έπρεπε να εκπαιδεύει το προσωπικό για τους στόχους της επιχείρησης και να εποπτεύει την επίτευξή τους, να κάνει εισηγήσεις για προσλήψεις και απολύσεις (χωρίς, όμως, την εξουσία να ενεργεί ο ίδιος τις πράξεις αυτές), να φροντίζει για την αποδοτική λειτουργία όλων των τμημάτων και να συμβάλλει στην προώθηση της επιχειρηματικής πολιτικής και στην επίτευξη κερδών. Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε μέχρι την 1-6-2006, οπότε απολύθηκε, ο ενάγων πρόσφερε την εργασία του σε περισσότερες από μια επιχειρήσεις του ομίλου, στο ίδιο ή σε διαφορετικά καταστήματα, που ανήκαν τυπικά σε διάφορες εταιρίες, πάντοτε, όμως, ελεγχόμενες από τον όμιλο, χωρίς ουδέποτε να μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, ήτοι της πρώτης από τις εναγόμενες, η οποία δάνειζε την εργασία του στους διαφορετικούς φορείς των επιχειρήσεων αυτών, πάντοτε με τη συναίνεση του ιδίου. Το αντικείμενο της εργασίας του ενάγοντος ήταν άλλοτε αυτό που ήδη αναφέρθηκε και άλλοτε εκείνο του υπεύθυνου πωλήσεων, υπό την έννοια ότι ήταν επικεφαλής τριών τουλάχιστον πωλητών, τους οποίους ενημέρωνε για τα προγράμματα των παρεχόμενων υπηρεσιών του καταστήματος, τους ενθάρρυνε και καθοδηγούσε για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να επιτύχουν τους στόχους που έθετε η κεντρική διοίκηση του ομίλου, παρακολουθούσε τη διαμόρφωση των πωλήσεων και ανακοίνωνε το αποτέλεσμα στους προϊσταμένους του, τους οποίους παράλληλα ενημέρωνε και για τα τυχόν προβλήματα που ανέκυπταν. Για την παροχή των υπηρεσιών του, ο ενάγων αμειβόταν με μικτό σύστημα, δηλαδή αφ' ενός με πάγιο μηνιαίο μισθό και αφ' ετέρου με ποσοστό επί των κερδών του καταστήματος στο οποίο εκάστοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες του, η αμοιβή του, όμως, καταβαλλόταν πάντοτε από την πρώτη από τις εναγόμενες, όπως προέκυπτε από τις χειρόγραφες αποδείξεις, τις οποίες ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέσθηκε και στις οποίες γράφονται τα ποσά που εισέπραττε κάθε μήνα ως προμήθειες. Τέλος, ως προς το ωράριο εργασίας, ο ενάγων δεν ελεγχόταν από κανένα στέλεχος της πρώτης από τις εναγόμενες, η οποία μόνο τους προς επίτευξη στόχους προσδιόριζε, αλλά, αντίθετα, ο ίδιος ήταν ελεύθερος να αποφασίζει για το πόσες ώρες παρουσίας του στο εκάστοτε κατάστημα ήσαν απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων και, πάντως, είχε διαλείμματα μεταξύ των ωρών της απασχόλησής του, τις οποίες ο ίδιος καθόριζε. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν, κατ' εντολή και σε συμμόρφωση προς σχετικές οδηγίες της πρώτης από τις αναιρεσίβλητες, πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής για αποζημίωση ή πρόσθετη αμοιβή λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας. Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα εξής δύο, ουσιώδη ζητήματα: α) Της νομικής εξάρτησης του αναιρεσείοντος από την πρώτη από τις αναιρεσίβλητες, ως εργοδότη αυτού, με την οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, συνδεόταν με σύμβαση αόριστου χρόνου για παροχή εργασίας εξαρτημένης, πράγμα που συναγόταν από το ότι η πρώτη από τις αναιρεσίβλητες είχε το δικαίωμα να δίνει οδηγίες στον αναιρεσείοντα ως προς τον τόπο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο προς διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές, παρά το ότι άφηνε στον τελευταίο περιθώριο πρωτοβουλιών, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν εκτείνονταν μέχρι πλήρους καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στην πρώτη, την οποία όφειλε να ενημερώνει για την επίτευξη των στόχων που εκείνη έθετε και για τα προβλήματα που ανέκυπταν και β) Του χρόνου εκτέλεσης της εργασίας του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου, η πρώτη από τις αναιρεσίβλητες παρέσχε στον αναιρεσείοντα ελευθερία προσδιορισμού, χωρίς, όμως, αυτός να εκτείνεται πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως, δοθέντος ότι μεταξύ των ωρών της απασχόλησής του είχε και διαλείμματα. Οι παραδοχές αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο αφ' ενός της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και εφ' ετέρου της μη εφαρμογής του άρθρου 2 εδ.α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, ο αναιρεσείων δεν κατείχε διευθυντική θέση στις επιχειρήσεις της πρώτης από τις αναιρεσίβλητες, διότι ούτε επηρέαζε αποφασιστικώς τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρηματικής δράσης ούτε διακρινόταν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους με άσκηση δικαιωμάτων του εργοδότη έναντι αυτών. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττονται απαράδεκτα οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 561 παρ.1). ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης 161/18-1-2008 [ή 181: η διαφορά στον αύξοντα αριθμό οφείλεται σε προφανή παραδρομή] ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ενάγοντος Α. Α. και Δ. Μ. και από όλα τα έγγραφα, που ο ενάγων προσκόμισε και επικαλέσθηκε νόμιμα για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το περί υπερωριών κεφάλαιο της αγωγής, που συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν υποχρεωμένος στην παροχή υπερωριακής εργασίας και δεν δικαιούταν πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τόσο την ως άνω ένορκη βεβαίωση όσο και την από 22-5-2006 απόδειξη πληρωμής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, συνάγεται σαφώς ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αν υπό συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, οφειλομένη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής. Τα περιστατικά αυτά προβάλλονται κατ' ένσταση από τον εργοδότη, όταν ενάγεται από τον εργαζόμενο για την επέλευση δυσμενών συνεπειών λόγω μη καταβολής ή προσφοράς της προσήκουσας αποζημίωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, γεννάται, απλώς, δικαίωμα του μισθωτού προς συμπλήρωση της αποζημίωσης που έχει καταβληθεί ελλιπώς. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και το σύνολο των ισχυρισμών των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αυτές, προς απόκρουση του κεφαλαίου της αγωγής περί ακυρότητας της από 1-6-2006 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας λόγω της μη πλήρους καταβολής της αποζημίωσης, ισχυρίσθηκαν κατ' ένσταση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι η τυχόν μη προσήκουσα καταβολή οφειλόταν σε πλάνη αυτών ως προς τον υπολογισμό του ακριβούς ποσού, συνιστάμενη στο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αθροίζει στις νόμιμες αποδοχές την εκ ποσοστού επί των κερδών καταβαλλόμενη πρόσθετη αμοιβή αυτού, ενώ οι αυτές τη θεωρούν ως παροχή από ελευθεριότητα. Με το ως άνω περιεχόμενο, η ένσταση ήταν επαρκώς ορισμένη και το Εφετείο, που απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του ενάγοντος και την ερεύνησε κατ' ουσίαν, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτό της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 2292/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Απριλίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων και ανεπάρκεια αιτιολογίας επί αιτήματος αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Ελλιπής αποζημίωση επί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. Ο ισχυρισμός ότι η τυχόν έλλειψη οφείλεται σε πλάνη περί το αληθές ύψος του οφειλομένου ποσού είναι επαρκώς ορισμένος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 970/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου N. T. του S., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.11/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ν. Ν. του Α. και 2)Ε. Τ. του Ι.. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1422/2010 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠοινΔ, κατά την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι ο νομοθέτης, θεωρώντας διαβλητή και αμφίβολης ειλικρίνειας την μαρτυρική κατάθεση και την απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, υποδεικνύει στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έτσι ώστε όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, να ελέγχεται αναιρετικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.11/2010 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων καταδίκασε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για πώληση ναρκωτικών ουσιών στον συγκατηγορούμενό του Ν. Ν., σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Στο σκεπτικό της αποφάσεως, το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν (για τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του πρώτο και δεύτερο του τον Ν. Ν. και Ε. Τ.) τα εξής: "Στις 10.3.2006 ο πρώτος κατηγορούμενος συμφώνησε με τον τρίτο τούτων να του πωλήσει εκείνος ποσότητα ηρωίνης. Με βάση αυτή τη συμφωνία τους ο τρίτος κατηγορούμενος πραγματικά του πώλησε ηρωίνη, ήτοι ναρκωτική ουσία που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα του ανθρώπου και προκαλεί εξάρτηση, βάρους 57,6 γραμμαρίων, αντί τιμήματος 1500 ευρώ. Την ανωτέρω ποσότητα ηρωίνης παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο ο δεύτερος τούτων, ο οποίος είχε φιλικές σχέσεις με τον τρίτο κατηγορούμενο. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, έχοντας πληροφορίες ότι ο πρώτος κατηγορούμενος διακινεί στις περιοχές του Κάστρου και της Λεμονιάς της πόλης των Ιωαννίνων ηρωίνη, τον είχαν θέσει σε παρακολούθηση. Έτσι στις 11.3.2006 και περί ώρα 12.50' εντόπισαν αυτόν να κινείται στην περιοχή Λεμονιάς πεζός και να κατευθύνεται προς το ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο οδηγός του, που όπως προέκυψε ήταν ο Μ. Π., έξω δε από αυτό βρισκόταν άλλο άτομο που όπως προέκυψε ήταν ο Β. Χ.. Αποφάσισαν να τους ελέγξουν και κινήθηκαν προς το αυτοκίνητο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε εισέλθει στο αυτοκίνητο και είχε καθίσει στη θέση του συνοδηγού, καθώς και το άτομο που ήταν έξω από το αυτοκίνητο, αφού τους αντιλήφθηκαν, τράπηκαν σε φυγή και επακολούθησε καταδίωξη. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατά την καταδίωξη έγινε αντιληπτό από τους αστυνομικούς που τον καταδίωκαν ότι πέταξε νάυλον σακούλα, την οποία εκείνοι περισυνέλεξαν και διαπίστωσαν ότι περιείχε ηρωίνη. Η ηρωίνη αυτή ήταν η ποσότητα που ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αγοράσει την προηγούμενη ημέρα από τον τρίτο κατηγορούμενο. Οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο σε απόσταση εκατό μέτρων περίπου από το αυτοκίνητο. Αυτός αμέσως ομολόγησε ότι ο ίδιος ήταν ο κάτοχος της ηρωίνης και τους αποκάλυψε ότι την είχε αγοράσει από τον τρίτο κατηγορούμενο. Τότε οι αστυνομικοί του ζήτησαν να βοηθήσει για τη σύλληψη του ατόμου που του είχε πωλήσει την ηρωίνη και εκείνος δέχθηκε. Ενεργώντας δε σύμφωνα με τις υποδείξεις των αστυνομικών κάλεσε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του τρίτου κατηγορουμένου και μιλώντας μαζί του ζήτησε από αυτόν να τον προμηθεύσει με ακόμη 50 γραμμάρια ηρωίνης, λέγοντας του ότι θα δοθούν σε ξάδελφο του ο οποίος μάλιστα έχει και τα απαραίτητα χρήματα για την αγορά της. Είναι φανερό ότι ο τρίτος κατηγορούμενος δέχθηκε την πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου γι'αυτό και συμφώνησαν, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, σχετικά και με τη μεσολάβηση σ'αυτό του δευτέρου κατηγορουμένου, να συναντηθούν στον περίβολο του νοσοκομείου "ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ". Στον τόπο που είχε συμφωνηθεί για τη συνάντηση μετέβησαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι συνελήφθησαν από τους αστυνομικούς. Στο σωματικό έλεγχο που τους έγινε δεν βρέθηκε να κατέχουν ναρκωτικά. Στη συνέχεια ακολούθησε έρευνα στις οικίες των δύο πρώτων κατηγορουμένων, αλλά και εκεί δεν βρέθηκε ποσότητα ναρκωτικών. Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή στις πράξεις που τους αποδίδονται. Όμως, η κρίση ότι ο τρίτος τούτων πώλησε την ηρωίνη στον πρώτο κατηγορούμενο, δεν προκύπτει μόνο από την κατάθεση του τελευταίου, αλλά και από την κατάθεση του αστυνομικού του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, ο οποίος παρακολουθούσε τη συνομιλία μεταξύ αυτών, που έγινε ύστερα από την υπόδειξη των αστυνομικών. Είναι αληθές ότι ο αστυνομικός δεν μπορούσε να γνωρίζει τι απαντούσε ο τρίτος κατηγορούμενος στον πρώτο, όμως άκουγε τον πρώτο να ζητεί να του πωλήσει ηρωίνη και να κανονίσουν συνάντηση για την παράδοση της, όπως και κατωτέρω εκτίθεται. Ο δε τρίτος κατηγορούμενος, απαντώντας σχετικά με αυτό, δεν αναφέρει ότι απαντούσε στον πρώτο τι είναι αυτά που του έλεγε, αφού εκείνος του μιλούσε για ναρκωτικά εφόσον κατά τον ισχυρισμό του δεν είχε οποιαδήποτε σχέση, αλλά αναληθώς καταθέτει ότι ο πρώτος του ζήτησε να συναντηθούν γιατί δήθεν κάτι του συνέβαινε. Η συνομιλία μεταξύ τους δεν αμφισβητείται από τον τρίτο κατηγορούμενο, αλλά διαπιστώθηκε από τους αστυνομικούς που τους συνέλαβαν αφού βρέθηκαν στα κινητά τους οι κλήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί. Εξάλλου, το ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέδωσε την πωληθείσα από τον τρίτο ποσότητα της ηρωίνης στον πρώτο κατηγορούμενο προκύπτει όχι μόνο από την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, όπως από την αρχή ανέφερε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν και στη συνέχεια στις απολογίες του, αλλά κα από την κατάθεση του αστυνομικού, δεδομένου ότι αμέσως μετά την υποβληθείσα από τους αστυνομικούς επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου με τον τρίτο τούτων και τη συμφωνία τους να του πωλήσει και νέα ποσότητα ναρκωτικών, ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στους αστυνομικούς ότι ο πρώτος του είχε ζητήσει να επικοινωνήσει με το δεύτερο κατηγορούμενο για να συνεννοηθεί σχετικά με τον τόπο στον οποίο θα του παρέδιδε τα ναρκωτικά και πραγματικά μπροστά στους αστυνομικούς τηλεφώνησε και στο δεύτερο κατηγορούμενο και έγινε η συμφωνία για τη συνάντηση τους στο προαύλιο του ανωτέρω νοσοκομείου. Το γεγονός ότι δεν- είχαν μαζί τους οι δεύτερος και τρίτος την ηρωίνη και ότι ηρωίνη δεν βρέθηκε ούτε κατά την έρευνα στις οικίες τους, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, καθόσον όσα ανωτέρω προέκυψαν είναι ασφαλή, αφετέρου δε προφανώς οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι υποπτεύθηκαν ότι υπήρχε περίπτωση να έχει συμβεί κάτι και φρόντισαν να λάβουν τα μέτρα τους ώστε να μη συλληφθούν κατέχοντας την ηρωίνη, ούτε ενδεχομένως να αποκαλυφθεί αυτή από την τυχόν έρευνα στις οικίες τους, που είναι ανασφαλής τόπος απόκρυψης δεδομένου ότι αποτελεί τον πρώτο τόπο που υποβάλλεται σε έλεγχο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 211Α του ΚΠΔ" Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως, γιατί η απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Ν. Ν., δεν απετέλεσε το μοναδικό στοιχείο της εξαχθείσας κρίσης για την ενοχή του αναιρεσείοντος αλλ'ότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα και ιδίως στην κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας με την αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Ν. Ν., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στον άνω λόγο αναιρέσεως, πλήττουν, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε, συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται και (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" και (υπό ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς, επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ.2 εδ.α'και ε' ΠΚ αντίστοιχα), επικαλέσθηκε δε για τη θεμελίωσή τους τα εξής: Α) "Από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου μου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχω τελέσει κανένα έγκλημα, ουδεμία άλλωστε - από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο -εμπλοκή μου προκύπτει με τις διωκτικές αρχές και την ποινική δικαιοσύνη. Η όλη διαγωγή μου μέχρι σήμερα είναι άριστη και ουδέποτε έχω δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος μου, πολύ περισσότερο για συμμετοχή μου σε παράνομες δραστηριότητες. Ποτέ δεν απασχόλησα δικαστικές ή αστυνομικές αρχές τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία. Ο έντιμος βίος μου αποδεικνύεται από την κατάθεση τόσο των μαρτύρων μου υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο όσο και από το αντίγραφο του ποινικού μου μητρώου. Είχα σταθερή επαγγελματική δραστηριότατα. Είχε κοινωνική παρουσία μέσω της επαγγελματικής μου δραστηριότητας,. Μάλιστα όπως κατέθεσε και η μάρτυς μου, ήταν εργασιομανής και ελάμβανε μέρος και αθλητικά σωματείο και κοινωνικές εκδηλώσεις. Όλοι με αγαπούσαν. Όπως είναι γνωστό, όμως, δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο για να πιστοποιηθεί ο πρότερος έντιμος βίος, αλλά απαιτείται η απόδειξη θετικής κοινωνικής κλπ συμπεριφοράς. Όλα όσα ανέφερα, όσα απέδειξα και όσα κατέθεσε η μάρτυρας υπερασπίσεως σε σχέση με την προσωπική μου επαγγελματική δραστηριότητα, την οικογενειακή ζωή και την κοινωνική του παρουσία, αποδεικνύουν ότι είχα θετική κοινωνική παρουσία και αποδεδειγμένα έντιμο βίο. Δεν υφίσταται εξάλλου κανένα στοιχείο που να αντικρούει όσα απέδειξε δια μαρτύρων και εγγράφων. Β)ότι από την τέλεση της πράξης η συμπεριφορά του ήταν "ΚΑΛΗ" (όπως προκύπτει και από τη σχετική βεβαίωση της Δικαστικής Φυλακής Ιωαννίνων), κατέβαλε προσωπική προσπάθεια να συμμετάσχει σε δραστηριότητες που κατά τεκμήριο σηματοδοτούν θετικές επιπτώσεις στην συμπεριφορά και στη ζωή του. Έτσι ελάμβανε μέρος στα προγράμματα εκπαίδευσης της Φυλακής Ιωαννίνων και Πατρών θέλοντας με τον τρόπο αυτό να ενταχθεί ακόμη και στην κλειστή αυτή κοινωνία της φυλακής". Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θεμελιώνονται στα επικληθέντα σχετικώς από τον αναιρεσείοντα περιστατικά, καθόσον α)δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ'απαιτεί τη θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά που εν προκειμένω όλως αορίστως προβάλλεται, β)η ήσυχη και καλή διαβίωση του κατηγορουμένου κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση, της, μετά την πράξη, καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας, όπως προεκτέθηκε. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους άνω ισχυρισμούς, παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως απέρριψε κατ'ουσία τους ισχυρισμούς αυτούς με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικασθεί μέχρι την τέλεση της πράξης της πώλησης ναρκωτικών ουσιών στον πρώτο κατηγορούμενο για άλλη αξιόποινη πράξη, όπως τούτο προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, όμως και αυτός δραστηριοποιηθείς στη διακίνηση ναρκωτικών, σχετίζονταν με άτομα που επίσης ασχολούνταν με τα ναρκωτικά και έτσι αφενός μεν βρήκε ο ίδιος την ποσότητα ηρωϊνης που πώλησε στο πρώτο κατηγορούμενο, αφετέρου δε ήταν γνωστή η δράση του σε κύκλο χρηστών ναρκωτικών ουσιών μέσω των οποίων απέκτησε επαφή μ'αυτόν και ο πρώτος κατηγορούμενος και έτσι αναιρείται το στοιχείο της έντιμης προηγούμενης ζωής του....Από την τέλεση της πράξεως από τον κατηγορούμενο μέχρι την εκδίκαση της κατ'αυτού κατηγορίας δεν παρήλθε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να πληρούται η απαιτούμενη κατά το άρθρο 84 παρ.2 περ.ε'του ΠΚ προϋπόθεση, ότι συμπεριφέρθηκε καλά μετά την πράξη του, ενόψει μάλιστα και του ότι ήταν έγκλειστος στη φυλακή και δεν ήταν εντελώς ελεύθερος στη δράση του" η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχθέν με ανωτέρω, εμμέσως πλήν σαφώς, ότι η προσωπικότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, όπως αποτυπώνεται στην όλη συγκεκριμένη εγκληματική δραστηριότητα, αποκλείει, ως εκ της βαρύτητος της πράξεως του, ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεση της πράξεως έντιμο βίο και ότι εξετράπη έκτοτε σε εγκληματική ενέργεια, η δε καλή συμπεριφορά του μετά στη φυλακή δεν αρκεί. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση του N. T. του S. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.11/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εκ της παραβάσεως του άρθρου 211 Α ΚΠΔ και απόρριψης από το Δικαστήριο της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2α & ε ΠΚ.
null
null
0
Αριθμός 967/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 327/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1118/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 390/24.11.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. την από 18-4-2010 αίτηση του Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της υπ' αριθμ. 327/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, εκθέτω τα εξής:Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση 2 της παρ. 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέο γεγονός κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποτελεί το περιεχόμενο ουσιαστικού ποινικού νόμου (Α.Π 1315/1989 Ποιν Χρον. Μ 571), έστω και αν αυτός ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (βλ. σχετ. Δασκαλόπουλος Ποιν Χρον. ΙΔ σελ. 405 και επόμ), ούτε τα αναφερόμενα στο τμήμα εκείνο του δικανικού συλλογισμού που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της οικείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γιατί το μέρος αυτό, όταν είναι εσφαλμένο, ελέγχεται με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως για τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε Κ.Π.Δ (Α.Π 800/1977 Ποιν Χρον. ΚΗ 114, Α.Π 607/1986 Ποιν Χρον. ΛΣΤ 698, Α.Π 1894/1987 Ποιν. Χρον ΛΗ 407). Ως άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα, δεν νοούνται επίσης εκείνα τα οποία αποτελούν νέες ερμηνευτικές εκδοχές ή θεωρητικές γνώμες, σχετικά με την έννοια και τον χαρακτήρα της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ερμήνευσε και εφάρμοσε το δικαστήριο (Α.Π1240/1984Ποιν. Χρον ΛΕ 301). Δεν μπορούν επίσης να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Τη σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη από 18-4-2010 αίτησή του, ο Ι. Σ. του Χ., κάτοικος ..., ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμ. 327/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής αναίρεση, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1230/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την προαναφερθείσα απόφαση καταδικάστηκε αυτός σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος. Σύμφωνα με το διατακτικό της περί ης ο λόγος απόφασης, οι πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, για τις οποίες καταδικάστηκαν αφ' ενός μεν η συγκατηγορούμενη του Α. Β., αφ' ετέρου δε ο αιτών, συνίστανται στο ότι: α) η Α. Β. στο Αγρίνιο στις 26-11-1999, υπάλληλος ούσα της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Αγρινίου, αν και γνώριζε ότι απαγορεύεται η χορήγηση αδείας οχήματος δημοσίας χρήσεως σε οχήματα που δεν έχουν αποχαρακτηρισθεί ως τέτοια, σύμφωνα με το Π.Δ 57/1989, εν τούτοις, κατά παράβαση των υπηρεσιακών της καθηκόντων, στον ως άνω τόπο και χρόνο προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. ... άδειας κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου (βυτιοφόρου υγρών καυσίμων) στο όνομα του Ι. Σ. (δεύτερου κατηγορουμένου), καίτοι δεν υφίστατο πράξη αποχαρακτηρισμού του εν λόγω οχήματος ως δημοσίας χρήσεως, ο δε Ι. Σ. δεν εδικαιούτο να λάβει υπέρ του την άδεια αυτή, αφού το εν λόγω όχημά του με αρχικό αριθμό κυκλοφορίας ..., ήταν ιδιωτικής χρήσης. Τα ανωτέρω δε έπραξε η ανωτέρω κατηγορουμένη, προκειμένου να προσπορίσει στον Ι. Σ. παράνομο όφελος, συνιστάμενο στο ότι ο ανωτέρω έλαβε την άδεια κυκλοφορίας του περί ου επρόκειτο οχήματος, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή της και δεν την εδικαιούτο. β) ο Ι. Σ. στον αυτό τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ειδικότερα δε ενεργώντας με πρόθεση, προκάλεσε στην Α. Β. την απόφαση να τελέσει την ανωτέρω υπό στοιχ. (α) αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, παροτρύνοντας και πείθοντας αυτήν με φορτικές παραινέσεις και προκλήσεις, να διαπράξει αυτήν. Με την κρινόμενη από 18-4-2010 αίτησή του ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ, ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 327/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, εκθέτοντας σ' αυτήν ότι καταδικάστηκε μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επικαλούμενος ως νέα στοιχεία που δικαιολογούν την αποδοχή της αίτησής του αυτής: α) το ότι το Π.Δ 57/1989 το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, υποτίθεται ότι απαγόρευε την έκδοση της νέας άδειας κυκλοφορίας στο Φ.Δ.Χ βυτιοφόρο αυτοκίνητό του, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσής της, στην πραγματικότητα ρυθμίζει θέμα άσχετο με τις προϋποθέσεις έκδοσης νέων αδειών κυκλοφορίας Φ.Δ.Χ αυτοκινήτων, καθόσον αναφέρεται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η πρόσβαση στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων β) ότι είναι αντισυνταγματική ως αντιτιθέμενη στην διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, η ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν 383/1976, με την οποία τέθηκε περιορισμός στην έκδοση νέων αδειών κυκλοφορίας φορτηγών δημόσιας χρήσης, και γ) ότι όπως προκύπτει από το προσαγόμενο με ημερομηνία 26-11-1999 αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας που αφορά το υπ' αριθμ. ... Φ.Δ.Χ όχημα, αυτή έχει εκδοθεί από την αρμόδια υπάλληλο της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Αγρινίου Ρ. Π. και όχι από την Α. Β., το στοιχείο δε αυτό επί του οποίου εδράζεται η καταδίκη της συγκατηγορουμένης για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, είναι νέο και δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, καθόσον το δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του το υπηρεσιακό αντίγραφο της άδειας αυτής, το οποίο εκδόθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή (τερματικό) της Διεύθυνσης Μηχανοργάνωσης του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, οι ανωτέρω υπό στοιχεία α και β πρώτος και δεύτερος των επικαλούμενων λόγων, δεν συγκροτούν την έννοια των νέων αποδείξεων ή γεγονότων της περιπτώσεως 2 της παρ. 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ, που καθιστούν πρόδηλη της αθωότητά του ή αποδεικνύουν ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που τέλεσε, καθόσον και αληθείς υποτιθέμενοι, θεμελιώνουν τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ερμήνευσε και εφάρμοσε το δικαστήριο, και όχι λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Αλλά και ο τρίτος των επικαλούμενων λόγων είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της επίμαχης απόφασης, υπό τον αύξοντα αριθμό 6 των αναγνωσθέντων εγγράφων αναγνώσθηκε " το υπηρεσιακό αντίγραφο αδείας κυκλοφορίας του οχήματος ... σε φωτοτυπία". Το ότι το υπηρεσιακό αυτό αντίγραφο είναι το ίδιο με εκείνο που ήδη προσκομίζει ο αιτών για την θεμελίωση του επικαλούμενου λόγου του για την επανάληψη της διαδικασίας (θεωρώντας το στοιχείο αυτό ως νέο), προέκυψε σαφώς κατά την διενεργηθείσα από εμάς κατά το άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ έρευνα προς διακρίβωση της βασιμότητας της κρινόμενης αίτησης, κατά την οποία ζητήθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών να επισυνάψει στον φάκελο της υπόθεσης αντίγραφο του αναγνωσθέντος και υπάρχοντος στην δικογραφία αντιγράφου της επίμαχης άδειας (βλ. την υπ' αριθμ. 1118/15-10-2010 παραγγελίας μας), το οποίο πράγματι και επισύναψε. Από την αντιπαραβολή του επισυναφθέντος κατά τα ανωτέρω αντιγράφου, με το αντίγραφο που προσάγει ο αιτών προς υποστήριξη της αίτησης του, προκύπτει ότι αμφότερα είναι πανομοιότυπα. Κατά συνέπεια το προσαγόμενο από τον αιτούντα αντίγραφο, δεν αποτελεί νέο στοιχείο κατά την ανωτέρω αναπτυχθείσα έννοια, αφού αυτό ετέθη υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Πέραν αυτού και από την από 11-11-2010 ένορκη κατάθεση του Α. Κ., τέως προϊσταμένου της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Αγρινίου, η οποία επίσης ελήφθη στα πλαίσια της διενεργηθείσης από εμάς έρευνας, προέκυψε αναμφίβολα ότι η υπάλληλος που εξέδωσε την άδεια κυκλοφορίας του υπ' αριθμ. ... Δ.Χ Φορτηγού (βυτιοφόρου) αυτοκινήτου, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, ήταν η καταδικασθείσα τέως υπάλληλος της υπηρεσίας Α. Β. και όχι η Ρ. Π. , όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στην δικαστική δαπάνη σύμφωνα με το αρ. 583 ιδίου Κώδικα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθεί η από 18-4-2010 αίτηση του Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση της υπ' αριθμ. 327/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 22 Νοεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κυρία διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραδεκτά εισάγεται, κατ' άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο, ζητεί ο αιτών την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 327/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, που διέπραξε η συγκατηγορουμένη του Α. Β., συνισταμένης της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη στο ότι με παροτρύνσεις έπεισε την άνω συγκατηγορουμένη του υπάλληλο της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Αγρινίου να εκδώσει την υπ'αριθ. ... άδεια κυκλοφορίας οχήματος δημοσίας χρήσεως στο όνομα του αιτούντος, προκειμένου να προσπορίσει σ'αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση αδείας δημοσίας χρήσεως σύμφωνα με το Π.Δ. 57/1989. Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω 327/2007 απόφαση, επικαλείται "ως νέα γεγονότα και αποδείξεις: α) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το δικάσαν Εφετείο, του ΠΔ 57/1989, το οποίο ρυθμίζει άλλο θέμα απ'αυτό που καταδικάσθηκε αυτός και η συγκατηγορούμενή του, ήτοι ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις εισόδου στο επάγγελμα του μεταφορέα και όχι τις προϋποθέσεις έκδοσης νέων αδειών κυκλοφορίας οχημάτων δημοσίας χρήσεως, β) την αντισυνταγματικότητα, ως αντιτιθεμένης στο άρθρο 52 παρ. 1 του Συντάγματος της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν.383/1976 με την οποία τέθηκε περιορισμός στην έκδοση νέων αδειών κυκλοφορίας οχημάτων δημοσίας χρήσεως, γ) αντίγραφο της από 26.11.1999 αδείας κυκλοφορίας του ... ΔΧ φορτηγού οχήματος που εξεδόθη από την υπάλληλο της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Νομαρχίας Αγρινίου Ρ. Π. και όχι από την συγκατηγορουμένη του Α. Β., το οποίο (αντίγραφο της αδείας) είναι νέο έγγραφο, άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν, οι οποίοι αν γνώριζαν την ύπαρξή του θα τον κήρυσσα αθώο". Σύμφωνα, ''όμως, με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως, δεν είναι γεγονότα, αλλά επιδιώκεται, με τις αιτιάσεις αυτές ο έλεγχος από νομικής πλευράς της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που εκφεύγει της παρούσας διαδικασίας. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση κατά τα υπό στοιχεία α' και β' σκέλη της ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά είναι νόμιμη και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ'αριθ. 327/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ'αριθ. 1230/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε, όπως προεκτέθηκε, για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος που διέπραξε η Α. Β., εκδίδοντας εκ προθέσεως και παρά τις διατάξεις του ΠΔ 57/1989 την υπ' αριθ. ... άδεια κυκλοφορίας δημοσίας χρήσεως (φορτηγού) αυτοκινήτου στο όνομα του αιτούντος. Από την επισκόπηση των πρακτικών της υπ'αριθ. 327/2007 αποφάσεως και από την έρευνα που διενεργήθηκε, στα πλαίσια του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο "το υπηρεσιακό αντίγραφο αδείας κυκλοφορίας του οχήματος ... σε φωτοτυπία". Το επικαλούμενο "ως νέα απόδειξη" από τον αιτούντα αντίγραφο της από 26.11.1999 άδειας κυκλοφορίας είναι πανομοιότυπο με αυτό που αναγνώσθηκε από το εκδόσαν την άνω απόφαση Δικαστήριο, την δε άδεια εξέδωσε η συγκατηγορουμένη του Α. Β. και όχι, όπως διατείνεται ο αιτών, η Ρ. Π.. Συνεπώς, το άνω επικαλούμενο από τον αιτούντα αντίγραφο της από 26.11.1999 αδείας κυκλοφορίας δεν ήταν νέο και άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές έγγραφο, γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και κατά το τρίτο σκέλος της ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2010 αίτηση του Ι. Σ. του Χ., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 327/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση διότι: α) δεν είναι «νέα γεγονότα» η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως από το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, β) η επικαλούμενη «νέα απόδειξη» δεν ήταν ούτε νέα ούτε άγνωστη στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση.
null
null
0
Αριθμός 966/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της υπ'αριθ.71618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 25 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1504/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι, άλλως να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.71618/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 15-3-2010 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.86562/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ.3012/2010 εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... στην οδό ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, πρόβαλε με αυτήν τα εξής: "ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθ'οσον οι επιδόσεις έγιναν ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήτο γνωστής διαμονής στην διεύθυνση, οδός ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 μέχρι 30-9-2008 και στην ..., οδός ..., από 1-10-2008 μέχρι σήμερα". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως μετά από νομικές σκέψεις όμοιες με τις ως άνω παρατεθείσες, τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη υπ'αρθμ. 86562/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 10.6.2008 στον Δήμαρχο Αγίου Στεφάνου, αφού ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία που αναγράφεται στην μήνυση (...), ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 15.3.2010, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3012/2010 έκθεση εφέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της. Περαιτέρω, ο εκκαλών επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... στην Αθήνα, και στη συνέχεια στην ..., στην οδό .... Όμως, ο εκκαλών, δεν επικαλείται στην έφεσή του και δεν αποδεικνύει ότι αυτός κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης κατοικούσε σε γνωστή κατοικία στην αρχή που διέταξε την επίδοση (Εισαγγελία Αθηνών) και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της έφεσης. Εφόσον, συνεπώς ο εκκαλών δεν προβάλλει με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία, και πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. (ΑΠ 18/2010)". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή α) η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (10-6-2008), β)το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή παραδόθηκε στο Δήμαρχο Αγίου Στεφάνου Αττικής από τον αστυφύλακα Π. Μ. την 10-6-2008 (η αναγραφή στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης της 10-6-2010 ως χρονολογίας επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή και δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς την επίδοση, αφού στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται η πραγματική χρονολογία επιδόσεως και το όργανο που προέβη στην επίδοση) και γ)η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (15-3-2010), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης-απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση (...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-11-2010 αίτηση και τους από 25-2-2011 πρόσθετους λόγους του Κ. Χ. του Δ. για αναίρεση της υπ'αριθ.71618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
1
Αριθμός 965/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της υπ'αριθ.71617/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 25 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1503/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι, άλλως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση . ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, και 7/1994). Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής" έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι, δηλαδή, ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει, να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια, όμως, της οποίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως "ως άγνωστης διαμονής" και η εντεύθεν αδυναμία γνώσεως από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του, αλλά μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.71617/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 15-3-2010 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.70282/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ.3011/2010 εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... στην οδό ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, πρόβαλε με αυτήν τα εξής: "ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε της εκκαλουμένης αποφάσεως, καθ'οσον οι επιδόσεις έγιναν ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήτο γνωστής διαμονής στην διεύθυνση, οδός ... μέχρι 30-9-2008 και στην ..., ... από 1-10-2008 μέχρι σήμερα". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται, για την απόρριψη της εφέσεως μετά από νομικές σκέψεις όμοιες με τις ως άνω παρατεθείσες, τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη υπ'αρθμ. 70282/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στον εκκαλούντα την 19.10.2006 στον Δήμαρχο Αγίου Στεφάνου, αφού ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην κατοικία που αναγράφεται στην μήνυση (...), ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε την 15.3.2010, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3011/2010 έκθεση εφέσεως του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της. Περαιτέρω, ο εκκαλών επικαλείται προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... στην Αθήνα και στην .... Όμως, ο εκκαλών, δεν επικαλείται στην έφεσή του και δεν αποδεικνύει ότι αυτός κατά το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης κατοικούσε σε γνωστή κατοικία στην αρχή που διέταξε την επίδοση (Εισαγγελία Αθηνών) και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός της έφεσης. Εφόσον, συνεπώς ο εκκαλών δεν προβάλλει με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία, και πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. (ΑΠ 18/2010)" Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα (19-10-2006), β)το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι η απόφαση αυτή παραδόθηκε στο Δήμαρχο Αγίου Στεφάνου Αττικής από τον αστυφύλακα Π. Μ. την 19-10-2006 (η αναγραφή στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης της 15-3-2003 ως χρονολογίας επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης, οφείλεται προφανώς σε παραδρομή και δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς την επίδοση, αφού στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται η πραγματική χρονολογία επιδόσεως και το όργανο που προέβη στην επίδοση) και γ)η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (15-3-2010), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Εφόσον, επομένως, ο εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης-απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση (...), ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτός διέμενε ή όχι στην οδό ..., που δήλωσε στην έφεση, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-11-2010 αίτηση και τους από 25-2-2011 πρόσθετους λόγους του Κ. Χ. του Δ. για αναίρεση της υπ'αριθ.71617/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση που απορρίπτει ως εκπρόθεσμη την έφεση του κατηγορουμένου, ο οποίος κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι αιτιολογημένη. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής. Στοιχεία που πρέπει να επικαλεσθεί ο εκκαλών στην ανωτέρω περίπτωση. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως και για υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 964/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ζ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Κουτουμάνο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 487/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 23 Μαρτίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 770/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 2 Μαρτίου 2010, αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 487/2010 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη καταδικάστηκε για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, η οποία μετετράπη σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Ζητείται δε η αναίρεσή της, όπως, κατά λέξη, διαλαμβάνεται στη σχετική έκθεση και συγκεκριμένα στην αναφερόμενη στο κείμενο της τελευταίας συνημμένη, από 2 Μαρτίου 2010, δήλωση, διότι "τα πραγματικά γεγονότα που εκτέθηκαν στα πρακτικά της Δίκης και την απόφαση, δεν είναι ικανά να στηρίξουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που μου καταλογίστηκε, ειδικότερα, ελλείπει παντελώς κάθε στοιχείο δόλου καθώς και κάθε στοιχείο προθέσεως για την πράξη της απάτης. Επίσης, δεν υπάρχει παράσταση πολιτικής αγωγής και απουσίαζε και ο μηνυτής", χωρίς όμως αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν τις προβαλλόμενες νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η ένδικη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, ως εκ του απαραδέκτου δε της αναίρεσης ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 2 Μαρτίου 2010, αίτηση της Ζ. Κ. του Μ., καθώς και τους πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 487/2010 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστος λόγος αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 963/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Φ., κατοίκου ...,ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3674/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Ξ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1056/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτηση, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης 3674/2010 του Α' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο η συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης "προκειμένου να προσκομιστεί το πρωτότυπο σώμα της επιταγής, το οποίο έχει κατασχεθεί από το Ειρηνοδικείο και διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία, σύμφωνα με δήλωσή της". Το Δικαστήριο απέρριψε, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, το αίτημα αναβολής της δίκης, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό το υποβληθέν αίτημα από το συνήγορο του κατηγορουμένου καθόσον δεν κρίνεται αναγκαία στο Δικαστήριο αυτό η προσκόμιση του σώματος της επιταγής που ζητείται με το πιο πάνω αίτημα". Έτσι, που αποφάνθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην ειρημένη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το Δικαστήριο για να οδηγηθεί στο προαναφερθέν πόρισμά του για απόρριψη του παραπάνω περί αναβολής της δίκης αιτήματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 20 Ιουνίου 2010, αίτηση του Π. Π. του Φ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3674/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απερρίφθη αίτημα αναβολής (για κρείσσονες αποδείξεις). Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 962/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Μ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούδιο δικηγόρο του Διονύσιο Κρέστο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 340/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1570/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε προς κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, με αριθμό 20/1.2.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. β' , 528 παρ. 1 εδ. α' και 529 ΚΠΔ, την α) από 6-12-2010 αίτηση Μ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., την οποίαν υπέβαλε δια του -νομοτύπως εξουσιοδοτημένου- συνηγόρου του, Διονυσίου Κρέστου, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 340/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)... 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε". -"Νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.411, ΑΠ 1139/2003, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ.1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215). Δεν συνιστούν "νέα γεγονότα" τυχόν δικονομικά σφάλματα που επικαλείται ο αιτών και επιδιώκουν να γίνουν δεκτές ή να απορριφθούν διάφορες δικονομικές πράξεις (Ολ.ΑΠ 66/1991 ΠΧ 1991.833, ΑΠ 56/1985 ΠΧ 1985.661, Δαλακούρας Η επανάληψη διαδικασίας 2007. 190).Τέλος είναι ανεπίτρεπτη μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008 , ΑΠ 460/2008). 2. -Στην προκειμένη περίπτωση, με την ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που είναι αμετάκλητη,- αφού, η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 1467/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως δε προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το ανωτέρω Δικαστήριο, που, δικάζοντας κατ’ έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά πλειοψηφία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αιτούντα την αναψηλάφηση, πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ εξακολούθηση άμεσης συνέργειας σ αυτήν (στον συγκατηγορούμενό του) και από κοινού και κατ’ εξακολούθηση απάτης (και στους δύο) τα εξής: "Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι από 1-3-2002 μέχρι 31-10-2002, ο πρώτος των κατηγορουμένων (Μ. Λ.), ιατρός παθολόγος, υπηρετούσε και ως Διευθυντής του Κέντρου Υγείας ..., στα καθήκοντα του οποίου ήταν η ιατρική εξέταση των ασθενών ασφαλισμένων (και μη ασφαλισμένων), η σύνταξη και η έκδοση ιατρικών συνταγών για χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων σ' αυτούς που είχαν τη σχετική ανάγκη σε ειδικά έντυπα (συνταγολόγια) και η συμπλήρωση στην ειδική στήλη του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του κάθε ασφαλισμένου στον Ο.Γ.Α. ασθενή της διάγνωσης και των φαρμάκων που αναφέρονται στις συνταγές. Λόγω της ιδιότητας του αυτής γνωρίστηκε και απέκτησε σχέσεις με το δεύτερο των κατηγορουμένων (Π. Ρ.), ο οποίος διατηρούσε φαρμακείο στην ως άνω περιοχή επί 32 συναπτά έτη και με τον οποίο συνεργάστηκε, μετά από κοινή συναπόφαση, στην παρακάτω περιγραφόμενη παράνομη δραστηριότητα. Στις 19-11-2002, μετά από έλεγχο των ελεγκτών του Ο.Γ.Α. (πολιτικώς ενάγοντος) στο φαρμακείο του 2ου κατηγορουμένου αλλά και στους ασφαλισμένους, πλην των λοιπών παρατυπιών, διαπιστώθηκε ότι, κατά το παραπάνω ελεγχόμενο χρονικό διάστημα (1-3-2002 μέχρι 31-10-2002), ο 1ος κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, είχε συνταγογραφήσει 281 συνταγές που βρέθηκαν ότι έλειπαν από 143 συνταγολόγια των ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά σε πίνακα που περιλαμβάνεται στην 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του Ο.Γ.Α, στο 1032/13-10-2003 έγγραφο του Ο.Γ.Α. προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας και βεβαίως στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ασθενείς της ως άνω περιοχής-ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α που έπασχαν από χρόνια νοσήματα και επισκέπτονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους ιατρούς του Κέντρου Υγείας ..., τους αγροτικούς ή άλλους ιατρούς για τη συνταγογράφηση των φαρμάκων τους, μετέβαιναν για την εκτέλεση των (κανονικών) συνταγών τους στο φαρμακείο του 2ου των κατηγορουμένων. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, ο τελευταίος (2ος των κατηγορουμένων) αφαίρεσε από 143 συνταγολόγια ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., πελατών του, οι οποίοι προσήλθαν στο φαρμακείο του για την εκτέλεση των κανονικών συνταγών τους, τεχνηέντως και εν αγνοία τούτων, την επόμενη ή τις επόμενες της κανονικής συνταγές και συνολικά 281 (λευκές ασυμπλήρωτες) συνταγές, που αναφέρονται κατωτέρω, αποκόπτοντας και τα τρία αποκόμματα τους (στελέχη), ήτοι το μπλε, το οποίο παρακρατείται από το συνταγογράφο ιατρό, το λευκό, το οποίο παρακρατείται από το φαρμακοποιό και υποβάλλεται στο αντίστοιχο ταμείο προς πληρωμή καθώς και το κίτρινο, το οποίο πρέπει να παραμένει στο συνταγολόγιο. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή αποκόπτοντας και το τρίτο (κίτρινο) στέλεχος, ο εν λόγω κατηγορούμενος επετύγχανε να μη γίνεται αντιληπτή η ενέργειά του από τον κάτοχο του συνταγολογίου, ακόμη και εκ των υστέρων. Ο τελευταίος αρνήθηκε ότι απέκοπτε το κίτρινο στέλεχος των επιδίκων συνταγολογίων, ισχυρίστηκε δε ότι τούτο πιθανόν να οφείλεται σε ενέργειες κάποιων και κυρίως ανταγωνιστών συναδέλφων του, που ήθελαν να τον ενοχοποιήσουν, αλλά και στη συνδικαλιστική του δράση. Ο έωλος και αόριστος αυτός ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός από την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, καθόσον δεν ενισχύεται από αποδεικτικά στοιχεία. Εξάλλου, ο εν λόγω κατηγορούμενος διατηρεί το φαρμακείο του στη συγκεκριμένη περιοχή επί 32 έτη ακωλύτως, ενώ εξελέγη και πρόεδρος του Συλλόγου Φαρμακοποιών ... . Στη συνέχεια, ο ίδιος (2ος κατηγορούμενος) παρέδιδε τις συνταγές αυτές στον 1ο κατηγορούμενο (Μ. Λ.), ο οποίος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, τις συμπλήρωνε, συνταγογραφώντας φάρμακα, χωρίς να έχει εξετάσει τους ασφαλισμένους (κατόχους του αντίστοιχου συνταγολογίου) ή να έχει στη διάθεση του για συνταγογράφηση το σχετικό συνταγολόγιο, χωρίς οι ασφαλισμένοι αυτοί να έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική αγωγή που αναφέρεται σε κάθε αντίστοιχη συνταγή, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν τη συνταγογράφηση αυτή και χωρίς να έχει προβεί σε σχετική σημείωση στα βιβλιάρια υγείας τους, τελικά δε χωρίς αυτοί να πάρουν τα φάρμακα αυτά. Οι συνταγές αυτές (επίδικες), με τα ονόματα του κατόχου του συνταγολογίου-ασφαλισμένου, τους αριθμούς των συνταγολογίων, τον αύξοντα αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης τους, τη συνολική αξία κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος, τη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα και το πληρωτέο ποσό είναι οι κάτωθι: Ονοματεπώνυμο ασφαλισμένου - Αριθ. Συνταγολογίου - Αύξ. Αριθ. Συνταγής - Ημερομ. έκδοσης - ΑΞΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗΣ (ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ) Τις ανωτέρω συνταγές, συμπληρωμένες, ο 1ος κατηγορούμενος παρέδιδε στο συγκατηγορούμενό του -φαρμακοποιό-, ο οποίος και υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Γ.Α. το λευκό στέλεχος αυτών (συνταγών) για πληρωμή, χωρίς βεβαίως να εκτελέσει τις συνταγές και να χορηγήσει φάρμακα που αναγράφονταν στις συνταγές, εισπράττοντας αχρεωστήτως τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη συμμετοχή του ασφαλιστικού φορέα επί της αγοραστικής αξίας κάθε φαρμάκου και τα οποία ανέρχονται στην επίδικη περίπτωση στο συνολικό ποσό των 6.769,35 ευρώ, ζημιώνοντας αντιστοίχως κατά το ποσό αυτό τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό (πολιτικώς ενάγοντα). Ο 1ος κατηγορούμενος, δια των συνηγόρων του, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε προέβη στις ανωτέρω ενέργειες, ότι πάντοτε συνταγογραφούσε αφού προηγουμένως εξέταζε τους ασθενείς-ασφαλισμένους και ότι οι όποιες αταξίες οφείλονται στο φόρτο εργασίας και στην τακτική του ιδίου, όπως και των λοιπών ιατρών του Κ.Υ ..., να εξυπηρετεί τους ασφαλισμένους, οι οποίοι, λόγω ηλικίας ή σοβαρής ασθένειας, αδυνατούσαν να προσέλθουν οι ίδιοι για συνταγογράφηση των φαρμάκων που ελάμβαναν και να δέχεται να συνταγογραφεί ακόμη και όταν τα συνταγολόγια προσκόμιζαν συγγενείς των ασφαλισμένων. Πλην όμως, οι προεκτεθείσες παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου ιατρού δεν δικαιολογούνται από την τακτική αυτή, η οποία αντιβαίνει, άλλωστε, στις θεμελιώδεις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι οι δύο κατηγορούμενοι, σε αγαστή συνεργασία, επιδίδονταν στις παραπάνω παράνομες ενέργειες κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (από 1-3-2002/31-10-2002) -χωρίς να αποκλείεται να εκτείνεται η παράνομη δραστηριότητα τους και σε άλλα χρονικά διαστήματα, που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, υπάλληλοι του Ο.Γ.Α.- με συνέπεια την παραπλάνηση του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού (Ο.Γ.Α.), ο οποίος, πεισθείς ότι τα στις επίδικες συνταγές φαρμακευτικά σκευάσματα είχαν χορηγηθεί στους ασφαλισμένους, κατέβαλε αχρεωστήτως το παραπάνω ποσό στο δεύτερο κατηγορούμενο. Το πως διανεμόταν το ως άνω αθεμίτως εισπραχθέν ποσό μεταξύ τους δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι αρκεί ο σκοπός τους για τον πορισμό τούτου, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα. Δεν ασκεί, εξάλλου, έννομη συνέπεια ούτε επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, όπως αποτυπώνεται στην πλειοψηφούσα άποψη, σε ποίους (μη ασφαλισμένους ή άτομα που δεν προσκόμιζαν ασφαλιστικά βιβλιάρια ή αλλοδαπούς κλπ) οι κατηγορούμενοι διέθεσαν περαιτέρω τα φάρμακα που αναγράφονταν στις παραπάνω επιλήψιμες συνταγές, εισπράττοντας την αγοραστική τους αξία, καθόσον δεν προσδιορίστηκε το ύψος του αθέμιτου οφέλους από την εντεύθεν διάθεση των φαρμάκων αυτών και δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, για το έγκλημα της απάτης, αρκεί ο σκοπός πορισμού παράνομου οφέλους, έστω και αν δεν προσπόρισε τέτοιο ο δράστης. Αντίθετα, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι οι επίδικες συνταγές συνετάγησαν μόνον από τον 1° κατηγορούμενο, παρότι υπήρχαν και άλλοι ιατροί στο εν λόγω Κέντρο Υγείας με την ίδια ειδικότητα και φέρονται ότι εκτελέστηκαν από το 2°, παρότι στην περιοχή ... υπήρχαν πέντε (5) φαρμακεία. Από το διενεργηθέντα, άλλωστε, έλεγχο, δεν διαπιστώθηκαν άλλες επιλήψιμες συνταγογραφήσεις των άλλων ιατρών του Κ. Υ. ..., γεγονός, το οποίο καταρρίπτει τους παραπάνω υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Εξάλλου, από τα συνταγολόγια, από τα οποία αφαιρέθηκαν οι επίδικες συνταγές, εμφαίνεται ένας ασφαλισμένος να έχει εξετασθεί κανονικά από ιατρό (του Κέντρου Υγείας ή άλλον), ο οποίος και συνταγογράφησε φάρμακα για την πάθηση του, την επομένη δε ο ίδιος (ασφαλισμένος) φέρεται να έχει εξετασθεί από τον 1° κατηγορούμενο, ο οποίος και συνέταξε συνταγή με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα. Περαιτέρω, η παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων ενισχύεται από τα κάτωθι: α) στις παραπάνω (επίδικες) 281 συνταγές, ο 1ος κατηγορούμενος δεν είχε συμπληρώσει, ως όφειλε σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και όπως θα έπραττε αν είχε στη διάθεση του τα συνταγολόγια και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια, τα πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων επί των εντύπων των συνταγών, καθόσον ο αριθμός μητρώου των ασφαλισμένων, ο κωδικός μονάδας και το έτος γέννησης συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων από το 2° κατηγορούμενο (φαρμακοποιό), ο οποίος είχε στη διάθεση του τα σχετικά στοιχεία. Το γεγονός αυτό συνομολογούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι το απέδωσαν σε παράλειψη άνευ σημασίας, ο 1ος δε εξ αυτών σε συνήθη πρακτική του ίδιου, όπως ο ίδιος κατέθεσε κατά το διενεργηθέντα έλεγχο από ελεγκτές του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (βλ. την ... έκθεση ελέγχου). Πλην όμως, από τον έλεγχο που έλαβε χώρα σε λευκά αποκόμματα συνταγών του έτους 2002 (πλην των επιδίκων), οι οποίες είχαν συνταγογραφηθεί από τον 1° κατηγορούμενο και είχαν υποβληθεί προς πληρωμή στον Ο.Γ.Α από το 2° καθώς και σε μπλε αποκόμματα συνταγών του πρώτου τριμήνου του έτους 2003, που βρέθηκαν στο Κ.Υ ... και είχαν συνταγογραφηθεί επίσης από τον 1° κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι, σε αντίθεση με τις επίδικες συνταγές, ο εν λόγω ιατρός συμπλήρωνε πάντα στις συνταγές των ασφαλισμένων τα πέντε πρώτα ψηφία του αριθμού μητρώου τους. β) Σε εννέα (9) περιπτώσεις γράφηκαν ονόματα άλλου ατόμου και όχι του κατόχου του συνταγολογίου. Τούτο συνέβη: 1) στην 25/28-3-2002 συνταγή του .... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ..., 2) στη 12/27-6-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου του ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ..., 3) στη 17/27-6-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ..., στην οποία ανεγράφη το όνομα ..., 4) στη 41/22-7-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ..., 5) στη 43/22-7-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ..., 6) στη 42/6-9-2002 συνταγή του ...συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ..., 7) στη 19/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ...η ανεγράφη το όνομα ..., 8) στην 26/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ... και 9) στην 35/6-9-2002 συνταγή του ... συνταγολογίου της ... ανεγράφη το όνομα ... . γ) Σε έξι (6) περιπτώσεις, συνταγές με μεγαλύτερο αύξοντα αριθμό είχαν εκδοθεί και φέρονται να έχουν εκτελεστεί χρονικά ενωρίτερα από άλλες συνταγές με μικρότερο αύξοντα αριθμό και συγκεκριμένα: 1) οι 21/12-8-2002 και 23/9-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ..., 2) οι 17/10-9-2002 και 19/6-9-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ..., 3) οι 15/29-8-2002 και 19/26-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., 4) οι 19/30-8-2002 και 22/13-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου του ασφαλισμένου ..., 5) οι 5/29-8-2002 και 8/7-8-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ... και 6) οι 37/9-7-2002 και 39/21-6-2002 συνταγές του ... συνταγολογίου της ασφαλισμένης ... . Τα παραπάνω δεν δικαιολογούνται από το γεγονός ότι πολλές φορές οι ασφαλισμένοι δίνουν στο γιατρό το συνταγολόγιο διπλωμένο, όπως ισχυρίστηκε ο 2ος κατηγορούμενος, καθόσον και σε μια τέτοια (υποθετική) περίπτωση, ο ιατρός που συνταγογραφεί ανοίγει το συνταγολόγιο για να προβεί στο στοιχειώδη έλεγχο των στοιχείων του ασφαλισμένου (ονοματεπώνυμο, αριθμό μητρώου κλπ) καθώς και των φαρμάκων που λαμβάνει, σε περιπτώσεις χρονιών νοσημάτων. δ) Κάθε ιατρείο του Κέντρου Υγείας ... τηρούσε Βιβλίο Κίνησης, στο οποίο κάθε ιατρός καταγράφει, κατά σειρά προσέλευσης, όλους τους ασθενείς που προσέρχονται για εξέταση ή συνταγογράφηση φαρμάκων, τη σχετική διάγνωση και τη ημερομηνία, ενώ συγχρόνως παρακρατεί το σχετικό στέλεχος των συνταγολογίων. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τους Επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ διαπιστώθηκε ότι το σχετικό βιβλίο στο ιατρείο του ως άνω κατηγορουμένου τηρούσαν, όχι αυτός, αλλά οι νοσηλεύτριες, στο γραφείο των οποίων βρέθηκε, οι οποίες δεν κατέγραφαν τους προσερχόμενους στο ιατρείο ασθενείς (ασφαλισμένους όλων των ασφαλιστικών ταμείων, ιδιώτες, αλλοδαπούς κλπ), αλλά, κατ' εντολήν του ιατρού, μόνον τα ονόματα των ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α. Τους τελευταίους μάλιστα καταχωρούσαν, εκ των υστέρων, από τα μπλε αποκόμματα του συνταγολογίου, τα οποία τοποθετούσε ο κατηγορούμενος σε ένα κουτί, με βάση την ημερομηνία έκδοσης των συνταγών. Από τον προαναφερθέντα έλεγχο μάλιστα διαπιστώθηκε, πλην των ανωτέρω, ότι από τις 281 επίδικες συνταγές, μόνον οι 46 είχαν καταχωρηθεί στο Βιβλίο Κίνησης του έτους 2002. Αντίθετα, είχαν καταχωρηθεί όλες οι κανονικές συνταγές του ίδιου έτους καθώς και αυτές του έτους 2003, που είχαν συνταγογραφηθεί από τον κατηγορούμενο ιατρό. (ε) Ευθύς ως ενημερώθηκε για το διενεργούμενο έλεγχο, ο 1ος κατηγορούμενος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, συγκρότησε την από 17-1-2003 τριμελή επιτροπή του Κέντρου Υγείας, η οποία προέβη στην καταστροφή των συνταγολογίων των ετών 1992-2002 (των μπλε αποκομμάτων των συνταγών), επικαλούμενος ότι αυτά αποτελούσαν εστία μόλυνσης. Στην εσπευσμένη αυτή ενέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, με το παραπάνω πρόσχημα, παρότι γνώριζε ότι διενεργείτο έρευνα και όφειλε, ως εκ τούτου να διαφυλάξει τα απαραίτητα έγγραφα μέχρι το τέλος αυτής, πολλώ δε μάλλον όταν αυτά θα αποδείκνυαν τους ισχυρισμούς του περί κανονικής συνταγογράφησης. Σκοπός του εν λόγω κατηγορουμένου ήταν να παρεμποδίσει τη διαπίστωση της παράνομης δραστηριότητας του, όπως αυτή προεξετέθη και (στ) οι ασφαλισμένοι, των ονόματα των οποίων είναι αναγεγραμμένα στις επίδικες συνταγές αρνούνται ότι εξετάσθηκαν από τον 1° κατηγορούμενο, τις επίδικες τουλάχιστον ημερομηνίες καθώς και ότι πάσχουν από τις αναγραφόμενες στις συνταγές ασθένειες ή ότι έλαβαν τα συγκεκριμένα φάρμακα. Επισημαίνεται, επίσης, ότι, κατ' εφαρμογήν των προαναφερθεισών διατάξεων, με την 936/14-10-2003 απόφαση του Υποδιοικητή του Ο.Γ.Α καταλογίστηκε στον πρώτο των κατηγορουμένων (Χ1) το ποσό των 6.769,35 ευρώ. Ύστερα από όσα προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε, κατά την άποψη που πλειοψήφησε, ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, τέλεσαν τα εγκλήματα, για τα οποία κατηγορούνται. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι: (α) ο 1ος κατηγορούμενος, ενεργώντας εξακολουθητικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 μέχρι τις 31-10-2002, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τέλεσε το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως σε βαθμό πλημμελήματος και συγκεκριμένα ότι βεβαίωσε ψευδώς στις επίδικες συνταγές ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α., έπασχαν από τις σ' αυτές (συνταγές) αναγραφόμενες παθήσεις, συνταγογραφώντας και τα ενδεικνυόμενα φάρμακα, ενώ στην πραγματικότητα οι εν λόγω ασφαλισμένοι, οι οποίοι δεν γνώριζαν τις ενέργειες του εν λόγω κατηγορουμένου, δεν εξετάσθηκαν απ' αυτόν στις συγκεκριμένες ημερομηνίες, δεν έπασχαν από τα αναγραφόμενα νοσήματα και δεν παρέλαβαν τα αναγραφόμενα στις συνταγές αυτές φάρμακα. Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου και με την εντεύθεν συνδρομή του συγκατηγορουμένου του, ο οποίος υπέβαλε τις συνταγές στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Γ.Α., είχαν ως έννομη συνέπεια να πειστεί ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας ότι είχαν χορηγηθεί τα φάρμακα αυτά και να καταβάλει αχρεωστήτως το ποσό συμμετοχής του ασφαλισμένου επί της αγοραστικής αξίας κάθε φαρμακευτικού σκευάσματος, που συνολικά ανέρχεται σε 6.769,35 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε, (β) ο 2ος κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' εξακολούθηση κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εν γνώσει του παρείχε στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του άμεση συνδρομή κατά την υπ' αυτού τέλεση του προαναφερθέντος εγκλήματος και κατά τη διάρκεια τέλεσης του. Ειδικότερα, ότι αυτός, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αφαίρεσε από 143 συνταγολόγια ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., οι οποίοι προσήρχοντο στο φαρμακείο του για την εκτέλεση κανονικών συνταγών, τις παραπάνω 281 συνολικά συνταγές, και δη και τα τρία στελέχη τούτων, τα οποία παρέδιδε στον συγκατηγορούμενό του ιατρό, ο οποίος και προέβαινε στη σύνταξη των παραπάνω ψευδών συνταγών και στη συνέχεια ο ίδιος υπέβαλε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Γ.Α τις συνταγές αυτές ως δήθεν εκτελεσθείσες υπ' αυτού, με συνέπεια ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας να καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά, όπως προαναφέρθηκε και (γ) αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τέλεσαν το έγκλημα της απάτης σε βάρος του προαναφερθέντος ασφαλιστικού φορέα, σε βαθμό πλημμελήματος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα." -Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε -κατά πλειοψηφία- ενόχους, τους αναιρεσείοντες των ανωτέρω πράξεων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 α, 26 § 1, 27 § 1, 45, 46§1 β, 94, 242 § 1, 386 § 1 του ΠΚ, και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. 3. -Με την υπό κρίση αίτηση του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, προκειμένου να στηρίξει το βάσιμο αυτής, αναφέρει τα εξής: "1. Σύμφωνα με το άρθρο 321 περ. δ ΚΠΔ. το κλητήριο θέσπισμα έδει να αναφέρει ακριβώς και συγκεκριμένως τον καθορισμό της πράξεως δια την οποίαν κατηγορούμαι και ακολούθως μνεία του ποινικού νόμου δηλαδή ακριβής προσδιορισμός όλων των πραγματικών περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόστασιν του εγκλήματος. Εάν δεν συντρέχει και δεν διατυπούνται ορθά εις το κλητήριο θέσπισμα οι κατηγορίες, τότε το κατηγορητήριο είναι άκυρο ad hoc Α.Π. 1496/1990 Ποιν. Χρ. 1991, 666. Εις την προκειμένη περίπτωση δεν εκτίθενται ειδικά και ορισμένα ποιο είναι το ψευδές γεγονός το οποίον βεβαιώνεται σε κάθε μία από 281 βεβαιώσεις (συνταγές) και ποια η ειδικότερη έννομη συνέπεια του γεγονότος αυτού. Αντιθέτως εις το κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι αφαιρέθηκαν οι 281 συνταγές από τον Π. Ρ., δεύτερο κατηγορούμενο και ότι υποθετικά και αόριστα μου εδόθησαν, πότε, που και πώς αορίστως και ουδέν άλλο. Αυτό όμως είναι συμπέρασμα και υπόθεση και όχι πραγματικό περιστατικό και γεγονός διότι το κλητήριο θέσπισμα ομιλεί ότι τις αφαίρεσε τρίτος τις συνταγές. Γιατί να μην τις συμπληρώσει ο ίδιος αφού είχε εις την διάθεσίν του και το στέλεχος το συνταγολόγιο με όλα - πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων. Εφόσον όμως δεν εξειδικεύει και δεν προσδιορίζει το κλητήριο θέσπισμα επακριβώς τα γεγονότα των πράξεων είναι άκυρο, και θα έδει να έχει ακυρωθεί και να συνταχθεί πλήρες και εμπεριστατωμένο κλητήριο θέσπισμα. Εις την προκειμένη περίπτωση το νέο γεγονός είναι ότι από το Δικαστήριο δεν ερευνήθη το γεγονός εάν έφθασαν εις χείρας μου οι εν λόγω συνταγές και εγγράφησαν από εμένα καθότι εγώ αρνούμαι ότι συνέταξα τις εν λόγω συνταγές. 2. Υποχρεούτο και όφειλε το Δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη γραφολογικής εξέτασης και έρευνα εις τον γραφικό μου χαρακτήρα, πράξη η οποία δεν έλαβε χώρα προκειμένου να έχει απτάς αποδείξεις ότι οι εν λόγω συνταγές εγγράφησαν από εμένα ή από άλλο πρόσωπο δεδομένου ότι εγώ δεν τις έχω γράψει ούτε υπεστηρίχθη από τον οποιονδήποτε ότι εγώ τις έχω γράψει. Μάλιστα μάρτυρες τινές ομιλούν δια άλλους ιατρούς, οράτε κατάθεσιν μάρτυρος. Δεν συναντήσαμε τον ιατρό Λ. και δεν γνωρίζω αν συντάχθηκαν από τον Λ. (κατάθεση Μ.) επίσης επικαλούμαι στην κατάθεση του βασικού μάρτυρος κατηγορίας κ. Α. Μ., Επιθεωρητού, όστις ομιλεί ότι τα μπλε χαρτιά ευρέθησαν εις χείρας και στα γραφεία των νοσηλευτριών του Κέντρου Υγείας κατά συνέπεια η εγγραφή των συνταγών αδύνατο να έχει γίνει και είμαι βέβαιος ότι έχει γίνει από άλλα πρόσωπα και όχι από εμένα. Υπάλληλοι, νοσηλεύτριες του Κέντρου Υγείας ... . 3. Η προσβαλλομένη απόφασις 340/2009 θα πρέπει να ερευνηθεί και να διαταχθεί η επανάληψις της διαδικασίας επί τω λόγω ότι δεν ελήφθησαν στοιχεία τα οποία εάν ελαμβάνοντο υπόψιν από το Δικαστήριο θα είχον ουσιώδη επιρροή εις την έκβασιν της δίκης και θα απαλλασόμην των κατηγοριών. Τα εν λόγω στοιχεία είναι τα κάτωθι: (ί) Θα έδει να διαταχθεί γραφολογική έρευνα περί του γραφικού χαρακτήρος του συντάξαντος των υπό κρίσιν συνταγών το οποίον δεν έγινε. Η διαλαμβανομένη σκέψις ότι δήθεν ελέχθη ότι εγώ έγραψα τις συνταγές. Ποιες συνταγές, αφού σε καθημερινή βάση γράφω συνταγές. Αμφισβητώ τον γραφικό χαρακτήρα των εν λόγω συνταγών, αρνούμαι ότι είναι δικές μου και δέον όπως αυτό το στοιχείο ερευνηθεί δια της πραγματοποιήσεως γραφολογικής εξετάσεως. (ίί) Όλως αυθαιρέτως οι προσβαλλόμενες αποφάσεις διαλαμβάνουν ότι οι εν λόγω συνταγές ελήφθησαν από τον 2° κατηγορούμενο Π. Ρ. και ότι ακολούθως μου εδόθησαν. Αυτό είναι ψέμα και όλως παρανόμως το Δικαστήριο τις εδέχθη αφού εγώ ποτέ δεν πήρα συνταγές και ποτέ δεν έγραψα εκτός Κέντρου Υγείας συνταγές, άλλως αυτός ο σαθρός ισχυρισμός δεν προέκυψε από πουθενά. Όφειλε και υποχρεούτο το Δικαστήριο να ερευνήσει να μάθει και να αποδείξει αφού δέχεται ότι τις συνταγές τις έκοψε και τις είχε ο Ρ. Π.. Πότε μου τις έδωσε και για ποιο λόγο και από πού βγαίνει αυτό το στοιχείο. Κατά συνέπεια αυτό είναι ένα ψευδές αποδεικτικό στοιχείο το οποίο εδέχθη το Δικαστήριο χωρίς να αποδεικνύεται και με βάση αυτό εχώρησεν εις την καταδίκην μου. 4. Το δίκασαν Δικαστήριο χωρίς σαφή και συγκεκριμένη κατηγορία εχώρησεν εις την καταδίκην μου αγνοώντας ουσιώδη πράγματα και στοιχεία. Συγκεκριμένως εζητήθη κατά την εκδίκασαν της υποθέσεως να ερευνηθεί εάν και πότε εγώ εχορήγησα συνταγές άνευ παρουσίας των ασφαλισμένων και άνευ του βιβλιαρίου υγείας και ΟΥΔΕΙΣ κατέθεσε το αντίθετο. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του στοιχεία ανύπαρκτα και τα οποία καίτοι ανύπαρκτα έχουν ουσιώδη επιρροή εις την καταδίκην μου. Ορθώς η εισαγγελική πρότασις και η μειοψηφία του Προέδρου του Δικαστηρίου ήτο σαφής και ξεκάθαρη ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ενοχής. Παρά ταύτα όμως η πλειοψηφία εχώρησεν αυθαιρέτως σε ενοχή μου άνευ αποδείξεων. Θα πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί η όλη υπόθεση, να αξιολογηθούν τα στοιχεία, οι μαρτυρικές καταθέσεις απάντων των μαρτύρων και να εξαχθεί ορθή σκέψη και απόφασις. Είναι βέβαιο ότι το στοιχείο της ανύπαρκτης ενοχής μου δεν ελήφθη υπόψιν καίτοι το εζήτησα επισταμένως και σθεναρώς δια των πληρεξουσίων μου Δικηγόρων. 5. Επίσης οι καταθέσεις των μαρτύρων και δη του Α. Μ. (μάρτυς κατηγορίας) ελέχθη "δεν προέκυψε τίποτε το συγκεκριμένο και κολάσιμο πουθενά". Περαιτέρω καθώς μας είπαν ασφαλισμένοι προφορικά και γραπτά χωρίς να γνωρίζουν ότι έλειπαν συνταγολόγια, δηλαδή πότε έλειπαν, ποιος τα πήρε, τίποτε συγκεκριμένο. Τα χρήματα εισπράχθηκαν από τον Π. Ρ. όχι από εμένα ούτε είπε ο οποιοσδήποτε ότι εγώ πήρα ή μου έδωσε χρήματα ο Ρ. αλλά τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν τα έλαβε υπόψιν του το Δικαστήριο αλλά όλα τα εδέχθη ως δεδομένα χωρίς να είναι. Έτερος μάρτυς, Ε. Δ., επηγαίναμε εις τα σπίτια των ασφαλισμένων και τους ερωτήσαμε γενικά και αόριστα τους ηλικιωμένους ασφαλισμένους. Αποκλείεται να έκοψε άλλος φαρμακοποιός το κίτρινο απόκομμα δηλαδή το έκοψε ο Ρ. Π.. Έτερος μάρτυς Μ. Ε., ήρθαν ένα βράδυ στο σπίτι μου δύο άτομα, μου είπαν να βάλω υπογραφή ότι ήρθαν, έβαλα κι έφυγαν. Δεν με ρώτησαν δια τον Λ.. Έτερος μάρτυς Δ. Α., καμία συνταγή δεν έχει γίνει, κανονικά εγράφοντο τα φάρμακα. Κατάθεσις εις το Εφετείο Ιωαννίνων του μάρτυρος Α. Μ.. Ο φαρμακοποιός κρατούσε τα συνταγολόγια δήθεν προς διεκπεραίωση των ασθενών και τα έδινε στον ιατρό δια να τις γράφει. Πήγαμε σε κάποιους ασφαλισμένους γενικά και αόριστα. Απέφυγα να ανακρίνω ασθενείς με ακραίες ασθένειες κ.λ.π. Τα χρήματα τα εισέπραξε ο Π. Ρ.. Σε όλα υπάρχει ταινία γνησιότητας. Δεν πήγα στο Κέντρο Υγείας ... εάν υπάρχουν εκεί τα μπλε στελέχη, και όμως εκεί ευρίσκοντο. Οι ασθενείς ήτο πάντοτε καλυμμένοι επί της πραγματικής των αγωγής. Θεωρώ ότι τα κουπόνια αυτά δεν προέρχονται από φάρμακα που είχε αγοράσει ο Π. Ρ.. Δηλαδή ουσιαστικά η όλη κατηγορία εστηρίχθη σε ανυπόστατα περιστατικά, σε αντιφατικές καταθέσεις, σε υποθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε αόριστη σκέψη και σε πιθανότητες αναπόδεικτες. Οι δε καταθέσεις των μαρτύρων ασφαλισμένων ούτε καν ελήφθησαν νομότυπα και ορθά αλλά έπαιρνα υπογραφές σε λευκό χαρτί και προφορικά δήθεν τους ερωτούσαν τους ασφαλισμένους και μάλιστα υπερήλικες βράδυ κ.λ.π. σε πολλούς ούτε καν τους ερώτησαν. Εις το Κέντρο Υγείας ούτε καν προσήλθαν, όλα αυτά είναι στοιχεία δια τον ανορθόδοξο τρόπο συντάξεως του κατηγορητηρίου και ακολούθως εστοιχειοθέτησαν κατηγορίες εις βάρος μου βάσει των άνω στοιχείων και αποδείξεων. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΟΝ Επειδή βάσει του συγκεντρωθέντος υλικού, μαρτυρικές καταθέσεις ασφαλισμένων, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (Μ. - Δ.) έρευνας εγγράφων πορίσματος συνετάγη κατηγορητήριο αόριστον, ασαφές, στηριχθέν σε υποθέσεις, συμπεράσματα και σε ανυπόστατα αναληθή στοιχεία με αποτέλεσμα καίτοι προεβλήθη η ακυρότης ως εκ τούτου το Δικαστήριο εχώρησεν εις την απορριψιν της ενστάσεως και την καταδίκην μου. Επειδή καίτοι εζήτησα αρμοδίως και δεόντως - προσηκόντως να γίνει γραφολογική εξέταση - έρευνα δια τον γραφικό χαρακτήρα των συνταχθέντων συνταγών εν τούτοις δεν έλαβε χώρα, αποσιωπήθηκε με αποτέλεσμα καίτοι αρνούμαι την σύνταξη των συνταγών, να φέρομαι ότι έχω συντάξει εγώ, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται. Εις το σημείο αυτό επικαλούμαι την αντίφαση των μαρτύρων κατηγορίας που καταθέτουν ότι τα μπλε φύλλα ευρέθησαν εις τα γραφεία των νοσηλευτριών και ακολούθως ότι οι ελεγκτές δεν έκριναν αναγκαίο να προσέλθουν εις το Κέντρο Υγείας .... Επειδή εις το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ελήφθησαν υπόψιν οι μαρτυρικές καταθέσεις μερικών ασφαλισμένων γενικά και αόριστα και μάλιστα από υπερήλικες σε νυκτερινές ώρες και προφορικά ζητώντας να βάλουν μία υπογραφή, ότι πέρασαν από εκεί χωρίς να εξηγήσουν τον λόγο επισκέψεως των χωρίς να γνωστοποιήσουν δια ποίο λόγο ερωτώντο κ.λ.π. Ουσιαστικά εγένετο υφαρπαγή υπογραφών άνευ κειμένου, όπως επίσης αποφύγαμε να επισκεφθούμε βαριές περιπτώσεις ασθενών ασφαλισμένων. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερον η υπ' αριθμόν 1467/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου ΟΥΔΟΛΩΣ εδέχθη τους ανακριτικούς λόγους και εχώρησεν εις την απόρριψιν της αιτήσεως αναιρέσεως προσπαθώντας να αιτιολογήσει το αναιτιολόγητον της υπ' αριθμόν 340/2009 αποφάσεως εδέχθη ότι είναι η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως. Επειδή οι αποφάσεις αίτινες προσβάλλονται και ειδικότερον η υπ' αριθμόν 340/2009 συγχέει και αποδίδει κατηγορίες εις εμέ που ξεκάθαρα απεδείχθησαν ανυπόστατες και που τουλάχιστον κατετέθη από τους μάρτυρες ότι έχει διαπράξει ο έτερος συγκατηγορούμενός μου. Επειδή απεκαλύφθη ότι κατά τις δηλώσεις των ασφαλισμένων και εξετασθέντων δήθεν μαρτύρων ουδεμία κατάθεσις εγένετο παρά μόνον επί λευκού χάρτου ελήφθη η υπογραφή και εκ των υστέρων συνεπληρώθη το κείμενον. Αυτό το στοιχείον προέκυψε από επιτόπιες επισκέψεις έρευνας ιδικής μου σε ερωτήσεις των μαρτύρων εάν έδωσαν κανονική κατάθεση σε ελεγκτές του Ο.Γ.Α. και μου απήντησαν αρνητικά ποτέ δεν μας είπαν ότι είναι Επιθεωρητές του Ο.Γ.Α. και εάν έκαναν προανάκριση δια λογαριασμό του Ο.Γ.Α. εις βάρος μου. Δηλαδή ουσιαστικά πρόκειται δια υφαρπαγή υπογραφών και τίποτε άλλο. Αυτό δε είναι στοιχείο το οποίο δεν εγνώριζε το Δικαστήριο ούτε εγώ ως Έλλην πολίτης και ιατρός. Πίστευα ότι το Δικαστήριο θα ερευνούσε κατ' ουσία την υπόθεση δια να εξευρευθεί η αλήθεια και θα απέδιδε δικαιοσύνη. Δυστυχώς όμως διεψεύθην, οπότε περισσότερο δια ηθικούς λόγους ερεύνησα από μόνος μου τον τρόπον της διεξαχθείσης προανάκρισης και διεπίστωσα ότι ήταν τελείως υποτυπώδης και εικονική η διαδικασία ως εκ τούτου ζητάω την επανάληψη της δια να αποδειχθεί η αλήθεια. Είναι αδιανόητο να κατηγορούμαι ότι έπραξα όσα μου αποδίδουν δια 1.000 ευρώ. Το θέμα είναι ηθικό πρωτίστως αφού με μειώνει σαν επιστήμονα και σαν άνθρωπο. Επειδή τα άνω στοιχεία καίτοι ανύπαρκτα έλαβον ουσιώδη επιρροή εις την έκβασιν της κατηγορίας δέον όπως επανεξετασθούν δια της αιτήσεως μου δια επαναλήψεως της διαδικασίας. Επειδή έχουν παραβιασθεί τα δικαιώματα μου και έχει παραβιασθεί το δίκαιο της διαδικασίας θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησις μου. Επειδή θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν τα στοιχεία τα οποία επικαλούμαι και θα τα αποδείξω κατά την επανάληψιν της διαδικασίας σε συνδυασμό με εκείνα τα οποία ελήφθησαν υπόψιν και εγένοντο αποδεκτά και καταδικάσθην, ενώ συγκρινόμενα τα μεν που ελήφθησαν υπ' όψιν με τα δε που επικαλούμαι και δεν ελήφθησαν υπ' όψιν είτε λόγω αγνοίας είτε λόγω παραλείψεως είτε το πρώτον τα επικαλούμαι ως νέα στοιχεία οπότε συγκρινόμενα θα αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες είναι ανακριβείς, έωλες, αναπόδεικτες και το Δικαστήριο Σας θα αχθεί σε αθωωτική απόφαση. Επειδή μερικώς κατά την εκδίκασιν της εφέσεως μου εγένοντο αποδεκτοί οι ισχυρισμοί μου και δεν απεδείχθησαν οι πράξεις οίτινες μου απεδόθησαν παρά ταύτα κατεδικάσθην κατά πλειοψηφία. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου ουδόλως εδέχθη την αναίρεση μου καίτοι είναι πασιφανείς οι λόγοι αναιρέσεως μου. Επειδή δικαιούμαι να ζητήσω δια αιτήσεώς μου την επανάληψιν της διαδικασίας υποβάλλω αρμοδίως εμπροθέσμως και προσηκόντως προς Υμάς την παρούσα αίτησίν μου δια την επανάληψιν της διαδικασίας προκειμένου να τύχω της δικαίας κρίσεως και της απαλλαγής μου εξαφανιζομένης της δικαστικής αποφάσεως υπ' αριθ. 340/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων". 4. -Με την αίτηση του, όμως αυτή ο αιτών την αναψηλάφηση δεν επικαλείται νέα γεγονότα, ή τουλάχιστον, τα όσα αναφέρει στην αίτησή του δεν είναι δυνατό, να εκτιμηθούν σαν νέα γεγονότα κατά την έννοια του νόμου, γιατί και ασαφή και συγκεχυμένα είναι, αλλά και διότι όσα αναφέρει, αποτέλεσαν αντικείμενο διαδικασιών ενώπιον του πρωτόδικου, του κατ' έφεση δικάσαντος δικαστηρίου άλλα και αντικείμενο αίτησης αναίρεσης την οποία άσκησε και απορρίφθηκε. Ειδικότερα ο αιτών με την εν λόγω αίτηση του, προσάπτοντας διάφορες αιτιάσεις σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία θεωρεί άδικη σε βάρος του, ζητεί " την επανάληψη της διαδικασίας προκειμένου να τύχει της δικαίας κρίσεως και της απαλλαγής του". Επομένως, χωρίς καμιά αμφιβολία, σηματοδοτείται η επιδίωξη του καταδικασθέντος -δια της ως άνω διαδικασίας- να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι ανεπίτρεπτος. 5. -Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας, -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη-, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος της (άρθρα 583 §1 Κ.Π.Δ, , σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η από 6-12-2010 αίτηση Μ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την -αμετάκλητη- υπ' αριθ. 340/2009 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 31-1-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωκαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολο σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωκαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών, ο οποίος με την 340/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων καταδικάστηκε αμετάκλητα σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση από κοινού, ζητεί την, προς το συμφέρον του, επανάληψη της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας ειδικότερα σ' αυτή, τα εξής: "1. Σύμφωνα με το άρθρο 321 περ. δ ΚΠΔ. το κλητήριο θέσπισμα έδει να αναφέρει ακριβώς και συγκεκριμένως τον καθορισμό της πράξεως δια την οποίαν κατηγορούμαι και ακολούθως μνεία του ποινικού νόμου δηλαδή ακριβής προσδιορισμός όλων των πραγματικών περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόστασιν του εγκλήματος. Εάν δεν συντρέχει και δεν διατυπούνται ορθά εις το κλητήριο θέσπισμα οι κατηγορίες, τότε το κατηγορητήριο είναι άκυρο ad hoc Α.Π. 1496/1990 Ποιν. Χρ. 1991, 666. Εις την προκειμένη περίπτωση δεν εκτίθενται ειδικά και ορισμένα ποιο είναι το ψευδές γεγονός το οποίον βεβαιώνεται σε κάθε μία από 281 βεβαιώσεις (συνταγές) και ποια η ειδικότερη έννομη συνέπεια του γεγονότος αυτού. Αντιθέτως εις το κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι αφαιρέθηκαν οι 281 συνταγές από τον Π. Ρ. δεύτερο κατηγορούμενο και ότι υποθετικά και αόριστα μου εδόθησαν, πότε, που και πώς αορίστως και ουδέν άλλο. Αυτό όμως είναι συμπέρασμα και υπόθεση και όχι πραγματικό περιστατικό και γεγονός διότι το κλητήριο θέσπισμα ομιλεί ότι τις αφαίρεσε τρίτος τις συνταγές. Γιατί να μην τις συμπληρώσει ο ίδιος αφού είχε εις την διάθεσίν του και το στέλεχος το συνταγολόγιο με όλα - πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων. Εφόσον όμως δεν εξειδικεύει και δεν προσδιορίζει το κλητήριο θέσπισμα επακριβώς τα γεγονότα των πράξεων είναι άκυρο, και θα έδει να έχει ακυρωθεί και να συνταχθεί πλήρες και εμπεριστατωμένο κλητήριο θέσπισμα. Εις την προκειμένη περίπτωση το νέο γεγονός είναι ότι από το Δικαστήριο δεν ερευνήθη το γεγονός εάν έφθασαν εις χείρας μου οι εν λόγω συνταγές και εγγράφησαν από εμένα καθότι εγώ αρνούμαι ότι συνέταξα τις εν λόγω συνταγές. 2. Υποχρεούτο και όφειλε το Δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη γραφολογικής εξέτασης και έρευνα εις τον γραφικό μου χαρακτήρα, πράξη η οποία δεν έλαβε χώρα προκειμένου να έχει απτάς αποδείξεις ότι οι εν λόγω συνταγές εγγράφησαν από εμένα ή από άλλο πρόσωπο δεδομένου ότι εγώ δεν τις έχω γράψει ούτε υπεστηρίχθη από τον οποιονδήποτε ότι εγώ τις έχω γράψει. Μάλιστα μάρτυρες τινές ομιλούν δια άλλους ιατρούς, οράτε κατάθεσιν μάρτυρος. Δεν συναντήσαμε τον ιατρό Λ. και δεν γνωρίζω αν συντάχθηκαν από τον Λ. (κατάθεση Μ.) επίσης επικαλούμαι στην κατάθεση του βασικού μάρτυρος κατηγορίας κ. Α. Μ., Επιθεωρητού, όστις ομιλεί ότι τα μπλε χαρτιά ευρέθησαν εις χείρας και στα γραφεία των νοσηλευτριών του Κέντρου Υγείας κατά συνέπεια η εγγραφή των συνταγών αδύνατο να έχει γίνει και είμαι βέβαιος ότι έχει γίνει από άλλα πρόσωπα και όχι από εμένα. Υπάλληλοι, νοσηλεύτριες του Κέντρου Υγείας .... 3. Η προσβαλλομένη απόφασις 340/2009 θα πρέπει να ερευνηθεί και να διαταχθεί η επανάληψις της διαδικασίας επί τω λόγω ότι δεν ελήφθησαν στοιχεία τα οποία εάν ελαμβάνοντο υπόψιν από το Δικαστήριο θα είχον ουσιώδη επιρροή εις την έκβασιν της δίκης και θα απαλλασόμην των κατηγοριών. Τα εν λόγω στοιχεία είναι τα κάτωθι: (ί) Θα έδει να διαταχθεί γραφολογική έρευνα περί του γραφικού χαρακτήρος του συντάξαντος των υπό κρίσιν συνταγών το οποίον δεν έγινε. Η διαλαμβανομένη σκέψις ότι δήθεν ελέχθη ότι εγώ έγραψα τις συνταγές. Ποιες συνταγές, αφού σε καθημερινή βάση γράφω συνταγές. Αμφισβητώ τον γραφικό χαρακτήρα των εν λόγω συνταγών, αρνούμαι ότι είναι δικές μου και δέον όπως αυτό το στοιχείο ερευνηθεί δια της πραγματοποιήσεως γραφολογικής εξετάσεως. (ίί) Όλως αυθαιρέτως οι προσβαλλόμενες αποφάσεις διαλαμβάνουν ότι οι εν λόγω συνταγές ελήφθησαν από τον 2° κατηγορούμενο Π. Ρ. και ότι ακολούθως μου εδόθησαν. Αυτό είναι ψέμα και όλως παρανόμως το Δικαστήριο τις εδέχθη αφού εγώ ποτέ δεν πήρα συνταγές και ποτέ δεν έγραψα εκτός Κέντρου Υγείας συνταγές, άλλως αυτός ο σαθρός ισχυρισμός δεν προέκυψε από πουθενά. Όφειλε και υποχρεούτο το Δικαστήριο να ερευνήσει να μάθει και να αποδείξει αφού δέχεται ότι τις συνταγές τις έκοψε και τις είχε ο Ρ. Π.. Πότε μου τις έδωσε και για ποιο λόγο και από πού βγαίνει αυτό το στοιχείο. Κατά συνέπεια αυτό είναι ένα ψευδές αποδεικτικό στοιχείο το οποίο εδέχθη το Δικαστήριο χωρίς να αποδεικνύεται και με βάση αυτό εχώρησεν εις την καταδίκην μου. 4. Το δίκασαν Δικαστήριο χωρίς σαφή και συγκεκριμένη κατηγορία εχώρησεν εις την καταδίκην μου αγνοώντας ουσιώδη πράγματα και στοιχεία. Συγκεκριμένως εζητήθη κατά την εκδίκασαν της υποθέσεως να ερευνηθεί εάν και πότε εγώ εχορήγησα συνταγές άνευ παρουσίας των ασφαλισμένων και άνευ του βιβλιαρίου υγείας και ΟΥΔΕΙΣ κατέθεσε το αντίθετο. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του στοιχεία ανύπαρκτα και τα οποία καίτοι ανύπαρκτα έχουν ουσιώδη επιρροή εις την καταδίκην μου. Ορθώς η εισαγγελική πρότασις και η μειοψηφία του Προέδρου του Δικαστηρίου ήτο σαφής και ξεκάθαρη ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ενοχής. Παρά ταύτα όμως η πλειοψηφία εχώρησεν αυθαιρέτως σε ενοχή μου άνευ αποδείξεων. Θα πρέπει λοιπόν να ερευνηθεί η όλη υπόθεση, να αξιολογηθούν τα στοιχεία, οι μαρτυρικές καταθέσεις απάντων των μαρτύρων και να εξαχθεί ορθή σκέψη και απόφασις. Είναι βέβαιο ότι το στοιχείο της ανύπαρκτης ενοχής μου δεν ελήφθη υπόψιν καίτοι το εζήτησα επισταμένως και σθεναρώς δια των πληρεξουσίων μου Δικηγόρων. 5. Επίσης οι καταθέσεις των μαρτύρων και δη του Α. Μ. (μάρτυς κατηγορίας) ελέχθη "δεν προέκυψε τίποτε το συγκεκριμένο και κολάσιμο πουθενά". Περαιτέρω καθώς μας είπαν ασφαλισμένοι προφορικά και γραπτά χωρίς να γνωρίζουν ότι έλειπαν συνταγολόγια, δηλαδή πότε έλειπαν, ποιος τα πήρε, τίποτε συγκεκριμένο. Τα χρήματα εισπράχθηκαν από τον Π. Ρ. όχι από εμένα ούτε είπε ο οποιοσδήποτε ότι εγώ πήρα ή μου έδωσε χρήματα ο Ρ. αλλά τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν τα έλαβε υπόψιν του το Δικαστήριο αλλά όλα τα εδέχθη ως δεδομένα χωρίς να είναι. Έτερος μάρτυς, Ε. Δ., επηγαίναμε εις τα σπίτια των ασφαλισμένων και τους ερωτήσαμε γενικά και αόριστα τους ηλικιωμένους ασφαλισμένους. Αποκλείεται να έκοψε άλλος φαρμακοποιός το κίτρινο απόκομμα δηλαδή το έκοψε ο Ρ. Π.. Έτερος μάρτυς Μ. Ε., ήρθαν ένα βράδυ στο σπίτι μου δύο άτομα, μου είπαν να βάλω υπογραφή ότι ήρθαν, έβαλα κι έφυγαν. Δεν με ρώτησαν δια τον Λ.. Έτερος μάρτυς Δ. Α., καμία συνταγή δεν έχει γίνει, κανονικά εγράφοντο τα φάρμακα. Κατάθεσις εις το Εφετείο Ιωαννίνων του μάρτυρος Α. Μ.. Ο φαρμακοποιός κρατούσε τα συνταγολόγια δήθεν προς διεκπεραίωση των ασθενών και τα έδινε στον ιατρό δια να τις γράφει. Πήγαμε σε κάποιους ασφαλισμένους γενικά και αόριστα. Απέφυγα να ανακρίνω ασθενείς με ακραίες ασθένειες κ.λ.π. Τα χρήματα τα εισέπραξε ο Π. Ρ.. Σε όλα υπάρχει ταινία γνησιότητας. Δεν πήγα στο Κέντρο Υγείας ... εάν υπάρχουν εκεί τα μπλε στελέχη, και όμως εκεί ευρίσκοντο. Οι ασθενείς ήτο πάντοτε καλυμμένοι επί της πραγματικής των αγωγής. Θεωρώ ότι τα κουπόνια αυτά δεν προέρχονται από φάρμακα που είχε αγοράσει ο Π. Ρ.. Δηλαδή ουσιαστικά η όλη κατηγορία εστηρίχθη σε ανυπόστατα περιστατικά, σε αντιφατικές καταθέσεις, σε υποθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, σε αόριστη σκέψη και σε πιθανότητες αναπόδεικτες. Οι δε καταθέσεις των μαρτύρων ασφαλισμένων ούτε καν ελήφθησαν νομότυπα και ορθά αλλά έπαιρνα υπογραφές σε λευκό χαρτί και προφορικά δήθεν τους ερωτούσαν τους ασφαλισμένους και μάλιστα υπερήλικες βράδυ κ.λ.π. σε πολλούς ούτε καν τους ερώτησαν. Εις το Κέντρο Υγείας ούτε καν προσήλθαν, όλα αυτά είναι στοιχεία δια τον ανορθόδοξο τρόπο συντάξεως του κατηγορητηρίου και ακολούθως εστοιχειοθέτησαν κατηγορίες εις βάρος μου βάσει των άνω στοιχείων και αποδείξεων. Γ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΟΝ Επειδή βάσει του συγκεντρωθέντος υλικού, μαρτυρικές καταθέσεις ασφαλισμένων, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (Μ. - Δ.) έρευνας εγγράφων πορίσματος συνετάγη κατηγορητήριο αόριστον, ασαφές, στηριχθέν σε υποθέσεις, συμπεράσματα και σε ανυπόστατα αναληθή στοιχεία με αποτέλεσμα καίτοι προεβλήθη η ακυρότης ως εκ τούτου το Δικαστήριο εχώρησεν εις την απόρριψιν της ενστάσεως και την καταδίκην μου. Επειδή καίτοι εζήτησα αρμοδίως και δεόντως-προσηκόντως να γίνει γραφολογική εξέταση-έρευνα δια τον γραφικό χαρακτήρα των συνταχθέντων συνταγών εν τούτοις δεν έλαβε χώρα, αποσιωπήθηκε με αποτέλεσμα καίτοι αρνούμαι την σύνταξη των συνταγών, να φέρομαι ότι έχω συντάξει εγώ, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται. Εις το σημείο αυτό επικαλούμαι την αντίφαση των μαρτύρων κατηγορίας που καταθέτουν ότι τα μπλε φύλλα ευρέθησαν εις τα γραφεία των νοσηλευτριών και ακολούθως ότι οι ελεγκτές δεν έκριναν αναγκαίο να προσέλθουν εις το Κέντρο Υγείας ... . Επειδή εις το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ελήφθησαν υπόψιν οι μαρτυρικές καταθέσεις μερικών ασφαλισμένων γενικά και αόριστα και μάλιστα από υπερήλικες σε νυκτερινές ώρες και προφορικά ζητώντας να βάλουν μία υπογραφή, ότι πέρασαν από εκεί χωρίς να εξηγήσουν τον λόγο επισκέψεως των χωρίς να γνωστοποιήσουν δια ποίο λόγο ερωτώντο κ.λ.π. Ουσιαστικά εγένετο υφαρπαγή υπογραφών άνευ κειμένου, όπως επίσης αποφύγαμε να επισκεφθούμε βαριές περιπτώσεις ασθενών ασφαλισμένων. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερον η υπ' αριθμόν 1467/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου ΟΥΔΟΛΩΣ εδέχθη τους ανακριτικούς λόγους και εχώρησεν εις την απόρριψιν της αιτήσεως αναιρέσεως προσπαθώντας να αιτιολογήσει το αναιτιολόγητον της υπ' αριθμόν 340/2009 αποφάσεως εδέχθη ότι είναι η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως. Επειδή οι αποφάσεις αίτινες προσβάλλονται και ειδικότερον η υπ' αριθμόν 340/2009 συγχέει και αποδίδει κατηγορίες εις εμέ που ξεκάθαρα απεδείχθησαν ανυπόστατες και που τουλάχιστον κατετέθη από τους μάρτυρες ότι έχει διαπράξει ο έτερος συγκατηγορούμενός μου. Επειδή απεκαλύφθη ότι κατά τις δηλώσεις των ασφαλισμένων και εξετασθέντων δήθεν μαρτύρων ουδεμία κατάθεσις εγένετο παρά μόνον επί λευκού χάρτου ελήφθη η υπογραφή και εκ των υστέρων συνεπληρώθη το κείμενον. Αυτό το στοιχείον προέκυψε από επιτόπιες επισκέψεις έρευνας ιδικής μου σε ερωτήσεις των μαρτύρων εάν έδωσαν κανονική κατάθεση σε ελεγκτές του Ο.Γ.Α. και μου απήντησαν αρνητικά ποτέ δεν μας είπαν ότι είναι Επιθεωρητές του Ο.Γ.Α. και εάν έκαναν προανάκριση δια λογαριασμό του Ο.Γ.Α. εις βάρος μου. Δηλαδή ουσιαστικά πρόκειται δια υφαρπαγή υπογραφών και τίποτε άλλο. Αυτό δε είναι στοιχείο το οποίο δεν εγνώριζε το Δικαστήριο ούτε εγώ ως Έλλην πολίτης και ιατρός. Πίστευα ότι το Δικαστήριο θα ερευνούσε κατ' ουσία την υπόθεση δια να εξευρευθεί η αλήθεια και θα απέδιδε δικαιοσύνη. Δυστυχώς όμως διεψεύθην, οπότε περισσότερο δια ηθικούς λόγους ερεύνησα από μόνος μου τον τρόπον της διεξαχθείσης προανάκρισης και διεπίστωσα ότι ήταν τελείως υποτυπώδης και εικονική η διαδικασία ως εκ τούτου ζητάω την επανάληψη της δια να αποδειχθεί η αλήθεια. Είναι αδιανόητο να κατηγορούμαι ότι έπραξα όσα μου αποδίδουν δια 1.000 ευρώ. Το θέμα είναι ηθικό πρωτίστως αφού με μειώνει σαν επιστήμονα και σαν άνθρωπο. Επειδή τα άνω στοιχεία καίτοι ανύπαρκτα έλαβον ουσιώδη επιρροή εις την έκβασιν της κατηγορίας δέον όπως επανεξετασθούν δια της αιτήσεως μου δια επαναλήψεως της διαδικασίας. Επειδή έχουν παραβιασθεί τα δικαιώματά μου και έχει παραβιασθεί το δίκαιο της διαδικασίας θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησίς μου. Επειδή θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν τα στοιχεία τα οποία επικαλούμαι και θα τα αποδείξω κατά την επανάληψιν της διαδικασίας σε συνδυασμό με εκείνα τα οποία ελήφθησαν υπόψιν και εγένοντο αποδεκτά και καταδικάσθην, ενώ συγκρινόμενα τα μεν που ελήφθησαν υπ' όψιν με τα δε που επικαλούμαι και δεν ελήφθησαν υπ' όψιν είτε λόγω αγνοίας είτε λόγω παραλείψεως είτε το πρώτον τα επικαλούμαι ως νέα στοιχεία οπότε συγκρινόμενα θα αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες είναι ανακριβείς, έωλες, αναπόδεικτες και το Δικαστήριο Σας θα αχθεί σε αθωωτική απόφαση. Επειδή μερικώς κατά την εκδίκασιν της εφέσεως μου εγένοντο αποδεκτοί οι ισχυρισμοί μου και δεν απεδείχθησαν οι πράξεις οίτινες μου απεδόθησαν παρά ταύτα κατεδικάσθην κατά πλειοψηφία. Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου ουδόλως εδέχθη την αναίρεσή μου καίτοι είναι πασιφανείς οι λόγοι αναιρέσεώς μου. Επειδή δικαιούμαι να ζητήσω δια αιτήσεώς μου την επανάληψιν της διαδικασίας υποβάλλω αρμοδίως εμπροθέσμως και προσηκόντως προς Υμάς την παρούσα αίτησίν μου δια την επανάληψιν της διαδικασίας προκειμένου να τύχω της δικαίας κρίσεως και της απαλλαγής μου εξαφανιζομένης της δικαστικής αποφάσεως υπ' αριθ. 340/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων". Η με το παραπάνω περιεχόμενο αίτηση, μη περιέχουσα νέα γεγονότα και αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος που ήταν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές και που καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, κατά πλειοψηφία, αλλ' επιδιώκουσα, με τις περιεχόμενες σ' αυτή αιτιάσεις, τον "επανέλεγχο" από ουσιαστικής πλευράς της απόφασης, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 6 Δεκεμβρίου 2010, αίτηση του Μ. Λ. του Λ. για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την 340/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως απαράδεκτη, λόγω μη επίκλησης και προσκομιδής νέων γεγονότων ή αποδείξεων.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 959/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Κ. Τ. του Λ., κατοίκου ... και 3. Χ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 5038/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 273/2011. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του Πολιτικώς Ενάγοντος και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 21 Μαρτίου 2011, 15 Μαρτίου 2011 και 29 Μαρτίου 2011 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Αντίγραφα δε της κλήσεως επιδόθηκαν και στον αντίκλητό τους, δικηγόρο Διονύσιο Πελέκη (βλ. αντίστοιχα αποδεικτικά από 22 Μαρτίου 2011 του επιμελητή ..., 22 Μαρτίου 2011 της επιμελήτριας ... και 30 Μαρτίου 2010 του επιμελητή ...), πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτηση των κατηγορουμένων Χ. Μ., Ι. Κ. και Κ. Τ. για αναίρεση της 5038/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 958/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Γ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μουκανάκη και 2)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, για αναίρεση της υπ'αριθ.11079/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Φ., κάτοικο ..., ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Φεβρουαρίου 2011 και 28 Φεβρουαρίου 2011 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 424/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση από 28-2-2011 και 25-2-2011 αντίστοιχα δύο αυτοτελείς δηλώσεις-αιτήσεις των κατηγορουμένων Μ. Μ. του Γ. και Γ. Β. του Θ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.11079/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος υπόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγω αναίρεσης, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψη) συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β λόγο αναίρεσης. Εάν όμως το παραπάνω αίτημα είναι αόριστο το δικαστήριο δεν υποχρεούνται να απαντήσει και εντεύθεν η παράλειψη της απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης του Μ. Μ. προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης της ακρόασης λόγω του ότι το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σιγή απέρριψε το αίτημά που υπέβαλε ο συνήγορός του για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει και καταθέσει στο δικαστήριο ο κληθείς και μη εμφανισθείς στο ακροατήριο μάρτυρας του κατηγορητηρίου Ν. Μ.. Από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας επιτρεπτά επισκοπούμενα προς έλεγχο αναιρέσεως λόγου προκύπτει ότι ο υποβαλών το εν λόγω αίτημα σύνηγορος δεν διευκρίνισε για ποίο θέμα θα εξεταζόταν ο προμνημονευόμενος μάρτυρας και ότι η εξέταση αυτού ήταν αναγκαία και κρίσιμη για την απόδειξη των υπερασπιστικών ισχυρισμών του. Επομένως, αφού το ανωτέρω αίτημα ήταν αόριστο το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και ορθά σιγή απέρριψε αυτό. Συνακόλουθα ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ.1 στ.β του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του ως άνω αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου για τον ίδιο λόγο, δηλονότι της αοριστίας του αιτήματος αναβολής της δίκης που υπέβαλε ο κατηγορούμενος Μ. Μ. είναι και ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης της αιτήσεως αναιρέσεως του συγκατηγορουμένου του Γ. Β. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και αρνητική υπέρβαση εξουσίας λόγω της απόρριψης του αιτήματος αναβολής της δίκης και προόδου αυτού με κατάληξη στην καταδικαστική κρίση του γι'αμφότερους τους κατηγορουμένους πρέπει ν'απορριφθούν οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ.γ και δ του ΚΠΔ, εκτός του ότι, όπως προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά, ο προαναφερόμενος αναιρεσείων δεν έλαβε οιαδήποτε ευνοϊκή θέση επί του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε μόνο ο συγκατηγορούμενός του και εντεύθεν απαράδεκτα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος προσβάλλει την απόφαση για τη σιωπηρή απόρριψη του εν λόγω αιτήματος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως του, στην έννοια δε της κατοχής που εκφράζει εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίαση του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμονως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικώς υποστάσεως της εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξ\ας. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ή αντίστοιχα στο βούλευμα του συμβουλίου και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή εν στενή έννοια, οπότε η τοιαύτη αναφορά είναι επιβεβλημένη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αρ.11079/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα Κ. Φ. κατά το μήνα Ιούνιο 2003 ήταν υπεύθυνη ενός αθλητικού κέντρου, που βρίσκεται επί της οδού ..., στο ..., ιδιοκτήτης του ακινήτου, στο οποίο λειτουργεί η ως άνω ιδιωτική επιχείρηση, είναι ο Ν. Μ.. Αργά το μεσημέρι της 13-6-2003 η μηνύτρια μετέβη μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα της σε τράπεζα, που βρίσκεται κοντά στο αθλητικό κέντρο, και έκανε ανάληψη χρηματικού ποσού 6.800 ευρώ, το οποίο τοποθέτησε στην τσάντα της και ακολούθως επέστρεψε στο ως άνω αθλητικό κέντρο. Συγκεκριμένα, μετέβη στο υπάρχον εκεί κυλικείο και αφού τοποθέτησε την τσάντα της, που ήταν ανοικτή, πάνω στον πάγκο του κυλικείου, άρχισε να κάνει διάφορες εργασίες. Λίγο αργότερα, περί ώρα 15.30- 10.00 εμφανίστηκαν στο αθλητικό κέντρο οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι, αφού της δήλωσαν, ότι είναι ξαδέλφια του ως άνω ιδιοκτήτη του ακινήτου Ν. Μ., άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο μαζί με τα τέκνα της μηνύτριας. Κάποια στιγμή οι δύο κατηγορούμενοι μετέβησαν στο κυλικείο και ζήτησαν από τη μηνύτρια δύο ποτήρια νερό. Αυτή, πράγματι, γυρίζοντας την πλάτη της προς τους κατηγορουμένους, πήρε δύο ποτήρια και αφού τα γέμισε με νερό, πλησίασε προς το μέρος των κατηγορουμένων και τους τα έδωσε. Οι κατηγορούμενοι ήπιαν το νερό και αποχώρησαν από το αθλητικό κέντρο, χωρίς να επιστρέψουν πάλι σ' αυτό. Μετά από λίγη ώρα η μηνύτρια άνοιξε την τσάντα της και τότε διαπίστωσε, ότι έλειπε από αυτή το χρηματικό ποσό των 6.800 ευρώ, που είχε αναλάβει από την τράπεζα, καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο. Στη συνέχεια, ρώτησε τα παιδιά της για τα ονόματα των δύο κατηγορουμένων και αυτά της είπαν, ότι τα κύρια ονόματα αυτών ήσαν "Μ." και "Γ.", αντιστοίχως. Ενθυμούμενη, ότι οι δύο νεαροί της είχαν πει, ότι ήσαν ξαδέλφια του Ν. Μ., επικοινώνησε με τον τελευταίο, στον οποίο ανέφερε και τα ανωτέρω κύρια ονόματα τους. Ο Ν. Μ. επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο Μ. Μ., ο οποίος σε σχετική ερώτηση, του ανέφερε, ότι δεν έχει ευθύνη για την κλοπή των χρημάτων, ότι όλα τα πήρε ο Γ. και ότι αυτός τον παρέσυρε. Ακολούθως, το ίδιο βράδυ, ο Ν. Μ. μετέφερε την ανωτέρω συνομιλία του με τον πρώτο κατηγορούμενο στη μηνύτρια, όπως η ίδια ρητά κατέθεσε τόσο στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επίσης, η τελευταία κατέθεσε, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τότε που επέστρεψε στο αθλητικό κέντρο από την τράπεζα μέχρι τη διαπίστωση της κλοπής δεν εμφανίστηκε κανείς άλλος στο αθλητικό κέντρο, αφού αυτό κατά τις ώρες 15.00' έως 17.00'παραμένει κλειστό. Έτσι, η μηνύτρια, χωρίς καμμία επιφύλαξη, ρητά κατέθεσε, ότι δράστες της κλοπής είναι οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι, μόλις πλησίασαν στο κυλικείο για να ζητήσουν από αυτή νερό, αντιλήφθηκαν ότι μέσα στην ανοικτή τσάντα της υπήρχαν χρήματα και ένα κινητό τηλέφωνο και, αφού αοτραπιαίως συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, αποφάσισαν να αφαιρέσουν αυτά, όπως και έπραξαν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τη μηνύτρια, η οποία εκείνη την ώρα, έχοντας γυρισμένη την πλάτη της προς το μέρος τους, ετοίμαζε τα ποτήρια με το νερό, που της είχαν ζητήσει. Σημειώνεται, ότι η ανωτέρω συνομιλία του Ν. Μ. με τον πρώτο κατηγορούμενο προκύπτει και από την αναγνωσθείσα από τον εισαγγελέα, χωρίς αντίρρηση των κατηγορουμένων, σχετική περικοπή της από 13-6-2003 ένορκης προανακριτικής κατάθεσης του. Ενισχυτικό της κατάθεσης της μηνύτριας είναι και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στο από 19-6-2003 απολογητικό υπόμνημα του αναφέρει, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος, μάλιστα, όπως κατέθεσε ο πατέρας του Θ. Β., παρακολουθούσε την περίοδο εκείνη πρόγραμμα απεξάρτησης λόγω χρήσης ναρκωτικών ουσιών, το απόγευμα της ίδιας ημέρας (13-6-2003) προσφέρθηκε να αγοράσει από τον ίδιο μία μεγάλη μοτοσυκλέτα αντί του ποσού των 2.000 ευρώ, γεγονός που του προξένησε μεγάλη εντύπωση, αφού, σύμφωνα με το ίδιο απολογητικό υπόμνημα, τότε δεν είχε χρήματα ακόμη και για την αγορά τσιγάρων. Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, πλήρως αποδεικνύεται, ότι οι δύο κατηγορούμενοι, στις 12.6.2003, ενεργώντας από κοινού, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ολικά ξένο κινητό πράγμα, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του και συγκεκριμένα, στον άνω τόπο και χρόνο και περί ώρα 16.15 μ.μ. αφαίρεσαν από το μπαρ του επί της οδού ... αθλητικού κέντρου και ειδικότερα από την τσάντα της Φ. Κ., ιδιωτικής υπαλλήλου και υπευθύνου των εν λόγω αθλητικών εγκαταστάσεων, το χρηματικό ποσό των 6.800 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Στην εκτέλεση της ανωτέρω κλοπής συνέπραξαν, κατά τα ανωτέρω, κατόπιν συναποφάσεως και οι δύο κατηγορούμενοι, καθένας από τους οποίους ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, γνωρίζοντας καθένας ότι και ο άλλος συμμέτοχος έπραττε με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, έχοντας τη θέληση να ενώσει την δική του δράση με εκείνη του ετέρου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως της συγκεκριμένης κλοπής. Επομένως, πρέπει οι δύο κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία και επέβαλε σε καθένα αυτών ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία χρόνια ως προς αμφοτέρους. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45 και 372 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων Γ. Β. με τον περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης λόγο αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως του και ειδικότερα περί το ότι το Δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την καταδικαστική κρίση γι'αυτόν μόνο από το από 19-6-2003 απολογητικό υπόμνημα του συγκατηγουμένου του Μ. Μ. και την από 13-6-2003 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ν. Μ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού τα ανωτέρω συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το Δικαστήριο της ουσίας. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε'του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για : α)έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής κα εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 372 παρ.1 του ΠΚ αντιστοίχως είναι απορριπτέοι ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τους πιο πάνω δύο λόγους αναιρέσεως πλήττεται και ιδιαίτερα από τον αναιρεσείοντα Μ. Μ. απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, ως προς τα οποία η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 28-2-2011 αίτηση του Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ... ..., με την από 25-2-2011 αίτηση του Γ. Β., κατοίκου ... ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.11079/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Απορρίπτει αυτές. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλοπή κατά συναυτουργία. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Αιτήσεις αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης από τους κατηγορουμένους για έλλειψη αιτιολογίας και ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοθεισών ποινικών διατάξεων. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Απόρριψη αιτήματος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης σιωπηρώς, αφού δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία ως εκ της αοριστίας του αιτήματος αυτού. Απόρριψη αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολό τους ως αβασίμων.
null
null
0
Αριθμός 957/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3667/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 196/2011 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 502 παρ.1 και 343 ΚΠΔ, αφού, λόγω του ότι δεν είχε επισυναφθεί στη δικογραφία κατά την έναρξη της συζήτησης αντίγραφο των πρακτικών και της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε η έφεση, δεν κατέστη δυνατόν να γίνει η σε βάρος του απαγγελία της κατηγορίας, με συνέπεια να υποβάλει σχετική ένσταση με την οποία εναντιωνόταν στην πρόοδο της δίκης, πλην όμως το Δικαστήριο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις παραπάνω διατάξεις, απέρριψε την ένστασή του αυτή με την αιτιολογία ότι δεν επήλθε καμία παραβίαση δικαιωμάτων του στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον εγκαίρως είχε λάβει γνώση της σε βάρος του καταδικαστικής απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος, επειδή λόγο αναίρεσης συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και όχι δικονομικών, όπως οι προκείμενες. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται, κατά τη συζήτηση της έφεσης τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις του άρθρου 502 παρ.1 ΚΠΔ, το οποίο βεβαίως ουδόλως παραπέμπει, ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται στο εφετείο, στο άρθρο 343 ΚΠΔ, ενώ η μη απαγγελία της κατηγορίας αυτή καθ'εαυτή ακόμη και όταν γίνεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν επάγεται δίχως άλλο ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο: Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) και τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές, γ) ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές και τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (από το ποσό των 100.000 δραχμών, που οριζόταν αρχικά, στο ποσό του 1.000.000 δραχμών), που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής όντας αυτής, κατά τούτο, ευμενέστερης της προϊσχύσασας και έτσι εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Ν. 2523/1997 "αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα ανωτέρω και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεση τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις προϊσταμένων δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών ή τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά πρωτοδικών αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω δεν εισάγονται για συζήτηση". Με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α1 υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κ.λ.π. θα αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις, εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα μετά ανωτέρω, δεν μπορεί η νεότερη αυτή νομοθετική ρύθμιση να κριθεί γενικά και εκ των προτέρων ως ευμενέστερη για τον οφειλέτη του Δημοσίου επειδή αυξάνεται πλέον το όριο της ποινικής ευθύνης στο ποσό των 10.000 ευρώ, αφού απαξιολογείται η συνολική συμπεριφορά, η οποία υπό τους όρους της προγενέστερης μορφής θα μπορούσε να μην κολάζεται ποινικά στην περίπτωση που καμία από τις επί μέρους πράξεις δεν ήταν αξιόποινη. Επιβάλλεται δηλαδή η κρίση περί της ευμενέστερης διάταξης υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ1 ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή των χρεών πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε, υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη … κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2002 έως 31.06.2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται σε 507.574,53 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τον πίνακα χρεών της Γ' Δ.Ο.Υ … βεβαιώθηκαν σε βάρος του οι υπ' αυξ. αριθμ. 1 και 2 οφειλές του πίνακα αυτού και δη Α) στις 23.04.2002 βεβαιώθηκε ποσό 211.591 ευρώ, που αποτελεί οφειλή από πρόστιμο Κ.Β.Σ, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 142.083,35 ευρώ ανήλθε στο συνολικό ποσό των 353.674,35 ευρώ και ήταν καταβλητέο σε δύο δόσεις, ήτοι στις 31.05.2002 και στις 28.06.2002, Β) στις 15.11.2002 βεβαιώθηκε ποσό 98.244,60 ευρώ, που αφορά επίσης πρόστιμο του Κ.Β.Σ, το οποίο με συνυπολογισμό συνεισπραττόμενου ποσού 55.655,58 ευρώ ανήλθε στο συνολικό ποσό των 153.900,18 ευρώ και ήταν καταβλητέο σε δύο δόσεις, ήτοι στις 31.12.2002 και 331.01.2003. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (αρθρ. 84 παρ. 2β Π.Κ) διότι δεν κατέβαλε τις ως άνω οφειλές του που αφορούσαν πρόστιμα του Κ.Β.Σ πιστεύοντας ότι αυτά παρά το νόμο του επεβλήθησαν και για το λόγο αυτό με προσφυγές του ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί ακόμη αμετάκλητη απόφαση, αιτείται την ακύρωση τους". Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τη παραπάνω αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (Ν. 1882/1990 25 παρ.1), με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 στοιχ.β' ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α', 27 παρ.1, 98 ΠΚ, 25 παρ.1 ν. 1882/1990, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 ν. 3220/2004, που το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε, ήταν ευμενέστερη από τη διάταξη του ίδιου άρθρου (25 παρ.1 ν. 1882/1990), όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 23 ν. 2523/1997, υπό την ισχύ της οποίας τελέστηκαν οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο επί μέρους πράξεις, αφού με αυτή είχε αναπροσαρμοστεί προς τα πάνω το κατώτερο ποσό οφειλής, πέραν του οποίου η καθυστέρηση καταβολής ήταν αξιόποινη, οι πράξεις του κατηγορουμένου ήταν αξιόποινες υπό το καθεστώς και των δύο διατάξεων, δεδομένου ότι η καθυστέρηση αφορούσε επί μέρους χρέη που υπερέβαιναν το κατώτερο (χωρίς τις προσαυξήσεις τους) υπό το καθεστώς και των δύο διατάξεων, ενώ η τοποθέτηση του χρόνου έναρξης της ποινικής ευθύνης σε μακρύτερο (κατά δύο μήνες) χρονικό διάστημα από εκείνο του άρθρου 23 ν. 2523/1997, δεν επηρεάζει την παραγραφή, εφόσον αυτή είχε διακοπεί με την υποβολή αίτησης για την ποινική δίωξη και συμπληρωνόταν με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει πλήρη αιτιολογία και ως προς τα αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, αφού αναφέρονται σ' αυτή το ποσό κάθε επί μέρους καθυστερούμενου χρέους, η βεβαίωσασα τούτο αρχή, ο τρόπος καταβολής του, το ληξιπρόθεσμο αυτών και ο χρόνος της μη καταβολής των επί μέρους χρεών, επί πλέον δε εξειδικεύεται η φύση και το είδος των χρεών. Άρα οι περί του αντιθέτου σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 31 Ιανουαρίου 2011, αίτηση του Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3667/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση καταδικαστική για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (Ν. 1882/1990 άρθρο 25 παρ. 1). Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο τελευταίος δε αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 502 παρ.1 και 343 ΚΠΔ είναι απαράδεκτες. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 956/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλφαντάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.93496/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 5 Απριλίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 136/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 3-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Μ. του Α. κατά της υπ'αριθμ.93496/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί της θα συνεξετασθούν και οι από 6-4-2011 πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεως και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως, της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 93496/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναίρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορο του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμό76207/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ποσού 3.545.605,63 ευρώ σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών. Από τη σχετική υπ αριθμό 5101/7-5-2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλει με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, "η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε στις 04 Σεπτεμβρίου 2006 και επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής στις 16-11-2007. Στην πραγματικότητα όμως ουδέποτε έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης προς εμένα, στη μόνη γνωστή ήδη από το τέλος 2003 διεύθυνση κατοικίας μου και συγκεκριμένα στη ..., στην οδό .... Κανένα αποδεικτικό επίδοσης δεν υπάρχει προς εμένα και κανένα αποδεικτικό της δικογραφίας δεν αποδεικνύει επίδοση προς εμένα τον ίδιο είτε- έστω με θυροκόλληση- στην προαναφερόμενη διεύθυνση μου. Το ότι η προαναφερόμενη είναι η μόνιμη και σταθερή κατοικία μου προκύπτει και αποδεικνύεται πλήρως από σειρά αποδεικτικών εγγράφων... Η σταθερή και μόνιμη κατοικία μου στην προαναφερόμενη διεύθυνση (...), στην οποία όμως ουδέποτε μου επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διασταυρώνεται και επιβεβαιώνεται αποδεικτικά με βάση μία σειρά πρόσθετων εγγράφων που επικαλούμαι και προσκομίζω...Με βάση τα προηγούμενα, σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα έγγραφα...δεν έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης προς εμένα... Για τους λόγους αυτούς η παρούσα έφεση που σήμερα ασκώ είναι νόμιμη και εμπρόθεσμη". Είχε δηλαδή προβάλλει ο κατηγορούμενος-και ήδη αναιρεσείων με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως της πρωτοβάθμιας απόφασης ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας του (...) ήταν γνωστή. Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "Η υπ'αριθμ.76207/2006 απόφαση κατά του κατηγορουμένου επιδόθηκε νόμιμα σ'αυτόν, διότι ο αρμόδιος επιμελητής μετέβη στην οδό ..., όπου ήταν η τελευταία γνωστή κατοικία αυτού, πλήν όμως ο κατηγορούμενος είχε από εκεί μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση, όπως βεβαίωσε ο επιμελητής, κατόπιν δε τούτου έγινε η επίδοση στον κατηγορούμενο την 16-11-2007 ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με το άρθρο 156 παρ.2 ΚΠΔ. Στην παραπάνω διεύθυνση ... ήταν η επαγγελματική εγκατάσταση του κατηγορούμενου, η οποία είχε δηλωθεί στην από 6-10-2005 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Νέας Σμύρνης, ενώ ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε δηλώσει στο αρμόδιο τμήμα της Εισαγγελίας Αθηνών τη διεύθυνση της κατοικίας του στην ..., ώστε να γίνονται εκεί οι επιδόσεις. Επομένως η ασκηθείσα από 7-5-2010 έφεση του κατηγορουμένου κατά τη 762007/2006 απόφασης του Μ.Π.Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.1, 476 παρ.1 ΚΠΔ)". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτουμένη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σ'αυτήν με συνδυασμό προς τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεση, ότι είχε καταστήσει γνωστό στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή τη διεύθυνση της κατοικίας στην ... (οδός ...), περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα). Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ο αντίστοιχος πρόσθετος επ'αυτής λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου και οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α και Η του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως που επαναλαμβάνονται και ως πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και έτσι επήλθε στέρηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και υπέρβαση εξουσίας με το να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της ενώ έπρεπε κατά τον αναιρεσείοντα να γίνει δεκτή ως ασκηθείσα εκπρόθεσμα και να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος ερειδομένου στον ΚΠολΔ (άρθρο 171 παρ.1 περ.δ), στο Σύνταγμα (άρθρα 20 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ.δ), 6 της ΕΣΔΑ, 2 παρ.1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14 παρ.5 του ΔΣΑΠΔ, εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δευτεροβάθμια δίκη με συνήγορο που υποστήριξε την έφεσή του, χωρίς όμως να αναφερθεί αν είχε ειδοποιήσει την αρμόδια ΔΟΥ Νέας Σμύρνης Αττικής που θα τον αναζητήσει για τις από το έτος 2002 υφιστάμενες υποχρεώσεις του αλλά και πρώτιστα την αρμόδια Εισαγγελική αρχή (Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών αρμόδιο Τμήμα Επιδόσεων Εγγράφων) για τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του για αποστολή των εγγράφων που τον αφορούσαν σ'αυτήν, προς αποφυγή των δυσμενών δι'αυτόν των ως άνω δικονομικών συνεπειών. Άλλωστε επισημαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλέσθηκε κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή κάποιο προσωπικό του κώλυμα που τον παρεμπόδισε για την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και ότι το Δικαστήριο του τον απέρριψε αναιτιολόγητα ως αβάσιμο. Μετά απ'αυτά, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτηση και τους από 6 Απριλίου 2011 επ'αυτής πρόσθετους λόγους του Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.93496/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως απορριψάσης έφεση ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησή της, χωρίς την επίκληση λόγου ανωτέρας βίας ή άλλου κωλύματος παρεμποδίσαντος την εμπρόθεσμη άσκηση. Επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής λόγω μετοίκησής του από την αρχική κατοικία του. Σύννομη η επίδοση αυτή και η έναρξη της προθεσμίας των ενδίκων μέσων, αφού ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε την αρμόδια Εισαγγελική αρχή για τη μεταβολή και τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του (άρθρο 273 παρ.1). Απόρριψη λόγων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ', Α' και Η' ΚΠΔ ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
1
Αριθμός 955/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμανλή, για αναίρεση της υπ'αριθ.70/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1449/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 53 παρ.1 του νέου ΣΠΚ (ν.2287/1995) "Στρατιωτικός που λαμβάνει προσταγή από τον αρχηγό του να εκτελέσει οποιαδήποτε υπηρεσία και αρνείται να υπακούσει ή παραλείπει την εκτέλεσή της, τιμωρείται: α)σε ειρηνική περίοδο με φυλάκιση, β)σε πολεμική περίοδο ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανυπακοής απαιτούνται τα εξής: α)σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης, δηλαδή σχέση προϊσταμένου και υφισταμένου, μεταξύ διατάσσοντος και διατασσόμενου, β)διαταγή του πρώτου προς τον δεύτερο που αποβλέπει στην εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, η οποία προβλέπεται από τους στρατιωτικούς νόμους και κανονισμούς, στην εκτέλεση της οποίας είναι υποχρεωμένος ο διατασσόμενος και την εκτέλεση της οποίας δικαιούται να διατάξει ο προϊστάμενος. Ως υπηρεσία νοείται κάθε δραστηριότητα με την οποία ο στρατιωτικός εκφράζει το μαχητικό του προορισμό. Πρόκειται δηλαδή για το σύνολο των ενεργειών που συνδέονται με την ιδιότητα του στρατιωτικού ως υπερασπιστή της πατρίδας και που ειδικότερα συνάγονται στην προπαρασκευή (όπως η βασική εκπαίδευσή τους στα κέντρα κατάταξής του ή σε άλλα ειδικά σχολεία, η εκμάθηση του χειρισμού των όπλων, η ρίψη χειροβομβίδων, ο εντοπισμός ναρκοπεδίου κ.α.), την εξασφάλιση, όπως είναι η υπηρεσία σκοπού, περιπόλου, φρουράς, επιφυλακής, πυρασφάλειας, θαλαμοφύλακα, αξιωματικού υπηρεσίας, και την εκδήλωση της μαχητικής του ικανότητας του στρατιωτικού, όπως είναι η θερινή διαβίωση, η συντήρηση των όπλων, οχυρών, στρατιωτικών οχημάτων και η συμμετοχή σε προγραμματισμένες ασκήσεις με τις οποίες ελέγχεται η σωματική ικανότητα και η ετοιμότητα προς δράση των εκπαιδευομένων. Δηλονότι με τον όρο "υπηρεσία" θεωρείται όχι οποιαδήποτε διατεταγμένη ενέργεια, αλλά μόνο εκείνη στα στρατιωτικά έργα, που προσιδιάζουν στον κύκλο του λειτουργικού προορισμού του στρατού ως τμήματος της κρατικής μηχανής. Και γ)ρητή άρνηση του διατασσόμενου ή σιωπηρά, που εκφράζεται με την από πρόθεση παράλειψη του τελευταίου να εκτελέσει τη δοθείσα εντολή. Υποκειμενικά εξάλλου απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και θέληση του δράστη να πραγματώσει τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ.70/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Λοχαγός (ΠΖ) και υπηρετούσε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) την 15-6-2007, ενώ έλαβε περί ώρα 14.00 προφορική διαταγή από τον Διοικητή του Συντάγματος Ευελπίδων, Συνταγματάρχη (ΠΖ) Σ. Μ., να συμμετάσχει ως Διμοιρίτης του 7ου ΠΕ του Συντάγματος Ευελπίδων (ΣΕ) της ΣΣΕ, δηλαδή ως Αξιωματικός του Επιτελείου του ΣΕ, στη γενική δοκιμαστική τελετή ορκωμοσίας μετά παρελάσεως των Ανθυπολοχαγών αποφοίτων της ΣΣΕ τάξεως 2007, που θα ελάμβανε χώρα περί ώρα 17.00 της ίδιας ημέρας στο στρατόπεδο της ΣΣΕ, παρουσία της Διοίκησης της Σχολής, αυτός δεν προσήλθε και δεν έλαβε μέρος στην εν λόγω δοκιμαστική τελετή μετά παρελάσεως, που πραγματοποιήθηκε κανονικά, παραλείποντας έτσι την εκτέλεση της παραπάνω διαταγής. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στο ακροατήριο, αρνήθηκε την παραπάνω κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι αδυνατούσε να παρευρεθεί στην δοκιμαστική τελετή της ορκωμοσίας, λόγω σοβαρού προσωπικού προβλήματος, καθόσον η γιαγιά του ήταν σοβαρά άρρωστη και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, για το λόγο δε αυτό το πρωί της ίδιας ημέρας υπέβαλε στη Διοίκηση της Σχολής έγγραφη αναφορά ζητώντας την έκδοση υπηρεσιακού σημειώματος με το οποίο θα του παρέχονταν διευκρινίσεις για την εκτός ωραρίου απασχόληση του, άλλως την απαλλαγή του από την υποχρέωση της συμμετοχής του στη δοκιμαστική τελετή. Ο Ταξίαρχος (ΠΖ) Μ. Σ., τότε Συνταγματάρχης, Διοικητής του Συντάγματος Ευελπίδων της Σ.Σ.Ε., εξεταζόμενος στο ακροατήριο, κατέθεσε ότι είχε δοθεί προφορική διαταγή από τον Διοικητή της Σχολής για την πραγματοποίηση της δοκιμαστικής τελετής ορκωμοσίας την 17.00' ώρα της ημέρας αυτής, την οποία μετέφερε ο ίδιος στα στελέχη κατά τη μεσημβρινή συγκέντρωση αυτών. Στη συγκέντρωση αυτή ενημερώθηκε και ο κατηγορούμενος, από τον ίδιο, για την υποχρέωση του να παρευρεθεί στη δοκιμαστική τελετή, παρά την αναφορά που είχε κάνει και του δόθηκαν και οι σχετικές κατευθύνσεις, χωρίς αυτός να προβάλει κάποια αντίρρηση. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένο προσωπικό πρόβλημα στην αναφορά του, ενώ η αναφορά αυτή δεν ήταν αναφορά παραπόνων για αυτό και δεν απαντήθηκε εγγράφως. Για ρητή διαταγή προς όλα τα στελέχη και ξεχωριστά προς τον κατηγορούμενο, σαφώς διατυπωμένη κατά τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας, έκαναν λόγο στις καταθέσεις τους, που ελήφθησαν κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ, οι μάρτυρες Γ. Δ. και Κ. Γ.. Αξιολογώντας τα παραπάνω στοιχεία διαπιστώνουμε κατ' αρχήν ότι η διαταγή που δόθηκε στον κατηγορούμενο υπάγεται στον κύκλο ενεργειών που συνδέονται με την ιδιότητα του στρατιωτικού ως υπερασπιστή της πατρίδας, καθόσον η πραγματοποίηση της τελετής ορκωμοσίας των νέων Αξιωματικών και η παρέλαση, στην οποία όφειλε να παρευρίσκεται και ο κατηγορούμενος συμβάλλοντας, σύμφωνα με τις δοθείσες σε αυτόν κατευθύνσεις, στην επιτυχή πραγματοποίηση της, ανάγεται στην προπαρασκευή και εκδήλωση της μαχητικής ικανότητας του στρατιωτικού και αποτελεί έκφραση της αποστολής του στρατού. Επίσης η παραπάνω διαταγή δόθηκε στον κατηγορούμενο αρμοδίως από τον αρχηγό του, δηλαδή από τον Διοικητή του Συντάγματος Ευελπίδων της Σ.Σ.Ε., στο επιτελείο του οποίου ανήκε και αυτός, ως Διμοιρίτης του 7ου ΛΕ. Βέβαια η εν λόγω διαταγή δεν δόθηκε εγγράφως αλλά προφορικά, το γεγονός όμως αυτό ουδόλως επηρεάζει το σύννομο αυτής και κατ' επέκταση τη δεσμευτικότητά της, εφόσον είναι βέβαιο ότι αυτή απευθύνθηκε προς τα στελέχη του Συντάγματος κατά τρόπο ρητό και αδιαμφισβήτητο, κατά την μεσημβρινή συγκέντρωση αυτών. Τέλος προέκυψε άνευ ουδεμίας αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της παραπάνω διαταγής και της υποχρέωσής του να την εκτελέσει, παρά το γεγονός ότι δεν είχε απαντηθεί εγγράφως η αναφορά που είχε υποβάλει σχετικά με την εκτέλεση αυτής σε εκτός ωραρίου χρόνο, αφού παρευρισκόταν στη συγκέντρωση των στελεχών και μάλιστα του δόθηκαν οι αναγκαίες διευκρινήσεις για την εκτέλεση της αποστολής του, χωρίς αυτός να προβάλλει περαιτέρω αντιρρήσεις. Όσον αφορά δε το προσωπικό πρόβλημα που επικαλέστηκε αυτός για να δικαιολογήσει την πράξη του, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για αναπόδεικτο και αβάσιμο ισχυρισμό, τον οποίο προέβαλε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ στην αναφορά του είχε κάνει αορίστως λόγο για αδυναμία εκτέλεσης της διαταγής επειδή αυτή ήταν προφορική και δεν προσδιοριζόταν ο χρόνος της απασχόλησης του εκτός του ωραρίου εργασίας. Να σημειωθεί επίσης ότι στην υπ' αριθ. πρωτ. 5455/3-4-2009 βεβαίωση του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ, που προσκόμισε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου στο παρόν Δικαστήριο και αφορά την Τ. Σ., αναφέρεται ότι αυτή νοσηλεύτηκε από 23-5-2007 έως και 30-5-2007 και όχι την επίδικη ημερομηνία. Ως εκ τούτουν, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου ουδεμία επιρροή δύναται να ασκήσει στην υποκειμενική του ευθύνη για την τέλεση της πράξης του. Συνεπώς ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι ο κατηγορούμενος, καίτοι γνώριζε ότι όφειλε, εκτελώντας τη διαταγή του Διοικητή του ΣΕ της ΣΣΕ, να συμμετάσχει στην παραπάνω δοκιμαστική τελετή, εκτελώντας την υπηρεσία αυτή, αδικαιολόγητα και παράνομα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη διαταγή αυτή, συμπεριφορά που αποτελεί αναίρεση του μαχητικού του προορισμού, συνιστώντας το αδίκημα της ανυπακοής. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου που πλειοψήφησαν, πληρούνται τα στοιχεία της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο πράξεως της ανυπακοής σε ειρηνική περίοδο και θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος." Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της ανυπακοής στρατιωτικού σε ειρηνική περίοδο και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ (πρότερης έντιμης ζωής) του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 53 παρ. περ.α του ΣΠΚ, καθόσον η ανωτέρω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν συνιστά ανυπακοή στρατιωτικού σε ειρηνική περίοδο, αφού απ'αυτήν και μόνο δεν προσβλήθηκε το έννομο αγαθό της μαχητικότητας του στρατεύματος, ενόψει του ότι η δοκιμαστική τελετή ορκομωσίας-παρέλαση των νέων αξιωματικών της ΣΣΕ στην οποία είχε λάβει διαταγή προφορικά να συμμετέχει ο αναιρεσείων ούτε ματαιώθηκε, ούτε αναβλήθηκε, αλλά πραγματοποιήθηκε με την ευχερή αντικατάσταση αυτού από άλλον ως διμοιρίτη του 7ου Λόχου του Συντάγματος Ευελπίδων της ΣΣΕ. Δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι τέλεσε ο αναιρεσείων δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση του στρατιωτικού εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα πρέπει να αναιρεθεί, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε του ΚΠΔ λόγον αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης και περαιτέρω πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, εφόσον από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, ως αμέσως ανωτέρω, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ.70/2010 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... για την αξιόποινη πράξη της ανυπακοής στρατιωτικού σε ειρηνική περίοδο, πράξη που αυτός φέρεται ότι τέλεσε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στη Βάρη Αττικής την 15-6-2007, με τη μη εκτέλεση της προφορικής οριστικής διαταγής που έλαβε από το Διοικητή του ΣΕ Συνταγματάρχη (ΠΖ) Σ. Μ. να συμμετάσχει ως διμοιρίτης λόχου στη γενική δοκιμαστική τελετή ορκωμοσίας μετά παρελάσεως των Ανθυπολοχαγών αποφοίτων της ΣΣΕ τάξεως 2007 κατά την ανωτέρω ημέρα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος ανυπακοής στρατιωτικού σε ειρηνική περίοδο (άρθρο 53 παρ. 1 περ. α του ΣΠΚ). Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία – εφαρμογή της ως άνω ποινικής διάταξης. Παραδοχή του λόγου αυτού ως βάσιμου, αναίρεση της απόφασης και κήρυξη του αναιρεσείοντος αθώου για την ως άνω πράξη.
null
null
0
Αριθμός 953/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 14538/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Θ. Π. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπιλιάνη και πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Δ. του Ε., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Μοίρα. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 28/7-7-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 931/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό Βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 7-7-2010 ενώπιον του γραμματέα του Αρείου Πάγου δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 28/2010 έκθεση, δήλωσε ότι σύμφωνα με τα άρθρα 463 εδ. α', 474, 479 παρ. 2, 505 παρ. 2α και 509 παρ. 1β ΚΠΔ ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 14538/16-2-2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 7-6-2010) με την οποία έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του Θ. Π. του Σ. για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 6-12-2003, επικαλούμενος κατ' εκτίμηση του δικογράφου ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ). Αυτή (δήλωση) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 14.538/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, η οποία, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτή επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το άνω Δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, Θ. Π., για το ότι: 1) Την 6/12/2003 στην Αθήνα, καταμήνυσε άλλον ψευδώς (ή ανέφερε γι' αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές. Συγκεκριμένα τον παραπάνω τόπο & χρόνο με την με ημερομηνία κατάθεσης 17/12/2003 μήνυσή του που κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών σε βάρος του νυν μηνυτή Δικηγόρου Αθηνών Π. Ε. Δ., τον κατήγγειλε σε γνώση του ψευδώς ότι τέλεσε τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης σε δικαστήριο, ισχυριζόμενος σε γνώση του ψευδώς στην υπό κρίση μήνυσή του, ότι ο Π. Δ. πλαστογράφησε την υπογραφή του επίσης μηνυομένου αντιδίκου του Γ. Σ. Κ. στην από 18/10/2002 ανυπόγραφη εξουσιοδότηση, προκειμένου ως πληρεξούσιος δικηγόρος του (του Γ. Κ.) να ασκήσει έφεση κατά του υπ' αριθ. 4361/2002 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο Βούλευμα απήλλασσε τον Θ. Π. από τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα σε συρροή της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης σε δικαστήριο, έφεση που τελικά ασκήθηκε την 18/10/2002. Το αληθές όμως ήταν ότι η υπογραφή αυτών κάτω από την παραπάνω εξουσιοδότηση με τα στοιχεία του Γ. Κ. τέθηκε από την δικηγόρο Μ. Ε. Π. εν γνώσει και κατ' εντολή του Γ. Κ.. Μ' αυτόν τον τρόπο ο κατ/νος που γνώριζε, ότι ο μηνυτής Π. Δ. δεν πλαστογράφησε την παραπάνω εξουσιοδότηση, επεδίωξε να προκαλέσει την ποινική του δίωξη για τις παραπάνω καταγγελλόμενες πράξεις. 2) Τον παραπάνω τόπο & χρόνο ο κατ/νος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε (ή διέδωσε) για κάποιον άλλο γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή. Συγκεκριμένα με την προαναφερόμενη στην υπό στοιχείο 1 πράξη του κατ/ρίου ψευδή μήνυση, το περιεχόμενο της οποίας έλαβαν, γνώση οι Εισαγγελείς που μελέτησαν την δικογραφία, ο αρμόδιος Πταισματοδίκης που διενήργησε προανάκριση, οι γραμματείς του δικαστηρίου και οι εξετασθέντες μάρτυρες, προσέβαλλε την τιμή & την υπόληψη του μηνυτή, παρότι ο ίδιος τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους. Για να στηρίξει την κρίση του αυτή, το παραπάνω Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Ο Γ. Κ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-6-1996 αγωγή του κατά του Θ. Π., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 2.854.560 δρχ. που αντιστοιχούσε σε διαφορές αποδοχών, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν οριζόμενα. Επί της αγωγής αυτής, η οποία εκδικάστηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4186/99 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή απερρίφθη. Ακολούθως ο Γ. Κ. υπέβαλε σε βάρος των Γ. Κ., Π. Κ., Α. Μ., Ν. Δ., Δ. Τ., Π. Β., Μ. Σ., οι οποίοι εξετάστηκαν ενόρκως ως μάρτυρες στα πλαίσια της ως άνω δίκης καθώς και σε βάρος του Θ. Π., την από 14-9-2000 μήνυση με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος των ως άνω κατ/νων ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα όσον αφορά τους 7 πρώτους και της συναυτουργίας ψευδορκίας μάρτυρα, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτης επί Δικαστηρίου όσον αφορά στον τελευταίο. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 4361/2002 βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ως άνω κατηγορουμένων για τις προρρηθείσες αξιόποινες πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού ο Γ. Κ., ως πολιτικώς ενάγων άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Π. Δ. την από 18-10-2002 έφεση, δυνάμει της από 18-10-2002 εξουσιοδοτήσεως, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. 152/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δυνάμει του οποίου γενομένη εν μέρει δεκτής της εφέσεως οι ως άνω κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για να δικαστούν για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 65564/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, αφού απερρίφθη η υποβληθείσα από τον κατ/νο Θ. Π. ένσταση περί ακυρότητας του υπ' αριθμ. 152/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για το λόγο ότι η υπογραφή στην παραπάνω εξουσιοδότηση, βάσει της οποίας ασκήθηκε η έφεση κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δεν ήταν του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Κ., αλλά αυτή ετέθη από τη Μ. Π. και ως εκ τούτου δε βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του Γ. Κ., καταδικάστηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις. Περαιτέρω ο Θ. Π. υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 16-12-2003 μήνυση του σε βάρος του Γ. Κ., Μ. Π. και Π. Δ., με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης σε βάρος του πρώτου της ψευδούς βεβαιώσεως σε βάρος της β' και της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης σε βάρος του τελευταίου (Π. Δ.), σχηματισθείσας της με ΑΒΜ Β2003/5143 ποινικής δικογραφίας. Στη συνέχεια ο Π. Δ. υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 4-4-2005 μήνυση σε βάρος του Θ. Π., με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, οι οποίες φέρονται τελεσθείσες σε βάρος του την 16-12-2003 με την υποβολή της ως άνω μηνύσεως σχηματισθείσας της με ΑΒΜ. Δ/2004/1631 ποινικής δικογραφίας (επίδικη). Με την υπ' αριθμ. 4333/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δικάσαντος κατόπιν εφέσεως των προαναφερομένων 8 κατ/νων κατά της υπ' αριθμ. 65564/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, κηρύχθηκαν αθώοι οι 7 πρώτοι κατ/νοι για την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς και ο Θ. Π. για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και κηρύχθηκε ένοχος ο τελευταίος για τις λοιπές αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια επί της από 16-12-2003 μήνυσης του Θ. Π. κατά του Γ. Κ., Μ. Π. και Π. Δ. εκδόθηκε στις 13-2-2006 το υπ' αριθμ. 554/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο ο Γ. Κ. παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, ενώ απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της Μ. Π. και Π. Δ. (νυν μηνυτή) για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης αντίστοιχα. Ακολούθως με το υπ' αριθμ. 3837/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, εκδοθέντος επί της από 4-4-2005 μήνυσης (ΑΒΜ Δ 2004/1631 δικογραφία) του Π. Δ. σε βάρος του Θ. Π. (κατ/νου) ανεστάλη κατ' άρθρο 366 η ποινική διαδικασία επι της ως άνω δικογραφίας για συκοφαντική δυσφήμηση και ανεβλήθη κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ για ψευδή καταμήνυση, μέχρις αμετακλήτου εκδικάσεως των αξιοποίνων πράξεων, που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. ΑΒΜ/Β-2003/5143 αντίθετη δικογραφία με κατ/νο, μεταξύ άλλων και τον νυν μηνυτή Π. Δ., ήτοι μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου βουλεύματος. Την 27-3-2008, επί της από 16-12-2003 μήνυσης του Θ. Π. σε βάρος του Γ. Κ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22519/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας ο ως άνω κατ/νος κηρύχθηκε αθώος για όλες τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις. Στις 17-3-2008 επιδόθηκε στον νυν κατ/νο Θ. Π. το υπ' αριθμ. ΔΟ4/163/14-4-2009 κλητήριο θέσπισμα, δυνάμει του οποίου καλείται στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 12-6-2009 για να δικαστεί για τις ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης κατόπιν της από 4-4-2005 μήνυσης του Π. Δ., πλην όμως το ως άνω κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε σ' αυτόν μετά την παρέλευση 5ετίας από το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων (16-12-2003), αφού από την 16-12-2003 έως 21-12-2006, ημερομηνία εκδόσεως του υπ' αριθμ. 3837/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, οπότε ανεστάλη η ποινική διαδικασία κατά τα ανωτέρω, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 3 ετών και 15 ημερών, υπολειπομένου χρονικού διαστήματος 1 έτους, 11 μηνών και 15 ημερών για τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ανασταλλείσας περαιτέρω της παραγραφής έως την 14-3-2006, ότε και κατέστη αμετάκλητο το υπ' αριθμ. 554/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών ήτοι, μετά την παρέλευση και της κατ' άρθρο 479 παρ.2 ΚΠΔ προθεσμίας για άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 483 παρ.3 ΚΠΔ) ο οποίος δεν άσκησε κατ' αυτού αναίρεση (βλ. από 29-12-2006 πιστοποιητικό του γραμματέα του Αρείου Πάγου), δυνάμει του οποίου ο μηνυτής Π. Δ. απηλλάγη των εις βάρος του κατηγοριών μετά την από 16-12-2003 μήνυση του Θ. Π. κατ' αυτού. Από την 14-3-2006 έως την 17-3-2009 ότε και επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα στον κατ/νο, έχει παρέλθει διάστημα 3 ετών και 3 ημερών, ήτοι μεγαλύτερο του διαστήματος που υπολείπετο για τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν επομένως των ανωτέρω, εφόσον από την τέλεση των αποδιδόμενων στον κατ/νο πράξεων παρήλθε 5ετία χωρίς να έχει γίνει εντός αυτής επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς εμφάνισή του στο ακροατήριο, ώστε να επέλθει αναστολή της παραγραφής, το αξιόποινο των πράξεων αυτών έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής". Όμως η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει στην αρχή του σκεπτικού της τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, αλλά σε αυτό περιέχει στο παραδεκτό αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό σκεπτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, την επιβαλλόμενη από το άρθρο 139 ΚΠΔ πλήρη και σαφή αιτιολογία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 περ.δ' του αυτού Κώδικα, που αποτελεί το σχετικό λόγο αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως, αφού ρητά μνημονεύει ότι έλαβε υπόψη της το υπ' αριθμ. 3837/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, καθώς και το 554/2006 βούλευμα του αυτού Συμβουλίου και το από 29-12-2006 πιστ/κό του Αρείου Πάγου, από το οποίο προκύπτει ότι το τελευταίο βούλευμα κατέστη αμετάκλητο από 14-3-2006, χωρίς να αποκλείει ότι για τη δικαιοδοτική κρίση του, λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση για να παύσει στη συνέχεια στο διατακτικό της την κατά του κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις άνω πράξεις λόγω παραγραφής, περιέλαβε σε αυτή την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία, ο δε από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ'ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η αίτηση στο σύνολό της, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιουλίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. εκθέσεως δηλώσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου 28/2010) για αναίρεση της με αριθμό 14.538/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο, έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τα πλημμελήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, λόγω παραγραφής, επειδή παρήλθε ο σχετικός για την παραγραφή αυτών απαιτούμενος χρόνος. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης (άρθρα 505§2 ΚΠΔ) μέσα στην οριζόμενη από την ΚΠΔ 479§2 προθεσμία (30 ημέρες από την καταχώριση κλπ..) και αυτής δηλαδή που παύει οριστικά την ποινική δίωξη για τους λόγους του άρθρου 510§1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και της έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν δεν μνημονεύονται καθόλου, ούτε συνοπτικά τα αποδεικτικά μέσα. Μνημονεύονται στο σκεπτικό ορισμένα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποκλείεται σε αυτό ότι για την αξιολογική κρίση των άνω εγκλημάτων, έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Η σχετική αίτηση του Εισαγγελέα με αντίθετο περιεχόμενο, είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Απορρίπτει ως τέτοια την αίτηση αναιρέσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 954/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σπηλιόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1058/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ά. Ξ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1308/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξάλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Α. Ξ., από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι από πολλών ετών δημοσιογράφος και πολιτευτής στο Νομό Κορινθίας, εκδίδει δε τη μηνιαία εφημερίδα "ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ" με θέματα τοπικής ή πανελλήνιας εμβέλειας. Ο κατηγορούμενος με έγκλησή του κατά του Ι. Γ. ισχυριζόταν ότι ο τελευταίος αγόρασε, με τα αναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Καβέτσου νόμιμα μεταγεγραμμένα, δύο οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα εκτάσεως 4.567 τμ και 2502 τμ αντιστοίχως, ευρισκόμενα στη θέση "... ή ..." εντός οικισμού ... αντί τιμήματος 94.990 ευρώ και 1 15.092 ευρώ αντιστοίχως, των οποίων η συνολική πραγματική αξία, κατά τα εκτιθέμενα στην έγκληση του κατηγορουμένου ήταν 4 13.000 ευρώ, και έτσι ο Ι. Γ. έβλαψε το Ελληνικό Δημόσιο μη καταβάλλοντος τον επί πλέον φόρο μεταβίβασης, ανερχόμενο σε 200.000 ευρώ περίπου. Επίσης με την έγκληση αυτή ισχυριζόταν ότι ο Ι. Γ. τον κατήγγειλε ψευδώς στην Εφορία Κορίνθου, και εν γνώσει της αναλήθειάς του, ότι έλαβε από αυτόν μία τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ ως μεσιτική αμοιβή, ότι αυτό ποτέ δεν έγινε, όπως επίσης πότε δεν ζήτησε (ο νυν κατηγορούμενος) συμπληρωματική αμοιβή 3000 ευρώ, τα ανωτέρω δε αποτελούν συκοφαντική δυσφήμιση του τελευταίου. Εξάλλου ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω αποφυγή φόρου μεταβίβασης έκανε καταγγελία τόσο στη ΔΟΥ Κορίνθου όσο και στο Υπουργείο Οικονομικών (Επιτροπή Αξιολόγησης Καταγγελιών). Λόγω των καταγγελιών αυτών εξεδόθη από τον τότε διευθυντή της ΔΟΥ Κορίνθου Μ. εντολή ελέγχου, ο οποίος διενεργήθηκε και συντάχτηκε η σχετική έκθεση ελέγχου στην οποία αναγράφεται ότι το πρώτο ακίνητο ευρίσκεται σε απόσταση 60-70 μέτρων από τη θάλασσα, δεδομένου ότι παρεμβάλλεται μεταξύ αυτού και της θάλασσας οικόπεδο εμβαδού 500 τ.μ., και ότι το δεύτερο ευρίσκεται σε απόσταση 150 μ. από τη θάλασσα και είναι εξ ολοκλήρου αγροτεμάχιο. Βάσει αυτών οι αξίες των δύο οικοπέδων προσδιορίσθηκαν πάλι από τη ΔΟΥ σε 83.000 ευρώ και 47.295 ευρώ αντιστοίχως δηλαδή σαφώς μικρότερες από αυτές για τις οποίες έγινε η καταγγελία και η προαναφερθείσα έγκληση του νυν κατηγορουμένου, ο δε Ι. Γ. δεν δικαιούται λόγω της νέας εκτίμησης επιστροφή του ήδη καταβληθέντος φόρου. Η άνω έγκληση του νυν κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ΑΒΜ Τ/89/11-11-07 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/των Κορίνθου. Κατ' αυτής άσκησε προσφυγή ο νυν κατηγορούμενος, η οποία απορρίφθηκε ως προς τη μη καταβολή φόρου μεταβίβασης με την υπ' αριθμόν 14/20-2-08 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου. Επί πλέον στον κατηγορούμενο κατόπιν καταγγελιών του Ι. Γ. επεβλήθηκαν από τη ΔΟΥ Κορίνθου την 23-1-07, την 13-2-07 και την 13-2-07, όταν διευθυντής αυτής ήταν ο εγκαλών Ά. Ξ. πρόστιμα διότι 1) δεν υπέβαλε δήλωση μεταβολών προκειμένου να δηλώσει επέκταση δραστηριοτήτων, 2) δεν προσκόμισε μετά από πρόσκληση τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 1 του ΠΔ 186/92, 3) δεν εξέδωσε Δ.Π.Υ. αξίας 15.000 ευρώ κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 10 παρ. 56 και 13 παρ. 1 του Π.Δ 186/92. Κατόπιν τούτων ο κατηγορούμενος σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα ημερομηνία εντός του μηνός Μαρτίου 2007 συνέταξε το άρθρο με τίτλο "Ποιοι τα "πιάνουν" στην Κόρινθο", το οποίο δημοσιεύτηκε στη παραπάνω εφημερίδα του στη σελίδα 4 του υπ' αριθμόν 23 φύλλου μηνός Μαρτίου, το οποίο όμως κυκλοφόρησε στις αρχές Απριλίου 2007. Με το εν λόγω άρθρο ισχυρίσθηκε, ενώπιον του κοινού το οποίο ανέγνωσε το άρθρο αυτό, για τον εγκαλούντα Ά. Ξ., διευθυντή της ΔΟΥ Κορίνθου, χωρίς να τον κατονομάζει ρητώς ότι "... καταγγέλλουμε την παράδοξη και περίεργη κάλυψη φοροδιαφυγής, με τις "ευλογίες" των υπευθύνων, της διευθύνσεως αυτής της υπηρεσίας, παρά τις έγγραφες καταγγελίες μας. Καταγγέλλουμε τη σκανδαλώδη κινητοποίηση του μηχανισμού της διεύθυνσης της ΔΟΥ Κορίνθου προς κάλυψη ύποπτης ανταλλαγής υπαλλήλων της και φορολογουμένων. Καταγγέλλουμε τον υπαινιγμό της διεύθυνσης της ΔΟΥ Κορίνθου για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων μας, στη περίπτωση που επιμένουμε στις καταγγελίες μας, που εκθέτουν υπαλλήλους της ΔΟΥ Κορίνθου και την Υπηρεσία γενικά, και το έπραξαν (εκδικητικά) ... αυτά και άλλα ενδεικτικά που οδηγούν στη βεβαιότητα ύποπτης συναλλαγής, υπάρχουν στη διάθεση Εισαγγελέως και των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας αλλά και για κατάθεση την οποιαδήποτε ακροαματική διαδικασία, που μπορούν έτσι να δώσουν την απάντηση στο ερώτημα που δημοσιεύματός μας "Ποιοι τα πιάνουν στη ΔΟΥ Κορίνθου". Δηλαδή με το άρθρο αυτό, χωρίς να κατονομάζει ρητώς τον μηνυτή, αναφερόταν ρητώς στη διεύθυνση της ΔΟΥ Κορίνθου και ισχυριζόταν ότι ο Ά. Ξ. με την ιδιότητα του διευθυντή της ΔΟΥ Κορίνθου συγκαλύπτει υποθέσεως φοροδιαφυγής και ύποπτες συναλλαγές υπαλλήλων της υπηρεσίας και φορολογουμένων, ότι στη περίπτωση που συνεχισθούν οι καταγγελίες του κατηγορουμένου θα διενεργηθεί οικονομικός έλεγχος στις δραστηριότητες του και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ύποπτη συναλλαγή βρίσκονται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι από το δημοσίευμα συνάγεται ότι η Διεύθυνση του ΔΟΥ Κορίνθου και ειδικότερα ο εγκαλών διευθυντής της, πράττει όλες τις παραπάνω παράνομες πράξεις (συγκάλυψη φοροδιαφυγής, εκβιασμούς κλπ.), όλα δε τα ανωτέρω, τα οποία τέθηκαν υπόψη του αναγνωστικού κοινού της συγκεκριμένης εφημερίδας σίγουρα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ο οποίος παρουσιάζεται ως ένα ανήθικο άτομο χωρίς ιδιαίτερους φραγμούς, Η βαρύτητα και η σημασία των ισχυρισμών που προεκτάθηκαν είναι ακόμη μεγαλύτερη δεδομένου ότι τους πληροφορήθηκε και το αναγνωστικό κοινό της Κορίνθου και είναι λογικό το πόσο πολύ περισσότερο μπορούν οι εν λόγω ισχυρισμοί να τρώσουν την τιμή και την υπόληψη των μελών της κοινωνίας μιας μικρής επαρχιακής πόλης, όπως η Κόρινθος. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήθελε με τα παραπάνω δημοσίευμα να πλήξει τον μηνυτή και την τότε διεύθυνση της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου αποδεικνύεται από το ότι ενώ ο έλεγχος σε βάρος του διενεργήθηκε επί θητείας του πρώην διευθυντή Μ., εν τούτοις μέχρι την επιβολή των προστίμων σε βάρος του, το Μάρτιο 2007 δεν προέβη σε οποιοδήποτε δημοσίευμα, αλλά έπραξε τούτο τον Απρίλιο 2007, όταν έμαθε για την επιβολή των προστίμων. Εάν ο κατηγορούμενος ήθελε να πλήξει με το επίμαχο δημοσίευμα τον Μ., όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται, τότε θα προέβαινε στη δημοσίευση νωρίτερα και συγκεκριμένα μετά την καταγγελία του σε βάρος του Γ. όταν τα γεγονότα ήταν πρόσφατα. Ο μηνυτής όμως προέβη στη δημοσίευση τον Απρίλιο 2007 εκδικητικά, μετά την σε βάρος του επιβολή των προστίμων. Τα ανωτέρω που περιλαμβάνονται στο δημοσίευμα είναι ψευδή και τούτο γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, παράλληλα με τη δημοσιογραφία ασχολιόταν και με μεσιτικές εργασίες στην περιοχή του .... Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι κατ' επανάληψη δημοσιεύονταν αγγελίες στην εφημερίδα του για ενοικίαση καταστημάτων στο ..., στη Κορινθία (βλ. προσκομιζόμενα και αναγνωσθέντα φύλλα της ανωτέρω εφημερίδας Οκτωβρίου του 2005, Μαρτίου του έτους 2007, με σημείωση ότι οι ενδιαφερόμενοι για πληροφορίες πρέπει να πάρουν τηλέφωνο στον αριθμό τηλεφώνου της εφημερίδας και αναγνωσθείσες φωτογραφίες ακινήτου με ταμπέλα "πωλείται το παρόν της 29868, δηλαδή ξανά το τηλέφωνο της εφημερίδας). Επομένως ο κατηγορούμενης με την παραπάνω ιδιότητα του γνώριζε ότι το τίμημα των ακινήτων που αγόρασε ο Γ. δεν ανέρχονταν στο ποσό των 413.000 ευρώ, όπως ψευδώς κατήγγειλε, αλλά σε πολύ μικρότερο ποσό. Επιπλέον γνώριζε ότι στην περίπτωση αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, όπως εν προκειμένω, η εφορία δεν μπορεί να τα εκτιμήσει με μεγαλύτερη αξία. Ο ίδιος είχε παρασταθεί με την ιδιότητα του μεσίτη κατά την υπογραφή των συμβολαίων και είχε λάβει μάλιστα και την αμοιβή 15.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει πειστικά στο Δικαστήριο για ποιο λόγο παραστάθηκε κατά την υπογραφή των συμβολαίων (γεγονός που δεν αρνήθηκε). Ο ισχυρισμός του ότι παραστάθηκε κατά τη σύνταξη των συμβολαίων λόγω της φιλίας του με τον αγοραστή Γ. δεν είναι βάσιμος, αφού δεν εξηγεί γιατί αμέσως μετά στρέφεται εναντίον του άνω "φίλου του" με καταγγελία για φοροδιαφυγή. Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής προειδοποίησε τον κατηγορούμενο ότι θα γινόταν σε βάρος του οικονομικός έλεγχος εάν συνεχίζονταν οι καταγγελίες του, αφού ήδη ο έλεγχος είχε διενεργηθεί πολύ νωρίτερα από τον προηγούμενος διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Μ.. Συνεπώς, όσα υπαινίσσεται ο κατηγορούμενος στο δημοσίευμά του, για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων του, σε περίπτωση που επιμένει στις καταγγελίες του είναι ψευδή. Επίσης ο κατηγορούμενος παρά τα αναγραφόμενα στο δημοσίευμα, δεν είχε στα χέρια του οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος του μηνυτή για τα καταγγελλόμενα σε βάρος του, περί συγκαλύψεως φοροδιαφυγής. Το γεγονός ότι ήταν ψευδή τα όσα αναφέρονται σε κάλυψη φοροδιαφυγής με "ευλογίες των υπευθύνων στη διεύθυνση της ΔΟΥ Κορινθίας" προκύπτει από τα προαναφερθέντα και εκ του ότι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε ο κατηγορούμενος. Όλα όσα προαναφέρθηκαν είναι βέβαιο ότι τα γνώριζε ο συντάκτης του δημοσιεύματος κατηγορούμενος, ο οποίος προέβη στη συγγραφή του για λόγους εκδικητικούς, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και για εντυπωσιασμό του αναγνωστικού κοινού που είναι γνωστό πως εντυπωσιάζεται από τέτοια θέματα που εμπεριέχουν οικονομικά σκάνδαλα, αλλά βέβαια πολύ απέχουν από την ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών και περισσότερο ικανοποιούν τα σκανδαλοθηρικά ένστικτα αυτών υποβιβάζοντας το πραγματικά σημαντικό και δύσκολο λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Επομένως τα αναφερόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα ήταν ψευδή και τούτο το γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού ο ίδιος, όπως ειπώθηκε, ήταν παρών κατά τη σύνταξη των συμβολαίων με την ιδιότητα του μεσίτη και γνώριζε το πραγματικό τίμημα των ακινήτων στο ..., αφού σ' αυτή την περιοχή δραστηριοποιείτο, παρόλα αυτά όμως προέβη στη δημοσίευση με σκοπό να βλάψει την τιμή και υπόληψη του μηνυτή. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές η συμπεριφορά της κατηγορουμένου στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του τύπου και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του Τύπου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: α) αναφέρονται στην απόφαση τα δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα Ά. Ξ. γεγονότα που περιέχονται στο επίμαχο άρθρο, που συνέταξε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και καταχώρησε στο μνημονευόμενο φύλλο της εκδιδόμενης από αυτόν μηνιαίας εφημερίδας "Ο ΠΑΛΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ", καθώς και τα περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήσαν ψευδή. Ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος αιτιολογείται πλήρως με την αναφορά ότι αυτός που, παράλληλα με την άσκηση της δημοσιογραφίας, ασχολείτο και με μεσιτικές εργασίες στην περιοχή ... Κορινθίας, γνώριζε, λόγω της διαμεσολάβησής του στις επίμαχες αγοραπωλησίες του Ι. Γ., για την οποία μάλιστα είχε λάβει και αμοιβή 15.000 ευρώ, την πραγματική αξία των δυο(2) ακινήτων που αγόρασε ο τελευταίος και συγκεκριμένα ότι η συνολική αξία των ακινήτων αυτών δεν ανερχόταν στο ποσό των 413.000 ευρώ, όπως αυτός ψευδώς είχε καταγγείλει, αλλά σε πολύ μικρότερο ποσό και δη στο ποσό των 130.295 (83.000+47.295), στο οποίο είχε προσδιορισθεί η αξία τους, μετά μάλιστα από επανέλεγχο από τη ΔΟΥ Κορίνθου, και παρόλα αυτά προήλθε στη δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου, με το οποίο, χωρίς να τον κατονομάζει, καταγγέλλει τον εγκαλούντα διευθυντή της ΔΥΟ Κορίνθου για συγκάλυψη φοροδιαφυγής και κάλυψη ύποπτης συναλλαγής μεταξύ υπαλλήλων της ΔΟΥ και φορολογουμένων στη συγκεκριμένη υπόθεση αγοράς των δυο ακινήτων από τον Ι. Γ., για την οποία είχε κάνει προηγουμένως ο ίδιος (αναιρεσείων) σχετική καταγγελία τόσο στη ΔΟΥ Κορίνθου, όσο και στην Επιτροπή Αξιολόγησης Καταγγελιών του Υπουργείου Οικονομικών, και β) αιτιολογείται πλήρως η κρίση του δικαστηρίου, ότι το επίμαχο δημοσίευμα και τα περιεχόμενα σ' αυτό ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα, αναφέρονται στο πρόσωπο του εγκαλούντος Ά. Ξ., διευθυντή τότε της ΔΟΥ Κορίνθου, και όχι στο πρόσωπο του προηγούμενου διευθυντή αυτής Α. Μ., με τις παραδοχές ότι, μετά από καταγγελίες του Ι. Γ. επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα από τη ΔΟΥ Κορίνθου στις 23-1-2007, 13-2-2007 και 13-2-2007, όταν δηλαδή διευθυντής της ΔΟΥ αυτής τύγχανε ο εγκαλών, χρηματικά πρόστιμα για τις αναφερόμενες παραβάσεις διατάξεων του Π.Δ 186/1992 και ότι, ενώ ο σχετικός φορολογικός έλεγχος σε βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) διενεργήθηκε κατόπιν σχετικής εντολής του προηγούμενου διευθυντή της άνω ΔΟΥ Α. Μ., ο αναιρεσείων μέχρι την επιβολή σε βάρος του των άνω προστίμων δεν προέβη σε οποιοδήποτε δημοσίευμα και μόνο όταν έμαθε για την επιβολή σε βάρος του των εν λόγω προστίμων, προήλθε τον Απρίλιο του έτους 2007 στη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου με σκοπό να πλήξει τον εγκαλούντα, γνωρίζοντας ότι αυτός ασκούσε τότε τα καθήκοντα του διευθυντή στη ΔΟΥ Κορίνθου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, ο οποίος, με την αυτή ιδιότητα είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ΚΠΔ αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Ο Εισαγγελέας όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύξει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή. Επί πλέον, η συμμετοχή του ίδιου Εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του Εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΚΠΔ, να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του κατά τρόπο δίκαιο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από το λόγο ότι μετέσχε στη σύνθεση αυτού ως Εισαγγελέας πρόσωπο που είχε μετάσχει και πρωτοδίκως στην ίδια υπόθεση με την ίδια ιδιότητα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 352, 353, 231 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση που κάποιος μάρτυρας κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίσθηκε, όμως η μαρτυρία του κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, στην περίπτωση που δεν κρατείται προσωρινά ο κατηγορούμενος, μπορεί το Δικαστήριο, κατά την κυριαρχική κρίση του, προαιρετικά να διατάξει τη διακοπή της δίκης έως οκτώ το πολύ ημέρες καθώς και τη βιαία προσαγωγή του μάρτυρα, αν δε στην επανάληψη της δίκης που διακόπηκε απουσιάζει και πάλιν ο μάρτυρας, επειδή δεν εκτελέστηκε η διαταγή για τη βιαία προσαγωγή του, το Δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την αναβολή της δίκης για την υπόθεση, την αναβάλει σε ρητή δικάσιμο μέσα σε 60 ημέρες. Απαιτείται όμως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, με την οποίαν απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για την κλήτευση και στο ακροατήριο εξέταση του αναγκαίου κατ' αυτόν μάρτυρα για να κάνει αυτός και ο συνήγορός του, κατ' άρθρο 357 παρ.2 Κ.Π.Δ απευθείας στο μάρτυρα τις ερωτήσεις που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας. Όπως δε προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ για να γεννηθεί η από τις τελευταίες διατάξεις προβλεπόμενη ακυρότητα θα πρέπει να υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του Δικαστηρίου να προκαλέσει αυτό την άσκηση ορισμένου εκ μέρους του εισαγγελέως και του κατηγορουμένου και των συνηγόρων του δικαιώματος, που τους παρέχεται από τον νόμο. Τέτοια όμως υποχρέωση δε δημιουργείται από τις προεκτεθείσες διατάξεις σε σχέση με το δικαίωμα των παραπάνω να ζητήσουν διευκρινίσεις και να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες για την εξακρίβωση της αληθείας, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, ώστε από την παραβίαση αυτή να δημιουργείται και λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, και τα οποία δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά και ως εκ τούτου αποτελούν πλήρη απόδειξη, για όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε από μέρους του κατηγορουμένου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του ανάλογο αίτημα, και ειδικότερα το μεν για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθεί και προσαχθεί βιαίως ο μάρτυρας Α. Μ., το δε για ανάγνωση εγγράφων, αφού τα έγγραφα που αυτός επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης, δεν προσκομίστηκαν, ούτε και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, για να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-9-2010 αίτηση του Χ. Β. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ. 1058/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του Τύπου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση, β) της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου (συμμετοχή του εισαγγελέα στη δευτεροβάθμια δίκη, που είχε συμμετάσχει και στην πρωτοβάθμια δίκη). Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 969/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1) Ά. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Π. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 3) α) Α. Κ. του Α., ) Π. Κ. του Α. και ) Π. Κ. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς αναιρεσείουσας Μ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., 4) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 5) Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 6) Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., 9) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 10) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πέτσα. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΘ' ΗΣ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ. Μ. και Σία ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Κατερίνη και δεν παραστάθηκε. ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 38/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 2339/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-8-2007 αίτησή τους. Επ' αυτής εκδόθηκε η 90/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2010 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη, Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 5994/10-3-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Δ. Μ., ακριβές αντίγραφο της από 2-11-2010 κλήσεως των αναιρεσειόντων, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόκληση που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Δημήτριο Πέτσα, προς την αναιρεσίβλητη, για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της από 9-8-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την έκδοση της 90/2010 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 24-11-2009, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της παρούσης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατ' αυτήν. Εξ άλλου, από την 2792/28-5-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Ε. Μ. και από την 3420/11-11-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κατερίνης, Δ. Μ., προκύπτει ότι στην αναιρεσίβλητη, εν όψει της προηγουμένης δικασίμου, είχε επιδοθεί ακριβές αντίγραφο αφ' ενός της ως άνω, ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και αφ' ετέρου της από 22-10-2009 προσθέτου παρεμβάσεως υπέρ των αναιρεσειόντων. Επομένως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει τόσο η αίτηση αναιρέσεως όσο και η πρόσθετη παρέμβαση να συζητηθούν σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2). ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 38 του ν. 1892/ 1990 συνάγεται ότι, κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει από τον εργοδότη την πλήρη απασχόλησή του, τόσο για ολόκληρο το ημερήσιο ωράριο εργασίας όσο και για όλες τις εργάσιμες ημέρες του μήνα. Παρέχεται, όμως, το δικαίωμα στον εργοδότη και στο μισθωτό (υπάλληλο ή εργατοτεχνίτη) να συμφωνήσουν εγγράφως, είτε κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας είτε, μεταγενέστερα, κατά τη διάρκεια αυτής, κάθε μορφή μερικής απασχόλησης και να καθορίσουν, συγχρόνως, τις ημέρες ή ώρες της εργασίας, καθώς και την ανάλογη αμοιβή βάσει των μισθών ή ημερομισθίων που ισχύουν κάθε φορά για την πλήρη απασχόληση. Ειδικότερη μορφή της μερικής απασχόλησης [κατά την οποία η προσφορά εργασίας είναι μικρότερης διάρκειας από το εκάστοτε ισχύον πλήρες ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο, με αντίστοιχη μείωση της αμοιβής] αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η δυνατότητα της παροχής εκ περιτροπής εργασίας προβλέφθηκε, αρχικά, με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.4 του ν.δ. 2961/1954 και, στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 του ν. 1892/1990, κατά τις οποίες η σχετική συμφωνία πρέπει να είναι έγγραφη. Ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998, απαιτείται και πάλι έγγραφος τύπος για τη συμφωνία μερικής απασχόλησης, ενώ για την εκ περιτροπής εργασία ορίζεται ότι ο εργοδότης μπορεί, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, μόνον εφόσον προηγουμένως προβεί σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων (άρθρο 38 παρ.12) και ότι, ως προς τις υφιστάμενες συμβάσεις μερικής εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται, μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του ν. 2639/1998 (2-9-1998), να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση για τις έγγραφες συμβάσεις μερικής απασχόλησης, διαφορετικά [σε περίπτωση παράλειψης] τεκμαίρεται [μαχητά] ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για την κατάρτιση συμβάσεως μερικής απασχόλησης απαιτείται έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται ακυρότητα της συμβάσεως για τη μερική απασχόληση, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα. Αναφορικά με το αποτέλεσμα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας πρέπει να γίνουν οι εξής διακρίσεις: α) Αν συμφωνήθηκε να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχόλησης, ώστε εφεξής ο μισθωτός να απασχολείται μερικώς, εφ' όσον η ρήτρα της μερικής απασχόλησης είναι έγκυρη, τότε η αρχική σύμβαση πλήρους απασχόλησης μετατρέπεται εγκύρως σε σύμβαση μερικής απασχόλησης. Όταν, όμως, η τροποποιητική συμφωνία είναι άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, τότε δεν παράγονται τα αποτελέσματα που αυτή επιδιώκει (ΑΚ 180), δηλαδή δεν μετατρέπεται η πλήρης απασχόληση σε μερική. Στην περίπτωση αυτή, η ακυρότητα δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου, ενώ ο εργοδότης θεωρείται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και οφείλει σε αυτόν την αμοιβή για πλήρη απασχόληση. β) Αν συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική με ταυτόχρονη λύση της συμβάσεως πλήρους απασχόλησης ή αν η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε, χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχόλησης, τότε, αν η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, επειδή δεν είναι έγγραφη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απ' αυτή γεννάται αυτομάτως έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά λόγω της ακυρότητας θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός, που παρέσχε μερική εργασία με άκυρη σύμβαση, δικαιούται να αξιώσει με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής σε άλλο εργαζόμενο, που θα προσέφερε την ίδια εργασία συνδεόμενος με αυτόν με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχόλησης. Περαιτέρω, οι αναιρετικοί λόγοι των του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του από αυτές συναχθέντος και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: H εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρούσε από ετών βιοτεχνία ετοίμων ενδυμάτων. Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχαν καταρτισθεί προφορικά μεταξύ αυτής και των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), οι τελευταίοι είχαν προσληφθεί και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εν λόγω βιοτεχνία με την ειδικότητα του κόπτη ηλεκτρικού ψαλιδιού (ο ήδη τέταρτος) και της γαζώτριας (οι υπόλοιπες). Οι συμβάσεις αυτές για τους πρώτους εννέα ενάγοντες είχαν καταρτισθεί πριν από το έτος 1990 και ήσαν πλήρους απασχόλησης. Από το έτος 1992, όμως, η εναγομένη αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, λόγω σημαντικού περιορισμού της αγοραστικής ζήτησης. Για την επίλυση των προβλημάτων αυτών κρίθηκε αναγκαία η μείωση των λειτουργικών εξόδων της και η αναδιάρθρωση του προσωπικού, με πιθανή απόλυση κάποιων από τους εργαζόμενους. Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, αναζητήθηκε από τους εκπροσώπους αφ' ενός της εναγομένης και αφ' ετέρου του συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων η λιγότερο επαχθής για τους τελευταίους λύση. Όταν ολοκληρώθηκε ο σχετικός διάλογος, ζητήθηκε από τους εργαζόμενους και έγινε αποδεκτό από την εναγομένη να μην απολυθεί κανένας εργαζόμενος κατά το έτος 1995, αλλά να εφαρμοστεί για πολλούς από αυτούς, όπως και για τους ενάγοντες, το καθεστώς της μερικής απασχόλησης με τη μορφή της εκ περιτροπής εργασίας. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση, που μέχρι τότε ίσχυε για τους ενάγοντες, σε μερική, με ταυτόχρονη λύση των ισχυουσών συμβάσεων πλήρους απασχόλησης και, ενώ η βιοτεχνία της εναγομένης θα εξακολουθούσε να λειτουργεί συνεχώς, αυτοί να απασχολούνται εκ περιτροπής και να εργάζονται λιγότερες ημέρες κάθε μήνα. Αν και οι ημέρες απασχόλησης δεν ήταν σαφώς προσδιορισμένες, γιατί η ζήτηση της εργασίας βρισκόταν σε εξάρτηση προς την προμήθεια των πρώτων υλών και τον όγκο των παραγγελιών, οι εργαζόμενοι αποδέχθηκαν την ως άνω μεταβολή και δήλωσαν, προφορικά, τη βούλησή τους να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους εκ περιτροπής και να αμείβονται μόνο για τις ημέρες της πραγματικής απασχόλησής τους. Η βούλησή τους ήταν ελεύθερη και σπουδαία, γιατί ανταποκρινόταν αφ' ενός στη δική τους ανάγκη να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας και αφ' ετέρου στις τρέχουσες, οικονομικοτεχνικές ανάγκες της εναγομένης. Από τότε και για όλο το επόμενο χρονικό διάστημα της εργασίας τους (μέχρι το έτος 2002), οι ενάγοντες δεν αξίωσαν την πλήρη απασχόλησή τους ούτε διαμαρτυρήθηκαν, με οποιονδήποτε τρόπο (προφορικώς ή εγγράφως), για την ως άνω αντικατάσταση των μέχρι το έτος 1995 συμβάσεων πλήρους απασχόλησης με νέες συμβάσεις εκ περιτροπής εργασίας. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτέλεσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των μέχρι τότε όρων εργασίας, διότι επρόκειτο για νέες συμβάσεις με συνέπεια να μην μπορεί να τεθεί από τους ενάγοντες ζήτημα διατήρησης του καθεστώτος πλήρους απασχόλησης και, σε περίπτωση αρνήσεως της εναγομένης, ζήτημα υπερημερίας αυτής και οφειλής των νομίμων αποδοχών για τις ημέρες που δεν αποδέχθηκε την εργασία τους. Η συμφωνία των διαδίκων για την εκ περιτροπής απασχόληση δεν έγινε εγγράφως, αλλά προφορικά (επ' αυτού παρατίθενται τα αποδεικτικά στοιχεία και τα επιχειρήματα, επί των οποίων το Εφετείο θεμελίωσε τη σχετική παραδοχή). Το ότι υπήρξε, όμως, συμφωνία για λύση των αρχικών συμβάσεων πλήρους απασχόλησης και κατάρτιση νέων συμβάσεων εκ περιτροπής εργασίας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες, όπως και άλλοι εργαζόμενοι: α) αν και μέχρι το έτος 2002 προσέφυγαν, επανειλημμένα, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για να διεκδικήσουν καθυστερούμενες, δεδουλευμένες αποδοχές, ουδέποτε έθεσαν ζήτημα μεταβολής της πλήρους απασχόλησής τους σε εκ περιτροπής εργασία και β) αν και με την από 30-9-2002 εξώδικη δήλωση προχώρησαν σε επίσχεση εργασίας, συνέδεσαν την ενέργεια αυτή μόνο με τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Μαΐου - Αυγούστου 2002 και όχι με υπερημερία της εναγομένης ως προς τη μη αποδοχή της εργασίας τους με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Τέλος, η τελευταία από τους ενάγοντες (ήδη δέκατη από τους αναιρεσείοντες) προσλήφθηκε κατά το έτος 1997, δηλαδή μετά την ως άνω συμφωνία των υπολοίπων εναγόντων, με προφορική σύμβαση που προέβλεπε από την αρχή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες της για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω ότι τόσο η συμφωνία των πρώτων εννέα από τους αναιρεσείοντες με την αναιρεσίβλητη για μεταβολή του καθεστώτος της πλήρους απασχόλησης σε εκ περιτροπής εργασία όσο και η σύμβαση της δέκατης από τους αναιρεσείοντες για εξ αρχής παροχή εκ περιτροπής εργασίας, ήσαν άκυρες, διότι δεν είχαν γίνει εγγράφως, όπως όριζαν οι διατάξεις τόσο του άρθρου 13 παρ.4 του ν. 2961/1954 όσο και του άρθρου 38 παρ.1 του ν. 1892/1990 [όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 2 του ν. 2639/1998, δεδομένου ότι οι παραπάνω συμβάσεις καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου]. Λόγω αφ' ενός της ακυρότητας των παραπάνω συμβάσεων εργασίας και αφ' ετέρου της προηγούμενης λύσης των προϋφιστάμενων συμβάσεων πλήρους απασχόλησης, δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων απλή σχέση εργασίας, μερικής (εκ περιτροπής) απασχόλησης και όχι πλήρους απασχόλησης. Παρομοίως, η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας την έγγραφη κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων μερικής απασχόλησης μέσα σε διάστημα εννέα μηνών από τη δημοσίευση του ν. 2639/1998 (2-9-1998), δεν τις κατέστησε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές αφορούσαν πράγματι σε μερική και όχι σε πλήρη απασχόληση. Ως εκ τούτου, οι αναιρεσείοντες δικαιούνται να αξιώσουν, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μόνο την ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη από την αποφυγή καταβολής αμοιβής για την ίδια εργασία, που θα πρόσφερε άλλος εργαζόμενος με έγκυρη σύμβαση μερικής (εκ περιτροπής) απασχόλησης και όχι τις αποδοχές που αντιστοιχούν σε πλήρη απασχόληση, ως προς την οποία η αναιρεσίβλητη, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, είχε καταστεί υπερήμερη. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ως προς τα ζητήματα αυτά είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει ως ουσιαστικώς αβάσιμα τα κονδύλια της ένδικης αγωγής για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται σ' αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση ως προς το ουσιώδες περιστατικό της λύσεως, με κοινή συμφωνία των μερών, των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων μέχρι το έτος 1995, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, την ανωμοτί κατάθεση διαδίκου, τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί νομίμως και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο ότι δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ.β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν τεθεί υπό την κρίση του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι με κοινή συμφωνία λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων με την αναιρεσίβλητη, που προέβλεπαν πλήρη απασχόληση και, ταυτοχρόνως, συμφωνήθηκε για το μέλλον η μερική απασχόληση των αναιρεσειόντων με την παροχή εκ περιτροπής εργασίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στην παραδοχή αυτή, δεν έλαβε υπ' όψη το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο αφ' ενός η δεσπόζουσα θέση της αναιρεσίβλητης, ως εργοδότριας - μέλους επιχειρηματικού ομίλου με σειρά καταστημάτων στην Κατερίνη, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και αφ' ετέρου η δυσχερής θέση των αναιρεσειόντων, ως εργατών-εργατριών με μοναδικό οικονομικό εφόδιο την προσωπική τους εργασία, δεν επέτρεπαν τη συναγωγή μιας τέτοιας, δυσμενούς για τους εργαζόμενους, ουσιαστικής παραδοχής και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού συνδέεται με τη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων και όχι με την υπαγωγή αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου ή με την ερμηνεία του κανόνος αυτού. ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αν και ο νόμος δεν επιτρέπει ή έλαβε υπ' όψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε υπ' όψη αν και προσκομίσθηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη αυτεπαγγέλτως. Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο αφ' ενός παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και αφ' ετέρου δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού με αυτόν ουδόλως προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται η πλημμέλεια αυτή, ούτε και τα λοιπά, ως άνω, στοιχεία του παραδεκτού της προβολής του. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 παρ. 2), συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία. Εν όψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού εξ αιτίας της μη εξειδικεύσεως των αποδεικτικών μέσων στα οποία η πλημμέλεια αναφέρεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-8-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 2339/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 22-10-2009 πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε υπέρ των αναιρεσειόντων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μερική απασχόληση. Αν δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, η σχετική συμφωνία είναι άκυρη. Αν η προηγούμενη σύμβαση πλήρους απασχόλησης έχει λυθεί, από τη νέα, άκυρη συμφωνία για μερική απασχόληση δεν γεννάται έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Αναιρετικοί λόγοι. Απαράδεκτος ο λόγος 559 αρ.1 ΚΠολΔ όταν το δίδαγμα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκε για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και όχι για την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου. Όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο λόγος 559 αρ.10 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος ο λόγος 559 αρ.12 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο νομίμως λαμβάνει υπ’ όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 952/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 398/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1242/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου, με αριθμό 42/14-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 485 παρ. 1, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1Α και 484 του ΚΠΔ, την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, ασκηθείσα υπ' αριθμ. 6/2010 αίτηση αναιρέσεως, ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Πατρών, του κατηγορουμένου Α. Μ. του Β. (δια του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο πληρεξουσίου δικηγόρου του), κατά του υπ' αριθμ. 398/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση αυτού κατά του υπ' αριθμ. 500/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευθέντος σ' αυτόν ως εντολοδόχου, κατ' εξακολούθηση, εκθέτομεν τα εξής: "Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β του άνω ν. 1721/1999 "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς τη ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποία ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Η ταυτότητα του ξένου κινητού πράγματος, το οποίο αποτελεί το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία περί αυτής. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου, δηλαδή με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Εξ άλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία -και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή- όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Όταν, όμως, ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο συμβούλιο έχει μεν τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν συγχωρείται όμως το Συμβούλιο Εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτα για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε, αλλά απλώς να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση. Με τον τρόπο αυτόν, εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται αυτό της προβλεπομένης από τον νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας για την αντιμετώπιση των παραπόνων του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή το βούλευμα του συμβουλίου εφετών να στερείται παντελώς της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως". Β) Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών Α. Μ. του Β. εργαζόταν έως και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, ως ελεύθερος επαγγελματίας και συγκεκριμένα ως διανομέας-πωλητής των τυροκομικών προϊόντων της επιχείρησης-τυροκομείου που διατηρούσε ο εγκαλών Α. Π. του Ν. στη .... Στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας ο εκκαλών είχε αναλάβει την υποχρέωση να προωθεί τις πωλήσεις των τυροκομικών προϊόντων εμπορίας του εγκαλούντος στην περιφέρεια του νομού Αχαΐας, να λαμβάνει παραγγελίες από τους πελάτες, να παραδίδει σ' αυτούς τα παραγγελθέντα εμπορεύματα και να αποδίδει στον εγκαλούντα τα εκάστοτε εισπραττόμενα χρηματικά ποσά καθώς και το υπόλοιπο των αδιάθετων προϊόντων. Ειδικότερα, αυτός παραλάμβανε τα τυροκομικά προϊόντα από την ανωτέρω επιχείρηση, χρησιμοποιώντας το φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εγκαλούντος, προκειμένου να τα πωλήσει σε διάφορους εμπόρους-αγοραστές εντός του νομού Αχαΐας, ενώ όφειλε τις μη πωληθείσες ποσότητες να τις καταγράφει στα συγκεντρωτικά τιμολόγια ως μη πωληθείσες και να τις επιστρέφει στην επιχείρηση. Ωστόσο ο εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα, από το έτος 2003 έως και 2005, δεν επέστρεφε στο τυροκομείο όλες τις μη πωληθείσες ποσότητες των προϊόντων, όπως όφειλε, αλλά μέρος αυτών ιδιοποιείτο παράνομα, αφού κατ' επανάληψη αποθήκευε αυτές, εν αγνοία του εγκαλούντος, στις αποθήκες της εταιρείας "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ ", στη ... επί της οδού ... αριθμ. 99, προκειμένου να τις εκμεταλλευτεί ακολούθως προς ίδιον όφελος. Στις 9-2-2006, ευρέθησαν και κατασχέθηκαν στις αποθήκες της ως άνω εταιρείας εξήντα τέσσερα (64) βαρέλια τυριού φέτας, τα οποία περιείχαν 3.800 περίπου κιλά φέτα, συνολικής αξίας 16.720 ευρώ. Αυτά αποτελούσαν αδιάθετα εμπορεύματα τα οποία ο εκκαλών είχε εναποθέσει προς φύλαξη εκεί, αντί να τα επιστρέψει στην επιχείρηση-τυροκομείο του εγκαλούντος. Όμως, ο τελευταίος ουδέποτε είχε δώσει εντολή στον εκκαλούντα να παραδίδει στα ψυγεία της ανωτέρω εταιρείας εμπορεύματα της επιχείρησής του, αλλά τα αποθήκευε αποκλειστικά, κατόπιν συμφωνίας του, στα ψυγεία άλλης συναφούς εταιρείας στην .... Όπως καταθέτει ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ" Κ. Σ., ο εκκαλών παρέδωσε προς φύλαξη στις αποθήκες της ως άνω εταιρείας, από το Φεβρουάριο του έτους 2003 έως και τον Αύγουστο του έτους 2005, συνολικά 430 βαρέλια τυριού φέτας, παριστώντας σ' αυτόν ότι ενεργούσε ως υπάλληλος του εγκαλούντος. Τα παραπάνω προκύπτουν και από τις καρτέλες της εν λόγω εταιρείας, τις οποίες παρέδωσε στον τελευταίο ο Κ. Σ. και αφορούν στα έτη 2003, 2004 και 2005, ενώ καταγράφονται σ' αυτές οι ποσότητες φέτας που παρέδωσε προς φύλαξη ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατά τα αντίστοιχα έτη. Πιο συγκεκριμένα, παρεδόθησαν στα ψυγεία της εταιρείας "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ" α) το έτος 2003 ποσότητες φέτας, βάρους 18.795 χιλιογράμμων, β) το έτος 2004 ποσότητες φέτας, βάρους 6.926 χιλιογράμμων και γ) το έτος 2005 ποσότητες φέτας, βάρους 8262 χιλιογράμμων, ήτοι συνολικά 33.983 χιλιόγραμμα. Και επειδή οι ποσότητες αυτές είναι μικτού βάρους, καθόσον έχουν ζυγισθεί με τα βαρέλια, εάν αφαιρεθεί ποσοστό 24%, που αντιστοιχεί στο βάρος των βαρελιών (33.983 Χ 24% = 8.156), απομένει, μετά την αφαίρεση του απόβαρου, καθαρό υπόλοιπο φέτας, βάρους 25.827 χιλιογράμμων, υπολογιζομένης δε της τιμής πώλησης ανά κιλό, κατ' εκτίμηση σε 4,40 ευρώ, η αξία των προαναφερομένων υπεξαιρεθέντων ποσοτήτων, ανέρχεται σε 113.638,80 ευρώ (25.827 Χ 4, 40=). Προκύπτει σαφώς ότι ο εκκαλών, μολονότι όφειλε ο ίδιος να αποδίδει αμελλητί τις μη πωληθείσες ποσότητες τυροκομικών προϊόντων στον εγκαλούντα, καταχρώμενος την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εντολέως του, στα πλαίσια της μεταξύ τους σχέσης συνεργασίας, για την πώληση και απόδοση των εισπράξεων καθώς και την απόδοση του υπολοίπου των αδιάθετων προϊόντων, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο λόγο, τις προαναφερόμενες ποσότητες τυριού-φέτας, που σταδιακά αποθήκευε στα ψυγεία της ανωτέρω εταιρείας, εκμεταλλευόμενος προς επίτευξη του σκοπού του την ιδιότητά του, ως διανομέα-πωλητή, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο εγκαλών από τα τέλη του έτους 2003, εξαιτίας των οποίων είχε υποστεί ακρωτηριασμό και των δύο κάτω άκρων. Περαιτέρω, για τις ποσότητες αυτές εξέδιδε εικονικά τιμολόγια στα ονόματα διαφόρων προσώπων, ήδη πελατών της επιχείρησης του εγκαλούντος, στα οποία εμφανίζονται οι τελευταίοι ως αγοραστές προϊόντων, επί πιστώσει, πλαστογραφώντας τις υπογραφές αυτών, αντίγραφα των οποίων ακολούθως παρέδιδε στον εγκαλούντα για να τον παραπλανά, τα δε πρωτότυπα κρατούσε ο ίδιος ή τα κατέστρεφε, ενώ αν πράγματι είχαν γίνει οι πωλήσεις, θα έπρεπε τα πρωτότυπα να έχουν παραδοθεί στους αγοραστές των προϊόντων. Σημειωτέον, ότι μέρος αυτών των εικονικών τιμολογίων βρέθηκαν από το γιο του εγκαλούντος Ν. Π., στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος για τη διακίνηση και παράδοση των εμπορευμάτων. Στη συνέχεια, όταν ο εγκαλών αναζήτησε το αναγραφόμενο τίμημα από τους φερόμενους ως αγοραστές, αυτοί αρνήθηκαν να το καταβάλουν, αμφισβητώντας τις εν λόγω συναλλαγές, ισχυριζόμενοι επί πλέον ότι είχαν εξοφλήσει όλους τους λογαριασμούς που είχαν κατά το παρελθόν με την επιχείρησή του (βλ. ενδεικτικά τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των πελατών Μ. Τ., Ν. Κ., Α. Α. και Χ. Π.). Τα παραπάνω προκύπτουν και διασταυρώνονται πλήρως από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενώ με βάση αυτά κρίνονται αβάσιμοι και αναπόδεικτοι οι λόγοι εφέσεως που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση έφεση, οι οποίοι σημειωτέον ταυτίζονται απολύτως με τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως αυτοί διαλαμβάνονται στο από 9-3-2009 απολογητικό του υπόμνημα. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, συνιστάμενοι στο ότι α) οι αγοραστές των προϊόντων ζητούσαν από αυτόν να μεταφέρει τις ήδη πωληθείσες ποσότητες τυριών στην εταιρεία "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ", προς φύλαξη, επειδή οι ίδιοι αδυνατούσαν να τις φυλάσσουν στα δικά τους ψυγεία, β) η εναντίον του έγκληση ήταν μεθόδευση, προκειμένου ο εγκαλών να αποφύγει την εκπλήρωση εργατικών και ασφαλιστικών οφειλών, που προέκυπταν από την μακροχρόνια απασχόλησή του στην επιχείρηση του εγκαλούντος, και γ) στην περίπτωση που εκδόθηκαν εικονικά τιμολόγια, τούτο έγινε από τον ίδιο τον εγκαλούντα για φορολογικούς λόγους ή για επιδότηση της επιχείρησής του, ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, προκύπτουν με λεπτομέρεια όλες οι ενέργειες του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποσκοπούσε στην παράνομη ιδιοποίηση των προϊόντων της επιχείρησης του εγκαλούντος, ενώ ο ίδιος δεν παρείχε πειστικές εξηγήσεις αλλά ούτε προσκόμισε στοιχεία προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος, για να παραπεμφθεί στο ανωτέρω Δικαστήριο για να δικασθεί για την ήδη αναφερθείσα αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση αυτού και επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Γ) Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την άνω αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 και 375 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επέφεραν σ' αυτές οι Νόμοι 2408/1996 και 2172/1993, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, καθώς και τα περιστατικά που προσδίδουν σ' αυτή κακουργηματικό χαρακτήρα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. α) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου παραπεμπτικού βουλεύματος (άρθρ. 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ως προς την αιτιολογία το Συμβούλιο Εφετών επιτρεπτώς εξ ολοκλήρου αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αποδεχόμενο τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατ' ανάγκην δεν αποκκλίνουν αυτών του πρωτοδίκου βουλεύματος, αφού επεκύρωσε πλήρως αυτό. Λέγομεν δε "κατ' ανάγκην", διότι τυχόν απόκκλιση από τις παραδοχές του πρωτοδίκου, θα ήταν δυνατόν να καταστήσει το βούλευμα ελαττωματικό ως προς την αιτιολογία του και να στερήσει ενδεχομένως τούτο της νομίμου βάσεως. Επομένως, η υιοθέτηση από το εκκαλούμενο-προσβαλλόμενο βούλευμα των παραδοχών του πρωτοδίκου, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. β) ο δεύτερος ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Συμβούλιο Εφετών, δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της κρίσης του και την δοθείσα κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, ανωμοτί κατάθεση του μηνυομένου (αναιρεσείοντος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι αφού στο προοίμιο του αιτιολογικού του βουλεύματος αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη και τα αποδεικτικά στοιχεία της προκαταρκτικής εξετάσεως (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), σημαίνει ότι ελήφθη υπόψη και η ανωμοτί κατάθεση αυτού. Ιδιαίτερη περί αυτής μνεία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείτο. γ) Ο τρίτος ίδιος ή άλλως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 98 παρ. 2 και 375 παρ. 2 Π.Κ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, διότι παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, επί κατ' εξακολουθούντος εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, δεν συνέτρεχε μία εκ των άνω περιπτώσεων, ώστε να απαιτείται η εξειδίκευση των μερικοτέρων πράξεων, ενώ από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, αιτιολογείται ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) απέβλεπε στο συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα, της άνω, δηλαδή, επελθούσης συνολικής βλάβης και το δια τον εαυτό του αντίστοιχο συνολικό όφελος. δ) Τέλος, ο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 παρ.2 Π.Κ., όπως τούτο ισχύει μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η μνεία στην αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος κατεχράσθη της εμπιστοσύνης του μηνυτού, αφορά την ηθική, την ανθρώπινη πλευρά της σχέσεως αυτών και δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω Προτείνομεν α) Να απορριφθεί η από 9-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 398/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ., που ορίζει ότι "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, πeριλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα 1) αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας πιο πάνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ), όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη μεταξύ των οποίων διαλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου (παρ. 2 του αυτού παραπάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β του ν. 2721/1999). Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, και ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται ν' αποδώσει στον εντολέα, κατ' άρθρο 719 ΑΚ παν ό,τι έλαβε, καθώς και ό,τι κατ' άρθρο 721 ίδιου Κώδικα προκαταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, καθόσον δεν καθίσταται κύριος των προς εκτέλεση της εντολής δοθέντων σ' αυτόν. Περαιτέρω, από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφαση για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες,αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων (χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου και υπόμνημα τούτου) δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών Α. Μ. του Β. εργαζόταν έως και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, ως ελεύθερος επαγγελματίας και συγκεκριμένα ως διανομέας-πωλητής των τυροκομικών προϊόντων της επιχείρησης-τυροκομείου που διατηρούσε ο εγκαλών Α. Π. του Ν. στη .... Στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας ο εκκαλών είχε αναλάβει την υποχρέωση να προωθεί τις πωλήσεις των τυροκομικών προϊόντων εμπορίας του εγκαλούντος στην περιφέρεια του νομού Αχαΐας, να λαμβάνει παραγγελίες από τους πελάτες, να παραδίδει σ' αυτούς τα παραγγελθέντα εμπορεύματα και να αποδίδει στον εγκαλούντα τα εκάστοτε εισπραττόμενα χρηματικά ποσά καθώς και το υπόλοιπο των αδιάθετων προϊόντων. Ειδικότερα, αυτός παραλάμβανε τα τυροκομικά προϊόντα από την ανωτέρω επιχείρηση, χρησιμοποιώντας το φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εγκαλούντος, προκειμένου να τα πωλήσει σε διάφορους εμπόρους-αγοραστές εντός του νομού Αχαΐας, ενώ όφειλε τις μη πωληθείσες ποσότητες να τις καταγράφει στα συγκεντρωτικά τιμολόγια ως μη πωληθείσες και να τις επιστρέφει στην επιχείρηση. Ωστόσο ο εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα, από το έτος 2003 έως και 2005, δεν επέστρεφε στο τυροκομείο όλες τις μη πωληθείσες ποσότητες των προϊόντων, όπως όφειλε, αλλά μέρος αυτών ιδιοποιείτο παράνομα, αφού κατ' επανάληψη αποθήκευε αυτές, εν αγνοία του εγκαλούντος, στις αποθήκες της εταιρείας "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ", στην ... επί της οδού ... αριθμ. 99, προκειμένου να τις εκμεταλλευτεί ακολούθως προς ίδιον όφελος. Στις 9-2-2006, ευρέθησαν και κατασχέθηκαν στις αποθήκες της ως άνω εταιρείας εξήντα τέσσερα (64) βαρέλια τυριού φέτας, τα οποία περιείχαν 3.800 περίπου κιλά φέτα, συνολικής αξίας 16.720 ευρώ. Αυτά αποτελούσαν αδιάθετα εμπορεύματα τα οποία ο εκκαλών είχε εναποθέσει προς φύλαξη εκεί, αντί να τα επιστρέψει στην επιχείρηση-τυροκομείο του εγκαλούντος. Όμως, ο τελευταίος ουδέποτε είχε δώσει εντολή στον εκκαλούντα να παραδίδει στα ψυγεία της ανωτέρω εταιρείας εμπορεύματα της επιχείρησής του, αλλά τα αποθήκευε αποκλειστικά, κατόπιν συμφωνίας του, στα ψυγεία άλλης συναφούς εταιρείας στην .... Όπως καταθέτει ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ" Κ. Σ., ο εκκαλών παρέδωσε προς φύλαξη στις αποθήκες της ως άνω εταιρείας, από το Φεβρουάριο του έτους 2003 έως και τον Αύγουστο του έτους 2005, συνολικά 430 βαρέλια τυριού φέτας, παριστώντας σ' αυτόν ότι ενεργούσε ως υπάλληλος του εγκαλούντος. Τα παραπάνω προκύπτουν και από τις καρτέλες της εν λόγω εταιρείας, τις οποίες παρέδωσε στον τελευταίο ο Κ. Σ. και αφορούν στα έτη 2003, 2004 και 2005, ενώ καταγράφονται σ' αυτές οι ποσότητες φέτας που παρέδωσε προς φύλαξη ο εκκαλών-κατηγορούμενος κατά τα αντίστοιχα έτη. Πιο συγκεκριμένα, παρεδόθησαν στα ψυγεία της εταιρείας "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ" α) το έτος 2003 ποσότητες φέτας, βάρους 18.795 χιλιόγραμμων, β) το έτος 2004 ποσότητες φέτας, βάρους 6.926 χιλιόγραμμων και γ) το έτος 2005 ποσότητες φέτας, βάρους 8.262 χιλιόγραμμων, ήτοι συνολικά 33.983 χιλιόγραμμα. Και επειδή οι ποσότητες αυτές είναι μικτού βάρους, καθόσον έχουν ζυγισθεί με τα βαρέλια, εάν αφαιρεθεί ποσοστό 24%, που αντιστοιχεί στο βάρος των βαρελιών (33.983 Χ 24% = 8.156), απομένει, μετά την αφαίρεση του απόβαρου, καθαρό υπόλοιπο φέτας, βάρους 25.827 χιλιόγραμμων, υπολογιζόμενης δε της τιμής πώλησης ανά κιλό, κατ' εκτίμηση σε 4,40 ευρώ, η αξία των προαναφερομένων υπεξαιρεθέντων ποσοτήτων, ανέρχεται σε 113.638,80 ευρώ (25.827 Χ 4, 40=. Προκύπτει σαφώς ότι ο εκκαλών, μολονότι όφειλε ο ίδιος να αποδίδει αμελλητί τις μη πωληθείσες ποσότητες τυροκομικών προϊόντων στον εγκαλούντα, καταχρώμενος την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εντολέως του, στα πλαίσια της μεταξύ τους σχέσης συνεργασίας, για την πώληση και απόδοση των εισπράξεων καθώς και την απόδοση του υπολοίπου των αδιάθετων προϊόντων, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε χωρίς νόμιμο λόγο, τις προαναφερόμενες ποσότητες τυριού-φέτας, που σταδιακά αποθήκευε στα ψυγεία της ανωτέρω εταιρείας, εκμεταλλευόμενος προς επίτευξη του σκοπού του την ιδιότητά του, ως διανομέα-πωλητή, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο εγκαλών από τα τέλη του έτους 2003, εξαιτίας των οποίων είχε υποστεί ακρωτηριασμό και των δύο κάτω άκρων. Περαιτέρω, για τις ποσότητες αυτές εξέδιδε εικονικό τιμολόγια στα ονόματα διαφόρων προσώπων, ήδη πελατών της επιχείρησης του εγκαλούντος, στα οποία εμφανίζονται οι τελευταίοι ως αγοραστές προϊόντων, επί πιστώσει, πλαστογραφώντας τις υπογραφές αυτών, αντίγραφα των οποίων ακολούθως παρέδιδε στον εγκαλούντα για να τον παραπλανά, τα δε πρωτότυπα κρατούσε ο ίδιος ή τα κατέστρεφε, ενώ αν πράγματι είχαν γίνει οι πωλήσεις, θα έπρεπε τα πρωτότυπα να έχουν παραδοθεί στους αγοραστές των προϊόντων. Σημειωτέον, ότι μέρος αυτών των εικονικών τιμολογίων βρέθηκαν από το γιο του εγκαλούντος Ν. Π., στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2005, στο αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος για τη διακίνηση και παράδοση των εμπορευμάτων. Στη συνέχεια, όταν ο εγκαλών αναζήτησε το αναγραφόμενο τίμημα από τους φερόμενους ως αγοραστές, αυτοί αρνήθηκαν να το καταβάλουν, αμφισβητώντας τις εν λόγω συναλλαγές, ισχυριζόμενοι επί πλέον ότι είχαν εξοφλήσει όλους τους λογαριασμούς που είχαν κατά το παρελθόν με την επιχείρησή του (βλ. ενδεικτικά τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των πελατών Μ. Τ., Ν. Κ., Α. Α. και Χ. Π.). Τα παραπάνω προκύπτουν και διασταυρώνονται πλήρως από τα στοιχεία της δικογραφίας, ενώ με βάση αυτά κρίνονται αβάσιμοι και αναπόδεικτοι οι λόγοι εφέσεως που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση έφεση, οι οποίοι σημειωτέον ταυτίζονται απολύτως με τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως αυτοί διαλαμβάνονται στο από 9-3-2009 απολογητικό του υπόμνημα. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, συνιστάμενοι στο ότι α) οι αγοραστές των προϊόντων ζητούσαν από αυτόν να μεταφέρει τις ήδη πωληθείσες ποσότητες τυριών στην εταιρεία "ΨΥΓΕΙΑ ΑΧΑΪΑΣ ΕΠΕ", προς φύλαξη, επειδή οι ίδιοι αδυνατούσαν να τις φυλάσσουν στα δικά τους ψυγεία, β) η εναντίον του έγκληση ήταν μεθόδευση, προκειμένου ο εγκαλών να αποφύγει την εκπλήρωση εργατικών και ασφαλιστικών οφειλών, που προέκυπταν από την μακροχρόνια απασχόλησή του στην επιχείρηση του εγκαλούντος, και γ) στην περίπτωση που εκδόθηκαν εικονικά τιμολόγια, τούτο έγινε από τον ίδιο τον εγκαλούντα για φορολογικούς λόγους ή για επιδότηση της επιχείρησής του, ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, προκύπτουν με λεπτομέρεια όλες οι ενέργειες του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποσκοπούσε στην παράνομη ιδιοποίηση των προϊόντων της επιχείρησης του εγκαλούντος, ενώ ο ίδιος δεν παρείχε πειστικές εξηγήσεις αλλά ούτε προσκόμισε στοιχεία προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών του". Ενόψει τούτων, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που ήταν εμπιστευμένο σ' αυτόν, ως εντολοδόχο, κατ' εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1α, 375 παρ. 2 α', β', 1, 98 παρ. 2 ΠΚ. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του ακροατηρίου του τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων0 Πατρών, για να δικαστεί για την παραπάνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλονότι ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι το βούλευμά του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτό όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την παραπομπή του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων και η μετά του υπομνήματος απολογία αυτού ενώπιον της Γ' Ανακρίτριας Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος απολογούμενος επικαλέστηκε και αναφέρθηκε και δη αποκλειστικά στην ανωμοτί εξέτασή του μετά των εγγράφων αυτού εξηγήσεων κατά την προκαταρκτική εξέταση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Δύμης. Συνεπώς, ορθά μεν στο προοίμιο του σκεπτικού του, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και την ανωμοτί κατάθεση του κατηγορουμένου χωρίς την παράστασή του με συνήγορο, κατά την διενεργηθείσα προανάκριση, κατ' άρθρο 71 § 2 ΚΠΔ, αφού σύμφωνα με το εδάφιο δ' της παραπάνω παραγράφου η με τον τρόπο αυτό ληφθείσα κατάθεση του υπόπτου, δεν μπορεί ν' αποτελέσει μέρος της δικογραφίας (ΑΠ 599/2003). Όμως, την παραπάνω κατάθεση και τις αναφερόμενες σ' αυτή έγγραφες εξηγήσεις, προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας με την αναφορά του στο αποδεικτικό μέσο της απολογίας του κατηγορουμένου, αφού ο σκοπός της θεσπισθείσας ως άνω διάταξης είναι να μην χρησιμοποιηθεί η κατάθεση του υπόπτου και μετέπειτα κατηγορουμένου χωρίς να έχει τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, ο οποίος ενδέχεται να καταθέσει επιβαρυντικά για αυτόν περιστατικά, που διαφορετικά, αν εξεταζόταν με την τήρηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του ΚΠΔ και ιδίως την παρουσία συνηγόρου, δεν παραβιάζεται όταν ο ίδιος ο μετέπειτα κατηγορούμενος, στην απολογία του αναφέρει και μάλιστα αποκλειστικά προς υπεράσπισή του τους ισχυρισμούς που υπέβαλε στην προκαταρκτική εξέτασή του. Εξάλλου, εφόσον ως προς την αιτιολογία του βουλεύματος επιτρεπτώς το Συμβούλιο Εφετών εξολοκλήρου αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό, όπως προαναφέρθηκε, εισαγγελική πρόταση αποδεχόμενο τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση πραγματικά περιστατικά, που, όμως, αυτά δεν αφίστανται εκείνων του πρωτόδικου βουλεύματος, το οποίο, άλλωστε, και επικύρωσε, η υιοθέτηση από το προσβαλλόμενο βούλευμα των παραδοχών του πρωτόδικου δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως η παραδοχή της εξακολουθητικής υπεξαίρεσης, ενώ από το σύνολο των από το Συμβούλιο Εφετών δεκτών γενόμενων πιο πάνω πραγματικών περιστατικών και ιδίως από "... ωστόσο ο εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα, από το έτος 2003 έως και 2005, δεν επέστρεψε στο τυροκομείο όλες τις μη πωληθείσες ποσότητες των προϊόντων, όπως όφειλε, αλλά μέρος αυτών ιδιοποιείτο παράνομα, αφού κατ' επανάληψη αποθήκευε αυτές, εν αγνοία του εγκαλούντος ... προκειμένου να τις εκμεταλλευθεί ακολούθως προς ίδιον όφελος ..." πλήρως αιτιολογείται η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κατά την τέλεση της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε στο συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα, του παραπάνω, δηλονότι, επελθόντος συνολικού γι' αυτόν περιουσιακού οφέλους. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, το ότι στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος κατεχράσθη της εμπιστοσύνης του μηνυτή, προδήλως αφορά την ηθική, την ανθρώπινη πλευρά της μεταξύ τους σχέσης και όχι στοιχείο του εγκλήματος, για το οποίο και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος. Άρα, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπαρχόντων προς έρευνα άλλων λόγων αναίρεσης, ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 9 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του του Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση του 398/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 73.000 € εμπιστευθέντος στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, κατ’ εξακολούθηση. Λόγοι αναίρεσης η εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 951/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) Λ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 3) Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πλιάτσικα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2786/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο Σταγείρων Ακάνθου που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1018/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 465 §1, 473, 474, 504, 505 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκήσει ο κατηγορούμενος, είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο, για ένα τουλάχιστον ορισμένο λόγο αναίρεσης, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 510 και μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 473. Η αναίρεση που ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, εκτός αν η εκπρόθεσμη άσκηση της οφείλεται σε ανυπέρβλητο κώλυμα, οπότε το ένδικο αυτό μέσο είναι παραδεκτό, γιατί κατά γενική αρχή του δικαίου κανένας δεν υποχρεούται να πράξει τα αδύνατα. Ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, και που δεν μπορούσε αυτός με κανένα τρόπο να υπερνικήσει. Τέτοιο ανυπέρβλητο κώλυμα για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο συνιστά και η αποχή των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους, αν προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, ότι μολονότι είχε δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση αυτοπροσώπως, δεν μπόρεσε να την ασκήσει παραδεκτώς μέσα στη νόμιμη προθεσμία εξαιτίας της αποχής των δικηγόρων και ότι τα γεγονότα αυτά απετέλεσαν γι' αυτόν ανυπέρβλητο κώλυμα με την έννοια που προεκτέθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση προέβαλαν οι κατηγορούμενοι, ότι η παρούσα δήλωση άσκησης της αναίρεσης έγινε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη, γιατί από ανυπέρβλητο κώλυμα δεν μπόρεσαν να την ασκήσουν εμπρόθεσμα ότι το ανυπέρβλητο κώλυμα συνίσταται στο γεγονός της πανελλήνιας αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, από της 23-6-2010, η οποία έληξε στις 8-7-2010, ήτοι μετά τη λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας, που άρχιζε στις 25-6-2010, ότι η σύνταξη της αναίρεσης δεν ήταν δυνατή γι' αυτούς, γιατί απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, εμπειρία και νομική κατάρτιση και ότι η αποχή των δικηγόρων δεν τους επέτρεπε να ανεύρουν δικηγόρο κατάλληλο για τη σύνταξη και υποβολή αίτησης αναίρεσης και δεν μπόρεσαν να ασκήσουν τέτοια αίτηση, την οποία άσκησαν στις 16-7-2010, δηλαδή μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία, αυτής εξέλιπε το κάλυμα της αποχής των δικηγόρων. Υπό τα περιστατικά αυτά, όπως προβάλλονται, συνέτρεξε νομικώς σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ανυπέρβλητο κώλυμα για τους αιτούντες το οποίο καθιστά εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης και έτσι αυτή είναι παραδεκτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτέλεσης αυτής την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στην συνείδηση της ορισμένης πράξης στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για ψευδορκία μάρτυρα, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτή, εκτός από τα παραπάνω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της απόφασης με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό περιέχει, εκτός των τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. Στη προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ1 αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με την παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης τα ψευδή πραγματικά περιστατικά θεμελιώνονται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση και άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και αναιρεσείων Λ. Κ. του Χ. στην ... την 6-6-2002 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του εντεταλμένου δυνάμει της υπ' αριθ. 147/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Δικαστή Ειρηνοδίκη Ιερισσού Ιωάννη Τεζακαλίδη κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής "Το κτήμα αυτό το έχω μέχρι και τώρα και βόσκω τα γίδια μου και πληρώνω ενοίκιο στον Ι. Π.. Πάντα ήταν ιδιόκτητο χωράφι-ελαιώνας παλαιότερα είχε 60-70 ελαιόδενδρα μεγάλης ηλικίας πάνω από 150 ετών, σήμερα υπάρχουν 20-30 ελαιόδενδρα. Το διάστημα αυτό αρχικά η Β. Μ. το είχε από τον πατέρα της από την εποχή της τουρκοκρατίας- μετά ο Σ. Π. και μετά ο Ι. Π. και μέχρι σήμερα καλλιεργούσαν το κτήμα αυτό το περιποιούνταν, σκάλιζαν τα ελαιόδενδρα, τα κλάδευαν τα τελευταία τριάντα χρόνια, τα ράντιζαν και μάζευαν τον καρπό τους. Όσο καιρό έκαναν αυτό δεν τους ενόχλησε κανένας, ούτε διαμαρτυρήθηκε κανείς και τους έβλεπαν και κάτοικοι του ... και κάτοικοι της ... και κατά καιρούς Πρόεδροι και Κοινοτικοί Σύμβουλοι της Κοινότητας Σ., αλλά δεν τους ενόχλησαν ποτέ, αφού όλοι γνώριζαν ότι είναι ιδιόκτητο κτήμα του ενάγοντα". Ενώ, η αλήθεια είναι ότι κανένας ελαιώνας δεν υπήρχε στη θέση του επίδικου ακινήτου, αλλ' εδώ και 25 χρόνια και παλαιότερα στη συγκεκριμένη θέση γίνονταν εξορύξεις πέτρας, δηλαδή χρησιμοποιούνταν ως κοινοτικό λατομείο ιδιοκτησίας της κοινότητας ..., γεγονός που ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ο οποίος είναι μόνιμος κάτοικος ... το γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως. Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Π., από το έτος 1998 ήταν ιδιοκτήτης φορτηγού ΔΧ και μ' αυτό κατέβρεχε τον δημόσιο δρόμο, όταν εξόρισαν την πέτρα, όπως μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ο μάρτυς κατηγορίας Γ. Λ., ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, γεγονός που ήταν γνωστό σ' όλους τους κατοίκους τη περιοχής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο κι ενώπιον της ίδιας ως άνω αρχής ο κατηγορούμενος Ν. Μ. κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι: το κτήμα αυτό ήταν πάντα οριοθετημένο, δηλαδή στις άκρες του είχε πέτρες και μια σιδερένια λάμα. Κάποιος που πήγαινε στο κτήμα αυτό καταλάβαινε ότι ήταν μία οριοθετημένη ιδιοκτησία. Παλαιότερα μέσα στο κτήμα αυτό υπήρχαν 60-70 ελαιόδενδρα, μερικά υπήρχαν από παλιά από τουρκοκρατίας και μερικά που είχαν φυτευτεί από τον Σ. Π., πατέρα του ενάγοντα. Σήμερα, υπάρχουν 20-30 ελαιόδενδρα. Το κτήμα αυτό το πήρε από τον πατέρα του Σ. Π. το 1969 τότε που παντρεύτηκε για να το έχει για δικό του και να συντηρεί την οικογένειά του. Τα παραπάνω ελαιόδενδρα τα κλάδευε, τα καθάριζε, τα ράντιζε και μάζευε τον καρπό τους από το 1960 μέχρι σήμερα χωρίς να τον ενοχλήσει κανένας αφού ήταν δικά του". Όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή αφού όπως προεκτέθηκε στην συγκεκριμένη θέση υπήρχε λατομείο της κοινότητας ... και ουδέποτε υπήρξε ελαιώνας, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ανωτέρω κατηγορούμενος εξ ιδίας αντιλήψεως αφού είναι μόνιμος κάτοικος της περιοχής. Τέλος, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε με πρόθεση στους ανωτέρω δύο κατηγορουμένους την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας, όπως προαναφέρθηκε. Συνεπώς, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, που τους αποδίδονται, ν' αναγνωρισθεί όμως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του δευτέρου τρίτου εξ αυτών, το ελαφρυντικό της παρ.2α του άρθρου 84 ΠΚ διότι έως τον χρόνο που τέλεσαν την άδικη πράξη της ψευδορκίας έζησαν έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αναφορικά όμως ως προς την ψευδορκία που φέρεται ότι τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος την 18-9-2003 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής στο Πολύγυρο, Χαλκιδικής και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή που φέρεται ότι τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος προκύπτει ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι με την υπ' αριθ. 358/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής ήδη έχουν αθωωθεί γι' αυτές. Συνεπώς, πρέπει ως προς τις πράξεις αυτές να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα (τους δεύτερο και τρίτο) και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτή (τον πρώτο) και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α', 27, 46 παρ.1 στοιχ.α' και 224 παρ.2, 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων πρώτου και δεύτερου-ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ καμία ασάφεια, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, δεν υπάρχει με τους μάρτυρες, αφού στο ακροατήριο, όπως από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, εξετάστηκαν δύο μάρτυρες κατηγορίας (ανεξαρτήτως, του ότι, όπως από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι ο δεύτερος απ' αυτούς ήταν υπεράσπισης). Επίσης, η προσβαλλόμενη δε στερείται αιτιολογίας, αφού και στο σκεπτικό και στο διατακτικό περιέχονται αναλυτικά και με πληρότητα τα αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των προδιαληφθέντων εγκλημάτων περιστατικά, καθώς και οι συλλογισμοί, δυνάμει των οποίων υπήγαγε αυτά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, και δεν αποτελούν αντιγραφή του κατηγορητηρίου, που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν. Ενώ, αιτιολογείται πλήρως ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων Ι. Π., έπεισε τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες (Λ. Κ. και Ν. Μ.) να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτοί διέπραξαν, με την παραδοχή ότι αυτός με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε σ' αυτούς την απόφαση να διαπράξουν ότι διέπραξαν αλλά και ο άμεσος δόλος των τελευταίων με την παραδοχή, που προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτοί εξ ιδίας αντιλήψεως γνώριζαν τα όσα ψευδή, ως αληθή, κατέθεσαν, χωρίς να είναι απαραίτητη και η παράθεση άλλων σχετικά με τη γνώση περιστατικών. Τέλος, εκ του ότι στο διατακτικό αναφέρεται η τέλεση της ηθικής αυτουργίας ως απλής και κατ' εξακολούθηση, καμία ασάφεια της αιτιολογίας δε δημιουργείται, αφού, ενόψει του ότι ο μάρτυρας και κατηγορούμενος Λ. Κ. ως και ο ηθικός αυτουργός Ι. Π. κατηγορούντο για δύο ψευδορκίες και δύο ηθικές αυτουργίες, αντιστοίχως, η μια από τις οποίες, δηλαδή της 18-9-2003, κηρύχτηκε με την προσβαλλόμενη απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, πρόδηλο καθίσταται ότι τούτο οφείλεται σε προφανή παραδρομή του Δικαστηρίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που είναι παραδεκτή, ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 16 Ιουλίου 2010, αίτηση των Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., Λ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., και Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 2786/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ιδία ως προς το δόλο) είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση, που είναι εμπρόθεσμη λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος.
null
null
0
Αριθμός 948/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 1584/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο το Δ. Δ. του Ε.. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1255/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ.α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 2010 και 18 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητή δικαστηρίων ... και υπαρχιφύλακα ... η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 15.2.2011, αντίγραφο δε της κλήσεως επιδόθηκε και στον αντίκλητό της δικηγόρο Ανδρέα Φιλίππου. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6.9.2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1584/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 948/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Έ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 3) Φ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 4) Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 5) Α. Π. του Ο., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Αλεξανδρόπουλου. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Νέο Καρλόβασι Σάμου, 2) Ν. Β., 3) Δ. Π. και 4) Σ. Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Σούφλα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1288/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 3727/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 671 παρ.1 εδ. δ' και 674 παρ.2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια), όταν δικάζουν κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνουν υπ' όψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτές έχουν γίνει ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν από τη βεβαίωση. Ο διάδικος που επιθυμεί τη χρησιμοποίηση της ένορκης βεβαίωσης, έχει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της κλητεύσεως του αντιδίκου, εκτός αν αυτός παραστάθηκε κατά τη διενέργεια της βεβαίωσης. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια το ότι η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο. Ως εκ τούτου, αν το δικαστήριο συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει κλητευθεί νομίμως ο αντίδικος, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της, λαμβάνει υπ' όψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Τέλος, από το άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος μόνο για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ως τελευταίο η οριστική απόφαση (ΑΠ 205/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3727/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι αντεφέσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ έγιναν δεκτές οι εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατόπιν αυτού, εξαφανίστηκε η 1288/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η από 24-2-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία σε μικρότερη έκταση. Το Εφετείο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ως προς την αλήθεια ή την αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων αξιολόγησε και τις ειδικά μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση 4310 και 4313/21-1-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Σάμου, Δημητρίου Παπαργυρού, οι οποίες είχαν δοθεί με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων (τότε εκκαλούντων) εν όψει της δευτεροβάθμιας δίκης και κατά τη διενέργεια των οποίων οι αναιρεσείοντες (τότε εφεσίβλητοι) δεν είχαν παρασταθεί. Κατά την έρευνα του παραδεκτού των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την κλήτευση των αναιρεσειόντων τα εξής : "[οι ένορκες βεβαιώσεις] λαμβάνονται υπόψη διότι έγιναν κάτω από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. τις με αριθμούς 9297/16-1-2008 και 9298/16-1-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Κ., προς τον αντίκλητο των εναγόντων, κατ' άρθρο 143 ΚΠολΔ, πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, [τον] εκπροσωπήσαντα αυτούς κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου)". Σύμφωνα, όμως, με αυτές τις παραδοχές του Εφετείου, η επίδοση της κλήσεως για παράσταση κατά τη διενέργεια των ενόρκων βεβαιώσεων στο δικηγόρο, που είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων στην πρωτοβάθμια δίκη, η οποία έγινε μετά την έκδοση της 1288/2007 οριστικής απόφασης και πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (22-1-2008), δεν ήταν νόμιμη, διότι στον εν λόγω δικηγόρο, ως εκ του νόμου αντίκλητο των αναιρεσειόντων, θα μπορούσαν να γίνουν μόνο οι επιδόσεις που αφορούσαν στην πρωτοβάθμια δίκη μέχρι και την επίδοση της οριστικής αποφάσεως, όχι, όμως, και η επίδοση κλήσεως για παράσταση στη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων που αφορούσαν στην έκκλητη δίκη, κατά το χρόνο της οποίας αυτός, ως δικηγόρος που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως, είχε παύσει να έχει, εξ αυτού και μόνο του λόγου, την ιδιότητα του αντικλήτου των αναιρεσειόντων. Ως εκ τούτου, από το περιεχόμενο της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν είχαν ληφθεί νομίμως και ότι, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο αξιολόγησε το περιεχόμενο αυτών. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παράβαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 3727/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πολιτική δικονομία, εργατικές διαφορές, ένορκες βεβαιώσεις. Η κλήτευση του αντιδίκου για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, που γίνεται μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στο εφετείο, δεν μπορεί να γίνει προς το δικηγόρο που είχε παρασταθεί ως πληρεξούσιος στην πρωτοβάθμια δίκη, διότι πλέον έχει αποβάλει την ιδιότητα του αντικλήτου. Αναιρεί.
null
null
0
Αριθμός 946/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1373/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 293/23-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, την με αριθμό 94/23-7-2010 αίτηση αναίρεσης της Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1373/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τα άρθρα 462 και 463 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος μόνο στις περιπτώσεις που ο νόμος του δίνει το δικαίωμα αυτό. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος, όταν το βούλευμα αυτό: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) όταν παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος ή απόφασης για τα οποία δεν προβλέπεται ή από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". II. Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα παραπέμφθηκε με το με αριθμό 2989/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 741/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση ανάκλησης του βουλεύματος αυτού, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το με αριθμό 1373/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος στρέφεται τώρα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Όμως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη αφού δεν προβλέπεται αίτηση αναίρεσης κατά του βουλεύματος αυτού. Κατά συνέπεια πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων (583 παρ. 1 ΚΠΔ), απορριπτόμενου του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον σας δεδομένου ότι αυτή θα κληθεί να εμφανισθεί στο Συμβούλιό σας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 476 παρ. 1β ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 94/2010 αίτηση αναίρεσης της Δ. Μ. του Π. κατά του με αριθμό 1373/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 17/9/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 463 και 482 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά του βουλεύματος: α)που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα (και για τα τυχόν συρρέοντα και συναφή με αυτό πλημμελήματα) και β)που παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται αυτό. Περί αυτού αποφαίνεται το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), αφού ο Εισαγγελέας ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Τέλος το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε την αίτηση ανακλήσεως κατ' άρθρο 548 του ΚΠΔ προηγούμενου βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου, το οποίο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν του κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος και το επικύρωσε, λόγω του ότι δεν πρόκειται περί προπαρασκευαστικού αλλά περί οριστικού βουλεύματος, ως υποκειμένου σε ανάκληση, δεν εμπίπτει ότι προαναφερόμενα βουλεύματα κατά των οποίων επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης και αν ασκηθεί τοιαύτη είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, απορριπτέα ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα-αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, παραπέμφθηκε με το υπ' αρ. 2989/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Κατά του βουλεύματος αυτού η αιτούσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 741/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Στη συνέχεια αυτή υπέβαλε προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών την από 13-5-2010 αίτηση ανακλήσεως του υπ' αριθμ. 741/2010 βουλεύματος του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμ. 1373/2010 βούλευμά του. Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αιτήσεως εμφανίστηκε η ίδια η αιτούσα και εξέθεσε τις απόψεις της (βλ. το ως άνω βούλευμα). Ήδη με την κρινόμενη άσκησή της ζητεί: 1) την αναίρεση του τελευταίου βουλεύματος, 2) να λάβει γνώση της Εισαγγελικής πρότασης (το οποίο και έγινε, όπως προκύπτει από τη σχετική από 24-9-2010 σημείωση επί της εισαγγελικής πρότασης), 3)να της επιτραπεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και 3)την αυτεπάγγελτη εξέταση όλων των από το άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ προβλεπομένων λόγων αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, αφού ειδοποιήθηκε η ίδια η αναιρεσείουσα με κλήση να προσέλθει ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις της (βλ.σχ. το από 4-10-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...) κατά την αρχική ορισμένη ημερομηνία συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως (19-10-2010). Τότε με αίτησή της αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. την υπ' αριθμ. 9668/2010 απόφαση του Συμβουλίου τούτου) κατά την οποία δεν εμφανίστηκε η αιτούσα, αλλά κατέθεσε το από 14-3-2010 υπόμνημα μετά σχετικών, τα οποία συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας από το Συμβούλιο τούτο. Εξάλλου το αίτημα της αναιρεσείουσας να εμφανισθεί η ίδια μόνο ενώπιον του Συμβουλίου τούτου είναι απορριπτέο, καθόσον τούτο, ανεξαρτήτως του ότι δεν συνδέεται με λόγους ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως και δεν είναι υποχρεωτική η παραδοχή του (αλλιώς εάν ζητείται η εμφάνιση του συνηγόρου ενώπιον του Συμβουλίου τούτου με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση, κατ' άρθρα 309 παρ.2 και 485 παρ.1 του ΚΠΔ, μετά την τροποποίηση του πρώτου τούτων με το άρθρο 18 παρ.2 του ν. 3904/23-12-2010), ήδη καλύφθηκε με την ως άνω κλήτευσή της για να εκθέσει τις απόψεις της επί του απαράδεκτου της αιτήσεως της. Εξάλλου είναι απορριπτέο το τελευταίο αίτημά της για αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο των λόγων αναίρεσης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Η του ΚΠΔ αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης (άρθρο 511 του ΚΠΔ), το οποίο δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προεκτιθέμενα. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-7-2010 αίτηση της Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθμ.1373/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε αίτηση ανακλήσεως βουλεύματος που απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Απαράδεκτη η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, ούτε είναι προπαρασκευαστικό. Απορριπτέα είναι επίσης τα αιτήματα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης της αναιρεσείουσας στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου για διευκρινήσεις και για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Α', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Η' ΚΠΔ.
null
null
0
Αριθμός 945/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μήτσαινα, για αναίρεση της με αριθμό 298/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Κ. Χ. Μ., 2) Ν. Τ. του Γ., 3) Γ. Μ. του Σ., 4) Α. Ζ. του Ι., 5) Α. Κ. του Σ. και 6) Φ. Μ. του Χ.. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1122/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. ... περ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο όταν ο κατηγορούμενος στερήθηκε κάποιου δικαιώματός του που αφορά την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπισή του που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσει που επιβάλλει ο νόμος. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ν.δ/γμα 53/1974), συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλλει με ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης ότι η υπόθεση του δεν δικάσθηκε δίκαια από το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν εμφανίστηκε δικαιολογημένα ενώπιον αυτού και δεν υπεράσπισε τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η απ' αυτόν ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης. Δηλαδή ότι συνέβη κατά τη διαδικασία στο Δικαστήριο της ουσίας απόλυτη ακυρότητα σε βάρος του (των υπερασπιστικών δικαιωμάτων). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Χ. Μ. του Δ. κατά της 298/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης λόγω απόλυτης ακυρότητας που ισχυρίζεται ότι συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του προαναφερόμενου δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος (σημαντικό πρόβλημα υγείας του) δεν μπόρεσε να εμφανιστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας κατά τη δικάσιμο της 7.6.2010 που δικάσθηκε η έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 881/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας, ούτε να ενημερώσει το συνήγορό του για να προσέλθει αυτός στο ως άνω δικαστήριο και να τον εκπροσωπήσει, εκτός του ότι δεν μπορούσε να συμβεί αυτό ενόψει της Πανελλαδικής αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους κατά την 7.6.2010, στην οποία συμμετείχαν και οι δικηγόροι του Δ.Σ. Κερκύρας, με αποτέλεσμα εξαιτίας όλων αυτών να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο ούτε να εκπροσωπηθεί νόμιμα και να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, όπως απορρίφθηκαν και οι σχετικές εφέσεις όλων των λοιπών συγκατηγορουμένων του - εκκαλούντων. Με τα ανωτέρω όμως εκτιθέμενα στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα δεν θεμελιώνεται ο ως άνω προσβαλλόμενος αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, καθόσον η προμνημονευόμενη εξέλιξη της δευτεροβάθμιας δίκης (η απόρριψη της έφεσης του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτης) δεν οφείλεται σε κάποια ενέργεια ή παράλειψη του Δικαστηρίου προς βλάβη των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, αλλά σε δική του αποκλειστικά υπαιτιότητα να μη εμφανιστεί στο δικαστήριο ούτε να εκπροσωπηθεί νόμιμα από συνήγορό του κατά τη ρητή δικάσιμο της 7.6.2010, μετ' αναβολή εκ της δικασίμου της 11.1.2010, όπως τούτο προκύπτει, από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της υπ'αριθμ. 11/2010 αναβλητικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας με την οποία ορίσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι οφείλουν να προσέλθουν στο δικαστήριο χωρίς νεότερη κλήτευσή τους. Πρέπει να επισημανθεί ότι με τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, με την επίκληση και προσκόμιση των απαιτουμένων αποδεικτικών μέσων ο αναιρεσείων δικαιούταν να ασκήσει για την άρση των βλαπτικών συνεπειών της ερημοδικίας του, νομότυπα και εμπρόθεσμα αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (άρθρα 341 και 501 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ). Συνεπώς ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Εφαρμόζεται επίσης ανάλογα και η διάταξη του άρθρου 341 (αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως. Κατά το εδάφιο γ' της ως άνω παραγράφου, η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή του συμβουλίου δεν το επιτρέπουν. Αναίρεση, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "εάν το σημαντικό αίτιο αναφέρθηκε από το συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του". Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία εμφάνισης των διαδίκων στο ακροατήριο ορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι τότε μόνον είναι δυνατόν να ορισθεί ρητή δικάσιμος προς εκδίκαση της εφέσεως, όταν είναι παρών ο εκκαλών ή εν απουσία του το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε στο δικαστήριο από το συνήγορο ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεως και ο κατηγορούμενος οφείλει να προσέλθει κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Αν δεν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος στη νέα δικάσιμο το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Τέλος, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αναγκαία και για κάθε περίπτωση που το δικαστήριο εκδίδει δυσμενή απόφαση για τον κατηγορούμενο, όπως είναι και εκείνη με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, οπότε πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση τα περιστατικά που έχουν σχέση με τη νόμιμη κλήτευσή του, ενώ στην περίπτωση της αναβολής σε ρητή δικάσιμο με απόφαση του δικαστηρίου λόγω σημαντικών αιτίων, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας η μνεία της αναβλητικής απόφασης και του ότι με αυτήν αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεως και ορίστηκε ως ρητή δικάσιμος η ημέρα συζήτησης κατά την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 288/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, απέρριψε, εκτός των άλλων, ως ανυποστήρικτη, την υπ' αριθμ. 49/2009 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 881/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας. Ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών, όπως έχει προαναφερθεί, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από συνήγορο κατά τη δικάσιμο της 7.6.2010 ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην τελευταία απόφαση γίνεται μνεία του από 9.10.2009 αποδεικτικού επίδοσης κλήσεως κατηγορουμένου του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... που αφορά τον αναιρεσείοντα, πλην εκ παραδρομής αναφέρεται ότι κλητεύθηκε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο για τη δικάσιμο της 7.6.2010, όταν και απορρίφθηκε η προμνημονευόμενη έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ αληθινά κλητεύθηκε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτού, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για τη δικάσιμο της 11.1.2010. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 11/11.1.2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο (όπως και όλοι οι άλλοι συγκατηγορούμενό του - εκκαλούντες), αλλά εμφανίστηκε ο συνήγορός του Αλέξανδρος Παπαδάτος, δικηγόρος Κερκύρας, και ζήτησε την αναβολή της δίκης για σημαντικό αίτιο, στην παραδοχή δε του αιτήματος αυτού συναίνεσε και ο πληρεξούσιος του πολιτικώς ενάγοντος δικηγόρο Κερκύρας Άγγελος Σπίγγος. Το ως άνω δικαστήριο, δεχόμενο το αίτημα του αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, ως εκκαλούντων, ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, αναφέροντας κατά λέξη "για τη ρητή δικάσιμο της 7.6.2010, κατά την οποία οφείλουν οι κατηγορούμενοι και ο παρών μάρτυρας κατηγορίας να προσέλθουν χωρίς νεότερη κλήτευσή τους". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την πρόδηλη παραδρομή της ημεροχρονολογίας της δικασίμου που κλητεύθηκε ο αναιρεσείων και σαφώς προκύπτει ότι αυτή ήταν η αρχική δικάσιμος, αφού άπαξ έγινε η κλήτευσή του, για δε τη νεότερη δικάσιμο (της 7.6.2010) δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή του, περιέχει την απαιτούμενη από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη της έφεσής του ως ανυποστήρικτης λόγω της μη εμφάνισής του στο Τριμελές Εφετείο Κερκύρας. Επομένως, ο από το άρθρο 500 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος και επικουρικά προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Ιουλίου 2010 αίτηση του Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 298/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης απορριψάσης την έφεση ως ανυποστήρικτη με λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος που είχε κλητευθεί για την αρχική δικάσιμο, όταν και αναβλήθηκε η συζήτηση της έφεσης σε ρητή δικάσιμο, χωρίς να κλητευθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος - εκκαλών - αναιρεσείων. Απόρριψη αμφοτέρων των ως άνω λόγων αναίρεσης ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 943/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Β. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρύδα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5500/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Λ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανίδη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1518/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται, από το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης, είναι εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία της κατηγορουμένης στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων και η κατηγορούμενη ήταν σύζυγοι. Ο γάμος τους είχε τελεστεί την 27-12-2001. Αρχικά είχαν ομαλή συμβίωση αλλά στη συνέχεια ο γάμος τους παρουσίασε προβλήματα και τελικά ο γάμος τους λύθηκε. Η κατηγορούμενη ήταν χήρα ναυτικού και ελάμβανε σύνταξη την οποία θα έχανε με τον γάμο της και ο πολιτικώς ενάγων που εργαζόταν ως τεχνικός στον ΟΤΕ και στη συνέχεια συνταξιοδοτήθηκε και έλαβε εφάπαξ, θα κάλυπτε τις δαπάνες συντήρησης της συζυγικής οικίας και τις προσωπικές δαπάνες της συζύγου του. Αυτός άρχισε να εκδηλώνει αυταρχικό χαρακτήρα και φιλαργυρία. Ασκούσε διαρκή έλεγχο των οικονομικών τους και των εξόδων της κατηγορουμένης και της έδιδε περίπου 80 ευρώ μηνιαίως. Ενδεικτικά της φιλαργυρίας του ήταν ότι αρνείτο να αγοράσει καινούργιο στρώμα παρά τις διαμαρτυρίες της συζύγου του και χρησιμοποιούσε το στρώμα και το κρεβάτι του προηγουμένου γάμου του, γεγονός που ενοχλούσε την κατηγορουμένη που παραπονιόταν γι' αυτό. Επίσης κάποια φορά που ο αδελφός της είχε επισκεφθεί το ζευγάρι και ο καιρός ήταν ψυχρός και αυτή είχε κάνει χρήση αερόθερμου, το έβγαλε από την μπρίζα και της συνέστησε να πάει στο κρεβάτι αν κρυώνει. Σε κάποια βόλτα που είχαν πάει με συγγενικό πρόσωπα της κατηγορουμένης τους ζήτησε να καταβάλουν χρήματα για την βενζίνη. Ο Πολιτικώς ενάγων γενικά με δυσκολία έδινε χρήματα στην κατηγορουμένη για την κάλυψη προσωπικών δαπανών της και γενικά προσπαθούσε να περιορίσει τις όποιες δαπάνες τους με τρόπο που η κατηγορουμένη θεωρούσε υπερβολικό και της δυσκόλευε την συμβίωσή τους. Όταν τον Ιούλιο του 2003 χρειάσθηκε να αποχωρήσει ο πολιτικώς ενάγων από τη συζυγική οικία για να επισκεφθεί τον υιό του και η κατηγορουμένη του είχε ζητήσει να της αφήσει χρήματα εκείνος της είχε αφήσει μόνο 40 ευρώ για την κάλυψη των ατομικών και όποιων αναγκών θα ανέκυπταν, ενώ αυτή δεν είχε άλλα χρήματα, Η έγγαμη διαβίωση τους διεσπάσθη από τον Ιούλιον του 2003 και ο πολιτικώς ενάγων απεχώρησε από τη συζυγική οικία. Στις 9-8-2003 αυτός συνοδευόμενος και από τον γαμβρό του Γ. Λ., μετέβησαν στο σπίτι του υιού της κατηγορούμενης στη Μονεμβασία, όπου η κατηγορούμενη και ο πολιτικώς ενάγων διέμεναν, προκειμένου να παραλάβει ο τελευταίος προσωπικά του αντικείμενα. Τα αντικείμενα αυτά ήταν τοποθετημένα στον εσωτερικό χώρο της οικίας από όπου ο πολιτικώς ενάγων τα μετέφερε στο αυτοκίνητο του γαμβρού του. Στη συνέχεια ο πολιτικώς ενάγων μετέβη σε γειτονική οικία και τον περίμενε για περίπου μια ώρα ο γαμβρός του για να φύγουν. Είχαν ήδη φύγει από την Μονεμβασία και είχαν περάσει τουλάχιστον 3 1/2 ώρες από την στιγμή που έφυγε από την οικία της κατηγορουμένης που εκείνη τηλεφώνησε στον γαμβρό του πολιτικώς ενάγοντος, άνω μάρτυρα και του είπε ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε αφήσει ανοικτή φιάλη υγραερίου. Στον εξωτερικό χώρο του σπιτιού (στην αυλή του) ήταν τοποθετημένο σε μικρό κτίσμα εν είδει Π, ένα πετρογκάζ στο οποίο μαγείρευε η κατηγορουμένη. Αυτό το κτίσμα, το οποίο ήταν πολύ μικρό, όπως προκύπτει από τις θεωρηθείσες φωτογραφίες του χώρου, είχε διαστάσεις μήκους-πλάτους όσο περίπου οι διαστάσεις του πετρογκάζ, η φιάλη δε του υγραερίου ήταν τοποθετημένη παραπλεύρως και έξω από το κτίσμα αυτό. Ο χώρος στον οποίο ήταν τοποθετημένη η φιάλη (η πίσω αυλή δηλαδή) δεν ήταν περίκλειστος, διότι περιβάλλεται μεν από υψηλούς τοίχους αλλά υπάρχει και άνοιγμα από όπου κινήθηκε ο πολιτικώς ενάγων όταν μετέφερε τα πράγματά του. Ο πολιτικώς ενάγων ο οποίος είχε αγοράσει με δικά του χρήματα ένα εξάρτημα από την φιάλη υγραερίου το αφαίρεσε. Η αφαίρεση αυτή δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα κινδύνου ζωής της κατηγορουμένης και φθοράς της ιδιοκτησίας της. Ο ισχυρισμός της ότι είχε ανοίξει τη στρόφιγγα ο κατηγορούμενος για να τη θανατώσει και διέφυγε αέριο το οποίο μάλιστα υποστήριξαν μάρτυρες υπεράσπισής της δεν κρίνεται βάσιμος. Όπως η ίδια υποστηρίζει στην υποβληθείσα μήνυσή της έγινε αντιληπτή διαρροή τις μεσημβρινές ώρες 1.30 ενώ ο πολιτικώς ενάγων βρισκόταν στο σπίτι της 8.30 περίπου. Δεν είναι δυνατόν να έχει μείνει ανοικτή στρόφιγγα και να μην γίνει αντιληπτή από την οσμή η διαρροή επί τόσες ώρες. Εξάλλου δεν είναι δυνατόν να ήταν ανοικτή η φιάλη και να μην είχε εξαντληθεί το αέριο, ώστε να σταματήσει η κατηγορουμένη με κλείσιμο της φιάλης τη διαρροή. Και αν ακόμη όμως υπήρχε κάποια μικρή διαρροή όταν αφαιρέθηκε το εξάρτημα που αναδυόταν κάποια οσμή, αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι θα μπορούσε να προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, η φιάλη βρισκόταν σε ανοικτό χώρο. Και αν ακόμη όμως υπήρχε μεγαλύτερη διαρροή υγραερίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι αυτό βρισκόταν σε ανοικτό χώρο, δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσει έκρηξη ή άλλη βλάβη της υγείας, διότι ανεξάρτητα από το αν ως βαρύ αέριο κατακάθεται είχε δίοδο διαφυγής, αφού ο χώρος αυτός ήταν ανοικτός σε κάποιο σημείο που οδηγούσε προς τον διάδρομο και δεν ήταν στενός χώρος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες. Η κατηγορουμένη ενώ γνώριζε ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν άνοιξε την στρόφιγγα νια να προκληθεί διαρροή και να την θανατώσει αυτήν και τους παρευρισκομένους το υποστήριξε εν γνώσει της αναληθείας με την αγωγή διαζυγίου που υπέβαλε σε βάρος του συζύγου της. Το γεγονός αυτό που υποστήριξε, του οποίου έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα, γραμματείς, δικηγόροι, δικαστές, το υποστήριξε με σκοπό να βλάψει την τιμή και υπόληψη του συζύγου της, ήταν δε ψευδές και το ανέφερε εν γνώσει της αναληθείας. Ψευδές ήταν και το γεγονός το οποίο ανέφερε στην άνω αγωγή της η κατηγορουμένη ότι ο σύζυγός της φοροδιαφεύγει και το υποστήριξε εν γνώσει της αναληθείας του, για να βλάψει την τιμή και υπόληψή του. Το γεγονός ότι ο σύζυγός της είχε υποστηρίξει σε προηγούμενο εξώδικο ότι αυτή διέπραττε φοροδιαφυγή μη δηλώνοντας ενοίκιο που αυτός υποστήριξε ότι κατέβαλε για τη συζυγική τους οικία, δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη αγανάκτηση ώστε να δικαιολογεί την συμπεριφορά της να συμπεριλάβει στην αγωγή διαζυγίου το ψευδές αυτό γεγονός. Ως εκ τούτου πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πρώτης πράξης που της αποδίδεται ως προς τα άνω γεγονότα. Πρέπει όμως να κηρυχθεί αυτή αθώα ως προς τα αναφερθέντα στην ίδια αγωγή ότι ο εγκαλών ήταν τσιγκούνης και φιλάργυρος και την αποκαλούσε μωρή ενώπιον τρίτων γιατί αυτό ήταν αληθή και η κατηγορουμένη τα ανέφερε όχι για να συκοφαντήσει, δυσφημήσει ή εξυβρίσει τον εγκαλούντα αλλά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή διαζυγίου που υπέβαλε και να υποστηρίξει νόμιμο δικαίωμά της. Ως εκ τούτου ως προς τα αναφερθέντα αυτά πρέπει να κηρυχθεί αυτή αθώα. Σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί πρέπει να κηρυχθεί αυτή ένοχη και της δεύτερης πράξης που της αποδίδεται και για την οποία κηρύχθηκε ένοχη πρωτοδίκως, αφού αυτή σύμφωνα με τα προεκτεθέντα με την από 25-9-03 μήνυση της καταμήνυσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας με σκοπό την καταδίκη του πολιτικώς ενάγοντα ότι απεπειράθη να την σκοτώσει την 9-8-2003 στην Μονεμβασιά με πρόκληση διαρροής υγραερίου και ότι τη συκοφάντησε και την εκβίασε με το από 25-8-2005 εξώδικο, την εξαπάτησε, την απείλησε και την εξέθεσε σε κίνδυνο". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, ένοχο των πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δικαστήριο, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 και 229 παρ.1 του ΠΚ. Ειδικότερα, αιτιολογείται η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου με τις παραδοχές: α) ότι η κατηγορούμενη διέδωσε σε βάρος του εγκαλούντος ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και συγκεκριμένα εκείνα τα περιστατικά, που η κατηγορούμενη περιέλαβε στην από 5-7-2004 αγωγή διαζυγίου σε βάρος του εγκαλούντος, που είχε καταθέσει την 6-7-2004 ενώπιον του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα δε για ό,τι αυτή διέδωσε ενώπιον τρίτων σε βάρος του εγκαλούντος, ότι δηλαδή αυτός (εγκαλών) φοροδιαφεύγει και ότι αποπειράθηκε να τη θανατώσει, κατά την 9-8-2003 στη Μονεμβασία, με την από μέρους του πρόκληση διαρροής υγραερίου, καθώς και ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή και ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση της αναληθείας αυτών, και β) ότι ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα, εναντίον του οποίου υπέβαλε την από 18-9-2003 έγκλησή της στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην οποία ανέφερε ότι ο ήδη εγκαλών είχε διαπράξει σε βάρος της την πράξη της απόπειρας θανατώσεώς της, με την από μέρους του απελευθέρωση υγραερίου. Ειδικώς, ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας αιτιολογείται πλήρως με τις παραδοχές, ότι η κατηγορούμενη τελούσε σε γνώση ότι όσα απέδιδε σε βάρος του εγκαλούντος, τόσο με την αγωγή διαζυγίου, που υπέβαλε σε βάρος του, όσο και με την άνω έγκλησή της, ήσαν ψευδή, και ειδικότερα γνώριζε ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε ανοίξει τη στρόφιγγα της φιάλης υγραερίου, για να προκληθεί διαρροή υγραερίου και να τη θανατώσει, καθώς και ότι ο σύζυγός της δεν φοροδιαφεύγει και ότι με τον τρόπο αυτό η κατηγορούμενη επιδίωκε, τόσο την σε βάρος του εγκαλούντος λύση του γάμου τους, όσο και την άσκηση σε βάρος του ποινικής διώξεως και εξ' αυτής την δικαστική του εμπλοκή. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένη ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένο ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δε θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, ή στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπον εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1, 2 του Π.Κ. και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-10-2010 αίτηση της Μ. Β. του Ε. και Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 5500/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, για ψευδή καταμήνυση, και συκοφαντική δυσφήμηση, με την επίκληση των λόγων: α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 942/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 77-82/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1510/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 77-82/2010 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκαέξι ετών (16) και τριών μηνών, για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε υποτροπή και οπλοχρησία. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην οποία, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, περιλαμβάνονται παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομίμου βάσεως, οι οποίοι και πρέπει να ερευνηθούν κατ' ουσίαν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι: "Επειδή από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, την ανάγνωση της πρωτοβάθμιας εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 11-16/2-2-2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καρδίτσας και των ταυταρίθμων πρακτικών αυτής, την ανάγνωση της αναιρεθείσης υπ' αριθμ. 121-125/21,22-11-2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και των ταυταρίθμων πρακτικών αυτής, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Β. Π. είχε αναλάβει με εργολαβία από τον ΟΤΕ την αναβάθμιση του τηλεφωνικού δικτύου του δημοτικού διαμερίσματος .... Στις 17-9-2004, ο Β. Π., ειδοποιήθηκε από τον ΟΤΕ ... ότι δύο ξύλινοι στύλοι καλωδίων του ΟΤΕ που ήσαν τοποθετημένοι μπροστά από την οικία του κατηγορουμένου στη θέση ..., είχαν κοπεί με αλυσοπρίονο από τον τελευταίο γιατί αυτός δεν συμφωνούσε με την τοποθέτηση τους στη συγκεκριμένη θέση. Τον Αύγουστο του έτους 2004 ο κατηγορούμενος είχε κόψει και άλλον στύλο καλωδίων της ΔΕΗ που ήταν τοποθετημένος στο ίδιο σημείο, τον οποίο, όμως, επανατοποθέτησε ο παραπάνω εργολάβος. Γνωρίζοντας ο Β. Π. τον εριστικό και δύστροπο χαρακτήρα του κατηγορουμένου ως και την επιμονή του για την μη τοποθέτηση των στύλων, ζήτησε εγγράφως την συνδρομή των αστυνομικών του Αστυνομικού Τμήματος ... προκειμένου να προβεί στην επανατοποθέτηση των στύλων. Στις 21-9-2004 και περί την 9.40 ώρα έφθασαν στη θέση ... ο διευθυντής του Α.Τ. ..., αρχιφύλακας Κ. Τ. με τους Β. Σ., αρχιφύλακα και Α. Β., αστυφύλακα και στάθμευσαν το με στοιχεία ΕΑ ... υπηρεσιακό όχημα, στο οποίο επέβαιναν, στην επαρχιακή οδό ...-... και στο αριστερό μέρος του οδοστρώματος σε σχέση με την κατεύθυνση προς .... Το ως άνω αυτοκίνητο βρισκόταν σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων περίπου από την οικία του κατηγορουμένου και η αριστερή πλευρά του έβλεπε προς την οικία του κατηγορουμένου. Εκεί ανέμενε τους αστυνομικούς ο εργολάβος Β. Π. μπροστά από το αυτοκίνητο του οποίου στάθμευσε το ως άνω όχημα της Αστυνομίας. Μετά την κάθοδο των αστυνομικών από το υπηρεσιακό ως άνω όχημα και μετά από δεκάλεπτη περίπου παραμονή στο σημείο εκείνο προκειμένου να προσδιορισθούν τα σημεία επανατοποθετήσης των στύλων των καλωδίων του ΟΤΕ, εξήλθε από την οικία του ο εκκαλών-κατηγορούμενος-Δ. Κ. του Α. και αντιληφθείς την παρουσία του εργολάβου και των αστυνομικών, τους ζήτησε να αποχωρήσουν. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος και χωρίς να προηγηθεί κάποιος διάλογος ή κάποιο άλλο γεγονός μεταξύ αυτού και των αστυνομικών, εισήλθε στην οικία του, πήρε από εκεί το με αριθμό ... δίκαννο κυνηγετικό όπλο ρωσικής κατασκευής τύπου ΒΑΙΚΑΛ, διαμετρήματος 12 cal, γεμάτο με φυσίγγια, το όπλισε και βγήκε στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί σταμάτησε και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με πρόθεση να θανατώσει τους αστυνομικούς Β. Σ. και Α. Β. καθώς και τον εργολάβο του ΟΤΕ Β. Π. που ευρίσκονταν έξω και πλησίον του υπηρεσιακού με στοιχεία ΕΑ ... οχήματος, σκόπευσε αυτούς και πυροβόλησε εναντίον αυτών αρχικά συνεχόμενα δύο (2) φορές, χωρίς όμως να επιτύχει τον ανθρωποκτόνο σκοπό του από λόγους εξωτερικώς και ανεξαρτήτους της θελήσεώς του καθόσον οι προαναφερθέντες (δύο αστυνομικοί και εργολάβος) μετά την πρώτη βολή που αστόχησε, καλύφθηκαν στο διάκενο μεταξύ των δύο ως άνω σταθμευμένων οχημάτων (υπηρεσιακού οχήματος και οχήματος του εργολάβου του ΟΤΕ Β. Π.). Μετά το δεύτερο πυροβολισμό ο κατηγορούμενος όπλισε εκ νέου το κυνηγετικό πιο πάνω όπλο και με τον ίδιο ανθρωποκτόνο σκοπό πυροβόλησε για τρίτη φορά εναντίον των ίδιων προαναφερομένων τριών ατόμων οι οποίοι βρίσκονταν σε απόσταση 25 μέτρων περίπου απ'αυτόν με αποτέλεσμα, από τα σκάγια του πυροδοτηθέντος φυσιγγίου του τρίτου πυροβολισμού, να τραυματισθεί ο εκ τούτων Β. Σ. ο οποίος εκείνη την στιγμή είχε ξεπροβάλει το κεφάλι του από το περιπολικό για να ελέγξει τι είχε συμβεί και να δει που ευρισκόταν ο κατηγορούμενος και να προκληθούν φθορές στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος κλείσθηκε οπλισμένος στην οικία του και αρνιόταν να παραδοθεί. Ο Β. Σ. αμέσως μετά τον τραυματισμό του διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου όπου διαγνώσθηκαν τα εξής: πύλες εισόδου ξένων σωμάτων στη δεξιά προσωπική χώρα, διαμπερές τραύμα δεξιού βλεφάρου από παρόμοιο σώμα, διατιτραίνον τραύμα κερατοειδούς δεξιού οφθαλμού, έξοδος υδατοειδούς υγρού, μετατραυματικό ύφαιμα, κατάργηση ενδοφλέβιας πιέσεως και οπτική οξύτητα δεξιού οφθαλμού που περιοριζόταν σε αντίληψη φωτός. Ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να θανατώσει τους ανωτέρω Β. Σ., Α. Β. και Β. Π. αλλά απέτυχε του σκοπού του από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα, διότι α)το τραύμα του Β. Σ. δεν ήταν ζωτικής σημασίας για να επιφέρει το θάνατο του και β)τα ανωτέρω τρία άτομα μετά την πρώτη βολή που αστόχησε, κατόρθωσαν και καλύφθηκαν πίσω από τα σταθμευμένα οχήματα. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του κατηγορουμένου, αποδεικνύεται ιδίως κατά την κρίση του Δικαστηρίου α)από το είδος του όπλου που αυτός χρησιμοποίησε, δίκαννο κυνηγετικό όπλο με σκάγια που μπορούσαν να θανατώσουν άνθρωπο και να φθάσουν έως 100 μέτρα β)από τη μικρή σχετικά απόσταση (25 μέτρα) από την οποία πυροβόλησε τους παθόντες γ)από την πολλαπλότητα των πυροβολισμών δ)από το ότι οι βολές του κατευθύνονταν, μετά από σκόπευση σε καίριο και ζωτικό όργανο (κεφάλι) των υποψηφίων θυμάτων του και ε)από το ότι πυροβόλησε απευθείας χωρίς καμιά προειδοποίηση των παθόντων. Με τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο ισχυρισμοί ότι η φερόμενη παρ' αυτού ως τελεσθείσα αξιόποινη πράξη φέρει κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό το χαρακτήρα α)της τετελεσμένης επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρο 309 ΠΚ) β)της βαρείας μη σκοπουμένης σωματικής βλάβης (άρθρο 310 παρ.1 ΠΚ) και γ)της βαρείας σκοπούμενης σωματικής βλάβης (άρθρο 310 παρ.2 ΠΚ), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού μεταβολή της κατηγορίας στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις είναι δυνατή όταν δεν προκύπτει ανθρωποκτόνος σκοπός προϋπόθεση μη συντρέχουσα στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε είναι επιτρεπτή η μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε τετελεσμένη παράνομη βία ή διακεκριμένη αντίσταση διότι τα εγκλήματα αυτά είναι διαφορετικά και αυτοτελή απαρτίζονται από ιδιαίτερα στοιχεία το καθένα, προσβάλλουν, διαφορετικά έννομα αγαθά και δεν αποτελούν αναγκαία συνέπεια ή μέσα εκτέλεσης, το ένα για το άλλο και όσα αντίθετα ο κατηγορούμενος υποστηρίζει με τον ισχυρισμό του ότι η φερόμενη ως τελεσθείσα (υπ' αυτού αξιόποινη πράξη φέρει το χαρακτήρα της τετελεσμένης παράνομης βίας με έλλειψη ανθρωποκτόνου δόλου (άρθρο 330 ΠΚ) άλλως της αντιστάσεως με έλλειψη ανθρωποκτόνου δόλου (άρθρο 167 παρ.2 ΠΚ) στις οποίες και αιτείται την μεταβολή της κατηγορίας, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο κατηγορούμενος τόσον κατά την λήψη της ανθρωποκτόνου απόφασης όσον και κατά την εκτέλεση της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτόνου κατά συρροή, βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού απεφάσισε και τέλεσε την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή χωρίς να προηγηθεί οποιοσδήποτε διάλογος μεταξύ των παθόντων και του κατηγορουμένου ούτε μεσολάβησε κάποιο περιστατικό συνεπεία του οποίου να προκλήθηκε απότομα και αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος στον κατηγορούμενο ώστε να μη μπορεί να σταθμίσει τα αίτια της προαναφερθείσης πράξεώς του με συνέπεια ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί του ότι τέλεσε την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή υπό το κράτος βρασμού ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ.2 ΠΚ) να είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έτερος αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου κατά τον οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 43 παρ.1 ΠΚ περί απρόσφορης απόπειρας τέλεσης της αξιόποινης πιο πάνω πράξης ως εκ του χρησιμοποιηθέντος μέσου καθόσον τα πυρομαχικά που χρησιμοποίησε για τη γόμωση των φυσιγγίων ήταν κυνηγετικής χρήσεως για τη θήρα μικρών πτηνών και επομένως κατ' αυτόν ήταν αδύνατη η τέλεση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή από πρόθεση. Και τούτο διότι το πρόσφορο της πράξεως του και το βέβαιο της προκλήσεως θανατηφόρου αποτελέσματος αν τα θύματα επλήττοντο σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματός τους, προκύπτει και εκ του ότι από τα σκάγια του πυροδοτηθέντος φυσιγγίου με τον τρίτο πυροβολισμό επλήγη βαριά ο Β. Σ. στο δεξιό του οφθαλμό ο οποίος υπέστη, μεταξύ των άλλων και διαμπερές τραύμα δεξιού βλεφάρου, διατιτραίων τραύμα κερατοειδούς δεξιού οφθαλμού και κατάργηση ενδοφλέβιας πιέσεως δεξιού οφθαλμού και εκ του ότι προκλήθηκαν φθορές στο υπό στοιχεία ΕΑ ... όχημα της Αστυνομίας (εθραύσθει ο οπίσθιος αριστερός υαλοπίνακας και προκλήθηκαν φθορές στην εξωτερική του επιφάνεια). Τέλος, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι έριξε τους δύο πρώτους πυροβολισμούς έχοντας κατευθύνει την κάννη κυνηγετικού πιο πάνω όπλου κατά του κενού ατόμων υπηρεσιακού οχήματος της Αστυνομίας με στοιχεία ΕΑ ... και όχι κατά των προαναφερθέντων ατόμων, ο δε τρίτος πυροβολισμός ρίφθηκε απ'αυτόν προς απόκρουση εναντίον του επίθεσης διότι ο παθών Β. Σ. κατά τους ισχυρισμούς του, μετά τη ρίψη του δευτέρου πυροβολισμού, ευρισκόμενος στην εξωτερική πλευρά του υπηρεσιακού οχήματος, ανταπέδωσε τον πυροβολισμό σκοπεύοντας προς αυτόν, ενέργεια στην οποία προέβει και ο έτερος αστυνομικός Κ. Τ., με συνέπεια αυτός (κατηγορούμενος) να πυροβολεί για τρίτη φορά ευρισκόμενος σε άμυνα. Οι ισχυρισμοί του αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι μη επιβεβαιούμενοι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Ο παθών Β. Σ. εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατηγορηματικά αποκλείει την σκόπευση του περιπολικού καταθέτων "ο πυροβολισμός δεν ριχνόταν στο αυτοκίνητο όταν ο Κ. μας είπε φύγετε, το όπλο δεν το είχε κάτω σε θέση βολής, το είχε εναντίον μας και εμείς καλυφθήκαμε". Ενώπιον του ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου, ο μάρτυς-παθών Α. Β. κατέθεσε ενόρκως "βγήκε από την πόρτα του σπιτιού και κρατούσε όπλο. Είδα ότι σήκωσε το όπλο και έπεσα κάτω να προστατευθώ. Οι πυροβολισμοί του ήταν κατευθείαν επάνω μας", ενώ το ίδιο περιστατικό έχει καταθέσει και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου λέγοντας "τρεις ή τέσσερις φορές πυροβόλησε προς εμάς ... τον είδαμε τον κατηγορούμενο και αμέσως αυτός πυροβόλησε. Είχε ανθρωποκτόνο σκοπό, δεν τον ενδιέφερε αν θα σκότωνε". O μάρτυς αστυνομικός Κ. Τ. εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε "Οι πυροβολισμοί προς το περιπολικό ήταν. Η πρόθεσή του ήταν να χτυπήσει γιατί ήταν στο περιπολικό οι συνάδελφοι και ήθελε να τους χτυπήσει". Στερείται περαιτέρω βασιμότητας ο περί αμύνης ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου, εφόσον πέραν της καταθέσεως του μάρτυρος Κ. Τ. ενώπιον μόνον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί της οποίας θα γίνει μνεία κατωτέρω, ουδείς από τους λοιπούς εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσε ότι ο τρίτος πυροβολισμός ρίφθηκε από τον κατηγορούμενο προς απόκρουση προηγηθείσης επιθέσεως κατ' αυτού με πυροβολισμό από τον παθόντα Β. Σ., ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο προκύπτει τέτοιο περιστατικό. Ο μάρτυς Κ. Τ. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ουδόλως επικαλέσθηκε ότι ανταποδόθηκε ο δεύτερος πυροβολισμός του κατηγορουμένου με πυροβολισμούς του ιδίου και του παθόντα Β. Σ.. Για πρώτη φορά ο μάρτυς αυτός κατέθεσε περί ανταπόδοσης του δευτέρου πυροβολισμού του κατηγορουμένου με πυροβολισμούς του ιδίου και του Β. Σ., στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη δίκη επί της οποίας η αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 121-125/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και επανέλαβε και στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως. Όμως, ως εκ του γεγονότος ότι τέτοιο περιστατικό δεν κατατέθηκε από τον ίδιο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η κατάθεση του ως προς το σημείο αυτό ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, δεν κρίνεται πειστική. Εξ άλλου, ο κατηγορούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ουδόλως προέβαλε ισχυρισμό περί του ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση άμυνας κατά τη ρίψη του τρίτου πυροβολισμού προς απόκρουση εναντίον του ριφθέντων πυροβολισμών από τους αστυνομικούς. Οι τελευταίοι έριξαν με τα υπηρεσιακά τους όπλα πυροβολισμούς στον αέρα μετά την επιβίβαση του τραυματισθέντος Β. Σ. στο υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας προς διακομιδή του στο Νοσοκομείο διότι έπρεπε να διέλθουν μπροστά από την οικία του κατηγορουμένου και εφοβούντο μήπως ο κατηγορούμενος επιτεθεί εκ νέου εναντίον τους. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ο περί άμυνας ισχυρισμός (άρθρο 22 ΠΚ) του κατηγορουμένου καθώς και εκείνος περί υπερβάσεως των ορίων της άμυνας από πρόθεση η αλλιώς αμέλεια καθόσον αν δεν υπάρχει άμυνα, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 23 ΠΚ. Κατά το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων, ο κατηγορούμενος έπασχε από διαταραχή προσωπικότητας, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σχιζότυπη διαταραχή και δεν ακολουθούσε κάποια φαρμακευτική αγωγή. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να έχει μειωμένη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με την περί τούτου αντίληψη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής, κατά την τέλεση των πράξεών του, μειωμένου καταλογισμού κατ' άρθρο 36 ΠΚ. Ο κατηγορούμενος διέπραξε την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή με τη χρήση του δίκαννου κυνηγετικού όπλου τύπου ΒΑΪΚΑΛ ευρισκόμενος σε υποτροπή διότι διέπραξε αυτή μέσα σε πέντε χρόνια αφότου καταδικάστηκε για τα εγκλήματα της βαριάς, σωματικής βλάβης και της οπλοχρησίας σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 4 μηνών δυνάμει της υπ' αριθμ. 843/4-7-2001 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και της οπλοχρησίας με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, πράξεις τις οποίες διέπραξε ευρισκόμενος σε κατάσταση ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάσει τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 του ΠΚ και 1 παρ. 1 περ. β', δ', 14 του ν. 2168/93, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι : 1) το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο (με αριθμ. 9) από 28-9-2004 ιατρική πραγματογνωμοσύνη των νευρολόγων - ψυχιάτρων του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Βόλου Η. Κ. και Κ. Σ., αφού από όλο το προαναφερθέν περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι οι παραδοχές του συμπίπτουν και ταυτίζονται με το συμπέρασμα και τις διαπιστώσεις της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης και δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά αυτή είτε στο προοίμιο του σκεπτικού είτε στο κείμενο της αποφάσεως (ΑΠ 1785/2009), 2) το δικαστήριο δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του ελαττωμένου καταλογισμού, 3) έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, 4) η παραδοχή από το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό με τη σύγχρονη παραδοχή ότι το έγκλημα αυτό διαπράχθηκε από τον αναιρεσείοντα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ουδεμία αντίφαση ενέχει, 5) επίσης το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, ότι τέλεσε την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή υπό το κράτος βρασμού ψυχικής ορμής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι "δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τους αστυνομικούς" δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα επ' αυτού. Παρά ταύτα με πλήρη αιτιολογία απέρριψε και τον ισχυρισμό αυτόν. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως ,είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται με επίκληση, κατ' επίφαση των παραπάνω λόγων, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-11-2010 αίτηση του Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... Μαγνησίας για αναίρεση της 77-82/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση με την επίκληση των λόγων: α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 941/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Ντιντή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2367/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Τρικάλων. Το Μονομελές Πλημ/κείο Τρικάλων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1488/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 2367/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, ότι το δικαστήριο είναι σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ουσία της διαφοράς, απορριπτομένων των αιτημάτων του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ και περί επιτόπιας θεώρησης του επιδίκου. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν με το κατηγορητήριο πράξη και συγκεκριμένα ότι στο Δ. Δ ... και στη θέση "..." κατά το χρονικό διάστημα από 20-07-2009 έως και 07-08-2009 εκ προθέσεως και άνευ δικαιώματος διατάραξε την κανονική ροή του αρδευτικού ύδατος, ήτοι εμποδίζει να περάσει το αρδευτικό νερό από το αυλάκι που υπάρχει στο κτήμα του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ποτίσει τα κτήματά του ο Τ. Σ., κάτοικος ..., τα οποία είχε σπαρμένα με φασόλια, πατάτες και φυτευμένες 30 νεόφυτες καρυδιές, προξενώντας ζημία σ' αυτόν 120 ευρώ. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την προαναφερθείσα πράξη, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί εικοσαετούς παραγραφής της πράξης (αφού αυτή άρχισε να τελείται από 20-7-2009 και έκτοτε)." Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της αγροτικής φοράς και του επέβαλε την ποινή του προστίμου από 80 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, και 384 του Π.Κ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 και 41 του Ν. 3585/2007. Ειδικότερα, αιτιολογείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση και χωρίς να έχει δικαίωμα, διατάραξε την κανονική ροή του αρδευτικού ύδατος και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 20-7-2009 έως 7-8-2009, εμπόδισε τη ροή του αρδευτικού ύδατος από το αυλάκι που διερχόταν από το κτήμα του, με αποτέλεσμα να στερηθεί ο πολιτικώς ενάγων της δυνατότητας να ποτίσει τα κτήματά του, στα οποία υπήρχαν οι αναφερόμενες καλλιέργειες, και συνέπεια να υποστεί ζημία 120 ευρώ. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) ότι υφίσταται απόλυτη ακυρότητα διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε σε βάρος του αποζημίωση από 120 ευρώ, χωρίς να έχει υποβληθεί από μέρους του παθόντος ανάλογο αίτημα, β) ότι είναι απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του, διότι, κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα), δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, γ) ότι εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξεως, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, λόγω παραγραφής, και δ) ότι το Δικαστήριο χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν για τους παρακάτω λόγους: Η υπό στοιχείο (α) αιτίαση, είναι αβάσιμη, διότι, στην περίπτωση τελέσεως του αγροτικού αδικήματος της αγροτικής φθοράς, το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως χωρίς δηλαδή αίτηση του δικαιούχου, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 7 του ν. 3585/2007, να επιδικάσει ολόκληρη τη ζημία που βεβαιώθηκε ανεξαρτήτως ποσού (ΑΠ 580/1995). Η υπό στοιχείο (β) αιτίαση, ότι δηλαδή είναι απαράδεκτη η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του, γιατί δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και ως εκ τούτου, είναι αβάσιμη. Επίσης, και η υπό στοιχείο (γ) αιτίαση, είναι αβάσιμη, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι από τις 20-7-2009 μέχρι 7-8-2009, που σύμφωνα με τις παραδοχές ο αναιρεσείων τέλεσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, μέχρι και τις 27-5-2010, που εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό η σε βάρος του κατηγορία, δεν παρήλθε ο χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής του αδικήματος αυτού. Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 61 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, την, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι το δικαστήριο πείσθηκε από την όλη αποδεικτική διαδικασία και τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι είναι σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, για την ουσία της υπόθεσης, ώστε να μη συντρέχει περίπτωση αναβολής της δίκης κατά την άνω διάταξη. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-10-2010 αίτηση του Η. Δ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2367/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια πενήντα(250) ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγροτική φθορά. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή και εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ορθή ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 936/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ-Ιωάννη Βουράκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.219,253/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1411/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 του ΠΚ "Όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών, αν από τη πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από τη πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε θάνατος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται : α) πρόκληση πυρκαγιάς με οποιονδήποτε τρόπο η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σημαντικό και όχι συνηθισμένης εκτάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί και β) δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών ή σε άνθρωπο. Κίνδυνος δε ανθρώπου υπάρχει, όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, έστω και ενός μη κατά πρόσωπον προσδιορισμένου ανθρώπου. Η ύπαρξη ή όχι του κινδύνου κρίνεται βάσει των δεδομένων τα οποία υφίστανται κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως δηλαδή της προκλήσεως της πυρκαγιάς και όχι αυτών που προέκυψαν μετά την τέλεση αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ' αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο, αρκούντος και του ενδεχομένου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 99 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.219, 253/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία για εμπρησμό εκ προθέσεως από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο, και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της πλειοψηφίας των μελών του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Κ. Π., αφού έπεισε τη Γ. Κ. να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 37.825.000 δρχ. για να ανοίξει κατάστημα τροφίμων και οικιακών ειδών (super market), συνέστησε κατά τον Ιούνιο του 1997 την ανώνυμη εταιρία "SUPER ΜΑRΚΕΤ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.", της οποίας φέρονταν τυπικά μέτοχοι ο ίδιος, η κόρη του Χ. Π., η Γ. Κ. και η Ε. Κ., κατά ποσοστό αντίστοιχα 2,1%, 80%, 15% και 2,9%, αυτός όμως είχε τον ουσιαστικό έλεγχο, και στη συνέχεια έθεσε τον ίδιο μήνα σε λειτουργία, σε πολυκατοικία της οδού Αχαρνών αρ. 286, στην Αθήνα, στον ισόγειο και ημιυπόγειο χώρο αυτής, συνολικής επιφάνειας 630 τ.μ., τη σχεδιαζόμενη επιχείρηση παντοπωλείου (κατάστημα super market). Η λειτουργία του καταστήματος αυτού ξεκίνησε με καλές προοπτικές, με την πάροδο όμως του χρόνου παρουσίασε φθίνουσα πορεία,, κυρίως διότι o κατηγορούμενος έπαιρνε ο ίδιος τις εισπράξεις και δεν τις χρησιμοποιούσε για τον ανεφοδιασμό του καταστήματος σε προϊόντα και για την εξόφληση των υποχρεώσεων της επιχείρησης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος προχώρησε κατά το Δεκέμβριο του 1997 στην ασφάλιση της εν λόγω επιχείρησης κατά των κινδύνων πυρός, αποβλέποντας στην είσπραξη της σχετικής ασφαλιστικής αποζημίωσης. Ειδικότερα αυτός συνήψε ασφαλιστική σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρία Μetrolife ΑΕΓΑ, ετήσιας διάρκειας (από 03.12.1997 έως 30.12.1998), για το ποσό συνολικά των 209.000.000 δρχ. Το κεφάλαιο αυτό κάλυψε η ασφαλιστική εταιρία, χωρίς τη διενέργεια εκ μέρους της σχετικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά ύστερα από δήλωση της αξίας της επιχείρησης εκ μέρους του ίδιου του κατηγορουμένου. Πράγματι όμως η αξία των εμπορευμάτων και εν γένει της επιχείρησης αυτής δεν υπερέβαινε το ποσό των 50.000.000 δρχ. Από τις 14.1.1998 η εν λόγω επιχείρηση λειτουργούσε με μία μόνο υπάλληλο και με την παροχή των υπηρεσιών του κατηγορουμένου και της Ε. Κ.. Μάλιστα κατά τις 23.2.1998 στο κατάστημα υπήρχαν μικρές μόνο ποσότητες εμπορευμάτων και τα ψυγεία ήσαν σχεδόν άδεια από προϊόντα. Το κατάστημα ήταν εφοδιασμένο, με πρωτοβουλία του Κ. Π., με σύστημα συναγερμού εγκατεστημένο από την εταιρία "DELTA FORCE - Υπηρεσίες Ασφαλείας Καταστημάτων", με τον τερματικό υπολογιστή της οποίας ήταν συνδεδεμένο, και με σύστημα πυρανίχνευσης, εγκατεστημένο από την εταιρία "Χ. Α. ΕΠΕ", το οποίο όμως παραδόξως δεν ήταν συνδεδεμένο με κανένα κέντρο λήψεως σημάτων, με αποτέλεσμα - να καθίσταται αναποτελεσματικό τη νύχτα και γενικά τις ώρες που το κατάστημα ήταν κλειστό. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 24.2.1998 ο κατηγορούμενος προχώρησε στην υλοποίηση του σχεδίου του για την πρόκληση πυρκαγιάς στο πιο πάνω ασφαλισμένο κατά του κινδύνου πυρός κατάστημα. Συγκεκριμένα αυτός την 02.49' ώρα της 24.2.1998 άνοιξε με το κλειδί την πίσω είσοδο (έξοδο διαφυγής) του καταστήματος και μπήκε σ' αυτό, απενεργοποιώντας αμέσως το συναγερμό, του οποίου γνώριζε τον κωδικό χειρισμού, ώστε να μην ηχήσει. Ακολούθως κατευθύνθηκε στο κέντρο του καταστήματος στο ημιυπόγειο και συγκεκριμένα στον προβλεπόμενο από το αρχικό σχέδιο χώρο επεξεργασίας κρεάτων, στον οποίο όμως ουδέποτε εγκαταστάθηκε ο κατάλληλος εξοπλισμός (ψυγεία κατάψυξης και συντήρησης) και δεν υπήρχαν ηλεκτρικά καλώδια και ο οποίος δεν χρησιμοποιήθηκε για τέτοιο σκοπό. Εκεί. περιέβρεξε με κατάλληλο εύφλεκτο υλικό που παράγει ένταση (θερμογόνο δύναμη), όπως είναι το πετρέλαιο, μεγάλη ποσότητα κενών χαρτοκιβωτίων, που είχαν προηγουμένως εναποτεθεί (αποθηκευτεί), έβαλε φωτιά και την 03.39'. ώρα βγήκε από την κύρια είσοδο, έχοντας και πάλι φροντίσει να μην ηχήσει ο συναγερμός. Η πυρκαγιά αυτή που προκάλεσε ο κατηγορούμενος είχε μεγάλη ένταση και. ταχεία ανάπτυξη, κυρίως επειδή περιεβράχησαν χαρτοκιβώτια με το προαναφερόμενο υλικό. Η φωτιά βγήκε από ένα άνοιγμα (φεγγίτη), που υπήρχε κοντά στην εστία της, και επεκτάθηκε στο πατάρι του καταστήματος, το οποίο κατέστρεψε, ενώ προκάλεσε ακόμη φθορές και στο παρακείμενο παιδικό ιατρείο που στεγαζόταν στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Η φωτιά δεν πήρε τελικά μεγάλη έκταση, κυρίως διότι επενέβη έγκαιρα και αποτελεσματικά η Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία, αφού άδειασε την πολυκατοικία από τους ενοίκους της, κατάφερε να την καταστείλει. Από την πυρκαγιά αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των ενοίκων της συγκεκριμένης πολυκατοικίας, αλλά και των παρακείμενων οικιών. Πράγματι η ένταση της πυρκαγιάς ήταν μεγάλη και η εξάπλωση της ταχύτατη. Θα πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι η πυρκαγιά αυτή έλαβε χώρα σε κατάστημα, στο οποίο μάλιστα υπήρχαν και εύφλεκτα υλικά, που βρισκόταν στο ισόγειο πολυώροφης πολυκατοικίας, οι επόμενοι όροφοι της οποίας κατοικούνταν από πολλούς ανθρώπους, ότι η πυρκαγιά μπορούσε εύκολα να επεκταθεί στους πάνω ορόφους, λόγω της στενής γειτνίασης, της έντασης και της ταχύτητας της και ακόμη να αιφνιδιάσει, λόγω της ώρας που εξερράγη, τους ενοίκους της πολυκατοικίας, οι περισσότεροι από τους οποίους εκείνη την ώρα κοιμόντουσαν. Όλες αυτές οι περιστάσεις καθιστούσαν πολύ πιθανή την προσβολή της σωματικής ακεραιότητας, αλλά και της ζωής των ενοίκων κυρίως της πολυκατοικίας και δευτερευόντως των παρακείμενων οικιών. Ο επαπειλούμενος αυτός κίνδυνος απεφεύχθηκε, λόγω της έγκαιρης και αποτελεσματικής επέμβασης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, το προσωπικό της οποίας κατέβαλε εργώδεις προσπάθειες για την κατάσβεση της. Ο κατηγορούμενος είχε σαφή γνώση του προαναφερόμενου κινδύνου για ανθρώπους, που μπορούσε να προκύψει από το σχέδιο του να βάλει φωτιά στο κατάστημα του. Παρόλα αυτά όμως προχώρησε στην υλοποίηση του σχεδίου του αυτού, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο της συγκεκριμένης διακινδύνευσης της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ανθρώπων από την ενέργεια του αυτή. Όσα δε αντίθετα αυτός υποστηρίζει ελέγχονται αβάσιμα. Ότι η πυρκαγιά στο πιο πάνω κατάστημα οφείλεται σε ανθρώπινο χέρι πειστικά εξηγείται από τους μάρτυρες-πραγματογνώμονές Σ. Μ. και Ι. Χ., τόσο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τους, όσο και με τις καταθέσεις τους στο ακροατήριο. Η θέση αυτή ενισχύεται και από την εκτίμηση των υπόλοιπων στοιχείων της δικογραφίας και δεν αποδυναμώνεται από αντίθετα ανεπέρειστα στοιχεία. Η πυρκαγιά αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε βλάβη του ηλεκτρικού πίνακα, ούτε σε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το χώρο της εστίας της πυρκαγιάς δεν διερχόταν ηλεκτρικό καλώδιο. Εξάλλου διαπιστώθηκε ότι οι ηλεκτρικοί πίνακες και οι ασφάλειες των μετρητών της ΔΕΗ δεν είχαν καεί. Από τη συνολική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων δημιουργείται στο Δικαστήριο πλήρης δικανική πεποίθηση ότι η φωτιά στο κατάστημα (super market) της ανώνυμης εταιρίας "SUPER ΜΑRΚΕΤ ΚΩΝΣΤΑNΤΙΝΟΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ Α.Ε." μπήκε από τον κατηγορούμενο με τον προαναφερόμενο τρόπο. Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν διαπιστώθηκε καμία παραβίαση των θυρών του καταστήματος και ότι κλειδιά αυτού διέθεταν μόνο ο κατηγορούμενος και η Ε. Κ., για την οποία όμως δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να τη συνδέει με τον επίμαχο εμπρησμό. Ακόμη ο κωδικός αριθμός όπλισης και αφόπλισης του συναγερμού ήταν γνωστός μόνο στα δύο αυτά πρόσωπα. Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι το σύστημα πυρανίχνευσης, το οποίο εγκαταστάθηκε με πρωτοβουλία του κατηγορουμένου, δεν είχε συνδεθεί με κανένα κέντρο λήψεως σημάτων, γεγονός για το οποίο δεν δόθηκε καμιά πειστική εξήγηση από την πλευρά του κατηγορουμένου. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη του εμπρησμού με πρόθεση από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 264 στοιχ.β'του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α)πλήρως αιτιολογείται η δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου σε άνθρωπο από την πυρκαγιά με τις παραδοχές: "...Από την πυρκαγιά αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των ενοίκων της συγκεκριμένης πολυκατοικίας αλλά και την παρακείμενων οικιών. Πράγματι η ένσταση της πυρκαγιάς ήταν μεγάλη και η εξάπλωσή της ταχύτατη. Θα πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ότι η πυρκαγιά αυτή έλαβε χώρα σε κατάστημα, στο οποίο υπήρχαν εύφλεκτα υλικά που βρίσκονταν στο ισόγειο πολυώροφης πολυκατοικίας, οι επόμενοι όροφοι της οποίας κατοικούνταν από πολλούς ανθρώπους. Ότι η πυρκαγιά μπορούσε εύκολα να επεκταθεί στους πάνω ορόφους, λόγω της στενής γειτνίασης, της ένστασης και της ταχύτητας της και ακόμη να αιφνιδιάσει, λόγω της ώρας που εξερράγη, τους ενοίκους της πολυκατοικίας, οι περισσότεροι από τους οποίους εκείνη την ώρα κοιμόντουσαν....Ο κατηγορούμενος είχε σαφή γνώση του προαναφερόμενου κινδύνου για ανθρώπους που μπορούσε να προκύψει από το σχέδιο του να βάλει φωτιά στο κατάστημα του..." β)πλήρως αιτιολογείται ότι την πυρκαγιά προκάλεσε ο κατηγορούμενος με τις παραδοχές "Συγκεκριμένα αυτός (εννοεί ο κατηγορούμενος) την 02.49 ώρα της 24-2-1998 άνοιξε με το κλειδί την πίσω είσοδο του καταστήματος και μπήκε σ'αυτό, ...κατευθύνθηκε στο κέντρο του καταστήματος....περιέβρεξε με κατάλληλο εύφλεκτο υλικό που παράγει ένσταση (θερμογόνο δύναμη), όπως είναι το πετρέλαιο, μεγάλη ποσότητα κενών χαρτοκιβωτίων, που είχαν προηγουμένως εναποτεθεί (αποθηκευτεί), έβαλε φωτιά...ότι η φωτιά οφείλεται σε ανθρώπινο χέρι...". Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε'του ΚΠοινΔ δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αναιρέσεως, πλήττουν, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, η διαλαμβανόμενη στον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του διότι παρέλειψε να διατάξει την απόδοση σ'αυτόν της εγγυήσεως που κατέβαλε προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, όπως είχε διατάξει το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι δεν υπάγεται σε κάποιον λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Κ. Π. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.219, 253/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρί αση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για εμπρησμό από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
null
null
0
Αριθμός 935/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Ε., κατά κόσμον Φ. Σ. του Γ., Μοναχού και κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά για διόρθωση της υπ'αριθμ. 2000/2010 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ε., κατά κόσμον ..., 2)Δ., κατά κόσμον Κ. Ν. του Ι., 3)Π., κατά κόσμον Ι. Κ. του Κ. και 4)Χ., κατά κόσμον ..., Μοναχών και κατοίκων ... . Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο αιτών ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 190/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε διατάσσει αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους τη διόρθωση ή τη συμπλήρωσή της, εφόσον απ' αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της αποφάσεως και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η διορθωτέα απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την υπό διόρθωση 2000/2010 απόφαση προκύπτει, με την απόφαση αυτή του Ζ 'Τμήματος του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτή η από 24 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του νυν αιτούντος την διόρθωση και των συγκαταδικασθέντων με αυτόν κατηγορουμένων και αναιρέθηκε η 168/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου για όλους τους κατηγορουμένους, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, με το εξής αιτιολογικό: "όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και τα πρακτικά αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτό, συγκροτήθηκε από τον Σπυρίδωνα Γρηγοράτο, Πρόεδρο Εφετών και τους εφέτες Σάββα Κυριακίδη, Γεώργιο Ταμβακάκη, Γεώργιο Κουρούση και Αμαλία Ζαρκαδούλα. Από το αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο καταλήγει, μετά μυστική διάσκεψη, σε απόφαση περί ενοχής, κατά πλειοψηφία, κατά τη γνώμη των τριών δικαστών της συνθέσεως των Εφετών Σάββα Κυριακίδη, Γεωργίου Κουρούση και Αμαλίας Ζαρκαδούλα, ψηφισάντων υπέρ της ενοχής των κατηγορουμένων, ενώ δύο δικαστές του δικαστηρίου, οι Σπυρίδων Γρηγοράτος, Πρόεδρος Εφετών, και ο εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, μειοψήφησαν και δη ψήφισαν υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων. Όμως, από την αντιπαραβολή των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού προκύπτει ότι το μέλος της συνθέσεως, ο εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, ψήφισε δύο φορές και μάλιστα ταυτόχρονα υπέρ της ενοχής και υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων, ενώ ο εφέτης Σάββας Κυριακίδης δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου που συμμετείχε ως τακτικό μέλος της συνθέσεως, όπως θα 'πρεπε κατά νόμο. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως άκυρη για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, κατά το χρόνο που έλαβε σε διάσκεψη και δημοσίευσε την κατά πλειοψηφία καταδικαστική απόφασή του. Όμως, από προφανή παραδρομή, στο παραπάνω αιτιολογικό της άνω αναιρετικής αποφάσεως, αναγράφεται ότι ο εφέτης Σάββας Κυριακίδης δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου, αντί του ορθού ότι ο εφέτης Γεώργιος Ταμβακάκης δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της αποφάσεως του άνω Πενταμελούς Εφετείου. Συντρέχει, επομένως περίπτωση, να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η διόρθωση του αιτιολογικού, καθόσον πρόκειται για λάθος από παραδρομή, που δεν δημιουργεί ακυρότητα, από τη διόρθωση δε αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση και το διατακτικό της, ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πραγματικά συνέβησαν στο ακροατήριο. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διορθώνει την 2000/2010 απόφαση του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου και δη το αιτιολογικό αυτής, στη σελίδα 10 και στίχο 23, ως προς το όνομα του εφέτη μέλους της συνθέσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, που αναφέρεται ότι δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της αναιρεθείσας 68/2009 αποφάσεως του άνω δικαστηρίου, από το εσφαλμένως αναγραφέν όνομα "Σάββας Κυριακίδης" στο ορθό "Γεώργιος Ταμβακάκης". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 145 παρ.1 και 2 ΚΠΔ. Διόρθωση λάθους αιτιολογικού αναιρετικής απόφασης Αρείου Πάγου.
null
null
2
Αριθμός 935/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-1996 και 25-5-1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/1999 και 162/1999 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 2768/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-12-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1036/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2768/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3292/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2010 αίτησή του και τους από 10-1-2011 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Αν η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ), μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε, ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού, εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι, µε την 11758/95 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την 23/1995 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε τελεσίδικα ότι η αναιρεσίβλητη, "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", περιήλθε από την 9-8-1990 σε κατάσταση υπερημερίας, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος δικηγόρου µε τον οποίο συνδεόταν µε σύμβαση έµµισθης εντολής και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της για καταβολή μισθών υπερημερίας. Μετά την έκδοση της άνω απόφασης ακολούθησε η άσκηση των από 25-11-96 και 25-5-1997 αγωγών, (ενδίκων), µε την πρώτη των οποίων ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 μέχρι 31-12-1993 το ποσό των 27.290.546 δρχ. µε το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιµέρους κεφάλαιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και µε τη δεύτερη να υποχρεωθεί να του καταβάλει 62.401.892 δρχ. για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου 1-1-1994 μέχρι 31-12-1996 µε το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιµέρους κεφάλαιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Επ' αυτών εκδόθηκαν οι 31/99 και 162/99, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά την άσκηση εφέσεων εναντίον των, η 2768/01 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία, αφού τις συνεκδίκασε, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες και στην συνέχεια δίκασε επί των αγωγών, τις οποίες δέχθηκε μερικά ως ουσιαστικά βάσιμες, αναγνωρίζοντας αφενός μεν την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 9.870.862 δρχ. µε το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται σ' αυτήν για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου 1-1-1992 μέχρι 31-12-1993 και υποχρεώνοντάς την αφετέρου να του καταβάλει 59.758.462 δρχ., για την ίδια αιτία, αλλά για την χρονική περίοδο 1-1-1994 μέχρι 31-12-1996. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο ηττηθείς ενάγων άσκησε την από 17-12-2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εξεδόθη η 1036/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίθηκε, ότι το Εφετείο Α) δεχόμενο ότι 1) οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος από αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992, μαζί με τους τόκους, ανέρχονταν σε 13.691.703 δρχ. 2) έναντι του χρέους αυτού η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα στις 20-5-1997, 15.000.000 δρχ. τις οποίες καταλόγισε α) 13.691.703 δρχ. στο κεφάλαιο και στους τόκους των αξιώσεων του αναιρεσείοντος του έτους 1992, β) 1.038.297 δρχ. στους τόκους των αξιώσεων του έτους 1993, από τους οποίους απέμεινε υπόλοιπο 340.168 δρχ., παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ, διότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε συμφωνία διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμό απ' αυτή άλλης σειράς, διαφορετικής από την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ και λήψη της παροχής από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την ορισθείσα από τον οφειλέτη σειρά, έπρεπε να γίνει ο καταλογισμός κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 ΑΚ και να αφαιρεθεί το ποσό των 15.000.000 δρχ. πρώτα από τους τόκους επί του κεφαλαίου των μισθών υπερημερίας του έτους 1992 και Β) αν και από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25-5-1997 αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ζήτησε, όπως υπολογισθούν στις τακτικές του αποδοχές τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αδείας και το επίδομα ισολογισμού, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι δεν περιλαμβάνονταν στο σχετικό της κεφάλαιο, με την κρίση του δε αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναίρεσε εν μέρει την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου, με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει, κατά το αναιρούμενο μέρος της (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και ότι 1) το συνολικό ποσό των τόκων για το έτος 1992 ανήλθε σε 8.511.678 δρχ. και του κεφαλαίου σε 5.383.068 δρχ. δηλαδή συνολικά σε 13.691.703 δρχ. 2) το ποσό των 15.000.000 δρχ. που καταβλήθηκε την 20-5-1997 πρέπει να καταλογιστεί στους τόκους του έτους 1992 ήτοι στο ποσό των 8.511.678 δρχ. και στη συνέχεια στο κεφάλαιο ήτοι στο ποσό των 5.383.068 δρχ. ενώ το εναπομείναν υπόλοιπο στους τόκους των αποδοχών του έτους 1993. 3) Οι τόκοι των αποδοχών του καλούντος για τον Ιανουάριο του 1993 ανήλθαν την 20-5-1997 ημέρα καταβολής των 15.000.000 δρχ. στο µη αμφισβητούμενο ποσό των 1.378.465 δρχ. στο οποίο πρέπει να καταλογιστεί το υπόλοιπο των 1.038.297 δρχ. µε αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο τόκων του άνω μηνός (Ιανουαρίου 1993) να περιοριστεί σε εκείνο των 340.168 δρχ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί το µη αμφισβητούμενο ποσό των 9.530.697 δρχ., που αντιστοιχεί σε αποδοχές του έτους 1993, ώστε το τελικά οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό για όλο το έτος 1993 να ανέλθει σε 9.870.862 δρχ. Στην κρίση του αυτή κατέληξε γιατί υπέλαβε, εσφαλμένα, ότι με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι το καταβληθέν ποσό των 15.000.000 δρχ. πρέπει να καταλογιστεί πρώτα στους τόκους του έτους 1992 και μετά στο κεφάλαιο του έτους αυτού δηλαδή τις αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992, ενώ, κατά την απόφαση του Αρείου Πάγου, το παραπάνω ποσό έπρεπε να καταλογιστεί κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 ΑΚ δηλαδή, πρώτα στους τόκους επί των μισθών υπερημερίας του έτους 1992, στη συνέχεια στους τόκους επί των μισθών υπερημερίας του έτους 1993, {μέχρι την καταβολή (20-5-1997) του παραπάνω ποσού} και μετά, εφόσον τούτο δεν εξαντλείται, στις αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την, από 4-5-1999 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 31/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 25-11-1996 αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 28.968 ευρώ (ισόποσο των 9.870.862 δρχ.). Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει για τον παραπάνω λόγο, το δικαστήριο της παραπομπής υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, ως βάσιμου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3292/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, και ο λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
null
null
0
Αριθμός 936/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Σ. Π., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στη ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γκούβα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Η. του Γ., 2) Α. συζ. Η. Η., το γένος Γ. Π., 3) Μ. Η. του Η., 4) Θ. Η. του Η., όλων κατοίκων περιοχής ..., 5) Θ. χας Μ. Η., κατοίκου ..., 6) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... και 8) Σ. Π. του Π., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Κουνέλη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Ο 7ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χλωρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 5η, 6ος και 8ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2001 αγωγή των ήδη έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος, (κατά το δεύτερο μέρος του), αληθώς από τον αρ. 1 και όχι 8 και 14 του άρθρου 559, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 9036/30-9-2010 και 8918/3-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χίου, ..., την από 30-9-2010 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρχιφύλακα ... και την από 30-9-2010 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής στον υπάλληλο των ΕΛΤΑ Χίου, τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως), και της κλήσεως προς εμφάνιση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-1-2011, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους έκτο (Γ. Π.) και όγδοο (Σ. Π.), από τους αναιρεσίβλητους. Για την άγνωστης διαμονής πέμπτη (Θ. χήρα Μ. Η.), αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την 5840/17-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει, η επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως, προς εμφάνιση κατά την ίδια δικάσιμο, έγινε, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αυτός υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη του δικογράφου, που του κοινοποιήθηκε, στις εφημερίδες "Αυγή" και "Ελεύθερη Ώρα". Η αναιρεσείουσα επιμελήθηκε για τη δημοσίευση περιλήψεως αυτού του δικογράφου στις παραπάνω εφημερίδες, στα φύλλα της 22 Σεπτεμβρίου 2010, δηλαδή πριν από ενενήντα ημέρες από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι (Θ. χήρα Μ. Η., Γ. Π. και Σ. Π.), δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, η οποία είναι νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική και για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή των, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως οι συνεναγόμενοι αυτού. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι, κατά το μέρος της αυτό, απαράδεκτη, διότι ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει, ως προς αυτούς, την απόφαση, εκτός αν διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, η αναίρεση, κατά το μέρος της, που απευθύνεται κατά των Ν. Μ. και Σ. Π., που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως συνεφεσίβλητοι της αναιρεσείουσας, στην έφεση των πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και, συνεπώς, δεν ήταν αντίδικοι, αλλά ομόδικοι της αναιρεσείουσας, ως αρχικώς συνεναγόμενοι, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη ευνοϊκή γι' αυτούς (έβδομο και όγδοο αναιρεσιβλήτους), η οποία να την βλάπτει. Η αγωγή που έχει περιεχόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος σε ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, που επήλθε σε εργάτη ή υπάλληλο των επιχειρήσεων του άρθρου 2 του Ν. 551/1915, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότου και αποδίδεται σ' αυτόν και στους προστηθέντες από αυτόν, για τους οποίους ευθύνεται, πταίσμα για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠολΔ, εφόσον αξιώνεται ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας, που τελέσθηκε εξ αφορμής της εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη, αγωγή, οι με αυτήν ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι ο Γ. Η. (γιός, αδελφός και εγγονός των) εργαζόμενος, κατόπιν καταρτισθείσης με το δεύτερο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας σε ανεγειρόμενη οικοδομή ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας), υπό την επίβλεψη του τρίτου εναγομένου πολιτικού μηχανικού, υπέστη κατά την εκτέλεση της εργασίας του ηλεκτροπληξία από την οποίαν επήλθε ο θάνατός του, οφειλόμενος στην προσδιοριζόμενη αµέλεια όλων των ανωτέρω, όπως αυτή για καθένα, ειδικότερα, προσδιορίζεται, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ειδικότερα "η πρώτη ως εργοδότρια αυτού, ο δεύτερος ως εργολάβος και ο τρίτος ως επιβλέπων μηχανικός", να καταβάλουν στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα ποσά ως χρηµατική ικανοποίησή τους. Η αγωγή αυτή, έχοντας τέτοιο περιεχόμενο και αίτηµα, υπάγεται σύµφωνα µε όσα προεκτέθηκαν στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Χίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφόσον οι ενάγοντες θεμελιώνουν την αξίωσή τους στην επικαλούμενη ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως εργοδότου του θανόντος. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τις, από το άρθρο 559 αριθ. 5 και 14, αιτιάσεις του, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αναρμοδιότητα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι ως προς την αναιρεσείουσα, κυρία του έργου, η διαφορά έπρεπε να εισαχθεί στο καθύλην αρμόδιο Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω, στο σύνολο του, αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, καθιερώνει την υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου και το άρθρο 15 του κ.ν. 551/1915 ορίζει ότι "οι απαιτήσεις από εργατικό ατύχημα δεν υπόκεινται στο τέλος αυτό". Μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2) σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου, κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάστηκε ερήμην αλλά κατ' αντιμωλία. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 του κ.ν. 551/1915, που εφάρμοσε ανάλογα ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, με το να μη θεωρήσει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους ερήμην δικαζόμενους, μολονότι αυτοί, κατά τη συζήτηση της αγωγής τους, διωκούσης την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης εξ εργατικού ατυχήματος, στο Πρωτοδικείο, δεν είχαν καταβάλει το ανάλογο δικαστικό ένσημο, είναι απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον, παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Περαιτέρω, επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη, καταρχήν μεν, δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπηρώς, ιδίως ως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο. Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του οικείου τους, που προκλήθηκε από εργατικό ατύχημα. Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο θάνατος του παθόντος, που επήλθε από βίαιο συμβάν, κατά τον χρόνο παροχής της εργασίας του, οφείλεται σε υπαίτιες παραλείψεις του εργολάβου, πραγματικού εργοδότη του θανόντος, ο οποίος τον προσέλαβε και του πολιτικού μηχανικού και εποπτεύοντος την εκτέλεση του ως άνω έργου, για λογαριασμό της κυρίας του έργου (αναιρεσείουσας) και προστηθέντος από αυτήν στην επίβλεψη εκτελέσεώς του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται από κοινού και εκείνη. Με το δεύτερο, (κατά το δεύτερο μέρος του), αληθώς από τον αρ. 1 και όχι 8 και 14 του άρθρου 559, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη σχέση προστήσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πολιτικού μηχανικού, δίχως αυτά να αναφέρονται στην αγωγή και εξ αιτίας αυτού δεν κήρυξε απαράδεκτη αυτήν. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, στην οποία παραδεκτά προβαίνει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκειμένου οι αναιρεσίβλητοι να θεμελιώσουν ευθύνη της αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου, επικαλούνται μόνο ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται ως εργοδότης του έργου και υπεύθυνη για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, ο δεύτερος ως εργολάβος και υπεύθυνος για τη λήψη των μέτρων ασφαλείας και ο τρίτος, ως επιβλέπων μηχανικός, υπεύθυνος για την καθοδήγηση των κυρίας του έργου και του εργολάβου, για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, δίχως να επικαλούνται και πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν σχέση προστήσεως, (την οποία έστω και ως νομική έννοια δεν αναφέρουν στο δικόγραφο), μεταξύ της αναιρεσείουσας κυρίας του έργου και του πολιτικού μηχανικού, στην ύπαρξη της οποίας και μόνο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η ευθύνη της θεμελιώθηκε στη σχέση προστήσεως μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγομένου εργολάβου του έργου, στήριξε την κρίση του και δέχθηκε στη συνέχεια ότι η υποχρέωσή της για την καταβολή της επιδικασθείσας σε βάρος της χρηματικής ικανοποίησης στηρίζεται στη σχέση προστήσεως, μεταξύ αυτής και του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, πλην των εβδόμου και ογδόου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα και η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα μόνο του παραστάντος εβδόμου αναιρεσιβλήτου, αφού ο όγδοος, λόγω της μη παράστασης του, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30-12-2009, αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους αναιρεσίβλητους Ν. Μ. και Σ. Π.. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσίβλητου, Ν. Μ., τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Αναιρεί την υπ' αριθ. 130/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους ίδιους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αναίρεση, που απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτη, εκτός αν απόφαση διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει. Η αγωγή που έχει περιεχόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης του θανατωθέντος σε ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότου και αποδίδεται σ’ αυτόν και στους προστηθέντες από αυτόν, πταίσμα για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663-676 ΚΠ0λΔ. 0 λόγος της αναίρεσης, για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 15 του κ.ν. 551/1915, είναι απαράδεκτος. Αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
null
null
0
Αριθμός 937/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το, από 30-1-2011, δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Η. του Γ., 2) Α. συζ. Η. Η., το γένος Γ. Π., 3) Μ. Η. του Η., 4) Θ. Η. του Η., όλων κατοίκων ..., 5) Θ. χας Μ. Η., κατοίκου ..., 6) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7) Δ. συζ. Σ. Π., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στη ... και 8) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2η, 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Κουνέλη. Η 7η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γκούβα. Ο 8ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χλωρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 5η και 6ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2001 αγωγή των ήδη έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2009 αίτησή του και τους από 30-1-2011 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και την από 6 -5-2011 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), και επομένως και από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Επομένως η παραίτηση του αναιρεσείοντος, από το από 30-1-2011 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους πρόσθετους αυτούς λόγους αναιρέσεως, που θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ). Αντίθετα, η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη Δ. Π., η οποία έγινε από τον αναιρεσείοντα, με την προσθήκη των προτάσεων του, που κατατέθηκαν την 20-5-2011 δηλαδή μετά τη συζήτηση της, δεν επέφερε την κατάργηση της δίκης ως προς αυτήν. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 3245Δ και 3246Δ/4-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χίου ... προκύπτει ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης, από 29-12-2009, αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-1-2011 και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσίβλητους Θ. χήρα Μ. Η. και Γ. Π.. Κατά την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία είναι νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική και για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή των, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως οι συνεναγόμενοι αυτού. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι, κατά το μέρος της αυτό, απαράδεκτη, διότι ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει ως προς αυτούς την απόφαση, εκτός αν διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, η αναίρεση, κατά το μέρος της, που απευθύνεται κατά των Δ. Π. και Ν. Μ., που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως συνεφεσίβλητοι του αναιρεσείοντος στην έφεση των πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και, συνεπώς, δεν ήταν αντίδικοι, αλλά ομόδικοι του αναιρεσείοντος, ως αρχικώς συνεναγόμενοι, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη ευνοϊκή γι' αυτούς (έβδομη και όγδοο αναιρεσιβλήτους), η οποία να τον βλάπτει. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως. Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, οι οποίες είναι 1. να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι, ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθ' όλη τη διάρκεια της διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78, 79 και 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως. γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κ.λπ., να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών. δ) Οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κ.λπ.) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου ... (αρ.78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79). Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων ... . Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ.111). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού. Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η, κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Κατά το έτος 1997 η πρώτη εναγομένη Δ. Π., έλαβε την με αριθμό 12/1997 άδεια από το τμήμα Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου για την προσθήκη ορόφου σε υπάρχουσα παλαιά ισόγειο οικοδομή ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή ..., η ισχύς της οποίας έληγε στις 29-1-2001. Την μελέτη και την επίβλεψη της ανέγερσης του ως άνω ορόφου, είχε αναλάβει κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια ο τρίτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Σ. πολιτικός μηχανικός. Η κατασκευή του εν λόγω ορόφου ήταν τμηματική και η ιδιοκτήτρια με επιλογή της ανέθετε σε διαφορετικούς εργολάβους την κατασκευή κατά τμήμα του έργου, χωρίς όμως να ασκεί επίβλεψη και να δίνει οδηγίες για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, αφού αρμόδιος προς τούτο ήταν ο επιβλέπων το έργο ως άνω μηχανικός. Οι εργασίες για την αποπεράτωση του ως άνω έργου, συνεχίστηκαν και μετά την 29-1-2001, που έληξε η ισχύς της προαναφερθείσης οικοδομικής άδειας και έτσι ο τρίτος εναγόμενος, επιβλέπων μηχανικός με εντολή της πρώτης εναγόμενης, κυρίας της οικοδομής, υπέβαλε τον Φεβρουάριο του 2001 στο αρµόδιο πολεοδομικό Γραφείο, αίτηση αναθεωρήσεως της ισχύος της, η οποία εγκρίθηκε στις 10-8-2001. Στις αρχές Ιουλίου του 2001 όταν η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων και ελαιοχρωματισμών, η πρώτη εναγόμενη, κατόπιν συµβάσεως έργου που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου Ν. Μ., του ανέθεσε εργολαβικά τις εργασίες επιχρισμάτων της ως άνω οικοδομής της. Με την ως άνω συµφωνία μεταξύ άλλων συνομολογήθηκε ότι την πρόσληψη του απαραίτητου εργατοτεχνικού προσωπικού για την εκτέλεση του έργου, θα έκανε ο δεύτερος εναγόμενος εργολάβος, αφού αυτή δεν διεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωµα διευθύνσεως των εργασιών. Σε εκτέλεση της ως άνω εργολαβικής συµβάσεως ο δεύτερος εναγόμενος, προσέλαβε μεταξύ άλλων εργατών, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτη και τον Γ. Η., γιό των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφό των τρίτου και τέταρτης αυτών και εγγονό των πέµπτης και έκτου των εναγόντων και άρχισαν οι εργασίες αυτές. Υπεράνω όµως της νοτιοανατολικής γωνίας της οικοδομής αυτής και σε ύψος 1,5 έως 2,5 μέτρα από τη στέγη διερχόταν εναέρια καλώδια του Δικτύου Μέσης Τάσεως της ΔΕΗ, την ύπαρξη των οποίων γνώριζαν τόσο ο δεύτερος εναγόμενος εργολάβος, όσον και ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείων) επιβλέπων μηχανικός, από τις επιτόπιες επισκέψεις τους στο χώρο των εργασιών. Στις 30-7-2001 και περί ώρα 8.45, ενώ ο εργάτης Γ. Η. εκτελούσε εργασίες επιχρισμάτων στην ανωτέρω οικοδομή και συγκεκριμένα κατά την αφαίρεση πήχεως αλουμινίου μήκους 5 µέτρων τον οποίο χρησιμοποιούσε για την επιπεδοποίηση επιχρισμάτων που εγένοντο επί τοίχου ύψους 50 εκατοστών που βρίσκεται στη στέγη του πρώτου ορόφου της οικοδομής, ανύψωσε τυχαία αυτόν στο ύψος των ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ, µε αποτέλεσμα να υποστεί ακαριαίο θάνατο λόγω ηλεκτροπληξίας. Ο θάνατος του Γ. Η., οφείλεται σε υπαίτιες παραλείψεις του ως άνω εργολάβου -πραγματικού εργοδότη του θανόντος, ο οποίος τον προσέλαβε και του πολιτικού μηχανικού και εποπτεύοντος την εκτέλεση του ως άνω έργου, για λογαριασμό της κυρίας του έργου, και προστηθέντος από αυτήν στην επίβλεψη εκτελέσεώς του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται από κοινού και εκείνη (άρθρ. 922 ΑΚ). Ειδικότερα η αμέλεια του τελευταίου συνίσταται στο ότι παρέλειψε να εκπληρώσει την εκ της συμβάσεως και εκ του νόμου υποχρέωσή του ως επιβλέποντος μηχανικού της ανεγειρόμενης οικοδομής α) να δώσει οδηγίες στον ως άνω εργολάβο και στους εργάτες για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση των εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς και να επιβλέπει την τήρηση αυτών, β) παρέλειψε να παραστεί στην οικοδομή πριν την έναρξη των εργασιών, και να επιβλέπει αν έχουν τηρηθεί μέτρα ασφαλείας, ώστε ενόψει του προφανούς κινδύνου ηλεκτροπληξίας λόγω των διερχομένων πάνω από την στέγη της ως άνω οικοδομής ηλεκτροφόρων καλωδίων να δώσει οδηγίες για άμεση διακοπή των εργασιών. Επίσης η αμέλεια του δεύτερου εναγομένου εργολάβου συνίσταται στο ότι αυτός παρέλειψε α) να ειδοποιήσει εγγράφως τη ΔΕΗ και να ζητήσει από εκείνη τη λήψη του μέτρου της μεταφοράς των ηλεκτροφόρων αγωγών μακριά από την οικοδομή ή τη λήψη άλλου ισοδύναμου μέτρου, όπως ανύψωση των αγωγών, διακοπή του ρεύματος και να εξετάσει μαζί με τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ και τον τρίτο εναγόμενο επιβλέποντα μηχανικό τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν, όπως ιδίως την κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων, καθώς και να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο ώστε να αποκλειστεί η προσέγγιση των εργαζομένων με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς, β) παρέλειψε να παραστεί κατά τη διάρκεια των εργασιών στην ως άνω οικοδομή, και να ενημερώσει τους εργαζομένους ότι δεν είχε ληφθεί κανένα από τα ανωτέρω μέτρα ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Ο τρίτος εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου, ισχυρίζεται, ότι δεν φέρει καμιά ευθύνη στην επέλευση του θανάτου του εργαζόμενου, διότι η ισχύς της ως άνω οικοδομικής αδείας έληξε στις 29-1-2001 και έκτοτε έπαυσε να ασκεί επίβλεψη στο ως άνω έργο και ότι σε κάθε περίπτωση δεν γνώριζε ότι μετά την παρέλευση της ως άνω ημερομηνίας, εσυνεχίζοντο οι εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής της πρώτης εναγομένης. Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι αυτός γνώριζε ότι, και μετά τη λήξη της ισχύος της ως άνω οικοδομικής αδείας εσυνεχίζοντο οι εργασίες αποπερατώσεως της εν λόγω οικοδομής, οι οποίες εγένοντο υπό την επίβλεψή του, μάλιστα δε ο ίδιος, με εντολή της πρώτης εναγομένης, κατέθεσε αμέσως μετά τη λήξη της ισχύος της αδείας, αίτηση στην Πολεοδομική Υπηρεσία Χίου, με την οποίαν ζήτησε την αναθεώρηση της άδειας αυτής και την παράταση της ισχύος της, πράγμα το οποίο και έγινε στις 10-8-2001, δηλαδή δέκα ημέρες μετά το παραπάνω ατύχημα. Εξάλλου ο τρίτος εναγόμενος πολ. μηχανικός ουδέποτε υπέβαλε στην πολεοδομική υπηρεσία Χίου, δήλωση ανάκλησης της επίβλεψής του στο ως άνω έργο, ούτε επίσης γνωστοποίησε ποτέ κάτι τέτοιο στην πρώτη εναγομένη κυρία της οικοδομής. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η τήρηση των ως άνω υποχρεώσεων του επιβλέποντος μηχανικού, είναι ανεξάρτητη από την προηγούμενη έκδοση οικοδομικής αδείας ή την εξακολούθηση της ισχύος της, αρκεί μόνον ότι συνεχίζεται η επίβλεψη από αυτόν. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο παθών Γ. Η. ήταν 23 ετών, και η απώλειά του προκάλεσε ισχυρό πλήγμα στους ενάγοντες οικείους του µε έντονο ψυχικό πόνο, χάριν δε της ηθικής παρηγοριάς και της ψυχικής τους ανακουφίσεως, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως, ενόψει των συνθηκών του ατυχήµατος, της βαρύτητας του πταίσματος, της περιουσιακής καταστάσεως της κοινωνικής θέσεως των μερών, σε συνδυασμό µε την ηλικία του παθόντος και το βαθμό της συγγενείας του µε τους ενάγοντες πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ για κάθε ένα από τους ενάγοντες γονείς του, στο ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ για κάθε ένα από τους ενάγοντες αδελφούς του (τρίτο και τέταρτη) και στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για κάθε ένα από τους ενάγοντες γιαγιά και παππού του (πέμπτη και έκτος των εναγόντων), µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της 299/2006, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και ως προς αυτόν. Κρίνοντας έτσι: Α) Δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και εκείνες των άρθρων, 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 1346/1983, 1, 78, 79, 111 ΠΔ 1073/1981, 914, 928, 330 εδ. β' ΑΚ και οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, και δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του ) λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και Β) Διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα, όσον αφορά την υποχρέωση του αναιρεσείοντος στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς του στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων ήταν επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, διότι σ' αυτόν η ιδιοκτήτρια της οικοδομής είχε αναθέσει την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου με τη σχετική σύμβαση και ακόμη και εν τοις πράγμασι, ασκούσε την επίβλεψη του έργου, η εκτέλεση του οποίου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ουδέποτε διακόπηκε. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ενημερώθηκε για τη συνέχιση των εργασιών, θεμελιωμένη στην εσφαλμένη προϋπόθεση της διακοπής των εργασιών του έργου, είναι αβάσιμη, αφού η εκτέλεση του έργου ουδέποτε διακόπηκε. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο τρόπος κατάρτισης της συμβάσεως ανάθεσης της επίβλεψης (έγγραφος ή όχι). Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. δεύτερος (κατά το δεύτερο μέρος του), λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η σχετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, ως προς το ζήτημα τούτο, εκτίθεται σαφώς, καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απαράδεκτος. Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (αρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Περαιτέρω, έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το έγγραφο αποφάσεως επί άλλης δίκης, που διεξήχθη κατά την ποινική διαδικασία, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, όπως συμβαίνει με την ποινική απόφαση, ως προς τις βεβαιώσεις πραγμάτων και τις διατάξεις που περιέχει. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής του, (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 106/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου και τα με αριθμό 299/2006 πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το να μη δεχθεί ότι τα καλώδια της ΔΕΗ "απείχαν πάνω από 2,5 μ. από την επίπεδη στέγη της οικοδομής", όπως σ' αυτά αναφέρεται. Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα, όπως απαιτεί, για την ίδρυση του συναφούς λόγου αναίρεσης, το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, ως προς το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε στην 106/2007 απόφαση, μικρότερη και στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη αποδεικτική αξία εκείνης που τους προσδίδει ο νόμος, είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, με το να μη δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραπάνω απόφαση από εκείνη των ίδιας αποδεικτικής δύναμης υπολοίπων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ. αφού, ως προς το παραπάνω γεγονός (απόστασης καλωδίων) που δέχθηκε, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν ήταν αυτή δεσμευτική για το πολιτικό δικαστήριο. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη που ανοίχθηκε με το από 30-1-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων. Απορρίπτει την, από 29-12-2009, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 130/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ΄ εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του. Το Εφετείο Α) Δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 1346/1983,1, 78, 79, 111 ΠΔ 1073/1981, 914, 928, 330 εδ. β’ ΑΚ και Β)Διέλαβε στην απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το έγγραφο αποφάσεως επί άλλης δίκης, που διεξήχθη κατά την ποινική διαδικασία, κατά μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη.
null
null
0
Αριθμός 938/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ε. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 4) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Β. του Β., 3) Δ. Π. του Γ. και 4) Σ. Π. του Γ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σούφλα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1290/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3728/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 5ου, 6ου και 8ου λόγων της κρινόμενης αίτησης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 671§1 εδ. δ' και 674§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή Εφετεία), όταν δικάζουν κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 664-676 ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών) λαμβάνουν υπόψη και συνεκτιμούν και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτές έχουν ληφθεί ύστερ' από κλήτευση, 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την βεβαίωση, του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει με επίκληση, ο οποίος έχει και το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της κλήτευσης του αντιδίκου, εκτός εάν αυτός παραστάθηκε κατά την λήψη της βεβαίωσης. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τη νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, καθόσον η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, χωρίς να έχει κλητευθεί νόμιμα ο μη παραστάς κατά την λήψη της αντίδικος, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, στην περίπτωση δε αυτή ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Τέλος, από το άρθ. 143 § 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθ. 96 (δηλ. είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδίκαια και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά το νόμο αντίκλητος μόνο για τις αναγόμενες στην δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ως τελευταίο η οριστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 3728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο των εναγομένων αναιρεσιβλήτων και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν προς την 1η τούτων σε μικρότερη έκταση (για μικρότερα ποσά), το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, για τον σχηματισμό της κρίσης του (ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών), εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφασή του ... και .../21-1-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου - Σάμου Δημ. Παπαργυρού, που είχαν δοθεί με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων (τότε εκκαλούντων - εναγομένων) ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του την 22-1-2008, κατά την έρευνα δε του παραδεκτού των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, σχετικά με την κλήτευση των αναιρεσειόντων πριν από την λήψη τους, διέλαβε ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη διότι "έγιναν μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. τις με αριθμούς 9296/16-1-2008 και 9295/16-1-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., προς τον αντίκλητο των εναγόντων (άρθρο 143 ΚΠολΔ) πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών και εκπροσωπήσαντα αυτούς κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου)". Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το Εφετείο η επίδοση της κλήσης για παράσταση κατά την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, γενομένη μετά την έκδοση της 1290/2007 απόφασης του Πρωτοδικείου και πριν την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (22-1-2008), στον δικηγόρο που είχε παραστεί ως πληρεξούσιος των εναγόντων αναιρεσειόντων στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν ήταν νόμιμη, διότι στον δικηγόρο αυτόν, ως εκ του νόμου αντίκλητο των αναιρεσειόντων, θα μπορούσαν να γίνουν μόνο οι επιδόσεις που αφορούσαν την πρωτοβάθμια δίκη μέχρι και την επίδοση της οριστικής απόφασης, όχι, όμως, και η επίδοση της κλήσης για παράσταση κατά την λήψη ενόρκων βεβαιώσεων που αφορούσαν την κατ' έφεση δίκη, κατά την οποία αυτός, ως πληρεξούσιος δικηγόρος που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως, είχε παύσει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου των αναιρεσειόντων. Κατά συνέπεια η κλήτευση των αναιρεσειόντων δεν ήταν νόμιμη, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο αφορούσαν περιστατικά κρίσιμα για την έκβαση της όλης δίκης και δη το ύψος της αμοιβής των εναγόντων αναιρεσειόντων (τραγουδιστών, μισθωτών στην επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων), τον χρόνο λήξης των συμβάσεών τους και την μη εργοδοτική ιδιότητα των λοιπών, πλην της πρώτης, των αναιρεσιβλήτων (ως προς τους οποίους η αγωγή απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη) δεν είχαν ληφθεί νόμιμα και επομένως το Εφετείο που συνεκτίμησε και τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του από τον αριθμό 11 περ. α' ΚΠολΔ, απορριφθεί δε ως απαράδεκτος κατά το α' σκέλος του από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθ. 143§1 ΚΠολΔ (αφού αυτή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Περίληψη: -άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α’, 671 § 1 εδ. δ’, 143 § 1 ΚΠολΛ. Δεν είναι νόμιμη η επίδοση κλήσης προς παράσταση κατά την λήψη ένορκης βεβαίωσης, που αφορά την κατ’ έφεση δίκη, στον δικηγόρο του αντιδίκου του διαδίκου που την προσκομίζει και την επικαλείται, ο οποίος τον είχε εκπροσωπήσει στην πρωτοβάθμια δίκη, διότι αυτός θεωρείται αντίκλητος αυτού μέχρι και την επίδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή η ένορκη βεβαίωση αποτελεί αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος και η λήψη υπόψη αυτής ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (αναιρεί την ΕφΑθ 3728/2008).
null
null
0
Αριθμός 939/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη και 2)Ν. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη για αναίρεση της υπ' αριθ. 10342/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιανουαρίου 2011 και 15 Ιανουαρίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 154/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 14-1-2011 και από 15-1-2011 δύο αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως των δύο καταδικασθέντων κατηγορουμένων κατά της ιδίας 10342/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να εξετασθούν περαιτέρω. Kατά το άρθρο 100 παρ. 1 εδ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2001 Ν. 1165/1928 "περί Τελωνειακού Κώδικος", λαθρεμπορία είναι και οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο άλλον από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' του ιδίου Τελωνειακού Κώδικα ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α)..., β)..., γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό [...] . Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο Ν. 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το οινόπνευμα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για το οινόπνευμα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι’ αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση, στην περίπτωση αυτή, του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 10342/2010 απόφασή του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για την πράξη της λαθρεμπορίας, ήτοι για αγορά, κατοχή και πώληση καθαρού οινοπνεύματος, υποκείμενου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης που δεν καταβλήθηκε, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή στον καθένα. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-2003 έως 31-12-2003 ο πρώτος κατηγορούμενος (Ν. Π.) που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΑΕΒΕ", εν γνώσει του αγόρασε, κατείχε και πούλησε προς την ανώνυμη εταιρεία "ΝΤΙΦΕΡ ΑΕΤΝΕ": α) 408.600 φιάλες καθαρού οινοπνεύματος των 200 γραμμαρίων, συνολικού βάρους 81.720 κιλών και β) 235.200 φιάλες καθαρού οινοπνεύματος των 350 γραμμαρίων, συνολικού βάρους 82.320 κιλών, ήτοι 643.800 συνολικά φιάλες καθαρού οινοπνεύματος, συνολικού βάρους 164.000 κιλών, οι οποίες (φιάλες) έφεραν τα στοιχεία της εμφιαλώτριας εταιρείας "Γ. Κ. & ΣΙΑ ΕΠΕ", πλην δεν προέρχονταν από αυτήν, αλλά το περιεχόμενο οινόπνευμα είχε παρασκευασθεί και εμφιαλωθεί από άγνωστο πρόσωπο, χωρίς να έχουν καταβληθεί για την ποσότητα αυτή που υπόκειται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, πριν τεθεί στην κατανάλωση, οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, αποστερώντας το Δημόσιο από την είσπραξη ποσού 2.215.202,66 ευρώ. Ειδικότερα, την παραπάνω ποσότητα καθαρού οινοπνεύματος ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Ν. Π.), με την παραπάνω ιδιότητα του, προμηθεύτηκε εν μέρει από τον 2° κατηγορούμενο Γ. Λ., ήτοι αγόρασε από αυτόν ποσότητα 109.994 κιλών, βάσει εκδοθέντων τιμολογίων πωλήσεως, εν μέρει από τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό του (ο οποίος δεν άσκησε έφεση) Ζ. Κ., ήτοι αγόρασε από τον τελευταίο ποσότητα 20.462 κιλών βάσει εκδοθέντων τιμολογίων πωλήσεως, ενώ την υπόλοιπη ποσότητα αγόρασε από άγνωστο πρόσωπο, χωρίς σχετικά παραστατικά. Οι επιχειρήσεις όμως των παραπάνω προμηθευτών της εταιρείας του κατηγορουμένου Ν. Π., όπως εξακριβώθηκε από τη σχετική έρευνα που διενήργησε ο ΣΔΟΕ - ΠΔ Θεσσαλίας, κατά τα έτη 2002 και 2003 δεν λειτουργούσαν και δεν είχαν εκπληρώσει τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, ενώ και οι ίδιοι (2ος κατηγ/νος Γ. Λ. και Ζ. Κ.) δεν ανευρέθησαν από τους υπαλλήλους της ανωτέρω υπηρεσίας, προκειμένου να παράσχουν εξηγήσεις και στοιχεία για το πώς περιήλθαν στην κατοχή τους οι ανωτέρω ποσότητες καθαρού οινοπνεύματος που πούλησαν στην ως άνω εταιρεία του Ν. Π.. Περαιτέρω, από τον έλεγχο που έγινε από την ίδια ως άνω υπηρεσία του ΣΔΟΕ και τα στοιχεία που ελήφθησαν από την επιχείρηση της εταιρείας εμφιάλωσης "Γ.Κ. & ΣΙΑ ΕΠΕ" δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω Γ. Λ. και Ζ. Κ. προμηθεύτηκαν από την εταιρεία αυτή με νόμιμα παραστατικά, τις παραπάνω ποσότητες που πούλησαν στον Ν. Π. (βλ. για τα ανωτέρω και σχετική Πορισματική Αναφορά της ΥΠΕΕ/ΠΔ Αττικής του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών με εντολή επεξεργασίας 2144/16-2-06, την από 4-5-2005 Πληροφοριακή Εκθεση Ελέγχου Π.Δ. Θεσσαλίας του ΣΔΟΕ και ένορκη κατάθεση μάρτυρα Γ. Ζ.). Κατά συνέπειαν οι ανωτέρω ποσότητες που αγόρασε ο κατηγ/νος Ν. Π. μέσω της εταιρείας του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν έχουν σχέση με τη νόμιμη εμφιαλωτική δραστηριότητα της ως άνω εταιρείας εμφιάλωσης, γεγονός που γνώριζε ο τελευταίος, αφού για την ποσότητα που προμηθεύτηκε η εταιρεία του από άγνωστο πρόσωπο δεν είχε νόμιμα παραστατικά, ενώ για τις ποσότητες που προμηθεύτηκε από τους Γ. Λ. και Ζ. Κ. γνώριζε ότι οι επιχειρήσεις τους είχαν παύσει να λειτουργούν και ότι συνεπώς οι ίδιοι δεν είχαν προμηθευτεί νόμιμα τις ποσότητες αυτές, ειδικότερα δε τον κατηγορούμενο Γ. Λ. είχε απασχολήσει (ο Ν. Π.) τα προηγούμενα χρόνια ως υπάλληλο του και του είχε, εν συνεχεία, μεταβιβάσει επιχείρηση λιανικού εμπορίου που διατηρούσε στον … (βλ. ένορκη κατάθεση Κ. Λ.), η οποία έκλεισε. Περαιτέρω, αναφορικά με τον 2° κατηγορούμενο Γ. Λ. αποδείχθηκε ότι αγόρασε από άγνωστο τρίτο πρόσωπο, κατείχε και πούλησε προς την άνω εταιρεία "Π. ΑΕΒΕ" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, ποσότητα 104.994 κιλών καθαρού οινοπνεύματος που υπόκειται σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, χωρίς πριν να τεθεί στην κατανάλωση να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις αποστερώντας το Δημόσιο από την είσπραξη ποσού 1.417.843,02 ευρώ, γεγονός που γνώριζε ο τελευταίος αφού για την αγορά αυτή δεν είχαν εκδοθεί νόμιμα παραστατικά (βλ. σχετικώς και προαναφερόμενη πορισματική αναφορά). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 10342/2010 απόφασή του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο αιτιολογικό της, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω πράξεως της λαθρεμπορίας, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες κατ' εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 παρ.1 του ΠΚ, 100 παρ.1 β, 102 παρ.1 περ. β' του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.5, 155 παρ, 1 περ.α-β' και 2α, 157 παρ,1 περ. β', 160 παρ.1,2 β, 165 παρ.1α Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής περί ενοχής πεποιθήσεώς του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά, β) δεν υπάρχει καμία αντίφαση στο αιτιολογικό, σχετικά με την προμήθεια εκ μέρους των κατηγορουμένων του πωληθέντος οινοπνεύματος χωρίς νόμιμα παραστατικά και χωρίς να έχει καταβληθεί από αυτούς ο αναλογών ειδικός φόρος κατανάλωσης. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' κατ' εκτίμηση Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 155 παρ.1,2 του Ν. 2960/2001, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §2 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 10342/2010 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους δύο αναιρεσείοντες για λαθρεμπορία, αφού στο προπαρατεθέν αιτιολογικό του, έλαβε υπόψη ευθέως και συνεκτίμησε και την από 4-5-2005 Πληροφοριακή Έκθεση Ελέγχου ΠΔ Θεσσαλίας του ΣΔΟΕ. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο έγγραφο με τα στοιχεία αυτά πλην, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας πρόκειται για την από 4-4-2005, (και όχι από 4-5-2005, όπως στο σκεπτικό από παραδρομή σημειώνεται), Πληροφοριακή Έκθεση Ελέγχου της ΠΔ Θεσσαλίας του ΣΔΟΕ, η οποία, ναι μεν δεν μνημονεύεται στα άνω πρακτικά ότι αναγνώσθηκε, το περιεχόμενο της όμως προκύπτει από την αναγνωσθείσα Πορισματική Αναφορά, υπό χρονολογία (θεωρήσεως) 7-11-2006, του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με εντολή επεξεργασίας 2144/16-2-2006. Έτσι, δεν παραβιάστηκε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Π. να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και να προβεί, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στη δίκη συνηγόρου του, σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Επομένως, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠοινΔ και δεν ιδρύθηκε η σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, που προβάλλει ο αναιρεσείων Ν. Π.. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 14 - 1 - 2011 και από 15 -1 - 2011 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Γ. Λ. του Ι. και του Ν. Π. του Κ., αντιστοίχως, περί αναιρέσεως της με αριθμό 10342/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία οινοπνεύματος (άρθρο 155 Ν. 2960/2001). 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2) Δεν παραβιάστηκε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου και να προβεί, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου, σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό, διότι το μη αναγνωσθέν έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, αναφέρεται και το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλο αναγνωσθέν έγγραφο. Επομένως, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ και δεν ιδρύθηκε η σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που προβάλλει ο αναιρεσείων.
null
null
1
Αριθμός 942/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Μερσίνη. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ε.-Ε. Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάππου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2006 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2625/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7257/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκαν κατ' ουσία βάσιμοι ή αβάσιμοι, για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1 ή 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, πρωταρχικά, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ισχυρισμού, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή η με βάση το περιεχόμενο του αναιρετήριου στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως. Τούτο, διότι η κρίση επί της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και, συνακόλουθα, της ορθότητας του διατακτικού. Συμπλήρωση του αναιρετήριου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα δεν επιτρέπεται (ΑΠ 270/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Τράπεζα, επικαλούμενη με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως τον αρ.1 και με τον τρίτο από αυτούς τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη 7257/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αφ' ενός το ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ.α' του ν. 3158/1955 το μεν σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 202, 669, 670 ΑΚ και 18 του Γενικού Κανονισμού της Τράπεζας της Ελλάδος, το δε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 2 παρ.2 του α.ν. 173/1967 και 51 παρ.1δ' του ν. 1892/1990 και αφ' ετέρου το ότι παραβίασε εκ πλαγίου (χωρίς νόμιμη βάση) τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης υπαλλήλου και επιδίκασε σ' αυτήν αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας που υπήρχε μεταξύ τους, κατόπιν παραιτήσεως της υπαλλήλου εν όψει συνταξιοδοτήσεως και αποδοχής της παραιτήσεως εκ μέρους της Τράπεζας, χωρίς να σταθμίσει το ότι η σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου και ως τοιαύτη απέκλειε το δικαίωμα αποζημίωσης ή, άλλως, το ότι η αποζημίωση υπέκειτο στο ανώτατο όριο καταβλητέου ποσού που ισχύει για το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα και χωρίς να διαλάβει αιτιολογία κατά την ουσιαστική απόρριψη του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ισχυρισμού (ΑΚ 281) της αναιρεσείουσας. Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθενται ελάχιστα στοιχεία του πραγματικού μέρους της υπόθεσης, καθώς και διάφορες νομικές σκέψεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, δεν παρατίθεται ουδεμία απολύτως ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα για να στηρίξει την ως λανθασμένη πληττόμενη κρίση του. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως, όπως καταστρώνονται σ' αυτήν και μη δυνάμενοι να συμπληρωθούν με προσφυγή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο, είναι αόριστοι και απαράδεκτοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 7257/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9h Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρετικοί λόγοι. Είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, όταν στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται ουδεμία απολύτως από τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 944/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1447/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Μ., 2)Α. Μ. και 3)Χρήστο Μαλλόπουλο, κατοίκων Νίκαιας Πειραιώς, που δεν παρέστησαν. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 156/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 1447/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 1-9-2003 απέστειλε προς τον εγκαλούντα Α. Μ. την από 1-9-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση του, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής στον οποίο έδωσε εντολή να την επιδώσει, όπως και ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πειραιώς, ο Διοικητής του Α/Τ Νικαίας και η Α/νση Προσωπικού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, στους οποίους κοινοποίησε αυτή, στην οποία ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες Α. Μ., Α. Μ. σύζυγο Α. Μ. και Χ. Μ. του Α., ότι την 29η Αυγούστου 2003 δημιούργησε ο Α. Μ., η σύζυγος του και ο γυιός του, σοβαρό προκληθούν σε βάρος του κατηγορουμένου και της συζύγου τηλεφωνήματα συνεχίζει να απειλεί τόσο τον ίδιο (κατηγορούμενο) όσο και τη σύζυγο του ότι θα υποστούν σωματικές βλάβες ή υλικές ζημιές, ενώ τον προειδοποιούσε με την εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση, την οποία όπως δήλωνε κοινοποίησε στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες έχουν καταστεί ενήμερες για τις απειλές του (εγκαλούντος) ότι θα τον θεωρήσει υπεύθυνο για οτιδήποτε συμβεί σε βάρος του ιδίου και της οικογένειας του, είτε από τους ίδιο προσωπικοί είτε από τρίτο. Περαιτέρω, δήλωνε ότι διαμαρτυρόταν έντονα για την συμπεριφορά του και τον καλούσε να παύσει να τρομοκρατεί τη σύζυγο του, κυρίως, ότι θα μετέλθει μαφιόζικους τρόπους προκειμένου να τους πλήξει και για το γεγονός ότι οσάκις επέστρεφε από τον τόπο που υπηρετεί δημιουργούν απροκλήτως επεισόδια σε βάρος του και της συζύγου του. Η σύνταξη του ως άνω εγγράφου έγινε από το δικηγόρο Πειραιά Σ. Μ. κατόπιν εντολής του κατ/νού, ο οποίος έδωσε και σχετική εντολή προς επίδοση στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή Πειραιά ..., ο δε τελευταίος στις 2-9-2003 επέδωσε αυτό στον Α. Μ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4035/2-9-2003 έκθεση επίδοσης αυτού. Ο κατ/νος ισχυρίζεται ότι η σύζυγός του έδωσε την εντολή στον ως άνω δικηγόρο για τη σύνταξη και την επίδοση του εξωδίκου, χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσώπευσής του. Όμως, αυτός ο ισχυρισμός του, που προβάλλεται ... είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, αφού δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Άλλωστε, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο ως άνω δικηγόρος προέβαινε στη σύνταξη του επίμαχου εξωδίκου στο όνομα της συζύγου του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στο παραπάνω έγγραφο γεγονότα, είναι ψευδή, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος αυτών, μπορούσαν δε τα γεγονότα αυτά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Ειδικότερα, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι το επεισόδιο, που έλαβε χώρα στις 29-8-2003, δημιουργήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και δεν το προκάλεσαν απροκλήτως οι εγκαλούντες. Συγκεκριμένα, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο στη ..., ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν μπροστά από το χώρο στάθμευσης οχημάτων της επί της οδού ... πολυκατοικίας, ύστερα από λογομαχία με τον εγκαλούντα Α. Μ., που διέμενε σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της εν λόγω πολυκατοικίας με αφορμή την παράνομη στάθμευση ΙΧΕ αυτοκινήτου του (κατηγορουμένου), κάθετα προς το κανονικά σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης έτερο αυτοκίνητο του ίδιου, εξαιτίας της οποίας είχε καλέσει τις δύο προηγούμενες ημέρες όργανα του αρμόδιου τοπικού αστυνομικού τμήματος και είχαν επιδοθεί σε βάρος του κλήσεις επιβολής προστίμου για παράνομη στάθμευση, κινήθηκε απειλητικά που το μέρος του ανωτέρω εγκαλούντος κρατώντας στην αριστερή γροθιά με συγκαλυμένο τρόπο τα κλειδιά της οικίας του και του αυτοκινήτου του και κατάφερε σ' αυτόν αλλεπάλληλα κτυπήματα στα χέρια και το κεφάλι του εγκαλούντος, προκαλώντας του απλή σωματική βλάβη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος επιτέθηκε κατά του εγκαλούντος Χ. Μ., ο οποίος είχε προστρέξει για να συνδράμει τον πατέρα του Α. Μ., χρησιμοποιώντας την αριστερή γροθιά του με τα πιο πάνω κλειδιά που κρατούσε μέσα στη γροθιά του, προξενώντας του επικίνδυνη σωματική βλάβη. Τα παραπάνω περιστατικά έγιναν δεκτά από την 86-93/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος ομόφωνα ένοχος για τις πράξεις της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του εγκαλούντος Α. Μ. και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του εγκαλούντος Χ. Μ., ενώ με την ίδια απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δεδομένου ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 316/2009 απόφασης του Α.Π. απορρίφθηκε η κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκε ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ωθήθηκε στην τέλεση των ανωτέρω δύο σωματικών βλαβών από ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων-εγκαλούντων. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του Α. Μ., Α. Μ., συμμετείχε στο προαναφερόμενο επεισόδιο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Μ. απείλησε τηλεφωνικά τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του, ούτε ότι επεδίωξε να τους τρομοκρατήσει, καθώς και ότι ο Α. Μ. προκάλεσε αναίτια επεισόδια σε βάρος του κατηγορουμένου και της συζύγου του. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων προκύπτει ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος αναληθώς ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων εν γνώσει της αναλήθειάς τους όσα αναφέρονται στην από 1-9-2003 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωσή του. Τα εν λόγω δε πραγματικά γεγονότα είναι δυνατό να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, ήτοι την κοινωνική, ηθική και επαγγελματική αξία αυτών, καθόσον με τα γεγονότα αυτά οι εγκαλούντες, εμφανίζονται να έχουν αντικοινωνική, παράνομη, ανήθικη και εγκληματική συμπεριφορά. Με τη διάδοση των παραπάνω αναληθών γεγονότων ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, που του αποδίδεται και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι'αυτή, απορριπτομένων των όσων αυτός αντίθετα ισχυρίζεται ως αβασίμων, με την ελαφρυντική περίσταση του αυτού 84 παρ.2 α ΠΚ, καθόσον, όπως αποδείχθηκε αυτός έζησε έως το χρόνο που έγινε η ως άνω πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι μέχρι τότε απουσίαζαν από τη ζωή αυτή αντικοινωνικές πράξεις. Τέλος, σχετικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη καλή διαγωγή αυτού δεν αποδεικνύεται από θετικά στοιχεία και μάλιστα επί μεγάλο χρονικό διάστημα". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94 και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο αιτιολογικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία και διέδωσε σε βάρος των εγκαλούντων ενώπιον τρίτων, αφού πρόκειται για περιστατικά επεισοδίου που συνέβη ενώπιόν του, ενώ από το σύνολο των παραδοχών του άνω αιτιολογικού προκύπτει ότι για την κατάφαση της ενοχής και για τις πράξεις αυτές της συκοφαντικής δυσφημήσεως το Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε αποκλειστικά και μόνο στην αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία θετικώς έκρινε και τα οποία περιείχοντο στο από 1-9-2003 εξώδικο που απέστειλε στον πολιτικώς ενάγοντα Α. Μ., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αλλά ερεύνησε και επαρκώς αιτιολόγησε την απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι η σύζυγός του και όχι αυτός έδωσε σχετική εντολή στο δικηγόρο τους Σ. Μ., δεχθέν ανελέγκτως ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος και όχι η σύζυγός του έδωσε τη σχετική εντολή συντάξεως και αποστολής του εξωδίκου στο δικηγόρο του, στηρίχθηκε δε για τη συναγωγή του δόλου και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως στην αμετάκλητη 93/2007 απόφαση του ΜΟΕ Πειραιώς, β) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ασάφειες, αντιφάσεις, ελλείψεις και λογικά κενά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι στο σκεπτικό αναφέρονται πλήρως και με σαφήνεια ποία συγκεκριμένα διαδοθέντα με το αποσταλέν εξώδικο γεγονότα είναι ψευδή, όπως και για δήθεν μεταγενέστερα ανώνυμα απειλητικά τηλεφωνήματα των εγκαλούντων, αναφέρονται δε και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνέβη την 29-8-2003 η λογομαχία και οι σωματικές βλάβες του κατηγορουμένου σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων(πατέρα και υιού), για τις οποίες έκρινε και το ΜΟΕ Πειραιώς με την προαναφερθείσα απόφασή του, γ) με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο εκ μέρους του κατηγορουμένου, στον οποίο αναγνωρίσθηκε ήδη η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ, ο υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως της παρ. 2 εδ. ε του άνω άρθρου του ΠΚ, λόγω μη αποδείξεως θετικών στοιχείων της καλής συμπεριφοράς του και δη για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και δέκατος της ένδικης αιτήσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπως εκείνη που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να κληθεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας ο δικηγόρος Πειραιώς Σ. Μ., προκειμένου να καταθέσει αν ο κατηγορούμενος ή η σύζυγος αυτού του έδωσε τη σχετική εντολή να συντάξει και να αποστείλει το επίδικο εξώδικο, στο κείμενο του οποίου περιλαμβάνονται τα φερόμενα ως συκοφαντικά πραγματικά περιστατικά. Το Δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αυτό περί αναβολής της δίκης με την παρακάτω αυτοτελή αιτιολογία: "Επειδή εκ του υπόψη του Δικαστηρίου τεθέντος αποδεικτικού υλικού το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να αχθεί ασφαλώς σε δικανική πεποίθηση ώστε να μην είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας η εμφάνιση και εξέταση του υπό του κατηγορουμένου προταθέντος να κληθεί για να εξετασθεί ως μάρτυρας Σ. Μ., δικηγόρος του Δ.Σ. Πειραιά (πέραν της ήδη υπ' αυτού προταθείσας ως μάρτυρος υπερασπίσεως Μ. συζ. Δ. Π. - Β.) και η αναβολή της δίκης για ισχυρότερες αποδείξεις κατ' άρθρο 355 Κ.Ποιν.Δ., που οδηγεί σε διαιώνιση αυτής (δίκης), με κίνδυνο παραγραφής, λαμβανομένου υπόψη ότι αφού ο κατηγορούμενος γνωρίζει τον ως άνω δικηγόρο και έχει στη διάθεση του την ακριβή διεύθυνση του θα μπορούσε να του ζητήσει να προσέλθει στο Δικαστήριο και να εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως του, αφού κατ' αυτόν κρίνεται αναγκαία η κατάθεση του και είναι καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έπραξε και τυχόν παραδοχή του υποβληθέντος ως άνω αιτήματος του θα οδηγούσε στην παραγραφή της πράξεως, ενόψει του φερόμενου στο κατηγορητήριο (1-9-2003) ως χρόνου τελέσεως της. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει στο Δικαστήριο την επικαλούμενη υπ' αριθμ. .../16-3-2009 ένορκη βεβαίωση του ως άνω Δικηγόρου ενώπιον του συμ/φου Πειραιώς Γεωργίου Παπαθανασίου, προκειμένου να αναγνωσθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, το περί αναβολής αίτημα του κατηγορουμένου ελέγχεται αβάσιμο και απορριπτέο." Το Δικαστήριο, με την ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφασή του, με ειδική και επαρκή αιτιολογία απέρριψε κατ'ουσία, το υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κλητευθεί και προσέλθει για να εξετασθεί ως μάρτυρας ο εν λόγω δικηγόρος, η δε επίκληση στο αιτιολογικό της επικείμενης παραγραφής, δε γίνεται ως αποκλειστική αλλά ως επικουρική αιτιολογία της απορρίψεως. Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ένατος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ. Από την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη εκείνος μόνο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη αυτή, ο οποίος και μόνον ως άμεσα ζημιωθείς νομιμοποιείται ενεργητικά. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Απόλυτη ακυρότητα όμως επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Στο άνω άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση ... εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμου παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π.Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του Π.Κ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ. Ολ.ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, κατά δε το άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η παραγραφή της πολιτικής αγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό και πρέπει να προβληθεί από τον κατηγορούμενο στο πρωτόδικο δικαστήριο, αν παρίσταται, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, άλλως, αν ήταν απών στον πρώτο βαθμό, πρέπει να προβάλλεται με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της ερήμην καταδικαστικής απόφασης. Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ' ένσταση του υποχρέου. Εφόσον όμως, η ένσταση της παραγραφής, διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και, συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεών της. Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ), πρέπει να προβάλλεται, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υποθέσεως, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι παρά το νόμο παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες στη δευτεροβάθμια δίκη, α) οι Χ. Μ. και Α. συζ. Α. Μ., λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως αυτών, διότι δεν ήσαν άμεσα παθόντες από το διωχθέν αδίκημα και β) οι τρεις πολιτικώς ενάγοντες, λόγω του ότι υπέβαλαν την έγκλησή τους την 10-3-2003 και δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής στη πρωτόδικη δίκη την 24-2-2009, μετά πενταετία, ότε και είχε παραγραφεί η σχετική αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης και δε νομιμοποιούντο ενεργητικώς να παραστούν στην ποινική διαδικασία. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις παραπάνω ενστάσεις του κατηγορουμένου, απέρριψε με την εξής αιτιολογία, κατά το ουσιαστικό της μέρος: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος με τις αντιρρήσεις του ζητεί την αποβολή των δύο τελευταίων πολιτικώς εναγόντων, ήτοι των Χ. και Α. Μ., για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης. Η παράσταση αυτών στο Δικαστήριο ως πολιτικώς εναγόντων δηλώθηκε προφορικά πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ου εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, και καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Δεν προβλήθηκε αντίρρηση ή αμφισβήτηση κατά της παράστασης της εν λόγω πολιτικής αγωγής, όπως από πρακτικά αυτά προκύπτει. Σημειωτέον ότι είχε γίνει σχετική δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής στην προδικασία με την έγκληση (άρθρο 83 παρ.1 ΚΠοινΔ), όπου έγινε η καταβολή των προσηκόντων τελών και ενσήμων. Η πολιτική αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως κατ'ουσίαν βάσιμη και επιδικάσθηκαν στους άνω εγκαλέσαντες-πολιτικώς ενάγοντες τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά (τρία ευρώ στον καθένα με επιφύλαξη). Κατά το κεφάλαιο αυτό δεν προβλήθηκε η εκκαλούμενη απόφαση με ειδικό λόγο εφέσεως. Η υποβληθείσα αντίρρηση του κατηγορουμένου σχετικά με τη νομιμοποίηση των ως άνω εγκαλεσάντων συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης. Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου τούτου για τη νομιμοποίηση αυτών ή όχι εξαρτάται από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεδομένου ότι σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή είναι διατυπωμένη στο οικείο κατηγορητήριο, τυπικά υπάρχει νομιμοποίηση. Εξάλλου, η παραγραφή της πλημμεληματικής πράξεως που εκδικάζεται, ανεστάλη με την προαναφερόμενη δήλωση παράστασης των τριών εγκαλεσάντων προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς αυτοπροσώπως (βλ. την από 10-9-2003 έκθεση εγχειρίσεως κάτωθι της από 10-9-2003 οικείας μηνύσεως των ήδη πολιτικών εναγόντων) και την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως στον κατηγορούμενο στις 27-2-2008 (βλ. το από 27-2-2008 αποδεικτικό επιδόσεως κλήσεως προς τον κατηγορούμενο της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ...) και στον αντίκλητο δικηγόρο του Σ. Μ. στις 4-3-2008 (βλ.το από 4-3-2008 οικείο αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ...) για να εμφανισθεί στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 14-7-2008, οπότε, παρασταθέντος του κατηγορουμένου δια συνηγόρου, αναβλήθηκε η υπόθεση για τη ρητή δικάσιμο της 24-2-2009, που εκδικάσθηκε αυτή (υπόθεση) σε πρώτο βαθμό και εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά δεν παρήλθε οκταετία από του φερομένου χρόνου (1-9-2003) της τελέσεως της πράξεως (συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή) για την οποία ασκήθηκε η προκειμένη ποινική δίωξη και μέχρι την οριστική εκδίκασή της. Συνεπώς, αφού κατά τη διάρκεια της πενταετίας επήλθε αναστολή της παραγραφής, η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου περί παραγραφής της κρινόμενης απαιτήσεως είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορριπτέα". Με το παραπάνω αιτιολογικό και με το επί της ενοχής προπαρατεθέν κύριο αιτιολογικό του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατ' ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, απέρριψε τους παραπάνω, προβληθέντες το πρώτον, ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα: α) τον πρώτο ισχυρισμό, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των δύο πολιτικώς εναγόντων, Χ. και Α. Μ., δεχθέν ανελέγκτως ότι η γενόμενη, την 1-9-2003, με τα αναγραφόμενα στην έγγραφη εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία, συκοφαντική δυσφήμηση με διάδοση αναληθών γεγονότων, στρέφεται και κατά των τριών πολιτικώς εναγόντων και επομένως νομιμοποιούνται ενεργητικά και αυτοί, ως άμεσα παθόντες, σε άσκηση της πολιτικής αγωγής και β) τον δεύτερο ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαδικασίας λόγω παραγραφής της ασκηθείσας στο ποινικό δικαστήριο αστικής αξιώσεως των πολιτικώς εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, κατά την κύρια αιτιολογία του, ως απαράδεκτο, αφού από τα πρακτικά της πρωτόδικης 1620/2009 απόφασης προκύπτει ότι κατά της γενόμενης στον πρώτο βαθμό δηλώσεως παράστασης πολιτικής αγωγής των τριών πολιτικώς εναγόντων, ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε και δη παραγραφή της προβληθείσας αξιώσεώς τους, από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, από δε την με αριθ. εκθ. 192/2009 έφεση του κατηγορουμένου προκύπτει ότι δεν προσέβαλε αυτός με ειδικό λόγο εφέσεως την πρωτόδικη απόφαση, κατά τη διάταξή της που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι παραδεκτά επανέλαβαν τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής και στο εφετείο, στο οποίο το πρώτον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαραδέκτως προβλήθηκε η ένσταση παραγραφής της αξιώσεως των πολιτικώς εναγόντων, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠοινΔ, το εφετείο κρίνει την υπόθεση μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος που καθορίζει η ασκηθείσα έφεση. Το εφετείο δε εκ περισσού απέρριψε τον ίδιο ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής, με την επικουρική εσφαλμένη αιτιολογία του, ότι επήλθε αναστολή της πενταετούς παραγραφής της ασκηθείσας στον πρώτο βαθμό αξίωσης των πολιτικώς εναγόντων, με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η προβαλλόμενοι σχετικοί, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας από τη μη αποβολή της πολιτικής αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Δ. Π. του Γ. περί αναιρέσεως της 1447/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή (άρθρο 363 ΠΚ). 1) Αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς η ενοχή και ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2) Με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο, τα υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υποβληθέντα αιτήματα: α) αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις η δε επίκληση της επικείμενης παραγραφής δε γίνεται ως αποκλειστική αλλά ως επικουρική αιτιολογία της απορρίψεως, β) αναγνώρισης του ελαφρυντικού άρθρου 84 παρ.2 ε ΠΚ. 3) Με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για υπέρβαση εξουσίας: α) τον πρώτο ισχυρισμό, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των δυο πολιτικώς εναγόντων, δεχθέν ανελέγκτως ότι η γενόμενη την 1-9-2003 με τα αναγραφόμενα στην έγγραφη εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία συκοφαντική δυσφήμηση με διάδοση αναληθών γεγονότων στρέφεται και κατά των τριών πολιτικώς εναγόντων και επομένως νομιμοποιούνται ενεργητικά όλοι σε άσκηση της πολιτικής αγωγής και β) τον δεύτερο ισχυρισμό περί ακυρότητας της διαδικασίας λόγω παραγραφής της ασκηθείσας στο ποινικό δικαστήριο αστικής αξιώσεως των πολιτικώς εναγόντων, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, ορθά απέρριψε με την κύρια αιτιολογία του ως απαράδεκτο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι κατά της γενόμενης στον πρώτο βαθμό δηλώσεως παράστασης πολιτικής αγωγής των τριών πολιτικώς εναγόντων, ουδεμία αντίρρηση, και δη παραγραφή, προβλήθηκε από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, από δε την δε έκθεση εφέσεώς του προκύπτει ότι δεν προσέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την πρωτόδικη απόφαση, κατά τη διάταξή της που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στους ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι και παραδεκτά επανέλαβαν πλέον τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής και στο εφετείο, στο οποίο και το πρώτον, απαραδέκτως προβλήθηκε πλέον η ένσταση παραγραφής της αξιώσεως των πολιτικώς εναγόντων. Εσφαλμένη η επικουρική αιτιολογία απόρριψης, λόγω αναστολής της 5ετούς παραγραφής με την επίδοση στο κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος.
null
null
0
Αριθμός 947/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με τη με αριθμό 47/11.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 8975/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Λ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 252/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 14.3.2011 και 18.3.2011 αποδεικτικά επίδοσης των δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Ανδριάνας Σκορδάκη και Λάμπρου Χούμου, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.2.2011 αίτηση του Π. Π. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, για αναίρεση της υπ' αρ. 8975/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδο που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 947/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Μάριου Αρμάου. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΡΝΟΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ", ως οιονεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΡΙΠΑΚ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΩΝ", η οποία ήταν καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ - Ε. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρεκλού. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4465/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 816/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ` είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που δόθηκαν νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στο ταυτάριθμο με την εκκαλουμένη πρακτικό συνεδριάσεως αυτού, από την 26160/18-5-2006 ένορκη βεβαίωση ενός ακόμη μάρτυρα, που δόθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος (...) και από όλα τα έγγραφα", σε συνδυασμό και με το συνολικό περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων, που απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση της εταιρίας "ΓΡΑΦΙΚΑΙ ΤΕΧΝΑΙ - Ε. Δ. & ΣΙΑ ΑΕ" (εναγομένη), στη θέση της οποίας υπεισήλθε κατά τη διάρκεια της δίκης η αναιρεσίβλητη, είχε την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη και όχι του υπαλλήλου, όπως αυτός ισχυριζόταν, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε αφ' ενός την κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ. (τον οποίο και ονομαστικά μνημονεύει στο φύλλο 5 όπισθεν της απόφασής του) και την ως άνω ένορκη βεβαίωση και αφ' ετέρου το δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης που κατά τη διάρκεια της συμβάσεως (περίπου 17 χρόνια μετά την πρόσληψή του) απέκτησε ο αναιρεσείων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι κατέληξε σε εσφαλμένη παραδοχή, διότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και, κατ' ορθή υπαγωγή, προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτό σε ποια από τις περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναφερόμενες περιπτώσεις υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής, που πρέπει, επίσης, να αναφέρονται στο αναιρετήριο (ΑΠ 155/2010). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ή 20 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια, λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 492/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος κατ` επίφαση και συλλήβδην τους αριθμούς 8, 10, 12, 13, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς εξειδίκευση και χωρίς ουδεμία αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αιτιάται στην πραγματικότητα κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας ως προς το αν αυτός, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, είχε την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ή του υπαλλήλου, περιστατικό που ήταν κρίσιμο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, την οποία αυτός ζητούσε με την ένδικη αγωγή λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφ' ενός λόγω της αοριστίας τους και αφ' ετέρου διότι με αυτούς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών γεγονότων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-9-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 816/ 2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρετικοί λόγοι. Πρέπει να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής. Λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι απαράδεκτος Ο λόγος 559 αρ.11 ΚΠολΔ δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ’ όψη όλα τα κατ’ είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 934/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 530/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ. Τ. του Δ. και πολιτικώς ενάγουσα την Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 618/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει, από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να ύπαρχε ι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Περαιτέρω, ενόψει της διακρίσεως της αμέλειας σε συνειδητή και άνευ συνειδήσεως, το Δικαστήριο της ουσίας όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται απ' αυτό λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. Εξάλλου με τα άρθρ. 1, 78 και 79 του π.δ. 1073/81 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. της 14.3.1934 ... και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και οι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγισις εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεως των ... δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωσις, διακοπή ρεύματος κ.τλ.) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου ... (αρ. 78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργον και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ. 79)''. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφάλειας προς πρόληψη ατυχήματος από την επαφή ή προσέγγιση των εργαζομένων προς πλησίον διερχόμενο ηλεκτροφόρο αγωγό, ανεξαρτήτως του αν προ της ενάρξεως των εργασιών ειδοποιήθηκε εγγράφως η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ από τον εκτελούντα το έργο και αν τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας εξετάσθηκαν από κοινού από τη ΔΕΗ, τον ίδιο και τον εκτελούντα το έργο και 2) ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου (και ο τυχόν υπεργολάβος τμήματος αυτού) έχει επίσης νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος από την προεκτεθείσα αιτία, ασχέτως αν του δόθηκαν ή μη σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για ανθρωποκτονία από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 510/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με το συγκατηγορούμενό του Φ. Τ., ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο και επιβλήθηκε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στις 20 Μαΐου 2004 στην ... του Νομού ..., από την συγκλίνουσα αμέλεια των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Σ. Τ. του Ι. και Φ. Τ. του Δ. επήλθε ο θάνατος του Σ. Τ. του Π., κατοίκου, στην ζωή, της … του Νομού .... Ειδικότερα, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Σ. Τ., ως επιβλέπων μηχανικός του έργου της κατασκευής της νέας διώροφης οικοδομής με ισόγειο κατάστημα και όροφο κατοικίας, στέγη, περίφραξη και βόθρο στην ... του Νομού ..., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2004 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως της Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Κατερίνης, και ο δεύτερος εκκαλών-κατηγορούμενος Φ. Τ., ως εργοταξιάρχης αυτού, και οι δυο τους συλλογικά υπεύθυνοι για την τήρηση των μέτρων της ασφαλείας των εργαζομένων του Π.Δ/τος 1073/1951, στην εν λόγω ανεγειρόμενη οικοδομή, δεν έλαβαν αυτά, από αμέλειά τους, με αποτέλεσμα να αποβιώσει ο πιο πάνω εργαζόμενος στην οικοδομή αυτήν Σ. Τ.. Συγκεκριμένα, αν και γνώριζαν ότι οι εκτελούμενες εργασίες ελάμβαναν χώρα πλησίον των εναέριων ηλεκτρικών δικτύων, ούτε την Δ.Ε.Η. ειδοποίησαν για τις εργασίες αυτές, ούτε και ειδικά πρόσθετα μέτρα ασφαλείας έλαβαν, μετά από την σχετική συνεννόηση με την Δ.Ε.Η. σύμφωνα με τα άρθρα 78 παρ. β και γ και 79 του Π. Δ/τος 1073/1981. Απότοκος των ανωτέρω παραλείψεων υπήρξε το γεγονός ότι ο Σ. Τ., απασχολούμενος στην προρρηθείσα οικοδομή, ως εργάτης και απασχολούμενος με το ξεκαλούπωμα του ξυλοτύπου των περιμετρικών στηθαίων της πλάκας του πρώτου ορόφου, στην προσπάθειά του να απομακρύνει ένα μαδέρι μήκους τεσσάρων (4) μέτρων, αυτό, δηλαδή το μαδέρι, ήλθε σε επαφή με το παρακείμενο εναέριο ηλεκτρικό δίκτυο και ο προρρηθείς εργάτης, υπέστη ηλεκτροπληξία, η οποία οδήγησε σε καρδιακή ανακοπή, μοναδικά αίτια που προκάλεσαν τον θάνατο αυτού. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο τούτο, εκτός από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κυρίως από τις σαφείς και συγκεκριμένες καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και των μαρτύρων της κατηγορίας, που δεν μπορούν να αναιρεθούν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της υπερασπίσεως. Επίσης από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, καθώς και από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους, δεν μπόρεσαν να αντικρούσουν αιτιολογημένα την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τους αποδίδεται". Από αυτά που διέλαβε το Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, προκύπτει ασάφεια ως προς το είδος της αμέλειας που δέχθηκε ότι συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι ούτε στο διατακτικό ούτε στο σκεπτικό, που είναι αντιγραφή του διατακτικού, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα ούτε εάν το προέβλεψε πίστευε όμως ότι δεν θα επήρχετο. Από την ασάφεια αυτή καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ.. Περαιτέρω, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του το Δικαστήριο την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ διότι, ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως, δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα σε ποιες ενέργειες δεν προέβη ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 79 του π.δ. 1073/1981, ώστε από τις παραλείψεις αυτές επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλ' απλώς δέχεται ότι από "συλλογική και συγκλίνουσα αμέλεια" του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του, επήλθε ο θάνατος του Σ. Τ.. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και έλλειψη αιτιολογίας, αντίστοιχα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 530/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Παραδοχή λόγων για εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί. Παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 933/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Φ. Χ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1269/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Ζ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 460/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1α του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ...", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως απαιτείται : α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη δικαιώματος ή άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, και ε) δολία προαίρεση του δράστη, που σημαίνει συνείδηση του δράστη ότι το πράγμα είναι ξένο και θέληση ιδιοποιήσεως, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Η ιδιοποίηση εκδηλώνεται τόσο με την κατακράτηση όταν υπάρχει νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση για απόδοση, πχ επί εισπράξεως χρημάτων από άμεσο αντιπρόσωπο για λογαριασμό του δικαιούχου αντιπροσωπευόμενου, όσο και με την άρνηση αποδόσεως στον ιδιοκτήτη όταν ζητηθεί το πράγμα. Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1269/2011 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως σε βάρος του Ι. Ζ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο εγκαλών είναι πρόσωπο χωρίς σταθερή εργασία και εισόδημα. Εργάζεται σε τουριστικά σκάφη το Καλοκαίρι στο Αιγαίο και στο Ιόνιο. Τον χειμώνα δεν εργάζεται. Ο κατηγορούμενος είναι ένας από παλαιότερους μεσίτες στη …, με μεγάλη ακίνητη περιουσία και αντίστοιχα μεγάλο εισόδημα. Οι δύο γνωρίζονται πριν την εντολή για την επίδικη αγοραπωλησία. Ο κατηγορούμενος έχει δώσει κατά καιρούς διάφορα μικροποσά στον εγκαλούντα για να αντιμετωπίσει διάφορες ανάγκες του, ακόμη και για να πιει καφέ. Εν όψει οικονομικής στενότητας που αντιμετωπίζει ο εγκαλών δίνει το 2003 εντολή στον κατηγορούμενο να του πωλήσει ένα ακίνητο 250 τ.μ στη συνοικία ... στη … . Ο κατηγορούμενος βρίσκει έναν υποψήφιο αγοραστή, τον Χ. Γ.. Αυτός βλέπει το οικόπεδο. Είναι γωνιακό με πρόσοψη. Του αρέσει. Ο μεσίτης του λέει την τιμή 52.0000 περίπου. Δίνει στον μεσίτη 7.000 €. Αυτό το ποσό παίρνει ο μεσίτης από τον υποψήφιο αγοραστή. Στον Γ. ο κατηγορούμενος του λέει ότι το ποσό αυτό είναι προκαταβολή. Φυσικά είναι προκαταβολή του τιμήματος. Το λαμβάνει ως αντιπρόσωπος του πωλητή-εγκαλούντα. Στον τελευταίο, επί αποδείξει, δίδει μόνον 5.50 0€. Στην απόδειξη φαίνεται ότι του δηλώνει ότι αυτή είναι η προκαταβολή που έλαβε. Η πώληση ματαιώνεται διότι όταν πήγαν εκ νέου μεσίτης με τοπογράφο στο οικόπεδο διαπιστώθηκε ότι το αρχικώς υποδειχθέν οικόπεδο είχε "αντικατασταθεί" από άλλο. Εν πάση περιπτώσει και χωρίς αναφορά στα πολεοδομικά ζητήματα, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το προς πώληση οικόπεδο είναι άλλο. Γι' αυτό η πώληση ματαιώνεται. Ο Γ. ζητά από τον εγκαλούντα τα 7.000 € που έχει λάβει ως προκαταβολή. Έτσι του έχει πει ο κατηγορούμενος. Ασκεί λοιπόν αγωγή κατά του εγκαλούντα για 7.000. Ο εγκαλών τότε αντιλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δηλώσει στον Γ. ότι λαμβάνει για προκαταβολή 7.000 € και όχι 5.500 €, όπως είχε δηλώσει στον ίδιο με την προαναφερόμενη απόδειξη. Δηλ. στην κυριότητα του εγκαλούντα έχουν περιέλθει 7.000 € δηλ. 1500 € περισσότερα απ' ό,τι του έδωσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος έχει ενεργήσει για την είσπραξη των 7.000 € ως αντιπρόσωπος του εγκαλούντα. Λαμβάνει την νομή των 7.000 € και την ασκεί δυνάμει της σχέσεως της αντιπροσωπείας. Στη δίκη που ακολουθεί μεταξύ Γ. και εγκαλούντα ο κατηγορούμενος καταθέτει ότι τα 7.000 € τα έχει λάβει ως προκαταβολή. Επομένως έχει παρακρατήσει τα 1.500 και δεν τα έχει αποδώσει στον εγκαλούντα. Ο ισχυρισμός του ότι εξήγησε στη συνέχεια ότι τα 1.500 ήταν η αμοιβή του από τον Γ. δεν είναι πειστικός. Πρώτον δεν αποδεικνύεται από πουθενά. Δεύτερον αφού η πώληση ματαιώθηκε, δεν θα του ώφειλε μεσιτική αμοιβή ο Γ.. Μόνον για την υπόδειξη του ακινήτου δεν αποδεικνύεται. Αυτό προϋποθέτει συμφωνία που δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές και εν προκειμένω δεν αποδείχτηκε. Ο Γ. δεν έχει έλθει μάρτυρας. Αισθάνεται ταλαιπωρημένος από τον μεσίτη γιατί του "υπέδειξε" άλλο οικόπεδο και άλλο τελικά ήταν προς πώληση, (γι’ αυτό και ο κατηγορούμενος καταθέτει στη δίκη στο Μονομελές ως μάρτυρας του Γ. )και για να πάρει πίσω την προκαταβολή επισπεύδει εκτέλεση σε βάρος του εγκαλούντα. Με άλλα λόγια ο κατηγορούμενος, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η πώληση θα γίνει και για να διασφαλίσει την αμοιβή του, λαμβάνει από τον Γ. 7.000 €, δηλώνοντας του ότι πρόκειται για προκαταβολή του τιμήματος. Όταν η πώληση ματαιώνεται ο εγκαλών έχει πάρει για προκαταβολή μόνον 5.500 €, τα υπόλοιπα 1.500 τα έχει παρακρατήσει ο κατηγορούμενος για να διασφαλίσει την αμοιβή του από τον Γ. χωρίς να έχει αποδειχθεί συμφωνία με τον υποψήφιο αγοραστή. Ο εγκαλών αδυνατεί να επιστρέψει τα 5.500 €. Τα έχει δαπανήσει. Ο κατηγορούμενος του λέει να δούμε να το πωλήσουμε σε άλλον -το δεύτερο πια οικόπεδο -και από το τίμημα να επιστρέψει το οφειλόμενο στον Γ.. Βρίσκονται οι αφοι Τ. ως νέοι αγοραστές για το οικόπεδο. Συμφωνούν στο τίμημα. Δίνουν στον μεσίτη-κατηγορούμενο 5.000 € προκαταβολή για το τίμημα. Ο κατηγορούμενος λέει στον εγκαλούντα ότι πήρε προκαταβολή αλλά δεν του την δίδει φοβούμενος επανάληψη των όσων έγιναν με τον Γ.. Η κατάθεση του εγκαλούντα ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι έδωσε το ποσό που ώφειλε στον Γ. δεν κρίνεται πειστική διότι και το ποσό είναι μικρότερο και μέχρι την σύναψη του οριστικού συμβολαίου ο κατηγορούμενος, κατόπιν αιτήσεων-αιτημάτων του εγκαλούντα του δίδει με γραπτές αποδείξεις 1.650 € και 410 € αλλά και άλλα μικρότερα ποσά, τα οποία αυτός εισπράττει και έτσι καταρτίζεται το συμβόλαιο το οποίο δεν θα καταρτιζόταν αν ο εγκαλών δεν είχε εισπράξει όλο το τίμημα. Δεν αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος παρακράτησε το ποσό των 5.500 €. Κατ' ακολουθίαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος μόνο για την υπεξαίρεση του ποσού των 1500€ που αναφέρεται πιο πάνω". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατά συρροή, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 και 375 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος ενεργών ως κτηματομεσίτης, με βάση συμφωνία του με τον εγκαλούντα πωλητή οικοπέδου, εισέπραξε για λογαριασμό και ως άμεσος αντιπρόσωπος του εγκαλούντα, από τον εμφανισθέντα αγοραστή ποσόν 7.000 ευρώ, ολόκληρο ως προκαταβολή τιμήματος, που όφειλε να αποδώσει επίσης ολόκληρο στον πωλητή, πλην του απέδωσε μόνον 5.500 ευρώ και παράνομα παρακράτησε το υπόλοιπο ποσό των 1500 ευρώ, το οποίο μάλιστα ποσό, πέραν των 5.500 ευρώ, απέκρυψε από τον εντολέα του πωλητή ότι εισέπραξε και το ενσωμάτωσε στην δική του περιουσία, χωρίς να έχει κανένα από τη σύμβαση τέτοιο δικαίωμα και χωρίς να αποδειχθεί ότι αφορά το ποσό αυτό προκαταβολή της μεσιτικής του αμοιβής έναντι του αγοραστή, όπως ισχυρίστηκε. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως ο σχετικός μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/28 Μαρτίου 2011 αίτηση του Φ. Χ. του Α. περί αναιρέσεως της 1269/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς η ενοχή και ο δόλος του κατηγορουμένου και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 932/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου S. B. του E., κρατούμενου στις Φυλακές ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1256-1257/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους 1. L. P. του F., 2. D. G. του Z. και 3. H. B. του F.. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1577/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1, Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 18-1-2011 αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου για τη συγκεκριμένη επίδοση κατά το άρθρο 155 § 3 ΚΠοινΔ, Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης ... Θ. Κ., ο κρατούμενος στο εν λόγω Κατάστημα αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο κλήσεως, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση του S. B. του E., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1256-1257/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 930/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαναγιώτου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7567/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζεβόλη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1467/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας. Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ'αριθ.7567/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος της Α. Β.. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχη διότι "Στην Αθήνα στις 24-1-2005 εν γνώσει της κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, την υπό στοιχεία Δ05/173 μήνυση της κατά της Α. Β. καταμηνύοντας αυτήν εν γνώσει της ψευδώς ότι τέλεσε το κακούργημα της τοκογλυφίας, καθόσον αυτή (η εγκαλούσα Α. Β.) κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1999 έως τον μήνα Σεπτέμβριο 2000 κατέβαλε, λόγω δανείου, στην κατηγ/νη το συνολικό ποσό των 20.000.000 δραχμών, έλαβε δε για τοκογλυφικούς τόκους του δανεισθέντος ποσού, με επιτόκιο 25% μηνιαίως, κατά το διάστημα από 31/1/1999 έως 13/3/2002 και με επιμέρους καταβολή από τη λήπτρια του δανείου, το ποσό των 52.747,24 ευρώ ή 17.973.622 δρχ. ενεργώντας έτσι κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. 2) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα κατά την υποβολή της περιγραφόμενης στο στοιχείο "1" του παρόντος ψευδούς μηνύσεως της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο αυτής, ως αληθές, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδές. 3)Με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον εν γνώσει της ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ψευδή. Συγκεκριμένα, με την από 24/01/2005 εν γνώσει της ψευδή μήνυση που περιήλθε σε γνώση του Εισαγγελέα Πλ/κών Αθηνών και της Γραμματέως του, ως το περιεχόμενο αυτής αναλύεται στο στοιχείο 1 του παρόντος, ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα Α. Β. εν γνώσει της ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της." Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της και ποια συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή, προβάλλοντας μόνο αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προβάλλει: "αναφέρει η αναιρεσιβαλλόμενη, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη πλήρωσε στην εγκαλούσα τοκογλυφικούς τόκους. Όμως τούτο έρχεται σε αντίφαση με όλους τους μάρτυρες κατηγορίας ... η αναιρεσιβαλλόμενη παραθέτει στο σκεπτικό της ότι το Συμβούλιο Εφετών με το 1956/2007 βούλευμα του έπαυσε την δίωξη της εγκαλούσας λόγω παραγραφής διότι δέχθηκε ότι το αδίκημα που τυχόν διέπραξε (τοκογλυφία) ήταν σε βαθμό πλημμελήματος χωρίς όμως να αιτιολογεί αν το δέχεται ή το απορρίπτει ... η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι η κατηγορουμένη καθορίζει τους υψηλούς τόκους και δεν αποδείχθηκε ότι η εγκαλούσα είχε απαιτήσει τόκο τέτοιου ύψους. Όμως αυτό το συμπέρασμα έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας ... η αναιρεσιβαλλομένη αναφέρει ότι η κατηγορουμένη κατέβαλε στην εγκαλούσα το ποσό των 32000 ευρώ και σταμάτησε να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό είτε για κεφάλαιο είτε για τόκους, ενώ αυτό έρχεται σε αντίφαση με την αναγνωσθείσα από 11-11-2005 απόδειξη εξόφλησης της εγκαλούσας από την κατηγορουμένη ύψους 102.000 ευρώ (συμπεριλαμβάνει και τους τοκογλυφικούς τόκους). Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κανένας λόγος αναιρέσεως, αλλά υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 314/15-10-2010 αίτηση της Μ. Σ. του Φ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 7567/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης εκ της αοριστίας του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
null
null
1
Αριθμός 929/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της υπ'αριθ.1936/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ. Σ. του Μ.. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ηλείας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 61/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)για τον αναιρεσείοντα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και β) για τον συγκατηγορούμενο να αναιρεθεί εν μέρει. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας. Εξάλλου, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθ.1936/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Χ. Σ., για παράνομη κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης και παράνομη εκχέρσωση δασικής έκτασης. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Στη θέση "Εκρίζες" του Δ.Δ.Κλεινδειάς Ηλείας κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο έως Αύγουστο 2003: Α)Προέβησαν στην κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης 5,40 στρεμ. Η οποία αποτελείτο από αείφυλλα, πλατύφυλλα και άτομα δρυός, χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής Αρχής. Β)Κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο προέβησαν στην εκχέρσωση και καλλιέργεια της ανωτέρω δασικής έκτασης, η οποία αποτελείτο από τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείον Α'Πράξη άτομα και εν συνεχεία καλλιέργησαν αυτήν φυτεύοντας 73 ελαιόδενδρα, χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως σε σχέση με τις παραδοχές της και ποια συγκεκριμένα περιστατικά δεν περιέχονται στην αιτιολογία αυτή, προβάλλοντας μόνον αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων προβάλλει: "....δεν εκθέτει στο σκεπτικό της αποφάσεώς του και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι εγώ...προέβην σε αυθαίρετη κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης....την στιγμή μάλιστα που από την ένορκη μαρτυρική εξέταση του μάρτυρα-δασοφύλακα Ε. Β. στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προέκυψε ότι εγώ...αγόρασα την επίδικη έκταση από το β'κατηγορούμενο Χ. Σ. "έτοιμη", δηλαδή είχε καταληφθεί και εκχερσωθεί πριν την μεταβίβαση της σε εμένα λόγω πωλήσεως... Επιπροσθέτως από την ένορκη μαρτυρική εξέταση του μάρτυρα συνταξιούχου Διευθυντή της Διευθύνσεως Δασών Ν.Ηλείας Π. Σ. στο ακροατήριο ....προέκυψε ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν ήδη καλλιεργηθείσα από το έτος 1996....". Επομένως ο λόγος αυτός με τον οποίο δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κανένας λόγος αναιρέσεως, αλλά υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού που προέβαλε ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιοποίνων πράξεων, λόγω παρελεύσεως οκταετίας από της καταλήψεως και εκχερσώσεως της επίδικης έκτασης από αυτόν (συγκατηγορούμενό του) μέχρι της εκδίκασης της υποθέσεως από το άνω Δικαστήριο. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ως αόριστος αφού δεν προσδιορίζονται σε τι συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, πέραν του ότι το Δικαστήριο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται ότι οι άνω πράξεις δεν παραγράφηκαν. Συνεπώς, η αίτηση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-12-2010 αίτηση του Ι. Σ. του Χ., περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.1936/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης λόγω αοριστίας των λόγων αυτής.
null
null
0
Αριθμός 921/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Κ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 221/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λευκάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 723/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 5-9-2010 αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 14-1-2011. Τότε με την 36/20100 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-5-2010 αίτηση του Μ. Κ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της 221/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 920/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Β. Χ. του Ζ., 2Δ. Κ. του Γ., 3Κ. Κ. του Ι., 4Π. Μ. του Δ. και 5Π. Π. του Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλιά, περί αναιρέσεως της 288/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγ. Κηρύκου Ικαρίας. Με πολιτικώς ενάγων τον P. K. του Α., κάτοικο ... και προσωρινά Περδικίου Ικαρίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χατζηκωνσταντή. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αγ. Κηρύκου Ικαρίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 και 26 Μαρτίου 2010 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 602/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/ 1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς, και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 288/2009 ανέλεγκτη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Μ. του Δ., δια της Δ. Π. ως αγγέλου τούτου, ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω σημαντικού αιτίου και δη διότι ο απών αυτός κατηγορούμενος έκανε εγχείρηση στο Νοσοκομείο της Σάμου (και αδυνατεί να προσέλθει), οι δε λοιποί αναιρεσείοντες υπέβαλαν αίτημα αναβολής διότι η συνήγορος υπεράσπισής τους δικηγόρος Αθηνών Δέσποινα Σταυριανάδου δεν μπόρεσε να προσέλθει στο Δικαστήριο για να τους υπερασπιστεί γιατί είχε προσωπική της υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε τα πιο πάνω αιτήματα αναβολής των κατηγορουμένων χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του καμία αιτιολογία. Έτσι. ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ: 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος προβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 288/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας. Και Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Αναιρεί, παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 919/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 273/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 110/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 26-2-2011 και 1-2-2011 αποδεικτικά επίδοσης του ..., Αρχιφύλακα του Α' Α.Τ. Λάρισας και ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε αυτοπροσώπως και δια του αντικλήτου του δικηγόρου Χαρίλαου Κοψαχείλη του Αθανασίου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1/19-2-2010 αίτηση του Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 273/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 918/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 35346/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1338/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 26-10-2010, 27-10-2010, 9-11-2010 και 12-11-2010 αποδεικτικά επίδοσης του ..., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου τα δυο πρώτα και ..., Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου τα δυο τελευταία, οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αυτοπροσώπως και δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αναστασίας Τσατραφύλλια νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 11-2-2011. Τότε δια της 255/2011 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου αναβλήθηκε, η συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Οι αναιρεσείοντες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 20-9-2010 και 20-9-2010 αιτήσεις των Κ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., και Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 35346/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 917/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 4745/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 30 παρ. 15 του ΝΔ 136/1946 (Αγορανομικού Κώδικα), τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές εκείνοι που παραβαίνουν τις εκδιδόμενες κατά τον Κώδικα αυτό αγορανομικές και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα, αν δε η παράβαση αυτή τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ίδιου Κώδικα. Ενόψει αυτών, για να έχει η καταδικαστική, για παράβαση του ανωτέρω άρθρου 30 παρ. 15, απόφαση την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, εκτός άλλων, να αναφέρεται σε αυτήν το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν, δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια (ΑΠ 770/2010, 551/2010, 542/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4745/2010 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Ο 1ος κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, στις 22-4-2005, ενώ απαγορεύεται η κατοχή αγαθών τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση, ενεργώντας από κοινού κατείχε 148 kgr γλώσσες Μαυριτανίας, 205 kgr γαλέου και 63 kgr ξιφία Ισπανίας, που προορίζονταν για περαιτέρω διάθεση στο κοινό, παρότι ταύτα ήταν μη ασφαλή και ακατάλληλα για βρώση καθώς είχαν υποστεί ολική απόψυξη και εν συνεχεία συντηρηθεί χωρίς να έχουν τηρηθεί οι κατάλληλες υγειονομικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο ΒΔ 768/68 και δη είχαν αποψυχθεί σε υπαίθριο χώρο μέσα σε πλαστικό κάδο που ήταν γεμάτος με νερό και ακολούθως οι γαλέοι και μέρος από τις γλώσσες είχαν τοποθετηθεί σε ξύλινα τελάρα ενώ οι ξιφίες σε κιβώτια από φελιζόλ (τα οποία ξύλινα τελάρα και κιβώτια από φελιζόλ) ακουμπούσαν στο ακάθαρτο δάπεδο του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, η δε θερμοκρασία εντός αυτού ήταν ανώτερη της προβλεπομένης (έως + 7° C) για τη συντήρηση αυτών. Επομένως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω Δευτέρα πράξη του κατηγορητηρίου για την οποία κατηγορείται. Όμως, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από μη ταπεινά αίτια. Και γι' αυτό πρέπει να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 & 2β του ΠΚ". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παράβασης του άρθρου 30 παρ. 15 του ΝΔ 136/1946 σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 14/1989 αγορανομική διάταξη και δη του άρθρου 330 αυτής με το ακόλουθο διατακτικό " Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο ένοχο του ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 22-4-2005, ενώ απαγορεύεται η κατοχή αγαθών τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση, ενεργώντας από κοινού 148 kgr γλώσσες Μαυριτανίας, 205 kgr γαλέου και 63 kgr ξιφία Ισπανίας, που προορίζονταν για περαιτέρω διάθεση στο κοινό, παρότι ταύτα ήταν μη ασφαλή και ακατάλληλα για βρώση καθώς είχαν υποστεί ολική απόψυξη και εν συνεχεία συντηρηθεί χωρίς να έχουν τηρηθεί οι κατάλληλες υγειονομικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο ΒΔ 768/68 και δη είχαν αποψυχθεί σε υπαίθριο χώρο μέσα σε πλαστικό κάδο που ήταν γεμάτος με νερό και ακολούθως οι γαλέοι και μέρος από τις γλώσσες είχαν τοποθετηθεί σε ξύλινα τελάρα ενώ οι ξιφίες σε κιβώτια από φελιζόλ (τα οποία ξύλινα τελάρα και κιβώτια από φελιζόλ) ακουμπούσαν στο ακάθαρτο δάπεδο του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, η δε θερμοκρασία εντός αυτού ήταν ανώτερη της προβλεπομένης (έως +7° C) για τη συντήρηση αυτών. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από μη ταπεινά αίτια". Περαιτέρω δε, δεν αναφέρει τις διατάξεις περί υπαιτιότητος. Έτσι παρά το ότι το ανωτέρω αγορανομικό αδίκημα τιμωρείται και από αμέλεια, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται αν ο αναιρεσείων τέλεσε την ως άνω πράξη από δόλο ή από αμέλεια ούτε εκτίθενται περιστατικά, τα οποία να στηρίζουν την κρίση ότι το αδίκημα αυτό τέλεσε ο αναιρεσείων από πρόθεση ή από αμέλεια, με συνέπεια να μην έχει η απόφαση αυτή, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συνεπώς είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης. Πρέπει, μετά ταύτα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4745/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για να έχει η καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται εκτός άλλων να αναφέρεται σε αυτήν το είδος της υπαιτιότητος, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος τέλεσε αυτήν από δόλο ή από αμέλεια. Αναιρεί. Παραπέμπει.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 922/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1710 -1711/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 533/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1, Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 3-5-2010 αποδεικτικό επίδοσης της Γραμματέως του Κ.Κ. …, …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 17-9-2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση της 21-1-2011 με την 1513/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, κατά την οποία και πάλι αναβλήθηκε με την 93/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-4-2010 αίτηση του Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1710-1711/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 926/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Βλάσση. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπέιται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Νικολόπουλο και Νικόλαο Τσουτσάνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 737/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2735/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Απριλίου 2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 3 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Η υποχρέωση αυτή, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας. Τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ούτε να παρερμηνεύουν τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από 1.1.1981, δυνάμει της από 28.5.1979 Σύμβασης Προσχωρήσεως της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η οποία κυρώθηκε με το Ν.945/1979 (Ολομ.ΑΠ 23/1998). Κατά την πάγια νομολογία του ΔΕΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, όχι μόνο νομικώς αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, και τούτο μέσω θεσπίσεως νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. ιδίως, την απόφαση της 30.5.1991, Υποθ. C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σελ, 1-2567, σκέψη 24, ΔΕΚ Υποθ, 220/1994, απόφ. της 15.6.1995, Συλλογή της νομολογίας/1995 (1589), βλ. ΝΟΜΟΣ 250041). Μετά δε την έκδοση της αποφάσεως της 10ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 14/83, Con Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σελ. 1891, σκέψη 26), η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από Οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η Οδηγία αυτή, καθώς και το καθήκον που έχουν δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89, Μarleasing (Συλλογή 1990, σελ. 1-4135, σκέψη 8), και της 16ης Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1993, σελ. 1-6911, σκέψη 20), εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, ένα εθνικό δικαστήριο, που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 [ήδη 249], τρίτο εδάφιο της Συνθήκης (βλ. Απόφαση ΔΕΚ Υποθ. C-91/92, απόφ. της 14.7.1994, σκέψη 26). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, απόκειται η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των διατάξεων αυτών και της προστασίας των δικαιωμάτων που αυτές απονέμουν στους ιδιώτες. Επομένως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται από τις αρχές του αμέσου αποτελέσματος και της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου [Βλ. ΔΕΚ Υποθ. C-201/2002, απόφ. της 7.1.2004, ΝΟΜΟΣ (340799)]. Κατά το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών. Ως λόγος υιοθέτησης της Οδηγίας αυτής, στο προοίμιο αυτής (σκέψη 4) αναφέρεται "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ότι, προς το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος-μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές". Η παραπάνω Οδηγία καταλαμβάνει α) κάθε εταιρία διαμεσολάβησης ("επιχείρηση επενδύσεων") στην κεφαλαιαγορά, β) κάθε σχετική υπηρεσία που παρέχεται από την εταιρία διαμεσολάβησης και γ) κάθε μικροεπενδυτή, που καταθέτει χρήματα ή τίτλους προς επένδυση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Οδηγίας 97/9 "... για τους σκοπούς της παρούσας Οδηγίας, νοείται ως... 1. Επιχείρηση επενδύσεων: η επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 2 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, 2. Επενδυτική εργασία: κάθε επενδυτική υπηρεσία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ' του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας [δηλ. η φύλαξη και διαχείριση ενός ή πλειόνων τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β' του αυτού παραρτήματος]. 3. Τίτλοι: οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β' του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ 4. Επενδυτής: το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών ... 7. Αρμόδιες αρχές: οι αρχές οι οριζόμενες στο άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ [...]". Σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, "1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες τις οποίες προβλέπει η παρούσα Οδηγία [την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς] [...]". Σημειώνεται ότι οι "αρμόδιες αρχές" που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 της Οδηγίας 93/22, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 αυτής, "να είναι είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμοί που αναγνωρίζονται από το εθνικά δίκαιο ή από δημόσιες αρχές ρητώς προς τούτο εξουσιοδοτημένες από την εθνική νομοθεσία". Τέτοια αρμόδια αρχή για την εποπτεία της κεφαλαιαγοράς είναι κατά το ελληνικό δίκαιο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ΝΠΔΔ (Ν 1969/1991, άρθρα 76 επ.), η οποία έχει γενική αρμοδιότητα επί των θεμάτων της κεφαλαιαγοράς ("Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανατίθεται ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς", άρθρο 76 παρ. 2 Ν 1969/1991, και "[η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς] ρυθμίζει κάθε θέμα που έχει σχέση με την ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και κάθε άλλο θέμα που απορρέει από άλλες διατάξεις"). Ο εθνικός νομοθέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22, να αναθέτει σε πρόσωπα που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων που καταρχήν εμπίπτουν στην γενική σφαίρα αρμοδιότητας των εποπτικών αρχών, διότι κατά την κρίση του αυτό συντελεί στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Συνεπώς, δεν αποκλείεται από το κοινοτικό δίκαιο η ανάθεση από τον 'Ελληνα νομοθέτη της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων και της θέσης τους σε εκκαθάριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και παράλληλα η ανάθεση της διαπίστωσης της αδυναμίας των επιχειρήσεων αυτών να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις σε ειδικά όργανα (τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης εν προκειμένω), που διορίζονται και εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Όπως προκύπτει από τους ανωτέρω ορισμούς του άρθρου 1 της Οδηγίας 97/9, η εν λόγω Οδηγία παραπέμπει εν μέρει ως προς τον ορισμό του πεδίου εφαρμογής της στην Οδηγία 93/22 (σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, ό.π.), σύμφωνα με την οποία: Ως επιχείρηση επενδύσεων νοείται: κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τρίτους, στα πλαίσια του επαγγέλματος του (άρθρο 1 παρ. 2). Ως επενδυτική υπηρεσία νοείται: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α' του παραρτήματος (της Οδηγίας 93/22) που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β' του παραρτήματος (της ίδιας Οδηγίας 93/22), και παρέχονται σε τρίτους (άρθρο 1 παρ. 1). Το παράρτημα της Οδηγίας 93/22 ορίζει: ΤΜΗΜΑ Α' Υπηρεσίες 1. α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β', β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β', 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β', 4. Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β' ή/και τοποθέτηση της. ΤΜΗΜΑ Β' Τίτλοι 1. α) Κινητές αξίες [δηλ. οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή, ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής (άρθρο 1 παρ. 4 Οδηγίας 93/22)].... β) Μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων.2. Τίτλοι της νομισματαγοράς [δηλ. οι κατηγορίες τίτλων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην νομισματαγορά (άρθρο 1 παρ. 5 Οδηγίας 93/22)]. 3. Τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμ-βανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. 4, Προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRΑ). 5. Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο, συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), 6. Προαιρέσεις (οptions) αγοράς ή πώλησης οιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδυνάμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Συμπεριλαμβάνονται ιδίως, στην κατηγορία αυτή, οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9 καταλαμβάνει κάθε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο καταθέτει κεφάλαια ή τίτλους προς επένδυση σε μία εταιρία διαμεσολάβησης στην κεφαλαιαγορά, στο πλαίσιο σύμβασης αυτού με την εταιρία, μεταξύ άλλων για λήψη και διαβίβαση εντολών του ή για διαχείριση χαρτοφυλακίου του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η παραπομπή από την Οδηγία 97/9 στην Οδηγία 93/22 καλύπτει εν μέρει το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας είναι ευρύτερο εκείνου της Οδηγίας 93/22, διότι ενώ η Οδηγία 93/22 αναφέρεται μόνο σε τίτλους, η Οδηγία 97/9 ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (βλ. σκέψη 8 στο προοίμιο της παραπάνω Οδηγίας όπου αναφέρει ότι "όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων, ότι αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή, κατά τα οποία σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...")• Τούτο είναι εύλογο, διότι για την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, ο επενδυτής μπορεί να μην καταθέτει στον διαμεσολαβητή τίτλους, αλλά κεφάλαιο προς επένδυση (για αγορά τίτλων). Αν η πράξη αυτή δεν προστατευόταν από την νομοθεσία, κατ' ουσίαν για όσο διάστημα ο διαμεσολαβητής κρατούσε κεφάλαια χωρίς να τα επενδύει και κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανεκαλείτο η άδεια λειτουργίας του, ο (μικρο)επενδυτής θα παρέμενε απροστάτευτος. Η Οδηγία 97/9 επιβάλλει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν "συστήματα αποζημίωσης" των επενδυτών στην επικράτεια τους. Ειδικότερα "... Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών" (βλ. άρθρο 2 παρ. 1), Η έννοια του "συστήματος" είναι ευρεία και σημαίνει τον οργανωμένο μηχανισμό αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελούμενο Ενδεχομένως από περισσότερα "εξαρτήματα" που ενεργούν προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας. Η τελευταία δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα της δομής του μηχανισμού αυτού και των λεπτομερειών λειτουργίας του, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο εν προκειμένω ενδιαφέρεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, καταλείποντας την επιλογή των καταλλήλων μέσων επίτευξής του στα κράτη μέλη. Η Οδηγία 97/9, δεσμεύει τα κράτη μέλη όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (αρχή της αποτελεσματικότη-τας), αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων επίτευξής του στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (άρθρο 249, εδάφιο τρίτο, ΣυνθΕΚ). Η Οδηγία 97/9 προβλέπει μια σειρά όρων, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται ως minimum. Έτσι, "[τ]ο σύστημα αποζημίωσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να ενημερώνει τους επενδυτές σχετικά με τη διαπίστωση ή απόφαση που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 2 και, εάν οφείλει να τους αποζημιώσει, για την καταβολή της αποζημιώσεως το ταχύτερο δυνατόν [...]" (άρθρο 9 παρ. 1), ενώ "το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφού αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της" (άρθρο 9 παρ. 2). Εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας 97/9 επιβάλλεται μία σαφής και άνευ όρων ή αιρέσεων υποχρέωση του συστήματος να καταβάλλει αποζημιώσεις. "Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές ..., όταν: οι αρμόδιες αρχές έχουν ο διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μια επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση", οπότε, όπως ορίζει η ίδια διάταξη, "Πρέπει να διασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης: να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες... κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως". Επομένως, από την Οδηγία προκύπτει ότι μόλις οι "αρμόδιες αρχές" κράτους μέλους ή οι δικαστικές του αρχές, αναλόγως του ποιές θα επιληφθούν πρώτες, διαπιστώσουν την αδυναμία επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι των πελατών της, το σύστημα αποζημιώνει τους πελάτες (μικροεπενδυτές). Τίθεται επομένως ως υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίσουν ότι το σύστημα που έχουν οργανώσει, ανεξαρτήτως του πώς αυτό διαρθρώνεται, είναι σε θέση να αποζημιώνει τους ιιικροεπενδυτες, όταν επιχείρηση επενδύσεων περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της. Ως προς την διαπίστωση της κατάστασης αδυναμίας των επιχειρήσεων επενδύσεων να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις έναντι των πελατών του ο κοινοτικός νομοθέτης αφήνει στα κράτη μέλη να καθορίσουν πώς οι "αρμόδιες αρχές" (ήτοι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην περίπτωση του ελληνικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Οδηγίας 93/22 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1 της Οδηγίας 97/9, θα διαπιστώσουν την εν λόγω αδυναμία, διότι ενδιαφέρεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, καταλείποντας την επιλογή των μέσων στον εθνικό νομοθέτη. Η εθνική νομοθεσία των κρατών μελών δεν απαγορεύεται, επομένως, να προβλέπει την διαπίστωση της αδυναμίας κάλυψης των υποχρεώσεων επιχείρησης επενδύσεων είτε από την ίδια την αρμόδια εθνική εποπτική αρχή είτε από άλλο όργανο, ειδικά προς τούτο ορισμένο από την εθνική νομοθεσία. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον δεν πρόκειται για δικαστική αρχή, το ειδικό όργανο θα πρέπει να εποπτεύεται από την αρμόδια εθνική εποπτική αρχή. Η υποχρέωση του εθνικού συστήματος αποζημίωσης να καταβάλει αποζημιώσεις στους επενδυτές και καταθέτες κεφαλαίων προς επένδυση δεν επιδέχεται εξαιρέσεις, πλην των περιπτώσεων που ρητά ορίζονται στο ίδιο το κοινοτικό δίκαιο που τις προβλέπει. Τέτοιες εξαιρέσεις προβλέπονται στην Οδηγία 97/9. Πρώτον, η Οδηγία 97/9 αποκλείει την καταβολή αποζημίωσης "για απαιτήσεις απορρέουσες από συναλλαγές για τις οποίες εξεδόθη καταδικαστική ποινική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες..." (άρθρο 3), δηλαδή όταν πρόκειται για "ξέπλυμα χρήματος". Δεύτερον, η Οδηγία 97/9 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την ευχέρεια "[...] να προβλέψουν ότι ορισμένοι επενδυτές έχουν μειωμένη κάλυψη ή δεν καλύπτονται καθόλου" (άρθρο 4 παρ. 2), στις περιπτώσεις που αναφέρει στο παράρτημα Ι αυτής "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡ. 2 1. θεσμικοί επενδυτές και επαγγελματίες επενδυτές [...] 2. Υπερεθνικοί φορείς, κράτη και κεντρικές διοικητικές αρχές, 3. Περιφερειακές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές αρχές, 4. Διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, εταίροι της επιχείρησης επενδύσεων, που ευθύνονται προσωπικά, εταίροι που κατέχουν τουλάχιστον το 5% του κεφαλαίου της επιχείρησης επενδύσεων, πρόσωπα υπεύθυνα για τη διενέργεια του νομικού ελέγχου των λογαριασμών της επιχείρησης επενδύσεων και επενδυτές που έχουν τις ίδιες ιδιότητες σε άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου. 5. Στενοί συγγενείς και τρίτοι που ενεργούν για λογαριασμό των επενδυτών που αναφέρονται στο σημείο 4. 6. Άλλες επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου. 7. Επενδυτές οι οποίοι είναι υπαίτιοι για ορισμένες εξελίξεις ή έχουν επωφεληθεί από ορισμένα γεγονότα που αφορούν την επιχείρηση επενδύσεων και έχουν προξενήσει τις οικονομικές της δυσκολίες ή έχουν συμβάλει στην επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης. 8. Εταιρίες οι οποίες λόγω του μεγέθους τους δεν επιτρέπεται να συντάσσουν συνοπτικό ισολογισμό [...]"• Οι εξαιρέσεις αυτές είναι συγκεκριμένες και πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά (ίδετε παγία νομολογία ΔΕΚ, ενδεικτικά απόφ. ΔΕΚ απόφ. της 17.6.1981, Υποθ. 113/80, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλ., σελ. 1625, σκ. 7). Επομένως, πλην των ως άνω επιτρεπομένων από την Οδηγία εξαιρέσεων, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να διασφαλίσουν την καταβολή αποζημίωσης στους (μικρο)επενδυτές από τα συστήματα αποζημιώσεως, κατ' εφαρμογή της Οδηγίας. "Το σύστημα πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο τρεις μήνες αφότου αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της. Σε όλως έκτακτες περιστάσεις, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές παράταση της προθεσμίας, για ειδικές περιπτώσεις. Η εν λόγω παράταση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες" (άρθρο 9 παρ. 2). Σημειώνεται συναφώς ότι τον κοινοτικό νομοθέτη ενδιαφέρει η ικανοποίηση, επενδυτών από το σύστημα, εφόσον αποδειχθεί το Βάσιμο της απαίτησης και προσδιορισθεί το ύψος της, χωρίς να προσδιορίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη από ποιον αποδεικνύεται το Βάσιμο και προσδιορίζεται το ύψος της. Ορίζει ωστόσο η Οδηγία τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της απαίτησης επενδυτή: το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαντήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση, κατά την ημερομηνία της διαπίστωσης ή της απόφασης που αναφέρονται στην παρ. 2, του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας, η οποία καθορίζεται με αναφορά στην αγοραία αξία όπου είναι δυνατόν, των τίτλων που ανήκουν στον επενδυτή και η επιχείρηση αδυνατεί να αποδώσει ή να επιστρέψει" (άρθρο 2 παρ. 4). Προκύπτει αμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 2 παρ. 4 και 9 παρ. 2 της Οδηγίας εν συνδυασμώ, ότι ο υπολογισμός του ύψους της απαίτησης γίνεται, κατόπιν -όπως εξυπακούεται- από- την απόδειξη του βάσιμου της απαίτησης" άπαξ στο όλο σύστημα αποζημίωσης, η δε καταβολή πρέπει να γίνει εντός της τασσομένης αποκλειστικής προθεσμίας, που τρέχει από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδειξης του βάσιμου και υπολογισμού του ύψους της απαίτησης. Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι σκοπός της Οδηγίας 97/9, ο οποίος διέπει και την ερμηνεία των διατάξεων της είναι, μέσω της δημιουργίας του συστήματος αποζημίωσης, να διασφαλίσει την ταχεία, απλή και αποτελεσματική προστασία των μικροεπενδυτών. Ενόψει αυτών, η υποχρέωση σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου συνεπάγεται ότι το εκάστοτε εθνικό δίκαιο, που θεσπίζεται προς μεταφορά της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, θα πρέπει να ερμηνεύεται προς τον σκοπό επίτευξης του αποτελέσματος στο οποίο αποβλέπει η Οδηγία, δηλαδή την διασφάλιση της ταχείας και με απλές διαδικασίες καταβολής μίας ελάχιστης αποζημίωσης στους (μικρο)επενδυτές, ως αποτελεσματικό μέσο προστασίας των ιδίων αλλά και της εμπιστοσύνης τους προς την κεφαλαιαγορά. Περαιτέρω, με το νόμο 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις" επήλθε από την έναρξη της ισχύος του (11-11-1997) αναδιάρθρωση του προβλεπόμενου με το ν.δ. 3078 της 7/11-10-1954 "Κοινού Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" που μετονομά-σθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", με το διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό", με σκοπό την επαρκέστερη προστασία του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της 97/9/Ε.Κ. Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997. Με την Οδηγία αυτή βελτιώθηκαν οι προβλεπόμενοι κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, που είχαν τεθεί με την προηγούμενη σχετική Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, για την προστασία των επενδυτών και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία και την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Κρίθηκε δε ότι αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί, όταν κάθε κράτος μέλος θα διέθετε ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που θα εγγυάτο ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας, τουλάχιστον για τους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση που μία επιχείρηση επενδύσεων θα αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς αυτούς. Το Συνεγγυητικό, του οποίου μέλη είναι όλες οι Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ορίσθηκε ως φορέας καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 61 έως 78 του ν. 2533/1997. Με το άρθρο 1 παρ. 12 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη για διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων νια κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α., (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α., (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996". Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο "Κύρια επενδυτική Υπηρεσία αποτελεί οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες. α. (i) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRΑ), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές η με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ. δικαιώματα προαιρέσεως (ορtions) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (ορtions) επί συναλλάγματος και επιτοκίων. (ii) Εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων. β.Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α(i). γ. Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i). Με το άρθρο 4α παρ. 8 και 9 εδ. α' και β' του ν. 1806/1988, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2651/1998, ορίζεται ότι: "Σε χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης περιουσιακών στοιχείων πελατών Α.Χ.Ε. ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ., κατά τις ρυθμίσεις των παραγράφων 5 έως και 7 του παρόντος άρθρου, ο Επόπτης ενημερώνει την Επιτροπή Αποζημιώσεων, που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 του ν. 2533/1997, για υποβληθείσες απαιτήσεις ως προς επενδυτικές υπηρεσίες, που δεν ικανοποιήθηκαν σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου αυτή να αποφασίσει, αφού παραλάβει από τον Επόπτη κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της εταιρείας, για ποιες από αυτές υπάρχει υποχρέωση του Συνεγγυητικού για καταβολή αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 2533/1997. Το Συνεγγυητικό, χωρίς να υποχρεούται στην τήρηση οποιασδήποτε πρόσθετης διαδικασίας ή γνωστοποιήσεως, καταβάλλει αποζημιώσεις στους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 67 του ν. 2533/1997 και ενημερώνει αμελλητί τον Επόπτη για τις σχετικές καταβολές. Ο Επόπτης και ο εκκαθαριστής μειώνουν ανάλογα τα ποσά των απαιτήσεων κατά της εταιρείας (παρ.8). Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες, σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 67 του Ν. 2533/1997, όπως ισχύει, με τη διαδικασία αυτούσιας παράδοσης ή με την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, ολοκληρώνεται η ειδική εκκαθάριση, Η περάτωση της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου κηρύσσεται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρίας που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση του Επόπτη ή κάθε άλλου που έχει έννομο συμφέρον.....(παρ.9)". Με το άρθρο 65 του ν. 2533/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2651/1998 ορίζονται οι προϋποθέσεις αποζημίωσης και προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι : " 1. Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, διαζευκτικά: (α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την Α.Ε.ΑΠΟΘ. ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, (β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης προς το Συνεγγυητικό από εντολέα, (γ) η υποβολή δήλωσης από Ε.Π.Ε.Υ. προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεών της προς εντολείς, ή (δ) η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά Ε.Π.Ε.Υ., (ε) η ανάκληση της άδειας συστάσεως Ε.Π.Ε.Υ. και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988. Για την καταβολή αποζημίωσης στις περιπτώσεις (α) και (β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, θα πρέπει επίσης να προσδιορισθεί από το Συνεγγυητικό ότι η μη εκπλήρωση υποχρεώσεων Ε.Γ.Ε.Υ. οφείλεται σε αδυναμία της και ότι η αδυναμία αυτή δεν είναι πρόσκαιρη ή συγκυριακή αλλά ότι έχει χαρακτήρα οριστικό ή, σύμφωνα με τα τότε δεδομένα, μη ανατρέψιμο. 2. Η Α.Ε.ΑΠΟΘ. θα παρέχει στο Συνεγγυητικό γνωστοποίηση για τη μη έγκαιρη ικανοποίηση υποχρεώσεων μέλους για την παράδοση κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής. 3. Σε περίπτωση λήψης από το Συνεγγυητικό αίτησης εντολέα για αποζημίωση, το Συνεγγυητικό θα γνωστοποιεί αμέσως στην Ε.Π.Ε.Υ. ως προς τις υπηρεσίες στις οποίες υποβάλλεται η αίτηση, την ύπαρξη σχετικής απαίτησης και θα της τάσσει εύλογη προθεσμία για την παροχή τεκμηρίωσης και στοιχείων ως προς την υποβληθείσα απαίτηση, καθώς και των στοιχείων των εντολέων και αντισυμβαλλόμενων μελών ως προς τους οποίους υπάρχουν άλλες τυχόν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. 4. Εντός εύλογου χρόνου, που δεν θα υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες, από τη λήψη των στοιχείων των παραγράφων 2 ή 3 του παρόντος άρθρου ή την άκαρπη παρέλευση της σχετικής προθεσμίας το Συνεγγυητικό θα εισηγείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα αποφασίζει, εάν προκύπτει μη εκπλήρωση υποχρεώσεων της Ε.Π.Ε.Υ.. 5. Σε περίπτωση λήψης από το Συνεγγυητικό δήλωσης Ε.Π.Ε.Υ. ότι υπάρχουν υποχρεώσεις της προς εντολείς ή αντισυμβαλλόμενα μέλη, το Συνεγγυητικό θα τάσσει εύλογη προθεσμία στην Ε.Π.Ε.Υ. για την παροχή όλων των απαραίτητων στοιχείων για τον προσδιορισμό των εντολέων και μελών πιστωτών της Ε.Π.Ε.Υ. ως προς την παροχή των καλυπτόμενων υπηρεσιών και του περιεχομένου και της αξίας των υποχρεώσεων της Ε.Π.Ε.Υ. προς αυτούς. Εντός εύλογου χρόνου από τη λήψη των παραπάνω στοιχείων, το Συνεγγυητικό θα γνωστοποιεί στους εντολείς και τα αντισυμβαλλόμενα μέλη, κατά περίπτωση, το δικαίωμα αποζημίωσης τους από το Συνεγγυητικό, τη διαδικασία και την προθεσμία υποβολής αιτήσεων αποζημίωσης. ... 7. Με απόφασή του, το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεγγυητικού ορίζει τις προθεσμίες, τα μέσα και τις διαδικασίες γνωστοποιήσεων και κοινοποιήσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, τη διαδικασία και τα δικαιολογητικά αίτησης για αποζημίωση, τη διαδικασία λήψης απόφασης επί αίτησης για αποζημίωση και κάθε ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι στην έννοια του όρου "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" (άρθρο 1 παρ. 12 του ν.2533/1997), για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του Συνεγγυητικού προς αποζημίωση (στα πλαίσια της ΥΠ.ΕΘ.Ο.14082/Β809/2000) των επενδυτών, εάν οι συμβαλλόμενες με αυτούς Ε.Π.Ε.Υ βρίσκονται σε αδυναμία εκπλήρωσης των προς αυτούς υποχρεώσεων ή κηρύχθηκαν σε κατάσταση πτωχεύσεως ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας τους ή έχουν υπαχθεί υπό την ειδική εκκαθάριση, του άρθρου 4α του ν. 1806/1988, περιλαμβάνεται και η κατοχή κεφαλαίων τρίτων (εντολέων) για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων ή τα οποία κεφάλαια αποτελούν προϊόν τέτοιων συναλλαγών (άρθρο 1 παρ. 12 εδ.γ του ν. 2533/1997), ενώ ούτε κατά την ημεδαπή νομοθεσία ούτε κατά την έννοια της Οδηγίας 97/9/ Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997 εμπίπτει η κατοχή κεφαλαίων τρίτων από ΕΠΕΥ προς κατάρτιση συναλλαγών που δεν έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, δηλαδή μετοχών, ομολογιών και συναφών τίτλων και κινητών αξιών που αποτελούν, κατά νόμο, αντικείμενο διαπραγμάτευσης και μεταβίβασης των επ' αυτών δικαιωμάτων στο Χ.Α.Α. Η υπαγωγή των κεφαλαίων αυτών στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, με μόνη προϋπόθεση τον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων προορισμό των χρημάτων για την κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών, δεν εξαρτάται από τη δημιουργία και διαχείριση χαρτοφυλακίου για λογαριασμό του εντολέα, που συγκροτεί αυτοτελή κατηγορία καλυπτόμενης επενδυτικής υπηρεσίας (άρθρο 2 παρ.γ του ν.2396/1996), μη συσχετιζόμενη αναγκαίως με την κατοχή κεφαλαίων για χρηματιστηριακές συναλλαγές, αφού τα κεφάλαια αυτά καλύπτονται αποζημιωτικώς από το Συνεγγυητικό από τη στιγμή που περιέρχονται στην κατοχή της Ε.Π.Ε.Υ., χωρίς να τίθεται από το νόμο ως όρος η εκτέλεση μιας τουλάχιστον χρηματιστηριακής συναλλαγής ή η ύπαρξη στο χαρτοφυλάκιο των τίτλων αυτής (ΑΠ 534/2011 και 533/2011). Επίσης, η Οδηγία 97/9/ΕΚ δεν θέτει περιορισμούς στις εθνικές νομοθεσίες για τον τρόπο διαπίστωσης της θεμελίωσης του δικαιώματος αποζημίωσης κατά του Συνεγγυητικού και επομένως οι διατάξεις των άρθρων 4α του ν.1806/1988 και 65-66 του ν.2533/1997, με τις οποίες παρέχεται δικαίωμα στην Επιτροπή Αποζημιώσεων του Συνεγγυητικού να ελέγξει την βασιμότητα των κατά του τελευταίου προβαλλομένων αξιώσεων αποζημίωσης, μετά την υποβολή από το αρμόδιο όργανο της Ε.Π.Ε.Υ. που συνέλεξε τα στοιχεία για την τεκμηρίωση της σχετικής απαίτησης προς αποζημίωση, δεν αντιβαίνει στην ανωτέρω Οδηγία, ούτε αποτελεί αυτή την αιτία δημιουργίας της απαίτησης, αλλά η ορθότητα της απόφασης της Επιτροπής υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή, με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσείοντος Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, ως εκ του νόμου υποκατάστατος της αντισυμβαλλόμενης με εκείνη Ε.Π.Ε.Υ. που περιήλθε σε οριστική αδυναμία εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεών της, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία λειτουργούσε νόμιμα ως Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και ήταν μέλος του εναγομένου, και της ενάγουσας καταρτίστηκε στις 21-6-2001 "Σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου", δυνάμει της οποίας η ως άνω εταιρεία (Ε.Π.Ε.Υ) ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην ενάγουσα υπηρεσίες για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου της, οι οποίες συνίσταντο ιδίως στις εξής συναλλαγές: 1. πωλήσεις αξιόγραφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του Ν. 2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξιών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, εντόκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδος, 2. επένδυση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές. 3. τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, 4. διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών, 5. ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και 6. φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. Με το όρο 2 της σύμβασης αυτής ορίστηκε ότι ως χαρτοφυλάκιο, την διαχείριση του οποίου ανέλαβε η εταιρεία, νοείται κάθε ποσό, το οποίο ο πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο πελάτης στην εταιρεία για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, καθώς επίσης οι κινητές αξίες, στις οποίες επενδύεται από την εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του με την αγορά κινητών αξιών για λογαριασμό του και τη ρευστοποίηση των κινητών αξιών του. Η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ορίστηκε σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, ενώ συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα κατέβαλε ποσοστό πρόσθετης προμήθειας, από ποσοστό 25%, επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου της. Ορίστηκε δε ότι υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν 1) η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισσαβόνας, Μαδρίτης και Μιλάνου κατά 3% τουλάχιστον και 2)όταν η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των Χρηματιστηρίων κατά 1% τουλάχιστον. Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν αόριστης διάρκειας και ότι η ισχύς της θα άρχιζε με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση των περιλαμβανόμενων στο χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας τίτλων, και θα έληγε την ημέρα που θα γνωστοποιούνταν εγγράφως η καταγγελία της από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τη σύμβαση αυτή δεν δόθηκαν από την ενάγουσα συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων της. Αυτές δόθηκαν με τα παρακάτω προσαρτήματα, αν και η εν λόγω σύμβαση δεν προέβλεπε την με αυτό τον τρόπο συμπλήρωση της. Στις 22-6-2001 η ενάγουσα, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, κατέθεσε σε λογαριασμό της ως άνω Ε.Π.Ε.Υ, που αυτή διατηρούσε στην τράπεζα "ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε." το ποσό των 50.000.000 δρχ. ή 146.735,14 ευρώ. Την ίδια ημέρα καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγουσας και της εν λόγω Ε.Π.Ε.Υ το από 22-6-2001 "ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ Α/1" στην ως άνω σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Με το προσάρτημα αυτό, στο οποίο γίνεται μνεία της εκ μέρους της ενάγουσας κατάθεσης του ως άνω ποσού των 50.000.000 δρχ., ορίστηκε α) ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε προς διαχείριση, β) ότι η διάρκεια της διαχείρισης του ποσού αυτού θα ήταν τρίμηνη, με έναρξη την 25-6-2001 και λήξη την 25-9-2001 και γ) ότι η αμοιβή της εταιρείας, η οποία έπρεπε να καταβληθεί κατά την ημέρα έναρξης της διαχείρισης, ανερχόταν σε 750.000 δρχ. ή 2201,03 ευρώ (δηλ. 50.000.000 δρχ. χ 1,5%), ενώ σε περίπτωση υπεραπόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου η αμοιβή της θα ανερχόταν σε ποσοστό 25% επί της υπεραπόδοσης, η οποία θα έπρεπε να καταβληθεί στη λήξη της διαχείρισης. Με το εν λόγω προσάρτημα δεν διευκρινίστηκε ο τρόπος, με τον οποίο η Ε.Π.Ε.Υ θα διαχειριζόταν το ποσό αυτό, ενώ κατευθυντήριες σχετικές οδηγίες, όπως ειπώθηκε, δεν είχαν δοθεί από την ενάγουσα προς την Ε.Π.Ε.Υ, ούτε με την ως άνω σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Από το ποσό των 50.000.000 δρχ. η ΕΠΕΥ διαχειρίσθηκε, μετά την αφαίρεση της προμήθειας διαχείρισης, το ποσό των 49.250.000 δρχ., το οποίο κατά το χρόνο λήξης της διαχείρισης, είχε καθαρή απόδοση ύψους 1.983.770 δρχ. Στη συνέχεια η ενάγουσα, την 1-10-2001, κατέθεσε στο ταμείο της Ε.Π.Ε.Υ το ποσό των 51.233.770 δρχ. ή 150.355,89 ευρώ, δηλ. το επενδυθέν ποσό των 49.250.000 δρχ. και την εκ δραχμών 1.983.770 απόδοσή του. Με το από 1-10-2001 "ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ. Α/2", χωρίς και πάλι να προσδιορίζεται ο τρόπος, με τον οποίο θα πραγματοποιούνταν η διαχείριση, συμφωνήθηκε νέα τρίμηνη διαχείριση του παραπάνω ποσού, με έναρξη στις 2-10-2001 και λήξη στις 2-1-2002, ενώ η αμοιβή (προμήθεια) της Ε.Π.Ε.Υ, η οποία έπρεπε να καταβληθεί κατά την έναρξη της διαχείρισης, προσδιορίστηκε στο ποσό των 768.507 δρχ. (51.233.770 δρχ. Χ 1,5%). Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι τα ποσά των 50.000.000 δρχ αρχικά και στη συνέχεια των 51.233.770 δρχ. (δηλ. το αρχικό κεφάλαιο με την απόδοση του), κατατέθηκαν από την ενάγουσα όχι για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ.Ια (ι) του ν.2396/1996 στα πλαίσια της σχετικής εντολής της που ενσωματώνεται στην ως άνω σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, αλλά για να γίνει διαχείριση αυτών στα πλαίσια της συμφωνίας της ενάγουσας με την ΕΠΕΥ για επένδυση με εγγυημένη απόδοση του κατατεθέντος κεφαλαίου. Γι' αυτό το λόγο πράγματι τα ποσά αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν για αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων ούτε υπήρχε τέτοια εντολή να χρησιμοποιηθούν για τέτοιο σκοπό. Οι ελάχιστες αγορές και πωλήσεις μετοχών που έγιναν στο πρώτο τρίμηνο της διαχείρισης δεν έγιναν από τα κατατεθέντα χρήματα. Το αρχικό κεφάλαιο παρέμεινε άθικτο και στη συνέχεια μαζί με το ποσό της απόδοσής του επανακατατέθηκε στην εταιρεία, πάλι στα πλαίσια της συμφωνίας της ενάγουσας με την ΕΠΕΥ για επένδυση με εγγυημένη απόδοση. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι το ποσό της απόδοσης του αρχικού κεφαλαίου κατά τη λήξη της πρώτης τρίμηνης διαχείρισης είναι μεγάλο και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται να προήλθε από τον περιορισμένο αριθμό χρηματιστηριακών πράξεων (αγορές και πωλήσεις μετοχών) που έγιναν στο διάστημα αυτό μέσω της εταιρείας ΑΡΤΙΟΝ ΑΧΕΠΥ, ήτοι πώληση στις 26.7.2001 1000 μετοχών της F.G. ΕURΟΡΕ, 500 της ΛΟΥΛΗ, στις 30.7.2001 πώληση 1000 μετοχών της ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, στις 7.8.2001 αγορά 500 μετοχών της ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, στις 8/8/2001 αγορά 500 μετοχών της ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, στις 27/8/2001 αγορά 500 μετοχών της ΦΟΛΙ, στις 3/9/2001 αγορά 500 μετοχών της ΛΟΥΛΗ, στις 14/9/2001 αγορά 1000 μετοχών της F.G. ΕURΟΡΕ και στις 25/9/2001 πώληση 500 μετοχών της ΦΟΛΙ. Τούτο διότι το διάστημα, εκείνο οι τιμές των ανωτέρω μετοχών είχαν συνεχή πτωτική πορεία, όπως άλλωστε και ο γενικός δείκτης τιμών του ΧΑΑ, γεγονός που σημαίνει ότι η πιο πάνω απόδοση του αρχικά κατατεθέντος κεφαλαίου δεν οφείλεται στην επένδυση του στο χρηματιστήριο για την αγορά και πώληση μετοχών. Από τα δύο προσαρτήματα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα παρέδωσε στην ΕΠΕΥ μόνο μετρητά προς διαχείριση κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα. Δεν είχαν παραδοθεί στην ΕΠΕΥ τίτλοι, αφού στα προσαρτήματα αυτά αναγράφονται μόνο οι καταθέσεις χρηματικών ποσών. Μάλιστα στο προσάρτημα ΑΙ αναγράφεται "ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ 51.23 3,770 δρχ.", δηλ,, το αρχικό κεφάλαιο με το ποσό της τρίμηνης απόδοσης του και δεν γίνεται καμία αναφορά σε τίτλους. Εξάλλου οι προαναφερόμενες ελάχιστες χρηματιστηριακές συναλλαγές, που έγιναν μέσω της πιο πάνω ΑΧΕΠΥ, δεν είχαν σχέση με το κατατεθέν ποσό των χρημάτων, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, πολύ περισσότερο δε με το επανακατατεθέν ποσό για τη νέα τρίμηνη διαχείριση, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν έλαβε χώρα καμία χρηματιστηριακή συναλλαγή. Η κρίση ότι η ενάγουσα, καταθέτοντας στην ως άνω Ε.Π.Ε.Υ το προαναφερθέν ποσό, απέβλεψε στην αποκομιδή εισοδήματος, χωρίς καμία διακινδύνευση και επηρεασμό από την τυχόν πτωτική πορεία του δείκτη του Χ.Α.Α, αποδεχόμενη τον τρόπο αυτό διαχείρισης εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης της Α.Ε.Π.Ε.Υ, ενισχύεται και από το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την ισχύουσα στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πρακτική της μακροχρόνιας διαχείρισης, κατήρτισε ανανεούμενες και βραχυχρόνιες συμφωνίες περί διαχείρισης του πιο πάνω κεφαλαίου, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, απέφεραν σε αυτήν εισόδημα, το οποίο ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις αποδόσεις που την εποχή εκείνη προέκυπταν από χρηματιστηριακές συναλλαγές ή καταθέσεις σε τράπεζες. Συνεπώς, η ενάγουσα, με τα ως άνω προσαρτήματα και τη συμφωνηθείσα με αυτά διαχείριση του προαναφερθέντος κεφαλαίου της, απέβλεψε σε εισόδημα, το οποίο θα αποκόμιζε από τη διαχείριση του κατά τρόπο που δεν διευκρινίστηκε μεν από το αποδεικτικό υλικό, ούτε και η ίδια, άλλωστε, προσδιόρισε, πλην όμως είναι άσχετος με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως αυτά παραπάνω προσδιορίστηκαν. Γνώριζε δε αυτή ότι οι αποδόσεις, που θα αποκόμιζε από το ως άνω κεφάλαιο της, δεν προέρχονταν από συναλλαγές στα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού κατά την κατάρτιση των ως άνω προσαρτημάτων και την κατάθεση των χρηματικών ποσών προς διαχείριση δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα Και στις αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου που της χορηγούσε η ως άνω Ε.Π.Ε.Υ δεν υπήρχε αναφορά σε τέτοια μέσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την 293/3-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, διέταξε την αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ" προσωρινά. Στη συνέχεια με την 7/234/27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της εταιρείας "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ" και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988, για τη διενέργεια της οποίας διορίσθηκε Επόπτης της εκκαθάρισης. Η ενάγουσα ανήγγειλε νομίμως και εμπροθέσμως την απαίτηση της από την ανωτέρω σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ανερχόμενη στο ποσό των 150.355,89 ευρώ. Ο επόπτης εκκαθάρισης επαλήθευσε την απαίτηση της ως προς το ποσό των 143.477,93 ευρώ, από το οποίο της καταβλήθηκε το 13,75% αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ.7 Ν. 1806/1988, λόγω ανεπάρκειας των κατεχομένων από την ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ χρηματικών ποσών για την πλήρη ικανοποίηση των επενδυτών [βλ.την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη από 20.12.2004 επιστολή]. Δηλαδή, η ως άνω υπό χρηματιστηριακή εκκαθάριση εταιρεία κατέβαλε στην ενάγουσα 19.728,21 ευρώ. Μετά από αυτά, ο Επόπτης εκκαθάρισης παρέπεμψε την μη ικανοποιηθείσα απαίτηση της ενάγουσας, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ.8 του Ν 1806/1988 στην Επιτροπή Αποζημιώσεων του άρθρου 68 παρ.6 του Ν.2533/1997, προκειμένου να κριθεί αν η απαίτηση αυτή προέκυψε από καλυπτόμενες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επενδυτικές υπηρεσίες. Τελικώς το εναγόμενο αρνήθηκε να αποζημιώσει την ενάγουσα για το λόγο ότι η ως άνω απαίτησή της δεν προερχόταν από καλυπτόμενες σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2533/1997 επενδυτικές υπηρεσίες. Η άρνησή του είναι σύμφωνη με το νόμο, καθ'όσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ως άνω ΕΠΕΥ, κατά τη διαχείριση χρημάτων μόνο της ενάγουσας για το σκοπό που προαναφέρθηκε, δεν προσέφερε σε αυτήν, μη έχοντας άλλωστε και σχετική εντολή, επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από τον εναγόμενο και μάλιστα αυτές της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, με την επένδυση των κατατεθέντων κεφαλαίων στα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας χρηματοπιστωτικά μέσα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.12 του ν.2533/1997, 2 παρ.1γ του ν.2396/1996, 4α παρ.8 του ν.1806/1988, που έχει προστεθεί με το άρθρο 12 παρ.1 του ν.2651/1998, 1 παρ.4, 2 παρ.2, 8 παρ.1, 3 και 9 παρ.1,2 της 97/9/Ε.Κ. Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997. Διότι, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, η μεταξύ της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας-ενάγουσας και της αντισυμβαλλόμενής της ανώνυμης εταιρίας ΑΣΤΡΑΙΑ Ε.Π.Ε.Υ. "σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου", κατά την ρητώς εκπεφρασμένη βούληση των συμβαλλομένων είχε ως περιεχόμενο την από την ΕΠ.Ε.Υ. κατάρτιση, με το δοθέν προς αυτή από την αναιρεσείουσα κεφάλαιο των 50.000.000 δραχμών, συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό της εντολέα της, το περιστατικό αυτό αρκούσε για την υπαγωγή του κεφαλαίου στις καλυπτόμενες από το αναιρεσίβλητο επενδυτικές υπηρεσίες και ήταν χωρίς έννομη σημασία, το ότι δεν εκτελέσθηκαν χρηματιστηριακές συναλλαγές ή δεν υπήρχε χαρτοφυλάκιο τίτλων της αναιρεσείουσας, για τη δημιουργία υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, λόγω υπαγωγής της συμβατικώς υπόχρεας ΕΠΕΥ υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, κατά το άρθρο 4α του ν.1.806/1988. Εξάλλου ο καθορισμός, με τα δύο παραρτήματα της έγγραφης συμφωνίας της αναιρεσείουσας με την ΕΠΕΥ, περιορισμένης (τρίμηνης) διάρκειας διαχειρίσεως του κεφαλαίου ανανεούμενης και η καταβολή για το πρώτο τρίμηνο στην αναιρεσείουσα ποσού 1.983.770 δραχμών ως αποδόσεως του κεφαλαίου της που υπερέβαινε σε ποσοστό το ισχύον τότε τραπεζικό επιτόκιο καταθέσεων, όπως επίσης και η μη διαβίβαση εντολών, από την αναιρεσείουσα, διαχειρίσεως του κεφαλαίου της προς την ΕΠΕΥ και η συμφωνία μεταξύ αυτών, στα πλαίσια των κερδοσκοπικών επιδιώξεων της τελευταίας, για σταθερή απόδοση του κεφαλαίου, εφόσον δεν ήταν καταργητική ουσιώδους όρου, προσδίδοντος το χαρακτήρα της αρχικής κύριας συμφωνίας ως συμβάσεως εκτελέσεως χρηματιστηριακών συναλλαγών με το καταβληθέν κεφάλαιο, δεν ασκούσε έννομη επιρροή στη νομική θέση του αναιρεσιβλήτου ως καθ' υποκατάσταση υποχρέου προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, λόγω μη εκπληρώσεως των προς αυτή συμβατικών υποχρεώσεων της αντισυμβαλλόμενης ΕΠΕΥ και υπαγωγής της σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2735/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ευθύνη Συνεγγυητικού Κεφαλαίου προς αποζημίωση επενδυτή χρηματιστηρίου λόγω υπαγωγής της αντισυμβαλλόμενής του ΕΠΕΥ υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως (άρθρα 1 παρ. 12 ν. 2533/1997, 1 παρ. 4 και 2 παρ. 2 της 97/9/Ε.Κ. Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997). Εφόσον η σύμβαση του επενδυτή με την ΕΠΕΥ προέβλεπε την κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών με το κατατεθέν κεφάλαιό του και δεν καταργήθηκε αυτός ο χαρακτήρας της κύριας (έγγραφης) συμφωνίας μεταγενέστερα, ούτε με τα έγγραφα «προσαρτήματά» της για περιορισμένη (τρίμηνη) διάρκεια διαχειρίσεως, ούτε με την άτυπη συμφωνία τους καταβολής από την ΕΠΕΥ για το πρώτο τρίμηνο, ως κέρδος, ποσό που υπερέβαινε το τραπεζικό επιτόκιο καταθέσεων, ως σταθερή απόδοση του κεφαλαίου. Το ότι περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών ή δεν υπήρχε στην ΕΠΕΥ χαρτοφυλάκιο τίτλων του επενδυτή, ούτε διαβιβάστηκαν εντολές του στην ΕΠΕΥ για εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων από αυτή, σχετικά με το κεφάλαιό του, δεν ασκεί έννομη επιρροή για τη θεμελίωση ευθύνης αποζημιώσεως του αναιρεσίβλητου Συνεγγυητικού, ως καθ’ υποκατάσταση υποχρέου της τεθείσας υπό εκκαθάριση ΕΠΕΥ που δεν απέδωσε στον επενδυτή το κατατεθέν κεφάλαιό του με την απόδοσή του για το πρώτο τρίμηνο. Αναιρεί την 2735/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ασφαλιστικών διατάξεων.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 916/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητής, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Νικολάου Ζαΐρη, Αρεοπαγίτη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 56963/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1535/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1, Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 20-9-2010 και 29-9-2010 αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε αυτοπροσώπως και δια του αντικλήτου του δικηγόρου Πέτρου Πανταζή του Νικολάου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 10-12-2010. Τότε με την 1954/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-7-2010 αίτηση του Γ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 56963/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 915/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Νικολάου Ζαΐρη, Αρεοπαγίτη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου R. ή J. D. ή D. ή B. του V., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1882/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1532/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 70/10-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 66/15.7.2010 αίτηση (δήλωση) του D. ή D. ή B. R. του V., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1882/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που η απόφαση έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στην απόφαση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτής, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 511 του ΚΠΔ, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 15.7.2010 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 1882/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή πενήντα δύο χιλιάδων (52.000) ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, χρήσεως πλαστού διαβατηρίου και παράνομης εισόδου στη Χώρα. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Διευθυντή του καταστήματος κράτησης Β' τύπου Μαλανδρίνου, όπου κρατείται, και συντάχθηκε η από 15.7.2010 έκθεση αναιρέσεως, στην οποία αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "ασκεί αναίρεση (κατά της παραπάνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών) για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεσθεί προσθέτως, αλλά και για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ). Ζητεί να αναιρεθεί η 1882/2010 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επειδή η αίτησή του είναι βάσιμη, νόμιμη και αληθινή, επειδή επιφυλάσσεται εντός της τακτής προθεσμίας να υποβάλλει ενώπιόν σας τους πρόσθετους λόγους". Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς να αναφέρεται καθόλου σε ποιο ή ποια συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) της αιτιολογίας της πληττόμενης αποφάσεως, η οποία αφορά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, αναφέρεται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η με αριθμό 66/15.7.2010 αίτηση (δήλωση) του D. ή D. ή BELBA R. του V., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1882/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 8 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρο του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 1882/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων D. ή D. ή B. R. καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή πενήντα δύο χιλιάδων (52.000) ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, χρήσεως πλαστού διαβατηρίου και παράνομης εισόδου στη Χώρα. Ο με την αίτηση αυτή προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης έχει κατά λέξη ως εξής: "Ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 1882/30-6-2010 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας...για όσους λόγους επιφυλάσσεται να επικαλεστεί προσθέτως αλλά και για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία που επιβάλλει το Σύνταγμα κατ' άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' ΚΠΔ. Ζητεί να αναιρεθεί (η άνω απόφαση) επειδή η αίτηση του είναι βάσιμη, νόμιμη και αληθινή, επειδή επιφυλάσσεται εντός της τακτής προθεσμίας να υποβάλει ενώπιον Σας τους πρόσθετους λόγους". Ο λόγος αυτός είναι ασαφής, διότι δεν αναφέρεται σε ποιο ή ποια συγκεκριμένα σημεία της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης στρέφεται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι κατά τα ανωτέρω, αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν τηρήθηκαν οι υπό του νόμου για την άσκηση της αναίρεσης νόμιμες προϋποθέσεις (άρθρο 474 παρ. 2, 476. παρ 1 ΚΠΔ). Συνεπώς, η αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος Παρασκευή Δημητριάδου,πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ) και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 66/15-07-2010 αίτηση του D. ή D. ή B. R. του V., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές Μαλανδρίνου, για αναίρεση της 1882/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 914/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Νικολάου Ζαΐρη, Αρεοπαγίτη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου H. G. του H., κατοίκου ..., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 582/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. K. N. του D. και 2. V. D. του M.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1535/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1, Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 21-12-2010 αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης …, …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-11-2010 αίτηση του H. G. του H., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, για αναίρεση της 582/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 913/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως Νικόλαου Ζαΐρη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Δ. του Γ., κρατούμενου στο νοσοκομείο φυλακών... "Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ", ο οποίος δεν παραστάθηκε, για αναίρεση της υπ'αριθ.1191/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη, 2. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη, 3. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη και 4. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενη, οι οποίες δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30-9-2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1554/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω θανάτου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διατύπωση του άρθρου 514 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων αποβίωσε μετά την από αυτόν άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος οφείλει, σύμφωνα με την αναλόγως εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ , να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, Η. Δ. του Γ., που με την ένδικη από 30/9/2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλει την υπ' αριθμ. 1191 /2010 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, απεβίωσε την 3/3/2011, όπως τούτο προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 142/8/3/2011 απόσπασμα της υπ' αριθμ. … ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Δυτικής Αχαΐας- Δημοτική Ενότητα Δύμης. Έτσι, κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, πρέπει να αναιρεθεί η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ποινική δίωξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1191/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Δ. του Γ. και Κ., για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας κατά νομικών προσώπων, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, της απάτης κατά νομικών προσώπων, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της παράνομης κατοχής όπλου και φυσιγγίων, που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν κατά το χρονικό διάστημα από 13/4/2006 έως 4/7/2006, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος με την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απάτη σε βάρος νομικών προσώπων (Τραπεζών). Ο αναιρεσείων απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτηση αναίρεσης. Αναιρεί την προσβαλλόμενη και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 911/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7525/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1506/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή με αριθμό 66/4-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 και 513 Κ.Π.Δ. την από 12-7-2010 αίτηση αναίρεσης του Θ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στις φυλακές …, ιδιωτικού υπαλλήλου, κατά της υπ' αριθμ. 7525/29-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα : Με τη διάταξη του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι "με την επιφύλαξη της §2 του άρθρου 473 του ίδιου κώδικα, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εξ άλλου με τη διάταξη της §2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ορίζεται ότι: "Η αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την §1 (από την επίδοση της απόφασης). Η δήλωση αυτή μπορεί να συμπληρώνει και την αίτηση αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και που δεν περιέχει ορισμένους λόγους". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται γενικώς με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζομένων στη τελευταία διάταξη οργάνων, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναίρεσης με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο αν η αναίρεση στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης, και όχι εναντίον οποιασδήποτε άλλης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα αυτό, όπως είναι η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη (βλεπ. ΑΠ 1726/2006, Ποιν. Δνη 2007, σελίς 394, και ΑΠ 754/2005 Π.Χρ. ΝΕ' σελ. 2019). Στη προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμ. 7525/29-1-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. 4731/από 2-4-2007 έφεση του εκκαλούντα-κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα, κατά της υπ' αριθμ. 131263/2005 αποφάσεως του Μον/μελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών που μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ, ημερησίως, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρα 26§1α, 27§1, 98§2 Π.Κ., και άρθρο 25§§1,2,3 Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19§2 Ν. 2948/2001 και άρθρο 34§1γ' Ν. 3220/2004). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο Δικηγόρος Ζαφειρόπουλος Αργύριος, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12-7-2010. Ο πιο πάνω Δικηγόρος όμως, δεν ήτο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου που παρέστη στη δίκη, επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, (άρθρο 465§2 Κ.Π.Δ.). Περαιτέρω, η απόφαση του Εφετείου, (Τριμ. Πλημ. Αθηνών), κατά της οποίας ασκήθηκε μη νομότυπα αναίρεση από μη παραστάντα στη δίκη Δικηγόρο, και δεν είναι καταδικαστική, η δε προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης δεν είναι η του άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ., αλλά εκείνη της §1 του ίδιου άρθρου - 10ήμερη - και αρχίζει από της επιδόσεως της απόφασης, καθόσον ήτο απών κατά την απαγγελία της απόφασης. (Επίδοση απόφασης ερήμην στις 21- Δεκεμβρίου 2009, και άσκηση αναίρεσης 12-7-2010 - Βλεπ. Αποδεικτικό επίδοσης ερήμην απόφασης που απορρίπτει έφεση ανυποστήρικτη, του Ε/Φ ... του Α/Τ Αγίου Παντελεήμονα, που παρέλαβε ο ίδιος ο εκκαλών). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού αφ' ενός, η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική, όπως απαιτεί ο νόμος, και αφ' ετέρου, αυτή ασκήθηκε από πρόσωπο μη δικαιούμενο, και τέλος ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη, (άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ.), και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. (άρθρα 476 και 583§1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-7-2010 αίτηση αναίρεσης του Θ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 7525/29-1-2009, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα 10-2-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρο του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον στην καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 7525/29-1-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 131263/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η οποία μετατράπηκε προς 4.40 ευρώ ημερησίως. Συνεπώς, η κρινόμενη από 9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά της εν λόγω μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, 7525/2009 απόφασης, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκηση της διατυπώσεις (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατ' ακολουθία, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνιση του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7525/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του ΑΠ, κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, αφού δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 910/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 9734/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:1) Π. Α. και 2) Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μαργέτη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 2/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 515 παρ.1 του Κ.Π.Δ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί τα δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Νεκτάριος Αθανασόπουλος, ο οποίος, ως άγγελος και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, διότι "ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος Γεώργιος Δουβαράς, μέλος του Δ.Σ. Αθηνών, στον οποίο έχει ανατεθεί η υπεράσπιση του, παρίσταται σήμερα στο Ε' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών και ως εκ τούτου αδυνατεί να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα". Το προβαλλόμενο, όμως, από τον εμφανισθέντα ως άνω δικηγόρο Νεκτάριο Αθανασόπουλο, αίτημα αναβολής, δε συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, που να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, ενόψει και του ότι δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με την απασχόληση του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου. Πέραν τούτου, ο εμφανισθείς κατά τη σημερινή δικάσιμο, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, δικηγόρος Νεκτάριος Αθανασόπουλος, είναι εκείνος ο οποίος έχει υπογράψει την οικεία έκθεση αναιρέσεως, κατά της προσβαλλόμενης με αριθμό 9734/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακόμη, ο αυτός δικηγόρος, Νεκτάριος Αθανασόπουλος, δεν επικαλείται ότι ανακλήθηκε από μέρους του αναιρεσείοντος η εντολή προς αυτόν, ο οποίος, πρέπει να σημειωθεί, ήταν ο συνήγορος, που είχε εκπροσωπήσει τον κατηγορουμένο-αναιρεσείοντα, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, και επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Σημειώνεται, επίσης, ότι μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής, ο ως άνω δικηγόρος Νεκτάριος Αθανασόπουλος, ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, εάν θα παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και αυτός απάντησε αρνητικά. Έτσι, κατά την εκ νέου εκφώνηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά της από το οικείο έκθεμα, ο εμφανισθείς αρχικά δικηγόρος Νεκτάριος Αθανασόπουλος, δεν εμφανίσθηκε, αλλά ούτε και ο ίδιος ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 21 Ιανουαρίου 2011, αποδεικτικό επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 08-04-2011. Επίσης, από το με ημερομηνία 27-1-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ..., αντίγραφο της υπ' αριθμ. 2/11 από 10-1-2011 κλήσεως, επιδόθηκε στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος, δικηγόρο Νεκτάριο Αθανασόπουλο. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων, ως πολιτικώς εναγόντων(176, 183 Κ.Πολ. Δικ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2010, αίτηση του Σ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 9734/1-11-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια(500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 909/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Β. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Λιόντο, για αναίρεση της με αριθμό 1369-1370/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠΔ προκύπτει , ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση , άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1369-1370/2009 προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 21/12/2006 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά της υπ' αριθμ.3656/13/12/2006 αθωωτικής του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, τον κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών με τριετή αναστολή. Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, αναφέρεται ότι "ασκεί έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης με την οποία ο κατηγορούμενος Χ. Β., δικηγόρος Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε αθώος της παράβασης του άρθρου 43 του ΚΟΚ, ενώ, σύμφωνα με την αποδεικτική διαδικασία θα έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις της Β. Χ., ιδιοκτήτριας του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγού αυτοκινήτου και του Φ. Α., γιού της προαναφερόμενης, οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στις 25/6/2004, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητό του και κινούμενος επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, προσέκρουσε στο ως άνω όχημα της παθούσας που ήταν σταθμευμένο και προξένησε σ' αυτό υλικές ζημίες, χωρίς να γνωστοποιήσει σ' αυτήν (παθούσα) τα στοιχεία της ταυτότητάς του, καθώς και κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετική με το όχημά του, όπως είχε υποχρέωση. Πιο συγκεκριμένα, από την κατάθεση της πρώτης προκύπτει ότι, εκτός των άλλων, ο κατηγορούμενος σε επικοινωνία που είχε μαζί της παραδέχθηκε ότι ο ίδιος προσέκρουσε με το όχημά του, στο όχημα της πρώτης, ενώ από την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι, όπως ο ίδιος διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα την ημέρα του ατυχήματος, το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, το οποίο σημειωτέον ήταν σταθμευμένο στην οδό Αλεξάνδρειας σε απόσταση κοντινή από το σημείο της πρόσκρουσης, έφερε ίχνη λευκού χρώματος που προέρχονταν από το όχημα της παθούσας. Για τους παραπάνω λόγους ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος κατά παράβαση του άρθρου 43 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ". Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα και εκ του νόμου απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτή, πλήρως και σαφώς η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση προαναφερόμενο δικαστήριο, που δέχθηκε, ως τυπικά δεκτή, την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως , δεν υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 374 παρ. 3 του ΚΠΔ "τρείς τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την συνεδρίαση, ο γραμματέας της Εισαγγελίας αναρτά, στον προς τούτο χώρο της Εισαγγελίας, αντίγραφο της σειράς των υποθέσεων, σύμφωνα με το έκθεμα, σημειώνοντας και τον χρόνο που θα εκδικασθούν. Η σειρά του εκθέματος δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνο με απόφαση του δικαστηρίου, που δημοσιεύεται κατά την έναρξη της συνεδριάσεως και αφορά υπόθεση στην οποία όλοι οι διάδικοι είναι παρόντες. Μπορεί όμως το δικαστήριο με απόφασή του, και κατά την διάρκεια της συνεδριάσεως, να μεταθέσει την συζήτηση για ορισμένη υπόθεση σε επόμενο αριθμό της σειράς, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως για εξαιρετικούς λόγους. Κατά δε το άρθρο 375 παρ. 1 του ΚΠΔ "οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου έχουν εφαρμογή και στο Εφετείο, εκτός από την παράγραφο 1". Eξ άλλου, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα, πρέπει να περιέχει α)...., β) ..., γ) την χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανισθεί ο κατηγορούμενος. Κατά δε την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου ο νομοθέτης να διευκολύνει τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου και του παρασχεθεί χρόνος αναγκαίος, θεσμοθετεί προσδιοριστικούς όρους, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα , κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ. Στους απολύτως αναγκαίους όρους συμπεριλαμβάνεται όχι μόνον η σχετική ημερομηνία, αλλά και η ακριβής ώρα εκδικάσεως της υποθέσεως. Και ναι μεν παρέχεται η δυνατότητα στο επιλαμβανόμενο δικαστήριο να μεταβάλει τη σειρά εκδικάσεως των προσδιορισθεισών υποθέσεων με την έναρξη της διαδικασίας ή και κατά τη διάρκεια, πλην, όμως, κατόπιν εκδόσεως σχετικής αποφάσεως, καταχωριζομένης στα πρακτικά, από τα οποία και μόνον αποδεικνύεται η μεταβολή του χρόνου εκδικάσεως των υποθέσεων. Εντεύθεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκδοθεί από το δικαστήριο απόφαση περί μεταβολής της σειράς εκδικάσεως μιάς προσδιορισμένης υποθέσεως σε ορισμένη δικάσιμο, απόντος του κατηγορουμένου και μη λαβόντος γνώση, προκειμένου να προβάλει τις αντιρρήσεις του, και στη συνέχεια καταδικάσει ερήμην τον κατηγορούμενο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου. Εφόσον δε η μεταβολή της σειράς εκφωνήσεως των υποθέσεων δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση με την οποία καταδικάστηκε ερήμην ο κατηγορούμενος, θεωρείται ότι η εκδίκαση έγινε, όπως αρχικά είχε καθοριστεί, βάσει του εκθέματος, και συνεπώς ουδεμία ακυρότητα επέρχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του ότι ο Διευθύνων τη συζήτηση άλλαξε τη σειρά του εκθέματος και δικάστηκε η υπόθεσή του νωρίτερα, με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί να παρασταθεί ο ίδιος στη δίκη και να εκπροσωπηθεί τελικά από τη συνήγορο σύζυγό του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, που αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τη συνήγορο σύζυγό του, η οποία προσκόμισε στο δικαστήριο την από 21/9/2009 εξουσιοδότηση αυτού, με την οποία της παρείχε την εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, καθώς και ληξιαρχική πράξη γάμου για να μην καταβάλει το τριπλότυπο είσπραξης και περαιτέρω ότι αυτή δεν αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης, ούτε προέβαλε ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να παρασταθεί αυτοπροσώπως στη δίκη. Πέραν τούτου δεν προκύπτει αλλαγή της σειράς εκδικάσεως της υποθέσεως και μάλιστα χωρίς την παρουσία της συνηγόρου του αναιρεσείοντος που τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ,. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πλειοψηφία, ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο και ενώ συνέβη οδικό τροχαίο ατύχημα από το οποίο προήλθε βλάβη σε πράγματα, στο οποίο είχε εμπλακεί και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, δεν διαβίβασε, όπως όφειλε, μέσα σε 24 ώρες, τα στοιχεία της ταυτότητάς του και κάθε χρήσιμη με το όχημά του πληροφορία στο ζημιωθέντα, ο οποίος ήταν απών. Ειδικότερα, οδηγώντας αυτός το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας VW GOLF, ιδιοκτησίας του και κινούμενος στην οδό ... προς το κέντρο της πόλης, ενώ έπεσε στο σταθμευμένο και στη δεξιά πλευρά του δρόμου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της παθούσας, προξενώντας υλικές ζημίες στο πίσω αριστερό μέρος αυτού, ύψους 300 ευρώ, εν τούτοις δεν διαβίβασε στην παραπάνω απούσα από το σημείο του ατυχήματος σε αυτή τα στοιχεία της ταυτότητάς του, καθώς και κάθε σχετική πληροφορία σχετικά με το όχημά του, όπως είχε υποχρέωση. Όλα αυτά έχουν κατατεθεί με σαφήνεια και πληρότητα από την παθούσα στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιόρισε και την πηγή που της έδωσε την συγκεκριμένη πληροφορία, ήτοι την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία στεγάζεται στον τόπο του συμβάντος. Ότι στη συνέχεια αυτή κάλεσε τον κατηγορούμενο να διορθώσει τη ζημιά και αυτός δέχθηκε, πλην όμως διαφώνησε στο τέλος ως προς το ύψος των χρημάτων που έπρεπε να δώσει για την αποκατάστασή της και τελικά αυτός μετέβαλε στάση. Επίσης ο μάρτυρας Φώτης Ασήμογλου κατέθεσε ότι η πληροφορία περί του ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τη ζημιά και συγκεκριμένα ότι ένα αυτοκίνητο της γειτονιάς, μάρκας GOLF, χτύπησε το αυτοκίνητο της παθούσας την έδωσαν σ'αυτόν οι συνάδελφοί του πυροσβέστες. Από όλα αυτά με σαφήνεια και χωρίς καμία αμφιβολία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' συτόν πράξη και όπως αυτή εξειδικεύεται ειδικότερα παρακάτω, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτή, όπως στο διατακτικό". Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 43 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο σκεπτικό με αντίστοιχη αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ο χρόνος και ο τόπος όπου ο αναιρεσείων, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ενώ επέπεσε με αυτό στο οπίσθιο μέρος του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της Β. Χ., που αυτή είχε σταθμεύσει στη δεξιά πλευρά του δρόμου, προκαλώντας σ' αυτό υλικές ζημίες, εν τούτοις δεν διαβίβασε στην παθούσα, που απουσίαζε από τον τόπο του ατυχήματος, τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος δε που με αυτόν , με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων,, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29/4/2010 αίτηση του Χ. Β. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1369-1370/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 43 παρ. 1, 3 ΚΟΚ. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Υπέρβαση εξουσίας εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως περιέχουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η ασκηθείσα έφεση από τον εισαγγελέα Εφετών κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη. Απορρίπτεται ως αβάσιμος - υπάρχει πλήρης αιτιολογία. 2) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι ο Διευθύνων τη συζήτηση άλλαξε τη σειρά του εκθέματος δικάστηκε νωρίτερα η υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην δυνηθεί να παρασταθεί ο ίδιος στη δίκη και να εκπροσωπηθεί από τη συνήγορο σύζυγο του. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τη συνήγορο σύζυγο του, η οποία δεν αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης, ούτε προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να παρασταθεί αυτοπρόσωπα, ενώ δεν προκύπτει αλλαγή της σειράς εκδικάσεως της υποθέσεως, και 3) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία της αποφάσεως. Απορρίπτεται ο λόγος ως αβάσιμος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 907/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 35348/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ά. Δ. του Γ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1335/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 26-10-2010 και 27-10-2010, αντίστοιχα αποδεικτικά επίδοσης του ..., επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων καθώς και η αντίκλητός του δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Τσατραφυλιά κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με θυροκόλληση για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 11-2-2011. Τότε αναβλήθηκε, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η από κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-9-2010 αίτηση του Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 35348/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 905/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 67448/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενης ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 284/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 9 Μαρτίου 2011, αποδεικτικό επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 6-5-2011. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-2-2011, αίτηση της Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 67448/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 904/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 3355/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Β. του Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 108/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 2 Φεβρουαρίου 2011, αποδεικτικό επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 6-5-2011. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-12-2010, αίτηση του Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 3355/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 901/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 15967/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 82/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 28 Ιανουαρίου 2011, αποδεικτικό επιδόσεως του ..., υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 15-4-2011. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2011, αίτηση του Π. Κ. του Ι., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 15967/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 900/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 15969/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 86/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 28 Ιανουαρίου 2011, αποδεικτικό επιδόσεως του ..., υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 15-4-2011. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2011, αίτηση του Π. Κ. του Ι., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 15969/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 899/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βουβάλη, για αναίρεση της με αριθμό 25329/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 35/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 71 παρ. 1 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών κ.τ.λ.", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 1 του Ν. 2145/1993, τιμωρείται, με την στη διάταξη αυτή οριζόμενη ποινή, όποιος, εντός δάσους ή δασικής έκτασης, χωρίς δικαίωμα ή καθ' υπέρβαση των υπό του νόμου τούτου θεσπιζόμενων εξαιρέσεων, ανεγείρει οποιοδήποτε κτίσμα ή πραγματοποιεί εγκατάσταση οποιασδήποτε φύσης. Εξ άλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 25329/2010 απόφαση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον κατηγορούμενο -ήδη αναιρεσείοντα- σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για παράβαση του άρθρου 71 παρ. 1 του Ν. 998/1979 και συγκεκριμένα του ότι "στη Δασική θέση "..." ... της περιφέρειας ... στις 19/11/2003, εντός δασικής έκτασης, χωρίς δικαίωμα, ανήγειρε κτίσμα και συγκεκριμένα εντός της παραπάνω δασικής έκτασης προέβη στην αυθαίρετη κατασκευή οικοδομής, με κολώνες και τούβλα, προεκτείνοντας την παλιά οικοδομή, κατασκευάζοντας α' όροφο". Ως αιτιολογία της αποφάσεως του, το δικαστήριο διέλαβε τα εξής, κατά λέξη: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τη πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι προέκυψε ότι ο εκκαλών". Η αιτιολογία όμως αυτή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία για το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόστηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό. Επομένως, κατά παραδοχή του συναφούς λόγου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 του ΚΠΔ), παρέλκουσας της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 25329/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 71 παρ. 1 Ν. 998/1979. Αναιρείται η απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει για νέα συζήτηση.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 906/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 236/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Γ. του Γ. και 2) Κ. Κ. του Κ., κατοίκων .... Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1471/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 86/23-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 ΚΠΔ, τη με αριθμό 2/29-6-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Κ. Δ. του Γ., κατά της με αριθμό 236/15-6-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατά μόνας κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473§2, 474§2, 476§1, 509§1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 510§1Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (ΟλΑΠ 19/2001, ΑΠ 1922/2007). ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, στην έκθεση αναίρεσης ο αναιρεσείων δηλοί κατά λέξη ότι "ασκεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 236/15-6-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για τους νόμιμους ακόλουθους λόγους που θα επικαλεσθεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσής του. Επειδή εκ των προαναφερομένων λόγων η αναίρεσή μου είναι νόμιμη και βάσιμη κατά τις διατάξεις του άρθρου 510§1 Δ' ΚΠΔ, αιτούμαι όπως γίνει δεκτή η παρούσα αναίρεσή μου και να εξαφανισθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση". Με το παραπάνω περιεχόμενο όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω πλήρους αοριστίας του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που προβάλλεται δι' αυτής. ΙΙΙ. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476§1 - 583§1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η με αριθμό 2/2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Δ. του Γ., κατά της με αριθμό 236/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 24 Ιανουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ο αναιρεσείων με την κρινόμενη με αριθμό 2 από 29 Ιουνίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμό 236/15-6-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, για τις πράξεις: Α) της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή και β) της απλής δυσφημήσεως δια του Τύπου, ζητεί την αναίρεση αυτής εκθέτοντας τα εξής: ασκεί ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 236/15-6-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, για τους νόμιμους ακόλουθους λόγους που θα επικαλεστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως του. Επειδή από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 236/15-6-2010 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας, πρέπει να αναιρεθεί. Επειδή εκ των προαναφερομένων λόγων η αναίρεσή μου είναι νόμιμη και βάσιμη κατά τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, επιφυλασσόμενος να προβάλω και πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αιτούμαι όπως γίνει δεκτή η παρούσα αναίρεσή μου και εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση". Έτσι, όμως, όπως έχει διατυπωθεί γενικά και αόριστα ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της, σε ποιά κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω παντελούς αοριστίας αυτού. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 2 από 29 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 236/15-6-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 912/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 249/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 14/26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1571/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 65/4-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 14/26-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Ηρακλείου Μύρωνα Σαμαριτάκη, με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου του αναιρεσείοντα δυνάμει του υπ' αριθ. 18837/3-4-2009 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ηλία Βασιλείου Λατσάρα και στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 249/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο εκδόθηκε την 6-10-2010, δηλαδή πριν από τη θέση σε ισχύ του Ν 3904/2010 (23-12-2010), εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 2 και 42 παρ. 2β' και 96 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ο διορισμός (του δικηγόρου αντιπροσώπου) γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση και παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί τον διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητώς. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου με αντιπρόσωπο (δικηγόρο ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά τον χρόνο ασκήσεώς του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά, για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δεν φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητώς και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως (ΑΠ 593/2009). Εξ άλλου από τις ίδιες ως άνω διατάξεις με σαφήνεια προκύπτει ότι στο πληρεξούσιο έγγραφο, που υποχρεωτικώς επισυνάπτεται στην έκθεση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται με αντιπρόσωπο, πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση ή το βούλευμα, για το οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα προς άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 737/2010). Τέλος κατά μεν την διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον δικηγόρο Ηρακλείου Μύρωνα Σαμαριτάκη του Δημητρίου, δυνάμει του υπ' αριθ. 18837/3-4-2009 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ηλία Βασιλείου Λατσάρα, το οποίο και προσαρτήθηκε στην οικεία έκθεση αναιρέσεως. Στο πληρεξούσιο όμως αυτό δεν προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της, ούτε μνημονεύεται το βούλευμα, την αναίρεση του οποίου ζητούσε ο αναιρεσείων. Απλώς αναφέρεται ότι δίδει την εντολή στον ανωτέρω δικηγόρο Μύρωνα Σαμαριτάκη "....να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει σε όλα γενικώς τα ελληνικά πολιτικά, διοικητικά και ποινικά δικαστήρια κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, καθώς και στον Άρειο Πάγο... να παραλαμβάνει διάφορα δικόγραφα ή ποινικά έγγραφα και ιδίως κλητήρια θεσπίσματα, κλήσεις από Εισαγγελικές Αρχές ή άλλη αρμόδια Ανακριτική Αρχή για οποιαδήποτε ποινική και αστική υπόθεση που θα αφορά τον κάθε εντολέα, να ασκεί τυχόν προσφυγές ή ένδικα μέσα για οποιαδήποτε πράξη Ανακριτικής Αρχής ή ένδικα μέσα σε βουλεύματα, να παραλαμβάνει δικαστικές αποφάσεις ή βουλεύματα...". Έτσι όμως η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 14/26-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 249/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 2 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρο του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ.1, 42 παρ. 2β και 96 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1653/1986, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Ο διορισμός του δικηγόρου-αντιπροσώπου γίνεται και με απλή έγγραφη δήλωση και παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Η γενική πληρεξουσιότητα περιλαμβάνει την άσκηση ενδίκων μέσων, εφόσον αυτό μνημονεύεται ρητά. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου (δικηγόρου ή μη) απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο άσκησής του, η σχετική προς τούτο ειδική εντολή. Αρκεί δε και η γενική πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο, αλλά, για να περιλαμβάνει και το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκων μέσων, δε φθάνει μόνο να αναφέρεται η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, αλλά πρέπει να μνημονεύεται ρητά και η εντολή προς άσκηση ενδίκων μέσων και ιδία του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠΔ που ορίζει ότι "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση...", και των άρθρων 42 παρ. 2 και 96 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, προκύπτει με σαφήνεια ότι, στο πληρεξούσιο έγγραφο που επισυνάπτεται υποχρεωτικά στην έκθεση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται δια πληρεξουσίου, πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση ή το βούλευμα, για το οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 737/2010). Τέλος, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν το ένδικο μέσο (και η αναίρεση) ασκήθηκε (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο. Στην κρινόμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 249/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, ασκήθηκε από το δικηγόρο Ηρακλείου Μύρωνα Σαμαριτάκη, δυνάμει του υπ' αριθμ. 18.837/3-4-2009 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ηλία Λατσάρα, το οποίο και προσαρτήθηκε στην οικεία έκθεση αναιρέσεως. Στο πληρεξούσιο όμως, αυτό, δεν προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της, όπως και δε μνημονεύεται σ' αυτό (πληρεξούσιο) το βούλευμα του οποίου ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεσή του. Από την επισκόπηση δε του ως άνω πληρεξουσίου, προκύπτει ότι σ' αυτό γίνεται απλή μόνο αναφορά στην εντολή, που δίδεται από τον αναιρεσείοντα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μύρωνα Σαμαριτάκη "να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει σε όλα γενικώς τα ελληνικά πολιτικά, διοικητικά και ποινικά δικαστήρια κάθε βαθμού, καθώς και στον Άρειο Πάγο....". Προσέτι δε "να παραλαμβάνει διάφορα δικόγραφα ή ποινικά έγγραφα και ιδίως κλητήρια θεσπίσματα, κλήσεις από τις Εισαγγελικές Αρχές ή κάθε άλλη αρμόδια ανακριτική Αρχή, για οποιαδήποτε ποινική και αστική υπόθεση που θα αφορά τον εντολέα, να ασκεί τυχόν προσφυγές ή ένδικα μέσα σε βουλεύματα, να παραλαμβάνει δικαστικές αποφάσεις η βουλεύματα....". Αντίθετα, στο επίμαχο πληρεξούσιο δε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και μνεία για την ύπαρξη ειδικής εντολής προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, τόσο για τη δυνατότητα να ασκήσει για λογαριασμό του εντολέα του το συγκεκριμένο ένδικο μέσο κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ούτε προσδιορίζεται σ' αυτό, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της η αξιόποινη πράξη, αλλά ούτε και γίνεται αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Έτσι, όμως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε χωρίς να έχουν τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, όπως προαναφέρθηκαν και μετά από αυτά, και την ειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, κατά τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του γραμματέα του δικαστηρίου αυτού, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 249/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, χωρίς αναφορά στο πληρεξούσιο της ειδικής εντολής προς τον πληρεξούσιο, να ασκήσει την αναίρεση και χωρίς να γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο βούλευμα, ούτε και προσδιορισμός έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά του αξιόποινου της πράξεως. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0