text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 898/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ι. Δ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 3296/2009 και 3799/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα ως άνω βουλεύματά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτά, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση των βουλευμάτων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1126/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 79/16-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Σε συνέχεια της με αριθμό 305/28-9-2010 πρότασης μας και τους ίδιους νομικούς λόγους, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 95/23-7-2010 αίτηση αναίρεσης της Ι. Δ. του Θ. κατά των με αριθμούς 3296/2009 και 3799/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 95/23-7-2010 αίτηση αναίρεσης της Ι. Δ. του Θ. κατά των με αριθμούς 3296/2009 και 3799/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Αθήνα 16 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, όπως είναι κατά το άρθρο 462 του ίδιου κώδικα και η αναίρεση, μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, από το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ (πριν την κατάργησή του από το άρθρο 34 του Ν. 3904/23/12/2010) προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν αυτό α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο ένδικο μέσο της αναίρεσης υπόκεινται μόνο τα βουλεύματα τα οποία κρίνουν τελειωτικά την κατηγορία και όχι τα προδικαστικά ή τα παρεμπίπτοντα και εφόσον δεν αποκλείεται η δυνατότητα αυτή με ειδική διάταξη νόμου. Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 185 του ΚΠΔ, προκύπτει σαφώς ότι το βούλευμα που εκδίδεται από το Συμβούλιο Πλημ/κών και αφορά την κατάρτιση πίνακος πραγματογνωμόνων, δεν υπόκειται, ελλείψει σχετικής από το νόμο πρόβλεψης, σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή βοήθημα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα, Ι. Δ., η οποία δεν περιλήφθηκε στον πίνακα πραγματογνωμόνων για το έτος 2010, άσκησε έφεση κατά των 3296/2009 και 3799/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (κυρίου και διορθωτικού, αντίστοιχα), τα οποία κατάρτισαν το σχετικό πίνακα πραγματογνωμόνων. Η έφεσή της αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπ' αριθμ. 1241/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εν λόγω βουλεύματος, καθώς και των παραπάνω βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, η αιτούσα άσκησε την από 23/7/2010 αίτηση αναίρεσης. Η αίτησή της αυτή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του 1241/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή της, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 167/12-1-2011 βούλευμα του Αρείου Πάγου, ενώ κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των ως άνω βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απέσχε να αποφασίσει, λόγω του ότι δεν υπήρχε Εισαγγελική πρόταση (άρθρα 34 και 138 παρ. 2β και 3 του ΚΠΔ). Ήδη, μετά την υποβολή της σχετικής εισαγγελικής πρότασης, νομίμως επαναφέρεται προς κρίση η από 23/7/2010 αίτηση αναιρέσεως, κατά το μη κριθέν ως άνω μέρος της. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω εκτεθέντα, τα προαναφερθέντα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, ως προπαρασκευαστικά και ελλείψει σχετικής πρόβλεψης στο νόμο, δεν υπόκεινται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23/7/2010 αίτηση της Ι. Δ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση των υπ' αριθμ. 3296/2009 και 3799/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (του κυρίου και του διορθωτικού του) που κατάρτισαν πίνακα πραγματογνωμόνων, στον οποίο δεν συμπεριέλαβαν την αναιρεσείουσα.
null
null
0
Αριθμός 896/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος, Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπηλιωτόπουλο, για επανεξέταση των λόγων αναιρέσεως της από 20/6-4-2009 αίτησης για αναίρεση της 63850/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 940/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Και ο αιτών-αναιρεσείων, ζητεί την επανεξέταση των λόγων αναιρέσεως της από 20/6-4-2009 αίτησης για αναίρεση της 63850/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτηση επανεξέτασης λόγων αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1435/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση για επανεξέταση λόγων αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ, κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως, αλλά, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, εν όψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι, επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου, δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και στην περίπτωση, που ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 του ΚΠΔ, ερευνώμενο, ο οποίος δεν προτάθηκε, ακόμη και όταν ο αναιρεσείων, με υποβληθέν υπόμνημά του στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των παραδεκτώς προβληθέντων αναιρετικών λόγων, ελλείψει εκκρεμότητας παραδεκτώς προταθέντος λόγου, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων- αιτών, με την κρινόμενη αίτησή του επιδιώκει την επανεξέταση της 20/6/4/2009 αιτήσεώς του αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 63850/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 47004/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι(6) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ, για παράβαση του Α.Ν. 690/1945, ενώ η αίτησή του αυτή αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 940/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, αφού με την τελευταία κρίθηκαν ως αβάσιμοι όλοι οι προταθέντες λόγοι αναιρέσεως. Προκειμένου δε να θεμελιώσει την παραπάνω νέα αίτησή του, επικαλείται ότι το δικαστήριο τούτο, κατά τη συζήτηση της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, στην οποία υπέπεσε το Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 47004/2007 καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, διότι, χωρίς να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ως άνω ποινής φυλακίσεως, προέβη χωρίς αιτιολογία στη μετατροπή αυτής. Η αίτηση αυτή πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, μετά την απόρριψη ως αβάσιμης της υπ' αριθμ. 20/6/4/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, με την προδιαληφθείσα 940/2010 απόφασή του το Δικαστήριο τούτο έχει απεκδυθεί της εξουσίας του και δεν έχει πλέον δικαιοδοσία για την εκ νέου έρευνα της υποθέσεως, ενόψει μάλιστα του ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραλείψεως από παραδρομή της εξετάσεως παραδεκτώς προταθέντος λόγου αναιρέσεως, οπότε θα ήταν δυνατή η εξέτασή του, κατά τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτά, απορριπτομένης της αιτήσεως, πρέπει ο αιτών να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2/11/2010 αίτηση του Π. Β. του Ν., για επανεξέταση της 20/6/4/2009 αιτήσεως αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 63850/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 940/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επανεξετάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως που στρεφόταν κατά απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, δυνάμει της οποίας καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως, για παράβαση του Α.Ν. 690/1945, η οποία αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 940/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η αιτιολογία της επανεξέτασης της αναίρεσης συνίσταται στο ότι ο Άρειος Πάγος δεν ερεύνησε αυτεπάγγελτα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο της αναίρεσης, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας στην οποία είχε υποπέσει το Μονομελές Πλημ/κείο, διότι δεν έλεγξε τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής των έξι μηνών που του επέβαλε και την μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως. Είναι απαράδεκτη η αίτηση επανεξέτασης και πρέπει να απορριφθεί (άρθρα 476 παρ. 1, 370 και 514 του ΚΠΔ) διότι ο Άρειος Πάγος δεν παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει παραδεκτώς προταθέντα λόγο.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 895/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21-3-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 880/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Σαρπασίδου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε, υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση 880/2010 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε ευρώ ημερησίως. Στην αιτιολογία της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τη χωρίς όρκο κατάθεση της πρώτης μάρτυρος της κατηγορίας και πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, την ανάγνωση των πρακτικών της δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που, λεπτομερώς αναφέρονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση, πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και από την όλη, εν γένει, αποδεικτική διαδικασία". Όμως, προς το τέλος του σκεπτικού της και μετά τις παραδοχές της ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, διαλαμβάνεται "Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο τούτο, εκτός από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά κυρίως από την χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και από τις ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων της κατηγορίας, πλην του τελευταίου εξ αυτών, ο οποίος τυγχάνει σύζυγος της κατηγορουμένης". Ενόψει, τούτων σαφώς προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δε συνεκτίμησε την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, συζύγου της κατηγορουμένης, .... Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην παραπάνω κρίση του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσής της κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος και ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που, σύμφωνα με το άρθρο 511 ίδιου Κώδικα, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, είναι βάσιμος και εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτός, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 880/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Βάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Δεκτή η αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 893/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) ... και 2) ..., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3560/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ..., κάτοικο ..., 2) ..., κάτοικο ..., και 3) ..., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως καθώς και στους από 24 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία (αίτηση) καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ. Π. Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικό μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ, 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο αποτελεί συντιμωρητή υστέρα πράξη, και θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Στην προκείμενη περίπτωση το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 3560/2010, δέχτηκε ότι "Από την αποδεικτική διαδικασία γενικά, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, σε συνδυασμό και με την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψαν πλείστες όσες αμφιβολίες σχετικό με το αν οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην κατάρτιση των σχετικών εγγράφων της αναγγελίας πρόσληψης και των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας των απασχολούμενων σε αυτούς εγκαλούντων ... και ..., συμπληρώνοντας αυτά και τις υπογραφές τους στο τέλος του κειμένου και κάτω από την ένδειξη Ο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ. Γι' αυτό και για την πράξη της πλαστογραφίας πρέπει να κηρυχθούν αυτοί αθώοι, όπως στο διατακτικό. Αντίθετα πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι για την πράξη της χρήσης αυτών και συγκεκριμένα έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών, όπως αυτά εξειδικεύονται στο διατακτικό, και ενώπιον του Α. Τμήματος εσόδων του Τοπικού Υποκαταστήματος 25ης Μαρτίου ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, που εξέταζε τις καταγγελίες αυτών για την ασφαλιστική τους τακτοποίηση, προκειμένου να απορριφθούν αυτές". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο, αφού κήρυξε τους κατηγορουμένους αθώους της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας, κήρυξε αυτούς ενόχους της αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστών εγγράφων και ειδικότερα του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως, τα παραπάνω πλαστά έγγραφα χρησιμοποίησαν καταθέτοντας αυτά στην Επιθεώρηση εργασίας Ανατολικού τομέα Θεσσαλονίκης στις 11-11-2003. Ακόμη λίγο πριν την 6-11-2003 αφού συμπλήρωσαν τα έντυπα αναγγελίας πρόσληψης τα στοιχεία του ... και της ..., με την ειδικότητα του βοηθού σερβιτόρου, όσον αφορά τον 1° (...), και της σερβιτόρας, όσον αφορά τη 2η, φερομένων όλων ως προσληφθέντων στις 28-10-2003 και β) λίγο πριν την 1-3-2005 αφού συμπλήρωσαν στο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης τα στοιχεία της ... ως προσληφθείσας για 2η φορά την 1-3-2005, έθεσαν τη σφραγίδα και την υπογραφή της επιχείρησής τους στη θέση του εργοδότη και κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα τις υπογραφές των παραπάνω προσώπων στη θέση της υπογραφής του μισθωτού-εργαζόμενου. Τα παραπάνω πλαστά έγγραφα χρησιμοποίησαν στις 6-11-2003 και 1-3-2005 αντίστοιχα, υποβάλλοντας αυτά στο κατάστημα του ΟΑΕΔ Θεσσαλονίκης, της οδού 25ης Μαρτίου. Τέλος, σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημέρα κατά το χρονικό διάστημα από 4-2-2005 έως 5-5-2005 έκαναν χρήση των παραπάνω εγγράφων και ενώπιον του Α' τμήματος εσόδων του τοπικού υποκαταστήματος 25ης Μαρτίου ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, που εξέταζε τις καταγγελίες των άνω εργαζομένων για την ασφαλιστική τους τακτοποίηση, προκειμένου να απορριφθούν αυτές". Όμως η πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού ούτε στο σκεπτικό, αλλ' ούτε και στο διατακτικό αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την από μέρους των κατηγορουμένων γνώση της πλαστότητας των εγγράφων που χρησιμοποίησαν. Ενώ, ενόψει του ότι το σκεπτικό παραπέμπει στο διατακτικό, στο οποίο (διατακτικό) ταυτίζονται τα περιστατικά της απαλλακτικής απόφασης για την πλαστογραφία με μέρος των περιστατικών της χρήσης πλαστού, υφίσταται αντίφαση, που συνιστά εκ πλαγίου παράβαση της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ και, συνεπώς, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε'ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, καθώς και των προσθέτων αυτής λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠΔ, για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3560/2010 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για χρήση πλαστού εγγράφου. Οι λόγοι αναίρεσης (πρόσθετοι) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος) και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι δεκτοί. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 892/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Δ., κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου …, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 186/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 131/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 85/23.3.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:" Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1, 513 και 528 παρ. 1 εδαφ. γ του Κ.Π.Δ., την 53/4-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Δ. Μ., που κρατείται στις Φυλακές της …, κατά του 186/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Εφετών Ιωαννίνων με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμες τις από 9-1-2009 και 18-8-2010 αιτήσεις του αναιρεσείοντα με τις οποίες ζητούσε να επαναληφθεί υπέρ του η διαδικασία της αμετάκλητης καταδίκης του με την 390/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων σε φυλάκιση επτά μηνών για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 28-12-2010 και αυτός άσκησε την παραπάνω αναίρεσή του στις 4-1-2011 δηλ. εμπρόθεσμα. Ο αναιρεσείων με την αίτησή του αυτή ζητά την αναίρεση του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως ενώ προβαίνει σε χαρακτηρισμούς του βουλεύματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι 131/11/16-3-2011 έγγραφό μας ζητήσαμε από τον αναιρεσείοντα, επειδή το περιεχόμενο της αίτησής του που ο ίδιος έγραψε, είναι δυσανάγνωστο να μας το διευκρινίσει αλλά αυτός, όπως προκύπτει από το 2642/17-3-2011 έγγραφο της Φυλακής Κέρκυρας, αρνήθηκε. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 528 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επιτρέπεται σ' αυτόν να ασκήσει αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 484 και 485 του ΚΠΔ δηλ. για τους λόγους που αναφέρονται στο α. 484 όπως π.χ. εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΑΠ 201/1999, ΑΠ 90/1997, ΑΠ 504/1994), έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 706/2005, 1708/2004, ΑΠ 1295/2003) και υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 1483/1984). Η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή όταν σ' αυτή περιέχεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τουλάχιστον ένας από τους προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως (α. 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 484 παρ. 1 του ΚΠΔ ). Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με το α. 513 του ίδιου ΚΠΔ (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 1243/2008). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1547/2008, ΑΠ 401/2006). ΙV. Επειδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποιον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος από τους προβλεπόμενους στο α. 484 του ΚΠΔ, αλλά απλά διατυπώνει, όπως παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκε, αόριστους και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για αυτό (βούλευμα), πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ., 513 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/ 2006 και 123827/23-12-2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 250 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 53/4-1-2011 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Δ. Μ. που κρατείται στις Φυλακές της …, κατά του 186/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 250 Ευρώ. Αθήνα, 22/3/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ.1 ΚΠΔ κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ αυτού, επιτρέπεται σ' αυτόν ν' ασκήσει αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 484 και 485 ίδου Κώδικα, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 484 τούτου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης, διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 4.1.2011, αίτηση αναίρεσης πλήττεται το 186/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων, που απέρριψε, ως αβάσιμες, τις, από 9.1.2009 και 18.8.2010, αιτήσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ζητούσε να επαναληφθεί προς το συμφέρον του η διαδικασία της αμετάκλητης καταδίκης του, με την 390/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων σε φυλάκιση εφτά μηνών για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Ζητείται δε η αναίρεση του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, χωρίς ν' αναφέρεται συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης απ' αυτούς που, περιοριστικά, προβλέπονται στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ, αλλ' απλώς διατυπώνονται αόριστοι και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί γι' αυτό (βούλευμα). Σημειωτέον δε, ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, που επιτρεπτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή μη του ένδικου τούτου μέσου, επειδή το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, που ο ίδιος ο αναιρεσείων έχει γράψει, είναι εν πολλοίς δυσανάγνωστο, με το 131/11/16.3.2011 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του ζητήθηκε να το διευκρινίσει, πλην όμως αυτός αρνήθηκε. (ίδ. το 2642/17.3.2011 σχετικό έγγραφο του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Β' Τύπου Κέρκυρας, όπου αυτός κρατείται). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση με κλήση του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 4 Ιανουαρίου 2011 αίτηση, του Κ. Μ. του Δ., που κρατείται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου …, για αναίρεση του 186/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη λόγω μη διατύπωσης συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 890/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 125/2009 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 9 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 179 του ΑΚ "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 174, 178 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για να θεωρηθεί μια ενοχική ή εμπράγματη δικαιοπραξία ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και σαν τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις: 1)η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, 2)η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3)η εκμετάλλευση από το συμβαλλόμενο μίας ή περισσότερων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου που ήταν γνωστές σ'αυτόν. Ως "ανάγκη" νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμη, ως "κουφότητα" νοείται η ολιγωρία (αδιαφορία), εξ αιτίας της οποίας δεν δύναται ο συμβαλλόμενος να εκτιμήσει τις συνέπειες και τη σημασία της πράξης του και τέλος ως "απειρία" νοείται η έλλειψη της πείρας για τη ζωή και για τις συναλλαγές γενικώς ή έστω και ορισμένη κατηγορία συναλλαγών. Ειδικότερα φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας, όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία των παροχών κρίνεται με βάση το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας και αποτελεί νομική έννοια, η εξειδίκευση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 714/1973). Κατά τις επικρατούσες δε στις συναλλαγές και στην καθημερινή πρακτική αντιλήψεις, στην έννοια του αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης κατά την ταυτότητα και αξία του περιλαμβάνεται, εκτός του αμαξώματός του και η συνοδεύουσα τούτο άδεια κυκλοφορίας του, ως άϋλου και έχοντος ιδιαίτερη αξία αγαθού (Ολ.ΑΠ 381/1977). Περαιτέρω με το άρθρο 3 του ν.2963/2001 "περί οργάνωσης μεταφορών με λεωφορεία και μετατροπής των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρίες" ορίζεται ότι: "1.Κάθε υφιστάμενο κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου Κ.Τ.Ε.Λ. δύναται να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 5. Για την ως άνω μετατροπή απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων του, η οποία πρέπει να ληφθεί το αργότερο μέχρι τις 30-9-2002, με πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων (2/3) του συνολικού αριθμού των μετόχων του Κ.Τ.Ε.Λ. Οι διαδικασίες μετατροπής πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τις 31-12-2003. 2.Η μετατροπή των Κ.Τ.Ε.Λ. σε ανώνυμες εταιρίες γίνεται με την πλειοψηφία και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο, ως εξής: α.Με εισφορά στην ως άνω εταιρία της κυριότητας των λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων των οικείων Κ.Τ.Ε.Λ.....,β. (i)Με μίσθωση των λεωφορείων φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι ενταγμένα στα Κ.Τ.Ε.Λ., καθώς και αυτών που θα προέρχονται από αντικατάσταση...12.Από και δια της σύστασης της ανωνύμου εταιρίας, τα όργανα διοίκησης και διαχείρισης των Κ.Τ.Ε.Λ. παύουν να υφίστανται, χωρίς να απαιτείται προς τούτο διοικητική πράξη". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ'αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ για αναγνώριση της ακυρότητας μεταβίβασης της κυριότητας αστικού λεωφορείου του στον αναιρεσείοντα ως καταπλεονεκτικής, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το πρώην ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν.ΚΕΡΚΥΡΑΣ(Ν.Π.Ι.Δ.) μοναδικός μέτοχος του οποίου ήταν η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩς ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΕΠΕ" με την από 27-9-2003 κλαι με αρ.πρωτ.1 απόφαση της Γενικής του Συνέλευσης, αποφάσισε τη μετατροπή του νομικού του τύπου σε Ανώνυμη Εταιρεία και με τη μορφή της μισθώσεως λεωφορείων των μετόχων. Η ως άνω απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς επιτακτικής ανάγκης και σε εκτέλεση του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β' του ν. 2963/2001, κατά το οποίο, αν δεν λάμβανε χώρα η σχετική μετατροπή του το αργότερο μέχρι τις 30.9.2003, θα έπρεπε να τεθεί σε διαδικασία εκκαθάρισης. Έτσι και υπό το ίδιο καθεστώς επιτακτικής ανάγκης και με δεδομένο ότι για τη σύσταση της Ανωνύμου Εταιρείας απαιτούνταν τουλάχιστον δύο συμβαλλόμενοι, εκείνο δε (ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ), κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχε μοναδικό μέτοχο την παραπάνω ΕΠΕ, αποφασίστηκε με τη ληφθείσα και πάλι την ίδια ημέρα, ήτοι στις 27.9.2003 (αρ. πρωτ. 2), απόφαση της Γενικής του Συνέλευσης, η μεταβίβαση στον εναγόμενο, δυνάμει του με αρ. ... συμβολαίου του Συμ/φου Κέρκυρας Σπ. Κοντού, του με αρ. κυκλοφορίας ... λεωφορείου, Δ.Χ., εργοστασίου κατασκευής VOLVO, τύπου SΒΑV50, με αρ. κινητήρα ... και αρ. πλαισίου ..., χρώματος ..., θέσεων 28 και 1 και 1 και 32 ορθίων, φορολογικής ισχύος 40 ίππων, πετρελαιοκίνητου, μετά της άδειας κυκλοφορίας και των λοιπών εξαρτημάτων και παρακολουθημάτων του, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του (ΚΤΕΛ) με το ... βιβλιάριο μεταβολών κατοχής και κυριότητος αυτοκινήτου. Η επιλογή του προσώπου του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος, ως έτερου συμβαλλομένου για την υπό σύσταση Ανώνυμη Εταιρεία προέκυψε από την ως άνω απόφαση της Γ.Σ., πέραν του ότι εκείνος (εναγόμενος - εκκαλών) ήταν, ως εκλεγείς αντιπρόεδρος του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου της, πρόσωπο εμπιστοσύνης, αλλά και εκ του γεγονότος ότι συγκέντρωνε στο πρόσωπο του, σε σχέση με τους λοιπούς μετόχους της ΕΠΕ, τα τυπικά έγγραφα προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση και ενώ, όπως προειπώθηκε, απέμεναν μόλις τρεις ημέρες, ώστε να αποφευχθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης. Ως τίμημα της μεταβίβασης ορίστηκε το ποσό των 34.000 ευρώ, από το οποίο αυτό των 5.000 ευρώ καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του συμβολαίου, το υπόλοιπο δε των 29.000 ευρώ θα καταβάλλονταν σε ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, ποσού έκαστης 3.223 ευρώ, της πρώτης καταβλητέας στις 28.12.2003. Το ανωτέρω τίμημα ήταν δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την πραγματική αξία του πωληθέντος, ως ενιαίου όλου (αμάξωμα και άδεια κυκλοφορίας) επίδικου, ηλικίας 15 ετών λεωφορείου δημοσίας χρήσεως κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβαστικής της κυριότητος του σύμβασης, η οποία ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 100.000 ευρώ. Η αξία αυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος, μάλιστα, την αναβιβάζει στο ποσό των 120.000 ευρώ, ως έχοντος ιδία αντίληψη από πώληση την ίδια χρονική περίοδο ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου ομοίου λεωφορείου αντί τιμήματος 58.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας της ενάγουσας - εφεσίβλητης Β. Κ. κατά την ως άνω ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμ/φου Κέρκυρας Αναστασίας Κωνσταντάρα (ο οποίος κατά τα έτη 2005 και 2006 εργάστηκε ως έκτακτος οδηγός σ' αυτήν) βεβαιώνει ότι στην εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντός του προς αγορά λεωφορείου ο ίδιος ο εναγόμενος - εκκαλών του πρότεινε να αγοράσει το δικό του, δηλονότι το επίδικο έναντι τιμήματος 110.000 ευρώ, αλλά εκείνος (μάρτυρας) αρνήθηκε, επειδή γνώριζε ότι εκκρεμούσαν δικαστήρια για το συγκεκριμένο λεωφορείο, τον διαβεβαίωσε δε ότι, αν το ζήτημα τακτοποιηθεί ήταν πρόθυμος να το αγοράσει. Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης στερείται πειστικής αξίας, αφού όλως αορίστως αναφέρει ότι η εμπορική αξία των αστικών λεωφορείων κυμαίνεται από 25.000 έως 40.000 ευρώ, χωρίς ο ίδιος προσωπικά να γνωρίζει συγκεκριμένα σύμβαση πώλησης αντί των ανωτέρω ποσών. Εξάλλου, τα αναφερόμενα στην μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 29.9.2003 έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, συνταγείσα ενόψει της μετατροπής του ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ σε Ανώνυμη Εταιρεία, σχετικά με την αξία των λοιπών λεωφορείων ιδιοκτησίας του (ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ), δεν μπορούν να αποτελέσουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της αναντιστοιχίας των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των εν λόγω λεωφορείων αφενός και του επιδίκου αφετέρου, ήτοι της ηλικίας και της κατάστασης του καθενός και δοθέντος ότι το τελευταίο (επίδικο) πρωτοκυκλοφόρησε το 1988, ήταν κατά το χρόνο κατάρτισης της μεταβιβαστικής σύμβασης σε πολύ καλή κατάσταση, γεγονός που και από τη σύμβαση προκύπτει, κατά την περιεχόμενη σ' αυτή δήλωση του ίδιου του εναγομένου - εκκαλούντος, ο οποίος το παρέλαβε ύστερα από εξέταση μηχανικού εμπιστοσύνης του και το βρήκε της πλήρους αρεσκείας του και σύμφωνα με το σκοπό για τον οποίο το προόριζε, ήτοι την ταυτόχρονη με την αγορά του και με σχετική σύμβαση μισθώσεως ένταξή του στην ενάγουσα, περαιτέρω δε συνοδεύεται από την άδεια κυκλοφορίας του, ως άϋλου και έχοντος ιδιαίτερη εμπορική αξία αγαθού, ενώ τα αναφερόμενα στην παραπάνω Έκθεση λεωφορεία είναι πρώτης κυκλοφορίας μεταξύ των ετών 1979 - 1985, δεν προκύπτει η τήρηση των όρων λειτουργίας και συντήρησης τους και δεν συνυπολογίζεται στην προσδιορισθείσα αξία τους και αυτή της άδειας κυκλοφορίας τους υπό την εκτεθείσα έννοια. Να σημειωθεί επίσης, ότι αν και ο εναγόμενος - εκκαλών επικαλείται βλάβες του επιδίκου λεωφορείου, για τις οποίες αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δαπάνες, πέραν της αντιφατικότητας του ισχυρισμού του αυτού σε σχέση με την περιεχόμενη, ως άνω, δήλωσή του στη μεταβιβαστική του λεωφορείου σύμβαση, αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, αφού ουδόλως αναφέρεται σε τί συνίστανται οι βλάβες και τι ποσά δαπάνησε σχετικά. Αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης εκδόθηκε στο όνομα του τελευταίου η άδεια κυκλοφορίας του επιδίκου λεωφορείου, ως αποκλειστικού ιδιοκτήτη του. Στη συνέχεια, δυνάμει του με αρ. 11138/30.9.2003 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμ/φου, το οποίο εγκρίθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στις 30.9.2003 στο βιβλίο μητρώου των ΑΕ του Τμήματος Εμπορίου Κέρκυρας με αρ. μητρώου 55357792/Β/03/22 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, συστήθηκε η ενάγουσα -εφεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με μετατροπή της νομικής μορφής του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΕΡΚΥΡΑΣ" και με μετόχους την προαναφερόμενη ΕΠΕ και τον εναγόμενο - εκκαλούντα, κατά ποσοστό 95,83% και 4,17% αντίστοιχα. Ακολούθως, δια του από 30.9.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ο εκκαλών εκμίσθωσε το επίδικο λεωφορείο στην εφεσίβλητη, προκειμένου να δρομολογηθεί στις γραμμές του ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ Κέρκυρας, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β του ως άνω νόμου 2963/2001 και της με αρ. Β-1189/37/2003 (ΦΕΚ Β'-175/18-2-2003) απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, που προβλέπει την υποχρεωτική σύναψη μίσθωσης μεταξύ κάθε ΚΤΕΛ που μετετράπη σε Ανώνυμη Εταιρεία και κάθε ιδιοκτήτη μετόχου λεωφορείου, που είναι ενταγμένο σ' αυτό (ΚΤΕΛ), από το οποίο προέρχεται. Από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκε, ότι η με αρ. 2/27.9.2003 απόφαση της Γ.Σ του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ, περί πωλήσεως του επιδίκου λεωφορείου, η οποία έχει τη μορφή πολυμερούς δικαιοπραξίας, καθώς και το ... συμβόλαιο του Συμ/φου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Κοντού, πάσχουν ακυρότητα, ως καταπλεονεκτικές δικαιοπραξίες και τούτο, δοθέντος ότι ο εναγόμενος -εκκαλών, γνωρίζοντας και, με την ιδιότητα του αντιπροέδρου του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της υπό σύσταση ΑΕ, την άμεση και επιτακτική, λόγω του εναπομείναντος ελαχίστου χρόνου ώστε να αποφευχθεί η διάλυση του, ανάγκη του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ. να μετατραπεί σε Ανώνυμη Εταιρεία και ότι ο μόνος τρόπος να πραγματοποιηθεί αυτό ήταν η κατά κυριότητα μεταβίβαση του επίδικου λεωφορείου στον ίδιο, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και ο μοναδικός μέτοχος της ΕΠΕ που πληρούσε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τα τυπικά προσόντα για τη σχετική μεταβίβαση, εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη αυτή και πέτυχε τη νομότυπη μεταβίβαση του λεωφορείου στο όνομα του, αντί τιμήματος 34.000 ευρώ, το οποίο υπολείπονταν πολύ της πραγματικής στο χρόνο αυτό αξίας του μεταβιβαζόμενου λεωφορείου, ήτοι των 100.000 ευρώ τουλάχιστον και συνεπώς τελούσε σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή του. Έτσι, ο εναγόμενος - εκκαλών, αφού κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία (παροχή αχρεώστητη λόγω ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών) πλουσιότερος εις βάρος της ενάγουσας - εφεσίβλητης πρέπει, δεκτής καθισταμένης της αγωγής ως προς την ανωτέρω νομική της βάση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμου, να υποχρεωθεί να αποδώσει σ'αυτήν (ενάγουσα -εφεσίβλητη), το όπως ήδη περιγράφηκε επίδικο λεωφορείο. Όμοια κρίνοντας η εκκαλουμένη τη νομική αυτή βάση της αγωγής, την οποία στη συνέχεια έκρινε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της 2/27.9.2003 απόφασης της Γ.Σ του πρώην Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", υποχρέωσε τον εναγόμενο - εκκαλούντα να αποδώσει στην ενάγουσα -εφεσίβλητη το επίδικο λεωφορείο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 179, 174, 180 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ'όσον στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του περιλαμβάνονται τα αναγκαία περιστατικά, που καθιστούσαν άκυρη, ως καταπλεονεκτική την ενοχική και εμπράγματη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας από το αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα του επίμαχου λεωφορείου και παρατίθενται επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ήτοι αναφέρονται: 1)Το κατά το πωλητήριο συμβόλαιο (και πραγματικό) τίμημα του λεωφορείου από 34.000 ευρώ και η προφανής δυσαναλογία του (στο υποτριπλάσιο) με την αγοραία αξία του λεωφορείου από 100.000 ευρώ. 2)Η ύπαρξη επιτακτικής ανάγκης του αναιρεσιβλήτου για την πώληση του λεωφορείου σε μέτοχο του ΚΤΕΛ προκειμένου να καταστεί εφικτή η μετατροπή της νομικής προσωπικότητάς του σε ανώνυμη εταιρία κατόπιν κατάρτισης της σχετικής σύμβασης, της δικαιούχου ΕΠΕ (φορέα του ΚΤΕΛ) με αντισυμβαλλόμενο μέτοχο της ιδρυόμενης ανώνυμης εταιρίας, ενόψει του ότι επέκειτο μετά τριήμερο η λήξη της προθεσμίας μετατροπής και η έλλειψη προσφοράς άλλου κατάλληλου προσώπου πο για την εν λόγω αγοραπωλησία. 3)Η εκμετάλλευση από τον αναιρεσείοντα της γνωστής σ'αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, ανάγκης της, για να επιτύχει την αγορά του λεωφορείου σε υποπολλαπλάσιο τίμημα από την αγοραία αξία του. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκληση αυτών των λόγων αναιρέσεως, πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ "έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην ή κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Κατά δε το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α)ποια ήταν τα περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα ότι έγιναν από το συντάκτη αυτών ή ενώπιόν του, εφόσον ήταν καθ'ύλην ή κατά τόπο αρμόδιος να προβεί στη σχετική βεβαίωση. β)Ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί. γ)Προς απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ'αυτά, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει ο νόμος. δ)Από ποιόν προσκομίσθηκαν τα έγγραφα και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης. Στην υπόψη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο, από το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔοκ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να παραλείψει να αποδώσει "στην προσκομισθείσα έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 9 που εμπεριείχετο στην ... συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπ.Κοντού, σύστασης της Α.Ε. την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αξίας του επίδικου λεωφορείου", δεδομένου ότι για τη σχετική "γνωμοδότηση η τριμελής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που αποτελείται από υπαλλήλους (του Δημοσίου) ήταν η μόνη αρμόδια για τη βεβαίωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης (ΚΤΕΛ)" και όφειλε το Εφετείο "να προσδώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής σε σχέση με τη μαρτυρία του μάρτυρος της αναιρεσίβλητης και με βάση τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση αυτή θα κατέληγε στην ορθή παραδοχή ότι η αληθινή αξία του επίδικου λεωφορείου είναι πολύ κοντά στο ποσό των 34.000 ευρώ που ήταν το συμφωνηθέν τίμημα". Με το ως άνω περιεχόμενο ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 9 ν. 2190/1920 σχετικά με την αγοραία αξία του πράγματος (λεωφορείου ) εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται σε αποδεικτικούς περιορισμούς το πραγματικό περιστατικό της αξίας του λεωρφορείου ούτε, εμπίπτει στα βεβαιωθέντα με την έκθεσή αυτή, ως δημόσιο έγγραφο, περιστατικά, τα οποία έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176 Κ.πολ.Δικ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-9-2009 αίτηση του Σ. Π. για αναίρεση της 125/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταπλεονεκτική δικαιοπραξία (179 ΑΚ): είναι άκυρη, όταν υπό την πίεση της οικονομικής ή άλλου είδους ανάγκης καταρτίζεται ενοχική ή εμπράγματη δικαιοπραξία και υπάρχει προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής λόγω εκμεταλλεύσεως αυτής της ανάγκης, προφανής δε είναι η δυσαναλογία που υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει κάποιος όφελος οικονομικού περιεχομένου, από σύμβαση, με ζημιά του άλλου. – Απόκτηση από τρίτο κυριότητας λεωφορείου ΚΤΕΛ υπό την επιτακτική ανάγκη εσπευσμένης μετατροπής τούτου σε ΑΕ (τρεις ημέρες προ της λήξεως της προθεσμίας του νόμου). Αντίκειται σε 179 ΑΚ, το οποίο δεν παραβίασε το Εφετείο ευθέως ή εκ πλαγίου. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔικ. Παραβίαση ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Συγκροτεί λόγο αναιρέσεως από 559 αρ. 12 ΚΠολΔικ. όταν προσδιορίζονται τα περιστατικά που βεβαιώθηκαν σε δημόσιο έγγραφο. (438 ΚΠολΔικ) ως γενόμενα από το συντάκτη του ή ενώπιον του. Αόριστος λόγος αναίρεσης από 559 αρ. 12 ΚΠολΔικ.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 888/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Σ. Π. - Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Λεωνίδα Κοτσαλή και Γρηγόριο Τσόλια, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 275/2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1407/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 432/27-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 1-11-2010 αίτηση του Σ. Λ. Π. - Μ., κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του της 275/2007 αμετάκλητης απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημμέλημα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται εκτός των άλλων: α) καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, β) νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως και γ) αποφάσεις δικαστηρίων τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου (ΑΠ 788/2008, ΑΠ 1278/2008, ΑΠ 1513/2007, ΑΠ 1883/2007). Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ' 2007.411, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004.1325, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.67, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ' 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007, σελ. 214 και 215). Οι διατάξεις αυτές για την επανάληψη της διαδικασίας ισχύουν και για τις αποφάσεις των στρατιωτικών δικαστηρίων σύμφωνα με το α. 213 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα - Ν. 2287/95 (ΑΠ 1533/2009, ΑΠ 391/1996 ΠΧ 1997.39). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για πλημμέλημα από το Αναθεωρητικό Δικαστήριο είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο. ΙΙΙ. Με την παραπάνω 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (η αναίρεση κατ' αυτής απορρίφθηκε με την 1515/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου) ο αιτών καταδικάστηκε αμετάκλητα για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο πράξη την οποία τέλεσε στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ στις 30-7-2001 όταν δεν εμφανίστηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία και παρέμεινε ανυπότακτος μέχρι τις 4-10-2005. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική απόφαση αφού δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατεύσιμος της κλάσεως 1995, κλήθηκε με την υπ' αριθ. 76/2001 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, σύμφωνα με το Νόμο περί Στρατολογίας, να προσέλθει στις τάξεις του Στρατού και να καταταγεί στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την 31-7-2001 αυτός όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή, όπως όφειλε και έτσι έγινε ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο, από 31-7-2001 έως 4-10-2005, οπότε διακόπηκε η ανυποταξία με την εμφάνιση του στο Φρουραρχείο Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Στον κατηγορούμενο είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθ. 1701/3-10-2000 Γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ) Α' εξάμηνη αναβολή για λόγους υγείας επειδή έπασχε από "κυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού με ΥΑΟ: 4/10 cc υπό φαρμακευτική αγωγή κορτιζονοθεραπεία". Με τη λήξη της εξάμηνης αναβολής του επιλέχθηκε για το Σώμα Υλικού Πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί με την 2001 Δ' ΕΣΣΟ, δηλ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 (βλ. σχετικά τις από 25-9-2000 και 15-6-2001 στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του, καθώς και το υπ' αριθ. 33306/5-4-2001 Πιστοποιητικό τύπου Β'). Λόγω της αναβολής υγείας, αντί να καταταγεί στο ΚΕΥΠ, όπως θα συνέβαινε κανονικά, παραπέμφθηκε από το αρμόδιο ΣΓ Ανατολικής Αττικής στην ΕΑΑ για κρίση της σωματικής του ικανότητας. Όπως όμως προκύπτει από το υπ' αριθ. Φ. 453/27/4250/Σ. 1932/22-8-2006 έγγραφο της ΕΑΑ, ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάσθηκε στην ως άνω Επιτροπή. Παρόλα αυτά εισήλθε στο ΣΓ Ανατολικής Αττικής η υπ' αριθ. 10973/30-7-2001 Γνωμάτευση της ΕΑΑ, με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (Ι 5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή". Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αριθ. 90749/3-10-2001 Πιστοποιητικό τύπου Α', από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου Λαρίσης η ΕΑΑ απάντησε, με το ως άνω έγγραφό της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι' αυτόν που να τον έχει κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση, εκτός από τη προαναφερθείσα μία Γνωμάτευση για την εξάμηνη αναβολή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωση του αυτή, γι' αυτό εξάλλου και μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής Γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ως άνω πλαστή Γνωμάτευση, δεν "νομιμοποιούσε", την παραμονή του κατηγορουμένου εκτός των τάξεων του Στρατού, για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή η πλαστότητα από την αρμόδια Στρατολογική Αρχή. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο". ΙV. Ο αιτών στην παραπάνω αίτησή του αναφέρει τα ακόλουθα: Α) Καταδικάστηκε με την 1876/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, για υφαρπαγή ψευδούς επειδή την 1-8-2001 προσκόμισε στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής την πλαστή 10973/30-7-2001 Γνωμάτευση της ΕΑΑ που αφορούσε άλλο άτομο, με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (Ι 5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή" και παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους πέτυχε στην Μεταβολή του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής να καταχωρηθεί ότι ήταν ακατάλληλος για στράτευση, ενώ ήταν κατάλληλος για στράτευση. Β) Ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση πλαστού, που στηρίχθηκε στην αμέσως παραπάνω γνωμάτευση στο ίδιο στρατολογικό γραφείο, με αποτέλεσμα: α) η δίωξη να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως με την 21845/13-3-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επειδή είχε καταδικαστεί γι' αυτή με την παραπάνω 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) να απαλλαγεί κατ' έφεση για χρήση πλαστού με την 3690/6-5-2009 απόφαση του Δ! Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επειδή κρίθηκε ότι η παραπάνω πλαστή γνωμάτευση δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν. Γ) Η αμετάκλητη καταδίκη του με την παραπάνω (Α) 1876/2007 απόφαση Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως εξαφανίστηκε με την 605/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω παραγραφής, αφού δέχθηκε την από 30-7-2009 αίτησή του επαναλήψεως διαδικασίας. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στην απαλλαγή του για το έγκλημα της χρήσεως πλαστού με την παραπάνω (Β) 3690/6-5-2009 απόφαση του Δ! Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο ίδιος αιτών ζητά την επανάληψη της διαδικασίας για την καταδίκη του για ανυποταξία με βάση: α) την απαλλαγή του τόσο για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως όσο και για την πράξη της χρήσεως πλαστού και β) την κατάθεση του ταξίαρχου Λ. Ζ. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (3690/2009) σύμφωνα με την οποία ο αιτών δεν προσκόμισε σ' αυτόν την παραπάνω πλαστή ιατρική γνωμάτευση αλλά το 33881/7-5-2001 τύπου Β' πιστοποιητικό απαλλαγής του από την στράτευση του ίδιου στρατολογικού γραφείου. V. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται ο αιτών κατηγορούμενος αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ αυτού. Συγκεκριμένα η μη εμφάνιση αυτού για κατάταξη δεν οφειλόταν, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχετική μεθόδευση αυτού με την κατάρτιση και χρήση της σχετικής πλαστής ιατρικής γνωμάτευσης της Επιτροπής Απαλλαγών, δηλ. σε συμπεριφορά για την οποία με την μορφή της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της χρήσης πλαστού αυτός ουσιαστικά όπως παραπάνω εκτέθηκε έχει αθωωθεί, αλλά αντίθετα οφειλόταν στο 33881/7-5-2001 γνήσιο πιστοποιητικό τύπου Β' του Στρατολογικού Γραφείου που παρέλαβε, το οποίο επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Λ. Ζ. ταξίαρχος, με το οποίο αυτός απαλλασσόταν από την υποχρέωση εμφάνισης για κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις στις 30-7-2001. Με βάση τα δεδομένα αυτά, και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή του να γίνει δεκτή και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω παραγραφής αφού από την τέλεση αυτής παρήλθε οκταετία (ΑΠ 605/2010, ΑΠ 415/2009, ΑΠ 444/2006). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 1-11-2010 αίτηση του Σ. Λ. Π. - Μ., κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του της 275/2007 αμετάκλητης απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο και Β) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του για την πράξη αυτή λόγω παραγραφής. Αθήνα 23 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αιτούντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλεία ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήρίο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και σε κάθε άλλη περίπτωση το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική γι' αυτόν για πλημμέλεια, υπ' αριθ. 275/2007 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, για το λόγο ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα και άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν αποδεικτικά στοιχεία (δικαστικές αποφάσεις) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 275/2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1515/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετάκλητα για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο, πράξη την οποία τέλεσε στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την 31-10-2001 όταν δεν εμφανίσθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και παρέμεινε ανυπότακτος μέχρι 4-10-2005 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Το ως άνω Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο κατέληξε στην άνω καταδικαστική κρίση του δεχθέν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατεύσιμος της κλάσεως 1995, κλήθηκε με την υπ' αριθ. 76/2001 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, σύμφωνα με το Νόμο περί Στρατολογίας, να προσέλθει στις τάξεις του Στρατού και να καταταγεί στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την 31-7-2001 αυτός όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή, όπως όφειλε και έτσι έγινε ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο, από 31-7-2001 έως 4-10-2005, οπότε διακόπηκε η ανυποταξία με την εμφάνιση του στο Φρουραρχείο Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Στον κατηγορούμενο είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθ. 1701/3-10-2000 Γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ) Α' εξάμηνη αναβολή για λόγους υγείας επειδή έπασχε από "κυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού με ΥΑΟ: 4/10 οο υπό φαρμακευτική αγωγή κορτιζονοθεραπεία". Με τη λήξη της εξάμηνης αναβολής του επιλέχθηκε για το Σώμα Υλικού Πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί με την 2001 Δ' ΕΣΣΟ, δηλ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 (βλ. σχετικά τις από 25-9-2000 και 15-6-2001 στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του, καθώς και το υπ' αριθ. 33306/5-4-2001 Πιστοποιητικό τύπου Β'). Λόγω της αναβολής υγείας, αντί να καταταγεί στο ΚΕΥΠ, όπως θα συνέβαινε κανονικά, παραπέμφθηκε από το αρμόδιο ΣΓ Ανατολικής Αττικής στην ΕΑΑ για κρίση της σωματικής του ικανότητας. Όπως όμως προκύπτει από το υπ' αριθ. Φ. 453/27/4250/Σ.1932/22-8-2006 έγγραφο της ΕΑΑ, ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάσθηκε στην ως άνω Επιτροπή. Παρόλα αυτά εισήλθε στο ΣΓ Ανατολικής Αττικής η υπ' αριθ. 10973/30-7-2001 Γνωμάτευση της ΕΑΑ, με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (Ι 5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή". Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αριθ. 90749/3-10-2001 Πιστοποιητικό τύπου Α', από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα της Εισαγγελίας του Στρατοδικείου Λαρίσης η ΕΑΑ απάντησε, με το ως άνω έγγραφο της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι' αυτόν που να τον έχει κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση, εκτός από τη προαναφερθείσα μία Γνωμάτευση για την εξάμηνη αναβολή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωσή του αυτή, γι' αυτό εξάλλου και μεθόδευσε με την κατάρτιση Πλαστής Γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ως άνω Πλαστή Γνωμάτευση, δεν "νομιμοποιούσε" την παραμονή του κατηγορουμένου εκτός των τάξεων του Στρατού, για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή η πλαστότητα από την αρμόδια Στρατιωτική Αρχή". Περαιτέρω προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, με την υπ' αριθ. 10895/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό, σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, η οποία κατά το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, συνίστατο στο ότι αυτός "στην Αθήνα, την 1-8-2001, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικά που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα, εξαπάτησε το Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής σχετικά με την ανικανότητά του να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία για λόγους υγείας, καθόσον πέτυχε να εκδοθεί από το ως άνω Στρατολογικό Γραφείο Μεταβολή της Κρίσεως αυτού ως ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αριθμό 10973/1-8-2001 Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (I-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Π.Δ. 292/2003 "περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων στρατολογικής φύσης", το ανωτέρω δε εκδοθέν έγγραφο είχε πλαστογραφηθεί (νοθευθεί) από άγνωστο δράστη, καθόσον ο ίδιος δεν ήταν ανίκανος προς στράτευση, το έτος 2001 δεν είχε προσέλθει προς εξέταση στην αρμόδια Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών, η δε με αριθμό 10973/1-8-2001 Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών δεν αφορούσε τον ίδιο αλλά τον Μ. Β.". Κατόπιν εφέσεως του αιτούντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αυτός και πάλι ένοχος για την αυτή πράξη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 5 μηνών, ανασταλείσα. Η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη, αφού η αναίρεση του αιτούντος κατ' αυτής απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όμως, για τα αυτά πραγματικά περιστατικά σχηματίσθηκε και άλλη δικογραφία, η οποία περιέλαβε, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, και τον ήδη καταδικασθέντα αιτούντα, ασκήθηκε δε κατ' αυτού ποινική δίωξη όχι μόνο για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία είχε ήδη καταδικασθεί, κατά τα προεκτεθέντα, αμετακλήτως, αλλά και για χρήση πλαστού εγγράφου (της ειρημένης υπ' αριθ. 10973/1-8-2001 Γνωματεύσεως) κατά συρροή με την υφαρπαγή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όπου παραπέμφθηκε, με την υπ' αριθ. 21845/2009 απόφασή του, αφενός τον κήρυξε ένοχο χρήσης πλαστού εγγράφου, συνισταμένης στο ότι "εν γνώσει χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και, ειδικότερα, στην Αθήνα, την 1-8-2001, μολονότι γνώριζε ότι η υπ' αριθ. 10973/1-8-2001 Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α. Ο. υπό αγωγή", ήταν εξολοκλήρου πλαστή, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση στην εν λόγω Επιτροπή, η δε γνήσια ταυτάριθμη Γνωμάτευση που είχε πράγματι εκδοθεί από αυτήν αφορούσε σε άλλο πρόσωπο (στον στρατιώτη Μ. Β.), εν τούτοις την παράλαβε από τον άγνωστο συντάκτη της και την κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής με σκοπό να παραπλανήσει τους υπηρετούντες σε αυτό αρμόδιους στρατιωτικούς υπαλλήλους σχετικά με το γεγονός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Γνωμάτευσης ήταν αληθές και να τους πείσει να προβούν στην καταχώρισή του στα τηρούμενα από την Υπηρεσία τους οικεία Μητρώα", και αφετέρου, κατά παραδοχήν σχετικής ενστάσεώς του, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την ανωτέρω υπ' αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη. Επί εφέσεως κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 3690/2009 απόφασή του, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς τον αιτούντα (βλ. υπ' αριθ. 4179/14.9,2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), αφού δέχθηκε, ορθά, ότι υπάρχει αληθινή συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της χρήσης πλαστού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κήρυξε τον αιτούντα -κατηγορούμενο αθώο για την πράξη της χρήσης πλαστού με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Όσον αφορά τον κατηγορούμενο Σ. Π. - Μ., πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, ενόψει του ότι η αναφερόμενη στο διατακτικό πλαστή ιατρική γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών (10973/1-8-2001) δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν, αφού στις 7.5.2001 είχε ήδη εκδοθεί το 33881/7.5.2001 πιστοποιητικό τύπου Β' με το οποίο είχε κριθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέχει καμία στρατιωτική υποχρέωση". Μετά την εξέλιξη αυτή ο αιτών με την από 30-7-2009 αίτησή του ζήτησε από τον Άρειο Πάγο την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική γι' αυτόν, για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, υπ' αριθ. 1876/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Ο Άρειος Πάγος (σε Συμβούλιο) με την υπ' αριθ. 605/2010 απόφασή του δέχθηκε την άνω αίτηση, και αφού ακύρωσε την υπ' αριθ. 1876/2007 άνω απόφαση, έπαυσε οριστικά την κατά του αιτούντος τότε κατηγορουμένου ασκηθείσα ποινική δίωξη για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως λόγω παραγραφής. Ο αιτών προς στήριξη της κρινόμενης αιτήσεώς του επικαλείται ως νέα στοιχεία την υπ' αριθ. 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την οποία απηλλάγη της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου (υπ' αριθ. 10973/1-8-2001 Γνωμάτευση της ΕΑΑ) την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου (605/2010) και την κατάθεση του ταξιάρχου Λ. Ζ. ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στην υπόθεση της χρήσης πλαστού εγγράφου, επί της οποίας εκδόθηκε η απαλλακτική γι' αυτόν 3690/2009 αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με την οποία (κατάθεση) ο αιτών δεν προσκόμισε σ' αυτόν την παραπάνω πλαστή υπ' αριθ. 10973/1-8-2001 Γνωμάτευση. Είναι προφανές ότι οι άνω αποδείξεις είναι νέα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστα στους Δικαστές που εξέδωσαν την υπ' αριθ. 275/2007 απόφαση, αν δε αυτοί γνώριζαν την μεταγενέστερη αθώωση του αιτούντος για τη χρήση πλαστού εγγράφου (Γνωμοδότηση 10973/1-8-2001 της ΕΑΑ) και για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, είναι βέβαιο και όχι απλώς πιθανό, ότι θα αθώωναν αυτόν για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 275/2007 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και ενόψει του ότι το έγκλημα της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο είναι διαρκές έγκλημα γνήσιας παραλείψεως (ΑΠ 2061/2004) ο δε αιτών φέρεται, κατά το κατηγορητήριο, ότι τέλεσε την πράξη από 31-7-2001 μέχρι 4-10-2005, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου (άρθρο 528 παρ. 1 εδ. β' ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 1-11-2010 αίτηση του Σ. Λ. Π.-Μ.. Ακυρώνει την υπ' αριθ. 275/2007 αμετάκλητη απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας «νέες αποδείξεις». Δέχεται αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 887/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Αμπατζή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1448/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1492/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημ/τος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλο, η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση, και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ή παραπλάνηση. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, πλην άλλων, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1448/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορούμενη, σε δεύτερο βαθμό, για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την 13 Οκτωβρίου 2003 έως την 22 Μαΐου 2004, η κατηγορούμενη Σ. Κ., με περισσότερες ομοειδείς πράξεις πλαστογραφίας, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, η καθεμία από τις οποίες είναι αποτέλεσμα χωριστής μεταγενέστερης όμοιας απόφασης της κατηγορουμένης προς τέλεση της που αποτελεί εξακολούθηση της προηγούμενης, στη … κατάρτισε εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, των πλαστών δε αυτών εγγράφων στη συνέχεια έκανε χρήση. Συγκεκριμένα, χωρίς ν' αντλεί από πουθενά νόμιμο δικαίωμα να το πράξει, 1) την 13-10-2003 έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία ΜΠΡΟΥΝΙ ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΖΙΣ ΑΒΕΤΕ σε δύο έγγραφες αποδείξεις είσπραξης, που είχαν αριθμούς 780 και 3780, τις οποίες στη συνέχεια συμπλήρωσε κατά τα λοιπά τους στοιχεία αναγράφοντας σε καθεμία από αυτές ως εισπρακτέο ποσό αυτό των 200 ευρώ, ενώ επίσης στην υπ' αριθ. 780 απόδειξη ανέγραψε ως αιτιολογία είσπραξης από την ίδια (κατηγορούμενη) και του σωματείου προστασίας των καταναλωτών με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ τη μίσθωση χώρου και ηχείων, στη δε υπ' αριθ. 3780 απόδειξη ανέγραψε ως αιτιολογία είσπραξης από την ίδια και του σωματείου προστασίας των καταναλωτών με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ την προκαταβολή για μίσθωση αίθουσας σεμιναρίων. Σύμφωνα με το κατασκευσθέν αυτό περιεχόμενο, εμφανιζόταν αναληθώς ότι μεταξύ του σωματείου προστασίας των καταναλωτών με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ και της εταιρίας με την επωνυμία ΜΠΡΟΥΝΙ ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΖΙΣ ΑΒΕΤΕ είχαν καταρτιστεί συμβάσεις μίσθωσης αιθουσών και ηχητικών εγκαταστάσεων με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, για τις οποίες το εν λόγω σωματείο στις 13-10-2003 δαπάνησε συνολικά το ποσό των 400 ευρώ για τους ανωτέρω λόγους. 2) Την 8-05-2003 έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε στην υπ' αριθ. 153 έγγραφη απόδειξη είσπραξης, την οποία ακολούθως συμπλήρωσε ως προς τα λοιπά στοιχεία της, αναγράφοντας ως εισπρακτέο ποσό αυτό των 1.1773,25 ευρώ, ως αιτιολογία είσπραξης την παροχή υπηρεσιών σε εκδηλώσεις προς το σωματείο ΕΚΑΤΟ με τη χρήση βίντεο και ηχητικών εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με το κατασκευσθέν αυτό περιεχόμενο, εμφανιζόταν αναληθώς ότι μεταξύ της επιχείρησης ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ Α.Ε και του σωματείου με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ καταρτίστηκε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, για την οποία το εν λόγω σωματείο δαπάνησε το ποσό των 1.773,25 ευρώ. 3) Την 4-5-2004 έθεσε, κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση την υπογραφή του Ν. Μ. στην υπ' αριθ. 232 έγγραφη απόδειξη, την οποία ακολούθως συμπλήρωσε κατά τα λοιπά της στοιχεία, αναγράφοντας ως εισπρακτέο ποσό αυτό των 200 ευρώ, ως αιτιολογία είσπραξης την παροχή υπηρεσιών σε εκδηλώσεις προς το σωματείο ΕΚΑΤΟ με χρήση ηχητικών εγκαταστάσεων. Σύμφωνα με το κατασκευσθέν αυτό περιεχόμενο, εμφανιζόταν αναληθώς ότι μεταξύ του Ν. Μ. και του σωματείου με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ καταρτίστηκε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, για την οποία το εν λόγω σωματείο δαπάνησε το ποσό των 200 ευρώ. 4) Την 16-3-2004 και 22-5-2004 συμπλήρωσε καθ' ολοκληρία τις με αριθμό 108 και 186 έγγραφες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που φέρεται να είχαν εκδοθεί από το Συνεταιρισμό Ελλήνων Σκηνοθετών - οπτικοακουστικές επιχειρήσεις, αναγράφοντας ως πελάτη αυτού το σωματείο ΕΚΑΤΟ, ως εισπρακτέα ποσά αυτά των 1.000 και 500 ευρώ αντίστοιχα και ως αιτιολογία είσπραξης την παροχή υπηρεσιών στο σωματείο ΕΚΑΤΟ για επιμέλεια θεατρικών παραστάσεων. Σύμφωνα με το κατασκευσθέν αυτό περιεχόμενο, εμφανιζόταν αναληθώς ότι μεταξύ του Συνεταιρισμού Ελλήνων Σκηνοθετών - ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ και του σωματείου με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ καταρτίστηκαν συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, για τις οποίες το εν λόγω σωματείο δαπάνησε συνολικά το ποσό των 1500 ευρώ. 5) Την 2-4-2004 και 11-3-2004 έθεσε κατ' απομίμηση και χωρίς τη συναίνεση την υπογραφή του Γ. Μ. σε έγγραφες αποδείξεις είσπραξης, τις οποίες ακολούθως συμπλήρωσε κατά τα λοιπά τους στοιχεία, αναγράφοντας ως εισπρακτέα ποσά αυτά των 241 και 250 ευρώ αντίστοιχα και ως αιτιολογία είσπραξης τη συμμετοχή του Γ. Μ. σε ομιλία του Σωματείου με την επωνυμία ΕΚΑΤΟ και στο πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Δράσης με την ονομασία CHILDREN PRODUCT SAFETY, που διαχειριζόταν το εν λόγω Σωματείο. Σύμφωνα με το κατασκευσθέν αυτό περιεχόμενο, εμφανιζόταν αναληθώς ότι το ανωτέρω Σωματείο δαπάνησε για τις προαναφερθείσες συμμετοχές του Γ. Μ. σε ομιλία τα ποσά των 241 και 250 ευρώ αντίστοιχα. Στις παραπάνω πράξεις της προέβη η κατηγορούμενη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών έγγραφων αποδείξεων ότι δήθεν αυτές είχαν εκδοθεί νομότυπα όσο αφορά το περιεχόμενο και τις υπογραφές των αντισυμβαλλομένων που έφεραν και να πείσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΥΠ.Ε.Ε Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά και των υπηρεσιών χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γενική Δ/ση Υγείας και Προστασίας του Καταναλωτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - DG SANCO προς τα σωματεία που έχουν σκοπό την προστασία των καταναλωτών, ως προς το ότι το εν λόγω Σωματείο κατά τη λειτουργία του δαπάνησε πραγματικά τα ποσά, που αναφέρονται στις ανωτέρω έγγραφες αποδείξεις, ενόψει του ότι το προαναφερθέν σωματείο επιδοτούντο για τη δράση του σε ό,τι αφορά την προστασία των καταναλωτών. Ακολούθως, μετά την κατάρτιση των παραπάνω εγγράφων αποδείξεων, η κατηγορουμένη τις προσκόμισε την 15 Μαΐου 2006 στους υπαλλήλους της ΥΠ.Ε.Ε Κεντρικής Μακεδονίας κατά τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου. Επομένως, η κατηγορούμενη, η οποία ενήργησε υπό τις παραπάνω περιστάσεις, με γνώση ότι καταρτίζει πλαστά έγγραφα και τη θέληση να τα καταρτίσει υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, αλλά και εκείνα του διατακτικού, το οποίο είναι εκτενώς ανεπτυγμένο, με λεπτομέρεια, σαφήνεια και πληρότητα, ώστε να μην χρειάζεται περαιτέρω ανάπτυξη από εκείνη που ενεργήθηκε και παρατίθεται ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον της". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος ήδη αναίρεσε ίων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες αφού α)Το σκεπτικό δεν είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού, ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. β)η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τον δόλο της κατηγορουμένης, με τις παραδοχές ότι αυτή προέβη στην πλαστογράφηση και την χρήση των πλαστών εγγράφων με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΥΠ.ΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά και των υπηρεσιών χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι δήθεν το άνω Σωματείο "ΕΚΑΤΟ" δαπάνησε τα αναφερόμενα στην κάθε μία απόδειξη ποσά. γ)δεν απαιτείτο να αιτιολογήσει ειδικώς τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της κατηγορουμένης, ότι ενώ κατείχε γνήσιες αποδείξεις πλαστογράφησε τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και διατακτικό. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από την διάταξη 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εγγράφων, μεταξύ των οποίων και αυτά που υποβλήθηκαν κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση κάποιου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε ν' αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, έλλειψη ακροάσεως, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο, αν και υπέβαλε έγγραφο στο οποίο ανέπτυσσε αρνητικούς του κατηγορητηρίου ισχυρισμούς, δεν κατεχώρησε αυτό αυτούσιο στα πρακτικά, αλλά το εξέλαβε ως αποδεικτικό στοιχείο και το κατεχώρησε στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος αφού σε αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο δικαστήριο. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ.53/11-11-2010 αίτηση της Σ. Κ. του Ν., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1448/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και σχετικής ακυρότητας εκ της μη αναγνώσεως εγγράφου.
null
null
0
Αριθμός 886/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσακίρη, για αναίρεση της υπ' αριθ.1049/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 757/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι. ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και, σε περίπτωση απόρριψής του, να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένος την απόφαση του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη από τα ανωτέρω αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 7/2005), η δε, εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, του νομίμως και εμπροθέσμως κληθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτης, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1049/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου την 1 Μαρτίου 2010 δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά ο πατέρας του Β. Μ. ο οποίος προσκόμισε την από 26-2-2010 ιατρική γνωμάτευση και ζήτησε για λογαριασμό του γιού την αναβολή της υποθέσεως, επικαλούμενος ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια στο πρόσωπο του γιού του. Μετά την ανάγνωση από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου της από 26-2-2010 ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού Γ. Ν., το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Από την από 26-2-2010 ιατρική γνωμάτευση του Γ. Ν., νευρολόγου, που προσκόμισε στο δικαστήριο ο πατέρας του προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από επεισόδια αστάθειας κατά την βάδιση, με συνοδούς εμέτους και σημεία αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης και χρήζει αναρρωτικής άδειας και παραμονής στο σπίτι για 5 ημέρες. Η ως άνω ιατρική γνωμάτευση, δεν είναι θεωρημένη από τον ιατρικό Σύλλογο ούτε προσκομίζεται απόδειξη πληρωμής για την ιατρική επίσκεψη, ούτε αναφέρεται σ' αυτή ότι είναι παντελώς αδύνατη, έστω και με αυτοκίνητο και η εμφάνισή του στο δικαστήριο, αλλά απλώς συστήνεται παραμονή στο σπίτι του λόγω επαναλαμβανομένων επεισοδίων". Ακολούθως το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αιτούντος ως ανυποστήρικτη. Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης, απόφασή του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική, του παραπάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, παρεμπίπτουσα απόφασή του με την συνδρομή των οποίων (λόγων) το φερόμενο ως σημαντικό αίτιο που είχε επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματός του, δεν ήταν πράγματι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή του αιτήματος και την αναβολή της δίκης. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου λόγου αναιρέσεως, ο πατέρας του κατηγορουμένου δεν κατέθεσε ως μάρτυρας, η δε αναφορά στο τέλος του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το αίτημα της αναβολής υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, προδήλως σε παραδρομή οφείλεται. Περαιτέρω, από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ζήτησε ο πατέρας του κατηγορουμένου να κρατηθεί η υπόθεση ούτε ότι συζητήθηκε εκτός σειράς. Επομένως οι εκ του άρθρου 51 παρ.1 στοιχ.Δ' και Η', κατ' εκτίμηση, του ΚΠοινΔ μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με το υποβληθέν αίτημα αναβολής και συνακόλουθα για υπέρβαση εξουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 8/18-5-2010 αίτηση του Γ. Μ. του Β. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1049/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη μετά από αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας.
null
null
0
Αριθμός 885/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Ζ. του Δ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις φυλακές …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κακαράντζα, για αναίρεση της υπ'αριθ.361/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Κ. Ζ. και 2)Ι. Π.. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1337/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ.). ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 εδ. ζ' του ν. 3459/ 2006, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος κατέχει ναρκωτικά ..., ενώ κατά το άρθρο 23 του ίδιου νόμου με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακόσιων τριάντα πέντε (588. 235) ευρώ, τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αν είναι υπότροπος ... . Ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Εξάλλου, στο άρθρο 12 παρ.1 του ν. 1729/1987 (ήδη 29 παρ.1 του ν. 3459/2006) ορίζεται ότι, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε μικρή ποσότητα ή κάνει χρήση τους τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και μάλιστα από αυτήν του άρθρου 23 του ανωτέρω κωδικοποιημένου νόμου περί ναρκωτικών, με σαφήνεια προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής, είναι η βαρύτερη τιμωρία των ατόμων εκείνων, που παρουσιάζουν μια επικινδυνότητα σχετική με την βαρύτητα των αδικημάτων, όπως αυτά οριοθετούνται από τη διάταξη αυτή και σχετίζονται με την εμπορία των ναρκωτικών (άρθρα 20, 21 και 22 του Ν. 3459/2006). Τέτοια όμως επικινδυνότητα, που αναμφισβήτητα αποτελεί την ουσιώδη και βασική προϋπόθεση της συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως του υπότροπου, δε μπορεί να καταλογιστεί σε εκείνο τον δράστη που προμηθεύεται ή κατέχει σε μικροποσότητα ναρκωτικές ουσίες για δική του αποκλειστική χρήση και πολύ περισσότερο δε μπορεί να θεωρηθεί ως επικίνδυνο το άτομο εκείνο, το οποίο έχει καταδικαστεί για την πράξη του άρθρου 12 του Ν. 1729/1987. Τούτο, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, ο δράστης της παραβάσεως αυτής δεν εμφανίζει αντικειμενική επικινδυνότητα, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο το νομοθέτη, που τιμωρεί τη συγκεκριμένη παράβαση με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, επιπρόσθετα δε και από το γεγονός ότι επιτρέπεται η μετατροπή της ποινής αυτής, που προβλέπει η εν λόγω διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του ν. 1729/1987, σε χρηματική ποινή. Άλλωστε, ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 23 του Ν. 3459/2006, που αντιμετωπίζει τις διάφορες περιπτώσεις παραβατικότητας περί τα ναρκωτικά με προέχον στοιχείο αυτό της εμπορίας, δεν περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 1729/1987, γεγονός το οποίο υποδηλώνει τη βούληση του νομοθέτη να μην καταλαμβάνει η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής τον παραβάτη της διατάξεως του άρθρου 12 παρ.1 του αυτού νομοθετήματος. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, ακόμη και για τον περιστασιακό δράστη, ο οποίος θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να θεωρηθεί υπότροπος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 του άνω Ν. 3459/2006, εφόσον στο χρόνο που θέτει η διάταξη αυτή, της τελευταίας δηλαδή πενταετίας, καταδικαστεί εκ νέου σε βαθμό πλημμελήματος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Έτσι, σε περίπτωση τελέσεως κακουργηματικής περί τα ναρκωτικά πράξεως, η μικρή προηγούμενη ποινική απαξία της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών για ίδια αποκλειστική χρήση, δεν δικαιολογεί για τη νέα του πράξη ως κακουργήματος την επίταση της ποινής του λόγω υποτροπής, εφόσον στην περίπτωση αυτή είναι προφανής η δυσαναλογία ποινής- ενοχής κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας που απορρέει από το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 25 του ισχύοντος Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 361/2009 απόφασης, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι: "Οι κατηγορούμενοι Σ. Ζ. του Δ. και Κ. Ζ. του Ι. στη … στις 10-10-2007 έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και μη δυνάμενοι να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αγωγή κατόπιν συναποφάσεως κατείχαν ναρκωτικές ουσίες είναι δε υπότροποι κατά την έννοια του άρθρου 23 ν. 3459/2006. Συγκεκριμένα, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, κατόπιν συναποφάσεως, στη …, στις 10-10-2007 κατείχαν, έχοντας στη φυσική τους εξουσίαση κατά τρόπον ώστε να διαπιστώνουν ανά πάσα στιγμή την ύπαρξή τους και να έχουν τη δυνατότητα οποτεδήποτε να διαθέτουν κατά την ελεύθερη βούλησή τους αυτές, τις εξής ναρκωτικές ουσίες που δρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές, εντός της οικίας του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Ζ. επί της οδού ... αρ.80 στη …: α)δύο (2) συσκευασίες με ηρωίνη σε σκόνη, χρώματος καφέ, συνολικού βάρους έξι (6) γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (6,400 γραμ.) β)ένα νάϋλον περιτύλιγμα με κοκαΐνη σε σκόνη, χρώματος λευκού, συνολικού βάρους πέντε (5) γραμμαρίων γ)Τριάντα (30) δίσκια του ναρκωτικού φαρμάκου LEXOTANIL των 6mg έκαστο δ)δεκαέξι δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου VULBEGAL ε)δέκα (10) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου LONALGAL στ)τέσσερα (4) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου TAVOR των 2,5mg έκαστο ζ)τρία (3)δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου XANAX των 0,5mg η)δύο (2) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου HIPNOSTEDON και η τρίτη κατηγορουμένη στον ως άνω τόπο και χρόνο κατείχε δύο χάρτινα περιτυλίγματα με ηρωίνη βάρους (...πρώτο και ένα περιτύλιγμα με ηρωίνη βάρους ενός (1) γρ. Ειδικότερα σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο από το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Λάρισας παρουσία του Ειρηνοδίκη Λάρισας, στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Ζ. στην οδό ... αρ.80 στη Λάρισα όπου ευρίσκονταν οι τελευταίος (πρώτος κατηγορούμενος), η Ι. Π. (τρίτη κατηγορουμένη) και ο Κ. Ζ. (δεύτερος κατηγορούμενος), ευρέθηκαν και κατασχέθηκαν στις 10-10-2007 τα ακόλουθα:1)νάϋλον περιτύλιγμα με ηρωίνη σε σκόνη χρώματος καφέ, βάρους πέντε (5)γραμμαρίων και τετρακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (5,4 γρ), τυλιγμένο σε μονωτική ταινία το οποίο κρατούσε στα χέρια του ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ζ., 2) νάϋλον περιτύλιγμα με κοκαΐνη σε σκόνη χρώματος λευκού, μικτού βάρους πέντε (5) γραμμαρίων, το οποίο βρέθηκε στο δάπεδο της κουζίνας, 3)μέσα σε υπνοδωμάτιο της οικίας, κάτω από το μαξιλάρι του κρεββατιού, χάρτινο περιτύλιγμα με ηρωίνη σε σκόνη χρώματος καφέ, μικτού βάρους ενός(1)γραμμαρίου, επάνω σε κρεββάτι της οικίας μέσα σε γυναικεία τσάντα της τρίτης κατηγορουμένης Ι. Π. δύο (2) χάρτινα περιτυλίγματα με ηρωίνη βάρους δύο γραμμαρίων και πεντακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου(2,500γρ) το πρώτο και ενός (1) γραμμαρίου το δεύτερο, 4)επάνω στο κομοδίνο του υπνοδωματίου δέκα (10) δισκία LONALGAL, τέσσερα (4) δισκία TAVOR 2,5mg έκαστο, τρία δισκία XANAX των 0,5 mg έκαστο και δύο (2) HIPNOSTEDON 1mg έκαστο 5)μέσα σε κρεβατοκάμαρα της οικίας σε συρτάρι επίπλου:α)τριάντα (30) LEXOTANIL 6mg έκαστο και β)δέκα έξι (16) δισκία VULBEGAL. Τα παραπάνω φαρμακευτικά δισκία LEXOTANIL που περιέχουν βρωμαζεπάζη, LONALGAL που περιέχουν κωδεϊνη, VULBEGAL που περιέχουν φλουνιτραζεπάμη, TAVOR που περιέχουν λοζαρεπάμη, XANAX που περιέχουν αλπραζολάμη και HIPNOSTEDON που περιέχουν φλουρινατραπεζάμη είναι ναρκωτικές ουσίες, όπως και οι ευρεθείσες ποσότητες ηρωϊνης και κοκαϊνης γιατί δρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ'αυτές. Από τις παραπάνω ναρκωτικές ουσίες εκείνες που ευρίσκονται μέσα στην τσάντα της τρίτης κατηγορουμένης δηλ.2 χάρτινα περιτυλίγματα με ηρωϊνη βάρους δύο γραμμαρίων και πεντακοσίων χιλιοστών του γραμμαρίου (2,500γρ) το πρώτο και ενός (1) γραμμαρίου το δεύτερο, συνολικού βάρους 3,500 γραμ. στις 10-10-2007 κατείχε με την έννοια της φυσικής τους εξουσίασης ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να ελέγχει την ύπαρξή τους και να διαθέτει οποτεδήποτε κατά την ελεύθερη βούληση της, η ίδια (τρίτη κατηγορουμένη). Ο αυτοτελής ισχυρισμός της τελευταίας ότι κατείχε την ως άνω ποσότητα ηρωίνης των 3,500 γραμμαρίων για δική της αποκλειστικά χρήση είναι, εν όψει του είδους και της ποσότητας της ναρκωτικής αυτής ουσίας, του τρόπου που ήταν κατανεμημένη και περιτυλιγμένη έτοιμη προς διάθεση ως και του γεγονότος ότι την ποσότητα αυτή της ηρωίνης κατείχε η τρίτη κατηγορουμένη εκτός της οικίας της όπου ελεύθερα θα μπορούσε να κάνει χρήση αυτής και εντός της οικίας τρίτου προσώπου, του πρώτου κατηγορουμένου Σ. Ζ. σε χώρο όπου υπήρχαν σε εμφανή και μη εμφανή σημεία διάφορες ναρκωτικές ουσίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τις λοιπές ναρκωτικές ουσίες, κατείχαν στη … στις 10-10-1997 κατόπιν συναποφάσεως, από κοινού οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, έχοντας τη φυσική τους εξουσίαση ώστε να μπορούν να τις ελέγχουν ανά πάσα στιγμή και να τις διαθέτουν πραγματική. Στην κρίση του περί της από κοινού κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους το Δικαστήριο άγεται από τα εξής στοιχεία: α)Και οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι οι οποίοι είναι και οι δύο τοξικομανείς μη δυνάμενοι να αποβάλουν την κτηθείσα έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνον με ειδική θεραπευτική αγωγή, ευρίσκονταν μέσα στο διαμέρισμα του πρώτου κατηγορουμένου κατά το χρόνο της αστυνομικής έρευνας και το προηγούμενο βράδυ είχαν κοιμηθεί εντός του διαμερίσματος αυτού (βλ. κατάθεση αστυνομικού Φ. Χ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) σε κρεββάτια σε υπνοδωμάτια του διαμερίσματος, οι δε ευρεθείσες ναρκωτικές ουσίες ήσαν τοποθετημένες, άλλες κάτω από μαξιλάρι κρεββατιού υπνοδωματίου, άλλες επάνω σε κομοδίνο υπνοδωματίου και άλλες μέσα σε κρεββατοκάμαρα σε ένα συρτάρι επίπλου, χωρίς δηλαδή να έχουν οι ουσίες αυτές αποκρυβεί, καθ'ολη δε, τη διάρκεια νύκτας και ημέρας οι ουσίες αυτές ήσαν στην εποπτεία και στην κυριαρχική εξουσία διαθέσεως και των δύο πρώτων κατηγορουμένων β)Ο πρώτος κατηγορούμενος μετά το πέρας της αστυνομικής έρευνας στο διαμέρισμά του και την ανεύρεση των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, ουδόλως διαφοροποίησε τη θέση του δευτέρου κατηγορουμένου από τη δική του θέση (βλ.κατάθεση αστυνομικού Φ. Χ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) ανεξαρτήτως του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μεταγενέστερα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι μόνον η κοκαΐνη, και τα ναρκωτικά δισκία ανήκουν στην κατοχή του και η ηρωίνη μόνον κατεχόταν από τον δεύτερο κατηγορούμενο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι όλες οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην οικία του ανήκαν σ' αυτόν, γ)εξουσία διαθέσεως των ως άνω ναρκωτικών ουσιών και από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους εμφαίνεται αδιαμφισβήτητα και εκ του ότι κατά τον αστυνομικό έλεγχο, ο μεν δεύτερος Κ. Ζ. κρατούσε στα χέρια του ηρωίνη βάρους 5,400 γραμμαρίων τυλιγμένη σε μονωτική ταινία, έτοιμη δηλαδή προς διάθεση υπό τα όμματα του πρώτου Σ. Ζ. ο οποίος προφανώς συναινούσε στην συσκευασία της και την περαιτέρω διάθεσή της, ενώ νάϋλον περιτύλιγμα με κοκαΐνη πέντε (5) γραμμαρίων είχε απορριφθεί στο δάπεδο της κουζίνας του διαμερίσματος εν γνώσει και των δύο κατηγορουμένων. Ισχυρίστηκε βεβαίως ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι η ως άνω ποσότητα των 5,400 γραμμαρίων ηρωίνης που κατείχε προοριζόταν για αποκλειστικά δική του χρήση. Ο ισχυρισμός του αυτός, ενόψει του είδους, της ποσότητας και της συσκευασίας της ηρωίνης 5,400 γραμ. σε μονωτική ταινία που δείχνει ετοιμασία προς διάθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ομοφώνως κρίνεται υπότροπος διότι καταδικάστηκε αμετάκλητως εντός της προηγουμένης πενταετίας σε βαθμό πλημμελήματος και εντός της προηγουμένης δεκαετίας σε βαθμό κακουργήματος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Συγκεκριμένα με τις υπ' αριθμ. 83/2007 και 52/2000 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό πλημμελήματος και σε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ αντίστοιχα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος αντίστοιχα. Το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία υπότροπο και τον πρώτο κατηγορούμενο Σ. Ζ. του Δ. κατά την έννοια του άρθρου 23 ν. 2359/2006 όπως ισχύει καθόσον αυτός καταδικάστηκε αμετάκλητως εντός της προηγουμένης πενταετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό πλημμελήματος και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. 3037/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό πλημμελήματος. Ο εφέτης Γρηγόριος Καλαθάς είχε τη γνώμη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Ζ. δεν είναι υπότροπος κατά την έννοια του άρθρου 23 ν. 2359/2006. Πρέπει επομένως η τρίτη κατηγορουμένη Ι. Π. να κηρυχθεί ένοχη κατοχής ναρκωτικών ουσιών στη Λάρισα στις 10-10-2007 και συγκεκριμένα ηρωίνης βάρους 3,500 γραμμαρίων και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανείς στη … στις 10-10-2007 ως υπότροπος ομοφώνως ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Ζ. και ως υπότροπος κατά πλειοψηφία ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Ζ.". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ως τοξικομανή και κατά πλειοψηφία ως υπότροπο. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε υποτροπή διότι με την απόφαση 3027/2002 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση τριών μηνών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό πλημμελήματος και συγκεκριμένα για κατοχή για δική του αποκλειστική χρήση μικροποσότητος ναρκωτικής ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 23 του ν. 3459/2006, η οποία κατά το μέρος που προβλέπει ότι ως υπότροπος θεωρείται και εκείνος ο οποίος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα εντός της προηγούμενης πενταετίας για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό πλημμελήματος σαφώς παραβιάζει την απορρέουσα από το άνω άρθρο του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και ως εκ τούτου έπρεπε να μη την εφαρμόσει (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Επομένως, ο σχετικός περί τούτου έκτου άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 361/ 2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έννοια υποτροπής στις υποθέσεις ναρκωτικών. Επικινδυνότητα δεν μπορεί να καταλογισθεί σε εκείνο το δράστη που προμηθεύεται ή κατέχει μικροποσότητα ναρκωτικών για δική του αποκλειστικά χρήση. Η επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής δεν καταλαμβάνει το δράστη του εγκλήματος του άρθρου 12 παρ. 1 του νόμου 1729/1987, καθόσον προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος. Αναιρεί για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
null
null
2
Αριθμός 884/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Η., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 7545/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 184/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-1-2011, αίτηση του Α. Μ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7545/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 882/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Π.-Γ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 409/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1541/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 20-12-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γρεβενών ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση στην ίδια κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-11-2010 αίτηση της Δ. Π.-Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 409/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 894/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Γιωγιό, για αναίρεση της υπ' αριθ. 521/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ορεστιάδας. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Δ. Φ. του Α. και 2) Χ. Α. του Κ.. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ορεστιάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 73/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: παρ.1 "Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..." παρ.2 "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Α.Π. μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1 ..." παρ.3 "Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Από τις παρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 507 παρ.1 και 474 ΚΠΔ συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου για απόφαση που δημοσιεύτηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ή όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ, εκπροσωπείται από συνήγορο είναι εικοσαήμερη με αφετήριο χρονικό σημείο την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που απορρέει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως, από το άρθρο 474 παρ.2 ΚΠΔ, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλιώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δε μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 4/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η προσβαλλόμενη απόφαση 521/2010 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας, που δίκασε κατ' έφεση, και με την οποία ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατ'εκείνη τη δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνιάδη, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι εφτά μηνών για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας στις 2-12-2010, ενώ η αναίρεση κατ' αυτής ασκήθηκε στις 28-12-2010, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει για τον αναιρεσείοντα από την επόμενη ημέρα της πιο πάνω καταχώρησης, εφόσον αυτός εκπροσωπήθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο με δικηγόρο. Προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική δήλωσή του λόγους υγείας και συγκεκριμένα κατά το διάστημα από 21-12-2010 έως και 24-12-2010 έπασχε από οξεία εμπύρετη γαστρεντερίτιδα με αφυδάτωση και παρέμεινε κλινήρης στην οικία του, χωρίς να έχει τη δυνατότητα μετάβασης στον πληρεξούσιο δικηγόρο του για την ανάθεση σε αυτόν εντολής και χορήγησης της σχετικής πληρεξουσιότητας για άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Όμως, τα περιστατικά αυτά δε συνιστούν ανώτερη βία, κατά την προπαρατεθείσα έννοια, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, δοθέντος ότι η φύση της επικαλούμενης απ' αυτόν ασθένειάς του, ουδόλως του απέκλειε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ώστε είτε τηλεφωνικά να του δώσει εντολή για την άσκηση της αναίρεσης είτε να τον καλέσει στην οικία του προς το σκοπό αυτό, όταν μάλιστα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρουσίαζε και ιδιαίτερα δυσχερή νομικά ζητήματα, ώστε να απαιτεί χρόνο η σύνταξη και άσκηση, εμπρόθεσμα, της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 28 Δεκεμβρίου 2010, αίτηση του Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 521/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησή της.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 898/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Γ. Ν. Β., συζ. Κ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αφροδίτη Χαριτίδου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2131/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 532/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Ιουνίου 2009 αίτησή της. Η αναιρεσείουσα δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της, Αγγελικής Γουνοπούλου, κατέθεσε την από 26 Απριλίου 2001 εξώδικη δήλωση παραίτησης από τη συζήτηση του δικογράφου της από 8 Ιουνίου 2009 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 532/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε με την με αριθμ. 138/27.04.2001 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Δ.. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως η πληρεξουσία δικηγόρος δήλωσε ότι η παραίτηση από το δικόγραφο αναιρέσεως ήταν μη νόμιμα, κατά παράβαση του άρθρου 286 ΚΠολΔ., καθόσον ο αναιρεσίβλητος πάσχει από άνοια, όπως προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως και ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως άλλως τη συζήτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 217, 294, 295, 297, 299 και 573 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, που επιφέρει κατάργηση της δίκης, μπορεί να γίνει είτε με προφορική δήλωση του παραιτουμένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου δικόγραφο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 286 περίπτωση α' και 287 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι τη μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου διαδίκου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, που επηρεάζει την ικανότητα δικαστικής του παράστασης και αποτελεί λόγο βίαιης διακοπής της δίκης, μπορεί να γνωστοποιήσει στον αντίδικο μόνον το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή ο πληρεξούσιός του. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης, ισχυριζόμενη ότι με την από 26-4-2011 εξώδικη δήλωσή της παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της πάσχει από άνοια, με συνέπεια να μην καταστεί δυνατή η επίδοση στον ίδιο της δηλώσεως παραιτήσεως και να συντρέχει λόγος διακοπής της δίκης. Επομένως είναι μη νόμιμη τόσο η προβαλλόμενη παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, όσο και η επίκληση λόγου διακοπής της δίκης στο πρόσωπο του αντιδίκου συζύγου της και ενόψει τούτων είναι αβάσιμο το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 368, 383, 384 και 386 έως και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, διακριτική καταρχήν ευχέρεια έχει να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, χωρίς, είτε τη διατάξει αυτεπάγγελτα είτε ύστερα από αίτηση των διαδίκων, να υποχρεούται να αιτιολογήσει την κρίση του, τότε δε μόνον υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη και αν δεν το πράξει υποπίπτει στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όταν α) πρόκειται ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις τέχνης ή επιστήμης, η για το οποίο κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και β) η ενέργειά της ζητήθηκε από κάποιον από τους διαδίκους. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικός ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης και διατάχθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων, η αιτίαση ότι ενώ δέχθηκε, ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις, προκειμένου να κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος πάσχει από διαταραχές νοητικών λειτουργιών, δεν διέταξε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, μολονότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από την αναιρεσείουσα. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο στη βάση ποιού συλλογισμού και με ποιο ακριβώς περιεχόμενο διατυπώθηκε η ανάγκη για ιδιάζουσες γνώσεις προς διαπίστωση της διανοητικής καταστάσεως του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, ούτε προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θα συνέβαλε η διαπίστωση της διανοητικής καταστάσεως του αναιρεσιβλήτου, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β)τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ)τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων έπαψε να είναι αρμονική μετά το τέλος του 2004 και έκτοτε άρχισαν τα προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις, ενώ ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του διαζυγίου αναφέρει κλονιστικά γεγονότα μετά το έτος 2006. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποια επίδραση άσκησε στο διατακτικό της αποφάσεως η παραδοχή του Εφετείου ότι κλονιστικά γεγονότα εκδηλώθηκαν και πριν από τον αναφερόμενο με την αγωγή χρόνο κλονισμού της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, αν δηλαδή και χωρίς αυτά μπορούσε ή όχι να θεμελιωθεί ο προβαλλόμενος λόγος διαζυγίου, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/1995, 1/1999). Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 του Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν η μεταξύ τους σχέση έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρισμού κλονισμού, αρκεί τα κλονιστικά γεγονότα να αφορούν τον εναγόμενο ή και τους δύο συζύγους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο, ο οποίος ήταν δεύτερος και για τους δύο, στην Κ. Θ. στις 24-5- 1989 (αρ. …/Α/1989 ληξιαρχική πράξη γάμου του Ληξιάρχου Καλαμαριάς). Από τον γάμο τους αυτόν δεν απέκτησαν τέκνο. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων υπήρξε αρμονική μέχρι το τέλος του 2004, οπότε άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις. Ειδικότερα η εναγόμενη άρχισε να παραβαίνει τις συζυγικές υποχρεώσεις της, καθ' όσον επεδείκνυε απέναντι στον ενάγοντα συμπεριφορά η οποία απάδει προς την υποχρέωση για σεβασμό, υποστήριξη, αφοσίωση και φροντίδα, που απορρέουν από τη συζυγική σχέση. Έτσι η εναγόμενη άρχισε να έχει υπερβολικές οικονομικές απαιτήσεις από τον ενάγοντα σύζυγό της, τις οποίες, όπως γνώριζε και η ίδια, δεν ήταν σε θέση να καλύψει από τα τρέχοντα εισοδήματά του, χωρίς ωστόσο οι απαιτήσεις της αυτές να ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες της οικογένειάς τους. Ο ενάγων, προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της συζύγου του, εξαναγκάσθηκε σε δανεισμό από τράπεζες και τρίτα φιλικά και συγγενικά του πρόσωπα και περιήλθε σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων, περί τον Αύγουστο του έτους 2006, υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου νοσηλεύθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, από τις 6-8-2006 έως και τις 14-9-2006 (βλ. προσαγόμενο νομίμως μετ' επικλήσεως υπό χρονολογία 14-9-2006 εξιτήριο - ενημερωτικό σημείωμα του παραπάνω νοσοκομείου). Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, εισήλθε στο κέντρο αποθεραπείας - αποκατάστασης Θεσσαλονίκης "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Α.Ε.", όπου παρέμεινε έως 30-9-2006 και εν συνεχεία από τις 4-10-2006 έως 7-10-2006 νοσηλεύθηκε στην Κλινική Κυανούς Σταυρός, όπου και υποβλήθηκε σε ουρολογική επέμβαση. Εισήλθε δε μετέπειτα στον πρότυπο οικισμό για την ώριμη ηλικία "Μυρτιά" που διαμένει μέχρι σήμερα. Κατά το διάστημα της νοσηλείας του ενάγοντος στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και ενώ αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, η εναγόμενη, κατά παράβαση της συζυγικής υποχρέωσης για φροντίδα, αγάπη και ψυχολογική υποστήριξη, έθεσε σαν πρωταρχικό ζήτημα την οικονομική της εξασφάλιση, αξιώνοντας από το σύζυγό της κατά το χρονικό διάστημα που εκείνος νοσηλευόταν, να εισπράττει εκείνη όλο το ποσό της συντάξεώς του, αρνούμενη να προσφέρει το παραμικρό χρηματικό ποσό για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων νοσηλείας του, αδιαφορώντας για την κάλυψη αυτών. Επισκεπτόμενη δε το χώρο στον οποίο νοσηλευόταν ο ενάγων, δεν του προσέφερε πραγματική υπηρεσία και φροντίδα και δεν ενδιαφερόταν ουσιαστικά, για την κατάσταση της υγείας του, επιθυμώντας, όπως άλλωστε η ίδια εξέφρασε στους αδελφούς του ενάγοντος, Ν. και Β. Φ., να μην εμπλακούν στο θέμα της αποκαταστάσεως της υγείας του. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, και ενώ, σύμφωνα με την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα, αδελφού του ενάγοντος, Β. Φ. του Ι., καθηγητή Πανεπιστημίου, η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν μεν σοβαρή, πλην όμως δεν έχρηζε νοσηλείας σε ψυχιατρικό κατάστημα, η εναγόμενη εξέφρασε στον τελευταίο την επιθυμία της περί εγκλεισμού του συζύγου της σε δημόσιο ψυχιατρείο ή σε ανάλογο ιδιωτικό νοσηλευτήριο, για το οποίο θα απαιτούνταν ελάχιστα χρήματα, γεγονός που υποδηλώνει την ψυχρότητα και την παραμέληση της φροντίδας που επεδείκνυε προς τον ενάγοντα και τη συνακόλουθη άρνησή της να παράσχει σε αυτόν ψυχολογική υποστήριξη. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι κατά το χρονικό διάστημα παραμονής του ενάγοντος στο κέντρο αποκατάστασης "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ Α.Ε.", η εναγόμενη τον επισκεπτόταν σπανιότατα, αδιαφορώντας για την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του. Τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τη σαφή και εμπεριστατωμένη κατάθεση του προαναφερθέντος, επ' ακροατηρίου εξετασθέντος μάρτυρα, Β. Φ. του Ι., ο οποίος μετά λόγου γνώσεως καταθέτει περί της σχέσης των διαδίκων. Με την προεκτιθέμενη συμπεριφορά της, η εναγόμενη κλόνισε το κλίμα εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού, που είναι απαραίτητα για την αρμονική συνύπαρξη των συζύγων και προκάλεσε την συναισθηματική και ψυχική απομάκρυνση του ενάγοντος, ο οποίος, μάλιστα δυνάμει του με αρ. .../2006 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Γεωργίας Παρασκευοπούλου, παρείχε την εντολή και την πληρεξουσιότητα στον υιό του Ι. - Γ. Φ. και τον αδελφό του Ν. Φ., να αποφασίζουν εκείνοι, κατά την απόλυτη κρίση τους μετά από συνεννόησή τους με τους θεράποντες ιατρούς του, για όλα όσα αφορούν στον τρόπο και τον τόπο της θεραπείας του και της ανάρρωσής του μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του. Από την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγόμενης έχει κλονιστεί σοβαρά η έγγαμη σχέση των διαδίκων συζύγων ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει πλέον αφόρητη για τον ενάγοντα. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Π., ο οποίος, ενώ δεν έχει ιδίαν αντίληψη για την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης έναντι του συζύγου της, προσπάθησε να εμφανίσει την εναγόμενη ως σύζυγο που πρόσεχε και φρόντιζε τον ενάγοντα, ενδιαφερόταν γι' αυτόν, επισκεπτόμενη το ίδρυμα αποκατάστασης 4 φορές την εβδομάδα και δεν ήθελε να τον ξεφορτωθεί σε ψυχιατρείο, ενώ αυτά διαψεύδονται και από την μετέπειτα συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία, μετά την άσκηση της αγωγής διαζυγίου από τον ενάγοντα, προσπάθησε και, με την από 20-4-2007 αίτησή της προς τον ιατρικό Σύλλογο Θεσ/νίκης, ζήτησε να τεθεί ο σύζυγός της σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, ενέργειες στις οποίες δεν είχε προβεί πριν από την άσκηση της αγωγής διαζυγίου κατ' αυτής από τον σύζυγό της. Αλλά ούτε και από την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της εναγομένης, που συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσ/νίκης (αρ. …/7-5-2008), μεταβάλλεται η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτοί κατέθεσαν ότι αυτή ήταν καλή σύζυγος και ότι οι συγγενείς του ενάγοντος (αδελφοί και τέκνα) επιδιώκουν τη λύση του γάμου των διαδίκων, γιατί ποτέ δεν ήθελαν την τέλεση αυτού, ενώ αν τούτο ήταν αληθές θα μπορούσε να γίνει από το 1989 και μετά και όχι το 2006. Αντίθετα η ίδια (εναγόμενη), όταν ο ενάγων σύζυγός της αντιμετώπισε προβλήματα υγείας, δεν έδειξε την φροντίδα, αγάπη και ψυχολογική υποστήριξη προς αυτόν, αλλά επεδίωξε με την προαναφερθείσα συμπεριφορά της να τον εγκλείσει σε ψυχιατρείο για να απαλλαγεί από τη συζυγική φροντίδα αυτού. Τέλος η εμμονή της εναγομένης να θεωρεί τον σύζυγό της ως στερούμενο της χρήσης του λογικού παρά τις αντίθετες ιατρικές γνωματεύσεις που προαναφέρθηκαν, ενισχύει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου για την αντισυζυγική συμπεριφορά της. Μετά ταύτα, αποδείχθηκε ότι η έγγαμη σχέση των διαδίκων έχει κλονισθεί τόσο σοβαρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει πλέον αφόρητη για τον ενάγοντα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγο που αφορά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας - εναγομένης, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1439 εδ. α' Α.Κ. (που εφάρμοσε). Ειδικότερα αναφέρεται η από την αναιρεσείουσα πολύμηνη παραμέληση των υποχρεώσεών της παροχής φροντίδων και της δέουσας περίθαλψης προς τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, λόγω νοσηλείας του από "αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο" κατά το μήνα Αύγουστο του 2006, όπως και ο εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας κλονισμός του γάμου των διαδίκων τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει αφόρητη για τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-6-2009 αίτηση της Γ. Ν. Β. συζ. Ν. Φ. για αναίρεση της 532/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 2 Ιουνίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης (1439 παρ. 1 ΑΚ). Παραίτηση από δικόγραφο αναιρέσεως με εξώδικη δήλωση (217, 295, 297, 299 και 573 ΚΠολΔικ). Λόγο διακοπής δίκης συνιστά η μεταβολή στη δικαιοπρακτική ικανότητα του προσώπου και την ικανότητα παράστασης και προτείνεται μόνον από εκείνον στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει (63, 286, 287 ΚΠολΔικ). Λόγοι αναιρέσεως 559 αρ. 10 ΚΠολΔικ αόριστη. 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ. αόριστη. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ. αβάσιμο.
null
null
0
Αριθμός 880/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.07.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.02.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για συμπλήρωση της συνθέσεως (λόγω κωλύματος του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 45/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Με κατηγορούμενους τους: 1.Γ. Π. χήρα Δ., κατοίκου εν ζωή …, που δεν παρέστη, 2. Δ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 3.Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4.Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5.Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 6. Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 7.Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 8. Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 9.Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου, 10. Θ. Λ. του Α. και 11. Μ. Τ. του Μ., που δεν παρέστησαν. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Ν. του Ν., 2, 2. Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 4. Γ. Κ. του Δ., 5. Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 6.Θ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 7.Χ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 8.Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη-Ζωή Τσιγαρά. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 51/22.11.2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1482/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 514 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ, "εάν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε" σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί στη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως παρά την ερημοδικία κάποιου διαδίκου, εκτός του αναιρεσείοντος, υπό τον όρο ότι ο μη εμφανισθείς ή οι μη εμφανισθέντες διάδικοι έχουν νόμιμα κλητευθεί προς τούτο, αλλιώς το ανωτέρω Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 79 και 370 περ. β' Κ.Π.Δ. προς τα άρθρα 34 και 35 του ΑΚ προκύπτει ότι όταν ασκηθεί κάποιο από το άρθρο 462 ΚΠΔ προβλεπόμενο ένδικο μέσο (έφεση ή αίτηση αναίρεσης) κατά προσώπου που έχει ήδη αποβιώσει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση του ενδίκου μέσου, κηρύσσεται απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο ως στρεφόμενο κατά ανύπαρκτου πλέον φυσικού προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο όλων των εγγράφων της δικογραφίας κατά την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης υπ' αριθ. 50/22.11.2010 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 45/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, πλήττοντας μόνο το μέρος που κηρύχθησαν αθώοι οι σ'αυτόν αναφερόμενοι έντεκα (11) κατηγορούμενοι για τις πράξεις της απάτης και της ψευδορκίας μάρτυρα (για τη δεύτερη μόνο ο κατηγορούμενος Θ. Λ. του Α.), η κατηγορούμενη Γ. χήρα Δ. Π. έχει αποβιώσει την 26.2.2010 (Βλ. αντίγραφο της σχετικής ληξιαρχικής πράξης θανάτου της που υπάρχει στη δικογραφία), ήτοι πριν την άσκηση στις 22.11.2010 της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προαναφερόμενης κατηγορουμένης να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως στρεφόμενη κατά ανυπάρκτου προσώπου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα από 21.12.2010 δύο αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γρεβενών ..., το από 23.12.2010 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καστοριάς ... και το από 21.12.2010 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... οι κατηγορούμενοι Θ. Λ. του Α. και Μ. Τ. του Μ. και ο πολιτικώς ενάγων Γ. Κ. του Δ. κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - αναιρεσείοντα νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 25.1.2011 που είχε προσδιορισθεί αρχικά να δικασθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τότε, με αίτημα της πληρεξούσιας δικηγόρου των επτά πολιτικώς εναγόντων, αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (βλ. την υπ' αριθμ. 98/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Κατά την τελευταία ως άνω δικάσιμο εμφανίστηκε μεν ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αλλά δεν εμφανίστηκαν οι προαναφερόμενοι δύο κατηγορούμενοι και ο ως άνω αναφερόμενος πολιτικώς ενάγων κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, δηλονότι και οι δύο ως άνω οι δύο κατηγορούμενοι και ο μη εμφανισθείς πολιτικώς ενάγων. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου κώδικα. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητα του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας που δίκασε σε πρώτο βαθμό, εκτός των λοιπών, κήρυξε αθώους λόγω του ότι "καταλείφθησαν αμφιβολίες" τους κατηγορούμενους Δ. Π. του Δ., Ε. Κ. του Ι., Ε. Μ. του Ι., Ε. Π. του Δ., Θ. Λ. του Α., Ι. Μ. του Ε., Μ. Τ. του Μ., Μ. Τ. του Ι. και Χ. Π. του Δ. για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής ή πλημμεληματικής απάτης (όλους) και επιπλέον τον κατηγορούμενο Θ. Λ. του Α. για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώο καθένα των ως άνω κατηγορουμένων του ότι: "Α) Ο κατηγορούμενος Θ. Λ. στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, ήτοι: 1) Στα … στις 11.12.2003 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι οι συγκατηγορούμενοι του Γ. χήρα Δ. Π., το γένος Ε. και Ε. Μ., Χ. Π. του Δ., Ε. Π. του Δ. και Δ. Π. του Δ., είναι αποκλειστικοί συγκύριοι ενός αγρού στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμ. .../11.12.2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου αυτός με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου και για λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους Ξ. Μ. του Κ. και Ν. Β. του Κ., ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι συγκατηγορούμενοί του δεν ήταν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.000,00 τ.μ ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Δ. του Κ., στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης. Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους τους τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου οι πωλητές δεν είχαν κυριότητα, ύψους 12.000,00 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο όσο και τους αγοραστές. 2) Στα …, στις 20 Νοεμβρίου 2003 (20.11.2003), εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Ι. Μ. του Ε. ήταν μέχρι το έτος 1996 κύριος, κάτοχος και ιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων, και ενός αγρού 16 περίπου στρεμμάτων στη θέση "..." στην κτηματική περιοχή ... του Δήμου ..., που συνορεύει γύρωθεν, με ιδιοκτησία Σ., ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και Τ., με πρανές και πέραν αυτού με επαρχιακή οδό … - … και ιδιοκτησία κληρονόμων Τ. (στην κατεύθυνση Κοινότητας Πανοράματος) και με ιδιοκτησίες Π. και Τ., τον οποίο μεταβίβασε το 1997 στα παιδιά του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι η κυριότητα τμήματος του προαναφερόμενου αγρού έκτασης 4.960,70 τ.μ., είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Α. Ζ. του Ν. δυνάμει του με αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας ..., ενώ η ψιλή κυριότητα του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από και κατά ίσα μερίδια στους α)Ν. Ν. του Β. και β) Ε. Ν. του Β. και η επικαρπία στην Α. συζ. Β. Ν., με το με αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας, .... Προς βεβαίωση της παραπάνω μαρτυρίας του συνετάγη η με αριθμό .../20-11-2003 ένορκη βεβαίωση του παραπάνω συμβολαιογράφου. Β) Η κατηγορουμένη, Μ. Τ. του Μ., συζ. Ν. Σ. το γένος Μ. και Α. Τ., κάτοικος …, ως υπαίτια στον παρακάτω τόπο και χρόνο μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της Θ. Λ. του Α. και Μ. Τ. του Γ., με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, στα …, στις 26-5-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους της, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι ο συγκατηγορούμενος της Μ. Τ. του Γ., τον οποίο εκπροσωπούσε με ειδικό πληρεξούσιο, είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση "..." της κτηματικής Περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 13.600,25 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../26-5-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει του οποίου ο συγκατηγορούμενος της Μ. Τ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον έτερο συγκατηγορούμενο της Θ. Λ. του Α. το εν λόγω ακίνητο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 7.700,00 ΕΥΡΩ, παριστάνοντας επιπλέον εν γνώσει της ψευδώς ότι για την αγοραπωλησία ο Μ. Τ. εισέπραξε από το συγκατηγορούμενο της αγοραστή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αφενός μεν ο Μ. Τ. δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού α) τμήμα έκτασης 3.000,00 τ.μ. περίπου ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Α. Τ. του Γ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1976 πατέρα του και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και β) τμήμα έκτασης 1.970,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Λ. του Γ., στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, αφετέρου δε ότι η αγοραπωλησία ήταν εικονική και ουδέποτε αυτός εισέπραξε τίμημα. Στην πράξη της αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο συγκατηγορούμενός της Θ. Λ. παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία των τμημάτων του πωληθέντος ακινήτου, επί των οποίων ο έτερος συγκατηγορούμενός της Μ. Τ. δεν είχε κυριότητα, ύψους 4.411,50 και 11.562,737 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, βλάπτοντας ισόποσα τους εγκαλούντες πραγματικούς κυρίους των ακινήτων. Γ) Ο κατηγορούμενος, Ε. Μ. του Ι., κάτοικος …, ως υπαίτιος στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού με άλλους, τέλεσε το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης με άλλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, στα …, στις 4 Ιουνίου 2004, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά τη συζήτηση της από 23-9-2003 αναγνωριστικής αγωγής των 1) Α. Ζ. του Ν., 2) Ν. Ν. του Β., 3) Ε. Ν. του Β. και 4) Α. συζ. Β. Ν. εναντίον του και εναντίον των συγκατηγορουμένων του 1)Ι. Μ. του Ε., 2) Σ. Μ. του Ι., 3) Μ. Τ. του Ι. και 4) Ε. συζ. Χ. Κ., σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, δηλαδή ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ..., εμβαδού 15.467,00 τ.μ, ότι αυτός και οι λοιποί εναγόμενοι είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, απόκτησαν δε αυτή, δυνάμει του με αριθμό .../28-2-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκόμισε τη με αριθμό .../20-11-2003 ψευδή κατά περιεχόμενο ένορκη βεβαίωση του Θ. Λ. του Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, που λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των ανωτέρω αντιδίκων του, με όμοιο περιεχόμενο, η αλήθεια, όμως, ήταν ότι τμήμα του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., ανήκε, κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου, στον Α. Ζ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας ..., ενώ η ψιλή κυριότητα του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και σε ίσα μερίδια στους α) Ν. Ν. του Β., β) Ε. Ν. του Β. και η επικαρπία στη Α. Β. Ν., με το με αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας .... Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε την Ειρηνοδίκη Γρεβενών, η οποία με την με αριθμό 98/2004 οριστική απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την ποαναφερόμενη ψευδή ένορκη βεβαίωση, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων αντιδίκων του, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επίδικου, δηλαδή 5.000,00 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των αντιδίκων του. Δ) Ο κατηγορούμενος, Μ. Τ. του Ι., κάτοικος …, ως υπαίτιος στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού με άλλους, τέλεσε το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης με άλλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, στα …, στις 4 Ιουνίου 2004, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά τη συζήτηση της από 23-9-2003 αναγνωριστικής αγωγής των 1) Α. Ζ. του Ν., 2) Ν. Ν. του Β., 3) Ε. Ν. του Β. και 4) Α. συζ. Β. Ν. εναντίον του και εναντίον των συγκατηγορουμένων του 1) Ι. Μ. του Ε., 2) Σ. Μ. του Ι., 3) Ε. Μ. του Ι. και 4) Ε. συζ. Χ. Κ., σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, δηλαδή ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ..., εμβαδού 15.467,00 τ.μ., ότι αυτός και οι λοιποί εναγόμενοι είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, απόκτησαν δε αυτή, δυνάμει του με αριθμό .../28-2-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκόμισε τη με αριθμό .../20-11-2003 ψευδή κατά περιεχόμενο ένορκη βεβαίωση του Θ. Λ. του Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, που λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των ανωτέρω αντιδίκων του, με όμοιο περιεχόμενο, η αλήθεια, όμως, ήταν ότι τμήμα του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., ανήκε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον Α. Ζ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας ..., ενώ η ψιλή κυριότητα του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και σε ίσα μερίδια στους α) Ν. Ν. του Β. και β) Ε. Ν. του Β. και η επικαρπία στην Α. συζ. Β. Ν., με το με αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας .... Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε την Ειρηνοδίκη Γρεβενών, η οποία με την με αριθμό 98/2004 οριστική απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την προαναφερόμενη ψευδή ένορκη βεβαίωση, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων - αντιδίκων του, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με τη αξία του επιδίκου, δηλαδή 5.000,00 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των αντιδίκων του. Ε) Ο κατηγορούμενος Σ. Μ. του Ι., κάτοικος …, ως υπαίτιος στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού με άλλους, τέλεσε το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης με άλλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, στα …, στις 4 Ιουνίου 2004, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά τη συζήτηση της από 23-9-2003 αναγνωριστικής αγωγής των 1) Α. Ζ. του Ν., 2) Ν. Ν. του Β., 3) Ε. Ν. του Β. και 4) Α. συζ. Β. Ν. εναντίον του και εναντίον των συγκατηγορουμένων του, 1) Ι. Μ. του Ε., 2) Ε. Μ. του Ι., 3) Μ. Τ. του Ι. και 4) Ε. συζ. Χ. Κ., σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, δηλαδή ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ..., εμβαδού 15.467,00 Τ.μ., ότι αυτός και οι λοιποί εναγόμενοι είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, απόκτησαν δε αυτή, δυνάμει του με αριθμό .../28-2-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκόμισε τη με αριθμό .../20-11-2003 ψευδή κατά περιεχόμενο ένορκη βεβαίωση του Θ. Λ. του Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, που λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των ανωτέρω αντιδίκων του, με όμοιο περιεχόμενο, η αλήθεια, όμως, ήταν ότι τμήμα του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., ανήκε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον Α. Ζ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει παροχής του της με αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας ..., ενώ η ψιλή κυριότητα του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και σε ίσα μερίδια στους α) Ν. Ν. του Β. και β) Ε. Ν. του Β. και η επικαρπία στην Α. συζ. Β. Ν., με το με αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της ως άνω συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας .... Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε την Ειρηνοδίκη Γρεβενών, η οποία με την με αριθμό 98/2004 οριστική απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την προαναφερόμενη ψευδή ένορκη βεβαίωση, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων - αντιδίκων του, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επιδίκου, δηλαδή 5.000,00 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των αντιδίκων του. ΣΤ) Η κατηγορούμενη, Ε. Κ. του Ι., κάτοικος …, ως υπαίτια στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού με άλλους, τέλεσε το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης με άλλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, στα …, στις 4 Ιουνίου 2004, εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά τη συζήτηση της από 23-9-2003 αναγνωριστικής αγωγής των, 1) Α. Ζ. του Ν., 2) Ν. Ν. του Β., 3) Ε. Ν. του Β. και 4) Α. συζ. Β. Ν. εναντίον της και εναντίον των συγκατηγορουμένων της 1) Ι. Μ. του Ε., 2) Σ. Μ. του Ι., 3) Μ. Τ. του Ι. και 4) Ε. Μ. του Ι., σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, δηλαδή ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της Κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ..., εμβαδού 15.467,00 τ.μ., ότι αυτή και οι λοιποί εναγόμενοι συγκατηγορούμενοί της είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, απόκτησαν δε αυτή, δυνάμει του με αριθμό .../28-2-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της προσκόμισε από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς της τη με αριθμό .../20-11-2003 ψευδή κατά περιεχόμενο ένορκη βεβαίωση του Θ. Λ. του Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, που λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των ανωτέρω αντιδίκων της, με όμοιο περιεχόμενο, η αλήθεια, όμως, ήταν ότι τμήμα του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., ανήκε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον Α. Ζ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας ..., ενώ η ψιλή κυριότητα του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και σε ίσα μερίδια στους: α) Ν. Ν. του Β. και β) Ε. Ν. του Β. και η επικαρπία στην Α. συζ. Β. Ν., με το με αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της ως άνω συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας .... Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε την Ειρηνοδίκη Γρεβενών, η οποία με την με αριθμό 98/2004 οριστική απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την προαναφερόμενη ψευδή ένορκη βεβαίωση, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων - αντιδίκων της, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επιδίκου, δηλαδή 5.000,00 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλούντων αντιδίκων της. Ζ) Ο κατηγορούμενος, Ι. Μ. του Ε., κάτοικος … και ήδη …, ως υπαίτιος στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού με άλλους, τέλεσε το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης με άλλους, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα, στα …, στις 4 Ιουνίου 2004, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά τη συζήτηση της από 23 -9-2003 αναγνωριστικής αγωγής των, 1) Α. Ζ. του Ν., 2) Ν. Ν. του Β., 3) Ε. Ν. του Β. και 4) Α. Β. Ν. εναντίον του και εναντίον των συγκατηγορουμένων του, 1) Ε. Μ. του Ι., 2) Σ. Μ. του Ι., 3) Μ. Τ. του Ι. και 4) Ε. συζ. Χ. Κ., σχετικά με το αποδεικτέο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ..., εμβαδού 15.467,00 τ.μ., ότι αυτός και οι λοιποί εναγόμενοι είναι κύριοι της επίδικης έκτασης, απόκτησαν δε αυτή, δυνάμει του με αριθμό .../28-2-1997 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παπαθανασίου, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του προσκόμισε τη με αριθμό .../20-11-2003 ψευδή κατά περιεχόμενο ένορκη βεβαίωση του Θ. Λ. του Α. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου, που λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των ανωτέρω αντιδίκων του, με όμοιο περιεχόμενο, η αλήθεια, όμως, ήταν ότι τμήμα του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960, 70 τ.μ. ανήκε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Α. Ζ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό .../1-10-2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας ..., ενώ η ψιλή κυριότητα του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και σε ίσα μερίδια στους α) Ν. Ν. του Β. και β) Ε. Ν. του Β. και η επικαρπία στην Α. Β. Ν., με το με αριθμό .../4-10-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας .... Με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε την Ειρηνοδίκη Γρεβενών, η οποία με τη με αριθμό 98/2004 οριστική απόφαση της, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την προαναφερόμενη ψευδή ένορκη βεβαίωση, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων-αντιδίκων του, με αποτέλεσμα να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επιδίκου, δηλαδή 5.000,00 ΕΥΡΩ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλούντων αντιδίκων του, Η) Ο κατηγορούμενος Ε. Π. του Δ., κάτοικος Θεσσαλονίκης, ως υπαίτιος στον παρακάτω τόπο και χρόνο μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με άλλους, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος αλλά και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, στα …, στις 11-12-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του 1) Θ. Λ. του Α., 2) Χ. Π. του Δ., 3) Γ. χήρα Δ. Π. και 4) Δ. Π. του Δ., παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι αυτός και οι παραπάνω 2ος, 3η και 4η των συγκατηγορουμένων του είναι αποκλειστικοί συγκύριοι ενός αγρού στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../11-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου αυτός και ο 2ος, 3η και 4η των συγκατηγορουμένων του, εκπροσωπούμενοι με ειδικό πληρεξούσιο από τον πρώτο συγκατηγορούμενό τους πώλησαν και μεταβίβασαν την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους 1) Ξ. Μ. του Κ. και 2) Ν. Β. του Κ., ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτοί δεν ήταν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.000,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Δ. του Κ., στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στους 2°, 3η και 4η των συγκατηγορουμένων του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους τους τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτοί δεν είχαν κυριότητα, ύψους 12.000,00 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα πραγματικό κύριο όσο και τους αγοραστές. Θ) Ο κατηγορούμενος Χ. Π. του Δ., κάτοικος ..., ως υπαίτιους στον παρακάτω τόπο και χρόνο μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με άλλους, με σκοπό να αποκομίσει αυτός ο ίδιος αλλά και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με τη εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, στα Γρεβενά, στις 11-12-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του 1) Θ. Λ. του Α., 2) Γ. χήρα Δ. Π., 3) Ε. Π. του Δ. και 4) Δ. Π. του Δ., παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι αυτός και οι παραπάνω 2η, 3ος και 4η των συγκατηγορουμένων του είναι αποκλειστικοί κύριοι ενός αγρού στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../11-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου αυτός και οι 2η, 3ος και 4η των συγκατηγορουμένων του, εκπροσωπούμενοι με ειδικό πληρεξούσιο από τον πρώτο συγκατηγορούμενό τους, πώλησαν και μεταβίβασαν την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους 1) Ξ. Μ. του Κ. και 2) Ν. Β. του Κ., ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτοί δεν ήταν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.000,00 τ.μ ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Δ. του Κ., στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στους 2η, 3° και 4η των συγκατηγορουμένων του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους τους τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτοί δεν είχαν κυριότητα, ύψους 12.000,00 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο όσο και τους αγοραστές. Ι. Η κατηγορουμένη Δ. Π. του Δ., κάτοικος ..., ως υπαίτιοι στον παρακάτω τόπο και χρόνο μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με άλλους, με σκοπό να αποκομίσει αυτή η ίδια αλλά και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με τη εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, στις 11-12-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του 1) Θ. Λ. του Α., 2) Χ. Π. του Δ., 3) Ε. Π. του Δ. και 4) Γ. χήρα Δ. Π., παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι αυτή και οι παραπάνω 2ος, 3ος και 4η των συγκατηγορουμένων της είναι αποκλειστικοί συγκύριοι ενός αγρού στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../11-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου αυτή η ίδια και οι 2ος, 3ος και 4η των συγκατηγορουμένων της, εκπροσωπούμενοι με ειδικό πληρεξούσιο από τον πρώτο συγκατηγορούμενό τους, πώλησαν και μεταβίβασαν την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους 1) Ξ. Μ. του Κ. και 2) Ν. Β. του Κ., ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτοί δεν ήταν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.000,00 τ.μ ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Χ. Δ. του Κ., στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στους 2η, 3° και 4ο των συγκατηγορουμένων της παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους τους τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτοί δεν είχαν κυριότητα, ύψους 12.000,00 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο όσο και τους αγοραστές". Η ως άνω όμως αιτιολογία ως προς την αθωωτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν είναι η απαιτούμενη από τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., καθόσον ουδαμώς αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών όρων των εγκλημάτων που αποδόθησαν σε καθένα των ως άνω κατηγορουμένων (κακουργηματική απάτη στη ψευδορκία μάρτυρα και απάτη από κοινού σε βαθμό πλημμελήματος αντίστοιχα) ούτε τους νομικούς συλλογισμούς βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική του κρίση. Επισημαίνεται ότι η τοιαύτη έλλειψη δεν καλύπτεται από την γενική αναφορά στην αρχή των αιτιολογιών των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας τόσο για την καταδικαστική όσο και για την αθωωτική κρίση του, χωρίς διάκριση πόσα εκ τούτων αφορούσαν καθεμία των δύο διαφορετικών κρίσεών του (καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και πλέον των 250 έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση (μόνο κατά το μέρος που κηρύχθηκαν αθώοι οι ως άνω δέκα (10) κατηγορούμενοι) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτός για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 22.11.2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεσης της υπ'αριθμ. 45/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ήδη αποβιώσασας Γ. χήρας Δ. Π.. Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος που κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι Θ. Λ. του Α., Μ. Τ. του Μ., Ε. Μ. του Ι., Μ. Τ. του Ι., Σ. Μ. του Ε., Ε. Κ. του Ι., Ι. Μ. του Ε., Ε. Π. του Δ., Χ. Π. του Δ. και Δ. Π. του Δ. για τις πράξεις της κακουργηματικής και πλημμεληματικής απάτης και ψευδορκίας μάρτυρα ο πρώτος εξ αυτών και της πλημμεληματικής απάτης από κοινού οι λοιποί αυτών, όπως οι πράξεις αυτές αναφέρονται στην αναιρούμενη εν μέρει απόφαση. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης αθωωτικής απόφασης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς ουδαμώς των αποδείξεων βάσει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική του κρίση. Παραδοχή της αίτησης. Αναίρεση της απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση. Απαράδεκτη όμως η αίτηση αυτή ως προς αποβιώσασα κατηγορούμενη πριν την άσκηση αυτής.
null
null
1
Αριθμός 876/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 5785/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΦΟΡΜΕΚΑΝΙΚΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 149/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 17 Φεβρουαρίου 2011 και 22 Φεβρουαρίου 2011 αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στην δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... αρ. 65, στη ..., και στον αντίκλητό του Δημοσθένη Δημοσθένους, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (Ομήρου 34), επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 741/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 52/2011) αίτηση του Ν. Τ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5785/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 875/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Α. Χ. του Α. και 2.Α. Χ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δροσιά Μπάκου, περί αναιρέσεως της 48/2011 αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλμυρού. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Γ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βούλγαρη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αλμυρού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαρτίου 2011 δυο αιτήσεις τους καθώς και στο από 20 Απριλίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 446/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες υπ’ αριθ. 1 και 2/17.3.2011 αιτήσεις των Α. Χ. του Α. και Α. Χ. του Α., αντιστοίχως, μετά των από 19/20.4.2011 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 48/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλμυρού, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. α του ν. 3585/2007 "Ίδρυση Αγροφυλακής", η οποία, όπως και αυτές που θα μνημονευθούν κατωτέρω, περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ.3 του άρθρου 25 του ν. 3938/2011, "με την επιφύλαξη των περιπτώσεων του άρθρου 382 παράγραφοι 2 και 4 του Ποινικού Κώδικα, ο υπαίτιος φθοράς ξένου (ολικώς ή εν μέρει) ή κοινόχρηστου αγροτικού κτήματος αξίας μέχρι 300 ευρώ ή αν η ζημία που προξενήθηκε από τη φθορά δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ, τιμωρείται με κράτηση μέχρι τριών (3) μηνών ή με πρόστιμο". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "όποιος με πρόθεση προκαλεί αγροτική φθορά, κατά την έννοια της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, με ζώα, πτηνά ή μέλισσες, η οποία έχει αντικείμενο πράγμα αξίας μέχρι 300 ευρώ ή αν η ζημία που προξενήθηκε δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ, τιμωρείται με κράτηση μέχρι τριών (3) μηνών ή με πρόστιμο". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αλμυρού, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες φθοράς δια ζώων κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δ. Γ., και τους καταδίκασε τον μεν Α. Χ. σε πρόστιμο οκτακοσίων (800) ευρώ, τον δε Α. Χ. σε πρόστιμο επτακοσίων (700) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μονομελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν υποκειμενικά και αντικειμενικά την πράξη που αποδίδεται στους κατηγορούμενους, όπως περιγράφεται στα με Α.Β.Μ. 2/2009, 12/2009, 13/2009 και 14/2009 κατηγορητήρια και περιέχεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι με πρόθεση εισήγαγαν το εκ προβάτων αποτελούμενο ποίμνιό τους στα αγροτικά κτήματα τα οποία ως μισθωτής αυτών καλλιεργούσε ο Δ. Γ., προκαλώντας έτσι δια βοσκήσεως αλλά και της διέλευσής τους ζημίες στην καλλιέργεια του τελευταίου, η δε ζημία αυτού ανέρχεται α) για την από 14/4/2009 αγροτική φθορά στη θέση "..." σε έκταση 40 στρεμμάτων όπου ο παθών είχε καλλιεργήσει βίκο ζημία σ' αυτόν ποσού τριακοσίων (300,00) ευρώ, β) την από 21-05-2009 αγροτική φθορά στην ίδια ως άνω θέση σε έκταση 35 στρεμμάτων με την αυτή καλλιέργεια ζημία διακοσίων πέντε (205,00) ευρώ, γ) την από 25-05-2009 αγροτική φθορά στην ίδια ως άνω θέση σε έκταση 7 στρεμμάτων προκαλώντας ζημία στην χορτονομή ποσού είκοσι ενός (21,00) ευρώ και δ) την 04-06-2009 αγροτική φθορά στη θέση "..." σε έκταση 50 στρεμμάτων καλλιεργημένων με βίκο ζημία ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ. Τα γεγονότα αυτά είχαν ομολογήσει οι κατηγορούμενοι πρωτοδίκως και το επανέλαβε ο δεύτερος των κατηγορούμενων και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δήλωσαν ότι πράγματι εισήγαγαν το ποίμνιό τους στους καλλιεργημένους από τον πολιτικώς ενάγοντα αγρούς που προαναφέρθηκαν και ενώ αυτοί γνώριζαν ότι καλλιεργούνταν απ' αυτόν, αμφισβητώντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς των συγκεκριμένων ακινήτων, υποστηρίζοντας ότι αυτές αποτελούν δημόσιες εκτάσεις. Ο πρώτος μάρτυρας, αγροφύλακας Γ. Α., κατέθεσε ότι συνάντησε τον πρώτο κατηγορούμενο (Α. Χ.) αποδεχόμενος τη ζημιά που προκλήθηκε, αλλά όπως ο ίδιος κατηγορούμενος, του δήλωση είχε επιτρέψει τη βοσκή του ποιμνίου του διότι είχε δημοσιευθεί η απόφαση του Εφετείου Λάρισας και ότι δυνάμει αυτής είχε δικαίωμα βοσκής. Εξάλλου, όπως κατηγορηματικά κατέθεσε ο αγροφύλακας Δ. Μ., ο ποιμένας των κατηγορούμενων είχε πάρει εντολή από τον δεύτερο των κατηγορούμενων να βόσκει το κοπάδι τους στην καλλιεργηθείσα, από τον Δ. Γ., έκταση. Έτσι, όχι μόνο δεν απέτρεπαν την είσοδο του ποιμνίου τους στις καλλιεργούμενες εκτάσεις αλλά κατ' εντολή τους το ποίμνιο εισέρχονταν σ' αυτές, γνωρίζοντας βεβαίως οι κατηγορούμενοι ότι θα προκληθεί ζημία από αυτό. Συνεπώς, εν γνώσει των κατηγορούμενων, το ποίμνιο τους είχε εισέρθει στις καλλιέργειες του Δ. Γ., αποδεχόμενοι, αμφότεροι, τις ζημίες που θα προκαλούσε σ' αυτές. Στις πράξεις τους αυτές ωθήθηκαν ισχυριζόμενοι ότι προστατεύουν τα εμπράγματα δικαιώματα του Δημοσίου αφού πιστεύουν ότι οι καλλιεργούμενες από τον παθόντα εκτάσεις στις περιοχές "..." και "..." του δήμου ... δεν ανήκουν σ' αυτόν και τους εκμισθωτές αυτού αλλά αποτελούν συνέχεια δημόσιας δασικής έκτασης όπως αυτή έχει αναγνωρισθεί και με την 674/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας ως ευρύτερα περιοχή υπό την επωνυμία "...". Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός των κατηγορουμένων και αληθής υποτιθέμενος ήτοι οι αγροτικές εκτάσεις στις οποίες προξένησαν τις προαναφερθείσες φθορές δια του ποιμνίου τους είναι δημόσιες εκτάσεις και συνεπώς κοινόχρηστες δεν απαλλάσσει αυτούς από τον αξιόποινο χαρακτήρα των πράξεών τους δεδομένου ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 38 παρ. 1 Ν. 3585/2007 φθορά αγροτικού κτήματος, δε συντελείται μόνο με τη φθορά ξένου αγροτικού κτήματος αλλά και κοινοχρήστου αγροτικού κτήματος ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αγροτικής φθοράς δια ζώων κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 38§1, 39§1 του ν. 3585/2007 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α) ότι οι αναιρεσείοντες, με το ποίμνιό τους, προκάλεσαν, με πρόθεση, φθορά σε αγροτικές εκτάσεις, τις οποίες κατείχε ο πολιτικώς ενάγων δυνάμει της έννομης σχέσεως της μισθώσεως και β) το ύψος της ζημίας, η οποία προκλήθηκε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι η επίδικη αγροτική φθορά προκλήθηκε σε ξένα αγροτικά ακίνητα, τα οποία κατείχε, δυνάμει της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, ο πολιτικώς ενάγων. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να μνημονευθεί η ποσότητα της καλλιέργειας που ζημιώθηκε, η ποιότητα αυτής, το είδος και η τιμή μονάδας, αλλά ο προσδιορισμός της αξίας ανήκει στην, ανέλεγκτη αναιρετικά, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αρκεί μόνο αυτό να έχει λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως έπραξε και εν προκειμένω. γ) Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν κοινόχρηστες. Απλώς, ερμηνεύοντας τις ως άνω διατάξεις, δέχθηκε ότι η αγροτική φθορά τελείται ακόμη και όταν το κτήμα που ζημιώνεται είναι κοινόχρηστο και δεν περιέλαβε, στο σκεπτικό του, επάλληλη αιτιολογία. Ως προς αυτό, λοιπόν, το σημείο δεν υπάρχει καμιά αντίφαση. δ) Το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ήταν οι φυσικοί αυτουργοί της ως άνω πράξεως, η δε αναφορά στο σκεπτικό ότι "όχι μόνο δεν απέτρεπαν την είσοδο του ποιμνίου τους στις καλλιεργούμενες εκτάσεις αλλά κατ' εντολή τους το ποίμνιο εισέρχονταν σ' αυτές" έχει την έννοια της χρησιμοποιήσεως άλλου προσώπου (βοσκού) ως οργάνου αυτών και δεν δημιουργεί καμιά αντίφαση. ε) Η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων Α. Χ. προκάλεσε, από 1 μέχρι 4.3.2009, φθορά σε αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "...", εκτάσεως 40 στρ. περίπου δεν είναι αντιφατική προς την παραδοχή ότι σε άλλη χρονολογία (21.5.2009) οι αναιρεσείοντες, από κοινού, προκάλεσαν φθορά σε αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 35 στρ. περίπου, καθόσον το κρίσιμο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αγροτικής φθοράς δεν είναι αν το αυτό ακίνητο είχε έκταση 40 ή 35 στρεμμάτων, αλλά το ότι κάθε φορά προκλήθηκε σ’ αυτό ζημία από το ποίμνιο των αναιρεσειόντων, καθώς και το ύψος αυτής. στ) Όπως αναφέρθηκε, δεν ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και μνεία του τι προέκυπτε από καθένα από αυτά. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι των αιτήσεων και δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 20.4.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), κατά το μέρος με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο πρώτος λόγος των αιτήσεων, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα εκτιμήθηκαν αποδεικτικά μέσα (απολογίες αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων κ.λπ.), είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων Α. Χ. πρόβαλε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι "ο α' κατηγορούμενος πίστευε ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται και δεν μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, έστω και αν κατέβαλε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του ιδιοτήτων". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, όπως προβλήθηκε, ήταν αόριστος, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε την προσωπική του κατάσταση και συγκεκριμένα τις πνευματικές του ικανότητες, το επάγγελμά του και την προσπάθεια που κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου και αν είχε δικαίωμα να βόσκει τα πρόβατά του στις επίδικες αγροτικές εκτάσεις. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Εν προκειμένω, ο πρώτος κατηγορούμενος, για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό της νομικής πλάνης. Αναλυτικότερα, ισχυρίζεται ότι πίστευε, ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται, μη μπορώντας να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, έστω και αν πρόβαλλε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, εν όψει των πνευματικών και επαγγελματικών ιδιοτήτων (σημειωτέον ότι δεν αναπτύσσεται ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός με παράθεση πραγματικών περιστατικών ώστε να καθίσταται αυτός ορισμένος). Ωστόσο, με την υπό κρίση έφεσή του, ο κατηγορούμενος, ως μοναδικό λόγο (έφεσης) προβάλλει την κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ... Από την ανάγνωση της εκκαλουμένης απόφασης και των πρακτικών αυτής, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν πρόβαλλε τον προαναφερόμενο αυτοτελή ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με συνέπεια με την κρινόμενη έφεση να έχει μεταβιβαστεί και ο προβαλλόμενος ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά στο παρόν - δευτεροβάθμιο Δικαστήριο - και μάλιστα χωρίς να διαλαμβάνονται, έστω και εν συντομία, τα πραγματικά στοιχεία που, αν αποδειχθούν, να τεκμηριώνουν αυτόν". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 50 (που φέρει τον τίτλο: Πολιτική αγωγή) του ν. 3585/1997: "1.Οσοι καταδικάζονται ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι για την ίδια πράξη είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης. 2. Ειδικά για φθορές από ζώα, μέλισσες ή πτηνά, ευθύνεται, πάντοτε, αστικώς και αλληλεγγύως με τον υπαίτιο και ο εξουσιαστής ή εκείνος που έχει την εκμετάλλευση αυτών, και αν ακόμη δεν υπέχει ποινική ευθύνη, κατά το άρθρο 39. 3. Η αξίωση ασκείται με αίτηση, η οποία υποβάλλεται είτε εγγράφως, κατά την προδικασία στο οικείο Αγρονομικό Τμήμα, είτε προφορικώς, επ’ ακροατηρίω, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. 4. Η αίτηση απευθύνεται ... 5. ... 6. Το δικαστήριο αποφαίνεται για την αίτηση αποζημίωσης αμέσως μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, με την ίδια απόφαση. Η αίτηση αποζημίωσης στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να παραπεμφθεί στα πολιτικά δικαστήρια. 7. Το δικαστήριο υποχρεούται, αν δεν υπάρχει αντίθετη δήλωση του παθόντος, να εξακριβώσει το ποσό της ζημίας και να επιδικάσει τούτο, με την ίδια απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, ο παθών, αν θεωρεί εαυτόν εν μέρει μόνο αποζημιωθέντα, δικαιούται να καταφύγει στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο για το υπόλοιπο της αξιώσεώς του". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, όταν πρόκειται για έγκλημα αγροτικής φθοράς, δεν επιτρέπεται παράσταση πολιτικής αγωγής λόγω ηθικής βλάβης, είναι, όμως, επιτρεπτή η άσκηση της αξιώσεως για αποζημίωση και δικάζεται συγχρόνως με την διωχθείσα πράξη, το δε ποινικό δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί περί αυτής, αμέσως μετά την καταδίκη, με την ίδια απόφαση και δεν δικαιούται να την παραπέμψει στα πολιτικά δικαστήρια. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο Δ. Γ., κάτοικος ..., δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορουμένων - εναγομένων και ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση "για τη ζημία που αναγράφεται στα κλητήρια θεσπίσματα", διόρισε δε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον παρόντα δικηγόρο Βόλου Χρήστο Βούλγαρη. Κατά της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες πρόβαλαν αντιρρήσεις και ζήτησαν την αποβολή της για το λόγο, συνοπτικά, ότι οι επίδικες ιδιωτικές εκτάσεις είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές, η δε μισθωτική σχέση, με βάση την οποία φερόταν ο πολιτικώς ενάγων ότι τις κατείχε ήταν άκυρη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως επί των ως άνω διατάξεων του άρθρου 50 του ν. 3585/2007, ότι: "Εν προκειμένω, ο Δ. Γ. δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά των κατηγορουμένων - εναγομένων και ζητεί να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, με επιφύλαξη, σαν χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία που υπέστη και αναγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα. Μετά ταύτα, η παράσταση πολιτικής αγωγής θα πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ οι αντιρρήσεις των κατηγορούμενων κατά της πολιτικής αγωγής για τα με Α.Β.Μ. 2/2009/02-06-2009, 12/2009/04-11-2009 και 14/2009/ 04-11-2009 κλητήρια θεσπίσματα, διότι παράνομα και επιλήψιμα, σε πλήρη γνώση και με κακή πίστη μισθώνει τις εκτάσεις οι οποίες υπέστησαν ζημία από το κοπάδι των κατηγορούμενων πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμες, δεδομένου ότι για τη λειτουργία της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑ Α.Ε." δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε έγγραφο περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της από την αρμόδια νομαρχία που εποπτεύει και ελέγχει αυτήν, αφετέρου ως προς την αποδεικτική δύναμη των προσκομισθέντων μισθωτηρίων στην ποινική δίκη μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη, στο πλαίσιο της αρχής της ηθικής και ελευθέρας αποδείξεως, μετά από ανάγνωση άκυρα έγγραφα, νόμιμα ή μη χαρτοσημασμένα (...)". Στη συνέχεια δε, επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα αποζημίωση ίση με τη ζημία, την οποία υπέστη από την αξιόποινη πράξη των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων. Με αυτά που δέχθηκε, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απορριπτική του κρίση για το αίτημα των αναιρεσειόντων περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, επιπροσθέτως δε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 50 του ν. 3585/2007, αφού, σε συνδυασμό με όσα αναφέρει, κατά τα ανωτέρω, στο σκεπτικό επί της ενοχής, εκθέτει ότι ο πολιτικώς ενάγων ήταν κάτοχος, δυνάμει σχέσεως μισθώσεως, των επιδίκων αγροτεμαχίων και ότι αυτός, ως νομιμοποιούμενος ενεργητικά, ζήτησε να του επιδικασθεί αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής του ζημίας, η οποία και του επιδικάσθηκε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Οι αναιρεσείοντες δεν εδικαιούντο να προτείνουν ότι η μισθωτική σύμβαση μεταξύ των φερομένων ως κυρίων των επιδίκων εκτάσεων Χ. και Α. Κ. και της μισθώτριας εταιρίας ΑΕ ΦΑΡΜΑ δεν παρείχε δικαίωμα υπεκμισθώσεως και ότι, συνεπώς, η υπομίσθωση των εκτάσεων αυτών από τον πολιτικώς ενάγοντα ήταν, κατ’ άρθρο 624 του ΑΚ, άκυρη. Τέτοιο δικαίωμα παρέχεται μόνο στους εκμισθωτές. β) Επαρκώς, όπως αναφέρθηκε, αιτιολογείται ότι τις επίδικες εκτάσεις κατείχε ο πολιτικώς ενάγων, ενώ δεν έγινε δεκτό ότι αυτές ήταν κοινόχρηστες. γ) Ορθώς κρίθηκε ότι η μισθώτρια εταιρία "ΦΑΡΜΑ ΑΕ", εφόσον δεν προέκυπτε η ανάκληση της λειτουργίας της, λειτουργούσε κανονικά, τα δε μισθωτήρια, που είχαν προσκομισθεί, ακόμη και αν ήταν άκυρα ως τοιαύτα, μπορούσαν να συνεκτιμηθούν ως αποδεικτικά μέσα στην ποινική δίκη, δεδομένου ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο, χωρίς εναντίωση, οποιουδήποτε άκυρου εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, γιατί δεν εμπίπτει σε καμιά από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ περιπτώσεις λόγων αναιρέσεως. Εν προκειμένω δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, τα εν λόγω μισθωτήρια αναγνώσθηκαν χωρίς να προσβληθεί η γνησιότητά τους και χωρίς να εναντιωθεί στην ανάγνωσή τους κανείς από τους παράγοντες της δίκης. δ) Το αίτημα του πολιτικώς ενάγοντος να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία που υπέστη είχε σαφώς την έννοια της παραστάσεώς του για την επιδίκαση αποζημιώσεως κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 50 του ν. 3585/2007, της μόνης που μπορούσε να ζητήσει, και όχι χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία, άλλωστε, δεν μπορούσε να ζητήσει, και δεν υπήρχε ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεως. Επομένως, πρέπει, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος των αιτήσεων, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, καθώς και οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος των αιτήσεων και πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι συνέβη απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από την παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι αυτών λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ’ αριθ. 1/17.3.2011 και 2/17.3.2011 αιτήσεις των Α. Χ. του Α. και Α. Χ. του Α., αντιστοίχως, μετά των από 19/20.4.2011 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 48/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλμυρού. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δ. Γ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αγροτική φθορά δια ζώων (ποιμνίου προβάτων) κατ' εξακολούθηση (άρθρα 38§1, 39§Ι ν. 3585/2007). Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για αποβολή πολιτικής αγωγής. Νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο κάτοχος των επιδίκων αγροτεμαχίων δυνάμει συμβάσεως υπομισθώσεως, την ενδεχόμενη ακυρότητα της οποίας δικαιούται να προτείνει μόνο ο εκμισθωτής. Ορθά λήφθηκαν υπόψη άκυρα έγγραφα (μισθωτήρια), των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους ούτε εναντιώθηκε κανείς στην ανάγνωση τους. Πολιτική αγωγή είναι επιτρεπτή μόνο για την υλική ζημία (άρθρο 50 ν. 3585/2007) και όχι για ηθική βλάβη. Ορθή επιδίκαση αποζημιώσεως στον πολιτικώς ενάγοντα για την αποκατάσταση της υλικής του ζημίας. Απόρριψη αιτήσεων και προσθέτων λόγων.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 874/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 12921/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Μ. ΑΒΕΚΕΕ", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτικός Οίκος Σ. ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1566/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 25-1-2011 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο ίδιος ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 11/5/2011, που είχε προσδιορισθεί για να συζητηθεί η κρινόμενη από 29-11-2010 αίτησή του. Κατά την παραπάνω όμως συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 39/29 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Γ. Σ. του Α., περί αναιρέσεως της 12921/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 873/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλου και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Φ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 92933/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 309/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή με αριθμό 96/6-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 513§1 Κ.Π.Δ., την με αριθμό 288/9-2-2011 με δήλωση κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του Α. Φ. του Γ., κατοίκου ..., οδός Φαιστού αρ. 2, κατά της με αριθμό 92933/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, ή στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473§2, που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εξαιρετική και αφορά μόνον την αναίρεση που ασκείται από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης. Δεν είναι όμως καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ., "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την προσβαλομένη απόφασή του απέρριψε την με αριθμό 6097/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 116963/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Η απόφαση αυτή όμως δεν είναι καταδικαστική και ως εκ τούτου ο τρόπος άσκησης της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ. δεν είναι νόμιμος. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476§1 - 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 288/9-2-2011 αίτηση αναίρεσης του Α. Φ. του Γ., κατά της με αριθμό 92933/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 15/3/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί και διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 92933/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών,με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναίρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.116963/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 8-2-2011. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναίρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Α. Φ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 92933/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, η οποία δεν είναι καταδικαστική.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 872/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλου και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Φ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 92935/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 310/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή με αριθμό 97/6-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 287/9-2-2011 με δήλωση κατ'άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του Α. Φ. του Γ., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 92935/10 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, ή στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2, που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εξαιρετική και αφορά μόνον την αναίρεση που ασκείται από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης. Δεν είναι όμως καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη σε έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την με αριθμό 6096/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 127822/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Η απόφαση αυτή όμως δεν είναι καταδικαστική και ως εκ τούτου ο τρόπος άσκησης της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατ'άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ δεν είναι νόμιμος. ΙΙΙ. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 287/2011 αίτηση αναίρεσης του Α. Φ. του Γ. κατά της με αριθμό 92935/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 15-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί και διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση,με την κρινόμενη από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 92935/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών,με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναίρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.127822/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως αυτή ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 8-2-2011. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναίρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτηση του Α. Φ. του Γ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 92935/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, κατά της απόφασης που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, η οποία δεν είναι καταδικαστική.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 871/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Ε., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Κορυδαλλού, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 2735/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 3/2011. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 14 Ιανουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης Τρικάλων Γ. Τ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-10-2010 αίτηση του Κ. Χ. του Ε., για αναίρεση της 2735/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 870/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. V. του J., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Μαλανδρίνου, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 53-54/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 644/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ.α'του ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 2-5-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Β. Λ., υπαλλήλου του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Β'Τύπου Μαλανδρίνου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση στον ίδιο κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 6-10-2010, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.1588/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 2-2-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι η υπόθεση με την υπ'αριθ.152/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-5-2010 αίτηση του K. V. του J., για αναίρεση της υπ'αριθ.53-54/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 868/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Σ. του Θ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 7580/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 150/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ'του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ.α'του ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 7-2-2011 και 18-2-2011 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων Λ. Χ. και Ι. Γ., της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση στον νομίμως διορισμένο αντίκλητο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 16-3-2011, κατά την οποία όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.467/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-1-2010 αίτηση του Η. Σ. του Θ., για αναίρεση της υπ'αριθ.7580/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 867/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένων στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, για αναίρεση της με αριθμό 5986/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Αυγούστου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 6 Δεκεμβρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1172/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 513 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όταν η αναίρεση ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή κατά αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 565 του Κ.Ποιν.Δ. "κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Κατά της απόφασης αυτής επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον Εισαγγελέα και από τον καταδικασμένο". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι 1) Ο όρος ποινή στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και περιλαμβάνει και τις παρεπόμενες ποινές ή τα μέτρα ασφαλείας που έχουν στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι και η απέλαση του αλλοδαπού καταδικασμένου, 2) Οι αντιρρήσεις του καταδικασμένου πρέπει να αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτελεστότητα της απόφασης και στο είδος ή τη διάρκεια της ποινής υπό την προαναφερόμενη έννοιά της και όχι στον τρόπο έκτισης της ποινής και 3) για να είναι οι αντιρρήσεις παραδεκτές και να εξετασθούν από το Πλημμελειοδικείο του τόπου έκτισης της ποινής, πρέπει οι αντιρρήσεις αυτές να αφορούν σε ποινή που βρίσκεται σε στάδιο έκτισης, δηλαδή να διαρκεί ακόμη η εκτέλεση της απόφασης. Τέλος, κατ' άρθρο 14 παρ. 1 του Ν.3772/2009 που η ισχύς του άρχισε την 10.7.2009 "Όσοι, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχουν καταδικασθεί σε χρηματική ποινή ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή, που έχει μετατραπεί σε χρηματική, και εκτίουν την ποινή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο, λόγω αδυναμίας καταβολής του ποσού της μετατροπής ή της χρηματικής ποινής, απολύονται με διάταξη του Εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο ότι δεν θα υποπέσουν, μέσα σε τρία έτη από της αποφυλακίσεώς τους σε νέο από δόλο τελούμενο έγκλημα και καταδικασθούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη του έτους". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5986/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι από 12.2.2010 αντιρρήσεις του αιτούντος - καταδικασμένου που στρέφονταν κατά της υπ' αριθ. 176/2009 Διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του αιτούντος για την υφ' όρον απόλυσή του από τις φυλακές, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.2772/2009. Όμως, ούτε από διάταξη του ΚΠοινΔ, ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν.2772/2009 ή άλλου νόμου προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου και εν προκειμένω αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Κατά το άρθρο 565 ΚΠοινΔ επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του δικαστηρίου Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής για κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, όχι όμως και για τον τρόπο έκτισης της ποινής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο δε περιορισμός της άσκησης ενδίκων μέσων και προσφυγών που τίθεται προς διασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και αυτές της ΕΣΔΑ (άρθρα 6 παρ. 1 και 13, Ολ.Α.Π. 28/2002). Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως και οι από 6.12.2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, προϋπόθεση του παραδεκτού των οποίων είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Αυγούστου 2010 αίτηση και τους από 6.12.2010 πρόσθετους λόγους του Ε. Σ. του Ν., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5986/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως σχετική με αντιρρήσεις ως προς τον τρόπο έκτισης της ποινής (άρθρο 565 ΚΠΔ, άρθρο 14 ν. 2772/09)
null
null
2
Αριθμός 864/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Γ. Α. του Α., κάτοικο ..., και 2. Γ. Κ. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2437/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. 158 και 159/9.12.2010 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1634/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 41/14.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες τις νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσες, ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, υπ' αριθμ. 158 και 159/9-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Γ. Α. του Α. και 2) Γ. Κ. του Α., κατά του υπ' αριθμ. 2437/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απερρίφθησαν εφέσεις αυτών κατά του υπ' αριθμ. 205/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους είχε παραπέμψει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για να δικαστούν για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, επιπλέον δε ο δεύτερος και για κακουργηματική νόθευση εγγράφου μετά χρήσεως (άρθρα 45, 386 παρ. 1, 3 και 216 παρ. 1, 3 του Π.Κ.), εκθέτομεν τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 του ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1β του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση έγινε εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δια το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι με τις πράξεις τους, σε αντίθεση με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, δεν προξένησαν ζημία στον εγκαλούντα και στους λοιπούς συνιδιοκτήτες του αναφερομένου στο βούλευμα οικοπέδου. Ο ισχυρισμός αυτός, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ' αριθμ. 158 και 159/9.12.2010 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Γ. Α. του Α. και 2) Γ. Κ. του Α., κατά του υπ' αριθμ. 2437/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο οι υπ' αριθ. 158 και 159/9-12-2010 αιτήσεις των Γ. Α. του Α., κατοίκου ... και Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση του 2437/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθησαν εφέσεις αυτών κατά του 205/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχουν παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία και ο δεύτερος επιπλέον για κακουργηματική νόθευση εγγράφου μετά χρήσεως. Συνεπώς, πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 του ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα ή την απόφαση, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το συμβούλιο ή το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ή το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι με τις πράξεις τους δεν προξένησαν ζημιά στον εγκαλούντα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του αναφερομένου στο προσβαλλόμενο βούλευμα οικοπέδου και έτσι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 216 και 386 ΠΚ προβάλλοντας στον ισχυρισμό ότι εξεπλήρωσαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους προς τον εγκαλούντα και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του οικοπέδου που απέρρεαν από την εργολαβική σύμβαση μεταξύ αυτών και των οικοπεδούχων. Ο λόγος αυτός των αιτήσεων αναίρεσης αναφέρεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως και συνεπώς εν όψει και του ότι κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους κατά τη σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστεί ο κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις 158 και 159/9-12-2010 αιτήσεις των Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., και Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2437/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για το κύρος και το παραδεκτό της αναίρεσης πρέπει σε αυτήν να περιέχονται κατά τρόπο σαφή καθορισμέν ο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται τουλάχιστον ένας λόγος σαφής και ορισμένος η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης χωρίς την αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς τον προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας δεν αρκεί. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 863/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου N.-R. G. του M., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φασόλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1537/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1632/2010 Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν ιντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παράγραφος 2 του άρθρου 340, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005, ότι " σε πταίσματα, πλημμελήματα και ( από την 17/6/2005, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του Ν. 3346/2005) κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του ... . Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεωρείται ότι είναι παρών ο εκκαλών, στην περίπτωση κατά την οποία , προς υποστήριξη της εφέσεως του, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Εφετείου αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωση του για να τον εκπροσωπήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορος του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο Εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις διατάξεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας". Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν. 3160/2003, "αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Από τις τελευταίες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεση του και στη συνέχεια αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη, κατά το άρθρο 501 του ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητας του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ' αναβολή δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του ΚΠΔ, για την αιτιολόγηση της ρυθμίσεως του άρθρου 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεση του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεση του σε προγενέστερη συζήτηση της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτηση του από την έφεση του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της έφεσης, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεση του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας (Ολ.ΑΠ 3/2006, 8/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. ΒΤ 696/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησε αυτός ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς την υπ' αριθμ. 210/5/3/2010 έφεση του, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε οριστεί για τις 31/5/2010, δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κόλλια, τον οποίο ο ίδιος είχε διορίσει με την από 29/5/2010 ειδική εξουσιοδότηση του. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 982/31/5/2010 απόφαση του επέτρεψε στον ανωτέρω συνήγορο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο και στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην εν λόγω απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ο Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας Α. Χ. και Α. M. και αυτοί βρέθηκαν παρόντες. Στη συνεχεία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ο μάρτυρας κατηγορίας Α. Χ., αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο δικαστήριο ότι "επιθυμώ να παρασταθώ ως πολιτικώς ενάγων, όπως και πρωτοδίκως, αλλά η συνήγορος μου Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν μπορεί σήμερα να με υπερασπιστεί, διότι υπερασπίζεται άλλον εντολέα της, ενώπιον του ΜΟΔ Άμφισσας, στην υπόθεση Α. Γ.. Για το λόγο αυτό ζητάω αναβολή (προσκόμισε την από 28/5/2010 βεβαίωση της γραμματέως του Πρωτοδικείου Άμφισσας Αθανασίας Καραπάνου και την από 30/5/2010 αίτηση αναβολής της δικηγόρου Ζωής Κωνσταντοπούλου, τα οποία αναγνώσθηκαν". Ακολούθησε πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας και το Τριμελές Εφετείο με την προαναφερθείσα απόφαση του ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, λόγω σημαντικών αιτιών στο πρόσωπο της συνηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος, σε ρητή δικάσιμο και συγκεκριμένα για την 19/10/2010, χωρίς κλήτευση του κατηγορουμένου και των παρόντων μαρτύρων κατηγορίας. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε πάλι αυτοπροσώπως και ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω δε της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την αναιρεσιβαλλόμενη 1537/2010 απόφαση του απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 του ΚΠΔ. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, κατά τη δικάσιμο της 31/5/2010 η δίκη αναβλήθηκε, αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων είχε εμφανισθεί δια του συνηγόρου του για να υποστηρίξει την έφεση του και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της έφεσης, εφόσον το δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Άρα, το Τριμελές Εφετείο, με το να απορρίψει την ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά την νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντα τον αναιρεσείοντα και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1537/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για καταδολίευση δανειστών. Το δευτεροβάθμιο όμως δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει στην ουσία την έφεση, καθόσον ο εκκαλών λογιζόταν ωσεί παρών, αφού είχε αναβληθεί η υπόθεση μετά την έναρξη της διαδικασίας και τη συζήτηση της έφεσης. (ΑΠ 3/2006, 8/2006, Ολ). Γίνεται δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί και παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση.
null
null
0
Αριθμός 869/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1744/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 915/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ'του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ.α'του ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 3-9-2010 και 23-8-2010 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α'Α.Τ.Λάρισας Κ. Π. και της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση στην νομίμως διορισμένη αντίκλητο δικηγόρο του Φωτεινή Μάστορη κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 1-12-2010, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.1856/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-6-2010 αίτηση του Ν. Σ. του Α., για αναίρεση της υπ'αριθ.1744/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 860/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Β.-Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για αναίρεση της υπ' αριθ. 389/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1544/2010. Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 αρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνώ. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, και, περαιτέρω, σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 αρ. 1 του ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί να συντάσσει ή να εκδίδει δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. Γ του ΠΚ και 438 του Κ. Πολ. Δικ., προοριζόμενο για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη των γεγονότων που βεβαιώνονται σ' αυτό και όχι για εσωτερική υπηρεσία, στο έγγραφο δε αυτό πρέπει να βεβαιώνονται γεγονότα ψευδή που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, να αναφέρονται δηλαδή αυτές στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση του δράστη ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, εντός της καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του, και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες .Τέτοιος υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α του ΠΚ είναι και ο δικηγόρος σχετικά με την έκδοση επικυρωμένων εγγράφων. Τέλος, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ " όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: 1) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ. Πολ.Δικ., έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, 2) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και 3) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση(παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν διακοπεί για οποιοδήποτε λόγο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας :1) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. . Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 2) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 389/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, ψευδούς βεβαίωσης και απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και, μετά από την παραδοχή του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, επιβλήθηκε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δέκα ( 10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η I. M. Z. Ρουμανικής υπηκοότητας ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έτος 2002 και αποφάσισε να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για να επιτύχει την έκδοση άδειας παραμονής της στη χώρα. Για τον λόγο αυτόν απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο δικηγόρο Γ. Β.-Ρ., τον οποίο υπέδειξαν σ' αυτήν άλλοι συμπατριώτες της, που διέμεναν ήδη στην Ελλάδα και του έδωσε την εντολή να προβεί σ' όλες τις απαιτούμενες νόμιμες ενέργειες για τη νομιμοποίηση της παραμονής της στη χώρα. Συνάμα παρέδωσε σ' αυτόν φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου της, τρεις φωτογραφίες της, μία υπεύθυνη δήλωση του τόπου της κατοικίας της, μία άλλη υπεύθυνη δήλωση περί του ότι δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη και ένα μπλόκ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με το περιεχόμενο της από 22-10-2004 εγκλήσεώς της, την οποία ενεχείρισε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στις 24-10-2004, γεγονός άλλωστε, το οποίο δεν αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος. Ακολούθως ο τελευταίος στις 15-1-2003 κατάρτισε εν αγνοία της ως άνω αλλοδαπής εξυπαρχής την με αριθμό 368 και ημερομηνία εκδόσεως 2-11-2001 πλαστή προσωρινή άδεια παραμονής η οποία φέρεται ότι έχει εκδοθεί από το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της περιφέρειας Πελοποννήσου, αφού προηγουμένως έθεσε κατ' απομίμηση τη σφραγίδα της εν λόγω υπηρεσίας, καθώς και τη σφραγίδα και υπογραφή του Διευθυντή της ίδιας υπηρεσίας, αναγράφοντας ως χρόνο ισχύος το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 2-5-2002. Στην άδεια αυτή επικόλλησε τη φωτογραφία της ως άνω I. Z., Ρουμανικής υπηκοότητας και τη συμπλήρωσε κατά τα λοιπά στοιχεία της (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, ιθαγένεια, την οποία από προφανή παραδρομή ανέγραψε ως Αλβανική και διεύθυνση διαμονής- ...). Εν συνεχεία δε αντίγραφο αυτής (πλαστής προσωρινής άδειας παραμονής), στο οποίο βεβαίωσε ψευδώς ότι ήταν ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο, επικύρωσε ως υπάλληλος (δικηγόρος), στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση κατ' άρθρο 52 παρ.1 του Ν.Δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), επικυρωμένων αντιγράφων εκ των εις χείρας του παντός είδους εγγράφων, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, κατέθεσε στους αρμοδίους για την έκδοση αδειών παραμονής (σε αλλοδαπούς), υπαλλήλους της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιώς, με σκοπό να παραπλανήσει αυτούς σχετικά περί του ότι η I. Z. ήταν κάτοχος γνήσιας προσωρινής άδειας εξάμηνης παραμονής και ότι εντεύθεν θεμελίωνε δικαίωμα εκδόσεως άδειας παραμονής και άδειας εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 15-1-2003 στον Πειραιά, έχοντας αποφασίσει να πετύχει με εξαπάτηση την έκδοση άδειας παραμονής και εργασίας της ως άνω αλλοδαπής I. Z., χρησιμοποίησε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 368/2-11-2001 πλαστή προσωρινή άδεια παραμονής, προσκομίζοντας αυτήν στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πειραιώς, όπου παρέστησε στον αρμόδιο υπάλληλο ότι είναι γνήσια. Η πράξη του όμως αυτή, η οποία αποτελεί αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του και τούτο διότι, ύστερα από προηγηθέντα έλεγχο στο επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της προσωρινής άδειας παραμονής από τους υπαλλήλους της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιώς, διαπιστώθηκε η πλαστότητα της και έτσι δεν εκδόθηκε η άδεια παραμονής και εργασίας. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για όλες τις πράξεις για τις οποίες και καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του. Ειδικότερα δε πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για πλαστογραφία με χρήση πλαστού εγγράφου, για ψευδή βεβαίωση, καθώς και για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Τέλος πρέπει να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπό του κατηγορουμένου της εκ του άρθρου 84 παρ.2α του Ποινικού Κώδικα ελαφρυντικής περίστασης, η οποία αποβλέπει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατά το μέτρο που ορίζει το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, αυτός έζησε μέχρι το χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Η ελαφρυντική αυτή περίσταση αναγνωρίστηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του." Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,26 παρ. 1 α , 27, 42 παρ. 1,94παρ. 1, 216 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 242 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς η ασαφείς η αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει στο αιτιολογικό δικές της σκέψεις και δεν επαναλαμβάνει το διατακτικό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Άλλωστε, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στοιχειοθετούν, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, την πράξη αυτή και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε εξ υπαρχής την υπ' αριθμ.368 προσωρινή άδεια παραμονής της αλλοδαπής, θέτοντας επ' αυτής κατ' απομίμηση τις σφραγίδες του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας Πελοποννήσου, καθώς και την υπογραφή του Διευθυντή της ανωτέρω υπηρεσίας, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του, με την κατάρτιση δε της πλαστής άδειας παραμονής σκόπευε να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πειραιά σχετικά με το ότι η αναγραφόμενη στην πλαστή άδεια παραμονής I. M. Z. ήταν δήθεν κάτοχος γνήσιας προσωρινής άδειας εξάμηνης παραμονής και άδειας εργασίας και έτσι θεμελίωνε δικαίωμα εκδόσεως οριστικής άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελληνική Επικράτεια. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων περιστατικών, σχετικά με τη γνώση του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι αυτός είχε άμεση και ίδια αντίληψη της πραγματικής καταστάσεως. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής τους, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή του αναιρεσείοντα και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, καθόσον δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των εν λόγω εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, όπως η " εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση των πράξεων (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, η οποία απαιτείται στα εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση. Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε την κλήτευση και την προσαγωγή της μάρτυρος I. M. Z., προκειμένου να καταθέσει στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του αυτό και ότι κατά της εν λόγω αρνήσεως προσέφυγε στο δικαστήριο και αυτό, παρά το νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ), με τις ως άνω ειδικότερες αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και συνακόλουθα και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19/11/2010 αίτηση του Γ. Β.- Ρ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 389/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία μετά χρήσεως. Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Δεν στερείται αιτιολογίας η απόφαση όταν το σκεπτικό επαναλαμβάνει το διατακτικό όταν το τελευταίο περιέχει αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 859/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 2)Ε. Β. του Β., κατοίκου ..., 3)Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου και 4)Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κοντογιάννη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1373/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Νοεμβρίου 2010 τέσσερις (4) αιτήσεις τους αναιρέσεως και τους από 19 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1491/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: A)Να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες οι μεν αναιρεσείουσες Ε. Β., Ε. Κ. και Μ. Κ. κηρύχθηκαν ένοχες για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος κατ'εξακολούθηση, ο δε αναιρεσείων Β. Π. κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη. Β)Να κηρυχθούν αθώοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι του ότι: 1)Οι Ε. Β., Ε. Κ. και Μ. Κ. της πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση. Γ)Να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων Β. Ρ. της πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην παράβαση καθήκοντος των ανωτέρω.Δ)Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να γίνει νέος καθορισμός της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα Β. Π. και Ε)Να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 12-11-2010 αιτήσεις των Μ. Κ. του Σ., Ε. Β. του Β., Ε. Κ. του Θ. και Β. Π. του Αποστόλου, κατοίκων Τρικάλων και οι από 19-1-2011 πρόσθετοι λόγοι του τελευταίου για αναίρεση της 1373/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, που πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά το άρθρο 211 Α ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996 "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Εκ της διατάξεως αυτής, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρον 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφορήσεως τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικώς τόσο στην μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 593 2010). Κατά δε το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ' του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς δηλαδή να απαιτείται και προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις του άρθρου 333 και εκείνης του άρθρου 366 παρ.1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ κατά την οποία "οι υπόλοιποι διάδικοι καθώς και οι συνήγοροι τους επιτρέπεται, να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση" δεν υφίσταται τέτοια ειδική υποχρέωση του δικαστή όπως, επί πλειόνων κατηγορουμένων, μετά την απολογία ενός εξ αυτών, δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα. Συνεπώς δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, του λόγου σε αυτούς μετά την απολογία του συγκατηγορουμένου, προκειμένου να υποβάλλουν ερωτήσεις σ' αυτόν (ΑΠ 584 2009). Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Λάρισας θεμελίωσε την καταδικαστική του κρίση για τους αναιρεσείοντες Ε. Β., Ε. Κ. και Β. Π., όχι μόνο στην απολογία της αναιρεσείουσας συγκατηγορούμενης τους Μ. Κ., αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς στην αρχή του σκεπτικού αναφέρει. Τούτο προκύπτει από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "το όντως οι τρεις πρώτες των κατηγορουμένων προέβησαν από κοινού στην τέλεση των άνω αξιοποίνων πράξεων...αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως από την επισκόπηση των πιο πάνω εντύπων ερωτηματολογίων (αρχικών και μεταγενεστέρων), όπου και οι τρεις έχουν θέσει τις μονογραφές τους τόσο στα έντυπα με τις άνω των δύο λανθασμένες απαντήσεις των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών". Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης των άνω αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων Β. Π. και ο συνήγορος του δεν ζήτησαν από το διευθύνοντα τη συζήτηση το λόγο προκειμένου να υποβάλουν ερωτήσεις προς τις τρεις συγκατηγορούμενες του. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή του διευθύνοντος τη συζήτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος τούτου ή του συνηγόρου του, του λόγου προς αυτούς μετά την απολογία των συγκατηγορουμένων του, προκειμένου να υποβάλουν ερωτήσεις προς αυτές. Περαιτέρω και από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/ 2010, με το οποίο τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ και ορίστηκε ότι απόλυτη ακυρότητα επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα, αφού και πάλι δεν προκύπτει υποχρέωση του δικαστή να δίδει επί πλειόνων κατηγορουμένων μετά την απολογία ενός από αυτούς χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή των συνηγόρων τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλουν ερωτήσεις προς τον απολογηθέντα συγκατηγορούμενο, ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε πριν από τη δημοσίευση του άνω νόμου και συνεπώς δεν καταλαμβάνεται από τη νέα ρύθμιση του άρθρου 11 του νόμου τούτου. Επομένως, και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Β. Π. είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία και όχι περί τα υπομνήματα, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α και 263α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ ΠΚ και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 ΚΠολΔ, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσης ή κατάστασης. Θεωρείται ψευδές εκείνο το περιστατικό που είτε δεν συνέβη, είτε κατ' άλλον παρά τον αναγραφόμενο τρόπο έλαβε ύπαρξη και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση βεβαιώσεως ψευδών εξ αντικειμένου περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Η βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου του Υπουργείου Συγκοινωνιών ότι ο υποψήφιος υποβλήθηκε και πέτυχε στη θεωρητική και πρακτική δοκιμασία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση σε αυτόν της οικείας άδειας ικανότητας οδηγού αυτοκινήτου, δεν αποτελεί απλώς έγγραφο της εσωτερικής υπηρεσίας, αλλά εμπίπτει στην παραπάνω έννοια του δημοσίου εγγράφου, γιατί αποδεικνύει έναντι όλων το γεγονός της επιτυχούς δοκιμασίας του υποψηφίου (ΑΠ 594/ 1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ίδιου Κώδικα, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον ο υπάλληλος κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 13α του Ποινικού Κώδικα, απαιτούνται 1) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από τον νόμο ή διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, 2) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του υπηρεσιακού καθήκοντος και 3) σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης του κράτους ή κάποιου άλλου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη του ως άνω σκοπού. Η σκοπούμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη μπορεί να είναι υλική ή ηθική. Κατά την ρητή επιταγή του άρθρου αυτού, η προβλέπουσα το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος διάταξη είναι επικουρική, εφαρμοζόμενη μόνο όταν η παράβαση δεν τιμωρείται δι' άλλης ποινικής διατάξεως. Επομένως, δεν υπάρχει αληθής, αλλά φαινόμενη κατ' ιδέαν συρροή μεταξύ των δύο αυτών αξιοποίνων πράξεων, όταν τα θεμελιούντα το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος περιστατικά ταυτίζονται με εκείνα της ψευδούς βεβαιώσεως (ΑΠ 820/2010). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την επ' ακροατηρίου διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υφίσταται αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας, που τα περιέχει, και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, μετά από συνεκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 (όλοι) οι κατηγορούμενοι ήταν υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ. και ειδικότερα υπηρετούσαν στο τμήμα Συγκοινωνιών της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, οι τρεις πρώτες ως διοικητικοί υπάλληλοι και ο τέταρτος ως προϊστάμενος. Στις 20-1-2003 σε γραφείο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων διενεργήθηκαν θεωρητικές εξετάσεις υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Οι τρεις πρώτες των κατηγορουμένων είχαν ορισθεί αρμοδίως και αποτελούσαν τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής. Στις εξετάσεις αυτές συμμετείχαν, εκτός άλλων, οι Ε. Κ. Π., Π. Α. Γ. και Δ. Ε. Ζ.. Σε έκαστο των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών, παραδόθηκε από τις τρεις πρώτες κατηγορούμενες ένα έντυπο "ερωτηματολόγιο εξετάσεων ειδικών γνώσεων", το οποίο στην πρώτη σελίδα στο επάνω δεξιό μέρος έφερε τη σφραγίδα της άνω Υπηρεσίας και τη μονογραφή του τέταρτου κατηγορούμενου και στο οποίο περιέχονταν οι τεθείσες ερωτήσεις και αυτοί έπρεπε να σημειώσουν τις ορθές απαντήσεις. Επιτυχών ήταν εκείνος, που θα απαντούσε λανθασμένα το πολύ σε δύο ερωτήσεις και ορθά στις λοιπές. Μετά το πέρας της καθορισθείσας ώρας της εξέτασης, οι τρεις πρώτες των κατηγορουμένων παρέλαβαν από τους υποψήφιους τα ανωτέρω έντυπα, στα οποία έκαοτος των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών ιδιοχείρως είχε αναγράψει τα ατομικά του στοιχεία και είχε θέσει την υπογραφή του. Από τον έλεγχο των δοθεισών από αυτούς απαντήσεων επί του εντύπου, διαπιστώθηκε από τις τρεις πρώτες των κατηγορουμένων, ότι ο Ε. Π. είχε δώσει τέσσερις (4) λανθασμένες απαντήσεις, ο Π. Γ. είχε δώσει έξι (6) λανθασμένες απαντήσεις και ο Δ. Ζ. τρεις (3) λανθασμένες απαντήσεις και ότι ως εκ τούτου είχαν αποτύχει. Το αποτέλεσμα αυτό αποτύπωσαν σε έκαστο έντυπο ερωτηματολόγιο, θέτοντας και οι τρεις στην πρώτη σελίδα ιδιοχείρως τη μονογραφή τους. Ο τέταρτος των κατηγορουμένων μόλις έλαβε γνώση των εν λόγω αποτελεσμάτων, παρέλαβε τα ανωτέρω έντυπα ερωτηματολόγια με τις λανθασμένες απαντήσεις, τα έθεσε σε τσέπη του παλτού που φορούσε και λόγω του ότι προφανώς είχε υποσχεθεί στους άνω υποψηφίους οδηγούς, ότι θα θεωρηθούν επιτυχόντες της άνω εξέτασης, παρέδωσε στις συγκατηγορούμενές του, άλλα (τρία) έντυπα ερωτηματολόγια, με τα ατομικά στοιχεία εκάστου των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών την σφραγίδα της Υπηρεσίας και τη μονογραφή του, σε έκαστο των οποίων είχαν σημειωθεί τώρα, από άλλο πρόσωπο, οι ορθές απαντήσεις, ως απαντήσεις δήθεν των εν λόγω υποψηφίων και με πρόθεση ενεργώντας έπεισε τις συγκατηγορούμενές του με προτροπές, πειθώ και φορτικότητα, να προβούν στις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Ενώ ήταν υπάλληλοι της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων (του τμήματος Συγκοινωνιών) και στα καθήκοντα τους είχε ανατεθεί ο έλεγχος των γραπτών απαντήσεων των υποψηφίων οδηγών μοτοσικλετών και αυτοκινήτων, που συμμετείχαν στις θεωρητικές εξετάσεις για την απόκτηση άδειας ικανότητας οδήγησης και η πιστοποίηση - βεβαίωση της επιτυχίας εκείνων που είχαν απαντήσει ορθά και λανθασμένα όχι σε περισσότερες από δύο ερωτήσεις: α) με πρόθεση από κοινού ενεργούσες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρέβησαν το καθήκον αυτό της υπηρεσίας τους, με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλους και δη, στους ανωτέρω τρεις υποψήφιους οδηγούς, παράνομο όφελος. Ειδικότερα, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους, ως υπαλλήλων - εξεταστριών, δεν έλαβαν υπόψη τους τα (πρώτα) έντυπα ερωτηματολόγια των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών, όπου είχαν αποτυπωθεί άνω των δύο λανθασμένων απαντήσεων και συνεπώς, αυτοί είχαν αποτύχει στις θεωρητικές εξετάσεις, αλλά έλαβαν υπόψη τα ως άνω νέα ερωτηματολόγια, στα οποία είχαν τεθεί ορθές όλες οι απαντήσεις και πιστοποίησαν έτσι, ως επιτυχημένη τη (θεωρητική) εξέταση των συγκεκριμένων υποψηφίων οδηγών, θέτοντας εκάστη τη μονογραφή της, επί εκάστου νέου εντύπου ερωτηματολογίου, β)με πρόθεση από κοινού ενεργούσες, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, βεβαίωσαν ψευδώς επί των ανωτέρω νέων εντύπων ερωτηματολογίων, ότι οι προαναφερόμενοι υποψήφιοι οδηγοί πέτυχαν στις διενεργηθείσες θεωρητικές εξετάσεις, γεγονός που παράγει έννομες συνέπειες όσον αφορά τη διαπίστωση της ικανότητας οδήγησης, ενώ το αληθές ήταν, ότι αυτοί είχαν αποτύχει στην εν λόγω εξέταση. Το ότι όντως οι τρεις πρώτες των κατηγορουμένων προέβησαν από κοινού στην τέλεση των άνω αξιόποινων πράξεων, της παράβασης καθήκοντος και της ψευδούς βεβαίωσης αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως, από την επισκόπηση των πιο πάνω εντύπων ερωτηματολογίων (αρχικών και μεταγενεστερων), όπου και οι τρεις έχουν θέσει τις μονογραφές τους, τόσο στα έντυπα με τις άνω των δύο λανθασμένες απαντήσεις των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών, όσο και σ' εκείνα, με ορθές όλες τις απαντήσεις, τις οποίες βεβαίως δεν σημείωσαν οι εν λόγω υποψήφιοι. Στην κρίση δε, ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος ήταν ηθικός αυτουργός στην τέλεση των παραπάνω πράξεων το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει υπόψη τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως: 1) το γεγονός ότι οι τρεις πρώτες των κατηγορουμένων ήταν υφιστάμενοι του τέταρτου κατηγορούμενου, εάν δε αυτές από μόνες τους σκόπευαν, να πιστοποιήσουν ως επιτυχή τη θεωρητική εξέταση εκάστου των ανωτέρω τριών υποψηφίων οδηγών, δεν εξηγείται λογικά, για ποιο λόγο βεβαίωσαν στα πρώτα έντυπα, ότι αυτοί απέτυχαν στην εξέταση, 2) η πρώτη κατηγορούμενη αποκάλυψε τα ανωτέρω εντεθέντα πραγματικά περιστατικά την ίδια ημέρα, ταραγμένη, στο σύζυγο της Δ. Ζ. και την αδελφή της Α. Κ. και αργότερα σε φιλικά της πρόσωπα. Εάν δε αυτά δεν ήταν αληθή, δεν εξηγείται λογικά, για ποιο λόγο αυτή να τα αναφέρει και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων κατά τη συνεδρίαση της 20-3-2007, όπου είχε παραπεμφθεί μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως του τέταρτου κατηγορουμένου, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση (πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε αθώα με την αριθμ. 352/2007 απόφαση του που αναγνώσθηκε), υποβάλλοντας έτσι τον εαυτό της σε άσκηση σε βάρος της ποινικής διώξεως για τις συγκεκριμένες ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, την παραπομπή της σε δίκη και τη βέβαιη (μετά και την ομολογία της) καταδίκη της. Επομένως, ο ισχυρισμός των δεύτερης τρίτης και τέταρτου κατηγορουμένων, περί εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 211Α ΚΠΔ πρέπει, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των άνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται διότι αποδείχθηκαν σε βάρος τους πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, όπως προκύπτει ιδίως, από την επισκόπηση αντιγράφου του ποινικού τους μητρώου και συνεπώς, πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρ.84§2α ΠΚ), γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος τους. Στην πρώτη των κατηγορουμένων πρέπει, να αναγνωριστεί και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2δ ΠΚ, διότι όπως αποδείχθηκε, αυτή επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των άνω πράξεών της, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της. Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τις τρεις πρώτες των πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της παράβασης καθήκοντος από κοινού και κατ' εξακολούθηση, το δε τέταρτο των πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος από κοινού και κα' εξακολούθηση, ήτοι για ηθική αυτουργία στις πράξεις των τριών πρώτων. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής σε αυτήν αυτουργίας, αφού περιέχονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. α' και γ', 26, 27, 46 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 263 α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην αιτιολογία αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του, ενώ κατά το νόμο δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ειδικότερα, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ενώ αναγνώστηκαν και τα πρακτικά της εκκαλούμενης 1216/2008 απόφασης του Τριμ. Πλημμελειοδικείου Τρικάλων και επομένως και οι περιεχόμενες σε αυτά καταθέσεις των εξετασθέντων στην πρωτόδικη δίκη μαρτύρων Δ. Ζ. και Π. Γ., γεγονός από το οποίο, χωρίς καμία αμφιβολία, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι δύο ανωτέρω καταθέσεις και όχι μόνο αυτή του Δ. Ζ., όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την ανάγνωση των ανωμοτί καταθέσεων των ανωτέρω δύο προσώπων καθώς και του Ε. Π., ότι ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να τις αναγνώσει ή παρέλειψε να αποφανθεί και ότι κατά της αρνήσεως αυτής προσέφυγαν στο δικαστήριο και αυτό παρά το νόμο απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται στην αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων Β. Π., με πρόθεση ενεργώντας έπεισε τις αναιρεσείουσες συγκατηγορούμενες του με προτροπές, πειθώ και φορτικότητα να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφορικά με την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου των αναιρεσειόντων, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή των αναιρεσειόντων και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σε αυτήν, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, αναφορικά με την πράξη της παράβασης καθήκοντος η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 94 242 παρ.1 και 259 ΠΚ. Τούτο διότι από την επισκόπηση του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης ταυτίζονται με τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη της παράβασης καθήκοντος. Έτσι με τα δεδομένα αυτά γίνεται φανερό ότι η πράξη της παράβασης καθήκοντος, στην προκειμένη περίπτωση, συρρέει φαινομενικά με την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, από την οποία και απορροφάται. Επομένως, εφόσον οι κατηγορούμενες Μ. Κ., Ε. Β. και Ε. Κ. δεν τέλεσαν αντικειμενικώς την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος πρέπει να κηρυχθούν αθώες για την πράξη αυτή και εφόσον δεν υφίσταται αντικειμενικώς η αξιόποινη αυτή πράξη δεν νοείται και η ηθική σε αυτήν αυτουργία για την οποία κατηγορείται ο αναιρεσείων Β. Π., ο οποίος πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Όθεν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος από κοινού κατ' εξακολούθηση και της ηθικής σε αυτήν αυτουργίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, προκειμένου να γίνει νέος καθορισμός της συνολικής ποινής του αναιρεσείοντος Β. Π. (άρθρο 519 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 1373/ 2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες, οι αναιρεσείουσες Μ. Κ., Ε. Β. και Ε. Κ. κηρύχθηκαν ένοχες για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ' εξακολούθηση, ο δε αναιρεσείων Β. Π. κηρύχθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή των αναιρεσειουσών τούτων. Κηρύσσει αθώες τις ανωτέρω αναιρεσείουσες- κατηγορούμενες του ότι στα ... την 20-1-2003 με πρόθεση ως υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 ΠΚ από κοινού με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέβησαν καθήκον της υπηρεσίας τους που προβλέπεται από το νόμο και τη φύση αυτής με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλους παράνομο όφελος. Συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα τους ως υπάλληλοι του Τμήματος Συγκοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων που ορίστηκαν για τη διενέργεια θεωρητικών εξετάσεων υποψηφίων οδηγών, δεν έλαβαν υπόψη τους τα φύλλα εξετάσεων (Ερωτηματολόγια 1 και 2 εξετάσεων ειδικών γνώσεων υποψηφίων οδηγών) των υποψηφίων οδηγών 1) Ε. Π., 2) Π. Γ. και 3) Δ. Ζ. οποίοι είχαν αποτύχει, καθόσον είχαν απαντήσει εσφαλμένα πάνω από δύο φορές και αντί το αποτέλεσμα να είναι απορριπτικό για τους άνω τρις υποψηφίους, έλαβαν υπόψη τους καινούργια ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν διαβλητά με σωστές απαντήσεις και έτσι κήρυξαν επιτυχημένη την εξέταση των άνω υποψηφίων. Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα Β. Π. του ότι στα ... στις 20-1-2003 με πρόθεση και προτροπές που συνδέονταν με φορτικότητα λόγω της θέσεως του στην υπαλληλική ιεραρχία, προκάλεσε στις ανωτέρω τρεις αναιρεσείουσες υφιστάμενες του την απόφαση να τελέσουν την άνω πράξη της παράβασης καθήκοντος κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως προκειμένου να γίνει νέος καθορισμός της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα Β. Π.. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις κρινόμενες αιτήσεις και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η παραβίαση του 211-Α ΚΠΔ επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Δεν παραβιάζεται η διάταξη αυτή όταν για το σχηματισμό της κρίσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου, το δικαστήριο δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου αλλά συνδυαστικώς και στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Δεν επέρχεται ακυρότητα από τη μη παροχή από το διευθύνοντα αυτεπαγγέλτως χωρίς αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του λόγου σε αυτούς μετά την απολογία του συγκατηγορουμένου προκειμένου να υποβάλλουν ερωτήσεις σε αυτόν. Δεν υπάρχει αληθής αλλά φαινόμενη κατ’ ιδέαν συρροή μεταξύ ψευδούς βεβαίωσης και παράβασης καθήκοντος όταν τα θεμελιούντα το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος περιστατικά ταυτίζονται με εκείνα της ψευδούς βεβαίωσης. Εσφαλμένη ερμηνεία. Αναιρεί, κηρύσσει αθώους για την πράξη της παράβασης καθήκοντος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 858/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Νικόλαο Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με την 17/24.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1.Α. Π. του Χ., 2.Χ. Π. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ράπτη, και 3.Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσουρίνη, περί αναιρέσεως της 46579/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Β.. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Σεπτεμβρίου 2010, 15 Σεπτεμβρίου 2010 (δυο) αιτήσεις τους οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1286/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης ως προς την ποινή, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι 50/15.9.2011, 1998/22.9.2010 και 1999/22.9.2010 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ. Π. του Α., Α. Π. του Χ., κατοίκων ..., και Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., κατά της 46579/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης για παράβαση του ΑΝ 86/1967 (Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ). Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους στο Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσας διάταξης, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των σ' αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά τη παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοί ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός απ' αυτούς. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Επειδή, η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη, όπως διαπιστώνεται από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των στην απόφασή του αυτή αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Στο Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΣΩΡΟΥΧΩΝ SEX FORM (ΣΕΞ -ΦΟΡΜ) Α.Ε.", μετέχουν οι: 1) Σ. Β. του Ι., 2) Χ. Π. του Α., 3) ... του Σ., συζύγου Δ. Γ., 4) Α. Π. του Χ., 5) Ό. Α. του Π. και 6) Σ. Ρ. του Α.. Από τα ως άνω μέλη δικαίωμα εκπροσώπησης και δέσμευσης της εταιρείας είχαν οι: 1) Σ. Β. του Ι., 2) Χ. Π. του Α., 3) Μ. Γ. του Σ., 4) Α. Π. του Χ.. Περαιτέρω, από την ως άνω αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, πέραν της συμμετοχής τους, κατά τα ως άνω στο Δ.Σ. της εταιρείας είχαν όλοι και ο καθένας χωριστά ενεργό συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρείας, κατά τον ειδικότερο ρόλο του ο καθένας (ήτοι του Προέδρου ο πρώτος, του Διευθύνοντος Συμβούλου ο δεύτερος, της Αντιπροέδρου η τρίτη και του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου ο τέταρτος (αλλά και από κοινού διευθύνοντες την εταιρεία). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι με την από 1.2.2005 εξώδικη δήλωση του παραιτήθηκε από της θέσεως του αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου και ότι έκτοτε ουδόλως μετείχε στο έργο της εταιρείας, μη έχοντας συνεπώς ευθύνη για τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Επίσης η τρίτη κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι ο ρόλος του αναπληρωτή δεν επισύρει ευθύνη για το έργο της εταιρείας, ακόμη και στην περίπτωση που αυτός αναμιγνύεται με το έργο της εταιρείας. Οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το κρίσιμο στοιχείο για την ευθύνη των προσώπων που διοικούν την ανώνυμη εταιρεία είναι ο ρόλος ως προσώπων συμμετεχόντων στη διοίκηση της εταιρείας με δυνατότητα αντιπροσώπευσης και δέσμευσης της εταιρείας (Α.Π. 1870/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.), αλλά και η υπό στην ιδιότητα αυτή πραγματική εκ μέρους τους άσκηση διοίκησης. Στην προκειμένη δε περίπτωση και όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν όπως προαναφέρεται αντιπροσωπευτικό και δεσμευτικό της εταιρείας ρόλο, ενώ η ως άνω παραίτηση του τετάρτου των κατηγορουμένων δεν επέφερε απαλλαγή του από την ιδιότητα και την ευθύνη του αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου, αφού αυτός δεν είχε παραιτηθεί νομίμως, διότι η παραίτηση του δεν είχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (12/2004 έως 7/2005) 3) δημοσιευθεί στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, πέραν του ότι αυτή ήταν και προσχηματική για την αποφυγή και διώξεων, δεδομένης της ενεργού αναμείξεως του ως άνω κατηγορουμένου στις υποθέσεις της εταιρείας, όπως προέκυψε από την προαναφερομένη αποδεικτική διαδικασία. Με τις παραπάνω ιδιότητες τους οι κατηγορούμενοι, ήτοι ως εργοδότες της ως άνω εταιρείας στην Αθήνα, κατά τον έλεγχο της 21.10.2005 διαπιστώθηκε ότι έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από Δεκεμβρίου 2004 έως Μάϊο του 2005 στην ως άνω επιχείρηση προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν• στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές συνολικού ποσού 1.737.832,67 ΕΥΡΩ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 10789 Π.Ε.Ε. Ειδικότερα: 1.Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτούς τους ιδίους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 1158.555,11 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2.Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 579.277,56 ΕΥΡΩ, με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχοι των ως άνω πράξεων". Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείστηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνημονευθέντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 ΑΝ 86/1967 και 375 παρ.1 ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, οι εργοδότες, που απασχόλησαν τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ) στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως εργοδοτών από την οποία (ιδιότητα ως εργοδότες) απορρέει και η υποχρέωσή τους για την καταβολή των εισφορών. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία δεν ήταν απαραίτητο για την επάρκεια της αιτιολογίας, να προσδιορίζονται, όπως αβάσιμα αιτιάται, ο πρώτος αναιρεσείων, τα ονόματα των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε καθένας απ' αυτούς και το ύψος των αποδοχών του. ιδιαίτερα αιτιολογείται η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες, όντας στην επιχείρησή τους (ανώνυμη εταιρεία) ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος, ο δεύτερος αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και η τρίτη αντιπρόεδρος ου μόνου δε εξ αυτού, αλλά και λόγω της εν τοις πράγμασι ενεργού συμμετοχής τους στη διοίκηση και γενικά στις υποθέσεις της εταιρείας, είχαν την υποχρέωση καταβολής των εισφορών. Άρα οι περί του αντιθέτου κοινοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ενώ, κατά το μέρος τους, που με αυτούς οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι δε φέρουν ευθύνη καταβολής των εισφορών, αφού ο δεύτερος ήταν αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος, που κατά το κρίσιμο διάστημα δεν αναπλήρωσε τον τακτικό διευθύνοντα σύμβουλο και η τρίτη αφού, ως αντιπρόεδρος δεν αναπλήρωσε, κατά το ίδιο διάστημα, τον Πρόεδρο, ούτε εκπροσωπούσαν την εταιρεία, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι υπό την επίκληση, κατ' επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση περί του ότι οι αναιρεσείοντες αυτοί είχαν εν τοις πράγμασι ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας. Εξάλλου, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργείται, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι πρώτος και τρίτη αναιρεσείοντες, εκ του ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι απασχολήθηκαν οι μισθωτοί "κατά τη χρονική περίοδο από Δεκέμβριο 2004 ως Μάϊο του 2005 στην ως άνω επιχείρηση" καις το διατακτικό της ότι αυτοί απασχολήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο "από 12/04 έως 7/05", διότι δεν ασκεί καμία επιρροή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, αλλ' ούτε και στην ταυτότητα των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν, αφού τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό το ίδιο χρηματικό ποσό διαλαμβάνεται ως μη καταβληθέν στο ΙΚΑ και εντεύθεν δεν επηρεάζεται και το ύψος της επιβληθείσας ποινής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των εν λόγω αναιρεσειόντων για έλλειψη της από τις προπαρατεθείσες διατάξεις απαιτούμενες ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, ότι ως προς την επιβολή της συνολικής ποινής φυλάκισης υπάρχει ασάφεια, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλει καμία συνολική ποινή για "δ κατηγορούμενο", που ήδη είναι η τρίτη αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού η πλημμέλεια αυτή αφορά άλλο συγκατηγορούμενό του και όχι τον ίδιο. Τέλος, η τρίτη αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασάφειες και κενά, ως προς την επιβολή των ποινών και συγκεκριμένα, ως προς την επιβολή της συνολικής ποινής φυλάκισης, αφού αυτή δεν αναφέρεται και στην ίδια (δ' κατηγορουμένη). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατέγνωσε σε κάθε κατηγορούμενο τις στερητικές της ελευθερίας ποινές για κάθε πράξη, και στη συνέχεια συνολική ποινή φυλάκισης, για καθένα από τους πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενος -12- μηνών και για τον τρίτο -27- μηνών, για την ίδια (δ' κατηγορουμένη) κατέγνωσε μεν ποινή φυλάκισης -8= μηνών για κάθε πράξη, πλην, όμως, στη συνέχεια δεν επέβαλε συνολική ποινή, κατά συγχώνευση των δυο πιο πάνω ποινών, σύμφωνα με το άρθρο 94 ΠΚ, έτσι υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ της θετικής υπέρβασης εξουσίας, κατά παραδοχή του τελευταίου λόγου αναίρεσης της εν λόγω αναιρεσείουσας, κατ' ορθή υπαγωγή του σ' αυτόν αναφερόμενου νομικού σφάλματος στον αμέσως πιο πάνω λόγο αναίρεσης και όχι στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει οι αιτήσεις αναίρεσης των πρώτου και δεύτερου αναιρεσειόντων ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). Ενώ η αίτηση αναίρεσης της τρίτης αναιρεσείουσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξή της, της επιβολής των ποινών, ως προς την αναιρεσείουσα αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, για την κατάγνωση της συνολικής ποινής και μόνον, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 15.9.2010 και 22.9.2010, αιτήσεις αναίρεσης, αντίστοιχα, των Χ. Π. του Α. και Α. Π. του Χ., κατοίκων ..., για αναίρεσης της 46579/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αναιρεί την 46579/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη διάταξή της περί επιβολής ποινών, που αφορά την τρίτη αναιρεσείουσα .... Παραπέμπει την υπόθεση, αναφορικά με την αναιρεσείουσα και μόνον για την επιβολή συνολικής, κατά συγχώνευση των καταγνωσθεισών δυο ποινών φυλάκισης, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση, για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Κοινός λόγος αναίρεσης των τριών αιτήσεων αναίρεσης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος είναι αβάσιμος. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, αναφορικά με τη μία από τις τρεις αιτήσεις αναίρεσης. Δεκτή εν μέρει η αίτηση αυτή, αναιρεί εν μέρει προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει. Ενώ απορρίπτονται, ως αβάσιμες οι λοιπές αιτήσεις αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 857/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Μαυρογεώργη - Πριονά, για αναίρεση της με αριθμό 3724/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1106/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται : α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται : α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησής του ενώπιον του αρμόδιου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μήνυσης ή έγκλησής του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διετέλεσε μέλος και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Αστικού Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ", που εδρεύει στα .... Επίσης κατά τη χρονική περίοδο 1997-1999 διετέλεσε Πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου, ιδιοκτησίας του Συνεταιρισμού, που είχε ανεγερθεί στην ως άνω περιοχή και μέχρι το έτος 2004 ασκούσε ουσιαστικά τη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων του Ναού. Ο εγκαλών Π. Π., συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ανέλαβε καθήκοντα ταμία του εν λόγω Ιερού Ναού από τον Φεβρουάριου του 1996 έως το τέλος του 2001, οπότε ορίσθηκε ταμίας η Σ. Γ. και στη συνέχεια τέλος Φεβρουαρίου με το διορισμό νέας Εκκλησιαστικής Επιτροπής, διορίσθηκε ταμίας του Συνεταιρισμού η μάρτυρας Α. Λ. για διάστημα περίπου ενός μηνός. Η τελευταία, υπό την ιδιότητά της αυτή έχοντας στην κατοχή της το Βιβλίο Εσόδων - Εξόδων του Ιερού Ναού, παρατήρησε ότι στα έξοδα του οικονομικού έτους 1999 είχε καταχωρηθεί και το ποσό των 234.000 δραχμών με αιτιολογία την αγορά μοκετών του ναού. Η εγγραφή δημιούργησε ερωτηματικά στην μάρτυρα, καθόσον η δαπάνη της μοκέτας που τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό το έτος 1999 είχε καλυφθεί εξ' ολοκλήρου κυρίως με δικής της δωρεά και ενός πολύ μικρού ποσού από δωρεές άλλων κυριών που εκκλησιάζονταν εκεί. Η μάρτυρας αυτή με σαφήνεια και κατά τρόπο κατηγορηματικό από την αρχή κατέθεσε ότι η ίδια μαζί με το σύζυγό της είχαν καταβάλει το συνολικό ποσό των 404.000 δραχμών στον κατηγορούμενο, τον οποίο και εγνώριζαν, ενώ τον εγκαλούντα δεν τον εγνώριζαν, σύμφωνα με το αναγραφόμενο ποσό στο σχετικό τιμολόγιο αγοράς και τοποθέτησης των μοκετών τόσο στον κυρίως ναό, όσο και στο Ιερό, το οποίο (τιμολόγιο) τους επέδειξε ο κατηγορούμενος και στη συνέχεια το κράτησε. Το τιμολόγιο αυτό με αριθμό 21894, ημερομηνία 23.12.1999, με πωλήτρια την εταιρεία "ΕCON FLEX" Π. Ο. Α.Ε.Β.Ε., εκδόθηκε στο όνομα του Ιερού Ναού. Το ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα χρήματα, καθόσον αυτός ασκούσε ουσιαστική διαχείριση και καθήκοντα ταμία, επιβεβαιώνεται και από τους υπόλοιπους μάρτυρες κατηγορίας. Ειδικότερα δε στο μάρτυρα Α. Γ. σε ανύποπτο χρόνο είχε δηλώσει η Α. Λ. ότι είχε παραδώσει στον κατηγορούμενο τα χρήματα από την αγορά των μοκετών. Ο κατηγορούμενος, όπως και ο ίδιος ομολογεί έθεσε στο παραπάνω τιμολόγιο ιδιόχειρη σημείωσή του, αναγράφοντας κάτω από το πληρωτέο ποσό με στυλό το ποσό των 170.000 δραχμών, το οποίο αφαιρούσε από το ποσό των 404.298 δραχμών και ανέγραψε ως υπόλοιπο το ποσό των 234.300 δραχμών, ακολούθως δε με την διόρθωση αυτή παρέδωσε το εν λόγω τιμολόγιο στον τότε ταμία - εγκαλούντα για να το καταχωρήσει στα έξοδα του ναού, και ο τελευταίος του κατέβαλε από τα χρήματα του ταμείου το ποσό των 234.406 δραχμών. Περαιτέρω, όταν η Α. Λ. κατά το διάστημα που ήταν ταμίας, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, διεπίστωσε την αυθαίρετη και αδικαιολόγητη εγγραφή στο βιβλίο Ταμείου απευθύνθηκε αμέσως στον κατηγορούμενο, αφού σ'αυτόν είχε καταβάλει το ποσό της δαπάνης των μοκετών, χωρίς όμως να λάβει πειστική απάντηση και στη συνέχεια επέρριψε την ευθύνη στο μηνυτή, κατά του οποίου υπέβαλε την από 14.9.2004 μήνυσή του κατηγορώντας τον ότι στις 2.12.2001 υπεξαίρεσε το ποσό των 234.000 δραχμών που ανήκε στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου, αναγράφοντας ανύπαρκη δαπάνη, το ποσό της οποίας δήθεν υπεξαίρεσε και καρπώθηκε για δικό του όφελος. Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε η από 28.6.2006 (ΕΓ33-05/441/29Δ/06) απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και κατόπιν ασκήσεως της 386/2006 Προσφυγής του κατηγορουμένου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 751/2006 επίσης απορριπτική Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα όσα διέλαβε ο κατηγορούμενος στην ως άνω μήνυσή του κατά του πολιτικώς ενάγοντος περί υπεξαιρέσεως του ποσού 234.000 δραχμών ήταν αντικειμενικώς ψευδή, τα ανέφερε δε εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ο ίδιος είχε λάβει από την Α. Λ. το χρηματικό ποσό των 400.000 δραχμών, είχε διορθώσει το παραπάνω τιμολόγιο και το παρέδωσε στον εγκαλούντα με την υπόδειξη να το καταχωρήσει στα έξοδα και να του παραδώσει το ποσό αυτό των 234.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του καμία σαφή και πειστική εξήγηση δεν έδωσε αρνούμενος την κατηγορία και το δόλο του, αντίθετα έπεσε σε αντιφάσεις, ισχυριζόμενος δήθεν ότι εξέλαβε ότι το ποσό αυτό αφορούσε στην τοποθέτηση μοκέτας στο Ιερό του Ναού, δαπάνη όμως εντελώς αδικαιολόγητη για την μικρή επιφάνεια που είχε το Ιερό του Ναού, δεδομένου ότι και ολόκληρος ο Ναός δεν είχε μεγάλο όγκο, το δε ποσό των 404.000 δραχμών ήταν επαρκές για την κάλυψη ολοκλήρου του Ναού και για το λόγο αυτό είχε δοθεί. Ούτε εξ άλλου διατήρησε ο κατηγορούμενος κάποια επιφύλαξη για τα καταγγελόμενα σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, χαρακτηριστικό της προσπάθειάς του να τον ενοχοποιήσει, αφού όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες του κατηγορητηρίου, όλοι οι ταμίες κατείχαν τυπικά τη θέση αυτή και ενεργούσαν πάντοτε σύμφωνα με τις δικές του εντολές και υποδείξεις. Εξ άλλου και στο τιμολόγιο που ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν έγινε καμία μνεία περί υπολοίπου τμήματος μοκέτας ή ότι τα παραγγελθέντα μέτρα αφορούσαν σε τμήμα μόνο του ναού. Συνεπώς, τα όσα ο κατηγορούμενος περιέλαβε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος στην μήνυσή του, το περιεχόμενο μάλιστα της οποίας βεβαίωσε και ενόρκως, ήταν εν γνώσει του ψευδή και σκοπό είχε να προκαλέσει την ποινική του δίωξη. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό. Πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής η ελαφρυντική περίσταση του ότι αυτός μέχρι την τέλεση των πράξεών του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 παρ. 2α Π.Κ.). Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης εφτά μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 94, 229 παρ.1 και 224 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των αντικειμενικών όσο και των υποκειμενικών στοιχείων των παραπάνω εγκλημάτων, δηλαδή το ψευδές της καταμήνυσης και της μετέπειτα ένορκης βεβαίωσης της έγκλησης, τη γνώση του ψευδούς αυτών, του ειδικού άμεσου δόλου του κατηγορούμενου και τον σκοπόν του να διωχθεί ποινικά ο εγκαλών και επί της οποίας έγκλησης εκδόθηκε, μετά από προσφυγή του κατηγορούμενου, η 751/2006 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ενώ για την ψευδή καταμήνυση αναφέρεται ότι το έγκλημα για το οποίο ψευδώς καταμήνυσε ο κατηγορούμενος τον εγκαλούντα είναι αυτό της υπεξαίρεσης, καθώς και τα περιστατικά που το συνιστούν. Η αιτίαση, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του δεν έλαβε υπόψη του και την, από 27.5.2006 αγωγή του Π. Π., είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τέτοιο διαδικαστικό έγγραφο δεν αναγνώστηκε. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις, όπως, ότι "Η εκδοθείσα απόφαση στηρίζεται σε δύο φανταστικά περιστατικά, το μεν ένα είναι ο ψευδής ισχυρισμός της μάρτυρος Α. Λ. ότι έδωσε σε εμένα (δηλ. τον κατηγορούμενο) τα χρήματα για την αγορά των μοκετών χωρίς να προσδιορίζεται ο τόπος και ο χρόνος που μου τα έδωσε, το δε άλλο είναι ο ψευδής ισχυρισμός του μηνυτή μου ότι μου έδωσε το ποσό των 234.000 δρχ. χωρίς πάλι να προσδιορίζεται ο τόπος και ο χρόνος που το ψευδές αυτό περιστατικό έλαβε χώρα" "... Απλώς αναφέρονται ως πραγματικά περιστατικά, ενώ εάν το δικάσαν Δικαστήριο ελάμβανε όντως υπόψη του α) την, από 27.5.2006 ... αγωγή του μηνυτή μου, αντίγραφο του δικογράφου της οποίας προσήχθη στο Δικαστήριο μετ' επικλήσεως, στην οποία αυτός (ο μηνυτής μου) αναφέρεται στον χρόνο που μου παρέδωσε, ως ισχυρίζεται, το ποσόν των 234.000 δραχμών, και δεν αναφέρει ότι είναι η 23.12.1999 και ότι εγώ του παρέδωσα συγχρόνως το δήθεν πλαστογραφημένο τιμολόγιο ... και β) την κατάθεση της Α. Λ., η οποία κατά την μαρτυρική της κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει "... Ημερομηνία δεν θυμάμαι πότε τα έδωσα ... μόλις μου έφερε το τιμολόγιο πλήρωσα ..." κατά δε την κατάθεσή της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει "... Το τιμολόγιο που πήρα δεν είχε επισημείωση", σε συνδυασμό με το ότι το επίμαχο δελτίο αποστολής - τιμολόγιο φέρει ημερομηνία 23.12.1999, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτά τα δύο δήθεν πραγματικά περιστατικά τοποθετούμενα με σαφήνεια στο χρόνο που οι μάρτυρες ισχυρίζονται ότι συνέβησαν, είναι μεταξύ τους αντικρουόμενα και αντιφατικά, το ένα αποκλείει το άλλο ..." κ.λ.π., πλήττουν την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος θα έπρεπε να είναι διαφορετικό, πλην όμως η έλλειψη νόμιμης βάσης της καταδικαστικής απόφασης συναρτάται με την πληρότητα των περιστατικών, όπως αυτά αναγράφονται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όπως θα έπρεπε να είναι κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, είναι, συνεπώς, απαράδεκτες και απορριπτέες. Τέλος, ο υπονοούμενος αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή απόρριψή του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης για έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Γι' αυτό, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 582 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 13 Ιουλίου 2010, αίτηση του Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3724/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 856/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Διαμαντή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 116/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1000/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την έννοια του άνω άρθρου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ1 ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, ή συνέβησαν κατά διαφορετικό τρόπο, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση του να βεβαιώνει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ως ενδεχόμενη της παραγωγής αυτών από την πράξη και συγχρόνως εκ προοιμίου αποδοχή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 254 ΠΚ, υπάλληλος για τον οποίο υπάρχει νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση και που εν γνώσει του αποσιωπά το περιστατικό αυτό να ενεργεί σ' αυτήν την υπόθεση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν η αποσιώπηση έγινε με σκοπό την αθέμιτη ωφέλεια του ίδιου ή άλλου ή τη βλάβη άλλου. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία διαμορφώνεται στο νόμο ένα έγκλημα γνήσιο παραλείψεως, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται απλώς και μόνο σε αποθετική συμπεριφορά, δηλαδή σε αποχή από ορισμένη ενέργεια, προκύπτει, αφενός μεν ότι ο δράστης του προβλεπόμενου και τιμωρούμενου από τη διάταξη αυτή εγκλήματος της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης είναι υπάλληλος με την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, δηλαδή εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αφετέρου δε, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται α)διάταξη νόμου που να ιδρύει για τον υπάλληλο λόγο εξαίρεσης στην υπόθεση που ενεργεί, β)η από τον υπάλληλο με γνώση αποσιώπηση του περιστατικού αυτού και γ)η αποσιώπηση να έγινε με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας του δράστη ή κάποιου άλλου ή προς βλάβη άλλου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 36 παρ.1 και 2 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Υπαλληλικού Κώδικα (Ν. 2683/1999) "1. Ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση πράξεων, εάν ο ίδιος ή σύζυγός του ή συγγενής του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό ή πρόσωπο με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλίας ή έχθρας έχει πρόδηλο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. 2. Η παράβαση της διάταξης της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί λόγο ακύρωσης της σχετικής διοικητικής πράξης". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτιση τους. Ενώ, το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Επίσης, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του διατακτικού. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή την επιβολή μειωμένης ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το Δικαστήριο πείσθηκε περί της ενοχής του πρώτου κατηγορουμένου (Β. Μ.) για τις αξιόποινες πράξεις της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και της ψευδούς βεβαίωσης από υπάλληλο, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι με την ιδιότητα του υπαλλήλου (Δ/ντή του Τμήματος Πολεοδομίας της Ν.Α. Μαγνησίας), παρόλο που ήταν μαζί με τη σύζυγο του Α. Γ. συνιδιοκτήτες οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκαν τέσσερα (4) κτίσματα στην ... Ν. Μαγνησίας, συγκεκριμένα του κτιρίου (Β) δεν εξαιρέθηκε από τον χειρισμό της αίτησης ηλεκτροδότησης που είχαν υποβάλει δύο ιδιοκτήτες των υπολοίπων κτισμάτων. Επιπλέον ενώ η αίτηση εκκρεμούσε στην υπηρεσία του για το λόγο ότι αρμόδιοι υπάλληλοι της πολεοδομίας, Χ. Γ. και Ε. Σ. αρνήθηκαν μετά από αυτοψία την ηλεκτροδότηση του κτιριακού συγκροτήματος, λόγω αυθαιρεσιών και υπέρβασης της οικοδομικής άδειας με αριθμό ../99 που εξέδωσαν οι ιδιοκτήτες, όπως υπέρβαση της συνολικής δόμησης κατά 84 τ.μ., υπέρβαση απόστασης μεταξύ των κτιρίων, υπέρβαση ύψους, αλλαγή χρήσης από γραφεία σε διαμερίσματα, και ενώ επελήφθηκε λόγω αργοπορίας ηλεκτροδότησης και έντονης διαμαρτυρίας των συνιδιοκτητών ο Αντινομάρχης, αποσιώπησε τα ως άνω περιστατικά και ανέλαβε ο ίδιος τον χειρισμό της ηλεκτροδότησης και υπέγραψε μαζί με τον έτερο συγκατηγορούμενό του, ο οποίος αγνοούσε προφανώς την πορεία της υπόθεσης, υπέγραψε ως ελέγξας υπάλληλος και θεώρησε το σχετικό έγγραφο με την σφραγίδα του (βλ. καταθέσεις και έγγραφα). Εξάλλου για τις υπερβάσεις και τις αυθαιρεσίες της ως άνω οικοδομικής άδειας, όλοι οι συνιδιοκτήτες κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση του Ν. 1337/83 με την 649/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ο ισχυρισμός του ότι ενήργησε για την ηλεκτροδότηση των λοιπών κτιρίων πλην του δικού του και προφανώς ελλείψει δόλου έπρεπε να κηρυχθεί αθώος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η ηλεκτροδότηση γίνεται βάσει της αδείας για όλα τα κτίρια, η οποία ήταν στα ονόματα όλων των συνιδιοκτητών (βλ. κατάθεση Σ.). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84§2ε Π.Κ.". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι "Α) στο Βόλο, στις 16-7-2003 ως υπάλληλος υπηρετών ως Δντής στο Τμήμα Πολεοδομίας της ΝΑ Μαγνησίας, και για τον οποίο υπήρχε νόμιμος λόγος να εξαιρεθεί σε κάποια υπόθεση, εν γνώσει του αποσιώπησε το περιστατικό αυτό και ενήργησε σ' αυτήν την υπόθεση. Ειδικότερα με την ως άνω υπαλληλική του ιδιότητα και παρόλο που ήταν ένας εκ των τεσσάρων ιδιοκτητών εξ' αδιαιρέτου των ως άνω τεσσάρων κτισμάτων στην ... Ν. Μαγνησίας, γεγονός που αποτελούσε νόμιμο λόγο για να εξαιρεθεί από τον χειρισμό της αίτησης ηλεκτροδότησης που είχαν υποβάλλει οι δύο εκ των ιδιοκτητών, ως άνω υπό στοιχ. Α αναφέρεται, και η οποία αίτηση εκκρεμούσε στην υπηρεσία του, αποσιώπησε το ως άνω γεγονός από τον Αντινομάρχη που ήταν αρμόδιος για πολεοδομικά θέματα και γενικότερα από την υπηρεσία του και αφού αφαίρεσε τον χειρισμό της υπόθεσης από τις υπαλλήλους Χ. Γ. και Ε. Σ., ανέλαβε τον χειρισμό της άνω αίτησης για ηλεκτροδότηση μαζί με τον υπάλληλο και δεύτερο κατηγορούμενο Ν. Μ., και ενήργησε στην ως άνω υπόθεση υπογράφοντος ως ο ένας εκ των ελεγξάντων υπαλλήλων επί του σώματος της αδείας και Θεώρησε αυτή θέτοντας την υπογραφή και σφραγίδα του. Β)στο Βόλο, στις 16-7-2003 ως υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, σε τέτοια έγγραφα βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, στα καθήκοντα του οποίου εκτός των άλλων ανάγονταν και η σύνταξη και έκδοση θεωρήσεων των αδειών οικοδομής για την ηλεκτροδότηση των υπό θεώρηση κτισμάτων, βεβαίωσε σε επικυρωμένο φ/φο της υπ' αριθμ. ../99 άδειας οικοδομής με πρόθεση ψευδώς ότι οι εργασίες των αναφερομένων στην άνω άδεια κτισμάτων είχαν αποπερατωθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της υπηρεσίας τους για χρήση γραφείων στα κτίρια Δ, Γ, Α και ότι είχε διενεργήσει ο ίδιος τον έλεγχο αναγράφοντας επί του σώματος της άνω άδειας την ως άνω σημείωση και υπογράφοντας ο κατηγορούμενος, ότι θεωρήθηκε αυτή σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις. Τα παραπάνω περιστατικά που βεβαίωσε αφενός ήταν ψευδή καθόσον δεν είχε αποπερατωθεί οι εργασίες σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της υπηρεσίας του, ούτε είχε διενεργήσει έλεγχο και αφετέρου μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες σχετικά με την δυνατότητα ηλεκτροδότησης των εν λόγω κτισμάτων από την ΔΕΗ και την νομιμότητα αυτής, καθόσον οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ΔΕΗ στους οποίους θα προσκομίζονταν η ως άνω βεβαίωση, θα εκλάμβαναν ως νομίμως αποπερατωθέντα τα παραπάνω κτίσματα και ως εκ τούτου νομίμως υποβλήθηκε η αίτηση για ηλεκτροδότηση". Επέβαλε δε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης εννιά μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική ή και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α', 27, 94 παρ.1, 242 παρ.1 και 254 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλονότι ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Ενώ αιτιολογείται πλήρως η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, ως συνιδιοκτήτης εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου επί του οποίου το προς ηλεκτροδότηση κτιριακό συγκρότημα (τέσσερα αυτοτελή κτίσματα), προκειμένου να γίνει η ηλεκτροδότησή του, για την οποία και ο ίδιος είχε συμφέρον, εν τούτοις αποσιώπησε το περιστατικό αυτό, που συνιστούσε λόγο εξαίρεσής του και αποχή από την ανάμειξή του στην υπόθεση αυτή αφενός και αφετέρου βεβαίωσε ψευδώς σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της ../1999 άδειας οικοδομής ότι οι εργασίες των αναφερομένων στην άδεια αυτή κτισμάτων είχαν αποπερατωθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της υπηρεσίας τους, καίτοι αυτές (εργασίες) δεν είχαν αποπερατωθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της υπηρεσίας του, αφού είχαν σημειωθεί υπέρβαση της συνολικής δόμησης κατά 84 τ.μ., υπέρβαση ύψους κλπ. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του, ότι "Με την υπ' αριθμ. .../1-3-1999 πράξη συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών και κανονισμού οροφοκτησίας του Συμβ/φου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη περιήλθε σ' εμένα και την σύζυγο μου Α. Γ. κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία το με στοιχείο Β' Γραφείο έκτασης μέτρων τετραγωνικών 55 με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2/12 εξ' αδιαιρέτου. Η ηλεκτροδότηση δεν αφορούσε την δική μου οικοδομή, αφού άλλωστε ήταν ημιτελής, αλλά αφορούσε τις οικοδομές των κ. Α. Α. στον οποίο ανήκαν οι οικοδομές Γ' και Δ' και Ν. Γ. στον οποίο ανήκε η οικοδομή Α1 του συγκροτήματος γραφείων. Η αίτηση τους στην Υπηρεσία είχε υποβληθή την 22-6-2001 και μέχρι την 16-7-2003 δεν είχε ακόμη εγκριθή οπότε διαμαρτυρήθηκαν στον Αντινομάρχη Πολεοδομίας ο οποίος και έδωκε σχετική εντολή να ακυρωθή η νόμιμη διαδικασία αμέσως. Την 16-7-03 ενεργήθηκε η αυτοψία από τον Μηχανικό κ. Ν. Μ. της Δ/νσης ΠΕΧΩΠΕ Νομαρχ. Αυτ/σης Μαγνησίας που αφορούσε τις προς ηλεκτροδότηση οικοδομές οι οποίες τότε, όπως αποδείχθηκε ανταποκρίνονταν στα σχέδια της μελέτης της υπ' αριθμ. …/1999 οικοδομικής αδείας λαμβανομένης υπόψη και της νόμιμης αναθεώρησης της 2-7-2003. Εξ' άλλου σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 8-7-1993 προβλέπεται ακόμη και τμηματική ηλεκτροδότηση οικοδομής αρκεί να πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφ. 1,2,3 και 4 της παρ. β'. Η αναγραφή συνεπώς της φράσης "αποπεράτωση οικοδομικών εργασιών σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της υπηρεσίας για χρήση γραφείων για κτίρια Δ', Γ' και Α1 (και όχι για Β' που ανήκει σ' εμένα) με υπογραφές Μ. και Μ. αποτελεί αληθή και όχι ψευδή βεβαίωση. Πέραν τούτου όμως αφού, όπως αποδείχθηκε η διαδικασία της ηλεκτροδότησης δεν αφορούσε την δική μου οικοδομή δεν υφίστατο και λόγος εξαίρεσης μου από την νόμιμη διαδικασία και συνεπώς δεν συγκροτείται η νομοτυπική μορφή του αδικήματος του άρθρου 254 Π.Κ. Ούτε όμως παράβαση του άρθρου 242 Π.Κ περί ψευδούς βεβαίωσης υφίσταται αφού όπως αποδείχθηκε η βεβαίωση ήταν αληθής και μάλιστα υπήρξε πλήρης δικαίωση των απόψεων μου για το θέμα της ισχύος της υπ' αριθμ. …/1999 οικοδομικής αδείας και τα εγκεκριμένα σχέδια ιδίως μετά την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 4470/19-12-2003 Απόφαση της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας Θεσσαλίας περί ακυρώσεως της υπ' αριθμ. 7850/8-10-2003 πράξης της Δ/νσης ΠΕΧΩΠΕ Μαγνησίας κατά το στο αναλυτικό σκεπτικό της ανωτέρω ακυρωτικής απόφασης της Περιφερείας διαλαμβανόμενα καθώς και την τελική έγκριση των σχεδίων της υπ' αριθμ. …/99 αδείας." Όμως οι παραπάνω αιτιάσεις συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, που ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και όχι αυτοτελείς της κατηγορίας ισχυρισμούς, κατά την προεκτεθείσα έννοια, και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει ειδικώς επ' αυτών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορούμενου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τελευταίο της αίτησης λόγο, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, παρότι δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο η καταδικαστική γι' αυτόν, για υπερβάσεις κλπ της οικοδομικής άδειας …/1999, απόφαση 649/2006 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όπως από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, την έλαβε υπόψη του "... για δυσχέρανση μάλιστα της θέσης του ...". Το έγγραφο, όμως, τούτο, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει διηγηματικώς και μόνο αναφέρεται σ' αυτή και ουδόλως επέδρασε στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πιο πάνω λόγος της αίτησης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το προδιαληφθέν έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχουν προς έρευνα και άλλοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1 και 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 28 Ιουνίου 2010, αίτηση του Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 116/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή βεβαίωση και αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης από υπάλληλο (δημόσιο) οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο – λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε - είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 855/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1.Κ. Κ. του Γ. και 2.Π. Ν. του Χ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 537/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Α. του Κ., κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 και 7 Ιουνίου 2010 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 887/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 370/27.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ' αριθμ. 12/7-6-2010 και 13/9-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Π. Ν. του Χ. και 2) Κ. Κ. του Γ., αντιστοίχως, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 537/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, καθώς και κατά του υπ' αριθμ. 496/2009 παρεμπίπτοντος βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου Εφετών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.-Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. 95/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Π. Ν. και Κ. Κ. για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως αντικειμένου, αξίας μεγαλύτερης των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και της υπεξαγωγής εγγράφου, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς στη ... την 23-6-2005, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα Ε. Α. του Κ.. Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής αρχικά εξεδόθη το παρεμπίπτον υπ' αριθμ. 496/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και στη συνέχεια το Συμβούλιο διέταξε περαιτέρω ανάκριση. Μετά την ολοκλήρωση της συμπληρωματικής αυτής ανακρίσεως εξεδόθη το υπ' αριθμ. 537/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο η ανωτέρω έφεση του πολιτικώς ενάγοντα έγινε και ουσιαστικά δεκτή και παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι των ως άνω αξιοποίνων πράξεων της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος (αμφότεροι) και της υπεξαγωγής εγγράφου (ο Π. Ν.). Κατά των εν λόγω υπ' αριθμ. 469/2009 και 537/2010 (παρεμπίπτοντος και οριστικού) βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 537/2010 οριστικό βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα Κ. Κ. την 27-5-2010, ενώ στον αναιρεσείοντα Π. Ν. επιδόθηκε επίσης την 27-5-2010 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΠΚ. Επακολούθησε την 28-5-2010 επίδοση και στην διορισθείσα αντίκλητό του δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου. Επίδοση του παρεμπίπτοντος υπ' αριθμ. 496/2009 βουλεύματος στους αναιρεσείοντες δεν έλαβε χώρα. Περαιτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν η μεν υπ' αριθμ. 12/2010 την 7η Ιουνίου 2010, η δε υπ' αριθμ. 13/2010 την 9η Ιουνίου 2010. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι με την από 26-5-2010 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 26-5-2010 (ΦΕΚ Α' αρ. 81), διατάχθηκε η αναστολή όλων των δικαστικών υπηρεσιών του Δικαστικού μεγάρου Θεσσαλονίκης, καθώς και των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών του εφετείου, κατά το χρονικό διάστημα από 14 Μαΐου έως4 Ιουνίου 2010. Για τις αιτήσεις αυτές συνετάγησαν, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι υπ' αριθμ. 12/7-6-2010 και 13/9-6-2010 εκθέσεις, όπου διατυπώνονται αναλυτικώς οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη νόμιμης βάσεως και η υπέρβαση εξουσίας. Τέλος το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 537/2010 οριστικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα, επεκτείνονται δε και στο συναφές πλημμέλημα της υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ), ενώ περαιτέρω παραδεκτώς συμπροσβάλλεται και το παρεμπίπτον υπ' αριθμ. 496/2009, βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 4 ΚΠΔ, αναλογικώς εφαρμοζόμενη και επί βουλευμάτων (ΑΠ 971/2006, ΑΠ 2003/2005, ΑΠ 1718/2005). Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητας του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος αυτού να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) Να είναι το πράγμα αυτό ολικώς ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στον δράστη, γ) Η κατοχή του πράγματος αυτού κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, υποκειμενικώς δε δόλια προαίρεση του δράστη, εκδηλούμενη με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που υποδηλώνει εξωτερίκευση της βουλήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα στην ατομική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία τουλάχιστον από τις αναφερόμενες περιοριστικώς στην δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες ή, ανεξαρτήτως από τη συνδρομή κάποιας από τις εν λόγω καταστάσεις ή ιδιότητες, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία ( ΑΠ 90/2010). Κατοχή, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, που διαφέρει εν προκειμένω της αντίστοιχης έννοιας του Αστικού Κώδικα, δεν είναι μόνο η σχέση της φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά τη βούλησή του (ΑΠ 1110/2008). Εξάλλου συναυτουργία, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ, είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της προθέσεως μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, πραγματική εξουσίαση του πράγματος, που συντρέχει όταν επ' αυτού δεν μπορεί να επενεργεί ακωλύτως και κατ' αρέσκεια ένα πρόσωπο, αλλά από κοινού και άλλο ή άλλα, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών (ΑΠ 1112/2009, ΑΠ 1711/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1034 ΑΚ προς μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος απαιτείται παράδοση της νομής αυτού από τον κύριο προς εκείνον που το αποκτά και συμφωνία αμφοτέρων ότι μετατίθεται η κυριότητα. Παράδοση της νομής υπάρχει, κατά το άρθρο 977 ΑΚ, και όταν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι το πράγμα θα παραμείνει στην κατοχή του κυρίου, δυνάμει της έννομης σχέσεως της παρακαταθήκης που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 882 επομ. ΑΚ. Κινητό πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ είναι και το ανώνυμο χρεώγραφο, όπως είναι το γραμμάτιο λαχείου (ΑΠ 52/1978, ΑΠ 1146/1987, ΑΠ 1477/1993). Το εν λόγω ανώνυμο χρεώγραφο δεν είναι απλώς έγγραφο, προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει έννομο γεγονός, αλλά ενσωματώνει το δικαίωμα επί της αναγραφόμενης σ' αυτό παροχής, η οποία συνίσταται αρχικώς μεν στο δικαίωμα συμμετοχής στην εκκύβευση, στην περίπτωση δε επιτυχίας, στο αντίστοιχο κέρδος, οπότε από τον χρόνο της εκκυβεύσεως η αξία του λαχείου που κέρδισε ισούται προς κερδηθέν ποσό, το οποίο ενσωματώνεται σ' αυτό. Επομένως η μετά την επιτυχή εκκύβευση παράνομη ιδιοποίηση του ξένου λαχείου, το οποίο πλέον ανήκει στην κυριότητα του αγοραστή, συνιστά υπεξαίρεση (ΑΠ 911/1972, ΑΠ 378/1982). Τέλος από τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού ιδρύσεως και λειτουργίας κρατικών λαχείων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται η πώληση του γραμματίου του λαχείου με αντιφώνηση της νομής αυτού, ενώ, σε περίπτωση πιστώσεως του τιμήματος του λαχείου, η αναγραφή στο πίσω μέρος του γραμματίου της ενδείξεως "πώληση με πίστωση" επιβάλλεται μόνο όταν πρόκειται να παραδοθεί η να αποσταλεί το γραμμάτιο στον αγοραστή (ΑΠ 1034/1989, ΑΠ 901/2000, πολιτική ). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επί συμβάσεως παρακαταθήκης λαχείου, εφόσον ο θεματοφύλακας δεν έχει εξουσία χρησιμοποιήσεως αυτού, διαπράττει υπεξαίρεση όταν, μετά την εκκύβευση του λαχείου, το ιδιοποιηθεί παρανόμως, εισπράττοντας το ποσό που κερδήθηκε ή παραδίδοντας το λαχείο σε τρίτον, προκειμένου εκείνος (τρίτος) εισπράξει το κερδηθέν ποσό. 3.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ή του Συμβουλίου (ΑΠ 1406/2010, ΑΠ 1095/2007, ΑΠ 842/2007). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμα και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006) και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1359/2010, ΑΠ 1274/2010). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1276/2010, ΑΠ 1074/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 537/2010 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει κατ' είδος και ειδικότερα "από την κατάθεση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που υπάρχουν στην δικογραφία και τις απολογίες των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με το από 28-4-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου Π. Ν., που υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου" (φύλλο 32 του βουλεύματος), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο εκκαλών Ε. Α. ήταν γείτονας και είχε φιλικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Ν., ο οποίος διατηρούσε στη ... ( οδός ... ) πρακτορείο ΠΡΟΠΟ και στοιχημάτων. Ο εκκαλών έπαιρνε συχνά λαχεία από τον πρώτο κατηγορούμενο και έπαιζε ΛΟΤΤΟ και ΤΖΟΚΕΡ, τα δε σχετικά δελτία ή τα πλήρωνε άμεσα ή το πολύ την επόμενη ημέρα. Έκανε δηλαδή κράτηση κάποιων δελτίων και τα πλήρωνε την επόμενη. Τα δελτία που κρατούσε ο πρώτος κατηγορούμενος τα κρατούσε για λογαριασμό του εκκαλούντος και τα φυλούσε σε ιδιαίτερο μέρος. Στις 21-6-2005 και ημέρα Τρίτη ο εκκαλών μετέβη στο πιο πάνω πρακτορείο στοιχημάτων και επέλεξε: α) δέκα πέντε (15) μηχανογραφημένα δελτία (συμπληρωμένα ήδη και προεκτυπωμένα από τον ίδιο τον πράκτορα και πρώτο κατηγορούμενο) για την κλήρωση του παιχνιδιού του ΟΠΑΠ, ΛΟΤΤΟ, της Τετάρτης 22-6-2005 και β) τριάντα (30) μηχανογραφημένα δελτία (συμπληρωμένα ήδη και προεκτυπωμένα από τον ίδιο τον πράκτορα και πρώτο κατηγορούμενο) για την κλήρωση του παιχνιδιού του ΟΠΑΠ, ΤΖΟΚΕΡ, της Πέμπτης 23-6-2005. Τα πιο πάνω δελτία ο εκκαλών τα παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο για να τα επικυρώσει στο μηχάνημα επικύρωσης και τα οποία ο ίδιος ο εκκαλών συμφώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο να τα πληρώσει και να τα λάβει την επόμενη ημέρα. Η παραπάνω διαδικασία ήταν μια συνήθης πρακτική που λάμβανε χώρα μεταξύ του εκκαλούντος και του πράκτορα, όπως άλλωστε συμβαίνει σε πολλά πρακτορεία στην Ελλάδα, προκειμένου για σταθερούς και καλούς πελάτες των πρακτορείων, καθώς υπήρχε σχέση καλής πίστης μεταξύ τους. Ωστόσο, αν και επρόκειτο την Τετάρτη 22-6-2005 το απόγευμα ο εκκαλών να μεταβεί στο πρακτορείο για να παραλάβει τα δελτία που είχε επιλέξει και ήδη είχε επικυρώσει στο μηχάνημα του ο πρώτος κατηγορούμενος το πρωί της ίδιας ημέρας (Τετάρτης), αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθώς τόσο την Τετάρτη όσο και ολόκληρη την Πέμπτη πραγματοποιούσε ο εκκαλών διανομές εκτός πόλης … . Για το λόγο αυτό κατάφερε ο εκκαλών να μεταβεί στο πρακτορείο την Παρασκευή 24-6-2005 για να παραλάβει τα δελτία που είχε επιλέξει. Τότε πληροφορήθηκε από τον ίδιο τov πρώτο κατηγορούμενο ότι το μοναδικό δελτίο που κερδίζει στη δεύτερη κατηγορία της κλήρωσης του ΤΖΟΚΕΡ της 23-6-2005, δηλαδή τo δελτίο με πέντε επιτυχίες, έχει παιχτεί στο πρακτορείο αυτό και ότι ακόμη δεν είχε εμφανισθεί ο νικητής. Το γεγονός αυτό καθώς και η γενικότερη συμπεριφορά του πράκτορα απέναντι του, τον οποίο ο εκκαλών γνωρίζει καιρό, του κίνησε τις υποψίες και παρατήρησε με μεγαλύτερη προσοχή τους αναγραφόμενους κωδικούς επί των δελτίων, καθώς και τον αριθμό των παραδοθέντων σ' αυτόν δελτίων. Ειδικότερα τα (15) δελτία του ΛΟΤΤΟ έφεραν συνεχή αρίθμηση από Μ 00025 έως και το Μ 00027 και από Λ 00027 έως και το Λ 00038 και δεν έλειπε κανένα δελτίο. Ομοίως τα (30) δελτία του ΤΖΟΚΕΡ έφεραν την ακόλουθη αρίθμηση: Α) όσα εκδόθηκαν από το μηχάνημα με στοιχείο Λ, έφεραν συνεχόμενη σειρά αρίθμησης από Λ 00039 έως και Λ 00048 και δεν έλειπε κανένα δελτίο και Β) όσα εκδόθηκαν από το μηχάνημα με στοιχείο Μ, έφεραν συνεχόμενη σειρά αρίθμησης από Μ 00057 έως Μ 00076. Έλειπαν, όμως, τα δελτία με κωδικούς αριθμούς Μ 00058, Μ 00065, Μ 00066, Μ 00068 και Μ 00071. Δηλαδή έλειπαν πέντε (5) από τα συνολικά τριάντα (30) δελτία του ΤΖΟΚΕΡ, που ο εκκαλών επέλεξε και έπαιξε. Ο εκκαλών προβληματισμένος από την έλλειψη των ανωτέρω (5) δελτίων, αλλά και από την ύποπτη συμπεριφορά του πρώτου κατηγορούμενου απέναντί του, προσήλθε στην υπηρεσία της εταιρίας "ΟΠΑΠ Α.Ε" και διαπίστωσε ότι το εν λόγω δελτίο που κερδίζει στη δεύτερη κατηγορία το ποσό των (407.806,78) ευρώ φέρει αρίθμηση Μ 00071, είναι δηλαδή ένα από τα δελτία, που απουσιάζουν από τη δεσμίδα, που είχε επιλέξει ο εκκαλών και ότι το τυχερό πρακτορείο είναι αυτό που διατηρεί ο πρώτος κατηγορούμενος επί της προμνησθείσης οδού. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι κατά την επικύρωση των δελτίων που προηγούνται και έπονται του κερδίζοντος, ήτοι των δελτίων με στοιχεία Μ 00069 (ώρα επικύρωσης 11:22.20'), Μ 00070 (ώρα επικύρωσης 11:22.31'), Μ 00072 (ώρα επικύρωσης 11:22.54'), Μ 00073 (ώρα επικύρωσης 11:23.05'), Μ 00074 (ώρα επικύρωσης 11:23.17'), Μ 00075 (ώρα επικύρωσης 11:23.27'), παρατηρούμε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά μέσο όρο για να εκτυπώσει από τη μηχανή τη σειρά αυτών των δελτίων χρειάζεται χρονικό διάστημα 10'-12' δευτερολέπτων για κάθε δελτίο. Μεταξύ του δελτίου Μ 00070 και του δελτίου Μ 00072 μεσολαβούν είκοσι (23) δευτερόλεπτα, γεγονός που σημαίνει ότι το κερδίζον δελτίο Μ 00071 επικυρώθηκε στο ήμισυ αυτού του χρονικού διαστήματος των (23) δευτερολέπτων, δηλαδή χρειάστηκε και γι' αυτό χρόνος μηχανικής εκτυπώσεως (11,5) δευτερολέπτων. Αυτό αποδεικνύει ότι και το δελτίο Μ 00071, που ανήκε στο πακέτο δελτίων του εκκαλούντος, τα οποία τη στιγμή εκείνη επικύρωνε ο πρώτος κατηγορούμενος με απόλυτη σειρά, χωρίς όμως να τον διακόψει πελάτης, διότι εάν, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε διακόψει τη σταθερά επαναλαμβανόμενη επικύρωση των δελτίων του εκκαλούντος, με παρεμβολή του φερόμενου ως επιλεγέντος από αυτόν Μ 00071 δελτίου, τότε σίγουρα θα χρειαζόταν πολύ περισσότερος χρόνος από το μέσο όρο των 10-12 δευτερολέπτων, δεδομένου ότι απαιτείται σε περίπτωση παρεμβολής τρίτου παίκτη, επί πλέον χρόνος, ο οποίος αναλώνεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σε σύντομη ομιλία παίκτη -πράκτορα, πληρωμή αντίτιμου, επιστροφή ρέστων κλπ, τη στιγμή μάλιστα που ο δεύτερος κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι στο κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα είχε και συναλλαγή για δελτία λαχείου με τον πρώτο κατηγορούμενο, πράκτορα. Αν επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος και το επιβεβαιώνει και ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρόνο εκτυπώσεως των δελτίων του εκκαλούντος, παρεμβαλλόταν, δίδοντας προς επικύρωση στον πρώτο κατηγορούμενο το επιλεγέν από αυτόν Μ 00071 δελτίο, τότε σύμφωνα με τα παραπάνω, θα είχε διακοπεί χρονικά η φυσική ροή εκτυπώσεως των δελτίων και θα απαιτούνταν, δηλαδή στην υποθετική αυτή περίπτωση χρονικό διάστημα τουλάχιστον 1-2 λεπτών μεταξύ της εκτύπωσης του δελτίου Μ 00070 και του δελτίου Μ 00072, χρονική διαφορά που όμως δεν υπήρξε και δεν αποτυπώθηκε στα δελτία αυτά. Εκ των ανωτέρω συνάγεται αβίαστα ότι το δελτίο Μ 00071 επικυρώθηκε μαζί με τα υπόλοιπα δελτία του εκκαλούντος, συνεχώς και χωρίς καμία απολύτως παρεμβολή τρίτου παίκτη και δη του δεύτερου κατηγορούμενου- Εξάλλου ο ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορούμενου, ότι ενώ είναι συνταξιούχος δικηγόρος και κάτοικος … τις πρωϊνές ώρες της 22-6-2005 βρισκόταν στην ... για κληρονομικές υποθέσεις μιας ξαδέλφης του και σχεδόν συγχρόνως το πρωί εκείνο βρισκόταν και στο πρακτορείο του πρώτου κατηγορούμενου και κατά το κρίσιμο τετράλεπτο που εκτυπώνονταν το πακέτο των δελτίων ΤΖΟΚΕΡ του εκκαλούντος, έπαιξε εμβόλιμα το τυχερό δελτίο, κρίνεται αόριστος και ουσιαστικά αβάσιμος, καθότι το τυχερό δελτίο ανήκε στη δεσμίδα των (30) δελτίων ΤΖΟΚΕΡ που είχε επιλέξει ο εκκαλών και φύλασσε, σύμφωνα με τη συμφωνία τους, ο πρώτος κατηγορούμενος και έτσι ήταν αδύνατο να το επιλέξει τρίτος παίκτης. Επειδή από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται κατά την κρίση μας ενόψει και των σημειωθέντων στη μείζονα σκέψη, ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων Π. Ν. και Κ. Κ. στοιχειοθετεί 1) τη νομοτυπική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, από κοινού κατά αμφοτέρων των κατηγορουμένων, αφού προέκυψε ότι: α) το τυχερό δελτίο ΤΖΟΚΕΡ ανήκε κατά κυριότητα και νομή στον εκκαλούντα, που με συμφωνία παρακαταθήκης το φύλασσε για λογαριασμό του εκκαλούντος ο πρώτος κατηγορούμενος στο πρακτορείο του β) με κοινή απόφαση και συμπαιγνία αμφοτέρων των κατηγορουμένων, αφού αυτοί γνωρίζονταν επειδή ο πρώτος ήταν πελάτης του δεύτερου όταν ο τελευταίος ήταν εν ενεργεία δικηγόρος, αυτοί ιδιοποιήθηκαν το χρηματικό ποσό των (407.806,78) ευρώ, με την απόκρυψη από τον πρώτο κατηγορούμενο του τυχερού δελτίου από τη δεσμίδα των δελτίων του εκκαλούντος και την παράδοση στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος προσήλθε, ως δήθεν νόμιμος κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού, στην εταιρία "ΟΠΑΠ Α.Ε." και έλαβε το ανωτέρω ποσό, που έχει κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγο του στην Εμπορική Τράπεζα και 2) τη νομοτυπική μορφή της υπεξαγωγής εγγράφου κατά του πρώτου κατηγορούμενου, αφού προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απέκρυψε το τυχερό δελτίο του ΤΖΟΚΕΡ και δεν το παρέδωσε στον κύριο και νομέα αυτού εκκαλούντα, με σκοπό να τον βλάψει, ιδιοποιούμενος, με κοινό δόλο με τον δεύτερο κατηγορούμενο, παράνομα το κέρδος του τυχερού δελτίου. Συνακόλουθα, αφού υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη κατηγορίας εναντίον του πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, από κοινού και εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου για υπεξαγωγή εγγράφων, πρέπει (άρθρα 309 παρ.1 στοιχ. ε και 313 του Κ.Π.Δ.) να παραπεμφθούν για να δικαστούν ως υπαίτιοι των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α , 27 παρ.1, 45, 51, 52, 53, 60, 61, 79, 94 παρ.1, 222 και 375 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Π.Κ., όπως ισχύουν σήμερα, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, το οποίο είναι καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1, 128 παρ.1 και 122 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Δηλαδή, η υπό κρίση έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ε. Α. πρέπει να γίνει και κατ' ουσίαν δεκτή. Με βάση όλα αυτά τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της παραπάνω αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου, αξίας μεγαλύτερης των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, που συνίσταται στο ότι στη … την 23-6-2005 με κοινή απόφαση ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, το οποίο περιήλθε στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο, αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ και ειδικότερα: Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Ν., ως ιδιοκτήτης πρακτορείου στοιχημάτων, ο οποίος στις 21.6.2005 συμφώνησε με τον εγκαλούντα Ε. Α. του Κ., κάτοικο ..., την πώληση σ'αυτόν 15 δελτίων για την κλήρωση του ΛΟΤΤΟ και 30 δελτίων για την κλήρωση του ΤΖΟΚΕΡ, με τη συμφωνία να τα κρατήσει για λογαριασμό του και να καταβάλει το αντίτιμό τους τις επόμενες ημέρες, όπως συνηθιζόταν στις μεταξύ τους συναλλαγές, ιδιοποιήθηκε, μετά από συναπόφαση με το δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Κ., το υπ' αριθμ. Μ 00071, δελτίο δεύτερης κατηγορίας ΤΖΟΚΕΡ, το οποίο συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των δελτίων που είχε κρατήσει προς φύλαξη ο πρώτος κατηγορούμενος για λογαριασμό του πιο πάνω εγκαλούντος στις 21.6.2005, κατόπιν συμφωνίας τους, μεταξύ και άλλων δελτίων ΤΖΟΚΕΡ-ΛΟΤΤΟ, προκειμένου ο εγκαλών να τα παραλάβει και να τα πληρώσει εντός των προσεχών ημερών, το οποίο (δελτίο) κατά την κλήρωση της 23.6.2005 κέρδισε το ποσό των 407.806,78 ευρώ, το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε, παράνομα μαζί με το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος (δεύτερος κατηγορούμενος) το εισέπραξε από την εταιρία "ΟΠΑΠ ΑΕ" κατόπιν συμπαιγνίας με τον πρώτο κατηγορούμενο, τυπικά στο όνομά του, ως δήθεν νόμιμος κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος κατά συναυτουργία, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27, 45 και 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Από την αναφορά στο αιτιολογικό του προσβαλλομένου υπ' αριθμ. 537/2010 βουλεύματος ότι το Συμβούλιο, για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, έλαβε υπόψη του "την κατάθεση του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, τις απολογίες των κατηγορουμένων" καθώς και το από 28-4-2009 υπόμνημα του αναιρεσείοντα Π. Ν., καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ορισμένα από αυτά όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. β) Στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, περιγράφονται αναλυτικά τόσο ο τρόπος, όσο και το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως το οποίο προσδιορίζεται στο υπ' αριθμ. 00071 δελτίο δεύτερης κατηγορίας ΤΖΟΚΕΡ, καθώς και στο ποσό των 407.806,78 ευρώ, το οποίο κερδήθηκε κατά την εκκύβευση της 23-6-2005, και στη συνέχεια εισπράχθηκε από τον αναιρεσείοντα Κ. Κ., τυπικά στο όνομά του, στην πραγματικότητα όμως για λογαριασμό και των δύο αναιρεσειόντων, ενώ από τις παραδοχές του βουλεύματος, οι οποίες, ως προς το σημείο αυτό, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, καθαρά προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως είναι η 23η Ιουνίου 2005. γ) Τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό του βουλεύματος ρητώς ορίζεται ότι αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι το υπ' αριθμ. Μ 00071 δελτίο δεύτερης κατηγορίας ΤΖΟΚΕΡ, το οποίο (δελτίο) κατά την εκκύβευση της 23-6-2005 κέρδισε το ποσό των 407.806,78 ευρώ, που στη συνέχεια εισέπραξαν οι αναιρεσείοντες κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο βούλευμα και ακολούθως το ιδιοποιήθηκαν παρανόμως. Επομένως δεν παρατηρείται καμία αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. δ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να περιγράφεται ο τρόπος διενέργειας του τυχερού παιγνίου ΤΖΟΚΕΡ, ενώ με πληρότητα περιγράφονται το περιεχόμενο και οι όροι της συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντα Π. Ν. και του εγκαλούντα-πολιτικώς ενάγοντα Ε. Α., στα πλαίσια της οποίας, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, ο εν λόγω αναιρεσείων κατέστη κάτοχος του επιδίκου υπ' αριθμ. 00071 δελτίου με προαντιφώνηση της νομής. ε) Με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι το τυχερό δελτίο ΤΖΟΚΕΡ ανήκε κατά κυριότητα και νομή στον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα, που με συμφωνία παρακαταθήκης κατείχε και φύλασσε για λογαριασμό εκείνου (εγκαλούντα) ο αναιρεσείων Π. Ν., καθώς και ότι με κοινή απόφαση και συμπαιγνία, αφενός μεν ιδιοποιήθηκαν παρανόμως το δελτίο αυτό μετά την επιτυχή εκκύβευσή του, αφετέρου δε στη συνέχεια ιδιοποιήθηκαν παρανόμως και το κερδηθέν ποσό των 407.806,78 ευρώ, εισπράττοντας αυτό τυπικά μεν στο όνομα του αναιρεσείοντα Κ. Κ., στην πραγματικότητα όμως για λογαριασμό και των δύο, αιτιολογείται πλήρως και η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν συγκάτοχοι τόσο του επιδίκου υπ' αριθμ. 00071 δελτίου ΤΖΟΚΕΡ, όσο και του κερδηθέντος ποσού των 407.806,78 ευρώ, ενεργούσαν δε με κοινή συναπόφαση, ως συγκάτοχοι, λόγω της μεταξύ τους υφισταμένης ιδιαίτερης σχέσεως, καθώς και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δεν ήταν δε απαραίτητη η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες συναυτουργούς, αλλά αρκούσε η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των διαλαμβανομένων σ' αυτό περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί (ΑΠ 1711/2008). Επομένως οι συναφείς περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων των αναιρεσειόντων αναφορικά με την πράξη της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές στις κρινόμενες αιτήσεις διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. 5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. 1 ΚΠΔ ένδικο μέσο δικαιούται να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε αυτό το δικαίωμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1 και 474 ΚΠΔ, που καθορίζουν τον τρόπο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 148 και 151, στην πρώτη από τις οποίες δίδεται η έννοια της εκθέσεως και στη δεύτερη καθορίζεται το περιεχόμενό της, προκύπτει ότι στην έκθεση που συντάσσεται για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, επομένως και αυτού της εφέσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται και η ιδιότητα εκείνη του προσώπου που προβαίνει στη δήλωση για την άσκηση του ενδίκου μέσου, η οποία το νομιμοποιεί προς τούτο. Η αναφορά αυτή δεν είναι αναγκαίο να είναι ρητή και να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί να συνάγεται, όμως, με σαφήνεια, έστω και εμμέσως, από όλο το περιεχόμενο της εκθέσεως (λόγοι εφέσεως κ.λ.π.), αποκλειομένης όμως της δυνατότητας προσφυγής σε άλλα, έξω από την έκθεση, στοιχεία της δικογραφίας (Ολομ.ΑΠ 36/1994, ΑΠ 2047/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 8/25.2.2009 εκθέσεως εφέσεως του εκκαλούντα Ε. Α. κατά του υπ' αριθμ. 95/2009 πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αυτός (εκκαλών) δεν εκθέτει ρητώς και ευθέως την ιδιότητα με την οποία ασκεί το εν λόγω ένδικο μέσο. Όμως από το όλο περιεχόμενο της εκθέσεως αυτής και κυρίως από τις φράσεις: "... Είναι επομένως φανερό, εξ όλων των ανωτέρω ότι το κίνητρο για τη διάπραξη των κακουργηματικών εγκλημάτων εις βάρος μου από αμφοτέρους τους κατηγορουμένους ...", καθίσταται φανερό ότι ο ανωτέρω Ε. Α. την εν λόγω υπ' αριθμ. 8/25-2-2009 έφεσή του άσκησε με την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγοντα, δηλαδή ως αμέσως βλαβέντα από την καταγγελλόμενη αξιόποινη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων. Το σημείο όμως της εκθέσεως, από το οποίο καταφαίνεται χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία ότι την ανωτέρω έφεσή του άσκησε ο εν λόγω Ε. Α. με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντα, εντοπίζεται στην τελευταία σελίδα αυτής (13) στην οποία διαλαμβάνεται ότι η παρούσα έφεσή του είναι "νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΚΠΔ", στο οποίο ορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα η άσκηση εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Με τα δεδομένα αυτά ο συναφής περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντα Π. Ν. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 6.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, όπως ισχύουν, το αξιόποινο του εγκλήματος εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370 στοιχ. β' και 485 ΚΠΔ, συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως συμβουλίου, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή τυπικά για το λόγο ότι ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 Ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει, προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων, στο άρθρο 511 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 Ν. 3160/2003 (ΑΠ 1308/2010, ΑΠ 2140/2006, ΑΠ 1023/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Π. Ν. παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, προκειμένου να δικασθεί και για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφου, το οποίο στο προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 537/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης αναφέρεται ότι τελέσθηκε την 23-6-2005, προβλέπεται δε και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 222 ΠΚ). Επομένως το αξιόποινο της πράξεως αυτής έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από τον χρόνο τελέσεώς της ( 23-6-2005) μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει στο διάστημα αυτό κάποιος νόμιμος λόγος αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν τούτων, εφόσον η κρινόμενη αίτηση κρίνεται παραδεκτή και παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών από την τέλεση της παραπάνω πράξεως του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Π. Ν., πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 537/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορά την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε για την πράξη αυτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 537/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Β) Να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον του κατηγορουμένου Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στη … την 23-6-2005 σε βάρος του εγκαλούντος Ε. Α. του Κ., κατοίκου .... Και Γ) Να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι υπ' αριθμ. 12/7-6-2010 και 13/9-6-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Π. Ν. του Χ. και Κ. Κ. του Γ., αντιστοίχως, κατοίκων ... κατά των υπ' αριθμ. 537/2010 και 496/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Αθήνα Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση οι 12/7.6.2010 και 13/9.6.2010 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Π. Ν. του Χ. και Κ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., κατά των 537/2010 και 496/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το πρώτο των οποίων, αφού έγινε δεκτή και ως ουσία βάσιμη η 8/25.2.2009 έφεση του μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντος Ε. Α., η οποία κρίθηκε παραδεκτή (τυπικά δεκτή) με το δεύτερο πιο πάνω παρεμπίπτον 496/2009 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, κατά του 95/2009 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης για να δικαστούν ως υπαίτιοι τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, και οι δυο, ο δε πρώτος και της υπεξαγωγής εγγράφου. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ.α' του άρθρου 375 ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά, ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσης του στον ιδιοκτήτη. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρου 375 ΠΚ) όπως τούτο προστέθηκε με το όρθρο 14 παρ. 3α' του ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μίας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου (παρ.2 του αυτού ως άνω όρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδας (73.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση" προστέθηκε με το όρθρο 14 παρ. 3 β' του Μ. 2721/1999. Κατοχή δε, κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, που διαφέρει εν προκειμένω της αντίστοιχης έννοιας του ΑΚ, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 45 του ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια, αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του αυτού εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ της ιδιαίτερης σχέσης και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός οπό τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί η αναφορά στο βούλευμα των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1034 ΑΚ προς μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος απαιτείται παράδοση της νομής αυτού από τον κύριο προς εκείνον που το αποκτά και συμφωνία αμφοτέρων ότι μετατίθεται η κυριότητα. Παράδοση της νομής υπάρχει, κατά το άρθρο 977 ΑΚ, και όταν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι το πράγμα θα παραμείνει στην κατοχή του κυρίου, δυνάμει της έννομης σχέσεως της παρακαταθήκης που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 882 επομ. ΑΚ. Κινητό πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ είναι και το ανώνυμο χρεώγραφο, όπως είναι το γραμμάτιο του λαχείου ή το δελτίο του αριθμολαχείου (ΤΖΟΚΕΡ). Το εν λόγω ανώνυμο χρεώγραφο δεν είναι απλώς έγγραφο, προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει έννομο γεγονός, αλλά ενσωματώνει το δικαίωμα επί της αναγραφόμενης σ' αυτό παροχής, η οποία συνίσταται αρχικώς μεν στο δικαίωμα συμμετοχής στην εκκύβευση, στην περίπτωση δε επιτυχίας, στο αντίστοιχο κέρδος, οπότε από τον χρόνο της εκκυβεύσεως η αξία του λαχείου ή του αριθμολαχείου που κέρδισε ισούται προς κερδηθέν ποσό, το οποίο ενσωματώνεται σ αυτό. Επομένως η μετά την επιτυχή εκκύβευση παράνομη ιδιοποίηση του ξένου λαχείου ή του αριθμολαχείου, το οποίο πλέον ανήκει στην κυριότητα του αγοραστή, συνιστά υπεξαίρεση. Τέλος από τις οικείες διατάξεις του κανονισμού ίδρυσης και λειτουργίας του αριθμολαχείου, που δε διαφέρουν, κατά τούτο, από εκείνες του κανονισμού ίδρυσης και λειτουργίας κρατικών λαχείων, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται η πώληση του δελτίου αριθμολαχείου (ΤΖΟΚΕΡ) με αντιφώνηση της νομής αυτού, ενώ, σε περίπτωση πίστωσης του τιμήματος του αριθμολαχείου, η αναγραφή στο πίσω μέρος του δελτίου της ένδειξης "πώληση με πίστωση" επιβάλλεται μόνον όταν πρόκειται να παραδοθεί ή ν' αποσταλεί το δελτίου στον αγοραστή. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι επί συμβάσεως παρακαταθήκης αριθμολαχείου ή λαχείου, εφόσον ο θεματοφύλακας δεν έχει εξουσία χρησιμοποίησης αυτού, διαπράττει υπεξαίρεση όταν, μετά την εκκύβευση του αριθμολαχείου (ΤΖΟΚΕΡ), το ιδιοποιηθεί παράνομα, εισπράττοντας το ποσό που κερδήθηκε ή παραδίδοντας το αριθμολαχείο σε τρίτον, προκειμένου εκείνος (τρίτος) να εισπράξει το κερδηθέν ποσό. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφερόντα, σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά το οποία προέκυψαν οπό την ανάκριση. ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγνωση ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαιρούνται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Λόγο αναίρεσης, εξάλλου, παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υφίσταται, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπε, να ασκήσει τη διαδικασία που του παρέχει, ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκησή της, προϋποθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο 537/2010 βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών Ε. Α. ήταν γείτονας και είχε φιλικές σχέσεις με τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Ν., ο οποίος διατηρούσε στη ... (οδός ...) πρακτορείο ΠΡΟΠΟ και στοιχημάτων. Ο εκκαλών έπαιρνε συχνά λαχεία από τον πρώτο κατηγορούμενο και έπαιζε ΛΟΤΤΟ και ΤΖΟΚΕΡ, τα δε σχετικά δελτία ή τα πλήρωνε άμεσα ή το πολύ την επόμενη ημέρα. Έκανε δηλαδή κράτηση κάποιων δελτίων και τα πλήρωνε την επόμενη. Τα δελτία που κρατούσε ο πρώτος κατηγορούμενος τα κρατούσε για λογαριασμό του εκκαλούντος και τα φυλούσε σε ιδιαίτερο μέρος. Στις 21-6-2005 και ημέρα Τρίτη ο εκκαλών μετέβη στο πιο πάνω πρακτορείο στοιχημάτων και επέλεξε: α) δέκα πέντε (15) μηχανογραφημένα δελτία (συμπληρωμένα ήδη και προεκτυπωμένα από τον ίδιο τον πράκτορα και πρώτο κατηγορούμενο) για την κλήρωση του παιχνιδιού του ΟΠΑΠ, ΛΟΤΤΟ, της Τετάρτης 22-6-2005 και β) τριάντα (30) μηχανογραφημένα δελτία (συμπληρωμένα ήδη και προεκτυπωμένα από τον ίδιο τον πράκτορα και πρώτο κατηγορούμενο) για την κλήρωση του παιχνιδιού του ΟΠΑΠ, ΤΖΟΚΕΡ, της Πέμπτης 23-6-2005. Τα πιο πάνω δελτία ο εκκαλών τα παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο για να τα επικυρώσει στο μηχάνημα επικύρωσης και τα οποία ο ίδιος ο εκκαλών συμφώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο να τα πληρώσει και να τα λάβει την επόμενη ημέρα. Η παραπάνω διαδικασία ήταν μια συνήθης πρακτική που λάμβανε χώρα μεταξύ του εκκαλούντος και του πράκτορα, όπως άλλωστε συμβαίνει σε πολλά πρακτορεία στην Ελλάδα, προκειμένου για σταθερούς και καλούς πελάτες των πρακτορείων, καθώς υπήρχε σχέση καλής πίστης μεταξύ τους. Ωστόσο, αν και επρόκειτο την Τετάρτη 22-6-2005 το απόγευμα ο εκκαλών να μεταβεί στο πρακτορείο για να παραλάβει τα δελτία που είχε επιλέξει και ήδη είχε επικυρώσει στο μηχάνημα του ο πρώτος κατηγορούμενος το πρωί της ίδιας ημέρας (Τετάρτης), αυτό δεν κατέστη εφικτό, καθώς τόσο την Τετάρτη όσο και ολόκληρη την Πέμπτη πραγματοποιούσε ο εκκαλών διανομές εκτός πόλης … . Για το λόγο αυτό κατάφερε ο εκκαλών να μεταβεί στο πρακτορείο την Παρασκευή 24-6-2005 για να παραλάβει τα δελτία που είχε επιλέξει. Τότε πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον πρώτο κατηγορούμενο ότι το μοναδικό δελτίο που κερδίζει στη δεύτερη κατηγορία της κλήρωσης του ΤΖΟΚΕΡ της 23-6-2005, δηλαδή το δελτίο με πέντε επιτυχίες, έχει παιχτεί στο πρακτορείο αυτό και ότι ακόμη δεν είχε εμφανισθεί ο νικητής. Το γεγονός αυτό καθώς και η γενικότερη συμπεριφορά του πράκτορα απέναντι του, τον οποίο ο εκκαλών γνωρίζει καιρό, του κίνησε τις υποψίες και παρατήρησε με μεγαλύτερη προσοχή τους αναγραφόμενους κωδικούς επί των δελτίων, καθώς και τον αριθμό των παραδοθέντων σ' αυτόν δελτίων. Ειδικότερα τα (15) δελτία του ΛΟΤΤΟ έφεραν συνεχή αρίθμηση από Μ 00025 έως και το Μ 00027 και από Λ 00027 έως και το Λ 00038 και δεν έλειπε κανένα δελτίο. Ομοίως τα (30) δελτία του ΤΖΟΚΕΡ έφεραν την ακόλουθη αρίθμηση: Α) όσα εκδόθηκαν από το μηχάνημα με στοιχείο Λ, έφεραν συνεχόμενη σειρά αρίθμησης από Λ 00039 έως και Λ 00048 και δεν έλειπε κανένα δελτίο και Β) όσα εκδόθηκαν από το μηχάνημα με στοιχείο Μ, έφεραν συνεχόμενη σειρά αρίθμησης από Μ 00057 έως Μ 00076. Έλειπαν, όμως, τα δελτία με κολικούς αριθμούς Μ 00058, Μ 00065, Μ 00066, Μ 00068 και Μ 00071. Δηλαδή έλειπαν πέντε (5) από τα συνολικά τριάντα (30) δελτία του ΤΖΟΚΕΡ, που ο εκκαλών επέλεξε και έπαιξε. Ο εκκαλών προβληματισμένος από την έλλειψη των ανωτέρω (5) δελτίων, αλλά και από την ύποπτη συμπεριφορά του πρώτου κατηγορούμενου απέναντι του, προσήλθε στην υπηρεσία της εταιρίας "ΟΠΑΠ Α.Ε." και διαπίστωσε ότι το εν λόγω δελτίο που κερδίζει στη δεύτερη κατηγορία το ποσό των (407.806,78) ευρώ φέρει αρίθμηση Μ 00071, είναι δηλαδή ένα από τα δελτία, που απουσιάζουν από τη δεσμίδα, που είχε επιλέξει ο εκκαλών και ότι το τυχερό πρακτορείο είναι αυτό που διατηρεί ο πρώτος κατηγορούμενος επί της προμνησθείσης οδού. Περαιτέρω, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι κατά την επικύρωση των δελτίων που προηγούνται και έπονται του κερδίζοντος, ήτοι των δελτίων με στοιχεία Μ 00069 (ώρα επικύρωσης 11:22.20'), Μ 00070 (ώρα επικύρωσης 11:22.31"), Μ 00072 (ώρα επικύρωσης 11:22.54"), Μ 00073 (ώρα επικύρωσης 11:23.05"), Μ 00074 (ώρα επικύρωσης 11:23.17"), Μ 00075 (ώρα επικύρωσης 11:23.27"), παρατηρούμε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά μέσο όρο για να εκτυπώσει από τη μηχανή τη σειρά αυτών των δελτίων χρειάζεται χρονικό διάστημα 10'-12' δευτερολέπτων για κάθε δελτίο. Μεταξύ του δελτίου Μ 00070 και του δελτίου Μ 00072 μεσολαβούν είκοσι (23) δευτερόλεπτα, γεγονός που σημαίνει ότι το κερδίζον δελτίο Μ 00071 επικυρώθηκε στο ήμισυ αυτού του χρονικού διαστήματος των (23) δευτερολέπτων, δηλαδή χρειάστηκε και γι' αυτό χρόνος μηχανικής εκτυπώσεως (11,5) δευτερολέπτων. Αυτό αποδεικνύει ότι και το δελτίο Μ 00071, που ανήκε στο πακέτο δελτίων του εκκαλούντος, τα οποία τη στιγμή εκείνη επικύρωνε ο πρώτος κατηγορούμενος με απόλυτη σειρά, χωρίς όμως να τον διακόψει πελάτης, διότι εάν, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε διακόψει τη σταθερά επαναλαμβανόμενη επικύρωση των δελτίων του εκκαλούντος, με παρεμβολή του φερόμενου ως επιλεγέντος από αυτόν Μ 00071 δελτίου, τότε σίγουρα θα χρειαζόταν πολύ περισσότερος χρόνος από το μέσο όρο των 10-12 δευτερολέπτων, δεδομένου ότι απαιτείται σε περίπτωση παρεμβολής τρίτου παίκτη, επί πλέον χρόνος, ο οποίος αναλώνεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρα και λογικής, σε σύντομη ομιλία παίκτη-πράκτορα, πληρωμή αντίτιμου, επιστροφή ρέστων κλπ, τη στιγμή μάλιστα που ο δεύτερος κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι στο κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα είχε και συναλλαγή για δελτία λαχείου με τον πρώτο κατηγορούμενο, πράκτορα. Αν επομένως ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος και το επιβεβαιώνει και ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρόνο εκτυπώσεως των δελτίων του εκκαλούντος, παρεμβαλλόταν, δίδοντας προς επικύρωση στον πρώτο κατηγορούμενο το επιλεγέν από αυτόν Μ 00071 δελτίο, τότε σύμφωνα με τα παραπάνω, θα είχε διακοπεί χρονικά η φυσική ροή εκτυπώσεως των δελτίων και θα απαιτούνταν, δηλαδή στην υποθετική αυτή περίπτωση χρονικό διάστημα τουλάχιστον 1-2 λεπτών μεταξύ της εκτύπωσης του δελτίου Μ 00070 και του δελτίου Μ 00072, χρονική διαφορά που όμως δεν υπήρξε και δεν αποτυπώθηκε στα δελτία αυτά. Εκ των ανωτέρω συνάγεται αβίαστα ότι το δελτίο Μ 00071 επικυρώθηκε μαζί με τα υπόλοιπα δελτία του εκκαλούντος, συνεχώς και χωρίς καμία απολύτως παρεμβολή τρίτου παίκτη και δη του δεύτερου κατηγορούμενου- Εξάλλου ο ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορούμενου, ότι ενώ είναι συνταξιούχος δικηγόρος και κάτοικος … τις πρωϊνές ώρες της 22-6-2005 βρισκόταν στην ... για κληρονομικές υποθέσεις μιας ξαδέλφης του και σχεδόν συγχρόνως το πρωί εκείνο βρισκόταν και στο πρακτορείο του πρώτου κατηγορούμενου και κατά το κρίσιμο τετράλεπτο που εκτυπώνονταν το πακέτο των δελτίων ΤΖΟΚΕΡ του εκκαλούντος, έπαιξε εμβόλιμα το τυχερό δελτίο, κρίνεται αόριστος και ουσιαστικά αβάσιμος, καθότι το τυχερό δελτίο ανήκε στη δεσμίδα των (30) δελτίων ΤΖΟΚΕΡ που είχε επιλέξει ο εκκαλών και φύλασσε, σύμφωνα με τη συμφωνία τους, ο πρώτος κατηγορούμενος και έτσι ήταν αδύνατο να το επιλέξει τρίτος παίκτης. Επειδή από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται κατά την κρίση μας ενόψει και των σημειωθέντων στη μείζονα σκέψη, ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων Π. Ν. και Κ. Κ. στοιχειοθετεί: 1) τη νομοτυπική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, από κοινού κατά αμφοτέρων των κατηγορουμένων, αφού προέκυψε ότι: α) το τυχερό δελτίο ΤΖΟΚΕΡ ανήκε κατά κυριότητα και νομή στον εκκαλούντα, που με συμφωνία παρακαταθήκης το φύλασσε για λογαριασμό του εκκαλούντος ο πρώτος κατηγορούμενος στο πρακτορείο του, β) με κοινή απόφαση και συμπαιγνία αμφοτέρων των κατηγορουμένων, αφού αυτοί γνωρίζονταν επειδή ο πρώτος ήταν πελάτης του δεύτερου όταν ο τελευταίος ήταν εν ενεργεία δικηγόρος, αυτοί ιδιοποιήθηκαν το χρηματικό ποσό των (407.806,78) ευρώ, με την απόκρυψη από τον πρώτο κατηγορούμενο του τυχερού δελτίου από τη δεσμίδα των δελτίων του εκκαλούντος και την παράδοση στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος προσήλθε, ως δήθεν νόμιμος κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού, στην εταιρία "ΟΠΑΠ Α.Ε." και έλαβε το ανωτέρω ποσό, που έχει κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγο του στην Εμπορική Τράπεζα και 2) τη νομοτυπική μορφή της υπεξαγωγής εγγράφου κατά του πρώτου κατηγορουμένου, αφού προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος απέκρυψε το τυχερό δελτίο του ΤΖΟΚΕΡ και δεν το παρέδωσε στον κύριο και νομέα αυτού εκκαλούντα, με σκοπό να τον βλάψει, ιδιοποιούμενος, με κοινό δόλο με τον δεύτερο κατηγορούμενο, παράνομα το κέρδος του τυχερού δελτίου". Ενόψει τούτων, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, συνιστάμενη, ειδικότερα, στο ότι "Στη … την 23-6-2005 με κοινή απόφαση ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, το οποίο περιήλθε στην κατοχή τους με οποιονδήποτε τρόπο, αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ και ειδικότερα: Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Ν., ως ιδιοκτήτης πρακτορείου στοιχημάτων, ο οποίος στις 21.6.2005 συμφώνησε με τον εγκαλούντα Ε. Α. του Κ., κάτοικο ..., την πώληση σ' αυτόν 15 δελτίων για την κλήρωση του ΛΟΤΤΟ και 30 δελτίων για την κλήρωση του ΤΖΟΚΕΡ, με τη συμφωνία να τα κρατήσει για λογαριασμό του και να καταβάλει το αντίτιμο τους τις επόμενες ημέρες, όπως συνηθιζόταν στις μεταξύ τους συναλλαγές, ιδιοποιήθηκε, μετά από συναπόφαση με το δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Κ., το υπ' αριθμ. Μ 00071, δελτίο δεύτερης κατηγορίας ΤΖΟΚΕΡ, το οποίο συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των δελτίων που είχε κρατήσει προς φύλαξη ο πρώτος κατηγορούμενος για λογαριασμό του πιο πάνω εγκαλούντος στις 21.6.2005, κατόπιν συμφωνίας τους, μεταξύ και άλλων δελτίων ΤΖΟΚΕΡ-ΛΟΤΤΟ, προκειμένου ο εγκαλών να τα παραλάβει και να τα πληρώσει εντός των προσεχών ημερών, το οποίο (δελτίο) κατά την κλήρωση της 23.6.2005 κέρδισε το ποσό των 407.806,78 ευρώ, το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε, παράνομα μαζί με το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος (δεύτερος κατηγορούμενος) το εισέπραξε από την εταιρία "ΟΠΑΠ ΑΕ" κατόπιν συμπαιγνίας με τον πρώτο κατηγορούμενο, τυπικά στο όνομα του, ως δήθεν νόμιμος κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχτηκε, ως ουσία βάσιμη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντα, εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης 95/2009 και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, για να δικαστούν για την παραπάνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, διέλαβε σ' αυτό την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α', 27 παρ.1, 45, 375 παρ.1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι το βούλευμά του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην κρίση του ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος-μηνυτή, καταθέσεις μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων) και το, από 28.4.2009, υπόμνημα του αναιρεσείοντος Π. Ν.. Άρα η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Περαιτέρω, τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό του βουλεύματος ρητά ορίζεται ότι αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι το με αριθμό Μ 00071 δελτίο δεύτερης κατηγορίας ΤΖΟΚΕΡ, το οποίο κατά την εκκύβευση της 23.6.2005 κέρδισε το ποσό των 407.806,78 ευρώ, που στη συνέχεια εισέπραξαν οι αναιρεσείοντες κατά τον τρόπο που διαλαμβάνεται στο βούλευμα και ακολούθως το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Έτσι καμία αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και διατακτικού του βουλεύματος υφίσταται, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ενώ, πλήρως, αιτιολογείται η παραδοχή ότι χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης είναι η 23.6.2005. Επίσης, πλήρως, αιτιολογείται και η παραδοχή ότι ο μηνυτής κατέστη κάτοχος του πιο πάνω αριθμολαχείου Μ 00071 με προαντιφώνηση της νομής και ο αναιρεσείων Π. Ν. θεματοφύλακας τούτου, καθώς και η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν συγκάτοχοι τόσο του προδιαληφθέντος αριθμολαχείο (δελτίου ΤΖΟΚΕΡ) Μ 00071, όσο και του κερδηθέντος ποσού των 407.806,78 ευρώ και ότι αυτοί ενεργούσαν με κοινή συναπόφαση, ως συγκάτοχοι, λόγω της μεταξύ τους υφιστάμενης ιδιαίτερης σχέσης, καθώς και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να περιγράφεται ο τρόπος διενέργειας του τυχερού παιγνίου ΤΖΟΚΕΡ, αλλ' ούτε και η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες συναυτουργούς, αλλά αρκούσε η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των διαλαμβανόμενων σ' αυτό περιστατικών, δυνάμει των οποίων το Συμβούλιο δέχτηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στην τέλεση του πιο πάνω εγκλήματος, ως συναυτουργοί. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες. Ενόψει των παραπάνω, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου της ουσίας και, συνεπώς, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίες σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. 1 ΚΠΔ ένδικο μέσο δικαιούται να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε αυτό το δικαίωμα, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1 και 474 ΚΠΔ, που καθορίζουν τον τρόπο άσκησης του ενδίκου μέσου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 148 και 151, στην πρώτη από τις οποίες δίδεται η έννοια της έκθεσης και στη δεύτερη καθορίζεται το περιεχόμενο της, προκύπτει ότι στην έκθεση που συντάσσεται για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, επομένως και αυτού της έφεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται και η ιδιότητα εκείνη του προσώπου που προβαίνει στη δήλωση για την άσκηση του ενδίκου μέσου, η οποία το νομιμοποιεί προς τούτο. Η αναφορά αυτή δεν είναι αναγκαίο να είναι ρητή και να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί να συνάγεται, όμως, με σαφήνεια, έστω και εμμέσως, από όλο το περιεχόμενο της έκθεσης (λόγοι έφεσης κλπ), αποκλειομένης όμως της δυνατότητας προσφυγής σε άλλα, έξω από την έκθεση, στοιχεία της δικογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 8/25.2.2009 έκθεσης έφεσης του μηνυτή-εκκαλούντα Ε. Α. κατά του 95/2009 πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά την επιτρεπτώς από τον Άρειο Πάγο επισκόπησή της, ο τελευταίος δεν εκθέτει ρητά και ευθέως την ιδιότητα με την οποία ασκεί το εν λόγω ένδικο μέσο. Από το όλο, όμως, περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης και ιδίως από τις φράσεις "... Είναι επομένως φανερό, εξ όλων των ανωτέρω ότι το κίνητρο για τη διάπραξη των κακουργηματικών εγκλημάτων εις βάρος μου από αμφοτέρους τους κατηγορουμένως ...", καθίσταται φανερό ότι ο προδιαληφθείς Ε. Α. την εν λόγω έφεσή του άσκησε με την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγων, δηλονότι ως αμέσως ζημιωθείς από την καταγγειλόμενη αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων. Το σημείο όμως της έκθεσης, από το οποίο καταφαίνεται χωρίς καμμία απολύτως αμφιβολία ότι την πιο πάνω έφεσή του άσκησε ο μηνυτής (Ε. Α.) με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, εντοπίζεται στην τελευταία σελίδα αυτής (13) στην οποία διαλαμβάνεται ότι η παρούσα έφεσή του είναι "νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΚΠΔ", στο οποίο ορίζονται οι περιπτώσεις, σύμφωνα με τις οποίες επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα η άσκηση έφεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Ενόψει, λοιπόν, τούτων, παραδεκτώς ασκήθηκε η πιο πάνω έφεση και το Συμβούλιο Εφετών, που δέχτηκε τα ίδια, ουδόλως υπερέβη την εξουσία του, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Π. Ν. για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1εδ.β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσες οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων, στο άρθρο 511 ίδιου Κώδικα, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.5 Ν. 3160/2003. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Π. Ν. παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, για να δικαστεί και για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφου, το οποίο στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης 537/2010 αναφέρεται ότι τελέστηκε στις 23.6.2005, προβλέπεται δε και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (ΠΚ 222). Επομένως, το αξιόποινο της πράξης αυτής έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, αφού από το χρόνο τέλεσής της (23.6.2005) μέχρι σήμερα (15.2.2011) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της δεκαπενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει στο διάστημα αυτό κάποιος νόμιμος λόγος αναστολής της παραγραφής. Ενόψει τούτων, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών από την τέλεση της πιο πάνω πράξης του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Π. Ν., πρέπει ν' αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης 537/2010, κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε για την πράξη αυτή. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτή και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Π. Ν. και ν' απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Κ. Κ., καταδικαζομένου του τελευταίου στο δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, το 537/2010 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Π. Ν. για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, που φέρεται ότι τελέστηκε, απ' αυτόν, στη … στις 23 Ιουνίου 2005 σε βάρος του μηνυτή Ε. Α. του Κ., κατοίκου .... Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την, από 7.6.2010, αίτηση αναίρεσης του Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., κατά των 537/2010 και 496/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει την, από 9.6.2010, αίτηση αναίρεσης του Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά των ίδιων πιο πάνω βουλευμάτων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα παραπεμπτικό, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και υπεξαγωγή εγγράφου. Οι λόγοι αναίρεσης γιαέλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Παραγραφή για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφου – Αναιρείεν μέρει, το βούλευμα. Παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη για το έγκλημα τούτο. Κατά τα λοιπά απορρίπτει τις αιτήσεις.
null
null
0
Αριθμός 853/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κιντή, για αναίρεση της υπ'αριθ.2474/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Μ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 265/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της Ε. Μ., πράξη που τέλεσε δια παραλείψεως, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη Μ. Σ. διατηρούσε στην επί της οδού ..., οικία της ένα σκύλο, της ιαπωνικής φυλής "Ακίτα". Την 15-6-2003 η ίδια κατηγορουμένη είχε προσκαλέσει στην ανωτέρω οικία της, σε "πάρτι - πισίνα", περί τα δέκα άτομα, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Μ. Μ., συνοδευόμενος από την πολιτικώς ενάγουσα Ε. Μ.. Σε κάποια στιγμή και ενώ οι καλεσμένοι της κατηγορουμένης βρίσκονταν στον κήπο της οικίας, η πολιτικώς ενάγουσα ζήτησε από αυτήν (κατηγορουμένη) ένα ποτήρι νερό επειδή διψούσε, και η κατηγορουμένη την παρακάλεσε να την συνοδεύσει στο εσωτερικό του σπιτιού, στην κουζίνα, προκειμένου να της προσφέρει το νερό. Πράγματι η κατηγορουμένη και η πολιτικώς ενάγουσα εισήλθαν στην οικία και κατευθύνθηκαν προς την κουζίνα διαμέσου του σαλονιού, ακολούθως δε η πολιτικώς ενάγουσα, κρατώντας το ποτήρι με το νερό που της προσέφερε η κατηγορουμένη, γύρισε για να επιστρέψει στον κήπο, και πάλι διαμέσου του σαλονιού. Κατά την κίνησή της αυτή η πολιτικώς ενάγουσα, προτού διασχίσει ολόκληρο το σαλόνι, δέχθηκε αιφνίδια και σφοδρή επίθεση από τον ειρημένο σκύλο της κατηγορουμένης, ο οποίος βρισκόταν ξαπλωμένος στο σαλόνι του σπιτιού, και στη θέα της πολιτικώς ενάγουσας, μη συνοδευόμενης ήδη από την κατηγορουμένη, που παρέμεινε στην κουζίνα, εκτινάχθηκε και δάγκωσε την πολιτικώς ενάγουσα στο πρόσωπο και το δεξί χέρι, ρίχνοντάς την στο δάπεδο και προκαλώντας της τις λεπτομερώς αναφερόμενες στο σκεπτικό (εννοεί "στο διατακτικό") σωματικές βλάβες. Ο σκύλος της κατηγορουμένης ήταν μεγαλόσωμος, έχοντας ύψος περίπου 70 εκατοστών και βάρος 40 κιλών, οι σκύλοι δε της προαναφερθείσης φυλής, όπως και αυτός της κατηγορουμένης, πολύ καλοί προστάτες των ιδιοκτητών και των οικογενειών τους, είναι δυνατοί και πολύ επιθετικοί προς τα άλλα ζώα, κάποτε όμως και προς τους άγνωστους (ξένους) ανθρώπους, και χρειάζονται συνεχή εκπαίδευση στην υπακοή. Η κατηγορουμένη είχε στην κατοχή της τον ανωτέρω σκύλο επί πολλά έτη, γνώριζε καλά τα ειρημένα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα και μπορούσε να προβλέψει μια ενδεχόμενη επίθεση του σκύλου της σε έναν ή και περισσότερους επισκέπτες που θα τον πλησίαζαν, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω και που είχε ως αποτέλεσμα την κατά τα προεκτεθέντα πρόκληση σωματικών βλαβών στην πολιτικώς ενάγουσα. Παρά ταύτα η κατηγορουμένη δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή αυτού του ενδεχομένου (κινδύνου), όπως περιορισμό του σκύλου σε κλειστό χώρο, πρόσδεση κ.λπ., το ανωτέρω δε αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της (σωματική βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας) η κατηγορουμένη δεν το προέβλεψε από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις ως άνω περιστάσεις αλλά και μπορούσε να καταβάλει, έχοντας μάλιστα υποχρέωση λόγω του "επαγγέλματός" της, της ιδιότητάς της δηλ. ως ιδιοκτήτριας του σκύλου, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για την αποτροπή κάθε κινδύνου από την παρουσία του σκύλου πλησίον των ξένων ανθρώπων. Έτσι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια για την οποία κατηγορείται, και για την οποία επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη...ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η πολιτικώς ενάγουσα έσκυψε να χαϊδέψει τον σκύλο που κοιμόταν και άθελά της έριξε επάνω του το νερό που κρατούσε με αποτέλεσμα να τρομάξει ο σκύλος και να της επιτεθεί δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τούτο δε πέραν του ότι και μια τέτοια ενέργεια της πολιτικώς ενάγουσας (που δεν αποδείχθηκε) δεν θα απήλασσε την κατηγορουμένη από την κατά τα ανωτέρω ποινική της ευθύνη, έχοντας εν τοιαύτη περιπτώσει την υποχρέωση να ενημερώνει τους επισκέπτες της ότι πρέπει να μην πλησιάζουν τον σκύλο, πράγμα το οποίο και δεν έκανε η κατηγορουμένη...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας που πηγάζει από την ιδιότητά της ως ιδιοκτήτριας του σκύλου και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως τηρήσεως αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα. Επίσης, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας της αναιρεσείουσας και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης της παθούσας. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Η προσβαλλομένη απόφαση, με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, ως προς το επελθόν αποτέλεσμα από την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δέχεται την μη συνειδητή αμέλεια. Η αναφορά στο σκεπτικό ότι "η αναιρεσείουσα γνώριζε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σκύλου της και μπορούσε να προβλέψει μια ενδεχόμενη επίθεσή του..." δεν ενέχει παραδοχή περί συνδρομής ενσυνείδητης αμέλειας, αφού δεν εκτίθεται, περαιτέρω, ότι συνεπεία της ως άνω γνώσεως (περί της επιθετικότητας του σκύλου), προέβλεψε ως δυνατό το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά πίστευε ότι θα το απέφευγε. Αντιθέτως, από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει, ότι, λόγω της ακριβούς γνώσεως που είχε για την επιθετικότητα του σκύλου, όφειλε και μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του κινδύνου επιθέσεως, όπως είχε υποχρέωση, δηλαδή σαφώς και εκ τούτου προκύπτει ότι πρόκειται περί μη συνειδητής αμέλειας, την οποία και μόνο δέχθηκε. β) Επαρκώς αιτιολογείται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας να εποπτεύει το σκύλο της ώστε να μην υπάρχει ο κίνδυνος να προκαλεί αυτός σωματικές βλάβες σε τρίτους, η οποία υποχρέωση πηγάζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με την ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως ιδιοκτήτριας του σκύλου, η παράλειψη δε μνείας στην απόφαση και του άρθρου 15 του ΠΚ δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 50§4 του ν. 3160/2003, του σχετικού με την παράλειψη αυτή λόγου αναιρέσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματά της έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς του στα έγγραφα, και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο προοίμιο του αιτιολογικού της αναφέρεται ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά". Στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνεται και η υπ` αριθ. 1220/19.6.2003 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Φ. Κ., η οποία αφορά τις σωματικές βλάβες, τις οποίες υπέστη η παθούσα από το δάγκωμα του σκύλου της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, και αποτελεί πραγματογνωμοσύνη, καθόσον η εξέταση της παθούσας διενεργήθηκε κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Α.Τ. Βούλας. Η έκθεση αυτή δεν μνημονεύεται ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πλην όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν, ότι δηλαδή η παθούσα πολιτικώς ενάγουσα είχε υποστεί, από το δάγκωμα του σκύλου, εκτεταμένες εκδορές και εκτεταμένο θλαστικό αποσπαστικό τραύμα επί της δεξιάς κροταφικής χώρας και επί του άνω βλεφάρου του δεξιού οφθαλμού χειρουργικώς συρραφέν, εκδορές επί της δεξιάς ρινοπαρειακής χώρας και εκτεταμένα τραύματα επί της έσω επιφανείας του κάτω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου, έγιναν δεκτά και παρατίθενται στο διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως προς το σημείο αυτό, παραπέμπει το σκεπτικό (σελ. 22 εν τέλει), αντληθέντα από τα πορίσματα της εκθέσεως αυτής, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. Τέλος, το Πενταμελές Εφετείο, με το να θεωρήσει τις σωματικές βλάβες της εγκαλούσας ως απλές, αποδέχθηκε πλήρως το συμπέρασμα του Ιατροδικαστή, ο οποίος τις εκτίμησε ως "ελαφρές", εννοώντας ότι αυτές ήταν "απλές", αφού ο νόμος (άρθρο 308 του ΠΚ) δεν αναγνωρίζει τον όρο "ελαφρές" σωματικές βλάβες, αλλά διακρίνει αυτές σε "απλές", "εντελώς ελαφρές" και "ασήμαντες". Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη λήψη υπόψη της ως άνω εκθέσεως, η οποία, μη συμπεριλαμβανόμενη στην έννοια των "εγγράφων", δεν μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ως έκθεση πραγματογνωμοσύνης) ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού ούτε στη συνέχεια αυτού, όπου παρατίθενται οι σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο της ουσίας στην καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του, και ως προς το ότι αυτό, αφού δεν αναφέρει το συμπέρασμα της εκθέσεως ότι επρόκειτο για ελαφρά σωματική βλάβη, ήχθη σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτήν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι διατάξεις του άρθρου 326§1 εδ. α και 2 του ΚΠοινΔ ορίζουν ότι: "1. Ο αρμόδιος εισαγγελέας πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση επιδίδει στον κατηγορούμενο που παραπέμπεται να δικαστεί σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, εκτός από το πταισματοδικείο και το μονομελές πλημμελειοδικείο, κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που θα εξεταστούν... 2. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο πολιτικώς ενάγων για τους μάρτυρες που κλητεύει ο ίδιος". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ημέρα ενάρξεως της πενθήμερης αυτής προθεσμίας για τη γνωστοποίηση των μαρτύρων είναι μόνο προσδιοριστική της αφετηρίας του χρονικού διαστήματος, το οποίο πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ γνωστοποιήσεως και συνεδριάσεως, ώστε η γνωστοποίηση να μην είναι απαράδεκτη, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, ενδεχομένως, η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρετέα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πολιτικώς ενάγουσα, με την από 27.9.2010 γνωστοποίηση μαρτύρων, η οποία επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις 28.9.2010, γνωστοποίησε στην τελευταία ότι επρόκειτο να εξετάσει, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 4.10.2010, ως μάρτυρά της τον Σ. Μ. του Ι.. Η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη αντέλεξε στην εξέταση του μάρτυρα αυτού, γιατί η γνωστοποίηση δεν έγινε πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, αφού η πέμπτη ημέρα της προθεσμίας (3.10.2010) ήταν Κυριακή και, επομένως, η πενθήμερη προθεσμία έληγε την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι στις 4.10.2010. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και αν, ακόμη, η τελευταία ημέρα είναι εξαιρετέα, η εν λόγω προθεσμία δεν παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη και μεταξύ της γνωστοποιήσεως της εξετάσεως του ανωτέρω μάρτυρα και τις συνεδριάσεως μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέντε ημερών. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η ένδικη υπόθεση εκφωνήθηκε, στην πραγματικότητα μια ημέρα αργότερα, δηλ. κατά τη συνεδρίαση της 5.10.2010, μετά από διακοπή από αυτήν της 4.10.2010, οπότε και άρχισε η εκδίκασή της. Ο ως άνω, λοιπόν, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμος και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική επ` αυτού κρίση του. Παρά ταύτα, εξέτασε τον μάρτυρα, όχι με βάση τη διάταξη του άρθρου 326§2 του ΚΠοινΔ, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 502§1 εδ. β του ίδιου Κώδικα, αφού αυτός παρευρισκόταν στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι το Πενταμελές Εφετείο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά", προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου, ανεξαρτήτως αν αυτός θεωρείτο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μάρτυρας κατηγορίας ή μάρτυρας υπερασπίσεως, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β, Α και Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, συνισταμένη στο ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί της ενστάσεως της αναιρεσείουσας για μη εξέταση του ως άνω μάρτυρα, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που δημιουργήθηκε από την εξέταση του μάρτυρα αυτού χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη πενθήμερη προθεσμία και για έλλειψη αιτιολογίας από τη μη αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού και της καταθέσεως του ιδίου μάρτυρα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής της αναιρεσείουσας, περιλαμβάνεται και έγγραφο με τον τίτλο "πληροφορίες για το σκυλί ΑΚΙΤΑ". Με την εν λόγω αναφορά του εγγράφου αυτού επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, ούτε αναφορά του περιεχομένου του, αφού με την ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ενώ το ως άνω έγγραφο ήταν το μοναδικό, η δε αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση και του εγγράφου αυτού. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στην παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης από την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, του οποίου δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, και η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, με αυτοτελή ισχυρισμό που κατέθεσε ο συνήγορός της εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς στο ακροατήριο, ζήτησε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό της, μεταξύ άλλων, και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 περ. ε' του ΠΚ, επικαλουμένη ότι: "Από την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκε ότι μετά την δήθεν υπ' αυτής τέλεση της αξιόποινης πράξης και μέχρι σήμερα, δηλαδή για διάστημα πλέον των 7 ετών, έχει επιδείξει άριστη συμπεριφορά. Δουλεύει ανελλιπώς στη χρηματιστηριακή εταιρία M. Α. της οποίας είναι και μέλος του διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης έχει νυμφευτεί μετά του Α. Α. και έχει αποκτήσει εκ του ανωτέρω γάμου δύο τέκνα ηλικίας 31/2 και 11/2 σήμερα. (...). Επίσης δεν έχει από τότε εμπλακεί σε άλλη δικαστική υπόθεση, ...και εν γένει διάγει ως ευσυνείδητη και ευνομούμενη πολίτης. Τέλος είναι μέλος της οργάνωσης "Γιατροί χωρίς σύνορα" και έχει και συντηρεί αποκλειστικά ένα ανήλικο παιδί από το Σουδάν (...)". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τον σαφή και ορισμένο ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Αποδείχθηκε τέλος ότι η κατηγορουμένη δεν συμπεριφέρθηκε καλά μετά την πράξη της και μέχρι την παρούσα δίκη, αφού, αν και ως νομικός (δικηγόρος) γνώριζε τις υποχρεώσεις της, όχι μόνο δεν αποζημίωσε την παθούσα, αλλά την κατεμήνυσε για ψευδή καταμήνυση κ.λπ., όπως κατεμήνυσε και τον μάρτυρα Μ. Μ. για ψευδορκία, θέλοντας να συσκοτίσει την υπόθεση και αναγκάζοντας την παθούσα να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα εναντίον της, ασκώντας, λίγο προ της συμπληρώσεως της παραγραφής, τη σχετική αγωγή αποζημιώσεως κατά της κατηγορουμένης. Επομένως το αίτημα της τελευταίας για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 ε' του ΠΚ είναι αβάσιμο και απορριπτέο". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού το Δικαστήριο αφενός δεν αναφέρεται στα συγκεκριμένα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση από την κατηγορουμένη και αφετέρου δέχθηκε περιστατικά, τα οποία προσιδιάζουν στο ελαφρυντικό που προβλέπεται από το άρθρο 84§2 περ. δ του ΠΚ, η αναγνώριση του οποίου δεν ζητήθηκε, με την παραδοχή δε αυτών φαλκιδεύεται το δικαίωμα της κατηγορουμένης να προσφύγει και αυτή στα δικαστήρια κατά της πολιτικώς ενάγουσας προς ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων της. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, έκτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. ε ΠΚ και, αναλόγως προς την επ` αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή, να απορριφθεί δε η αίτηση αναιρέσεως, κατά τα λοιπά. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 2474/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. ε' του ΠΚ διάταξή της και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής σ` αυτήν. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 7 Φεβρουαρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 1100/2011) αίτηση της Μ. Σ. του Γ., για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη καταδίκη για σωματική βλάβη από αμέλεια (δάγκωμα από σκύλο). Στοιχεία εγκλήματος. Μη μνεία (ως ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου ιατροδικαστικής εκθέσεως, της οποίας, όμως, τα πορίσματα έγιναν δεκτά, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτή συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο. Τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας του άρθρου 326§§1, 2 για τη γνωστοποίηση μάρτυρα από τον πολιτικώς ενάγοντα. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 περ. ε ΠΚ και παραπομπή ως προς το ζήτημα αυτό, αναγκαίος δε και ως προς τη διάταξη για την ποινή. Απόρριψη της αιτήσεως κατά τα λοιπά.
null
null
0
Αριθμός 853/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ξένου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2020/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7422/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-8-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 14-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΑΤΕ ΑΕ) και ειδικότερα η διαδικασία και οι προϋποθέσεις προαγωγής των υπαλλήλων της διέπονται και ρυθμίζονται από τον Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίσθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 1 α.ν. 430/1968, εγκρίθηκε με την 226698/1980/1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 389/1973), κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 35, 36, 98, 99, 100-107, 110, 111, 114 και 115 του Οργανισμού αυτού συνάγεται, ότι οι προαγωγές από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στον βαθμό του Υποδιευθυντή γίνονται για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας ύστερ' από πρόταση του Διοικητή της και μετά από σύγκριση εκ των εχόντων τα προβλεπόμενα προσόντα και προϋποθέσεις. Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται ειδικότερα στα άρθ. 101-104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά, προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ικανότητας, την επιτυχή μετεκπαίδευσή τους, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τον χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας που απαιτείται για την προαγωγή, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Συμβουλίου, ρητά διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινομένων. Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και τον χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσφέροντας με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και τον ζήλο τους εξαιρετικές υπηρεσίες (άρθ. 106 § 3 εδ. α'), προσόντα, πάντως, συνεκτιμώμενα με την αρχαιότητα, τόσο την γενική (ΓΥΑ - χρόνου πρόσληψης) όσο και την ειδική (ΕΥΑ - κατεχομένου βαθμού), τις εκθέσεις και την βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ικανότητας. Με τις διατάξεις αυτές του Οργανισμού της ΑΤΕ ΑΕ θεσπίζεται δικαίωμα προαγωγής των μισθωτών και αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη που πηγάζουν από τις μεταξύ τους συμβάσεις και τον Οργανισμό, ο οποίος τις συμπληρώνει. Το δικαίωμα αυτό είναι ενοχικό και παρέχεται στον μισθωτό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες στον Οργανισμό, στην διαπίστωση της συνδρομής των οποίων προβαίνει το αρμόδιο εργοδοτικό όργανο. Παράλληλα, όμως, υφίσταται το δικαίωμα του εργοδότη για την επιλογή του ικανοτέρου και καταλληλοτέρου μισθωτού προς προαγωγή στην συγκεκριμένη κενή θέση, προκειμένου να επιτευχθεί η εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της τραπεζικής επιχείρησης, το οποίο αποτελεί επιμέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΕ ΑΕ, το οποίο είναι το αρμόδιο για την προαγωγή όργανο του εργοδότη, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του, όμως αυτή, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατ' άρθ. 281 ΑΚ, όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τ' απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του που έχει προαχθεί από τον βαθμό αυτόν. Στην περίπτωση αυτή της παράβασης από το προαναφερόμενο όργανο του εργοδότη του άρθ. 281 ΑΚ η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθ. 281 ΑΚ) και θεωρείται άκυρη (άρθ. 174, 180 ΑΚ). Τότε ο παραλειφθείς υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή, εκτός των άλλων, την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του κατ' άρθ. 70 ΚΠολΔ, δυνάμενος με την αγωγή του να προσβάλει επικουρικά αλλεπάλληλες προαγωγικές κρίσεις για την περίπτωση απόρριψης της αιτίασής του κατά της πρώτης προαγωγικής κρίσης που αποτελεί την κύρια βάση της αγωγής του (άρθ. 219 ΚΠολΔ), με την τελεσιδικία δε της σχετικής απόφασης η προαγωγή λογίζεται κατ' άρθ. 12 § 1 ν. 1082/1982 ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδίκαια από τον χρόνο που έπρεπε να συντελεσθεί. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ΑΤΕ ΑΕ, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 27-4-2001, άλλως από 1-11-2001, άλλως από 17-12-2002, άλλως από 8-12-2003, άλλως από 11-4-2005, άλλως από 27-7-2005 και τέλος άλλως από 7-12-2005, αντί των αναφερομένων στην αγωγή συναδέλφων του που προήχθησαν, αν και ο ενάγων υπερτερούσε καταδήλως αυτών, με την αναιρεσιβαλλομένη 7422/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, καθόσον αναφέρονται σε μη πληττόμενες με την αναίρεση προαγωγικές κρίσεις, και τα εξής: (Α) Ο ενάγων (αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ΑΤΕ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διεπομένη από τον Οργανισμό Λειτουργίας των υπηρεσιών της και τις ΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΟΤΟΕ, την 11-7-1979 στον Κλάδο Οικονομικών του κύριου προσωπικού, ως μόνιμος υπάλληλος, με τον βαθμό (10ο) του Υπολογιστή, εξελιχθείς δε βαθμολογικά κατέχει από 30-11-1993 τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' (3ο). Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς πτυχίο, σε βαθμό που να κατανοεί άνετα ή να συντάσσει κείμενα σχετικά με την υπηρεσία καθώς και να συνομιλεί με άνεση, κατά δε το χρονικό διάστημα των ετών 1979 - 1999 παρακολούθησε 10 επιμορφωτικά σεμινάρια, συνολικής διάρκειας 783 ωρών, σε διάφορα θέματα τραπεζικών εργασιών. Έχει διορισθεί ελεγκτής των Συνεταιρισμών που ασκούσαν Αγροτική Πίστη και εκλέχθηκε για το έτος 1986 μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας Γαλακτοβιομηχανία Λάρισας ΑΕ "ΟΛΥΜΠΟΣ", μετοχικού ενδιαφέροντος της εναγομένης. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, πάντοτε στο Α' Κατηγορίας Κατάστημα της εναγομένης στην … ως (1) υπεύθυνος δανειοδότησης και χορήγησης ΜΜ δανείων του Γραφείου Χορηγήσεων από 1-4-1985 έως 16-1-1989 (2) αναπληρωτής Προϊσταμένου του Γραφείου Χορηγήσεων με ευθύνη την χορήγηση ΜΜ δανείων από 16-1989 μέχρι 26-4-1989 (3) αναπληρωτής Προϊσταμένου του Γραφείου Χορηγήσεων με ευθύνη το Γραφείο Ρευστοποίησης και Δικαστικού από 26-4-1989 έως 16-11-1990 (4) Προϊστάμενος του Γραφείου Καταθέσεων από 16-11-1990 μέχρι 21-6-1994 (5) Προϊστάμενος Γραφείου Τραπεζικών Εργασιών από 21-6-1994 έως 31-10-2000 (6) Προϊστάμενος Λογιστηρίου από 1-11-2000 μέχρι 31-5-2003 και (7) Τομεάρχης Εξυπηρέτησης Πελατείας των Καταστημάτων της εναγομένης από 1-6-2003 έως 7-12-2005, τα καθήκοντα δε του Τομεάρχη είναι ισότιμα με τα καθήκοντα του Υποδιευθυντή. Κατά τα έτη 1993-2005 βαθμολογήθηκε με 383-389 μονάδες και έτσι στα οικεία Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδος χαρακτηρίζεται "άριστος" (Φύλλα Ποιότητας, όχι Δελτία Αξιολόγησης, έχουν συνταχθεί και για τα έτη 2000-2005). Δεν έχει πειθαρχικές ποινές, αλλά μόνο "παρατήρηση" το έτος 1997, ύστερ' από έλεγχο από Επιθεωρητή της εναγομένης "διότι δεν ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες των διαταγών της Τραπέζης, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος αντιμετωπίσεως των επιταγών, που εμφανίζονται εμπροθέσμως και έχουν ανακληθεί λόγω απώλειας ή κλοπής" (ΑΠ 160/3931/16-10-1997 έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού/Τμήμα Εργασιακών Υποθέσεων και Συμβουλίων). (Β) Κατά τις προαγωγικές κρίσεις των μονίμων υπαλλήλων του κύριου προσωπικού της εναγομένης για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στον βαθμό (2ο) του υποδιευθυντή του Κλάδου Οικονομικών από 1-11-2001 ο εκκαλών παραλείφθηκε, ενώ προήχθη, μεταξύ άλλων, η ομοιόβαθμη συνάδελφός του και προτεινομένη προς σύγκριση Χ. Θ. Χ., η οποία: Προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου την 14-7-1975 ως μόνιμη υπάλληλος στον Κλάδο Οικονομικών, του κύριου προσωπικού, με τον βαθμό (10ο) του Υπολογιστή, εξελιχθείσα δε βαθμολογικά κατείχε από 1-5-1991 τον βαθμό (3ο) του Τμηματάρχη Α' (ενώ ήδη την 28-11-2005 παραιτήθηκε από την εργασία της και διεγράφη από τα μητρώα της εναγομένης). Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς πτυχίο, σε βαθμό που να κατανοεί άνετα και να συντάσσει κείμενα, σχετικά με την υπηρεσία και να συνομιλεί άνετα, κατά δε το χρονικό διάστημα των ετών 1975-2001 παρακολούθησε 1 επιμορφωτικό σεμινάριο, διαρκείας 280 ωρών, σε θέμα τραπεζικών εργασιών. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, πάντοτε στο Κεντρικό Κατάστημα ως (1) αναπληρώτρια Προϊσταμένου του Τμήματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης της Υποδιεύθυνσης Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης από 22-1-1990 έως 26-2-1991 (2) αναπληρώτρια Προϊσταμένου του Τμήματος Εργασιών Δημοσίου από Κοινοτικούς Πόρους, της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών από 27-2-1991 μέχρι 23-10-1996 (3) Προϊσταμένη του Τμήματος Κοινοπραξιών και Κεντρικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων της Διεύθυνσης Συνεταιρισμών από 24-10-1996 έως 9-3-2000 (4) Υπεύθυνη Λογαριασμού (θέση ισοδύναμη με Προϊσταμένη Τμήματος) της Υποδιεύθυνσης Αναγκαστικών Μέτρων της Διεύθυνσης Αναδιάρθρωσης Χαρτοφυλακίου Δανείων από 10-3-2000 μέχρι 31-10-2001. Διατέλεσε μετακλητή νομάρχης Βοιωτίας από 2-4-1982 μέχρι 24-6-1987 και ήταν αποσπασμένη (α) ως υπάλληλος στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας από 1-7-1987 μέχρι 19-10-1987 (β) ως μετακλητή Ειδική Γραμματέας στο υπουργείο Εργασίας από 21-10-1987 μέχρι 30-6-1989 (γ) ως υπάλληλος στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας από 5/2 έως 12-3-1990 (δ) ως μετακλητή Γενική Γραμματέας στο Υπουργείο Οικονομικών από 18-10-1993 μέχρι 7-10-1996 (ε) στο ΙΚΑ στην θέση του δεύτερου Υποδιοικητή από 28-11-1996 έως 8-6-2004. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1991, 1992 και 1993 με 398 μονάδες και με 373 μονάδες για το έτος 1990 και έτσι χαρακτηρίσθηκε στα οικεία Φύλλα Ποιότητας της Υπηρεσιακής της Μονάδας "άριστη", ενώ από το 1994 μέχρι και το 2001 δεν έχουν συνταχθεί Φύλλα Ποιότητας ή Δελτία Αξιολόγησής της. Δεν έχει πειθαρχικές ποινές και δεν έχει υποστεί οποιονδήποτε έλεγχο από Επιθεωρητή της εναγομένης. Από την στάθμιση και συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και της Χ. Χ. (μέχρι την 1-11-2001 που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο) προκύπτει ότι ο ενάγων είναι ισοδύναμος με αυτήν ως προς την γνώση της ξένης γλώσσας, το πτυχίο ΑΕΙ και την βαθμολογία, υπερτερεί ως προς την επιμόρφωση (αριθμό σεμιναρίων και ωρών) και την συμμετοχή σε υπηρεσία και Ανώνυμη εταιρεία μετοχικού ενδιαφέροντος της εναγομένης (η συγκρινομένη δεν έχει τέτοια συμμετοχή), ενώ υστερεί ως προς την Γ.Υ.Α, την Ε.Υ.Α. και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, κατά το αντικείμενό τους (κατά τα χρονικά διαστήματα που η συγκρινομένη δεν ήταν αποσπασμένη, έχει δε ελεγχθεί (ενάγων) το 1997 με "παρατήρηση" από επιθεωρητή της εναγομένης και η "παρατήρηση" αφορά την ενέργεια τραπεζικών εργασιών. Έτσι, ο ενάγων δεν υπερτερεί καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι της Χ. Χ. και η παράλειψη προαγωγής του αντ' αυτής στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-2001 δεν κρίνεται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθ. 281 ΑK. Με βάση τα ως άνω το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του και ως προς την επικουρική αυτή βάση (2η) της ένδικης αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθ. 281 ΑΚ και του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, καθόσον σύμφωνα με τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά ο ενάγων αναιρεσείων υπερείχε καταδήλως της προταθείσης προς σύγκριση (και αντ' αυτού προαχθείσης) συναδέλφου του Χ. Χ., διότι κατά τις μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ο ενάγων, όντας ισοδύναμος προς αυτήν ως προς τους τίτλους σπουδών, την γνώση ξένης γλώσσας και την βαθμολογία και υπερτερώντας στην επιμόρφωση, υστερούσε μόνο ως προς την ΓΥΑ (κατά 4 έτη) και την ΕΥΑ (κατά 2,5 έτη περίπου), υπερτερούσε, όμως, σημαντικά ως προς το ιδιαίτερα αποφασιστικό κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, αφού μέχρι την 1-11-2001 (που αποτελεί το κρίσιμο χρονικό σημείο σύγκρισης) ο ενάγων είχε ασκήσει πραγματικά τέτοια καθήκοντα επί 16,5 έτη, ενώ η ως άνω συγκρινομένη ουσιαστικά επί 3 έτη και 8 μήνες περίπου, μη συνυπολογιζομένων, βέβαια, των χρονικών διαστημάτων, κατά τα οποία η ανωτέρω, καίτοι τυπικά τοποθετημένη σε θέσεις ευθύνης της αναιρεσίβλητης, ήταν αποσπασμένη και υπηρετούσε σε θέσεις και υπηρεσίες εκτός της τράπεζας και άσχετες προς αυτήν, μη απασχολουμένη επί μακρό χρόνο, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, με τραπεζικές εργασίες, ενώ εξάλλου, σύμφωνα πάντοτε με τις ίδιες παραδοχές, ούτε το είδος και η φύση των καθηκόντων ευθύνης που άσκησεν εκάτερος αυτών δικαιολογεί την παράλειψη του ενάγοντος και την αντ' αυτού προαγωγή της Χ. Χ.. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά την ως άνω προαγωγική κρίση παρελκούσης της έρευνας αυτού σε σχέση με τις μεταγενέστερες παρόμοιες κρίσεις, που είχαν προσβληθεί με παραιτέρω επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής, καθώς και της έρευνας του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 10 του αυτού ως άνω άρθρου, αφού επίσης αναφέρεται σε μεταγενέστερη τέτοια κρίση και σε σχέση με άλλη προτεινομένη προς σύγκριση συνάδελφο του ενάγοντος, ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 7422/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που ορίζει σε χίλια επτακόσια (1700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Περίληψη: Οργανισμός προσωπικού της ΑΤΕ ΑΕ έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Άρθρα 100-107 κλπ αυτού, 281 ΑΚ: η κρίση του ΔΣ για την προαγωγή από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α’ στον βαθμό του Υποδιευθυντή υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατ’ άρθ. 281 ΑΚ, όταν κατά προφανή υπέρβαση των τιθεμένων εκεί ορίων στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει τ’ απαιτούμενα προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του που προήχθη -στην περίπτωση αυτή η απόφαση του αρμοδίου οργάνου θεωρείται άκυρη και ο παραλειφθείς δικαιούται να ζητήσει με αγωγή, εκτός των άλλων, την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής (περιστατικά, αναιρεί ΕφΑθ 7422/2009).
null
null
0
Αριθμός 845/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 45/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενους τους: 1) Β. Ι. του Α., 2) Ε. Ι. του Α., κατοίκων ..., 3) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 4) Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5) Ά. συζ. Γ. Γ., κατοίκου ..., 6) Ε. συζ. Π. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Λ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 38/2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1250/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, δηλαδή ενός μηνός, που αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφιο δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ΚΠΔ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση της απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 69/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό οι Β. Ι., Ε. Ι., Ά. σύζυγος Γ. Γ., Ν. Γ., Κ. Π. και Ε. σύζυγος Π. Π. για τις πράξεις: 1) της ψευδορκίας μαρτύρων, και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκίες μαρτύρων από κοινού και κατά συρροή. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής καθήκοντα Προέδρου του δικάσαντος δικαστηρίου, άσκησε ο Εφέτης Θωμάς Γκατζογιάννης, λόγω κωλύματος του Προέδρου Εφετών. Αφού ασκήθηκαν εφέσεις κατά της αποφάσεως αυτής από τους καταδικασθέντες, η υπόθεση εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2010 αθωωτική για όλους τους κατηγορουμένους απόφαση του. Στη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, όπως βεβαιώνεται από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης, φέρεται ότι συμμετείχε ως μέλος του και ο Εφέτης Θωμάς Γκατζογιάννης, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συμμετείχε ως Προεδρεύων Εφέτης στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Η απόφαση όμως αυτή του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων διορθώθηκε, κατ' άρθρο 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, μετά από αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, ως προς τα μέλη του δικαστηρίου που συμμετείχαν στη σύνθεση του, και συγκεκριμένα από την λανθασμένη αναγραφή ότι συμμετείχε σ' αυτή ο Εφέτης Θωμάς Γκατζογιάννης, στο ορθό ότι συμμετείχε ο Εφέτης Σπυρίδων Τζότζιος, εκδόθηκε δε σχετικώς η υπ'αριθμ.177/7/12/2010 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία προσκομίστηκε σε επικυρωμένο αντίγραφο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της από 27/9/2010 αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (η οποία είναι προγενέστερη της ως άνω διορθώσεως) περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω συμμετοχής στη σύνθεση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου του δικαστή που είχε συμπράξει στην έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της κακής συνθέσεως του δικαστηρίου. Προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, εν όψει του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α, που κυρώθηκε, με το Ν.Δ. 53/1974, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας, από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε, δεν μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Ακόμη έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης, δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Εξ άλλου, η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, δεν αρκεί η τυπική αναφορά των κατ' είδος ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Το αποτέλεσμα του συσχετισμού της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, καθόσον αναφέρεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Πλην όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται γιατί πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο ή διαφορετικό. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2010 απόφασή του, κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους Β. Ι., Ε. Ι., Ά. σύζυγο Γ. Γ., Ν. Γ., Κ. Π. και Ε. σύζυγο Π. Π., για τις πράξεις της ψευδορκίας μαρτύρων και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκίες μαρτύρων από κοινού και κατά συρροή. Το δικαστήριο, αφού παραθέτει στο προοίμιο του σκεπτικού κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, στη συνέχεια παραθέτει το ιστορικό της αντιδικίας μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας Ε. Λ. και των κατηγορουμένων Β. και Ε. Ι., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Ακολούθως, αφού παραθέτει όσα κατέθεσαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο της 4-6-2003 καθώς και στις ένορκες βεβαιώσεις που χρησιμοποιήθηκαν ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ως αιτιολογία της αθωωτικής του απόφασης, διαλαμβάνει τα εξής "Όλα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες, σχετικά με την ύπαρξη βόθρου στο επίδικο, που εξυπηρετούσε τον ξενώνα, και οπωροφόρων δένδρων, από τα οποία ο Α. Ι. ή μέλη της οικογένειας του ή τρίτοι με δική τους συναίνεση συνέλλεγαν τα φρούτα, προέκυψαν αμφιβολίες αν είναι ψευδή. Έτσι δεν προέκυψε με βεβαιότητα αν ο ξενώνας και ο περιβάλλων χώρος, ο οποίος έχει υψομετρική διαφορά από το επίδικο, εντός του οποίου κατασκεύασαν οι κατηγορούμενοι βόθρο, αποτελεί τμήμα του οικοπέδου του ξενώνα ή όχι. Τούτο διότι οι μεν μάρτυρες κατηγορίας καταθέτουν ότι δεν αποτελεί τμήμα αυτού, ενώ οι τρίτος έως και έκτοι κατηγορούμενοι καθώς και οι μάρτυρες υπερασπίσεως, καταθέτουν ακριβώς τα αντίθετα. Τούτο δε παρά το ότι στο στενό εδαφικό τμήμα που παρεμβάλλεται μεταξύ του ξενώνα και του υφιστάμενου τοίχου αντιστηρίξεως του εδάφους, υπήρχε κατασκευασμένη τουαλέτα με τον βόθρο της (όχι τον επίδικο) που φαίνεται να εξυπηρετούσε αρχικά τις λειτουργίες του ξενώνα. Έτσι το ακίνητο του ξενώνα, το οποίο ανήκε στον Α. Ι., πατέρα των δύο πρώτων εναγομένων, εκτείνονταν μέχρι τον τοίχο αυτό, πλην είναι αμφίβολο εάν στον εν λόγω ξενώνα, περιλαμβάνονταν και το επίδικο. Επίσης αμφίβολο είναι εάν, λόγω της υψομετρικής διαφοράς του τοίχου αντιστήριξης, υπήρχε πρόσβαση από το ακίνητο του ξενώνα προς το επίδικο, εντός του οποίου από το 1993, κατά την γενική ανακαίνιση του ξενώνα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι άνοιξαν βόθρο, στον οποίο διοχετεύονταν τα λύματα. Ενόψει τούτων οι τρίτος έως έκτος των κατηγορουμένων που κατηγορούνται για ψευδορκία μάρτυρα, και οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων που κατηγορούνται για ηθική σε αυτήν αυτουργία , πρέπει να κηρυχθούν αθώοι". Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αθωωτικής απόφασης, δεν είναι η ειδική και εμπεριστατωμένη που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, αφού δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά των αξιόποινων πράξεων που αποδίδονταν στους κατηγορούμενους και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας, δεν μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι πραγμάτωσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που τους αποδίδονταν, καθόσον : α) ενώ δέχεται ως αποδειχθέντα τα πιο πάνω περιστατικά, τα οποία λογικώς στηρίζουν την άποψη της τελέσεως από τους κατηγορούμενους των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονταν, εν τούτοις δέχεται ως αποδεικτικό πόρισμα το αντίθετο, χωρίς να εξηγεί πως και γιατί αίρεται η σημασία των πρώτων και η λογική τους συνέπεια( βλ. σχετ. Α.Π 571/1996 Ποιν Χρον ΜΖ 238), καθόσον η παραδοχή πως υπάρχουν αμφιβολίες αν ήταν ψευδή τα κατατεθέντα από τους τρίτο έως έκτο των κατηγορουμένων, δεν αρκεί. Ειδικότερα το δικαστήριο δέχεται ότι αα) ο ξενώνας και ο χώρος που τον περιβάλλει, είχαν υψομετρική διαφορά από το επίδικο, εντός του οποίου κατασκεύασαν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων βόθρο, ββ) ότι στο στενό εδαφικό τμήμα που παρεμβάλλεται μεταξύ του ξενώνα και του υφιστάμενου τοίχου αντιστηρίξεως του εδάφους, υπήρχε κατασκευασμένη τουαλέτα με τον βόθρο της (όχι τον επίδικο) που εξυπηρετούσε αρχικά τις λειτουργίες του ξενώνα γγ) ότι λόγω της υψομετρικής διαφοράς του τοίχου αντιστήριξης, είναι αμφίβολο εάν υπήρχε πρόσβαση από το ακίνητο του ξενώνα προς το επίδικο. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν λογικά την άποψη ότι αφ' ενός μεν το επίδικο, αφ' ετέρου δε ο ξενώνας με τον εδαφικό χώρο που τον περιβάλλει, ήταν δύο διακεκριμένα ακίνητα και όχι ένα ενιαίο, αφού αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, σύμφωνα με την λογική των πραγμάτων, δεν υπήρχε κανείς λόγος να κατασκευασθεί τοίχος αντιστήριξης για την προστασία του χαμηλότερου οικοπέδου, αφού ούτως ή άλλως, αυτό ανήκε στον ίδιο ιδιοκτήτη. Το δικαστήριο όμως οδηγήθηκε στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, επικαλούμενο τις αμφιβολίες προκειμένου να δικαιολογήσει το πόρισμα του αυτό. β) παρά την τυπική ρηματική αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι απολύτως, βέβαιο ότι παρέλειψε να εκτιμήσει το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 286/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία είχε εκδοθεί επί της συναφούς αστικής διαφοράς. Η απόφαση αυτή η οποία ανεγνώσθη στο ακροατήριο, είχε δικαιώσει την πολιτικώς ενάγουσα και το σκεπτικό της ήταν σύμφωνο με τις παραδοχές της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 69/2009 απόφασης του Τριμελούς (ποινικού) Εφετείου Ιωαννίνων. Την απόφαση αυτή δεν την έλαβε υπόψη του και δεν την αξιολόγησε το Πενταμελές Εφετείο, καθόσον τις αμφιβολίες του τις στήριξε στις αντικρουόμενες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, και όχι σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Κατ'ακολουθία των προεκτεθέντων, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και πρέπει να αναιρεθεί, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως ( άρθρο 519 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 45/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αθωωτική απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για ψευδορκία μαρτύρων και ηθική αυτουργία σε ψευδορκίες μαρτύρων, από κοινού και κατά συρροή. Η αναίρεση ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 1) για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής σύνθεση του δικαστηρίου, και 2) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Ο πρώτος λόγος απορρίπτεται, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ ο δεύτερος γίνεται δεκτός ως βάσιμος, και παραπέμπεται η υπόθεση για νέα συζήτηση.
null
null
2
Αριθμός 850/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 9505/1998 και 8351/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2000 αίτησή της. Εκδόθηκε η 598/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8351/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5610/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου διάβασε την από 5-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια, υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα που συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προς προαγωγή προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να πληρωθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, που είναι ο 3ος βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων αυτής της Τράπεζας, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι, α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και ε) να έχει επιδείξει κατά την άσκηση της όλης του υπηρεσίας ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή. Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, τροποποιήθηκε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερα εξειδικευμένα καθήκοντα που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω, μέχρι το έτος 1984 οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος γίνονταν βάσει αξιολογήσεως αυτών, στηριζόμενης, εκτός των λοιπών στοιχείων του άρθρου 12 του Οργανισμού και στη βαθμολογία τους για τα ουσιαστικά τους προσόντα, η οποία καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα ποιότητας. Από το έτος 1985 μέχρι και το έτος 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν βάσει βαθμολογίας, που καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης, από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1. Στη συνέχεια το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της καταστάσεως των υπαλλήλων, που τροποποιήθηκε με τις 2/27-2-1987, 20/21-12-1990 και 15/29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε η εφαρμογή νέων φύλλων επίδοσης του νέου ειδικού κανονισμού σύνταξης τους ενώ από το μήνα Αύγουστο του έτους 1991 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τροποποίηση του οργανισμού η αξιολόγηση γίνεται από Γνωμοδοτικές Επιτροπές, που συστήνονται κατ' έτος με πράξη του Διοικητή. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως υπάλληλος στις 19-7-1976 (Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα - Γ.Υ.Α.) εντάχθηκε στο Λογιστικό Κλάδο και εξελίχθηκε βαθμολογικά στο βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-1-1989 (Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα - Ε.Υ.Α). Κατέχει πτυχίο Νομικής, τμήματα Οικονομικό, Νομικό (1979) και Δημοσίου Δικαίου - Πολιτικών Επιστημών (1982). Γνωρίζει, προς όφελος της εναγομένης, στο επίπεδό του "πολύ καλά" την αγγλική και στο επίπεδό του " μέτρια " την ιταλική [για τη γνώση της αγγλικής λαμβάνει, από 24-8-1995 σχετικό επίδομα 7%]. Μέχρι την 1-1-1997 παρακολούθησε ένδεκα ενδοτραπεζικά προγράμματα, ένα πρόγραμμα εξωτραπεζικό στην ημεδαπή, ένα πρόγραμμα εξωτραπεζικό στη Γαλλία και ένα σεμινάριο με ξένους εισηγητές [αγγλικά PRE INTERMEDIATE (118,5 και 40 ώρες), "διεθνείς συναλλαγές" (22,5 ώρες), "αρχές πληροφορικής" (14 ώρες), "λογιστική" (50 ώρες), "βασικές αρχές διοικητικής επιμόρφωσης" (37 ώρες), "οργάνωση εργασίας" (14,5 ώρες), "MANAGEMENT και παραγωγικότητα" (29,5 ώρες), "διεθνείς τραπεζικές εξελίξεις και ο νέος ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος" (7,5 ώρες), CHANGES IN BAKING-INTRODUGTION TO DERIVETIVES (35 ώρες). WINDOWS 3,1 END EXCEL 5.0' (27 ώρες), "τεχνολογία της πληροφορικής στον τραπεζικό τομέα" (20-12-1994), INTENSIVE ENGLISH SEMINAR (17 έως 21-6-1996)]. Συμμετείχε σε Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας [Επιτροπές για ορθολογική αξιοποίηση του μηχανολογικού εξοπλισμού (14-1-1993), "σύνταξη προδιαγραφών επίπλων και επιλογή προμηθευτών του Κεντρικού Καταστήματος" (14-1-1993) "αξιολόγηση των προσφορών προμήθειας και εγκατάστασης κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης και καταγραφής εικόνων σε βίντεο" (16-1-1995) "σύνταξη προδιαγραφών Συστήματος Ηλεκτρονικής Αρχειοθέτησης Εγγράφων" (4-4-1995) "υποστήριξη της λειτουργίας του ισοζυγίου πληρωμών (3-10-1996), "σύνταξη προδιαγραφών επίπλων και επιλογή προμηθευτών των υποκαταστημάτων (26-9-1995) Ομάδες Εργασίας για "καλύτερη αξιολόγηση μηχανολογικού εξοπλισμού - φωτοαντιγραφικών μηχανών", "παρακολούθηση του μηχανογραφικού και λοιπού εξοπλισμού της τράπεζας με τη χρήση νέας τεχνολογίας", "διαδικασία συγχώνευσης της Διεύθυνσης Εργασιών Ασφαλιστικών Οργανισμών με τη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου και Οργανωτική δομή της νέας Διεύθυνσης" ]. Υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος [Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών με την Αλλοδαπή (1976), Τμήμα Οργάνωσης της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Μηχανογράφησης (1983) από την 3-3-1989 του χορηγείται επίδομα ευθύνης προϊσταμένου υπηρεσίας και από την 13-3-1992 του χορηγείται επίδομα αναπληρωτού προϊσταμένου τμήματος]. Έχει ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη. Η βαθμολογία του είναι : Α. Στο χρονικό διάστημα 1-10-1986 έως 30-9-1987" αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, 2-1-2-1-1-1. Αναφέρονται ακόμη, στο οικείο "φύλλο επίδοσης" τα εξής. "Η ποσότητα εργασίας του είναι σταθερά η αναμενόμενη και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερη της αναμενόμενης, δεν παρουσιάζει καθυστερήσεις, δεν απουσιάζει άσκοπα από τη θέση του ... Η εργασία του είναι πάντοτε ακριβής και πλήρης, δεν χρειάζεται έλεγχο, δείχνει μεγάλη προθυμία στην ανάληψη έργου και μεγάλο βαθμό υπευθυνότητας και αξιοπιστίας στην εκτέλεσή του, υπερέχει από πολλούς. Έχει πολύ καλή γνώση των μεθόδων και των διαδικασιών της εργασίας του καθώς και των σχετιζομένων εργασιών, σπάνια χρειάζεται καθοδήγηση ... Η επικοινωνία του στο γραπτό και προφορικό λόγο είναι άριστη, υπερέχει από πολλούς ... Συνεργάζεται άριστα και αρμονικά με τους άλλους, ποτέ δεν δημιουργεί προβλήματα και τον διακρίνει υψηλό πνεύμα ομαδικότητας, υπερέχει από πολλούς. Αναλαμβάνει πάντα πρωτοβουλίες και αντιμετωπίζει πάντα επείγοντα και απρόβλεπτα προβλήματα, είναι εξαιρετικά δημιουργικός και επινοητικός, διακρίνεται σταθερά για την πρωτόβουλη δράση του, υπερέχει από πολλούς". Β. Στο χρονικό διάστημα από 1-10-1987 έως 30-9-1988 αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση/ προγραμματισμός, εποπτεία/διοίκηση, 2-1-2-1-1-1-1-2. Αναφέρονται, ακόμη, στο οικείο "φύλλο επίδοσης" τα εξής. "Η ποσότητα εργασίας του είναι σταθερά η αναμενόμενη και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερη της αναμενόμενης, δεν παρουσιάζει καθυστερήσεις. Η εργασία του είναι πάντοτε ακριβής και πλήρης, δεν χρειάζεται έλεγχο, δείχνει μεγαλύτερη προθυμία στην ανάληψη έργου και μεγάλο βαθμό υπευθυνότητας και αξιοπιστίας στην εκτέλεση του, υπερέχει από πολλούς. Έχει πολύ καλή γνώση των μεθόδων και διαδικασιών της εργασίας του καθώς και των σχετιζομένων εργασιών, σπάνια χρειάζεται καθοδήγηση. Η επικοινωνία του στο γραπτό και προφορικό λόγο είναι άριστη, υπερέχει από πολλούς. Συνεργάζεται άριστα και αρμονικά με τους άλλους, ποτέ δεν δημιουργεί προβλήματα και τον διακρίνει υψηλό πνεύμα ομαδικότητας, υπερέχει από πολλούς. Αναλαμβάνει πάντα πρωτοβουλίες και αντιμετωπίζει πάντα επείγοντα και απρόβλεπτα προβλήματα, είναι εξαιρετικά δημιουργικός και επινοητικός, διακρίνεται σταθερά για την πρωτόβουλη δράση του, υπερέχει από πολλούς. Διαθέτει άριστες ικανότητες στην οργάνωση και τον προγραμματισμό, κάνει ορθές και έγκαιρες προβλέψεις, οι ιδέες και απόψεις του γίνονται αποδεκτές από όλους, υπερέχει από πολλούς. Εποπτεύει, συντονίζει καθοδηγεί και αξιολογεί πολύ καλά τους υφισταμένους του, καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία στελεχών, εκχωρεί αρμοδιότητες". Γ . Στο χρονικό διάστημα από 1-10-1988 έως 30-9-1989, αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση/προγραμματισμός, εποπτεία/διοίκηση, 2-1-2-1-1-1-1-2. Αναφέρονται ακόμη, στο οικείο "φύλλο επίδοσης" τα εξής: "Η ποσότητα εργασίας του είναι σταθερά η αναμενόμενη και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερης της αναμενόμενης, δεν παρουσιάζει καθυστερήσεις. Η εργασία του είναι πάντοτε ακριβής και πλήρης, δεν χρειάζεται έλεγχο, δείχνει μεγάλη προθυμία στην ανάληψη έργου και μεγάλο βαθμό υπευθυνότητας και αξιοπιστίας στην εκτέλεσή του, υπερέχει από πολλούς. Έχει πολύ καλή γνώση των μεθόδων και των διαδικασιών της εργασίας του καθώς και των σχετιζομένων εργασιών, σπάνια χρειάζεται καθοδήγηση. Η επικοινωνία του στο γραπτό και προφορικό λόγο είναι άριστη, υπερέχει από πολλούς. Συνεργάζεται άριστα και αρμονικά με τους άλλους, ποτέ δεν δημιουργεί προβλήματα και τον διακρίνει υψηλό πνεύμα ομαδικότητας, υπερέχει από πολλούς. Αναλαμβάνει πάντα πρωτοβουλίες και αντιμετωπίζει πάντα επείγοντα και απρόβλεπτα προβλήματα, είναι εξαιρετικά δημιουργικός και επινοητικός, διακρίνεται σταθερά για την πρωτόβουλη δράση του, υπερέχει από πολλούς. Διαθέτει άριστες ικανότητες στην οργάνωση και τον προγραμματισμό, κάνει ορθές και έγκαιρες προβλέψεις, οι ιδέες του και οι απόψεις του γίνονται αποδεκτές από όλους, υπερέχει από πολλούς. Εποπτεύει, συντονίζει καθοδηγεί και αξιολογεί πολύ καλά τους υφισταμένους του, καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία στελεχών, εκχωρεί αρμοδιότητες".Δεν έχει ποινές. Αξιολόγηση του από Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών, μετά το έτος 1989 ή άλλα υπηρεσιακά προσόντα του, πριν από το έτος 1986 και μετά το έτος 1989 (μέχρι την 1-1-1997) δεν προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις των υπαλλήλων της Κατηγορίας Β' του έτους 1994 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, από 1-7-1994 [απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας 9/7-9-1994 Εγκύκλιος της Διοικήσεως της αναιρεσείουσας 12/8-9-1994] ο αναιρεσίβλητος παραλήφθηκε ενώ προήχθησαν και οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του, μεταξύ των οποίων και ο Α. Μ. (του Λογιστικού Κλάδου), ο οποίος έχει Γ.Υ.Α. την 25-8-1971 και Ε.Υ.Α. (στο βαθμό του Τμηματάρχη) την 1-1-1988. Αυτός έχει πτυχίο ΑΒΣΠ/Διοίκηση Επιχειρήσεων. Μέχρι την 1-7-1994 : Παρακολούθησε τρία επιμορφωτικά σεμινάρια [Διοικητική Επιμόρφωση MANAGEMENT, Το Έργο των Προϊσταμένων, Εφηρμοσμένη Διοίκηση GRID]. Υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα [Τμήμα Στατικού Λογισμού, αρχικώς ως απλός υπάλληλος και από το έτος 1981, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας], με απόσπαση στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, από 25-4-1988, ως μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου και από 19-5-1992 ως Πρόεδρός του. Δεν έχει ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη. Βαθμολογήθηκε, αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση/προγραμματισμός, εποπτεία/ διοίκηση, με 1-1-1-2-1-1-1-1 (στο έτος 1987), με 1-1-1-2-1-1-1-1 (στο έτος 1988) και με 1-1-1-2-1-1-1-1 9 (στο έτος 1989) Έχει ποινές [καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία από το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, σε φυλάκιση 3 ετών, για καθεμία από τις πράξεις της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση που τέλεσε στο χρονικό διάστημα από 19-5-1992 έως 31-1-1997 σε βάρος του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, ως Πρόεδρός του (συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών)]. Αξιολόγηση του από Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών, μετά το έτος 1989 ή άλλα υπηρεσιακά προσόντα του πριν από το έτος 1986 και μετά το έτος 1989 (μέχρι 1-7-1994) δεν προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και του Α. Μ. (μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 1-7-1994) ενάγων είναι ισοδύναμος έναντι αυτού, ως προς την Ε.Υ.Α., το πτυχίο Α.Ε.Ι., την επιμόρφωση και τη βαθμολογία, υστερεί ως προς τη Γ.Υ.Α. ενώ υπερτερεί ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και την ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη. Ενόψει αυτών ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς έναντι του συγκρινόμενου Α. Μ., ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, για παράλειψη της προαγωγής του στο βαθμό του Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, από 1-7-1994 και συνεπώς δικαιούται να προαχθεί από 1-7-1994 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ., ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, γιατί με αυτά που δέχθηκε η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος Α. Μ., είναι κατάδηλη οι αιτιολογίες δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου (άρθρο 207 ΑΚ) για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας. Ειδικότερα, επαρκείς είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα κρίσιμα για την προαγωγή στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη ουσιαστικά προσόντα, της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, της ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό (του Τμηματάρχη) και της γνώσης ξένων γλωσσών, στα οποία υπερτερεί ο αναιρεσίβλητος έναντι του προαχθέντος Α. Μ. και τα οποία, σε συνδυασμό με την ισοδυναμία των ανωτέρω ως προς τα πτυχία Α.Ε.Ι., την επιμόρφωση και τη βαθμολογία, καθιστούν κατάδηλη την υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος Α. Μ.. Το μη ευδόκιμο της υπηρεσίας του Α. Μ. στο βαθμό του τμηματάρχη, συναρτάται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το γεγονός ότι ο ανωτέρω από τις 25-4-1988, δηλαδή σχεδόν από της προαγωγής του στο βαθμό του Τμηματάρχη, μέχρι 18-5-1992 ήταν, μετά από απόσπαση, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος και από 19 - 4 - 1992 μέχρι και της προαγωγής του, την 1-7-1994 ήταν Πρόεδρος του παραπάνω Ταμείου. Το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έχει ποινές ενώ ο Α. Μ. έχει και συγκεκριμένα έχει καταδικασθεί από το Α' Πενταμελές Εφετείο σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών για κάθε μία από τις πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 19-5-1992 μέχρι 3-1-1997, σε βάρος του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, χωρίς να διευκρινίζεται, αν η εν λόγω αξιόποινη συμπεριφορά, η οποία εκτείνεται και σε μεταγενέστερο της προαγωγικής κρίσης χρόνο, ήταν γνωστή στο Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγικών κρίσεων ή διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, καθώς και πότε εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον μόνον οι παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί του Α. Μ., ως προς τα κρίσιμα προσόντα της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, της ευδόκιμης υπηρεσίας και της γνώσης ξένων γλωσσών, σε συνδυασμό με την ισοδυναμία τους ως προς τα πτυχία Α.Ε.Ι., την επιμόρφωση και τη βαθμολογία, ως εκ των οποίων η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του Α. Μ. είναι κατάδηλη, στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δέχθηκε την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής χωρίς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πληρώσεως της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος, καθόσον από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία γίνεται λόγος για το ότι η κατάφωρα άδικη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας συνεπάγεται και την πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της η προαγωγή των υπαλλήλων της, προκύπτει ότι η πλήρωση της αιρέσεως στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου, ήταν αυτόθροη συνέπεια της κατάφωρα άδικης κρίσης και δεν απαιτείτο αυτό να αναφέρεται πανηγυρικά. Τέλος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του Α.Κ., με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ισοδύναμος με τον συγκρινόμενο Α. Μ., ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς τη βαθμολογία, είναι απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ 1 του Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 5610/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προαγωγές υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας ο Οργανισμός Προσωπικού δεν έχει ισχύ νόμου, αλλά συμβατική ισχύ. Η απόφαση περί προαγωγής ή μη ελέγχεται ως προς το αν είναι κατάφωρα άδικη και παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης η προαγωγή [(Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου), Απορρίπτει αναίρεση].
null
null
1
Αριθμός 851/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στο Δήμο Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασπετάκη. Της αναιρεσίβλητης: Ά. Ν. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Γκαβάκο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκε η 668/1252/ΕΓ50/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις του άρθ. 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (με την κατάθεση δικογράφου σε πρωτότυπο στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και την σύνταξη σχετικής έκθεσης, άρθ. 495 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ) είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, την συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπάγγελτα με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτει την αναίρεση, αν αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Αντίθετη ερμηνεία δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο άρθ. 570§1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την δικάσιμο", διότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό της αυτεπάγγελτης έρευνας από τον Άρειο Πάγο της εμπρόθεσμης άσκησης της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια αρκεί για την έρευνα αυτήν του Αρείου Πάγου να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της ως άνω προϋπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης, χωρίς να είναι απαραίτητο το απαράδεκτο απ' αυτήν να προβάλλεται με προτάσεις που κατατίθενται εντός της προθεσμίας του άρθ. 570§1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τα άρθ. 144§1 και 564§1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, αν ο αναιρεσείων διαμένει ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, έχει την έδρα του στην ημεδαπή, η προθεσμία της αναίρεσης είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επομένη της (νόμιμης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις) επίδοσης αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις των άρθ. 513, 518§1 και 553§1 ΚΠολΔ προκύπτει ειδικότερα, ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης που υπόκειται σε έφεση (δηλ. κατ' απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, από την εκπνοή της οποίας η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη, υποκειμένη πλέον σε αναίρεση (άρθ. 552, 553 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζομένη (σε φωτοτυπικό αντίγραφο) με αριθ. 2611/2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου ... αποδεικνύεται, ότι με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης ακριβές θεωρημένο αντίγραφο της προσβαλλομένης 668/1252/ΕΓ50/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), επιδόθηκε την 22-11-2006 στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ, σημειουμένου ότι η από προφανή παραδρομή παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της αναίρεσης και τις προτάσεις του της λέξης "Οργανισμός" στην επωνυμία του δεν δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητά του) με την παράδοση του ως άνω αντιγράφου στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτού Γ. Π. στην έδρα του αναιρεσείοντος στον Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου, απορριπτομένου ως αβασίμου (άρθ. 122, 139, 140, 438 και 440 ΚΠολΔ) του προβληθέντος με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ισχυρισμού περί μη νομιμότητας της επίδοσης επειδή, όπως εκεί εκθέτει, δεν έγινε στην έδρα του, ούτε αναζητήθηκε σ' αυτήν ο νόμιμος εκπρόσωπός του, αλλά τυχόν επίδοση έγινε εκτός της έδρας του, από την επομένη δε της επίδοσης άρχισε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής συμπληρωθείσα την 23-12-2006, όταν η αναιρεσιβαλλομένη κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής μέσα στην προβλεπομένη προθεσμία των 30 ημερών από την επίδοση (μέχρι και την 24-1-2007, με αριθ. 1085/2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηρακλείου) και άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής. Όπως προκύπτει από την κάτω από την κρινόμενη αίτηση πράξη της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η ένδικη αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου την 14-2-2007, δηλ. μετά την πάροδο της οικείας προθεσμίας για την άσκησή της. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και δη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-2-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" για αναίρεση της 668/1252/ΕΓ50/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η εμπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της, την συνδρομή της οποίας ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπάγγελτα, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικής ένστασης απαραδέκτου. Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που υπόκειται σε έφεση (απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) αρχίζει από την λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, από την οποία η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη (απορρίπτει ως εκπρόθεσμη αίτηση για αναίρεση της ΜΠρΗρακ 668/1252/ΕΓ50/2006).
null
null
0
Αριθμός 852/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ", που εδρεύει στο Δήμο Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασπετάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Ε., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκε η 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-2-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 552, 553§1, 321 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση, αυτεπάγγελτα ερευνωμένη, της παραδεκτής άσκησης αναίρεσης κατ' απόφασης πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, είναι η τελεσιδικία αυτής κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης, τελεσίδικη δε γίνεται η υποκειμένη σε έφεση πρωτόδικη απόφαση για κάποια επελθούσα αιτία και δη, εκτός των άλλων, και λόγω παραίτησης από την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση έχει επιδοθεί και όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 144§1, 513, 518§1, 552, 553, 564§1, 570 και 577§§1 και 2 ΚΠολΔ η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, αν ο αναιρεσείων διαμένει ή, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, έχει την έδρα του στην ημεδαπή, είναι 30 ημέρες και αρχίζει από την επομένη της παραίτησης από την ασκηθείσα έφεση, η εμπρόθεσμη δε ως άνω άσκηση αυτής, ως προϋπόθεση επίσης του παραδεκτού της, ερευνάται και αυτή αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, με βάση (όπως και η ετέρα ως άνω προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τελεσιδικία) τα έγγραφα της δικογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση: (1) Από την προσκομιζομένη σε φωτοτυπικό αντίγραφο με αριθ. 1617/2005 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακλείου ... αποδεικνύεται ότι με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλομένης 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), επιδόθηκε την 30-12-2005 στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ, σημειουμένου ότι η από προφανή παραδρομή παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της αναίρεσης και τις επ' αυτής προτάσεις του της λέξης "Οργανισμός" στην επωνυμία του δεν δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητά του) με την παράδοση του ως άνω αντιγράφου στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτού Γ. Π. στην έδρα του αναιρεσείοντος στον Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου, απορριπτομένου ως αβασίμου (άρθ. 122, 139, 140, 438 και 440 ΚΠολΔ) του προβληθέντος με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του αναιρεσείοντος ισχυρισμού του περί μη νομιμότητας της επίδοσης, επειδή, όπως προβάλλει μ' αυτόν, δεν έγινε στην έδρα του, ούτε αναζητήθηκε σ' αυτήν ο νόμιμος εκπρόσωπός του, αλλά τυχόν επίδοση έγινε εκτός της έδρας του, από την επομένη δε της επίδοσης αυτής άρχισε η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλομένης απόφασης. (2) Κατά της αναιρεσιβαλλομένης και σε εκτέλεση της 2/2006 απόφασης του ΔΣ του αναιρεσείοντος για την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και δη την 17-1-2006 η υπό την αυτή ημερομηνία έφεση, κατά την συζήτηση της οποίας στο Εφετείο Κρήτης κατά την δικάσιμο της 16-1-2007 το αναιρεσείον και σύμφωνα με την 48/2006 απόφαση του ΔΣ αυτού, ως δεν αμφισβητείται, παραιτήθηκε νομότυπα από την ασκηθείσα ως άνω έφεση με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά του ως άνω δικαστηρίου, από την παραίτηση δε αυτή η αναιρεσιβαλλομένη κατέστη τελεσίδικη. (3) Στην συνέχεια και σε εκτέλεση της 2/2007 απόφασης του Δοικητ. Συμβουλίου του το αναιρεσείον άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία, όπως προκύπτει από την κάτω απ' αυτήν πράξη της γραμματέως του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατατέθηκε την 14-2-2007, δηλ. μέσα στην 30νθήμερη προθεσμία από την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλομένης. Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα κατά τελεσίδικης απόφασης και μέσα στη νόμιμη προθεσμία. ΙΙ. (Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης, ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006). Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007). Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Ειδικότερα: (1) Κατά τα άρθ. 56 και 63 του ΠΔ 410/1988 οι συμβάσεις των μισθωτών που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ) και τα ΝΠΔΔ προς κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών λύονται αυτοδίκαια, μόλις αντιμετωπισθούν οι απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες ή λήξει ο χρόνος διαρκείας τους και σε κάθε περίπτωση μόλις συμπληρωθούν 8 μήνες από την εμφάνιση της ανάγκης που επέβαλε την πρόσληψη, ενώ κατά τα άρθ. 64 και 72 του ιδίου ΠΔ οι συμβάσεις των προσλαμβανομένων προς κάλυψη παροδικών απλώς αναγκών λύονται αυτοδίκαια μετά πάροδο 5 μηνών και μπορούν να παραταθούν κατά 3 μήνες και 1 έτος με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθ. 65 αυτού. Σε αμφότερες τις κατηγορίες αυτές προσωπικού οι συμβάσεις εργασίας είναι ορισμένου χρόνου και κατά το άρθ. 72 του ως άνω ΠΔ 410/1988 απαγορεύεται οποιαδήποτε παράταση της αρχικής σύμβασης ή ανανέωση με σύναψη νέας σύμβασης πέραν από τ' ανώτατα κατά περίπτωση όρια απασχόλησης, ως εκ τούτου δε στις συμβάσεις αυτές, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί το άρθ. 8 ν. 2112/1920, να χαρακτηρισθούν δηλ. συμβάσεις αορίστου χρόνου, ούτε να χωρήσει σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης κατ' άρθ. 671 ΑΚ, έστω και αν με την επίκληση των προαναφερομένων διατάξεων έγιναν προσλήψεις προσωπικού για την κάλυψη παγίων αναγκών και διαδοχικές ανανεώσεις των ορισμένου χρόνου συμβάσεων. (2) Περαιτέρω, με το άρθρο 21§§1 και 2 του ν. 2190/1994 ορίσθηκε, κατά τρόπο ουσιωδώς όμοιο ως άνω, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Σύμφωνα με την §1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του Δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1§6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, όπως είναι και το αναιρεσείον με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ). (3) Οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (§2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (§3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920. (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος -μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση. Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων. Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη - μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου. Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται"). Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης". Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζεται ότι (α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου. Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ. α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ως άνω διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ. συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθ. 94 Συντ. 1 ν. 1406/1983, 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω από τα παραπάνω συνάγεται, ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής, και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα. Στην προκειμένη περίπτωση: (Α) Με την ένδικη αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Αθλητικός Οργανισμός Χερσονήσου" (ΔΑΟΧ) ο ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος ότι με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ και χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου εργάσθηκε στο εναγόμενο ως γυμναστής κλάδου ΠΕ κατά τα χρονικά διαστήματα από 30-8-2002 έως 15-9-2003, 15-9-2003 έως 15-9-2004 και από 16-9-2004 έως και 16-9-2005, ότι οι συμβάσεις αυτές υποκρύπτουν στην πραγματικότητα σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και η ορισμένη διάρκειά τους τέθηκε σκόπιμα από τον εργοδότη του (ΔΑΟΧ) προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του, και δη περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, και ότι αυτές συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η παροχή των υπηρεσιών του αφορούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του, συνεχιζομένη αορίστως από 17-9-2005, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ιδιωτικού δικαίου διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, μη αποκλειομένη από την προβλεπομένη ως άνω διοικητική διαδικασία ένταξης στις ρυθμίσεις του ΠΔ 164/2004, όπως ορθώς έκρινε και το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου. Επομένως, ο δεύτερος, κατά σειρά αρίθμησης, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι διάσπαρτες και συνεχόμενες μ' αυτόν σχετικές αιτιάσεις, από το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ περί υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων επειδή η σχετική κρίση ανήκει αποκλειστικά στο ΑΣΕΠ κατά την προαναφερομένη διαδικασία, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. (Β) Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, με την προσβαλλομένη 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ, που συστάθηκε με την 348/2000 απόφαση του Γ. Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης (δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β' 628), έχει ως σκοπούς, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη μαζικού λαϊκού αθλητισμού στον Δήμο Χερσονήσου με την δημιουργία ευκαιριών άθλησης για όλους τους δημότες, την δημιουργία και λειτουργία αθλητικών κέντρων, γυμναστηρίων και γηπέδων, την συντήρηση και φροντίδα των αθλητικών εγκαταστάσεων και την ανέγερση νέων, την οργάνωση αθλητικών εκδηλώσεων κ.λπ., ότι για την υλοποίηση προγραμμάτων μαζικού αθλητισμού, την εποπτεία των διεξαγομένων στους χώρους των αθλητικών εγκαταστάσεων αγώνων και την διοργάνωση πρωταθλημάτων εργασιακού αθλητισμού προσλαμβάνονταν ο ενάγων, που είναι πτυχιούχος γυμναστής (κλάδου ΠΕ 10) με ενιαύσιες συμβάσεις, ειδικότερα δε αυτός εργάσθηκε με έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης έργου που κατάρτισε με το εναγόμενο επί 22 μήνες (τα χρονικά διαστήματα από 30-8-2002 έως 30-8-2003 και από 15-9-2003 μέχρι 15-9-2004) και τέλος από 16-9-2004 έως 16-9-2005, συνεχίζοντας να εργάζεται στο μεσοδιάστημα σε αναμονή της ανανέωσης της σύμβασής του, ότι παράλληλα, εκτός από τις παραπάνω υποχρεώσεις του, ο ενάγων ασχολούνταν και με διοικητικές εργασίες και με άλλα τρέχοντα του εναγομένου, κατά δε την εκτέλεση των εργασιών, και παρά τον διαφορετικό χαρακτήρα που είχε δοθεί στην σύμβαση, δεν ήταν ελεύθερος να επιλέξει χώρο και χρόνο εργασίας αλλά ακολουθούσε τις οδηγίες και τις επιλογές του εναγομένου που εκφράζονταν από το αρμόδιο όργανο αυτού, ότι ο ενάγων ζήτησε την μονιμοποίησή του σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, πλην όμως δεν πληροί τις τιθέμενες απ' αυτές προϋποθέσεις σχετικά με την συνολική 24μηνη διάρκεια της σύμβασης και η κρίση του υπηρεσιακού συμβουλίου ΟΤΑ Ν. Ηρακλείου είναι αρνητική, ενώ ήδη έχει εγκριθεί ο εσωτερικός οργανισμός του εναγομένου που προβλέπει πλέον και μόνιμη θέση γυμναστή κλάδου ΠΕ 10, ότι λόγος σύναψης των παραπάνω συμβάσεων μίσθωσης έργου ήταν η πρόσληψη προς αντιμετώπιση δήθεν πρόσκαιρων αναγκών, αυτό όμως δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού ο ενάγων κάλυπτε κενές οργανικές θέσεις που ήδη προβλέπονται από τον οργανισμό, η εργασία δε που προσέφερε ήταν για την ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγομένου στον τομέα απασχόλησής του, οι οποίες μέχρι την ολοκλήρωση της πρόσληψης του μόνιμου προσωπικού δεν μπορούσαν ν' αντιμετωπισθούν από μόνιμο προσωπικό που δεν υπήρχε, κρίνεται μάλιστα ότι εάν ο ενάγων αποχωρήσει από την εργασία του θα δημιουργηθεί πρόβλημα στο εναγόμενο, ότι η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων του ενάγοντος δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που παρείχε, αλλά ούτε και κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο, ότι αντίθετα ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και όχι έκτακτες, πρόσκαιρες ή εποχιακές και ότι το σύνολο των αλλεπαλλήλων συμβάσεων και σχέσεων εργασίας με το εναγόμενο συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για τον ενάγοντα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 1, 3 και 8 ν. 2112/1920, 281 ΑΚ και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων συνδέεται με το αναιρεσείον εναγόμενο (ΝΠΔΔ) με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή του την 30-8-2002. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 1, 3 και 8 ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70 που σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν ήσαν εφαρμοστέες κατά πάσα περίπτωση, αφού οι ως άνω συμβάσεις έργου του ενάγοντος καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερομένων συνταγματικών ή άλλων διατάξεων και δη μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντ., στο οποίο προστέθηκαν οι ως άνω παράγραφοι 7 και 8. Οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν, έστω εν μέρει, ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε κατ' εφαρμογή του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, ως προς τις καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος αυτού και συνεχιζόμενες και μετά ταύτα για τον μετά την έναρξη της ισχύος του και εφεξής χρόνο, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό σημείο ο ενάγων είχε συμπληρώσει απασχόληση 22 μηνών με μία ανανέωση. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, οι οποίοι, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι και ειδικότερα ο τρίτος από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου, για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" προταθέντων από το αναιρεσείον, ως απαράδεκτος, διότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν αναφέρεται σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, οι δε (α) τέταρτος από τον αριθ. 10 για λήψη υπόψη πραγμάτων χωρίς απόδειξη (β) πέμπτος από τον αριθ. 13 για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και (γ) έκτος από τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθρου για παραμόρφωση εγγράφου, προεχόντως ως πλήρως αόριστοι, αφού, πέραν της αριθμητικής αναφοράς των ως άνω διατάξεων, ουδεμία απολύτως συγκεκριμένη αιτίαση προβάλλεται για την θεμελίωσή τους (ούτε, ειδικότερα, καθορίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο). Εξάλλου, στην κρινόμενη υπόθεση δεν ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου και δη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ αλλά του εσωτερικού και επομένως δεν τίθεται θέμα υποβολής και μάλιστα υποχρεωτικά κατ' άρθ. 234 ΣυνθΕΚ προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου που υποβάλλεται με την προσθήκη των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεών του. Σύμφωνα με όλα τα προδιαληφθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 899/2113/ΕΓ76/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Περίληψη: -άρθ. 144, 513, 518, 552, 553, 564, 570, 577 ΚΠολΔ: προϋποθέσεις παραδεκτής και εμπρόθεσμης άσκησης αναίρεσης κατ’ απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.-άρθ. 648, 649, 669, 672 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920,56,63,64,72 π.δ. 410/1988, 14 και 21 ν. 2190/1994, 103 §§ 2, 3, 7 και 8 Συντ : σύμβαση εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου- διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου συναπτόμενες υπό το κράτος των διατάξεων του άρθ. 103 Συντ μετά την αναθεώρησή του και των λοιπών ως άνω διατάξεων, με (το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και) τα ΝΠΔΔ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μη εφαρμοζομένης στις συμβάσεις αυτές της διάταξης του άρθ. 83 § 3 ν. 2112/1920, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ- άρθ. 5, 7 και 11 ΠΔ 164/2004: προϋποθέσεις μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ και είναι ενεργές και μετά ταύτα, δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων παρά την προβλεπομένη διαδικασία ενώπιον του ΑΣΕΠ (αναιρεί την ΜΠρωτΗρακ 899/2113/ΕΓ76/2005).
null
null
0
Αριθμός 854/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου D. M. του I., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, για αναίρεση της με αριθμό 25/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Π. Τ. του Ν., 2) Γ. Α. του Σ. και 3) Ι. Κ. του Χ.. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 781/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στις απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠΔ που προκαλούνται από την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου συγκαταλέγεται και ο μη διορισμός διερμηνέα για την εξέταση του κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Για να διοριστεί όμως διερμηνέας πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιοδήποτε τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, για κατοχή, πώληση, απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και καθ' υποτροπή, παράνομη οπλοφορία, παράνομη κατοχή όπλου και φυσιγγίων, κατοχή παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, παράνομη είσοδο αλλοδαπού στην Ελληνική Επικράτεια, σε συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και κάθειρξης -10- ετών και -18- μηνών, αυτός (αναιρεσείων), που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεν δήλωσε άγνοια ή μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, ούτε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διαπίστωσε κάτι τέτοιο για να διοριστεί διερμηνέας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από το μη διορισμό διερμηνέα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και ζ' και παρ. 2 του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί και κατέχει ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση τους. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρος) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006) θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 6, προβλέπουσα αυστηρότερη ποινή (κάθειρξη και χρηματική ποινή), όταν ο παραβάτης ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, την έννοια δε της κατ' επάγγελμα και (ή) κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης την δίδει το άρθρο 13 εδ. στ', όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2408/1997. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αρχές Οκτωβρίου 2007 στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Λάρισας περιήλθαν πληροφορίες για διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών σε συγκεκριμένο σημείο περιοχής ... το οποίο τέθηκε υπό επιτήρηση. Από την παρακολούθηση διαπιστώθηκε ότι σχεδόν καθημερινά μεταξύ των ωρών 19.00' - 20.00', στο 2ο χλμ. της Ε.Ο. ... - ... κατέφθανε το υπ' αριθμ κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (Π.Τ.), από το οποίο αποβιβαζόταν ο πρώτος (D. M.) και αφού αναχωρούσε το όχημα, ο πρώτος εισερχόταν σε παρακείμενο αγρό (αμπέλι) και μετά παρέλευση 20 λεπτών προσήρχοντο στον αγροτικό δρόμο αυτοκίνητα, τα οποία σταματούσαν πρόσκαιρα στην άκρη του δρόμου, όπου προσήρχετο ο πρώτος συναλλασσόμενος με τους επιβάτες των οχημάτων πωλώντας σ' αυτούς ηρωίνη. Μετά το πέρας της διαδικασίας της πώλησης επανήρχετο ο δεύτερος με το ως άνω όχημα και αφού παρελάμβανε τον πρώτο επέστρεφαν στον ... απ' όπου τον είχε παραλάβει. Στις 17.10.2007 οι αστυνομικοί θέλοντας να ελέγξουν αν γινόταν αγοραπωλησίες ναρκωτικών, έκαναν αστυνομικό έλεγχο σε οχήματα που προηγουμένως είχαν σταματήσει στο ανωτέρω σημείο όπου ελάμβαναν χώρα οι αγοραπωλησίες, και συγκεκριμένα περί ώρα 20.50' στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τρίτος κατηγορούμενος (Γ.Α.) με συνοδηγό τον τέταρτο (Ι.Κ.), και περί ώρα 21.00' στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ.Κ. με επιβάτες τους Σ.Μ. και Γ.Γ.. στο πρώτο όχημα βρέθηκαν 19,7 γρ. ηρωίνης σε βραχάκια, μάλιστα ο τρίτος κατηγορούμενος μόλις αντελήφθη τους αστυνομικούς ασφάλισε τις πόρτες του αυτοκινήτου του, διεσκόρπισε στο πάτωμά του άγνωστη ποσότητα σκόνης ηρωίνης ενώ αρνήθηκε σε πρόσκληση των αστυνομικών να δώσει αίμα και ούρα για να διαπιστωθεί αν οδηγούσε υπό την επήρρεια ναρκωτικών και στο δεύτερο όχημα 6,3 γρ. ηρωίνης σε νάϋλον συσκευασίες και 0,2 γρ. ηρωίνης σε βραχάκια. Στις 5.11.2007 οι αστυνομικοί αποφάσισαν να συλλάβουν τον πρώτο κατηγορούμενο και έτσι μόλις τον αποβίβασε ο δεύτερος, ο οποίος ανεχώρησε, και εισήλθε εντός του παρακειμένου αγρού, επενέβησαν και τον συνέλαβαν. Πάνω του βρήκαν ένα κινητό τηλέφωνο. Σε απόσταση 2-3 μέτρων από το σημείο σύλληψης βρέθηκαν α) έντεκα νάυλον περιτυλίγματα, με υπολείμματα ηρωίνης, χωρητικότητας 500 γρ. το καθένα και συνολικά 5.500 γραμ., ποσότητα που είχε διατεθεί τις προηγούμενες ημέρες και όπως ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε προανακριτικά ανέμενε νέες ποσότητες από συνεργάτη του Αλβανό υπήκοο με το όνομα A., ενώ την ποσότητα είχε πωλήσει προς 16 ευρώ το γραμμάριο και σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο σύλληψης μια ζυγαριά ακριβείας με υπολείμματα ηρωίνης. Την ίδια ημέρα στον ... στο σπίτι του συνέλαβαν και το δεύτερο κατηγορούμενο, άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες (βλ. ... πραγμ/νη) και ως αμοιβή για τη βοήθειά του προς τον πρώτο ελάμβανε μικροποσότητες ηρωίνης. Μόλις έγινε γνωστή στις αστυνομικές αρχές η σύλληψη του πρώτου, το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Βόλου συνέδεσε περιστατικό που είχε λάβει χώρα στο ανωτέρω σημείο διακίνησης των ναρκωτικών προ δύο μηνών. Συγκεκριμένα, ο αστυνομικός Ι.Κ. του Τ.Δ.Ν. Βόλου, κατόρθωσε αξιοποιώντας πληροφορίες της υπηρεσίας του να έλθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και έκλεισαν ραντεβού σε αγροτική περιοχή ... να του πωλήσει 1.500 γρ. ηρωίνης έναντι 18.000 ευρώ. Στο ραντεβού προσήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος απαίτησε από τον αστυνομικό να του δώσει τα χρήματα πριν του παραδώσει τα ναρκωτικά, απειλώντας μάλιστα αυτόν με πιστόλι, αλλά ο αστυνομικός αρνήθηκε και με πρωτοβουλία του ματαιώθηκε η αγοραπωλησία". Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο κατηγορούμενος τέλεσε τις παρακάτω πράξεις: 1) της κατοχής και πώλησης 5.500 γρ. ηρωίνης, απόπειρας πώλησης 1.500 γρ. ηρωίνης από την ίδια ποσότητα των 5.500 γρ. ηρωίνης, 2)..., 3)..., 4)... και 5)... . Τις πράξεις της κατοχής, πώλησης και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών τέλεσε με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και καθ' υποτροπή. Ειδικότερα από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, την υποδομή που είχε διαμορφώσει διακινώντας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, τις οποίες απέκρυπτε επιμελώς σε απόμερη αγροτική τοποθεσία, την όλη διακίνηση κατά τον ανωτέρω τρόπο ώστε να μη γίνεται αντιληπτός στις διωκτικές αρχές, τη διασύνδεσή του και με τρίτους διακινητές μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών, τους οποίους δεν απεκάλυψε, την ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας και τη χρησιμοποίηση του δεύτερου κατηγορουμένου, προκύπτει τόσο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, όσο και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Είναι δε και υπότροπος καθόσον εντός της προηγούμενης δεκαετίας με την υπ' αριθμ. 77/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών". Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, μεταξύ άλλων, και για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της κατοχής, πώλησης και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και καθ' υποτροπή, και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή ισόβιας κάθειρξης και κάθειρξης δέκα ετών και δεκαοχτώ μηνών. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 26 παρ. 1 στοιχ. α', 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 83, 88, 89, 94 παρ. 1 ΠΚ, 4 παρ. 1-3 πιν.Α' αρ. 5 παρ. 1 στοιχ. β', ζ', 2, 15, 16, 17, 19, 22 ν. 1729/1987 (όπως ισχύει), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να είναι, όπως προαναφέρθηκε, απαραίτητο να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, σχετικά με την πώληση της υπόλοιπης ποσότητας ηρωίνης από την υπό στοιχ. Α' ποσότητα, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται η ταυτότητα των αγοραστών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα στοιχεία της ταυτότητας δεν είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος. Πλήρως δε αιτιολογείται και η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε την επί των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών φυσική εξουσία, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Εξάλλου, η αιτίαση ότι η απόπειρα πώλησης των ναρκωτικών ήταν απρόσφορη, λόγω του ότι δεν ήταν πραγματικός ο πιο πάνω φερόμενος, ως αγοραστής, αστυνομικός των παραπάνω ναρκωτικών, είναι αβάσιμος, αφού ο φερόμενος ως αγοραστής της προδιαληφθείσας ναρκωτικής ουσίας αστυνομικός ήταν υπαρκτό πρόσωπο και εμφανίστηκε στον κατηγορούμενο με πρόθεση αγοράς της ναρκωτικής ουσίας και δεν αποκλειόταν εννοιολογικά η πράγματωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, δεδομένου ότι απρόσφορη απόπειρας υπάρχει όταν ο δράστης επιχειρεί να εκτελέσει πλημμέλημα ή κακούργημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε ν' αποκλείεται εννοιολογικά να οδηγήσει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος και όχι όταν λείπει άλλο στοιχείο αυτής της υπόστασης, το οποίο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μέσο ή αντικείμενο υπό την έννοια που χρησιμοποιούνται οι όροι στο άρθρο 43 ΠΚ. Τέλος, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε επί λέξει "την αθώωση του πελάτη του, άλλως να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 82 παρ. 1 στοιχ. δ', ε, ΠΚ". Έτσι, διατυπούμενος ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός είναι παντελώς αόριστος και το Δικαστήριο, ορθώς τον απέρριψε σιγή, αφού, κατά τα προαναφερθέντα δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 27 Μαΐου 2010, αίτηση του D. M. του I., κατοίκου ..., για αναίρεση της 25/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Κατοχή, πώληση και απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και καθ’ υποτροπή. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς αυτοτελή ισχυρισμό, απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας εκ του μη διορισμού διερμηνέα, απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 844/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Ν. του Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1153/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 954/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 385/22.11.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 3/12-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ν. του Β. και της Ό., 31 ετών, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή …, κατά της υπ' αριθμ. 1153/3-5-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για διακεκριμένες κλοπές που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13 στ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 372 παρ.1α σε συνδ. με το άρθρο 374 δ' και ε' του ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως και οπωσδήποτε όχι μετά την δεκαήμερη προθεσμία που προβλέπεται για τις τελεσίδικες αποφάσεις όπως η προκειμένη σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. Πλην όμως για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει οι προτεινόμενοι λόγοι να είναι ορισμένοι και δεν αρκεί η απλή επίκληση του περιεχομένου των διατάξεων αυτών, όπως λόγου χάρη "ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα ή εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, παραβίαση δεδικασμένου ή υπέρβαση εξουσίας", διότι πρέπει να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη αιτίαση ώστε να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση ή στο βούλευμα (Α.Π. 1018/2000 Ποινική Δίκη 2000, 1204, Α.Π. 980/1998 Ποιν.Χρον. ΜΕ 557, Α.Π. 13 32/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ 725). Εν προκειμένω ο αναιρεσείων επικαλείται ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. (άρθρο 510 παρ. 1Δ Κ.Π.Δ.) και συγκεκριμένα με την εξής φράση "Διότι νομίζω ότι η ποινή μου ήταν πολύ μεγάλη για τις πράξεις και τα αδικήματα που διέπραξα", χωρίς όμως να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς να προσδιορίζει ειδικά την νομική πλημμέλεια που προσάπτει στην απόφαση. Με αποτέλεσμα λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του (άρθρο 474 παρ.2 Κ.Π.Δ.), η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3/12-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ν. του Β. και της Ό., 31 ετών, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή …, κατά της υπ' αριθμ. 1153/3-5-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 21-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων και βουλευμάτων, πρέπει στην δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικός στα άρθρα 510 και 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα (άρθρα 476 και 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή εις άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων. Ειδικότερα, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει, εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλ' αυτή δεν είναι ειδική, να διευκρινίζεται, επί πλέον, εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της ή πόσα αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη υπ' αριθ. πρωτ. 3/12.5.2010 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ν. του Β., κατοίκου ..., προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1153/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων των Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για διακεκριμένες κλοπές που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13 περ. στ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 372 παρ.1α και 374 περ. δ' και ε' του ΠΚ). Στην αίτηση αυτή αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δηλώνει "ότι κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθμ. 1153/2010 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθήνας που καταδικάσθηκε για κλοπές σε ποινή κάθειρξης (6) ετών για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει: Διότι νομίζω ότι η ποινή μου ήταν πολύ μεγάλη για τις πράξεις και τα αδικήματα που διέπραξα". Έτσι όμως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει ούτε εκθέτει οιαδήποτε πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσε εκτιμώμενα από το δικαστήριο αυτό να υπαχθούν σε κάποιο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση λόγω της αοριστίας της είναι απαράδεκτη και πρέπει ως τοιαύτη να απορριφθεί, μετά και την ειδοποίηση του ιδίου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλλου σημείωση του αρμοδίου Γραμματέα, και τη μη εμφάνισή του, καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 3/12-5-2010 αίτηση του Ι. Ν. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1153/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω του ότι δεν περιέχει κάποιο ορισμένο λόγο αναίρεσης.
null
null
1
Αριθμός 843/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της ΒΤ2868/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1362/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 515 παρ.1 του ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο. Εν προκειμένω κατατέθηκε σημείωμα για αναβολή από τη δικηγόρο Χρυσούλα Μάντζιου λόγω κωλύματος του χειριζομένου την υπόθεση δικηγόρου Ευσταθίου Φίλη, ο οποίος απουσιάζει στο εξωτερικό. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο δεδομένου οτι ο αναφερόμενος λόγος αυτός χωρίς μάλιστα περαιτέρω εξειδίκευση για την ανάγκη παραμονής στο εξωτερικό κατά τη σημερινή δικάσιμο, πάσχει από αοριστία και συνεπώς δεν εμπίπτει στην έννοια της ιδιαίτερης εξαιρετικής περίπτωσης. 2. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 24 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου 2011, αντίγραφο δε της κλήσεως επιδόθηκε και στην αντίκλητο δικηγόρο του Βασιλική Χαβέλα (βλ. αποδεικτικό από 3-11-2010 του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...). Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα αναβολής της συζητήσεως. Απορρίπτει την από 8 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του αναιρεσείοντος Ε. Λ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της ΒΤ 2868/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 842/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Λιακούλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 65, 66, 67, 68, 69, 70/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1490/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη κατά δε τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου κώδικα, με πρόθεση πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης και επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα αυτά περιστατικά τα οποία και αποδέχεται. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν, την αφαίρεση ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή και ακόμη με την παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενική δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανατώσεως του άλλου, ο δε ενδεχόμενος, στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 2168/1993 "όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα ... β)μαχαίρια κάθε είδους, εκτός εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για οικιακή η επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση, τέχνη, θήρα αλιεία ή άλλη συναφή χρήση" κατά δε το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, "όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο, διαπράττει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι' αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπο του, κατ' άρθρο 36 ΠΚ μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.65-70/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση και για οπλοχρησία σε ποινή ισόβιας κάθειρξη και φυλάκιση ενός έτους, αυτός με "αυτοτελή ισχυρισμό" που υπέβαλε στο δικαστήριο και ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο ο συνηγορός του ισχυρίσθηκε ότι είναι μειωμένης ικανότητος προς καταλογισμό των πράξεων λόγω χρόνιου αλκοολισμού. Το άνω Δικαστήριο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε το 1934, σε ηλικία 26 ετών παντρεύτηκε τη σύζυγό του Μ. Κ., με την οποία απέκτησε δύο τέκνα, και ζούσαν στην οικία τους στο ..., τα δε εισοδήματα του προήρχοντο από την απασχόλησή του ως εκδορυσφηγέα, πωλητή οπωρολαχανικών και σε αγροτικές εργασίες. Είχε χαρακτήρα βίαιο, ήταν μέθυσος, δημιουργούσε συχνά επεισόδια με την σύζυγό του την οποία έβριζε και κτυπούσε, ενώ μόνιμη επωδός στα τελευταία χρόνια ήταν η απειλή του ότι θα τη σφάξει, όπως και το έκανε. Στις 16-1-2005 και περί ώρα 14.00 ο κατηγορούμενος προσήλθε στην οικία του να γευματίσει, αφού ήδη είχε καταναλώσει αλκοόλ, δημιούργησε επεισόδιο με τη σύζυγό του στο οποίο παρενέβη ο γιός του Α. Κ., με τον οποίο λογόφεραν, απεχώρησε εκνευρισμένος από την οικία, στην οποία επέστρεψε περί ώρα 18.00 και κατακλίθηκε για ύπνο. Όταν ξύπνησε περί ώρα 20.00 συνέχισε τη φιλονικία με τη σύζυγό του, στην οποία επιτέθηκε και με ένα μαχαίρι (σουγιά) που έφερε πάντοτε μαζί του την έσφαξε στην κυριολεξία. Κατά την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής παρατηρήθηκαν, εκτεταμένο και ιδιαίτερα βαθύ τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο, στην αριστερά πλάγια τραχηλική χώρα, με διατομή των μαλακών μορίων και της σφαγίτιδας, εκτεταμένο και ιδιαίτερα βαθύ τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο, στην πρόσθια τραχηλική χώρα (κατά μήκος όλης της κάτω γνάθου), με διατομή των μαλακών μορίων και του λάρυγγα, τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο στο λοβίο του δεξιού ώτος, 2 τραύματα από νύσσον και τέμνον όργανο στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα και τη δεξιά οπισθωτικία χώρα, ικανού μήκους αλλά μικρού βάθους (διατομά του δέρματος και του χορίου), πολλαπλά επιπλοκής τραύματα από νύσσον και τέμνον όργανο, στην πωλημικία επιφάνεια αμφοτέρων των χειρών (τραύματα αμύνης), 6 επιπολής τραύματα από νύσσον και τέμνον όργανο στο δεξιό ημιμόριο του προσώπου, 8 τραύματα από νύσσον και τέμνον όργανο στη δεξιά πλάγια επιφάνεια του κορμού μήκους από 6 έως 1,2 εκατοστά. Από τα τραύματα, την ακαταστασία του χώρου που βρέθηκε το θύμα, τα διάσπαρτα αίματα και το ακουστικό του τηλεφώνου δίπλα στο πτώμα του θύματος υποδηλώνουν πάλη μεταξύ θύματος και δράστη και προσπάθεια του θύματος να χρησιμοποιήσει τη τηλεφωνική συσκευή. Μετά την πράξη του ο κατηγορούμενος αφού πλύθηκε και άλλαξε ρούχα, πήρε το βιβλιάριο υγείας του και βιβλιάρια καταθέσεων τραπεζών, εξήλθε της οικίας του και αφού σταμάτησε το διερχόμενο ταξί που οδηγούσε ο συγχωριανός του Δ. Γ. ζήτησε από αυτόν να τον μεταφέρει αρχικά στο Κέντρο Υγείας ..., ύστερα στην οικία της κόρης του στη … και τελικά στη Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Λάρισας, όπου προσήλθε αυθόρμητα και στον αξιωματικό υπηρεσίας παρέδωσε το μαχαίρι και είπε με ψυχραιμία ότι σκότωσε τη σύζυγό του. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου τις μεσημβρινές ώρες της 16-1-2006 ο γιός του τον κτύπησε στο πρόσωπο και όταν το απόγευμα ζήτησε από τη σύζυγό του να μεταβούν σε νοσοκομείο, αυτή του αντιμίλησε, λέγοντάς του ότι θέλει κρέμασμα, και τότε αυτός την σκότωσε. Εκτός του ότι τα περιστατικά αυτά δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον ο γιός του, ο οποίος δεν ήταν παρών τη στιγμή του φόνου, αρνείται ότι τον κτύπησε, ενώ ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ότι τέλεσε την πράξη σε βρασμό ψυχικής ορμής. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται μειωμένο καταλογισμό ως πάσχων κατά το χρόνο του εγκλήματος από καταθλιπτική συνδρομή με ψυχωτικά στοιχεία και από χρόνιο αλκοολισμό. Οι ψυχίατροι γιατροί που τον εξέτασαν στις 2-7-2008 βρήκαν ότι κατά το χρόνο της εξέτασης ο κατηγορούμενος έπασχε μεν από καταθλιπτική συνδρομή και από βαρύ χρόνιο αλκοολισμό με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες, πλήν όμως δεν μπορούν να βεβαιώσουν ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, λόγω των ως άνω παθήσεων, υπήρχε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξη της συνείδησης του κατηγορουμένου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ένας εξ αυτών (Κ. Κ.) αντιφατικά ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι κατά το χρόνο του εγκλήματος δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι υπήρξε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξη της συνείδησης, στο συμπέρασμα του δέχεται τα αντίθετα. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλο το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα ότι παρά τον αλκοολισμό του ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση του εγκλήματος εκτελούσε με επιτυχία τις ως άνω βιοποριστικές εργασίες του, ότι μεταξύ των ωρών 14.00-20.00 της 16-1-2006 δεν κατανάλωσε αλκοόλ, ότι καθ' όλη τη διάρκεια του συζυγικού βίου κτυπούσε, εξύβριζε και απειλούσε τη σύζυγό του ότι θα τη σκοτώσει, ότι μετά το έγκλημα εμφανίστηκε ψύχραιμος στον οδηγό του ταξί και στον αστυνομικό της Υ.Α. Λάρισης στον οποίο ομολόγησε ότι σκότωσε τη σύζυγό του, ενώ εντύπωση προκαλεί ότι μετά το έγκλημα πήρε μαζί του το βιβλιάριο υγείας και βιβλιάριο καταθέσεων Τράπεζας. Κατόπιν όλων αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση απεφάσισε και σκότωσε τη σύζυγό του Μ. Κ. κάνοντας χρήση όπλου (σουγιά). Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση με μαχαίρι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της αποφάσεως όσο και κατά την τέλεση της πράξης και της οπλοχρησίας, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαττωμένης ικανότητος προς καταλογισμό. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο, εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες διότι: α)με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαττωμένης ικανότητας του προς καταλογισμό, λόγω χρόνιου αλκοολισμού, συνεπεία του οποίου είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του. β)από την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τις ιατροδικαστικές, ιατρικές εκθέσεις και γνωματεύσεις, προκύπτει ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο έλαβε υπόψη του και την από 29-11-2005 ιατρική βεβαίωση της ψυχιάτρου Μ. Π. την οποία και συνεκτίμησε και αξιολόγησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας η χωριστή αξιολόγηση της άνω ιατρικής βεβαιώσεως, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως του πορίσματος της άνω ιατρικής βεβαιώσεως με τις ουσιαστικές παραδοχές, ως προς την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αποφάσεως καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. γ)δεν περιέχονται αντιφάσεις στο αιτιολογικό της αποφάσεως με την παραδοχή από το δικαστήριο ότι: "Στις 16-1-2006 και περί ώρα 14.00 ο κατηγορούμενος προσήλθε στην οικία του να γευματίσει, αφού ήδη είχε καταναλώσει αλκοόλ, δημιούργησε επεισόδιο με τη σύζυγό του στο οποίο παρενέβη ο γιός του Α. Κ., με τον οποίο λογόφεραν, αποχώρησε εκνευρισμένος από την οικία του, στην οποία επέστρεψε περί ώρα 18.00 και κατακλίθηκε για ύπνο ..." και εν συνεχεία να δέχεται συμπερασματικώς ...". Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλο το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό της, ιδιαίτερη ότι παρά τον αλκοολισμό του ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση του εγκλήματος τελούσε με επιτυχία τις ως άνω βιοποριστικές εργασίες του, ότι μεταξύ των ωρών 14.00-20.00 της 16-1-2006 δεν κατανάλωσε αλκοόλ ..." αφού στη πρώτη περικοπή του σκεπτικού το Δικαστήριο αναφέρεται σε χρόνο προς της 14.00 ώρας ενώ στην δεύτερη αναφέρεται σε χρόνο μεταγενέστερο της 14.00 ώρας και έτσι δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς το εάν ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως ή όχι. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παράγραφος 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ά' του ίδιου Κώδικα λόγου αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητα του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο, στήριξε την απορριπτική, περί της συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της μειωμένης ικανότητος του προς καταλογισμό, κρίση του πλην άλλων και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο ψυχίατρος Κ. Κ., διορισθείς με την υπ'αριθ.129/130/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του άνω Δικαστηρίου και ο οποίος εξέτασε τον αναιρεσείοντα στις 2-7-2008. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο, δεν ήταν μόνο τα αναφερόμενα στην οικεία θέση ως αναγνωστέα έγγραφα, στα οποία δεν αναφέρεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Κ. Κ., όμως περιλαμβάνεται στις "ιατρικές εκθέσεις" τις οποίες ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη, το περιεχόμενο των οποίων γνώριζε ο κατηγορούμενος, όπως γνώριζε ότι ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να λάβει υπόψη του το άνω έγγραφο, και θα μπορούσε, αν ήθελε να σχολιάσει αυτό με δηλώσεις, παρατηρήσεις η εξηγήσεις, καταχωρημένες στα πρακτικά. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠοινΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 4/3-11-2010 αίτηση του Κ. Κ. του Α., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 65-70/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από πρόθεση - οπλοχρησία. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας εκ της λήψεως εγγράφου που δεν ήταν στα αναγνωσθέντα έγγραφα.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 841/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παρασκευόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1348-1349/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1439/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Προς τούτοις, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διάπραξης του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, έλλειψη της, κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, οπότε το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενη 1348-1349/2010 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις αρχές του έτους 1993 η εγκαλούσα και η κατηγορουμένη διέμεναν σε διαμερίσματα του πέμπτου (5ου) ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη και επί της οδού .... Μεταξύ τους αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις, η δε εγκαλούσα η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα περιέβαλε την κατηγορούμενη με εμπιστοσύνη γι' αυτό και της εμπιστεύθηκε τα προβλήματα που είχε με το γιο της Ε. Δ., ο οποίος είχε συνάψει γάμο με μια γυναίκα μεγαλύτερη του κατά είκοσι χρόνια και είχε απομακρυνθεί από τη μητέρα του γεγονός που την ανησυχούσε και την απασχολούσε έντονα. Η κατηγορουμένη εκμεταλλεύτηκε την άσχημη αυτή ψυχολογική κατάσταση της εγκαλούσας και την έπεισε ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα της απομάκρυνσης του γιου της Ε. Δ. οφείλεται στο γεγονός ότι η σύζυγός του Α. του έκανε "μάγια" και προθυμοποιήθηκε, να...., τη βοηθήσει αφού γνώριζε, όπως της είπε, ένα "μάγο-πνευματιστή" που κατοικούσε στη Λάρισα και ονομαζόταν Κ. ή Κ. Δ., ο οποίος ήταν σε θέση "να λύσει τα μάγια". Πείσθηκε η εγκαλούσα στις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης και της παρέδωσε ένα φάκελο με τη φωτογραφία του γιου της και 5.000 δρχ. για να τα στείλει στο "μάγο" Κ. Δ.. Στην πραγματικότητα όλη αυτή η ιστορία ήταν δημιούργημα της φαντασίας της κατηγορουμένης, η οποία με τον τρόπο αυτό αποφάσισε να εκμεταλλευτεί οικονομικά την εγκαλούσα και να της αποσπάσει με επανειλημμένες ψευδείς παραστάσεις ικανά χρηματικά ποσά, που θα υπερέβαιναν οπωσδήποτε συνολικά το ποσό των 5.000.000 δρχ. Έτσι κίνησε μια δήθεν αλληλογραφία με τον "μάγο", την διεκπεραίωση της οποίας ανέλαβε η ίδια (εκκαλούσα-κατηγορουμένη), η οποία παραλάμβανε κάθε φορά από την εγκαλούσα το φάκελο με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που απαιτούσε ο "μάγος" και το οποίο φυσικά εισέπραττε αυτή, αφού "μάγος" δεν υπήρχε και της επέστρεφε άλλο φάκελο με τις εντολές, τις συμβουλές και τα φυλακτά του "μάγου". Κάθε φορά προς δημιουργία και ενίσχυση της πεποίθησης της εγκαλούσας περί της υπάρξεως και της ικανότητας του "μάγου" να λύσει τα μάγια, παρουσίαζε σ' αυτή την ύπαρξη νέων προβλημάτων που δήθεν εδημιουργούντο στην οικογένειά της τα οποία θα επέλυε ο "μάγος" με την καταβολή κάποιου ποσού. Η εγκαλούσα ακολουθούσε χωρίς σκέψη ό,τι της έλεγε η κατηγορούμενη, αφού από τα λεγόμενά της, πειθόταν κάθε φορά ότι κινδύνευε η υγεία αλλά και η ζωή της ίδιας και των προσφιλών της προσώπων και πιο συγκεκριμένα κινδύνευαν από τα μάγια και τα κακά πνεύματα που κυκλοφορούσαν στο σπίτι της και ότι ο μόνος τρόπος διάσωσης ήταν η καταβολή εξακολουθητικά χρηματικών ποσών στον "μάγο" (στην πραγματικότητα στην κατηγορουμένη), ο οποίος, όπως την διαβεβαίωνε με τις συνεχείς προσευχές του θα κατόρθωνε να σώσει αυτήν και την οικογένειά της. Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1993 έως και 31-12-1999 η εκκαλούσα εισέπραξε κατ' αυτό τον τρόπο το χρηματικό ποσό των 15.000.000 δρχ. χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθούν επακριβώς όλα τα επιμέρους ποσά, τα οποία όμως κατά προσέγγιση φτάνουν τις 70.000 έως 1.500.000 δρχ. τη φορά. Ούτε βέβαια κατέστη δυνατόν να προσδιορισθούν επακριβώς οι ημερομηνίες καταβολής αυτών. Με την παραπάνω διαδικασία και για την ίδια αιτία εκτός των άλλων περιπτώσεων εισέπραξε στις 26-1-1999 500.000 δρχ., στις 2-2-1999 100.000 δρχ., στις 2-3-1999 100.000 δρχ., στις 2-4-1999 100.000 δρχ., στις 28-4-1999 100.000 δρχ., την 1-6-1999 70.000 δρχ., στις 21-6-1999 100.000 δρχ., στις 14-8-1999 180.000 δρχ., στις 11-9-1999, 100.000 δρχ. και στις 31-12-1999 1.500.000 δρχ. Με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια μεθόδευση κατόρθωσε να πείσει την εγκαλούσα να της πωλήσει και το διαμέρισμά της στην εξευτελιστική τιμή των 7.500.000 δρχ., με δεδομένο ότι η χρηματική αξία του διαμερίσματος ανερχόταν σε 30.000.000 δρχ. Τούτο το πέτυχε αφού κατόρθωσε να δημιουργηθεί κλίμα έντονου φόβου στην εγκαλούσα λέγοντάς της ότι και το σπίτι της ήταν υπό την επήρεια της μαύρης μαγείας και ότι η γνώμη του "μάγου-πνευματιστή" Κ. Δ. ήταν να το μεταβιβάσει σ' αυτήν, η οποία δεν διέτρεχε κίνδυνο μαγείας. Την έπεισε βέβαια και για το ότι λόγω αυτής της κατάστασης, της ύπαρξης δηλαδή στο διαμέρισμα μαγείας και κακών πνευμάτων, η αξία του διαμερίσματος ήταν πολύ μικρή γι' αυτό και της έδωσε ως τίμημα μόνο 7.500.000 δρχ. και συντάχθηκε το .../23-8-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίνας Σολεμετζίδου-Μαγγιώρη. Ας σημειωθεί ακόμη ότι την έπεισε επιπλέον ότι και ο εξοπλισμός του διαμερίσματος, η αξία του οποίου ανερχόταν σε 10.000.000 δρχ. ήταν υπό την επίδραση της μαύρης μαγείας γι' αυτό με το ίδιο ως άνω ποσό των 7.500.000 δρχ. αγόρασε μαζί με το διαμέρισμα και όλο τον εξοπλισμό αυτού αφού έπεισε την εγκαλούσα ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί από τη "μαύρη και θανατηφόρα μαγεία". Θεωρείται βέβαιο, γεγονός που καταθέτει και η ανωτέρω εγκαλούσα, ότι αν η τελευταία γνώριζε πως κανένα μέλος της οικογένειάς της δεν κινδύνευε από "μαύρη θανατηφόρα μαγεία" και από "αρνητική ενέργεια πνευμάτων" και ότι όλα ήταν δημιούργημα της φαντασίας της κατηγορουμένης και μόνο, ακόμη και αυτή η υποτιθέμενη ύπαρξη του "μάγου-πνευματιστή" Κ. Δ., δεν θα παρέδιδε σ' αυτήν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, ούτε θα μεταβίβαζε το διαμέρισμά της με όλο τον οικιακό εξοπλισμό στην εξευτελιστική τιμή που προαναφέρθηκε, αφού ήταν η μοναδική ιδιόκτητη κατοικία που διέθετε και στην οποία διέμενε, ενώ παράλληλα δεν αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, τέτοιας έκτασης μάλιστα, που να την οδηγήσει στην πιο πάνω πράξη. Από τις παραπάνω ενέργειες η περιουσία της εγκαλούσας ζημιώθηκε με το συνολικό ποσό των 47.500.000 δρχ. (139.398,38 ευρώ) και αντίστοιχο όφελος είχε η κατηγορουμένη, η οποία ας σημειωθεί ότι ενεργούσε επαγγελματικά και εξακολουθητικά και με τον ίδιο τρόπο και με τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις που έγιναν πιστευτές από τα θύματά της, απέσπασε κατά το χρονικό διάστημα 1993-1995 διάφορα χρηματικά ποσά και από άλλα ευκολόπιστα και ανυποψίαστα άτομα που αντιμετώπιζαν παρόμοιες με την εγκαλούσα καταστάσεις. Ειδικότερα από τον Θ. Δ. του Χ. απέσπασε, τμηματικά, συνολικά 15.000.000 δρχ. Σ' αυτόν παρέστησε ψευδώς περί το τέλος του 1995 ότι η σύζυγός του κατά τον επικείμενο τοκετό της, θα αντιμετώπιζε προβλήματα, τα οποία θα απέτρεπε μόνο ο προαναφερόμενος "μάγος" αν του απέστελλε ποσό 300.000 δρχ. προκειμένου να κατασκευάσει τα κατάλληλα φυλαχτά, λύση την οποία αποδέχθηκε ο εν λόγω παθών, ο οποίος πείσθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης και της παρέδωσε το ανωτέρω ποσό για να το αποστείλει στο "μάγο". Στη συνέχεια για να πείσει τον ως άνω παθόντα να της παραδώσει και άλλα χρηματικά ποσά ή κινητά πράγματα αξίας του παρέδωσε επιστολή που η ίδια συνέταξε, την εμφάνισε όμως ως συνταχθείσα από τον "μάγο" με την οποία τον διαβεβαίωνε ότι είχε κατασκευάσει φυλαχτά τα οποία είχε τοποθετήσει στην αγία τράπεζα κάποιας εκκλησίας, έπρεπε δε για να μη μπορέσουν τα "μάγια" να περιβάλουν το τέκνο του να του αποστέλλει οποιοδήποτε δώρο ή χρηματικό ποσό δωριζόταν στο τέκνο του για να το τοποθετεί στην αγία τράπεζα ή να αγοράζει άμφια για την προστασία του τέκνου του. Με τον τρόπο αυτό ο εν λόγω παθών, πεισθείς από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις της κατηγορουμένης της παρέδωσε δώρα και χρηματικά ποσά που προσφέρθηκαν στο νεογέννητο τέκνο του, που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν επί μέρους, αλλά συνολικά υπολογίζονται στα 15.000.000 δρχ. Από την Π. Τ. απέσπασε σε μη προσδιορισθείσα επακριβώς ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από του Ιουνίου 1993 έως το τέλος του 1994, το ποσό των 15.000 δρχ., ως αμοιβή δήθεν του "μάγου", αλλά στην πραγματικότητα το καρπώθηκε η ίδια, αφού την έπεισε ότι αυτός (μάγος) είχε τη δυνατότητα να της αποκαλύψει αν τα οικογενειακά προβλήματα που η ίδια και ο γιος της αντιμετώπιζαν, οφείλοντο στην "αρνητική ενέργεια των πνευμάτων". Τέλος από τον Μ. Μ., αφού τον έπεισε με τις ψευδείς παραστάσεις ότι η μνηστή του τού είχε κάνει μάγια και ότι μόνο ο προαναφερόμενος "μάγος μπορούσε να τα αντιμετωπίσει, απέσπασε 1.200.000 δρχ. ως δήθεν αμοιβή του μάγου για να λύσει τα μάγια και 750.000 δρχ. για να κατασκευάσει φυλαχτά, απαραίτητα δήθεν για την διατήρηση της μνηστείας του και συνολικά το ποσό των 1.950.000 δρχ. το οποίο η ίδια ωφελήθηκε με αντίστοιχη ζημία του εν λόγω παθόντος. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από τις μαρτυρικές καταθέσεις των προσώπων που αναφέρθηκαν και υπήρξαν θύματα της κατηγορουμένης όσο και από το περιεχόμενο της έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ., η οποία διορίσθηκε στην υπό κρίση περίπτωση με την 1/2003 πράξη της Ανακρίτριας του ΣΤ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αντικείμενο αυτής υπήρξαν οι επιστολές που φέρεται ότι συνέταξε ο "πνευματιστής" Κ. Δ., και τις οποίες παρέδωσε στην εγκαλούσα η κατηγορουμένη. Η τελευταία μάλιστα την προέτρεπε να τις καταστρέψει πλην όμως η εγκαλούσα Ε. Τ. τις φύλαξε και τις παρέδωσε για γραφολογικό έλεγχο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Η παραπάνω γραφολόγος επισημαίνει στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ότι "το αποτέλεσμα της έρευνάς της θα πρέπει να διατυπωθεί με πιθανολόγηση, εφόσον υπάρχει μόνο ένα και μοναδικό έγγραφο αντιπαραβολής, ως συγκριτικό γραφολογικό υλικό, αυτό του από 22-4-2003 δείγματος γραφής. Αν και ζητήθηκε γραφή ανυπόπτου-προγενέστερου χρόνου της Α. Κ. (δια του πληρεξουσίου της) μέχρι σήμερα τέτοιο δεν προσεκόμισε. Ήτοι η γραφή των σελίδων με αρίθμηση 1 και 21 και 26 (φάκελος) της επίδικης γραφής ανήκει στην γραφική χάραξη της Α. Κ. και δη συντελεσθείσης δι' ηθελημένης γραφικής αλλοιώσεως". Ενδεικτικό της σχέσης που υπήρχε μεταξύ εγκαλούσας και κατηγορουμένης και στοιχείο που ενισχύει τη θέση ότι όσα αναφέρει στην έγκλησή της η Ε. Τ. είναι αληθινά, είναι το γεγονός ότι αυτή εκτός από τα συγγενικά της πρόσωπα Π. Τ. και Θ. Δ., τα οποία και καταθέτουν εν προκειμένω για τη συγκεκριμένη υπόθεση, είχε εκμυστηρευτεί σε ανύποπτο χρόνο στην Μ. Ζ. και την Δ. Μ., ενοίκους της οικοδομής στην οποία διέμενε αλλά και στην Ι. Γ., ότι ήταν υπό την επίδραση "μαύρης μαγείας" και ότι η Α. Κ. τη βοηθούσε να επικοινωνεί με κάποιον "πνευματιστή" που της έλυνε τα προβλήματα. Αλλά και ο μάρτυς Π. Ι. επιβεβαιώνει την ανταλλαγή φακέλων μεταξύ της Α. Κ. και της Ε. Τ., αφού ήταν αυτός που παραλάμβανε και αντιστοίχως παρέδιδε σφραγισμένους φακέλους στην κατηγορουμένη από την εγκαλούσα και το αντίθετο. Από όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι η κατηγορουμένη επέδειξε μεθοδικότητα ως προς τον τρόπο σύλληψης και εκτέλεσης του σχεδίου παραπλάνησης των ευκολόπιστων και ανυποψίαστων παθόντων, μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα, αφού για να γίνει περισσότερο πειστική αλλά και να μπορεί να απεκδυθεί η ίδια κάθε ευθύνης, δημιούργησε ένα φανταστικό πρόσωπο που το ονόμασε "Κ. ή Κ. Δ." και το οποίο παρουσίαζε στα θύματά της ως "πνευματιστή μάγο" ικανό να μαντέψει το μέλλον αλλά και να "λύσει τα μάγια και την αρνητική επιρροή των πνευμάτων" κάτω από την οποία βρισκόταν δήθεν τα θύματά της. Έτσι εκμεταλλεύτηκε την άσχημη ψυχολογική κατάσταση των θυμάτων της και κυρίως της Ε. Τ. η οποία ήταν αδύνατο να σκεφθεί λογικά και εξαρτάτο αποκλειστικά από αυτήν και τα λεγόμενα της, όπως ήδη αναφέρθηκε. Κατόρθωσε δε λειτουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο για πολλά έτη και εμφανίζοντας κάθε φορά νέα προβλήματα που δήθεν αντιμετώπιζαν τα θύματά της και τα οποία μόνο ο μάγος μπορούσε να αντιμετωπίσει, προς δημιουργία και ενίσχυση της πλάνης τους κάθε φορά σχετικά με την αναλήθεια όσων αυτή τους εξέθετε, να πορίζεται εισοδήματα και να αυξήσει την περιουσία της σημαντικά, η δε σταθερότητα της εγκληματικής αυτής συμπεριφοράς της καταδεικνύει βαθιά ριζωμένη μέσα της την κλήση της προς το έγκλημα αυτό. Ας σημειωθεί ότι η κατηγορουμένη στην από 6-11-209 έγγραφη εξουσιοδότησή της εμμέσως πλην σαφώς συνομολογεί την πράξη της αφού ζητεί συγγνώμη, δηλώνοντας ότι λυπάται για το γεγονός αυτό. Σύμφωνα με τα ως άνω πλήρως αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτήν κακουργηματική πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος που επιτεύχθηκε και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη όπως και πρωτόδικα και να απορριφθεί το αίτημα αυτής περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι για μεγάλο διάστημα μετά την ως άνω πράξη της συμπεριφέρθηκε καλά. Η διαγωγή της ενόψει της εκκρεμούσης ποινικής δίκης ήταν προσχηματικά καλή". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με ζημία πάνω από 15.000 ευρώ και της επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 13 εδ. στ', 386 παρ. 1, 3 εδ. α', β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την ενοχή της κατηγορουμένης και εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας-υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που, επίσης, αναγνώσθηκαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει ειδικότερα τι προέκυψε από το καθένα, έλαβε δε υπόψη του, όχι μόνο την πραγματογνωμοσύνη της δικαστικού γραφολόγου Μ. Φ.-Ξ., την οποία ρητά εξαίρει, γιατί έδωσε σε αυτή ιδιαίτερη βαρύτητα, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διενεργηθείσα κατά το άρθρ. 183 επ. ΚΠΔ, αλλά και τα άλλα έγγραφα τα οποία ανέγνωσε, μεταξύ δε αυτών και τις από Μάρτιο 2006 εκθέσεις γραφολογικώς παρατηρήσεων και γραφολογικής γνωμάτευσης του δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., που διενεργήθηκαν μετά από αίτηση της κατηγορουμένης, οι οποίες σημειωτέον δε φέρουν το χαρακτήρα πραγματογνωμοσύνης, αφού δε διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 επ. ΚΠΔ, και είναι απλά έγγραφα, που εκτιμώνται ελεύθερα, και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους δεν αποδεχόταν το συμπέρασμά τους, ούτε να αιτιολογήσει γιατί δεν εξαίρονται. Ενώ, ενόψει του ότι στο προοίμιο του σκεπτικού διαλαμβάνεται "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, ...", χωρίς να γίνεται μνεία "από τις ένορκες καταθέσεις" αδιαστίκτως προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση της εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας. Εξάλλου, το ότι τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα ίδια χρηματικά ποσά (επί μέρους και συνολικά), ιδιαιτέρως δε το συνολικό ποσό των 47.500.000 δρχ. ή 139.398,38 €, στο οποίο ανέρχεται η προξενηθείσα ζημία της εγκαλούσας, τα οποία και πλήρως αιτιολογούνται, ουδεμία αντίφαση, κατά τούτο, υφίσταται. Άρα, ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη της, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενης, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος του, όμως, που, με αυτόν, υπό την επίκληση κατ' επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο πιο πάνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του ισχυρισμός για την αναγνώριση μίας ή περισσότερων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας ν' απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης "να κριθεί με επιείκεια και να της αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ". Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώθηκε, προεχόντως είναι αόριστος και το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει έναν τέτοιο ισχυρισμό, που όμως εκ περισσού ερεύνησε, δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια και ειδικότερα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 1 Νοεμβρίου 2010, αίτηση της Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1348-1349/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση καταδικαστική, για απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με ζημία πάνω από 15.000 ευρώ. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του ελαφρυντικού περιστάσεως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 840/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 317-318-319, 361, 367/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1090/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου απ' αυτόν εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σ' αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις και προβλεπόμενες αντίστοιχα ποινές, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με τα γεννητικά όργανα του ανηλίκου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφόσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτόν πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 317-318-319, 361 και 367/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της αποπλάνησης της Ε. Β., που γεννήθηκε την 10-1-1995, η οποία ως άνω πράξη τελέσθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ... στις 17-6-2003. Στον αναιρεσείοντα μετά την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και ε του ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για την παραπάνω πράξη) επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. η έλλειψη ακροάσεως καθιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, λόγω ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ. Π. Δ. επέρχεται δε αυτή, κατά την παραπάνω διάταξη στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 370Α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 8 του ν. 3090/2002, μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3674/2008 (με έναρξη ισχύος από 1-9-2008) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα φέρεται ότι τελέσθηκε στις 17-6-2003, όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνητά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου (παρ. 2). Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου (παρ. 3). Η πράξη της παραγράφου 3 δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά (παρ. 4). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2408/1996, "... αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή την λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου... ". Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β', 9Α και 19 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η ιδιωτική ζωή και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Τέλος κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Η αποτυπώνουσα την ιδιωτική συνομιλία σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού. Κατ' εξαίρεση όμως, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη επιτρέπεται η λήψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό απόφαση δικαστηρίου που να αιτιολογεί ειδικά τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η λήψη υπόψη του παράνομου αποδεικτικού μέσου και για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο (Πρβλ. Ολομ.ΑΠ 1/2001 Πολιτική) και επιτρέπεται η χρήση αυτών ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Ο νόμος, αναφερόμενος μόνον για την περίπτωση κηρύξεως της ενοχής ή της επιβολής ποινής, ουδέν διαλαμβάνει περί του επιτρεπτού ή μη της μαγνητοταινίας ως αποδεικτικού μέσου για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου. Ενόψει, όμως, της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 που ανάγει σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξίας, του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του. Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παράνομου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 317-318-319, 361 και 367/2010 απόφαση, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε "να ακουστεί το μοναδικό ακουστικό μέσο για την αθωότητά του, το οποίο είναι μία παρανόμως ληφθείσα ηχογραφημένη συνομιλία μεταξύ της Χ. Κ. και αυτού, άλλως να κληθεί και καταθέσει η Χ. Κ. (στο ακροατήριο εξετάσθηκε η αδελφή της τελευταίας Σ. Κ. του Κ. ως μάρτυρας κατηγορίας). Επί του ανωτέρω αιτήματος η Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να κληθεί η ως άνω μάρτυρας να καταθέσει και την απόρριψη της ακρόασης της ηχογραφημένης συνομιλίας. Μετά ταύτα, το Εφετείο, ενώπιον του οποίου κατά την έναρξη της διαδικασίας παραιτήθηκε από το δικαίωμα παράστασης ως πολιτικώς ενάγουσα η Σ. Π. του Π., μητέρα της φερόμενης ως παθούσας τότε ανήλικης Ε. Β., απέρριψε το ως άνω αίτημα στο σύνολό του με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επίσης το αίτημα να ακουστεί η παρανόμως ληφθείσα ηχογραφημένη συνομιλία μεταξύ του κατηγορουμένου και της Χ. Κ. πρέπει να απορριφθεί διότι αποτελεί αθέμιτη μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας και ως εκ τούτου είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, η χρήση του οποίου άλλωστε κατ' εξαίρεση θα ήταν δυνατή μόνο εάν αφορούσε προστασία του εννόμου αγαθού της ζωής, κατάσταση η οποία δεν ισχύει εν προκειμένω (ΑΠ 1092/2009, ΑΠ 981/2009 Νόμος). Τέλος, το αίτημα να κληθεί και να καταθέσει η Χ. Κ. πρέπει να απορριφθεί διότι δεν κρίνεται ότι η μαρτυρία της, ενόψει των υπαρχόντων αποδεικτικών μέσων, θα συμβάλλει στη διερεύνηση της κατηγορίας". Με τις ως άνω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να αναφέρει ότι το παραπάνω παράνομα αποκτηθέν αποδεικτικό μέσο δεν είναι το μόνο αναγκαίο και πρόσφορο μέσο για την απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου, όπως αυτός ισχυρίζεται, μετά την απόρριψη παράλληλα του συναφούς αιτήματος της κλήσης να προσέλθει να καταθέσει η μάρτυρας Χ. Κ. (με την οποία φέρεται ότι είχε γίνει η τηλεφωνική επικοινωνία με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο), έσφαλε, καταλήγοντας μάλιστα με την παραπάνω ανεπαρκή και όχι εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόρριψη του αιτήματος να ακουστεί η ηχογραφημένη συνομιλία που έχει παράνομα ληφθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και της Χ. Κ.. Ειδικότερα στέρησε τον αναιρεσείοντα του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο ρητά παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο (άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ) και εντεύθεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας σε βάρος του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ (και όχι στοιχ. Α της ίδιας παραγράφου του ίδιου άρθρου που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως (περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης περί αποπλάνησης ανηλίκου), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 523 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 317-318-319, 361 και 367/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλάνησης ανηλίκων. Αίτημα του καταδικασθέντος κατηγορουμένου να ακουσθεί ηχογραφημένη παράνομα ληφθείσα τηλεφωνική ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και βασικού μάρτυρα που δεν προσήλθε σε δικαστήριο, ως μόνο προσφόρου αποδεικτικού μέσου για απόδειξη της αθωότητάς του. Απόρριψη του αιτήματος αυτού. Αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης, λόγω της δημιουργίας ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως (άρνηση του δικαστηρίου να δεχθεί το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος) κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ β' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Παραδοχή του λόγου αυτού ως βασίμου, παρέλκυση εξέτασης των λοιπών, αναίρεση της απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης για νέα συζήτηση στο ίδιο ΜΟΕ (άρθρο 523ΚΠΔ).
null
null
2
Αριθμός 839/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 77980/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 77/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση . ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1-3-2011 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 96/20-12-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Μ. Λ. συζ. Η. για αναίρεση της 77980/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 838/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της ΒΤ6791/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/11. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 7-4-2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Εκ περισσού, αντίγραφο της κλήσης επιδόθηκε και στην αντίκλητο του αναιρεσείοντα, χωρίς να απαιτείται, αφού τη σχετική κλήση παρέλαβε ο ίδιος ο αναιρεσείων (άρθρ. 155 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό 21/21-12-2010 αίτηση του Ε. Λ. του Ε. για αναίρεση της ΒΤ-6791/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 836/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 166/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηλείας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Μ. συζ. Δ. Π. και 2. Γ. Π. του Ι.. Το Τριμελές Πλημ/κείου Ηλείας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1470/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. Α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 14.12.2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 8-3-2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 2299 από 1-11-2010 αίτηση του Δ. Π. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 166/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 835/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. M. του A., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1719/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 16/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέως του Καταστήματος Κρατήσεως Γρεβενών ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του M. A. του A. για αναίρεση της 1719/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 834/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ν. Ν. του Κ. και 2. Σ. Ν. του Χ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της 14249/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Νοεμβρίου 2010 (δύο) αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1621/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 26-1-2011 αποδεικτικά επίδοσης της Επιμελητρίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών, ..., οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, εκ περισσού δε, έγινε επίδοση και στον διορισμένο αντίκλητο αυτών (άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ), αφού τη σχετική κλήση παρέλαβε, για μεν τον αναιρεσείοντα η σύνοικος ενήλικη μητέρα του, για δε την αναιρεσείουσα η ίδια προσωπικά. Οι παραπάνω αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 37, 38/11-11-2010 αιτήσεις των αναιρεσειόντων, Ν. Ν. και Σ. Ν. αντίστοιχα, για αναίρεση της 14249/2010 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ για καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 833/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 8258/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1589/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τον Αντεισαγγελέα Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 9-2-2011 και 22-2-2011 αποδεικτικά επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... και του δικαστικού επιμελητή της ίδιας Εισαγγελίας ... αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 8258/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 832/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση (σε Συμβούλιο) στο κατάστημά του στις 10 και 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Μ. Ν.-Ν. Τ. ή T. V. του G., υπηκόου Γεωργίας, προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ο οποίος δεν παραστάθηκε, κατά της υπ' αριθμ. 7/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 2 και ημερομηνία 12 Απριλίου 2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 508/2011. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου ως ανυποστήρικτη ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ, που έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 22 της Ευρωπαϊκής συμβάσεως περί Εκδόσεως Εγκληματιών (ν. 4165/1961), κατά της οριστικής αποφάσεως του συμβουλίου Εφετών, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα Εφετών, αποφαίνεται δε ο Άρειος Πάγος, όπως ορίζει η παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μέσα σε οκτώ ημέρες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, η οποία, ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, εφαρμόζεται αναλόγως και επί της παραπάνω εφέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 22 της ίδιας παραπάνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών, που έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 155-161 και 451 ΚΠΔ) να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, αν συντρέχει περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠΔ, τότε κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο αυτό, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 651/1911 πλειοψηφία). Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 28-4-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα της δικαστικής φυλακής Κορυδαλλού Βασιλείου Ανθόπουλου, ο εκκαλών - εκζητούμενος Μ. Ν. (Ν.) Τ. ή T. V. του G., Γεωργιανός υπήκοος, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και είχε ορισθεί για να συζητηθεί η από 12-4-2011 έφεσή του κατά της υπ' αρ. 7/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο (δια συνηγόρου σ' αυτό), επιπλέον δε δήλωσε υπεύθυνα με την από 10-5-2011 υπεύθυνη δήλωσή του που έχει κατά λέξη "δεν επιθυμώ να μεταβώ στο δικαστήριο στον Άρειο Πάγο σήμερα στις 10-5-2011" (βλ. την υπεύθυνη αυτή δήλωση στο φάκελο της δικογραφίας, όταν επιχειρήθηκε η μεταγωγή του από τη δικαστική φυλακή Κορυδαλλού, όπου είναι κρατούμενος. Κατά συνέπεια, πρέπει η υπό κρίση έφεση λόγω της μη εμφάνισης στο Δικαστήριο τούτο του εκκαλούντος, κατ' επιλογή του, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά τη γνώμη όμως της εκ των μελών του Δικαστηρίου Αιμιλίας Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτου δεν έπρεπε ν' απορριφθεί η αναίρεση ως ανυποστήρικτη, αλλά να εξετασθεί η βασιμότητα των λόγων της για τους παρακάτω λόγους: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Εκδόσεως Εγκληματιών (ν. 4165/1961) εξαιρέσει αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συμβάσεως, για τη διαδικασία εκδόσεως εφαρμόζεται αποκλειστικά η Νομοθεσία του Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 451 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 410/1976, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 448 και 450. Αυτός για τον οποίο ζητείται η έκδοση κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη συζήτηση με τη φροντίδα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 448 ΚΠΔ το συμβούλιο εφετών συνεδριάζει δημόσια εκτός αν εκείνος που έχει συλληφθεί ζητήσει να γίνει η συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών ή δεν παραστεί καθόλου στο συμβούλιο. Το συμβούλιο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να γίνει η συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και με εκείνες του άρθρου 138 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι μόνον όταν είναι παρών ο εκζητούμενος - εκκαλών και η διαδικασία γίνεται στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 502 επ. του ΚΠΔ που αφορούν την διαδικασία της έφεσης κατ' αποφάσεων, και όχι όταν δεν έχει εμφανισθεί ο εκκαλών, οπότε δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η έφεση, αλλ' εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 306, 309 επ. ΚΠΔ, στις οποίες παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 316 παρ. 2 που αφορά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών. Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να υποστηριχθεί εκ του λόγου ότι κάτω από το άρθρο 451 ΚΠΔ γίνεται χρήση του όρου απόφαση αντί του όρου βούλευμα, όπως ορίζει το άρθρο 138 παρ. 1 του ΚΠΔ, αλλά στο ότι το συμβούλιο συνεδριάζει και δημόσια. Εξ άλλου δεδομένου ότι αφ' ενός μεν εν όψει της ιδιαιτερότητας των διατάξεων που αφορούν την έκδοση αλλοδαπών εγκληματιών του ΚΠΔ, που θεσπίζουν ταχύτητα εκδικάσεως των σχετικών αιτήσεων των ξένων χωρών, δεν επιτρέπεται στον εκζητούμενο η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 474 ΚΠΔ αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, αφ' ετέρου δε του ότι η σύλληψη και η έκδοση συνιστούν ιδιαίτερα επαχθή δικονομικά μέτρα, η αποδοχή της αντίθετης άποψης θα προσέκρουε στο πνεύμα τόσο των ως άνω διατάξεων όσο και των διατάξεων της ισχύουσας στην προκειμένη περίπτωση "Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως" που καθορίζουν υπό ποιές προϋποθέσεις επιτρέπεται η εκτέλεση τούτου, αλλά και πότε απαγορεύεται παντελώς η έκδοση, αν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του εκζητουμένου, ο οποίος είχε ρητά δηλώσει ότι δεν συναινούσε στην έκδοσή του, ήταν βάσιμοι και για λόγους ανώτερης βίας δεν είχε καταστεί δυνατό σ' αυτόν (ή τον συνήγορό του) να εμφανισθεί προς υποστήριξη της έφεσής του στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Για τους παραπάνω ακριβώς λόγους δεν μπορεί να εξομοιωθεί η μη εμφάνιση του εκκαλούντος - εκζητουμένου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με τη δήλωση παραίτησης αυτού είτε ενώπιον του τελευταίου είτε με τον από το άρθρο 474 ΚΠΔ προβλεπόμενο τρόπο από την ασκηθείσα έφεσή του, η οποία είναι παραδεκτή, δεδομένου δεν αντιστρατεύεται σε κάποια διάταξη της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, αφού κατά το άρθρο 436 ΚΠΔ εφαρμόζονται οι παραπάνω διατάξεις του ΚΠΔ που προβλέπουν την παραίτηση από ένδικο μέσο, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτήν. Εν όψει των ανωτέρω, εφόσον η κατά τα ανωτέρω δεν έχει ασκηθεί νομότυπα παραίτηση του εκζητουμένου από την έφεσή του, η τελευταία δεν έπρεπε ν' απορριφθεί ως ανυποστήρικτη αλλά ως αβάσιμη, δεδομένου ότι κανείς από τους δύο λόγους που προέβαλε μ' αυτήν δεν ήταν βάσιμος (ΑΠ 293/2004). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2011 έφεση του Μ. Ν. (Ν.) Τ. ή T. V. του G., προσωρινά κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά της υπ' αριθμ. 7/2001 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που αποφάσισε την εκτέλεση 1) του από 17-5-2006 εντάλματος σύλληψης του Δικαστή του Συνοικιακού Δικαστηρίου Ζαμοσκβορέτσκι Μόσχας και 2) της από 17-11-2010 απόφασης του Ανακριτή για ιδιαίτερες σοβαρές υποθέσεις του Α' Τμήματος της Ανακριτικής Διοίκησης της Ανακριτικής Επιτροπής της Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην πόλη της Μόσχας και την έκδοση του ως άνω εκκαλούντος στις δικαστικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη έφεσης ως ανυποστήρικτης, λόγω μη εμφάνισης εκκαλούντος κατά τη συζήτηση της εφέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστικού συμβουλίου Εφετών, που αποφάσισε την έκθεση του με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί εκδόσεως εγκληματιών. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 828/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, για αναίρεση της υπ'αριθ.557/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1095/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Σύμφωνα με το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ.(ΑΠ 346/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της πρωτόδικης 409/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση της συζύγου του και της χρήσης υπ'αυτού της ψευδούς βεβαιώσεως της συζύγου του και κηρύχθηκε ένοχος α) πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση (πλην δύο περιπτώσεων της 2-9-2003 και της 13-10-2004 που κηρύχθηκε αθώος) και β) απάτης κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκαν δύο ποινές φυλακίσεως δώδεκα μηνών για καθεμία πράξη και συνολική ποινή δεκαοκτώ μηνών (12 συν 6μ). από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 557/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, παραπονουμένου για τις δύο πράξεις που καταδικάστηκε, προκύπτει, τόσον από το αιτιολογικό, όσον και από το διατακτικό, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, καταδικάστηκε και για τις παραπάνω δύο πράξεις, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση της συζύγου του και της χρήσης υπ' αυτού ψευδούς βεβαιώσεως και ενώ στο διατακτικό επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών για καθεμία πράξη αορίστως, κατά την συγχώνευση επιβάλλεται μία συνολική ποινή δώδεκα μηνών, αποτελουμένη από τη μία των δύο ίσων συντρεχουσών ποινών φυλακίσεως των οκτώ μηνών, ως βάση, προσαυξημένη κατά τέσσερις μήνες από την άλλη, δηλαδή υπολογίζονται δύο και όχι τέσσερις ποινές, για τις τέσσερις πράξεις που καταδικάστηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος. Ενόψει των προαναφερθέντων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κηρύξει ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, χωρίς έφεση του εισαγγελέα, και για τις δύο ως παραπάνω πλημμεληματικές πράξεις για τις οποίες είχεν αθωωθεί στον πρώτο βαθμό, υπερέβη την εξουσία του, γι’ αυτό και η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο σχετικό δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αναιρετέα ως προς τις διατάξεις της αυτές, ανεξαρτήτως του ότι προκύπτει ότι δεν επιβλήθηκαν ποινές για αυτές τις δύο πράξεις, αφού υπάρχει σαφώς απόφαση για ενοχή, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό, για τις δύο αυτές πράξεις, και το στίγμα της ενοχής παραμένει για τον κατηγορούμενο για πράξεις που έχει πρωτοδίκως αθωωθεί, χειροτερεύοντας έτσι τη θέση του. Η υπόθεση όμως, ενόψει του ότι δεν επιβλήθηκαν ποινές για τις πράξεις αυτές, αλλά δύο ίσες ποινές για τις λοιπές δύο πράξεις, δε θα παραπεμφθεί κατά ταύτα στο δικάσαν Εφετείο, αλλά ο Άρειος Πάγος θα αναιρέσει τις παραπάνω καταδικαστικές διατάξεις και απλώς θα κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο γι αυτές. 2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Το ότι δεν απαιτείται το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη να είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πλαστό έγγραφο, είναι έκδηλο, όταν η χρήση του πλαστού εγγράφου δεν γίνεται εναντίον του φερόμενου ως εκδότη αυτού επί καταρτίσεως πλαστού εγγράφου ή του πραγματικού εκδότη αυτού επί νοθεύσεως (στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτονόητο, ότι το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη συνδέονται αμέσως με το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο), αλλ' εναντίον του τρίτου, τον οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο δράστης, ως προς τη γνησιότητά τους, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος δια βλάβης του τρίτου ή να βλάψει τον τρίτο, οπότε το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη είναι δυνατό να μη συνδέονται άμεσα με το περιεχόμενο του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, αλλά έμμεσα, όπως στην περίπτωση που ο δράστης της πλαστογραφίας επιδιώκει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον δια βλάβης του τρίτου περιουσιακό όφελος υπέρτερο του ποσού που εμφανίζεται στο εν λόγω έγγραφο ή να επιφέρει στον τρίτο ζημία μεγαλύτερη του ποσού αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ," όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξένησε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, σαν παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Γεγονότα δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, ήτοι, πράξεις, συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες, καταστάσεις ή οιαδήποτε άλλα αντικείμενα, υποπίπτοντα αμέσως ή μη στις αισθήσεις (έχουν, δηλαδή, εξωτερική υπόσταση) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 98 παρ. 2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τον υπολογισμό της περιουσιακής βλάβης ή του περιουσιακού οφέλους που προκύπτουν από το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της αξίας των αντικειμένων των μερικωτέρων πράξεων και όχι το μεμονωμένο αντικείμενο κάθε μιας από αυτές, υπό την πρόσθετη όμως υποκειμενική προϋπόθεση ότι ο δράστης απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις σ' αυτό το συνολικό αποτέλεσμα. Έτσι, ο εν λόγω "συνολικός σχεδιασμός" διαφέρει από τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος "δόλο εξακολούθησης" κατά το ότι για την εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ δεν αρκεί να διαπιστώνεται ότι η απόφαση για την τέλεση κάθε μεταγενέστερης πράξης εμφανίζεται ως συνέχεια των προηγούμενων αποφάσεων, αλλά απαιτείται επί πλέον να αποδεικνύεται ότι ο δράστης ήδη κατά την τέλεση της πρώτης επί μέρους πράξης απέβλεπε να αποκομίσει συνολικό περιουσιακό όφελος ανώτερο του ελαχίστου ορίου, που καθορίζεται κάθε φορά στον νόμο. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης 557/2010 αποφάσεως, που συνιστά πλήρη αντιγραφή του διατακτικού, δέχθηκε το Δικαστήριο, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στη …, με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος πρόθεση κατήρτισε εξυπαρχής πλαστά και νόθευσε γνήσια έγγραφα, με σκοπό, να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικό με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως δε έκανε χρήση αυτών. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στους χρόνους που αναφέρονται παρακάτω, με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. … ως προς την πλήρωση στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων να εισπράξει για λογαριασμό του πατέρα του Κ. Μ. και της μητέρας του Φ. Μ. δαπάνες για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αφού προσήλθε στο ΙΚΑ …: -Την 16.7.2003, νόθευσε φωτοαντίγραφο της από 19.6.2003 ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού του Γ.Ν. Δράμας Ξ. Β. Νοσοκομείου Δράμας προσθέτοντας πρωτοτύπως τις λέξεις "+τρείς μήνες ΑΠΟ ΔΙΑΓΓΗΜΑ 4.6.2003 έως 4.11.2003", του οποίου έκανε χρήση αυθημερόν καταθέτοντας το μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 2-9-2003 νόθευσε φωτοαντίγραφο της με αριθμ 001594/14.7.2003 απόδειξη λιανικής πώλησης της ΑLLERTEC HELLAS Α.Ε. φωτοαντίγραφο της οποίας είχε συνυποβάλλει στην από 16.7.2003 αίτηση του προς το ΙΚΑ …, διορθώνοντας χειρόγραφα τον αριθμό του παραστατικού από 001594 σε 001864 και την ημεροχρονολογία από "14/07/03" σε "14/08/2003" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτού αυθημερόν καταθέτοντας το μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 25.9.2003 νόθευσε φωτοαντίγραφο της με αριθμ 001594/14.7.2003 απόδειξη λιανικής πώλησης της ΑLLERTEC HELLAS Α.Ε., όπως την είχε ήδη νοθεύσει ως προς τον αριθμό της από "001594" σε "001864" και την ημεροχρονολογία, διορθώνοντας - νοθεύοντας χειρόγραφα την τελευταία από "14/08/03" σε "14/09/2003", ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την σε αντίγραφο μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 16.10.2003 νόθευσε την με αριθ. 4973/14.10.2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών των ακτινολογικών εργαστηρίων της εταιρίας Α. Κ.-Κ. Π. Ο.Ε. διορθώνοντας-νοθεύοντας το ποσό από "90,00 €" σε "190,00€" και την ολόγραφη αναγραφή του από "ενενήντα ευρώ" σε "εκατόν ενενήντα ευρώ" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την σε αντίγραφο μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της μητέρας του Φ. Μ. και αφού "ξαναπάτησε" χειρόγραφα τα αρχικά γράμματα και τα αριθμητικά ψηφία, ώστε η απόδειξη να φαίνεται πρωτότυπη. -Την 29.10.2003 νόθευσε εκ νέου την παραπάνω από 19.6.2003 ιατρική γνωμάτευση διορθώνοντας-νοθεύοντας την ημεροχρονολογία της από 19.6.2003 σε 19.8.2003, ακολούθως δε έκανε χρήση φωτοαντιγράφου αυτής στις αιτήσεις του προς το ΙΚΑ … για απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του, στις 29.10.2003, 21.11.2003, 16.12.2003, 11.2.2004, 24.5.2004, 28.6.2004, 31,8.2004, 13.10.2004, 18.11.2004 και 14.12.2004. -Την ίδια ημέρα νόθευσε φωτοαντίγραφο της με αριθμ 001594/14.7.2003 απόδειξη λιανικής πώλησης της ΑLLERTEC HELLAS Α.Ε., όπως την είχε ήδη νοθεύσει ως προς τον αριθμό της από "001594" σε "001864" και την ημερομηνία από "14/08/03" σε "14/09/2003", διορθώνοντας-νοθεύοντας με τη χρήση γραφομηχανής ή παντογράφου την ημεροχρονολογία από "14/09/03" σε "14/10/2003" και ακολούθως έκανε χρήση αυτής καταθέτοντας την σε αντίγραφο μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 21.11.2003 νόθευσε φωτοαντίγραφο της με αριθμ 001594/14.7.2003 απόδειξη λιανικής πώλησης της ΑLLERTEC HELLAS Α.Ε., όπως την είχε ήδη νοθεύσει ως προς τον αριθμό της από "001594" σε "001864" και την ημερομηνία από "14/09/03" σε "14/10/2003" αναγράφοντας σε αυτήν με μηχανικό μέσο ως ημερομηνία την "18/11/03" και αριθμό παραστατικού "0011864" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την σε αντίγραφο μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την ίδια ημέρα νόθευσε φωτοαντίγραφο του από 25.9.2003 ιατρικού πιστοποιητικού του ιατρού Ε. Κ., ελεγκτή, που είχε καταθέσει προηγούμενα την 25η.9.2003 στο ΙΚΑ, διορθώνοντας-νοθεύοντας την ημερομηνία από "25.9.2003" σε "25.10.2003" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτού αυθημερόν καταθέτοντας το μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 16.12.2003 νόθευσε εκ νέου την με αριθμ 001594/14.7.2003 απόδειξη λιανικής πώλησης της ΑLLERTEC HELLAS Α.Ε. φωτοαντίγραφο της οποίας είχε συνυποβάλλει στην από 16.7.2003 αίτηση του προς το ΙΚΑ … και έχοντας ήδη νοθεύσει αυτήν ως προς τον αριθμό της από 001594 σε 001864 διόρθωσε χειρόγραφα την ημεροχρονολογία από 14.07.03 σε "18.11.2003" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την σε αντίγραφο μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 24.5.2004 νόθευσε την με αριθμ. 3015/25.5.2004 απόδειξη λιανικής πώλησης του φαρμακείου της Β. Γ. διορθώνοντας-νοθεύοντας τα ποσά της αξίας από "518,40" σε "618,40", το ποσό του ΦΠΑ από "38,40" σε "138,40" και το ποσό της συνολικής αξίας από "518,40" σε "678,40", ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. - Την 28.6.2004 νόθευσε την με αριθμ 4750/27.5.2004 απόδειξη λιανικής πώλησης του φαρμακείου της Β. Γ. διορθώνοντας-νοθεύοντας τα ποσά της αξίας από "518,40" σε "618,40", το ποσό του ΦΠΑ από "38,40" σε "138,40", το ποσό της συνολικής αξίας από "518,40" σε "678,40" και την ημεροχρονολογία από "27.05.2004" σε "27.06 2004" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ.. -Την 31.8.2004 νόθευσε φωτοαντίγραφο της με αριθμ. 8045/25-7-2004 απόδειξης λιανικής πώλησης του φαρμακείου της Β. Γ. διορθώνοντας-νοθεύοντας χειρόγραφα τον αριθμό του παραστατικού από "8045" σε "8048", της ημεροχρονολογίας από "25/07/04" σε "28/08/04" και της ώρας από "12:00" σε "18:00" ακολούθως δε έκανε χρήση αυτής αυθημερόν καταθέτοντας την μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ... β)Με περισσότερες πράξεις του, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα τους χρόνους που αναφέρονται στο στοιχείο Α' του παρόντος, καταθέτοντας, μεταξύ λοιπών δικαιολογητικών για την απόδοση δαπανών για έκτακτη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του πατέρα του Κ. Μ. και της μητέρας του Φ. Μ.: α) σε V φωτοαντίγραφα την νοθευμένη ως προς το χρονικό διάστημα που ο πατέρας του Κ. Μ. χρήζει συμπληρώματος διατροφής από 19.3.2003 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Γ.Ν. Δράμας Ξ. Β. Νοσοκομείου Δράμας και την ημεροχρονολογία αυτής, β) σε ν φωτοαντίγραφα την νοθευμένη ως προς τον αριθμό παραστατικού και την ημεροχρονολογία με αριθμ 001594/14.7.2003 απόδειξη λιανικής πώλησης της ΑLLERTEC HELLAS Α.Ε. γ) σε αντίγραφο την με αριθ. 4973/14.10.2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών των ακτινολογικών εργαστηρίων της εταιρίας Α. Κ.-Κ. Π. Ο.Ε. νοθευμένη ως προς το ποσό αυτής, δ) σε φωτοαντίγραφο το από 25.9.2003 ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού Ε. Κ., ελεγκτή, νοθευμένο ως προς την ημεροχρονολογία του, ε) την με αριθμ 3015/25.5.2004 απόδειξη λιανικής πώλησης του φαρμακείου της Β. Γ. νοθευμένη ως προς τα ποσά της αξίας και του ΦΠΑ, στ) την με αριθμ 4750/27.5.2004 απόδειξη λιανικής πώλησης του φαρμακείου της Β. Γ. νοθευμένης ως προς τα ποσά της αξίας και του ΦΠΑ και της ημεροχρονολογίας της, ζ) την με αριθμ. 8045/27.5.2004 απόδειξη λιανικής πώλησης του φαρμακείου της Β. Γ. νοθευμένη ως προς τον χειρόγραφα τον αριθμό του παραστατικού, της ημεροχρονολογίας και της ώρας, και ακολούθως ως προς τον αριθμό του παραστατικού, η) σε φωτοαντίγραφο την από 18.3.2004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Γ.Ν .Δράμας Ξ. Β. Νοσοκομείου Δράμας, την οποία είχε νοθεύσει προσθέτοντας πρωτοτύπως τις λέξεις "ολική γαστρεκτομή, κολπική μαρμαρυγή", ι) τις εξυπαρχής πλαστές αποδείξεις λιανικής πώλησης που φέρονται ότι εκδόθηκαν από το φαρμακείο του Δ. Κ. και την από 17.9.2004 ψευδή βεβαίωση που αναφέρεται παρακάτω στο στοιχ. Β-α1 του παρόντος έπεισε τους υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. να κάνουν δεκτές τις αιτήσεις του και να του καταβάλλουν την 16.7.2003 το ποσό των 693,36 €, την 2α.9.2003 το ποσό των 693,36 €, την 25η.9.2003 το ποσό των (693,36 + 108) 801,36 €, την 16η. 10.2003 το ποσό των (73,37 + 108,75) 182,12 €, την 29η.10.2003 (108,75 + 693,36) 802,11 €, την 21η. 11.2003 το ποσό των (108,75 + 108,75 + 693,36)910,86 €, την 16.12.2003 το ποσό των (108,75 + 693,36) 802,11 €, την 11.2.2004 το ποσό των (108,75+693,60) 802,35 €, την 24η.5. 2004 το ποσό των 518,40 €, την 28η.6.2004 το ποσό των 518,40 €, την 31η.8.2004 το ποσό των 693,60 €, την 13η. 10.2004 το ποσό των 693,60 €, την 18η. 11.2004 το ποσό των 693,60 € και την 14η. 12.2004 το ποσό των 693,60 €, συνολικά το ποσό των 9.498,83 ευρώ κατά το οποίο ζημιώθηκε το Ι.Κ.Α. με αντίστοιχο όφελος του κατηγορουμένου". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά τις δύο πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες καταδίκασε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, αφού το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και δεν εκθίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω δύο αξιοποίνων πράξεων, ούτε οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 386 παρ.1 α του ΠΚ. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό, ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται, α) πόσες και ποίες αιτήσεις και πότε τις υπέβαλε ο κατηγορούμενος στο ΙΚΑ …, ως και πόσα και ποία νοθευμένα δικαιολογητικά συνόδευαν την καθεμία αίτηση εγκρίσεως δαπάνης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για λογαριασμό των γονέων του, ώστε να εξαχθεί πόσες κατ' εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας και απάτης τέλεσε ο κατηγορούμενος, ενώ δε συμπίπτει ο χρόνος νοθεύσεως δικαιολογητικών με τους χρόνους των απατών, β) δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα αυτών, γ) δεν διευκρινίζεται αν κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση του ΙΚΑ είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης των ελεγκτικών οργάνων του ΙΚΑ, ήτοι αν ο κατηγορούμενος, με κάθε υποβολή αίτησης στο ΙΚΑ, μετερχόταν χωριστές ψευδείς παραστάσεις, ώστε να κριθεί ότι το έγκλημα της απάτης τελέστηκε κατ' εξακολούθηση ή, αν μία φορά στην αρχή, παρέστησε στους αρμοδίους υπαλλήλους του ΙΚΑ γεγονότα ψευδή ως αληθινά, με διαδοχικές απλώς επιζήμιες για το ΙΚΑ συνέπειες. Κατόπιν τούτων, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και τις άνω καταδικαστικές για τον αναιρεσείοντα διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 557/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, κατά τις καταδικαστικές της διατάξεις που αφορούν τον αναιρεσείοντα Ν. Μ. του Κ.. Κηρύσσει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Ν. Μ. του Κ., αθώο των αξιοποίνων πράξεων του ότι α)Την 17-9-2004 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που διέπραξε. Ειδικότερα με προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την δεύτερη κατηγορούμενη, Ε. Γ. του Π., η οποία τυγχάνει σύζυγος του, να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, όπως αναλυτικά περιγράφεται στην από 17-9-2004 ιατρική γνωμάτευση που υπογράφει η ίδια, ότι εξέτασε τον ασφαλισμένο στο ΙΚΑ Κ. Μ. και βρήκε αυτόν να πάσχει από ολική γαστρεκτομή, γεγονός ψευδές. β)Την 13-10-2004 εν γνώσει του χρησιμοποίησε την από 17-9-2004 ψευδή βεβαίωση που αναφέρεται παραπάνω, συνυποβάλλοντάς την στην με την ίδια ημερομηνία αίτηση του για απόδοση δαπανών έκτακτης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του πατέρα του Κ. Μ.. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το λοιπό αναιρούμενο μέρος, κατά τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πλαστογραφία με χρήση και απάτη του ΙΚΑ κατ' εξακολούθηση. 1) Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, όσον αφορά τις δύο πράξεις, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση της συζύγου του και της χρήσης υπ' αυτού ψευδούς βεβαιώσεως, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κηρύξει ένοχο τον εκκαλούντα κατηγορούμενο, χωρίς έφεση του εισαγγελέα, και για τις δύο ως παραπάνω πλημμεληματικές πράξεις για τις οποίες είχε αθωωθεί στον πρώτο βαθμό, υπερέβη την εξουσία του, ανεξαρτήτως του ότι προκύπτει ότι δεν επιβλήθηκαν ποινές για αυτές τις δύο πράξεις, αφού υπάρχει σαφώς απόφαση για ενοχή, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό, για τις δύο αυτές πράξεις, και το στίγμα της ενοχής παραμένει για τον κατηγορούμενο νια πράξεις που έχει πρωτοδίκως αθωωθεί, χειροτερεύοντας έτσι τη θέση του. 2) Βάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ,1 στοιχ. Δ1 ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για τις λοιπές δύο πράξεις πλαστογραφίας με χρήση και απάτης κατ' εξακολούθηση, και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, για ελλιπή αιτιολογία.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 827/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 5 Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις (πέντε) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Κ. Β. του Π., κατοίκου ..., και 5) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2047/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Γ. Π. του Α., 2) Γ. Ν. του Ν., 3) Ε. Χ. του Ε., 4) Μ. Μ. του Ν., 5) Ε.-Σ. Τ. του Σ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Νοεμβρίου 2010 (πέντε) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1463/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 64/4-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 144/10, 146/10, 142/10, 143/10 και 147/10 αιτήσεις αναίρεσης των κατ/νων: α) Δ. Ν. του Σ. και Α., ετών 59, κατοίκου ..., β) Β. Κ. του Κ. και Δ., ετών 54, κατοίκου ..., γ) Κ. Β. του Π. και της Γ., ετών 55, κατοίκου ..., δ) Ε. Κ. του Σ. και της Ε., ετών 51, κατοίκου ... και ε) Σ. Κ. του Α. και Κ., ετών 55, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2047/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τις διατάξεις των άρθρ. 596 §1, 601 §1 εδ. β' Κ.Π.Δ. και 2 Α.Κ., προκύπτει, ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και συνεπώς και τα σφάλματα της αποφάσεως ή του βουλεύματος, για τα οποία επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της εκδόσεως του βουλεύματος. Εξ άλλου, με το άρθρ. 34 εδ. γ' του Ν. 3904/10 καταργήθηκε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παρέπεμπε στο ακροατήριο για κακούργημα, η διάταξη όμως αυτή ισχύει από 23-12-10, που δημοσιεύθηκε ο νόμος αυτός, σύμφωνα με το άρθρ. 38 εδ. α' τούτου, αφού στο άρθρ. 34 δεν έχει δοθεί από τον ίδιο τον νόμο αναδρομική ισχύ. (Ολ.Α.Π. 1282/92, Π.Χρ. ΜΒ' 921). Επομένως, αν ο κατ/νος ασκήσει μετά την 23-12-10 αίτηση αναίρεσης, κατά βουλεύματος εκδοθέντος μετά την 23-12-10, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, ο Άρειος Πάγος θα κηρύξει αυτή απαράδεκτη (476§1, 485 §1 Κ.Π.Δ.), λόγω του ότι ο κατ/νος δεν νομιμοποιείται (δεν έχει το δικαίωμα) στην άσκηση του ενδίκου τούτου μέσου, αφού το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., που του χορηγούσε αυτό το δικαίωμα, έχει καταργηθεί από 23-12-10 ex nunc. Αν όμως ο κατ/νος ασκήσει αίτηση αναίρεσης, είτε πριν, είτε μετά την 23-12-10, αλλά κατά παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος που εκδόθηκε πριν την 23-12-10, το ασκηθέν τούτο ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, (τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων παραδοχής του), αφού, όπως προεκτέθηκε, ο Ν. 3904/10 δεν έδωσε ex tunc αναδρομική ισχύ στο άρθρ. 34 εδ. γ', οπότε το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ, που του χορηγούσε το δικαίωμα (τον νομιμοποιούσε) ν' ασκήσει αναίρεση, στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθεί να ισχύει. β) Οι ανωτέρω αναιρέσεις ασκήθηκαν εμπροθέσμως, κατ' άρθρ. 473 §1 ΚΠΔ, ήτοι εντός δεκαημέρου προθεσμίας από την επίδοση του βουλεύματος στους αναιρεσείοντες, (επίδοση σ' αυτούς την 21-10-10, 22-10-10, 1-11-10, 26-10-10 και 21-10-10 αντίστοιχα και στους αντικλήτους αυτών - όλους - την 22-10-10 και άσκηση αναιρέσεων την 1-11-10 - για όλους), προσέτι δε και νομοτύπως ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, (οι γ' και δ' με πληρεξούσιο, οι δε λοιποί αυτοπροσώπως - 465 §1, 474 §1 ΚΠΔ). γ) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με βάση το άρθρ. 6 του Ν. 3074/02 (Εφ.Δωδ/νήσου 44/06, Π.Χρ. ΝΣΤ 835), με το με αριθμό 2047/2010 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση (δια νοθεύσεως εγγράφου), με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους, άνω των 73.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση. (46 §1 α', 98, 242 §§ 2 και 3 Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν παραδεκτά. (482 §§ 1 α'- 2 Κ.Π.Δ.). Ειδικότερα, στις αιτήσεις αναίρεσης διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, η απόλυτη ακυρότητα, ως και η υπέρβαση εξουσίας. (474 §2, 484 §1 εδ. α', β', δ', στ' Κ.Π.Δ.). Κατά συνέπεια ενόψει των προεκτεθέντων, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. δ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 §1 δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1471/09 Π.Χρ. Ξ' 655). Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτουν με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα υπόψη από το Συμβούλιο και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται κατά το είδος τους, χωρίς την ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά (Α.Π. 1684/09 Π.Χρ. Ξ' 571). Δεν είναι αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ όλων των ληφθεισών υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και όλων των ληφθέντων υπόψη λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1539/09 Π.Χρ. Ξ' 478). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Α.Π. 1374/09). Η δε υπό του κατ/νου αντίθετη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, από αυτή που έλαβε χώρα από το συμβούλιο εφετών, δεν δύναται να ελεγχθεί αναιρετικώς, ως αναγόμενη στην περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου (Α.Π. 1539/09). Όταν για την τέλεση της πράξης απαιτείται επί πλέον του δόλου και ορισμένος σκοπός, τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον σκοπό αυτό (Α.Π. 2325/09 Π.Χρ. Ξ' 271). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 484§1 β' ΚΠΔ , εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. (Α.Π. 844/10). ε) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 242 §2 και 13 α', γ' Π.Κ., προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νόθευσης εγγράφου, απαιτείται η με πρόθεση μεταβολή της έννοιας αυτού, η οποία επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αρχικής αποδεικτικής του ισχύος και η οποία μπορεί να τελεσθεί, ή με προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου ψηφίων, αριθμών ή φράσεων και άλλων ομοίων, ή και με σβήσιμο ή ξύσιμο με οποιοδήποτε τρόπο τέτοιων στοιχείων και αναγραφής αντί αυτών άλλων και να γίνει, αφενός μεν από υπάλληλο, αφετέρου δε σε έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, που του το εμπιστεύτηκαν ή που του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του και να μπορεί να επηρεάσει ή να εκμηδενίσει πραγματικά την αποδεικτική του ισχύ. (Α.Π. 1389/08 Π.Χρ. ΝΘ' 463). Ο υπαίτιος της νόθευσης υπάλληλος, αν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος, ή να βλάψει παράνομα άλλον, τιμωρείται, κατά την §3 του ίδιου άρθρου, με κάθειρξη, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το (συνολικό ) ποσό των 73.000 ευρώ. Επί τέλεσης κατ' εξακολούθηση του εγκλήματος τούτου, οι επί μέρους πράξεις του κατ/νου που αποτελούν το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ (και άνω), πρέπει να αποβλέπουν στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτός και αποσκοπούσε (Α.Π. 67/09 Π.Χρ. ΝΘ' 986). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 46 § 1 α' Π.Κ., προκύπτει ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή, προτροπή, παραίνεση, συμβουλή, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. (Α.Π. 9/10, Α.Π. 1040/2009 Π.Χρ. Ξ' 293 - Α.Π. 646/09 Π.Χρ. Ξ' 129). Για να έχει δε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η ηθική αυτουργία πρέπει σ' αυτήν να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε, ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. (Α.Π. 2193/07 Π.Χρ. ΝΗ' 803). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 §1 α', 49 §2 και 242 §3 Π.Κ., συνάγεται, ότι ο σκοπός πορισμού εαυτού ή άλλου αθεμίτου οφέλους ή παράνομης βλάβης άλλου, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα, άλλως ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ποινή του βασικού εγκλήματος (242 §2 ΠΚ), έστω ακόμη και αν γνώριζε ότι ο δράστης (φυσικός αυτουργός) της νόθευσης δρα κακουργηματικά. (Α.Π. 67/09, Α.Π. 2705/08). στ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε στο σκεπτικό του, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Στις 9-2-2001, υπογράφηκε η με αριθμό 4839/ΕΣ/2001 σύμβαση ανάθεσης εργασιών πραγματοποίησης λογιστικών ελέγχων, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από την Α. Μ., Διευθύντρια της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Γεωργίας και της κοινοπραξίας των εταιρειών «GRANT THORNTON A.E.» και «ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΑΕ», εκπροσωπούμενων από τους Δ. Ν. και Γ. Ν. αντίστοιχα, η οποία (κοινοπραξία) είχε αναδειχτεί μειοδότρια με τη διαδικασία του ανοιχτού διαγωνισμού. Με τη σύμβαση αυτή ανατέθηκε στην παραπάνω κοινοπραξία, μεταξύ των άλλων, η διενέργεια λογιστικών ελέγχων σε επιχειρήσεις (επιδοτούμενες) από το Κοινοτικό Ταμείο. Η πραγματοποίηση αυτών των ελέγχων αποτελούσε έργο της Διεύθυνσης Ελέγχου Δαπανών Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) του Υπουργείου Γεωργίας, στην οποία από Μάιο 1998 μέχρι Ιούλιο 2004, προΐστατο η κατηγορουμένη, (με κλητήριο θέσπισμα - 6 Ν. 3074/02- για παράβαση των άρθρ. 98, 242 §§2,3 Π.Κ.), Ι. Δ.. Η εν λόγω Διεύθυνση, λόγω έλλειψης προσωπικού, αδυνατούσε να ολοκληρώσει τα ετήσια προγράμματα ελέγχων και γι' αυτό είχε αποφασιστεί η ανάθεση μέρους αυτών των ελέγχων σε εξειδικευμένο ιδιωτικό φορέα. Ειδικότερα, στο συνημμένο στην παραπάνω σύμβαση παράρτημα Ι προβλεπόταν ένας συγκεκριμένος αριθμός λογιστικών ελέγχων κατά ελεγκτική περίοδο, δηλαδή για την 1η ελεγκτική περίοδο 2000-2001 προβλεπόταν η διενέργεια ελέγχων σε 29 επιχειρήσεις και για τη 2η ελεγκτική περίοδο 2001-2002 σε 30 επιχειρήσεις. Ως ελάχιστος χρόνος ελέγχου ανά επιχείρηση ορίστηκε αυτός των πέντε (5) ημερών, ενώ το πόρισμα ελέγχου συμφωνήθηκε να υποβάλλεται μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, από το τέλος του ελέγχου κάθε επιχείρησης. Ως χρόνο ολοκλήρωσης του έργου τα μέρη όρισαν την 30-11-2001, ειδικά, όμως, η παράδοση του έργου που αφορούσε στην ελεγκτική περίοδο 2000-2001 συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί μέχρι 1-6-2001. Περαιτέρω, σύμφωνα με το 2ο άρθρο της σύμβασης, η ποιοτική και ποσοτική παραλαβή θα γινόταν από την επιτροπή παραλαβής, ενώ παραλαβή εκπρόθεσμη δεν μπορούσε να γίνει από την εν λόγω επιτροπή, πριν από την έκδοση σχετικής απόφασης παράτασης από την υπηρεσία, ανεξάρτητα από την υποβολή ή όχι αιτήματος από την ανάδοχο. Επίσης, σύμφωνα με το 4ο άρθρο της σύμβασης, ο ανάδοχος μετά τη λήξη του συμβατικού ή του παραταθέντος χρόνου θα κηρυσσόταν έκπτωτος, ενώ, σε περίπτωση εκπρόθεσμης παράδοσης των εργασιών, απόρριψης ή επανάληψης αυτών και ειδικότερα για τις συνέπειες της εκπρόθεσμης παράδοσης ή επανάληψης των εργασιών, της απόρριψης ή αθέτησης οποιουδήποτε άλλου όρου της σύμβασης ευθύνης του αναδόχου, καθώς και για κάθε θέμα που θα προέκυπτε κατά την εκτέλεση της σύμβασης, ορίστηκε ότι θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 394/4-12-96 (άρθρα 32, 33, 34 κ.λ.π.), οι οποίες προβλέπουν κήρυξη του αναδόχου εκπτώτου και επίσης πέραν των τυχόν προβλεπόμενων άλλων κυρώσεων και επιβολή προστίμου. Τέλος, με το παράρτημα ΙΙ της σύμβασης καθορίστηκε, εκτός των άλλων, ο τρόπος διενέργειας των ελέγχων και συμφωνήθηκε η αμοιβή της αναδόχου, στο ποσό των 19.488.000 δραχμών για την εκτέλεση των ελέγχων κατά την 1η ελεγκτική περίοδο και στο ποσό των 20.160.000 δραχμών για τους ελέγχους κατά την 2η ελεγκτική περίοδο, (672.000 δραχμές ανά επιχείρηση Χ 59 επιχειρήσεις) και συνολικά με τον Φ.Π.Α. στο ποσό των 46.784.640 δραχμών (ήδη 137.299,01 ευρώ). Η ανάδοχος δεν ολοκλήρωσε τον αριθμό των 29 ελέγχων κατά την πρώτη ελεγκτική περίοδο, δηλαδή μέχρι 1-6-2001, αλλά πραγματοποίησε μόνο 15 ελέγχους, ενώ δεν προέκυψε, ότι η μη διενέργεια όλων των ελέγχων οφειλόταν, στο ότι η ως άνω Δ/νση Ελέγχου Δαπανών δεν διέθετε 29 επιχειρήσεις προς έλεγχο, για να αναθέσει στην κοινοπραξία. Η Ι. Δ. ενέκρινε αυθαίρετα τη μεταφορά του ελέγχου 14 επιχειρήσεων από τη συμφωνηθείσα πρώτη ελεγκτική περίοδο 2000-2001 (με χρόνο ολοκλήρωσης την 1-6-2001), στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο 2001-2002 (με χρόνο ολοκλήρωσης την 30-11-2001) και με το υπ' αρ. 46364/30-5-2001 έγγραφό της, γνωστοποίησε στην αρμόδια Οικονομική Διεύθυνση την ως άνω μεταφορά των ελέγχων, αναφέροντας, ότι "... κρίθηκε απαραίτητο για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών της Δ/νσης (ολοκλήρωση ελεγκτικού προγράμματος) να μεταφερθεί ο έλεγχος 14 επιχειρήσεων από την πρώτη ελεγκτική περίοδο στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο". Το έγγραφο αυτό, το οποίο δεν είχε διεκπεραιωθεί την 30-5-2001, διαβίβασε η Ι. Δ., χρησιμοποιώντας αριθμό πρωτοκόλλου, που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε άλλο εξερχόμενο έγγραφο, με ημερομηνία 31-5-2001, απευθυνόμενο στο ΣΔΟΕ, έφθασε δε στη στεγαζόμενη στο ίδιο κτίριο Οικονομική Διεύθυνση στις 19-10-2001, όντας προφανώς προχρονολογημένο. Αποτέλεσμα της παραπάνω ενέργειας ήταν, να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος των υπόλοιπων 14 επιχειρήσεων στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο, χωρίς την έγκριση της αρμόδιας Οικονομικής Διεύθυνσης, να αποφευχθεί η κήρυξη έκπτωτης της ανάδοχης κοινοπραξίας και να αποκομίσει η τελευταία παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 29.568.000 δραχμών (ήδη 86.773,29 ευρώ), που εισέπραξε ως αμοιβή για τους ελέγχους μετά την 1-6-2001 σε 44 επιχειρήσεις. Από τον έλεγχο στο βιβλίο του πρωτοκόλλου προκύπτει το σβήσιμο της προηγούμενης καταχώρησης (έγγραφο προς ΣΔΟΕ) και η νέα καταχώρηση στην ίδια στήλη και στον ίδιο χώρο του με αρ. 46364/30-5-2001 εγγράφου. Περαιτέρω, προκύπτει, ότι με εντολή της Ι. Δ. έγιναν αλλοιώσεις και κρατήσεις αριθμών του εσωτερικού πρωτοκόλλου της Δ/νσης ΕΓΤΠΕ, προκειμένου να υποβάλλονται εμπρόθεσμα οι εκθέσεις ελέγχου της αναδόχου κοινοπραξίας. Ειδικότερα, 1) από το βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου του Γραφείου Γραμματειακής Υποστήριξης διαπιστώθηκε, ότι ο αριθμός 51869 χρησιμοποιείται σε εξερχόμενο έγγραφο με ημερομηνία 19-7-2001 και αφορά έκδοση χρηματικού εντάλματος του υπαλλήλου Α. Α.. Ο ίδιος αριθμός πρωτοκόλλου χρησιμοποιείται και σε έγγραφο - εντολή ελέγχου προς την κοινοπραξία, με αριθμό 51869Β/20-7-2001 για έλεγχο στην επιχείρηση "ΠΑΝΦΡΟΥΤ ΕΛΛΑΣ - ΑΦΟΙ Π. ΕΙΣ. ΕΞ.". 2) Ο αριθμός πρωτοκόλλου 1619/17-4-2001 χρησιμοποιήθηκε σε εισερχόμενο έγγραφο (έκθεση ελέγχου της επιχείρησης ΑΝΑΤΟΛΗ Α.Β.Ε.), αλλά εκ των υστέρων τα στοιχεία αυτά σβήνονται και στη θέση τους αναγράφονται τα στοιχεία της έκθεσης ελέγχου που διενήργησε η κοινοπραξία στην επιχείρηση «ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε.Ε» και στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Κέρκυρας, ενώ το προαναφερθέν έγγραφο με αριθμό πρωτ. 1619 πρωτοκολλείται με το αριθμό 1622 και με ημερομηνία 18-4-2001, 3) Κρατήθηκε κενός ο αριθμός εσωτερικού πρωτοκόλλου της Δ/νσης 1779/7ος 2001, στον οποίο πρωτοκολλήθηκε εκ των υστέρων, με ημερομηνία 26-7-2001 η έκθεση ελέγχου της εταιρείας «Ι. Π. και Υιός Ο.Ε.», που έγινε σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 49863/13-7-2001 εντολής, με ημερομηνία έναρξης του ελέγχου την 16-7-2001. 4) Κρατήθηκε ο αριθμός εσωτερικού πρωτοκόλλου της Δ/νσης 1780/01, ο οποίος εμφανίζεται δύο φορές, μια φορά ως αχρησιμοποίητος και τη άλλη με την ένδειξη «έκθεση ελέγχου ΑΦΟΙ Π.», με ημερομηνία 3-8-2001, ενώ με την υπ' αριθμ. 51869Β/20-7-2001 εντολή, είχε οριστεί ως ημερομηνία έναρξης του ελέγχου η 23-7-2001. Οι παραπάνω επεμβάσεις στο πρωτόκολλο έγιναν, προκειμένου να διευκολυνθεί η ως άνω ανάδοχος στην υποβολή των εκθέσεων ελέγχου και να φαίνεται ότι αυτές υποβάλλονται μέσα στο συμβατικό χρόνο. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, οι κατηγορούμενοι: 1) Δ. Ν., 2) Γ. Π., 3) Β. Κ., 4) Κ. Β., 5)Ε. Κ. και 6) Σ. Κ., Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Δ/νων Σύμβουλος και μέλη του Δ.Σ. αντίστοιχα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «GRANT THORNTON A.E.» καθώς και οι: 7) Γ. Ν., 8) Ε. Χ., 9) Μ. Μ. και 16) Ε. - Σ. Τ., Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Δ/νων Σύμβουλος και μέλος του Δ.Σ. αντίστοιχα, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Αθηναϊκή Αναπτυξιακή Α.Ε.», προκάλεσαν στην Ι. Δ. την απόφαση, με συμβουλές και παραινέσεις να εκτελέσει την παραπάνω πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, που διέπραξε δια της νοθεύσεως των παραπάνω εγγράφων, που ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της, ώστε να μη κηρυχθεί έκπτωτη η ανάδοχος κοινοπραξία και έτσι να προσπορίσουν σ' αυτήν παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 29.568.000 δραχμών (ήδη 86.773,29 ευρώ), που της καταβλήθηκε ως αμοιβή για λογιστικούς ελέγχους μετά την 1-6-2001, σε σαράντα τέσσερις 44 επιχειρήσεις (44Χ672.000 δραχμές ανά επιχείρηση), με το υπ' αριθμ. 40963/7-3-2005 έγγραφο της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Όπως προκύπτει από την ανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Π. Χ., αλλά και από το με ημερομηνία 25-5-2005 Πόρισμα του Ν. Κ., που διενήργησε ανάκριση κατ' εντολή του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η κοινοπραξία σε συνεννόηση με την Ι. Δ., έστελνε την πρώτη σελίδα της έκθεσης ελέγχου, όπου αναγραφόταν η επωνυμία της υπό έλεγχο εταιρείας, είτε με φαξ, είτε μέσω ελεγκτών της κοινοπραξίας, είτε μέσω του υπαλλήλου της Δ/νσης ελέγχου δαπανών ΕΓΤΠΕ Β. Κ., που μετέβαινε, καθ' υπόδειξη της Ι. Δ., στα γραφεία της κοινοπραξίας. Τα ως άνω πρώτα φύλλα φυλάσσονταν με σφραγίδες και υπογραφές της παραπάνω Διευθύντριας, που παρακολουθούσε την εκκρεμότητα της εταιρείας, ως προς την παράδοση των εκθέσεων ελέγχου. Αμέσως μετά η Ι. Δ. φρόντιζε, με βάση τα στοιχεία της πρώτης σελίδας, είτε για την κράτηση ανοιχτών πρωτοκόλλων, είτε για την αλλοίωση των ήδη υπαρχόντων. Η κατάθεση της έκθεσης ελέγχου γινόταν μεταγενέστερα, οπότε η κοινοπραξία υπέβαλε εκ νέου την πρώτη σελίδα της έκθεσης ελέγχου μαζί με ολόκληρη την έκθεση. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της κατηγορουμένης Ι. Δ. και των ανωτέρω συγκατηγορουμένων της, μελών των διοικητικών συμβουλίων των παραπάνω εταιρειών, με τις προτροπές των οποίων εκείνη προέβαινε στις παραπάνω πράξεις, με σκοπό να ωφελήσει την ανάδοχο, ώστε αυτή να μη κηρυχθεί έκπτωτη και να εισπράξει τη συμφωνηθείσα αμοιβή». ζ) Στη συνέχεια κρίνοντας το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με βάση τα ανωτέρω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων και πέντε ακόμη μελών των Δ.Σ. των δύο Α.Ε. (κοινοπραξία), για την πράξη της κακουργηματικής κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική κατ' εξακολούθηση ψευδή βεβαίωση, δια νοθεύσεως εγγράφων από υπάλληλο, που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της, με σκοπό αυτών προσπόρισης σ' άλλον (κοινοπραξία) αθεμίτου οφέλους άνω των 73.000 ευρώ, παραθέτοντας και τις αντίστοιχες ποινικές διατάξεις των άρθρ. 46 §1 α', 98, 242 §§ 2 και 3 Π.Κ., (ενώ στο σκεπτικό νομικά αναφέρεται στην αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της §1 του άρθρου 242 Π.Κ.), παρέπεμψε αυτούς (αναιρεσείοντες και μη ασκήσαντες αναίρεση), να δικασθούν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (κακ-των) Αθηνών, σύμφωνα με τα στο διατακτικό του βουλεύματος τούτου λεπτομερώς αναφερόμενα. η) Όλοι οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και υπέρβαση εξουσίας, αφού δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση και κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα (43 §1 ΚΠΔ), διότι, ενώ εχώρησε για την συγκεκριμένη υπόθεση προκαταρκτική εξέταση (31 §2 ΚΠΔ), δεν κλήθηκαν αυτοί προκαταρκτικά, ως ύποπτοι, να δώσουν έγγραφες εξηγήσεις, στερούμενοι έτσι των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων προς απόκρουση της κατηγορίας (171 § 1 δ' ΚΠΔ), με συνέπεια η προκαταρκτική εξέταση να μην περατωθεί νόμιμα και η ακολουθούσα αυτή άσκηση και κίνηση της ποινικής δίωξης να είναι άκυρη, ως εξαρτώμενη απ' αυτή (175 α' ΚΠΔ). Με το να λάβει δε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, την κατά τα ανωτέρω ακύρως ασκηθείσα ποινική δίωξη και να αποφανθεί επί της κατηγορίας, αντί να κηρύξει αυτή απαράδεκτη, υπερέβη την εξουσία του. Η αιτίαση αυτή των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη, διότι, ναι μεν πράγματι κατ'άρθρ. 31 §2 ΚΠΔ, πρέπει να κλητεύεται ο ύποπτος, όμως, η διάταξη αυτή, δεν καθιερώνει και ρητή υποχρέωση κλητεύσεως του υπόπτου, υπό την έννοια ότι, αν δεν κληθεί και μάλιστα νόμιμα, δεν περατώνεται νομίμως η προκαταρκτική εξέταση, σε κάθε δε περίπτωση δεν δημιουργείται κάποια ακυρότητα αυτής και κατ' επέκταση και της εν συνεχεία ασκηθείσας ποινικής δίωξης, αν επακολουθήσει κύρια ανάκριση, κατά την οποία κλήθηκε ο κατηγορούμενος και απολογήθηκε, ασκώντας συγχρόνως όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος. (Α.Π. 1374/09). Στην προκειμένη περίπτωση και αν δεν κλήθηκαν, ως ισχυρίζονται, οι αναιρεσείοντες να δώσουν έγγραφες εξηγήσεις προκαταρκτικά, από τα στοιχεία της δικογραφίας αλλά και από τις αναιρέσεις τους προκύπτει, ότι κλήθηκαν να απολογηθούν για τις πράξεις που κατηγορούνται στον ανακριτή, απολογήθηκαν και κατέθεσαν και υπόμνημα, με τον τρόπο δε αυτό πλήρως διασφαλίστηκαν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα, χωρίς μετά από αυτά να εμφιλοχωρήσει απόλυτη ακυρότητα ή υπέρβαση εξουσίας ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος (αιτίαση) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. θ) 1) Οι αναιρεσείοντες με τις αναιρέσεις τους (αριθμ. 10 και 2.2.6.) παραπονούνται, ότι το βούλευμα δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν τον τρόπο και τα μέσα που μετήλθαν αυτοί κατά την διάπραξη του εγκλήματος της κακουργηματικής ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική ψευδή βεβαίωση της υπαλλήλου Ι. Δ.. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι στο σκεπτικό του βουλεύματος, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα, ως και τα πραγματικά περιστατικά που μετήλθαν αυτοί, για την διάπραξη του εγκλήματός των. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στο βούλευμα (αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού - διατακτικού), ότι οι επεμβάσεις στο πρωτόκολλο έγιναν από την Ι. Δ. για να διευκολυνθεί η κοινοπραξία, (που αυτοί ήταν μέλη των Δ.Σ.), στην υποβολή των εκθέσεων ελέγχου, ώστε να φαίνεται ότι αυτές υποβλήθηκαν στον συμβατικό χρόνο. Ότι μεταξύ αυτών και της Ι. Δ. υπήρχε επικοινωνία, ώστε η κοινοπραξία να μην κηρυχθεί έκπτωτη. Ότι οι αναιρεσείοντες (και οι μη ασκήσαντες αναίρεση) προκάλεσαν (τρόπος) με συμβουλές, παραινέσεις, πειθώ και προτροπές (μέσα) την Ι. Δ., εν όψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών (επικοινωνία - διευκόλυνση κοινοπραξίας), να προβεί στην νόθευση των πρωτοκόλλων, προς όφελος της κοινοπραξίας τους. Συνεπώς η αιτίαση αυτή απορριπτέα, ως αβάσιμη, κρίνεται. 2) Από το σκεπτικό του βουλεύματος προκύπτει, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για την ύπαρξη ενδείξεων ενοχής των αναιρεσειόντων. Ουδόλως για την κρίση του συμβουλίου εφετών, η μαρτυρική κατάθεση του Π. Χ. έγινε υπ' αυτού επιλεκτικά. Το αν όμως εξαίρεται αυτή, ως και το πόρισμα του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, (δεν απαιτείται συναξιολόγηση), το δε συμβούλιο εφετών, δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει, γιατί αξιολογικά δεν εξαίρονται και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επίσης, οι αντίθετες εκτιμήσεις, (υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής ή με αντίφαση αιτιολογίας), των αναιρεσειόντων, ως προς τις μαρτυρικές καταθέσεις, από αυτές (εκτιμήσεις) που έλαβαν χώρα από το συμβούλιο εφετών, για την στήριξη της κρίσης του για την παραπομπή των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμες, ως πλήττουσες την περί τα πράγματα ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του συμβουλίου. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι των αναιρέσεων (αριθμ. 12, 13 και 2.2.8, 2.2.9, 2.2.10, 2.2.11), απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, κρίνονται. 3) Το συμβούλιο εφετών δέχθηκε, ότι φυσική αυτουργός της νόθευσης εγγράφων είναι η υπάλληλος Ι. Δ. και ηθικοί αυτουργοί στην πράξη αυτής οι αναιρεσείοντες, ως και οι μη ασκήσαντες αναίρεση. Συγκατηγορούμενη όμως της Ι. Δ. είναι και η υπάλληλος Α. Π., ως φυσική αυτουργός, που και οι δύο παραπέμπονται με κλητήριο θέσπισμα (6 Ν. 3074/02). Ο λόγος των αναιρεσειόντων (αριθμ. 9 και 2.2.5), ότι το συμβούλιο δεν αιτιολογεί, αν από μόνη της η δράση της Α. Π. ήταν αρκετή για την ολοκλήρωση της νόθευσης, οπότε μη όντες ηθικοί αυτουργοί αυτής (Π.) οι αναιρεσείοντες, δεν τέλεσαν το έγκλημα που κατηγορούνται, αβασίμως προβάλλεται, επειδή για την επίκληση του λόγου τούτου στερούνται εννόμου συμφέροντος (463 ΚΠΔ), αφού από το ίδιο συμβούλιο κρίθηκαν αυτοί ως ηθικοί αυτουργοί στην νόθευση της Ι. Δ., την οποία (νόθευση) το ίδιο το συμβούλιο δέχεται ότι τέλεσε αυτή. Όθεν, απορριπτέος ως αβάσιμος και ο λόγος τούτος. 4) Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τον λόγο (αριθμ. 8 και 2.2.4), ότι ουδόλως το βούλευμα αιτιολογεί την συναυτουργία αυτών ως ηθικών αυτουργών στην νόθευση της Ι. Δ., ούτε εκτίθενται σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, που να αιτιολογούν, γιατί δεν ήταν αρκετή η ηθική αυτουργία των λοιπών 9 κατηγορουμένων, αλλά ήταν απαραίτητη και η για καθένα έκαστο των αναιρεσειόντων χωριστά ηθική αυτουργία αυτών. Από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού - διατακτικού του βουλεύματος προκύπτει, ότι δεν παραπέμφθηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες και μη ασκήσαντες αναίρεση) για κατά συναυτουργία ηθική αυτουργία στις νοθεύσεις της Ι. Δ., αλλά για ηθική αυτουργία έκαστος. Κρίθηκε δε από το συμβούλιο, ότι όλοι οι κατ/νοι είναι ηθικοί αυτουργοί, χωρίς συναυτουργία, αφού από το ίδιο το βούλευμα προκύπτει, «ότι η κοινοπραξία (μέλη των Δ.Σ. των δύο Α.Ε. που ήταν όλοι οι κατ/νοι), σε συνεννόηση με την Ι. Δ., έστελνε (κοινοπραξία) την πρώτη σελίδα της έκθεσης ελέγχου, όπου αναγραφόταν η επωνυμία της υπό έλεγχο εταιρείας, είτε με φαξ, είτε μέσω ελεγκτών της κοινοπραξίας, είτε μέσω του υπαλλήλου της Δ/νσης ελέγχου δαπανών ΕΓΤΠΕ Β. Κ., που μετέβαινε, καθ' υπόδειξη της Ι. Δ., στα γραφεία της κοινοπραξίας. Τα ως άνω πρώτα φύλλα φυλάσσονταν με σφραγίδες και υπογραφές της παραπάνω Διευθύντριας, που παρακολουθούσε την εκκρεμότητα της εταιρείας, ως προς την παράδοση των εκθέσεων ελέγχου. Αμέσως μετά η Ι. Δ. φρόντιζε, με βάση τα στοιχεία της πρώτης σελίδας, είτε για την κράτηση ανοιχτών πρωτοκόλλων, είτε για την αλλοίωση των ήδη υπαρχόντων. Η κατάθεση της έκθεσης ελέγχου γινόταν μεταγενέστερα, οπότε η κοινοπραξία υπέβαλε εκ νέου την πρώτη σελίδα της έκθεσης ελέγχου, μαζί με ολόκληρη την έκθεση. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της κατηγορουμένης Ι. Δ. και των ανωτέρω συγκατηγορουμένων της, μελών των διοικητικών συμβουλίων των παραπάνω εταιρειών, με τις προτροπές των οποίων εκείνη προέβαινε στις παραπάνω πράξεις, με σκοπό να ωφελήσει την ανάδοχο, ώστε αυτή να μη κηρυχθεί έκπτωτη και να εισπράξει τη συμφωνηθείσα αμοιβή». Συνεπώς, αιτιολογημένα κρίθηκε από το συμβούλιο εφετών, η για ένα έκαστο των κατ/νων ηθική αυτών αυτουργία, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το συμβούλιο να απαντήσει, γιατί δεν αρκούσε η ηθική των άλλων αυτουργία και ήταν απαραίτητη και η του καθενός (ως δεκάτου κατ/νου) ηθική αυτουργία αυτού, αφού τούτο ανάγεται σε αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Κατόπιν τούτων και ο ανωτέρω λόγος απορριπτέος, ως αβάσιμος κρίνεται. 5) Οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, προβάλλουν επί πλέον την αιτίαση (αριθμ. 11), ότι αναιτιολογήτως το συμβούλιο απέρριψε τον ισχυρισμό τους (ανυπαρξία ενδείξεων ενοχής), ότι στην πρώτη ελεγκτική περίοδο το Δημόσιο, αντί για 29 προς έλεγχο επιχειρήσεις, τους έδωσε εντολή μόνο για 15 και τις υπόλοιπες 14 το ίδιο το Δημόσιο τις μετέφερε προς έλεγχο στην δεύτερη ελεγκτική περίοδο, οπότε αυτοί δεν τέλεσαν το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται. Το συμβούλιο εφετών επί του ισχυρισμού αυτού, αναφέρεται με την εξής αιτιολογία: Η ανάδοχος δεν ολοκλήρωσε τον αριθμό των 29 ελέγχων κατά την πρώτη ελεγκτική περίοδο, δηλαδή μέχρι 1-6-2001, αλλά πραγματοποίησε μόνο 15 ελέγχους, ενώ δεν προέκυψε, ότι η μη διενέργεια όλων των ελέγχων οφειλόταν, στο ότι η ως άνω Δ/νση Ελέγχου Δαπανών δεν διέθετε 29 επιχειρήσεις προς έλεγχο, για να αναθέσει στην κοινοπραξία. Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής, διότι από τα λοιπά πραγματικά περιστατικά του βουλεύματος προκύπτει, ότι υπήρξαν από την Ι. Δ. νοθεύσεις πρωτοκόλλων, που τούτο σημαίνει, ότι το Δημόσιο διέθεσε για την πρώτη ελεγκτική περίοδο 29 επιχειρήσεις, οι κατ/νοι έλεγξαν μόνο 15 και οι υπόλοιπες 14, με τις προαναφερόμενες νοθεύσεις, μεταφέρθηκαν προς έλεγχο στην δεύτερη ελεγκτική περίοδο, ώστε να αποφευχθεί η έκπτωση της κοινοπραξίας. Αν το Δημόσιο δεν διέθεσε στην πρώτη ελεγκτική περίοδο τις 14 επιχειρήσεις, ως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, αυτές νόμιμα, κατ' άρθρ. 34 §3 α' Π.Δ. 394/96, θα μεταφέρονταν στην δεύτερη ελεγκτική περίοδο, χωρίς έκπτωση της κοινοπραξίας, αλλά το σπουδαιότερο, χωρίς τις προαναφερόμενες νοθεύσεις των πρωτοκόλλων. Συνεπώς και η αιτίαση αυτή απορριπτέα, ως αβάσιμη κρίνεται. 6) Τέλος, οι δεύτερος και πέμπτος των αναιρεσειόντων διατείνονται, ότι δεν υπάρχει αιτιολογία στο βούλευμα για την φερόμενη ζημία του Δημοσίου, (αριθμ. 2.2.7). Από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού - διατακτικού προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούνται και παραπέμφθηκαν να δικασθούν ως υπαίτιοι, για κατ' εξακολούθηση ηθική αυτουργία σε κατ' εξακολούθηση νόθευση εγγράφου από υπάλληλο, που του ήταν προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, με σκοπό και αυτοί (ηθικοί αυτουργοί αλλά και η φυσική αυτουργός), να προσπορίσουν σε άλλον (κοινοπραξία) αθέμιτο όφελος (αποφυγή έκπτωσης κοινοπραξίας, είσπραξη αμοιβής), που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Δεν κατηγορούνται αυτοί, ούτε παραπέμφθηκαν και με σκοπό ή με σκοπό να βλάψουν παράνομα άλλον (Δημόσιο), με συνολική βλάβη υπερβαίνουσα τις 73.000 ευρώ. Όθεν ο λόγος τούτος επί αναληθούς προϋποθέσεις ερείδεται, γι' αυτό και απορριπτέος, ως αβάσιμος , κρίνεται. ι) Από όλα τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως παρέπεμψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του τους αναιρεσείοντες (και τους μη ασκήσαντες αναίρεση), για να δικασθούν αρμοδίως για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία νομίμως ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, διέλαβε αφενός την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, αναλύει τα στοιχεία της ανάκρισης, τα οποία συγκροτούν το έγκλημα για το οποίο οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι παραπέμπονται στο ακροατήριο, αφετέρου δε δεν υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας, ουδέ σε απόλυτη ακυρότητα. Ειδικότερα, το βούλευμα με σαφήνεια εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά της κακουργηματικής κατ' εξακολούθηση νόθευσης των προσιτών σ' αυτή πρωτοκόλλων από την υπάλληλο Ι. Δ., της κακουργηματικής κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας καθενός των αναιρεσειόντων (και των μη ασκησάντων αναίρεση), του αθέμιτου περιουσιακού οφέλους που προσπόρισαν στην κοινοπραξία και του σκοπού προσπόρισης αυτού (προκύπτει από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών), ως και του συνόλου του οφέλους που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, στο οποίο αυτοί (ηθικοί αυτουργοί) απέβλεψαν και αποσκοπούσαν, (προκύπτει από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών). Κατά συνέπεια όλοι οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, της έλλειψης δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, της απόλυτης ακυρότητας, ως και της υπέρβασης εξουσίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους, οι υπ' αριθμ. 144/10, 146/10, 142/10, 143/10 και 147/10 αιτήσεις αναίρεσης των κατ/νων: α) Δ. Ν. του Σ. και Α., ετών 59 κατοίκου ..., β) Β. Κ. του Κ. και Δ., ετών 54, κατοίκου ..., γ) Κ. Β. του Π. και της Γ., ετών 55, κατοίκου ..., δ) Ε. Κ. του Σ. και της Ε., ετών 51, κατοίκου ... και ε) Σ. Κ. του Α. και Κ., ετών 55, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2047/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. Αθήνα 2-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού 2047/2010 παραπεμπτικού για κακουργηματική πράξη βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι πέντε υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, με αριθ. εκθ. 146, 144, 143, 142, 147/1-11-2010αντίστοιχα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Β. Κ., Δ. Ν., Ε. Κ., Κ. Β. και Σ. Κ.. Οι αιτήσεις αναιρέσεως αυτές, είναι παραδεκτές, παρά την, δια του άρθρου 34 εδ. γ του Ν. 3904/23-12-2010, κατάργηση του άρθρου 282 του ΚΠΔ, που προέβλεπε την άσκηση ενδίκων μέσων κατά παραπεμπτικών για κακούργημα βουλευμάτων, αφού το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε την 8-10-2010 και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 596 παρ.1, 601 παρ.1 β του ΚΠΔ και 2 ΠΚ, το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κρίνεται κατά το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 2047/2010 βούλευμά του, παρέπεμψε με απ' ευθείας κλήση, δέκα κατηγορουμένους μεταξύ των οποίων και τους πέντε αναιρεσείοντες για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση κατ'εξακολούθηση, δια νοθεύσεως εγγράφων, σε συμπαραπεμπόμενη κατηγορούμενη - φυσικό αυτουργό, υπάλληλο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με σκοπό την προσπόριση οφέλους υπερβαίνοντος το ποσό των 73.000 ευρώ, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 εδ. α, 3, 6 παρ.2 εδ. γ ι, ι ι του ν. 3074/2002. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, ορίζονται τα εξής: "1. Υπάλληλος, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό, λόγω της υπηρεσίας του". Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. α' του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Έγγραφο δε είναι, κατά την περίπτωση γ' εδ. α' του ίδιου άρθρου "κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος της νοθεύσεως, καταστροφής κ.λ.π. εγγράφου, απαιτείται η με πρόθεση εξαφάνιση ή βλάβη ή μεταβολή της έννοιας του εγγράφου, η οποία επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αρχικής αποδεικτικής του ισχύος, και η οποία μπορεί να τελεσθεί ή με προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου ψηφίων, αριθμών ή φράσεων κ.λ.π. ή και με σβήσιμο ή ξύσιμο με οποιονδήποτε τρόπο τέτοιων στοιχείων και αναγραφής αντί αυτών άλλων και να γίνει αφενός μεν από υπάλληλο, κατά την παραπάνω έννοια του άρθρου 13 α του ΠΚ, αφετέρου δε σε έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό που του το εμπιστεύθηκαν ή που του είναι προσιτό, λόγω της υπηρεσίας του και να μπορεί να επηρεάσει ή εκμηδενίσει πραγματικά την αποδεικτική του ισχύ. Ο υπαίτιος της νόθευσης υπάλληλος, αν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος, ή να βλάψει παράνομα άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη, κατά την παρ.3 του ιδίου άρθρου 242 ΠΚ, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Επί τέλεσης κατ' εξακολούθηση του εγκλήματος τούτου, οι επί μέρους πράξεις του κατηγορουμένου πρέπει να αποβλέπουν στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτός και αποσκοπούσε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λ.π., β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Τέλος κατά το άρθρο 49 παρ. 2 ΠΚ. σε συνδ. με άρθρ. 242 παρ.3 ΠΚ συνάγεται, ότι ο σκοπός πορισμού αθέμιτου οφέλους εαυτού ή άλλου ή παράνομης βλάβης άλλου, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα, άλλως ο ηθικός αυτουργός τιμωρείται με την ποινή του βασικού εγκλήματος, έστω ακόμη και αν γνώριζε ότι ο δράστης (φυσικός αυτουργός) της νόθευσης δρα κακουργηματικά. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτή, με υπόμνημα ή με εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη. Απαιτείται δηλαδή να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ'επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό του ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Για τον δόλο δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο ως άνω 2047/2010 βούλευμα, με ίδιες σκέψεις στο αιτιολογικό του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 9-2-2001, υπογράφηκε η με αρ. 4839/ΕΣ/2001 σύμβαση ανάθεσης εργασιών πραγματοποίησης λογιστικών ελέγχων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από την Α. Μ., Διευθύντρια της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Γεωργίας και της κοινοπραξίας των εταιρειών "GRΑΝΤ ΤΗΟRΝΤΟΝ Α.Ε." και "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ Α.Ε.", εκπροσωπούμενων από τους Δ. Ν. του Σ. και Γ. Ν. του Ν. αντίστοιχα, η οποία (Κοινοπραξία) είχε αναδειχτεί μειοδότρια με τη διαδικασία του ανοιχτού διαγωνισμού. Με τη σύμβαση αυτή ανατέθηκε στην παραπάνω Κοινοπραξία, μεταξύ των άλλων, η διενέργεια λογιστικών ελέγχων σε επιχειρήσεις από το Κοινοτικό Ταμείο. Η πραγματοποίηση αυτών των ελέγχων αποτελούσε έργο της Διεύθυνσης Ελέγχου Δαπανών Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) του Υπουργείου Γεωργίας, στην οποία από Μάιο 1998 μέχρι Ιούλιο 2004, προΐστατο η κατηγορουμένη Ι. Δ.. Η εν λόγω Διεύθυνση, λόγω έλλειψης προσωπικού, αδυνατούσε να ολοκληρώσει τα ετήσια προγράμματα ελέγχων και γι' αυτό είχε αποφασιστεί η ανάθεση μέρους αυτών των ελέγχων σε εξειδικευμένο ιδιωτικό φορέα. Ειδικότερα, στο συνημμένο στην παραπάνω σύμβαση παράρτημα Ι προβλεπόταν ένας συγκεκριμένος αριθμός λογιστικών ελέγχων κατά λογιστική περίοδο, δηλαδή για την 1η ελεγκτική περίοδο 2000-2001 προβλεπόταν η διενέργεια ελέγχων σε 29 επιχειρήσεις και για τη 2η ελεγκτική περίοδο 2001-2002 σε 30 επιχειρήσεις. Ως ελάχιστος χρόνος ελέγχου ανά επιχείρηση ορίστηκε αυτός των πέντε (5) ημερών, ενώ το πόρισμα ελέγχου συμφωνήθηκε να υποβάλλεται μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από το τέλος του ελέγχου κάθε επιχείρησης. Ως χρόνο ολοκλήρωσης του έργου τα μέρη όρισαν την 30-11-2001, ειδικά, όμως, η παράδοση του έργου που αφορούσε στην ελεγκτική περίοδο 2000-2001 συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί μέχρι 1-6-2001. Περαιτέρω, σύμφωνα με το 2° άρθρο της σύμβασης, η ποιοτική και ποσοτική παραλαβή θα γινόταν από την επιτροπή παραλαβής, ενώ παραλαβή εκπρόθεσμη δεν μπορούσε να γίνει από την εν λόγω επιτροπή πριν από την έκδοση σχετικής απόφασης παράτασης από την υπηρεσία, ανεξάρτητα από την υποβολή ή όχι αιτήματος από την ανάδοχο. Επίσης, σύμφωνα με το 4° άρθρο της σύμβασης, ο ανάδοχος μετά τη λήξη του συμβατικού ή του παραταθέντος χρόνου θα κηρυσσόταν έκπτωτος, ενώ, σε περίπτωση εκπρόθεσμης παράδοσης των εργασιών,απόρριψης ή επανάληψης αυτών και ειδικότερα για τι συνέπειες της εκπρόθεσμης παράδοσης ή επανάληψης των εργασιών, της απόρριψης ή αθέτησης οποιουδήποτε άλλου όρου της σύμβασης ευθύνης του αναδόχου καθώς και για κάθε θέμα που θα προέκυπτε κατά την εκτέλεση της σύμβασης ορίστηκε ότι θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 394/4-12-96 (άρθρα 32, 33, 34 κ.λ.π.), οι οποίες προβλέπουν κήρυξη του αναδόχου εκπτώτου και επίσης πέραν των τυχόν προβλεπόμενων άλλων κυρώσεων και επιβολή προστίμου. Τέλος, με το παράρτημα II της σύμβασης καθορίστηκε, εκτός των άλλων, ο τρόπος διενέργειας των ελέγχων και συμφωνήθηκε η αμοιβή της αναδόχου στο ποσό των 19.488.000 δραχμών για την εκτέλεση των ελέγχων κατά την 1η ελεγκτική περίοδο και στο ποσό των 20.160.000 δραχμών για τους ελέγχους κατά τη 2η ελεγκτική περίοδο (672.000 δραχμές ανά επιχείρηση Χ 59 επιχειρήσεις) και συνολικά με τον Φ.Π.Α. στο ποσό των 46.784.640 δραχμών (ήδη 137.299,01 ευρώ). Η ανάδοχος δεν ολοκλήρωσε τον αριθμό των 29 ελέγχων κατά την πρώτη ελεγκτική περίοδο, δηλαδή μέχρι 1-6-2001, αλλά πραγματοποίησε μόνο 15 ελέγχους, ενώ δεν προέκυψε ότι η μη διενέργεια όλων των ελέγχων οφειλόταν στο ότι η ως άνω Δ/νση Ελέγχου Δαπανών δεν διέθετε 29 επιχειρήσεις προς έλεγχο, για να αναθέσει στην Κοινοπραξία. Η Ι. Δ. ενέκρινε αυθαίρετα τη μεταφορά του ελέγχου 14 επιχειρήσεων από τη συμφωνηθείσα πρώτη ελεγκτική περίοδο 2000-2001 (με χρόνο ολοκλήρωσης την 1-6-2001) στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο 2001-2002 (με χρόνο ολοκλήρωσης την 30-11-2001) και με το υπ' αρ. 46364/30-5-2001 έγγραφο της γνωστοποίησε στην αρμόδια Οικονομική Διεύθυνση την ως άνω μεταφορά των ελέγχων, αναφέροντας ότι "... κρίθηκε απαραίτητο για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών της Δ/νσης (ολοκλήρωση ελεγκτικού προγράμματος) να μεταφερθεί ο έλεγχος 14 επιχειρήσεων από την πρώτη ελεγκτική περίοδο στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο". Το έγγραφο αυτό, το οποίο δεν είχε διεκπεραιωθεί την 30-5-2001, διαβίβασε η Ι. Δ., χρησιμοποιώντας αριθμό πρωτοκόλλου που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε άλλο εξερχόμενο έγγραφο, με ημερομηνία 31-5-2001, απευθυνόμενο στο ΣΔΟΕ, έφθασε δε στη στεγαζόμενη στο ίδιο κτίριο Οικονομική Διεύθυνση στις 19-10-2001, όντας προφανώς προχρονολογημένο. Αποτέλεσμα της παραπάνω ενέργειας ήταν να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος των υπόλοιπων 14 επιχειρήσεων στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο, χωρίς την έγκριση της αρμόδιας Οικονομικής Διεύθυνσης, να αποφευχθεί η κήρυξη έκπτωτης της ανάδοχης Κοινοπραξίας και να αποκομίσει η τελευταία παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 29.568.000 δραχμών (ήδη 86.773,29 ευρώ) που εισέπραξε ως αμοιβή για τους ελέγχους μετά την 1-6-2001 σε 44 επιχειρήσεις. Από τον έλεγχο στο βιβλίο του πρωτοκόλλου προκύπτει το σβήσιμο της προηγούμενης καταχώρησης (έγγραφο προς ΣΔΟΕ) και η νέα καταχώρηση στην ίδια στήλη και στον ίδιο χώρο του με αρ. 46364/30-5-2001 εγγράφου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι με εντολή της Ι. Δ. έγιναν αλλοιώσεις και κρατήσεις αριθμών του εσωτερικού πρωτοκόλλου της Δ/νσης ΕΓΤΠΕ, προκειμένου να υποβάλλονται εμπρόθεσμα οι εκθέσεις ελέγχου της αναδόχου Κοινοπραξίας. Ειδικότερα 1) από το βιβλίο γενικού πρωτοκόλλου του Γραφείου Γραμματειακής Υποστήριξης διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός 51869 χρησιμοποιείται σε εξερχόμενο έγγραφο με ημερομηνία 19-7-2001 και αφορά έκδοση χρηματικού εντάλματος του υπαλλήλου Α. Α.. Ο ίδιος αριθμός πρωτοκόλλου χρησιμοποιείται και σε έγγραφο-εντολή ελέγχου προς την Κοινοπραξία "GRΑΝΤ ΤΗΟRΝΤΟΝ Α.Ε - Αθηναϊκή Αναπτυξιακή Α.Ε." με αριθμό 51869Β/20-7-2001 για έλεγχο στην επιχείρηση "ΠΑΝΦΡΟΥΤ ΕΛΛΑΣ - ΑΦΟΙ Π. ΕΙΣ. ΕΞ.". 2) Ο αριθμός πρωτοκόλλου 1619/17-4-2001 χρησιμοποιήθηκε σε εισερχόμενο έγγραφο (έκθεση ελέγχου της επιχείρησης ΑΝΑΤΟΛΗ Α.Β.Ε.) αλλά εκ των υστέρων τα στοιχεία αυτά σβήνονται και στη θέση τους αναγράφονται τα στοιχεία της έκθεσης ελέγχου που διενήργησε η Κοινοπραξία GRΑΝΤ ΤΗΟRΝΤΟΝ Α.Ε στην επιχείρηση "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΚΗ Α.Ε." και στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Κέρκυρας, ενώ το προαναφερθέν έγγραφο με αριθμό πρωτ. 1619 πρωτοκολλείται με το αριθμό 1622 και με ημερομηνία 18-4-2001. 3) Κρατήθηκε κενός ο αριθμός εσωτερικού πρωτοκόλλου της Δ/νσης 1779/7ος 2001, στον οποίο πρωτοκολλήθηκε εκ των υστέρων, με ημερομηνία 26-7-2001 η έκθεση ελέγχου της εταιρείας "Ι. Π. & Υιός Ο.Ε." που έγινε σε εκτέλεση της υπ' αρ. 49863/13-7-2001 εντολής, με ημερομηνία έναρξης του ελέγχου την 16-7-2001. 4) Κρατήθηκε ο αριθμός εσωτερικού πρωτοκόλλου της Δ/νσης 1780/01, ο οποίος εμφανίζεται δύο φορές, μία φορά ως αχρησιμοποίητος και την άλλη με την ένδειξη "έκθεση ελέγχου "ΑΦΟΙ Π.", με ημερομηνία 3-8-2001 ενώ, με την υπ' αρ. 51869Β/20-7-2001 εντολή, είχε οριστεί ως ημερομηνία έναρξης του ελέγχου η 23-7-2001. Οι παραπάνω επεμβάσεις στο πρωτόκολλο έγιναν προκειμένου να διευκολυνθεί η ως άνω ανάδοχος στην υποβολή των εκθέσεων ελέγχου και να φαίνεται ότι αυτές υποβάλλονται μέσα στο συμβατικό χρόνο. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, οι κατηγορούμενοι: 1) Δ. Ν. του Σ., 2) Γ. Π. του Α., 3) Β. Κ. του Κ., 4) Κ. Β. του Π., 5) Ε. Κ. του Σ. και 6) Σ. Κ. του Α., Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Δ/νων Σύμβουλος και μέλη του Δ. Σ. αντίστοιχα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GRΑΝΤ ΤΗΟRΝΤΟΝ Α.Ε" καθώς και οι: 7) Γ. Ν. του Ν., 8) Ε. Χ. του Ε., 9) Μ. Μ. του Ν. και 16) Ε.-Σ. Τ. του Σ., Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Δ/νων Σύμβουλος και μέλος του Δ.Σ., αντίστοιχα, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αθηναϊκή Αναπτυξιακή Α.Ε.", προκάλεσαν στην Ι. Δ. την απόφαση, με συμβουλές και παραινέσεις να εκτελέσει την παραπάνω πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση που διέπραξε δια της νοθεύσεως των παραπάνω εγγράφων που ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της, ώστε να μη κηρυχθεί έκπτωτη η ανάδοχος Κοινοπραξία και έτσι να προσπορίσουν σ' αυτήν παράνομο περιουσιακό όφελος, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 29.568.000 δραχμών (ήδη 86.773,29 ευρώ) που της καταβλήθηκε ως αμοιβή για λογιστικούς ελέγχους μετά την 3-6-2001 σε σαράντα τέσσερις 44 επιχειρήσεις (44 Χ 672.000 δραχμές ανά επιχείρηση), με το υπ' αρ. 40963/7-3-2005 έγγραφο της Οικονομικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Όπως προκύπτει από την ανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Π. Χ. αλλά και από το με ημερομηνία 25-5-2005 Πόρισμα του Ν. Κ. που διενήργησε ανάκριση κατ' εντολή του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η Κοινοπραξία σε συνεννόηση με την Ι. Δ. έστελνε την πρώτη σελίδα της έκθεσης ελέγχου, όπου αναγραφόταν η επωνυμία της υπό έλεγχο εταιρείας, είτε με "φαξ" είτε μέσω ελεγκτών της Κοινοπραξίας είτε μέσω του υπαλλήλου της Δ/νσης ελέγχου δαπανών ΕΓΤΠΕ Β. Κ. που μετέβαινε, καθ' υπόδειξη της Ι. Δ., στα γραφεία της Κοινοπραξίας. Τα ως άνω πρώτα φύλλα φυλάσσονταν με σφραγίδες και υπογραφές της παραπάνω Διευθύντριας που παρακολουθούσε την εκκρεμότητα της εταιρείας ως προς την παράδοση των εκθέσεων ελέγχου. Αμέσως μετά η Ι. Δ. φρόντιζε, με βάση τα στοιχεία της πρώτης σελίδας, είτε για την κράτηση ανοιχτών πρωτοκόλλων είτε για την αλλοίωση των ήδη υπαρχόντων. Η κατάθεση της έκθεσης ελέγχου γινόταν μεταγενέστερα, οπότε η Κοινοπραξία υπέβαλε εκ νέου την πρώτη σελίδα της έκθεσης ελέγχου μαζί με ολόκληρη την έκθεση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ της κατηγορουμένης Ι. Δ. και των ανωτέρω συγκατηγορουμένων της, μελών των διοικητικών συμβουλίων των παραπάνω εταιρειών, με τις προτροπές των οποίων εκείνη προέβαινε στις παραπάνω πράξεις, με σκοπό να ωφελήσει την ανάδοχο, ώστε αυτή να μη κηρυχθεί έκπτωτη και να εισπράξει τη συμφωνηθείσα αμοιβή". Κατ' ακολουθία, αφού υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων: 1) Δ. Ν. του Σ., 2) Γ. Π. του Α., 3) Β. Κ. του Κ., 4) Κ. Β. του Π., 5) Ε. Κ. του Σ., 6) Σ. Κ. του Α., Προέδρου, Αντιπροέδρου, Δ/ντος Συμβούλου και μελών του Δ.Σ., αντίστοιχα, της εταιρείας με την επωνυμία "GRΑΝΤ ΤΗΟRΝΤΟΝ Ανώνυμος Εταιρεία Ορκωτών Ελεγκτών-Συμβούλων Επιχειρήσεων", 7) Γ. Ν. του Ν., 8) Ε. Χ. του Ε., 9) Μ. Μ. του Ν. και 10) Ε.-Σ. Τ. του Σ., Προέδρου, Αντιπροέδρου, Δ/ντος Συμβούλου και μέλους του Δ.Σ., αντίστοιχα, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αθηναϊκή Αναπτυξιακή Σύμβουλοι Διοίκησης-Ανάπτυξης Α.Ε.", κατηγορουμένων για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση σε ψευδή βεβαίωση δια νοθεύσεως-βλάβης εγγράφων από υπάλληλο που του ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας του, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορίσεως σε άλλον αθεμίτου οφέλους, το οποίο υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευ ρω συνολικά, δηλαδή για παράβαση των άρθρων 1, 13 εδ. α' και γ' , 14, 16, 17, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1α, 51, 52, 79, 98, 242 παρ.2 και 3 του Π.Κ., (όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 1 παρ.7β του ν. 2408/1996 και 14 παρ.6 του ν.2721/1999), το Συμβούλιο πρέπει να τους παραπέμψει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ.1ε, 313, 318 Κ.Ποιν.Δ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο είναι αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο να δικάσει την προκείμενη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 1 περ. ε', 111 παρ.1 και 119 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο 2047/2010 παραπεμπτικό βούλευμά του, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως που παραπέμπονται οι πέντε αναιρεσείοντες ήτοι της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση δια νοθεύσεως εγγράφων, στη συμπαραπεμπόμενη κατηγορούμενη - φυσικό αυτουργό, Ι. Δ., υπάλληλο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με σκοπό την προσπόριση οφέλους σε κοινοπραξία εταιρειών των κατηγορουμένων, υπερβαίνοντος το ποσό των 73.000 ευρώ, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α, γ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 98, 242 παρ. 2, 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, σε βάρος των πέντε αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και άλλων ακόμη μελών των ΔΣ των δύο ΑΕ (κοινοπραξίας), για την πράξη της κακουργηματικής, κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική κατ' εξακολούθηση ψευδή βεβαίωση, δια νοθεύσεως εγγράφου με προχρονολόγηση και αλλοιώσεις και κρατήσεις αριθμών του εσωτερικού πρωτοκόλλου της διευθύνσεως ΕΓΤΠΕ, από τη συμπαραπεμπόμενη υπάλληλο της διευθύνσεως αυτής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Ι. Δ., (φυσικό αυτουργό), ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον τους κατηγορία, για την παραπάνω κακουργηματική πράξη κατ' εξακολούθηση. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) αναφέρονται στο αιτιολογικό ο τρόπος νοθεύσεως του βιβλίου του γενικού πρωτοκόλλου περί παράδοσης δήθεν εμπρόθεσμα των εκθέσεων λογιστικού ελέγχου της κοινοπραξίας και τα μέσα,(συμβουλές, παραινέσεις, προτροπές με πειθώ κατά την επικοινωνία μεταξύ τους), που μετήλθαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι και προκάλεσαν στην ανωτέρω φυσικό αυτουργό υπάλληλο του αρμοδίου Υπουργείου την απόφαση νοθεύσεως κατ' εξακολούθηση του πρωτοκόλλου της ανωτέρω υπηρεσίας της, κατά τις ημερομηνίες 31-5-2001, 18-4-2001, 20-7-2001, 26-7-2001 και 3-8-2001, ώστε να μην κηρυχθεί έκπτωτη από το Δημόσιο, όπως θάπρεπε βάσει συμβατικού όρου, η κοινοπραξία των δύο εταιρειών τους, που ήταν ανάδοχος του έργου λογιστικών ελέγχων επιδοτούμενων από τα Κοινοτικά Ταμεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων και κατέθεσε εκτός συμφωνημένου χρόνου τις εκθέσεις ελέγχων, με παράνομη, εκτός άλλων, μεταφορά ελέγχων για 14 επιχειρήσεις - στη δεύτερη ελεγκτική περίοδο, β) αναφέρεται ο σκοπός της νοθεύσεως που ήταν να εμφανισθεί εμπρόθεσμη και μην κηρυχθεί έκπτωτη η ανάδοχος κοινοπραξία και να εισπράξει παράνομα αυτή τη συμφωνηθείσα αμοιβή που ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 86.773,29 ευρώ που της καταβλήθηκε για λογιστικούς ελέγχους μετά την 1-6-2001, σε 44 επιχειρήσεις, με αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, το οποίο και δε θα κατέβαλε την άνω αμοιβή, αν απεκαλύπτοντο οι καθυστερήσεις των ελέγχων, αντίθετα, σύμφωνα με τη σύμβαση, θα κήρυσσε έκπτωτη την κοινοπραξία για εκπρόθεσμους ελέγχους και θα επέβαλε σε αυτήν και χρηματικά πρόστιμα, γ) το Συμβούλιο Εφετών αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και εξαίροντας ιδία την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου Π. Χ. και το πόρισμα του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου, δε σημαίνει, ότι δεν προέβη σε αποτελεσματική εξέταση όλων των αποδεικτικών μέσων, των επιχειρημάτων και των προτάσεων των κατηγορουμένων, ούτε ότι προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση και μη συνεκτίμηση όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, οι δε αντίθετες προς την κρίση του Συμβουλίου εκτιμήσεις, υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής ή με αντιφάσεις αιτιολογίας, των αναιρεσειόντων, ως προς τις λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, δ) από το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολογεί ειδικά, αν από μόνη της η δράση και της άλλης υπαλλήλου, παραπεμπόμενης επίσης ως φυσικού αυτουργού της νοθεύσεως των εγγράφων, Α. Π., ήταν αρκετή για την ολοκλήρωση της νόθευσης, δε σημαίνει ότι οι αναιρεσείοντες αποκλείεται να τέλεσαν την ηθική αυτουργία για την οποία ως άνω παραπέμπονται, δηλαδή για ηθική αυτουργία μόνον της συμπαραπεμπομένης υπαλλήλου Ι. Δ. και όχι και της άλλης υπαλλήλου Α. Π., αφού παραπέμπεται και αυτή ως φυσικός αυτουργός, ε) οι αναιρεσείοντες παραπέμπονται ο καθένας χωριστά, ως μέλη του ΔΣ των εταιρειών της ωφεληθείσας αναδόχου κοινοπραξίας, για ηθική αυτουργία της ανωτέρω υπαλλήλου ο καθένας, αποδιδομένων των ιδίων ενεργειών, προς τη φυσικό αυτουργό, σε όλους και δεν παραπέπονται για κατά συναυτουργία ηθική αυτουργία, κατά την έννοια του άρθρου 45 ΠΚ, και επομένως δεν απαιτείτο ειδική αιτιολόγηση για κατά συναυτουργία παράλληλη ηθική αυτουργία και στ) από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται ότι το συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι με τις τελεσθείσες πέντε μερικότερες πράξεις, η φυσικός αυτουργός και οι αναιρεσείοντες ηθικοί αυτουργοί αυτής, απέβλεπαν στο συνολικό αποτέλεσμα των πράξεων αυτών του οικονομικού οφέλους της κοινοπραξίας, που υπερέβη το ποσό των 73.000 ευρώ. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β, δ του ΚΠοινΔ, συναφείς λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3160 /2003, ορίζεται ότι "η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο, να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει την παροχή εξηγήσεων και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή τους, η οποία μπορεί να παραταθεί από εκείνον που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να του χορηγηθεί αντίγραφο της μήνυσης ή της έγκλησης. Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματα του. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας. Εφόσον ο μηνυόμενος ή εγκαλούμενος ή εκείνος κατά του οποίου στρέφονται οι υποψίες κλητεύθηκε νόμιμα και δεν εμφανίστηκε, η προκαταρκτική εξέταση περατώνεται και χωρίς την εξέτασή του." Επίσης κατά το άρθρο 43 παρ.1 του ΚΠΔ ορίζεται "Ο εισαγγελέας, όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται. Σε κακουργήματα όμως ή πλημμελήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, εκτός: α) των δασικών (πλην του εμπρησμού), αγροτικών και αγορανομικών πλημμελημάτων, β) του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, γ) του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 3386/2005, δ) του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 43 του ΚΟΚ και ε) του άρθρου 23 στοιχ. Β' του ν. 248/1914, κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις κατά την παρ. 2 του άρθρου 243 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Επίσης, μπορεί να μην ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή υπάρχει πόρισμα ή έκθεση ελέγχου του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ή Σώματος ή Υπηρεσίας Επιθεώρησης και Ελέγχου των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη." Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση δεν καθιερώνεται ρητή υποχρέωση κλητεύσεως του υπόπτου για εξέταση, υπό την έννοια μάλιστα ότι, αν δεν κληθεί νόμιμα, δεν περατώνεται νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση και δε μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη, σε κάθε δε περίπτωση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από τη μη κλήτευση του υπόπτου, αφού ο νόμος (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ) δεν απαγγέλλει ακυρότητα, αλλά μόνο σε σχέση με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Όμως δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και κατ' επέκταση της στη συνέχεια ασκηθείσας ποινικής δίωξης, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της κύριας ανάκρισης το οποίο, επακολούθησε της προκαταρκτικής εξέτασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για την παραδοχή ή μη λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες απολογήθηκαν ενώπιον του τακτικού ανακριτή και κατέθεσαν μάλιστα υπόμνημα με τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και συνεπώς τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα είχαν τη δυνατότητα να τα προβάλουν κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης που επακολούθησε της προκαταρκτικής εξέτασης. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β', δ' και 484 παρ.1 στοιχ. α' και στ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων για απόλυτη ακυρότητα και για υπέρβαση εξουσίας ως προς την άσκηση της ποινικής δίωξης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. 146, 144, 143, 142, 147/1-11-2010 αιτήσεις αντίστοιχα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Β. Κ., Δ. Ν., Ε. Κ., Κ. Β. και Σ. Κ., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2047/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβαλλόμενο Βούλευμα. 1) Οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' , β ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2) Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και κατ' επέκτασή της στη συνέχεια ασκηθείσας ποινικής δίωξης, στην περίπτωση που ο τελευταίος, αν και δεν κλητεύθηκε νομίμως ή και καθόλου πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και για εξέτασή του ανωμοτί κατά το στάδιο διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, είχε τη δυνατότητα να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στο στάδιο της κύριας ανάκρισης το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, πράγματι επακολούθησε της προκαταρκτικής εξέτασης και οι αναιρεσείοντες απολογήθηκαν και κατέθεσαν υπόμνημα με τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς.
null
null
1
Αριθμός 836/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. το γένος Χ. συζ. Α. Τ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως εκ της ιδιότητός της, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2. Ε. () Ρ., χήρας Γ. Ρ., το γένος Π. Μ., ατομικά και με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος συζύγου της Γ. Ρ. του Κ., 3Κ. Ρ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του Γ. Ρ. του Κ., 4 Ι. Ρ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός της Γ. Ρ. του Κ., 5 Π. Ρ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του Γ. Ρ. του Κ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους................. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και την από 8 Μαρτίου 2000 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικέιο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 939/2005 μη οριστική, 526/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5102/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α)την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως α) κατά το σκέλος της που απευθύνεται και κατά της 526/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 828/2000 διαταγής πληρωνής του αυτού Δικαστηρίου και β) κατά των 2ης , 3ου, 4ης, και 5ου από τους αναιρεσιβλήτους και 2) την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από την 4650Β/10-1-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ. Σ. την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο κων/νο Ι. Σ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ). Κατά το άρθρο 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά των διαδίκων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την εξαφάνιση της αποφάσεως, όχι δε εναντίον των ομοδίκων του, εκτός αν η απόφαση περιέλαβε διάταξη υπέρ ομοδίκου, βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15-16/1996) ή στη σχετική δίκη ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας μεταξύ των ομοδίκων, όπως συμβαίνει επί διανομής (Ολ.ΑΠ 63/1981). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθ'οσον απευθύνεται κατά της 526/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση της αναιρεσείουσας, μετά από εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 510/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, (που ενσωμάτωσε την πρωτόδικη απόφαση) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επίσης κατά το μέρος που στρέφεται αυτή κατά των δεύτερης, τρίτου, τέταρτης και πέμπτου από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι φέρονται ως εις ολόκληρον υπεύθυνοι με την αναιρεσείουσα προς καταβολή του ποσού των 15.120.000 δρχ., ως ενεχόμενοι από ανάληψη σχετικών υποχρεώσεών τους από συναλλαγματικές έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδότη-κομιστή των συναλλαγματικών, είναι απορριπτέα ωσαύτως ως απαράδεκτη (η κρινόμενη αίτηση), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ευμενή υπέρ των ως άνω αναιρεσιβλήτων διάταξη και βλαπτική έναντι της αναιρεσείουσας, από το λόγο ότι ευδοκίμησε η ανακοπή εκείνων κατά της με βάση τις συναλλαγματικές εκδοθείσας διαταγής πληρωμής και απορρίφθηκε η αντίστοιχη ανακοπή της αναιρεσείουσας. Τα άρθρα 7, 31 παρ.1,2,32 παρ.1,4 και 47 παρ.1 του ν.5325/1932 "περί συναλλαγματικής" ορίζουν ότι: 1)"Εάν η συναλλαγματική φέρει υπογραφάς προσώπων ανικάνων προς ανάληψιν υποχρεώσεων εκ συναλλαγματικής, υπογραφάς πλαστάς ή υπογραφάς ανυπάρκτων προσώπων, ή υπογραφάς αι οποίαι ένεκα παντός άλλου λόγου δεν δύνανται να υποχρεώσωσι τα πρόσωπα τα υπογράψαντα την συναλλαγματικήν ή δια του ονόματος των οποίων υπεγράφη αυτή, αι υποχρεώσεις των λοιπών υπογραφέων παραμένουσι ούχ ήττον έγκυροι". 2)"Η τριτεγγύησις παρέχεται επί της συναλλαγματικής ή επί προσθέματος...Εν τη τριτεγγυήσει σημειώνεται δια λογαριασμόν τίνος δίδεται αύτη. Ελλείψει σημειώσεως, θεωρείται δοθείσα υπέρ του εκδότου". 3)"Ο τριτεγγυητής ενέχεται καθ'ον τρόπον και ο υπέρ ου η τριτεγγύησις. Η υποχρέωσις αυτού είναι ισχυρά και όταν η ενοχή υπέρ ης τριτεγγυήθη είναι άκυρος λόγω πάσης άλλης αιτίας, εκτός ελαττώματος περί τον τύπον" 4)"Πάντες οι εκδόσαντες, αποδεχθέντες, οπισθογραφήσαντες ή τριτεγγυηθέντες ευθύνονται αλληλεγγύως προς τον κομιστήν..." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι καθιερώνεται η αρχή της αυτοτέλειας των από συναλλαγματική υποχρεώσεων κάθε υπογραφέα αυτής και στα πλαίσια της εν λόγω αρχής εκείνος που τριτεγγυήθηκε υπέρ του πληρωτή, ανεξαρτήτως αν είναι γνήσια ή πλαστή η αναγραφή του ονόματος του πληρωτή στη συναλλαγματική ή η υπογραφή του ως αποδέκτη, έχει την ίδια ευθύνη για την πληρωμή της συναλλαγματικής με τον πληρωτή-αποδέκτη αυτής έναντι του νόμιμου κομιστή, που μπορεί να είναι και ο εκδότης της συναλλαγματικής, ενώ η υπέρ του τελευταίου τριτεγγύηση τεκμαίρεται από το νόμο, μόνον εφόσον δεν έχει αναγραφεί υπέρ τίνος δόθηκε η τριτεγγύηση, όχι δε όταν το όνομα ή η υπογραφή του υπέρ ου η τριτεγγύηση έχουν πλαστογραφηθεί. Η "σημείωση" του προσώπου υπέρ του οποίου παρέχεται η τριτεγγύηση πρέπει να συντελείται επί της συναλλαγματικής και του προσθέματος αυτής, διότι η εξειδίκευση του προσώπου αυτού είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της νομικής θέσης και της ευθύνης του τριτεγγυητή έναντι των λοιπών υπογραφέων της συναλλαγματικής. Ο όρος "σημείωση" δεν αποκλείει τη συναγωγή της βουλήσεως του τριτεγγυητή σχετικά με το πρόσωπο υπέρ του οποίου θα ισχύει, αρκεί η συναγωγή αυτή να στηρίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το κείμενο της συναλλαγματικής, εάν δε τούτο δεν προκύπτει, τότε και μόνον θεωρείται ότι η τριτεγγύηση ισχύει υπέρ του εκδότη (ΑΠ 1403/2007). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της εναντίον αυτής, ως τριτεγγυήτριας σε συναλλαγματικές και υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδοθείσας 828/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την 828/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την από 7-1-2000 αίτηση του καθού οι ανακοπές Σ. Κ., υποχρεώθηκαν αφενός ο Γ. Ρ. του Κ., ως αποδέκτης, στις 16-9-1998, 32 συναλλαγματικών που εξέδωσε στην Αθήνα συνολικού ποσού 15.120.000 δραχμών και ειδικότερα α) μιας συναλλαγματικής ποσού 500.000 δραχμών και λήξης την 27-6-1999, β) μιας συναλλαγματικής ποσού 60.000 δραχμών και λήξης την 27-6-1999, γ) 28 συναλλαγματικών ποσού 580.000 δραχμών η κάθε μία, λήξης την 16 -7-1999, δ) μιας συναλλαγματικής ποσού 500.000 δραχμών και λήξης την 27-7-1999 και ε) μιας συναλλαγματικής ποσού 60.000 δραχμών και λήξης την 27-7-1999 και αφετέρου η Ε. συζ. Γ. Ρ. και Α. Τ. ως τριτεγγυήτριες υπέρ του παραπάνω αποδέκτη, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης κάθε συναλλαγματικής, πλέον εξόδων. Πλην όμως, όπως αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από την προαναφερομένη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης: α) οι 32 υπογραφές που αποδίδονται στο Γ. Ρ., στη θέση του αποδέκτη δεν έχουν τεθεί από αυτόν, αλλά από άγνωστο πρόσωπο μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια απομίμησης του τύπου των γνησίων υπογραφών του παραπάνω, β) οι 32 γραφές με γραφή ονοματεπωνύμου, ως "Ε. Ρ." στην πρώτη θέση κάτω από την ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπέρ" δεν έχουν γραφεί από αυτή, δηλ. από την Ε. Ρ., αλλά από την Α. Τ., γ) οι 32 υπογραφές στη δεύτερη θέση κάτω από την ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπέρ" έχουν γραφεί από την Α. Τ., όπως επίσης έχουν γραφεί από την ίδια οι γραφές του ονοματεπωνύμου της ως "Α. Τ." δεξιά των 32 υπογραφών της, δ) οι 32 γραφές ως "Γ. Ρ." στην ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπέρ" στις 32 συναλλαγματικές δεν έχουν γραφεί από το Γ. Ρ., ούτε την Ε. Ρ. και την Α. Τ., αλλά από άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει γράψει και τις γραφές "Γ. Ρ.ν" που βρίσκονται κάτω αριστερά στην ένδειξη "Προς" στις εν λόγω συναλλαγματικές, ε) οι γραφές τόπου και ημερομηνίας, στη θέση του αποδέκτη και τριτεγγυητού έχουν γραφεί από την Α. Τ. σης εν λόγω συναλλαγματικές υπό τα στοιχεία Α1, Α2, Α3, Α4, Α5, Α6, Α13, Α14, (μόνο η λέξη "Αθήνα" στη θέση του αποδέκτη) Α15, Α16, Α17, Α26, Α28, Α29 και Α31, ενώ στις υπόλοιπες συναλλαγματικές έχουν γραφεί από διαφορετικό πρόσωπο (βλ. έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης). Συνεπώς, υπό τα ως άνω αποδειχθέντα, σε βάρος των κληρονόμων του αρχικού ανακόπτοντος Γ. Ρ., που συνεχίζουν την δίκη, κατά τα ανωτέρω, και της ανακόπτουσας και κληρονόμου Ε. Ρ. δεν μπορεί να δημιουργηθεί καμιά υποχρέωση από τις ανωτέρω συναλλαγματικές, αφού οι υπογραφές στην θέση του αποδέκτη και του τριτεγγυητή δεν έχουν τεθεί από αυτούς, δηλ. από τον Γ.Ρ. και την σύζυγό του Ε. Ρ.. Όσον αφορά την ανακόπτουσα Α.Τ., αυτή στην από 4-5-2005 εξώδικη ομολογία της αναφέρει επι λέξει ότι "...αναγνωρίζω για μια ακόμη φορά την οφειλή προς τον Κ.Σ. (καθού η ανακοπή), αναγνωρίζω ότι έχω τριτεγγυηθεί την πληρωμή των συν/κών της άνω δ/γής πληρωμής (828/2000) υπέρ του αποδέκτου Γ.Ρ.". Ο εκκαλών-καθού οι ανακοπές με τον υπό στοιχ.1β λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες συναλλαγματικές έχουν υπογραφεί στις οικείες θέσεις "δεκτή" και "τριτεγυώμαι υπέρ" από την Α. Τ., η οποία έθεσε τις υπογραφές του Γ. Ρ. ως αποδέκτη και της Ε. Ρ. ως τριτεγγυήτριας, δυνάμει του με αριθμό ... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Μαργαρίτας Αδάμ Σταμπατακάκη. Από το κείμενο των τίτλων των επιδίκων συναλλαγματικών δεν προκύπτει ότι η Α. Τ. ενεργούσε ως πληρεξούσια των παραπάνω, ούτε το παραπάνω πληρεξούσιο προσκομίσθηκε στον εκδόσαντα τη διαταγή πληρωμής δικαστή, προκειμένου να ληφθεί υπόψη του. Συνεπώς ο λόγος περί πλαστότητας α) της υπογραφής του Γ. Ρ. στη θέση του αποδέκτη και β) της υπογραφής της Ε. Ρ. στη θέση της τριτεγγυήτριας υπέρ του παραπάνω αποδέκτη που προβάλλουν οι ανακόπτοντες με την από 8-3-2000 ανακοπή και τους από 27-1-2005 πρόσθετους αυτής λόγους, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και από ουσιαστική άποψη και να ακυρωθεί ως προς αυτούς η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ αντίθετα πρέπει να απορριφθεί η από 8-3-2000 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 505/2000 ανακοπή της Α. Τ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού αποδείχτηκε ότι είχε τριτεγγυηθεί υπέρ του ως άνω αποδέκτη των επίδικων συν/κών. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε την από 8-3-2000 ανακοπή και τους από 27-1-2005 πρόσθετους αυτής λόγους και ακύρωσε ως προς τους ανακόπτοντες αυτούς την ένδικη δ/γή πληρωμής, ενώ απέρριψε την από 8-3-200 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 505/2000 ανακοπή της Α. Τ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν όσα αντίθετα ισχυρίζονται με την έφεσή τους οι εκκαλούντες" Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, με τη θέση της υπογραφής της στις επίμαχες συναλλαγματικές, ως τριτεγγυήτριας του πληρωτή-αποδέκτη τούτων και ανεξάρτητα από την πλαστογράφηση του ονόματος και της υπογραφής του πληρωτή αποδέκτη, ευθύνεται όπως θα ευθυνόταν ο τελευταίος, αν είχε αναλάβει εγκύρως με τη γνήσια υπογραφή του υποχρέωση πληρωμής των συναλλαγματικών, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τη συνδρομή ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 7, 31 παρ.1 και 2, 32 παρ.1 και εδ.α'και 47 παρ.1 του ν.5325/1932, καθ'οσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού στήριξε την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τριτεγγυήθηκε υπέρ του πληρωτή-αποδέκτη των συναλλαγματικών όχι στα στοιχεία που προέκυπταν από το σώμα των συναλλαγματικών, αλλά ανεπιτρέπτως σε στοιχεία εκτός του κειμένου των συναλλαγματικών, ήτοι σε εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα ενώ αναφέρονται, εκτός από τη θέση της υπογραφής της αναιρεσείουσας ως τριτεγγυήτριας των συναλλαγματικών και τα από τα σώματα τούτων προκύπτοντα πρόσθετα περιστατικά ενεργού αναμίξεως της αναιρεσείουσας στη κατάρτιση των συναλλαγματικών, τα οποία έπρεπε να αξιολογηθούν για το αν η τριτεγγύηση δόθηκε για λογαριασμό του αναγραφόμενου επ'αυτών ως πληρωτή και αποδέκτη τους, του οποίου το όνομα και η υπογραφή αντιστοίχως δεν ήταν μεν γνήσια, αλλά υπήρχε στις συναλλαγματικές και συγκεκριμένα παραπλεύρως από την έντυπη ένδειξη τούτων "Τριτεγγυώμαι υπέρ", το πλαστογραφημένο ονοματεπώνυμο αυτού (πληρωτή-αποδέκτη) πριν από την υπογραφή της αναιρεσείουσας ως τριτεγγυήτριας, συνίστανται δε τα περιστατικά αυτά στο ότι η αναιρεσείουσα ιδιοχείρως συμπλήρωσε: α)τον τόπο και την ημερομηνία στη θέση του αποδέκτη και τριτεγγυητή Γ.Ρ. στις αναφερόμενες 15 από τις 32 συναλλαγματικές, και β)έγραψε το όνομα της συζύγου του Γ.Ρ., Ε.Ρ. σε όλες τις συναλλαγματικές (32) στην πρώτη θέση κάτω από την ένδειξη "Τριτεγγυώμαι υπερ", ως τριτεγγυήτριας του πληρωτή-αποδέκτη των συναλλαγματικών συζύγου της και κάτω από την τριτεγγύηση αυτή (με πλαστή την υπογραφή της τριτεγγυήτριας) έθεσε, στη θέση δεύτερης τριτεγγυήτριας το όνομα και την γνήσια υπογραφή της, εν τούτοις παρέλειψε να αξιολογήσει τα από τα σώματα των συναλλαγματικών προκύψαντα ως άνω περιστατικά και έλαβε υπόψη για να στηρίξει την κρίση του για το πρόσωπο, υπέρ του οποίου δόθηκε η τριτεγγύηση της αναιρεσείουσας, (μόνον) εξώδικη ομολογία της τελευταίας. Με την κρίση αυτή του Εφετείου κατέστη ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αν ορθώς αποκλείσθηκε η εφαρμογή του ερμηνευτικού της βουλήσεως του τριτεγγυητή συναλλαγματικής κανόνα του άρθρου 31 παρ.2 του ν.5325/1932, ότι ελλείψει σημειώσεως του τριτεγγυώμενου επί της συναλλαγματικής για λογαριασμό τίνος δίδεται η τριτεγγύηση, θεωρείται ότι αυτή δόθηκε υπέρ του εκδότη και συνεπώς, αν ορθώς απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος ανακοπής της αναιρεσείουσας ότι δεν τριτεγγυήθηκε υπέρ του αποδέκτη των επίδικων συναλλαγματικών. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔικ πρώτος, όπως εκτιμάται, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της 828/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορά τους τέσσερις τελευταίους από τους αναιρεσιβλήτους. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Αναιρεί την 5102/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο κ. Σ. και ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες (2000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2011. O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τριτεγγύηση σε συναλλαγματική: Η συναγωγή της βούλησης που εκφράζει ο τριτεγγυητής σχετικά με το πρόσωπο υπέρ του οποίου η τριτεγγύηση θα ισχύει, πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που προκύπτουν από το κείμενο της συναλλαγματικής και αν τούτο δεν προκύπτει τότε και μόνον θεωρείται ότι η τριτεγγύηση ισχύει υπέρ του εκδότη. Προσφυγή από το Εφετείο σε εξώδικη ομολογία τριτεγγυητή για διαπίστωση του προσώπου (αποδέκτη) υπέρ του οποίου δόθηκε η τριτεγγύηση μολονότι η υπογραφή του και το όνομά του κρίθηκε ότι έχουν πλαστογραφηθεί και δεν αξιολογείται το περιεχόμενο συναλλαγματικής, εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα άρθρου 31 παρ. 2 ν. 5325/1932. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 837/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Π. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 531/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1631/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 31 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Λ. Π. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της 531/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 844/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσία δικηγόρο της Φωτίου Λεπίδα. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαβριελάτο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιανουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 808/2007, οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 809/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 1346 εδ. α' και 1348 εδ. α' του ΑΚ "Η σύμβαση για μελλοντικό γάμο (μνηστεία) δεν γεννά αγωγή για εξαναγκασμό του. Αν ο γάμος ματαιώθηκε, καθένας από τους μνηστευμένους έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον άλλο, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθετί που του έδωσε ως δωρεά ή ως σύμβολο μνηστείας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αμοιβαία υπόσχεση γάμου, ως προϋπόθεση σύναψης της σύμβασης μνηστείας, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή αμφοτεροβαρώς ή ρητή ως προς τον ένα και σιωπηρή ως προς τον άλλο συμβαλλόμενο. Η υπαναχώρηση από τη σύμβαση μνηστείας με μονομερή, ρητή ή σιωπηρή δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλο, που δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό, δυνάμενη να συντελεσθεί και χωρίς σπουδαίο λόγο, δημιουργεί αμοιβαία υποχρέωση απόδοσης των ληφθέντων λόγω δωρεών ή ως συμβόλων μνηστείας, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. Α.κ.), διότι λογίζονται ότι δόθηκαν υπό την προϋπόθεση του μέλλοντος γάμου. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 904, 908 Α.Κ., 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεως των ληφθέντων λόγω δωρεάς ή ως συμβόλων μνηστείας, μετά τη λύση αυτής, αρκεί να αναφέρονται τα αδικαιολογήτως ληφθέντα αντικαταστατά ή μη, ενσώματα ή ασώματα, τα οποία αναζητούνται, εφόσον σώζονται, αυτούσια, έστω και αν πρόκειται περί χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, εάν δε δεν υπάρχει δυνατότητα αυτούσιας απόδοσης δημιουργείται δευτερογενής υποχρέωση απόδοσης της αξίας του ληφθέντος λόγω εξοικονόμησης ισόποσων δαπανών από το λήπτη (Ολ.ΑΠ 1773/1981). Η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των περιστατικών που θεμελιώνουν το αγωγικό αίτημα του αδικαιολογήτου πλουτισμού αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (βλ. και Ολ.ΑΠ 2/1987). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ. Α.Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τά αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 21.1.2004 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία γίνεται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι εκτίθενται σ'αυτή τα εξής: Κατά το θέρος του έτους 2000 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ατύπως σύμβαση μνηστείας, με ρητές αμοιβαίες υποσχέσεις τους για σύναψη γάμου μεταξύ αυτών, μετά την αποπεράτωση της ημιτελούς οικίας της αναιρεσείουσας - εναγομένης, για την κατασκευή της οποίας διέθεσε χωρίς αντάλλαγμα ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ποσό 32.400 ευρώ, κατόπιν δανειοδοτήσεώς του από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, πλην όμως η μνηστεία λύθηκε με πρωτοβουλία (υπαναχώρηση) της αναιρεσείουσας, η οποία έτσι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων και κατά το ως άνω χρηματικό ποσό, το οποίο ζήτησε γι'αυτό να υποχρεωθεί να του καταβάλει η αναιρεσείουσα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με το ως άνω - και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου - περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1346 εδ. α', 1348 εδ. α', 904 επ., 346 του ΑΚ και δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται πώς δαπανήθηκαν από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη τα χρηματικά ποσά που δώρησε προς αυτή ο αναιρεσίβλητος - ενάγων, αφού ο πλουτισμός της αναιρεσείουσας επήλθε με την αποφυγή μείωσης της περιουσίας της κατά τα ληφθέντα από αυτή δια δωρεών του αναιρεσιβλήτου προς αποπεράτωση της οικίας της χρηματικά ποσά, τα οποία και ήταν αποδοτέα γι'αυτό, χωρίς να ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού ποιός από τους διαδίκους προέβη στις δαπάνες αγοράς υλικών και αμοιβής εργατοτεχνιτών για την αποπεράτωση της ημιτελούς οικίας της αναιρεσείουσας. Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη (ως αόριστη) την αγωγή και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ. υπό στοιχείο 1, κατά το οικείο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, ενώ ο συναφώς προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν θεμελιώνεται κατά την εκτίμηση του νομίμου και παραδεκτού της αγωγής εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρεται σε σφάλματα του δικανικού συλλογισμού κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος μετά από διερεύνηση της ουσίας της υποθέσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Στην υπόψη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες πρωτοδίκως και κατ' έφεση και ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς - ενστάσεις της αναιρείουσας: 1) Ότι δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μνηστείας, αλλά συμφωνία ελεύθερης συμβίωσης, διότι εκείνη είχε θέσει ως προϋπόθεση προοπτικής του γάμου τη μετάθεση του αναιρεσιβλήτου στην Πάτρα και την αποδοχή της δημιουργίας οικογένειας, 2) Ότι το για την αποπεράτωση της οικίας της ύψος του ποσού που καταβλήθηκε σ'αυτή από τον αναιρεσίβλητο ήταν πολύ μικρότερο (4.956.218 δραχμές) από το αναφερόμενο στην αγωγή (32.400 ευρώ), 3) ότι οι εν λόγω δαπάνες δεν έγιναν με την προοπτική του γάμου των διαδίκων, αλλά για λόγους αβροφροσύνης, εντυπωσιασμού και επίδειξης του αναιρεσιβλήτου και 4) ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικώς, διότι οι παροχές και τα δώρα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος προς εκείνη (αναιρεσείουσα) δεν έγιναν με πρόθεση αναζητήσεώς τους. Από τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας -εναγομένης οι μεν υπό στοιχεία 1, 2 και 3 αποτελούν άρνηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή και όχι αναβλητικές, ανατρεπτικές ή διακωλυτικές ενστάσεις του αγωγικού δικαιώματος (του οποίου οι τυχόν ενστάσεις, θα προϋπέθεταν τη σιωπηρή ομολογία του), ο δε τελευταίος είναι μη νόμιμος ως ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, διότι δεν περιέχει περιστατικά, δυνάμενα να υπαχθούν στο νομικό κανόνα του άρθρου 281 του Α.Κ. και συνιστά γι'αυτό επίσης άρνηση της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο με το να παραλείψει να απαντήσει στους ως άνω αρνητικούς του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμούς που προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της πρωτοδίκως και κατ'έφεση η αναιρεσείουσα - εναγομένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 556 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολομ Α.Π. 32/1996). Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται: α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν, γ) επί ευθείας παραβιάσεως το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί εκ πλαγίου δε παραβιάσεως εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή σε τί συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιά είναι τα αντικρουόμενα στοιχεία (Ολ.Α.Π. 20/2005, 32/1996). Με τους υπό στοιχείο 1 κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, ότι "παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1348, 904 και 281 ΑΚ και έτσι δεν έχει νόμιμη βάση, άλλως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες .....και κατά συνέπεια υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περίπτωση 19 Κ.Πολ.Δικ.", διότι παραλείποντας να λάβει υπόψη τους αναφερόμενους στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας "κατέληξε σε αυθαίρετες και αναιτιολόγητες κρίσεις". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 1348, 904 και 281 ΑΚ, ποίες είναι οι ελλείπουσες ή αντιφατικές αιτιολογίες και οι παραδοχές του Εφετείου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, οι ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αποριφεθί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-11-2009 αίτηση της Σ. Κ. για αναίρεση της 809/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στ αδικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μνηστεία - Ματαίωση γάμου με μονομερή υπαναχώρηση ενός, που δεν υπόκειται σε περιορισμό. Γεννάται αμοιβαία υποχρέωση απόδοσης των ληφθέντων λόγω δωρεών ή ως συμβόλων μνηστείας, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.( άρθρα 1346 και 1348 ΑΚ) Αιτιολογημένη άρνηση αγωγής από τον εναγόμενο . Λόγοι αναίρεσης. Αοριστία αγωγής 559 αρ. 8, 14 αβάσιμοι και 19 απαράδεκτη. 559 αρ. 8 αβάσιμος αν αφορά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς 559 αρ. 1-19 αόριστοι.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 826/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 8 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις (δύο) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Κ. Π. του Δ. και 2) Ν. Π. του Μ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 265/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ν. Τ., 2) Ε. χήρα Ι. Τ.., 3) Η. Τ., 4) Α. Τ. και 5) Α. Τ.. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1300/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 44/15-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμούς 15/16-9-2010 και 16/16-9-2010 αίτηση αναίρεσης των α) Ν. Π. του Μ. και β) Κ. Π. του Δ., κατοίκων ..., κατά του με αριθμό 265/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα : Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το με αριθμό 360/2008 βουλεύματός του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους για να δικασθούν ως υπαίτιοι υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης απάτης από διαχειριστές ξένης περιουσίας. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με αριθμό 265/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφονται πλέον οι κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους κατηγορούμενους και στον αντίκλητο δικηγόρο τους, στις 6/9/2010 και 3/9/2010 αντίστοιχα και αυτοί άσκησαν τις αιτήσεις αναίρεσής τους την 16/9/2010 (εντός της 10ήμερης προθεσμίας που τάσσεται από τον νόμο), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς, συνετάγησαν δε απ' αυτού οι με αριθμούς 15/2010 και 16/2010 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκείται το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται από ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο για αν δικασθούν για κακούργημα. Κατά οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθεί ο δι' αυτού προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκληση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον συσχετισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνον, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά, όπως επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177-178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως απαιτείται να εκτίθενται όλα τ' ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1641/08, ΑΠ 1596/07). ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 10-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ναυτικής εταιρείας, που υπογράφηκε μεταξύ των Ν. Τ. του Η. (μηνυτού), Ι. Τ. του Η., Κ. Π. του Δ. (κατ/νου) Ν. Π. του Μ. (β κατ/νου), Ε. Ν. του Κ., Λ. Π. του Μ., Ε. χας Π. Π. και Ν. Π. του Δ. συστήθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 959/79 ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε.", με έδρα την κοινότητα ... και κεφάλαιο 81.000.000 δρχ (237.710 ευρώ), διαιρούμενο σε (300) ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 270.000 δρχ. (792,37 ευρώ) εκάστη. Κατά την σύσταση τής παραπάνω εταιρείας οι ιδρυτές της εταιρείας κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά και ανέλαβαν τις πιο κάτω μετοχές : 1) Ο Ν. Τ. του Η. κατέβαλε το ποσό των 13.500.000 δρχ. (39.618 €) και έλαβε (50) μετοχές, 2) Ο Ι. Τ. του Η. κατέβαλε το ποσό των 13.500.000 δρχ (39.618 €) και έλαβε (50) μετοχές, 3) Ο Ν. Π. του Μ. κατέβαλε το ποσό των 9.180.000 δρχ. (26.940 €) και έλαβε (34) μετοχές, 4) Ο Λ. Π. του Μ. κατέβαλε το ποσό των 8.910.000 δρχ. (26.148 €) και έλαβε (31) μετοχές, 5) ο Κ. Π. του Δ. κατέβαλε το ποσό των 11.610.000 δρχ. (34.071 €) και έλαβε (43) μετοχές, 6) η Ε. χα Π. Π. κατέβαλε το ποσό των 8.910.000 δρχ (26.148 €) και έλαβε (31) μετοχές, 7) Ο Ν. Π. του Δ. κατέβαλε το ποσό των 3.780.000 δρχ. (11.093 €) και έλαβε (14) μετοχές και 8) Ο Ε. Ν. του Κ. κατέβαλε το ποσό των 11.610.000 δρχ. (34.071 €) και έλαβε (43) μετοχές. Με το από 27-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ναυτικής εταιρείας, που υπογράφηκε μεταξύ των Ν. Τ. του Η. (μηνυτού) Η. Τ. του Ι. (μηνυτή), Ν. Π. του Μ. (β' κατ/νου), Λ. Π. του Μ., Κ. Π. του Δ. (α' κατ/νου) και Ε. Ν. του Κ. συστήθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 959/79 ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "Μαμόντ ΝΕ", με έδρα την κοινότητα ... και κεφάλαιο 60.000.000 δρχ (176.082 €), διαιρούμενο σε 6.000 μετοχές ανώνυμες, ονομαστικής αξίας 10.000 δρχ. (29 ευρώ) εκάστης . Κατά την σύσταση της παραπάνω εταιρείας οι ιδρυτές κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά και ανέλαβαν τις πιο κάτω μετοχές: 1) Ο Ν. Τ. κατέβαλε το ποσό των 7.800.000 δρχ. (22.890 €) και έλαβε 780 ανώνυμες μετοχές, 2) Ο Η. Τ. κατέβαλε το ποσό των 4.200.000 δρχ. (12.325 €) και έλαβε 420 ανώνυμες μετοχές και καθένας από τους λοιπούς συνιδρυτές κατέβαλε το ποσό των 12.000.000 δρχ. (35.216 €) και έλαβε από 1200 ανώνυμες μετοχές ο καθένας. Οι 1EQPH6HKE εταιρείες "Νήσος Αγκίστρι" και "Μαμόντ" από της ιδρύσεως τους εκμεταλλεύονται τα επιβατηγά πλοία, που απέκτησαν, τύπου καταμαράν, με το όνομα "Κ. Ι" και "Κ. ΙΙ" αντίστοιχα, χωρητικότητος 156 και 208 επιβατών, αντίστοιχα, τα οποία έχουν δρομολογηθεί στην γραμμή Πειραιάς - Αίγινα - Αγκίστρι. Έτσι ουσιαστικά οι δύο εταιρείες συστήθηκαν και ελέγχονται από δύο οικογένειες, την οικογένεια Π. και την οικογένεια Τ., προσλαμβάνοντας έναν ειδικό χαρακτήρα, καθόσον πρόκειται για ναυτική επιχείρηση με μικρό αριθμό προσώπων. Σύμφωνα με το καταστατικό των εταιρειών, η σύνθεση του Δ.Σ ήταν τριμελής και αποτελείτο για μεν την εταιρεία "Νήσος Αγκίστρι" από τους Κ. Δ. Π. (α' κατ/νο), ως Πρόεδρο, Ν. Μ.Π. (β' κατ/νο) ως Γραμματέα και Ι. Η. Τ., ως ταμία, για δε την εταιρεία "Μαμόντ" από τους Κ. Δ. Π. (α' κατ/νο), ως Πρόεδρο, Ν. Μ. Π. (β' κατ/νο) ως Γραμματέα και τον Ν. Τ. του Η. (μηνυτή) ως ταμία. Στις 28-1-1995 απεβίωσε ο εκ των μελών του Δ.Σ της Ν.Ε "Νήσος Αγκίστρι" Ι. Τ. του Η. Στην θέση του αποβιώσαντος στο Δ.Σ υπεισήλθε ο αδελφός του Ν. Τ. του Η. (μηνυτής), ενώ στην έννομη σχέση του αποβιώσαντος στην κυριότητα των μετοχών, που του ανήκαν , υπεισήλθαν η σύζυγος αυτού Ε. χα Ι. Τ. και τα τέκνα του Η., Α. και Α. (μηνυτές). Οι εταίροι των άνω εταιρειών είχαν συμφωνήσει να τηρούν για τις δοσοληψίες των εταιρειών αυτοτελή και ξεχωριστά βιβλία για κάθε εταιρεία, ήτοι εσόδων-εξόδων, στα οποία καταγράφονταν στο μεν θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. βιβλίο εσόδων - εξόδων το σύνολο των εκδοθέντων εισιτηρίων με την ονομαστική αξία τους, με βάση το ύψος των οποίων φορολογούνταν οι εταιρείες, ανεξάρτητα από τις εμφανιζόμενες ή μη δαπάνες, στα δε αθεώρητα βιβλία, τα πραγματικά έσοδα της εταιρείας από τα εισιτήρια που προέκυπταν από την έκπτωση των εισιτηρίων καθώς και τα έξοδα - δαπάνες, που ελάμβαναν χώρα πραγματικότητα. Επιλέγοντας οι εταίροι την τήρηση των ως βιβλίων, που αποτελούσαν τις λογιστικές καταστάσεις της εταιρείας καταστρατηγούσαν κάποια διάταξη Νόμου (φορολογικών ή ανωνύμων εταιρειών), αφού είχαν αυτήν την ευχέρεια, βάσει του 35 Ν. 959/79, που αποκλίνει από τις αντίστοιχες διάταξε Ν. 2190/1920, καθόσον εισάγει ρυθμίσεις, που δεν έχουν προσλάβει χαρακτήρα του αναγκαστικού δικαίου, όπως συμβαίνει τούτο στις κεφαλαιουχικές εταιρείες. Το έτος 1999, επειδή υπήρχαν εκ μέρους του μηνυτού Ν. Τ. και συγγενών του εταίρων, υπόνοιες ατασθαλίες ως προς την διαχείριση των οικονομικών των άνω εταιρειών εζητήθη από τον λογιστή Ν. Β. να διενεργήσει οικονομικό στις εταιρείες, προκειμένου να διαπιστωθεί η ακριβής οίκο κατάσταση αυτών. Όταν από τον λογιστή ζητήθηκαν τα επίσημα λογιστικά βιβλία των εταιρειών, του εδόθη ένα πρόχειρο βιβλίο εσόδων - εξόδων γραμμένο χειρόγραφα, από το οποίο όμως δεν μπόρεσε τελικώς, να κάνει ουσιαστικό έλεγχο, ελλείψει στοιχείων παραστατικών και δικαιολογητικών για τις εγγραφές, καταστάσεων μισθοδοσίας, καταστάσεων απόδοσης Φ.Μ.Υ, κατάστασης εργαζομένων του Ι.Κ.Α. (βλ. προανακριτική κατάθεση μάρτυρος Η. Τ. του Ν. και ανακριτική κατάθεση μάρτυρος Ν. Β.). Τον Μάρτιο παραπάνω βιβλία, προκειμένου να ενημερώσει τους κληρονόμους του αδελφού του Ι. Τ., πλην όμως, καίτοι του εδόθησαν, ούτος δεν τα επέστρεψε. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις υπόνοιες που δημιουργήθηκαν στους μηνυτές περί μη ορθής διαχείρισης των εταιρειών από ... (κατ/νο) και Ν. Π. (β' κατ/νο), οι οποίοι ήσαν οι μόνοι που ασκούσαν όλες τις πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης των εταιρειών, έγινε αφορμή να διαταραχθούν οι σχέσεις των μηνυτών από την μία πλευρά και των κατ/νων (α', β') από την άλλη. Έτσι ο Ν. Τ. και οι κληρονόμοι του Ι. Τ. με την από 30-7-2001 αίτησή τους και οι Ν. Τ. και Η. Τ. με την από 26-7-2001 αίτησή τους, ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησαν την διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, προκειμένου να διακριβωθεί η λογιστική και διαχειριστική κατάσταση των εταιρειών "Νήσος Αγκίστρι" και "Μαμόντ", αντίστοιχα. Επί των προαναφερθεισών αιτήσεων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 6300/2001 και 6301/2001 αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου με τις οποίες κρίθηκε βάσιμο το ανωτέρω αίτημα και διατάχθηκε διενέργεια εκτάκτου ελέγχου διότι, όπως αναφέρεται σ' αυτές διαπιστώθηκε ότι: "... από την έναρξη της λειτουργίας της εταιρείας και εφεξής μη διαφωνούντων και των λοιπών εταίρων, πλην βεβαίως των αιτούντων, ασκούν καθήκοντα εκπροσώπησης διαχείρισης και εν γένει διοίκησης των εταιρικών υποθέσεων κατά τρόπο αντικείμενο στις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και του καταστατικού της, αποκλειστικά τα δύο πρώτα από τα προαναφερθέντα εκλεγέντα μέλη του Δ.Σ., ήτοι οι Κ. Π. και Ν. Π., με αποτέλεσμα μετά από σχετικές εύλογες διαμαρτυρίες των αιτούντων κατά τις αρχές του τρέχοντος έτους να επέλθει διάρρηξη των σχέσεων των εταίρων της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε η ενέργεια πράξεων και παραλείψεων από τα ανωτέρω μέλη του διοικητικού Συμβουλίου της, που ασκούν την πραγματική της διοίκηση, από τις οποίες και πιθανολογείται ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του νόμου, που διέπει τη λειτουργία των ναυτικών εταιρειών αλλά και του ισχύοντος καταστατικού της, δεδομένου ότι δεν καταρτίστηκε έως σήμερα ισολογισμός αποτελεσμάτων χρήσεως για τις δύο προηγούμενες εταιρικές χρήσεις των ετών 1999 και 2000, ούτε συγκλήθηκε ποτέ γενική συνέλευση. Επίσης, τα λογιστικά βιβλία και φορολογικά βιβλία και στοιχεία της τηρούνται κατά τρόπο πλασματικό, ήτοι καταχωρούνται σ' αυτά οι μεν πραγματοποιηθείσες εν γένει δαπάνες της αυξημένες, τα δε επιτευχθέντα κέρδη της πάντοτε μειωμένα, έτσι ώστε να μην εμφανίζεται προς τα έξω η πραγματική της οικονομική κατάσταση, με περαιτέρω προφανή συνέπεια την αδυναμία διανομής μερίσματος στους εταίρους της κατά το τέλος κάθε εταιρικής χρήσης ...". Παράλληλα ορίστηκε ως ελεγκτής με την υπ' αριθμ. 6300/2001 απόφαση ο ορκωτός λογιστής Χ. Α. και με την υπ' αριθμ. 3888/2002 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιά, μετά από δύο αντικαταστάσεις ελεγκτών λόγω άρνησης τους, ο Μ. Α.. Ο ελεγκτής Χ. Α. με την από 4-11-2002 έκθεση ελέγχου διαχείρισης της εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι" για τις χρήσεις 1999-2000 εκθέτει ότι: "... α) με βάση έγγραφη διαβεβαίωση από την Δ.Ο.Υ Αίγινας, στην οποία έχει την υποχρέωση η εταιρεία να υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δεν έχουν υποβληθεί απ' αυτήν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος για τις εταιρικές χρήσεις από 1994 μέχρι 2000, παράλειψη η οποία καταδεικνύει παραβίαση φορολογικών υποχρεώσεων, με πιθανή την επιβολή προστίμων σε ενδεχόμενο φορολογικό έλεγχο, β) δεν συντρέχει λόγος τήρησης, παράτυπα, δεύτερης σειράς βιβλίων, πέρα από τα θεωρημένα από την αρμόδια ΔΟΥ, βιβλία δεδομένων: 1) της φορολόγησης της εταιρείας, κατά τις διατάξεις του Ν. 271/197 περί φορολογίας πλοίων, με ειδικό καθεστώς στηριζόμενο στον υπολογισμό φόρου, ετησίως, ανάλογα με τους κόρους του πλοίου (μονάδες ολικής χωρητικότητας) και όχι με τα κέρδη 2) της απαλλαγής των δαπανών, που αφορούν καύσιμα και λιπαντικά καθώς και εργασίες επισκευής ή συντήρησης του πλοίου από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας". Λόγω της έντονης αντιδικίας, που επικροτούσε μεταξύ των πλειοψηφούντων μετόχων (κατ/νων-μελών του Δ.Σ.) και του Ν. Τ. και κληρονόμων Ι. Τ., αναφορικά με την κατακράτηση του αθεώρητου βιβλίου και του αιτήματος για διενέργεια εκτάκτου ελέγχου, αντικαταστάθηκε ο Ν. Τ. από τον Ε. Ν. του Κ. στο Δ.Σ. με βάση το από 11-1-2002 πρακτικό Συνεδρίασης του Δ.Σ. και το από 13-2-2000 πρακτικό της Τακτικής Γ.Σ. της εταιρείας. Ο ελεγκτής Μ. Α. με την από 18-4-2003 έκθεση ελέγχου διαχείρισης "Μαμόντ Ν.Ε." για τις χρήσεις 1999-2000 εκθέτει ότι: Α) Η εταιρεία δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που προκύπτουν αχό τις διατάξεις του Ν. 959/79 "περί ναυτικής εταιρείας" καθόσον δεν έχει συντάξει για τις ελεγχόμενες χρήσεις, ισολογισμούς ή λογιστικές καταστάσεις με βάση τα βιβλία και στοιχεία, ούτε έχει τηρήσει πρακτικά Δ.Σ. και Γ.Σ., Β) Δεν έχει εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της, που προβλέπονται από τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας, καθόσον α) δεν τήρησε όλα τα προβλεπόμενα απ' αυτές βιβλία, αφού δεν προσκομίστηκε για έλεγχο το "ειδικό βιβλίο προμήθεια εγχωρίων -υλικών και αντικειμένων χωρίς Φ.Π.Α", δεν καταχώρησε όλα τα νομίμως εκδοθέντα στο όνομά της παραστατικά, στα βιβλία της, δεν εξέδωσε όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία εσόδων και δεν καταχώρησε όλα τα έσοδα στα βιβλία της, δεν έλαβε όλα τα προβλεπόμενα από την φορολογική νομοθεσία στοιχεία από τους προμηθευτές της ή τους συνεργάτες της, δεν υπέβαλε στις φορολογικές αρχές τις προβλεπόμενες δηλώσεις και όσες υπέβαλε είναι τουλάχιστον ανακριβείς, ούτε αυτές για την απόδοση των παρακρατουμένων φόρων και τελών, για τις αμοιβές του πληρώματος του πλοίου δεν έχουν εκδοθεί εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας, Γ) δεν έχει εκπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις της προς τον "ΟΛΠ ΑΕ" και το Λιμενικό Ταμείο Αίγινας, Δ) στις εκκαθαρίσεις των εισιτηρίων (των πρακτόρων και μη) υπάρχουν σημαντικά κενά και αδιευκρίνιστα σημεία, που καθιστούν αδύνατη την επιβεβαίωση των αναγραφομένων στοιχείων τους και κατ' επέκταση των προκυπτόντων εσόδων, Ε) στις εκκαθαρίσεις των εισιτηρίων με τις πραγματικές τιμές πώλησης της χρήσεως 1999, αναφέρονται εισιτήρια με την ίδια αρίθμηση δύο φορές, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για την διακίνηση των επιβατών στην περίοδο 17/7/99 - 13/8/99, κατά τα οποία δεν είχαν θεωρηθεί εισιτήρια πολλών κατηγοριών δρομολογίων. Στη συνέχεια οι μέτοχοι της μειοψηφίας (Ν. Τ. και κληρονόμοι Ι. Τ.-μηνυτές) με την από 30-4-2003 αίτηση τους προς τις άνω εταιρείες, ζήτησαν την σύγκληση της Γ.Σ. με θέματα της ημερήσιας διάταξης: α) απόδοση ευθυνών (αστικών-ποινικών) στα μέλη του Δ.Σ. για τα έτη 1999-2000, λόγω κακοδιαχείρισης (ίων εταιρικών υποθέσεων), β) απόδοση ευθυνών (αστικών-ποινικών) στα μέλη του Δ.Σ, λόγω της μη συνδρομής τους στον διαταχθέντα έλεγχο, κατά τα παραπάνω, γ) αντικατάσταση των μελών του Δ.Σ., δ) άσκηση κατά των υπευθύνων μελών του Δ.Σ. εταιρικής αγωγής, υποβολή σχετικής μήνυσης και δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για την παραβίαση των υποχρεώσεων τους σχετικά με την διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ε) διορισμό ειδικών εκπροσώπων για την εκπροσώπηση της εταιρείας για την άσκηση της εταιρικής αγωγής, την υποβολή μήνυσης και την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Πράγματι την 9-6-2003 το Δ.Σ. αποφάσισε την σύγκληση της Γ.Σ. για την 12-6-2003, ημερομηνία κατά την οποίαν πράγματι συνήλθε η Γ.Σ., στην οποία παρέστησαν όλοι οι μέτοχοι και έγινε συζήτηση για τα θέματα της ημερησίας διάταξης, τα οποία τελικώς καταψήφισε η πλειοψηφία της Γ.Σ., υποστηρίζοντας τα ακόλουθα: Σε ό,τι αφορά το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης οι πλειοψηφίσαντες μέτοχοι διατύπωσαν την άποψη ότι, όχι μόνο δεν υπάρχει κακοδιαχείριση αλλά όλοι οι μέτοχοι (της πλειοψηφίας) προσέφεραν, αμισθί, την προσωπική εργασία τους, οι δε της μειοψηφίας, με αμοιβή για τις επισκευές του πλοίου "Κ. Ι", ενώ όλοι οι μέτοχοι εγνώριζαν τις εγγραφές των εσόδων - εξόδων στα αθεώρητα βιβλία, διατυπώνοντας την άποψη ότι, σ' αυτό καταγράφονταν πλήρη τα έσοδα-έξοδα, αλλά οι ίδιοι έχουν απλό φωτ/φο, που δεν αποτυπώνει την πραγματική θέση της εταιρείας και δεν αποτελεί επίσημο βιβλίο, σύμφωνα με τον νόμο, ισχυρισμό, τον οποίον αντέκρουσαν οι πλειοψηφίσαντες μέτοχοι. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο θέμα, οι πλειοψηφίσαντες μέτοχοι αντέκρουσαν την αιτίαση της μειοψηφίας για δυσχέρανση του ελέγχου στην εταιρεία, ισχυριζόμενοι ότι οι τελευταίοι δεν αποδίδουν το βιβλίο, προκειμένου ο ελεγκτής να διαμορφώσει πλήρη εικόνα, δεδομένου ότι στο διαταχθέντα έλεγχο, λαμβάνοντας υπόψη απλά έγγραφα και ανυπόγραφα και διασταυρώνονται οι πληροφορίες, ακόμη και με μάρτυρες, για την καταβολή ή μη μετρητών χωρίς αποδείξεις, αλλά αιτιώνται και το Ν. Τ., που παρακρατεί τα βιβλία. Σε ό,τι αφορά το τρίτο θέμα, οι πλειοψηφίσαντες μέτοχοι δήλωσαν ότι δεν υπάρχει περίπτωση αντικατάστασης των μελών του Δ.Σ. αφού αυτά προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εταιρία, αμισθί, για ενάμισι χρόνο, ενώ οι της μειοψηφίας πρότειναν την αντικατάσταση των μελών του Δ.Σ. με τα προτεινόμενα απ' αυτούς πρόσωπα (Ν. Τ., Ν.Β. και Α. Τ.). Μάλιστα, αυτοί προέβησαν στην δήλωση ότι σε μία τέτοια περίπτωση (αλλαγής του Δ.Σ.), θα παύσουν για το μέλλον, οι όποιες έριδες και διαφωνίες, αναφορικά με την οικονομική διαχείριση της εταιρείας. Σε ό,τι αφορά το τέταρτο θέμα, οι πλειοψηφίσαντες μέτοχοι δήλωσαν ότι δεν συντρέχει λόγος υποβολής αγωγής και μήνυσης κατά των μελών του Δ.Σ. για κακοδιαχείριση, ενώ οι της μειοψηφίας δήλωσαν, ότι η κακοδιαχείριση είναι δεδομένη και πρέπει να υποβληθεί από την εταιρεία μήνυση κατά των μελών του Δ.Σ. Τέλος για το πέμπτο θέμα της ημερήσιας διάταξης, οι μέτοχοι της πλειοψηφίας δήλωσαν, ότι δεν συντρέχει λόγος διορισμού ειδικών εκπροσώπων σε αντίθεση με τους μετόχους της μειοψηφίας, οι οποίοι πρότειναν τον Ν. Τ.. Ακολούθως οι Ν. Τ. και κληρονόμοι του Ι. Τ. με την από 30-6-2003 αίτηση, που κατέθεσαν ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Τμήμα Εκούσιας Δικαιοδοσίας) ζήτησαν την ακύρωση των άνω αποφάσεων της Γ.Σ. των μετόχων της Ν.Ε. "Νήσος Αγκίστρι". Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1828/2004 απόφαση του άνω Δικαστηρίου η οποία απέρριψε την άνω αίτηση. Στην εν λόγω απόφαση εκτίθενται μεταξύ άλλων τα εξής: Αναφορικά με τις αιτιάσεις των αιτούντων (μηνυτών) ως προς το θέμα της μη σύνταξης ισολογισμού, το ΔΣ της εταιρείας δεν προέβη στην σύνταξη ισολογισμού για τις εκάστοτε κλειόμενες εταιρικές χρήσεις, πλην όμως, αυτό δεν οφείλεται σε παράλειψη νομικής υποχρέωσης, αλλ' αντίθετα, το σύνολο των μετόχων είχε προκρίνει και επιλέξει την σύνταξη ισολογισμού, που δεν είναι υποχρεωτικά τηρούμενη οικονομική κατάσταση, όπως ισχύει σε άλλες αμιγώς κεφαλαιουχικές εταιρείες π.χ. στην ΑΕ του Κ. 2190/1920, αλλά την ενημέρωση του θεωρημένου από την αρμόδια ΔΟΥ βιβλίου εσόδων-εξόδων καθώς και του αθεώρητου πρόχειρου βιβλίου, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις της λογιστικής κατάστασης, εφόσον αποτυπώνουν την οικονομική κατάσταση της ναυτικής εταιρείας σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεδομένου μάλιστα ότι ο Ν. 959/79 δεν καθορίζει ούτε το περιεχόμενο της λογιστικής κατάσταση ς, ούτε τις αρχές με βάση τις οποίες συντάσσεται ισολογισμός ή λογιστική κατάσταση. Επομένως το Δ.Σ. δεν παρέβη, ως προς το θέμα αυτό, την διάταξη του άρθρου 35 παρ. Ν. 959/79. Ως προς την παραβίαση της φορολογικής υποχρέωσης της μη υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος εκ μέρους του Δ.Σ. της εταιρίας, όπως εκτίθεται στην άνω απόφαση, η παράβαση αυτή, δεν επιφέρει ακυρότητα της σχετικής απόφασης, εφόσον επιτεύχθηκε ο σκοπός της παραβιασθείσας διάταξης, ήτοι ο προσδιορισμός και η πληρωμή του φόρου, καθόσον ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης γίνεται κατά τρόπο ειδικό και αντικειμενικό (ανάλογα με τις μονάδες χωρητικότητος του πλοίου-κόρους) και όχι με βάση τα τυχόν κέρδη της, υπό τον τύπο παροχής κινήτρου για την ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας αποσυνδέοντας, έτσι, την δήλωση φορολογίας εισοδήματος από τον προσδιορισμό του φόρου. Αναφορικά με τις αιτιάσεις των αιτούντων - μηνυτών ως προς το θέμα της μη συνδρομής των κατ/νων (μελών του Δ.Σ.) στον διαταχθέντα έλεγχο από το Δικαστήριο, λόγω της μη προσκόμισης των ζητηθέντων από τον ορκωτό λογιστή Χ. Α., βιβλίων και στοιχείων της εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι", στην ως άνω απόφαση εκτίθενται τα εξής; Ο πιο πάνω ορκωτός λογιστής ορκίσθηκε, στις 6-2-02, έπρεπε, δε, να καταθέσει την γνωμοδότηση του μέχρι 6-4-2002. Παρά ταύτα, απηύθυνε στην εταιρεία την από 8-7-2002 έγγραφη πρόσκλησή του, με την οποίαν ζήτησε από την εταιρεία να διενεργηθεί ο έλεγχος σ' αυτή. Η εταιρεία μέσω του Ν. Π., Γραμματέα του Δ.Σ. (β κατ/νου), επικαλούμενη αδράνεια του ορκωτού ελεγκτή και πλήρη δραστηριότητα των μελών των οργάνων του Δ.Σ. κατά την διάρκεια των θερινών μηνών, (διενέργεια πλόων κλπ) δήλωσε αντικειμενική αδυναμία διενέργειας του ελέγχου. Στις 25-9-2002 ο ορκωτός ελεγκτής κάλεσε την εταιρεία να διαθέσει το σύνολο των επισήμων τηρουμένων βιβλίων, που είχαν θεωρηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ καθώς και τα θεωρημένα από την τελευταία Υπηρεσία, βιβλία Πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων και Διοικητικού Συμβουλίου, καθόσον, κατά την κρίση του, από το προτεινόμενο πρόχειρο και αθεώρητο βιβλίο δεν μπορούσε να διενεργηθεί ο απαιτούμενος έλεγχος, τάσσοντας .διήμερη προθεσμία. Ανταπαντώντας η εταιρεία, επικαλείται φορολόγηση με ειδικό αντικειμενικό τρόπο και όχι με τα θεωρημένα από την φορολογική αρχή και προσκάλεσε τον ορκωτό ελεγκτή να παραλάβει τα βιβλία (και τα αθεώρητα) από τον Ν. Τ., προκειμένου να συναγάγει ασφαλή και ολοκληρωμένη άποψη για τα οικονομικά πράγματα της εταιρείας. Συνεπώς ο ελεγκτής επέδειξε αδράνεια να διενεργήσει τον έκτακτο έλεγχο μέσα στην δικαστική προθεσμία των δύο (2) μηνών από την όρκιση του, υποχρέωση, την οποίαν υπείχε, με βάση την πιο πάνω απόφαση, τόσο ο ίδιος να διενεργήσει τον έλεγχο, θετικά, όσο και τα μέλη του Δ.Σ. να υποστούν τον έλεγχο αυτό και να συμπράξουν στην ομαλή διεξαγωγή του. Μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, άρθηκε η υποχρέωση αυτή για τα μέλη του Δ.Σ., καθόσον εννοιολογικό στοιχείο του εκτάκτου ελέγχου είναι και ο χρόνος διενέργειας, αυτού, αφού προσδιορίζεται, έτσι ώστε να μην επεκτείνεται στο διηνεκές και επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την ομαλή εταιρική δράση, με την επιπλέον απασχόληση των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας, τα οποία σημειωτέον προσφέρουν τις προσωπικές υπηρεσίες τους στο πλοίο "Κ. Ι". Άλλωστε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 151 ΚΠολΔ, η παρέλευση δικαστικής προθεσμίας" συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η πράξη για την οποία είχε ορισθεί η προθεσμία. Έτσι προκειμένου να είναι ενεργής η υποχρέωση των μελών του Δ.Σ. της εταιρείας έπρεπε οι αιτούντες-μηνυτές, κατ' άρθρον 152 Κ.Πολ.Δ., να ζητήσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ήτοι την χορήγηση στον ελεγκτή νέας προθεσμίας για την διενέργεια έκτακτου ελέγχου. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 63 παρ 5 Ν. 959/79 και αντίστοιχη παράβαση της διάταξης αυτής από τη Γ.Σ. των μετόχων. Οι Ν. Τ. και Η. Τ. με την από 30-6-2003 αίτησή τους και οι Ν. Τ. και κληρονόμοι του Ι. Τ. με την υπό την ιδίαν ως άνω ημεροχρονολογία τοιαύτη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησαν την αντικατάσταση των μελών του Δ.Σ. των εταιρειών "Μαμόντ" και "Νήσος Αγκίστρι") αντίστοιχα, και τον διορισμό νέων μελών ως προσωρινής διοικήσεως, λόγω ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων των άνω εταιρειών με τα συμφέροντα των διοικούντων τις εταιρείες αυτές. Επί των αιτήσεων αυτών εξεδόθησαν οι υπ' αριθμ. 1829/2004 και 1830/2004 αποφάσεις, αντίστοιχα, του ως άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες απορρίφθηκε το άνω αίτημα. Ως προς τις αιτιάσεις των μηνυτών, αναφορικά με την ιδιοποίηση των υπεξαιρεθέντων ποσών, που αναφέρουν στις κρινόμενες μηνύσεις τους πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Στα πλαίσια της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης διατάχθηκε η διεξαγωγή λογιστικής-διαχειριστικής πραγματογνωμοσύνης και ορίσθηκε δια της υπ'αρ. 303/05 διάταξης της Δ' Ανακρίτριας Πειραιά ως πραγματογνώμονας ο Γ. Ξ., ορκωτός λογιστής για την διακρίβωση της οικονομικής κατάστασης των εν λόγω εταιρειών για το χρονικό διάστημα 1999-2004. Με τις από 30-12-2005 εκθέσεις του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: α) αναφορικά με την εταιρεία "Νήσος Αγκίστρι" το αποτέλεσμα της άνω εταιρείας, πλοιοκτήτριας του Ε/Γ πλοίου "Κ. Ι", είναι εκείνο, που προκύπτει με τις φερόμενες ως πραγματικές τιμές των εισιτηρίων και συνεπώς για την περίοδο 1/1/99 - 31/12/04 είναι κέρδος 23.359 ευρώ. Με βάση να ποσοστά των μετόχων, το αναλογούν ποσό κέρδους για κάθε ένα μηνυτή είναι ως κατωτέρω: 1) Ν. Τ., μετοχές 50, ποσοστό 16,67%, μερίδιο στα κέρδη 3.894 €, 2) Η. Τ., μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17%, μερίδιο στα κέρδη 974 €, 3) Ε. χα Ι. Τ., μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17 %, μερίδιο στα κέρδη 974 €, 4) Α. Ι. Τ. μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17%, μερίδιο στα κέρδη 974 € και 5) Α. Ι. Τ., μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17%, μερίδιο στα κέρδη 974 € και β) αναφορικά με την εταιρεία "Μαμόντ" το αποτέλεσμα της άνω εταιρείας, πλοιοκτήτριας του Ε/Γ πλοίου "Κ. ΙΙ" είναι εκείνο που προκύπτει από τις φερόμενες ως πραγματικές τιμές των εισιτηρίων και συνεπώς για την χρονική περίοδο 3-12-1998 (αγορά πλοίου) μέχρι την 31-12-2004 είναι ζημία 51.760 ευρώ. Επομένως οι μέτοχοι της "Μαμόντ" δεν έχουν να λάβουν μερίδιο κέρδους για την περίοδο αυτή, αλλά να συμβάλουν έκαστος με το ποσοστό του για την κάλυψη της ζημίας. Συνεπώς, όπως προκύπτει από τον διαχειριστικό έλεγχο της εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε.", το συνολικό κέρδος αυτής, αναλύεται σύμφωνα με τα ως άνω πόρισμα, ως εξής: 1) για την εταιρική χρήση 1999, τελικά έσοδα 451.068 €, τελικά έξοδα 409.059 €, κέρδος 42.09 €, 2) για την εταιρική χρήση 2000, τελικά-έσοδα 369.098 €, Τελίκα εξοδά 343Γ.-872- ΊΕερ5ος 25.226 € 3) για την εταιρική χρήση 2001, τελικά έσοδα 5-10.271 €, τελικά έξοδα 476.263 €, κέρδος 34.008 €, 4) για την εταιρική χρήση 2002, τελικά έσοδα 476.872, τελικά έξοδα 493.549 €, ζημία 16.677 €, για την εταιρική χρήση 2003, τελικά έσοδα 547.046 €, τελικά έξοδα 580.370, ζημία 33.324 € και 5) για την εταιρική χρήση 2004, τελικά έσοδα 504.271 €, τελικά έξοδα 532.154 €, ζημία 27.883 ευρώ. Επομένως τα κέρδη της εταιρείας, ανερχόμενα στο ποσό των 101.243 € (- 42.009 + 25.226 + 34.008 ευρώ), αφορούσαν το χρονικό διάστημα 1999-2001, καθόσον κατά την χρονική περίοδο των ετών 2002-2004 η εταιρεία είχε ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 77.884 € (=16.677+33.324+27.883 ευρώ), κι έτσι το πραγματικό κέρδος αυτής για το διάστημα 9-9-01 ανέρχεται στο ποσό των 23.359 ευρώ (=101.243 € - 77.884 €). Το ως άνω ποσό από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι διενεμήθη στους μηνυτές Ν. Τ. και κληρονόμους Ι. Τ. κατά το ποσοστό της συμμετοχής ενός εκάστου στην παραπάνω εταιρεία. Οι κατηγορούμενοι αρνούμενοι στην απολογία τους την κατηγορία ισχυρίζονται, ότι η εταιρεία "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε." κατά τα έτη 1999-2004 είχε ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 74.126 ευρώ, επικαλούμενοι αποφάσεις των γενικών Συνελεύσεων των μετόχων, που συνεκλήθησαν την 13-3-2002, 12-3-2003, 29-3-2003, 25-4-04 και 22-5-2005, που ενέκριναν τις λογιστικές καταστάσεις, αντίστοιχα, και κατά τις οποίες έλαβε χώρα απαλλαγή των μελών του Δ.Σ.. Είναι αυτονόητο όμως το ότι η πείρα και οι ειδικές γνώσεις που ασφαλώς κατέχει ο πραγματογνώμονας Γ. Ξ. ως ορκωτός λογιστής, ως εκ της ιδιότητος και του επαγγέλματος του αποτελούν τεκμήριο και εν προκειμένω περί της αληθείας και υπευθυνότητας των συμπερασμάτων του και κατά συνέπεια η άρνηση των κατηγορουμένων σχετικά με την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, κατ' ουδένα τρόπο δύναται κατά την κρίση μας, να θεωρηθεί ως καταλυτική της σε βάρος τους κατηγορίας, ούτε να υπερισχύσει των συμπερασμάτων, στα οποία κατέληξε ο παραπάνω πραγματογνώμονας, άλλωστε ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν διανεμήθηκε το κέρδος στους μηνυτές για τον λόγο ότι η εταιρεία "Μαμόντ" είχε, κατά τα έτη 1999-2004, εμφανίσει ζημία και έτσι έγινε συμψηφισμός μεταξύ αυτής (ζημίας) και του κέρδους της άλλης εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι" καθόσον: α) οι δύο Ναυτικές εταιρείες είναι αυτοτελείς, με ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και δεν αποτελούν κοινοπραξία, β) δεν συμμετέχουν όλοι οι εταίροι της μίας στην άλλη και γ) δεν έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο ούτε από τους κατηγορούμενους, αλλά ούτε και από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε. Επειδή τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: α) θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης για το οποίο διώχθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και β) συνιστούν σοβαρές ενδείξεις ενοχής τους για την παραπομπή στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και δη της υπεξαίρεσης από κοινού και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους λόγω της ιδιότητάς τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, χωρίς την συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 375 παρ.2β' Π.Κ. (του συνολικού αντικειμένου της πράξης υπερβαίνοντας σε ποσό τα 73.000 ευρώ) κατ' επιτρεπτή της κατηγορίας μεταβολή. Πρέπει συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. ε και 313 Κ.Π.Δ. με βούλευμα του Συμβουλίου σας να παραπεμφθούν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Κ. Π. του Δ. και Ν. Π. του Μ.. κάτοικοι ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, το οποίο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (αρθρ. 1ε , 8 παρ. 1γ', 9, 111 παρ. 1, 119 παρ. 1, 122 παρ. 1, 309 παρ. 1ε', 313 Κ.Π.Δ.) για να δικαστούν για την ανώτερη πράξη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14,26,27,45,98 παρ. 1,2,375 παρ. 2α -1α Π.Κ. όπως η παρ. 2 του άρθρου 98 προστέθηκε με άρθρο 14 παρ. 2 αα Ν. 2721/1999 και όπως η παρ. 2 του άρθρου 375 αντικ. με άρθρο 1 παρ. 9Ν.2408/1996 και συμπλ. με άρθρο 14 παρ. 3β' Ν. 2721/1999. IV. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειώντων κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το έγκλημα για το οποίο αυτοί κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα, δηλαδή ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αξιολόγησε ούτε ερεύνησε τον υπερασπιστικό τους ισχυρισμό ότι τα χρήματα δαπανήθηκαν για επισκευές των μηχανών, δεδομένου ότι για την απόρριψή του το βούλευμα διαλαμβάνει ειδική αιτιολογία. V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι με αριθμούς 15/16-9-2010 και 16/16-9-2010 αιτήσεις αναίρεσης των α) Ν. Π. του Μ. και β) Κ. Π. του Δ., κατοίκων ..., κατά του με αριθμό 265/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 25/11/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προ συζήτηση οι από 16-9-2010 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Ν. Π. του Μ. και Κ. Π. του Δ., κατοίκων ..., κατά του 265/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, οι από 16-5-2008 εφέσεις αυτών κατά του 360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς για να δικαστούν ως υπαίτιοι τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεις είναι ιδιαίτερη μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επί πλέον μία από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, δηλαδή εάν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, (παρ.1 περ. β που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/3-6-1999), ή αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχείριση δε ξένης περιουσίας έχει κάποιος, όταν έχει εξουσία από το νόμο ή από τη σύμβαση να ενεργεί για λογαριασμό άλλου (του εντολέα του) επί της περιουσίας του όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης αυτού. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο από αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ. Π, Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε, σχετικά με τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφάρμοσε και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 10-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ναυτικής εταιρείας, που υπογράφηκε μεταξύ των Ν. Τ. του Η. (μηνυτού), Ι. Τ. του Η., Κ. Π. του Δ. (κατ/νου) Ν. Π. του Μ. (β κατ/νου), Ε. Ν. του Κ., Λ. Π. του Μ., Ε. χας Π. Π. και Ν. Π. του Δ. συστήθηκε κατά τις διατάξεις του Ν, 959/79 ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε.", με έδρα την κοινότητα ... και κεφάλαιο 81.000.000 δρχ. (237.710 ευρώ), διαιρούμενο σε (300) ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 270.000 δρχ. (792,37 ευρώ) εκάστης. Κατά την σύσταση της παραπάνω εταιρείας οι ιδρυτές της εταιρείας κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά και ανέλαβαν τις πιο κάτω μετοχές: 1) Ο Ν. Τ. του Η. κατέβαλε το ποσό των 13.500.000 δρχ. (39.618 €) και έλαβε (50) μετοχές, 2) Ο Ι. Τ. του Η. κατέβαλε το ποσό των 13.500.000 δρχ. (39.618 €) και έλαβε (50) μετοχές, 3) Ο Ν. Π. του Μ. κατέβαλε το ποσό των 9.180.000 δρχ. (26.940 €) και έλαβε (34) μετοχές, 4) Ο Λ. Π. του Μ. κατέβαλε το ποσό των 8.910.000 δρχ. (26.148 €) και έλαβε (31) μετοχές, 5) ο Κ. Π. του Δ. κατέβαλε το ποσό των 11.610.000 δρχ. (34.071 €) και έλαβε (43) μετοχές, 6) η Ε. χα Π. Π. κατέβαλε το ποσό των 8.910.000 δρχ. (26.148 €) και έλαβε (31) μετοχές, 7) Ο Ν. Π. του Δ. κατέβαλε το ποσό των 3,780.000 δρχ. (11.093 €) και έλαβε (14) μετοχές και 8) Ο Ε. Ν. του Κ. κατέβαλε το ποσό των 11.610.000 δρχ. (34.071 €) και έλαβε (43) μετοχές. Με το από 27-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ναυτικής εταιρείας, που υπογράφηκε μεταξύ των Ν. Τ. του Η. (μηνυτού) Η. Τ. του Ι. (μηνυτή), Ν. Π. του Μ. (β' κατ/νου), Λ. Π. του Μ., Κ. Π. του Δ. (α' κατ/νου) και Ε. Ν. του Κ. συστήθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 959/79 ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "Μαμόντ ΝΕ", με έδρα την κοινότητα ... και κεφάλαιο 60.000.000 δρχ. (176.082 €), διαιρούμενο σε 6.000 μετοχές ανώνυμες, ονομαστικής αξίας 10.000 δρχ. (29 ευρώ) εκάστης. Κατά την σύσταση της παραπάνω εταιρείας οι ιδρυτές κατέβαλαν τα ακόλουθα ποσά και ανέλαβαν τις πιο κάτω μετοχές: 1) Ο Ν. Τ. κατέβαλε το ποσό των 7.80.0.000 δρχ. (22.890€) και έλαβε 780 ανώνυμες μετοχές, 2) Ο Η. Τ. κατέβαλε το ποσό των 4.200.000 δρχ. (12.325 €) και έλαβε 420 ανώνυμες μετοχές και καθένας από τους λοιπούς συνιδρυτές κατέβαλε το ποσό των 12.000.000 δρχ. (35.216 €) και έλαβε από 1200 ανώνυμες μετοχές ο καθένας. Οι εταιρείες "Νήσος Αγκίστρι" και "Μαμόντ" από της ιδρύσεως τους εκμεταλλεύονται τα επιβατηγά πλοία, που απέκτησαν, τύπου καταμαράν, με το όνομα "Κ. Ι" και "Κ. Π" αντίστοιχα, χωρητικότητας 156 και 208 επιβατών, αντίστοιχα, τα οποία έχουν δρομολογηθεί στην γραμμή Πειραιάς - Αίγινα - Αγκίστρι. "Ετσι ουσιαστικά οι δύο εταιρείες συστήθηκαν και ελέγχονται από δύο οικογένειες, την οικογένεια Πάνου και την οικογένεια Τζάνου, προσλαμβάνοντας έναν ειδικό χαρακτήρα, καθόσον πρόκειται για ναυτική επιχείρηση με μικρό αριθμό προσώπων. Σύμφωνα με το καταστατικό των εταιρειών, η σύνθεση του Δ.Σ ήταν τριμελής και αποτελείτο για μεν την εταιρεία "Νήσος Αγκίστρι" από τους Κ. Δ. Π. (α' κατ/νο), ως Πρόεδρο, Ν. Μ.Π. (β' κατ/νο) ως Γραμματέα και Ι. Η. Τ., ως ταμία, για δε την εταιρεία "Μαμόντ" από τους Κ. Δ. Π. (α' κατ/νο), ως Πρόεδρο, Ν. Μ. Π. (β' κατ/νο) ως Γραμματέα και τον Ν. Τ. του Η. (μηνυτή) ως ταμία. Στις 28-1-1995 απεβίωσε ο εκ των μελών του Δ.Σ της Ν.Ε "Νήσος Αγκίστρι" Ι. Τ. του Η. Στην θέση του αποβιώσαντος στο Δ.Σ. υπεισήλθε ο αδελφός του Ν. Τ. του Η. (μηνυτής), ενώ στην έννομη σχέση του αποβιώσαντος στην κυριότητα των μετοχών, που του ανήκαν, υπεισήλθαν η σύζυγος αυτού Ε. χα Ι. Τ. και τα τέκνα του Η., Α. και Α. (μηνυτές). Οι Ν. Τ. και Η. Τ. με την από 30-6-2003 αίτηση τους και οι Ν. Τ. και κληρονόμοι του Ι. Τ. με την υπό την ιδίαν ως άνω ημεροχρονολογία τοιαύτη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ζήτησαν την αντικατάσταση των μελών του Δ.Σ. των εταιρειών "Μαμόντ" και "Νήσος Αγκίστρι") αντίστοιχα, και τον διορισμό νέων μελών ως προσωρινής διοικήσεως, λόγω ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων των άνω εταιρειών με τα συμφέροντα των διοικούντων τις εταιρείες αυτές. Επί των αιτήσεων αυτών εξεδόθησαν οι υπ' αριθμ. 1829/2004 και 1830/2004 αποφάσεις, αντίστοιχα, του ως άνω Δικαστηρίου, με τις οποίες απορρίφθηκε το άνω αίτημα. Ως προς τις αιτιάσεις των μηνυτών, αναφορικά με την ιδιοποίηση των υπεξαιρεθεντων ποσών, που αναφέρουν στις κρινόμενες μηνύσεις τους πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Στα πλαίσια της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης διατάχθηκε η διεξαγωγή λογιστικής-διαχειριστικής πραγματογνωμοσύνης και ορίσθηκε δια της υπ' αρ.303/05 διάταξης της Δ' Ανακρίτριας Πειραιά ως πραγματογνώμονας ο Γ. Ξ., ορκωτός λογιστής για την διακρίβωση της οικονομικής κατάστασης των εν λόγω εταιρειών για το χρονικό διάστημα 1999-2004. Με τις από 30-12-2005 εκθέσεις του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: α) αναφορικά με την εταιρεία "Νήσος Αγκίστρι" το αποτέλεσμα της άνω εταιρείας, πλοιοκτήτριας του Ε/Γ πλοίου "Κ. Ι", είναι εκείνο, που προκύπτει με τις φερόμενες ως πραγματικές τιμές των εισιτηρίων και συνεπώς για την περίοδο 1/1/99 - 31/12/04 είναι κέρδος 23.359 ευρώ. Με βάση τα ποσοστά των μετόχων, το αναλογούν ποσό κέρδους για κάθε ένα μηνυτή είναι ως κατωτέρω: 1) Ν. Τ., μετοχές 50, ποσοστό 16,67%, μερίδιο στα κέρδη 3.894€, 2) Η. Τ., μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17%, μερίδιο στα κέρδη 974 €, 3) Ε. χα Ι. Τ., μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17 %, μερίδιο στα κέρδη 974 €, 4) Α. Ι. Τ. μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17%, μερίδιο στα κέρδη 974 € και 5) Α. Ι. Τ., μετοχές 12,5, ποσοστό 4,17%, μερίδιο στα κέρδη 974 €. β) ..... Συνεπώς, όπως προκύπτει από τον διαχειριστικό έλεγχο της εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε.", το συνολικό κέρδος αυτής, αναλύεται σύμφωνα με τα ως άνω πόρισμα, ως εξής: 1) για την εταιρική χρήση 1999, τελικά έσοδα 451.068 €, τελικά έξοδα 409.059 €, κέρδος 42.09 €, 2) για την εταιρική χρήση 2000, τελικά έσοδα 369.098 €, τελικά έξοδα 343.872 €, κέρδος 25.226 € 3) για την εταιρική χρήση 2001, τελικά έσοδα 510.271 €, τελικά έξοδα 476.263 €, κέρδος 34.008 €, 4) για την εταιρική χρήση 2002, τελικά έσοδα 476.872 €, τελικά έξοδα 493.549 €, ζημία 16.677 €, για την εταιρική χρήση 2003, τελικά έσοδα 547.046 €, τελικά έξοδα 580.370, ζημία 33.324 € και 5) για την εταιρική χρήση 2004, τελικά έσοδα 504.271 €, τελικά έξοδα 532.154 €, ζημία 27.883 ευρώ. Επομένως τα κέρδη της εταιρείας, ανερχόμενα στο ποσό των 101.243 € (= 42.009 + 25.226 + 34.008 ευρώ), αφορούσαν το χρονικό διάστημα 1999-2001, καθόσον κατά την χρονική περίοδο των ετών 2002-2004 η εταιρεία είχε ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 77.884 € (=16.677+33.324+27.883 ευρώ), κι έτσι το πραγματικό κέρδος αυτής για το διάστημα 99-01 ανέρχεται στο ποσό των 23.359 ευρώ (= 101.243 € - 77.884 €). Το ως άνω ποσό από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι διενεμήθη στους μηνυτές Ν. Τ. και κληρονόμους Ι. Τ. κατά το ποσοστό της συμμετοχής ενός εκάστου στην παραπάνω εταιρεία. Οι κατηγορούμενοι αρνούμενοι στην απολογία τους την κατηγορία ισχυρίζονται, ότι η εταιρεία "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε." κατά τα έτη 1999-2004 είχε ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 74.126 ευρώ, επικαλούμενοι αποφάσεις των γενικών Συνελεύσεων των μετόχων, που συνεκλήθησαν την 13-3-2002, 12-3-2003,29-3-2003, 25-4-04 και 22-5-2005, που ενέκριναν τις λογιστικές καταστάσεις, αντίστοιχα, και κατά τις οποίες έλαβε χώρα απαλλαγή των μελών του Δ.Σ.. Είναι αυτονόητο όμως το ότι η πείρα και οι ειδικές γνώσεις που ασφαλώς κατέχει ο πραγματογνώμονας Γ. Ξ. ως ορκωτός λογιστής, ως εκ της ιδιότητος και του επαγγέλματός του αποτελούν τεκμήριο και εν προκειμένω περί της αληθείας και υπευθυνότητας των συμπερασμάτων του και κατά συνέπεια η άρνηση των κατηγορουμένων σχετικά με την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, κατ' ουδένα τρόπο δύναται κατά την κρίση μας, να θεωρηθεί ως καταλυτική της σε βάρος τους κατηγορίας, ούτε να υπερισχύσει των συμπερασμάτων, στα οποία κατέληξε ο παραπάνω πραγματογνώμονας, άλλωστε ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν διανεμήθηκε το κέρδος στους μηνυτές για τον λόγο ότι η εταιρεία "Μαμόντ" είχε, κατά τα έτη 1999-2004, εμφανίσει ζημία και έτσι έγινε συμψηφισμός μεταξύ αυτής (ζημίας) και του κέρδους της άλλης εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι" καθόσον: α) οι δύο Ναυτικές εταιρείες είναι αυτοτελείς, με ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και δεν αποτελούν κοινοπραξία, β) δεν συμμετέχουν όλοι σι εταίροι της μίας στην άλλη και γ) δεν έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο ούτε από τους κατηγορούμενους, αλλά ούτε και από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας προέκυψε. Οι κατηγορούμενοι Κ. Π. του Δ. και Ν. Π. του Μ.. κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1999 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2004 υπό την ιδιότητά των ως προέδρου και γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου της ναυτικής εταιρίας "Νήσος Αγκίστρι Ν.Ε.", εδρευούσης εις το …, εκμεταλλευόμενης το πλοίο "Κ. Ι", το οποίο είχε δρομολογηθεί προς εξυπηρέτηση της γραμμής Πειραιώς-Αιγίνης-Αγκιστρίου, δια περισσοτέρων πράξεων συνιστωσών εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, καίτοι εισέπραξαν ως διαχειριστές της εν λόγω εταιρίας το ποσόν των 62527,38 ευρώ, το οποίο απετέλει το καθαρό κέρδος από τις πωλήσεις των εισιτηρίων του πλοίου, εν τούτοις δεν εισήγαγον τούτο εις το ταμείο της εταιρίας, ιδιοποιηθέντες παρανόμως το εν λόγω ποσόν το οποίο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο διορισθείς προς διενέργεια λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου πραγματογνώμων Γ. Ξ. μετά έλεγχο των βιβλίων και των ισολογισμών της εταιρίας κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι το κέρδος της εταιρίας κατά το προαναφερόμενο διάστημα είναι 23359 ευρώ, δεν έλαβε όμως υπ' όψιν καν την υπάρχουσα εις το ανεπίσημο βιβλίο εσόδων-εξόδων της εταιρίας εγγραφή ως ταμείου του πλοίου του ποσού των 13346625 δραχμών, ήτοι 39168,38 ευρώ, με την αιτιολογία (σελίδα 14 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης): "Στο πρόχειρο βιβλίο "εσόδων" γίνεται συγκέντρωση των εσόδων-εξόδων για την περίοδο 1/1/1999 έως 28/2/2001 κα εξάγεται το αποτέλεσμα. Παρατηρήσαμε ότι στα έσοδα της περιόδου προστίθεται το ποσό των δρχ. 13346625 ως "ταμείου πλοίου" στις 14/1/1999. Για το ποσό αυτό δεν έχουμε δει, ούτε μας έχει δοθεί κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Εκτιμούμε ότι το "πλασματικό" αυτό ποσό του ταμείου δεν πρέπει να προστεθεί στα έσοδα της υπό εξέταση περιόδου για τους εξής λόγους: 1. Δεν έχουμε δει ούτε μας έχει δοθεί κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. 2. Υπάρχουν έξοδα καταγεγραμμένα στα ανεπίσημα βιβλία τα οποία ο έλεγχος μας δεν τα πρόσθεσε στα έξοδα διότι δεν υπήρχαν ή δεν του εδόθησαν αποδεικτικά στοιχεία, το σύνολο δε των εξόδων αυτών υπερβαίνει το υπόλοιπο του ανεπίσημου αυτού "ταμείου". Ο έλεγχος δεν προσθέτει στα έσοδα το ποσό αυτό του ταμείου, όπως δεν προσθέτει στα έξοδα δαπάνες ίσου και μεγαλύτερου συνολικού ύψους". Η εν λόγω όμως αιτιολόγηση της μη λήψεως υπ' όψιν της προαναφερομένης εγγραφής ούτε πειστική είναι ούτε συνάδει προς τις αρχές του λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου. Οι κατηγορούμενοι δια του από 18ης Ιουνίου 2009 απολογητικού υπομνήματος των συνομολογούν την ύπαρξη του εν λόγω ποσού, ισχυρίζονται όμως ότι τούτο εδαπανήθη εξ ολοκλήρου εις την διενέργεια εργασιών προς αποκατάσταση βλαβών του πλοίου, η βασιμότης όμως του εν λόγω ισχυρισμού δεν προέκυψε εν όψει μάλιστα του ότι δεν προσεκόμισαν οι κατηγορούμενοι σχετικά παραστατικά, επομένως το εν λόγω ποσόν πρέπει να προστεθεί εις τα κέρδη της εταιρίας του προαναφερόμενου διαστήματος (39168,38 + 23359 = 62527,38). Εν όψει των ανωτέρω υφίστανται επαρκείς ενδείξεις δια την παραπομπή των κατηγορουμένων εις το ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου δια την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26, 27, 45, 51, 52, 98, 375 παρ. 2α - 1α ΠΚ". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν για την πιο πάνω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, διαφοροποιώντας το πρωτόδικο βούλευμα, κατά την παραπεμπτική διάταξή του, ως προς το ύψος του συνολικώς υπεξαιρεθέντος ποσού των καθαρών κερδών, διέλαβε σ' αυτό την, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες, πιο πάνω παρατεθείσες, ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα δε, πλήρως αιτιολογείται η παραδοχή ότι τα κέρδη της εταιρείας "Νήσος Αγκίστρι ΝΕ", κατά την κρίσιμη περίοδο, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των -62.527,38- ευρώ, τα οποία, καίτοι δε δαπανήθηκαν, όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, για κάλυψη ζημιών της εταιρείας και για επισκευές του πλοίου, δεν διανεμήθηκαν, ως έδει, στους μετόχους. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1)._ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 16 Σεπτεμβρίου 2010, αιτήσεις των Ν. Π. του Μ. και Κ. Π. του Δ., για αναίρεση του 265/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα. Για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση, από διαχειριστές ξένης περιουσίας. Ο λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Απορρίπτει αιτήσεις αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 825/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1202/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1494/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ, 1α, 4 και 5 του ν. 1650/1986 "προστασία του περιβάλλοντος", με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων. Αν η ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος προέρχεται από τη δραστηριότητα νομικού προσώπου, το δικαστήριο κηρύσσει αστικώς υπεύθυνο εις ολόκληρον για την καταβολή της χρηματικής ποινής και το νομικό πρόσωπο. Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιρειών, οι διαχειριστές εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν την διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως περιβάλλον νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ρύπανση δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα, ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Τέλος, ως υποβάθμιση νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξης, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς το αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1202/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το προδιαληφθέν Δικαστήριο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΤΕΞ ΑΒΕΕ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΦΙΝΙΡΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΒΑΦΕΙΟ ΡΟΥΧΩΝ" που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στο 2° χιλ. της Επ. Οδού …-…, εργοστάσιο, δεν μερίμνησε για την σωστή και αντιρρυπαντική λειτουργία του καυστήρα του ως άνω εργοστασίου με αποτέλεσμα στις 31.12.04 από την καπνοδόχο αυτού να βγαίνει πυκνός μαύρος καπνός με μαύρα μικροσωματίδια μαζούτ τα οποία κατέκλυσαν όλη την περιοχή και κάλυψαν τις επιφάνειες των παρακείμενων κατοικιών, ήτοι ήταν σε ποσότητα, συγκέντρωση και διάρκεια που μπορούσαν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στο οικοσύστημα καθώς και υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Έτσι με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος προκάλεσε με πρόθεση ρύπανση του περιβάλλοντος ως τέτοιου νοουμένου του συνόλου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες προκαλώντας την παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, σε ποσότητα, συγκέντρωση και διάρκεια που μπορούσαν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Άλλωστε, όπως ρητώς κατέθεσε ο μάρτυρας κατηγορίας, Α. Χ. του Χ., αξιωματικός υπηρεσίας στο Α.Τ. …, καίτοι η ρύπανση του περιβάλλοντος με τον ως άνω τρόπο γινόταν συνέχεια και πριν από την ως άνω ημερομηνία (31.12.04) και είχε ο ίδιος επιληφθεί, ο κατηγορούμενος έχοντας την ως άνω ιδιότητα δεν μερίμνησε για την σωστή και αντιρρυπαντική λειτουργία του καυστήρα του ως άνω εργοστασίου. Συνακόλουθα τούτων κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ρύπανσης του περιβάλλοντος". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την προδιαληφθείσα πράξη της ρύπανσης του περιβάλλοντος και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1 ΠΚ, 28 παρ. 1α, 4, 5 Ν. 1650/1986, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλονότι, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Δικαστηρίου, χωρίς να είναι απαραίτητο ν' αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε και η μεταξύ τους συσχέτιση τούτων, όπως προαναφέρθηκε, ενώ το ότι στο σκεπτικό μνημονεύεται η κατάθεση του μάρτυρα Α. Χ., τούτο δε σημαίνει, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι δε λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού από τα όσα πιο πάνω έγιναν δεκτά με βεβαιότητα προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα άλλα. Ως προς την ύπαρξη, εξάλλου, του δόλου, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των πιο πάνω περιστατικών και προκύπτει απ' αυτά και δεν είναι αναγκαία ειδικότερη αιτιολόγησή του, αφού ο νόμος για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος δεν αξιώνει επιπρόσθετα στοιχεία. Άρα, ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ίδιου Κώδικα επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το μέρος του, όμως, που με αυτόν ο αναιρεσείων αιτιάται ότι δεν έγινε καμία συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ αιτιολογίας και αποδεικτικών μέσων, διότι στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ως κατατεθέν από το μάρτυρα κατηγορίας "ο κατηγορούμενος ... δεν μερίμνησε για την σωστή και αντιρρυπαντική λειτουργία του καυστήρα του εργοστασίου", ενώ στην πραγματικότητα δεν κατέθεσε αυτό μάρτυρας, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, δεδομένου ότι δι' αυτού πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει "ρητά και τον αριθμό του άρθρου του ποινικού νόμου που εφαρμόζεται" είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η περίπτωση Η' της παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ που τον προέβλεπε καταργήθηκε (και η περίπτωση Θ' του ίδιου πιο πάνω άρθρου αριθμείται ήδη ως Η') με το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/2003. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ίδιου Κώδικα, όπως διατυπώνεται "ΔΙΟΤΙ η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί λόγω απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και κατά την έκδοση αποφάσεως. Πράγματι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 224 ΚΠΔ ένα ο μάρτυρας αναφέρεται σε γεγονότα που άκουσε από άλλους πρέπει να κατονομάσει αυτούς από τους οποίους τα άκουσε, διαφορετικά η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Σε περίπτωση κατά την οποία ληφθεί υπόψη τέτοια μη νόμιμη κατάθεση μάρτυρα είναι αυτονόητο ότι ιδρύεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 171 παρ. 2δ, δεδομένου ότι παραβιάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος αφ' ενός δεν αντικρούει μία κατάθεση, η οποία είναι αυτονόητο ότι δεν πρέπει και δεν θα ληφθεί υπόψη και αφ' ετέρου δεν μπορεί να την αντικρούσει, όταν δεν γνωρίζει την ταυτότητα των προσώπων τα οποία επικαλείται ο μάρτυρας, ώστε να γνωρίζει το βαθμό αξιοπιστίας τους, είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού ούτε καν προσδιορίζεται περί τίνος μάρτυρας πρόκειται, ποιος είναι αυτός και ποια η κατάθεσή του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).- ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1202/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση καταδικαστική, για ρύπανση του περιβάλλοντος (Ν. 1650/1986). Ο λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι ο μάρτυρας δεν κατονομάζει εκείνους από τους οποίους άκουσε τα γεγονότα είναι απαράδεκτος, ως αόριστος. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδίως ως προς το δόλο είναι αβάσιμος, Κατά το μέρος του, όμως, που πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου είναι απαράδεκτος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 824/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο -Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικόλαου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Λ. του Λ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 6384/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χρήστο Κοραντζάνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, καθώς και στο από 16 Μαρτίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 125/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα και την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6384/2010 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, σχετικά με την κατηγορία, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις ..., κατά το χρονικό διάστημα, από 3.1.2003 μέχρι και 2.7.2003, από πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, ή συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναγραφόταν στα στοιχεία, το δε σχετικό πόρισμα φορολογικού ελέγχου του κατηγορουμένου, που θεωρήθηκε στις 15-6-2007 από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε το σχετικό πόρισμα φορολογικού ελέγχου, με αποτέλεσμα, διατηρώντας ο κατηγορούμενος επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων στην ... να έχει δηλώσει προς την εδρεύουσα στη … υπό το διακριτικό τίτλο επιχείρηση με την επωνυμία "DIOT NTONI MAZANGIDI", τα παρακάτω αναφερόμενα συνημμένα στην παρούσα 204 τιμολόγια - δελτία αποστολής και αποδείξεων είσπραξης φωτογραφικού υλικού, τα οποία μετά από έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) Περιφερειακής Διεύθυνσης - Β' Υποδιεύθυνσης Ελέγχων, προέκυψε ότι ήταν εικονικά, ως προς τις συναλλαγές που περιέγραφαν, καθώς ο κατηγορούμενος, αν και είχε θεωρήσει τα προαναφερόμενα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία στα τιμολόγια δελτίων αποστολής και αποδείξεων είσπραξης, που αφορούσαν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, με το εμπόριο του από φωτογραφικού υλικού, που φερόταν ότι προμήθευσε τη λήπτρια εταιρεία, ουδέποτε ασχολήθηκε επαγγελματικά ο κατηγορούμενο που συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στις ... εντός του διαστήματος την 3/1/2003 έως την 2/7/2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξέδωσε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που αφορούσαν σε ανύπαρκτες συναλλαγές ή σε συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που αναγραφόταν στα στοιχεία, η δε παραγραφή της πράξης του άρχισε την 15/6/2007, οπότε και θεωρήθηκε το σχετικό πόρισμα του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (ΥΠΕΕ - Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής - Β' Υποδιεύθυνση Ελέγχων). Συγκεκριμένα, διατηρώντας επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων στην ..., εξέδωσε προς την εδρεύουσα στη … επιχείρηση DIOT NTONI MAZANGIDI τα πιο κάτω τιμολόγια - δελτία αποστολής και αποδείξεις είσπραξης που αφορούσαν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού: (Ακολουθεί Πίνακας με 204 εγγραφές) Μετά όμως από έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι της ΥΠΕΕ - Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής - Β' Υποδιεύθυνση Ελέγχων προέκυψε ότι τα ανωτέρω τιμολόγια ήταν εικονικά ως προς τις συναλλαγές που περιέγραφαν, καθώς ο κατηγορούμενος, αν και είχε θεωρήσει τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία, ουδέποτε ασχολήθηκε με το εμπόριο φωτογραφικών υλικών που φερόταν ότι προμήθευσε την λήπτρια εταιρεία". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 6384/2010 απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 19 και 21 του Ν. 2523/1997 και 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού : α) εκτίθενται αναλυτικά στο διατακτικό σε πίνακα τα συγκεκριμένα εικονικά φορολογικά στοιχεία που θεώρησε στην αρμόδια ΔΟΥ, ήτοι τα εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής που εξέδωσε ο κατηγορούμενος προς την εταιρεία DIOT NTONI MAZANGIDI και αφορούσαν δήθεν σε πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, από δε την αναφορά στον πίνακα αυτόν και 54 εικονικών αποδείξεων εισπράξεως, που δε συνιστούν φορολογικά στοιχεία, δε δημιουργείται κάποια ασάφεια ή επιβάρυνση της θέσεως του κατηγορουμένου, αφού οι αποδείξεις αυτές παρατέθηκαν στον πίνακα του διατακτικού εκ περισσού και απλώς συμπληρώνουν και διευκρινίζουν τα ανωτέρω αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια, αφορούν δε τις ίδιες εικονικές συναλλαγές και όχι άλλες πέραν των εκτιθεμένων τιμολογίων- δελτίων αποστολής πρόσθετες συναλλαγές, β) από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού "από την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας", σε πληθυντικό αριθμό, ενόψει του ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι εξετάστηκε ένας μάρτυρας κατηγορίας και μία μάρτυρας υπερασπίσεως, σαφώς συνάγεται ότι πρόκειται για από παραδρομή μη αναφορά και στη μάρτυρα υπερασπίσεως και ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, γ) από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού "από την αποδεικτική διαδικασία και το έγγραφο του οποίου έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο ...", ενόψει του ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο μόνον τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και κανένα άλλο έγγραφο, δεν υπάρχει ασάφεια και αμφιβολία για την ταυτότητα του αναγνωσθέντος και χρησιμοποιηθέντος για τη δικανική κρίση αποδεικτικού εγγράφου και δη συνάγεται ότι το αναγνωσθέν αυτό μοναδικό έγγραφο είναι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που ήταν γνωστά στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του και έτσι δε στερήθηκε ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Επομένως, οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω λόγοι της αιτήσεως, κύριοι και πρόσθετοι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 ΚΠοινΔ, λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο ή, κατ' αναλογία, στο διοικητικό δικαστήριο, που έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται, όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή, αναλόγως, η διοικητική δίκη, του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης αυτής, των διαδίκων που μετέχουν σ' αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν δεν υποβάλλεται το ανωτέρω αίτημα κατά τρόπο ορισμένο, η μη απάντηση του δικαστηρίου σ' αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 6384/2010 απόφαση, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης διότι, κατά λέξη, "αναμένουμε απόφαση για προσφυγή που έχουμε κάνει στο Διοικητικό Δικαστήριο". Το αίτημα αυτό, έτσι όπως υποβλήθηκε ως αίτημα αναβολής, κατ' άρθρο 61 ΚΠοινΔ, ήταν αόριστο, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, στην οποία (αιτιολόγηση) και μάλιστα ειδική, πλεοναστικά προέβη, με την παρεμπίπτουσα και συμπροσβαλλόμενη, κατ' άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ, απόφασή του, αναφέροντας ότι "είναι αβάσιμο, γιατί ο αιτών κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα του ουσιαστικού περιεχομένου της αιτήσεως αναβολής". Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ συναφής δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αιτιολογία απορρίψεως του ως άνω αιτήματος αναβολής δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκθέτει τα προκύψαντα σχετικώς πραγματικά περιστατικά, ούτε αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην ως άνω απορριπτική παρεμπίπτουσα απόφασή του και ότι, κατά παραβίαση των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος, έγινε μη παροχή έννομης προστασίας με τη μη αποδοχή του εν λόγω αιτήματός του αναβολής της δίκης, είναι απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου (άρθρα 176 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Γ. Λ. του Λ., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Μαρτίου 2011 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 6384/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου, που ανέρχονται σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επιχείρηση ενοικίασης δωματίων σε νησί. Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων για δήθεν πωλήσεις φωτογραφικού υλικού, ασχέτου προς το αντικείμενο της επιχείρησης. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την ενοχή και την απόρριψη ως αβασίμου υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού αιτήματος αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ.
null
null
0
Αριθμός 822/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σφέτσιο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 73/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως είχε τροπ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) κλπ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του δε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 73/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην …, την 1-5-2004, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 10.000 Ευρώ, όπως εμφαίνεται στον παρακάτω υπ' αριθμ. 26/2007 αναλυτικό πίνακα χρεών: [ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ] που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. …, και αποτελεί σώμα με αυτό" και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο, από φόρους που αφορούσας την Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Π.-Κ. ΟΕ" για τα οικονομικά έτη 1993-1998 και ΦΠΑ περαίωσης για τα οικονομικά έτη 1993-1998 συνολικού ύψους 35.348,84 Ευρώ ( 22.214,34 + 13.134,50 ) μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, ποσό το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε έντεκα (11) μηνιαίες δόσεις στο χρονικό διάστημα από 28-2-2003 έως 31-12-2003, το οποίο βεβαιώθηκε στην Δ.Ο.Υ. … στις 30-1-2003 και έγινε ληξιπρόθεσμο και το ανώτερο χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών). Από την ανάγνωση της εκκαλουμένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε προσκομίσει το από 12-6-1998 συμφωνητικό τροποποίησης της ως άνω Ο.Ε., στο οποίο μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε ότι η Ο.Ε. διαλύεται, ότι ο κατηγορούμενος αποχωρεί από την Ο.Ε. και μεταβιβάζει το, εκ 50% εταιρικό του μερίδιο στον Ν. Π., ότι η οποία Ο.Ε. θα συνεχίσει ως ατομική επιχείρηση του τελευταίου και ότι αυτός (Ν. Π.) αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις της εταιρίας έναντι του Δημοσίου από τυχόν "οφειλές, Φ.Π.Α., φόρο επιτηδεύματος και χρεωστικό υπόλοιπο που τυχόν θα προκύψει από το κλείσιμο των βιβλίων της επιχείρησης έως και την ημερομηνία διάλυσης". Ο κατηγορούμενος επιχειρεί, βάσει της ανωτέρω συμφωνίας με τον τότε συνέταιρο του, να αρνηθεί την υποχρέωση του έναντι του Δημοσίου, πλην όμως η ως άνω συμφωνία δεν επηρεάζει την ποινική του ευθύνη για την πληρωμή του εν λόγω, βεβαιωμένου στο όνομα του, ληξιπρόθεσμου χρέους. Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος για την ως άνω πράξη". Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεως του, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, για το ότι: Στην … την 1-5-2004, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 10.000 Ευρώ, όπως εμφαίνεται στον παρακάτω υπ' αριθμ. 26/2007 αναλυτικό πίνακα χρεών : [ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ] που συνέταξε ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. …, και αποτελεί σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των 35.348,84 Ευρώ μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στην Δ.Ο.Υ. … και έγιναν ληξιπρόθεσμα και το ανώτερο χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών)". Με βάση τα παραπάνω, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού, υπερβαίνοντος τα 10.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (26 παρ.1, 27 ΠΚ, 25 ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και ήδη με το άρθρο 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε σχεδόν επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενο σε προσαρτώμενο αναλυτικό πίνακα χρεών, αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και παρατιθέμενο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό αναλυτικό με αριθμό 26/2007 πίνακα χρεών της ΔΟΥ …, με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ …), το είδος των χρεών κατά περίπτωση (ΦΠΑ και φόρος περαίωσης οικ. ετών 1993-1998), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, σε 11 μηνιαίες δόσεις (και όχι εφάπαξ), που προσδιορίζονται κατά ημερομηνίες λήξεως, της πρώτης δόσεως (28-2-2003) και της τελευταίας δόσεως (31-12-2003), τα δε ποσά κάθε μηνιαίας δόσεως συνάγονται (35.348,84 ευρώ δια 11), αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών (30-1-2003) και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο σε δόσεις, αναφέρεται σαφώς στο αιτιολογικό ότι το χρέος του κατηγορουμένου δεν είναι ατομικό, αλλά οφείλεται από αυτόν ως εταίρο της συγκεκριμένης οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Κ. ΟΕ", ευθυνόμενου του κατηγορουμένου σε ολόκληρο μετά της ΟΕ, κατά τον Εμπ.Ν. (άρθρα 20, 22, 25), ως ομόρρυθμου εταίρου αυτής, αφού το όνομά του υπάρχει στην εταιρική επωνυμία, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος και το είδος των εν λόγω επί μέρους δύο χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, 4.032,59 ευρώ για ΦΠΑ και 22.214,34 ευρώ για φόρο περαίωσης, οικ. ετών 1993-1998), που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους. Αναφέρονται επίσης αναλυτικά στον ανωτέρω πίνακα χρεών, ο χρόνος βεβαιώσεως (30-1-2003) των οφειλομένων και μη καταβληθεισών δόσεων των χρεών της συγκεκριμένης Ο.Ε., με τελευταίο χρόνο δόσεως την 31-12-2003 και προσδιορίζεται στο διατακτικό ο χρόνος τελέσεως της καθυστερήσεως και του αδικήματος για όλες τις δόσεις, οπότε, ενόψει του τετραμήνου που θάπρεπε κατά τον προεκτεθέντα νεότερο ν. 3220/2004 να παρέλθει άπρακτο χωρίς πληρωμή, για την τελευταία αυτή δόση, ορθά προσδιορίζεται και ως χρόνος τελέσεως του αδικήματος, η 1-5-2004, μετά τετράμηνο από της καθυστερήσεως και της τελευταίας δόσεως της 31-12-2003. Το στοιχείο του δόλου του κατηγορουμένου, σαφώς αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την απόρριψη του υποβληθέντος ισχυρισμού αυτού, ότι με το από 12-6-1998 συμφωνητικό τροποποιήσεως του καταστατικού της ως άνω οφειλέτριας ΟΕ, αυτός αποχώρησε από την εταιρεία και ο συνέταιρός του ανέλαβε όλες τις μέχρι τότε υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι του Δημοσίου, αφού το βεβαιωθέν χρέος της ομόρρυθμης εταιρείας αφορά τα οικονομικά έτη 1993-1998, που ήταν αυτός εταίρος, η δε ανωτέρω συμφωνία του δεν επηρεάζει και δεν αίρει την εν λόγω ποινική του ευθύνη. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι αντίθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, πρώτος, δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ειδικότερα για ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/16-7-2010 αίτηση του Α. Κ. του Δ. για αναίρεση της 73/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την ενοχή.
null
null
0
Αριθμός 821/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Παπουτσιδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1541 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 853/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται : α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊστάμενης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Υπάλληλος είναι και ο ιατρός που παρέχει τις υπηρεσίες του σε νοσοκομείο που έχει τη μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ειδικότερα, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Τέλος, κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 1541/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-8-2003 ο ασθενής Π. Τ. του Α. εισήχθη στην Α' Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου" με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο και ασταθή στηθάγχη. Στην ανωτέρω Κλινική χρέη Διευθυντού εκτελούσε εκείνο το χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Σ. Κ.. Επειδή η κατάσταση του ασθενούς χειροτέρευε, αποφασίστηκε όπως την 11.8.2003 διενεργηθεί στεφανιογραφία, εφόσον βεβαίως υπήρχε η ανάλογη καρδιοχειρουργική κάλυψη, σε περίπτωση που παρουσιαζόταν ανάγκη για άμεση χειρουργική αντιμετώπιση του ασθενούς καθ' ον χρόνο διενεργείτο η ανωτέρω εξέταση (στεφανιογραφία). Ο Θ. Η., συγγενής και συνοδός του προαναφερομένου ασθενούς, διαπιστώνοντας περί ώρα 11.00 της 11.8.2003 ότι υπάρχει αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην πραγματοποίηση της προγραμματισμένης στεφανιογραφίας, εισήλθε στο γραφείο του κατηγορουμένου ζητώντας εξηγήσεις. Τότε ο κατηγορούμενος, επικαλούμενος αδυναμία του Νοσοκομείου να ανταποκριθεί στην ανάγκη καλύψεως ενδεχομένου καρδιοχειρουργικού προβλήματος του ασθενούς κατά τη διενέργεια της στεφανιογραφίας, συνέστησε στον Θ. Η., να εγκαταλείψει το Νοσοκομείο Παπανικολάου, και να μεταβεί προς αντιμετώπιση του προβλήματος του συγγενούς του σε ιδιωτική κλινική και συγκεκριμένα στη Γενική Κλινική, απευθυνόμενος μάλιστα σε συγκεκριμένο ιατρό της εν λόγω κλινικής, ονόματι Φ.. Στην ενέργεια αυτή ο κατηγορούμενος προέβη, όχι επειδή πράγματι υπήρχε αδυναμία καλύψεως του ασθενούς από τους ιατρούς της Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου, αλλά επειδή ήθελε να προσπορίσει στους ιδιοκτήτες της Γενικής Κλινικής και στον εκεί ασκούντα ελεύθερο επάγγελμα θωρακοχειρουργό Ι. Φ., ο οποίος προσφάτως (την 4.7.2003) είχε παραιτηθεί από το Νοσοκομείο Παπανικολάου, όπου εκτελούσε χρέη Διευθυντού της Καρδιοχειρουργικής Κλινικής, παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αμοιβή που θα καταβάλλονταν από τον ασθενή για την περίθαλψη του στην κλινική και για όλες τις μέλλουσες να επακολουθήσουν ιατρικές ενέργειες και υπηρεσίες. Το ότι αυτός ήταν ο στόχος του κατηγορουμένου και προσχηματικά αυτός επικαλέσθηκε την έλλειψη καρδιοχειρουργικής κάλυψης, στις 11.8.2003 αποδεικνύεται από το γεγονός ότι κατά την ως άνω ημερομηνία ήταν παρών από το πρωί στο Νοσοκομείο ο καρδιοχειρουργός Γ. Μ., προς αντιμετώπιση εκτάκτου καρδιολογικού περιστατικού (αν και τελούσε υπό καθεστώς νόμιμης καλοκαιρινής άδειας) και μαθαίνοντας για τη σοβαρή κατάστααη του ασθενούς Π. Τ., προσήλθε περί ώρα 09:00 στο γραφείο του κατηγορουμένου, γνωστοποιώντας του προσωπικώς την πρόθεση, τόσο της Καρδιοχειρουργικής Κλινικής, όσο και του ιδίου, για παροχή πλήρους καλύψεως κατά τη διενέργεια της στεφανιογραφίας, ακόμη και κατά τη διενέργεια ενδεχόμενης αγγειοπλαστικής. Επιπλέον, την ίδια ημέρα στο Νοσοκομείο, πλην του Γ. Μ., παρευρίσκοντο, οι καρδιοχειρουργοί Γ. Κ., Επιμελητής Α' και Θ. Κ., Επιμελητής Β', οι οποίοι είχαν την ικανότητα και τη διάθεση να παράσχουν τις υπηρεσίες τους σε κάθε απαιτούμενη ιατρική ενέργεια, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν άλλα προγραμματισμένα χειρουργεία που παρεμπόδιζαν την παροχή της ανωτέρω καλύψεως. Το αληθές, εξάλλου, της καταγγελίας του Η. επιβεβαιώνεται και από το πόρισμα της από 28-8-2003 διενεργηθείσας Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από κάποιο από το αναφερόμενα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία με πειστικότητα. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ιατρό για την αποδιδόμενη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης της πρότερης έντιμης ζωής του (άρθρο 84 παρ.2α του ΠΚ) του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α και 259 του ΠΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 63 του ν. 2071/1992 "Εκσυχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως (αρχή και τέλος αυτού) τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α)πόσο ήταν το υπηρεσιακό καθήκον του αναιρεσείοντος που υπηρετούσε ως Διευθυντής στην Α' Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", το οποίο είναι ν.π.δ.δ. και ενταγμένο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και στο οποίο τα νοσήλια και οι λοιπές επιβαρύνσεις για τις εργαστηριακές και κλινικές εξετάσεις παρέχονταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (Αύγουστο 2003) δωρεάν στους ασφαλισμένους σε διάφορους ασφαλιστικούς φορείς (καλυπτόμενα απ' αυτούς), β)η από δόλο παράλειψη του αναιρεσείοντος να προβεί στην προγραμματισμένη στεφανιογραφία του ασθενούς Π. Τ., με την αβάσιμη δικαιολογία ότι υπήρχε αδυναμία κάλυψης του ασθενούς αυτού από ιατρούς της Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του προαναφερόμενου νοσοκομείου, σε περίπτωση κάποιας επιπλοκής, και η υπόδειξη του να μεταβεί προς αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του (διενέργεια στεφανιογραφίας) στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης και στον ασκούντα εκεί ελεύθερο επάγγελμα θωρακοχειρούργο Ι. Φ., με σκοπό να προσπορίσει στους ιδιοκτήτες της ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ παράνομο όφελος ως συνέπεια της παραβάσεως του καθήκοντος (να προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του) από τον αναιρεσείοντα, συνιστάμενο στην αμοιβή που θα καταβαλλόνταν από τον ασθενή για την περίθαλψη σε αυτή και για όλες τις μέλλουσες να επακολουθήσουν υπηρεσίες σ' αυτόν, ενώ δεν θα υποβάλλονταν στη δαπάνη αυτή νοσηλευόμενος δωρεάν στο νοσοκομείο "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ". Επομένως οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω ο λόγος περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 259 του ΠΚ λόγω μη αναφοράς της ποινικής διατάξεως από την οποία απορρέει η υποχρέωση του αναιρεσείοντος ως δημοσίου λειτουργού να εξασφαλίζει την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του αδαπάνος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το υπηρεσιακό καθήκον του υπαλλήλου μπορεί να απορρέει και από αυτή ταύτη τη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον αναιρεσείοντα, που ήταν τότε (Αύγουστο 2003) δημόσιος λειτουργός-ιατρός που όφειλε να παρέχει τις ιατρικές υπηρεσίες του στους περιθαλπόμενους και υποβαλλόμενους σε ιατρικές εξετάσεις στο κρατικό Νοσοκομείο "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" αμειβόμενος μόνο όπως προβλέπεται από το οικείο μισθολόγιο για τους ιατρούς του ΕΣΥ, χωρίς την καταβολή άλλης οποιαδήποτε μορφής ιδιαίτερης αμοιβής. Ακόμη, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α)ως προς την αναφορά του υπηρεσιακού καθήκοντος που αυτός παρέβη, σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η θέση που κατείχε στο ΓΝΘ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" (διευθυντής της Α' Καρδιολογικής Κλινικής) και ότι με την ιδιότητα αυτή, ως δημόσιος λειτουργός-ιατρός του ΕΣΥ, είχε υποχρέωση να ενεργήσει την στεφανιογραφία στον ασθενή-ασφαλισμένο του ΙΚΑ Π. Τ., προσφέροντας τις ιατρικές υπηρεσίες του δωρεάν, της σχετικής δαπάνης καλυπτόμενης από τον ασφαλιστικό φορέα του ως άνω ασθενούς, β)ως προς την θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, υπάρχει σαφήνεια και πληρότητα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την αναφορά ότι αυτός παρέλειπε να προβεί στην προγραμματισμένη στεφανιογραφία του ασθενούς Π. Τ. με την πρόφαση ότι υπήρχε αδυναμία κάλυψης του από ιατρούς της Καρδιολογικής Κλινικής του ανωτέρω νοσοκομείου στην περίπτωση κάποιας επιπλοκής και ανάγκης άμεσης χειρουργικής επέμβασης στον προαναφερόμενο ασθενή και υπόδειξε στο συγγενή του ασθενούς αυτού Θ. Η. να μεταβούν σε ιδιωτική κλινική και συγκεκριμένα στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης όπου υπηρετούσε ο γνωστός του ιατρός Ι. Φ. και θα κατέβαλε τα νοσήλια και τις λοιπές δαπάνες για την περίθαλψη του στην κλινική και για όλες τις μέλλουσες να επακολουθήσουν ιατρικές υπηρεσίες και ενέργειες, ενώ παραμένοντας στο νοσοκομείο "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" και νοσηλευόμενος δεν θα υποβαλλόταν στις εν λόγω δαπάνες. Τέλος οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, καθόσον ουδαμώς αναφέρονται στην κρινόμενη αίτηση ξεχωριστά πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους δύο αυτούς αναιρετικούς λόγους (για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας), αλλά περιστατικά που εμπίπτουν στο σύνολό τους στη θεμελίωση των άλλων δύο αναιρετικών λόγων (της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 259 ΠΚ) που απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, κατά τα προεκτιθέμενα. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2010 αίτηση του Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1541/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος παράβασης καθήκοντος. Τέτοιο διαπράττει και ο ιατρός του ΕΣΥ που αρνείται να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ασφαλισμένο του ΙΚΑ που προσήλθε σε «δημόσιο» νοσοκομείο όπου υπηρετούσε ο κατηγορούμενος ιατρός για τη διενέργεια στεφανιογραφίας και τον παραπέμπει σε ιδιωτική κλινική όπου εργαζόταν γνωστός του ιατρός πρώην συνάδελφός του και συνυπηρετών στο ίδιο νοσοκομείο. Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Απόρριψη των λόγων περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και περί υπέρβασης εξουσίας ως αορίστου. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
Αριθμός 820/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικόλαου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Δαρμάρο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1780/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 221/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 155 παρ.1 περ.β του ν.2960/2001 "Περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ο οποίος ισχύει από 1-1-2002, λαθρεμπορία είναι, εκτός των λοιπών αναφερομένων στο ως άνω άρθρο περιπτώσεων, "οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή των Ευρωπαϊκή Ένωση την υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 157 παρ.1 περ.β' του ιδίου ως άνω Κώδικα "Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω. Τέλος, κατά το άρθρο 158 παρ.1 του ιδίου Κώδικα "όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξαμένη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση, καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σ' αυτούς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντος Κώδικα, πολλαπλό τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ...". Από την τελευταία των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αν έχει αρχίσει η ποινική δίωξη σε βάρος κάποιου για λαθρεμπορία δεν χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 158 παρ.1 του ν. 2960/2001 για πρώτη φορά στην κατ' έφεση ή στην αναιρετική δίκη, ακόμη και αν οι δασμοί, φόροι κ.τ.λ. που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας, εμπίπτουν ήδη στο προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη όριο του ποσού τούτων, γιατί η ρητή πρόβλεψη του ως άνω χρονικού περιορισμού στην σκοπούμενη περίπτωση, αποκλείει την επ' αυτής αναδρομική εφαρμογή (κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ), μολονότι είναι επιεικέστερη (ΑΠ 70/2005). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1780/2010 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της λαθρεμπορίας που διέπραξε με την χρήση πλαστών τελωνειακών εγγράφων ως προς την ταξινόμηση αυτοκινήτου και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό της που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, χωρίς να γίνεται αυτολεξεί επανάληψη του διατακτικού στο αιτιολογικό, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 17η Απριλίου 2003 στο ... μαζί με την Μ. Π. και τον Θ. Μ. προέβησαν σε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο την υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και συγκεκριμένα προσκόμισε στο Γραφείο Συγκοινωνιών Αγρινίου πλαστά τελωνειακά παραστατικά πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό την ταξινόμηση του αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES με αριθμό πλαισίου .../Α115908, που έλαβε πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμ. ..., χωρίς να καταβάλει τους προβλεπόμενους δασμούς και φόρους που ανέρχονταν στο ποσό των 32620,78 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και τον ΚΠοινΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 του ΠΚ, 118, 142, 150, 152, 155, 157 παρ.1 εδ.β και 158 παρ.1 του ν.2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και τα σ' αυτά αναφερόμενα έγγραφα, έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν τελέσθηκε το έγκλημα της λαθρεμπορίας για το οποίο καταδικάσθηκε, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση κατ' άρθρο 137 παρ.1 του ν.2960/2001, καθόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση το λαθρεμπόρευμα ήταν κοινοτικό αυτοκίνητο (από χώρα της Ε.Ε.) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης της άσκησης της ποινικής δίωξης σε βάρος του αναιρεσείοντος, δηλονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσείων (ενεργώντας από κοινού με άλλους) επιχείρησε και πέτυχε με τη χρήση πλαστών τελωνειακών παραστατικών την ταξινόμηση αυτοκινήτου εισαχθέντος από την αλλοδαπή, χωρίς να καταβληθούν οι προβλεπόμενοι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που ανέρχονταν στο ποσό των 32670,78 ευρώ και όχι όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι εισήγαγε για πρώτη φορά από χώρα της Ε.Ε. το αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES που έλαβε πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμ. .... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ και ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί λαθρεμπορίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά απ' όλα αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτηση του Χ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1780/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λαθρεμπορία. Ταξινόμηση κοινοτικού αυτοκινήτου με τη χρήση πλαστών τελωνειακών π[πιστοποιητικών. Δεν συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση. Καταδικαστική απόφαση για το ως άνω έγκλημα. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
Αριθμός 819/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ... και 2)Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Προυσανίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΤ 401/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1039/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 4 του π.δ. 40/1977 "1.Απαντα τα είδη σφαγίων ζώων, τα σφάγια αυτών, τα προϊόντα, τα παραπροϊόντα και τα υποπροϊόντα αυτών, ως ταύτα αναφέρονται εις το άρθρον 1, υφίστανται υποχρεωτικώς, μερίμνη και ευθύνη του κατόχου των, κτηνιατρικήν επιθεώρησιν κατά τας διατάξεις του παρόντος. 2. Η κτηνιατρική επιθεώρησις των ανωτέρω ειδών, αποσκοπεί εις τον έλεγχον και τον καθορισμόν αφ' ενός της υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως αυτών και αφ' ετέρου εις τον έλεγχον της επεξεργασίας, της παρασκευής, της μεταποιήσεως ή της συντηρήσεως, από υγειονομικής και τεχνολογικής απόψεως, ως και εις τον έλεγχον απάντων των σταθεροτύπων των καθοριζομένων εις τα οικεία διατάγματα. 3. Η κτηνιατρική επιθεώρησις διενεργείται εις τα σημεία εισόδου και τελωνισμού διά τα εξαγόμενα προϊόντα, εις τα σημεία εξόδου διά τα εξαγόμενα, τους χώρους παραγωγής, συλλογής και συλλήψεως διά τα εγχώρια, ως και εις άπαντα τα στάδια της διακινήσεως, της εναποθηκεύσεως και συντηρήσεως, της επεξεργασίας και μεταποιήσεως, της διαθέσεως και καταναλώσεως αυτών. Αυτή περιλαμβάνει μακροσκοπικήν - οργανοληπτικήν εξέτασιν και ενδεχομένως, εργαστηριακήν τοιαύτην επί δείγματος." Επίσης κατά το άρθρο 13 του ως άνω π.δ "... 5. Άπαντα τα εντός της χώρας μας διακινούμενα από νομού εις νομόν, νωπά, εψυγμένα και κατεψυγμένα κρέατα, εδώδιμα παραπροϊόντα σφαγίων και πτηνά, συνοδεύονται απαραιτήτως υπό κτηνιατρικού πιστοποιητικού, εις ο αναγράφονται τα εις τας οικείας, αντιστοίχως, διατάξεις διαλαμβανόμενα στοιχεία ... . Τέλος κατά το άρθρο 15 του ιδίου Π.Δ/τος "Τα τρόφιμα αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως εις ην ταύτα ευρίσκονται και των όρων των ισχυούσης νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται ως ακολούθως : α) Κατάλληλα προς κατανάλωσιν - β) Κατάλληλα υπό χρονικόν περιορισμόν - γ) Κατάλληλα υπό προϋποθέσεις δ) Ακατάλληλα προς βρώσιν - ε) Ακατάλληλα προς κατανάλωσιν ως μη πληρούντα τας διατάξεις της ισχυούσης νομοθεσίας: Ως τοιαύτα νοούνται τα τρόφιμα τα οποία δεν πληρούν ένα ή περισσότερους όρους της σχετικής νομοθεσίας. Η τύχη τούτων καθορίζεται εις τας οικείας διατάξεις. στ) Επιβλαβή: Ως τοιαύτα νοούνται τα τρόφιμα άτινα εφ' άπαξ ή κατ' επανάληψιν λαμβανόμενα δύνανται να επιφέρουν βλάβην ή διαταραχήν εις την κανονικήν λειτουργίαν του οργανισμού του ανθρώπου άνευ βαρύτερων συνεπειών. Εν τη έννοια βλάβη της υγείας δεν περιλαμβάνονται η αλλεργία ή αναφυλαξία". Περαιτέρω κατ' άρθρο 22 του ιδίου ως άνω π.δ/τος "οι παραβαίνοντες τας διατάξεις του παρόντος τιμωρούνται κατά τα διατάξεις του ν. 248/1914 "Περί οργανώσεως της Ζωοτεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας" ως ούτος συνεπληρώθη δια του Α.Ν. 23.24-1-1936 και του Ν. 4085/1960, αμφοτέρων περί συμπληρώσεως του Ν. 248/1914. Τέλος, κατ' άρθρο 23Β παρ.1 του Ν. 248/1914 "οι παραβάτες του παρόντος νόμου και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων" τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών τουλάχιστον". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού λόγω πραγματικής ή νομικής πλάνης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. ΑΤ 401/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-5-2006 στον … στην οδό … στα ψυγεία COOL της εταιρείας Παραδοσιακός Αγρός Α.Ε. βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 1435 Kgr προϊόντα με βάση το κρέας και παρασκευασμάτων κρέατος τα οποία ήταν ακατάλληλα για κατανάλωση διότι η εταιρεία παρασκευής τους είναι η LEMI TASTY LTD με έδρα την … της οποίας είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας εργαστηρίου με τη με αρ. 4428/2003 απόφαση της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε χρόνους μεταγενέστερους της ημερομηνίας ανάκλησης αρμόδιοι κτηνίατροι διαπίστωσαν ότι η επιχείρηση δεν λειτουργούσε. Από το αναγνωσθέν τιμολόγιο προκύπτει ότι η εταιρεία ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΑΓΡΟΣ αγόρασε τα επίδικα κατασχεθέντα προϊόντα στις 17-4-2006. Πλην όμως τα τελευταία παρήχθησαν από εργαστήριο η λειτουργία του οποίου είχε ανακληθεί ήδη από το 2003 και επομένως δεν διέθεταν τα ως άνω νόμιμα πιστοποιητικά. Επομένως κατά την παράγραφο ε και στ του άρθρου 15 του π.δ 40/1977 δεν πληρούσαν τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και μπορούσαν να επιφέρουν βλάβη στην κανονική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι τελούσαν σε πραγματική πλάνη δεν αποδείχτηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ως άνω γνώριζαν με την ιδιότητα του ως νομίμων εκπροσώπων της ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΑΓΡΟΣ ΑΕ τα ως άνω λόγω και των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος για την επεξεργασία, διακίνηση εναποθήκευση και συντήρηση των επίδικων προϊόντων και παρόλα αυτά τα κατείχαν προς διάθεση. Από τη διάταξη του άρθρου 30 ΠΚ προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόσταση του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Στην πραγματική πλάνη, ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένως αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξης και μάλιστα όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 η πράξη δεν καταλογίζεται εάν ο δράστης δικαιολογημένα πίστευε άτι δικαιούτο να προβεί στην τέλεση της. Πρόκειται για τη λεγόμενη άμεση νομική πλάνη σχετικά με το άδικο, η οποία εφόσον κριθεί συγχωρητή ("συγγνωστή") αίρει τον αρχικό καταλογισμό της πράξης. Η παρέκκλιση του δράστη από τη συμμόρφωση προς το δίκαιο που αξιώνουμε από τον κανονικό άνθρωπο δεν οφείλεται εδώ σε ανικανότητα αξιολόγησης της πράξης ούτε σε στιγμιαία και συγκεκριμένη αδυναμία πρόβλεψης του αδίκου, αλλά σε διαφορετική -λαθεμένη αντίληψη του "χώρου απαξίας" της πράξης, της οποίας τα στοιχεία κατά τα άλλα πλήρως γνωρίζει (βλ. σχετ. Ι.Μανωλεδάκη, Ποινικό δίκαιο, επιτ. γεν. μέρους 1992, σελ. 562 επ., Κ. Βουγιούκα, Η σημασία της πλάνης περί το δίκαιον δια την έννοια του εγκλήματος, 1961, σελ. 257 επ., Α. Κατσαντώνη, Ποιν.Χρον. 1970,657 επ., Α. Κατσαντώνη, Ποιν.Χρον. 1970,657 επ., Ν. Παρασκευόπουλου, Φρόνημα και καταλογισμός στο Ποινικό δίκαιο, 1987, σελ. 58 επ., 143 επ., Γ. Πουλή, Η νομική πλάνη, επίστ. επ. ΔΣΘ 1980.91 επ., ΟλομΑΠ 1179/1986, Ποιν.Χρον. 1986.1008, Α. Παπαδαμάκη, αγορ. Διαρκ.Στρατ.Θεσ/νίκης 413/90 Υπέρ. 188 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά που να οδηγούν σε κρίση περί πραγματικής και νομικής πλάνης. Ενόψει των παραπάνω στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του υπό κρίση αδικήματος και επομένως απορριπτόμενων όλων των αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της κατοχής προς διάθεση ακατάλληλων προς κατανάλωση και επιβλαβών τροφίμων και επέβαλε στον καθένα αυτών ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για μία τριετία, και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για τ' οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του ΠΚ, 15 περ.ε', στ' και 22 του Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 23β παρ.1 του ν. 248/1914 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων). από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι υπάρχει αντιφατική αιτιολογία μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ιδιότητα αυτών στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΑΓΡΟΣ Α.Ε." στα ψυγεία της οποίας βρέθηκαν τα ακατάλληλα προς κατανάλωση και επιβλαβή τρόφιμα (κρέατα) και την εντεύθεν ποινική ευθύνη τους είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον από την επισκόπηση της ανωτέρω απόφασης προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται στο σκεπτικό της η ιδιότητα αυτών ως νομίμων εκπροσώπων της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας και η λόγω της ιδιότητας αυτής ποινική ευθύνη τους για την κατοχή με σκοπό τη διάθεση των ακαταλλήλων και επιβλαβών τροφίμων, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από την αναφορά στο διατακτικό ότι αυτοί ήταν ιδιοκτήτες των ψυγείων COOL της ίδιας ως άνω ανώνυμης εταιρίας. Ακόμη κατά το μέρος που πλήττουν οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών τους περί πραγματικής και νομικής πλάνης τους με την επίκληση ότι αυτοί αγόρασαν τις ποσότητες των κατεψυγμένων κρεάτων με νομότυπη αγορά από την εταιρία LEMY TASTY LDT, χωρίς να γνωρίζουν ότι τα εργαστήρια επεξεργασίας τους δεν είχαν άδεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτόν, ήτοι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας κρίση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, επισημαίνοντας ότι κατά την παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν μόνο ως κατέχοντες από πρόθεση με σκοπό τη διάθεση (μετά 16 ημέρες από την αγορά τους) ακατάλληλα και επιβλαβή τρόφιμα. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εκτίμηση των προαναφερομένων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Εξάλλου ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περί υπέρβασης εξουσίας από το δικαστήριο της ουσίας με την αιτίαση ότι αυτό καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για άλλη πράξη από εκείνη για την οποία είχε ασκηθεί σε βάρος τους η ποινική δίωξη, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του υπ' αρ. Β ..8505/24-9-2007 κατηγορητηρίου (κλητηρίου θεσπίσματος) οι δύο αναιρεσείοντες κατηγορήθηκαν για την παράβαση των άρθρων 15 περ.ε και στ και 22 του Π.Δ. 40/1977, για την πράξη δε αυτήν καταδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2010 αίτηση των: 1)Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ... και 2)Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΑΤ 401/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για καθένα αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του άρθρου 15 παρ. ε' και στ' ΠΔ 40/1977 (κατοχή προς διάθεση ακαταλλήλων στην κατανάλωση και επιβλαβών τροφίμων). Καταδικαστική απόφαση σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων ανώνυμης εταιρίας που διατηρούσε στα ψυγεία τα ακατάλληλα τρόφιμα. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 819/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EL PACK ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-12-2004 και 16-12-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3919/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν α) η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 3-9-2007 αίτησή της και β) ο ήδη αναιρεσείων με την από 26-6-2007 αίτησή του. Ο Άρειος Πάγος συνεκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις και εξέδωσε την 1871/2008 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την 3919/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τέλος, εκδόθηκε η 3216/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Η διαπίστωση από το Δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Τέτοια παραβίαση μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή αν οι ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Εξάλλου για τη σύναψη σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο την διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Το εάν όμως τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν ή όχι πρόταση και κατάρτιση συμβιβασμού, δηλαδή ο νομικός χαρακτήρας των περιστατικών αυτών, αποτελεί κρίση που υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 166 του ΑΚ προσύμφωνο είναι η σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο ενάγων είναι δικηγόρος μέλος του Δ.Σ.Α. Μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση έμμισθης εντολής, αόριστου χρόνου, με βάση την οποία συμφωνήθηκε να παρέχει αυτός από 1-4-1998 προς αυτήν νομικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος και ως ειδικός σύμβουλος της διοίκησης της εναγομένης εταιρείας, αμειβόμενος με πάγια περιοδική μηνιαία αμοιβή. Στις 10-8-2004 η εναγομένη κατάγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής και κατέβαλε σ' αυτόν ως αποζημίωση, μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και δανείων, το ποσό των 66.337,42 ευρώ. Ο τότε δικηγόρος της εκκαλούσας Γ.ς Κ. απέστειλε στον εφεσίβλητο την από 27-10-2005 επιστολή (fax), στην οποία αναφέρει επιλέξει τα ακόλουθα "Ν., μετά την συνάντηση που είχαμε θέλω και γραπτά να σου επιβεβαιώσω τα όσα συμφωνήθηκαν: 1ον) Οι πάσης φύσεως αξιώσεις και απαιτήσεις σου από την εταιρεία, τους μετόχους και μέλη του Δ.Σ. αυτής, από οποιαδήποτε αιτία και για τον οιονδήποτε λόγο, είτε αφορούν αμιγώς δικαστικές ενέργειες και νομικές συμβουλές είτε όχι, είτε αφορούν στενά την συνεργασία σου με την εταιρεία είτε την έμμεση απασχόλησή σου, συμφωνήθηκε να σου καταβληθεί το συνολικό καθαρό ποσό των ευρώ 250.000. 2ον) Το ποσό αυτό θα καταβληθεί σε 25 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, εκάστης ποσού ευρώ 10.000 αρχής γενομένης από 20-2-2006, Κ.Ο.Κ.. 3ον) Η ακριβής τυπική αιτιολόγηση, θα την καθορίσουμε από κοινού και εντός των προσεχών ημερών, προκειμένου να εξευρεθεί η φορολογικά καλλίτερη λύση, 4ον) Τότε θα συντάξουμε και το οριστικό συμφωνητικό, το οποίο θα έχει το "πνεύμα" της σημερινής συμφωνίας, τέλος 5ον) Εννοείται ότι, το δικαστήριο της 1ης Νοεμβρίου 2005 δεν θα γίνει". Στο ίδιο έγγραφο και κάτω από την υπογραφή του ως άνω δικηγόρου, ο εφεσίβλητος ανέγραψε, χειρόγραφα, την ίδια ημέρα, τις φράσεις: "Γ., συμφωνώ. Το δικαστήριο θα ματαιωθεί. Σχέδιο συμφωνητικού θα αποστείλω την Δευτέρα 31-10-2005. Υπογραφή συμφωνητικών και παράδοση επιταγών μέχρι 4-11-05", το οποίο και απέστειλε στον ως άνω δικηγόρο της εκκαλούσας. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος σύνταξε σχέδιο συμφωνητικού συμβιβασμού, το οποίο, όμως, παρά τις διορθώσεις που ακολούθησαν, τελικά δεν έγινε αποδεκτό από την εκκαλούσα εταιρεία και δεν υλοποιήθηκε. Από το έγγραφο αυτό δεν συνάγεται ομολογία της εκκαλούσας, ότι οφείλει στον εφεσίβλητο τις αγωγικές απαιτήσεις του, για διαφορές αμοιβής, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-6-1999 έως 31-12-1999 και από 1-1-2000 έως 10-8- 2004 και για αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες των ετών 1999 έως 2004, συνολικού ποσού 217.942,39 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος. Όπως μάλιστα ευθέως προκύπτει από το έγγραφο αυτό η εν λόγω συμφωνία αφορούσε "τις πάσης φύσεως αξιώσεις και απαιτήσεις του εφεσίβλητου από την εταιρεία, τους μετόχους και μέλη του Δ.Σ. αυτής, από οποιαδήποτε αιτία και για τον οιονδήποτε λόγο, είτε αφορούσαν αμιγώς δικαστικές ενέργειες και νομικές συμβουλές είτε όχι, είτε αφορούσαν στενά τη συνεργασία του με την εταιρεία είτε την έμμεση απασχόληση του" χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις παραπάνω αγωγικές αξιώσεις του. Το γεγονός δε ότι είχε διάφορες αξιώσεις τουλάχιστον κατά της εκκαλούσας εταιρείας, οι οποίες ήσαν εκκρεμείς κατά τον παραπάνω χρόνο (27-10- 2005), προκύπτει από τις αγωγές που έχει ήδη ασκήσει κατ' αυτής και ειδικότερα: α) την από 5-1-2006 (αριθμ. έκθ. κατ. δικ. 187/2007) αγωγή του, με την οποία ζητεί για αμοιβές ως μέλος του ΔΣ της εκκαλούσας για τα έτη 2002 και 2003 το ποσό των 70.850 ευρώ, β) την από 26-6-2007 (αριθμ. έκθ. κατ. δικ. 355/2007) αγωγή του, με την οποία ζητεί ως διαφορά αποζημίωσης λόγω καταγγελίας από την εκκαλούσα της μεταξύ τους έμμισθης εντολής και για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-8-2004 έως τη συζήτηση της αγωγής, το ποσό των 271.568,55 ευρώ, γ) την από 8-12-2008 (αριθμ. έκθ. κατ. δικ. 12455/2008) αγωγή του, με την οποία ζητεί ως αμοιβή για εκτέλεση έργου σχετικά με τη SOFTEX, κατά την περίοδο των ετών 2000 έως 2003, το ποσό των 248.196,63 ευρώ και δ) την από 27-7-2009 (αριθμ. έκθ. κατ. δικ. 8733/2009) αγωγή του, με την οποία ζητεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 1.000.000 ευρώ. Επομένως, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί δικαστικής και εξώδικης ομολογίας αποδοχής της εκκαλούσας να του καταβάλει τα αγωγικά ποσά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι με το ως άνω έγγραφο του δικηγόρου της εκκαλούσας και την σχετική απάντηση του εφεσίβλητου επ' αυτού, καταρτίστηκε πλήρης και ολοκληρωμένος εξώδικος συμβιβασμός, σχετικά με τις επίδικες αξιώσεις του, αφού αυτός αφενός μεν δεν ολοκληρώθηκε με τη σύνταξη του οριστικού συμφωνητικού, όπως είχε συμφωνηθεί, αφετέρου δε καμία μνεία, κατά συγκεκριμένο τρόπο για τις επίδικες αξιώσεις του, δεν γίνεται στο εν λόγω έγγραφο, ώστε να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί αν και, σε καταφατική περίπτωση, κατά ποία έκταση τυχόν τις περιελάμβανε, ενόψει μάλιστα και του ότι στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά για αξιώσεις του εφεσίβλητου όχι μόνο κατά της εκκαλούσας εταιρείας, αλλά και έναντι τρίτων (μετόχων, μελών Δ.Σ. αυτής), καθώς και από έμμεση απασχόλησή του στην εκκαλούσα. Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης είχε καταρτιστεί στις 27-10-2005, με ανταλλαγή, δια τηλεομοιοτυπίας, προτάσεως (του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης Ι. Κ.) και αποδοχής του εξώδικος συμβιβασμός για την καταβολή σ' αυτόν καθαρού μετά φόρων ποσού 250.000 ευρώ, με τον οποίο καλύπτονταν οι ένδικες αξιώσεις του, κρίθηκε από το Εφετείο απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ως άνω, πραγματικά γεγονότα, δεν προκύπτει ότι τούτο δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων στις ως άνω τηλεομοιοτυπίες μεταξύ τους και συνεπώς, με το να μη προσφύγει τούτο στις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και είναι αβάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή ότι ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα συμβιβασμός δεν ολοκληρώθηκε με την σύνταξη του οριστικού συμφωνητικού, το Εφετείο, σαφώς, δέχεται τη μη κατάρτισή του, την οποία, με σαφείς πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, επαρκώς αιτιολογεί, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του από τον Άρειο Πάγο, ως προς την μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 871 του Α.Κ., δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφασή του και ειδικότερη παραδοχή για το αν καταρτίστηκε, με την με ανταλλαγή δια τηλεμοιοτυπίας προτάσεως (του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης Ι. Κ.) και αποδοχή του αναιρεσείοντος, άλλη σύμβαση (εκτός εκείνης του συμβιβασμού), και το είδος αυτής, διότι η παραδοχή αυτή δεν είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Επομένως, δεν παραβίασε, με το να μη τις εφαρμόσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 871, 166 του Α.Κ, και 293 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. και είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, ως προς το οποίο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, αναφέρεται και η εισήγηση του Εισηγητή Δικαστή, έστω και συνοπτικά. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, διότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, ήτοι: α) Την από 8-10-2004 επιστολή του προς τον Α. Β. Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, β) το από 27-10-2005 έγγραφο του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης σε συνδυασμό με τις προτάσεις της, που υπογράφει ο ίδιος δικηγόρος της, γ) το από 31-10-2005 ηλεκτρονικό μήνυμα του αδελφού του αναιρεσείοντος προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης Ι. Κ., το από 1-11-2005 ηλεκτρονικό μήνυμα του τελευταίου προς τον αναιρεσείοντα, τα από 2-11-2005 και 23-11-2005 ηλεκτρονικά μηνύματα του αναιρεσείοντος, δ) τις από 16-12-2005 και από 5-1-2006 απαντητικές επιστολές του αναιρεσείοντος προς τον Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσίβλητης μαζί με τα αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεώς τους με αριθμούς 9154γ/20-12-2005 και 9347γ/10-1-2006 του δικαστικού επιμελητή Κ. Κ.. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο οποίο γίνεται αναφορά στο ανωτέρω με στοιχεία β' έγγραφο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, που είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρη του, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ για καταδίκη του στο υπέρμετρο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, ποσό των 9.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αμφοτέρων των βαθμών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 176 και 178 § 1 ΚΠολΔ, αντί να συμψηφίσει αυτά, κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, ή να επιβάλλει εις βάρος του μικρότερο ποσό, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, ενώ, εξάλλου, δεν ενέχει ούτε εμμέσως περιορισμό του δικαιώματος στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως και, συνεπώς, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 6/2009). Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 16-7-2010, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 3216/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο δεν δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων και συνεπώς, με το να μη προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. δεν υπέπεσε στην πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1. Με την παραδοχή ότι ο επικαλούμενος συμβιβασμός δεν ολοκληρώθηκε με την σύνταξη του οριστικού συμφωνητικού, το Εφετείο, σαφώς, δέχεται τη μη κατάρτισή του, την οποία, επαρκώς αιτιολογεί, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του, ως προς την μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 871 και 166 του Α.Κ. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα. Ο λόγος που αφορά τις πλημέλειες της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού σι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή δικονομικού δικαίου κανόνων. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ α συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
null
null
0
Αριθμός 818/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Χ. Β. του Γ. και 2)Π. Μ. του Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αριστομένη Τζανέτη, Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο και Ηλία Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ.2859/2009, 2942/2009 και 3324/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με τις ως άνω αποφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2010 κοινή αίτηση τους αναιρέσεως και τους από 27 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 834/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η 2859, 2942 και 3324/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς το έγκλημα της απάτης από κοινού με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, καθώς ως προς τη διάταξη της περί επιβολής συνολικής ποινής. Και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Τέλος να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 4-6-2010 αίτηση των Χ. Β. του Γ. και Π. Μ. του Π., κατοίκων ... και οι επ' αυτής από 27-12-2010 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 3324/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε έκαστος σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και απάτης από κοινού. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται έως ότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, ενώ κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο και των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κυρίας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι ην αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προταθεί αλλά ούτε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως. Αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, ύστερα από την από 4-2-2002 μήνυση του Θ. Ρ. με την αναφερομένη ιδιότητα του ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για τα εγκλήματα της υπεξαγωγής εγγράφου, της πλαστογραφίας και της απάτης και διενεργήθηκε από τον Πταισματοδίκη Αθηνών προανάκριση. Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν με το 30301/ 2006 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικαστούν για τα εγκλήματα της υπεξαγωγής εγγράφου από κοινού της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. και ήδη τις 73.000 ευρώ και της απάτης από κοινού από την οποία η ζημία και το όφελος υπερβαίνουν τα 25.000.000 δρχ. και ήδη τις 73.000 ευρώ. Κατά του άνω κλητηρίου θεσπίσματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν προσφυγές, οι οποίες απορρίφθηκαν με την 206/ 21-3-2006 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο της 16-6-2006, οπότε προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας υποβλήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ Β. ΑΕ" ένσταση περί της καθ' ύλην αναρμοδιότητος του δικαστηρίου εκείνου, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 41123/ 2006 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης ) για τα οποία κατηγορούντο οι άνω κατηγορούμενοι, ήταν, ως εισήχθησαν, κακουργήματα και κήρυξε αυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε τούτους για να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Κατά της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και η οποία υπέκειτο σε ένδικα μέσα, δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο και έτσι η με αυτήν παραπομπή των κατηγορουμένων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατέστη αμετάκλητη αφού σε κάθε περίπτωση απορρίφθηκε η προσφυγή τους κατά του άνω κλητηρίου θεσπίσματος με την πιο πάνω διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (ΑΠ 1259, 1260/2000). Διά του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλονται οι αιτιάσεις 1)ότι η άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και η συνακόλουθη παραπομπή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων είναι εσφαλμένη, διότι ουδέποτε ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους σε βαθμό κακουργήματος, ουδέποτε παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανάκρισης και ουδέποτε κλήθηκαν οι κατηγορούμενοι σε απολογία ενώπιον τακτικού ανακριτή και 2)ότι, λόγω μη διενέργειας των ανωτέρω ανακριτικών πράξεων στα πλαίσια κυρίας ανάκρισης, που έπρεπε να διαταχθεί λόγω της κακουργηματικής μορφής των πράξεων τούτων, παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα αυτών κατά την προδικασία και έτσι εχώρησε απόλυτη ακυρότητα κατ' αυτήν (προδικασία). Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες καθόσον, όσον αφορά την πρώτη, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ενόψει του ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στο άνω κλητήριο θέσπισμα οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται οι αναιρεσείοντες είναι κακουργηματικές, ορθώς παρέπεμψε τους κατηγορουμένους για τις πράξεις αυτές ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ως αρμοδίου καθ' υλην κατ' εφαρμογή των άρθρων 119 και 120 παρ.2 του ΚΠΔ, οι οποίες ρητώς και αδιακρίτως επιβάλλουν την παραπομπή αυτή και χωρίς την ενέργεια προηγουμένως κυρίας ανάκρισης ή απολογίας (ανακριτικής) των κατηγορουμένων, όσον δε αφορά την δεύτερη, δια της παραπομπής αυτής, γενομένης κατ' επιταγή των διατάξεων τούτων, δεν εχώρησε ακυρότητα κατά την προδικασία και δη απόλυτη, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, σε κάθε δε περίπτωση και αν υποθετικώς είχε χωρήσει τέτοια ακυρότητα, αυτή, ως αφορώσα την προδικασία και μη προταθείσα μέχρι της αμετάκλητης παραπομπής των κατηγορουμένων στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με λόγο εφέσεως ή αναιρέσεως κατά της επέχουσας θέση παραπεμπτικού βουλεύματος ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, έχει καλυφθεί. Έτσι, η εισαγωγή και εκδίκαση των κακουργηματικών τούτων κατηγοριών ενώπιον του Τριμελούς και εν συνεχεία του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, δεν πάσχει ακυρότητα και συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβαλλόμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 2859. 2942 και 3324/2009 απόφαση, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αναφορικά με τον προβαλλόμενο πρόσθετο λόγο αναίρεσης περί υπερβάσεως εξουσίας πρέπει να λεχθούν και τα ακόλουθα: Από τα άρθρα 119 και 120 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το Δικαστήριο οφείλει και πριν από την έναρξη της συζήτησης κάθε υπόθεσης που έχει εισαχθεί σε αυτό, να εξετάσει και αυτεπάγγελτα την καθ' ύλη αρμοδιότητα του με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στο κλητήριο θέσπισμα, σε περίπτωση δε κατά την οποία αυτά τα περιστατικά συνιστούν έγκλημα μη υπαγόμενο στην αρμοδιότητα του, οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και στη συνέχεια, εφόσον είναι Πολυμελές Δικαστήριο, να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να δικαιούται να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης με τη δικαιολογία ότι είναι δυνατόν να προκύψει ότι η σ' αυτό εισαχθείσα πράξη φέρει το χαρακτήρα εγκλήματος υπαγόμενου στην αρμοδιότητα του. Η παραπεμπτική απόφαση επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος, χωρίς δυνατότητα έρευνας της ύπαρξης ή όχι σοβαρών ενδείξεων, γιατί αυτές θεωρούνται δεδομένες. Περαιτέρω, το δικαστήριο που κηρύσσεται αναρμόδιο, ενεργεί ό,τι και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, η απόφαση δε αυτή υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρο 462, 463, 487 και 504 παρ. 2 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ ως λόγοι για να αναιρεθεί απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο....Η) η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν ... . Από τη άνω διάταξη προκύπτει ότι υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκηση της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση). Ειδικότερα, με τον ανωτέρω προβαλλόμενο πρόσθετο λόγο, όπως παραδεκτώς αποσαφηνίστηκε με το νομίμως κατατεθέν από 22-2-2011 υπόμνημα των αναιρεσειόντων, προβάλλεται η αιτίαση της υπέρβασης εξουσίας, η οποία συντελέστηκε με την απευθείας παραπομπή της υπόθεσης από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα των πράξεων αυτών, χωρίς όμως α) να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις κακουργηματικές αυτές πράξεις β) να έχει διενεργηθεί κυρία ανάκριση και να έχουν απολογηθεί αυτοί. Ότι έτσι, μη περαιωθείσης νομίμως της προδικασίας, ακύρως η υπόθεση εισήχθη δια κλήσεως στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και εν συνεχεία κατ' έφεση στο Πενταμελές Εφετείο, όπου και τελικώς εκδικάστηκε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον νομίμως, κατά το άρθρο 120 παρ. 2 ΚΠΔ, εχώρησε η παραπομπή της υπόθεσης από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και χωρίς προηγουμένως να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές ως κακουργηματικές, να έχει ενεργηθεί κυρία ανάκριση και να έχουν απολογηθεί οι αναιρεσείοντες σε τακτικό ανακριτή και συνακόλουθα, μετά το αμετάκλητο της παραπομπής, νομίμως εχώρησαν το Τριμελές Εφετείο και εν συνεχεία το Πενταμελές Εφετείο στην εκδίκαση της υπόθεσης και έτσι το τελευταίο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας θετικής ή αρνητικής και συνεπώς ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 216 παρ. 3 εδ. α' ΠΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση ή νόθευση πλαστού εγγράφου χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός συναυτουργού αλλά αρκεί η γνώση της προθέσεως του καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης και η βεβαίωση της θέλησης τους να συμπράξουν (Ολ.ΑΠ 50/ 1990, ΑΠ 954/ 2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, ήτοι μείωση αυτής κατά την επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας, την οποία η ξένη περιουσία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτή (ΑΠ 54/ 2010), η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/2999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)... ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25 εκατομμυρίων δραχμών ή των 73.000 ευρώ. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2859, 2942 και 3324/2009 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Β. ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Β. ΑΒΕΕ ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑΣ- ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ" ( ήδη "Β. Α.Ε. - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ") και διακριτικό τίτλο "Χ. Β. Α.Ε" που εδρεύει στη .... Τον Ιούνιο του έτους 2000 η εταιρεία αυτή εφ' ενός και η οικογένεια του Θ. Ρ. (σύζυγος και δυο τέκνα) αφ' ετέρου, κατόπιν εκδηλωθέντος ενδιαφέροντος του τελευταίου ίδρυσαν την ήδη μηνύτρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ -Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Φούρνος Β. Βορείου Ελλάδας Α.Ε.", με έδρα στο ... και αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ειδών αρτοποιίας και συναφών προϊόντων, μέλλουσα να δραστηριοποιηθεί στη Βόρειο Ελλάδα. Στη συσταθείσα αυτή εταιρεία συμμετείχαν κατά 51% η οικογένεια του Θ. Ρ. και κατά 49% η πρώτη ως άνω εταιρεία "Χ. Β. Α.Ε", ενώ ο ίδιος Θ. Ρ. ορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της συσταθείσας εταιρείας. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2000 και στα πλαίσια της συνεργασίας των ανωτέρω δυο εταιρειών η εταιρεία "Χ.. Β. Α.Ε" πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρεία "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ -Β. Α.Ε" ένα κατάστημα της επιχείρησης παρασκευής άρτου και αρτοσκευασμάτων και λιανικής πωλήσεως τους ("Φούρνος Β.") που βρισκόταν σε μίσθιο κατάστημα στο Εμπορικό Κέντρο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ -CARREFOUR" Θεσσαλονίκης/πλήρως εξοπλισμένο, αντί συνολικού τιμήματος 79.176.231 δραχμών, συμπεριλαμβανομένου του αντιστοιχούντος Φ.Π.Α., το οποίο καταβλήθηκε σταδιακά κατά τη συμφωνία των μερών σε δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις από 30-1-2001, με την έκδοση δεκατριών τραπεζικών επιταγών εκ μέρους της αγοράστριας εταιρείας, οι οποίες και πληρώθηκαν. Εν τω μεταξύ η εταιρεία "Χ.Β. Α.Ε" είχε αρχίσει προσπάθειες να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) και προκειμένου να εμφανίσει κατά το δυνατόν πιο αυξημένη εμπορική κίνηση (τζίρος) και προοπτική περαιτέρω αναπτύξεως της, που θα διευκόλυναν την είσοδο της στο χρηματιστήριο, ζήτησε δια του ως άνω εκπροσώπου της Χ. Β., πρώτου κατηγορουμένου, από τον Θ. Ρ., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της μηνύτριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ -Β. Α.Ε", να δεχθεί και να καταχωρήσει στα βιβλία της τελευταίας αυτής εταιρείας ένα τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών επί πιστώσει που θα αφορούσε δήθεν μεταβίβαση άυλων στοιχείων ("αέρας" και φήμη) του καταστήματος που κατά τα ανωτέρω είχε πωλήσει στην εταιρεία αυτή η εταιρεία του κατηγορουμένου Χ. Β.. Έτσι και λόγω των καλών σχέσεων που διατηρούσαν οι ανωτέρω Θ. Ρ. και Χ. Β. κα της εμπορικής συνεργασίας των δύο εταιρειών ο Θ. Ρ. δέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ" το υπ' αριθμ. 102/28-9-2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού μετά Φ.Π.Α. 47.200.000 δραχμών, το οποίο εξέδωσε η εταιρεία "Χ. Β. Α.Ε" και το οποίο καταχώρησε και στα δικά της βιβλία η τελευταία αυτή εταιρεία. Εν συνεχεία και επειδή το τιμολόγιο αυτό ήταν εικονικό, μη αντιπροσωπεύοντας καμία πραγματική συναλλαγή (η αναγραφόμενη ως άνω αιτία εκδόσεώς που ήταν ανύπαρκτη), ο κατηγορούμενος Χ. Β. και ο αθωωθείς πρωτοδίκως αρχικά συγκατηγορούμενός του Αθανάσιος Παπανικολάου, τότε Γενικός Διευθυντής της εταιρείας "Χ. Β. Α.Ε", φοβούμενος επικείμενον έλεγχο της εταιρείας τους από ορκωτούς λογιστές και εντεύθεν ανεύρεση ακαλύπτου του ειρημένου εικονικού τιμολογίου, ζήτησαν από τον Θ. Ρ. να καλύψει το τιμολόγιο αυτό με μια μεταχρονολογημένη επιταγή που θα εξέδιδε από στέλεχος (μπλοκ) επιταγών της εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ". Έτσι ο Θ. Ρ. περί το τέλος Ιανουαρίου 2001 εξέδωσε και παρέδωσε (25-1-2001) στον κατηγορούμενο Χ. Β., παρόντος και του Α. Π., που είχαν μεταβεί στη …, την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Εργασίας-Υποκατάστημα ..., πληρωτέα από τον αναγραφόμενο λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΑΑΔΟΣ", με ημερομηνία 31-12-2001 (μεταχρονολογημένη) και ποσό 46.876.232 δραχμών (για λόγους ταμειακούς παρουσίαζε διαφορά 323.768 δραχμών από το ποσό των 47.200.000 δρχ. του καλυπτόμενου ως άνω εικονικού τιμολογίου). Μετά από συμφωνία των μερών η επιταγή αυτή δεν έφερε α) τη σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ", ούτε β) την κανονική υπογραφή του εκπροσώπου της (Πρόεδρου κ.λ.π.) Θ. Ρ., ο οποίος έθεσε επ' αυτής μια οιονεί υπογραφή (χαρακτηρισθείσα ως "μουτζούρα"), ενώ κατά την ίδια συμφωνία γ) η επιταγή θα παρέμενε στο γραφείο της "Χ.. Β. Α.Ε" για να επιδειχθεί αν χρειαζόταν στους ορκωτούς λογιστές και θα επιστρεφόταν στον Θ. Ρ. όταν αυτός τη ζητούσε και πάντως μέχρι 31-12-2001 (φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως της), με παράλληλη κάλυψη του εικονικού τιμολογίου δι' εκδόσεως ισόποσου πιστωτικού τιμολογίου προς την εταιρεία "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ". Προς περαιτέρω δε εξασφάλιση ότι η ανωτέρω επιταγή δεν θα εμφανιστεί αλλά θα επιστραφεί στον Θ. Ρ. ο τελευταίος ζήτησε και έλαβε περί τα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου 2001 από την εταιρεία "Χ.. Β. Α.Ε" και κατόπιν συνεννοήσεως του Προέδρου της κατηγορουμένου Χ. Β. με τον Γενικό τότε Διευθυντή της Α. Π. και εντολής του τελευταίου προς τον Οικονομικό Διευθυντή της Ν. Κ. εξοφλητική απόδειξη με ημερομηνία 30-12-2001 (προηγούμενη ημέρα της ημερομηνίας της μεταχρονολογημένης επιταγής) και με το εξής περιεχόμενο, ήτοι "παραλάβαμε από την "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε." την επιταγή με αριθμό ... Τράπεζας Εργασίας, λήξης 31-12-2001 και ποσού σαράντα έξι εκατομμυρίων οκτακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων διακοσίων τριάντα δυο δραχμών, η οποία και έχει ήδη εξοφληθεί, και ουδεμία άλλη απαίτηση έχουμε", απόδειξη την οποία υπέγραψε ο προρρηθείς Οικονομικός Διευθυντής της εταιρείας "Χ.. Β. Α.Ε" Ν. Κ. υπό την εταιρική της επωνυμία, αφού είχε τεθεί και η σφραγίδα της εταιρείας στην υπογραφή του. Τον Ιούλιο μήνα του έτους 2001 άρχισαν να παρουσιάζονται διαφωνίες ως προς την συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών και ο Θ. Ρ., που ανησυχούσε για το μέλλον της συνεργασίας αυτής, ζήτησε με επιστολή του της 13-7-2001 την κατά τα συμφωνηθέντα επιστροφή της παραδοθείσης ως άνω επιταγής και την κάλυψη του εικονικού τιμολογίου με την έκδοση ισόποσου πιστωτικού τιμολογίου προς την "ΑΡΤΟΠΟΙΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε.", στην όχληση δε αυτή, και στις επακολουθήσασες όμοιες, τα προαναφερόμενα πρόσωπα της "Χ.. Β. Α.Ε", μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος Χ.. Β., τον καθησύχαζαν ότι θα τακτοποιούσαν το θέμα όπως είχε συμφωνηθεί, τη διαβεβαίωση δε αυτή διατύπωσε και εγγράφως προς τον Θ. Ρ. ο Α. Π., Γενικός Δ/ντής της εταιρείας, με την από 18-10-2001 επιστολή του, στην οποία διελάμβανε τα εξής, ήτοι "η επιταγή ή θα σου επιστραφεί ή θα τακτοποιηθεί από εμάς στις 31-12-2001 η κατάθεση και η είσπραξη". Την 30-11-2001 παραιτήθηκε ο Α. Π. από τη θέση του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας "Χ.. Β. Α.Ε" και τη θέση αυτή κατέλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος Π. Μ., ο οποίος είχε εισέλθει στην εταιρεία ατύπως μεν από τον Αύγουστο του 2001, οπότε και είχε αναλάβει ενεργό δράση σ' αυτήν, βάσει δε προσυμφώνου από 25-10-2001, και ασκούσε ουσιαστικά διοίκηση στην εταιρεία, κατόπιν συνεννοήσεως με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ. Β.. Οι δυο αυτοί κατηγορούμενοι τον Νοέμβριο του 2001 (22-11-2001) αντί να επιστρέψουν την επίδικη επιταγή στον Θ. Ρ. αποφάσισαν και την έστειλαν προς εμφάνιση (ακριβέστερα, λόγω ενεχύρου) στο υποκατάστημα της Τράπεζας …, στη …, η Τράπεζα δε αυτή, διαπιστώνοντας ότι στην επιταγή δεν είχε τεθεί η σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε.", κάλεσε τον Θ. Ρ. να θέσει τη σφραγίδα αυτή στην επιταγή, μετά την άρνηση δε του τελευταίου να πράξει τούτο την επέστρεψε (4-12-2001) στην εταιρεία των κατηγορουμένων, στην Αθήνα. Μετά την εξέλιξη αυτή και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες με εξώδικη δήλωση (επιδοθείσα την 27-12-2001 στα μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας "Χ.. Β. Α.Ε", μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος Χ.. Β., και γνωστοποιηθείσα στον Π. Μ. από το νομικό τμήμα της εταιρείας) και προφορικά εκ μέρους του Θ. Ρ., οι δυο κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 27-12-2001 έως 3-1-2002, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, έχοντας αποφασίσει να εμφανίσουν την επιταγή προς πληρωμή, από κοινού, κατόπιν δηλ, κοινής αποφάσεώς τους και με κοινή δράση, έθεσαν επί του σώματος της επιταγής πλαστή σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε.", όπου μάλιστα εκ λάθους κατά την κατασκευή (της πλαστής σφραγίδας) αναφερόταν λανθασμένα ο αριθμός του τηλεφώνου της εταιρείας, νοθεύοντας (αλλοιώνοντας) έτσι το περιεχόμενο της επιταγής αυτής ως προς την ύπαρξη της σφραγίδας της εκδότριας εταιρείας. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν οι κατηγορούμενοι προκειμένου με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας, στην οποία θα εμφάνιζαν την επιταγή, ότι η επιταγή φέρει και τη σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού οι Τράπεζες δεν δέχονταν προς εξόφληση την επιταγή χωρίς την σφραγίδα της εταιρείας αυτής (όπως ήδη είχε πράξει η Τράπεζα Πειραιώς, κατά τα προεκτεθέντα), και έτσι οι υπάλληλοι της Τράπεζας να πληρώσουν στους κατηγορουμένους το ποσό της επιταγής (46.876.232 δρχ.), άλλως να σφραγίσουν την επιταγή ελλείψει υπολοίπου (ως ακάλυπτη), σκόπευαν δε με την ίδια αυτή πράξη τους οι κατηγορούμενοι να προσπορίσουν στην εταιρεία τους "Χ.. Β. Α.Ε" περιουσιακό όφελος ύψους 46.876.232 δραχμών (ποσόν επιταγής) και ήδη 137.567, 81 ευρώ, βλάπτοντας αντιστοίχως την μηνύτρια εταιρεία "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε.", ποσό το οποίο, ως συνολικό όφελος και συνολική ζημία που επεδίωξαν οι κατηγορούμενοι, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ήδη των 73.000 ευρώ. Εν συνεχεία, την ίδια ως άνω τελευταία ημέρα 3-1-2002 κατ' εντολήν των κατηγορουμένων, που ενεργούσαν από κοινού, ως ανωτέρω, η επίμαχη υπ' αριθμ. ... επιταγή, φέρουσα πλέον και την (πλαστή) σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε.", εμφανίστηκε προς πληρωμή μέσω του ΔΗΣΣΕ από το υποκατάστημα … της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, το οποίο και σφράγισε την επιταγή ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στον οικείο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας (ακάλυπτη επιταγή). Στην ενέργεια τους αυτή, την εμφάνιση δηλαδή προς πληρωμή της νοθευμένης ως ανωτέρω από αυτούς επιταγής, προέβησαν οι κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσει η εταιρεία "Χ.. Β. Α.Ε", την οποία διοικούσαν, παράνομο περιουσιακό όφελος, με την εντεύθεν δε, εν γνώσει τους, ως προερχομένων από τους ιδίους (νόθευση επιταγής), παράσταση προς τους υπαλλήλους της Τράπεζας ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι δηλαδή η εμφανιζόμενη επιταγή έφερε εκτός της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εκδότριας εταιρείας και την εταιρική της σφραγίδα, παραπλάνησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας ως προς την εγκυρότητα της επιταγής και τους έπεισαν να δεχτούν την εμφανιζόμενη αυτή προς πληρωμήν επιταγή και να την σφραγίσουν ως ακάλυπτη, κατά τα προεκτεθέντα, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαιναν χωρίς την εταιρική σφραγίδα επί της επιταγής, με αποτέλεσμα να προξενήσουν (οι κατηγορούμενοι με την πράξη τους αυτή) ζημία στην περιουσία της μηνύτριας εταιρείας "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Β. Α.Ε." ανερχόμενη στο ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 46.876.232 δραχμών και ήδη των 137.567,81 ευρώ, το οποίο (φέρεται να) οφείλει η μηνύτρια στην εταιρεία "Χ.. Β. Α.Ε" και κατά το οποίο αυξήθηκε το παθητικό της, η ζημία δε αυτή υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ήδη των 73.000 ευρώ. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αναμφιβόλως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, συνιστούν δε τα περιστατικά αυτά, όσα αναφέρονται στην κατά τα προεκτεθέντα νόθευση της υπ' αριθμ. ... επιταγής, την εμφάνιση της προς πληρωμήν και την εντεύθεν, με τη σφράγιση της, πρόκληση της ειρημένης ζημίας στην μηνύτρια εταιρεία, τη νομοτυπική, από υποκειμενική και αντικειμενική άποψη, μορφή των εγκλημάτων της από κοινού πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, και των δύο εις βαθμόν κακουργήματος, για τις οποίες κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι και οι οποίες συρρέουν αληθώς, αφού, ως προς τη δεύτερη, πρόκειται για τετελεσμένη απάτη, που δεν απορροφάται από την πλαστογραφία μετά χρήσεως, όπως συμβαίνει με την απόπειρα απάτης που τελείται με τη χρήση πλαστού εγγράφου, η οποία και την απορροφά (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1413/2006 Ποιν.Λογ. 2006. 1316, 1452/2006, Ποιν. Λογ. 2006 .1342). Ενόψει των ίδιων ως άνω αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι α) υπήρχε νόμιμη απαίτηση της εταιρείας "Χ.. Β. Α.Ε" κατά της μηνύτριας εταιρείας κατά το ποσόν του υπ' αριθμ. 102/28-9-00 τιμολογίου (δρχ. 47.200.000) που αντιστοιχούσε στην μεταβίβαση προς αυτήν των άυλων αγαθών ("αέρας" και φήμη) και ότι επομένως το τιμολόγιο αυτό δεν ήταν εικονικό, και β) η θέση της σφραγίδας της μηνύτριας εταιρείας στο σώμα της δοθείσης υπ' αριθμ. ... επιταγής δεν είχε έννομες συνέπειες, ελέγχονται αβάσιμοι, αφού και ιδίως, ως προς μεν το δεύτερο ζήτημα, σύμφωνα με τα λεπτομερώς προεκτεθέντα, η θέση της εταιρικής σφραγίδας στην επιταγή και η εμφάνιση της προς πληρωμήν με τη σφραγίδα αυτή είχε ως αποτέλεσμα (συνέπεια) να γίνει δεκτή η επιταγή αυτή από την Τράπεζα όπου εμφανίστηκε νοθευμένη και να σφραγισθεί από την εν λόγω Τράπεζα ως ακάλυπτη, πράγμα που δεν θα συνέβαινε χωρίς την κατά τα ειρημένα νόθευση της επιταγής, ως προς σε το πρώτο ζήτημα αα) δεν αποδείχθηκε καμία ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ των μερών για μεταβίβαση με ιδιαίτερο τίμημα των προειρημένων άυλων αγαθών του πωληθέντος καταστήματος (Φούρνος Β.) της εταιρείας "Χ.. Β. Α.Ε" προς τη μηνύτρια εταιρεία, ββ) το εμφανιζόμενο ως έσοδο ως άνω ποσόν του τιμολογίου ήταν κρίσιμο, κατά τα επίσης λεπτομερώς εκτεθέντα, για την είσοδο της εταιρείας "Χ. Β. Α.Ε" στο Χρηματιστήριο Αθηνών, την οποία επεδίωκε η διοίκηση της εταιρείας αυτής, ενώ γγ) η κάλυψη του υπ' αριθμ. 102 (εικονικού) τιμολογίου με την έκδοση της επιταγής ήταν αναγκαία για να μην φαίνεται εκκρεμής και μετέωρη η αναφερόμενη σ' αυτό ως συναλλαγή κατά τον επικείμενο έλεγχο των ορκωτών λογιστών (λογιστική τακτοποίηση του τιμολογίου). Ας σημειωθεί δε ειδικότερα ότι οι εκθέσεις του ελέγχου και του επανελέγχου των δύο εταιρειών από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, τις οποίες επικαλούνται οι κατηγορούμενοι και οι οποίες συμπεραίνουν ότι το ανωτέρω τιμολόγιο αντιπροσώπευε πραγματική συναλλαγή και δεν ήταν εικονικό, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση το δικαστήριο, ενόψει ιδίως του ότι α) οι εκθέσεις αυτές , όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, δεν έχουν λάβει υπ' όψη τους και δεν έχουν αξιολογήσει τα αποδεικνυόμενα εδώ γεγονότα, όπως αυτά λεπτομερώς εκτέθηκαν ανωτέρω και από τα οποία προκύπτει μη ύπαρξη πραγματικής συναλλαγής για την οποία να εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο, και β) το επιχείρημα τους, εκτός των άλλων, ότι η πραγματική συναλλαγή προκύπτει από την καταχώρηση του τιμολογίου στα βιβλία και των δυο εταιρειών είναι αστήρικτο, αφού το (εικονικό αυτό) τιμολόγιο εκδόθηκε ακριβώς γι' αυτόν τον σκοπό, να καταχωρηθεί δηλ. στα βιβλία των εταιρειών ώστε να εμφανίζεται η φερόμενη ως συναλλαγή στα βιβλία των εταιρειών αυτών και να είναι έτσι δυνατή η επίκληση της από την εταιρεία "Χ.. Β. Α.Ε" για τον σκοπό για τον οποίο ζητήθηκε (αύξηση των συναλλαγών ("τζίρου") της εταιρείας, για την είσοδο της στο χρηματιστήριο), επίκληση η οποία δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την καταχώρηση αυτή (ανύπαρκτη συναλλαγή). Αλλά και οι βασικοί απολογητικοί ισχυρισμοί των ιδίων κατηγορουμένων ότι δεν γνωρίζουν πώς τέθηκε η σφραγίδα της μηνύτριας εταιρείας στην επιταγή και ότι "κάποιος την έβαλε εν αγνοία τους", ελέγχονται προδήλως αβάσιμοι, τούτο δε επίσης ενόψει των προεκτεθέντων και αφού ληφθούν υπ' όψη ακόμη και τα εξής, ήτοι α) ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Β.,ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "Χ. Β. Α.Ε", κατηύθυνε και ήλεγχε τις εργασίες της εταιρείας, βρισκόμενος σε στενή συνεργασία με τους ειρημένους Α. Π., Γενικό Διευθυντή και συντάκτη της προρρηθείσης από 18-10-2001 καθησυχαστικής επιστολής προς τον Θ. Ρ., και Ν. Κ., Οικονομικό Διευθυντή και συντάκτη, κατά τον Ιανουάριο του 2001, της ανωτέρω εξοφλητικής απόδειξης με φερόμενη ημερομηνία 30-12-2001, και όλες τις προαναφερθείσες μεθοδεύσεις για την είσοδο της εταιρείας του στο χρηματιστήριο τις αποφάσισε και τις εκτέλεσε ο ίδιος, σε συνεργασία με τους ανωτέρω συνεργάτες του, των οποίων γνώριζε όλες τις κινήσεις, όπως και εκείνες της συντάξεως και παραδόσεως στον Θ. Ρ. της ως άνω επιστολής και εξοφλητικής απόδειξης, β) ο δεύτερος κατηγορούμενος Π. Μ., ασκώντας, όπως προαναφέρθηκε, από τον Αύγουστο του έτους 2001 ατύπως, αλλά ουσιαστικά, διοίκηση στην εταιρεία "Χ. Β. Α.Ε" και βρισκόμενος επίσης σε στενή συνεργασία με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ. Β., γνώριζε καλά τις εργασίες της εταιρείας και τις εκκρεμότητες της, όπως αυτή του επίμαχου τιμολογίου και της επιταγής, έλαβε γνώση, και κατά την ομολογία του ιδίου, από το νομικό τμήμα της εταιρείας, της προρρηθείσης από 27-12-2001 εξώδικης δήλωσης του Θ. Ρ. (διαμαρτυρία για την αποστολή - εμφάνιση της επιταγής στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία ζήτησε από τον τελευταίο να θέσει τη σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας στην επιταγή), και μαζί με τον Χ. Β. συναποφάσισαν και προέβησαν στις προαναφερθείσες περαιτέρω ενέργειες της νόθευσης της επιταγής και της εμφάνισής της προς πληρωμήν, μετά την οποία και σφραγίστηκε η επιταγή ως ακάλυπτη, ενέργειες οι οποίες και δεν μπορούσαν να γίνουν χωρίς και την δική του θέληση (συμμετοχή),και, τέλος, γ) και οι δύο κατηγορούμενοι, αν και, όπως ισχυρίζονται, δεν γνώριζαν τα περί της επιταγής κ.λ.π.; ουδέποτε ερεύνησαν το ζήτημα της νόθευσης και της εμφάνισης της επιταγής, και ουδέποτε ζήτησαν ευθύνες από κανέναν εντός ή εκτός της εταιρείας για τις ενέργειες αυτές, ούτε από τους ανωτέρω Α. Π. και Ν. Κ., συντάκτες της επιστολής και της εξοφλητικής απόδειξης, αντίστοιχα, παρότι οι ενέργειες αυτές τους κατέστησαν κατηγορουμένους για κακουργηματικές πράξεις και τα ειρημένα έγγραφα των Π. και Κ. είναι άκρως επιβαρυντικά γι' αυτούς (κατηγορουμένους), περαιτέρω δε οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν έσπευσαν να αποκαταστήσουν τη ζημία του Θ. Ρ., παρότι αποδέχονται (βλ. απολογία τους) ότι νοθεύτηκε η επιταγή, αλλά συνέχισαν (και συνεχίζουν) την σφοδρή αντιδικία με τον τελευταίο (Θ. Ρ.) σχετικά με την επιταγή αυτή. Μετά από αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ως άνω κακουργηματικών πράξεων, όπως ορίζεται στο διατακτικός με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς ( άρθρο 84 παρ. 2ε Π.Κ.) ο πρώτος και του πρότερου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.) ο δεύτερος, που τους αναγνωρίστηκαν πρωτοδίκως". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες των αξιόποινων κακουργηματικών πράξεων της πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση από κοινού και της απάτης από κοινού. Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς το έγκλημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως από κοινού και ειδικότερα, διότι δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα από ποιά συγκεκριμένα περιστατικά συνήγαγε την κατά συναυτουργία νόθευση της επίμαχης τραπεζικής επιταγής και τη γνώση τους ότι η επιταγή αυτή είχε παραδοθεί στην εταιρεία "Χ. Β. ΑΕ" χωρίς τη σφραγίδα της μηνύτριας εταιρείας και επιπλέον δεν παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις έννομες σχέσεις της νοθεύσεως. Από τις προπαρατεθείσες, όμως, παραδοχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του όσον αφορά την κακουργηματική πλαστογραφία, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου. Ειδικότερα, ως προς τις διαλαμβανόμενες ως άνω επί μέρους αιτιάσεις σε σχέση με το έγκλημα τούτο α) εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συναυτουργική δράση των αναιρεσειόντων στη νόθευση της επίμαχης επιταγής, καθώς και τη γνώση τους ότι η επιταγή αυτή είχε παραδοθεί στην εταιρεία "Χ. Β. ΑΕ" χωρίς σφραγίδα, αφού κατά τις σχετικές παραδοχές "οι δύο κατηγορούμενοι αντί να επιστρέψουν την επίδικη επιταγή στο Θ. Ρ....την έστειλαν προς εμφάνιση (ακριβέστερα λόγω ενεχύρου) στο υπ/μα της Τράπεζας Πειραιώς η οποία διαπιστώνοντας ότι δεν είχε τεθεί η σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας ...κάλεσε τον Θ. Ρ. να θέσει τη σφραγίδα αυτή και μετά την άρνηση του την επέστρεψε στην εταιρεία των κατηγορουμένων...Μετά την εξέλιξη αυτή και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες με εξώδικη δήλωση (επιδοθείσα την 27.12.2001 στα μέλη του ΔΣ της εταιρείας Χ. Β. ΑΕ, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος Χ. Β., και γνωστοποιηθείσα στον Π. Μ. από το νομικό τμήμα της εταιρείας) και προφορικά εκ μέρους του Θ. Ρ., οι δύο κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 27/12-2001 έως 3.1.2002, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους, έχοντας αποφασίσει να εμφανίσουν την επιταγή προς πληρωμή, από κοινού, κατόπιν δηλαδή κοινής αποφάσεως τους και με κοινή δράση, έθεσαν επί του σώματος της επιταγής πλαστή σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας ..., όπου μάλιστα εκ λάθους κατά την κατασκευή (της πλαστής αυτής σφραγίδας) αναφερόταν λανθασμένα ο αριθμός τηλεφώνου της εταιρείας, νοθεύοντας (αλλοιώνοντας) έτσι το περιεχόμενο της επιταγής αυτής ως προς την ύπαρξη σφραγίδας της εκδότριας εταιρείας". Εξάλλου, δεν απαιτείτο αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών αναιρεσειόντων αλλά αρκούσε η γνώση της προθέσεως του καθενός προς τέλεση της πράξεως αυτής και η βεβαίωση της θέλησης τους να συμπράξουν. Περαιτέρω διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην πράξη τους αυτή, προκειμένου με τη χρήση της νοθευμένης επιταγής να παραπλανήσουν του υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας ως προς τη γνησιότητα της επιταγής, ότι δηλαδή έφερε και τη γνήσια σφραγίδα της εγκαλούσας εταιρείας, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού έτσι φαίνεται ως οφειλέτρια εκ της επιταγής αυτής η εγκαλούσα εταιρεία και περαιτέρω, οι τράπεζες δεν δέχονταν προς εξόφληση την επιταγή χωρίς τη σφραγίδα της εταιρείας αυτής, προκειμένου να προβούν στην πληρωμή τους ή να σφραγίσουν αυτή ως ακάλυπτη ..., σκόπευαν δε με την ίδια πράξη τους να προσπορίσουν στην εταιρεία τους περιουσιακό όφελος 137.567, 81 ευρώ. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά τη συναυτουργική δράση των αναιρεσειόντων στην αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας και τις έννομες συνέπειες εκ του εγκλήματος αυτού είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις όσον αφορά το έγκλημα τούτο αναφέρονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες. Εξάλλου με το δεύτερο και τελευταίο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης από κοινού: α)εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ με την παραδοχή ότι η μηνύτρια εταιρεία υπέστη περιουσιακή ζημία από τη σφράγιση της επιταγής, η οποία σφράγιση, όμως, δεν αποτελεί περιουσιακή διάθεση, σε κάθε δε περίπτωση, η απάτη δεν είναι τετελεσμένη αλλά σε απόπειρα και β) στερείται αιτιολογίας ως προς την από κοινού τέλεση της απάτης, διότι δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά της συναυτουργικής δράσεως αυτών, ενώ περαιτέρω δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή ότι κατ' εντολή αυτών εμφανίστηκε η νοθευμένη επιταγή προς πληρωμή από το κατάστημα Ε. Α., με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ποιός και με ποιο τρόπο τέλεσε την απάτη. Κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η άνω νοθευθείσα τραπεζική επιταγή κατ' εντολή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων εμφανίστηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ και σφραγίστηκε, ελλείψει επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας, με αποτέλεσμα να προξενήσουν ζημία στην περιουσία της εταιρείας αυτής "ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ Β. ΕΛΛΑΔΟΣ Β. ΑΕ", ανερχόμενη στο ιδιαιτέρως μεγάλο ποσό των 46.876.232 δρχ. και ήδη των 137.567, 81 ευρώ, ήτοι στο ποσό της επιταγής, το οποίο φέρεται να οφείλει η μηνύτρια εταιρεία στην εταιρεία "Χ. Β. ΑΕ" και κατά το οποίο αυξήθηκε το παθητικό της. Κατά τις παραδοχές όμως αυτές, που αναφέρονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η μηνύτρια εταιρεία δεν υπέστη ισόποση με το ποσόν της πλαστής αυτής (νοθευθείσας) επιταγής περιουσιακή βλάβη, αφού το ποσό της επιταγής αυτής δεν εισπράχθηκε από τους κατηγορουμένους από το λογαριασμό της μηνύτριας στην τράπεζα αυτή, ήτοι δεν εχώρησε δια της επιδιώξεως πληρωμής του ποσού της πλαστής αυτής επιταγής περιουσιακή διάθεση εκ της περιουσίας της μηνύτριας εταιρείας προς την εταιρεία "Χ.Β. ΑΕ", αλλά απλώς σφραγίστηκε, πράξη (σφράγιση) η οποία πιστοποιεί μόνο την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Με την εμφάνιση και τη σφράγιση της επιταγής αυτής ως ακάλυπτης, δεν αυξήθηκε το παθητικό της περιουσίας της μηνύτριας κατά το ποσό της επιταγής, αφού, λόγω της πλαστότητας της επιταγής, δεν εγεννήθη απαίτηση της εταιρείας "Χ. Β. ΑΕ" κατά της μηνύτριας εταιρείας κατά το ποσό της επιταγής. Η μόνη ζημία της μηνύτριας, περί της οποίας δεν πρόκειται εν προκειμένω, μπορούσε να είναι η δικαστική δαπάνη της μηνύτριας προς άρση της αβεβαιότητας εκ της επιταγής αυτής ως πλαστής (ΑΠ 520/1998). Άλλο είναι το θέμα της τυχόν τελέσεως του εγκλήματος της απόπειρας απάτης εκ της άνω συμπεριφοράς των κατηγορουμένων εις βάρος της μηνύτριας εταιρείας. Έτσι, με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι εκ της άνω απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων επήλθε περιουσιακή βλάβη εις βάρος της μηνύτριας εταιρείας, ισόποση με το ποσό της επιταγής αυτής, που όμως δεν πληρώθηκε αλλά απλώς σφραγίστηκε ως ακάλυπτη, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, αφού, κατά τις παραδοχές ελλείπει το αντικειμενικό στοιχείο της περιουσιακής βλάβης που απαιτείται για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το μέρος που κήρυξε ενόχους και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από κοινού και συνακόλουθα και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ) και να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά ως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 2859, 2942 και 3324/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς το έγκλημα της απάτης από κοινού με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ καθώς και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής συνολικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 4-6-2010 αίτηση του Χ. Β. του Γ. και Π. Μ. του Π., καθώς και τους από 27-12-2010 προσθέτους λόγους, για αναίρεσης της 2859, 2942 και 3324/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το δικαστήριο οφείλει και πριν την έναρξη της συζήτησης να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την καθ' ύλην αρμοδιότητά του με βάσει τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στο κλητήριο θέσπισμα, σε περίπτωση δε που τα περιστατικά αυτά συνιστούν έγκλημα μη υπαγόμενο στην αρμοδιότητά του κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο και εφόσον είναι πολυμελές παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο χωρίς να δικαιούται να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Υπέρβαση εξουσίας θετική – αρνητική. Όταν είναι κακούργημα δεν υπάρχει υπέρβαση για το ότι δεν έχει ενεργηθεί κύρια ανάκριση και νομίμως εισάγεται στο δικαστήριο που παραπέμφθηκε. Πλαστογραφία. Απάτη. Όταν το ποσό της πλαστής επιταγής δεν εισπράχθηκε η παθούσα δεν υπέστη ζημία. Η μόνη ζημία μπορούσε να είναι η δικαστική δαπάνη της μηνύτριας προς άρση της αβεβαιότητας εκ της επιταγής ως πλαστής. Είναι νοητή η απόπειρα απάτης αν επεχειρείτο η είσπραξη της πλαστής επιταγής. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης περί απάτης. Αναιρεί εν μέρει.
null
null
0
Αριθμός 813/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Θ. Τ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2100/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Τ. του Γ.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 140/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 102/11.4.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:" (Ι) To A' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2100/28.7.2010 απόφασή του καταδίκασε (κατ' έφεση) τον Θεόδωρο Τσουβαλάκη του Γεωργίου, κρατούμενο στις αγροτικές φυλακές ..., ο οποίος στη σχετική δίκη ήτο παρών, για διακεκριμένη κλοπή από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, με το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 παρ. 2ε' ΠΚ (βλ. ΑΠ 610/96, ΑΠ 813/96, ΑΠ 1100/96, ΑΠ 637/2003, ΑΠ 291/2003 ). Η άνω απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5.8.2010 (βλ. την από 29.9.2010 οικεία βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέα). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ίδιος στις 9.9.2010 ενώπιον του Διευθυντού του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης ..., την υπ' αριθμ. 7/9.9.2010 αίτηση αναίρεσης, στην οποία προβάλλει ως λόγους αναίρεσης επί λέξει ότι "δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα πραγματικά περιστατικά και δεν υπήχθηκαν στο σωστό κανόνα δικαίου, προσθέτους δε λόγους και στοιχεία θα υποβάλλουν εγγράφως οι συνήγοροί μου εν καιρώ " (βλ. την ως άνω αίτηση αναίρεσης και το από 29.9.10 υπόμνημα του). (ΙΙ) Επειδή κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., το ένδικο μέσο που ασκείται χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων είναι και πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτο και δη αυτεπαγγέλτως και χωρίς άλλο. Μεταξύ των διατάξεων που καθιερώνουν τις διατυπώσεις που πρέπει να τηρούνται είναι και αυτή του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικό και γενικό κανόνα για όλα τα ένδικα μέσα, αφού η ως άνω έκθεση ενδίκου μέσου αποτελεί το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, από το οποίο πρέπει να προκύπτει σαφώς το παράπονο ή τα παράπονα του ασκούντος το ένδικο μέσο. Επίσης από τη δήλωση αυτή προκύπτει το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, το νόμω παραδεκτό του λόγου κλπ. Η τήρηση της παραπάνω διατυπώσεως καθίσταται πιο επιβεβλημένη όταν πρόκειται περί αναιρέσεως ως εκ της φύσεώς της. Έτσι, στην έκθεση αναιρέσεως πρέπει να περιέχονται σαφώς και συγκεκριμένως οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή (βλ. ΑΠ 2122/2005, ΑΠ 88/2005, ΑΠ 1527/2005 κ.ά.). Ειδικότερα δε για τον λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να εξειδικεύεται σε τί συνίσταται αυτή και δη σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης (βλ. ΑΠ 1018/2000, ΑΠ 1649/84, ΑΠ 1339/2005, ΑΠ 196/2004, ΑΠ 1617/86, ΑΠ 90/2000, ΑΠ 565/2000, ΑΠ 349/2001 κ.ά.). Έτσι και για το δεδικασμένο (βλ. ΑΠ 1622/2000, ΑΠ 1182/73, ΑΠ 1426/98, ΑΠ 1737/2000, ΑΠ 1880/2003 κ.ά.). Μάλιστα δε σε μία τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για έρευνα των αυτεπαγγέλτως εξεταζομένων λόγων, αφού το σχετικό άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ. προϋποθέτει την ύπαρξη τυπικώς εγκύρου έκθεσης αναίρεσης, ήτοι αναίρεσης που περιέχει τουλάχιστον ένα σαφή και ορισμένο (παραδεκτό) λόγο -βλ. ΑΠ 220/2002, ΑΠ 1655/2001, ΑΠ 443/2004-, ούτε για δυνατότητα προσθέτων λόγων ή συμπλήρωση λόγων αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έξω από την έκθεση αναίρεσης (βλ. ΑΠ 1436/2001, ΑΠ 238/2003, ΑΠ 19/2005, ΑΠ 406/06 και ΑΠ 2397/04). Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι δεν περιέχει κανένα λόγο σαφή και ορισμένο έτσι ώστε να μπορεί να γίνει αντικείμενο εκτιμήσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως (1) κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 7/9-9-2010 αίτηση αναίρεσης του Θ. Τ. του Γ., κρατουμένου στις αγροτικές φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμ. 2100/2010 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και (2) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 20-3-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 19/2001). Εξάλλου για να είναι σαφής και ορισμένος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά της με αριθμό 2100/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Διευθυντή του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης ..., περιεχόμενη στην από 9-9-2010 έκθεση αναιρέσεως. Με αυτή ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως γιατί, κατά λέξη, "δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα πραγματικά περιστατικά και δεν υπήχθησαν στο σωστό κανόνα δικαίου". Κατά το πρώτο σκέλος της η αιτίαση αυτή, της μη ορθής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί δε συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο παραπάνω άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω ως προς το σκέλος της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν, ούτε προσδιορίζεται η πλημμέλεια, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Οι ανωτέρω αορίστως διατυπούμενοι στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι δε μπορούν να συμπληρωθούν παραδεκτά με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, όπως στο εγχειρισθέν στη γραμματέα ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών από 29-9-2010 υπόμνημα του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1485/2009). Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι Με τα δεδομένα αυτά, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το άνω απαράδεκτο και τη μη εμφάνιση του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας των λόγων αυτής (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ.1 ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Θ. Τ. του Γ., περί αναιρέσεως της με αριθμό 2100/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη της αναιρέσεως λόγω αοριστίας λόγων αναιρέσεως. 1) Για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. 2) Για να είναι ορισμένος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως. 3) Οι αορίστως διατυπούμενοι στην έκθεση αναιρέσεως λόγοι δε μπορούν να συμπληρωθούν παραδεκτά με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, όπως στο εγχειρισθέν στη γραμματέα ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών υπόμνημα του αναιρεσείοντος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 812/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2509/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Α. Λ. του Ν., 2) Α. Μ. του Β. και 3) Ε. Π. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 71/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 94/6-4-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 165/30-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2509/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε την 7-12-2010, δηλαδή πριν από τη θέση σε ισχύ του Ν. 3904/2010 (23-12-2010), εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 34 Ν. 3904/23-12-2010, αλλά και πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/30-6-2003, μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά βουλευμάτων: α) που παύουν προσωρινώς ή οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσουν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση όμως του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούταν πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30.6.2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 360/2010). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 2509/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 2740/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εφόσον όμως την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε ο αναιρεσείων με την προαναφερθείσα ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντα, αυτή (αναίρεση) ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ). Ανεξάρτητα όμως από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για τον εξής επιπρόσθετο λόγο. Από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, που, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνον αναίρεση" και μετά την εν λόγω τροποποίηση απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος", προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 2509/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή του κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 2740/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται και για τον λόγο αυτό να ασκηθεί αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 165/30.12.2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2509/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ 1 ΚΠοινΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ίσχυσε, κατά το άρθρο 61 αυτού, από 30.6.2003 και πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. γ του ν 3904/2010, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ. Π. προσβάλλεται το υπ' αριθ.2509/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθ. 363/2010 έφεση του κατά του υπ' αριθ. 2740/2010 εν μέρει απαλλακτικού και εν μέρει παύσαντος οριστικά την ποινική δίωξη για τους κατηγορουμένους Α. Λ. του Ν., Α. Μ. του Β. και Ε. Π. του Α. βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών Σύμφωνα, όμως, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 482 § 1 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση της, δηλ. και κατά το χρόνο που εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, το τελευταίο δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα. Πρέπει, επομένως, και αφού ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Παπουτσής, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως, ειδοποιήθηκε στις 12.4.2011 να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και δεν εμφανίσθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 165/30.12.2010 αίτηση του Χ. Π. του Μ., για αναίρεση του υπ' αριθ. 2509/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε έφεσή του κατά εν μέρει απαλλακτικού και εν μέρει παύσαντος οριστικώς την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είναι απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 811/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Διαλινάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1698/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 236/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 § 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1698/2010 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ένοχο, σε δεύτερο βαθμό, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25.8.2003 στο Κερατσίνι, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον της εγκαλούσας Ζ.-Π. Ξ., συζύγου του, σε διάσταση, κατά τη διάρκεια διαπληκτισμού που έλαβε χώρα μεταξύ αυτών στη συζυγική κατοικία, και εκσφενδόνισε εναντίον της μια φοντανιέρα κρυστάλλινη με αποτέλεσμα να της προκαλέσει μώλωπες στο δεξί μάγουλο. Ο τρόπος με τον οποίον έδρασε ο κατηγορούμενος, το βαρύ αντικείμενο που χρησιμοποίησε (κρυστάλλινη φοντανιέρα) και το ευπαθές σημείο του σώματος της παθούσης που έπληξε (πρόσωπο) μπορούσε να προκαλέσει στην τελευταία βαριά σωματική βλάβη". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 309 σε συνδυασμό με 308 του ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πως προκλήθηκε η σωματική κάκωση στην παθούσα, το μέσο με το οποίο έγινε αυτό (φοντανιέρα κρυστάλλινη) και το σημείο στο οποίο επλήγη αυτή (δεξί μάγουλο). Περαιτέρω, εκτίθεται ότι από τον τρόπο, με τον οποίο τελέσθηκε η άνω πράξη του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από το σημείο του σώματος της παθούσης, το οποίο επλήγη και το οποίο κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ'αυτήν, βαριά σωματική βλάβη, εξειδικεύοντας έτσι ποια από τις δυο διακινδυνεύσεις συνέτρεξε. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικώς για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το είδος διακινδυνεύσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13.1.2011 αίτηση του Ν. Π. του Γ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 1698/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το είδος διακινδύνευσης.
null
null
0
Αριθμός 809/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1711/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 703/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4-12-2010 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... του Α.Τ. ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 19-1-2011. Τότε αναβλήθηκε, η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 61/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η από κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-5-2010 αίτηση του Θ. Π. του Σ., για αναίρεση της 1711/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 810/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 37-45/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Β. Π. του Α., 2. Χ. Γ. του Ι. και 3. S. S. του J. και 4. F. D. του S., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Αυγούστου 2010 αίτησή του, καθώς και στο από 8 Οκτωβρίου 2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1177/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1-10-2010 αποδεικτικό επίδοσης της Γραμματέα στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης ... Μ. Κ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 19-1-2011. Τότε αναβλήθηκε, η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 63/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η από κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-8-2010 αίτηση του Μ. Σ. του Γ. για αναίρεση της 37-45/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 818/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Βαγενά. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2052/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7243/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με το άρθ. 3 ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών ορίζεται ότι: "Ι. Το άρθ. 9 παρ. 1-3 του Π.Δ/τος της 27.6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων" αντικαθίσταται ως ακολούθως: "1. Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται: α) Μετά προηγουμένην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας, ή, όπου δεν υφίσταται τοιαύτη, εις την αρμοδίαν Αστυνομικήν Αρχήν, εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, αντίγραφον της οποίας, τεθεωρημένον παρά της Επιθεωρήσεως Εργασίας, δέον να αναρτάται εις εμφανές μέρος του τόπου εργασίας. Κατ' εξαίρεσιν εις τας υπό στοιχείον α, β και γ περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος, δύναται να επιδίδεται η αναγγελία, το βραδύτερον, εντός της επομένης ημέρας από της ενάρξεως της υπερωριακής απασχολήσεως. β) Yπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας, προ πάσης χρησιμοποποήσεώς του. Εις την επιδιδομένην αναγγελίαν περί της υπερωριακής απασχολήσεως, ως και εις το τηρούμενον υπό του εργοδότου, κατά τα άνω, ειδικόν βιβλίον υπερωριών, αναγράφονται εις ειδικάς ταυτοσήμους στήλας αα) η αιτία, δι' ην η υπερωριακή απασχόλησις, ββ) αι τροποποιήσεις τας οποίας επέφερεν ο εργοδότης, προσωρινώς, εις τας συνήθεις ώρας εργασίας, γγ) το ονοματεπώνυμον και η ειδικότης των μισθωτών ή ο αριθμός των απασχοληθησομένων μισθωτών κατ' ειδικότητα και τμήμα, δδ) η ημερομηνία πραγματοποιήσεως της υπερβάσεως, εε) η ώρα ενάρξεως και λήξεως της υπερβάσεως και στστ) εν περιπτώσει αναπληρώσεως απωλεσθεισών ωρών, υπεύθυνος δήλωσις περί των απωλεσθεισών ωρών και του τρόπου αναπληρώσεώς των. Εις το ειδικόν βιβλίον υπερωριών απαιτείται και υπογραφή του μισθωτού εις ειδικήν στήλην, εφ' όσον ούτος δεν υπογράφει εις εξοφλητικήν μισθολογικήν κατάστασιν. Το ειδικόν βιβλίον υπερωριών τίθεται, οσάκις ζητείται, εις την διάθεσιν των οργάνων της Επιθεωρήσεως Εργασίας και των οργάνων των φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως, αντίγραφον δε τούτου υποβάλλεται εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας κατά τους μήνας Μάιον και Οκτώβριον εκάστου έτους. Η αρμοδία αρχή υποχρεούται να χορηγεί αντίγραφον της επιδοθείσης αναγγελίας περί υπερωριακής απασχολήσεως εις τον έχοντα έννομον συμφέρον μισθωτόν. 2. Προκειμένου περί εργοδότου χρησιμοποιούντος μηχανογραφικόν σύστημα, δεν απαιτείται η υπογραφή του μισθωτού εις το ειδικόν βιβλίον υπερωριών, εφ' όσον υπογράφει ούτος εις εξοφλητικήν μισθολογικήν κατάστασιν, εις ειδικήν στήλην της οποίας αναγράφονται αι πραγματοποιηθείσαι ώραι υπερωριακής εργασίας ως και η αντιστοιχούσα εις ταύτας πρόσθετος αμοιβή. 3. Εξαιρετικώς προκειμένου περί ανειδικεύτων εργατών, η υπερωριακή απασχόλησις πέραν των 120 ωρών ετησίως, επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγουμένης αδείας της Επιθεωρήσεως Εργασίας, παρεχομένης εφ' όσον κατά την αντίστοιχον περίοδον δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άνεργοι εις το Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας". II. Εν περιπτώσει μη πραγματοποιήσεως ή διακοπής υπερωριακής απασχολήσεως, περί της οποίας επεδόθη κατά την παρ. 1 του παρόντος, έγγραφος αναγγελία εις την αρμοδίαν Αρχήν υποχρεούται ο εργοδότης να αναγγείλει τούτο ανυπερθέτως εντός 24ώρου εις την αυτήν Αρχήν, άλλως θεωρείται πραγματοποιηθείσα η υπερωριακή απασχόλησις. ΙΙΙ. Τα άρθρα 5, 10, 11, 12 και 17 του Π.Δ/τος της 27.6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων" καταργούνται". Περαιτέρω, κατ' άρθ. 8 § 4 του ως άνω ν.δ. 515/1970, η οποία προστέθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 264/1973 και όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθ. 74 § 11 ν. 3863/2010 κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, με αποφάσεις του Υπουργού Απασχόλησης (Εργασίας), που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών ενγένει, ως και του δημοσίου και των ΝΠΔΔ επιπλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, σε περιπτώσεις (α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απόλυτα επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολή, (β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, για δε την κατά τα παραπάνω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά 75%. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη του τύπου της προηγουμένης έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ. Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και ορισμένους, περιοριστικά αναφερόμενους, λόγους (επείγουσας φύσης εργασία, εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στη Εφημερίδα της Κυβέρνησης, πρέπει δε ν' αναφέρουν την συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχόλησης εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα ισχύος τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζονται ονομαστικά σ' αυτές οι μισθωτοί που θα εργασθούν υπερωριακά, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της αντίστοιχης απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοί από τους μισθωτούς του θα εργασθούν υπερωριακά. Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσης εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απόλυτα επιβαλλομένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική αρχή, δηλ. στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ΔΕΗ ΑΕ, επί αγωγής του αναιρεσείοντος κατ' αυτής με αντικείμενο αξιώσεις του από παράνομη, λόγω της μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων, υπερωριακή εργασία του, με την προσβαλλομένη 7243/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενάγων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 11-7-1972 ως υπάλληλος με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, προκειμένου να εργασθεί στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Λαυρίου, αντί μηνιαίου μισθού, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με ωράριο 07.15' έως 15.15', ότι για της ώρες απασχόλησής του κατά το Σάββατο, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας, της οποίας περιεχόμενο είναι και οι εκάστοτε Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ, όπως και η από 14-3-1982 ΕΣΣΕ, ότι η εναγομένη ΔΕΗ μπορεί να ζητήσει από το προσωπικό να εργασθεί και πρόσθετη ημέρα της εβδομάδας, προσαρμόζοντας τα προγράμματα από Δευτέρα έως και Κυριακή κυκλικά, στην περίπτωση δε αυτή η ΔΕΗ θα παρέχει αντίστοιχη ανάπαυση την Δευτέρα ή άλλη ημέρα της αμέσως επόμενης εβδομάδας και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν η χορήγηση αντίστοιχων ημερών ανάπαυσης μπορεί να γίνεται σωρευτικά, όποτε είναι αυτό δυνατόν, μέσα σε διάστημα 75 ημερολογιακών ημερών, εάν, όμως, δεν είναι δυνατή η χορήγηση αντίστοιχης ημέρας ανάπαυσης, θα θεωρούνται οι εργάσιμες ώρες αυτής της ημέρας ως υπερεργασία ή υπερωρία ανάλογα και θα καταβάλλεται στον εργαζόμενο αντίστοιχη αποζημίωση, ισοδύναμη με τις πραγματικές ώρες επιπλέον εργασίας, ότι στην ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δεν υπάρχει όρος, κατά τον οποίο οι ώρες απασχόλησής του "έως 8ωρο ημέρα Σάββατο" επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας θεωρούνται και πληρώνονται ως ώρες παρανόμων υπερωριών, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-5-2003 ο ενάγων εργάσθηκε υπερωριακά τις εργάσιμες ώρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως και Παρασκευή) καθώς και Κυριακή για εργασία επείγουσας φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απόλυτα επιβαλλομένη και μη επιδεχομένη αναβολή, ειδικότερα δε παρέσχε 2.500 ώρες υπερωριακής απασχόλησης, πέραν των ωρών υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωρίας, ότι για την απασχόληση αυτή του ενάγοντος χορηγήθηκε σχετική άδεια με τις 2336/20-5-1999, 2876/14-10-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002, 3057/21-3-2003 και 3759/8-10-2003 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που εκδόθηκαν μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, στις οποίες αναφέρεται η εναγομένη, η επείγουσας φύσεως εργασία της, απόλυτα επιβαλλομένη και μη επιδεχομένη αναβολή, ο αριθμός των εργαζομένων με την ειδικότητα του ενάγοντος και ο αριθμός των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης, ότι κατά συνέπεια η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα κατέστη νόμιμη, χωρίς ν' απαιτείται η εκ μέρους της εναγομένης επίδοση έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η δε κρίση του Υπουργού Εργασίας ως προς την συνδρομή της ουσιαστικής προϋπόθεσης της επείγουσας φύσεως εργασίας που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την πρωτοδίκως γενομένη δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 8 § 4 ν.δ. 515/1970 και επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί (1) κατά το σχετικό μέρος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ., με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη, επειδή δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από τις προαναφερθείσες σχετικές υπουργικές αποφάσεις όροι για την τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών σε τύπο ημερολογίου (ανάλογο προς το προβλεπόμενο από το άρθ. 3 ν.δ. 515/1970) και έγγραφη αναγγελία της υπερωριακής εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, ως αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της και δεν απαιτείται η τήρηση βιβλίου υπερωριών, ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας και τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις δεν ασκεί έννομη επιρροή στη νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, και (2) κατά τα μέρη του, με τα οποία προβάλλεται ότι (α) οι εγκρίσεις από τον Υπουργό Εργασίας ζητούνταν και παρέχονταν καθυστερημένα και κάλυπταν μέρος μόνο των πραγματοποιουμένων υπερωριών, ειδικά δε για το έτος 2000 και το α' εξάμηνο του 2001 ουδεμία έγκριση είχε ληφθεί και (β) οι υπερωρίες δεν πραγματοποιούνταν για λόγους επείγοντος, αλλά για την κάλυψη πάγιων αναγκών της εναγομένης, το δε Εφετείο δεν ερεύνησε αν οι υπερωρίες που πραγματοποιήθηκαν κάλυψαν πραγματικά τις ανάγκες, για τις οποίες είχε χορηγηθεί η έγκριση, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-3-2010 αίτηση του Δ. Χ. Γ. για αναίρεση της 7243/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθ. 3 και 8 § 4 ν.δ. 515/1970. Προϋποθέσεις, υπό τις οποίες επιτρέπεται υπερωριακή απασχόληση (επίδοση έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ. και τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών). Με αποφάσεις του Υπουργού Απασχόλησης (Εργασίας) μπορεί να χορηγείται, σε περιπτώσεις επείγουσας φύσεως εργασίας κ.λπ., άδεια υπερωριακής απασχόλησης πέραν και των επιτρεπομένων κατά κατηγορία ανωτάτων ορίων, στην περίπτωση δε αυτή η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς ν΄ απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη του τύπου της προηγουμένης έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ. Η κρίση του αρμόδιου υπουργού για την συνδρομή επείγουσας φύσης εργασίας κ.λπ. δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 7243/2008).
null
null
1
Αριθμός 820/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. Κ., συζ. Ε. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Α. Κ., κατοίκου ..., 3) Λ. Α. Κ., κατοίκου ... και 4) Π. Α. Κ., κατοίκου .... Οι 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπούγα. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2004 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Π. χας Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/ΕΓΜ7/2007/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ O Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 576 παρ. 1, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και 2) στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στη συζήτηση προχωρεί, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 του ως άνω Κώδικα, αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 89/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, επισπεύδεται από τον, νομίμως, παριστάμενο αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Κ. του Α., ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ. Εξ ουδενός όμως στοιχείου της δικογραφίας αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση της απούσης αναιρεσίβλητης, αφού τόσο ο αναιρεσείων όσο και οι παραστάντες ομόδικοι της απούσης δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει, η συζήτηση της υποθέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 13-9-2010, αιτήσεως του Γ. Ρ. του Δ., για αναίρεση της 89/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 821/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. Κ., συζ. Ε. Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Α. Κ., κατοίκου ..., 3) Λ. Α. Κ., κατοίκου ... και 4) Π. Α. Κ., κατοίκου .... Οι 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπούγα. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2002 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Π. χας Α. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/ΕΓΜ6/2007/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ O Kώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 576 παρ. 1, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και 2) στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στη συζήτηση προχωρεί, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 του ως άνω Κώδικα, αν ο κατά τα άνω μη εμφανισθείς ή μη μετέχων στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε είτε από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους του είτε από τον αντίδικό του. Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 88/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, επισπεύδεται από τον, νομίμως, παριστάμενο αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Κ. του Αθανασίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ. Εξ ουδενός όμως στοιχείου της δικογραφίας αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση της απούσης αναιρεσίβλητης, αφού τόσο ο αναιρεσείων όσο και οι παραστάντες ομόδικοι της απούσης δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει, η συζήτηση της υποθέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 13-9-2010, αιτήσεως του Γ. Ρ. του Δ., για αναίρεση της 88/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 823/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1396/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με κατηγορούμενη την Α. Μ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Ανδρέου και με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Ζ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 56/20-12-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1620/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες, από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του δικαστηρίου του περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου, που αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη και να προκύπτει σε ποιο έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την κρινόμενη από 20-12-2010 παραδεκτός ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθμ. 1396/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, στήριξε την κρίση του για την αθώωση της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση Α. Μ. του Ι., μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και ότι έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: 1)υπεύθυνη δήλωση της Μ. Κ. ... 4)η υπ' αριθμ. 168/2008 ένορκη βεβαίωση, 5) η υπ' αριθμ. 178/2008 ένορκη βεβαίωση, 6)η υπ' αριθμ. 177/2008 ... και φωτοτυπία βιβλιαρίου της Εμπορικής Τράπεζας, έλαβε δε υπόψη του αυτά αμέσως και ευθέως και όχι ιστορικής. Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών χωρίς άλλα πρόσθετα στοιχεία για τον προσδιορισμό τους, δεν προκύπτει α)ποία ήταν ειδική και συγκεκριμένα η αναγνωσθείσα υπεύθυνη δήλωση της Μ. Κ., αφού δεν γίνεται καμιά αναφορά στη χρονολογία σύνταξης της και στην αρχή που απευθύνεται, β)ποιες ειδικά και συγκεκριμένα ήταν οι τρεις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που αναγνώσθηκαν (ποίων προσώπων, ενώπιον ποίας αρχής συντάχθηκαν με σαφή προσδιορισμό του τόπου και του χρόνου σύνταξή τους) και γ)ποιο το συγκεκριμένο βιβλιάριο της Εμπορικής Τράπεζας που αναγνώσθηκε (ποίος ο δικαιούχος, ποίος ο κάτοχος του και ποίος ο λογαριασμός που τηρείτο για το βιβλιάριο αυτό). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δημιουργείται ασάφεια και αμφιβολία ως προς τα ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για να καταλήξει στην αθωωτική για την κατηγορουμένη κρίση του. Επομένως, ο σχετικός και μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1396/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (μη σαφή προσδιορισμό των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθησαν υπόψη για να καταλήξει το δικαστήριο στην αθωωτική κρίση κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 808/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις (δύο) αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Χ. του Χ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1768, 1769/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Μ. του Χ. , κάτοικο ... , και 2) Γ. Β. του Α. , κάτοικο ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ματράκη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Μαρτίου 2011 και 8 Μαρτίου 2011 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 342/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξούσιου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠΔ. Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν.2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν.5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του ΑΝ 1092/1938 "περί τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν.5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.1738/1987 και την παράγραφο 3 του άρθρου μόνον του Ν.1178/1981. Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 2 του Ν.5060/1931, που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον καταδικασμένο για τα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 οι παραπάνω προβλεπόμενες, δεκαήμερη και εικοσαήμερη, προθεσμίες για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης συντέμνονται στο ήμισυ. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, είναι πέντε ημέρες από τη δημοσίευσή της απόφασης με παρόντα τον κατηγορούμενο και δέκα ημέρες από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο όταν γίνεται με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ένδικου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1768,1769/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, δημοσιευθείσα, παρόντος του κατηγορουμένου, στις 13-10-2010, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε για εξύβριση κατά συρροή τελεσθείσα δια του τύπου, η απόφαση δε αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Πατρών στις 23-2-2011, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Πατρών. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, άσκησε τις κρινόμενες δύο αιτήσεις αναίρεσης, α) την πρώτη, από 3-3-2011, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Πατρών συνταγείσας της με αριθμό 14/3-3-2011 έκθεσης, άρα εκπρόθεσμα, όχι εντός πέντε ημερών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που συντελέστηκε στις 13-10-2010 με την παρουσία του και β) τη δεύτερη από 4-3-2011 αίτηση, ασκηθείσα με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 8-3-2011, ημέρα Τρίτη, όπως προκύπτει από σχετική σημείωση επ' αυτής της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ. Σ. , εμπρόθεσμα, εντός των ως άνω δέκα ημερών από την ως άνω καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, υπολογιζόμενης της προθεσμίας κατά το άρθρο 168 ΚΠΔ, αφού η τελευταία ημέρα του δεκαημέρου είναι η 5-2-2011, ημέρα Σάββατο, η επομένη ημέρα Κυριακή και η μεθεπόμενη 7-3-2011 είναι αργία Καθαράς Δευτέρας. Επομένως, η δεύτερη από 4-3-2011 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου είναι εμπρόθεσμη και θα ερευνηθούν οι λόγοι αυτής, αλλά η πρώτη από 3-3-2011 αίτηση αναίρεσης του ιδίου κατηγορουμένου, αφού στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ από 14-3-2011 έκθεση άσκησής της δε γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί κατ'άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ο αναιρεσείων θα καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των δια κοινού πληρεξουσίου δικηγόρου παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). 2. Επί της δεύτερης εμπρόθεσμης αίτησης αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ προκύπτει ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της κατά το άρθρο 361 εξυβριστικής εκδήλωσης και όταν αυτή, εκτός άλλων, γίνεται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο σκοπός του δράστη δεν κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής του άλλου. Τέτοια περίπτωση εκδήλωσης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος συντρέχει όταν η εκδήλωση αυτή, αποτελώντας περιεχόμενο οφειλόμενης ή επιθυμητής φροντίδας του δράστη για την εξυπηρέτηση σκοπού του, δεν είναι αντίθετη με το δίκαιο και τα χρηστά ήθη και ισοσταθμίζεται, ή δεν είναι φανερά δυσανάλογη, με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με συνέπεια να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης όταν δεν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εξάλλου, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους κατά την οικεία διάταξη, ώστε να μπορεί ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάνει δεκτούς ή να τους απορρίψει, διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, προ της έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με παράθεση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών και ανέπτυξε και προφορικά, τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό άρσης του άδικου χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης γιατί οι δηλώσεις του σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων - πολιτικών του αντιπάλων σε τοπική εφημερίδα του ... έγιναν, ως Δημάρχου ... , από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς προστασία της τιμής και της υπόληψής του, από αβάσιμες εναντίον του μηνύσεις και διαδόσεις, χωρίς να έχει σκοπό εξύβρισης αυτών. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασής του, αρχικά επιφυλάχθηκε ν' αποφασίσει και οι συνήγοροι του κατηγορουμένου κατά την επί της κατηγορίας αγόρευσή τους επανέφεραν τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Στον ... στις 13-3-2008 ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως Δημάρχου του Δήμου ... ... δήλωσε στην ημερήσια εφημερίδα Τοπικού Τύπου "ΠΑΤΡΙΣ" η οποία εκδίδεται και κυκλοφορεί ευρέως στον ... τα εξής "έχουμε τους λεγόμενους λασπολόγους...τους τόπα και το ξαναλέω για να ακούσει ο ... λαός, ότι αυτοί που θα βάλουν εμπόδιο στην ανάπτυξη της ... ...θα τούς λιώσω τα κεφάλια... κάνανε μία αναφορά...την αναφορά την υπογράφουν οι γνωστοί Μ. Γ., Γ. Β. , Γ. Σ. και αυτοί που θίγονται, που τους κατεδάφισαν τα σπίτια στην πρώτη σειρά...Εγώ δεν πτοούμαι και δεν φοβάμαι κανέναν, και φυλακή έχω πει κατά το παρελθόν, θα πάω αν χρειαστεί, για τη ... ". Η επίμαχη φράση "έχουμε τους λεγόμενους λασπολόγους" που διαλαμβάνεται στο ως άνω δημοσίευμα δεν αποτελεί γεγονός δυνάμενο να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου αλλά δυσμενή για το πρόσωπο των πολιτικώς εναγόντων χαρακτηρισμό, ο οποίος εκφράζεται αυτοτελώς και άσχετα με κάποιο γεγονός, ο οποίος όμως προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγόντων Γ. Μ. και Γ. Β. . Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος εξύβρισης δια του τύπου κατά συρροή". Με βάση τις παραδοχές αυτές επί της ενοχής του κατηγορουμένου, χωρίς άλλο αυτοτελές σκεπτικό, το Δικαστήριο δεν απάντησε και απέρριψε σιγή και εντελώς αναιτιολόγητα τον παραπάνω προβληθέντα από το άρθρο 367 παρ.1 περ. γ του ΚΠΔ αυτοτελή ισχυρισμό και προχώρησε σε καταδίκη του κατηγορουμένου για εξύβριση κατά συρροή δια του τύπου, χωρίς να ερευνήσει όπως όφειλε και να αιτιολογήσει την απόρριψή του, γι' αυτό είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού. Επομένως, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη δεύτερη από 4-3-2011 αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ.εκθ. 14/3-3-2011 αίτηση αναίρεσης του Π. Χ. του Χ. , περί αναίρεσης 1768, 1769/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. και Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. Αναιρεί την 1768,1769/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εξύβριση κατά συρροή και δια του Τύπου. Επειδή κατά το άρθρο μόνο τταρ.3 του ν. 2243/1994, «στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες, συντέμνονται στο ήμισυ, οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναίρεσης είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, ως ασκηθείσες εκπρόθεσμα.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 807/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πανταζή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 75611/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 25/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού; 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, εφαρμόζονται ως ευμενέστερες οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/1997. κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη και διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση, ανάλογα με το ύψος του χρέους. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 75611/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ και του επιβλήθηκε μία ποινή φυλακίσεως δύο ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εδρεύουσας στον ... ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "Σ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Υπό την προαναφερομένη ιδιότητά του εκ προθέσεως στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 29.6.2003 έως την 1.6.2006 καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μείζον των τεσσάρων μηνών τα κάτωθι ληξιπρόθεσμα χρέη (πληρωτέα σε μηνιαίες δόσεις ή εφάπαξ) της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας, όπως αυτά αναφέρονται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. Αγίου Στεφάνου Αττικής: 1) Εισόδημα ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 21 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.4.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 1 του πίνακος χρεών), ποσού 13.011, 24 €, 2) Εισόδημα ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 21 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.4.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 2 του πίνακος χρεών), ποσού 59.124, 56 €, 3) Εισόδημα ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 22 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.4.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 3 του πίνακος χρεών), ποσού 18.519, 24 €, 4) Εισόδημα ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 23 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 4 του πίνακος χρεών), ποσού 85.030,83 €, 5) Εισόδημα ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 23 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 5 του πίνακος χρεών), ποσού 35.212, 83 €, 6) Φ.Π.Α. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 20 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 29.10.2004 -αριθ. 6 του πίνακος χρεών), ποσού 4.368, 43 €, 7) Φ.Π.Α. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 23 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 7 του πίνακος χρεών), ποσού 12.831,69 €, 8) Φ.Π.Α. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.3.2003 - αριθ. 8 του πίνακος χρεών), ποσού 319,13 €, 9) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 9 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 10) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 10 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 11) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 11 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 12) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 12 του πίνακος χρεών, ποσού 1.042,64 €, 13) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 13 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64€, 14) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003, εφάπαξ πληρωτέο την 31.3.2003 - αριθ. 14 του πίνακος χρεών), ποσού 92,34 €, 15) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 13 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 27.2.2004 - αριθ. 15 του πίνακος χρεών), ποσού 2.742,17 €, 16) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακος χρεών), ποσού 88,19 €, 17) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακος χρεών), ποσού 219, 65 €, 18) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.4.2003 -αριθ. 18 του πίνακος χρεών), ποσού 529,63 €, 19) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 9 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.10.2003 - αριθ. 19 του πίνακος χρεών), ποσού 2.065,04 €, 20) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 7 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 29.8.2003 - αριθ. 20 του πίνακος χρεών), ποσού 1.575,60 €, 21) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003-αριθ. 21 του πίνακος χρεών), ποσού 109,82 €, 22) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.4.2003 - αριθ. 22 του πίνακος χρεών), ποσού 315,81 €, 23) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 23 του πίνακος χρεών), ποσού 523,53 €, 24) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 24 του πίνακος χρεών), ποσού 749,78 €, 25) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 25 του πίνακος χρεών), ποσού 838,59 €, 26) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 26 του πίνακος χρεών), ποσού 764,75 €, 27) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. - Προσφυγή (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 1.7.2004 εφάπαξ πληρωτέο την 30.7.2004 - αριθ. 27 του πίνακος χρεών), ποσού 46,95 €, 28) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. - Προσφυγή (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 1.7.2004 εφάπαξ πληρωτέο την 30.7.2004 - αριθ. 28 του πίνακος χρεών), ποσού 2.381,21 €, 29) Πρόστιμο Φ.Π.Α. (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 23.2.2005 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2005 και τελευταία την 29.4.2005 - αριθ. 29 του πίνακος χρεών), ποσού 1.480,05 € και 30) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. - Δικαστική Απόφαση (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 23.2.2005 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.12.2005 και τελευταία την 31.1.2006 - αριθ. 30 του πίνακος χρεών), ποσού 3.958,51 €, συνολικού ύψους 252.114,77 €, χωρίς να έχει γίνει καταβολή οποιουδήποτε οφειλομένου επιμέρους ποσού. Ενόψει των ανωτέρω, ο εκκαλών κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν δια του κατηγορητηρίου πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, αναγνωριζομένου όμως σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ (τέλεση της πράξεως εκ μη ταπεινών αιτίων), καθ' όσον απεδείχθη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο σοβαρά οικονομικά προβλήματα". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών: α) ως προς τις υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 επί μέρους πράξεις (του αιτιολογικού) του πιο πάνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, με χρόνο τελέσεως το 2003, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος νόμου 1882/1990, όπως τροπ. με ν. 2523/1997, λόγω ποσών, μη συναθροιζομένων σε συνολικό ποσό, αλλά υπερβαινόντων όλων, χωριστά υπολογιζόμενων, το κατώτερο όριο του προβλεπόμενου τότε ορίου αξιοποίνου (2.000.000 δραχμών), και ως προς τις υπό στοιχεία 27, 28, 29 και 30 επί μέρους πράξεις μη καταβολής χρεών, με χρόνο τελέσεως μετά την 1-1-2004, υπό την ισχύ του εφαρμοστέου νέου Ν.3220/2004, που κατά τα προεκτεθέντα για το αξιόποινο της πράξεως λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό όλων των επί μέρους χρεών, υπερβαινόντων το κατώτερο όριο του αξιοποίνου, διέλαβε το Δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27, 98 ΠΚ, 25 παρ 1,7, 8 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και όπως η ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο αιτιολογικό, η φορολογική Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών κατά περίπτωση (φόρος εισοδήματος, έμμεσοι φόροι, ΦΠΑ, πρόστιμα ΚΒΣ), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, εφάπαξ και σε δόσεις, που προσδιορίζονται κατά ποσά και ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της συγκεκριμένης Ο.Ε., εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος ειδοποίησης του υπόχρεου από την αρμόδια φορολογική αρχή για την βεβαίωση των άνω χρεών. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως προς τις ως άνω επί μέρους πράξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. β) Όμως, όσον αφορά τις με τα στοιχεία 8, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 26 ως άνω αναφερόμενες στο αιτιολογικό και στο διατακτικό επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι πράξεις του έτους 2003, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος νόμου 2523/1997, λόγω επί μέρους ποσών μικρότερων των 2.000.000 δραχμών (και των 10.000 ευρώ), δηλαδή ποσών μικρότερων εκείνων, των οποίων η μη καταβολή ορίζεται κατά τα προεκτεθέντα ως αξιόποινη με τον άνω προηγούμενο νόμο, το Δικαστήριο, το οποίο, κατά παραβίαση του άρθρου 2 παρ.2 του ΠΚ, εφήρμοσε τις δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1, 2 το Ν. 3220/2004, λαμβάνοντας υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του όλου χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους για το προ της 1-1-2004 χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες στην προκείμενη περίπτωση επιεικέστερες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές αυτές ποινικές διατάξεις, και συνεπώς, είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος, κατ' άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές, λόγω του ανεγκλήτου αυτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και κηρύσσεται αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για τις ανωτέρω και στο διατακτικό αναφερόμενες πράξεις, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και ως προς την επιμέτρηση της ποινής αφού για τον καθορισμό αυτής λήφθηκαν υπόψη και οι άνω μερικότερες πράξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση και τον καθορισμό της εκτιτέας ποινής, στο ίδιο Δικαστήριο, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει, κατά τα στο σκεπτικό, τη με αριθμ. 75611/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Σ. Π. του Α., για το ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 29-6-2003 έως 31-12-2003, με πρόθεση καθυστέρησε, την καταβολή, παρελθούσας της προθεσμίας καταβολής της τρίτης δόσεως χρεών, που η εξόφλησή τους είχε ρυθμιστεί σε δόσεις και την καταβολή, εφάπαξ καταβλητέων χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών αντίστοιχα, των εξής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΥΟ Αγίου Στεφάνου Αττικής ήτοι ηθελημένα δεν κατέβαλε τα παρακάτω επί μέρους βεβαιωμένα χρέη: "1) Φ.Π.Α. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.3.2003 - αριθ. 8 του πίνακος χρεών), ποσού 319,13 €, 2) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 9 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 3) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 10 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 4) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 11 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 5) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 12 του πίνακος χρεών, ποσού 1.042,64 €, 6) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 13 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64€, 7) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003, εφάπαξ πληρωτέο την 31.3.2003 - αριθ. 14 του πίνακος χρεών), ποσού 92,34 €, 8) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 13 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 27.2.2004 - αριθ. 15 του πίνακος χρεών), ποσού 2.742,17 €, 9) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακος χρεών), ποσού 88,19 €, 10) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακος χρεών), ποσού 219, 65 €, 11) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.4.2003 -αριθ. 18 του πίνακος χρεών), ποσού 529,63 €, 12) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 9 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.10.2003 - αριθ. 19 του πίνακος χρεών), ποσού 2.065,04 €, 13) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 7 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 29.8.2003 - αριθ. 20 του πίνακος χρεών), ποσού 1.575,60 €, 14) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003-αριθ. 21 του πίνακος χρεών), ποσού 109,82 €, 15) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.4.2003 - αριθ. 22 του πίνακος χρεών), ποσού 315,81 €, 16) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 23 του πίνακος χρεών), ποσού 523,53 €, 17) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 24 του πίνακος χρεών), ποσού 749,78 €, 18) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 25 του πίνακος χρεών), ποσού 838,59 €, 19) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ ... (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 26 του πίνακος χρεών), ποσού 764,75 €". Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, όσον αφορά την ιδία πράξη κατ' εξακολούθηση, που κηρύχθηκε ως άνω ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β του ΠΚ, για τα λοιπά επί μέρους χρέη, για τα οποία δεν αναιρείται η απόφαση, αναφερόμενα στον πίνακα χρεών και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 27, 28, 29 και 30, συνολικού ποσού 235.965,54 ευρώ. ήτοι υπερβαίνοντος τα 120.000 ευρώ. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση - δήλωση του Σ. Π. του Α., περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω 75611/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν.2523/1997 και 34 παρ.1 Ν. 3220/2004). 1) Δέχεται ως βάσιμο τον από 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για τα προ της 1-1-2004 επί μέρους χρέη, που είναι κατά ποσό κατώτερα του κατωτάτου ορίου του αξιοποίνου, όπως οριζόταν στον εφαρμοστέο ως έχοντα ισχύ τότε επιεικέστερο κατά τούτο N. 2523/1997 και κηρύσσει λόγω ανεγκλήτου αθώο τον κατηγορούμενο για αυτά τα χρέη. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για τα λοιπά χρέη. Παραπέμπει μόνο για νέα ποινή.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 806/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Π. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Δαμουλή, περί αναιρέσεως της 73498/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1604/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται και 'η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του για καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 73498/2010 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση καταδίκασε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για παράβαση του Αν. Ν. 690/1945 κατά συρροή σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα ενός [41] μηνών μετατραπείσα σε χρηματική, και συνολική χρηματική ποινή είκοσι τριών χιλιάδων πεντακοσίων [23.500] ευρώ. Στο σκεπτικό της αποφάσεως, που είναι αντιγραφή του διατακτικού του άνω Δικαστηρίου δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2004 μέχρι 30/5/2005 με πρόθεση, παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνο του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ.". Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΒΕΚΚΑ ΑΕ", αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή τους κάτωθι εργαζομένους, δεν τους κατέβαλε τα κάτωθι χρηματικά ποσά, αν και τους τα όφειλε, συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας και συγκεκριμένο δεν κατέβαλε στους: 1. Σ. Α., το χρηματικό ποσό των 10.945,27 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 2. Α. Β., το χρηματικό ποσό των 7.752,90 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 3. Γ. Β., το χρηματικό ποσό των 6.323,56 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 4. Α. Κ., το χρηματικό ποσό 5.033 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 5. Α. Κ., το χρηματικό ποσό των 8.630,40 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2004 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 6. Λ. Κ., το χρηματικό ποσό των 7.050,50 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 7. Μ. Κ., το χρηματικό ποσό των 8.107,80 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 8. Β. Κ., το χρηματικό ποσό των 6.378,50 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 9. Κ. Κ., το χρηματικό ποσό των 8.136,03 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 10. Γ. Μ., το χρηματικό ποσό των 15.008 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Αυγούστου 2004 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 11. Σ. Μ., το χρηματικό ποσό των 16.950 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές 2ου 15ήμερου 2004 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 12. Ι. Μ., το χρηματικό ποσό των 8.666,84 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 13. Ά. Μ., το χρηματικό ποσό των 5.629,75 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 14. Δ. Ν., το χρηματικό ποσό των 9.426,24 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 15. Δ. Π., το χρηματικό ποσό των 8.303,31 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές από 15 Δεκεμβρίου2004 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας 16. Σ. Π., το χρηματικό ποσό των 8.108,10 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 17. Δ. Σ., το χρηματικό ποσό των 5.593 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας, 18. Κ. Τ., το χρηματικό ποσό των 7.670,70 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας και 19. Ζ. Π., το χρηματικό ποσό των 9.345 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2005 έως και Μαΐου 2005, δώρο Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επίδομα άδειας". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στην αιτιολογία, μολονότι η άνω επιχείρηση φέρεται ως εταιρική και όχι ατομική και μάλιστα ανώνυμη εταιρεία. Πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στην ανώνυμη ως άνω εταιρεία, η οποία κατά νόμον εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο αλλά αναφέρεται, μόνο, ότι αυτός είναι νόμιμος εκπρόσωπος της χωρίς να διευκρινίζεται πως προκύπτει η τοιαύτη εξουσία εκπροσώπησης της άνω ανώνυμης εταιρίας από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος εκάστης οφειλής και πως προκύπτει αυτή. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται το ύψος των δεδουλευμένων αποδοχών, του δώρου Πάσχα, της αποζημίωσης αδείας και του επιδόματος αδείας, καθώς και αν αυτές [οφειλές] υπολογίζονται με βάση το μηνιαίο μισθό ή το ημερομίσθιο, που καθορίσθηκαν από ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, εκ της ασάφειας αυτής στερείται νομίμου βάσεως και εξ αυτού του λόγου, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ανωτέρω ποινικής διατάξεως δεν είναι εφικτός. Επομένως, είναι βάσιμη η συναφής εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Πρέπει, μετά ταύτα να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Ακολούθως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 73498/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του α.ν. 690/1945 παραδοχή λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα ως προς την ιδιότητα του εργοδότη - νομίμου εκπροσώπου ανώνυμης εταιρείας. Αναιρεί παραπέμπει.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 805/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο -Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Π., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενο στη Κλειστή Φυλακή …, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 152/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. I.-D. F. του C. και 2. M.-M. P. του K.. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 691/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ'αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 15-7-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του …, υπαλλήλου καταστήματος κράτησης Πατρών, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 8 / 12 /2010, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 5-5-2010 αίτησή του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την με αριθ. 1905/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με αίτημα αγγέλου δικηγόρου του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση της 13-4-2011. Όμως κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5 Μαΐου 2010 αίτηση - δήλωση του Α. Π. του Π., περί αναιρέσεως της 152/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 804/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σπηλιόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1883/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2011 αιτήσή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 181/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η δικαστική απόφαση, που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της νόμιμης κλήτευσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου (ΑΠ 1440/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 1883/2010 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 113758/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως ανυποστήρικτη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε κληθεί να εμφανιστεί ενώπιον του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να δικαστεί η έφεσή του κατά της 113.758/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της ακάλυπτης επιταγής. Κατά την ως άνω δικάσιμο, όπου εκφωνήθηκε το όνομα αυτού, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Αντί αυτού, εμφανίστηκε τρίτο πρόσωπο ως άγγελος και γνωστοποίησε κώλυμα του συνηγόρου του για να εμφανιστεί. Σε εκείνη τη συνεδρίαση το Δικαστήριο, με την υπό αριθμό 66348/19-10-2009 απόφασή του, αφού δέχθηκε την ύπαρξη σημαντικών αιτίων, ανέβαλε, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 349 του ΚΠΔ, την εκδίκαση της υποθέσεώς του, για τη νυν δικάσιμο της 12ης Ιανουαρίου 2010, στην οποία όφειλε να εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, χωρίς νέα κλήτευσή του, δεδομένου ότι η ως άνω αναβλητική απόφαση επείχε θέση κλητεύσεώς του, για την ορισθείσα νέα δικάσιμο. Εντούτοις, κατά τη νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως, στην παρούσα συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2010, ο εκκαλών δεν εμφανίστηκε ο ίδιος μήτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον, λοιπόν, ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει κλητευθεί νομίμως για τη σημερινή συνεδρίαση (21-1-2010) πρέπει να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, κατά επιταγή της διάταξης του άρθρου 501 § 1 του ΚΠΔ, καθόσον όταν εκδόθηκε η υπό αριθμό 66348/19-10-2009 αναβλητική απόφαση, το Δικαστήριο περιορίστηκε στην έρευνα, και μόνον, της υπάρξεως ή μη, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, σημαντικών αιτίων, χωρίς προηγουμένως ο εκκαλών να έχει εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, ώστε να θεωρείται πλέον αυτός ότι κατά τη συνεδρίαση εκείνη, της 19ης Οκτωβρίου 2009, ήταν πράγματι ωσεί παρών". Δέχθηκε δηλαδή, ότι η άνω 66348/19-10-2009 αναβλητική απόφαση για τη δικάσιμο της 12-1-2010, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επέχει θέση κλητεύσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών νόμιμης κλήτευσης του εκκαλούντος, που δεν παρουσιάσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε. Από την επισκόπηση, εξάλλου, της αναβλητικής αυτής απόφασης, που βρίσκεται στη δικογραφία σε απόσπασμα, δεν προκύπτει ποιος είναι εκείνος, που γνωστοποίησε στο Δικαστήριο το σημαντικό αίτιο της απουσίας του συνηγόρου του απουσιάζοντος αναιρεσείοντος κατά τη δικάσιμο της 19-10-2009, οπότε είχε προσδιορισθεί η εκδίκαση της έφεσής του, ούτε αν η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε με την παρουσία εκείνου που γνωστοποίησε το σημαντικό αίτιο, ώστε η αναβλητική αυτή απόφαση να επέχει θέση νόμιμης κλήτευσης του εκκαλούντος στη δικάσιμο της 12-1-2010, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το άρθρο 349 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 1440/2001, 1480/1998). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό τις άνω παραδοχές περί νόμιμης κλητεύσεως του εκκαλούντος για τη δικάσιμο, που αυτή εκδόθηκε, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όθεν, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1883/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 12 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά της νόμιμης κλήτευσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Πότε η αναβλητική απόφαση επέχει θέση κλητεύσεως ή μη. Αναιρεί, παραπέμπει.
null
null
0
Αριθμός 802/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Φούσα και Ελευθέριο Βαλάκο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 422/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Β. Π. του Β., 2)Σ. Π. του Χ., κατοίκων ... και 3)Γ. Ψ. χήρα Κ., κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παυλάκη. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1350/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 15-6-2010 αίτηση του Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 422/ 2009 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή από υπόχρεο ως εκ της υπηρεσίας του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και του επιβλήθηκε συνολική φυλάκιση τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή. Η αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 1, 68 παρ. 2 και 171 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν η πολιτική αγωγή του ζημιωθέντος από αξιόποινη πράξη εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο και αυτό εξέδωσε οριστική απόφαση επ' αυτής και στη συνέχεια ο δικαιούχος της αξιώσεως, περιλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για την ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή υπό την προϋπόθεση όμως ότι προβλήθηκε αντίρρηση για το λόγο αυτό κατά της παραστάσεως αυτής ή ότι τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόμιμη, αφού άλλως το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1282/ 2002). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του λόγου ότι παρέστησαν παρά το νόμο ως πολιτικώς ενάγοντες οι Σ. Π., Β. Π. και Γ. Ψ. προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνο ενώ έπρεπε να αποβληθούν από την ποινική διαδικασία διότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεώς τους για την άσκηση πολιτικής αγωγής και δεν ερευνήθηκε από το Δικαστήριο ουδέ αιτιολογήθηκε εάν είχε εγερθεί αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως αστικώς υπευθύνου, ενώ οι πολιτικώς ενάγοντες είχαν εγείρει κατά του Ελληνικού Δημοσίου τις από 1-5-2005 αγωγές τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, προκειμένου να έχουν δικαίωμα να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο, να έχουν δηλαδή ενεργό αξίωση αστικής φύσεως, επ' αυτών δε μάλιστα, προ της παραστάσεώς τους ως πολιτικώς εναγόντων, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 436/ 2009 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Από τα πρακτικά όμως της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση κατά της παραστάσεως αυτής των ανωτέρω ως πολιτικώς εναγόντων ούτε ανέφερε ότι η αξίωση τούτων είχε κριθεί με την άνω οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ούτε μάλιστα προκύπτει ότι η απόφαση αυτή αναγνώστηκε. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο εκ των άρθρων 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 315 παρ. 1 ΠΚ, στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Η οδήγηση οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο όταν εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314, αν η πράξη τελέστηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξη του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την άσκηση ποινική δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που προβλέπεται στο άρθρο 314 ΠΚ, διώκεται εξ επαγγέλματος μόνο στην περίπτωση που αυτό διεπράχθη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του δράστη ή την άσκηση του επαγγέλματός του, ήταν δε αυτός λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του υποχρεωμένος να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Τέτοια υποχρέωση έχουν και τα πρόσωπα που ασχολούνται συνεχώς ή παροδικά με κάποια δραστηριότητα ή ασκούν επάγγελμα, που απαιτεί ιδιαίτερες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, περίσκεψη και ικανότητα των οποίων η εμπειρία δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον παθόντα ότι θα επιδείξουν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή για να αποτρέψουν το εγκληματικό αποτέλεσμα που επήλθε. Ως υπηρεσία δε και ως επάγγελμα νοούνται εκείνες οι ενασχολήσεις, οι οποίες ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα τους, προϋποθέτουν ιδιαίτερες γνώσεις, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση τους εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τη σωματική κάκωση της υγείας άλλων ανθρώπων και εντεύθεν απαιτούν, για την αποφυγή του κινδύνου τούτου, ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις ενασχολήσεις. Ως υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία υπό την ευρεία αυτής έννοια που κάποιος εκτελεί κατόπιν εντολής της αρχής είτε απευθείας εκ του νόμου. Ως επάγγελμα δε νοείται κάθε κοινωνική δράση του ατόμου προς βιοποριστικό κυρίως σκοπό. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 314 και 315 παρ. 1 ΠΚ, ισχυρισμό τον οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε και ενώπιον του άνω Δικαστηρίου της ουσίας και απορρίφθηκε, καθόσον είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο και έπρεπε να παύσει η ποινική δίωξη σε βάρος του για την πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κατά συρροή διότι οι παθόντες ανθυπολοχαγοί Α. Α., Ε. Α., Δ. Α., Α. Α., Γ. Γ., Α. Κ., Τ. Μ., Γ. Ν., Θ. Π., Ε. Π., Ν. Τ. και Σ. Τ. είχαν δηλώσει ότι δεν επιθυμούσαν την ποινική του δίωξη και, εν όψει του ότι αυτός (αναιρεσείων) ως οπλίτης πενταετούς θητείας στα πλαίσια των καθηκόντων του στις ένοπλες δυνάμεις με την οδήγηση του αναφερομένου ερπυστριοφόρου άρματος παρείχε απλές υπηρεσίες προς εξυπηρέτηση των σκοπών των ενόπλων δυνάμεων, η δραστηριότητά του δε αυτή δεν αποτελούσε αναγκαίο μέσο βιοπορισμού του και δεν ήταν επαγγελματίας οδηγός η πράξη αυτή εδιώκετο μόνο κατ' έγκληση, η οποία δεν υπήρχε εκ μέρους των άνω παθόντων και όχι αυτεπαγγέλτως όπως ασκήθηκε. Επί του ισχυρισμού αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ότι "ο κατηγορούμενος Λ. Σ., είχε καταταγεί στις ένοπλες δυνάμεις ως εθελοντής πενταετούς θητείας με την ιδιότητα του οδηγού. Προς απόκτηση δε της ειδικότητάς του αυτής εκπαιδεύτηκε και απέκτησε τις ειδικότερες γνώσεις και εμπειρία που απαιτούνται για την οδήγηση στρατιωτικών οχημάτων. Η οδήγηση του στρατιωτικού οχήματος δεν αποτελεί για αυτόν εκπλήρωση μιας περιστασιακής ανάθεσης στρατιωτικής υπηρεσίας, αλλά μια συνεχή ενασχόληση σε εργασία και παραγωγή έργου στις ένοπλες δυνάμεις με ταυτόχρονη επιδίωξη βιοποριστικού εισοδήματος, υπό την έννοια της υλικής συνδρομής αγαθών, όσων απαιτούνται για την επιβίωση του ανθρώπου. Συνεπώς ο βιοπορισμός του εν λόγω κατηγορουμένου δε συνδέεται με την απόκτηση της στρατιωτικής του ιδιότητας εξ αυτής και μόνης της κατάταξής του στις ένοπλες δυνάμεις ως εθελοντή πενταετούς θητείας αλλά συνδέεται άμεσα και αναγκαία με την οδήγηση στρατιωτικού οχήματος σύμφωνα με την ειδικότητά του και το έργο που καθημερινά παράγει. Ασκεί δε επιρροή ο βιοπορισμός μόνο στην οδήγηση στρατιωτικού οχήματος και έτσι το επάγγελμα εξελίσσεται σε άμεση ευθύνη από την οδήγηση του στρατιωτικού οχήματος. Επομένως θεμελιώνεται για τον κατηγορούμενο Λ. μια μορφή ιδιαίτερης ευθύνης- επαγγελματικός κίνδυνος- η οποία ανακύπτει από την ατομική βιοποριστική του δραστηριότητα και κρίνεται ότι αυτός ως οδηγός στρατιωτικού οχήματος ήταν υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή λόγω της υπηρεσίας και του επαγγέλματός του". Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο ουσίας (Αναθεωρητικό), κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων ως οδηγός στρατιωτικού οχήματος ήταν λόγω της υπηρεσίας και του επαγγέλματός του υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και ως εκ τούτου η πράξη του αυτή διώκεται αυτεπαγγέλτως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις αποδίδοντας σε αυτές την έννοια που πραγματικά έχουν, υπάγοντας ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στις διατάξεις αυτές που εφαρμόστηκαν διαλαμβάνοντας άλλωστε ως προς την απόρριψη του άνω προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις αυτές ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' προβαλλόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τα άρθρα: α) 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, β) 314 παρ. 1α ιδίου Κώδικα, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του αυτού Κώδικα, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ' αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Στο στρατόπεδο του 625 ΤΠ-ΕΚΕ, από 13 Απρ. 2004 μέχρι 7 Μαΐου 2004, στα πλαίσια προγραμματισμένης εκπαίδευσης στελεχών σε σχολεία εσωτερικού, διεξαγόταν σχολείο μηχανοδήγησης ερπυστριοφόρων οχημάτων για τους Ανθυπολοχαγούς τάξεως ΣΣΕ 2003. Η εκπαίδευση ελάμβανε χώρα στο χώρο του στίβου μηχανοδήγησης του στρατοπέδου, ο οποίος βρίσκεται, εκτός της περιμέτρου αυτού στο απώτερο και ψηλότερο υψομετρικά μέρος του, στους πρόποδες υψώματος σε μεγάλη κλίση ανωφέρειας και πάνω από το χώρο του νοσοκομείου και τις λοιπές εγκαταστάσεις της Μονάδας. Ο χώρος εκπαίδευσης για την πρακτική και θεωρητική οδήγηση αποτελείται από το στίβο μηχανοδήγησης που είναι διαμορφωμένο χωμάτινα πλάτωμα και από τα υπόστεγα εκπαιδεύσεως, τα οποία βρίσκονται σε δύο παράλληλες σειρές και σε απόσταση η μία από την άλλη περί τα 200 μέτρα, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Το υπόστεγο στο οποίο επέπεσε το άρμα είναι όπως και τα άλλα, κτισμένο με τσιμεντόλιθους από τις τρεις πλευρές σε σχήμα "Π" και καλύπτεται από μεταλλικά σκέπαστρα λαμαρίνας, ενώ δεν επιτρέπει την ορατότητα προς τα πίσω δηλαδή προς το στίβο μηχανοδήγησης ο οποίος βρίσκεται πίσω και σε υψηλότερο επίπεδα από αυτό, καθόσον δεν υπάρχουν παράθυρα. Οι εκπαιδευόμενοι αξιωματικοί σύμφωνα με το πρόγραμμα της ημέρας είχαν κατανεμηθεί σε δύο τμήματα. Το ένα τμήμα των Ανθυπολοχαγών (περίπου 80 άτομα) εκπαιδευόταν στα ΤΟΜΠ G127, για τα οποία ειδικά την ημέρα εκείνη θα γινόταν μόνο θεωρητική εκπαίδευση κατά παρέκκλιση του προγράμματος, κατόπιν διαταγής του Υποδιοικητή Ταγματάρχη (IIΖ) Κ. Α., ο οποίος αντικαθιστούσε τον Διοικητή Αντισυνταγματάρχη (ΠΖ) Γ. Σ., καθόσον ο τελευταίος απουσίαζε σε άδεια. Το άλλο τμήμα των Ανθυπολοχαγών είχε εκπαίδευση στα ΒΜΡ-1 τόσο θεωρητική όσο και μηχανοδήγηση. Ο χώρος που πραγματοποιείτο η εκπαίδευση είναι το ίδιο κεκλιμένο επίπεδο όπως των G-127, αλλά σε υψηλότερο σημείο και σε απόσταση περί τα 200 μέτρα. Για τους εκπαιδευόμενους είχαν οριστεί εκπαιδευτές των οποίων τα καθήκοντα εκτός από την επίβλεψη εφαρμογής του προγράμματος εκπαίδευσης ήταν και η τήρηση των μέτρων ασφαλείας. Συγκεκριμένα υπεύθυνοι βάσει του προγράμματος εκπαίδευσης ήταν καταρχήν ο Υποδιοικητής Ταγματάρχης (IIΖ) Κ. Α. που εκτελούσε καθήκοντα Διοικητή της Μονάδας σε αντικατάσταση του Διοικητή που απουσίαζε σε άδεια, ο Διοικητής του 5ου Λόχου Υπολοχαγός (ΠΖ) Μ. Κ. που είχε ορισθεί στα καθήκοντα του επόπτη εκπαιδεύσεως, ο Λοχαγός Κ. Γ., ως επικεφαλής της εκπαίδευσης λόγω των καθηκόντων του ως αξιωματικός του 3ου γραφείου, ο Διοικητής του 4ου Λόχου Υπολοχαγός (ΠΖ) Σ. Χ., ο οποίος ορίσθηκε στα καθήκοντα του επόπτη εκπαιδεύσεως καθώς και του εκπαιδευτή σε σχολείο μηχανοδήγησης ερπυστριοφόρων οχημάτων τύπου G 127, και ο Ανθυπολοχαγός (ΠΖ) Β. Γ., ως εκπαιδευτής, οι οποίοι σύμφωνα με τα όσα όριζαν οι γενικές οδηγίες εκπαίδευσης (ΓΟΕ/ ΓΕΣ) όφειλαν να παρευρίσκονται αυτοπροσώπως σε όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Πλην του τελευταίου κανείς από τους ανωτέρω δεν παρευρισκόταν στο χώρο της εκπαίδευσης κατά τον χρόνο του ατυχήματος λόγω διφόρων υποχρεώσεων σε άλλες δραστηριότητες της Μονάδας. Τα ερπυστριοφόρα οχήματα που θα χρησιμοποιούνταν για την εκπαίδευση των Ανθυπολοχαγών από 3 μέχρι 6 Μαΐου 2004, είχαν καθορισθεί από την Παρασκευή 30 Απριλίου 2004 και σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας είχαν επιθεωρηθεί και υπογραφεί οι διαταγές κινήσεως. Το πρωί της 5 Μαΐου 2004, ο 1ος των κατηγορουμένων ΕΜΘ Λοχίας (ΠΖ) Λ. Σ. είχε ορισθεί να χρησιμοποιήσει στην εκπαίδευση το ΕΣ 224064 ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1 και πράγματι παρέλαβε αυτό, χωρίς την παρουσία του τεχνίτη ερπυστριοφόρων οχημάτων. Ο τεχνίτης ερπυστριοφόρων οχημάτων σύμφωνα με την κατάθεση του το πρωί της 5 Μαΐου το είχε ελέγξει και υπέγραψε το σχετικό δελτίο κίνησης. Περί ώρα 13.10' εξαιτίας σφοδρής καταιγίδας το πρόγραμμα εκπαίδευσης διακόπηκε, και ο πρώτος των κατηγορουμένων ενόψει της λήξης αυτού την 13.25' με την έγκριση του εκτελούντος καθήκοντα εκπαιδευτή, Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Β. Γ., επιβιβάσθηκε στο ΕΣ 224064 ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1 προκειμένου να επιστρέψει το όχημα στον όρχο. Κατά την κίνηση του ο ως άνω οδηγός, από το υπόστεγο εκπαιδεύσεως μέχρι τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στον όρχο, διήνυσε απόσταση πενήντα (50) περίπου μέτρων. Κατά την είσοδο του στον κεντρικό δρόμο πλάτους 6-7 μέτρων και κλίσης οδοστρώματος με κατωφέρεια 25%, αμέσως μετά την εκτέλεση αλλαγής διεύθυνσης πορείας 90° προς τα αριστερά, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, με αποτέλεσμα αυτό να εκτραπεί της πορείας του και ανεξέλεγκτο, για λόγους που θα εκτεθούν παρακάτω, να διανύσει ευθύγραμμη πορεία μήκους 183 μέτρων μέχρι την τελική του πρόσκρουση στο υπόστεγο που ήταν συγκεντρωμένοι εκπαιδευόμενοι νεαροί αξιωματικοί. Κατά την πτώση του στο υπόστεγο το ερπυστριοφόρο όχημα αφού γκρέμισε τμήμα του υπόστεγου, εισήλθε σε αυτό και καταπλάκωσε τους Ανθυπολοχαγούς (ΠΖ) Π. Χ. και Ψ. Π., τραυματίζοντας τους θανάσιμα ενώ προκάλεσε επίσης τον τραυματισμό άλλων δεκαεννέα (19) αξιωματικών. Αρχικά μετά το εν λόγω ατύχημα από την επιτόπια έρευνα (αυτοψία) που διενεργήθηκε αμέσως μετά το συμβάν από δύο εξειδικευμένες επιτροπές της VIII ΜΠ και του 308 ΠΕΒ, διαπιστώθηκαν τα παρακάτω: Η επιτροπή πραγματογνωμόνων του 308 ΠΕΒ, αποτελούμενη από τους Λοχαγό Δ. Γ., Αρχιλοχία Μ. Σ. και Μ.Υ. Κ. Χ., διαπίστωσε ότι: "Το άρμα βρισκόταν σε κλίση περίπου 30° με το χειρόφρενο τραβηγμένο και ήταν τοποθετημένοι μεταλλικοί τάκοι και τσιμεντόλιθοι ώστε να μην κυλήσει. Η αποθήκη καυσίμου ήταν πλήρης. Κατά τον έλεγχο του δείκτη λαδιού στο κιβώτιο ταχυτήτων βρέθηκε η στάθμη του λαδιού στο κάτω επιτρεπόμενο όριο. Το ηχητικό όργανο (κόρνα) δεν λειτουργούσε. Ήταν αποσυνδεμένη και όταν συνδέθηκε από εμάς, πάλι εξακολουθούσε να μην λειτουργεί. Ο κινητήρας δεν κρατούσε ρελαντί (οι στροφές του ήταν χαμηλές). Η λαβή καστανιά του χειρόγκαζου ήταν ελαττωματική. Στη ντίζα του γκαζιού πάνω από την αντλία του πετρελαίου δεν υπήρχε ο προβλεπόμενος πείρος αλλά μια κοπίλια. Κατά τον έλεγχο του πνευματικού συστήματος (αέρα) και ενώ ο κινητήρας τέθηκε σε λειτουργία για πάνω από είκοσι λεπτά, το όργανο μέτρησης της πίεσης του αέρα έδειχνε περίπου 60 bar, ενώ έπρεπε ν' ανάβει στα 150 bar. Παράλληλα διαπιστώθηκε διαρροή αέρος από τα ρακόρ των βαλβίδων ασφαλείας. Κατά τον έλεγχο του συστήματος πεδήσεως, η πέδη (φρένα) όταν ο κινητήρας ήταν σε λειτουργία, λειτουργούσε κανονικά με τη βοήθεια της πίεσης του λαδιού. Αντιθέτως με την πίεση του αέρα δεν λειτουργούσε. (Δεν έφερνε καθόλου αέρα στα κυλινδράκια των φρένων τόσο κατά τη λειτουργία του κινητήρα όσο και όταν ήταν σβηστός. Το σύστημα διευθύνσεως κατά την κίνηση - δοκιμή του άρματος λειτουργούσε κανονικά. Στο αριστερό κυλινδράκι των φρένων έλειπε το ένα ελατήριο επαναφοράς. Κανονικά έπρεπε να είχε δύο. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την πέδη του άρματος. Επομένως γνωμοδοτούμε ότι: Α) Εάν ο κινητήρας βρισκόταν σε λειτουργία τότε το άρμα μπορούσε να φρενάρει και να στρίψει. Β) Εάν ο κινητήρας είχε σβήσει τότε: 1)το σύστημα διευθύνσεως δεν λειτουργούσε (κατασκευαστικά). 2) το σύστημα πέδης με την πίεση του λαδιού δεν λειτουργούσε (κατασκευαστικά). Σ' αυτή την περίπτωση το άρμα φρενάρει με την πίεση του αέρα η οποία όπως αναφέραμε παραπάνω και δεν ήταν η προβλεπόμενη και δεν έφερνε αέρα στα κυλινδράκια της πέδης. (φρένων). Επιπροσθέτως το φρενάρισμα του άρματος με το χειρόφρενο δεν είναι εφικτό λόγω της τρελής πορείας που διένυσε το άρμα, του βάρους του και της κλίσης του εδάφους κατά τη γνώμη μας. Η Επιτροπή Πραγματογνωμόνων της VIII ΜΠ αποτελούμενη από τον Αντισυνταγματάρχη Μ. Η., Επιλοχία (ΤΧ) Κ. Γ.,, Μ.Υ. Τ. Γ., Μ.Υ. Γ. Α., διαπίστωσε ότι: "Ο κινητήρας του άρματος λειτουργούσε κανονικά. Στο σύστημα πεδήσεως το υδραυλικό μέρος λειτουργούσε κανονικά. Το σύστημα διευθύνσεως λειτουργούσε καλώς. Το σύστημα τροφοδοσίας λειτουργούσε καλώς. Το ηλεκτρικό σύστημα ομοίως. Το πνευματικό σύστημα (αέρος) παρουσίαζε, διαρροή, σ' ένα διακλαδωτήρα με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ικανοποιητικά και να δείχνει ένδειξη 65 μπαρ με μέγιστη 100 μπαρ. Από το σύστημα αέρος υποβοηθείται και το σύστημα πεδήσεως. Στη ντίζα του γκαζιού υπήρχαν κενά διότι ο πείρος συγκρατήσεως δεν ήταν ο κατάλληλος. Έλειπε το ένα από τα τέσσερα (4) ελατήρια από τα κυλινδράκια των φρένων. Έλειπε από το χειρόγκαζο το σύστημα συγκρατήσεως (ελατήριο - βίδα) . Η κόρνα του ΤΟΜΑ δεν λειτουργούσε. Η στάθμη του ελαίου του κιβωτίου ταχυτήτων δεν ήταν στη σωστή ένδειξη (ανάμεσα από τις δύο ενδείξεις). Επομένως γνωμοδοτούμε ότι: Παρά τις όποιες αναφερθείσες μικροβλάβες και ελλείψεις ότι το ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1 ήταν ικανό εφόσον λειτουργούσε ο κινητήρας να μπορεί να φρενάρει και να στρίβει. Εάν για οποιοδήποτε λόγο σταμάτησε η λειτουργία του κινητήρα μπορούσε να σταματήσει με τη βοήθεια χειρόφρενου. Στην περίπτωση αυτή δεν λειτουργεί το σύστημα πεδήσεως (υδραυλικό μέρος) ούτε το σύστημα διευθύνσεως. Η Επιτροπή Πραγματογνωμόνων αποτελούμενη από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Κ. Ν., Ομότιμο Καθηγητή Π. Κ., Λοχαγό Δ. Β., Επιλοχία Κ. Α., που διορίστηκε από τον Στρατιωτικό Δικαστή Γ' Π. Δ., Ανακριτή β' Τμήματος Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 132/06 απόφασης του Στρατοδικείου Ιωαννίνων, και συστάθηκε προκειμένου ν' αποφανθεί επί ζητημάτων που τίθενται στην απόφαση αυτή και αφορούν στη λειτουργική κατάσταση του ΕΣ-224064 ερπυστριοφόρου οχήματος ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1 κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: "ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ 1: "Υπήρχαν και ποιες ακριβώς βλάβες στο σύστημα πεδήσεως του οχήματος, αν προϋπήρχαν του ατυχήματος, αν ήταν μακροχρόνιες ή αν προκλήθηκαν εξαιτίας του ατυχήματος, αν μπορούσαν να διαπιστωθούν και πώς, καθώς και αν μπορούσαν να επηρεάσουν και σε ποιο μέτρο την αποτελεσματικότητα κατά την εφαρμογή του συστήματος". Το σύστημα πέδησης του οχήματος αποτελείται από: Το κύριο σύστημα, που λειτουργεί όταν λειτουργεί ο κινητήρας του οχήματος Το εφεδρικό σύστημα (αερόφρενο) για όταν δεν λειτουργεί ο κινητήρας του οχήματος Το χειρόφρενο Το κύριο σύστημα βρέθηκε να λειτουργεί κανονικά όταν ο κινητήρας ήταν σε λειτουργία. Εκ κατασκευής, η λειτουργία του διακόπτεται όταν διακοπεί η λειτουργία του κινητήρα. Επομένως στο σύστημα αυτό δεν διαπιστώθηκαν βλάβες, ούτε προϋπάρχουσες του ατυχήματος ούτε ως αποτέλεσμα αυτού. Το εφεδρικό σύστημα πέδησης (αερόφρενο) προβλέπεται εκ κατασκευής να λειτουργεί μόνο όταν τεθεί εκτός λειτουργίας ο κινητήρας και κατά συνέπεια και το κύριο σύστημα πέδησης. Στο επίδικο όχημα το σύστημα βρέθηκε να μην λειτουργεί όπως προβλέπεται, λόγω βλάβης. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι από τον πίνακα οργάνων του οχήματος (στη θέση του οδηγού) έλειπε η ασφάλεια ελέγχου του κυκλώματος ενεργοποίησης του εφεδρικού συστήματος πέδησης, Η αφαίρεση της έγινε εσκεμμένα, επειδή, λόγω βλάβης του σχετικού εντολέα, η ενεργοποίηση του κύριου συστήματος πέδησης συνεπαγόταν την ταυτόχρονη ενεργοποίηση και του βοηθητικού, ως μη όφειλε. Σαν αποτέλεσμα με την ασφάλεια στη θέση της δεν υπήρχε δυνατότητα σταδιακής πέδησης με το κύριο σύστημα. Η βλάβη αυτή προϋπήρχε του ατυχήματος, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί στο ατύχημα και η μη λειτουργία του εφεδρικού συστήματος πέδησης θα έπρεπε να είχε διαπιστωθεί από τον οδηγό κατά τον έλεγχο πριν την εκκίνηση του οχήματος. Η ύπαρξη της ανωτέρω βλάβης είναι αποφασιστικής σημασίας διότι στην περίπτωση διακοπής λειτουργίας του κινητήρα η ακινητοποίηση του οχήματος με το εν λόγω εφεδρικό σύστημα καθίσταται αδύνατη. Το χειρόφρενο βρέθηκε σε κατάσταση καλής λειτουργίας. Συγκεκριμένα, έγινε δοκιμή με το όχημα σε κίνηση με ταχύτητα πορείας 40 km/h περίπου και διαπιστώθηκε μήκος πέδησης μικρότερο από 10 μέτρα, που σημαίνει επιβράδυνση μεγαλύτερη από 5 m/s2. Εάν κατά την πορεία του οχήματος στην κατηφορική διαδρομή μήκους 183 μέτρων του στίβου μηχανοδήγησης στο στρατόπεδο "Κατσιμήτρου" είχε επιχειρηθεί πέδηση με το χειρόφρενο, θεωρούμε βέβαιο ότι ο οδηγός θα ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημα. ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ 2 : "Να ελεγχθεί η κατάσταση του ελέγχου των στροφών του κινητήρα (χειρόγκαζο - ντίζα γκαζιού) και να προσδιορισθεί ο επηρεασμός τυχών πλημμελειών του στον τρόπο λειτουργίας του κινητήρα, καθώς και η δυνατότητα απότομης και ανεξέλεγκτης παύσης της λειτουργίας του" Το χειρόγκαζο βρέθηκε να λειτουργεί πλημμελώς και τούτο οφείλεται σε βλάβη του συστήματος. Η σταθεροποίηση των στροφών λειτουργίας ρελαντί είναι δυσχερής και το κυριότερο, όταν σβήνει ο οδηγός τον κινητήρα με αντίστροφη κίνηση του πεντάλ του γκαζιού (όπως δηλαδή προβλέπεται), χάνεται η προηγούμενη ρύθμιση ρελαντί, ως μη όφειλε. Η ρύθμιση ρελαντί επίσης διαπιστώθηκε ότι χάνεται κατά τη διάρκεια της πορείας, συνήθως με απότομη πίεση του πεντάλ του γκαζιού (Η εν λόγω βλάβη είναι δυνατό να προκαλέσει τη διακοπή λειτουργίας του κινητήρα εν κινήσει, στην περίπτωση που ο οδηγός πατήσει το συμπλέκτη για οποιονδήποτε λόγο, π.χ. κατά την αλλαγή ταχύτητας στο κιβώτιο, και επομένως να προκαλέσει την απώλεια του κύριου συστήματος πέδησης και του συστήματος διεύθυνσης (βλέπε παρακάτω). ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ 3 : "Να ελεγχθεί το σύστημα διεύθυνσης του οχήματος με τον κινητήρα σε λειτουργία και εκτός λειτουργίας". Το σύστημα διεύθυνσης του οχήματος βρέθηκε σε καλή λειτουργία. Το σύστημα λειτουργεί κανονικά όταν λειτουργεί ο κινητήρας και δεν λειτουργεί όταν σταματήσει ο κινητήρας, όπως προβλέπεται από την κατασκευή του. ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ 4 : "Να ελεγχθεί η κατάσταση του συστήματος ταχυτήτων (κιβώτιο) και να διευκρινισθεί αν υπάρχει η δυνατότητα αυτόματης απεμπλοκής ταχύτητας από αυτό είτε κατά τη λειτουργία του οχήματος είτε όχι, και αν υπήρχε η δυνατότητα θέσεως και μεταβολής ταχυτήτων τόσο κατά τη λειτουργία του κινητήρα όσο και κατά την παύση λειτουργίας του". Κατά τη δοκιμή του οχήματος με το κινητήρα σε λειτουργία διαπιστώσαμε φυσιολογική εμπλοκή και αλλαγή των ταχυτήτων στο κιβώτιο. Δεν διαπιστώσαμε δυνατότητα αυτόματης απεμπλοκής ταχύτητας ("πέταγμα") Η δυνατότητα εμπλοκής ταχύτητας με σβησμένο κινητήρα και το όχημα σε κίνηση δεν ελέγχθηκε, λόγω των καταστροφικών αποτελεσμάτων που θα μπορούσε να έχει στο κιβώτιο. Παρ' όλα αυτά εκτιμάται ότι η δυνατότητα εμπλοκής δεν υπάρχει, ιδιαίτερα για τις πρώτες ταχύτητες (1η και 2α, επιλογή που θα περίμενε κανείς από έναν έμπειρο οδηγό και που θα μπορούσε θεωρητικά να μειώσει αποτελεσματικά την ταχύτητα πορείας του οχήματος στην έντονη κατωφέρεια). ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ 5: "Να διαπιστωθεί αν η κίνηση του οχήματος με ανασφάλιστες ή και με ανοιχτές τις θύρες του επηρεάζει και πως την οδηγική του συμπεριφορά". Η κίνηση του οχήματος με ανασφάλιστες ή ανοικτές τις θύρες του δεν επηρεάζει την οδηγική συμπεριφορά του. ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ 6 : "Να διατυπωθούν-οποιεσδήποτε άλλες σαφείς παρατηρήσεις και συμπεράσματα που βάσει των τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων τους κριθούν αναγκαία για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης". Συμπερασματικά, από τις δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με το όχημα, τις βλάβες που διαπιστώθηκαν και τις παρατηρήσεις που αναφέρονται παραπάνω συνάγεται ότι, κατά τη διαδρομή του οχήματος στην κατωφέρεια μήκους 183 m, προκειμένου ο οδηγός να το ακινητοποιήσει, είχε στη διάθεση του τις παρακάτω δυνατότητες: (α) Να ενεργοποιήσει με το πάτημα του ποδόφρενου το κυρίως σύστημα πέδησης. Αυτό δεν θα λειτουργούσε στην περίπτωση που ο κινητήρας είχε σβήσει. (β) Στην περίπτωση που ο κινητήρας είχε σβήσει, να ενεργοποιήσει το εφεδρικό σύστημα πέδησης πεπιεσμένου αέρα, πάλι πατώντας το πεντάλ του φρένου. Αυτό διαπιστώθηκε ότι έχει βλάβη και δεν λειτουργεί. (γ) Είτε λειτουργεί είχε όχι ο κινητήρας, να πραγματοποιήσει πέδηση με το χειρόφρενο. Κατά τη δοκιμή διαπιστώθηκε ότι το χειρόφρενο λειτουργεί αποτελεσματικά και επομένως θα μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημα. Εναλλακτικά, αντί της κινητοποίησης, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση με το υπόστεγο εκπαίδευσης, θα μπορούσε να αλλάξει κατεύθυνση κίνησης. Το σύστημα διεύθυνσης στην περίπτωση που ο κινητήρας είχε σβήσει δε θα λειτουργούσε και επομένως η αλλαγή κατεύθυνσης δεν θα ήταν δυνατή." Εκ μέρους του κατηγορουμένου Λ. Σ. προσελήφθη ο Πραγματογνώμονας Μ. Κ., ο οποίος στην υπ' αριθ. 009403 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: "Γενικό συμπέρασμα από τον έλεγχο του άρματος είναι ότι είναι ένα άρμα το οποίο η ομάδα συντηρήσεως δεν έπρεπε να το αφήσει να κινηθεί στον στίβο εκπαίδευσης για τους παρακάτω λόγους: το όχημα δεν είχε κόρνα το χειρόγκαζο είχε σοβαρή βλάβη και αδυναμία στο να κρατήσει το ρελαντί η πίεση του αέρα ενώ προβλέπεται να είναι στα 150 bar στο εν λόγω όχημα δεν έφτανε πάνω από τα 60 bar ακόμη και μετά από 20-25 λεπτά λειτουργίας του κινητήρα του η στάθμη του λαδιού στο κιβώτιο ταχυτήτων δεν ήταν στην σωστή ένδειξη (κάτω από το επιτρεπόμενο όριο) στη ντίζα του γκαζιού δεν υπήρχε ο προβλεπόμενος πείρος αλλά μια κοπίλια η καστανιά του χειρόγκαζου ήταν ελαττωματική στο αριστερό κυλινδράκι των φρένων έλειπε το ένα από τα δύο ελατήρια επαναφοράς υπήρχε διαρροή καυσίμων στον χώρο της οδήγησης είχε σχισμένο το μέταλο του κάτω μεντεσέ της πίσω δεξιάς θύρας με αποτέλεσμα αυτή να μη μπορεί να ασφαλίσει και να ανοίγει κατά την εκκίνηση του άρματος είχε αφαιρεθεί η ασφάλεια μέσω της οποίας φεύγει ηλεκτρικά η εντολή για τη λειτουργία της πνευματικής πέδησης, λόγω προγενέστερης βλάβης η οποία συνίστατο στο ότι υπήρχε πνευματική πέδηση ακόμα και όταν δεν έπρεπε ( δηλ. με τον κινητήρα του άρματος σε λειτουργία) πράγμα το οποίο συνιστούσε στο να χάνει το άρμα την κατευθυντικότητά του διαρροή δεν διαπιστώθηκε στις σωληνώσεις των φρένων διότι αυτή θα ήταν δυνατόν να γίνει αντιληπτή αφενός μεν από το θόρυβο που θα προκαλούταν και αφετέρου εάν υπήρχε ηλεκτρική εντολή ακόμη και με τα 65 bar πίεση θα λειτουργούσε η σκάστρα του αέρα, η λειτουργία της οποίας διαπιστώνεται ηχητικά (κάνει έντονο θόρυβο)". Οι μάρτυρες Μ. Η., Δ. Γ., Γ. Α., Τ. Γ., Κ. Χ., Μ. Σ., Κ. Γ., Δ. Β., Κ. Ν., Κ. Α., στις καταθέσεις τους επιβεβαίωσαν τα συμπεράσματα των πραγματογνωμοσυνών ως προς την βλάβη στο χειρόγκαζο του άρματος και την έλλειψη λειτουργίας του πνευματικού συστήματος. Συνεπεία των ανωτέρω συμπερασμάτων των πραγματογνωμοσυνών που διενεργήθηκαν αλλά και των μαρτυρικών καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων που κατέθεσαν ως έχοντες ειδικότερες γνώσεις, στο πρωτόδικο και στο παρόν δικαστήριο, κρίσιμα προς απόδειξη στοιχεία στην παρούσα υπόθεση αποτελούν οι παραλείιμεις και οι ενέργειες του οδηγού (κατηγορουμένου Λ.) που συνιστούν την αμελή του συμπεριφορά και οδήγησαν στο εγκληματικό αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπ' όψιν την τεχνική κατάσταση του άρματος όπως αυτή αναλυτικά διαπιστώθηκε. Κρίσιμο προς απόδειξη στοιχείο στην παρούσα υπόθεση κρίνεται επιπλέον η θέση σε λειτουργία του άρματος πριν ή μετά την πρόσκρουση στον τοίχο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος οδηγός δεν είναι σε θέση να δώσει σαφή απάντηση για πιθανή επανεκκίνηση του οχήματος, πολύ δε περισσότερο για το χρόνο ύπαρξης αυτής, καθόσον βρέθηκε σε κατάσταση σοκ και δεν θυμάται τίποτε σχετικά. Ωστόσο από τις μαρτυρίες των εκπαιδευομένων αξιωματικών τραυματισθέντων και μη, οι οποίοι ήταν παρόντες στο κιόσκι όπου επήλθαν τα εγκληματικά αποτελέσματα της οδήγησης του άρματος και άρα θεωρούνται αυτόπτες και αυτήκοοι, προέκυψε σαφώς και χωρίς αμφιβολία ότι το άρμα τη στιγμή της πρόσκρουσης στον τοίχο λειτουργούσε. Η όπισθεν κίνηση του άρματος μετά τη στιγμή της πρόσκρουσης και προς απεγκλωβισμό των παθόντων δεν έγινε με την εκ νέου εκκίνηση του, αλλά αυτό βρισκόταν ήδη σε λειτουργία, καθόσον δεν παρατηρήθηκε ούτε κίνηση επανεκκίνησης εκ μέρους του οδηγού, ούτε εκπομπή θορύβου ή ρύπων επανεκκίνησης από το σύνολο σχεδόν των παρευρισκομένων μαρτύρων (Βλ. μαρτυρικές καταθέσεις Α. Ε., Α. Α., Α. Ν., Β. Π., Γ. Γ., Κ. Α., Ο. Γ., Π. Θ., Τ. Χ., Π. Π., Τ. Ι., Χ. Α., Τ. Δ.,Ο. Σ..). Επιπλέον, σύμφωνα με τη από 12 Μαΐου 2004 Ιατρική Γνωμάτευση του 406 Γ.Σ.Ν.Ι., ο κατηγορούμενος οδηγός Λ. Σ., υπέστη "εκτεταμένο θλαστικό τραύμα βρεγματικής χώρας μήκους 5 εκατοστών περίπου. Μικρό θλαστικό τραύμα αρ. άνω βλεφάρου. Κάταγμα δε αντίχειρος. Ατελή ακρωτηριασμό ονυχοφόρου φάλαγγος δεξιού δείκτου". Ο τραυματισμός του κατηγορουμένου στον αντίχειρα και ο ακρωτηριασμός ονυχοφόρου φάλαγγος δεξιού δείκτου δικαιολογεί την εκ μέρους του προσπάθεια επανεκκίνησης του άρματος με τη θέση σε λειτουργία της αερόμιζας και ηλεκτρόμιζας (πάτημα δύο μπουτόν) όπως τόσο ο ίδιος όσο και λοιποί οδηγοί και τεχνικοί περιγράφουν ότι επιτυγχάνεται αυτή. Επομένως, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος Λ., προσπάθησε και έθεσε επιτυχώς σε λειτουργία το ερπυστριοφόρο άρμα λίγο πριν την πρόσκρουση στον τοίχο. Ο κατηγορούμενος Λ. Σ. απολογούμενος ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι την ημέρα του ατυχήματος είχε ορισθεί εκπαιδευτής οδηγών και εκτάκτως ορίσθηκε να οδηγήσει το ερπυστριοφόρο. Πριν την εκκίνηση του ήλεγξε το άρμα, τη μπαταρία, τη στάθμη των υγρών και άνοιξε το καπάκι της μηχανής χωρίς να διαπιστώσει κάποια διαρροή. Το άρμα ήταν σε λειτουργία περίπου μισή ώρα, ο κινητήρας είχε κανονικές ενδείξεις στα όργανα του και ο ίδιος, αφού ρύθμισε με το χειρόγκαζο στις 900 στροφές, ξεκίνησε με δεύτερη ταχύτητα. Μετά πορεία 50 μέτρων έφθασε στη στροφή που ξεκινάει η κατηφόρα και θεώρησε ότι ήταν καλύτερο να βάλει πρώτη ταχύτητα. Η ταχύτητα του οχήματος του ήταν 15 χλμ. Πήρε τη στροφή με δεύτερη ταχύτητα και μετά απέμπλεξε για να βάλει πρώτη. Η πρώτη ταχύτητα δεν μπήκε σωστά γιατί το άρμα δεν λειτουργούσε. Έκανε χειρισμό με το τιμόνι προς τα δεξιά αλλά επίσης το άρμα δεν λειτουργούσε και συνέχισε ευθεία πορεία. Τότε αντιλήφθηκε ότι το άρμα έσβησε, πάτησε διαδοχικά τρεις (3) φορές ποδόφρενο χωρίς αποτέλεσμα. Μετά δοκίμασε δύο (2) φορές χειρόφρενο. Το άρμα είχε αναταράξεις από τις ανωμαλίες του εδάφους και κατέβαινε την κατηφόρα με το χειρόφρενο τραβηγμένο. Μετά την πρόσκρουση στον τοίχο ο κατηγορούμενος βρέθηκε σε κατάσταση σοκ και δεν θυμάται τίποτε άλλο. Πιθανολογεί ότι το άρμα σταμάτησε από το χειρόφρενο και την πρόσκρουση στον τοίχο. Δεν είναι σε θέση να θυμηθεί εάν έθεσε σε λειτουργία το άρμα και δεν αποκλείει μια τέτοια ενέργεια να έγινε ενστικτωδώς τη στιγμή της πρόσκρουσης. Ήταν εύκολο να θέσει σε λειτουργία το άρμα, σήκωνε τα καπάκια με τον αντίχειρα και πίεζε τα δύο κουμπιά ηλεκτρόμιζας και αερόμιζας. Ο ίδιος γνώριζε το πρόβλημα στο χειρόγκαζο είχε ενημερώσει σχετικά, χωρίς όμως ανταπόκριση, καθώς και την έλλειψη κόρνας. Κατά την οδήγηση φορούσε τα γυαλιά του, όχι κράνος. Τραυματίστηκε στο κεφάλι και στο δάχτυλο του. Το τραύμα στο δάχτυλο του μπορεί να δικαιολογήσει προσπάθεια επανεκκίνησης του άρματος η οποία πιθανόν να έγινε μετά το τράβηγμα του χειρόφρενου και λίγο πριν την πρόσκρουση στον τοίχο. Ήταν έμπειρος οδηγός, οδηγούσε άρματα τζιπ και καναδέζες. Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί εκείνη την ημέρα είχε την αίσθηση ότι δεν εκτελούσε υπηρεσία αλλά τα καθήκοντα του εκπαιδευτή. Ο κατηγορούμενος παραδέχεται την γνώση του για τις βλάβες στο χειρόγκαζο και στην κόρνα. Μάλιστα αναφέρει σχετικά με το χειρόγκαζο ότι είχε ενημερωθεί δέκα μήνες πριν το ατύχημα και είχε αναφέρει σε υπεύθυνους ότι χρειαζόταν διόρθωση χωρίς ανταπόκριση. Επιπλέον παραδέχεται ότι κατά την αναστροφή που έκανε για να κατευθυνθεί προς τον όρχο άνοιξε η πόρτα του οχήματος αλλά δεν το κατάλαβε. Αναφορικά με το εφεδρικό πνευματικό σύστημα πέδησης (αερόφρενα), ο κατηγορούμενος αποφεύγει να αποδώσει ευθύνες μη λειτουργίας του και να αναφερθεί ρητά σ' αυτό, αρκούμενος στην περιγραφή του γεγονότος ότι πατούσε το πεντάλ του φρένου και αυτό δεν ανταποκρινόταν και ότι η αίσθηση του πεντάλ του φρένου ήταν διαφορετική. Οι ομολογίες αυτές του κατηγορουμένου ουδόλως επιβαρύνουν τη θέση του καθόσον συμπορεύονται με τα πορίσματα των πραγματογνωμοσυνών, τεχνικών ελέγχων και μαρτυρικών καταθέσεων των Δ. Β. και Κ. Γ., όπου αναφαίνεται ότι η βλάβη του χειρόγκαζου και της κόρνας ήταν κάτι με το οποίο οι οδηγοί έπρεπε να συμβιβαστούν χωρίς αντίρρηση, λόγω ελλείψεως ανταλλακτικών ειδών. Ο ήχος της κόρνας δε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των μαρτύρων, την ημέρα του ατυχήματος, οπότε υπήρχε καταρρακτώδης βροχή, δεν θα μπορούσε να υπερκαλύψει το θόρυβο του καιρικού φαινομένου και να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Το άνοιγμα της θύρας του άρματος επίσης κρίθηκε από πραγματογνώμονες μάρτυρες ότι δεν είχε σημασία γιο το ατύχημα. Ο κατηγορούμενος αναφέρει το χρόνο που άνοιξε η πόρτα (στιγμή αναστροφής) και συγχρόνως αναφέρει ότι δεν το κατάλαβε, χωρίς να το αιτιολογεί, γεγονός που καταδεικνύει μια αδικαιολόγητη έλλειψη προσοχής και επιμέλειας ή τουλάχιστον βιαστικής και επιπόλαιης οδήγησης όπως εξάλλου καταθέτουν και οι αυτόπτες της εκκίνησης του μάρτυρες Μ. Σ., Τ. Β., Φ. Ι., και Τ. Λ. . Έτσι ο κατηγορούμενος επιχειρεί να δημιουργήσει την εικόνα ότι καταρχήν είναι άμοιρος ευθυνών για τη μακρόχρονη βλάβη του χειρόγκαζου, για το χαμηλό επίπεδο στροφών του κινητήρα (ρελαντί) και για το χαμηλό επίπεδο πίεσης αέρα που απαιτούνται για την ασφαλή εκκίνηση και πορεία του οχήματος ώστε να μη σβήσει. Εν συνεχεία, περιγράφοντας λεπτομερώς τον απόλυτο αιφνιδιασμό του από την έλλειψη πνευματικού συστήματος πεδήσεως (αερόφρενα), ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έπραξε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για την έγκαιρη και αποτελεσματική πέδηση του άρματος. Επομένως δεν υπήρξε αμελής συμπεριφορά εκ μέρους του, τόσο κατά την εκκίνηση και πορεία όσο και κατά την προσπάθεια αποτελεσματικής πέδησης αλλά, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, το θανατηφόρο αυτό ατύχημα οφείλεται στις σοβαρές τεχνικές ελλείψεις και βλάβες του ερπυστριοφόρου άρματος. Εκτός από τους ανωτέρω ισχυρισμούς αναφορικά με την εκκίνηση του ερπυστριοφόρου άρματος που αποδείχτηκαν ψευδείς και δεν έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο το άρμα έσβησε πάνω στη στροφή τη στιγμή που τόσο ο ίδιος όσο και οι μάρτυρες Κ. Ν., Δ. Β., Τ. Γ., Μ. Σ., Κ. Α. Θ., Τ. Γ., αναφέρουν ότι μολονότι υπήρχε το γνωστό πρόβλημα στο χειρόγκαζο, το όχημα δεν έσβηνε. Για να διατηρήσει τη λειτουργία του το άρμα χρειαζόταν ο κατάλληλος χειρισμός με σταθερό πάτημα του γκαζιού και μέριμνα ώστε να μην μειωθούν οι στροφές, και οι οδηγοί σε κάθε περίπτωση ήταν ενημερωμένοι, εκπαιδευμένοι και εξοικειωμένοι με αυτό. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η επιδειχθείσα τη συγκεκριμένη ημέρα αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού του ΒΜΡ-1 ΤΟΜΑ ΕΣ 224064, Λ. Σ., που αιτιακά οδήγησε στα προαναφερθέντα αποτελέσματα εστιάζεται στα εξής σημεία: Α) Πριν από την εκκίνηση του οχήματος, δηλαδή κατά την παραλαβή του το πρωί της ημέρας εκείνης, όφειλε με τη συνδρομή του υπεύθυνου τεχνικού, να είχε διαπιστώσει τη μη λειτουργία του εφεδρικού συστήματος πέδησης με την πίεση του ποδόφρενου και τον κινητήρα εκτός λειτουργίας, οπότε και ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος "τσαφ" της σχάστρας (κατ. Κ. Γ., Φ. Α., Τ. Γ. και Κ. Ν.) Β) Ως εκπαιδευμένος στο συγκεκριμένο τύπο αρμάτων οδηγός, ήταν αυτός που το πρωί της ημέρας εκείνης οδήγησε το ζημιογόνο άρμα στο στίβο μηχανοδήγησης. Επομένως είναι απίθανο να μη διαπίστωσε την απορρύθμιση του ρελαντί κατά τη διάρκεια της πορείας είτε με απότομη πίεση του πεντάλ του γκαζιού είτε με αντίστροφη κίνηση αυτού είτε κατά την εναλλαγή των ταχυτήτων κατά το πάτημα του συμπλέκτη ταχυτήτων. Η μείωση των στροφών στις περιπτώσεις αυτές συνεπαγόταν το σβήσιμο του κινητήρα και την απενεργοποίηση του κυρίου συστήματος πέδησης. Για να αποφύγει το σβήσιμο του κινητήρα ο οδηγός έπρεπε να πιέζει συνεχώς το πεντάλ του γκαζιού ώστε να διατηρεί τις στροφές του κινητήρα σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτός να μη σβήνει. Τη δυσλειτουργία αυτή του χειρόγκαζου τη γνώριζαν όλοι οι οδηγοί (και φυσικά και ο κατηγορούμενος) και την αντιμετώπιζαν στην πράξη (οδήγηση) με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Σύμφωνα με τις παραδοχές του κατηγορούμενου, ο οποίος να σημειωθεί ότι ακόμη και κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο τελούσε σε κατάσταση σύγχυσης, ξεκίνησε από το στίβο μηχανοδήγησης έχοντας δεύτερη ταχύτητα και αφού διήνυσε μία απόσταση πενήντα περίπου μέτρων σε ευθεία γραμμή, έστριψε στη συνέχεια αριστερά σε γωνία 90° (σημείο από το οποίο αρχίζει η κατωφέρεια του εδάφους) και πάνω στη στροφή προσπάθησε να βάλει την πρώτη ταχύτητα, προκειμένου να μειώσει την ταχύτητα του άρματος ενόψει της κατωφέρειας του. Κατά την εναλλαγή αυτή έσβησε ο κινητήρας και το όχημα άρχισε να κατέρχεται ανεξέλεγκτο, παρά τις προσπάθειες του να το ακινητοποιήσει ή να το επαναφέρει εντός του οδοστρώματος. Οι ενέργειες του αυτές, όπως περιγράφονται και ομολογούνται από τον ίδιο, χαρακτηρίζονται αδέξιες για έναν οδηγό με τη δική του εμπειρία και μη ενδεικνυόμενες (ακατάλληλη σχέση επιλογής σε συνδυασμό με την ταχύτητα που είχε αναπτύξει, άκαιρη και αδέξια προσπάθεια απεμπλοκής σχέσης κατά την πραγματοποίηση της στροφής, καθυστερημένη αντίληψη παύσης λειτουργίας του κινητήρα). Γ) Δεν επεχείρησε εγκαίρως ακινητοποίηση του οχήματος με το χειρόφρενο. Στην από 12-2-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Επιτροπής Πραγματογνωμόνων που συγκροτήθηκε με επικεφαλής τον κ. Κ. Ν., αναφέρεται ότι "Εάν κατά την πορεία του οχήματος στην κατηφορική διαδρομή μήκους 183 m του στίβου μηχανοδήγησης στο στρατόπεδο "Κατσιμήτρου" είχε επιχειρηθεί πέδηση με το χειρόφρενο, θεωρούμε βέβαιο ότι ο οδηγός θα ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημα". Ο ίδιος ο κατηγορούμενος Λ., στην απολογία του, αναφέρει ότι αφού αντιλήφθηκε ότι το άρμα έσβησε, πάτησε διαδοχικά τρεις φορές το φρένο, ενώ η αίσθηση του πεντάλ ήταν διαφορετική. Στη συνέχεια τράβηξε διαδοχικά δύο φορές το χειρόφρενο ενώ είχε φτάσει στα μέσα της διαδρομής προς το κιόσκι και κατηφόριζε πλέον με τραβηγμένο το χειρόφρενο, μέχρι που προσέκρουσε στον τοίχο. Επομένως από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος καθυστερημένα το σβήσιμο του κινητήρα, προέβη σε αδέξιες και περισσότερο, από όσο όφειλε λόγω της εμπειρίας και των ικανοτήτων του, χρονοβόρες και ανεπιτυχείς προσπάθειες πέδησης, ώσπου καθυστερημένα κατάφερε να θέσει εκ νέου σε λειτουργία το άρμα, χωρίς όμως να μπορέσει τελικά να αποφύγει τα ζημιογόνα αποτελέσματα. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος Λ. Σ. πρέπει, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, καθόσον αποδείχθηκε πλήρως ότι συντρέχουν στο πρόσωπο αυτού τα στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή από υπόχρεο ως εκ της υπηρεσίας του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή με το ακόλουθο διατακτικό "Κηρύσσει τον πρώτο κατηγορούμενο, Λ. Σ., παμψηφεί ένογο α) ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή [πράξεις δύο (2)] και β) σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο ως εκ της υπηρεσίας του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, κατά συρροή [πράξεις δέκα εννέα (19)], πράξεων που τελέσθηκαν στο στρατόπεδο του 625 ΤΠ-ΕΚΕ, την 5-5-2004 και ειδικότερα ένοχο του ότι ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή ΕΜΘ Λοχίας (ΠΖ) του 625 ΤΠ - ΕΚΕ, στο στρατόπεδο της Μονάδος αυτής, την 5-5-2004 με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του και έτσι προξένησε το θάνατο άλλων. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και περί ώρα 13:10', ενώ ορίσθηκε να οδηγήσει το ερπυστριοφόρο όχημα με αριθμό ΕΣ - 224064 τύπου ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1, σε εκτέλεση διατεταγμένου δρομολογίου από το στίβο μηχανοδήγησης προς τον όρχο οχημάτων της Μονάδας του, μολονότι γνώριζε κατά την εκκίνηση του κινητήρα του παραπάνω οχήματος ότι το χεφόγκαζο αυτού το οποίο ρυθμίζει το επίπεδο των στροφών του κινητήρα ήταν ελαττωματικό με συνέπεια να μειώνονται οι στροφές του κινητήρα στη σχέση "ρελαντί" και κατά την εναλλαγή των ταχυτήτων και εντεύθεν να παύει να λειτουργεί ο κινητήρας, από απερισκεψία, έλλειψη της προσοχής και βιασύνη, ανέλαβε την ευθύνη οδήγησης του, δεν ήλεγξε κατά την εκκίνηση το εφεδρικό πνευματικό σύστημα πέδησης δίνοντας προσοχή στον ήχο "τσαφ" της σχάστρας, ξεκίνησε εσφαλμένα και νευρικά το όχημα του έχοντας 2η σχέση, αναντίστοιχη των στροφών του κινητήρα και της ταχύτητας που έπρεπε να αναπτύξει δεδομένου ότι σε λίγα μέτρα θα εκτελούσε στροφή 90° δεξιά με κατηφορική κλίση, και όταν πλησίασε στο σημείο αυτό, εξαιτίας της εσφαλμένης σχέσης που είχε επιλέξει, των στροφών του κινητήρα και της ταχύτητας που είχε αναπτύξει αλλά και εξαιτίας αδέξιου χειρισμού απεμπλοκής της σχέσης από 2η σε 1η προκειμένου να κινηθεί σε κατηφόρα, δεν μπόρεσε να διατηρήσει, με τους κατάλληλους χειρισμούς, ικανό επίπεδο στροφών για την ομαλή λειτουργία του κινητήρα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την εξασθένιση και παύση λειτουργίας του κινητήρα, ενώ όταν πλέον το ερπυστριοφόρο όχημα ετέθη εκτός λειτουργίας έχοντας αδρανοποιημένα τα συστήματα διευθύνσεως και πεδήσεως (υδραυλικής και πνευματικής), αντιλαμβανόμενος καθυστερημένα το σβήσιμο του κινητήρα και αιφνιδιαζόμενος πλέον από την έλλειψη συστημάτων πέδησης, προέβη σε αδέξιες και περισσότερες απ' όσο όφειλε, λόγω της εμπειρίας του και των ικανοτήτων του, χρονοβόρες και ανεπιτυχείς προσπάθειες πέδησης με χρήση ποδόφρενου και χειρόφρενου κατ' επανάληψη και διαδοχικά, δεν έθεσε έγκαιρα σε επαναλειτουργία τον κινητήρα του άρματος παρά σε οριακό χρονικό σημείο - αυτό της πρόσκρουσης στο υπόστεγο, όπως θα έπραττε στη θέση του κάθε μέτριος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες ευρισκόμενος και επομένως δεν μπόρεσε να επιτύχει την έγκαιρη και αποτελεσματική ακινητοποίηση του οχήματος με αποτέλεσμα αυτό, ανεξέλεγκτο πλέον, να προσκρούσει στο υπόστεγο όπου στεγάζονταν εκπαιδευόμενοι Αξιωματικοί, τραυματίζοντας θανάσιμα τους Ανθυπολοχαγούς (ΠΖ) Ψ. Π. και Π. Χ., οι οποίοι υπέστησαν ο μεν πρώτος "κακώσεις αυχένα, θώρακα και κοιλίας" ο δε δεύτερος "κακώσεις κεφαλής, τραχήλου και κοιλίας" από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε σχεδόν ακαριαία ο θάνατος τους. Το αξιόποινο δε αυτό αποτέλεσμα δεν προέβλεψε αν και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ως πιθανό και ενδεχόμενο της ανωτέρω συμπεριφοράς του. Β) Ενώ ήταν υπόχρεος λόγω της ιδιότητός του ως οδηγού ερπυστριοφόρου οχήματος, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση αυτού, εν τούτοις από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του και προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο και περί ώρα 13:10', ενώ ορίσθηκε να οδηγήσει το ερπυστριοφόρο όχημα με αριθμό ΕΣ - 224064 τύπου ΤΟΜΑ ΒΜΡ-1, σε εκτέλεση διατεταγμένου δρομολογίου από το στίβο μηχανοδήγησης προς τον όρχο οχημάτων της Μονάδας του, μολονότι γνώριζε κατά την εκκίνηση του κινητήρα του παραπάνω οχήματος ότι το χειρόγκαζο αυτού το οποίο ρυθμίζει το επίπεδο των στροφών του κινητήρα ήταν ελαττωματικό με συνέπεια να μειώνονται οι στροφές του κινητήρα στη σχέση "ρελαντί" και κατά την εναλλαγή των ταχυτήτων και εντεύθεν να παύει να λειτουργεί ο κινητήρας, από απερισκεψία, έλλειψη της προσοχής και βιασύνη, ανέλαβε την ευθύνη οδήγησης του, δεν ήλεγξε κατά την εκκίνηση το εφεδρικό πνευματικό σύστημα πέδησης δίνοντας προσοχή στον ήχο "τσαφ" της σχάστρας, ξεκίνησε εσφαλμένα και νευρικά το όχημα του έχοντας 2η σχέση, αναντίστοιχη των στροφών του κινητήρα και της ταχύτητας που έπρεπε να αναπτύξει δεδομένου ότι σε λίγα μέτρα θα εκτελούσε στροφή 90° δεξιά με κατηφορική κλίση, και όταν πλησίασε στο σημείο αυτό, εξαιτίας της εσφαλμένης σχέσης που είχε επιλέξει, των στροφών του κινητήρα και της ταχύτητας που είχε αναπτύξει αλλά και εξαιτίας αδέξιου χειρισμού απεμπλοκής της σχέσης από 2η σε 1η προκειμένου να κινηθεί σε κατηφόρα, δεν μπόρεσε να διατηρήσει, με τους κατάλληλους χειρισμούς, ικανό επίπεδο στροφών για την ομαλή λειτουργία του κινητήρα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την εξασθένιση και παύση λειτουργίας του κινητήρα, ενώ όταν πλέον το ερπυστριοφόρο όχημα ετέθη εκτός λειτουργίας έχοντα: αδρανοποιημένα τα συστήματα διευθύνσεως και πεδήσεως (υδραυλικής και πνευματικής), αντιλαμβανόμενος καθυστερημένα το σβήσιμο του κινητήρα και αιφνιδιαζόμενος πλέον από την έλλειψη συστημάτων πέδησης, προέβη σε αδέξιες και περισσότερες απ' όσο όφειλε, λόγω της εμπειρίας του και των ικανοτήτων του, χρονοβόρες και ανεπιτυχείς προσπάθειες-πέδησης με χρήση ποδόφρενου και χειρόφρενου κατ' επανάληψη και διαδοχικά, δεν έθεσε έγκαιρα σε επαναλειτουργία τον κινητήρα του άρματος παρά σειριακό χρονικό σημείο - αυτό της πρόσκρουσης στο υπόστεγο, όπως θα έπραττε στη θέση του κάθε μέτριος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες ευρισκόμενος και επομένως δεν μπόρεσε να επιτύχει την έγκαιρη και αποτελεσματική ακινητοποίηση του οχήματος με αποτέλεσμα αυτό, ανεξέλεγκτο πλέον, να προσκρούσει στο υπόστεγο όπου στεγάζονταν εκπαιδευόμενοι Αξιωματικοί, προκαλώντας τον τραυματισμό των κάτωθι: 1) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Α. Α., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, βαριές κακώσεις (ΑΡ) κάτω άκρου και αφού νοσηλεύθηκε στο ΠΠΓΝ Ιωαννίνων για 9 ημέρες, μεταφέρθηκε στη συνέχεια στο 401 ΓΣΝΑ για περαιτέρω νοσηλεία, 2)Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Α. Ε., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής - κάκωση (ΑΡ) κνήμης με αρνητικό ακτινολογικό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων για 2 ημέρες και έλαβε 20 ήμερη αναρρωτική άδεια, 3) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Α. Δ., ο οποίος υπέστη εκδορές- εκχυμώσεις τριχωτού κεφαλής ευαισθησία έξω επιφάνειας (ΑΡ) μηρού και (ΑΡ) γλουτού με αρνητικό ακτινολογικό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2 ημέρες και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 4) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Α. Α., ο οποίος υπέστη κάκωση (ΑΡ) γόνατος νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 10 ήμερη αναρρωτική άδεια, 5) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Α. Ν., ο οποίος υπέστη τραύμα (ΑΡ) ζυγωματικής χώρας, κάκωση (ΔΕ) κνήμης. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων για 2 ημέρες και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 6) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Β. Π., ο οποίος υπέστη κεφαλαιμάτωμα, εκδορές - εκχυμώσεις τριχωτού κεφαλής, κάκωση (ΔΕ) γόνατος με αρνητικό ακτινολογικό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ επί 2ήμερο και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 7) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Γ. Γ., ο οποίος υπέστη απαρεκτόπιστο εγκάρσιο κάταγμα περιφερικού τριτημορίου (ΔΕ) περόνης. Νοσηλεύθηκε στο ΠΠΓΝ Ιωαννίνων για πέντε ημέρες και έλαβε αναρρωτική άδεια είκοσι ημερών, 8) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Δ. Δ., ο οποίας υπέστη εκχυμώσεις-εκδορές (ΔΕ) γλουτομηριαίας περιοχής, εκδορές βραχίονα (ΑΡ) θλαστικό τραύμα βρεγματικής χώρας. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 9) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Κ. Α., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, (ΔΕ) γόνατος, (ΑΡ) ποδοκνημικής με αρνητικό ακτινολογικό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 10) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Κ. Α., ο οποίος υπέστη κάταγμα περιφερικού τριτημορίου (ΑΡ) περόνης - διάσταση κνημοπερονιαίας. Νοσηλεύθηκε στο ΠΠΓΝ Ιωαννίνων επί 5 ημέρες και έλαβε 20 ήμερη αναρρωτική άδεια, 11) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Μ. Τ., ο οποίος υπέστη εκχυμώσεις - εκδορές (ΑΡ) οσφυϊκής χώρας και εκδορές τριχωτού κεφαλής με αρνητικό ακτινολογικό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 20 ήμερη αναρρωτική άδεια, 12) Ανθυπολοχαγού (ΑΣ) Ν. Γ., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα βρεγματικής χώρας και εκδορές (ΔΕ) μηρού. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων για 2 ημέρες και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 13) Ανθυπολοχαγού (ΑΣ) Ο. Γ., ο οποίος υπέστη τραύμα τύπου απογαντοποίησης ραχιαίας επιφάνειας δεξιού αντιβραχίου. Νοσηλεύθηκε στο ΠΠΓΝ Ιωαννίνων για 13 ημέρες και έλαβε 30 ημέρες αναρρωτική άδεια, 14) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Π. Θ., ο οποίος υπέστη εκδορές οπίσθιας επιφάνειας (ΔΕ) γόνατος - κάκωση αγκώνα (ΔΕ) με αρνητικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων για 2 ημέρες και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 15) Ανθλγού (ΠΖ) Π. Ε., ο οποίος υπέστη θλαστικό τραύμα κεφαλής. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια, 16) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Σ. Δ., ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής και (ΑΡ) ώμου με αρνητικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 20 ήμερη αναρρωτική άδεια, 17) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Τ. Ν., ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής και (ΑΡ) γόνατος με αρνητικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ επί 2ήμερο και έλαβε 20μέρη αναρρωτική άδεια, 18) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Τ. Α., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής, κάκωση γονάτων, κάκωση (ΔΕ) ΠΔΚ χωρίς εμφανή ακτινολογικά ευρήματα. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ήμερο και έλαβε 20ήμερη αναρρωτική άδεια. 19) Ανθυπολοχαγού (ΠΖ) Τ. Σ., ο οποίος υπέστη κάκωση ΟΜΣΣ με αρνητικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο. Νοσηλεύθηκε στο 406 ΓΣΝ Ιωαννίνων επί 2ημέρες και έλαβε αναρρωτική άδεια 20 ημερών. Το αξιόποινο δε αυτό αποτέλεσμα δεν πρόβλεψε αν και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ως πιθανό και ενδεχόμενο της ανωτέρω συμπεριφοράς του. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων. Ειδικότερα και όσον αφορά την αμέλεια του αναιρεσείοντος, αυτή εξειδικεύεται στο ότι κατά την εκκίνηση του άρματος δεν έλεγξε ως οδηγός αυτού το εφεδρικό πνευματικό σύστημα πέδησης δίδοντας προσοχή στον ήχο "τσαφ" της σχάστρας. Ότι νευρικά και εσφαλμένα ξεκίνησε το άρμα έχοντας δεύτερη σχέση που ήταν αναντίστοιχη των στροφών του κινητήρα και της ταχύτητας που έπρεπε να αναπτύξει αφού σε λίγα μέτρα θα εκτελούσε στροφή ενενήντα μοιρών με κατηφορική κλίση. Ότι προέβη σε αδέξιο χειρισμό απεμπλοκής της σχέσης από δεύτερη σε πρώτη προκειμένου να κινηθεί σε κατηφόρα. Ότι δεν μπόρεσε να διατηρήσει ικανό επίπεδο στροφών για την ομαλή λειτουργία του κινητήρα με κατάλληλους χειρισμούς. Πλέον τούτων, κατά τις παραδοχές, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την εξασθένηση και παύση λειτουργίας του κινητήρα, ενώ όταν πλέον το άρμα τέθηκε εκτός λειτουργίας, έχοντας αδρανοποιημένα τα συστήματα διευθύνσεως και πέδησης, υδραυλικής και πνευματικής, αντιλήφθηκε καθυστερημένα το σβήσιμο του κινητήρα και αιφνιδιάστηκε πλέον από την έλλειψη συστημάτων πέδησης. Ότι προέβη σε αδέξιες και περισσότερες χρονοβόρες και ανεπιτυχείς προσπάθειες πέδησης με χρήση ποδόφρενου και χειρόφρενου κατ' επανάληψη και διαδοχικά, ενώ διέθετε την κατάλληλη εμπειρία και τις σχετικές ικανότητες. Επίσης δεν έθεσε έγκαιρα σε επαναλειτουργία τον κινητήρα του άρματος αλλά σε οριακό πλέον χρονικό σημείο, ήτοι αυτό της πρόσκρουσης στο υπόστεγο, όπως στη θέση του θα έπραττε κάθε μέτριος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές με επάρκεια προσδιορίζονται οι λοιπές συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος τούτου ενώ σαφώς προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του αναιρεσείοντος, ως τοιαύτη άνευ συνειδήσεως και περαιτέρω προσδιορίζεται σαφώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου των δύο ανθυπολοχαγών και των σωματικών βλαβών των υπολοίπων δεκαεννέα ανθυπολοχαγών. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 100Α ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης (15-10-2009), "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των 'άρθρων 99 και 100 ΠΚ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και την επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αγωγής για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη". Οι προϋποθέσεις δεν που τάσσονται από τις άνω διατάξεις είναι ότι ο καταδικασμένος να μην έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή, ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο και από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου, να κρίνεται ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της διαγωγής του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως της μετάνοιας που έδειξε και της προθυμίας του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το άνω Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναστολή με όρους κατ' άρθρο 100Α ΠΚ της συνολικής ποινής των τεσσάρων ετών και έξι μηνών, την οποία του επέβαλε, ως ελέχθη, κατά συγχώνευση των επιβληθεισών ποινών με την ακόλουθη αιτιολογία "στην προκειμένη περίπτωση από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκαν οι πράξεις και ιδίως των αιτίων τους το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα κατ' άρθρο 100Α". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής αφού η απόρριψη του αιτήματος αναστολής, κατά τις παραδοχές, στηρίζεται σε έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης και δη στο, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκαν οι πράξεις και τα αίτιά τους, ως δηλαδή διαλαμβάνονται στην κύρια αιτιολογία, αποκλείουν την δυνητικώς προβλεπόμενη χορήγηση της αναστολής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη του αιτήματος αναστολής είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 82 παρ. 3 ΠΚ το ποσό της μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του ιδίου άρθρου, καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Το ποσό της μετατροπής της παραπάνω ποινής καθορίζεται, ως προς το ανώτατο και κατώτατο όριό του, από την ίδια διάταξη, σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών. Έτσι, κατ' εξουσιοδότηση της άνω διατάξεως είχαν στο παρελθόν εκδοθεί κοινές αποφάσεις των άνω Υπουργών (134423 α οικ/ 8-12-1992 και 58554/19-6-2006), με τις οποίες αναπροσαρμόστηκαν αντίστοιχα τα ποσά μετατροπής κάθε ημέρας φυλάκισης σε χίλιες πεντακόσιες έως είκοσι χιλιάδες δρχ., ήτοι κατ' αντιστοιχία σε 4, 40 έως 59 ευρώ. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 50492/ 2008 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης που άρχισε να ισχύει από τις 28-6-2008 και με την οποία αναπροσαρμόστηκε το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας ποινής φυλάκισης δε 10 έως 60 ευρώ. Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαστήριο ως προς τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής πρέπει μεν να εφαρμόσει την υπουργική απόφαση που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, όμως δεν υποχρεούται να μετατρέψει αυτήν με το ελάχιστο όριο αλλά θα καθορίσει το ποσό αυτής με βάση την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου (ΑΠ 1243 και 200/2010). Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο αναφορικά με τη μετατροπή της επιβληθείσας ποινής διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την αιτιολογία ότι "επειδή το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου, η οποία είναι μέτρια, καθορίζει το ποσό της μετατροπής σε δέκα (10) ευρώ για κάθε μία ημέρα φυλακίσεως". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά το άρθρο 82 παρ. 3, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος, την οποία ανελέγκτως έκρινε ως μετρία και δεν είχε υποχρέωση να υπολογίσει κάθε μέρα φυλακίσεως με το ελάχιστο όριο των 4,40 ευρώ, που προβλεπόταν από την κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης ισχύουσα κοινή υπουργική απόφαση 134423/2002 ενώ περαιτέρω, από την επισκόπηση της απόφασης δεν προκύπτει ότι προσδιόρισε το ποσό της μετατροπής με βάση τη δυσμενέστερη 50492/ 2008 υπουργική απόφαση, η οποία δε μνημονεύεται σε κανένα σημείο. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πέμπτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 82 παρ. 3 ΠΚ είναι αβάσιμος. Όθεν, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1-10-2010 αίτηση του Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της 422/ 2009 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων Σ. Π. του Χ., Β. συζύγου Σ. Π. και Γ. χήρας Κ. Ψ., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πολιτική αγωγή. Αν η πολιτική αγωγή εισαχθεί στο πολιτικό δικαστήριο και αυτό εξέδωσε επ’ αυτής οριστική απόφαση και στη συνέχεια ο δικαιούχος της αξίωσης παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο για την ίδια απαίτηση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα αν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί την παράσταση αυτή υπό την προϋπόθεση όμως ότι προβλήθηκε αντίρρηση για το λόγο αυτό κατά της παράστασης αυτής ή ότι τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η παράσταση δεν είναι νόμιμη, αφού άλλως το δικαστήριο δεν έχει δυνατότητα να ερευνήσει και να λάβει υπόψη στοιχεία που καθιστούν παράνομη την παράσταση εφόσον αυτά δεν προκύπτουν από τη διαδικασία. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 801/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) J. N. ή N. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια και 2) R. M. N. του P., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1713/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τράπεζα "Efg Eurobank Ergasias Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1348/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η 30 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση αναίρεσης του R. M. N. και να γίνει δεκτή η από 1 Οκτωβρίου 2010 αίτηση αναίρεσης του J. N.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς συζήτηση η, από 1-10-2010, αίτηση αναίρεσης του R. M. N. του P. και η, από 1-10-2010, αίτηση αναίρεσης του J. N. του Ι. κατά της 1713/2010 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν για συμμορία, πλαστογραφία με χρήση και απάτη με υπολογιστή από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα επί πλέον δε ο πρώτος και για αντίσταση, σε συνολική ποινή κάθειρξης-10-ετών ο πρώτος και σε συνολική ποινή κάθειρξης -9-ετών και -6-μηνών ο δεύτερος. Οι αιτήσεις αυτές, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση συμφωνά με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Γραμματέα του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού ..., ο αναιρεσείων R. M. N. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για την πληρότητα του από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, ενώ αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά προβάλλεται ότι αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες της σε σχέση με τις παραδοχές της ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002, ΟλΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατ' αποφάσεων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, πιο πάνω αίτηση αναίρεσης του J. N., που πλήττεται, όπως προαναφέρθηκε η 1713/2010 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αποδίδεται στην τελευταία η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, χωρίς όμως, ο αναιρεσείων να προσδιορίζει σ'αυτή τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ'αυτής αιτιάσεις, περιοριζόμενος μόνον σε αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττοντας έτσι την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο από ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η έλλειψη της αιτιολογίας και σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτής. Ενόψει τούτων, όλοι οι λόγοι της αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η ως άνω ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερομένων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικών λόγων, αλλά και κατά το μέρος, που υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του προδιαληφθέντος Δικαστηρίου. Επειδή οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εις ολόκληρου (ΑΚ 926, ΚΠολΔ 176,183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 1-10-2010, αίτηση του R. M. N. του P. καθώς και την από, 1-10-2010, αίτηση του J. N. του Ι., για αναίρεση της 1713/2010 του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας "Τράπεζας Efg Eurobank Ergasias Α.Ε", που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ εις ολόκληρον. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δύο αιτήσεις αναίρεσης. Απορρίπτονται η μία ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος και η άλλη ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας των λόγων αυτής.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 797/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Β., κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γρηγόριο Κατσάνο και Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 99/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2010 αίτησή του καθώς και στο από 28 Ιανουαρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων που καταχωρήθηκε, στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1107/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 99/2010 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Στα …, κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παραβίασε την προθεσμία καταβολής κατά τις ισχύουσες διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, καθυστερώντας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, να καταβάλλει τα βεβαιωμένα στο Δημόσιο χρέη του. Ειδικότερα: 1. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 3.693,10 ευρώ που αφορά Φ.Π.Α. Προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 130-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 2. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 3.281,33 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 3. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 1.205,70 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 4. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 1.894,84 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 5. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 1.033,12 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 6. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 1.377,10 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 7. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 515,39 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 8. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 343,98 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 9. Την 31-12-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 177,71 ευρώ που αφορά οφειλές ποινικών υποθέσεων που βεβαιώθηκε στις 8-11-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 31-12-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 10. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 2.152,67 ευρώ που αφορά Φ.Π.Α. Προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 11. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 49.034,79 ευρώ που αφορά Φ.Π.Α. Προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 12. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 9.961,67 ευρώ που αφορά Φ.Π.Α. Προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 13. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 12.083,59 ευρώ που αφορά Φ.Π.Α. Προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 14. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 4.914,71 ευρώ που αφορά τέλη διενέργειας παιγνίων που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 15. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 4.450,66 ευρώ που αφορά τέλη διενέργειας παιγνίων που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 16. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 4.170,28 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 17. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 9.776,84 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 18. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 9.855,73 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 19. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 11.796,12 ευρώ που αφορά πρόστιμο ΚΒΣ που βεβαιώθηκε στις 19-3-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 20. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 19.895,25 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 21. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 22.275,62 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 22. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 41.354,81 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 23. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 5.189,65 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 24. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 7.836,58 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 25. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 7.105,38 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 26. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 2.072,73 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 27. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 2.049,93 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 28. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 6.428,17 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. 29. Την 30-4-2004 δεν κατέβαλε συνολικό οφειλόμενο χρέος ποσού 9.530,03 ευρώ που αφορά εισόδημα-προσφυγή που βεβαιώθηκε στις 8-6-2004 το οποίο ήταν καταβλητέο στις 30-4-2004 αν και παρήλθε τετράμηνο χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταβολής. Το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (1/2005) ανέρχεται στο ποσό των 255.457,48 ευρώ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε την πεπλανημένη πεποίθηση ότι δικαιούται να μην πληρώσει το ως άνω χρέος, καθόσον αφ' ενός ειδοποιήθηκε ο ίδιος προσωπικά από τη Δ.Ο.Υ … για τα ως άνω χρέη του, με την 2573/2005 ειδοποίηση της ιδίας Δ.Ο.Υ. αφ' ετέρου μετά την ειδοποίηση του αυτή άρχισε να κάνει ενέργειες, είτε για ρύθμιση της οφειλής του είτε για την ολοσχερή εξόφληση της, καταθέτοντας μια αίτηση το έτος 2006, την υπ' αριθμ. 6601/15-5-2007 αίτηση, και μια αίτηση την 25-5-2007, όλες με αίτημα την ρύθμιση της οφειλής του, ενώ με την υπ' αριθμ. 2620/22-2-2007 αίτηση του προς το Υπουργείο Οικονομικών ζήτησε την μερική άρση των επιβληθέντων από το Ελληνικό Δημόσιο περιοριστικών όρων επί των ακινήτων του, ώστε να προβεί σε εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του και να εξοφλήσει το χρέος του. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2β και δ Π.Κ., καθόσον όπως αποδείχθηκε: α) ο κατηγορούμενος διαθέτει ακίνητη περιουσία, από την εκμετάλλευση της οποίας αποκομίζει εισόδημα και επομένως, έχει οικονομική ευχέρεια να καταβάλει τα χρέη του προς το Ελληνικό Δημόσιο και β) όλα τα χρέη του κατηγορούμενου προς το Δημόσιο προέρχονται είτε από φορολογικές παραβάσεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων είτε από ποινικές παραβάσεις, ενώ όταν τελικά η Δ.Ο.Υ. … προχώρησε σε έναρξη διαδικασίας ρύθμισης των οφειλών του, ο κατηγορούμενος αν και ειδοποιήθηκε, δεν κατέβαλε το ποσό που απαιτούνταν προκειμένου να υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης των οφειλών του. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί τόσο ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί συγγνωστής νομικής πλάνης όσο και ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. β και δ Π.Κ και ακολούθως, να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται με το κλητήριο θέσπισμα". Με τις παραπάνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού, υπερβαίνοντος τις 120.000 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, 25 παρ. 1 β του ν. 1882/1990, όπως αντικ. από 23 παρ.1 ν. 2523/1997 και 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004, που ισχύει από 1-1-2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) προσδιορίζεται με σαφήνεια και πληρότητα στην απόφαση, η αρμόδια δημόσια αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών ήτοι από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται ότι είναι η αναφερόμενη στο αιτιολογικό ΔΟΥ … (βλ. σ. 21 και 22 του αιτιολογικού), αναφέρεται το είδος των χρεών κατά περίπτωση (ΦΠΑ, εισόδημα, ποινικές παραβάσεις και πρόστιμα ΚΒΣ), αναφέρεται και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά (εφάπαξ) ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε και τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 255.457,48 ευρώ, χρέη τα οποία δεν καταβλήθηκαν μετά παρέλευση τετραμήνου από τη λήξη του αναφερόμενου χρόνου καταβολής τους, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να επισυνάπτεται στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό ο πίνακας χρεών της ΔΟΥ …, β) αναφέρονται επίσης αναλυτικά, οι επί μέρους χρόνοι βεβαιώσεως των πολλών οφειλομένων και μη εμπρόθεσμα καταβληθέντων χρεών και προσδιορίζεται ο κατ' εξακολούθηση χρόνος τελέσεως της καθυστερήσεως και του αδικήματος για όλα τα επί μέρους χρέη, από 30-4-2004 έως 31-12-2004, τα υπό στοιχεία 1 έως και 29 χρέη έχουν χρόνο καταβολής 30-4-2004, εκτός από το υπό στοιχ. 9 που έχει χρόνο καταβολής την 31-12-2004. Ως χρόνος πληρωμής αναφέρεται τέσσερις μήνες από τον ανωτέρω χρόνο καταβολής (30-4-2004), άρα συνάγεται σαφώς ότι είναι η 1-9-2004, εκτός από το υπό στοιχ. 9 χρέος, που στην απόφαση αναφέρεται επίσης τέσσερις μήνες από το χρόνο καταβολής (31-12-2004), που σαφώς συνάγεται ότι είναι η 1-5-2005 και δεν υπάρχει καμία ασάφεια ως προς τους χρόνους τελέσεως, γ) στα υπό στοιχεία 20 έως 29 χρέη αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών μεταγενέστερος του χρόνου καταβολής αυτών, αλλά δεν δημιουργείται καμία ασάφεια εκ τούτου, διότι προκύπτει ότι η διαφορά αυτή χρόνων οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και καλύπτεται, αφού στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται τα αναγκαία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος στοιχεία, δηλαδή η βεβαίωση των επί μέρους χρεών από την αρμόδια ΔΟΥ, ο χρόνος καταβολής αυτών και ειδικά η παρέλευση από του χρόνου καταβολής "τεσσάρων μηνών", καθώς και ότι ο οφειλέτης κατηγορούμενος δεν προέβη στην πληρωμή τους μέχρι και την ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό. Ο χρόνος δε βεβαιώσεως του χρέους δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος, ούτε είναι αναγκαίο να συμπίπτει με το χρόνο καταβολής, αρκεί να προκύπτει η βεβαίωση, η δε από παραδρομή αναφορά χρόνου μεταγενέστερου του χρόνου καταβολής δεν ασκεί καμία επιρροή, ούτε δημιουργεί ασάφεια ως προς τον χρόνο πληρωμής και το ληξιπρόθεσμο του χρέους, ο προσδιορισμός του οποίου ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν η μεταβολή αυτή του χρόνου τελέσεως επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή αποκλείει την επελθούσα ήδη παραγραφή αυτής, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δ) αναφέρεται το είδος των επί μέρους χρεών και δη από το προεκτεθέν αιτιολογικό και από την επισκόπηση του διατακτικού, προκύπτει ότι όλα προέρχονται από ΦΠΑ, από εισόδημα, από οφειλές ποινικών υποθέσεων και από πρόστιμα για παραβάσεις ΚΒΣ, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ορισμένα χρέη του, αορίστως αναφερόμενα, προέρχονται από παραβάσεις για μη καταβολή τέλους παιγνίων, που δεν επισύρουν ποινικές κυρώσεις, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας για να διερευνηθεί και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, πλήττει δε την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας περί του είδους των οφειλομένων χρεών. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι λόγοι αναιρέσεως, του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ειδικότερα για ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των απ' αυτές και μόνο τις διατάξεις προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη δε της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς, για τη δίωξη αυτών, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περιπτώσεις ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής διώξεως, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας εκθέσεως ελέγχου, της καταλογιστικής πράξεως του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του πιο πάνω νόμου). Επομένως, το Δικαστήριο, το οποίο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα εναντίον του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, λόγω μη τελεσίδικης κρίσης των διοικητικών δικαστηρίων επί ασκηθεισών προσφυγών του κατά των επιδίκων χρεών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2010 αίτηση - δήλωση του Γ. Τ. του Β., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28 Ιανουαρίου 2011 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 99/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ.1 Ν. 3220/2004. 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2) Στην περίπτωση που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παραβάσεως, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, δεν απαιτείται για τη δίωξη αυτών, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του. 3) Όταν αναφέρεται ως χρόνος βεβαιώσεως των χρεών μεταγενέστερος του χρόνου καταβολής αυτών, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια εκ τούτου, διότι προκύπτει ότι η διαφορά αυτή χρόνων οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και καλύπτεται, αφού στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται τα αναγκαία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος στοιχεία, δηλαδή η βεβαίωση των επί μέρους χρεών από την αρμόδια ΔΟΥ, ο χρόνος καταβολής αυτών και ειδικά η παρέλευση από του χρόνου καταβολής «τεσσάρων μηνών», καθώς και ότι ο οφειλέτης κατηγορούμενος δεν προέβη στην πληρωμή τους μέχρι και την ημέρα εκδικάσεως της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό. 4) Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ορισμένα χρέη του, προέρχονται από παραβάσεις για μη καταβολή τέλους παιγνίων, που δεν επισύρουν ποινικές κυρώσεις, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας για να διερευνηθεί και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, πλήττει δε την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας περί του είδους των οφειλομένων χρεών.
null
null
0
Αριθμός 796/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1571/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 57/2011. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 Δ,2 Α, 5 Α του ν.2801/2000, " η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση,. . . . τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή . . , για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και τη λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, . . απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.14 εδ. κ' του νεότερου ν.2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), "η Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000 . . .". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 19-12-2000 πλέον, που άρχισε η ισχύς του ανωτέρω τελευταίου νόμου, για την εγκατάσταση σταθμού βάσεως εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά για λήψη ραδιοσήματος, απαιτείται σχετική άδεια, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που την εξέδιδε μέχρι 19-12-2000. Στις διατάξεις της παρ. 2 εδάφ. Ε και ΣΤ του άρθρου 1 του ιδίου ως άνω ν. 2801/2000, ορίζεται ότι επιτρέπεται η κατασκευή οικίσκων για τη στέγαση των μηχανημάτων των σταθμών ραδιοεπικοινωνίας, καθώς και δομικών κατασκευών για την τοποθέτηση της κεραίας, ενώ στο εδάφιο Η', ορίζεται ότι για την τοποθέτηση των ανωτέρω εγκαταστάσεων (οικίσκου και δομικών κατασκευών) δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, αλλά έγκριση που χορηγείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, με την ίδια δε απόφαση μπορούν να καθορίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας έκδοσης των πολεοδομικών εγκρίσεων και να προσδιορίζονται οι περιπτώσεις για τις οποίες η έγκριση από τον οικείο Νομάρχη των περιβαλλοντικών όρων εγκατάστασης, κατασκευών κεραιών αποτελεί προϋπόθεση της πολεοδομικής έγκρισης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 8 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών κλπ ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή . . ., κατά δε το άρθρο 22 του ν.1577/1985,αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβαση της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 και 3 του Ν.1577/1985 "1.Για την εκτέλεση οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι ιδίως οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους... 3.Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς άδεια της παραγράφου 1 ή β) καθ' υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν.1337/1983 όπως ισχύουν...". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 1571/2010 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Από την κύρια για την απόδειξη διαδικασία, των εγγράφων που διαβιβάστηκαν νόμιμα, από την ένορκη εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και την υπόλοιπη γενικά συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος τέλεσε τις αναφερόμενες στο διατακτικό πράξεις και ειδικότερα ως νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε. με την επωνυμία "VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", περί τα τέλη Ιουλίου του έτους 2003, στη θέση ..., προέβη στη ρήψη πλάκας από μπετόν αρμέ εκτός σχεδίου πόλεως και χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, πάνω στην οποία εγκατέστησε κεραία που χρησιμοποιείται για την εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας χωρίς προηγουμένως να έχει λάβει άδεια από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και χωρίς να δύναται εκ του νόμου να λάβει τέτοια άδεια, αφού η εγκατάσταση βρίσκεται μόλις 100 μέτρα βόρεια από το ενετικό φρούριο Μ. (άρθρο 10§3 εδ. γ' Ν. 3028/2002). Επίσης προκειμένου να τοποθετήσει την ως άνω αναφερόμενη κεραία, κατασκεύασε οικίσκο στέγασης μηχανημάτων των σταθμών ραδιοεπικοινωνίας και δομικές κατασκευές (μεταλλικούς πυλώνες, ιστούς και δικτυώματα), χωρίς να λάβει προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων, όπως κατηγορείται." Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι "με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) Ως νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε. με την επωνυμία "VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", περί τα τέλη Ιουλίου του έτους 2003, στη θέση ..., είχε εγκαταστήσει κεραία στην ξηρά, που χρησιμοποιείται γα την εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, χωρίς προηγουμένως να έχει λάβει άδεια από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και χωρίς να δύναται εκ του νόμου να λάβει τέτοια άδεια, αφού η εγκατάσταση βρίσκεται μόλις 100 μέτρα βόρεια από το ενετικό φρούριο Μ. (άρθρο 10§3 εδ. γ' Ν. 3028/2002). Επίσης προκειμένου να τοποθετήσει την ως άνω αναφερόμενη κεραία, κατασκεύασε οικίσκο στέγασης μηχανημάτων των σταθμών ραδιοεπικοινωνίας και δομικές κατασκευές) μεταλλικούς πυλώνες, ιστούς και δικτυώματα), χωρίς να λάβει προηγούμενη έγκριση από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Β) Με πρόθεση προέβη στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών και συγκεκριμένα προέβη στη ρήψη πλάκας από μπετόν αρμέ πάνω στην οποία εγκατέστησε κεραία που χρησιμοποιείται για την εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, εκτός σχεδίου πόλεως και χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής". Μετά από αυτά το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ για την πρώτη πράξη ( κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια και χωρίς έγκριση περιβαλλοντικών όρων και κατασκευή οικίσκου στέγασης των μηχανημάτων χωρίς έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας) και ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για τη δεύτερη πράξη (αυθαίρετη κατασκευή πλάκας από μπετόν πάνω στην οποία εγκατέστησε την ως άνω κεραία χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής αρχής). Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά την πρώτη ως άνω πράξη, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 1 παρ.1,2 περ. Α, Β, παρ.5 Α του ν. 2801/2000, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρεται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος εγκατέστησε περί τα τέλη Ιουλίου 2003 στην ξηρά κεραία για την εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνηνικής ενέργειας και κατασκεύασε οικίσκο στέγασης των μηχανημάτων των σταθμών και δομικές κατασκευές παράνομα, χωρίς να δύναται εκ του νόμου να λάβει και χωρίς να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που ήταν αρμόδιο για την έκδοση σχετικών αδειών μέχρι 19-12-2000, αντί να αναφερθεί η αρμόδια κατά τα προεκτεθέντα, μετά την 19-12-2000 αρχή για τη χορήγηση αδειών, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). Όμως, δε δημιουργείται εσφαλμένη εφαρμογή νόμου από το ότι δεν εξειδικεύεται και δεν αναφέρεται, το ορθόν, ότι δεν είχε εφοδιασθεί σχετική άδεια από την αρμόδια πλέον από 19-12-2000 ως άνω αρχή (ΕΕΤΤ), καθόσον το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει και ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας της αρμόδιας κατά νόμο αρχής, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 Α του ισχύοντος ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της αρχής, που είναι εκάστοτε αρμόδια κατά τον ισχύοντα νόμο και επομένως τελέστηκε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη με μόνη τη διαπίστωση της αναφερόμενης εγκατάστασης και κατασκευής κεραίας κινητής τηλεφωνίας χωρίς προηγούμενη έκδοση άδειας της αρμόδιας κατά τον ισχύοντα νόμο αρχής και είναι ποινικά αδιάφορο αν αλλάζει η αρμόδια αρχή ή αν αναφέρεται εσφαλμένα η προ του 2001 αρμόδια για την έκδοση αδειών αρχή του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και όχι η ως άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή της ΕΕΤΤ. Συνεπώς, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια, λογικό κενό και αβεβαιότητα αν ελλείπει ή όχι η απαιτούμενη για την άνω εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας άδεια της αρμόδιας αρχής, ώστε συνεπεία τούτου να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προβλέπουν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, και το Δικαστήριο δεν απέδωσε στις παραπάνω παραβιασθείσες ποινικές διατάξεις διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν. Επομένως, όσον αφορά την πρώτη ως άνω πράξη, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά όμως τη δεύτερη πράξη, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και του επέβαλε ποινή και για την αξιόποινη πράξη αυθαίρετης οικοδομικής εργασίας και δη για κατασκευή πλάκας από μπετόν πάνω στην οποία εγκατέστησε την ως άνω κεραία χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής αρχής,( άρθρο 17 παρ.8 του ν. 1337/1983), ενώ, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν απαιτείται τέτοια άδεια και ο κατηγορούμενος δε μπορεί να γίνει υποκείμενο τέτοιου εγκλήματος. Επομένως το Δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε στην προκειμένη περίπτωση το νόμο και καταδίκασε τον κατηγορούμενο για τη δεύτερη αυτή πράξη, την οποία δεν τέλεσε. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του ΚΠοινΔ, είναι βάσιμος κατά το σκέλος αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της περί καταδίκης του κατηγορουμένου για την ως άνω δεύτερη πράξη κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος χωρίς οικοδομική άδεια, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της πράξεως αυτής κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠοινΔ, να απαλειφθεί η διάταξη, περί επιβολής για την άνω πράξη ποινής φυλακίσεως και περί επιβολής συνολικής ποινής, ώστε να παραμείνει η ποινή που επιβλήθηκε για την πρώτη αξιόποινη πράξη, όπως στο διατακτικό. Στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μνημονεύονται και "εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας". Ενόψει, όμως, του ότι στα πρακτικά της δίκης δεν βεβαιώνεται η φυσική παρουσία και εξέταση στο ακροατήριο μαρτύρων είναι σαφές ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε καμία μαρτυρική κατάθεση, της περί του αντιθέτου ως άνω μνείας οφειλομένης σε γραφική παραδρομή, από την οποία δεν δημιουργείται ούτε απόλυτη ακυρότητα, ούτε ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη. Επομένως ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας, σχετικά με τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδαφ. 1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή αν παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου στην ανάγνωση, το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιωθεί η αδυναμία εμφανίσεως του μάρτυρα, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες το οποίο απορρέει από το άρθρο 6 παρ. 3 δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του ΔΣ/ΑΠΔ και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα στην προδικασία, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, αν ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί σχετικά. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με πρόταση της εισαγγελέως της έδρας αναγνώσθηκε στο ακροατήριο η από 16-12-2003 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Γ. Β., αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι " δεν είναι δυνατή η εμφάνιση του νόμιμα κλητευθέντος μάρτυρα ενώπιόν του", ενώ ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε, αφού ο κατηγορούμενος ήταν απών. Επομένως, νόμιμα αναγνώσθηκε η άνω προανακριτική κατάθεση, χωρίς καμία αντίρρηση διαδίκου, εκ περισσού κρίθηκε και ως ανέφικτη η στο ακροατήριο εμφάνιση του απολιπόμενου μάρτυρα κατηγορίας και άρα ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα συναφής λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την ως άνω ανάγνωση της προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρα, άλλως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας της κρίσεως περί ανεφίκτου της εμφανίσεως του μάρτυρα στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 1571/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, κατά τις διατάξεις της που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Π. Σ. του Δ. για την παρακάτω πράξη της κατασκευής βάσεως από μπετόν χωρίς άδεια της πολεοδομικής αρχής. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Π. Σ. του Δ. του ότι με πρόθεση προέβη περί τα τέλη Ιουλίου 2003 στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών και συγκεκριμένα στη ρήψη πλάκας από μπετόν αρμέ πάνω στην οποία εγκατέστησε κεραία που χρησιμοποιείται για την εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, εκτός σχεδίου πόλεως και χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. Απαλείφει τη διάταξη της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, περί επιβολής ποινής φυλακίσεως έξι(6) μηνών για την παραπάνω δεύτερη πράξη και περί επιβολής συνολικής ποινής φυλακίσεως δέκα (10) μηνών. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του Π. Σ. του Δ. περί αναιρέσεως της άνω με αριθμό 1571/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Παράβαση 1 παρ.1,2,5α του Ν. 2801/2000. Κεραία κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής. 2. Κατασκευή οικοδομής χωρίς άδεια πολεοδομίας. Α. Βάσιμος ο από το 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για β' πράξη, αθώος αυτής, απαλείφει διάταξη ποινής για β' πράξη. Για την αξιόποινη αυτή πράξη αυθαίρετης οικοδομικής εργασίας και δη για κατασκευή πλάκας από μπετόν πάνω στην οποία εγκατέστησε την κεραία χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής αρχής, (άρθρο 17 παρ.8 του ν. 1337/1983), δεν απαιτείται τέτοια άδεια και ο κατηγορούμενος δε μπορεί να γίνει υποκείμενο τέτοιου εγκλήματος και έπρεπε να κηρυχθεί αθώος. Β. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου, γιατί το Δικαστήριο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το νόμο 2801/2000 σχετική άδεια, του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για την εγκατάσταση και την κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας, που εξέδιδε τις άδειες μέχρι 19-12-2000, αντί της έκτοτε μόνης αρμόδιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ΕΕΤΤ, σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος (2003), νεότερο ν. 2867/2000, άρθρο 1 παρ. 5. Γ. Όταν στο προοίμιο του αιτιολογικού αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και «εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίες», ενώ πράγματι δεν εξετάστηκε κανένας μάρτυρας στο ακροατήριο, δεν επήλθε παραβίαση της αρχής της προφορικότητας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οφειλόμενης της περικοπής αυτής σε προφανή παραδρομή. Δ. Ο λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την ανάγνωση της προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρα, κατ'άρθρο 365 παρ.1 ΚΠΔ, άλλως, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας της κρίσεως περί ανέφικτου της εμφανίσεως του απολιπόμενου μάρτυρα στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο κατ/νος ήταν απών, δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση στην ανάγνωση και δεν απαιτείτο επομένως καμία αιτιολόγηση του ανέφικτου της εμφάνισης του μάρτυρα.
null
null
0
Αριθμός 795/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ά.-Μ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4109/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Ε. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1121/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263 Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και, αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του αυτό και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 4109/2009 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία της κατηγορουμένης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη είναι υπάλληλος στη Δημοτική Επιχείρηση Πολύπλευρης Ανάπτυξης του Δήμου Γιαννιτσών (Δ.Ε.Π.Α.Γ.), εργαζόμενη με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Η εν λόγω επιχείρηση προκήρυξε το Σεπτέμβριο του 2005 διαγωνισμό με μοριοδότηση για την πλήρωση θέσεων προσωπικού στο πρόγραμμα Κ.Δ.Α.Π του Δήμου Γιαννιτσών, Αρμόδια μεταξύ άλλων καθηκόντων της και για την παραλαβή των αιτήσεων προσλήψεως για την πλήρωση των ανωτέρω θέσεων προσωπικού ορίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης η κατηγορουμένη. Την 21.9.2005 προσήλθε για να υποβάλει αίτηση για πρόσληψη η εγκαλούσα Α. Έ.. Κατά την παραλαβή της αίτησης της εγκαλούσας, για την πλήρωση της μοναδικής προκηρυχθείσας θέσης Βοηθητικού προσωπικού Υ.Ε. στο εν λόγω πρόγραμμα, κατά παράβαση του υπηρεσιακού της καθήκοντος δεν της επέτρεψε να μνημομεύσει στην σχετική ένδειξη της τα απαιτούμενα από την προκήρυξη δικαιολογητικά που διέθετε αλλά ούτε και να τα καταθέσει, λέγοντας της ότι δήθεν το Α.Σ.Ε.Π. τους είχε ενημερώσει ότι δεν έπρεπε να παραλαμβάνουν τα σχετικά δικαιολογητικά όλων των αιτούντων παρά μόνο αυτών που συγκέντρωναν τα περισσότερα μόρια βάσει των απαντήσεων τους στις έντυπες ενδείξεις κριτηρίων της αίτησης (ήτοι περί εντοπιότητας, χρόνου ανεργίας, χρόνου εμπειρίας, αριθμού τέκνων κ.λ.π.) και ότι σε περίπτωση που ο αρμόδιος για την εξέταση της αίτησης της έκρινε απαραίτητη την προσκόμιση των δικαιολογητικών που κατείχε θα την ειδοποιούσε τηλεφωνικώς, ενώ σύμφωνα με την σχετική προκήρυξη τα δικαιολογητικά έπρεπε να αναφερθούν στην αίτηση και να επισυναφθούν σ' αυτή εμπροθέσμως. Στην ως άνω πράξη της προέβη με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα καθώς επιθυμούσε να λάβει τη συγκεκριμένη θέση συγγενικό της πρόσωπο και δεδομένου ότι η εγκαλούσα διέθετε τα περισσότερα μόρια από τους τότε λοιπούς ενδιαφερόμενους για την ίδια θέση θα καταλάμβανε αυτή τη θέση. Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής της κατηγορουμένης η εγκαλούσα δεν προσλήφθηκε στην ανωτέρω θέση καθώς λόγω μη συνυποβολής των σχετικών δικαιολογητικών μαζί με τις αιτήσεις εκ μέρους αρκετών ενδιαφερομένων, για την κάλυψη των προκηρυχθεισών Δ.Ε.Π.Α.Γ. προς τους οποίους η κατηγορουμένη τηρούσε την ίδια τακτική και προς τον ίδιο σκοπό, η όλη διαδικασία πρόσληψης κατόπιν σχετικής εντολής του Α.Σ.Ε.Π. ακυρώθηκε και επανακηρύχθηκε η ίδια θέση την οποία όμως κατέλαβε η Ο. Λ., που δεν είχε καταθέσει αίτηση στην προηγούμενη ακυρωθείσα διαδικασία, ενόψει του ότι διέθετε μόλις οκτώ μόρια περισσότερα από την εγκαλούσα. Περί της συμπεριφοράς αυτής της κατηγορουμένης πειστικές είναι οι καταθέσεις της εγκαλούσας και του πατέρα της, οι οποίοι έχουν προσωπική αντίληψη των γεγονότων, πειστικότητα που δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 259 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: 1) επαρκώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται ο σκοπός της κατηγορουμένης υπαλλήλου κατά την άσκηση των υπαλληλικών της καθηκόντων να ωφελήσει υποψήφιο για την προκηρυχθείσα θέση συγγενικό της πρόσωπο, με αποκλεισμό της διαθέτουσας περισσότερα μόρια εγκαλούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και του ονόματος του συγγενικού της προσώπου, 2) προσδιορίζεται στο αιτιολογικό ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης ΔΕΠΑΓ ανατέθηκε στην κατηγορουμένη υπάλληλό της η υποχρέωση να παραλαμβάνει τις αιτήσεις προσλήψεως των ενδιαφερομένων υποψηφίων για κατάληψη θέσεως υπαλλήλου της ΔΕΠΑΓ και παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει τούτο, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η αναφορά του αριθμού της παραπάνω αποφάσεως και 3) από τις παραδοχές, αφενός ότι η κατηγορουμένη προέβη στην πράξη της με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, καθώς επιθυμούσε να λάβει τη συγκεκριμένη προκηρυχθείσα θέση συγγενικό της πρόσωπο, δεδομένου ότι η εγκαλούσα διέθετε περισσότερα μόρια από τους τότε λοιπούς ενδιαφερομένους για την ίδια θέση και αφετέρου ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς της αυτής η εγκαλούσα δεν προσλήφθηκε στην ανωτέρω θέση, καθώς λόγω μη υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών μαζί με τις αιτήσεις εκ μέρους αρκετών ενδιαφερομένων ... η όλη διαδικασία ακυρώθηκε από το ΑΣΕΠ και επανακηρύχθηκε η ίδια θέση, την οποία όμως τελικά κατέλαβε η Ο. Λ. που δεν είχε καταθέσει αίτηση στην προηγούμενη ακυρωθείσα διαδικασία, ενόψει του ότι διέθετε 8 μόρια παραπάνω από την εγκαλούσα, ουδεμία αντίφαση προκύπτει ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' (κατ' εκτίμηση) και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της συζητήσεως και η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής και κατ' ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 δικαιώματά του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής της κατηγορουμένης υπαλλήλου του ΔΕΠΑΓ, για παράβαση καθήκοντος, από τη μη παραλαβή των δικαιολογητικών της αιτούσας - υποψηφίας για την προκηρυχθείσα θέση προσωπικού πολιτικώς ενάγουσας, έλαβε υπόψη του την προκήρυξη του διαγωνισμού για την πλήρωση θέσεων προσωπικού στο πρόγραμμα ΚΔΑΠ του Δήμου Γιαννιτσών, χωρίς από τα πρακτικά της ιδίας αποφάσεως, στο οικείο τμήμα αυτών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, να προκύπτει ότι έχει αναγνωσθεί η ως άνω προκήρυξη. Όμως η εν λόγω προκήρυξη διαγωνισμού αναφέρεται στην εναντίον της κατηγορουμένης κατηγορία και αποτελεί τη βάση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, άρα αυτή και οι δύο συνήγοροί της γνώριζαν την παραπάνω αναφορά της προκήρυξης στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της πρωτόδικης αποφάσεως και είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν από τον διευθύνοντα να αναγνωσθεί στο ακροατήριο, πράγμα που δεν προκύπτει ότι έπραξαν, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις τους και αντικρούοντας την σε βάρος της κατηγορία και είχαν την δυνατότητα να ασκήσουν τα κατ άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά τους. Συνεπώς, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης της κατηγορουμένης (171 παρ. 1 δ'), ούτε δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως και κατ' ακολουθία ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω ειδική κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται, όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά την πρόταση του εισαγγελέα περί ενοχής και μετά την αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, αφού αγόρευσαν και οι δύο συνήγοροι υπερασπίσεως και ζήτησαν την απαλλαγή της κατηγορουμένης και δήλωσαν, επικουρικά "σε κάθε άλλη περίπτωση", δια του ενός από τους συνηγόρους της, υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας η συνυποψήφια για την ίδια θέση Μ. Π., η οποία κατά την κατάθεση της εγκαλούσας απετράπη από την κατηγορουμένη υπάλληλο να καταθέσει και αυτή μαζί με την αίτησή της τα αναγκαία δικαιολογητικά. Το αίτημα αυτό, που αναπτύχθηκε και προφορικά, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με το εξής αιτιολογικό: "επειδή τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι ικανά να οδηγήσουν το δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση, δεν κρίνεται ότι η προσέλευση και εξέταση ως μάρτυρος της Μ. Π. θα εξυπηρετούσε τη διαδικασία. Επομένως πρέπει το σχετικό αίτημα αναβολής να απορριφθεί". Η ανωτέρω απορριπτική του αιτήματος αναβολής αιτιολογία, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη και ενόψει του χρόνου και του τρόπου υποβολής του αιτήματος, επικουρικού για την περίπτωση μη απαλλακτικής κρίσεως, δεν απαιτείτο περαιτέρω εξειδίκευση της αιτιολογίας, ούτε αναφορά των αποδεικτικών μέσων, αφού από τα πρακτικά προκύπτει ότι ήδη είχαν εξετασθεί ένδεκα μάρτυρες κατηγορίας, είχαν αναγνωσθεί 19 έγγραφα και είχε απολογηθεί η κατηγορουμένη και μάλιστα είχε κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Συνεπώς δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε υπήρξε περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Η' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 παρ 2, 333 και 369 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει να δίνει αυτεπαγγέλτως το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, και αν ακόμη δεν ζητήθηκε από αυτούς, και μάλιστα έτσι ώστε αυτός να έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, λαμβανόμενη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο , σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 περ. δ του ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους, όταν αυτοί το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, δεν είναι υποχρεωμένο εξ επαγγέλματος, στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, που ζήτησε και έλαβε το λόγο, μετά την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας, και υπέβαλε αίτημα ή αυτοτελή ισχυρισμό, να δώσει και πάλι το λόγο, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δε ζήτησε να λάβει εκ νέου το λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ένας από τους δύο παρισταμένους συνηγόρους υπερασπίσεως της κατηγορουμένης, μετά την επί της ενοχής αγόρευσή του κατά την οποία ζήτησε την απαλλαγή της, υπέβαλε στο Δικαστήριο επικουρικά, το αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, το οποίο ανέπτυξε και προφορικά και αφού δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αυτού, το Δικαστήριο, χωρίς να δώσει εκ νέου το λόγο στους συνηγόρους υπερασπίσεως, παρά μόνον στην ίδια την κατηγορουμένη, ερωτηθείσα αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπισή της, μετά την αρνητική απάντηση αυτής, κήρυξε το πέρας της συζητήσεως και απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής με το προεκτεθέν αιτιολογικό. Από την άνω παράλειψη του Δικαστηρίου μετά την απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα να δώσει και πάλι το λόγο στον υποβαλλόντα το αίτημα αναβολής συνήγορο υπερασπίσεως ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε, αφού δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε εκ νέου ο λόγος από το συνήγορο αυτό και κατά τα προαναφερθέντα, ο δε διευθύνων τη συζήτηση δεν είχε υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο στους συνηγόρους της αναιρεσείουσας αυτεπαγγέλτως χωρίς να ζητηθεί και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2010 αίτηση - δήλωση της Ά.-Μ. Σ. του Θ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 4109/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1) Απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγω λήψης υπόψη από το δικαστήριο εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, δεν επέρχεται για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής και κατ' ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 δικαιώματά του. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες που υποβλήθηκε επικουρικά κατά την αγόρευση. 3) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο ότι δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου πάλι, μετά την αγόρευση και την πρόταση του εισαγγελέα επί του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της δίκης, που απορρίφθηκε στη συνέχεια από το δικαστήριο, αν ο συνήγορος του κατηγορουμένου δε ζήτησε και πάλι το λόγο να αγορεύσει, ο δε διευθύνων τη συζήτηση πρόεδρος αρνήθηκε να του τον δώσει, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να του ξαναδώσει το λόγο χωρίς τέτοιο αίτημα, που ασφαλώς πρέπει να προκύπτει πάλι από τα πρακτικά.
null
null
1
Αριθμός 794/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κοκύρη - Χρηστίδη. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Δούναβη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1734/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5821/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, στην από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, με τον τίτλο "Συνδικαλιστικές Ρυθμίσεις" και με αντικείμενο την επίλυση ζητημάτων βαθμολογικών προαγωγών ή μισθολογικών προωθήσεων τραπεζοϋπαλλήλων που εκλέγονται ως μέλη των τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων, η οποία κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 96/28-8-1997 και της οποίας οι κανονιστικοί όροι έχουν την άμεση και αναγκαστική ισχύ του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' Οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια - απόσπαση (δηλαδή, απαλλάσσονται από την εργασία τους στην Τράπεζα για συνδικαλιστικούς λόγους), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή με τη συγκατάθεση των οικείων τραπεζών και είναι μέλη σε διοικητικά συμβούλια πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργάνων, διατηρούν κατά τη διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην Τράπεζα, από την οποία αποσπώνται. Οι τραπεζοϋπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης), που ελάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται (...). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' Οι τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι ευρίσκονται σε συνδικαλιστική απόσπαση, εξελίσσονται βαθμολογικά σύμφωνα με τα ακόλουθα: Β-1) Προαγωγή κατ' αρχαιότητα: (...) Β-2) Προαγωγή κατ' εκλογή: Για τους βαθμούς που προβλέπεται [προαγωγή] είτε κατ' αρχαιότητα και κατ' εκλογή είτε μόνον κατ' εκλογή, η κατ' εκλογή προαγωγή γίνεται (με δεδομένο ότι ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 20 της ΣΣΕ/1982) με τις παρακάτω προϋποθέσεις: B-2.α-1) Εκλογή του τραπεζοϋπαλλήλου στη διοίκηση οποιουδήποτε από τα συνδικαλιστικά όργανα, που αναφέρονται στο παραπάνω κεφάλαιο Α, σε τρεις (3) τουλάχιστον, συνεχόμενες ή μη, τακτικές αρχαιρεσίες - αναμετρήσεις. Το δικαίωμα του τραπεζοϋπαλλήλου για την κατ' εκλογή προαγωγή αρχίζει αμέσως μετά από την τρίτη συνδικαλιστική του εκλογή και Β-2.α-2) Απόσπαση τουλάχιστον επί εικοσιτέσσερις (24), συνεχόμενους ή μη, μήνες του τραπεζοϋπαλλήλου στα παραπάνω όργανα του κεφαλαίου Α, στο βαθμό που κάθε φορά κρίνεται. Β-2.β) Το δικαίωμα κρίσης για την κατ' εκλογή προαγωγή στον επόμενο βαθμό θεμελιώνεται με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία κτήσης (valeur) του κατεχόμενου εκάστοτε βαθμού. (...) Β-2.γ) Η κατ' εκλογή προαγωγή επέρχεται μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό και μετά από τη διαδικασία της παρακάτω παραγράφου Β-2.στ. Β-2.δ) Οι προαγόμενοι τραπεζοϋπάλληλοι συνδικαλιστές καλύπτουν μη οργανικές θέσεις, οι οποίες ιδρύονται με την παρούσα και είναι προσωποπαγείς, μέχρι και του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή της ΕΤΕ ή του αντίστοιχου βαθμού των Οργανισμών ή Κανονισμών των λοιπών Τραπεζών. Για τις προαγωγές στους βαθμούς του Υποδιευθυντή και Διευθυντού οι συνδικαλιστές κρίνονται μαζί με τα λοιπά στελέχη των Τραπεζών, σύμφωνα με τις διατάξεις των Οργανισμών και Κανονισμών κάθε Τράπεζας. Β-2.ε) Σε όσες Τράπεζες δεν υπάρχει βαθμολογική εξέλιξη (...). Β-2.στ) Ο δικαιούχος της παραπάνω βαθμολογικής εξέλιξης (Β-2) μέχρι και του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή υποβάλλει αίτηση στην Τράπεζά του, η οποία εντός δύο (2) μηνών και εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις τον εντάσσει στον αντίστοιχο βαθμό με χρόνο προαγωγής (valeur βαθμού) αυτόν που προκύπτει από την εφαρμογή των οριζομένων στην παράγραφο B-2.γ. Διαφορετικά, εντός της αυτής προθεσμίας, απαντά εγγράφως στον ενδιαφερόμενο αιτιολογώντας την αρνητική της θέση. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης ή αν παρέλθει χωρίς απάντηση η πιο πάνω δίμηνη προθεσμία ο ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών να προσφύγει ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, η οποία ιδρύεται με την παρούσα και απαρτίζεται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ή τον οριζόμενο από αυτόν Υποδιοικητή (ως Πρόεδρο), από έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και από έναν εκπρόσωπο της ΟΤΟΕ. Η Επιτροπή κρίνει με αιτιολογημένη απόφασή της για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων βαθμολογικής προαγωγής, καθώς επίσης και για το χρονικό σημείο (valeur) από το οποίο επέρχεται η βαθμολογική προαγωγή και η απόφαση της Επιτροπής είναι δεσμευτική και για τα δύο μέρη. B-2.ζ) Οι τραπεζοϋπάλληλοι, στους οποίους αφορούν οι παρούσες ρυθμίσεις, προάγονται βαθμολογικά, κατά τα ανωτέρω, μέχρι του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή. Πέραν του βαθμού αυτού γίνεται με τις πιο κάτω προϋποθέσεις μόνον μισθολογική προώθηση αντίστοιχη των βαθμών Υποδιευθυντή και Διευθυντού. Ειδικά, για την απονομή των παραπάνω, κατ' εξαίρεση, μισθολογικών προωθήσεων Υποδιευθυντή και Διευθυντού ισχύουν τα εξής: Η μισθολογική προώθηση στους δύο αυτούς βαθμούς γίνεται με την προβλεπόμενη από την παράγραφο Β-2.στ, παραπάνω, διαδικασία και επέρχεται: α) εφόσον ο τραπεζοϋπάλληλος έχει εκλεγεί επί έξι (6) τουλάχιστον συνεχόμενες ή μη φορές στη διοίκηση των προαναφερθέντων συνδικαλιστικών οργάνων του παραπάνω κεφαλαίου Α, β) έχει παραμείνει αποσπασμένος επί τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24), συνεχόμενους ή μη, μήνες στον προηγούμενο βαθμό και γ) έχει τουλάχιστον τρία (3) χρόνια παραμονής στον προηγούμενο βαθμό. Β-2.η) Μεταβατικές διατάξεις (...). B-3) Οι μεταβατικές διατάξεις της παρούσας ισχύουν για έξι (6) μήνες μετά την υπογραφή της παρούσας και συγκεκριμένα μέχρι την 31 Ιανουαρίου 1998 (...). B-4) Μετά τη λήξη της συνδικαλιστικής απόσπασης (...). Β-5) Η παρούσα ρύθμιση δεν περιλαμβάνει τους κατά την υπογραφή της παρούσας συνταξιούχους συνδικαλιστές του κλάδου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' (...). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' (...) Τα οικονομικά αποτελέσματα των βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικών προωθήσεων θα αρχίζουν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης κάθε ενδιαφερομένου (...)". Από τις διατάξεις αυτές και σε αναφορά προς το αντικείμενο της αγωγής συνάγεται ότι η μισθολογική προώθηση συνδικαλιστικού στελέχους με αντιστοιχία στο βαθμό του Υποδιευθυντή γίνεται κατόπιν αιτήσεως αυτού, με τη διαδικασία που καθορίζεται στην παράγραφο Β-2.στ και εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου Β-2.ζ της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ. Ως προς τις προϋποθέσεις της μισθολογικής προώθησης, εκτός από την ύπαρξη ενεργούς συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας με την οικεία Τράπεζα, απαιτείται προηγούμενη εκλογή του υπαλλήλου επί έξι (6) φορές, τουλάχιστον, στη διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης του τραπεζικού χώρου, προηγούμενη απόσπαση του υπαλλήλου επί εικοσιτέσσερις (24) μήνες, τουλάχιστον, σε τέτοια οργάνωση και προηγούμενη παραμονή τριών (3) ετών, τουλάχιστον, στον κατεχόμενο βαθμό, δηλαδή αυτόν του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή ή αντίστοιχο. Το αν κάποιες από τις προηγούμενες εκλογές του υπαλλήλου στη διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να χορηγηθεί σ' αυτόν βαθμολογική προαγωγή στο παρελθόν, είναι γεγονός που δεν αξιολογείται, διότι για τη βαθμολογική προαγωγή αρκούσαν τρεις (3) εκλογές (παράγραφος Β-2.α-1), ενώ για τη μισθολογική προώθηση απαιτούνται έξι (6), ήτοι οι προηγούμενες τρεις (3), που δεν αναλώνονται και άλλες τρεις (3) νεότερες. Ο χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό προσδιορίζεται ρητώς σε τρία (3) χρόνια και δεν βρίσκεται σε συσχέτιση με τις παραγράφους Β-2.β και Β-2.γ, που αναφέρονται η πρώτη στη θεμελίωση του δικαιώματος κρίσης για κατ' εκλογή προαγωγή και η δεύτερη στην επέλευση της κατ' εκλογή προαγωγής, ενώ εν προκειμένω δεν πρόκειται για προαγωγή, αλλά για μισθολογική προώθηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν ερμηνευθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ως πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, προσλήφθηκε την 19-7-1976 από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) Τράπεζα, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και έκτοτε απασχολήθηκε στην υπηρεσία αυτής, όπου εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, τον οποίο κατέχει από την 30-8-2002. Από το έτος 1996 ασχολήθηκε ενεργά με το συνδικαλισμό και εκλέχθηκε στη διοίκηση της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Επιστημονικού Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος". Ειδικότερα, εκλέχθηκε στις αρχαιρεσίες της 5-6-1996 και 16-6-1998 ως ταμίας του διοικητικού συμβουλίου, της 24-5-2000 και 13-6-2002 ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και της 3-6-2004 και 24-5-2006 ως γενικός γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου. Ο ενάγων, την 15-6-2006, υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση, με την οποία ζήτησε τη χορήγηση σ' αυτόν της μισθολογικής προώθησης στο βαθμό του Υποδιευθυντή και την καταβολή των σχετικών αποδοχών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ. Η εναγομένη δεν απάντησε επί της αιτήσεως αυτής. Ο ενάγων, την 26-9-2006 υπέβαλε προσφυγή στην Τριμελή Επιτροπή του άρθρου Β-2.στ της ως άνω ΣΣΕ. Επί της προσφυγής δεν εκδόθηκε απόφαση. Κατόπιν, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε την 17-4-2007. Κατά την υποβολή της αίτησής του, ο ενάγων πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της μισθολογικής προώθησης και συγκεκριμένα α) είχε εκλεγεί σε έξι (6) τακτικές αρχαιρεσίες συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της εναγομένης, β) είχε παραμείνει αποσπασμένος στα γραφεία της οργάνωσης αυτής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών μετά την προαγωγή και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου και συγκεκριμένα από 30-8-2002 μέχρι 28-9-2004 και γ) είχε διανύσει στον κατεχόμενο βαθμό χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ετών και συγκεκριμένα από 30-8-2002 μέχρι 15-6-2006. Και, τέλος, ο ενάγων είχε αρχίσει να ασχολείται με το συνδικαλισμό πριν από την υπογραφή της ΣΣΕ που του έδινε το ασκούμενο δικαίωμα και εκλεγόταν στη διοίκηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης, στην οποία ανήκε και ήταν αποσπασμένος με μη αμφισβητούμενες αποφάσεις της εναγομένης, κατόπιν νομίμων αρχαιρεσιών και όχι συμπαιγνίας με τα υπόλοιπα μέλη αυτής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος πληρούσε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει την αιτούμενη μισθολογική προώθηση και τις συναφείς προς αυτήν πρόσθετες αποδοχές, χωρίς να ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του και, κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε τη 1734/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου με αίτημα τη μισθολογική προώθησή του από 15-6-2006 στο βαθμό ου Υποδιευθυντή. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ και του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς το ότι α) για το δικαίωμα της μισθολογικής προώθησης στο βαθμό του Υποδιευθυντή απαιτούνται συνολικώς έξι (6) προηγούμενες εκλογές στη διοίκηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης, χωρίς από αυτές να αποκλείονται οι αρχαιρεσίες που είχαν ληφθεί υπ' όψη για προηγηθείσα κατ' εκλογή προαγωγή σε προηγούμενο βαθμό, β) για το δικαίωμα της αυτής μισθολογικής προώθησης απαιτείται και αρκεί χρόνος παραμονής στον προηγούμενο βαθμό τριών (3) ετών και γ) η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου δεν υπερέβαινε προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός αυτού. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, από τις διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι, ως προς τη διαδικασία της μισθολογικής προώθησης των συνδικαλιστικών στελεχών, απαιτείται πάντοτε υποβολή αίτησης του ενδιαφερόμενου προς την εργοδότρια Τράπεζα, από το χρόνο της οποίας, σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, αρχίζουν τα οικονομικά αποτελέσματα της προώθησης. Αν η Τράπεζα απορρίψει την αίτηση ή παραλείψει να απαντήσει σ' αυτήν, προβλέπεται δικαίωμα προσφυγής του ενδιαφερόμενου σε ειδική, Τριμελή Επιτροπή, της οποίας η απόφαση είναι δεσμευτική τόσο γι' αυτόν όσο και για τον εργοδότη. Η άσκηση της προσφυγής, όμως, θεσπίζεται ως δικαίωμα του τραπεζοϋπαλλήλου και όχι ως υποχρέωση αυτού. Κατά συνέπεια, όταν ο ενδιαφερόμενος δεν προσφύγει στην Επιτροπή ή όταν αυτή παραλείψει να αποφανθεί επί της προσφυγής εντός ευλόγου χρόνου, περιστατικό που συνεπάγεται την έλλειψη δεσμευτικής απόφασης επί του ζητήματος που έχει ανακύψει, τότε η απορριπτική απόφαση της Τράπεζας ή η παράλειψη της απάντησης αυτής επί της αιτήσεως προς μισθολογική προώθηση, ως εκδηλώσεις του διευθυντικού δικαιώματος, μπορούν να προσβληθούν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων προς έλεγχο της ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος αυτού κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 17-4-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου είχε ασκηθεί παραδεκτά, διότι αυτός, πριν από την άσκησή της, αφ' ενός υπέβαλε αίτηση προς την αναιρεσείουσα, επί της οποίας δεν έτυχε απαντήσεως και αφ' ετέρου άσκησε προσφυγή ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής, επί της οποίας δεν εκδόθηκε απόφαση εντός ευλόγου χρόνου και ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι υποχρεωτική και δεν στερεί τον υπάλληλο από το συνταγματικό δικαίωμα να ζητήσει δικαστική προστασία σε περίπτωση μη εκδόσεως αποφάσεως από την ως άνω Επιτροπή. Κρίνοντας έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και τις σχετικές διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ και δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-1-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 5821/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Απριλίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τράπεζες. Μισθολογική προώθηση συνδικαλιστικού στελέχους. Ερμηνεία και εφαρμογή της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 795/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑTTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ"), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Πούλλου. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. Ο. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 950/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6594/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 22-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002 (που, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 "για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών-μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων"), ορίζεται ότι "Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εκ μέρους του εργοδότη μεταβίβαση της επιχείρησης, στο πλαίσιο της οποίας παρέχεται η εξαρτημένη εργασία εκ μέρους του μισθωτού, επιφέρει απλή υποκατάσταση του νέου φορέα της επιχείρησης στη θέση του εργοδότη και δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά τους όρους απασχόλησης και αμοιβής, που εξακολουθούν να ισχύουν όπως και προηγουμένως (αναλόγως και άρθρο 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 ή άρθρο 9 παρ.1 του β.δ. της 16/18-7-1920). Χάριν της προστασίας του δικαιώματος των πολιτών στην εργασία (άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος), η μεταβίβαση της επιχείρησης δεν πρέπει να οδηγεί καθ' εαυτή στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, οπότε, η εξ αυτού και μόνο του λόγου επιχειρούμενη απόλυση του μισθωτού, ως αντίθετη σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου, είναι άκυρη. Παρά ταύτα, χάριν της παράλληλης προστασίας του δικαιώματος της ακώλυτης συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας, η οποία, αν και δεν πρέπει να προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος), δεν μπορεί να νοηθεί ως επιζήμια για το συμμετέχοντα, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχειρήσεως μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπτή, όταν δεν οφείλεται στη μεταβίβαση και μόνο, αλλά επιβάλλεται από πρόσθετους λόγους (όπως οι λεγόμενοι "οικονομοτεχνικοί", που συνίστανται στην αναδιοργάνωση της επιχείρησης και στη μείωση του προσωπικού αυτής χάριν ευελιξίας, οικονομίας ή ανταγωνιστικότητας), η παραγνώριση των οποίων θα βλάψει την επιχείρηση με κίνδυνο όχι μόνο για τα οικονομικά συμφέροντα του φορέα αυτής, αλλά και για την τύχη των θέσεων εργασίας όσων απασχολούνται σ' αυτή. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Την 9-10-2002 η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), που είχε ηλικία 50 ετών, προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρία "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ" με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος λογιστηρίου. Στη συνέχεια η σύμβαση κατέστη αορίστου χρόνου και στην ενάγουσα, λόγω της καλής απόδοσης που είχε, ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένης του τμήματος "παρακολούθησης απαιτήσεων" και χορηγήθηκε αυξημένος μισθός. Την 29-12-2006 η εργοδότρια εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, διότι είχε αποφασισθεί η συγχώνευση αυτής με απορρόφηση από τη μητρική της τραπεζική εταιρία (την ήδη αναιρεσείουσα), η οποία, σύμφωνα με τη νεότερη νομοθεσία και τη συναφή, οικονομική μελέτη που είχε εκπονηθεί, θα μπορούσε στο μέλλον η ίδια να αναπτύσσει τη δραστηριότητα της θυγατρικής εταιρίας (διενέργεια χρηματοδοτικών μισθώσεων - "leasing", αντικείμενο με το οποίο απαγορευόταν να ασχολείται στο παρελθόν), χρησιμοποιώντας το δικό της υπαλληλικό προσωπικό και προωθώντας το εν λόγω προϊόν παράλληλα με τα δικά της, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους. Σύμφωνα με τη μελέτη, το υπηρετούν προσωπικό της απορροφούμενης, θυγατρικής εταιρίας θα καθίστατο πλεονάζον, γι' αυτό και αποφασίσθηκε η απόλυση της ενάγουσας και άλλων τριών υπαλλήλων της "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ". Αμέσως μετά τη συγχώνευση δημιουργήθηκε στην υπηρεσία της απορροφώσας, μητρικής τραπεζικής εταιρίας νέα διεύθυνση "leasing και factoring", στο τμήμα "παρακολούθησης απαιτήσεων" της οποίας, ανάλογο προς εκείνο στο οποίο προηγουμένως υπηρετούσε η ενάγουσα, τοποθετήθηκε ως προϊσταμένη η υπάλληλος Ά. Μ., που μέχρι τότε υπηρετούσε σε άλλη διεύθυνση της μητρικής εταιρίας. Παρομοίως, στις θέσεις των άλλων τριών υπαλλήλων της "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ", που απολύθηκαν μαζί με την ενάγουσα, τοποθετήθηκαν υπάλληλοι της μητρικής εταιρίας, που μέχρι τότε υπηρετούσαν σε άλλες θέσεις της υπηρεσίας αυτής. Παρά ταύτα, η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε για οικονομικούς ή τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων είχε θεωρηθεί απαραίτητη η μείωση του προσωπικού της εργοδότριας εταιρίας, αλλά αποκλειστικά και μόνο λόγω της συγχώνευσης αυτής με τη μητρική εταιρία, προκειμένου η τελευταία να ωφεληθεί από τη μείωση των λειτουργικών εξόδων. Τέλος, ο ισχυρισμός της απορροφώσας εταιρίας περί δημιουργίας υπεράριθμου προσωπικού μετά τη συγχώνευση της "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ" με αυτήν, "λόγω διπλής κάλυψης θέσεων εργασίας", δεν αποδείχθηκε βάσιμος, διότι στην επιχείρηση της μητρικής εταιρίας δεν υπήρχε προηγουμένως τμήμα παροχής υπηρεσιών "leasing", ώστε να απασχολούνται υπάλληλοι αυτής με ειδικότητες ίδιες με εκείνες που είχαν οι απολυθέντες υπάλληλοι της απορροφούμενης, γι' αυτό και όταν δημιουργήθηκε το τμήμα "leasing" στη μητρική εταιρία χρειάσθηκε να επανδρωθεί από υπαλλήλους προερχόμενους από άλλα τμήματα αυτής. Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η από 29-12-2006 καταγγελία τη συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002 και είναι άκυρη. Με αυτά που δέχθηκε, όμως, το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του ελλιπή και εν μέρει αντιφατική αιτιολογία ως προς το αν η απόλυση της αναιρεσίβλητης έγινε εξ αιτίας και μόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, στην οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες της ή αν υπήρξε απότοκος οικονομοτεχνικών λόγων, όπως οι προαναφερθείσες εσωτερικές, διαρθρωτικές αλλαγές που έγιναν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ως νέου εργοδότη, ύστερα από ειδική, οικονομική μελέτη, επ' ευκαιρία της μεταβιβάσεως και ως έμμεση συνέπεια αυτής. Πράγματι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η δι' απορροφήσεως συγχώνευση της θυγατρικής "Αττικής Λίζινγκ ΑΕ" με τη μητρική εταιρία (την αναιρεσείουσα) έγινε λόγω του ότι, κατόπιν μεταβολής της σχετικής νομοθεσίας, η τελευταία θα μπορούσε στο μέλλον να παρέχει η ίδια τις υπηρεσίες "leasing", που μέχρι τότε πρόσφερε η προς τούτο συσταθείσα θυγατρική εταιρία, ότι σύμφωνα με ειδική, οικονομική μελέτη η προσφορά των υπηρεσιών αυτών θα γινόταν καλύτερα και φθηνότερα από τη μητρική εταιρία, ότι μετά τη συγχώνευση δημιουργήθηκε στην επιχείρηση της μητρικής εταιρίας ενιαία διεύθυνση "leasing και factoring" και ότι για την επάνδρωση της διεύθυνσης αυτής μετακινήθηκαν υπάλληλοι από άλλες διευθύνσεις ή τμήματα της μητρικής εταιρίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόλυση της αναιρεσίβλητης έγινε εξ αιτίας της συγχωνεύσεως των δύο επιχειρήσεων και μόνο, χωρίς να συνδέεται με οικονομοτεχνικές αλλαγές στη διάρθρωση αυτών. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002, διότι δεν αιτιολόγησε με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις γιατί η δημιουργία ενιαίας διεύθυνσης "leasing και factoring" δεν συνιστά διαρθρωτική αλλαγή, γιατί η επάνδρωση της νέας διεύθυνσης από ήδη υπάρχον προσωπικό, μετά την απόλυση τεσσάρων υπαλλήλων και χωρίς την πρόσληψη νέων, δεν υποδηλώνει ανάγκη ορθολογικής αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού της επιχείρησης, το οποίο, άλλως, θα ήταν πλεονάζον και γιατί οι ενέργειες αυτές δεν συνιστούν οικονομοτεχνικό αίτιο που συνδέεται με την απόλυση της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο και τρίτο μέρος του οποίου και κατ' ορθή εκτίμηση του συνόλου του δικογράφου επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 6594/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 11η Απριλίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μεταβίβαση επιχειρήσεως, μη μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας. Κατ’ εξαίρεση δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως για οικονομοτεχνικούς λόγους. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης.
null
null
0
Αριθμός 793/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σωτηροπούλου -Πηλίχου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 259/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8582/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-5-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (...) 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα (...)", συνάγεται ότι κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, μπορεί παραδεκτώς να προβληθεί λόγος αναίρεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα μόνο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όχι δε και του Ειρηνοδικείου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ, "Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται (...) 2) οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους". Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι τόσο το Ειρηνοδικείο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, δεν ήσαν καθ' ύλην αρμόδια να κρίνουν την ένδικη αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή περιοδικών παροχών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά μεν το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου είναι απαράδεκτος, διότι η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά δε το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι αβάσιμος, διότι για την εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που στρεφόταν κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης, αν προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση επιβάλλεται από την καλή πίστη στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όμως, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, οπότε η ανισότητα ελέγχεται με βάση το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' αυτού. Εξ άλλου, με την από 14-3-1985 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ της ΟΤΕ-ΑΕ, ως εργοδότη και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ως συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων, όπως τροποποιήθηκε με την από 10-5-1985 ΕΣΣΕ (κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμούς 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985), θεσμοθετήθηκε και έχει εφαρμογή στο τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ-ΑΕ το λεγόμενο "ενιαίο μισθολόγιο", σύμφωνα με το οποίο το υπηρετούν προσωπικό, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει, εντάσσεται και εξελίσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ). Η ένταξη στα ΜΚ γίνεται με βάση τη στάθμη της εκπαίδευσης εκάστου υπαλλήλου και το συνολικό χρόνο της υπηρεσίας του στην ΟΤΕ-ΑΕ. Ανάλογα με τη στάθμη της εκπαίδευσης, το προσωπικό διακρίνεται σε μισθολογικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), η ΑΡ3 (ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης) και η ΑΤ4 (ανώτατη τετραετούς εκπαίδευσης). Με τον όρο 11 παρ.1 του μισθολογίου, ως μεταβατική ρύθμιση, ορίσθηκε ότι το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 στους κλάδους Ι, II και III του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ήτοι το Διοικητικό, Οικονομικό και Τεχνικό προσωπικό, εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τους τίτλους σπουδών, ανεξάρτητα προς το αν οι τίτλοι αυτοί αναγνωρίζονται από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ ως τυπικά προσόντα. Ακολούθως, υπογράφηκε η από 21-3-1989 ΕΣΣΕ (δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 13468/1989 Εργασίας), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το ενιαίο μισθολόγιο του 1985 και προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ2 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 11ο και καταληκτικό το 25ο, το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 12ο και καταληκτικό το 26ο και το προσωπικό της κατηγορίας ΑΤ4 εξελίσσεται σε 16 ΜΚ με εισαγωγικό το 13ο και καταληκτικό το 28ο. Η ως άνω, μεταβατική ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε μεν την 1-1-1985, αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού γι' αυτές τις κατηγορίες των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του όρου 2 του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών που λαμβάνονται υπ' όψη για τη διάκριση κάθε κατηγορίας είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ. Ειδικά, όμως, για το προσωπικό που είχε πτυχίο της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ-ΟΤΕ), αν και ο χρόνος απόκτησης του πτυχίου ήταν δεκαοκτώ (18) μήνες και, κατ' αρχήν, δικαιολογούσε κατάταξη στην κατηγορία ΑΡ2, ορίσθηκε με τον όρο 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ ότι εξελίσσεται όπως το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3. Αργότερα, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αναμορφώθηκαν οι ως άνω κατηγορίες του προσωπικού και ορίσθηκε ότι, από 1-4-1999, το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης διετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής διετούς εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ2), το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης τριετούς ή τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ3) και το προσωπικό με πτυχίο ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΠΕ4 (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΤ4). Τέλος, με την από 25-6-2001 ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι στην κατηγορία ΤΕ εντάσσεται το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης ή τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς φοίτησης, καθώς και το προσωπικό με πτυχίο σχολών διετούς φοίτησης που προβλέπονται από το άρθρο 7 κεφ.Β1Ι του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι πτυχίο ΤΕΙ τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Λογιστικής ή Πληροφορικής ή Εμπορίας και Διαφήμισης ή άλλο ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), την 20-11-1974, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΟΤΕ ΑΕ (ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διοικητικός υπάλληλος και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, με τον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ/6 του Διοικητικού Κλάδου. Κατά την πρόσληψή του, πέραν του απολυτηρίου λυκείου, κατείχε πτυχίο Ραδιοτηλεγραφητή των αντίστοιχων Σχολών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οι οποίες σε μεταγενέστερο χρόνο εξελίχθηκαν σε Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού Ραδιοτηλεγραφητών τριετούς φοίτησης (π.δ. 538/84/21-11-1984), ανήκουσες στη βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, δηλαδή ήταν κάτοχος τίτλου ισότιμου, σύμφωνα και με σχετική γνωμοδότηση του [καταργημένου πλέον με το ν. 3328/2005] Συμβουλίου Ισοτιμιών του Υπουργείου Παιδείας, με τα πτυχία των άλλοτε Κέντρων Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΚΑΤΕΕ), μετέπειτα KATE και ήδη ΤΕΙ. Στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι και την 30-8-2001, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης, κατέχοντας κατά τον ανωτέρω χρόνο το βαθμό Δ/Α. Περαιτέρω, η εναγομένη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και τις 2024/1987 και 2143/1989 αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, (α) τους υπηρετούντες την 1-1-1985 πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, μόνιμους και έκτακτους, καθώς και όσους υπηρετούσαν την 1-1-1985, αλλά κατέστησαν πτυχιούχοι των εν λόγω Ακαδημιών μετά την ημερομηνία αυτή, όπως τους Γ. Ψ., Σ. Κ., Ε. Α., Δ. Δ. και Κ. Κ., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δύο ετών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΤ4 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΠΕ4 και (β) τους κατά την 1-1-1985 υπηρετούντες πτυχιούχους της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής (ΑΤΣ-ΟΤΕ), όπως τους Ε. Λ., Ν. Μ., Α. Α. και Θ. Φ., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δέκα οκτώ μηνών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ. Με τον τρόπο αυτό, κατά την ένταξη των αποφοίτων των Παιδαγωγικών Ακαδημιών διετούς φοίτησης, η εναγομένη προέβη σε οικειοθελή παροχή δυνάμει της 2143/1989 αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου, με την οποία επέκτεινε και σ' αυτούς την ισχύ της ευνοϊκής, μεταβατικής διάταξης του όρου 11 του μισθολογίου, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι οι εν λόγω Ακαδημίες είχαν μετατραπεί, στο μεταξύ, σε Ανώτατες Σχολές τετραετούς φοίτησης. Και κατά την ένταξη των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η εναγομένη ενήργησε προς εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, εν όψει της ρητής διάταξης του όρου 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη των αποφοίτων της σχολής αυτής ήταν ανάλογη εκείνης του προσωπικού με πτυχίο ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης (αρχικά ΑΡ3 και μετέπειτα ΤΕ). Τον ενάγοντα, όμως, που επίσης υπηρετούσε κατά την 1-1-1985, τον ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ2 (ανωτέρα εκπαίδευση διετούς φοίτησης) και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής εκπαίδευσης διετούς φοίτησης), οπότε αυτός εξελίχθηκε στα μισθολογικά κλιμάκια της εν λόγω κατηγορίας με τις αντίστοιχες αποδοχές. Για την κατάταξη του ενάγοντος, η εναγομένη δεν έλαβε υπ' όψη το γεγονός ότι και αυτός διέθετε τίτλο σπουδών ισότιμο με πτυχίο Ανώτερης Σχολής Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία είχε καταστεί στο μεταξύ τριετούς φοίτησης. Έτσι, δεν αναγνώρισε στον ενάγοντα το σύνολο των ετών φοίτησης, τα οποία δικαιολογούσε το πτυχίο που κατείχε και τον εξαίρεσε [τηρουμένων των αναλογιών] από την παροχή που χορήγησε εκουσίως προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών με διετείς σπουδές, παρά το γεγονός ότι αυτός καταλαμβανόταν από τη ρύθμιση της μεταβατικής διάταξης του όρου 11 παρ.12 του μισθολογίου, δεδομένου ότι κατά την 1-1-1985 διέθετε ήδη την ιδιότητα του μόνιμου υπάλληλου, ανήκε στον ίδιο κλάδο και εκτελούσε την ίδια εργασία με τα ανωτέρω πρόσωπα, κάτω από όμοιες συνθήκες, χωρίς η εν λόγω εξαίρεση να δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και να είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη. Και όσον αφορά στην κατάταξη του ενάγοντος σε κατηγορία κατώτερη εκείνης των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η προβλεπόμενη για τους τελευταίους στον όρο 3 παρ.7 του ενιαίου μισθολογίου μισθολογική κατάταξη σε κατηγορία ανώτερη από εκείνη που αντιστοιχούσε στη στάθμη εκπαίδευσης και στα έτη σπουδών τους και, επομένως, η προνομιακή μεταχείριση που τους επιφύλασσε η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ με τον εν λόγω όρο της, έστω και αν το πτυχίο τους ήταν από εκείνα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, δεν δικαιολογείται ούτε από τα οριζόμενα στις πάγιες διατάξεις της ίδιας ΕΣΣΕ, με την οποία καθιερώθηκε η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων βάσει της στάθμης της εκπαίδευσής τους, ούτε από τα προβλεπόμενα στη μεταβατική διάταξη του όρου 11 παρ.12 αυτού, κατά την οποία η ένταξη στο μισθολόγιο γίνεται βάσει των τυπικών προσόντων του τακτικού προσωπικού που υπηρετούσε την 1-1-1985, ανεξαρτήτως του εάν ο τίτλος σπουδών τους αναγνωρίζεται ή όχι από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ. Επί πλέον, δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν αποδεικνύεται ότι οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι διέθεταν εξειδικευμένη κατάρτιση για τις υπηρεσίες που παρείχαν στην εναγόμενη, περιστατικό το οποίο, άλλωστε, δεν επικαλέστηκε η τελευταία. Εξ άλλου, εν όψει της εφαρμογής της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, το μισθολόγιο αποσυνδέθηκε από το βαθμολόγιο και, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι πτυχιούχοι της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και της ΑΤΣ-ΟΤΕ κατά τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ μπορούσαν να εξελιχθούν ως το βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ οι κάτοχοι πτυχίων Ραδιοτηλεγραφητή ως το βαθμό του Τομεάρχη, δεν συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, ειδικό και σοβαρό λόγο για την εν λόγω διαφοροποίηση ως προς τη μισθολογική κατάταξη των συγκεκριμένων υπαλλήλων, που παρείχαν ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ενάγοντα, ο οποίος, μάλιστα, διέθετε σε σχέση με τους πτυχιούχους της ΑΤΣ-ΟΤΕ περισσότερα τυπικά προσόντα ως προς τα έτη φοίτησης, ενώ σε σύγκριση με τους αποφοίτους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών ανάλογα τυπικά προσόντα, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, δεν επιδιώκει την πλήρη εξομοίωση του με αυτούς, μέσω της κατάταξης του στην κατηγορία των ανωτέρω (ΑΤ4 και ΠΕ4), αλλά την ένταξη του στην κατηγορία ΑΤ3 και ΤΕ. Επομένως, η μη κατ' ουσίαν εφαρμογή του όρου 11 παρ.12 του ενιαίου μισθολογίου στην περίπτωση του ενάγοντος με τη μη λήψη υπ' όψη του ότι αυτός θεωρείτο πλέον απόφοιτος ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης (στοιχείο το οποίο, αντιθέτως, λήφθηκε υπ' όψη κατά την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης στην περίπτωση των αποφοίτων Παιδαγωγικών Ακαδημιών και τη χορήγηση προς αυτούς οικειοθελούς παροχής της ως άνω μορφής) και η ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς τη μισθολογική κατάταξη τόσο των αποφοίτων Παιδαγωγικών Ακαδημιών, όσο και των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, χωρίς να συντρέχει ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος που να τη δικαιολογεί, συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, όσον αφορά την οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών (άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ) και παραβίαση της αρχής της ισότητας, όσον αφορά την εις εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης παροχή προς τους αποφοίτους της ΑΤΣ-ΟΤΕ (άρθρα 4 παρ.1 σε συνδυασμό με 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος), δεδομένου ότι η εν λόγω δυσμενής για τον ενάγοντα διαφοροποίηση, ο οποίος παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες και υπό όμοιες συνθήκες με τους προαναφερόμενους, δεν κρίνεται εύλογη και δίκαιη. Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να έχει ενταχθεί από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ και να έχει λάβει τις μισθολογικές διαφορές που ζητούσε με την αγωγή. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 259/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των νόμων και των ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωριστούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259). Η καταχώρηση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Ο διάδικος, που ως εκκαλών προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, ο λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, προϋπόθεση την οποία ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως με την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων, είναι απαράδεκτος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης η αναιρεσείουσα (τότε εναγομένη) αρνήθηκε την αγωγή και ζήτησε την απόρριψή της, ενώ κατά τα λοιπά αναφέρθηκε στις προτάσεις της, που κατατέθηκαν επί της έδρας. Ως εκ τούτου, ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε νομίμως τους ισχυρισμούς αφ' ενός περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου (τότε ενάγοντος) και αφ' ετέρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της δικαστικής επιδίωξης αυτών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμους τους εν λόγω ουσιώδεις ισχυρισμούς, χωρίς να ερευνήσει αν η προβολή τους από την αναιρεσείουσα (τότε εκκαλούσα) με λόγο έφεσης ενώπιόν του είχε γίνει νομίμως, ήτοι με την επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 527 αρ.2 και 3 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 249, 250 αρ.17, 253, 281 και 937 ΑΚ απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς περί παραγραφής και περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-6-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 8582/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο κατ’ άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου πρέπει να αναφέρεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Αναιρετικός λόγος που στηρίζεται σε ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας είναι απαράδεκτος. ΟΤΕ. Εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων κατά την ένταξη υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 800/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στις 4 Μαΐου 2011 και 11 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση των εκκαλούντων - εκζητουμένων: 1. A. V. του N. και 2. V. V. του R., Αλβανών υπηκόων, κατοίκων ... και προσωρινά κρατουμένων στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννόπουλο, κατά της υπ' αριθμ. 22/2011 και 23/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως των ανωτέρω στο κράτος της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εκζητούμενοι και τώρα εκκαλούντες, άσκησαν τις υπ' αριθμ. 7/23.03.2011 και 8/23.03.2011 δύο εφέσεις, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές και οι οποίες συντάχθηκαν ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, Κωστούλας Θεοδωροπούλου και καταχωρίσθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 489/2011 Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων - εκζητουμένων, καθώς και τους ίδιους τους εκκαλούντες - εκζητούμενους, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι εφέσεις τους και να μην εκδοθούν στο Κράτος της Αλβανίας, καθώς και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι εφέσεις των εκζητουμένων και να εκδοθούν αυτοί στο κράτος της Αλβανίας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, οι υπό κρίση με αριθμό εκθ. 7 και 8 της 23-3-2011, ασκηθείσες νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών εφέσεις, κατά της 22,23/23-3-2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές των δύο εκζητουμένων εκκαλούντων, A. V. και V. V., Αλβανών υπηκόων, προκειμένου να εκτίσουν ποινή φυλακίσεως τριών ετών που επιβλήθηκε στον καθένα για το έγκλημα της απάτης κατά συναυτουργία, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν στην ουσία. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα την 6-5-1961 με το ν. 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17.8.1998,από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, ανεξαρτήτως του χρόνου τελέσεως της πράξεως για την οποία ζητείται η έκδοση, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της συμβάσεως αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή, εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Από τις διατάξεις αυτές της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, οι οποίες, από της επικυρώσεως της πιο πάνω διεθνούς συμβάσεως με το ν. 4165/1961, ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ζητείται η έκδοση ατόμου καταδιωκόμενου για έκτιση επιβληθείσας τελεσίδικα ποινής, το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου ή για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη από εκείνη της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, ενώ δεν απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση και τα αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου, αφού δεν μνημονεύονται αυτά στο πιο πάνω άρθρο 12 της συμβάσεως και επομένως το αρμόδιο Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της εξετάσεως της αιτήσεως εκδόσεως, δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενοχής του εκζητουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν οι εκζητούμενοι και ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 22,23/2011 απόφασή του γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές των δύο Αλβανών υπηκόων, του A. V. και της V. V., συζύγων, προκειμένου να εκτίσουν και οι δύο ποινή φυλακίσεως τριών ετών που επιβλήθηκε στον καθένα, για το έγκλημα της απάτης κατά συναυτουργία, με την υπ' αριθ. 250/10-11-2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου της πόλεως Vlora (Αυλώνας) Αλβανίας. Για την έκδοση των εκκαλούντων, οι οποίοι συνελήφθησαν στην Αθήνα και κρατούνται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού με τα υπ' αριθ. 15 και 16/22-2-2011 εντάλματα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχουν υποβληθεί νόμιμα από το Κράτος της Αλβανίας, με τις υπ' αριθ. 179 και 180/14-2-2011 ρηματικές διακοινώσεις της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, οι από 11-2-2011 σχετικές αιτήσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, οι οποίες διαβιβάστηκαν στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με τα υπ' αριθ. πρωτ. 139, 140/ ΦΕΑ/1292/16-2-2011 αντίστοιχα έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με τις αιτήσεις αυτές συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση των οποίων στην Ελληνική γλώσσα έγινε επισήμως από το πρωτότυπο Αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) η υπ' αριθ. 250/10-11-2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου της πόλεως Vlora (Αυλώνας) Αλβανίας, η οποία εκδόθηκε μεν ερήμην, αλλά με εκπροσώπηση των κατηγορουμένων από διορισμένο από το Δικαστήριο δικηγόρο, με την οποία απόφαση έγινε δεκτή έφεση του Εισαγγελέα κατά πρωτόδικης απαλλακτικής, λόγω παραγραφής, αποφάσεως και επιβλήθηκε στους εκζητούμενους κατηγορουμένους, ποινή φυλακίσεως τριών ετών, για το έγκλημα της απάτης κατά συναυτουργία, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 143 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας και από το άρθρο 386 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, 2) η από 1-2-2011 σχετική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα Τιράνων, με την οποία παρέχονται πληροφορίες για το γεγονός της ανάμειξης των εκζητουμένων στην αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία και προσδιορίζεται με ακρίβεια ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τελέσεως του προαναφερομένου εγκλήματος, 3) τα με αριθμούς 7/14-1-2009 και 8/14-1-2009 εντάλματα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών της πόλεως Φιέρ Αλβανίας για την εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης 250/2008 καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως, 4) τα υπ' αριθ. 4/5-7-2010 και 4/25-1-2011 πιστοποιητικά γεννήσεως αντίστοιχα των δύο εκζητουμένων συζύγων, που έχει εκδώσει το ληξιαρχείο του Δήμου Φιέρ. και 5) το κείμενο σε επίσημη μετάφραση της ποινικής διάταξης 143 παρ.2 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη της απάτης που γίνεται, "με συνεργασία", με ποινή καθείρξεως από τρία μέχρι δέκα έτη. Δηλαδή, προσκομίστηκαν όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη της απάτης, τελεσθείσα, σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση, με συνεργασία, με πώληση από τους εκζητούμενους διαμερίσματός τους στην Αλβανία σε τρίτο για δεύτερη φορά, με ψευδείς παραστάσεις και με κατάχρηση εμπιστοσύνης, για την οποία έχουν καταδικασθεί αυτοί, με παραδοχή χρόνου τελέσεως την 20-11-2001 και με ζημία του αγοραστή Π. Κ., που τους κατέβαλε τίμημα 2.150.000 Λέκ Αλβανίας, είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται η κατά συναυτουργία απάτη από τα άρθρα 1, 14, 26, 27, 45 και 386 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος ανάλογα τη ζημία που προξενήθηκε κλπ. Περαιτέρω, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι οι εκκαλούντες είναι τα αυτά πρόσωπα με τους εκζητούμενους από τις Αλβανικές Αρχές, για τους οποίους έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησαν και οι ίδιοι και δεν συντρέχει καμία από εκείνες τις περιπτώσεις που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση ή το άρθρο 438 του Ελληνικού ΚΠοινΔ, οι οποίες να αποκλείουν την έκδοση. Οι εκζητούμενοι δεν ήταν παρόντες μεν κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς τους στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, αλλά εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο υπερασπίσεως, που διόρισε κατά το νόμο το ίδιο το Δικαστήριο και άσκησε τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα. Τα ειδικότερα περιστατικά της πράξεως για την οποία καταδικάστηκαν οι εκζητούμενοι αναφέρονται λεπτομερώς στην παραπάνω 250/2008 καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει ήδη τελεσιδικήσει, ήτοι κατέστη εκτελεστή, όπως προαναφέρθηκε, με την έκδοση των με αριθμούς 7/14-1-2009 και 8/14-1-2009 ενταλμάτων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών της πόλεως Φιέρ Αλβανίας για την εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως του Εφετείου της Αυλώνας και είναι αδιάφορο ότι εκκρεμεί εναντίον αυτής η προσκομιζόμενη από 6-4-2010 αίτηση των εκζητουμένων για αναίρεση, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Τιράνων, μη προσδιορισθείσα ακόμη, αφού δε γίνεται από τους εκζητούμενους επίκληση ότι με την κατάθεση της άνω αιτήσεώς τους ή με κάποια δικαστική απόφαση ανεστάλη η εκτέλεση της άνω 250/2008 Εφετειακής αποφάσεως της Αυλώνας. Επομένως, οι αντίθετοι ισχυρισμοί και λόγοι εφέσεως των εκκαλούντων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, το δε αίτημα αναβολής της δίκης για να ζητηθούν συμπληρωματικές πληροφορίες για την εκτελεστότητα της άνω αποφάσεως, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Ενόψει δε του ότι οι καταδικασθέντες εκζητούμενοι δικάστηκαν στο Εφετείο Αυλώνας, ερήμην μεν, αλλά με συνήγορο που τους διόρισε το Δικαστήριο και εκ του ότι έχουν δικαίωμα αναιρέσεως που ήδη άσκησαν κατά τα παραπάνω στο Ανώτατο Δικαστήριο των Τιράνων, που θα ερευνήσει την ερημοδικία τους και την επικαλούμενη παραγραφή της απάτης, έπεται ότι δεν στερήθηκαν των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 2 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επίσης, η νόμιμη παραμονή και η εργασία των εκζητουμένων επί αρκετά έτη, ομού με τα δύο ενήλικα και τα δύο ανήλικα τέκνα τους στην Ελλάδα, δε μπορεί να δικαιολογήσει τη μη έκδοσή τους για έκτιση μίας ποινής φυλακίσεως τριών ετών, επειδή θα διαρρηχθούν έτσι οι οικογενειακοί τους δεσμοί, τούτο δε, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσης της εκδόσεως, ούτε παραβιάζεται εκ τούτου η αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 17 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, περί προστασίας της οικογενειακής ζωής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Όσον αφορά την πράξη της απάτης που καταδικάστηκαν οι εκκαλούντες, του άρθρου 143 παρ.2 Αλβανικού Κώδικα, φέρει το βαθμό κακουργήματος και όχι πλημμελήματος, της παρ. 1 και επομένως, με χρόνο τελέσεως την 20-11-2001, δεν έχει επέλθει παραγραφή ούτε κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, ανεξάρτητα δε αυτού στην προκειμένη περίπτωση ζητείται η έκδοση για έκτιση ποινής και δεν γίνεται από τους εκκαλούντες επίκληση παραγραφής της ποινής. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την πιο πάνω διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠοινΔ για την έκδοση των εκκαλούντων, προκειμένου αυτοί να εκτίσουν την ποινή τους στην Αλβανία. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη 22,23/2011 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως των εκκαλούντων, δεν έσφαλε και γι' αυτό οι αντίθετοι λόγοι εφέσεως και οι ένδικες εφέσεις στο σύνολό τους πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, επιβληθούν δε στους εκκαλούντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία τις υπ' αριθ.εκθ. 7/23-3-2011 και 8/23-3-2011 εφέσεις κατά της αυτής 22,23/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές των εκζητουμένων - εκκαλούντων A. V. του N. και V. V. του R., Αλβανών υπηκόων, κατοίκων ..., προκειμένου να εκτίσουν ποινή φυλακίσεως τριών ετών που επιβλήθηκε στον καθένα. Και Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση δύο Αλβανών σε Αλβανία, με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης, για έκτιση ποινής. Απορρίπτει ουσία και τις δύο Εφέσεις εκζητουμένων. 1) Ενόψει του ότι οι καταδικασθέντες εκζητούμενοι δικάστηκαν στο Εφετείο Αυλώνας, ερήμην μεν, αλλά με συνήγορο που τους διόρισε το Δικαστήριο και εκ του ότι έχουν δικαίωμα αναιρέσεως που ήδη άσκησαν κατά τα παραπάνω στο Ανώτατο Δικαστήριο των Τιράνων, που θα ερευνήσει την ερημοδικία τους και την επικαλούμενη παραγραφή της απάτης, έπεται ότι δεν στερήθηκαν των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 2 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. 2) Επίσης, η νόμιμη παραμονή και η εργασία των εκζητουμένων επί αρκετά έτη, ομού με τα δύο ενήλικα και τα δύο ανήλικα τέκνα τους στην Ελλάδα, δε μπορεί να δικαιολογήσει τη μη έκδοσή τους για έκτιση μίας ποινής φυλακίσεως τριών ετών, επειδή θα διαρρηχθούν έτσι οι οικογενειακοί τους δεσμοί, τούτο δε, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσης της εκδόσεως, ούτε παραβιάζεται εκ τούτου η αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ούτε το άρθρο 17 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, περί προστασίας της οικογενειακής ζωής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.
null
null
0
Αριθμός 803/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευγενίας Σούμπαση, η οποία κατέθεσε προτάσεις. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 497/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6015/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της τελευταίας με την από 15-4-2009 αίτησή της, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση με τις από 11-4-2011 προτάσεις της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 10-4-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (...) 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα (...)", συνάγεται ότι κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, μπορεί παραδεκτώς να προβληθεί λόγος αναίρεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα μόνο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όχι δε και του Ειρηνοδικείου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ, "Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται (...) 2) οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους". Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι τόσο το Ειρηνοδικείο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως κατ' έφεση, δεν ήσαν καθ' ύλην αρμόδια να κρίνουν την ένδικη αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή περιοδικών παροχών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά μεν το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου είναι απαράδεκτος, διότι η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά δε το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι αβάσιμος, διότι για την εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που στρεφόταν κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης, αν προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση επιβάλλεται από την καλή πίστη στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όμως, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, οπότε η ανισότητα ελέγχεται με βάση το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' αυτού. Εξ άλλου, με την από 14-3-1985 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ της ΟΤΕ-ΑΕ, ως εργοδότη και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ως συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων, όπως τροποποιήθηκε με την από 10-5-1985 ΕΣΣΕ (κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμούς 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985), θεσμοθετήθηκε και έχει εφαρμογή στο τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ-ΑΕ το λεγόμενο "ενιαίο μισθολόγιο", σύμφωνα με το οποίο το υπηρετούν προσωπικό, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει, εντάσσεται και εξελίσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ). Η ένταξη στα ΜΚ γίνεται με βάση τη στάθμη της εκπαίδευσης εκάστου υπαλλήλου και το συνολικό χρόνο της υπηρεσίας του στην ΟΤΕ-ΑΕ. Ανάλογα με τη στάθμη της εκπαίδευσης, το προσωπικό διακρίνεται σε μισθολογικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), η ΑΡ3 (ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης) και η ΑΤ4 (ανώτατη τετραετούς εκπαίδευσης). Με τον όρο 11 παρ.1 του μισθολογίου, ως μεταβατική ρύθμιση, ορίσθηκε ότι το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 στους κλάδους Ι, II και III του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ήτοι το Διοικητικό, Οικονομικό και Τεχνικό προσωπικό, εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τους τίτλους σπουδών, ανεξάρτητα προς το αν οι τίτλοι αυτοί αναγνωρίζονται από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ ως τυπικά προσόντα. Ακολούθως, υπογράφηκε η από 21-3-1989 ΕΣΣΕ (δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 13468/1989 Εργασίας), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το ενιαίο μισθολόγιο του 1985 και προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ2 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 11ο και καταληκτικό το 25ο, το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 12ο και καταληκτικό το 26ο και το προσωπικό της κατηγορίας ΑΤ4 εξελίσσεται σε 16 ΜΚ με εισαγωγικό το 13ο και καταληκτικό το 28ο. Η ως άνω, μεταβατική ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε μεν την 1-1-1985, αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού γι' αυτές τις κατηγορίες των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του όρου 2 του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών που λαμβάνονται υπ' όψη για τη διάκριση κάθε κατηγορίας είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ. Ειδικά, όμως, για το προσωπικό που είχε πτυχίο της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ-ΟΤΕ), αν και ο χρόνος απόκτησης του πτυχίου ήταν δεκαοκτώ (18) μήνες και, κατ' αρχήν, δικαιολογούσε κατάταξη στην κατηγορία ΑΡ2, ορίσθηκε με τον όρο 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ ότι εξελίσσεται όπως το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3. Αργότερα, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αναμορφώθηκαν οι ως άνω κατηγορίες του προσωπικού και ορίσθηκε ότι, από 1-4-1999, το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης διετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής διετούς εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ2), το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης τριετούς ή τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ3) και το προσωπικό με πτυχίο ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΠΕ4 (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΤ4). Τέλος, με την από 25-6-2001 ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι στην κατηγορία ΤΕ εντάσσεται το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης ή τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς φοίτησης, καθώς και το προσωπικό με πτυχίο σχολών διετούς φοίτησης που προβλέπονται από το άρθρο 7 κεφ.Β1Ι του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι πτυχίο ΤΕΙ τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Λογιστικής ή Πληροφορικής ή Εμπορίας και Διαφήμισης ή άλλο ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), την 23-7-1973, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΟΤΕ ΑΕ (ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διοικητικός υπάλληλος και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, με τον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ/6 του Διοικητικού Κλάδου. Κατά την πρόσληψή του, πέραν του απολυτηρίου λυκείου, κατείχε πτυχίο Ραδιοτηλεγραφητή των αντίστοιχων Σχολών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οι οποίες σε μεταγενέστερο χρόνο εξελίχθηκαν σε Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού Ραδιοτηλεγραφητών τριετούς φοίτησης (π.δ. 538/84/21-11-1984), ανήκουσες στη βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, δηλαδή ήταν κάτοχος τίτλου ισότιμου, σύμφωνα και με σχετική γνωμοδότηση του [καταργημένου πλέον με το ν. 3328/2005] Συμβουλίου Ισοτιμιών του Υπουργείου Παιδείας, με τα πτυχία των άλλοτε Κέντρων Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΚΑΤΕΕ), μετέπειτα KATE και ήδη ΤΕΙ. Στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι και την 29-12-2000, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης. Περαιτέρω, η εναγομένη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και τις 2024/1987 και 2143/1989 αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, (α) τους υπηρετούντες την 1-1-1985 πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, μόνιμους και έκτακτους, καθώς και όσους υπηρετούσαν την 1-1-1985, αλλά κατέστησαν πτυχιούχοι των εν λόγω Ακαδημιών μετά την ημερομηνία αυτή, όπως τους Γ. Ψ., Σ. Κ. και Ε. Α., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δύο ετών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΤ4 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΠΕ4 και (β) τους κατά την 1-1-1985 υπηρετούντες πτυχιούχους της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής (ΑΤΣ-ΟΤΕ), όπως τους Ν. Μ. και Α. Α., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δέκα οκτώ μηνών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ. Με τον τρόπο αυτό, κατά την ένταξη των αποφοίτων των Παιδαγωγικών Ακαδημιών διετούς φοίτησης, η εναγομένη προέβη σε οικειοθελή παροχή δυνάμει της 2143/1989 αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου, με την οποία επέκτεινε και σ' αυτούς την ισχύ της ευνοϊκής, μεταβατικής διάταξης του όρου 11 του μισθολογίου, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι οι εν λόγω Ακαδημίες είχαν μετατραπεί, στο μεταξύ, σε Ανώτατες Σχολές τετραετούς φοίτησης. Και κατά την ένταξη των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η εναγομένη ενήργησε προς εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, εν όψει της ρητής διάταξης του όρου 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη των αποφοίτων της σχολής αυτής ήταν ανάλογη εκείνης του προσωπικού με πτυχίο ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης (αρχικά ΑΡ3 και μετέπειτα ΤΕ). Τον ενάγοντα, όμως, που επίσης υπηρετούσε κατά την 1-1-1985, τον ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ2 (ανωτέρα εκπαίδευση διετούς φοίτησης) και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής εκπαίδευσης διετούς φοίτησης), οπότε αυτός εξελίχθηκε στα μισθολογικά κλιμάκια της εν λόγω κατηγορίας με τις αντίστοιχες αποδοχές. Για την κατάταξη του ενάγοντος, η εναγομένη δεν έλαβε υπ' όψη το γεγονός ότι και αυτός διέθετε τίτλο σπουδών ισότιμο με πτυχίο Ανώτερης Σχολής Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία είχε καταστεί στο μεταξύ τριετούς φοίτησης. Έτσι, δεν αναγνώρισε στον ενάγοντα το σύνολο των ετών φοίτησης, τα οποία δικαιολογούσε το πτυχίο που κατείχε και τον εξαίρεσε [τηρουμένων των αναλογιών] από την παροχή που χορήγησε εκουσίως προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών με διετείς σπουδές, παρά το γεγονός ότι αυτός καταλαμβανόταν από τη ρύθμιση της μεταβατικής διάταξης του όρου 11 παρ.12 του μισθολογίου, δεδομένου ότι κατά την 1-1-1985 διέθετε ήδη την ιδιότητα του μόνιμου υπάλληλου, ανήκε στον ίδιο κλάδο και εκτελούσε την ίδια εργασία με τα ανωτέρω πρόσωπα, κάτω από όμοιες συνθήκες, χωρίς η εν λόγω εξαίρεση να δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και να είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη. Και όσον αφορά στην κατάταξη του ενάγοντος σε κατηγορία κατώτερη εκείνης των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η προβλεπόμενη για τους τελευταίους στον όρο 3 παρ.7 του ενιαίου μισθολογίου μισθολογική κατάταξη σε κατηγορία ανώτερη από εκείνη που αντιστοιχούσε στη στάθμη εκπαίδευσης και στα έτη σπουδών τους και, επομένως, η προνομιακή μεταχείριση που τους επιφύλασσε η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ με τον εν λόγω όρο της, έστω και αν το πτυχίο τους ήταν από εκείνα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, δεν δικαιολογείται ούτε από τα οριζόμενα στις πάγιες διατάξεις της ίδιας ΕΣΣΕ, με την οποία καθιερώθηκε η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων βάσει της στάθμης της εκπαίδευσής τους, ούτε από τα προβλεπόμενα στη μεταβατική διάταξη του όρου 11 παρ.12 αυτού, κατά την οποία η ένταξη στο μισθολόγιο γίνεται βάσει των τυπικών προσόντων του τακτικού προσωπικού που υπηρετούσε την 1-1-1985, ανεξαρτήτως του εάν ο τίτλος σπουδών τους αναγνωρίζεται ή όχι από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ. Εξ άλλου, εν όψει της εφαρμογής της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, το μισθολόγιο αποσυνδέθηκε από το βαθμολόγιο και, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι πτυχιούχοι της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και της ΑΤΣ-ΟΤΕ κατά τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ μπορούσαν να εξελιχθούν ως το βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ οι κάτοχοι πτυχίων Ραδιοτηλεγραφητή ως το βαθμό του Τομεάρχη, δεν συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, ειδικό και σοβαρό λόγο για την εν λόγω διαφοροποίηση ως προς τη μισθολογική κατάταξη των συγκεκριμένων υπαλλήλων, που παρείχαν ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ενάγοντα. Επομένως, η μη κατ' ουσίαν εφαρμογή του όρου 11 παρ.12 του ενιαίου μισθολογίου στην περίπτωση του ενάγοντος με τη μη λήψη υπ' όψη του ότι αυτός θεωρείτο πλέον απόφοιτος ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης και η ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς τη μισθολογική κατάταξη τόσο των αποφοίτων Παιδαγωγικών Ακαδημιών, όσο και των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, χωρίς να συντρέχει ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος που να τη δικαιολογεί, συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, όσον αφορά την οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών (άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ) και παραβίαση της αρχής της ισότητας, όσον αφορά την εις εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης παροχή προς τους αποφοίτους της ΑΤΣ-ΟΤΕ (άρθρα 4 παρ.1 σε συνδυασμό με 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος), δεδομένου ότι η εν λόγω δυσμενής για τον ενάγοντα διαφοροποίηση, ο οποίος παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες και υπό όμοιες συνθήκες με τους προαναφερόμενους, δεν κρίνεται εύλογη και δίκαιη. Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να έχει ενταχθεί από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ και να έχει λάβει τις μισθολογικές διαφορές που ζητούσε με την αγωγή. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 259/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των νόμων και των ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 254 ΑΚ, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχής που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, όπως είναι οι αποδοχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, αρχίζει αφ' ότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση. Ο χρόνος, όμως, της παραγραφής του καθολικού δικαιώματος για τη λήψη του μισθού ή για την ορθή ένταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο από την οποία εξαρτάται το ύψος του μισθού, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 249, 251), ενώ οι αξιώσεις για τις αποδοχές ή τις διαφορές αποδοχών των επί μέρους χρονικών διαστημάτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατά τα ανωτέρω έναρξή της (ΑΚ 250 αρ.6 ή 17, 253, ΟλΑΠ 4/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ότι το καθολικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθ' όσον από την 1-1-1985, δηλαδή από τότε που ίσχυσε η ΕΣΣΕ με βάση την οποία αυτός, ως ενάγων, αξιώνει μισθολογικές διαφορές, έως την άσκηση της αγωγής (21-10-2005), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, άλλως οι ένδικες αξιώσεις, ως στηριζόμενες σε αδικοπραξία, έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατ' άρθρο 937 ΑΚ, καθόσον από 1-1-1985 μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας. Η ένσταση, όμως, αυτή, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι αφ' ενός οι αιτούμενες διαφορές των αποδοχών του αναιρεσίβλητου αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 29-12-2000 και, συνεπώς, από το τέλος του έτους 2000 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (21-10-2005), δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ.17 ΑΚ και αφ' ετέρου από τους χρόνους που δόθηκαν οι παροχές προς τους εργαζόμενους, με τους οποίους ζήτησε να εξομοιωθεί ο αναιρεσίβλητος μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή, στην οποία υπόκειται το αντίστοιχο καθολικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου. Η ίδια ένσταση, κατά το δεύτερο μέρος, είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον οι ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται στη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας, με αφετηρία της παραγραφής τους το τέλος του έτους 2000 και όχι στην αδικοπραξία. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε αβάσιμο το λόγο της έφεσης, με τον οποίο είχε επαναφερθεί η ένσταση παραγραφής που η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις περί παραγραφής και, επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-4-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 6015/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ο κατ’ άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου πρέπει να αναφέρεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. ΟΤΕ. Εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων κατά την ένταξη υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια. Διάκριση ως προς το χρόνο παραγραφής αφ’ ενός του καθολικού δικαιώματος προς λήψη μισθού και αφ’ ετέρου των αξιώσεων για λήψη αποδοχών κατά τα επί μέρους χρονικά διαστήματα. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 804/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Γ. Δ. του Χ., 2) Μ. Ζ. του Δ., 3) Δ. Ζ. του Ε., 4) Α. Λ. του Χ., 5) Α. Ν. του Γ., 6) Α. Π. του Σ., 7) Α. Π. του Ι., 8) Ε. Σ. του Κ., 9) Χ. Σ. του Γ., 10) Π. Σ. του Θ., 11) Λ. Σ. του Π., 12) Δ. Σ. του Γ., 13) Σ. Κ. του Ν. και 14) Π. Π. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό των Οικονομικών και τους Υπουργούς: α) Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, β) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, γ) Δημοσίας Τάξης και δ) Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην Αθήνα, 2) Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα, 3) Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ (ΕΕΤΑΑ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα, 4) Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και 5) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Γιαννιτσών", που εδρεύει στα Γιαννιτσά. Οι 1ος, 2η, 3η και 4ος δεν παραστάθηκαν, ενώ ο 5ος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Καπουρτζούδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1015/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4410/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 30-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των λόγων αυτής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους 1ο, 2η, 3η και 4ο από τους αναιρεσίβλητους και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ως προς τον 5ο από αυτούς και την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98). Η ως άνω, νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτών, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως περί αναιρέσεως της 4419/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους (εναγομένους). Επομένως, η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί μη ασκηθείσα ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299) και, κατόπιν αυτού, παρέλκει η ουσιαστική έρευνα του πρώτου λόγου αυτής, ο οποίος αναφέρεται μόνο στην απόρριψη της αγωγής ως προς τους διαδίκους, στους οποίους αφορά η παραίτηση. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής η γένεση της αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ` άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. ΟλΑΠ 38/2005). Συνεπώς, η διάταξη για τη βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν αντίκειται (α) στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και στην, αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής, αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει, επίσης, διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών), (β) στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ κατ' άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως (...)" και στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι "Καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει", αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, (γ) στις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις, χωρίς την εφαρμογή κριτηρίων δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση και (δ) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (κυρωθέντος, επίσης, με το ν.δ. 53/1974 και έχοντος την αυτή ισχύ) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου [στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998)], αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη από το να καταργεί τα δικαιώματα αυτά, αλλά όχι και από το να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθρο 119 (ήδη 141) της ΣυνθΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντίστοιχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους ή από άλλο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 2/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε πάντα τα ανωτέρω και απέρριψε ως παραγραμμένες τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων που φέρονταν γεννηθείσες εντός του έτους 2001, διότι από το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο αυτοί είχαν προσφέρει την εργασία για την οποία με την αγωγή ζητούσαν τις αντίστοιχες, νόμιμες αποδοχές, μέχρι την άσκηση της ένδικης, από 2-4-2004 αγωγής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της διετίας. Επομένως, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφ' όσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου. Εξ άλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη, εντεύθεν, συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι μετά την μετατροπή του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της από 29-4-2004 αγωγής σε αναγνωριστικό και λόγω της μετατροπής αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944, που έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 304 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα" και υπέρ των Δήμων, δεν οφείλονταν τόκοι επί των χρηματικών ποσών, τα οποία ο αναιρεσίβλητος Δήμος Γιαννιτσών αναγνωρίσθηκε ότι πρέπει να καταβάλει στους αναιρεσείοντες ως διαφορές αποδοχών. Επομένως, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 7 παρ.1 και 2 του ν. 1876/ 1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύμβασης εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ" και "Οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους". Εξ άλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 648 παρ.1 και 653 ΑΚ "Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνημένο ή το συνηθισμένο μισθό" και σύμφωνα με το άρθρο 680 παρ.3 ΑΚ "Οι όροι των επί μέρους συμβάσεων εργασίας, που είναι αντίθετοι με τη συλλογική σύμβαση, είναι άκυροι, εφ' όσον δεν είναι ευνοϊκότεροι για τον εργαζόμενο και στη θέση τους ισχύουν οι όροι της συλλογικής σύμβασης". Κατά την πρόδηλη έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι όροι αμοιβής οι περιεχόμενοι στην ατομική και συλλογική σύμβαση δεν ισχύουν παραλλήλως, αλλά επικρατεί η ευνοϊκότερη ρύθμιση, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της δυσμενέστερης. Και περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνηθεί μισθός ανώτερος από το "συνηθισμένο μισθό" ή από εκείνον που προκύπτει από το άθροισμα του βασικού μισθού και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή μισθολογικών παροχών, τα οποία προβλέπονται από κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή ίσης ισχύος διαιτητική απόφαση (ΔΑ), κατισχύει ο όρος αυτός της ατομικής συμβάσεως και ο μισθωτός δεν δικαιούται, πέραν του συμφωνημένου μισθού, άλλη διαφορά μισθού ή άλλο επίδομα, διότι αυτά υπερκαλύπτονται από τις συμφωνημένες υπέρτερες αποδοχές, στις οποίες θεωρείται ότι εμπεριέχονται. Η κρίση περί του αν οι καταβαλλόμενες αποδοχές είναι ανώτερες, προϋποθέτει σύγκριση του συνόλου αυτών προς το σύνολο των καταβλητέων σύμφωνα με τη ΣΣΕ ή τη ΔΑ και όχι σύγκριση των επιμέρους ποσών του βασικού μισθού, των επιδομάτων κλπ. Για υπερκάλυψη δεν μπορεί να γίνει λόγος, όταν με την ατομική ή τη συλλογική σύμβαση ορίζεται το αντίθετο, ότι δηλαδή το θεσπιζόμενο με τη συλλογική σύμβαση επίδομα θα καταβάλλεται επιπλέον του συμφωνημένου μεγαλύτερου μισθού. Περαιτέρω, με τα εδ. α' και β' της παρ.2 της 10/1976 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21378/4732/17-5-1976 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 671) και κυρώθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 435/1976, ορίστηκε ότι, από της ενάρξεως της ισχύος αυτής (13-2-1976), "α) Εις τους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου εκ 5%, υπό την προϋπόθεσιν ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικόν επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται. β) Το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου, του οριζομένου υπό της εκάστοτε εν ισχύει οικείας συλλογικής συμβάσεως, αποφάσεως διαιτησίας ή άλλης διατάξεως και δεν συμψηφίζεται προς τας τυχόν υπερτέρας των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλομένας αποδοχάς. Συμψηφίζεται, όμως, εις τούτο το τυχόν καταβαλλόμενον επίδομα γάμου ή συζύγου". Ακολούθως, με την παρ.4 της 9/1978 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 9200/1721/1978 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ορίστηκε ότι στους άρρενες μισθωτούς χορηγείται το επίδομα γάμου, ασχέτως αν η σύζυγος ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή συνταξιοδοτείται και με την 100/1979 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με τη 18925/1979 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, το επίδομα αυτό αυξήθηκε σε 10%. Η με βάση τις παραπάνω διατάξεις απαγόρευση του συμψηφισμού έχει την έννοια ότι απαγορεύεται μόνο ο μονομερής εκ μέρους του εργοδότη συμψηφισμός (καταλογισμός) και όχι εκείνος που γίνεται κατόπιν συμφωνίας με τον εργαζόμενο. Ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989, ΦΕΚ Β' 213 και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους ΟΤΑ, άρθρο 8 παρ.1 εδ. β` του ν. 1876/1990) το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους τους έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ.2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών. Τέλος, με το άρθρο 20 παρ.2 του ν. 1849/1989 ορίσθηκε ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι το αίτημα των αναιρεσειόντων, που κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήσαν έγγαμοι, να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται έναντι του αναιρεσίβλητου Δήμου Γιαννιτσών να λάβουν το ως άνω επίδομα γάμου, ήταν ουσιαστικώς αβάσιμο, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό του επιδόματος καλυπτόταν από το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, το οποίο ήταν κατά πολύ υπέρτερο του νομίμου ημερομισθίου αυτών, δηλαδή του κατωτάτου ορίου των ΕΓΣΣΕ με το συνυπολογισμό και του επιδόματος γάμου σε ποσοστό 10%. Με την κρίση αυτή, όμως, το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, διότι δέχθηκε ως συμψηφιζόμενο στις υπέρτερες αποδοχές και το επίδομα γάμου, παρά το γεγονός ότι αυτό, με ρητή πρόβλεψη ΔΑ που απέκτησε καθολική ισχύ, δεν συμψηφίζεται και δεν υφίσταται ειδική, αντίθετη συμφωνία του εργοδότη με τους εργαζόμενους. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.9 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 29-4-2004 αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, αν και η 14η από τους αναιρεσείοντες είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι της οφείλονται οι καταβαλλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-11-2002 έως 31-12-2002, κατά το οποίο λόγω κυήσεως παρέμεινε εκτός εργασίας, το Δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτής περί ενάρξεως της τοκογονίας σε σχέση με την επίδοση της αγωγής, περί συμψηφισμού του επιδόματος γάμου και περί αποδοχών κατά τη διάρκεια της κύησης και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος προς νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (ΚΠολΔ 178 παρ.1) και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", πρέπει ο αναιρεσίβλητος να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΘΕΩΡΕΙ μη ασκηθείσα την από 3-12-2009 αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους ΑΝΑΙΡΕΙ την 4410/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους και κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους να πληρώσει στους αναιρεσείοντες εξακόσια (600) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως, η παραίτηση από το δικόγραφο ως προς ορισμένους από τους αναιρεσίβλητους έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς αυτούς και καθιστά περιττή την έρευνα αναιρετικού λόγου που αναφέρεται μόνο σ’ αυτούς. ΟΤΑ, ο χρόνος παραγραφής για αξιώσεις υπαλλήλων από μισθούς κλπ αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν και είναι διετής. Η τοκογονία των αξιώσεων αυτών άρχεται από την επίδοση αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής. Επίδομα γάμου, δεν συμψηφίζεται στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές. Αίτημα αδίκαστο ιδρύει τον αναιρετικό λόγο ΚΠολΔ 559 αρ.9. Δικαστικά έξοδα σε βάρος ΟΤΑ. Αναιρεί εν μέρει.
null
null
2
Αριθμός 805/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Γιαννιτσών", που εδρεύει στα Γιαννιτσά και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Καπουρτζούδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Δ. του Χ., 2) Μ. Ζ. του Δ., 3) Δ. Ζ. του Ε., 4) Α. Λ. του Χ., 5) Α. Ν. του Γ., 6) Α. Π. του Σ., 7) Α. Π. του Ι., 8) Ε. Σ. του Κ., 9) Χ. Σ. του Γ., 10) Π. Σ. του Θ., 11) Λ. Σ. του Π., 12) Δ. Σ. του Γ., 13) Σ. Κ. του Ν. και 14) Π. Π. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Συγγενιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2004 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1015/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4410/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 30-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 553 και 559 αρ.5 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως των αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση για αναρμοδιότητα μόνο καθ' ύλην και όχι κατά τόπον. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 25 και 46 ΚΠολΔ, έκρινε ότι τόσο αυτό όσο και το πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριο ήσαν τοπικώς αρμόδια για να κρίνουν την από 29-4-2004, ένδικη αγωγή, είναι προεχόντως απαράδεκτος, είτε θεωρηθεί ότι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (όπως κατά γράμμα διατυπώνεται) είτε εκτιμηθεί ως προσάπτων την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι με αυτόν προβάλλεται παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών κανόνων, που αφορούν στην τοπική και όχι στην υλική αρμοδιότητα. ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998 "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε ΑΕΙ - ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου" (παρ.15 εδ.α' και β'). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Συνήθως, εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στου οποίου το πρόσωπο συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν ο δικαστής είτε προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, είτε εφάρμοσε κανόνα για τον οποίο δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο πραγματικές προϋποθέσεις, είτε παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Με την ΥΑ 34100/1999 (ΦΕΚ Β' 2131), που εκδόθηκε μετά την 2701/1999 γνώμη του ΔΣ του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και κατ' εφαρμογή των προβλεπόμενων στο άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίσθηκε Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από άνεργους απόφοιτους λυκείου, ηλικίας 25 ως 64 ετών, στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, διάρκειας 24 μηνών. Το Πρόγραμμα προέβλεπε δύο φάσεις, την πρώτη διάρκειας 11 μηνών με αντικείμενο τη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση των συμμετεχόντων και την τοποθέτησή τους σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με χρηματοδότηση από τον ΟΑΕΔ και τη δεύτερη διάρκειας 13 μηνών με αντικείμενο την απασχόληση των συμμετεχόντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Εσωτερικών (ΥΠΕΣΔΔΑ). Δικαιούχοι του Προγράμματος ήσαν πρωτοβάθμιοι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Στο πλαίσιο της ως άνω υπουργικής απόφασης καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες απ' αυτήν προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου, ΟΑΕΔ, Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ) για την πραγματοποίηση του Προγράμματος και εκπονήθηκε από τους εν λόγω φορείς το κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής αυτού. Στη συνέχεια, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Δήμος Γιαννιτσών και των συμμετεχόντων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), καταρτίσθηκαν, στο πλαίσιο του Προγράμματος, μεταξύ αφ' ενός της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Γιαννιτσών και αφ' ετέρου των εναγόντων οι από 29-1-2001 [για τους ένδεκα πρώτους] και 21-2-2001 [για τους λοιπούς] συμβάσεις συνεργασίας με διάρκεια 11 μήνες. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, οι ενάγοντες, ως ασκούμενοι φύλακες, ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν επιμορφωτικό σεμινάριο για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και, προκειμένου να αποκτήσουν αντίστοιχη εργασιακή εμπειρία, να απασχοληθούν σε καθημερινή βάση, με τρεις βάρδιες εργασίας, στη φύλαξη του σχολικού κτιρίου στο οποίο θα τοποθετούσε τον καθένα από αυτούς ο εναγόμενος ΟΤΑ. Αντίστοιχα, ο Δήμος Γιαννιτσών ανέλαβε την υποχρέωση να κατανείμει τους ενάγοντες στα σχολικά κτίρια που έπρεπε να επιλέξει, να προμηθευθεί και διαθέσει σ' αυτούς τον απαραίτητο εξοπλισμό, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους προς διαπίστωση της παρουσίας αυτών κατά τις ημέρες και ώρες της βάρδιας ενός εκάστου, να διατηρεί τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων για τον έλεγχο της συνεργασίας με τους ασκούμενους φύλακες και την επίλυση τυχόν προβλημάτων, να αποστέλλει στην ΕΕΤΑΑ πίνακες με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και με το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης αυτών, να συγκεντρώνει τα ημερήσια δελτία συμβάντων και παρουσιών, να συμπληρώνει, με βάση τα δελτία αυτά, το μηνιαίο δελτίο παρουσίας των ασκουμένων, προς πιστοποίηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και καταβολή της μηνιαίας αποζημίωσης αυτών από την ΕΕΤΑΑ και, τέλος, να εποπτεύει την εν γένει οργάνωση και εφαρμογή του Προγράμματος εντός της εδαφικής του αρμοδιότητας. Παράλληλα, η ΕΕΤΑΑ ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του Προγράμματος και περιορίσθηκε στο να καταβάλλει σε κάθε ασκούμενο φύλακα την ορισθείσα αποζημίωση για τη συμμετοχή του σ' αυτό. Οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους, ανανεώθηκαν με παρόμοια συμφωνητικά συνεργασίας από 29-12-2001 έως 30-6-2002, από 1-7-2002 έως 28-1-2003, από 29-1-2003 έως 31-12-2003 και από 1-1-2004 έως 30-6-2004, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων στην περιοχή του Δήμου Γιαννιτσών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση την ιδιότητα του εργοδότη των εναγόντων είχε αποκτήσει ο εναγόμενος Δήμος Γιαννιτσών, ο οποίος, ως αρμόδιος για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων που βρίσκονται μέσα στην περιοχή του, ήταν το πρόσωπο που αποδεχόταν την προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επ' αυτών. Και ότι, αντίθετα, η ΕΕΤΑΑ, η οποία διαχειριζόταν απλώς τις πιστώσεις, που σύμφωνα με το Πρόγραμμα διατίθεντο από τον ΟΑΕΔ και το ΥΠΕΣΔΔΑ για την πληρωμή των εναγόντων (όπως και των υπολοίπων, περίπου 3.300 ανέργων που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα), δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα αυτή, αφού ούτε ωφέλεια από την εργασία τους είχε ούτε έλεγχο επ' αυτών ασκούσε, ακόμη περισσότερο δε οι λοιποί των εναγομένων (Ελληνικό Δημόσιο, ΟΑΕΔ και ΚΕΔΚΕ), οι οποίοι μόνο στο σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση του Προγράμματος συνέβαλαν. Με τα όσα δέχθηκε και έκρινε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/ 1998, που προαναφέρθηκαν, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η ΥΑ 34100/ 1999 και λειτούργησε το Πρόγραμμα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται "Κανένας δεν μπορεί να διορισθεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...), είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...) Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια η παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ.1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ.2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ.4]. Ακόμη, με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ.1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ.2]. Τέλος, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά συνταγματικώς ανεκτή για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων (...). β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου Προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος ΟΤΑ στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός" (...) [παρ.1]. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" [παρ.5]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν προσληφθεί, στο πλαίσιο του Προγράμματος που ήδη αναφέρθηκε, με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ αφ' ενός της ΕΕΤΑΑ και του Δήμου Γιαννιτσών (ήδη αναιρεσείοντος) και αφ' ετέρου αυτών, την 29-1-2001 για τους ένδεκα πρώτους και την 21-2-2001 για τους λοιπούς, για ορισμένη χρονική διάρκεια 11 μηνών. Κατόπιν οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν κατ' επανάληψη, χωρίς μεταξύ των ανανεώσεων να μεσολαβεί διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, ενώ η τελευταία εξ αυτών έληγε την 30-6-2004, ήτοι εντός του τριμήνου πριν από την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004). Με τον τρόπο αυτό, οι ενάγοντες, για χρονικό διάστημα συνολικώς μεγαλύτερο από 24 μήνες, εξυπηρετούσαν με την ίδια ειδικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Δήμου Γιαννιτσών, συνιστάμενες στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, η οποία είχε ανατεθεί στον καθένα από αυτούς και για την οποία αρμόδιος ήταν ο Δήμος Γιαννιτσών. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, αναγνώρισε την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων, διότι πάντα τα ανωτέρω, ως ιστορικό της σχέσης που είχε αναπτυχτεί μεταξύ αυτών, διαλαμβάνονταν στην από 29-4-2004 αγωγή και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (ΚΠολΔ 533 παρ.2). Με τα όσα δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον όποιο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 παρ.2 του π.δ. 410/1995 "περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα", που ορίζει ότι "Τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ δήμων και κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως τα πενήντα στα εκατό των κατωτάτων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 4410/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. - Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρμοδιότητα κατά τόπο, η παραβίαση των σχετικών διατάξεων, που είναι δικονομικές, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο. Εργοδότης, κριτήρια για την ιδιότητα αυτή. Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών στο δημόσιο τομέα (ΟΤΑ) και εφαρμογή μεταβατικής διάταξης άρθρου 11 π.δ. 164/2004. Δικαστικά έξοδα σε βάρος ΟΤΑ. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
1
Αριθμός 787/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης [κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη] και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων: 1.Α. Ν. του Α., 2.Χ. Ν. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαφαζάνο και 3.Σ. Ν. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2010 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1186/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 351/18.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την από 16-6-2010 αίτηση των Σ. Ν., Χ. Ν. και Α. Ν. περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας σε όφελός τους - αφού επισυνάπτω και την οικεία δικογραφία - εκθέτω τα εξής: Ι) Με την υπ' αριθμ. 6/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' έφεση και με παρουσία των κατηγορουμένων - που κατέστη αμετάκλητη με την 1102/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου - καταδικάστηκαν οι αιτούντες για παράβαση του άρθρου 8 ν 1599/86, πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού [οι α,β] και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και συγκεκριμένα ότι «οι κατηγορούμενοι Σ. Ν. και Χ. Ν. α) βεβαίωσαν στην Αθήνα την 3-7-1999 χωριστά ο καθένας από αυτούς με δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης - ΙΤΕ) ψευδώς ότι έχουν παρακολουθήσει όλα τα μαθήματα του πτυχίου τους (της σχολής προπονητών της Εθνικής Ακαδημίας Αθλητισμού της Σόφιας) στη Σόφια της Βουλγαρίας και ότι το πτυχίο τους αυτό ήταν γνήσιο, ενώ η αλήθεια είναι ότι τα πτυχία τους είναι εξ ολοκλήρου πλαστά και ότι ουδέποτε υπήρξαν φοιτητές της ανωτέρω σχολής β) πέτυχαν με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, προσκομίζοντας στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων τα υπ' αριθμ. 1505 (Σειρά Β0/001749) ο πρώτος και 1537 (Σειρά Β0/001750) ο δεύτερος πλαστά διπλώματα της Σχολής προπονητών της Εθνικής Ακαδημίας Αθλητισμού Σόφιας εξαπάτησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους του Ινστιτούτου Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΙΤΕ) με αποτέλεσμα να βεβαιωθούν με την έκδοση αντίστοιχων πράξεων ότι τα ανωτέρω πλαστά διπλώματα είναι αντίστοιχα και ισότιμα με τα γνήσια πτυχία που απονέμονται από τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά ιδρύματα ειδικότητας φυσιοθεραπείας. γ) Στην Αθήνα στις 4-11-1999 κατάρτισαν από κοινού πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατάρτισαν εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα με το περιεχόμενο του ίδιου σε Ελληνική μετάφραση ... ότι έχουν συμπληρώσει 4 χρόνια πλήρους φοίτησης, πρόγραμμα σπουδών (8 εξαμήνων) στην Εθνική Ακαδημία Αθλητισμού Σόφιας, αποφοίτησαν της τελευταίας λαμβάνοντας MASTER κινησιοθεραπείας και γυμναστικής αγωγής. Ακολούθως έθεσαν κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Διευθυντού της ανωτέρω Ακαδημίας S. I., χωρίς τη συγκατάθεσή του και πλαστή σφραγίδα της ίδιας Ακαδημίας του ως άνω πλαστού εγγράφου έκαμαν χρήση αποστέλλοντας αυτό στο Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, αποσκοπώντας να παραπλανήσουν με τη χρήση του τους αρμόδιους υπαλλήλους και ειδικότερα τον Πρόεδρο του Επιστημονικού συμβουλίου Θ. Π. ότι το έγγραφο αυτό είναι γνήσιο, εκδοθέν νομίμως από την παραπάνω Ακαδημία και ότι το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα". Με την υπό κρίση αίτηση και οι τρεις [τότε] κατηγορούμενοι αναφέρουν ότι, καταδικάστηκαν με την άνω απόφαση και ότι προς απόδειξη της αθωότητάς τους προσκομίζουν νέα - άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές και ειδικότερα α) το υπ' αριθμ. ΚΟΔ - 9 ΠΡ 1673/10-12-2009 [= 4-1-2010] έγγραφο του Διευθυντή των Προξενικών σχέσεων της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στο οποίο αναφέρεται ότι " Σε σχέση με το ερώτημά σας με τον παραπάνω αριθμό [καταχώρησης] βεβαιώνουμε τα κάτωθι: Η Προξενική Υπηρεσία, που υπάγεται στην πρεσβεία της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Αθήνα έχει πιστοποιήσει την γνησιότητα των διπλωμάτων και του περιεχομένου τους και έχει επικυρώσει τα φωτοαντίγραφα των διπλωμάτων του Χ. Ν. του Α. και του Α. Ν. του Α.. Οι επικυρώσεις περιέχονται στο βιβλίο επικυρώσεων της προξενικής Υπηρεσίας με τον αριθμό 1089 και 1090 από τις 22 Ιουνίου 1999". β) Την από 22-04-1999 απόδειξη της Βουλγαρικής Πρεσβείας - που [κατά την υπό κρίση αίτηση βεβαιώνεται] "πιστοποιεί ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Βουλγαρικής Πρεσβείας θεώρησαν τόσο την γνησιότητα των πτυχίων τους όσο και του περιεχομένου τους. Με τα νέα αυτά έγγραφα οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι - σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα στη δικογραφία - προκύπτει ότι τα έγγραφα για τα οποία καταδικάστηκαν ήταν [είναι] γνήσια. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 ΚΠΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1)... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθησαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ...". Πρόκειται για την λεγόμενη αίτηση "αναψηλάφησης" της δίκης, που σκοπό έχει την άρση της πραγματικής δικαστικής πλάνης, δηλαδή της περί τα πράγματα πλάνης του δικαστηρίου της ουσίας». Ενόψει των νέων στοιχείων [βλ. Μπουρόπουλο Ερμ ΚΠΔ τομ Β σελ. 303-4 ΑΠ 1240/84, ΑΠ 256/94, ΑΠ 428/93 κ.α] - χωρίς να συνιστά ένδικο μέσο [βλ. ΑΠ 680/2007, ΑΠ 1240/2006 κ.α]. Έτσι η άνω αίτηση προϋποθέτει καταδίκη την οποία δεν συνιστά η απόφαση με την οποία παύει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής [βλ. ΑΠ 1576/99 ΝοΒ 40. 342]. Η άνω διαδικασία, η οποία είναι έκτακτη και εξαιρετική και η οποία συνεπάγεται την ανατροπή του δεδικασμένου, για να γίνει δεκτή για τον άνω λόγον, πρέπει τα νέα γεγονότα - που μπορεί να είναι και έγγραφα - να κάνουν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ήτοι στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι τα έγγραφα είναι γνήσια. Δεν αρκεί επομένως απλή πιθανότητα της αθώωσης αλλά απαιτείται όπως αυτή είναι πρόδηλη [= κείμενο της καθαρεύουσας], φανερή [κείμενο δημοτικής] [βλ. ΑΠ 788/2008, ΑΠ 1240/2006 κ.α], ήτοι σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα [βλ. ΑΠ 57/2009, ΑΠ 446/2006, ΑΠ 189/2006 κ α]. Η ΑΠ 557/2002 Ποινικός Λόγος σελ. 652 αναφέρει μάλιστα "ολοφάνερη την αθωότητα". Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος "πρόδηλος" ανταποκρίνεται και στη κοινή γλώσσα στο "ολοφάνερος - προφανής-" [βλ. Μπαμπινιώτη - Λεξικό (2002) σελ. 1475, Βυζαντίου - Στεφάνου Λεξικό (1852) σελ. 1145, Liddell - Scott σελ. 690 κ. α -. Έτσι πρέπει το γεγονός που στηρίζει την άνω κρίση να είναι νέο, ήτοι, να μην έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου [ή, κατ' άλλην άποψη, και του καταδικασθέντα διότι άλλως ώφειλε να τα είχε προβάλλει βλ. ΑΠ 1703/2005 Π Xρ ΝΣΤ 444, ΑΠ 189/2006, ΑΠ 124/2006, ΑΠ 479/2006 κ.α - άποψη όμως που δεν προκύπτει από το νόμο, αλλά συνάπτεται με την προσφορότητα ή μη αυτών για την απόδειξη της αθωότητας] και αφετέρου μόνο του ή σε συνδυασμό με τα υπάρχοντα στοιχεία αυτά καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του καταδικασθέντα. Από τα έγγραφα της δικογραφίας και δη από τα πρακτικά της άνω απόφασης προκύπτει αφενός μεν ότι το δεύτερο των επικληθέντων ως νέων εγγράφων και δη η απόδειξη, [που αναφέρεται μάλιστα ότι εκδόθηκε το 1999 ενώ το αληθές είναι 1994 ή 1996], δεν είναι νέον αφού υπήρχε στη δικογραφία και είχε τεθεί υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου αφού είχε αναγνωστεί - βλ. Νο 18 των αναγνωστέων εγγράφων - και ούτε προκύπτει ότι αναφέρεται στα κρίσιμα έγγραφα, ούτε αναιρεί την πλαστότητα αυτών - αφετέρου προς απόδειξη της ενοχής των αιτούντων ελήφθησαν υπόψη κυρίως τα υπ' αριθμ. 14-15-16-17 των αναγνωσθέντων έγγραφα και δη του διευθυντού - καθηγητού της Εθνικής Ακαδημίας της Σόφιας που βεβαιώνει την πλαστότητα των κρίσιμων εγγράφων ομοίως της διευθύντριας της άνω σχολής. Ήτοι των άμεσα εχόντων αρμοδιότητα και υπευθυνότητα και αυτού του οποίου τέθηκε η υπογραφή. Καθίσταται φανερόν ότι με τα νέα στοιχεία καθόλου δεν αναιρείται η πλαστότητα των εγγράφων αυτών. Με το πρώτο έγγραφο δεν αναιρείται το γεγονός αυτό [της πλαστότητας] όχι μόνο διότι δεν αναφέρεται σ' αυτό κάτι τέτοιο αλλά προέρχεται και από αναρμόδιο πρόσωπο. Η προξενική αρχή δεν έχει καμιά αρμοδιότητα να βεβαιώσει την γνησιότητα των κρίσιμων διπλωμάτων αλλά τέτοια αρμοδιότητα έχει η ακαδημία που φέρεται ότι τα εξέδωσε, προς την οποία ώφειλε να προσφύγουν οι αιτούντες, πράγμα που δεν έκαναν. Άλλωστε το άνω έγγραφο δεν επικυρώνει την γνησιότητα των διπλωμάτων αλλά των φωτοαντιγράφων αυτών, ήτοι των πλαστών, δηλαδή αυτών που προσκομίσθησαν στην προξενική αρχή και μάλιστα από 22 Ιουνίου 1999, ήτοι πριν από 7 χρόνια από της εκδόσεως της καταδικαστικής απόφασης - πράγμα που γνώριζαν οι αιτούντες και το οποίο παρά ταύτα δεν το προσκόμισαν όταν μάλιστα προσκόμισαν την σχετική απόδειξη πληρωμής. Καθίσταται σαφές ότι η πλαστότητα των κρίσιμων εγγράφων μπορεί να αναιρεθεί, μόνο με νέα έγγραφα της αυτής αρχής, πράγμα που δεν κάνουν οι αιτούντες, αν και μπορούν να το πράξουν. Έτσι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και σε σχέση μάλιστα με τον τρίτο αιτούντα διότι η απόφαση γι' αυτόν δεν είναι καταδικαστική. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η από 16-6-2010 αίτηση των Σ. Ν., Χ. Ν. και Α. Ν., περί επαναλήψεως της καταδικαστικής γι' αυτούς διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 6/2007 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα και τέλη σε βάρος εκάστου. Αθήνα 4/10/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ.2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι αιτούντες επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της 1102/2007 απόφαση τους Αρείου Πάγου, που απέρριψε την κατά της 6/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών ασκηθείσα αναίρεση, με την οποία οι αιτούντες καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης -8- μηνών ο καθένας, για παράβαση του άρθρου 8 ν.1599/1986, πλαστογραφία με χρήση από κοινού και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, για το λόγο ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα έγγραφα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τους δίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του πιο πάνω Εφετείου γίνεται φανερό, όπως διατείνονται, ότι είναι αθώοι των προδιαληφθέντων εγκλημάτων, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 527 παρ.2 και 528 παρ.1, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην οικεία δικογραφία, προέκυψε ότι με την 6/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 1102/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ' αυτής ασκηθείσας αναίρεσης, οι κατηγορούμενοι - πρώτος και δεύτερος αιτούντες κηρύχθηκαν ένοχοι της παράβασης του άρθρου 8 ν. 1599/1986, πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα ότι "οι κατηγορούμενοι Σ. Ν. και Χ. Ν.: α) βεβαίωσαν στην Αθήνα την 3-7-1999 χωριστά ο καθένας από αυτούς με δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης - ΙΤΕ) ψευδώς ότι έχουν παρακολουθήσει όλα τα μαθήματα του πτυχίου τους (της σχολής προπονητών της Εθνικής Ακαδημίας Αθλητισμού της Σόφιας) στη Σόφια της Βουλγαρίας και ότι το πτυχίο τους αυτό ήταν γνήσιο, ενώ η αλήθεια είναι ότι τα πτυχία τους είναι εξ ολοκλήρου πλαστά και ότι ουδέποτε υπήρξαν φοιτητές της ανωτέρω σχολής, β) πέτυχαν με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, προσκομίζοντας στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων τα υπ' αριθμ. 1505 (Σειρά Β0/001749) ο πρώτος και 1537 (Σειρά Β0/001750) ο δεύτερος πλαστά διπλώματα της Σχολής προπονητών της Εθνικής Ακαδημίας Αθλητισμού Σόφιας εξαπάτησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους του Ινστιτούτου Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΙΤΕ) με αποτέλεσμα να βεβαιωθούν με την έκδοση αντίστοιχων πράξεων ότι τα ανωτέρω πλαστά διπλώματα είναι αντίστοιχα και ισότιμα με τα γνήσια πτυχία που απονέμονται από τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά ιδρύματα ειδικότητας φυσιοθεραπείας, γ) στην Αθήνα στις 4-11-1999 κατάρτησαν από κοινού πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατάρτησαν εξ ολοκλήρου πλαστό έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα με το περιεχόμενο του ίδιου σε Ελληνική μετάφραση ότι έχουν συμπληρώσει 4 χρόνια πλήρους φοίτησης, πρόγραμμα σπουδών (8 εξαμήνων) στην Εθνική Ακαδημία Αθλητισμού Σόφιας, αποφοίτησαν της τελευταίας λαμβάνοντας MASTER κινησιοθεραπείας και γυμναστικής αγωγής. Ακολούθως έθεσαν κατ' ελεύθερη απομίμηση την υπογραφή του Διευθυντού της ανωτέρω Ακαδημίας S. I., χωρίς τη συγκατάθεσή του και πλαστή σφραγίδα της ίδιας Ακαδημίας του ως άνω πλαστού εγγράφου έκαμαν χρήση αποστέλλοντας αυτό στο Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, αποσκοπώντας να παραπλανήσουν με τη χρήση του τους αρμόδιους υπαλλήλους και ειδικότερα τον Πρόεδρο του Επιστημονικού συμβουλίου Θ. Π. ότι το έγγραφο αυτό είναι γνήσιο, εκθοδέν νομίμως από την παραπάνω Ακαδημία και ότι το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα". Οι αιτούντες, με την κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας, για τα προδιαληφθέντα εγκλήματα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ως νέα αποδεικτικά στοιχεία: α] το ΚΟΔ-9ΠΡ 1673/ 10.12.2009 έγγραφο του Διευθυντή των προξενικών σχέσεων της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στο οποίο αναφέρεται ότι "Σε σχέση με το ερώτημά σας με τον παραπάνω αριθμό [καταχώρησης] βεβαιώνουμε τα κάτωθι: Η προξενική Υπηρεσία, που υπάγεται στην Πρεσβεία της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στην Αθήνα έχει πιστοποιήσει την γνησιότητα των διπλωμάτων και του περιεχομένου τους και έχει επικυρώσει τα φωτοαντίγραφα των διπλωμάτων του Χ. Ν. του Α. και του Α. Ν. του Α.. Οι επικυρώσεις περιέχονται στο βιβλίο επικυρώσεως της προξενικής υπηρεσίας με τον αριθμό 1089 και 1090 από τις 22 Ιουνίου 1999" και β] την, από 22.6.1999 απόδειξη της Βουλγαρικής Πρεσβείας - που, κατά την ένδικη αίτηση, βεβαιώνεται - "πιστοποιεί ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Βουλγαρικής Πρεσβείας θεώρησαν τόσο την γνησιότητα των πτυχίων τους όσο και του περιεχομένου τους". Από την επισκόπηση των πρακτικών της παραπάνω απόφασης 6/2007 προκύπτει ότι το υπό στοιχ. β' πιο πάνω έγγραφο [που αναφέρεται μάλιστα ότι εκδόθηκε το 1999 ενώ το αληθείς είναι 1994 ή 1996] αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης. συνεπώς, το έγγραφο τούτο δεν αποτελεί, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αιτούντες, νέο στοιχείο. Εξάλλου, με το υπό στοιχ. α' παραπάνω έγγραφο δεν αναιρείται το γεγονός της πλαστότητας όχι μόνο διότι δεν αναφέρεται σ' αυτό κάτι τέτοιο, αλλά προέρχεται και από αναρμόδιο πρόσωπο, αφού η προξενική αρχή δεν έχει καμία αρμοδιότητα να βεβαιώσει τη γνησιότητα των κρίσιμων διπλωμάτων, αλλά τέτοια αρμοδιότητα έχει η Ακαδημία που φέρεται ότι τα εξέδωσε, προς την οποία ώφειλαν να προσφύγουν οι αιτούντες, πράγμα, που όμως δεν έπραξαν. Άλλωστε το προδιαληφθέν έγγραφο δεν επικυρώνει τη γνησιότητα των διπλωμάτων, αλλά των φωτοαντιγράφων αυτών, ήτοι των πλαστών, αυτών δηλαδή που προσκομίστηκαν στην προξενική αρχή και μάλιστα από 22 Ιουνίου 1999, ήτοι πριν από -7- και πλέον χρόνια από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης [8.1.2007], πράγμα που καίτοι γνώριζαν οι κατηγορούμενοι δεν το προσκόμισαν στο Δικαστήριο, ενώ προσκόμισαν σ' αυτό τη σχετική πιο πάνω απόδειξη πληρωμής [από 22.6.1999]. Ενόψει τούτων η ένδικη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας σε σχέση με τους πρώτο και δεύτερο αιτούντες είναι αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, και αναφορικά με τον τρίτο αιτούντα η ίδια αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, αφού γι' αυτόν, όπως προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση 6/2007, η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη για τα προδιαληφθέντα εγκλήματα, έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής και συνεπώς δε συντρέχει περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας, δεδομένου ότι για να συντρέξει αυτή, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη, απαιτείται καταδίκη, που όμως δε συνιστά η απόφαση, που παύει οριστικά την ποινική δίωξη. Τέλος, οι αιτούντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα [ΚΠΔ 583 παρ.1]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 16 Ιουνίου 2010, αίτηση των Σ. Ν. του Α., Χ. Ν. του Α., κατοίκων ..., και Α. Ν. του Α., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της 6/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα [250] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση επανάληψης της διαδικασίας για νέες αποδείξεις κατά ένα μέρος, ως αβάσιμη και κατά ένα μέρος, ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατ’ απόφασης μη καταδικαστικής.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 780/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Χ., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1545/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αιτήσή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 712/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος αθώος, για την πράξη της καταβολής εργοδοτικών εισφορών, όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται στο διατακτικό της αναιρουμένης αποφάσεως ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967 "όποιος έχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, από τότε που κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Επακολούθησε η δημοσίευση του Ν. 3346/2005 "για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων", σύμφωνα με το άρθρο 33 του οποίου για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 2.000 ευρώ. Στη συνέχεια με το άρθρο 4 της από 16/9/2009 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το Ν. 3814/2010, ορίστηκε ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τις 5.000 ευρώ. Τέλος, με το άρθρο 30 του Ν. 3904/23/12/2010 αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και ορίστηκε ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ΑΝ. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ, ενώ για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει τις 10.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι αν η οφειλή είναι μικρότερη από τα ανωτέρω ποσά, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και συνεπώς η νέα ρύθμιση είναι επιεικέστερη από τις προηγούμενες, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των ως άνω εισφορών, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα αυτή (οφειλή) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ, προκειμένου για εργοδοτικές εισφορές και των 10.000 ευρώ, προκειμένου για εργατικές εισφορές, και επομένως, εν όψει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την 23/12/2010, ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν. 3904/2010. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η αξιόποινη πράξη κατέστη ανέγκλητη μετά τη δημοσίευση της απόφασης που προσβάλλεται, το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, τον επιεικέστερο νόμο ακόμη και στην περίπτωση της ερημοδικίας του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου, αν η αναίρεση είναι παραδεκτή και αφού προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης, τον κηρύσσει αθώο (ΑΠ. 1094/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1545/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για το ότι "στον Πειραιά τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΕΞΠΟΣΕΡΒΙΣ ΜΟΝ ΕΠΕ και έχοντας απασχολήσει κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο 2002 έως τον Φεβρουάριο 2002 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ι.Κ.Α., όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο Ι.Κ.Α. τις κατωτέρω εισφορές ποσού 8.719, 68 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Ειδικότερα, κατά το άνω διάστημα, έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 2.299,98 ευρώ, δεν κατάβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Για την πράξη αυτή επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών με τριετή αναστολή. Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε την 25/2/2010, ενώ η διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 3904/2010 που περιέχει ευνοϊκότερη ποινική ρύθμιση για τους μικροοφειλέτες ασφαλιστικών εισφορών (αυξάνοντας το ποσό της οφειλής των εργοδοτικών εισφορών στις 20.000 ευρώ) δημοσιεύτηκε την 23/12/2010 (ΦΕΚ Α 718/23/12/2010), δηλαδή μεταγενέστερα από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την εν λόγω δε διάταξη έπαυσε να είναι πλέον αξιόποινη η πράξη αυτή, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Επομένως πρέπει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 511, 514 εδ. β και 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, λαμβανομένων υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1545/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την πράξη της μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών, και συγκεκριμένα του ότι "στον Πειραιά, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΕΞΠΟΣΕΡΒΙΣ ΜΟΝ ΕΠΕ και έχοντας απασχολήσει κατά την περίοδο 1/2002 έως 2/2002 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 8.719,68 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, ειδικότερα δε κατά το άνω χρονικό διάστημα, έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 2.299,98 ευρώ, δεν κατάβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, ποσού 3.000 ευρώ περίπου, με χρόνο τελέσεως την 25-4-2002. Ο αναιρεσείων δεν παρέστη στη συζήτηση της αναιρέσεως. Το άρθρο 30 του Ν. 3904/23/12/2010 περιέχει ευνοϊκότερη διάταξη (αυξάνει τις εργοδοτικές εισφορές σε 20.000 ευρώ) δημοσιεύτηκε δε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και έτσι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων δεν είναι πλέον αξιόποινη. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση ( άρθρα 511,514 εδ. β, 518 παρ. 1 του ΚΠΔ) και, παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντα, τον κηρύσσει αθώο.
null
null
1
Αριθμός 777/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο [κωλυομένου του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως Νικολάου Ζαΐρη] και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος, Δ. Γ. του Μ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ν. Μ., 2. Χ. Γ., 3. Α. Κ., 4. Δ. Φ., 5. Ν. Λ., 6. Ν. Π. και 7. Β. Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1635/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 68/10-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την με αριθμό 156/3.12.2010 αίτηση (δήλωση) του Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει, υπό την συνδρομή εννόμου συμφέροντος, μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 3160/2003 και ίσχυε μέχρι 23.12.2010 που καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ. γ' του ν. 3904/2010, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά των βουλευμάτων επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνον στον κατηγορούμενο και δη κατ' εκείνων μόνο των βουλευμάτων με τα οποία παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά η εναντίον του ποινική δίωξη, ενώ αποκλείεται το δικαίωμα αυτό στον πολιτικώς ενάγοντα (ΑΠ 2292/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, με τις οποίες προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις διορθώσεως και συμπληρώσεως δικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι μπορεί να γίνει διόρθωση και στα βουλεύματα, δεδομένου ότι και αυτά είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο, δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 1175/2008, ΑΠ 1437/1997). Όμως, ούτε από τις παραπάνω διατάξεις, ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του ΚΠΔ, προβλέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο απορρίπτεται έφεσή του κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που απέρριψε αίτησή του για διόρθωση ή συμπλήρωση άλλου εκδοθέντος βουλεύματος προηγουμένως. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να κρίνει το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, με το 876/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 11.1.2010 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Γ. του Μ. για διόρθωση και συμπλήρωση του 3411/2009 βουλεύματος του ίδιου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και να παύσει υφ' όρο η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Ν. Μ., Χ. Γ., Α. Κ., Δ. Φ., Ν. Λ., Ν. Π. και Β. Α. για πλημμεληματικές πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω άσκησε την 103/2010 έφεση που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 2284/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το τελευταίο αυτό εφετειακό βούλευμα πλήττεται με την κρινόμενη από 3.12.2010 αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, το εν λόγω βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον πολιτικώς ενάγοντα κι επομένως η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται υπό προσώπου μη δικαιουμένου προς τούτο, πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 156/3.12.2010 αίτηση (δήλωση) του Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.- Αθήνα, 10 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 463 εδ α του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ ( πριν καταργηθεί με το άρθρο 34 περ. γ του Ν. 3904/23/12/2010), το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνον στον κατηγορούμενο και μόνο κατ' εκείνου του βουλεύματος με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, ενώ αποκλείεται το δικαίωμα αυτό στον πολιτικώς ενάγοντα. Εξ .άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 145 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, με τις οποίες προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις διορθώσεως και συμπληρώσεως δικαστικής αποφάσεως , προκύπτει ότι μπορεί να γίνει διόρθωση και στα βουλεύματα, δεδομένου ότι και αυτά είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο, δικαστικές αποφάσεις. Όμως, ούτε από τις παραπάνω διατάξεις, ούτε από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του ΚΠΔ, προβλέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίπτεται έφεση του κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που απέρριψε αίτηση του για διόρθωση ή συμπλήρωση άλλου εκδοθέντος βουλεύματος προηγουμένως. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ , όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή της αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να κρίνει το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, με το υπ' αριθμ. 876/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 11/1/2010 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Γ. του Μ., για διόρθωση και συμπλήρωση του υπ' αριθμ. 3411/2009 βουλεύματος του ίδιου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και να παύσει υφ' όρο η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Ν. Μ., Χ. Γ., Α. Κ., Δ. Φ., Ν. Λ., Ν. Π. και Β. Α. για πλημμεληματικές πράξεις. Κατά του βουλεύματος αυτού ο ανωτέρω άσκησε την 103/2010 έφεση που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 2284/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο ανωτέρω Δ. Γ. άσκησε την κρινόμενη από 3/12/2010 αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση από τον πολιτικώς ενάγοντα και επομένως η κρινόμενη αίτηση, ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν δικαιούται προς τούτο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3/12/2010 αίτηση του Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2284/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο απέρριψε την αίτησή του δια διόρθωση άλλου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που απεφάνθη να μην γίνει κατηγορία κατά των Χ, Ψ κτλ. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του κατά του Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών (άρθρα 463 εδ α, 482 παρ. 1 σε συνδ. με 145 παρ. 1,2 , 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 775/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ουρανού, περί αναιρέσεως της 78466/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1546/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α] να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο με σύνθεση διαφορετική από εκείνη της αναιρουμένης απόφασης, άλλως 2] να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο αναφορικά με τη διάταξη της περί μετατροπής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιοσδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παράγραφο 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί , προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφάλισης του Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του Α. Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εν όψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. Α.Π. 1/1996), και αναφορά, επί περισσοτέρων φυσικών προσώπων, φερομένων ως εργοδοτών εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, η θέση ενός εκάστου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποια η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποια η ιδιότητα και η θέση κάθε κατηγορουμένου στη τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 784/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Ι. Δ., σε δεύτερο βαθμό, για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς πέντε (50 ευρώ ημερησίως). Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι "στην Αθήνα, στις 8/2/2006, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, που διατηρεί επιχείρηση και συγκεκριμένα χωματουργικές εργασίες με την επωνυμία "Αφοί Ψ. Α.Τ.Ε.", αν και κατά το χρονικό διάστημα από 8/2002 μέχρι 10/2003 απασχολούσε προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας, που ήταν ασφαλισμένο στο Ι.Κ.Α., δεν κατέβαλε στο αναφερόμενο ίδρυμα, τις εργοδοτικές για το προσωπικό αυτό και εργατικές εισφορές, ποσού 133.165,48 ευρώ και 66.582,74 ευρώ, αντίστοιχα". Δεν αναφέρονται όμως στην αιτιολογία, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο ότι αυτός ήταν εργοδότης. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφαση του, από την οποία δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωση του για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητα του ως εργοδότη, ενώ παράλληλα υπάρχει και ασάφεια ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η οποία επηρεάζει, έστω και εν μέρει την παραγραφή της πράξεως, αφού στην αρχή του σκεπτικού και διατακτικού αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως της πράξεως η 8/2/2006, ενώ στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι οι εργαζόμενοι απασχολήθηκαν από τον μήνα 8ο/ 2002 μέχρι τον μήνα 10°/2003, χωρίς να εξηγείται γιατί τοποθετείται ο χρόνος τελέσεως κατά την ανωτέρω χρονολογία, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 του ΚΠΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 78466/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών στο Ι.Κ.Α. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα του αναιρεσείοντος και η θέση του στην Α.Ε., αναφέρεται μόνο « ως εργοδότης», και επί πλέον υπάρχει ασάφεια ως προς τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος που επηρεάζει μερικώς την παραγραφή. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 776/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα (σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Α. Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 71631/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1560/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 24/1-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1α', 476 §1α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ 76/10 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Ι. και της Α., ετών 78, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 71631/29-9-10 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α' και 476 §1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν αυτή ασκείται εκπροθέσμως. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Τμήμα Ποινικό ως Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). β) Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 476 §2 και 473 §§ 1, 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως για τις αποφάσεις που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό για τούτο βιβλίο (Ολ.Α.Π. 6/02, Π.Χρ. ΝΒ' 702). Η προθεσμία αυτή, προκειμένου περί απόφασης κατ' έφεση εκδοθείσας, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, είναι για τον εκκαλούντα κατ/νο δεκαήμερη, όταν αυτός δικάστηκε ως παρών, (473 §1 α' Κ.Π.Δ.), μη αντικειμένη (προθεσμία) στις διατάξεις των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος ως και 6 της ΕΣΔΑ. Κατά γενική δε του δικαίου αρχή, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην εξαιρετική αυτή όμως περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 §2, 474 §2, 509 § 1 α' Κ.Π.Δ., εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, (εν προκειμένω της αναίρεσης) οφείλει να αναφέρει στην δήλωση ασκήσεώς του τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 476 §1Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. (Α.Π. 1999/09, Π.Χρ. Ξ' 662). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινόμενης αιτήσεως, με την προσβαλλόμενη 71631/10 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που εκδόθηκε παρόντος του κατ/νου (μετά πληρεξουσίου) και ήδη αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η 2759/9-3-10 έφεσή του κατά της 1472/8-1-08 απόφασης του Ζ' Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για κατ' εξακολούθηση έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών (Χ 5 ευρώ). Η προσβαλλόμενη ανωτέρω 71631/10 απόφαση, εκδόθηκε την 29-9-10 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρ. 473 §3 Κ.Π.Δ., την 29-10-10. Ο αναιρεσείων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω (71631/10) αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 18-11-10 (Πέμπτη), με δήλωσή του ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η 76/10 σχετική έκθεση αναίρεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 474 §1 Κ.Π.Δ. Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την οριζόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, δεκαήμερη προθεσμία αναιρέσεως [29-31/10/10 = 2 ημέρες και 1-8 (Δευτέρα)/11/10 = 8 ημέρες, ήτοι σύνολο 10 ημέρες], δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, ούτε γίνεται επίκληση αποδεικτικών μέσων από τα οποία να αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Επομένως η αίτηση αυτή είναι εκπρόθεσμη. δ) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 71631/10 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο), αφού ακούσει τον διάδικο τούτον, ν' απορριφθεί, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, ως απαράδεκτη. Επίσης πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1, 583 §1 Κ.Π.Δ., να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 76/10 αίτηση αναίρεσης του Π. Κ. του Ι. και της Α., ετών 78, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 71631/29-9-10 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 1-2-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρο του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 462 παρ. 2 και 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από της εκδόσεως της αποφάσεως, παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς της γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ. 1 εδ. α και 513 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι όταν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως, απορρίπτει ως απαράδεκτη το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 71631/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 1472/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για κατ' εξακολούθηση έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, εκδόθηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα, εκπροσωπηθέντα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, και καταχωρήθηκε στο ειδικό, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, την 29/10/2010, ημέρα Παρασκευή, όπως προκύπτει από την επ' αυτής βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων όμως άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 71631/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την λήξη της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας, και συγκεκριμένα την 18/11/2010, ημέρα Πέμπτη, με δήλωσή του ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 76/2010 σχετική έκθεση αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, χωρίς στην έκθεση αναίρεσης να επικαλείται πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Συνεπώς, η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18/11/2010 αίτηση του Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71631/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, Η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα (μετά την δεκαήμερη προθεσμία από την καταχώρησή της) χωρίς επίκληση ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 778/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδης, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του αρχαιοτέρου μέλους της συνθέσεως Νικολάου Ζαΐρη) και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Ε. Α. του Σ. και 2. Ι. Α. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της 2140/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Νοεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1574/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτες οι προκείμενες αιτήσεις. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 3-3-2011 και 21.12.2010 τέσσερα (4) αποδεικτικά επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ. Πολίχνης ... και του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., προς τους αναιρεσείοντες και την αντίκλητο δικηγόρο τους Έλενα Ανδρεοπούλου, αντίστοιχα, οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 11.11.2010 αιτήσεις των Ε. Α. του Σ. και Ι. Α. του Π. για αναίρεση της 2140/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτονται ως ανυποστήρικτες οι αιτήσεις αναίρεσης εκ της ερημοδικίας των αναιρεσειόντων (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 788/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, σύμφωνα με την 47/11.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 8087/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 2 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.1.2011, αίτηση του Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 8087/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 768/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Δ. Α. του Δ. και 2)Δ. Α. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Νάκη-Αποστόλου, για αναίρεση της υπ'αριθ.1256/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Μ., 2)Β. Μ. και 3)Δ. Μ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Σεπτεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 13 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1523/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α)να γίνει εν μέρει δεκτή η από 2-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Α. κατά της υπ'αριθμ.1256/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή μόνο κατά την διάταξή της που αναφέρεται στην μετατροπή της ποινής φυλάκισης των οκτώ μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το σκέλος της αυτό στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, για νέα κρίση και β)να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 2-9-2010 αιτήσεις αναιρέσεως της Δ. Α. του Δ. και Δ. Α. του Σ. και οι επ' αυτών από 13-12-2010 με ίδιο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμό 1256/19-7-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, και πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν. Κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ, "μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν το λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δε ζητήσουν αυτοί το λόγο ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που επισυνέβη στο ακροατήριο, και ειδικότερα για το ότι μετά την πρόταση του Εισαγγελέα τόσο επί της ενοχής, όσο και επί της ποινής, δε δόθηκε ο λόγος στους κατηγορούμενους, ούτε στον πληρεξούσιο συνήγορο τους, προκειμένου να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα τους. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά την πρόταση του Εισαγγελέα, τόσο επί της ενοχής των κατηγορουμένων. Όσο και επί της ποινής, ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο στον πληρεξούσιο συνήγορο των κατηγορουμένων, ο οποίος ζήτησε το μεν την απαλλαγή των πελατών του, το δε να επιβληθεί σε κάθε κατηγορούμενο που κηρύχθηκε ένοχος το ελάχιστο της ποινής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Υπαίτιος της πράξεως που προβλέπεται από το άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης, είναι εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς, ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Α. Δ. Μ., όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η 1η κατηγορουμένη Δ. Α. υπέβαλε την από 6-2-2003 έγκληση της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς κατά των ήδη πολιτικώς εναγόντων. Οι τελευταίοι απολογήθηκαν στις 19-4-2004 ενώπιον του 5ου Πταισματοδίκη Πειραιώς. Όταν ζήτησαν στις 8-4-2004 να λάβουν γνώση των εγγράφων της δικογραφίας, προκειμένου να ασκήσουν το υπερασπιστικό τους δικαίωμα, διαπίστωσαν ότι στη δικογραφία που είχε σχηματισθεί εναντίον τους υπήρχαν και τα εξής έγγραφα, που είχε συντάξει και υποβάλει η Δ. Α.: α) το από 10-1-2003 υπόμνημα - έγκληση, που είχε κατατεθεί στις 6-2-2003 ενώπιον του Α.Τ. Πεντέλης, β)το από 21-3-2003 υπόμνημα - έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς, γ) το από 17-11-2003 υπόμνημα, που είχε κατατεθεί αυθημερόν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς και απευθυνόταν στο Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιώς και δ) το από 11-12-2003 υπόμνημα - έγκληση ενώπιον του 5ου Πταισματοδίκη Πειραιώς. Τα ανωτέρω έγγραφα, στρέφοντο, μεταξύ άλλων, και εναντίον των ήδη πολιτικώς εναγόντων Α. Μ., Δ. Μ. και Β. συζ. Α. Μ.. Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αποτελεί ήδη το αντικείμενο της κατηγορίας για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, που παραπέμφθηκε η 1η κατ/νη και η ηθική αυτουργία (του 2ου κατ/νου) στην εν λόγω πράξη. Ως προς την κατηγορία αυτήν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Ν. Τ. διατηρούσε πρατήριο χονδρικής πωλήσεως τσιγάρων στην οδό ... αρ. 23 στην περιοχή "..." του Δήμου ..., πλην όμως είχε προβλήματα ρευστότητας με τις καπνοβιομηχανίες που τον προμήθευαν τσιγάρα. Για το λόγο αυτόν, τον Ιούλιο του έτους 1998 συνέστησε με τη μεσολάβηση του πατέρα της 1ης κατ/νης Δ. Α. (2ου κατ/νου), ο οποίος ήταν ασφαλιστής και ενδιαφερόταν να αποκαταστήσει επαγγελματικά την κόρη του, αφανή εταιρία μαζί της, με σκοπό την εκμετάλλευση του εν λόγω πρατηρίου. Εμφανής εταίρος και συνεπώς διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας, ορίσθηκε η 1η κατ/νη, αφανής δε εταίρος, ορίσθηκε ο Ν. Τ., με ίσο ποσοστό συμμετοχής αυτών στα κέρδη και τις ζημίες. Ωστόσο, λόγω των σπουδών της 1ης κατ/νης στο Λονδίνο, η ίδια ήταν αδύνατο να ασκεί ουσιαστικά τη διαχείριση της αφανούς εταιρίας, ενώ δεν είχε την οποιαδήποτε εμπειρία ως προς την εμπορία και τη διακίνηση καπνοβιομηχανικών προϊόντων. Έτσι με τη συναίνεση και του πατέρα της, Δ. Α. (2ου κατ/νου), που δρούσε για λογαριασμό της στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, ανέθεσε στο Ν. Τ. να την αντιπροσωπεύει και γενικά να ενεργεί ως εντολοδόχος κατά τη λειτουργία της αφανούς εταιρίας τους. Για την εξυπηρέτηση των εταιρικών αναγκών μάλιστα η 1η κατηγορουμένη άνοιξε λογαριασμό όψεως στο όνομα της, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κατάστημα ...) και εξουσιοδότησε εγγράφως το Ν. Τ. να παραλαμβάνει αυτός μπλοκ επιταγών, που σύρονταν στον εν λόγω λογαριασμό, ενώ ως εντολοδόχος της μπορούσε να υπογράφει και να εκδίδει στο όνομα της τραπεζικές επιταγές για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρίας τους. Η εταιρία αυτή άρχισε ουσιαστικά τη λειτουργία της στις 10-9-1998 και την ανέστειλε στις 15-5-1999 λόγω οικονομικών προβλημάτων και αδυναμίας εκπληρώσεως του εμπορικού της σκοπού. Κατά το διάστημα αυτό ο συνολικός τζίρος της, από τη διακίνηση τσιγάρων σε λιανοπωλητές, ανήλθε σε 700.000.000 δραχμές περίπου και στο ποσό αυτό τα καθαρά κέρδη των εταίρων υπολογίζονται σε ποσοστό 1%, δηλαδή σε 7.000.000 δραχμές, οπότε ο Ν. Τ., ο οποίος ως εντολοδόχος της 1ης κατ/νης διαχειριζόταν τα οικονομικά της εταιρίας τους, όφειλε να της δώσει το ποσοστό της επί των καθαρών εταιρικών κερδών, δηλαδή 3.500.000 δραχμές (7.000.000 Χ 50%). Όμως αυτός, όταν η 1η κατ/νη το Μάϊο του 1999, μετά την αναστολή της λειτουργίας της εταιρίας τους, αξίωσε την απόδοση του ποσοστού της επί των εταιρικών κερδών, αρνήθηκε να της αποδώσει το παραπάνω ποσό και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Αυτός άφησε ακάλυπτες επιταγές, που είχε χορηγήσει στις εγχώριες καπνοβιομηχανίες και οι τελευταίες διέκοψαν τη συνεργασία μαζί του και την εκτέλεση νέων παραγγελιών του. Τότε αυτός, αν και είχε ανασταλεί από τις 15-5-1999 η λειτουργία της ως άνω εταιρίας, συνέχισε με δική του πρωτοβουλία, να προμηθεύεται ποσότητες τσιγάρων από το πρατήριο του Δ. Μ. του Α. (2ου πολιτικώς ενάγοντος) και από την εταιρία με την επωνυμία "Ι. Π. και Σια Ο.Ε." και έδρα τον ..., τις οποίες ακολούθως διέθετε σε λιανοπωλητές, εισπράττοντας το ποσό των 57.350.091 δραχμών, το οποίο δεν απέδωσε στην 1η κατηγορουμένη, όπως όφειλε, αφού αυτή ως εμφανής εταίρος ήταν η δικαιούχος του ποσού αυτού. Επίσης, αυτός στις αρχές Μαΐου 1999 πώλησε ποσότητα τσιγάρων από παλαιότερες παραλαβές, που υπήρχε τότε στο πρατήριο της αφανούς εταιρίας και η αξία τους ανερχόταν στις 11.000.000 δραχμές, στο πρατήριο του Δ. Μ. του Α. (2ου πολιτικώς ενάγοντος), που βρίσκεται στη ... επί της οδού ... αριθμ. 8 και το οποίο διαχειριζόταν ο πατέρας του και 1ος των πολιτικώς εναγόντων Α. Μ.. Συγχρόνως με την κατάρτιση της πωλήσεως και για να καλυφθεί το τίμημα της, ο Α. Μ. εξέδωσε σε διαταγή του Ν. Τ. και παρέδωσε σ' αυτόν, αφενός μεν την υπ' αριθμ. .../15-6-1999 μεταχρονολογημένη επιταγή από τον υπ' αρ. ... λογαριασμό του στη Τράπεζα "ΑΜΕRICAN EXPRESS BANK", ποσού 6.000.000 δραχμών και αφετέρου την υπ' αριθμ. .../23-6-1999 μεταχρονολογημένη επιταγή από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Δ. Μ. στην ίδια Τράπεζα, ποσού 5.000.000 δραχμών. Την πρώτη των επιταγών αυτών ο Ν. Τ. την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον Γ. Λ. του Π. χάριν εξοφλήσεως ισόποσου δανείου, που είχε πάρει απ' αυτόν η αφανής εταιρία το Φεβρουάριο του 1999, ενώ τη δεύτερη των επιταγών αυτός την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον Ι. Π. του Β. χάριν εξοφλήσεως των υπ' αριθμ. 82998/28-4-1999, 83449/5-5-1999 και 83451/5-5-1999 δελτίων αποστολής-τιμολογίων της εταιρίας "Ι. Π. και Σία Ο.Ε.", με τα οποία η εταιρία αυτή πώλησε και παρέδωσε στην αφανή εταιρία αντίστοιχες ποσότητες ξένων τσιγάρων. Μάλιστα για να καλυφθεί το συνολικό ποσό των εν λόγω τιμολογίων, που ανέρχεται σε 5.276.745 δραχμές (2.740.720+2.423.746+112.279 δρχ.), ο Ν. Τ. κατέβαλε για λογαριασμό της ως άνω αφανούς εταιρίας και μετρητά 276.746 δραχμές στον Ι. Π. και έλαβε απ' αυτόν την υπ' αριθμ. 6091/ 6-5-1999 σχετική απόδειξη της εταιρίας του (Ι. Π. και Σία Ο.Ε.), στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην υπ' αριθμ. .../23-6-99 επιταγή της "ΑΜΕRICAN EXPRESS BANK". Τόσο η επιταγή αυτή, όσο και η υπ' αριθμ. .../15-6-99 επιταγή της ιδίας Τράπεζας, εξοφλήθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση τους στην εν λόγω Τράπεζα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η πώληση από τον Ν. Τ. της άνω ποσότητας τσιγάρων αξίας 11.000.000 δραχμών δεν ήταν εικονική και αντίστοιχα ήταν γνήσια και όχι πλαστά το υπ' αριθμ. 48/10-5-99 δελτίο αποστολής και το υπ' αριθμ. 50/5-5-99 τιμολόγιο, που εξέδωσε για την πώληση αυτήν ο Ν. Τ. και τα υπέγραψε με το όνομα της 1ης κατηγορουμένης Δ. Α.. Έτσι με την υπ' αριθμ. 4832/30-6-2004 απόφαση του Β Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς, που κατέστη αμετάκλητη, ο Ν. Τ. και ο Α. Μ. (ήδη 1ος των πολιτικώς εναγόντων) σε σχέση με τα παραστατικά αυτά έγγραφα, κηρύχθηκαν αθώοι πλαστογραφίας μετά χρήσεως (ο πρώτος) και απλής χρήσεως πλαστών εγγράφων (ο δεύτερος). Εξάλλου, για την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί με βάση σχετική έγκληση, της ήδη 1ης κατηγορουμένης, εκτός των ως άνω δύο προσώπων, και εναντίον των ήδη δύο τελευταίων των πολιτικώς εναγόντων, Δ. Μ. και Β. Μ. για χρήση πλαστών εγγράφων (των ως άνω δελτίων αποστολής-τιμολογίων), το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιώς, με το υπ' αριθμ. 81/2004 βούλευμα του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Εξάλλου, με βάση τις ΑΒΜ Α-99/3079 και Α-00/3139 εγκλήσεις της 1ης κατηγορουμένης Δ. Α., παραπέμφθηκαν οι Ν. Τ., Α. Μ. και Δ. Μ. για κακουργηματική υπεξαίρεση, οι Α. Μ. και Δ. Μ. για άμεση συνεργεία σε κακουργηματική υπεξαίρεση, ο Ν. Τ. για απιστία, οι Α. Μ. και Δ. Μ. για άμεση συνεργεία σε απιστία, ο Ν. Τ. για πλημμεληματική πλαστογραφία και οι Α. Μ. και Δ. Μ. για ηθική αυτουργία στη τελευταία αυτή πράξη. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το υπ' αριθμ. 128/2004, ήδη αμετάκλητο, βούλευμα του, αποφάνθηκε αφενός να μη γίνει κατηγορία κατά α)των Α. και Δ. Μ. για κακουργηματική υπεξαίρεση, β) του Δ. Μ. για άμεση συνεργεία σε κακουργηματική υπεξαίρεση, άμεση συνεργεία σε απιστία και ηθική αυτουργία σε πλημ/κή πλαστογραφία και γ) τον Α. Μ. για άμεση συνεργεία σε απιστία και ηθική αυτουργία σε πλημ/κή πλαστογραφία και αφετέρου να παραπεμφθούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς ο Ν. Τ. για κακ/κή υπεξαίρεση και ο Α. Μ. για άμεση συνεργεία στην ως άνω πράξη. Καμιά ποινική δίωξη δεν ασκήθηκε για κακούργημα ή πλημ/μα εναντίον της 3ης των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων, Β. Μ.. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς με την υπ' αριθμ. 715/2005 απόφαση του, έκρινε αφενός ότι ο Α. Μ. είναι αθώος για άμεση συνεργεία στην προαναφερόμενη κακ/κή υπεξαίρεση του ως άνω ποσού και αφετέρου ότι ο Ν. Τ. διέπραξε την εν λόγω υπεξαίρεση και αφού τον κήρυξε ένοχο, τον καταδίκασε σε κάθειρξη έξι (6) ετών. Η απόφαση αυτή ήδη είναι αμετάκλητη. Εκτός των προαναφερομένων ποινικών διώξεων, που κινήθηκαν μετά από εγκλήσεις της ήδη 1ης κατ/νης Δ. Α., η τελευταία είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-12-1999 αίτηση της την οποία έστρεψε κατά των προσώπων που αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων ήταν ο Ν. Τ. και ο ήδη 1ος πολιτικώς ενάγων Α. Μ., με την οποία ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η υπ' αρ. 4551/16-2-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατ' ουσιαστική μερική παραδοχή της, διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση, κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ν. Τ. και του Α. Μ., που βρίσκεται στα χέρια τα δικά τους ή τρίτου για να εξασφαλιστεί η απαίτηση της αιτούσας (1ης κατ/νης) Δ. Α., που είχε κατ' αυτών, λόγω της σε βάρος της τελεσθείσης αδικοπραξίας μέχρι του ποσού των 85.000.000 δραχμών. Όπως βεβαιώνει στην υπ' αρ. 959/17-7-2000 έκθεση του ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., η Δ. Α. επέβαλε συντηρητική κατάσχεση επί όλων των εμπορευμάτων που βρήκε στο πρατήριο σιγαρέτων του Α. Μ. επί της οδού ... αρ. 40 στον …, δηλαδή τσιγάρων αξίας 9.000.000 δραχμών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στις 6-7-2001 από το Δικαστικό Επιμελητή, ... στην εταιρία με την επωνυμία "Α. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στη ... (... αρ. 3), επιτασσόμενη τα κέρδη της που αναλογούν στον Α. Μ. να μην τα αποδώσει σ' αυτόν αλλά να τα παρακρατήσει, ως υπόχρεη τρίτη και να τα παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρ/κών και Δανείων έως την συμπλήρωση του ποσού των 85.000.000 δραχμών. Κατόπιν η 1η κατ/νη άσκησε τις από 29-7-00 και 18-12-00 εγκλήσεις για καταδολίευση δανειστών, εναντίον των δύο πρώτων πολιτικώς εναγόντων Α. Μ. και Δ. Μ. για δήθεν ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης, που επιδικάσθηκε με την υπ'αρ. 4551/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί των εγκλήσεων αυτών εκδόθηκαν η υπ' αρ. ΒΤ 7226/26-11-2003 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς και η υπ' αρ. 1211/2005 απόφαση του Τριμελούς (Πλημ/των) Εφετείου Πειραιώς. Οι κατ/νοι κηρύχθηκαν αμετακλήτως αθώοι της ως άνω αποδιδομένης σ'αυτούς αξιόποινης πράξεως, γιατί δεν αποδείχθηκε αφενός ότι ο Α. Μ. έκλεισε το πρατήριο χονδρικής πωλήσεως τσιγάρων που διατηρούσε επί της οδού ... αρ. 40 στον … και ότι μετέφερε όλο το εμπόρευμα, που είχε εκεί, στο πρατήριο της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Μ. και Σια Ο.Ε.", στην οδό ... αρ. 3 του Δήμου ... και αφετέρου ότι ο Δ. Μ. έκλεισε το πρατήριο τσιγάρων, που αυτός λειτουργούσε στη … επί της οδού ... αρ. 8 και συνέστησε με τον πατέρα του Α. την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία εικονικά, με σκοπό τη ματαίωση της ως άνω απαιτήσεως της Δ. Α.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 1η κατ/νη Δ. Α. είχε ασκήσει την από 19-7-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Δ. Μ., στην οποία υποστήριζε ότι αυτός υπήρξε συνεργός κατά την έννοια του άρθρου 46 του Ποινικού Κώδικα, των σε βάρος της αδικοπραξάντων, κατά τα άρθρα 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με 216 και 375 του Ποινικού Κώδικα και επιδίωξε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του για την εξασφάλιση της απαίτησης της. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ'αρ. 8549/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης, αυτή άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 13-3-2003 αίτηση της κατά της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Μ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη … επί της οδού ... αρ. 8, του Δ. Μ. και της Β. συζ. Α. Μ., ζητώντας ως ασφαλιστικό μέτρο τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης της. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 3242/6-5-2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων η αίτηση, είτε στα χέρια τους, είτε στα χέρια τρίτων, μέχρι του ποσού των 260.000 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ως άνω επίμαχη απαίτηση. Έτσι, η 1η κατ/νη έχει επιβάλει συντηρητική κατάσχεση συνολικού ποσού 294.068,23 (264.000 + 30.068,23) ευρώ, με συνέπεια οποιαδήποτε απαίτηση της από την ως άνω αιτία να είναι πλήρως εξασφαλισμένη, χωρίς να κινδυνεύει η οικεία ικανοποίηση της ως δανείστρια. Η πρώτη κατ/νη με το από 10-1-2003 υπόμνημα-έγκληση, το οποίο κατέθεσε στις 6-2-2003 στο Α.Τ. Πεντέλης Αττικής και τα από 21-3-2003 και 17-11-2003 υπομνήματα-εγκλήσεις της, τα οποία κατέθεσε αυθημερόν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς, δηλαδή σε όργανα της Πολιτείας τεταγμένα όπως με δημόσια αυθεντία κατ Ιδία κρίση ενεργούν για την πραγματοποίηση των σκοπών της Πολιτείας, ανέφερε εν γνώσει ψευδώς για τους Α. Μ., Δ. Μ. και Β. συζ. Α. Μ. (ήδη εγκαλούντες) ότι α) αυτοί στις 10-8-2000 συνέστησαν την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία με έδρα την οδό ... αρ. 8 στη … με μοναδικό σκοπό να την εμποδίσουν να εκτελέσει την ως άνω υπ' αρ. 4551/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως κατά τα λοιπά διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσης, β)στις 8-2-2001 ο Α. Μ. δολίως απέκρυψε ότι η εταιρία ήταν ομόρρυθμη και όχι ετερόρρυθμη, γ)στις 19-2-2001 οι εναγόμενοι κλπ εξαπατώντας εμένα και το Δικαστήριο αποκρύπτοντας σκοπίμως ότι η εταιρία ήταν ομόρρυθμη και όχι ετερόρρυθμη ως αναγραφόταν ... Τον ανωτέρω υπαίτιο Α. καθώς και τους συνεργούς του μηνύω ..., δ)μετά λύπης μου διαπίστωσα ότι ο λογαριασμός τηρείται, όχι από την εταιρία, ως επιβάλλει ο νόμος ... αλλά από τη σύζυγο και τον υιό Μ., σκοπίμως για να μην μπορώ να τον αγγίζω, προκειμένου να ικανοποιήσω τις απαιτήσεις μου..., ε)... ο Α. Δ. Μ. και ο Δ. Α. Μ., συνεργαζόμενοι ήδη από εννεαμήνου προ της συγκεκριμένης, πράξης και νεμόμενοι τους πελάτες του πρατηρίου μου, αφού ... υπεξήρεσαν από εμέ το ποσό των 100.000.000 δραχμών περίπου τότε, με αποξένωσαν απομακρύνοντας με από το χώρο διενέργειας της εμπορίας και απεφάσισαν να με καταστρέψουν τελείως... να μη δυνηθώ να αποκαλύψω την υπεξαίρεση και τις πλαστογραφίες τους και στ)αυτοί, μαζί με τους συνεργάτες τους, στην προσπάθεια τους να υποστηρίξουν ότι τα κλαπέντα από το πρατήριο μου τσιγάρα, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, που αναφέρω στην ΑΒΜ Α99-3079/23-11-1999 μήνυση μου, πωλήθηκαν δήθεν νόμιμα για λογαριασμό μου, από το Ν. Τ. στο πρατήριο του Δ. Α. Μ., κατασκεύασαν εκ των υστέρων και χρησιμοποίησαν ένα πλαστό τιμολόγιο πώλησης. Η αναγγελία αυτή προς την ως άνω Εισαγγελική Αρχή των πιο πάνω αξιόποινων και εξ επαγγέλματος διωκόμενων πράξεων, που έγινε από την 1η κατ/νη με τα ως άνω οικεία υπομνήματα - εγκλήσεις προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς είναι πρόσφορη να δώσει στον τελευταίο αφορμή προς ποινική δίωξη, αφού τα γεγονότα που ανέφερε καθιστούσαν δυνατή τη δίωξη. Οι ανωτέρω ανακοινώσεις της 1ης κατ/νης είναι αντικειμενικώς ψευδείς όπως κρίθηκε αμετακλήτως από τα Δικαστήρια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Η 1η κατ/νη γνώριζε ότι τα αμέσως πιο πάνω γεγονότα που κατήγγειλε είναι ψευδή και ότι αφορούν αξιόποινες πράξεις και παρόλα αυτή η θέληση της ήταν να προκληθεί ποινική δίωξη και να επέλθει βλάβη στους εγκαλούντες-πολιτικώς ενάγοντες. Ενόψει, λοιπόν, των όσων προεκτέθηκαν, η 1η κατ/νη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, μόνο για τις ως άνω ψευδείς πράξεις που αποδίδει στους καταμηνυθέντες - εγκαλούντες και όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία, ο 2ος κατ/νος στους ως άνω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση έπεισε τη θυγατέρα του Δ. Α. (1η κατ/νη) να τελέσει τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Αυτός προκάλεσε στην 1η κατ/νη, Δ. Α. την απόφαση να καταμηνύσει τους εγκαλούντες Α. Μ., Δ. Μ. και Β. συζ. Α. Μ., για τις ως πράξεις που αυτή κηρύχθηκε ένοχη. Η πρόκληση και η παραγωγή της ως άνω απόφασης απ' αυτόν, έγινε με συμβουλές, προτροπές και την επιρροή που ασκούσε στη συγκατηγορούμενη θυγατέρα του, λόγω της ιδιότητας της θέσεώς του και της συγγενικής του σχέσεως με τη φυσική αυτουργό, μετά από συζήτηση μεταξύ των κατ/νων και προτροπή του 2ου προς την 1η κατά τους προαναφερόμενους χρόνους " Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα την πρώτη ένοχο της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση και το δεύτερο της ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση στην πράξη που τέλεσε η πρώτη και επέβαλε στον καθένα την ποινή της φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία ως προς την πρώτη και την μετέτρεψε ως προς το δεύτερο σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 και 229 παρ.1 του Π.Κ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, εκτίθεται στην απόφαση, ότι όσα αυτή κατάγγειλε με τις από 10-1-2003, 21-3-2003 και 17-11-2003 εγκλήσεις της, που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων είναι ψευδή και ότι τελούσε σε γνώση ότι ήσαν ψευδή. Συγκεκριμένα: 1) Παρατίθενται στην απόφαση τα γεγονότα για τα οποία η εν λόγω αναιρεσείουσα κατάγγειλε ψευδώς τους πολιτικώς ενάγοντες, ήτοι, α) ότι την 10-8-2000 είχαν συστήσει εικονικά ομόρρυθμη εταιρεία επί της οδού ... αρ.8 στη ..., με μοναδικό σκοπό να εμποδίσουν την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 4551/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) ότι ο Α. Μ. την 8-2-2001 δολίως απέκρυψε την εταιρική μορφή της εταιρείας και δη ότι ήταν ομόρρυθμη και όχι ετερόρρυθμη, γ) ότι οι πολιτικώς ενάγοντες εξαπάτησαν τόσο την ίδια όσο και το δικαστήριο, ως προς την εταιρική μορφή της εταιρείας, δ) ότι ο τηρούμενος τραπεζικός λογαριασμός δεν ήταν στο όνομα της εταιρείας, αλλά στο όνομα του γιου και της συζύγου του, και ε) ότι ο Α. Δ. Μ. και Δ. Α. Μ., υπεξαίρεσαν απ' αυτή το χρηματικό ποσό των 100.000.000 δραχμών, 2)Αναφέρεται ότι τα παραπάνω γεγονότα που αυτή κατάγγειλε και αφορούσαν αξιόποινες πράξεις ήσαν αντικειμενικώς ψευδή, όπως κρίθηκε αμετακλήτως, α) με την υπ' αριθμ. 4832/30-6-2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία οι καταμηνυθέντες Α. Μ. και ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ν. Τ., απαλλάχθηκαν ο μεν πρώτος της πράξεως της χρήσης πλαστών εγγράφων, ο δε δεύτερος της πλαστογραφίας με χρήση, και με το υπ' αριθμ. 81/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που αποφάνθηκε ότι σε βάρος των λοιπών καταμηνυθέντων Δ. και Β. Μ., δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, για την πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων, β) με την υπ' αριθμ. 715/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποία ο καταμηνυθείς Α. Μ., κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική υπεξαίρεση, γ) με το υπ' αριθμ. 128/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων Α. και Δ. Μ. κατηγορία, για άμεση συνεργεία και ηθική αυτουργία στις πράξεις της υπεξαιρέσεως και της πλαστογραφίας και 3) εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι τα παραπάνω γεγονότα που κατάγγειλε ήσαν ψευδή και ότι με τις άνω εγκλήσεις της επιδίωξε να επιτύχει την ποινική δίωξη των πολιτικώς εναγόντων. Περαιτέρω, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου, και για την καταδίκη του δεύτερου κατηγορούμενου, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η πρώτη, με την παραδοχή ότι ο τελευταίος με συνεχείς προτροπές, φορτικότητα και με πειθώ, έπεισε τη θυγατέρα του(πρώτη κατηγορούμενη), να καταγγείλει όσα αυτή σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων κατάγγειλε, κυρίως λόγω της επιρροής που ασκούσε σ' αυτήν, εξαιτίας της συγγενικής τους σχέσεως και του οικονομικού συμφέροντος τόσον αυτής, όσο και του ίδιου(ηθικού αυτουργού). Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού και συγκεκριμένα ότι για τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι, για τις ίδιες αυτές πράξεις οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι. Τούτο, γιατί οι μερικότερες αυτές πράξεις που φέρεται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι στις 6-2-2003, 21-3-2003 και 17-11-2003 και αναφέρονται στα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που συνέχονται με την εικονικότητα της εταιρείας ή με την εταιρική της μορφή, είτε με την απόκρυψη ή όχι της πραγματικής μορφής της εταιρείας και τέλος με την εξαπάτηση του δικαστηρίου και για το προϊόν της υπεξαιρέσεως, ταυτίζονται απόλυτα με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που άσκησε η Δ. Α., για έλλειψη της απαιτούμενη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος, που άσκησε ο Δ. Α., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ακυρότητα που επισυνέβη στο ακροατήριο και συγκεκριμένα για το ότι ενώ, υπέβαλαν αίτημα να αναγνωσθούν τα έγγραφα που αυτοί επικαλέσθηκαν, το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο πληρεξούσιος συνήγορος των κατηγορουμένων, δεν υπέβαλε ανάλογο αίτημα, πολύ δε περισσότερο δεν προκύπτει ότι είχε προσκομίσει τα έγγραφα αυτά, τα οποία το πρώτο μόνο με το σχετικό λόγο της αναιρέσεως ο καθένας τους επικαλείται. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β και 170 παρ.2 του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που προβάλλουν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, οι ποινές των οποίων δεν υπερβαίνουν συνολικά το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα (στην αιτιολογία) στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να αποφασίσει σχετικά και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για το ζήτημα της αναστολής, αλλά και να αιτιολογήσει ειδικά την τυχόν αρνητική κρίση του και ότι αν προχωρήσει στη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει επί της αναστολής αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Δ. Α. ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, μετέτρεψε την ποινή φυλάκισης σε χρηματική ποινή προς 5,00 ευρώ την ημέρα, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως τις προϋποθέσεις αναστολής της ποινής, ανεξάρτητα από τη μη υποβολή σχετικού αιτήματος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορούμενου. Έτσι, όμως, το δικαστήριο με το να μην ελέγξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της άνω ποινής και να προβεί χωρίς αιτιολογία στη μετατροπή αυτής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., που προβάλλεται με τον έκτο και τελευταίο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων Δ. Α., πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και δη μόνο κατά την διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον εν λόγω κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών, παραπεμφθεί δε κατά τούτο και μόνο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι. Τέλος, η αναιρεσείουσα Δ. Α., πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. 90 από 2-9-2010 αίτηση της Δ. Α. του Δ. και τους επ' αυτής από 13-12-2010 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1256/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα(250) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 1256/19-7-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων)Πειραιώς και μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί μετατροπής της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο Δ. Α. του Σ., κάτοικο ..., ποινής φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών. Παραπέμπει κατά το άνω μέρος την υπόθεση αυτή για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά τη με αριθμό 89 από 12-9-2010 αίτηση του Δ. Α. του Σ. για αναίρεση της 1256/19-7-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση κατ' εξακολούθηση και ηθική αυτουργία. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου: α) της απόλυτης ακυρότητας, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο για την ενοχή και για την ποινή, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δ) της έλλειψης ακρόασης. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δέχεται αίτηση κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 99 ΠΚ, γιατί μετέτρεψε την ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναστολής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
null
null
0