text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 767/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 23/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Ν. Β. του Ν., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενου στο κατάστημα κράτησης …, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Δ. Β. του Μ. και 2.Ν. χήρα Ι. Β., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σβόμπο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 37/27-9-2010 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1240/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, δηλαδή ενός μηνός, που αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, καταδικαστικής ή αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας, από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε , δεν μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Ακόμη έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης, δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, δεν αρκεί η τυπική αναφορά των κατ' είδος ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ,για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση , απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση αφαίρεσης της ζωής άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 του ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή πρόσκαιρης, αντί ισόβιας κάθειρξης. Βρασμός ψυχικής ορμής είναι κάθε ψυχική υπερδιέγερση από την απότομη και αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, όπως οργής, φόβου, μίσους κλπ, η οποία ψυχική υπερδιέγερση αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην τέλεση της πράξης και συγκρατούν από αυτή, χωρίς όμως να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνειδήσεως, αποκλείουσα ή μειώνουσα την ικανότητα του δράστη προς καταλογισμό. Ειδικότερα, στην περίπτωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει, εν όψει της ανωτέρω διάκρισης του εγκλήματος: α) να αναφέρεται ειδικώς αν ο καταδικασθείς αποφάσισε ή εκτέλεσε την πράξη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ή αν την αποφάσισε και την εκτέλεσε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, β) να βεβαιώνεται ότι ο βρασμός ψυχικής ορμής υπήρχε και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, εκτός αν η απόφαση και η εκτέλεση συμπίπτουν χρονικά, οπότε είναι αρκετό να αναφέρεται ότι ο δράστης ενήργησε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, και γ) να αιτιολογείται η συνδρομή των στοιχείων που δικαιολογούν τον βρασμό της ψυχικής ορμής, το εάν δηλαδή υπήρξε κάποια προφανής αιτία για την έξαψη της ορμής του δράστη, και εάν η αφορμή ήταν δικαιολογημένη ή μη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 23/2010 απόφαση του, κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Ν. Β. του Ν., κάτοικο ... της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεχθέν ότι την πράξη του αυτή την αποφάσισε και την εκτέλεσε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Ως αιτιολογία της απόφασης του αυτής το δικαστήριο, αφού παραθέτει στην αρχή του σκεπτικού κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του , στη συνέχεια διαλαμβάνει ότι κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των δικαστών (ενόρκων) που το συγκρότησαν αποδείχθηκαν τα εξής:
"Στην ορεινή αγροτική τοποθεσία "..." του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., τον Οκτώβριο του έτους 2006 ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Β. και ο Ι. Β., ηλικίας τότε σαράντα ετών, διατηρούσαν κοπάδια από ζώα σε όμορα χειμαδιά που βρίσκονταν στην παραπάνω περιοχή. Πέραν δε του ότι η δραστηριοποίηση τους στον παραπάνω τόπο , δημιουργούσε μεταξύ τους έντονες διενέξεις, διότι τα ζώα του ενός έμπαιναν στο χειμαδιό του άλλου και αλληλοκατηγορούνταν ότι σκοπίμως κατάστρεφε ο ένας την περίφραξη του άλλου, οι μεταξύ τους διενέξεις έγιναν εντονότερες όταν ο Ι. Β. τον Οκτώβριο του έτους 2005 μίσθωσε από τον Ι. Σ. και για δύο χρόνια, ένα αγρό 345 στρεμμάτων που βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Περί τα μέσα μάλιστα του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2006, η δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του πρώτου κατηγορούμενου, είχε δηλώσει στην αδελφή του ως άνω Ι. Β. για τον τελευταίο ότι θα τον σκότωναν εάν δεν έφευγε από την περιοχή αυτή. Στις 25-10-2006 και περί ώρα 17.15 οι κατηγορούμενοι μετέβησαν στην ανωτέρω περιοχή με το ... Ι.Χ.Φ 4X4 αγροτικό αυτοκίνητο τους μάρκας NISSAN Navara, για να εκτελέσουν κάποιες αγροτικές εργασίες, μόλις δε αντιλήφθηκαν να κινείται στην περιοχή και ο Ι. Β., στάθμευσαν το παραπάνω όχημα τους στην αριστερή ημικυκλική στροφή του χωματόδρομου που οδηγεί στο χωριό ... και στην αριστερή άκρη του δρόμου αυτού με κατεύθυνση προς το παραπάνω χωριό και σε επαφή με το δικό τους χειμαδιό. Αμέσως μετά στο παραπάνω σημείο έφθασε και ο ανωτέρω Ι. Β., οδηγώντας το ... ΙΧΦ αγροτικό αυτοκίνητο του, μάρκας Ford, κατευθυνόμενος προς το χωριό .... Αντιληφθείς τους κατηγορούμενους να βρίσκονται ο πρώτος πλησίον του συρματοπλέγματος του χειμαδιού του και η δεύτερη πλησίον του οχήματος του με οξύθυμη διάθεση κατήλθε του οχήματος του και αφού προηγουμένως πήρε το αυτοκίνητο του και κράτησε με το αριστερό του χέρι, καθότι αριστερόχειρας, την ποιμενική του ράβδο, άρχισε να κινείται προς το μέρος τους, απευθύνοντας συγχρόνως προς τον πρώτο των κατηγορουμένων τις φράσεις "πουτάνας παιδί, γαμώ τον κώλο της μάνας σου, μη φράσεις γιατί σου κάνει το ίδιο. Θα πετάξω τα πλέγματα να περάσουν τα ζώα σου από κάτω να τα φάω και μετά θα σκοτώσω και σένα" και στη δεύτερη η οποία με λόγια προσπάθησε να τον ηρεμήσει, τις φράσεις "γαμώ το μουνί της μάνας σου, μην ανακατεύεσαι εσύ". Βλέποντας τον ο πρώτος κατηγορούμενος να πλησιάζει προς το μέρος τους με την πιο πάνω ποιμενική ράβδο στο χέρι του για να τους κτυπήσει και κυριαρχούμενος από αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθημάτων οργής και φόβου, έτσι ώστε να αποκλείεται ή ήρεμη σκέψη, εξαιτίας της προηγηθείσας υβριστικής και επιθετικής συμπεριφοράς του, αποφάσισε να τον σκοτώσει. Έτσι αφού πήρε από το αυτοκίνητο του την επαναληπτική κυνηγετική του καραμπίνα (τύπου Benelli διαμετρήματος 12 cal με αριθμό ...) που ήταν γεμισμένη με φυσίγγια Remigton 12 cal που περιείχαν ψιλά σκάγια (Νο 4), τον πυροβόλησε από απόσταση μεγαλύτερη των 3,5 μέτρων, τραυματίζοντας τον ελαφρά στον αριστερό λαγόνιο βόθρο άνω τμήμα του αριστερού μηρού. Κατά την στιγμή του παραπάνω πυροβολισμού, ο ανωτέρω Ι. Β. επιχειρούσε ενστικτωδώς να καλυφθεί κινούμενος πίσω από το αυτοκίνητο και με κατεύθυνση προς την δεξιά πλευρά αυτού, έχοντας την στιγμή του πυροβολισμού απέναντι στον πρώτο κατηγορούμενο πλάγια θέση, γι' αυτό και η φορά των σκαγιών όπως βεβαιώνεται και στο αναγνωσθέν ιατροδικαστικό πρωτόκολλο ήταν από πίσω άνω και αριστερά προς τα εμπρός και κάτω (σχετικά μικρή κλίση )και δεξιά. Ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος πυροβόλησε για δεύτερη φορά τον Ι. Β., από απόσταση αυτή την φορά ενός περίπου μέτρου, προκαλώντας σ' αυτόν κακώσεις του αριστερού βραχίονα της αριστερής πλάγιας θωρακικής χώρας -σπλάγχνων θώρακος και σπλάγχνων κοιλίας (ρήξεις δέρματος μυών, κατάγματα πλευρών και συνωδά οστικά ελλείμματα αυτών ρήξεις αριστερού πνεύμονα, ρήξεις μυοκαρδίου, ρήξη αριστερού διαφράγματος, ρήξεις σπληνός και παγκρέατος, ρήξεις στομάχου, ρήξεις αριστερού νεφρού και κακώσεις ήπατος). Ο ως άνω πυροβολισμός, σύμφωνα με το προαναφερόμενο ιατρικό πρωτόκολλο ήταν από πίσω -άνω και αριστερά προς τα εμπρός -κάτω (μεγάλη κλίση, σχεδόν περί τις 80 μοίρες) και δεξιά. Τέλος, την στιγμή που ο Ι. Β. επιχείρησε να συνεχίσει την κίνηση του προς το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του και ενώ είχε την πλάτη του πλέον ολόκληρη εστραμμένη προς τον πρώτο κατηγορούμενο, αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) τον πυροβόλησε εκ νέου από απόσταση πλέον ενάμιση περίπου μέτρου, πετυχαίνοντας τον αυτή τη φορά με τον κύριο όγκο των βληθέντων σφαιριδίων στη δεξιά οπίσθια θωρακική χώρα -ωμοπλάτη, δεξιά πρόσθια ανώτερη θωρακική χώρα και δεξιό άνω άκρο. Ο ανωτέρω πυροβολισμός, σύμφωνα με το ίδιο πρωτόκολλο, ήταν από πίσω κάτω (με μεγάλη κλίση περί τις 80 μοίρες) και αριστερά προς τα εμπρός - άνω και δεξιά. Σύμφωνα δε με το συμπέρασμα της 853/10-2-2007 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας -νεκροτομής του Γ.Ν.Ν Χανίων, ο θάνατος του Ι. Β., οφείλονταν σε τραυματική ρήξη του μυοκαρδίου, αποτόκου πλήξης του καρδιακού μυός με χόνδρους μακρύκαννου κυνηγετικού πυροβόλου όπλου". Μετά τη ρίψη εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου των προαναφερόμενων πυροβολισμών, εκ των οποίων επήλθε η θανάτωση του παθόντος, και αφού προηγουμένως αυτός (κατηγορούμενος) βρήκε το πιστόλι του θύματος, χωρίς να γνωρίζει ότι ο θανών το είχε πάντα οπλισμένο, το όπλισε εκ νέου και στη συνέχεια από κοντινή απόσταση πυροβόλησε στο μέσον την δεξιά πόρτα του δικού του αυτοκινήτου, ώστε να δημιουργείται η πεπλανημένη εντύπωση ότι ο θανών τον είχε πυροβολήσει, έσυρε με την δεύτερη κατηγορουμένη την σωρό του θανόντος μέχρι την αριστερή εμπρόσθια πλευρά του αυτοκινήτου του για να μπορέσουν να διαφύγουν από το ανωτέρω σημείο, καθόσον το αυτοκίνητο και η σωρός του θανόντος, καταλάμβαναν σχεδόν ολόκληρο το οδόστρωμα και δεν υπήρχε δυνατότητα να διέλθει το αυτοκίνητο τους από το πιο πάνω σημείο. Στη συνέχεια ξάπλωσαν τον θανόντα σε ύπτια θέση με τα χέρια και τα πόδια διάπλατα σχεδόν απλωμένα και με το κεφάλι ακουμπισμένο από την πλευρά της κατωφέρειας του δρόμου, και αφού προηγουμένως ο πρώτος έριξε στον αέρα άλλους δύο πυροβολισμούς, του τοποθέτησε στην παλάμη του αριστερού του χεριού το πιστόλι του για να φαίνεται ότι τον σκότωσε ευρισκόμενος σε άμυνα. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της συνταχθείσας έκθεσης εργαστηριακής εξερεύνησης, δεν ανιχνεύθηκε μόλυβδος στο αριστερό χέρι του θανόντος, γεγονός που μαρτυρεί ότι ο τελευταίος πριν από την τέλεση σε βάρος του της ως άνω πράξεως, δεν έκανε χρήση του όπλου που είχε στην κατοχή του.
Συνεπώς κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής (άρθρο 299 παρ. 2 του ΠΚ).
Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφία του δικαστηρίου, δεν διέλαβε στην απόφασή της την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την παραδοχή ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, κατά την λήψη της σχετικής απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Ι. Β., τελούσε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτή με, σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους οι δικαστές που συγκρότησαν την πλειοψηφία υπήγαγαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά στην προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 299 παρ. 2 του ΠΚ, που εφάρμοσαν. Ειδικότερα το δικαστήριο: α) παρέλειψε να προβεί σε αξιολόγηση της σοβαρότητας της προηγηθείσας επιθετικής συμπεριφοράς του παθόντος Ι. Β., αφού δέχεται ότι ο παθών, κρατώντας στο αριστερό του χέρι την ποιμενική του ράβδο, άρχισε να κινείται απειλητικά προς το μέρος του, χωρίς να εκθέτει εάν η κίνηση αυτή του θύματος αποτελούσε δικαιολογημένη αιτία η οποία μπορούσε να οδηγήσει τον κατηγορούμενο σε κατάσταση έξαψης λόγω του φόβου του, ενόψει του ότι η απλή συνδρομή του συναισθήματος του φόβου, χωρίς την ειδικότερη διαβάθμιση του, δεν αρκεί για την κατάφαση του βρασμού ψυχικής ορμής, β) παρέλειψε να προβεί σε αξιολόγηση της βαρύτητας της προσβολής της τιμής του κατηγορουμένου και της οικογένειας του, από τις καταφρονητικές της τιμής του εκφράσεις τις οποίες δέχθηκε ότι του απηύθυνε το θύμα. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται στην απόφαση εάν οι εκφράσεις αυτές ήταν ικανές να δημιουργήσουν στον κατηγορούμενο αιφνίδια υπερδιέγερση του συναισθήματος οργής και, συνεπεία αυτής, τέτοια ψυχική κατάσταση , ώστε να αποδυναμωθεί η σκέψη του και να μην είναι πλέον δυνατή η στάθμιση από αυτόν των αιτίων που τον κινούσαν στην τέλεση της πράξης του και εκείνων που τον συγκρατούσαν από αυτήν, ενόψει του ότι ήσσονος σημασίας προσβολές της τιμής μεταξύ συγκεκριμένου κύκλου ανθρώπων, δεν αρκούν για την κατάφαση του βρασμού ψυχικής ορμής, γ) δέχεται ότι "κατά τη στιγμή του πρώτου πυροβολισμού ο Ι. Β. επιχειρούσε ενστικτωδώς να καλυφθεί, κινούμενος πίσω από το αυτοκίνητο και με κατεύθυνση προς τη δεξιά πλευρά αυτού, έχοντας την στιγμή του πυροβολισμού απέναντι στον πρώτο κατηγορούμενο πλάγια θέση, γι' αυτό και η φορά των σκαγιών, όπως βεβαιώνεται και στο αναγνωσθέν ιατροδικαστικό πρωτόκολλο, ήταν από πίσω άνω και αριστερά προς τα εμπρός και κάτω (με μικρή κλίση) και δεξιά", ενώ από τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γνωστό ότι τα ευθύβολα πυροβόλα όπλα, όπως είναι και τα κυνηγετικά, βάλλουν κατευθείαν προς τα εμπρός, και συνεπώς, εάν οι θέσεις δράστη και θύματος ήταν αυτές που περιγράφονται στο σκεπτικό, τότε το θύμα έπρεπε να πληγεί πλευρικά και όχι από πίσω, δ) δέχεται ότι ο δράστης ενήργησε υπό το κράτος του φόβου που του προκάλεσε το ότι το θύμα κινήθηκε εναντίον του απειλητικά, κρατώντας στα χέρια του την ποιμενική του ράβδο, και παράλληλα ότι η κατεύθυνση των χόνδρων και από τους τρεις πυροβολισμούς που έπληξαν το θύμα, ήταν από πίσω προς τα εμπρός, ενώ η τελευταία διαπίστωση δεν συνάδει με κατά μέτωπο κίνηση του θύματος κατά του δράστη, αλλά, αντιθέτως, με κίνηση, απομάκρυνσης του με τα νώτα του εστραμμένα, ε) παρέλειψε να συναξιολογήσει το ότι ο κατηγορούμενος, όπως δέχθηκε η ίδια η απόφαση, αμέσως μετά την θανάτωση του Ι. Β., κατέστρωσε και υλοποίησε σχέδιο συγκάλυψης της ποινικής του ευθύνης, στα πλαίσια το οποίου πυροβόλησε με το πιστόλι του θύματος εναντίον του δικού του αυτοκινήτου, καθώς και στον αέρα, και ακολούθους τοποθέτησε το ίδιο πιστόλι στο αριστερό χέρι του Ι. Β., ενώ ο τελευταίος ήταν ήδη νεκρός, επιδιώκοντας έτσι να αποδείξει ότι πυροβόλησε εναντίον του θύματός του ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, δηλαδή τις ενέργειες του κατηγορουμένου που έγιναν αμέσως μετά τη θανάτωση του Ι. Β., οι οποίες μαρτυρούν ήρεμη και νηφάλια σκέψη αυτού, και όχι την ύπαρξη βρασμού ψυχική κατά τον αμέσως προηγηθέντα χρόνο.
Εν όψει των ελλείψεων αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος που έκρινε ότι η πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που διέπραξε ο κατηγορούμενος Ν. Β. τελέστηκε σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής και συνεπώς ο μοναδικός περί τούτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 23/2010 απόφαση του Μ.Ο.Ε Κρήτης και δη ως προς την διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Ν. Β. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, και μόνο όσον αφορά την παραδοχή της περί τελέσεως της πράξης αυτής, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, καθώς και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και περί επιβολής συνολικής ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο στο οποίο όμως δεν θα συμμετάσχουν οι ένορκοι και οι δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 23/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης και δη ως προς την διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Ν. Β. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, και μόνο ως προς την παραδοχή της περί τελέσεως της πράξης αυτής σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, καθώς και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και περί συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, στο οποίο όμως δεν θα συμμετέχουν ένορκοι και δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής (κατά πλειοψηφία 4-3 ως προς το βρασμό). Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως προς τον βρασμό ψυχικής ορμής για έλλειψη αιτιολογίας. Ο λόγος είναι βάσιμος, στερείται παντελώς αιτιολογίας κατά τούτο, αναιρεί εν μέρει ως προς την παραδοχή αυτή και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξή της και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 765/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερινης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Γ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 647-648-676-677-678/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Σ. Χ. του Ε. και 2) Χ. Β. του Ν., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 27 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 830/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 358 του Κώδικα, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από την άποψη δε αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική του κατηγορούμενου απολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 647, 648, 676, 677, 678/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, στην ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Από την αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και εγγράφων και την από 9-8-2005 απολογία του, ενώπιον του Ανακριτή, χωρίς όμως, αυτή να έχει αναγνωσθεί. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι} ναι μεν δεν αναγνώσθηκε η ανακριτική του απολογία, στο στάδιο εκείνο της αναγνώσεως των εγγράφων πλην, όμως, το δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου αποκλειστικά και μόνο στην απολογία του αυτή, η οποία δεν ήταν και το μόνο αποδεικτικό μέσο, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Άλλωστε, ο κατηγορούμενος και κατά την απολογία του, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραδέχθηκε ότι βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, λόγω της οινοποσίας που προηγήθηκε της πράξεως της ανθρωποκτονίας, και η οποία (απολογία), δεν αφίσταται εκείνης που είχε δώσει κατά την προδικασία ενώπιον του ανακριτή.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την προαναφερόμενη απολογία, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ακυρότητα που επισυνέβη στο ακροατήριο, η οποία επήλθε διότι το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος που υπέβαλε ο κατηγορούμενος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ειδικότερα δε, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος του να κατατεθεί ψηφιακός δίσκος (cd-rom) και να αναγνωσθεί ηχογραφημένη σ' αυτό συνομιλία του κατηγορουμένου, προσέτι δε παρέλειψε να αιτιολογήσει την απόρριψη του σχετικού αιτήματος του. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε προς το δικαστήριο αίτημα να κατατεθεί στο δικαστήριο ψηφιακός δίσκος (cd-rom) και να ακουσθεί τα περιεχόμενο του, στο οποίο διαλαμβάνεται σχετική συνομιλία του κατηγορουμένου. Επί του αιτήματος αυτού και μετά την απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, η Πρόεδρος του δικαστηρίου είπε ότι "δεν λαμβάνει υπόψιν την ηχογραφημένη συνομιλία από το σχετικό cd-rom". Ανεξάρτητα όμως, του γεγονότος αυτού, βέβαιο είναι ότι ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δεν προσέφυγε στο δικαστήριο κατά της αρνήσεως της διευθύνουσας, ώστε να υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση του δικαστηρίου να διαλάβει στην απορριπτική του απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο αντίστοιχος δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσκομιστούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, ενώ η μη απάντηση στο αίτημα αυτό (σιγή απόρριψη) συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' λόγο αναίρεσης. Η υποβολή της αίτησης για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωση τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με το σχετικό λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της ένδικης αίτησης, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα στο δίκασαν Εφετείο να αναβληθεί η εκδίκαση της υποθέσεως προκειμένου να κληθεί ο αυτόπτης μάρτυρας Γ. Γ.. Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι το δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της συζητήσεως για κρείσσονες αποδείξεις, αφού δέχθηκε τα εξής: "Το αίτημα του περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις για να κληθούν και να καταθέσουν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου: α) η τέως σύζυγος του Α. Β. και β) ο πελάτης του αρτοποιείου κατά το χρόνο της πράξεως Γ. Γ. πρέπει να απορριφθεί ως παρελκυστικό, γιατί το δικαστήριο ευχερώς σχημάτισε κρίση του από την πληθώρα των λοιπών αποδεικτικών μέσων, οι μάρτυρες δε αυτοί κρίνεται ότι σε τίποτα δεν μπορούν να μεταβάλλουν την κρίση του". Το δικαστήριο που στήριξε την κρίση του αυτή στις παραπάνω παραδοχές, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση, ανεξάρτητα από το ότι έκρινε το αίτημα αυτό, ως παρελκυστικό, αφού, αιτιολογείται η κρίση του με την παραδοχή ότι από το σύνολο των άλλων αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 αρ.2 του Κ.Π.Δ, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού, έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής, στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2α, και 2ε του Π.Κ, της συνδρομής δηλαδή των ελαφρυντικών περιστάσεων, του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και ειδικότερα για τη μη συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων, δέχθηκε κατά την αναιρετική ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του τα ακόλουθα: "σε σχέση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α και ε του Π.Κ, λεκτέα τα ακόλουθα. Ο πρώτος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία διότι ο κατηγορούμενος δεν έζησε μέχρι του χρόνου που τέλεσε την αξιόποινη πράξη του έντιμη ατομική, οικογενειακή επαγγελματικά και γενικά κοινωνική ζωή. Ειδικότερα στο παρελθόν έχει καταδικασθεί με αμετάκλητες αποφάσεις πέντε τον αριθμό για τις άδικες πράξεις της σωματικής βλάβης, ελαφρός και επικινδύνου, εξυβρίσεων, απειλών και βλασφημιών. Οι καταδίκες αυτές επαναλαμβανόμενες δεν μπορούν να θεωρηθούν μικρής κοινωνικής σημασίας ως αβάσιμα διατείνεται. Πλέον τούτων όμως αποδείχθηκε ότι πολλές φορές χειροδίκησε κατά των μελών της τέως οικογένειας της συζύγου του κατά της ιδίας όταν ζούσαν μαζί και προκαλούσε συνεχώς φθορές στο όχημα του Χ. Β., στον οποίο τηλεφωνούσε μετά ρωτώντας τον δεικτικά αν τον πονάει ή τον τσούζει το γεγονός. Ο δεύτερος πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος κατ' ουσία3 διότι για την παραδοχή του απαιτείται να συμπεριφερθεί ο υπαίτιος για μεγάλο χρονικό διάστημα καλά στην κοινωνία, δηλαδή υπό καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης και μάλιστα με θετική συμπεριφορά και όχι εντός της φυλακής, μη αρκούντως του πιστοποιητικού καλής διαγωγής του εντός αυτής, ως εν προκειμένω αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος". Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση του και κατά το σκέλος που, απέρριψε τους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων, διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πράγματι, αιτιολογείται η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου με τις παραδοχές ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του η συνδρομή των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, το μεν διότι μέχρι του χρόνου τελέσεως της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, επανειλημμένα είχε καταδικασθεί αμετάκλητα πέντε (5) φορές για διάφορα αδικήματα, επιπρόσθετα δε γιατί κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, είχε εκδηλώσει ανάλογη παραβατική συμπεριφορά. Επίσης, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν επέδειξε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την τέλεση της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, καλή συμπεριφορά. Η επίκληση δε απ' αυτόν ότι κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή, επέδειξε καλή συμπεριφορά και δη: α) ότι δεν είχε συμμετοχή στην εξέγερση των κρατουμένων που σημειώθηκε την 23-4-2007, β) ότι εργαζόταν στο τυπογραφείο της φυλακής και διατηρούσε καλές σχέσεις με τους συγκρατούμενους του, γ) ότι έχει πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του 400 ημερομίσθια και δ) ότι διατηρεί καλές σχέσεις με τα παιδιά του, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε παραδοχή του ισχυρισμού του αυτού, αφού, η επίδειξη από μέρους του καλής συμπεριφοράς, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις δικαστικές φυλακές, δεν υπήρξε αποτέλεσμα ελεύθερης διαβίωσης του στην κοινωνία, όπου καθημερινά δοκιμάζεται η παραβατικότητά του, αλλά προϊόν εξαναγκαστικής συμπεριφοράς του, ενόψει του κανονισμού λειτουργίας του σωφρονιστικού καταστήματος και πειθαναγκασμού του, ενώ, η επίκληση του ισχυρισμού ότι διατηρεί καλές σχέσεις, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις δικαστικές φυλακές με τα παιδιά του, αποτελεί αυτονόητη υποχρέωση του γονέα. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος τούτο της ελλείψεως δηλαδή της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμη και ο σχετικός τέταρτος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' του Κ.Π.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αιτίαση του ιδίου, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και συγκεκριμένα ότι υφίσταται αντίφαση στην κατάθεση της μάρτυρας Ε. Β., που έδωσε αυτή ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σε σχέση με την κατάθεση της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο γιατί, πέραν του ότι δεν τυγχάνει ουσιώδης, το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, όχι αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση της, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, και μη υπάρχοντος προς εξέταση, άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, και, οι επ' αυτής (αναιρέσεως του πρώτου) πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2010 αίτηση του Β. Γ. του Α. και Π., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές Φυλακές ..., καθώς και τους επ' αυτής από 27-12-2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμό 647, 648, 677 και 678/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας ως προς το ότι λήφθηκε υπόψη η ανακριτική απολογία, χωρίς να έχει αναγνωσθεί, β) της ελλείψεως ακροάσεως, γ) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση. Δεν επάγεται ακυρότητα η αναφορά στην ανακριτική απολογία του. Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, για την αναγνώριση ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 764/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βούρβαχη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 673/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ρεθύμνου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 981/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ποινική ουσιαστική διάταξη, έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, και δη από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος διορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΟΤΕ στις 13-3-2002 με το υπ' αριθμ. 2815/18-4-2002 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Τα καθήκοντα του αυτά τα άσκησε μέχρι 5-5-2004, οπότε το νέο Δ. Σ εξέλεξε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΟΤΕ, και τον κατηγορούμενο μη εκτελεστικό μέλος. Επομένως, προκύπτει ότι το μήνα Απρίλιο του 2004 και συγκεκριμένα στις 20-4-2004, που διενεργήθηκε αυτοψία από τα αρμόδια όργανα της Πολεοδομίας και διαπιστώθηκε η παράνομη κατασκευή και εγκατάσταση σταθμού ξηράς κεραίας, ο κατηγορούμενος ασκούσε τα καθήκοντα του. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι η άσκηση αυτή των καθηκόντων του ήταν τυπική, όπως αβασίμως ο ίδιος ισχυρίζεται. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ.1β του ν. 3431/2006 (ΦΕΚ Α' 13/3.2.2006), το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 1 παρ.1Β του ν. 2801/2000 και όρισε ότι "ο ΟΤΕ και η ΕΡΤ υποχρεούνται σε λήψη αδείας όλων των κεραιοσυστημάτων, που έχουν εγκαταστήσει μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, και στερούνται σχετικής άδειας. Προς το σκοπό αυτόν, εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από τη δημοσίευση του (σημ. 3.2.2006), οι άνω κάτοχοι των κατασκευών κεραιών υποβάλλουν αίτηση με τα σχετικά δικαιολογητικά στην Ε.Ε.Τ.Τ. Μέχρι παρελεύσεως της άνω προθεσμίας, τα κεραιοσυστήματα αυτά θεωρούνται ως νομίμως εγκατεστημένα", πρέπει να θεωρηθεί ότι στις 20.4.2004 η επίμαχη κεραία θεωρείτο ως νόμιμα εγκατεστημένη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς η διάταξη αυτή τέθηκε σε ισχύ δύο περίπου έτη αργότερα από την ημέρα που τελέστηκε η πράξη και δε μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή. Πρέπει όμως να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ, όπως δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αφού ο κατηγορούμενος προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του υποβάλλοντας μεταγενέστερα αίτηση για τη χορήγηση άδειας".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 51, 53 του ΠΚ, και 1 παρ.2Α, 4 και 5Α του Ν. 2801/2000, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της παράβασης του άρθρου 1 παρ.2Α, 4, 5Α του Ν. 2801/2000, για την οποία καταδικάσθηκε, με τις παραδοχές ότι την 20-4-2004 κατά την οποία διαπιστώθηκε από την οικεία Πολεοδομική υπηρεσία της Ρεθύμνης, η κατασκευή και η εγκατάσταση του επίμαχου σταθμού ξηράς κεραίας κινητής τηλεφωνίας επί της οδού ... της πόλεως Ρεθύμνης, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής, ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΤΕ και να ασκεί με την ιδιότητα αυτή τα καθήκοντα του. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η ανωτέρω πράξη κατέστη ανέγκλητη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 16 του μεταγενέστερου ν. 3431/2006, η οποία ως ευμενέστερος νόμος πρέπει να εφαρμοστεί κατά το άρθρο 2 του Π.Κ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Ειδικότερα από τη διάταξη του άνω άρθρου 70 παρ.1β του Ν. 3431/2006, η οποία ορίζει ότι ο ΟΤΕ και η ΕΡΤ ΑΕ υποχρεούνται σε λήψη αδείας όλων των κεραιοσυστημάτων, που έχουν εγκαταστήσει μέχρι τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου και στερούνται σχετικής άδειας, προς το σκοπό δε αυτό μέσα σε προθεσμία 18 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (3-2-2006), ήτοι μέχρι την 3-8-2007, θα πρέπει οι άνω κάτοχοι των κατασκευών κεραιών να υποβάλουν την αίτηση με τα σχετικά δικαιολογητικά στην Ε.Ε.Τ.Τ, μέχρι δε παρελεύσεως της άνω προθεσμίας των 18 μηνών, τα κεραιοσυστήματα αυτά θεωρούνται ως νομίμως εγκατεστημένα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση και τη λήψη της σχετικής άδειας κεραιοσυστημάτων, που έχουν εγκατασταθεί μέχρι την ισχύ του ν. 3431/2006, είναι η υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαραίτητα δικαιολογητικά, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 18 μηνών, από της ισχύος του νόμου (3-2-2006).
Στην προκείμενη όμως, περίπτωση, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι όχι μόνο δεν τηρήθηκε η ανωτέρω απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά ούτε και υποβλήθηκε από μέρους του Οργανισμού, ανάλογη αίτηση με τα απαραίτητα δικαιολογητικά, μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των 18 μηνών και συνεπώς, στην πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, που τελέστηκε στις 20-4-2004, δεν έχει εφαρμογή η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 70 παρ.1β του ν. 3431/2006. Επίσης, είναι αβάσιμη και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί της ενοχής του και στην υπ' αριθμ. 38275/1967 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνης, η οποία ναι μεν αναγνώσθηκε, χωρίς όμως, να συνεκτιμηθεί και αξιολογηθεί το περιεχόμενο της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Τούτο, γιατί, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι η ως άνω απόφαση του Νομάρχη, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά στο έγγραφο αυτό. Τέλος, είναι αβάσιμη και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι κατά την 20-4-2004, χρονολογία τελέσεως της πράξεως, είχε τυπική και όχι ουσιαστική συμμετοχή στην άσκηση των καθηκόντων του, ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΤΕ, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, αυτός άσκησε τα άνω καθήκοντα του μέχρι και την 5-5-2004. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2010 αίτηση του Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 673/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για την πράξη της κατασκευής και εγκατάστασης ξηράς κεραίας χωρίς άδεια της αρχής, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2801/2000. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 761/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6395/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Τ. χήρα Κ. Β., κάτοικο ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα μόνη της τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ι. Β. και Μ. Β., η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βουράκη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2010, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1444/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιας ομοειδών πράξεων που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, για την υποκειμενική θεμελίωση της οποίας, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται ατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν με το κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις δηλαδή α) της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και γ) της υπεξαγωγής εγγράφων, όπως αυτές, κατά τα περιστατικά που τις συνθέτουν περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσας και, συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο Κ. Β., αδελφός του κατηγορουμένου και σύζυγος της εγκαλούσας κατά μήνα Μάρτιο 2003 ασθένησε σοβαρά, Ύστερα από ιατρικές εξετάσεις στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι έπασχε από καρκίνο του εγκεφάλου και για το λόγο αυτό διακομίστηκε στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ". Παρά τις αντιρρήσεις των θεραπόντων ιατρών στις 8.4.2003 εξήλθε του Νοσοκομείου και παρέμεινε κατ' οίκον νοσηλευόμενος, μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου 2003, οπότε, λόγω της επιδείνωσης της υγείας του, εισήχθη για νοσηλεία, στις 11.5.2003 στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ". Όταν ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε την κατάσταση της υγείας του αδελφού του, ήλθε στην Αθήνα από τα ..., όπου κατοικούσε, να συνδράμει τη νύφη του και τον αδελφό του και διέμενε στο σπίτι τους στην περιοχή ... . Εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό και το ότι διέθετε κλειδιά του σπιτιού αφαίρεσε απ' αυτό την ταυτότητα του ασθενούς αδελφού του το βιβλιάριο καταθέσεων της Τράπεζας Eurobank με συνδικαιούχους τον τελευταίο και την εγκαλούσα σύζυγό του. Ακολούθως, εμφανίστηκε, στις 11.6.2003 και περί ώρα 11.09', στο Κατάστημα της εν λόγω Τράπεζας (Eurobank) στο ... και προσκομίζοντας το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητα και το βιβλιάριο καταθέσεων του ασθενούς αδελφού του, προσποιούμενος αυτόν, λόγω της ομοιότητάς του, δήλωσε στην ταμία της Τράπεζας Χ. Α., ότι επιθυμεί ανάληψη ποσού 12.400 ευρώ. Η ταμίας πείστηκε ότι είναι ο Κ. Β. και, αφού ο κατηγορούμενος έθεσε στο σχετικό δελτίο ανάληψης, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του αδελφού του, του χορήγησε το ποσό των 12.400 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο, προς βλάβη της περιουσίας των συνδικαιούχων του υπ' αριθ. ... λογαριασμού, Κ. Β. και Α. Τ. (εγκαλούσης). Μετά πάροδο λίγων ημερών και ειδικότερα στις 17.6.2003 και περί ώρα 08.40' ο κατηγορούμενος έχοντας αφαιρέσει από την οικία του ασθενούς αδελφού του και το βιβλιάριο καταθέσεως της Τράπεζας Πειραιώς, με συνδικαιούχους τους αυτούς, ως άνω, μετέβη στο Υποκατάστημα της τελευταίας στην οδό ..., όπου παρέστησε, εν γνώσει του, ψευδώς στον ταμία του εν λόγω Υποκαταστήματος ότι είναι ο Κ. Β., συνδικαιούχος, μετά της συζύγου του Α. Τ., του εκεί υπ' αριθμ. ... κοινού λογαριασμού, προσκομίζοντας και το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας του αδελφού του και δήλωσε ότι επιθυμεί να αναλάβει το ποσό των 24.800 ευρώ από τον παραπάνω λογαριασμό. Έτσι έπεισε τον ταμία ότι πρόκειται για τον Κ. Β. και, αφού έθεσε στο σχετικό δελτίο ανάληψης την υπογραφή του τελευταίου, κατ' απομίμηση, ο πιο πάνω υπάλληλος του χορήγησε το ποσό των 24.800 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο βλάπτοντας έτσι την περιουσία των προαναφερομένων συνδικαιούχων του λογαριασμού, έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, στο ... και στην Αθήνα στις 11.6.2003 και στις 17.6.2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό, με τη χρήση τους, να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και, στη συνέχεια, έκανε χρήση αυτών. Πιο συγκεκριμένα: α) στο ... στις 11.6.2003 ενώπιον της ταμία του υποκαταστήματος της Τράπεζας Eurobank, έθεσε, κατ' απομίμηση της υπογραφής του αδελφού του Κ., συνδικαιούχου του υπ' αρ. ... κοινού λογαριασμού αυτού και της εγκαλούσας, υπογραφές στο δελτίο ανάληψης 12.400 ευρώ που του έδωσε η ταμίας, στην οποία είχε εμφανιστεί ως Κ. Β. φέροντας και το Δ.Ε.Τ. αυτού, όπως προαναφέρθηκε, έτσι ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι το πρόσωπο που προέβη στην τραπεζική συναλλαγή είναι ο Κ. Β.. Στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού αφού το παρέδωσε στην ταμία για να λάβει το ποσό των 12.400 ευρώ, β) στην Αθήνα, στις 17.6.2003 ενώπιον του ταμία του Υποκαταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς επί της οδού ... έθεσε, κατ' απομίμηση την υπογραφή του αδελφού του Κ. Β., συνδικαιούχου του υπ' αρ. ... κοινού λογαριασμού αυτού και της εγκαλούσας, υπογραφή στο δελτίο ανάληψης ποσού 24.80 ευρώ που του έδωσε ο ταμίας στον οποίο εμφανίσθηκε ως Κ. Β., φέροντας και το Δ.Α.Τ. αυτού, όπως προαναφέρθηκε, έτσι ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι το πρόσωπο που προέβη στην τραπεζική συναλλαγή είναι ο Κ. Β.. Στη συνέχεια, έκανε χρήση του εγγράφου αυτού, αφού το παρέδωσε στον ταμία για να λάβει το ποσό των 24.800 ευρώ. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, πριν από την 11.6.2003, με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων αυτός δεν ήταν κύριος και ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο αφαίρεσε από την κατοχή του αδελφού του Κ. Β. και της εγκαλούσας συζύγου του Α. Τ. το υπ' αριθμ.../88 Δ.Α.Τ. του πρώτου, εκδοθέν από το Α.Τ. Ζωγράφου και το βιβλιάριο καταθέσεων ταμιευτηρίου του ... κοινού λογαριασμού αυτών στην Τράπεζα Πειραιώς με σκοπό να βλάψει τους τελευταίους, που δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση αυτών κατά τον παραπάνω χρόνο που εκείνος παράνομα τα χρησιμοποιούσε. Ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι τις αναλήψεις διενήργησε ο αδελφός του Κ. Β. και όχι ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του, όμως αυτός, είναι αναληθής, καθόσον κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα ο Κ. Β. νοσηλευόταν σε κωματώδη κατάσταση στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", δεν είχε επικοινωνία, δεν ανταποκρινόταν σε απλές εντολές, έφερε Folley και Levin σίτισης. Να σημειωθεί ότι κατά το έτος 2007, όπως ο ίδιος κατηγορούμενος συνομολογεί, αγόρασε στα ... διαμέρισμα, δαπανήσας το ποσό των 150.000 ευρώ. Ισχυρίζεται τέλος, ότι από πώληση μετοχών του Κ. Β. εισέπραξε το ποσό των 500.000 ευρώ, το οποίο, κατά παράκληση του τελευταίου κατέθεσε σε Τράπεζα, προκειμένου να δώσει το εν λόγω ποσό στα ανήλικα τέκνα του Κ. Β. και της εγκαλούσας (γεν.28.5.2002), χωρίς, όμως, και πάλι να προσκομίζει έγγραφο αποδεικτικό του ισχυρισμού του (βιβλιάριο καταθέσεων, φορολογική δήλωση κ.τ.λ.). Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, να αναγνωριστεί, όμως, σ' αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Π.Κ., καθόσον αυτός, έως το χρόνο που τέλεσε τα εν λόγω εγκλήματα, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και, γενικά, κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων: α) της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και γ) της υπεξαγωγής εγγράφων και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών και επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 53, 94, 98, 216 παρ.1, 222 και 386 παρ.1β του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση α) οι εν γνώσει του αναιρεσείοντος παραστάσεις προς τους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών Eurobank και Πειραιώς, αντίστοιχα, ψευδών γεγονότων ως αληθών, ότι δηλαδή αυτός είναι ο Κ. Β., που ήταν ο αδελφός του και συνδικαιούχος μετά της συζύγου του των αναφερομένων στην απόφαση δυο κοινών λογαριασμών, από τις οποίες (παραστάσεις), ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκαν οι ανωτέρω τραπεζικοί υπάλληλοι, αφού πείσθηκαν ότι πρόκειται για τον Κ. Β. και επέτρεψαν στον αναιρεσείοντα να αναλάβει από τους επίμαχους κοινούς λογαριασμούς του αδελφού του Κ. Β. και της συζύγου του τα χρηματικά ποσά των 12.400 και 24.800 ευρώ αντίστοιχα, β) η βλάβη της περιουσίας τόσο του αδελφού του, όσο και της εγκαλούσας συνδικαιούχου των λογαριασμών συζύγου του, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη και η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις άνω παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος και τις συνεπεία αυτών επιζήμιες γι' αυτούς ενέργειες των ως άνω τραπεζικών υπαλλήλων, γ) ο σκοπός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όχι μόνο να εισπράξει, χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα, τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, αλλά και να ωφεληθεί παράνομα κατά τα εν λόγω ποσά. Ως προς την πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση προσδιορίζεται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τελέσεως της πράξεως αυτής και ειδικότερα αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων κατά τις 11-6-2003 και 17-6-2003 αντίστοιχα, που εμφανίστηκε στους ταμίες των υποκαταστημάτων των άνω Τραπεζών, εν αγνοία και οπωσδήποτε χωρίς τη συναίνεση του αδελφού του Κ. Β., έθεσε, κατ' απομίμηση της υπογραφής του, την υπογραφή του στα αντίστοιχα παραστατικά-δελτία ανάληψης των χρηματικών ποσών των 12.400 και 24.800 ευρώ. Ακόμη, εκτίθενται οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε, ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά και ότι ο αναιρεσείων είναι εκείνος ο οποίος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του αδελφού του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα πλαστά αυτά έγγραφα. Εξάλλου, από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, αποδεικτικών μέσων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθίσταται προδήλως φανερό από το σύνολο των παραδοχών, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης των δικαστικών γραφολόγων Ι. Π. και Μ. Κ., καθώς και την έκθεση σύγκρισης φωτογραφιών του Π. Κ.. Ακόμη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά και η σκέψη ότι κάποιος άλλος εκτός του κατηγορουμένου, θα μπορούσε να αφαιρέσει τα κλειδιά, την ταυτότητα και τα βιβλιάρια καταθέσεων του θανόντα Κ. Β., όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές μερικότερες αιτιάσεις με τις οποίες παραπονείται ο αναιρεσείων, ότι δεν αιτιολογούνται τα κίνητρα από τα οποία ωθήθηκε αυτός για να τελέσει τις πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, καθώς επίσης, δεν αιτιολογείται το γεγονός ότι ενώ, αυτός εισέπραξε το ποσό των 500.000 ευρώ, από την πώληση μετοχών του θανόντος αδελφού του Κ. Β., προκειμένου στη συνέχεια να το καταβάλει στα ανήλικα παιδιά του τελευταίου, παρόλα αυτά το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για πολύ μικρότερα ποσά αυτά και μάλιστα αυτά των 12.400 και 24.800 ευρώ αντίστοιχα, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται εωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφαση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και, επομένως, η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση άλλου δικαστηρίου επί συναφούς υποθέσεως ή περί διακοπής της δίκης πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης, με το παρακάτω περιεχόμενο: "διότι αναμένεται η έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατόπιν της εκδόσεως του υπ' αριθμ. 805/2009 βουλεύματος του Αρείου Πάγου. Για τη βασιμότητα του αιτήματος του, παρέδωσε προ το δικαστήριο την υπ' αριθμ. ΒΔ 356/2009 πρόταση του Εισαγγελέα προς το Συμβούλιο Εφετών και το υπ' αριθμ. 398/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που αναγνώσθηκαν".
Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση του, απέρριψε το σχετικό αίτημα με την παρακάτω αιτιολογία "Στην προκείμενη περίπτωση οι συνήγοροι του κατηγορουμένου ζήτησαν την αναβολή της υπόθεσης διότι αναμένεται η έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αναφορικά με την πλαστογραφία που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος. Η εν λόγω πράξη είναι ανεξάρτητη από τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον τελευταίο στην ένδικη υπόθεση και αφορά πώληση μετοχών του συζύγου της εγκαλούσας. Πρέπει επομένως, να απορριφθεί το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, όπως στο διατακτικό αναφέρεται". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην παρεμπίπτουσα απόφαση του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, η πλαστογραφία στοιχειοθετείται αντικειμενικώς, όταν εκείνος που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, το καταστήσει προσιτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτο, και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το άρθρο 386 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η απάτη στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή την αποσιώπηση αληθινών γεγονότων, πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτή επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατό από την πράξη του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανώμενου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων υιοθέτησε την άποψη ότι η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δεν απορροφά την πράξη της απάτης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας, ως πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176,183 Κ.Πολ. Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Δ. Β. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6395/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για τις πράξεις: α0 της πλημμεληματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, β) της πλημμεληματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, γ) της υπεξαγωγής εγγράφων, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς το αίτημα της αναβολής. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς το δόλο και ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, αλλά και ως προς το αίτημα της αναβολής. Αληθώς συρρέουν η πλαστογραφία με χρήση με την απάτη. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 758/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βανικιώτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 77390/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Κ. του Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1044/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν.2408/Ι996, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν.5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ. ΑΠ 29/2007) Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 5960/1993, σύμφωνα με την οποία "οσάκις η οπισθογράφησις περιέχει την μνείαν "αξία εις κάλυψιν", "προς είσπραξιν", "κατά πληρεξουσιότητα" ή πάσαν άλλην μνείαν ενέχουσαν απλήν εντολήν, ο κομιστής δύναται να ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν ειμή λόγω πληρεξουσιότητος", συνάγεται ότι η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Ούτε η κυριότητα της επιταγής μεταβιβάζεται ούτε ο οπισθογράφος ευθύνεται. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητας κομιστής μπορεί να ασκήσει τα από την επιταγή απορρέοντα δικαιώματα επ' ονόματι και για λογαριασμό του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει νόμιμος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει την έγκληση. Και ναι μεν η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση στην τυπική μορφή της απαιτεί να σημειώνεται επί του τίτλου μία από τις παραπάνω λέξεις, όμως, δεν αποκλείεται και η συγκαλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, η οποία γίνεται, χωρίς την τήρηση του τύπου, επί τη βάσει ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ του οπισθογράφου και του κομιστή, αν αποδειχθεί δε η συμφωνία αυτή, ο οπισθογράφος εξακολουθεί να παραμένει δικαιούχος των από την επιταγή δικαιωμάτων και, επομένως, αυτός δικαιούται να υποβάλλει την έγκληση για την από τον εκδότη έκδοση ακάλυπτης επιταγής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ, ΑΠ 3/2008), Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, δηλαδή ή αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Περίπτωση θετικής υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο απορρίπτει, παρά τον νόμο, ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής και απαραδέκτου της εναντίον του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως, λόγω της υποβολής της εγκλήσεως από πρόσωπο που δεν εδικαιούτο προς τούτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, πράξεως που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός "στην Αθήνα στις 30.11.2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Ε.Π.Ε.", εξέδωσε με πρόθεση την υπ' αριθ. ... επιταγή για να πληρωθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα για το ποσό των 40.000 ευρώ σε διαταγή "Αθηναϊκή Χαρτοποιία ΑΕ", περιελθούσα νομίμως με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα Η. Κ., η οποία, αφού εμφανίσθηκε στις 6.12.2005 προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα αποβολής της πολιτικής αγωγής και ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη "γιατί ο μηνυτής δεν έχει υποστεί ζημιά ο ίδιος προσωπικά και δεν είχε δικαίωμα υποβολής της εγκλήσεως". Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Στο αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής νομιμοποιείται να προβεί στην έγκληση και να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, ο οποίος την εμφάνισε και δεν πληρώθηκε...όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον δηλώσαντα παράσταση πολιτικής αγωγής, ο οποίος στην ένδικη επιταγή φέρεται ως τελευταίος κομιστής αυτής από οπισθογράφηση...". Ακολούθως, όμως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος επανέφερε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς την ένσταση του απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, ως αυτοτελή ισχυρισμό, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν και την επίκληση εγγράφων προς απόδειξη ότι τελευταίος νόμιμος κομιστής της επίδικης επιταγής ήταν η εταιρία Αθηναϊκή Χαρτοποιία ΑΕ, σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε και η οποία την οπισθογράφησε εν λευκώ και την παρέδωσε στον υπάλληλο της Η. Κ. να την εμφανίσει για λογαριασμό της στην Τράπεζα προς πληρωμή, όπου και σφραγίστηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Το Δικαστήριο, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί της κατηγορίας, διέλαβε, όσον αφορά τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, τις παραδοχές ότι "ο πολιτικώς ενάγων ως νόμιμος τελευταίος κομιστής εξ οπισθογραφήσεως, όπως ρητά εμφαίνεται στο σώμα της επιταγής, χωρίς να υπάρχει σχετική ρήτρα "αξία προς είσπραξη" η οποία έχει την έννοια της κατά πληρεξουσιότητα μεταβίβασης της επιταγής, χωρίς μεταβιβαστικά και εγγυητικά αποτελέσματα, νομιμοποιείται στην υποβολή εγκλήσεως", και "η τυχόν υποκείμενη σχέση (εντολή κ.λπ.) που συνδέει αυτόν με την εταιρία "Αθηναϊκή Χαρτοποιία ΑΕ" στην οποία ήταν υπάλληλος δεν ενδιαφέρει, και αυτό ανάγεται στις μεταξύ τους σχέσεις".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αφού δεν περιέλαβε καμιά αιτιολογία ως προς την ύπαρξη ή μη της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα εντολής της εταιρίας "Αθηναϊκή Χαρτοποιία ΑΕ" προς τον υπάλληλο της (πολιτικώς ενάγοντα) να εισπράξει την επιταγή για λογαριασμό της (συγκαλυμμένη πληρεξουσιότητα), η οποία εν προκειμένω ενδιαφέρει για το νόμιμο ή μη της εγκλήσεως κατά το άρθρο 79 παρ, 5 του ν. 5960/1933 και, συνακόλουθα, για το νόμιμο της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής- Έτσι, όμως, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Προχωρώντας δε στην έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως, χωρίς να διευκρινίσει το κρίσιμο αυτό νομικό ζήτημα, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε και Η του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 77390/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 5 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1933). Οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας. Δυνατή και η συγκαλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, η οποία γίνεται, χωρίς την τήρηση του τύπου, επί τη βάσει ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ του οπισθογράφου και του κομιστή, οπότε ο οπισθογράφος εξακολουθεί να παραμένει δικαιούχος των από την επιταγή δικαιωμάτων και, επομένων, αυτός δικαιούται να υποβάλλει την έγκληση για την από τον εκδότη έκδοση ακάλυπτης επιταγής, Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, γιατί δεν αιτιολογείται η ύπαρξη ή μη της επικαλουμένης εντολής της οπισθογράφου προς τον φερόμενο ως κομιστή της επιταγής πολιτικώς ενάγοντα να εισπράξει την επιταγή για λογαριασμό της (συγκαλυμμένη πληρεξουσιότητα) και παραπομπή.
| null | null | 2
|
Αριθμός 757/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα V. S. του S., κρατούμενου στη Φυλακή Τρικάλων, που παρέστη στο συμβούλιο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 62/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ....
Το Πενταμελές Εφετείο ..., με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 336/6.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. β', και 528 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 24-7-2010 αίτηση του V. S.TOY S. κρατουμένου στη φυλακή Τρικάλων, την οποίαν απέστειλε ταχυδρομικώς. περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 62/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ... , με την, οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή ισοβίου καθείρξεως για τις αξιόποινες πράξεις της εισαγωγής, της μεταφοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθ' υποτροπήν, ως και σε ποινή φυλάκισης τριών μηνών για παράνομη είσοδο στη χώρα, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)............2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1239/1998, Π.Χ. ΜΘ/682, ΑΠ 127/2001, Π.Χ. ΝΑ/896, ΑΠ 557/2002, Π.Χ. ΝΓ/37, ΑΠ 1787/2001, Ποιν. Λόγος Α/2054, ΑΠ 759/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., που είναι αμετάκλητη, καθόσον, η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 1995/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής (με την έννοια ότι δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μη είναι σε θέση να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις) και βρισκόμενος σε υποτροπή, με την έννοια ότι έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της εισαγωγής, κατοχής πυρομαχικών, απόπειρας εκβίασης και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και δέκα (10) μηνών εντός της προηγούμενης δεκαετίας (με την υπ' αριθμ. 23, 24 και 25/22-9-1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ...) ,στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: 1) Με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής ,στις 30-3-2004 και περί ώρα 03.00' στην περιοχή Κώτσικα Φιλιατών, πλησίον της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες με την έννοια της εισαγωγής τους εντός των ορίων του κράτους από την αλλοδαπή. Ειδικότερα δε στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού είχε παραλάβει ήδη από τις βραδινές ώρες της 23-9-2004 δεκαέξι (16) δέματα ακατέργαστης κάνναβης σε φούντα (χασίς) συνολικού βάρους δέκα έξι κιλών τοποθετημένα σ' ένα ταξιδιωτικό σάκο από την περιοχή Μαρκάτι Αλβανίας και συγκεκριμένα από ομοεθνή του και αποστολέα αυτών Αλβανό υπήκοο ονόματι Τ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάτοχο του με αριθμό κλήσης 6945607509 κινητού τηλεφώνου, πέρασε μεταφέροντας τα ανωτέρω δέματα ινδικής κάνναβης στην Ελληνοαλβανική μεθόριο και κατευθύνθηκε εντός του Ελληνικού εδάφους στην περιοχή Κώτσικα Φιλιατών Θεσπρωτίας συνοδευόμενος από τον ανήλικο γιό του V. V. του S.(γεννηθέντα στις 29-10-1993) προκειμένου να συναντηθεί με έναν Αλβανό υπήκοο με το όνομα S. αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάτοχο του με αριθμό κλήσης 697-9723379 κινητού τηλεφώνου, σε υποδειχθησόμενο από τον τελευταίο (παραλήπτη) ή προεπιλεγμένο μεταξύ τους σημείο της περιοχής Κώτσικα- Φιλιατών Θεσπρωτίας και να παραδώσει σε αυτόν τις προαναφερόμενες ποσότητες ινδικής κάνναβης για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους εντός της Ελληνικής Επικράτειας. 2) Στις 30-3-2004 και περί ώρα 03.00' με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, συγκεκριμένα δε κατείχε δεκαέξι (16) δέματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φούντα (χασίς) βάρους ενός (1) κιλού το καθένα , συνολικού βάρους δεκαέξι (16) κιλών, μέσα σ' ένα ταξιδιωτικό σάκο. 3) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, μετέφερε με οποιοδήποτε τρόπο απαγορευμένες ουσίες στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας και συγκεκριμένα μετέφερε πεζός την αναφερόμενη στις υπό στοιχεία (1) και (2) αξιόποινες πράξεις ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, από την περιοχή Κώτσικα Φιλιατών Θεσπρωτίας (πλησίον της Ελληνοαλβανικής μεθορίου), με σκοπό να παραδώσει την ποσότητα αυτή σε υποδεδειγμένο από τον αποστολέα της τρίτο παραλήπτη στην περιοχή Φιλιατών Θεσπρωτίας για περαιτέρω διάθεση της εντός της Ελληνικής Επικράτειας σε τρίτους. 4) Στις 30-3-2004, με πρόθεση εισήλθε στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Ειδικότερα δε, προερχόμενος από την Αλβανία, εισήλθε στην Ελλάδα από αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου της περιοχής Κώτσικας- Φιλιατών Θεσπρωτίας, χωρίς να έχει υποβληθεί στις νόμιμες διατυπώσεις και να κατέχει τα οριζόμενα στο νόμο έγγραφα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αιτών ομολόγησε ενώπιον του Δικαστηρίου την πράξη του αλλά και το γεγονός της υποτροπής του. Παρά ταύτα όμως, με την αποσταλείσα αίτηση-καταγγελία του καταφέρεται κατά της ορθότητας της σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως και καταγγέλλει τους δικαστές του παραπάνω Δικαστηρίου, διότι- κατά την άποψή του- τον αδίκησαν με την μεγάλη ποινή που του επέβαλαν- επικαλούμενος, ως "νέο γεγονός", την μικρότερη ποινή που είχε επιβάλει το ίδιο δικαστήριο προγενέστερα Ελλάδος με την υπ'αριθ. 81/20-5-2003 απόφασή του, για μεγαλύτερη ποσότητα ναρκωτικών και δη στον κατηγορούμενο S. S. του A., Αλβανό υπήκοο, για εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, κατοχή και μεταφορά, ναρκωτικών, ουσιών, κατ 'επάγγελμα. Ειδικότερα στην εν λόγω αίτηση- καταγγελία του αναφέρει μεταξύ των άλλων τα εξής: "ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΙΔΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΥΡΙΟ ΡΟΥΣΣΟ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΑΘΗΝΑΙ ΑΙΤΗΣΗ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ V. S.TOY S. ΔΙΑ ΝΟΜΙΜΟΥ ΟΔΟΥ Καταγγελία κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως του 5μελούς Εφετείου ... για την μη εφαρμογή του Διεθνούς νόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναγνωρισμένον και αποδεχούμενον από την ελληνική νομοθεσία από τότε ως γράμμα του νόμου. Με την παρούσα κύριε Εισαγγελέα, καταγγέλω την εν συντομία διαδικασία εις βάρος μου του 5μελούς Εφετείου ... και την απόφαση η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τον ευρωπαϊκό νόμο για το αδίκημα των ναρκωτικών ουσιών - 16 κιλά (φούντα) χασίς που προβλέπεται από 12 έως 16 χρόνια κάθειρξη και όχι ισόβια όπως αποφάσισε εν συντομία το 5μελές Εφετείο .... Κύριε Εισαγγελέα, με όλο τον πρέπον σεβασμό έρχομαι την σήμερον 24-7-2010 να καταγγείλω την άδικη απόφαση εις βάρος μου του 5μελούς Εφετείου ... και ζητώ την επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή την επανάληψη του 5μελούς Εφετείου ..., το οποίο να τηρήσει κατά γράμμα τα άρθρα και τις παραγράφους του Ευρωπαϊκού νόμου, νομοθεσία αναγνωρισμένη και από την ελληνική νομοθεσία. Και ως απόδειξη ότι εις βάρος μου δεν τηρήθηκαν οι νόμοι κατά γράμμα 1) την απόφαση των πρακτικών του ποινικού Εφετείου Ιωαννίνων (Τριμελές Κακουργημάτων) συνεδρίαση 20η Μαΐου 2003, αριθμ. πρωτ. 81/2003, Δικαστές: 1) Δ. Μ., Ε., 2) Ι. Μ., Π. Ε., Εφέτες, 3) Γ. Κ., Εισαγγελέας Εφετών, Κατηγορούμενος S. S. του A., Αλβανός, για εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και από άτομο ιδιαίτερα επικίνδυνο. Ως οδηγός φορτηγού μετέφερε 40 δέματα, 25 κιλά ηρωίνης σε ειδική κρύπτη, με προορισμό την Γερμανία δια μέσω της Ελλάδος. Η ποινή που κατεδικάσθη πρωτοδίκως ήταν 20 χρόνια κάθειρξη, και στο Εφετείο 15-16 χρόνια. Και ερωτώ αυτό: Είναι δίκαιη απόφαση των δύο σεβαστών Δικαστηρίων, ισόβιας εις την Κέρκυρα για 16 κιλά φούντα, και 20 χρόνια για 25 κιλά ηρωίνη σε ειδική κρύπτη, αν αυτό είναι δίκαιο, τότε το αποδέχομαι. Αν όμως είναι μια άδικη απόφαση τότε ζητώ την επανάληψη της διαδικασίας ώστε να εφαρμοσθεί κατά γράμμα ο νόμος και να δικαιωθώ. Δια ταύτα Α) Ζητώ την επανάληψη της διαδικασίας του 5μελούς Εφετείου .... Β) Ως μάρτυρες προσάπτω την απόφαση του Δικαστηρίου Ιωαννίνων με την κατηγορία των 25 κιλών ηρωίνης και την ποινή των 20 ετών. Γ) Μάρτυρες καλώ τους δικηγόρους Ν. Σ. ... και Ν. Γ., .... Και ως απολογούμενους τους Δικαστές Ιωαννίνων α) Δ. Μ., ) Ι. Μ., ) Π. Ε., ) Γ. Κ., Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων, όπως και τους δικαστές του 5μελούς Εφετείου ..., που αποφάσισαν δια εμέ την ποινή της ισόβιας, ώστε να ερωτηθούν από το πειθαρχικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου που και σε ποια άρθρα στηρίχθηκαν οι Δικαστές του 5μελούς Εφετείου ... και με καταδίκασαν στην εξοντωτική ποινή των ισοβίων και σε ποια άρθρα στηρίχθηκαν οι Δικαστές των Ιωαννίνων και καταδίκασαν αδίκημα 25 κιλών ηρωίνης σε 20 χρόνια κάθειρξη......" Πλην όμως με τα καταγγελλόμενα εκ μέρους αιτούντος περί "αδικίας" σε βάρος του- ανεξαρτήτως εάν ταύτα δεν αποτελούν νέες αποδείξεις κατά την προεκτεθείσα έννοια-αφού παραδέχθηκε την ενοχή του, τα δε παράπονά του αναφέρονται στο μέγεθος της ποινής, επιδιώκεται απαραδέκτως ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως (Συμβ. ΑΠ 1239/2007, Συμβ. ΑΠ 57/2000). Επειδή κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων θα πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση από 24-7-2010 αίτηση του V. S.TOY S., να επιβληθούν δε σε βάρος του τα εκ 220 € δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνουμε: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 24-7-2010 αίτηση του V. S.TOY S. κρατουμένου στη φυλακή Τρικάλων, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 62/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου .... Β) Να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και τον αιτούντα που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δυο άνθρωποι καταδικάσθηκαν για την ίδια πράξη με δυο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δυο είναι αθώος• 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε • 3) αν, βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή που απάγγειλε την καταδίκη• 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα• 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραδεκτά εισάγεται, κατ' άρθρα 528 παρ.1 εδ.α' και 527 παρ.3 Κ.Ποιν.Δ., ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ζητεί ο αιτών την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 62/2005 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ... και με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή ισοβίου καθείρξεως και φυλακίσεως τριών μηνών και συνολική χρηματική ποινή σαράντα μίας χιλιάδων (41.000) ευρώ.
Καταδικάσθηκε συγκεκριμένα για το ότι "με πρόθεση χωρίς να είναι τοξικομανής (με την έννοια ότι δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μη είναι σε θέση να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις) και βρισκόμενος σε υποτροπή, με την έννοια ότι έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της εισαγωγής, κατοχής πυρομαχικών, απόπειρας εκβίασης και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης σε ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και δέκα (10) μηνών εντός της προηγούμενης δεκαετίας (με την υπ' αριθμ. 23, 24 και 25/22-9-1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ...), στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: 1) Με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, στις 30-3-2004 και περί ώρα 03.00' στην περιοχή Κώτσικα Φιλιατών, πλησίον της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες με την έννοια της εισαγωγής τους εντός των ορίων του κράτους από την αλλοδαπή. Ειδικότερα δε στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αφού είχε παραλάβει ήδη από τις βραδινές ώρες της 23-9-2004 δεκαέξι (16) δέματα ακατέργαστης κάνναβης σε φούντα (χασίς) συνολικού βάρους δέκα έξι κιλών .τοποθετημένα σ' ένα ταξιδιωτικό σάκο από την περιοχή Μαρκάτι Αλβανίας και συγκεκριμένα από ομοεθνή του και αποστολέα αυτών Αλβανό υπήκοο ονόματι Τ., αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάτοχο του με αριθμό κλήσης 6945607509 κινητού τηλεφώνου, πέρασε μεταφέροντας τα ανωτέρω δέματα ινδικής κάνναβης στην Ελληνοαλβανική μεθόριο και κατευθύνθηκε εντός του Ελληνικού εδάφους στην περιοχή Κώτσικα Φιλιατών Θεσπρωτίας συνοδευόμενος από τον ανήλικο γιό του V. V. του S.(γεννηθέντα στις 29-10-1993) προκειμένου να συναντηθεί με έναν Αλβανό υπήκοο με το όνομα S. αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάτοχο του με αριθμό κλήσης 697-9723379 κινητού τηλεφώνου, σε υποδειχθησόμενο από τον τελευταίο (παραλήπτη) ή προεπιλεγμένο μεταξύ τους σημείο της περιοχής Κώτσικα Φιλιατών Θεσπρωτίας και να παραδώσει σε αυτόν τις προαναφερόμενες ποσότητες ινδικής κάνναβης για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους εντός της Ελληνικής Επικράτειας.
2) Στις 30-3-2004 και περί ώρα 03.00' με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, συγκεκριμένα δε κατείχε δεκαέξι (16) δέματα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φούντα (χασίς) βάρους ενός (1) κιλού το καθένα, συνολικού βάρους δεκαέξι (16) κιλών, μέσα σ' ένα ταξιδιωτικό σάκο.
3) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, μετέφερε με οποιοδήποτε τρόπο απαγορευμένες ουσίες στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας και συγκεκριμένα μετέφερε πεζός την αναφερόμενη στις υπό στοιχεία (1) και (2) αξιόποινες πράξεις ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, από την περιοχή Κώτσικα Φιλιατών Θεσπρωτίας (πλησίον της Ελληνοαλβανικής μεθορίου), με σκοπό να παραδώσει την ποσότητα αυτή σε υποδεδειγμένο από τον αποστολέα της τρίτο παραλήπτη στην περιοχή Φιλιατών Θεσπρωτίας για περαιτέρω διάθεση της εντός της Ελληνικής Επικράτειας σε τρίτους.
4) Στις 30-3-2004, με πρόθεση εισήλθε στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Ειδικότερα δε, προερχόμενος από την Αλβανία, εισήλθε στην Ελλάδα από αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου της περιοχής Κώτσικας Φιλιατών Θεσπρωτίας, χωρίς να έχει υποβληθεί στις νόμιμες διατυπώσεις και να κατέχει τα οριζόμενα στο νόμο έγγραφα".
Στην αίτησή του ο αιτών, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, εκθέτει ότι η ποινή που του επιβλήθηκε από το άνω Δικαστήριο είναι αυστηρή και άδικη ενώ <<το Εφετείο Ιωαννίνων>> στον S. S. του A., ο οποίος καταδικάσθηκε για εισαγωγής την Ελληνική Επικράτεια κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, 20 kg ηρωίνης κατ' επάγγελμα και από πρόσωπο επικίνδυνο, επέβαλε ποινή καθείρξεως 15-16 ετών. Γι αυτό το λόγο ζητά την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω 62/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου .... Όμως η αίτηση αυτή με αυτό το περιεχόμενο είναι απαράδεκτη, διότι ο λόγος τον οποίο επικαλείται ο αιτών για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας δεν εμπίπτει σε καμία από τις αναφερόμενες περιοριστικώς στο άρθρο 525 παρ. Κ.Ποιν.Δ. περιπτώσεις, η δε επικαλούμενη καταδίκη του Seta Selim σε ηπιώτερη ποινή απ' αυτήν που καταδικάσθηκε ο ίδιος δεν αποτελεί "νέο γεγονός" αλλά επιδιώκεται απαραδέκτως ο ουσιαστικός έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.7.2010 αίτηση του καταδικασμένου V. S. του S., κρατουμένου στη φυλακή Τρικάλων, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 62/2005 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επανάληψης ποινικής διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 753/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 56/21.3.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Π. Χ. του Ε. και 2. Σ. Κ. του Α., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, περί αναιρέσεως της 18342/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 και 9 Ιουνίου αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 847/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α
Που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι προκείμενες αιτήσεις.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 2010 και 9 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικά επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών Δικαστηρίων, ... και ..., αντιστοίχως, οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Οι αναιρεσείοντες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2010, αίτηση του Σ. Κ. του Α., καθώς και την, από 8 Ιουνίου 2010, αίτηση του Π. Χ. του Ε., για αναίρεση της 18342/2009 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2011.
H ΠΡΟΕΔΡEYOYΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 755/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε - Τηλεοπτικές Ραδιοφωνικές Δραστηριότητες" και με τον διακριτικό τίτλο "ALTER CHANNEL", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Σ. Χ., τηλεπαρουσιαστού - δημοσιογράφου, κατοίκου Βριλησσίων Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Γεώργιο Γεραρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Αρχιμανδρίτου Ν., κατά κόσμον Ν. Κ. του Δ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., 2.Ιερού Π., κατά κόσμον Α. Ρ., του Γ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5897/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7101/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτησή τους και των από 20 Νοεμβρίου 2008 προσθέτων αυτής λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-1-2008 αιτήσεως και των από 20-11-2008 προσθέτων λόγων της για αναίρεση της 7101/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ.2 εδ.β'και γ'του ΚΠολΔ είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως, όπως και όταν προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.ΑΠ 8/1987). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα προσκομιζόμενα για πρώτη φορά ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, αν δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, χωρίς να διαλάβει ειδική αιτιολογία και η σχετική κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ.11 περίπτωση α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι ανεπιτρέπτως κατά νόμο έλαβε υπόψη του το μη προσκομισθέν πρωτοδίκως αποδεικτικό μέσο του οπτικογραφήματος-βιντεοκασέτας της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής ως προς τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, ότι έχει προσβληθεί η προσωπικότητα τους, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.11α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη το μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο της 14675/2005 ένορκης βεβαίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, προσώπου που φέρεται να υπαγόρευε το σύνολο της απομαγνητοφώνησης της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, κατ'αντιγραφή από το αγωγικό δικόγραφο, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού ούτε η χρήση σημειώματος προς υποβοήθηση της μνήμης του καταθέτοντος, ούτε η παράλειψη μνείας τούτου στην ένορκη βεβαίωση, καθιστούσε μη επιτρεπτή τη χρήση της, ως αποδεικτικού μέσου.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002). Εξάλλου από το άρθρο 367 παρ.1γ και 2β του ΠΚ, το οποίο για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, συνάγεται ότι κατά του προβαλλόμενου, από τον εναγόμενο για προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος λόγω δυσφήμησής του, κατ' ένσταση ισχυρισμού άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης , ότι οι εκδήλωσεις έγιναν για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, μπορεί να προβληθεί από τον ενάγοντα, κατ' αντένσταση, ο ισχυρισμός ότι από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις που τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που αποτελεί αντένσταση (ΑΠ 1573/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτει, ότι περιέχεται σε καθ'υποφοράν ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, ότι υπήρχε σκοπός εξυβρίσεώς τους με όσα μεταδόθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό της πρώτης-με πρωτοβουλία του δευτέρου-από τους αναιρεσείοντες και τον ισχυρισμό αυτό επανέλαβαν με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό αυτό (άρθρο 527 παρ.1 ΚΠολΔ) των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων ότι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού, αναμετέδωσαν τηλεοπτικώς τους ισχυρισμούς πολιτών για τον ιδιωτικό βίο των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ο αντίθετος τρίτος από το αρθρ.559 αρ.8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 3 παρ.1β του ν.2328/1995 ορίζεται ότι "Οι κάθε είδους εκπομπές (περιλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ με το άρθρο 4 παρ.10 του ίδιου νόμου προβλέπεται η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 και για τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και για τους υπεύθυνους (νόμιμο εκπρόσωπο της αδειούχου εταιρίας, δημοσιογράφο, παρουσιαστή εκπομπής κ.λπ.) ορίζονται τα ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (100.000.000 και 30.000.000 δραχμές για τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας ή τοπικής εμβέλειας αντιστοίχως κ.λπ), θεμελιώνεται δε γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εκπροσώπου της αδειούχου εταιρίας, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός από τα υπόλοιπα υπεύθυνα φυσικά πρόσωπα. Ως προς τα οριζόμενα όμως με το νόμο ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του δικαιούχου, το δικαστήριο οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α'και β'της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.δ.53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Τέλος το άρθρο 367 του ΠΚ που ανήκει στο κεφ.ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α)οι δυσμενείς κρίσεις...καθώς και γ)οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον..." και στη 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β)όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία προστατεύουν το σύνταγμα και οι νόμοι, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώρηση γεγονότων, ως και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Έτσι είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων, στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο ειδικός χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ'αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984).
Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά τις 20-9-2004 και ώρα 18.00, δια μέσου του τηλεοπτικού σταθμού ALTER της πρώτης αναιρεσείουσας-εναγόμενης μεταδόθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα-εναγόμενο δημοσιογράφο η εκπομπή με τίτλο "TOP SECRET", με αντικείμενο τον προσηλυτισμό νεαρών γυναικών στη μοναστική ζωή από τους αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες μοναχούς, και τον σύμφωνο(ή μη) με τις ορθόδοξες ιερατικές και μοναστικές αξίες τρόπο ζωής αυτών, χωρίς να γίνει μνεία των ονομάτων τους, αλλά των μοναστηρίων προέλευσης (...) και εγκαταβίωσης αυτών (...), όπως και της ιδιότητας του πρώτου από αυτούς ως ηγουμένου και του δευτέρου ως διακόνου. Στη συνέχεια αφού αναφέρονται οι αποτελούσες και περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής αιτιάσεις των προσκεκλημένων της εκπομπής Α.Β., Μ.Κ., Ι.Δ. και Β.Γ., όπως και παρεμβαινόντων τηλεφωνικώς τηλεθεατών, που αφορούσαν δόλιες ενέργειες των εναγόντων για απόσπαση νεαρών κοριτσιών από τις οικογένειές τους, που διαμαρτύροντο, η μη ηθική καθαρότητα του βίου των εναγόντων (χωρίς να κατονομάζονται ρητώς πάντοτε) λόγω ομοφυλοφιλικών σχέσεών τους, ερωτικής αλληλογραφίας τους, εισόδου σε ακατάλληλες ώρες γυναικών στη μονή τους, όπου οι δύο τους μόνον διέμεναν και γενικά ο έκλυτος βίος τους, συνοψίζονται οι παραδοχές του Εφετείου στο ότι: "Οι προσκεκλημένοι και συμμετέχοντες στην ως άνω τηλεοπτική εκπομπή προέβαλαν ισχυρισμούς και επικαλέσθηκαν γεγονότα, τα οποία ήσαν αναληθή, ήτοι για τον πρώτο μεν ενάγοντα ότι: 1) είναι κακοποιό στοιχείο, 2)με ερωτικές επιστολές "ξεσήκωνε το μυαλό, μαγνήτιζε και αποσπούσε από τις οικογένειες τους νεαρές γυναίκες που τον ακολουθούσαν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους", 3) είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική ζωή του δηλ. ήταν ομοφυλόφιλος, και δη ότι είχαν συλληφθεί (και ο β' ενάγων) να επιδίδονται σε ομοφυλοφιλικές ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχαν εκδιωχθεί από την ..., 4) ότι διάγουν έκλυτον βίο μ' έντονη διασκέδαση, ξενύχτια κλπ. Πολλές δε γυναίκες παρευρίσκονται στο μοναστήρι της ... κατά τις ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος και 5) ότι μαγαρίζει το ράσο ο ενάγων, για τον δεύτερο δε ενάγοντα ότι είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική του ζωή δηλ. ήταν ομοφυλόφιλος και δη είχε συλληφθεί να επιδίδεται σ' ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχε εκδιωχθεί από τη ... και διάγει έκλυτο βίο. Τα ως άνω περιστατικά δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ήσαν ενάρετοι και διαβιούν σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχικού βίου (βλ. ιδίως την από 6.3.2002 κατάθεση του Μητροπολίτη ... ενώπιον της Πταισματοδίκου ... που αναφορικά με τον α' ενάγοντα κατέθεσε ότι είναι "ενάρετος, αφιλοχρήματος και συνεπής προς τις μοναχικές του υποχρεώσεις". Σημειώνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ του Μητροπολίτου και του α' ενάγοντα είχαν διαταραχθεί συνεπεία της αντιδικίας που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής. Ούτε αποδείχθηκε ότι εκδιώχθηκαν από τη ..., όπως διαδίδεται, στην ως άνω εκπομπή, από άγνωστη μητέρα διότι δήθεν ήταν ομοφυλόφιλοι, αντίθετα από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι απεχώρησαν από την ... μετά από την άδεια του Μητροπολίτη ...ς. Επίσης αποδείχθηκε ότι διήγαν ενάρετο βίο κατά την παραμονή τους στη Μονή του Οσίου Ι. Κ. με σημαντικό ποιμαντικό έργο που ήταν αποδεκτό από τους κατοίκους των ... (βλ. σχετικά έγγραφα με τα οποία γονείς και μαθητές της ως άνω πόλεως ζητούσαν να τεθούν σε λειτουργία και πάλι τα κατηχητικά στα οποία δίδασκε ο πρώτος ενάγων). Αναφορικά δε με τις καταδικαστικές δικαστικές αποφάσεις που αναφέρεται στην ως άνω εκπομπή, ότι υπάρχουν σε βάρος του β' ενάγοντα, είναι γεγονός ότι στη διένεξη που δημιουργήθηκε μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής της Ιεράς Μονής ... δημιουργήθηκαν δίκες, από τις οποίες υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις για τους ενάγοντες. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί και τα γεγονότα που διαδόθηκαν από τους προσκεκλημένους κατά τη διάρκεια της εκπομπής ΤΟΡ SΕCRΕΤ ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Ο δε β' εναγόμενος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των γεγονότων που διεδόθησαν στην εκπομπή, όμως αντελήφθη την βαριά προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα επικαλούμενα γεγονότα και παρά ταύτα όχι μόνον δεν επεσήμανε το ατόπημα αυτό ή δεν ζητούσε εξηγήσεις αλλά περαιτέρω επιδοκίμαζε αυτά τα οποία έλεγαν και έτσι εμφανίσθηκε στους ακροατές ν' αποδέχεται τα λεγόμενα από τους συνομιλητές του με συνέπεια να προσβάλει από πρόθεση την προσωπικότητα και ειδικότερα την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, έχοντας και αυτός, βάσει του ως ανωτέρω τρόπου εκδήλωσης της προσβολής, σκοπό εξυβρίσεως, δηλ. εκφράσεως καταφρονήσεως από αυτόν προς τους ενάγοντες. Από τις ως άνω πράξεις των εναγομένων οι οποίες είναι παράνομες και υπαίτιες συνάγεται σαφώς, ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα των ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας των και η καταβολή προς αυτούς χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έπαθαν από τις προεκτιθέμενες προσβολές. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση στο άρθρο 363 ΠΚ αντί του 362 ΠΚ οι οποίες αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας (αρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Επίσης τα παραπάνω γεγονότα που διαδόθηκαν στην προεκτιθέμενη εκπομπή δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και την άσκηση ελέγχου στον τρόπο διαβίωσης των εναγόντων ως μοναχών και λειτουργών της εκκλησίας, καθότι κατέτειναν στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων, με σκοπό εξύβρισης, όπως παραδεκτά ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν τον ισχυρισμό αυτό ως εφεσίβλητοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με συνέπεια να έχουν λάβει χώρα έξω από τα όρια του, από τη δημοσιογραφία, δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των εναγομένων για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση των ακροατών της εκπομπής. Επομένως η ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης που ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 367§1 Π.Κ που υποβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου και επαναφέρεται παραδεκτά κατ άρθρο 240 ΚΠολΔ, με πρόσθετο λόγο έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι ο ένδικος τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης εναγομένης είναι εφοδιασμένος με την υπ' αριθ. 19209/Ε/9.9.1993 ειδική άδεια των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με βάση την οποία εκπέμπει μέχρι σήμερα ως σταθμός τοπικής εμβέλειας για το Νομό Αττικής - με ειδική άδεια τεχνικής δικτύωσης, προκειμένου ν' αποκτήσει εθνική εμβέλεια και δεν διαθέτει όμως τεχνική δικτύωση με αυτοδύναμα μέσα, αλλά αντιθέτως, χρησιμοποιεί για αναμετάδοση των προγραμμάτων του τις εγκαταστάσεις τοπικών σταθμών. Έτσι και ενόψει του ότι ως ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας νοείται εκείνος που έχει λάβει άδεια της κατηγορίας αυτής, και μπορεί αυτοδυνάμως να καλύπτει με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την επικράτεια, ο ένδικος σταθμός δεν εντάσσεται στους σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Το γεγονός δε της κάλυψης με τηλεοπτικά σήματά του αρκετών περιοχών της Ελλάδας, δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίσει το σταθμό ως εθνικής εμβέλειας, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω, η κάλυψη αυτή δεν γίνεται με δικά του μέσα, αλλά με την παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους. Με βάση επομένως τα παραπάνω αποδεικτικά δεδομένα σε σχέση με το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων και της βλάβης που επήλθε στους ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών το Δικαστήριο καθορίζει την οφειλόμενη στον πρώτο χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 40.000 € Ευρώ και στον β' ενάγοντα στο ποσό των 30.000 € Ευρώ. Για τον προσδιορισμό αυτό του ποσού της οφειλομένης χρηματικής ικανοποίησης το Δικαστήριο αυτό λαμβάνει υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι η επιδίκαση των ελαχίστων ορίων των προβλεπομένων από το νόμο, που προκειμένου για σταθμούς τοπικής εμβέλειας όπως στη προκειμένη περίπτωση, είναι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στην νομική σκέψη, 30.000.000 δρχ. (88.041,09 € Ευρώ) παραβιάζει την ως άνω αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού ενόψει του είδους και του μεγέθους της προσβολής και των συνεπειών της". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως των εναγόντων και απορρίψεως της αντίθετης εφέσεως των εναγομένων, αναγνώρισε την υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στους ενάγοντες προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους τα (μεγαλύτερα από την πρωτόδικη) ποσά των 40.000 και 30.000 για τον πρώτο και δεύτερο από αυτούς αντιστοίχως. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 4 παρ.10 του ν.2328/1995, 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, 25 παρ.1, 14 παρ.1 του Συντάγματος, 10 παρ.1 εδ.α'και β της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και 367 παρ.1γ και 2β του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, καθ'οσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα: α)Η από τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), δια μέσου του μη πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), μετάδοση δι'ερωταποκρίσεων αναληθών ισχυρισμών προσκεκλημένων του και τηλεθεατών, όπως και προσβλητικών χαρακτηρισμών που αμφισβητούσαν την ηθική αξία των εναγόντων μοναχών, β)Η υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου δημοσιογράφου, ο οποίος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των αναμεταδιδομένων δια του τηλεοπτικού σταθμού από τους καταγγέλλοντες προσβλητικών της τιμής των εναγόντων περιστατικών, αλλά με τη συγκαταβατική επιδοκιμασία τούτων έδειχνε να τα υιοθετεί. γ)Η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, διότι τα μειωτικά της τιμής τους περιστατικά και οι χαρακτηρισμοί που αποδόθηκαν σ'αυτούς, κατά την ως άνω τηλεοπτική εκπομπή, περιήλθαν σε γνώση σημαντικού αριθμού ανθρώπων (τηλεθεατών), ενόψει του ότι ναι μεν δεν αναφέρθηκαν τα ονόματα των εναγόντων, το γεγονός όμως ότι στις αναφερόμενες δύο μονές αυτοί μόναζαν (στην τελευταία μάλιστα χωρίς άλλα πρόσωπα) δεν καθιστούσε δυσχερή την αναγνώρισή τους από κάποιον που θα έδειχνε ενδιαφέρον να εξακριβώσει τα πρόσωπα που αφορούσαν οι τηλεοπτικές κατηγορίες. δ)Η μη συνδρομή λόγου άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του δεύτερου εναγομένου από το ότι επέτρεψε την τηλεοπτική μετάδοση των ως άνω μειωτικών της τιμής των εναγόντων περιστατικών, διότι δεν ήταν αυτά αντικειμενικώς αναγκαία για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης αυτού, ως ενεργούντος από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και την άσκηση ελέγχου στον τρόπο διαβίωσης των εναγόντων ως μοναχών και λειτουργών της εκκλησίας, ενώ επι πλέον κατέτειναν και σε προσβολή της τιμής των εναγόντων. ε)Η μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες ως χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους ποσών 40.000 και 30.000 δραχμών για τον πρώτο και δεύτερο από τους τελευταίους αντιστοίχως, καθ'οσον ενόψει των προσώπων των εναγόντων, του είδους της προσβολής της προσωπικότητάς τους, του βαθμού υπαιτιότητας του δεύτερου εναγομένου και των περιστάσεων γενικώς, δεν προκύπτει υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 δύο τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Τέλος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων ως μοναχών του Αγίου Όρους, είναι απαράδεκτος, καθ'οσον οι με τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους (ν.δ.10/16-9-1926) επιβαλλόμενοι στους μοναχούς περιορισμοί από υλικές απολαύσεις και τη διατήρηση περιουσίας, ως αποτρεπτικούς παράγοντες της επιδιωκόμενης πνευματικής ανάτασης και βελτίωσης των ψυχικών αρετών από τους μονάζοντες στο Άγιο Όρος, δεν επηρεάζει την ικανότητα δικαίου αυτών (άρθρο 34 ΑΚ) και τη συναφή με αυτή ικανότητα να είναι διάδικοι (άρθρο 62 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια δεν υποκαθίστανται, κατά την άσκηση αγωγών χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους για παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς τους, από τα ΝΠΔΔ των Ιερών Μονών, όπου μονάζουν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176 Κ.πολ.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2008 αίτηση με τους 20-11-2008 πρόσθετους λόγους των ALTER CHANEL κλπ για αναίρεση της 7101/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβολή προσωπικότητας με αναμετάδοση δια μέσου τηλεοπτικού σταθμού ανακριβών πληροφοριών για το βίο μοναχών (εναγόντων)δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (57, 59, 932 ΑΚ, 3 παρ. 1β ν. 2328/1995). Επαρκής αιτιολογία του Εφετείου. Απορρίπτει ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔικ. Απορρίπτει ως απαράδεκτο λόγο αρ. 8 ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων που δεν είχε πρωτοδίκως, διότι τούτο συντελείται επιτρεπτώς κατ' άρθρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔικ. (όμοια 751/2011.
| null | null | 0
|
Αριθμός 759/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αδάμου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 313/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Θ. Σ. του Β. και 2)Κ. Κ. του Α. και πολιτικώς ενάγουσα την Ά. Μ. του Θ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1257/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με τη πράξη ή παράλειψή του. Όταν δε το έγκλημα της σωματικής βλάβης είναι απότοκο της συντρέχουσας αμέλειας περισσότερων προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται ως προς την ευθύνη του αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και τους συγκατηγορουμένους του Θ. Σ. και Κ. Κ.) σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της Ά. Μ. (τους συγκατηγορουμένους του και για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών από αμέλεια), πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Στις 22/2/2005, στην ..., ο πρώτος κατηγορούμενος ως υπεύθυνος οικοδομικών εργασιών (διαμόρφωση εξωτερικού χώρου) επί νεόδμητης οικοδομής στη συμβολή των οδών ... και ... και ο δεύτερος κατηγορούμενος ως οδηγός του εκσκαπτικού μηχανήματος κατά τη διάρκεια των εργασιών άλλαξαν τις πινακίδες Ρ-2 (stop) και Ρ-27 (απαγόρευση αριστερής στροφής) από την πλευρά της οδού ... σε απόσταση 12 μέτρων και πίσω από ξύλινη κολώνα της ΔΕΗ με συνέπεια να μην είναι ορατές από τους οδηγούς οχημάτων επί της οδού ... προκαλώντας ανωμαλία στη συγκοινωνία και δη στο σημείο διασταύρωσης των οδών ... και ... με συνέπεια το με αριθμό κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο κινούμενο επί της οδού ... και οδηγούμενο από τον τρίτο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) να συγκρουσθεί με το με αριθμό ... ΙΧΕ που οδηγούσε ο Γ. Τ. επί της οδού ... και να τραυματιστεί η συνεπιβαίνουσα Ά. Μ.. Αμέλεια επέδειξε και ο ως άνω οδηγός (Χ. Τ., τρίτος κατηγ. - αναιρεσείων) αφού δεν οδηγούσε με δέουσα προσοχή ούτε μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να συγκρουστεί με το ανωτέρω όχημα και να τραυματιστεί η εγκαλούσα. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ...". Στο δε διατακτικό, αναγράφεται, ως προς τον αναιρεσείοντα, ότι αυτός "από έλλειψη της προσοχής του στην οδήγηση που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και συγκεκριμένα στη διασταύρωση των οδών ... και ..., δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Τ. του Α., κάτοικος ..., κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και να τραυματιστεί η εγκαλούσα Ά. Μ., η οποία υπέστη την ανωτέρω περιγραφόμενη σωματική βλάβη (κάκωση κρανίου αυχένος)".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τη προς τον ήδη αναιρεσείοντα την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εξειδικεύεται στην απόφαση α)ότι η σωματική βλάβη της παθούσας οφειλόταν και στη (συντρέχουσα) αμέλεια του αναιρεσείοντος, β) σε τι συνίστατο η αμέλεια αυτού (στο ότι, ενώ πλησίαζε σε διασταύρωση, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του) και γ) το είδος της αμελείας του (μη συνειδητή - δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα). Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο ναι μεν δέχεται ότι οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος αφαίρεσαν από τη διασταύρωση τις πινακίδες Ρ-2 και Ρ-27 και τις έκρυψαν, έτσι ώστε αυτός, όση επιμέλεια και αν έδειχνε, δεν μπορούσε να τις δει και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούντο στην οδό ..., με κατεύθυνση από τη Δύση προς την Ανατολή, (όπως αναφέρεται στο διατακτικό, το οποίο αφορά τους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος), πλην εστιάζει την αμέλεια του ιδίου στην πρόκληση του ατυχήματος στο ότι αυτός (έστω, δηλαδή, και αν δεν φαίνονταν οι πινακίδες ή δεν υπήρχαν τέτοιες στην πορεία του) όφειλε, ενόψει διασταυρώσεως, να οδηγεί με τη δέουσα προσοχή και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Δεν συνδέει, δηλαδή, την αμέλεια του αναιρεσείοντος με το αν αυτός μπορούσε ή όχι να δει τις πινακίδες, αφού δεν του αποδίδει ότι παραβίασε την προτεραιότητα του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε η παθούσα. Επομένως, καμιά αντίφαση δεν υπάρχει ως προς τις ως άνω παραδοχές. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η ταχύτητα του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, αφού δεν του αποδίδεται ότι αυτός είχε υπερβεί κάποιο όριο. Αρκεί η παραδοχή ότι, εφόσον πλησίαζε σε διασταύρωση, όφειλε να ανακόψει την ταχύτητά του (οποιαδήποτε και αν ήταν αυτή), με την έννοια ότι έπρεπε να σταματήσει και να ελέγξει αν μπορούσε να διέλθει από τη διασταύρωση ακινδύνως. Και γ) η διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών, για την οποία καταδικάσθηκαν οι συγκατηγορούμενοί του, δεν ήταν το μοναδικό αίτιο του ατυχήματος, το οποίο οφειλόταν, κατά τα ανωτέρω, και σε αμέλεια του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 20/10.9.2010 αίτηση του Χ. Τ. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 313/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από (συντρέχουσα) αμέλεια και του αναιρεσείοντος, η οποία συνίστατο στο ότι αυτός δεν μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του προ διασταυρώσεως, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η ταχύτητα με την οποίο κινείτο. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 752/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21.3.11 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 2145/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρόδου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 592/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α
Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της εμφανίστηκε η δικηγόρος Αλίκη Σαμαρά και ζήτησε αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, διότι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση Εμμανουήλ Βλάχος έστειλε στον κ. Σακαλόγλου, δικηγόρο, εξουσιοδότηση, προκειμένου να παραστεί αυτός, ο οποίος όμως δεν έχει λάβει ακόμη τη νομιμοποίηση. Το εν λόγω αίτημα αναβολής πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο, καθόσον ο επικαλούμενος λόγος αναβολής δε συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, κατά την έννοια του άρθρου 515 παρ. 1 ΚΠΔ.
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 25 Αυγούστου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 14 Δεκεμβρίου 2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, με αίτημα του αναιρεσείοντος (ίδ. Τη 1959/2010 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου). Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κάποιος συνήγορός του για να τον εκπροσωπήσει. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος, για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης.
Απορρίπτει την, από 24 Μαρτίου 2010, αίτηση του Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., κατά της 2145/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτημα αναβολής. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 750/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3977/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον A. S. του N., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενο στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 52/29.11.2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1528/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον Κ.Ποιν.Δ. (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείου ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, ότι αυτός έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις 9άρθρο 30 παρ.1 Ν. 3459/2006), αφού η παραδοχή του οδηγεί είτε στο να μείνει ατιμώρητος ο δράστης, είτε στην επιβολή σ' αυτόν μειωμένης ποινής, κατά την παρ. 4 του άρθρου 30 του Ν. 3459/2006. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Τριμελές Εφετείο Α' βαθμού Αθηνών καταδίκασε τον κατηγορούμενο A. S. σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε ετών και πέντε μηνών και συνολική χρηματική ποινή δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ, για αγορά, κατοχή-πώληση κατ' εξακολούθηση, ιδιαίτερα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα, παράνομη κατοχή όπλου και πυρομαχικών και κατοχή παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, ο κατηγορούμενος κατέθεσε δια των πληρεξουσίων δικηγόρο του εγγράφως τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι τυγχάνει τοξικομανής σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 3459/2006, τον οποίο ανέπτυξαν και προφορικώς και ο οποίος κατά το ουσιώδες για τη θεμελίωσή του περιεχόμενο έχει ως εξής: "Είμαι τοξικομανής, εξαρτημένος στη χρήση ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα εξαρτημένος στη χρήση κοκαΐνης και ηρωίνης από την ηλικία των 23 ετών.
Συγκεκριμένα, σε ηλικία μόλις 19 ετών ξεκίνησα τη συστηματική χρήση χασίς ενώ τρία περίπου χρόνια αργότερα ξεκίνησα την χρήση κοκαΐνης. Στην ουσία αυτή εθίστηκα σχεδόν αμέσως, με αποτέλεσμα να σπαταλάω όλο μου τον χρόνο και τις οικονομίες, προκειμένου να βρω τρόπο να εξασφαλίσω για τον εαυτό μου την απαραίτητη ημερήσια δόση μου. Παράλληλα με την χρήση κοκαΐνης ξεκίνησα σταδιακά και την χρήση ηρωίνης, προκειμένου να αντιμετωπίσω τα έντονα διεγερτικά συμπτώματα που μου προκαλούσε η ουσία αυτή, ενώ συχνά συνδύαζα την χρήση ναρκωτικών ουσιών με αλκοόλ. Τα τελευταία χρόνια είχα ήδη καταστεί πολυτοξικομανής, ενώ είχα καταλήξει να καταναλώνω τουλάχιστον 2-2,5 γρ. ημερησίως από την κάθε ουσία.
Η εξάρτηση μου αυτή από τα ναρκωτικά με είχε καταστήσει ψυχοσωματικό ράκος, καταστρέφοντας τις σχέσεις με τον κοινωνικό μου περίγυρο, αλλά και την οικογένεια μου, από την οποία συχνά αναγκαζόμουν ακόμη και να κλέβω χρήματα, προκειμένου να πληρώσω τους προμηθευτές μου. Ακόμα και κάποιες αυτοσχέδιες προσπάθειες απεξάρτησης τις οποίες είχα πραγματοποιήσει απέτυχαν, καθώς οι αφόρητοι πόνοι στα οστά, τα ρίγη, οι έμετοι, οι εφιδρώσεις και τα υπόλοιπα έντονα στερητικά συμπτώματα που παρουσίαζα με ανάγκαζαν να εγκαταλείψω την προσπάθεια.
Τον τελευταίο μάλιστα χρόνο προ της συλλήψεως μου, η κατάσταση της υγείας μου είχε σημαντικά επιδεινωθεί και η εκ μέρους μου κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών είχε γίνει πλέον ανεξέλεγκτη. Περισσότερες από 6 φορές έχω κατά το παρελθόν επισκεφθεί το Ιατρείο Πόνου του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας (Θριάσιο), με συμπτωματολογία στερητικού συνδρόμου, ενώ ένα μόλις μήνα προ της συλλήψεως μου διεκομίσθην εκτάκτως με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στα επείγοντα περιστατικά του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Η ΕΛΠΙΣ" λόγω υπερβολικής δόσης κοκαΐνης (Σχ. 1 Α,' Β, Γ).
Ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός μου επιβεβαιώνεται από το σύνολο της δικογραφίας και της ενώπιον Σας αποδεικτικής διαδικασίας, κυρίως δε από την έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του εκ της κ. Ανακρίτριας διορισθέντος πραγματογνώμονα ψυχιάτρου - ψυχοθεραπευτή κ. Α. Τ., ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, πληρώντας τουλάχιστον έξι από τα κριτήρια που θέτει ο νόμος, ανήκω στα εξαρτημένα από τα ναρκωτικά άτομα, παρουσιάζοντας εξάρτηση τόσο από την ηρωίνη όσο και από την κοκαΐνη, με σημαντικού βαθμού έκπτωση στον καταλογισμό, ενώ θεωρεί την βαρύτητα της εξαρτητικής μου διεργασίας ως αξιοσημείωτη, κρίνοντας μάλιστα ότι χρήζω άμεσης εισαγωγής σε θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης.
Στο ως άνω συμπέρασμα, ο ψυχίατρος-πραγματογνώμονας κατέληξε ύστερα από πλήρη κλινική - ψυχιατρική μου εξέταση, η οποία διενεργήθηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού και κατά την οποία διαπιστώθηκαν συμπτώματα και κλινικά σημεία χαρακτηριστικά χρόνιας τοξικομανίας, σε συνδυασμό με την ΩΡΛ εξέταση που διενεργήθηκε από τον Ειδικό ΩΡΑ ιατρό κ. Ε. Κ., προκειμένου να διακριβωθούν οι ρινικές αλλοιώσεις που μου είχαν προκληθεί εξαιτίας της χρόνιας λήψης ναρκωτικών ουσιών δια της ρινικής οδού. Κατά την ανωτέρω ΩΡΛ εξέταση, προέκυψε σκολίωση ρινικού διαφράγματος δεξιά με ατροφία βλεννογόνου και μεσότητας του τετράπλευρου χόνδρου και σύστοιχα του σώματος της κάτω ρινικής κόγχης, αριστερά υπερτροφία της κάτω ρινικής κόγχης, ευρήματα ενδεικτικά - παθογνωμονικά της μακροχρόνιας κατάχρησης από το ρινικό βλεννογόνο μεγάλων δόσεων ψυχοδραστικών ουσιών.
Ο ως άνω ισχυρισμός μου, περί τοξικομανίας ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι κατά την κράτησή μου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, μου χορηγήθηκε ισχυρή φαρμακευτική αγωγή και συγκεκριμένα συνδυασμός αντικαταθλιπτικών, αγχολυτικών, υπνωτικών και αντιεπιληπτικών φαρμάκων.
Από τα ως άνω στοιχεία, ήτοι την ψυχιατρική εξέταση του ψυχιάτρου-πραγματογνώμονα, την αντικειμενική κλινική ΩΡΛ εξέταση, την φαρμακευτική αγωγή που μου χορηγήθηκε κατά το χρόνο κράτησης μου, τις ιατρικές βεβαιώσεις του Ιατρείου Πόνου του Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας (Θριάσιου) και του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Η ΕΛΠΙΣ", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία σχετικά με το ότι είμαι πράγματι τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλω την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών με τις δικές μου δυνάμεις και γι' αυτούς τους λόγους το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να με κρίνει ως τέτοιο".
Το ανωτέρω Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "...... είναι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στη δικογραφία έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή Α. Τ., που αναγνώσθηκε σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκα και συγκεκριμένα, α)το από 18.2.2009 εξιτήριο-ιατρική γνωμάτευση του Γ.Ν. Ελευσίνας "Θριάσιο", β)την από 27.5.2009 ιατρική βεβαίωση του Γ.Ν. Αθηνών "Η Ελπίς" και γ)την από 23.6.2009 ιατρική βεβαίωση του Γ.Ν. Ελευσίνας "Θριάσιο".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά δέχθηκε τον περί τοξικομανίας σαφή και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Αναφέρονται δε τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν και τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στήριξαν την κρίση του άνω Δικαστηρίου στην παραδοχή του άνω ισχυρισμού. Ειδικότερα το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το πόρισμα της από 27.10.2009 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από τον Ανακριτή ψυχιάτρου-ψυχοθεραπευτή Α. Τ., όπως και τις από 28.2.2009, 27.5.2009 και 23.6.2009 ιατρικές γνωματεύσεις και βεβαιώσεις των Γενικών Νοσοκομείων "Θριάσιο" και "Ελπίς" αντίστοιχα κατέληξε στην άνω κρίση του ότι ο κατηγορούμενος έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με δικές του δυνάμεις, παραδοχές που είναι επαρκείς για την πληρότητα της αιτιολογίας.
Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την παραδοχή του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 52/29.11.2010 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3977/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη λόγου αναιρέσεως του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή από το Δικαστήριο της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, καταδικασθέντος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών ότι είναι τοξικομανής.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 748/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις (δύο) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Β. Τ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Αγίου Στεφάνου Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, και 2) Α. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καραντζόπουλο, περί αναιρέσεως της 405, 426, 449/2009, 150,178, 179, 255, 311, 352, 385, 386, 387/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους:
1. Το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο,
2. Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια,
3. Οργανισμό Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γατέα,
4. Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "ΡΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γατέα, και
5. Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Πατρών", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπάκα.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Νοεμβρίου 2010 και 19 Νοεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1600/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην κατ' αναίρεση δίκη κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους, μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων, εφόσον το Εφετείο έκρινε τις πολιτικές του απαιτήσεις, ακόμη και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν προσβάλλει την αφορώσα την πολιτική αγωγή διάταξη της αποφάσεως. Αν δεν προκύπτει ότι κλητεύθηκαν όλοι οι διάδικοι και κάποιος από αυτούς δεν εμφανισθεί, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες από 12.11.2010 (με αριθ. πρωτ. 9673/2010) αίτηση του Β. Τ. του Α. μετά των από 25.1.2011 προσθέτων αυτής λόγων και από 19.11.2010 (με αριθ. πρωτ. 9676/2010) αίτηση του Α. Π. του Π. πλήττεται η υπ' αριθ. 405, 426, 449/2009, 150, 178, 179, 255, 311, 352, 385, 386, 387/2010 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν ο από αυτούς Α. Π. για πλαστογραφία με χρήση και απάτη κατ' εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, καθώς και για νόθευση εγγράφου και χρήση πλαστού εγγράφου σε συνολική ποινή καθείρξεως 12 ετών και 10 μηνών και ο Β. Τ. για απλή συνεργεία στην κακουργηματική απάτη και την πλαστογραφία και για χρήση πλαστού εγγράφου σε συνολική ποινή καθείρξεως 10 ετών και 5 μηνών. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης και της πρωτόδικης υπ' αριθ. 256, 290-291, 526-527, 684/2007, 38, 295/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, μεταξύ άλλων (Ελληνικού Δημοσίου, Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου, Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, Πανεπιστημίου Πατρών και Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "ΡΙΟ ΠΑΤΡΩΝ"), ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) και ο ιατρός ενδοκρινολόγος Ν. Γ.. Ο τελευταίος, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά παρέστη ο ίδιος, εξετάστηκε χωρίς να ορκισθεί και δήλωσε ότι "παραμένει στην αξίωσή του ως πολιτικώς ενάγων ως πρωτοδίκως" (σελ. 56 πρακτικών). Σ' αυτούς (ΟΓΑ και Ν. Γ.) επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση, τόσο πρωτόδικος όσο και κατ' έφεση, το ποσό των 5.000 ευρώ και 44 ευρώ αντιστοίχως.
Οι πολιτικώς ενάγοντες αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Δικαστήριο αυτό, από την επιτρεπτή δε επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει κλήτευση τους να παραστούν στη δικάσιμο της 16.2.2011, από την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με την υπ' αριθ. 285/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των αιτήσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ τη συζήτηση των από 12.11.2010 (με αριθ. πρωτ. 9673/2010) και από 19.11.2010 (με αριθ. πρωτ. 9676/2010) αιτήσεων των Β. Τ. του Α. και του Α. Π. του Π., αντιστοίχως, μετά των από 25.1.2011 προσθέτων λόγων της πρώτης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 405, 426, 449/2009, 150, 178, 179, 255, 311, 352, 385, 386, 387/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση αιτήσεων αναιρέσεως γιατί δεν κλητεύθηκαν να παραστούν στον Άρειο Πάγο όλοι οι πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι είχαν παραστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και είχε επιδικασθεί σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 747/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 59464/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1517/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με χρονολογία 16 Δεκεμβρίου 2010 και 17 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως, προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, αντίστοιχα, του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2010 αίτηση του Κ. Τ. του Χ. για αναίρεση της 59464/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 746/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 5825/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1003/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
τον Αντεισαγγελέα Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 19 Οκτωβρίου 2010 και 20 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως του Αρχιφύλακα ... και του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λάμπρου Χούμου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στη δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στη ..., και στον αντίκλητό του Νικόλαο Νικολάου, δικηγόρο Αθηνών και κάτοικο Ν. Ψυχικού (Περικλέους 16), επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 24/20 Ιουλίου 2010 αίτηση του Γ. Τ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5825/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 744/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμαράκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 26606/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Αυγούστου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου απαιτείται να υπάρχει κατά τον χρόνο της ασκήσεώς του σχετική προς τούτο ειδική εντολή, η εντολή αυτή να έχει δοθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή με έγγραφη δήλωση με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή, ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο (συμβολαιογραφικό ή απλή έγγραφη δήλωση) στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Αρκεί δε και γενική πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι προσδιορίζεται σ' αυτή γενικώς η ποινική υπόθεση ή γίνεται απλή αναφορά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη υπ' αριθ. 44/20-8-2010 αίτηση αναιρέσεως που κατατέθηκε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 26606/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης κατά της υπ' αριθ. 12679/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί η κατηγορουμένη για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ (άρθρο 86 § 1 ΑΝ 86/67). Την ως άνω αίτηση αναιρέσεως, κατέθεσε στις 20-8-2010, "ως πληρεξούσιος" της κατηγορουμένης ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Στεφανής, "με βάση την από 19-8-2010 εξουσιοδότηση που επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή". Όμως, όπως προκύπτει από την προσαρτηθείσα στην εν λόγω έκθεση αναιρέσεως από 19-8-2010 εξουσιοδότηση της ήδη αναιρεσείουσας, με αυτή παρέχεται η εντολή στον άνω δικηγόρο και στους δικηγόρους Γεωργία Γιαννουράκου και Κωνσταντίνο Σαμαράκη "να εκπροσωπούν πλήρως την αναιρεσείουσα σε κάθε Δικαστική (ακόμη και ενώπιον του Ανωτάτου Ακυρωτικού ή του ΣτΕ), Δημόσια (ιδίως Αστυνομικά), Ανεξάρτητη (ενδεικτικά Συνήγορο του Πολίτη) ή Ιδιωτική Αρχή, με δυνατότητα ελεύθερης επιλογής των μεθόδων ή των υπερασπιστικών μέσων, τα οποία θεωρούν ως αναγκαία", χωρίς αναφορά του αριθμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή γενικώς της υποθέσεως για την οποία η εντολή αυτή.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο εντολή, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 § 1, 509 και 513 παρ. 1α ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 44/20-8-2010 αίτηση της Κ. Σ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 26606/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη, ελλείψει εξουσιοδοτήσεως από τον καταθέσαντα αυτήν.
| null | null | 0
|
Αριθμός 743/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.6130/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1416/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 στοιχ.α'και δ'του Ν.2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων είναι τα πυροβόλα όπλα (πιστόλια, περίστροφα κ.λπ.), ενώ πυρομαχικά είναι τα πάσης φύσεως εφόδια βολής, ιδίως τα φυσίγγια πυροβόλων κ.λπ. όπλων, κατά δε το άρθρο 7 παρ.1, 2α και 8α του ίδιου νόμου η κατοχή των όπλων και πυρομαχικών απαγορεύεται, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 7 παρ.8α του νόμου αυτού ποινές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 128θ παρ.1 και 4 του Ν.2725/1999 "ερασιτεχνικός-επαγγελματικός αθλητισμός κ.λπ", όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 60 του Ν.3057/2002. "1.Όποιος χορηγεί σε αθλητή φυσική ή χημική ουσία η βιολογικό ή βιοτεχνολογικό υλικό ή εφαρμόζει σ'αυτόν μέθοδο που απαγορεύονται από την κοινή απόφαση του άρθρου 128Γ'του παρόντος, με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής του διάθεσης ικανότητας.....τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη....". "4.Όποιος κατασκευάζει....εισάγει, κατέχει, προσφέρει ή χρηματοδοτεί την προμήθεια των ουσιών και μεθόδων της παραγράφου 1 με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής διάθεσης, ικανότητας και απόδοσης αθλητών, κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων ή εν όψει της συμμετοχής τους σ'αυτούς τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε'του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.6130/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών και παράβασης του άρθρου 128Θ' παρ.4 του Ν.2725/1999 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και τριών μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και συνολική χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων πενήντα (1.550) ευρώ. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Στην Αθήνα στις 21-10-2003, τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: 1)α)Κατείχε παράνομα, όπλο, πρόσφορο για άμυνα και επίθεση και όχι προς οικιακή, επαγγελματική, εκπαιδευτική ή άλλη συναφή χρήση. Συγκεκριμένα κατελήφθη να κατέχει παράνομα άνευ αδείας της Αστυνομικής Αρχής του τόπου κατοικίας του (Δ/νση Όπλων Ασφαλείας Αττικής) ένα πιστόλι μάρκας LLAMA των 8mm (38c) με serial number 199833 β)κατείχε πυρομαχικά άνευ αδείας της ιδίας αρχής και δη δύο γεμιστήρες, 49 σφαίρες των 22mm, 1 σφαίρα 22mm, 1 σφαίρα των 7,65mm. 2)Εισήγαγε και κατείχε φυσικές ή χημικές ουσίες ή βιολογικές ή βιοτεχνικά υλικά με σκοπό την βελτίωση της αγωνιστικής διάθεσης αθλητών ή της ικανότητας ή της απόδοσης τους σε αγωνιστικό χώρο (αναβολικά) άνευ αδείας της αρμοδίας αρχής. Συγκεκριμένα συνελήφθη να κατέχει στο διαμέρισμά του (οδός ...) 3.130 δισκία αναβολικών φαρμάκων, αλλά αγνώστου συνθέσεως συνολικού βάρους 108 gr., οκτώ (8) αμπούλες αναβολικών και 184 δισκία αγνώστου συνθέσεως καίτοι γνώριζε ότι απαγορεύεται η εισαγωγή και κατοχή των άνω ουσιών". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στις 21-10-2010 υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, μετά από πληροφορίες που είχαν ότι κάποιο άτομο με ονοματεπώνυμο Ε. Σ., διακινεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μεγάλες ποσότητες αναβολικών ουσιών, αφού εντόπισαν το εν λόγω άτομο, που, όπως αποδείχθηκε, ήταν ο κατηγορούμενος, προέβησαν σε νόμιμη κατ' οίκον έρευνα στο επί της οδού ..., κατά την οποία διαπιστώθηκε, ότι ο κατηγορούμενος κατείχε 3.130 δισκία αναβολικών φαρμάκων, άλλα αγνώστου συνθέσεως συνολικού βάρους 108 γραμ., οκτώ (8) αμπούλες αναβολικών και 184 δισκία αγνώστου συνθέσεως, καίτοι γνώριζε, ότι απαγορεύεται η εισαγωγή και κατοχή των εν λόγω ουσιών. Τις ανωτέρω ουσίες εισήγαγε και κατείχε ο κατηγορούμενος με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής διάθεσης αθλητών, καθώς και της ικανότητας και της απόδοσης τους στον αγωνιστικό χώρο, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Επίσης, στο ίδιο διαμέρισμα του κατηγορουμένου, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα πιστόλι και διάφορα πυρομαχικά (γεμιστήρες, σφαίρες κλπ), όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικώς στο διατακτικό της παρούσας, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής." Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 εδ.α'και δ', αρθ.7 παρ.1, 2α, 8α ν.2168/99 και 128Θ παρ.4 εδ.1 ν.2795/99 όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 60 Ν.3057/2002. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες διότι α)με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος εισήγαγε και κατείχε τις εν λόγω ουσίες με σκοπό τη βελτίωση της αγωνιστικής διάθεσης των αθλητών και την ικανότητα της απόδοσής τους στον αγωνιστικό χώρο, το δικάσαν Εφετείο, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 128Θ'εδ.4α Ν.2795/1999, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, την οποία εφήρμοσε και η οποία είναι ευνοϊκότερη αυτής που ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 17 παρ.4 Ν.3708/2008. β)από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο "ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες" οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος τον χαρακτηρίζουν τοξικομανή και, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, δεν λήφθηκαν υπόψη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'του ΚΠοινΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, όταν διατάχθηκε η αναβολή της δίκης για κρείσσονες (ισχυρότερες) αποδείξεις, στο δικαστήριο της ουσίας ανήκει η κρίση περί του αν μπορεί αυτό να μορφώσει ασφαλή δικανική πεποίθηση για τη δικαζόμενη υπόθεση με τους μάρτυρες που εμφανίσθηκαν. Ενόψει τούτων, το δικαστήριο της ουσίας το οποίο επιλαμβάνεται της υποθέσεως μετά από απόφαση, με την οποία διατάχθηκαν κρείσσονες αποδείξεις κατά το άρθρο 355 του ΚΠοινΔ, μπορεί και αν δεν κλητευθούν ή δεν εμφανισθούν οι μάρτυρες των οποίων είχε διατάξει την προσέλευση, να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και να ανακαλέσει έτσι εμμέσως την προεκδοθείσα απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 548 του ΚΠοινΔ, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία. Επομένως, από το ότι δεν αναβλήθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, η δίκη για να προσέλθουν μάρτυρες κατηγορίας υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, η κλήτευση των οποίων είχε διαταχθεί με την υπ'αριθ.3189/2010 προηγούμενη παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου αλλά προχώρησε στην κατ'ουσία έρευνα της υποθέσεως, δεν επήλθε καμιά ακυρότητα και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο άλλωστε δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, υπέβαλε αίτημα νέας αναβολής για ισχυρότερες αποδείξεις προς εξέταση των μαρτύρων που δεν εμφανίσθηκαν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ.3, 492, 373, 310 παρ.2 και 463 ΚΠοινΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά του μέρους της ποινικής αποφάσεως, σχετικά με την απόδοση η δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων πραγμάτων έκρινε η απόφαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 ΠΚ. 1. "Αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συναυτουργούς. Για άλλες αξιόποινες πράξεις, το μέτρο αυτό μπορεί να ληφθεί μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος". 2. "Αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης ή δήμευση τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 128Θ'παρ.5 του Ν.2725/1999, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 60 του Ν.3057/2002 "εκτός από τις πιο πάνω ποινές διατάσσεται η δήμευση και καταστροφή των απαγορευμένων ουσιών, καθώς και των αντικειμένων ή εγγράφων που χρησίμευσαν ή διευκόλυναν την διάπραξη της παράβασης".
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη νόμου που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμης κατ'ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Εφετείο, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για τις πράξεις της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών και της εισαγωγής και κατοχής απαγορευμένων ουσιών (αναβολικών) διέταξε περαιτέρω, την "δήμευση κατασχεθέντων-καταστροφή κατασχεθέντων αναβολικών, που αναφέρονται στις από 21-10-2003 εκθέσεις κατασχέσεως". Για την δήμευση των εν λόγω κατασχεθέντων, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Επειδή πρέπει, κατά το άρθρο 76 ΠΚ 373 ΚΠΔ, να διαταχθεί η δήμευση των κατασχεθέντων και η καταστροφή των κατασχεθέντων αναβολικών δια της πιο πάνω εκθέσεως κατασχέσεως, που διαβάσθηκε, σύμφωνα με το διατακτικό της". Από την επισκόπηση μιάς εκ των τριών αναγνωσθεισών από 21-10-2003 εκθέσεων κατασχέσεως που συντάχθηκε από υπαλλήλους του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών του ΣΔΟΕ Π.Δ.Αττικής, που παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του βασίμου του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι μεταξύ των κατασχεθέντων και δεσμευθέντων συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 13050 ευρώ και 800 UPD. Όμως το δικαστήριο δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με βάση την οποία δήμευσε τα άνω ποσά των 13050 ευρώ και 800 UPD, ήτοι ποια είναι η σχέση τους με τα εγκλήματα που τέλεσε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων. Επομένως ο τελευταίος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ειδικώς για την δήμευση των άνω χρημάτων είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ως προς τη διάταξή της περί δημεύσεως των εν λόγω χρηματικών ποσών. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ) ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθ.6130/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε η δήμευση του ποσού των δέκα τριών χιλιάδων πενήντα (13.050) ευρώ και οκτακοσίων (800) UPD που κατασχέθηκαν με την από 21-10-2003 έκθεση κατάσχεσης που συντάχθηκε από τους υπαλλήλους του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών του ΣΔΟΕ.ΠΔ Αττικής Α. Χ., Ι. Β. και Σ. Β..
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ'αριθ.253/25-8-2010 αίτηση του Ε. Σ. του Ι. περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.6130/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράνομη κατοχή όπλων και εισαγωγή και κατοχή απαγορευμένων ουσιών (αναβολικών). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη αιτιολογίας. Παραδοχή λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την δήμευση χρηματικού ποσού. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 737/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 191/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1537/2010.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολιτικώς Ενάγουσας και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 17 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του ... Υπαλλήλου του καταστήματος Κράτησης Κομοτηνής, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ) και τη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση του Ι. Μ. του Π. για αναίρεση της 191/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 736/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Π. Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 197/28-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 227/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Σ. του Μ., και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Τ., κάτοικο ..., 2) Α. Τ., κάτοικο ..., 3) Α. Ζ., κάτοικο ..., 4) Β. Α., κάτοικο ..., 5) Δ. Τ., κάτοικο ..., 6) Ι. Α., κάτοικο ..., 7) 1, κάτοικο ..., 8) Σ. Τ., κάτοικο ..., 9) Χ. Μ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 21 Απριλίου 2010, 22 Σεπτεμβρίου 2010 και 17 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 483/2010.
Αφού άκουσε
Τον ίδιο τον αναιρεσείοντα καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείτο, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό συνολικό όφελος που επεδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. διατηρούν και υπό τον νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους (Ολ.ΑΠ 5/8 ). Ως γεγονότα νοούνται πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ούτε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ.ΑΠ 1420/1986).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, δεν παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη, ποινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 227/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της από κοινού απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. ή 150.000 ευρώ και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.
Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του διότι: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) Ε. Π. του Η.: Στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 1997 έως και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Σ. Σ. του Μ. και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένες περιουσίες, πείθοντας κάποιους σε πράξη, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό όφελος και η ζημία που προξενήθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 14.000.000 δραχμών (41.085,84 ευρώ), ενώ εξάλλου είναι πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Πλέον συγκεκριμένα, κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους εγκαλούντες Α. Μ. του Δ., Α. Ζ. του Ι., Κ. Κ. του Γ., Π. Κ. του Γ. και Χ. Μ. του Π., ότι ενόψει των γνωριμιών που διέθετε, αυτός μεν ως δικηγόρος Αθηνών και επί σειρά ετών βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο δε συγκατηγορούμενός του Σ. Σ. του Μ., ως οικονομικά ευκατάστατος εργοστασιάρχης κατασκευής καπέλων με ακίνητη περιουσία στη ... και στη ..., με καταθέσεις στις τράπεζες και με γνωριμίες στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους της Αθήνας με Υπουργούς και βουλευτές, είχε τη δυνατότητα να προβεί στην πρόσληψη και το διορισμό των τέκνων τους, ως υπαλλήλων στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ, σε ΟΤΑ, σε Τράπεζες και άλλους Οργανισμούς και μάλιστα σε θέσεις που επιθυμούσαν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, μέσω του ΑΣΕΠ και χωρίς να μετέχουν στο σχετικό διαγωνισμό, αντί αμοιβής 1.500.000 δραχμών για κάθε διορισμό στην αρχή και 2.000.000 δραχμών μεταγενέστερα, τα ποσά δε αυτά, σύμφωνα με τις οδηγίες του, όφειλαν να τα καταθέτουν οι εγκαλούντες στο με αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο συγκατηγορούμενός του Σ. Σ. στην τράπεζα Πίστεως. Με τις προεκτεθείσες δε ψευδείς παραστάσεις του, τις οποίες γνώριζε ότι ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς, αφού δεν είχε τη δυνατότητα του διορισμού των τέκνων των εγκαλούντων στις προαναφερόμενες θέσεις και οι οποίοι (διορισμοί) άλλωστε ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, έπεισε τους εγκαλούντες και αυτοί κατέθεσαν τμηματικά και κατά περίπτωση, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 1997 έως και το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στον προαναφερόμενο λογαριασμό του Σ. Σ., 4.500.000 δραχμές ο πρώτος, 3.000.000 δραχμές ο δεύτερος, 1.500.000 δραχμές ο τρίτος, 2.000.000 δραχμές ο τέταρτος και 3.000.000 δραχμές ο πέμπτος από αυτούς, βλάπτοντας με την ενέργειά του αυτή την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα προαναφερόμενα ποσά, με αντίστοιχη ισόποση δική του παράνομη ωφέλεια, αφού ουδέποτε επέστρεψε τα ποσά αυτά στους εγκαλούντες παρά τις συνεχείς οχλήσεις των τελευταίων. Τις παραπάνω δε πράξεις, τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή επανειλημμένα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και έχοντας σταθερή ροπή προς τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητός του.
Β) Οι κατηγορούμενοι Ε. Π. του Η. και Σ. Σ. του Μ.:
Στο ..., στο ... και στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 1997 έως και τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργούντες με πρόθεση και από κοινού, και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένες περιουσίες, πείθοντας κάποιους σε πράξη, με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό όφελος και η ζημία που προξενήθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 11.000.000 δραχμών (32.281,73 ευρώ), ενώ εξάλλου είναι πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Πλέον συγκεκριμένα, κατά τους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργούντες ύστερα από κοινή συναπόφαση και με κοινό δόλο, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους εγκαλούντες Ι. Α. του Σ., Β. συζ. Ι. Α. το γένος Ν., Σ. Τ. του Α., Δ. Τ. του Α., Α. Τ. του Α., Α. Τ. του Π. και Α. συζ. Χ. Κ. το γένος Κ., ότι ενόψει των γνωριμιών που διέθεταν, ο πρώτος μεν ως δικηγόρος Αθηνών και επί σειρά ετών βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, ο δεύτερος δε ως οικονομικά ευκατάστατος εργοστασιάρχης κατασκευής καπέλων με ακίνητη περιουσία στη ... και στη ..., με καταθέσεις στις τράπεζες και με γνωριμίες στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους της Αθήνας με Υπουργούς και βουλευτές, είχαν τη δυνατότητα να προβούν στην πρόσληψη και το διορισμό τους, ως υπαλλήλων στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ, σε ΟΤΑ, σε Τράπεζες και άλλους Οργανισμούς και μάλιστα σε θέσεις που επιθυμούσαν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, μέσω του ΑΣΕΠ και χωρίς να μετέχουν στο σχετικό διαγωνισμό, αντί αμοιβής 1.500.000 δραχμών για κάθε διορισμό στην αρχή και 2.000.000 δραχμών μεταγενέστερα, τα ποσά δε αυτά, σύμφωνα με τις οδηγίες τους, όφειλαν να τα καταθέτουν οι εγκαλούντες στο με αριθμ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο Σ. Σ. στην τράπεζα Πίστεως. Με τις προεκτεθείσες δε ψευδείς παραστάσεις τους, τις οποίες γνώριζαν ότι ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα του διορισμού των εγκαλούντων στις προαναφερόμενες θέσεις και οι οποίοι (διορισμοί) άλλωστε ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν, έπεισαν τους εγκαλούντες και αυτοί κατέθεσαν τμηματικά και κατά περίπτωση, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 1997 έως και τον Αύγουστο του ιδίου έτους, στον προαναφερόμενο λογαριασμό του Σ. Σ., 1.500.000 δραχμές ο πρώτος, 1.500.000 δραχμές η δεύτερη, 1.500.000 δραχμές ο τρίτος, 1.500.000 δραχμές ο τέταρτος, 1.500.000 δραχμές η πέμπτη, 2.000.000 δραχμές η έκτη και 1.500.000 δραχμές η έβδομη από αυτούς, βλάπτοντας με την ενέργειά τους αυτή την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα προαναφερόμενα ποσά, με αντίστοιχη δική τους παράνομη ωφέλεια, αφού ουδέποτε επέστρεψαν τα ποσά αυτά στους εγκαλούντες παρά τις συνεχείς οχλήσεις των τελευταίων. Τις παραπάνω δε πράξεις, τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή επανειλημμένα με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και έχοντας σταθερή ροπή προς διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους".
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά το είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν,όσον αφορά αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 1997 έως Αύγουστο 1997 από κοινού αποφάσισαν να εξαπατήσουν κατοίκους των περιοχών ... και ... προκειμένου να τους αποσπάσουν διάφορα χρηματικά ποσά. Έτσι κατέστρωσαν σχέδιο εξαπάτησης αφελών θυμάτων. Εμφανίστηκαν και διέδιδαν ότι μπορούσαν να διορίσουν τους ίδιους ή τα παιδιά τους έναντι αμοιβής σε διάφορες υπηρεσίες μέσω του ΑΣΕΠ. Ο Ε. Π. δεν επιθυμούσε να εμφανίζεται ο ίδιος σε τέτοιες παράνομες συναλλαγές. Γι' αυτό και συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Σ. Σ. να εμφανίζεται αυτός ως το σημαίνον πρόσωπο που διατηρούσε διασυνδέσεις με πολιτικά πρόσωπα και ανθρώπους του ΑΣΕΠ και έτσι είχε τη δυνατότητα να πετύχει το διορισμό στο Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή τράπεζες ή ΔΕΚΟ. Ο κατηγορούμενος Ε. Π. και επί σειρά ετών βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, εμφανίστηκε λοιπόν στο καφενείο του Σ. Α. στο ..., ως πολιτευτής πλέον και διέδιδε ότι έχει φίλο, εννοώντας τον Σ., που εμφάνιζε ως εργοστασιάρχη καπέλων με ακίνητη περιουσία στη ... και στη ..., ο οποίος είχε διασυνδέσεις με πολιτικούς και ανθρώπους του ΑΣΕΠ και μπορούσε να διορίσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους αντί αμοιβής 1.500.000 δρχ. για κάθε διορισμό στην αρχή και 2.000.000 δρχ. μεταγενέστερα. Τα νέα έγιναν αμέσως γνωστά στην περιοχή και πολλοί έσπευσαν να συναντήσουν τον Π. στο δικηγορικό του γραφείο στην Αθήνα για να τους γνωρίσει τον Σ.. Αυτός που ήταν έμπορος, είχε μισθώσει μεγάλο γραφείο στο κέντρο των Αθηνών (οδός ...), με υπαλλήλους που λειτουργούσε κατ' επίφαση για εμπορικές δραστηριότητές του, στην πραγματικότητα όμως σαν βιτρίνα εξαπάτησης του κοινού. Τα θύματα ξεπέρασαν τα 100 και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι Α. Μ., Α. Ζ., Κ. Κ., Π. Κ. και Χ. Μ., που κατέβαλαν σε λογαριασμό του Σ. Σ. με αρ. ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως, 4.500.000δρχ. ο πρώτος, 3.000.000δρχ. ο δεύτερος, 1.500.000 δρχ. ο τρίτος, 2.000.000 δρχ. ο τέταρτος και 3.000.000 δρχ. ο πέμπτος. Επίσης κατέθεσαν τμηματικά χρήματα στον ίδιο λογαριασμό και οι Ι. Α., Β. σύζ. Ι. Α., Σ. Τ., Δ. Τ., Α. Τ., Α. Τ. και Α. συζ. Χ. Κ. και ειδικότερα 1.500.000 δρχ. ο πρώτος, 1.500.000 δρχ. η δεύτερη, 1.500.000 δρχ. ο τρίτος, 1.500.000 δρχ. ο τέταρτος, 1.500.000 η πέμπτη, 2.000.000 δρχ. η έκτη και 1.500.000 δρχ. η έβδομη. Τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν για τους διορισμούς συγκέντρωνε ο Π., τα οποία τα θύματα απέστελναν στην Αθήνα στο φαξ αυτού. Μάλιστα, αυτός τους έλεγε ότι θα παρακάμψουμε τον ΑΣΕΠ, αλλά τα ονόματα των παιδιών τους που διορίζονται θα έμπαιναν σε καταστάσεις του ΑΣΕΠ και τους παρότρυνε να φέρουν και άλλους να πληρώσουν και να διοριστούν, Ο ίδιος πήγαινε κάθε Σαββατοκύριακο στο καφενείο του Α. στο ... και τους έλεγε να μην ανησυχούν, μάλιστα δε, κάποια φορά έφερε και τον Σ. στο ίδιο καφενείο για να τους καθησυχάσει, ενόψει του ότι αυτοί άρχισαν να διαμαρτύρονται για την καθυστέρηση των διορισμών. Μάλιστα ο Π. τους εμφάνισε και πλαστό φωτοαντίγραφο ανύπαρκτης αποφάσεως του ΑΣΕΠ, όπου αναφέρονται οι διορισμοί παιδιών σε διάφορες υπηρεσίες. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Π. είχε δώσει τον ατομικό του λογαριασμό καταθέσεων στο μάρτυρα Δ. Κ., ο οποίος κατέθεσε χρήματα για τα παιδιά του και άλλα τέσσερα παιδιά. Ο κατηγορούμενος Σ. δέχεται ότι τελέστηκαν οι παραπάνω πράξεις, αλλά ισχυρίζεται ότι υπήρξε ο ίδιος θύμα του Π. διότι του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθούσε να πάρει επιδότηση από τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Επίσης ισχυρίζεται ότι τα χρήματα που κατέθεταν τα θύματα τα έδιδε στον Π. και ότι μετά την ανακάλυψη της απάτης κατέβαλε χρήματα σε αυτόν για να τα επιστρέψει στους εξαπατηθέντες. Το τελευταίο όμως περιστατικό δεν αποδεικνύεται. Οι ανωτέρω όμως διορισμοί ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι δεν πρόκειται να γίνουν τέτοιοι διορισμοί, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα του διορισμού των ανωτέρω προσώπων στις προαναφερόμενες θέσεις. Αλλά πέτυχαν με την ανωτέρω παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, να πείσουν τα ανωτέρω θύματα να τους καταβάλουν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 14.000.000 δρχ. (41.085,84 €), ως προς την πρώτη πράξη που εισάγεται μόνο για τον Ε. Π. (διότι γι' αυτήν έχει καταδικαστεί ο κατηγορούμενος Σ. με την υπ'αρ. 1315/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών) και 11.000.000 δρχ (32.281,73 €) για τη δεύτερη πράξη που αφορά και τους δυο, βλάπτοντας έτσι την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα ανωτέρω ποσά με αντίστοιχη ισόποση δική τους παράνομη ωφέλεια. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσαν αυτοί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης εκ μέρους των και τη μεθοδική απατηλή δράση τους για να παριστούν από αυτήν εισοδήματα, διοχετεύοντας σε τρίτους τεχνηέντως την δήθεν δυνατότητά τους να επιτυγχάνουν το διορισμό τους στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, έναντι αμοιβής, προκύπτει σκοπός τους για τον πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή τους για διάπραξη απατών, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι του εγκλήματος της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 5.000.000 δρχ. (15.000 €). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Σ. περί δεδικασμένου διότι καταδικάστηκε για την ίδια πράξη με την υπ. αρ. 1315/2006 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί. Διότι με την απόφαση αυτή καταδικάστηκε για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, που τέλεσε σε βάρος των Α. Μ., Κ. Κ., Α. Ζ., Π. Κ. και Χ. Μ., ενώ με την παρούσα απόφαση καταδικάζεται για την ίδια μεν πράξη, που τέλεσε όμως σε βάρος διαφορετικών προσώπων, ήτοι των Ι. Α., Β. Α., Σ. Τ., Δ. Τ., Α. Τ., Α. Τ. και Α. Κ.. Ο κατηγορούμενος Ε. Π., ηλικίας 76 πλέον ετών, ισχυρίζεται ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ) και ζητεί να του αναγνωριστεί το εν λόγω ελαφρυντικό, επικαλούμενος ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, διετέλεσε βουλευτής από το 1989 έως το 1994, είναι δικηγόρος, ότι υπήρξε πρόεδρος τοπικής εκκλησιαστικής επιτροπής στην Α., ψάλτης Ζωοδόχου Πηγής ..., πρόεδρος του αθλητικού σωματείου "Παναργειακός", γενικός γραμματέας του αθλητικού σωματείου ΑΕΚ, σύμβουλος ΕΠΟ και ΕΠΑΕ, μέλος ΕΕΣ και πρωταθλητής στίβου σε μικρή ηλικία. Επίσης ζητεί να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του αρθρ.84 παρ. 2ε ΠΚ, διότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του, χωρίς να υποπέσει έκτοτε σε οποιουδήποτε είδους παραβατική συμπεριφορά. Οι ελαφρυντικές όμως αυτές περιστάσεις δεν πρέπει να του αναγνωριστούν, διότι οι ανωτέρω πράξεις απάτης τελέστηκαν απ' αυτόν με τρόπο που δείχνει ότι αυτός είναι άτομο με χαρακτήρα που πάντοτε (δηλαδή πριν και μετά τις πράξεις) υπέκρυπτε μια άκρως επικίνδυνη ηθική διαστροφή. Μάλιστα μετά την πράξη του επιδίωξε να συγκαλύψει αυτήν, εμφανιζόμενος ως θύμα του Σ.. Για αυτό ζήτησε από πολλά θύματα να του χορηγήσουν πληρεξούσιο για να υποβάλει μήνυση κατ' αυτού, ενώ σε άλλα θύματα που στράφηκαν εναντίον του μετά την αποκάλυψη της απάτης υπέβαλε μηνύσεις και άσκησε αγωγές εναντίον τους, με σκοπό να τα εκφοβίσει".
Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή της απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ' και 386 § 1 και 3α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, η αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επιμέρους αποδεικτικών μέσων. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) από την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων, από μόνο δε το λόγο ότι παρέλειψε να τα σχολιάσει, από δε την ανάγνωση, ειδικώς, της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι αυτονόητο και δεδομένο ότι αναγνώσθηκαν και τα πρακτικά της και συνεκτιμήθηκαν όσα διαλαμβάνονται σ' αυτά, ενώ περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, κατ' εκτίμηση, περί αντιθέσεως των εγγράφων αυτών προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, β) δεν υπάρχει αντίφαση σκεπτικού και διατακτικού με την παραδοχή στο σκεπτικό "ότι δεν επιθυμούσε (ο κατηγορούμενος) να εμφανίζεται ο ίδιος σε τέτοιες παράνομες συναλλαγές γι' αυτό συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Σ. Σ. να εμφανίζεται αυτός ως σημαίνον πρόσωπο ...", ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι "ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους εγκαλούντες ότι ως δικηγόρος Αθηνών και επί σειρά ετών βουλευτής ... είχε την δυνατότητα να προβεί στην πρόσληψη και το διορισμό ...", διότι το Δικαστήριο επισημαίνοντας ιδιαίτερα τις απατηλές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου προς τους εγκαλούντες, δέχεται ότι αυτός ενεργούσε καλυπτόμενος από τον συγκατηγορούμενό του, το δε σκεπτικό και διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται χωρίς να απαιτείται παραπομπή από το σκεπτικό στο διατακτικό. γ) Ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 § 3 ΠΚ και δεν υπερέβη το δικάσαν Δικαστήριο την εξουσία του με το να απορρίψει την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση της παραγραφής διότι η πράξη που κατεδικάσθη φέρει την μορφή του κακουργήματος, με τις παραδοχές ότι το παράνομο περιουσιακό συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ και ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως τρίτος και δεύτερος του κυρίως δικογράφου και πρώτοι των από 21-4-2010, 23-10-2010 και 17-2-2011 των τριών δικογράφων των προσθέτων λόγων που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 § 2 ΚΠοινΔ), όπως και ο συναφής πέμπτος λόγος του κυρίως δικογράφου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας της παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατά το άρθρο 368 ΚΠοινΔ μετά την απολογία του κατηγορουμένου και την εξέταση του αστικώς υπευθύνου, ο διευθύνων την συζήτηση ερωτά τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι από τη μη τήρησή της δεν απαγγέλλεται ακυρότητα, ούτε από την παράλειψη αυτής παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων, που προσήκουν στον κατηγορούμενο, γιατί αυτός αν έχει ανάγκη συμπληρωματικής εξέτασης ή διευκρίνισης μπορεί να την ζητήσει, οπότε, αν ο διευθύνων την συζήτηση την αρνηθεί, είτε το δικαστήριο, στο οποίο ακολούθως προσέφυγε ο κατηγορούμενος, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 170 § 2 ΚΠοινΔ, επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος και το πρώτο σκέλος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, δίνει ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε τον λόγο στους συνηγόρους του, κατ' άρθρο 368 ΚΠοινΔ, πριν δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα περί της ενοχής του, χωρίς να διατείνεται, ότι οι συνήγοροί του ζήτησαν τα εκ του άρθρου αυτού παρεχόμενα δικαιώματά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πέραν του ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, ρώτησε τους συνηγόρους εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και απάντησαν αρνητικά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος αναφέρονται, μεταξύ άλλων και τα εξής υπ' αύξοντα αριθμό: 17. "Το από 22-11-2001 κατηγορητήριο του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ι. Μαγκούτα". 18. "Η από 23-3-2000 αίτηση ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου ...". 25. "Καταστάσεις ακινήτων Ελλάδος". 45. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 9-6-97". 46. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 20-6-97". 47. "3 αποδείξεις καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 21-4-97". 48. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 20-6-97". 49. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 12-12-97". 50. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 28-4-98". 51. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 21-4-98". 52. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 9-7-97". 53. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 1-8-97". 54. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 13-6-97". 55. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 21-4-97". 65. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 11-12-97". 57. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 11-12-97". 58. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 10-6-97". 59. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 10-3-98". 60. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 26-6-97". 61. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 4-8-97". 62. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 5-8-97". 63. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 21-4-97". 64. "Απόδειξη καταθέσεως Alpha Τράπεζα Πίστεως από 9-7-97". 99. "Πέντε χειρόγραφες αποδείξεις εισπράξεως από 5-4-97, 24-4-97, 13-5-97, 12-7-97, 29-8-97". 107. "Οι με αριθμό 5682 από 17-2-2004 ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις". 112. "Η από 8-7-97 απόδειξη παραλαβής χρημάτων". 122. "Διάφορα δημοσιεύματα εφημερίδων". 130. "Τον υπ' αριθ. κλησ. 285/04 κλητήριο θέσπισμα". 134. "Το υπ' αριθ. 122 Γενικό δικαστικό πληρεξούσιο". 149. "σελίδα από την από 26-9-2000 μήνυση κατά Σ. Σ.". 150. "φωτοτυπία σελίδων από απόφαση Δικαστηρίου με καταθέσεις των Μ. Σ. και Μ. Μ.". 157. "Κατάσταση παράδοσης και επιστροφής χρημάτων σε θύματα των κυρίων Π. και Μ. από Σ. Σ.". 168. "αναλυτικός πίνακας παράδοσης και επιστροφής χρημάτων προς τους δανειστές του κ. Π. δια χειρός του κ. Σ. Σ. με συνημμένες αποδείξεις". Ο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, ... . Κατά το έτερο σκέλος του από 21-4-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων, δεύτερος του από 23-9-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται κατά τα στοιχεία ταυτότητός τους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 § 3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί κατά την § 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Όταν συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 του ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 § 2 ΠΚ θεωρούνται μεταξύ άλλων το ότι ο υπαίτιος "έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ. α'), "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη πράξη του" (περ. ε'). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, κατέθεσε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του εγγράφως τους παρακάτω ισχυρισμούς, για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 α' και ε' ΠΚ τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικώς και οι οποίοι, κατά το ουσιώδες για τη θεμελίωσή τους περιεχόμενο, έχουν ως εξής: Α) "Μέχρι την τέλεση των υπό κρίση αδικημάτων διήγε έντιμο ατομικό οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο χωρίς ποτέ να απασχολήσει με οποιονδήποτε τρόπο τις αστυνομικές ή ανακριτικές αρχές, όπως προκύπτει από το λευκό ποινικό του μητρώο. Ειδικότερα, α) προ της αποδόσεως σε βάρος του της υπό κρίση κατηγορίας έως και σήμερα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκλέχτηκε Πρόεδρος του συλλόγου Αργιτών φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ασκεί τη δικηγορία για χρονικό διάστημα πενήντα (50) περίπου ετών, διατηρώντας το δικηγορικό του γραφείο στην Αθήνα. Ήδη μάλιστα από το έτος 1970 έχει προαχθεί σε δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω. Διατέλεσε επίσης βουλευτής ... από το έτος 1989 έως το έτος 1993. Κατά τη διάρκεια της θητείας του προάσπισε τα συμφέροντα των συμπατριωτών του με τρόπο αποτελεσματικό και ανιδιοτελή.
β) έχει κατά καιρούς διατελέσει πρόεδρος τοπικής εκκλησιαστικής επιτροπής στην Α. και ψάλτης στη Ζωοδόχο Πηγή ..., ενώ έχει επίσης ασχοληθεί με τη συγγραφή, στα πλαίσια πάντα της προσπάθειάς του για την ανάδειξη της ιδιαίτερης πατρίδας του.
γ) Με αφορμή την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό, καθώς σε νεαρή ηλικία υπήρξε πρωταθλητής στο στίβο σε Πανελλήνια Πρωταθλήματα Νέων, διατέλεσε επίσης πρόεδρος του αθλητικού σωματείου "Παναργειακός", με ενεργό συμμετοχή στην κατασκευή αθλητικού κέντρου στο ..., Γενικός Γραμματέας του αθλητικού σωματείου, "Α.Ε.Κ.", σύμβουλος στην Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (Ε.Π.Ο.) και στην Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιρειών (Ε.Π.Α.Ε.) και αθλητικός συντάκτης σε διάφορα έντυπα. Υπήρξε επίσης ουσιαστικός υποστηρικτής του ερασιτεχνικού αθλητισμού.
δ) Επί δεκαετίες ανέπτυξε επιπλέον εντονότατη κοινωνική, πολιτιστική και φιλανθρωπική δραστηριότητα, όντας μέλος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού με δραστηριότητα σχετική με την εθελοντική αιμοδοσία, προσφέροντας πόρους και προσωπική εργασία για τη δημιουργία μονάδας αιμοκάθαρσης στο Νοσοκομείο Άργους και παρέχοντας αμισθί νομικές υπηρεσίες σε ασθενείς, άπορους και εν γένει ευρισκόμενους σε ανάγκη συμπατριώτες του. Β) Από το Σεπτέμβριο του έτους 1997, οπότε και τελέστηκαν οι τελευταίες από τις αποδιδόμενες σε βάρος του πράξεις, μέχρι και σήμερα, δηλαδή επί δεκατρία (13) σχεδόν συναπτά έτη, επέδειξε άριστη ατομική και κοινωνική ζωή. Ειδικότερα, έως και σήμερα και δη κατόπιν της τελέσεως των αποδιδομένων σε βάρος του πράξεων, χωρίς να έχει υποπέσει έκτοτε σε οποιουδήποτε είδους παραβατική συμπεριφορά, διάγει βίο έντιμο και υποδειγματικό. Σε ηλικία εβδομήντα έξι (76) πλέον ετών συνεχίζει να εργάζεται ως δικηγόρος και να ασχολείται με κοινωνικά και ανθρωπιστικά θέματα".
Το ανωτέρω Δικαστήριο στο τέλος του σκεπτικού του δέχθηκε "Οι ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις δεν πρέπει να του αναγνωρισθούν, διότι οι ανωτέρω πράξεις απάτης τελέσθηκαν απ' αυτόν με τρόπο που δείχνει ότι αυτός είναι άτομο με χαρακτήρα που πάντοτε (δηλαδή πριν και μετά τις πράξεις) υπέκρυπτε μία άκρως επικίνδυνη ηθική διαστροφή. Μάλιστα μετά την πράξη του επιδίωξε να συγκαλύψει αυτήν, εμφανιζόμενος ως θύμα του Σ.. Για αυτό ζήτησε από πολλά θύματα να του χορηγήσουν πληρεξούσιο για να υποβάλει μήνυση κατ' αυτού ενώ σε άλλα θύματα που στράφηκαν εναντίον του μετά την αποκάλυψη της απάτης υπέβαλε μηνύσεις και άσκησε αγωγές εναντίον τους με σκοπό να τους εκφοβίσει". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 ΠΚ, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που το οδήγησαν στην απορριπτική κρίση του.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως κατά το ένα σκέλος τους, τέταρτος του κυρίως δικογράφου, τρίτος του από 23-9-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων και δεύτερος του από 17-2-2011 δικογράφου των προσθέτων λόγων. Όμως, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, δεν διέλαβε σχετικώς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία θεμελιώνει την απορριπτική του κρίση, ούτε αναφέρθηκε στα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά προς θεμελίωση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στο πρόσωπό του.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως κατά το έτερο σκέλος τους, τέταρτος του κυρίως δικογράφου, τρίτος του από 23-9-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων και δεύτερος του από 17-2-2011 δικογράφου των προσθέτων λόγων και πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση ως προς την αντίστοιχη διάταξή της, αλλά και εκείνη της επιβολής ποινής. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 227/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εν μέρει και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2α ΠΚ και την επιβολή ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά, την από 3-2-2010 αίτηση και τους από 21-4-2010, 23-9-2010 και 17-2-2011 προσθέτους λόγους του Ε. Π. του Η. περί αναιρέσεως της ίδιας υπ' αριθ. 227/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση. Πράξη τελεσθείσα προ της εφαρμογής του νόμου 2721/1999. Διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα εάν συνολική ζημία ή το συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ (15.000 ευρώ) έστω και αν υπολείπονται οι μερικότερες πράξεις εφόσον η πράξη τελέσθηκε υπό την επιβαρυντική περίσταση της κατ’ επάγγελμα η κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως και προσθέτων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας, απόλυτη ακυρότητα εκ του ελλιπούς προσδιορισμού των αναγνωσθέντων εγγράφων. Παραδοχή του λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ορισμένου αιτήματος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει.
| null | null | 2
|
Αριθμός 750/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. συζ. Π. Α., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., 2. Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 3. Δ. Α. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Καλλιόπη Τσικλητήρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7042/1999 μη οριστική, 1337/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2829/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Νοεμβρίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1904 του ΑΚ "Ο κληρονόμος με απογραφή ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας έως το ενεργητικό της. Καμμιά σύγχυση δεν επέρχεται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της κληρονομίας". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1904, 1902, 1903, 1905, 1912, 1527 και 1625 του Α.Κ. συνάγεται ότι προκειμένου για πρόσωπα ανίκανα ή περιορισμένης ικανότητας προς δικαιοπραξία (όπως ανήλικοι), για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους γίνεται πάντοτε επ'ωφελεία απογραφής, το ευεργέτημα αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ευθύνης του κληρονόμου μέχρι το ενεργητικό της κληρονομικής περιουσίας, η οποία αποχωρίζεται αυτοδικαίως από την περιουσία του κληρονόμου και αποτελεί χωριστή ομάδα, με την έννοια όχι ότι ευθύνεται ο κληρονόμος και με τη δική του περιουσία μέχρι της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού της κληρονομίας, αλλά ότι ευθύνεται με τα ίδια τα στοιχεία του ενεργητικού της και μόνον μέχρις αυτών, σε τρόπο ώστε τυχαία απώλεια ή καταστροφή ή χειροτέρευσή τους να τον απαλλάσσει από αντίστοιχη ευθύνη. Εξάλλου, δεν δύνανται οι κληρονομικοί δανειστές να επιληφθούν της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου (Γ.Μπαλή Κληρ.Δίκ. παρ.194, 2, σελ.302, Α.Τούση Κληρ.Δίκ.παρ.210 σελ.538), εκτός αν επήλθε έκπτωση από το ευεργέτημα της απογραφής λόγω παρόδου άπρακτης της ενιαύσιας προθεσμίας από τότε που απέκτησε ο κληρονόμος πλήρη ικανότητα προς δικαιοπραξία και δεν συνέταξε απογραφή. Ούτε επίσης απαλλάσσεται από την ευθύνη έναντι των δανειστών της κληρονομίας ο εξ απογραφής κληρονόμος, ώστε από τη σχετική δήλωσή του να μη νομιμοποιούνται εκείνοι να στρέφονται εναντίον του προς ικανοποίησή τους, λόγω ανεπάρκειας του ανεργητικού της κληρονομίας (ΑΠ 1163/1981) ή να ματαιώνει τη δικαστική ενάσκηση των δικαιωμάτων τους ο κληρονόμος με την προσφορά της σε χρήμα αξίας των κληρονομιαίων κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, επωφελούμενος την τυχόν επί πλέον διαφορά από τη μεγαλύτερη μεταγενέστερη αξία τούτων σε βάρος των δανειστών της κληρονομίας. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ'αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης από εγγυητική ευθύνη του κληρονομηθέντος από τους αναιρεσείοντες Ν.Τ. σε σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό μεταξύ της αναιρεσίβλητης πιστοδότριας και της Αθηναϊκής Χαρτοποιϊας Α.Ε.(μη διαδίκου πιστολήπτριας), το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελή τον προταθέντα πρωτοδίκως και με σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων ισχυρισμό τους, ότι τον θανόντα κατά τις 24-11-1977 εγγυητή Ν.Τ., του οποίου αυτοί κατέστησαν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, διαδέχθηκαν, λόγω της ανηλικότητάς τους, με το ευεργέτημα της απογραφής και η υποχρέωσή τους θα έπρεπε να περιορισθεί από το επιδικασθέν ποσό των 477.619 ευρώ στο ισάξιο, κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας (24-11-1977), του ενεργητικού της κληρονομίας, ήτοι 1.547.885 δραχμές (4.542,50 ευρώ). Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 1904 ΑΚ. καθ' οσον με τα ως άνω - και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου - εκτιθέμενα περιστατικά, η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως εξ απογραφής κληρονόμων του κληρονομηθέντος από αυτούς εγγυητή ευθυνομένου έναντι της αναιρεσίβλητης για την ασφάλεια της πληρωμής του δανείου της προς την Αθηναϊκή Χαρτοποιΐα Α.Ε, δεν παρείχε σ'αυτούς το δικαίωμα να ματαιώσουν τη δικαστική επιδίωξη της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης εναντίον αυτών με την προσφορά της αξίας των κληρονομιαίων κατά τον προ εικοσαετίας και πλέον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, ενώ υπέγγυα ήταν αυτούσια τα κληρονομιαία για την ικανοποίηση αυτής της αξίωσης κατά την αξία του χρόνου της εκτελέσεως. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11/2009 αίτηση των Χ. Α. κλπ για αναίρεση της 2829/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κληρονόμος με υπογραφή (1904 ΑΚ) έχει περιορισμένη ευθύνη έως το ενεργητικό της κληρονομιάς, αλλά με τα ίδια τα στοιχεία του ενεργητικού της και όχι με την εκτιμηθείσα αξία τους κατά την υπογραφή διότι μπορεί σε μεταγενέστερο χρόνο που επισπεύδουν οι δανειστές της κληρονομίας να μεταβλήθηκε αυτή η αξία (αυξομοιώθηκε). Έτσι κρίνοντας το Εφετείο προέβη σε ορθή εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 ΑΚ και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ. Μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 751/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. του Αρχιμανδρίτου Ν., κατά κόσμον Ν. Κ. του Δ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., 2. Του Ιερού Π., κατά κάσμον Α. Ρ., του Γ., εγκαταβιούντος νυν εις το ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντο Θεοδωρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρον 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε - Τηλεοπτικές Ραδιοφωνικές Δραστηριότητες" και με τον διακριτικό τίτλο "ALTER CHANNEL", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. του Σ. Χ., τηλεπαρουσιαστού - δημοσιογράφου, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Γεώργιο Γεραρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5897/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7101/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Απριλίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 3 παρ. 1β του ν. 2328/1995 ορίζεται ότι "Οι κάθε είδους εκπομπές (περιλαμβανομένων και των διαφημίσεων) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 10 του ίδιου νόμου προβλέπεται η ανάλογη εφαρμογή του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 και για τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και για τους υπευθύνους (νόμιμο εκπρόσωπο της αδειούχου εταιρίας, δημοσιογράφο, παρουσιαστή εκπομπής κλπ) ορίζονται τα ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (100.000.000 και 30.000.000 δραχμές για τηλεοπτικούς σταθμούς πανελλήνιας ή τοπικής εμβέλειας αντιστοίχως κ.λ.π.), θεμελιώνεται δε γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός από τα υπόλοιπα υπεύθυνα φυσικά πρόσωπα. Ως προς τα οριζόμενα όμως με το νόμο ελάχιστα ποσά χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του δικαιούχου, το δικαστήριο οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.δ. 53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης, ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Τέλος το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α)οι δυσμενείς κρίσεις ..... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον .....", στη 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α)όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β)όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία προστατεύουν το σύνταγμα και οι νόμοι, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώρηση γεγονότων, ως και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Έτσι είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο ειδικός χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή του άλλου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του όρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984).
Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά τις 20-9-2004 και ώρα 18.00', δια μέσου του τηλεοπτικού σταθμού ALTER της πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης μεταδόθηκε από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-εναγόμενο δημοσιογράφο η εκπομπή με τίτλο "TOP SECRET", με αντικείμενο τον προσηλυτισμό νεαρών γυναικών στη μοναστική ζωή από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες μοναχούς και τον σύμφωνο (ή μη) με τις ορθόδοξες ιερατικές και μοναστικές αξίες τρόπο ζωής αυτών, χωρίς να γίνει μνεία των ονομάτων τους, αλλά των μοναστηριών προέλευσής (...) και εγκαταβίωσης αυτών (...), όπως και την ιδιότητα του πρώτου από αυτούς ως ηγουμένου και του δευτέρου ως διακόνου. Στη συνέχεια αφού αναφέρονται οι αποτελούσες και περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής αιτιάσεις των προσκεκλημένων της εκπομπής Α. Β., Μ. Κ., Ι. Δ. και Β. Γ., όπως και παρεμβαινόντων τηλεφωνικώς τηλεθεατών που αφορούσαν, δόλιες ενέργειες των εναγόντων για απόσπαση νεαρών κοριτσιών από τις οικογένειές τους, που διαμαρτύρονται, η μη ηθική καθαρότητα του βίου των εναγόντων (χωρίς να κατονομάζονται ρητώς πάντοτε) λόγω ομοφυλοφιλικών σχέσεών τους, ερωτικής αλληλογραφίας τους, εισόδου, σε ακατάλληλες ώρες, γυναικών στη μονή τους, όπου οι δυό τους μόνον διέμεναν και γενικά ο έκλυτος βίος τους, συνοψίζονται οι παραδοχές του Εφετείου στο ότι: "Οι προσκεκλημένοι και συμμετέχοντες στην ως άνω τηλεοπτική εκπομπή προέβαλαν ισχυρισμούς και επικαλέσθηκαν γεγονότα, τα οποία ήταν αναληθή, ήτοι για τον πρώτο μεν ενάγοντα ότι: 1) είναι κακοποιό στοιχείο, 2) με ερωτικές επιστολές "ξεσήκωνε το μυαλό, μαγνήτιζε και αποσπούσε από τις οικογενειές τους νεαρές γυναίκες που τον ακολουθούσαν εγκαταλείποντας τα σπίτια τους", 3) είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική ζωή του, δηλ. ήταν ομοφυλόφιλος, και δη ότι είχαν συλληφθεί (και ο β' ενάγων) να επιδίδονται σε ομοφυλοφιλικές ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχαν εκδιωχθεί από την ..., 4) διάγουν έκλυτον βίο με έντονη διασκέδαση, ξενύχτια κλπ. Πολλές δε γυναίκες παρευρίσκονται στο μοναστήρι της ... κατά τις ώρες που δεν επιτρέπεται η είσοδος και 5) ότι μαγαρίζει το ράσο ο ενάγων, για τον δεύτερο δε ενάγοντα, ότι είχε ιδιαιτερότητα στη σεξουαλική του ζωή δηλ. ήταν ομοφυλόφιλος και δη είχε συλληφθεί να επιδίδεται σ' ερωτικές περιπτύξεις και για το λόγο αυτό είχε εκδιωχθεί από τη ... και διάγει έκλυτο βίο. Τα ως άνω περιστατικά δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ήσαν ενάρετοι και διαβιούν σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχικού βίου (βλ. ιδίως την από 6.3.2002 κατάθεση του Μητροπολίτη ... ενώπιον της Πταισματοδίκου ... που αναφορικά με τον α' ενάγοντα κατέθεσε ότι είναι "ενάρετος, αφιλοχρήματος και συνεπής προς τις μοναχικές του υποχρεώσεις"). Σημειώνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ του Μητροπολίτου και του α' ενάγοντα είχαν διαταραχθεί συνεπεία της αντιδικίας που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής. Ούτε αποδείχθηκε ότι εκδιώχθηκαν από τη ... όπως διαδίδεται, στην ως άνω εκπομπή, από άγνωστη μητέρα, διότι δήθεν ήταν ομοφυλόφιλοι, αντίθετα από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι απεχώρησαν από την ... μετά από την άδεια του Μητροπολίτη ...ς. Επίσης αποδείχθηκε ότι διήγαν ενάρετο βίο κατά την παραμονή τους στη Μονή του Οσίου ... με σημαντικό ποιμαντικό έργο που ήταν αποδεκτό από τους κατοίκους των ... (βλ. σχετικά έγγραφα με τα οποία γονείς και μαθητές της ως άνω πόλεως ζητούσαν να τεθούν σε λειτουργία και πάλι τα κατηχητικά στα οποία δίδασκε ο πρώτος ενάγων). Αναφορικά δε με τις καταδικαστικές δικαστικές αποφάσεις που αναφέρεται στην ως άνω εκπομπή, ότι υπάρχουν σε βάρος του β' ενάγοντα, είναι γεγονός ότι στη διένεξη που δημιουργήθηκε μεταξύ των εναγόντων και της ερανικής επιτροπής της Ιεράς Μονής ... δημιουργήθηκαν δίκες από τις οποίες υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις για τους ενάγοντες. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί και τα γεγονότα που διαδόθηκαν από τους προσκεκλημένους κατά τη διάρκεια της εκπομπής TOP SECRET ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Ο δε β' εναγόμενος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των γεγονότων που διεδόθησαν στην εκπομπή, όμως αντελήφθη την βαριά προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και τα επικαλούμενα γεγονότα και παρά ταύτα όχι μόνον δεν επεσήμανε το ατόπημα αυτό ή δεν ζητούσε εξηγήσεις αλλά περαιτέρω επιδοκίμαζε αυτά τα οποία έλεγαν και έτσι εμφανίσθηκε στους ακροατές ν' αποδέχεται τα λεγόμενα από τους συνομιλητές του με συνέπεια να προσβάλει από πρόθεση την προσωπικότητα και ειδικότερα την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων έχοντας και αυτός, βάσει του ως ανωτέρω τρόπου εκδήλωσης της προσβολής, σκοπό εξυβρίσεως, δηλ. εκφράσεως καταφρονήσεως από αυτόν προς τους ενάγοντες. Από όλες τις ως άνω πράξεις των εναγομένων, οι οποίες είναι παράνομες και υπαίτιες συνάγεται σαφώς, ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητά των, ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας των και η καταβολή προς αυτούς χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έπαθαν από τις προεκτιθέμενες προσβολές. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, αν και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση στο άρθρο 363 ΠΚ αντί του 362 ΠΚ, οι οποίες αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας (αρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης. Επίσης τα παραπάνω γεγονότα που διαδόθηκαν στην προεκτιθέμενη εκπομπή δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και την άσκηση ελέγχου στο τρόπο διαβίωσης των εναγόντων ως μοναχών και λειτουργών της εκκλησίας, καθότι κατέτειναν στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων με σκοπό εξύβρισης, όπως παραδεκτά ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν τον ισχυρισμό αυτό ως εφεσίβλητοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με συνέπεια να έχουν λάβει χώρα έξω από τα όρια του, από τη δημοσιογραφία, δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των εναγομένων για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση των ακροατών της εκπομπής. Επομένως η ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης που ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 367§1 ΠΚ που υποβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου και επαναφέρεται παραδεκτά κατ άρθρο 240 ΚΠολΔ, με πρόσθετο λόγο έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι ο ένδικος τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης εναγομένης είναι εφοδιασμένος με την μ' αριθ. 19209/Ε/9.9.1993 ειδική άδεια των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, με βάση την οποία εκπέμπει μέχρι σήμερα ως σταθμός τοπικής εμβέλειας για το Νομό Αττικής-με ειδική άδεια τεχνικής δικτύωσης, προκειμένου ν' αποκτήσει εθνική εμβέλεια και δεν διαθέτει όμως τεχνική δικτύωση με αυτοδύναμα μέσα, αλλά αντιθέτως, χρησιμοποιεί για αναμετάδοση των προγραμμάτων του τις εγκαταστάσεις τοπικών σταθμών. Έτσι και ενόψει του ότι ως ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός εθνικής εμβέλειας νοείται εκείνος που έχει λάβει άδεια της κατηγορίας αυτής, και μπορεί ~ αυτοδυνάμως να καλύπτει με τηλεοπτικά σήματα ολόκληρη την επικράτεια, ο ένδικος σταθμός δεν εντάσσεται στους σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Το γεγονός δε της κάλυψης με τηλεοπτικά σήματά του αρκετών περιοχών της Ελλάδας, δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίσει το σταθμό ως εθνικής εμβέλειας, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω, η κάλυψη αυτή δεν γίνεται με δικά του μέσα, αλλά με παρεμβολή σταθμών που ανήκουν σε τρίτους. Με βάση επομένως τα παραπάνω αποδεικτικά δεδομένα σε σχέση με το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων και της βλάβης που επήλθε στους ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών το Δικαστήριο καθορίζει την οφειλόμενη στον πρώτο χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 40.000 € Ευρώ και στον β1 ενάγοντα στο ποσό των 30.000 € Ευρώ. Για τον προσδιορισμό αυτό του ποσού της οφειλομένης χρηματικής ικανοποίησης το Δικαστήριο αυτό λαμβάνει υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι η επιδίκαση των ελαχίστων ορίων των προβλεπομένων από το νόμο, που προκειμένου για σταθμούς τοπικής εμβέλειας, όπως στη προκειμένη περίπτωση, είναι 30.000.000 δρχ. παραβιάζει την ως άνω αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού ενόψει του είδους και του μεγέθους της προσβολής και των συνεπειών της". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφασή, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως των εναγόντων και απορρίψεως της αντίθετης εφέσεως των εναγομένων, αναγνώρισε την υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους τα (μεγαλύτερα από την πρωτόδικη) ποσά των 40.000 και 30.000 για τον πρώτο και δεύτερο από αυτούς αντιστοίχως. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995, 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, 25 παρ. 1, 14 παρ.1 του Συντάγματος, 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 367 παρ. 1γ και 2β του Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα: α) Η από τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) δια μέσου του μη πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), μετάδοση δι' ερωταποκρίσεων αναληθών ισχυρισμών προσκεκλημένων του και τηλεθεατών, όπως και προσβλητικών χαρακτηρισμών που αμφισβητούσαν την ηθική αξία των εναγόντων μοναχών, β) Η υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου δημοσιογράφου, ο οποίος δεν γνώριζε μεν την αναλήθεια των αναμεταδιδομένων δια του τηλεοπτικού σταθμού από τους καταγγέλλοντες, προσβλητικών της τιμής των εναγόντων περιστατικών, αλλά με τη συγκαταβατική επιδοκιμασία τούτων έδειχνε να τα υιοθετεί, γ) Η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, διότι τα μειωτικά τις τιμής τους περιστατικά και οι χαρακτηρισμοί που αποδόθηκαν σ'αυτούς, κατά την ως άνω τηλεοπτική εκπομπή περιήλθαν σε γνώση σημαντικού αριθμού ανθρώπων (τηλεθεατών), ενόψει του ότι ναι μεν δεν αναφέρθηκε το όνομα των εναγόντων, το γεγονός όμως ότι στις αναφερόμενες δυο μονές αυτοί μόναζαν (στην τελευταία μάλιστα χωρίς άλλα πρόσωπα) δεν καθιστούσε δυσχερή την αναγνώρισή τους από κάποιον που θα έδειχνε ενδιαφέρον να εξακριβώσει τα πρόσωπα που αφορούσαν οι τηλεοπτικές κατηγορίες, δ) Η μη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας με την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες ως χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους ποσών 40.000 και 30.000 δραχμών για τον πρώτο και δεύτερο από τους τελευταίους αντιστοίχως, καθ' όσον ενόψει των προσώπων των εναγόντων, του είδους της προσβολής, της προσωπικότητάς τους, του βαθμού υπαιτιότητας του δεύτερου εναγομένου και των περιστάσεων γενικώς, δεν προκύπτει υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 του ΚΠολΔικ δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομικής προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 11/1996). Κατά δε το άρθρο 527 περίπτωση 1 του Κ.Πολ.Δικ. ο εφεσίβλητος παραδεκτώς προτείνει προς υπεράσπισή του κατά της εφέσεως και ισχυρισμούς που δεν είχε προτείνει παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τον τρίτο και τελευταίο από το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, για περιορισμένη (μη πανελλήνια) εμβέλεια του τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης από αυτούς και για τα περιστατικά προσδιορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ισχυρισμοί δεν είχαν προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προτάθηκαν για πρώτη φορά με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων στο Εφετείο. Επομένως, εφόσον οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) είχαν δικονομική ευχέρεια να προτείνουν κατά της εφέσεως των αναιρεσειόντων και πραγματικούς ισχυρισμούς που παρέλειψαν να προτείνουν παραδεκτώς πρωτοδίκως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο αυτούς τους ισχυρισμούς και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ 8 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίας των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση των ΑΡχ. Ν. κλπ για αναίρεση της 7101/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβολή προσωπικότητας με αναμετάδοση δια μέσου τηλεοπτικού σταθμού ανακριβών πληροφοριών για το βίο μοναχών (εναγόντων)δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης (57, 59, 932 ΑΚ, 3 παρ. 1β ν. 2328/1995). Επαρκής αιτιολογία του Εφετείου. Απορρίπτει ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από αρθρ. 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔικ. Απορρίπτει ως απαράδεκτο λόγο αρ. 8 ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων που δεν είχε πρωτοδίκως, διότι τούτο συντελείται επιτρεπτώς κατ΄ άρθρ. 527 περ. 1 ΚΠολΔικ. (όμοια 755/2011).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 731/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 434/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Ζ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1321/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης τελείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποία παραπλανάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει, ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος χωρίς να προσαπαιτείται πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον ενδιαφερόντα εν προκειμένω χρόνο (1995), ήτοι μέχρι την αντικατάστασή της (από 4-6-1996) με το άρθρο 1§11 του Ν. 2408/1996, αλλά και μετά απ' αυτήν και μέχρι την εκ νέου αντικατάστασή της με το άρθρο 14§4 του Ν. 2721/1999, το έγκλημα της απάτης έφερε κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος αυτής διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ανεξαρτήτως του ύψους του οφέλους που επιδιώχθηκε με αυτή ή της ζημίας που επήλθε. Μετά την εκ νέου ως άνω αντικατάσταση της εν λόγω διατάξεως, που ισχύει από 3-6-1999, η απάτη φέρει χαρακτήρα κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος αυτής διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ., ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευνοϊκότερη της προηγουμένης, αφού για το χαρακτήρα της απάτης ως κακουργήματος απαιτείται το πρόσθετο στοιχείο ότι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία πρέπει να υπερβαίνει το ως άνω ποσό. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δυο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται, εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινή μεταχείρισης. Ως γεγονότα, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένα την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ.ΑΠ 1420/1986). Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1§1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι, όμως, ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μικρότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτήν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής.
Αντίθετα, τελείται μια πράξη απάτης όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στον εξαπατημένο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσης πλάνης ο εξαπατώμενος προβαίνεις σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 434/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία είναι μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ο ίδιος δε διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα στις 11.2.1995 εμφανίσθηκε στον έμπορο φυτών Δ. Ζ. και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, άτι είναι μεγαλέμπορος ποτών, διατηρών κάβα ποτών στα ... και προμηθεύει με ποτά νυχτερινά κέντρα, καθώς και ότι εμπορεύεται μάρμαρα και διάφορα αλλά είδη με τα οποία εφοδιάζει ξενοδοχεία και δημόσιες υπηρεσίες (ΕΟΤ), παίρνοντας προμήθεια και έχει ακόμα μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου είναι φερέγγυο πρόσωπα. Έτσι τον έπεισε να συναλλαγεί μαζί του και να του πουλήσει τμηματικά με πίστωση διάφορα άνθη και φυτά καθώς και επτά σάκους λίπασμα. Οι παραδόσεις αυτές έγιναν: α) στις 13.2.1995 του παρέδωσε με το 1226/95 τιμολόγια πώλησης - δελτίο αποστολής φυτά αξίας 3.053.700 δραχμών, β) στις 14.2.1995 του παρέδωσε με το 1227/95 τιμολόγιο πώλησης -δελτίο αποστολής φυτά αξίας 3.778.640 δραχμών, γ) στις 26.2.1995 του παρέδωσε με το 1230/95 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής φυτά αξίας 7.218.000 δραχμών, δ) στις 27.2.1995 του παρέδωσε με το 1232/95 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής φυτά αξίας 6.485.400 δραχμών, ε) στις 3.3.1995 του παρέδωσε με το 1233/95 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής φυτά αξίας 6.777.000 δραχμών και στ) στις 7.3.1995 του παρέδωσε με το 1234/95 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής φυτά αξίας 3.024.000 δραχμών. Δηλαδή συνολικά φυτά αξίας 30.336.740 δραχμών. Παρέδωσε δε σ' αυτόν ο κατηγορούμενος τρεις επιταγές εκ των οποίων οι δυο ήταν πλαστές και όλες ακάλυπτες, αξίας 20.200.000 δραχμών. Στις παραπάνω πράξεις προέβη με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του το παράνομο περιουσιακό όφελος των 30.336.740 δραχμών, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του παθόντος, που υπέστη ιδιαίτερα μεγάλη ζημία. Ο ίδιος δε διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, δηλαδή επανειλημμένα για τον πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, δηλαδή με τρόπο που εμφανίζει ροπή αυτού στην τέλεση τέτοιων πράξεων".
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά το είδος αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στις 11.2.1995 εμφανίσθηκε στον έμπορο φυτών Δ. Ζ., πολιτικώς ενάγονται και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι μεγαλέμπορος ποτών, ότι διατηρεί κάβα ποτών στο ... και προμηθεύει με ποτά νυχτερινά κέντρα, καθώς και ότι εμπορεύεται μάρμαρα και διάφορα άλλα είδη με τα οποία εφοδιάζει ξενοδοχεία και δημόσιες υπηρεσίες (ΕΟΤ), παίρνοντας προμήθεια, και ακόμη ότι έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου είναι φερέγγυο άτομο. Έτσι έπεισε τον πολιτικώς ενάγοντα να συναλλαγεί μαζί του και να του πωλήσει τμηματικά με πίστωση διάφορα είδη φυτών, καθώς και επτά σάκους με λίπασμα. Ειδικότερα, στις 13.2.1995 ο πολιτικώς ενάγων παρέδωσε στον κατηγορούμενο φυτά, αξίας 3.053.700 δραχμών, εκδοθέντος του 1226/1995 τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής. Στις 14.2.1995 του παρέδωσε φυτά, αξίας 3.778.640 δραχμών, εκδοθέντος του 1227/1995 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής. Στις 26.2.1995 του παρέδωσε φυτά, αξίας 7.218.000 δραχμών, εκδοθέντος του 1230/1995 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής. Στις 27.2.1995 του παρέδωσε φυτά, αξίας 6.485.400 δραχμών, εκδοθέντος του 1232/1995 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής. Στις 3.3.1995 του παρέδωσε φυτά, αξίας 6.777.000 δραχμών, εκδοθέντος του 1233/1995 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής και στις 7.3.1995 παρέδωσε στον κατηγορούμενο φυτά αξίας 3.024.000 δραχμών, εκδοθέντος του 1234/1995 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής. Δηλαδή ο πολιτικώς ενάγων παρέδωσε στον κατηγορούμενο φυτά, συνολικής αξίας 30.336.740 δραχμών. Ο δε κατηγορούμενος παρέδωσε σε αυτόν επιταγές, αξίας 20.000.000 δραχμών, από τις οποίες οι δυο ήταν πλαστές και όλες ακάλυπτες. Έτσι με τις ως άνω μερικότερες πράξεις της απάτης ο κατηγορούμενος ωφελήθηκε παρανόμως κατά το ποσό των 30.336.740 δραχμών, με αντίστοιχη ζημία του πολιτικώς ενάγοντος, που είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Διαπράττει δε ο κατηγορούμενος απάτες κατ' επάγγελμα και συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση των προαναφερομένων πράξεων της απάτης αλλά και αυτών, για τις οποίες έχει καταδικασθ8εί κατά το παρελθόν και μνημονεύονται στο ποινικό του μητρώο, που αναγνώσθηκε μετά την περί ενοχής απαγγελία της απόφασης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος απάτης κακουργηματικής μορφής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 386 παρ.1 και 3 περ. α' και β' ΠΚ.
Ο ισχυρισμός της υπερασπίσεως του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί και τούτο γιατί, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά συγκροτούντα την έννοια της καλής μετά την πράξη του συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα, δεν αποδείχθηκε καλή διαγωγή αυτού σε ελεύθερη στη κοινωνία διαβίωση".
Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 § 3 του ΠΚ, όπως, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 § 11 του Ν. 2408/1996, αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, η οποία in concreto είναι επιεικέστερη από την ίδια διάταξη, όπως ίσχυε τόσον όταν η πράξη τελέσθηκε (το έτος 1995) όσον και υπό την ισχύν του Ν. 2408/1996, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να την παραβιάσει, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.
Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α)το σκεπτικό δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως, εφόσον το τελευταίο περιλαμβάνει όπως εν προκειμένω όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. β) το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στο αιτιολογικό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις σε τι συνίστανται οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στον εγκαλούνται - πολιτικώς ενάγοντα και επισημαίνει τον σκοπό του κατηγορουμένου προς αποκόμιση (ο ίδιος) παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ανέρχεται σε 30.336.740 δρχ. και ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσης της πράξεως. Γ) το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει τα γεγονότα που παρέστησε ψευδώς ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα που ανάγονται στο παρόν (μεγαλέμπορος ποτών - έμπορος μαρμάρων κτλ) αλλά και της μελλοντικές συμβατικές του υποχρεώσεις που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει με την μεταβίβαση (παράδοση) στον εγκαλούντα πλαστών επιταγών που δεν πληρώθηκαν. Δ) με τις παραδοχές "ότι από την επανειλημμένη τέλεση απατών και αυτών για τις οποίες έχει καταδικασθεί κατά το παρελθόν προκύπτει σκοπός αυτού (κατηγορουμένου) για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του". Πλήρως αιτιολογείται, χωρίς αντιφάσεις, η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της άνω πράξεως. Ε) κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για μια πράξη κακουργηματικής απάτης, συνεπεία της οποίας ο εξαπατηθείς προέβη σε έξι διαδοχικές επιζήμιες γι' αυτόν πράξεις (παραδόσεις φυτών) και όχι για απάτη κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα (με μικρότερες πράξεις αντίστοιχες προς τις έξι παραδόσεις φυτών) και συνεπώς ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως η αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 386 § 3 με το να μη δεχθεί ότι οι (κατ' αυτόν) μερικότερες πράξεις με ζημία μικρότερη των 5.000.000 δρχ. η κάθε μία είχαν πλημμεληματικό χαρακτήρα και είχαν, ως εκ τούτου παραγραφεί. Τούτο δε πέραν και ανεξαρτήτως του ότι μετά την αντικατάσταση της § 3 των άρθρων 386 ΠΚ με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999 που εφαρμόζεται ως ηπιότερος και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του, όπως προστέθηκε, πράξεις απάτης που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς του κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του εν λόγω ποσοτικού ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι συντρέχουν και οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους (Ολ.ΑΠ 5/2008). Επομένως οι αντίθετοι προς τα ανωτέρω, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ', Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 386 § 3 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και του ΚΠοινΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελείς ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενος στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την § 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 § 2 ΠΚ θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό ε'), "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τη πράξη του".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου που εκπροσωπούσε αυτόν στη δίκη, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως περί ενοχής ζήτησε "την επιείκεια του Δικαστηρίου και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2ε'ΠΚ". Ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά καλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτό ισχυρισμός, στον οποίο εκ περισσού απάντησε.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ υπό στοιχείο 1 ΣΤ' λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του περί της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως ισχυρισμού του, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 § 1 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επάγεται αφενός μεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 17 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, αφετέρου δε παραβίαση του περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Τέτοια έγγραφα είναι μόνον όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή είναι διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που προπαρατέθηκε, το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα υπ' αριθ. 1226/1995, 1227/1995, 1230/1995, 1232/1995, 1233/1995, 1234/1995 "τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής", τα οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως, δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. Εκ τούτου, όμως, ούτε απόλυτη ακυρότητα δημιουργήθηκε ούτε η δημοσιότητα της δίκης παραβιάσθηκε, ενόψει του ότι τα έγγραφα αυτά αναφέρονται στο κατηγορητήριο ως στοιχεία των ψευδών παραστάσεων και ήταν ως εκ τούτου γνωστά στον αναιρεσείοντα. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και έλλειψη δημοσιότητος κατά παραβίασης του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, διότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, χωρίς προηγούμενη ανάγνωση, τα ως άνω τιμολόγια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 60/22.7.2010 αίτηση του Ν. Χ. του Ι., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 434/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική απάτη. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 98 ΠΚ και απόλυτη ακυρότητα εκ της μη αναγνώσεως εγγράφων, τα οποία όμως ήταν στοιχεία του κατηγορητηρίου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 729/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.2734/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1076/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155§1 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", "λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ` αυτής τόπο ή χρόνο και β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος". Κατά δε το άρθρο 157§1 στοιχ. β περ. δ του ίδιου νόμου, η λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και "εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Περαιτέρω, το άρθρο 137 του ίδιου νόμου, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 7§2 του ν. 3453/2006, όριζε ότι: "Α. Κοινοτικά οχήματα. 1. Η κατοχή ή η κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 129 και 130 του παρόντα Κώδικα, αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα. Στις ανωτέρω περιπτώσεις επιβάλλεται πρόστιμο, το οποίο καθορίζεται στο ύψος των αναλογουσών στο όχημα φορολογικών επιβαρύνσεων ... Β. Οχήματα Τρίτων Χωρών. 1. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, που ισχύουν για τον εισαγωγικό δασμό και το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των οχημάτων, εφαρμόζονται και για το τέλος ταξινόμησης. 2. Η κατοχή ή κυκλοφορία οχήματος που έχει τεθεί σε ανάλωση, χωρίς ταυτόχρονη καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που το τέλος κατέστη απαιτητό, χωρίς ο υπόχρεος να προσέλθει στην Τελωνειακή Αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος, αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα ...". Το ανωτέρω άρθρο 137 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7§2 του ν. 3453/2006, στο οποίο ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι προμνησθείσες βασικές διατάξεις που αφορούν την κατοχή και κυκλοφορία οχημάτων κοινοτικών και τρίτων Χωρών, χωρίς την καταβολή του τέλους ταξινόμησης, και ορίζονται τα εξής: "Α. Κοινοτικά οχήματα 1. Η κατοχή ή η κυκλοφορία κοινοτικών οχημάτων από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 133 του παρόντα Κώδικα, χωρίς να έχει τηρηθεί καμία από τις διατυπώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 129 και 130 αυτού, αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα. Στις ανωτέρω περιπτώσεις επιβάλλεται εφάπαξ πρόστιμο, το οποίο καθορίζεται ως κατωτέρω ... Β. Οχήματα τρίτων Χωρών. 1. Οι διατάξεις περί τελωνειακών παραβάσεων και λαθρεμπορίας των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, που ισχύουν για τον εισαγωγικό δασμό και το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των οχημάτων, εφαρμόζονται και για το τέλος ταξινόμησης. 2. Η κατοχή ή κυκλοφορία οχήματος που έχει τεθεί σε ανάλωση, χωρίς ταυτόχρονη καταβολή του οφειλόμενου τέλους ταξινόμησης, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που το τέλος κατέστη απαιτητό, χωρίς ο υπόχρεος να προσέλθει στην Τελωνειακή Αρχή για τη νόμιμη τακτοποίηση του οχήματος, καθώς και η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων Τρίτων Χωρών από πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, για τα οποία δεν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του τελωνειακού καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, αποτελεί λαθρεμπορία και εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενων του παρόντα Κώδικα...". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων προελεύσεως Χωρών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (κοινοτικών), για τα οποία δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται στα άρθρα 129 και 130 του τελωνειακού κώδικα (καταβολή του τέλους ταξινόμησης κ.λπ.) αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση, ενώ η κατοχή ή κυκλοφορία οχημάτων προελεύσεως Τρίτων Χωρών (μη κοινοτικών), εκτός από τελωνειακή παράβαση, αποτελεί και λαθρεμπορία, για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 142 επ. του ν. 2960/2001. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 61 του ν. 3583/2007 προστέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 155 του ν. 2960/2001 περ. ιγ, κατά την οποία ως λαθρεμπορία θεωρείται "η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα με σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης παντός οχήματος". Με τη ρύθμιση αυτή, ο νομοθέτης ανήγαγε σε ειδική περίπτωση λαθρεμπορίας τη χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης και κάθε άλλη ενέργεια ή τέχνασμα που έχουν ως σκοπό τη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης. Επομένως, οποιεσδήποτε ενέργειες αποσκοπούν στην στέρηση του Ελληνικού Δημοσίου του αναλογούντος τέλους ταξινόμησης για οχήματα τρίτων χωρών, που έλαβαν χώρα προ της ισχύος του νόμου αυτού (αρθρ. 1 παρ. 61 ν. 3583/2007) συνιστούν λαθρεμπορία, σύμφωνα με το άρθρο 137 του ν. 2960/2001, υπαγόμενη στην έννοια της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 155 του ν. 2969/2001 (οποιεσδήποτε ενέργειες ή τεχνάσματα, μεταξύ των οποίων και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ταξινόμησης), ενώ εκείνες που τελέστηκαν μετά την ισχύ του ν. 3583/2007 υπάγονται στην ειδική ρύθμιση της περ. ιγ του νόμου αυτού. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 320 του Κανονισμού ΕΟΚ 2454/1993, "εφόσον πρέπει να αποδειχθεί ο κοινοτικός χαρακτήρας οδικού οχήματος με κινητήρα ταξινομημένου σε κράτος μέλος της Κοινότητας, το εν λόγω όχημα θεωρείται ως κοινοτικό, α) εφόσον συνοδεύεται από την πινακίδα κυκλοφορίας και το έγγραφο ταξινόμησής του και εφόσον τα χαρακτηριστικά ταξινόμησής του, όπως αυτά προκύπτουν από το έγγραφο ταξινόμησης και, ενδεχομένως, από την πινακίδα κυκλοφορίας, πιστοποιούν κατά τρόπο ασφαλή τον κοινοτικό χαρακτήρα".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και το ότι το προερχόμενο από Χώρα του Εξωτερικού αυτοκίνητο είναι κοινοτικό, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, όπως αναφέρθηκε, πρόκειται όχι για λαθρεμπορία, αλλά για απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία είναι ανέγκλητη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα λαθρεμπορίας και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στην Αθήνα, την 15-6-2004, έχοντας αναλάβει τη διαδικασία εκτελωνισμού ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής BMW, με αρ. πλαισίου ..., που εισήχθη στην Ελλάδα κατόπιν ενεργειών του Κ. Δ. για λογαριασμό του Π. Τ., ο οποίος κατέβαλε το τίμημα για την αγορά αυτού, κατάρτισε πλαστά πιστοποιητικά περί πληρωμής δασμών, φόρων και τελών ταξινόμησης του ανωτέρω αυτοκινήτου, τα οποία υπέβαλε στη συνέχεια στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών επιτυγχάνοντας να εκδοθεί άδεια και πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό ... για το ανωτέρω όχημα, χωρίς να έχουν τηρηθεί η απαραίτητες τελωνειακές διατυπώσεις και χωρίς να καταβληθούν οι προβλεπόμενες δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις. Με τις ανωτέρω ενέργειες, συνιστώσες ιδιαίτερα τεχνάσματα, ο κατηγορούμενος στέρησε το Ελληνικό Δημόσιο δασμούς και λοιπούς φόρους, το ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 24.939,40 ευρώ (=το συνολικό ποσό, που έπρεπε να καταβληθεί για την ταξινόμηση το ως άνω οχήματος)". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος υπέβαλε εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το ως άνω αυτοκίνητο είναι κοινοτικό και ότι, επομένως, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Στα πλαίσια έρευνας που διατάχθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για την νομιμότητα εισαγωγής και κυκλοφορίας πολλών Ε1Χ, τα οποία ταξινομήθηκαν με πλαστά πιστοποιητικά και λοιπά έγγραφα τελωνισμού, διαπιστώθηκε ότι στο όνομα Μ. Θ. υπήρχαν ταξινομημένα αυτοκίνητα με πλαστά πιστοποιητικά, μεταξύ αυτών και το υπ' αριθμ κυκλ ..., μάρκας BMW. Το εν λόγω αυτοκίνητο είχε εισαχθεί από την Γερμανία και δεν τελωνίστηκε, ταξινομήθηκε δε με πλαστά πιστοποιητικά και κυκλοφορούσε με ελληνικές πινακίδες και άδεια κυκλοφορίας στο όνομα του Π. Τ.. Το αυτοκίνητο εισήχθη από τη Γερμανία κατόπιν ενεργειών του Κ. Δ., που διατηρεί κατάστημα εμπορίας αυτοκινήτων, για λογαριασμό του Π. Τ., αγοραστή του αυτοκινήτου, ο οποίος και κατέβαλε το τίμημα. Ο Κ. Δ. ανέθεσε στον κατηγορούμενο, με τον οποίο συνεργαζόταν, τον τελωνισμό και την ταξινόμηση του ως άνω αυτοκινήτου, παραδίδοντας σ' αυτόν τα σχετικά προς τούτο έγγραφα, καθώς και το ποσό των 19.000 ευρώ για έξοδα τελωνισμού. Ο κατηγορούμενος όμως δεν προέβη στον τελωνισμό του αυτοκινήτου, αλλά, αφού ιδιοποιήθηκε το ανωτέρω ποσό, κατάρτισε πλαστά πιστοποιητικά περί πληρωμής δασμών, φόρων και τελών και ταξινόμησης του αυτοκινήτου και τα οποία στη συνέχεια τα υπέβαλε στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, επιτυγχάνοντας να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας στο όνομα Μ. Θ. (ανύπαρκτο προφανώς πρόσωπο) και πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό .... Το αυτοκίνητο αυτό ακολούθως μεταβιβάστηκε στον Π. Τ.. Με τις ανωτέρω ενέργειές του, που συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, ο κατηγορούμενος στέρησε από το Ελληνικό Δημόσιο δασμούς και λοιπούς φόρους, το ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 24.939,40 ευρώ. Το ως άνω αυτοκίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινοτικό, γιατί για να θεωρηθεί τούτο κοινοτικό θα έπρεπε να προκύπτει ο κοινοτικός του χαρακτήρας κατά τρόπο ασφαλή, από το έγγραφο ταξινόμησης του στην Γερμανία (άδεια κυκλοφορίας του) και ενδεχομένως από την πινακίδα κυκλοφορίας (άρθρο 320 του Καν ΕΟΚ 2454/1993), που εν προκειμένω δεν προέκυψε. Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 137 του ν 2960/2001 και ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί. Τα ανωτέρω περιστατικά ενοχής του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα οποία (αποδεικτικά στοιχεία) δεν αναιρούνται από κανένα άλλο στοιχείο ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας με ιδιαίτερα τεχνάσματα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 137 του ν. 2960/2001, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (15.6.2004), σύμφωνα με τις οποίες οποιαδήποτε ενέργεια (τέχνασμα κ.λπ.) αποσκοπεί στη μη καταβολή του τέλους ταξινόμησης οχημάτων προελεύσεως Τρίτων Χωρών (μη κοινοτικών) αποτελεί λαθρεμπορία κατά την έννοια της γενικής διατάξεως του άρθρου 155 παρ. 1 του ν. 2960/2001, όπως εκτέθηκε στη μείζονα νομική σκέψη, ενώ η ειδική περίπτωση ιγ της παρ. 2 του άρθρου αυτού προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 61 του ν. 3583/2007. β) Αιτιολογείται ιδιαίτερα η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας BMW, είναι κοινοτικό και, ως εκ τούτου, η μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων των άρθρων 129 και 130 του ν. 2960/2001 αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση κατά το άρθρο 137 του ίδιου νόμου, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι το ένδικο όχημα δεν είναι κοινοτικό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 320 του Κανονισμού 2454/1993 (ΕΟΚ). Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 137 του ν. 2960/2001, έλλειψη νόμιμης βάσης και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται, όπως αναφέρθηκε, και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, και αναπτύχθηκε και προφορικά. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο α', ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, ο αναιρεσείων ζήτησε, δια του συνηγόρου του, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκε ότι: "Μέχρι την 15.6.2004 (χρόνος τέλεσης της αποδιδόμενης σ` αυτόν πράξεως) έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, αφού είχε και έχει λευκό ποινικό μητρώο, ήταν παντρεμένος και από το γάμο του είχε αποκτήσει ένα τέκνο - κορίτσι ηλικίας σήμερα 17 ετών, εργαζόταν ως το 2002 ως διεκπεραιωτής και από τότε μέχρι το έτος 2006 ως υπάλληλος σε εταιρεία που διοργάνωνε συναυλίες, είχε μόνιμη κατοικία στην οδό ... στην ..., όπου ζούσε με το ως άνω ανήλικο τέκνο και την μητέρα του, και γενικά δεν έδωσε ποτέ κανένα δικαίωμα για την ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή και ουδέποτε μέχρι τότε (15.6.2004) είχε απασχολήσει τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές της πατρίδος μας". Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, χωρίς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος, καθόσον προέκυψε ότι αυτός μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης είχε εμπλακεί και σε πολλές άλλες αξιόποινες πράξεις". Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρεται στα συγκεκριμένα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση από τον κατηγορούμενο και δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά, που οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση, ενόψει, μάλιστα, του ότι, στη συνέχεια, δέχθηκε ότι "όπως προκύπτει από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου, το οποίο βρίσκεται στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα μέχρι σήμερα, για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή στερητική της ελευθερίας" και ανέστειλε την ποινή που του επέβαλε. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. α ΠΚ και, αναλόγως προς την επ` αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή, να απορριφθεί δε η αίτηση κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2734/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 εδ. α ΠΚ διάταξή της και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής σ` αυτόν.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 22 Ιουνίου 2010 (με αριθ. πρωτ. 5030/2010) αίτηση του Σ. Τ. του Ι., για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία αυτοκινήτου με ιδιαίτερα τεχνάσματα (κατάρτιση πλαστών πιστοποιητικών περί πληρωμής δασμών, κλπ). Άρθρα 155§1, 157§1, 137 Ν. 2960/2001 (όπως ίσχυε πριν και μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 7§2 του Ν. 3453/2006). Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού ότι το αυτοκίνητο ήταν κοινοτικό (άρθρ. 320 Καν. ΕΟΚ 2454/1993). Εν μέρει αναίρεση ως προς απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2α ΠΚ, για έλλειψη αιτιολογίας, και ως προς ποινή και παραπομπή.
| null | null | 1
|
Αριθμός 727/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου A. V. του A., κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γεωργακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.362/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1395/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139), πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως του νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του α)ελλείψεως της ικανότητος προς καταλογισμό της πράξεως κατ' άρθρο 34 ΠΚ , β)μειωμένης ικανότητος προς καταλογισμό, κατ' άρθρο 36 ΠΚ και γ)ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της πρώτης περιπτώσεως οδηγεί κατ' άρθρο 34 ΠΚ στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στον δράστη, ενώ στις δύο άλλες περιπτώσεις οδηγεί, κατ' άρθρα 36 ΠΚ και 84 παρ.1 ΠΚ αντίστοιχα, στην επιβολή μειωμένης ποινής στα πλαίσια του άρθρου 83 ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 362/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και παράβαση του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα πέντε (15) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και συνολική χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων διακοσίων (20.200) ευρώ, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προέβαλε τους παρακάτω ισχυρισμούς που κατέθεσε εγγράφως ο ένας εκ των συνηγόρων του και ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο και ζήτησε να μην του καταλογισθούν οι άνω πράξεις, λόγω διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών, άλλως συνεπεία της διατάραξης αυτής μειώθηκε η ικανότητά του προς καταλογισμό, και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, ήτοι: "α) Ο κατηγορούμενος όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. Πρωτ. 7642/13-11-2006 βεβαίωση του Πανεπιστημιακού Νοσοκομειακού Κέντρου Τιράνων - Αλβανίας, από τα ήδη πρωτοδίκως προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα, αδελφού του, είναι άτομο πάσχων από ψυχικές νόσους τέτοιες ώστε να επηρεάζεται η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο μίας πράξεως, άλλως να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό.
Εν προκειμένω δε, ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως η οποία του αποδίδεται και δεν είχε γνώση της υπάρξεως των ναρκωτικών ουσιών εντός του οχήματος το οποίο οδηγούσε, αλλά ευρισκόταν και σε τέτοια νοσηρή ψυχική κατάσταση ώστε να μην δύναται να αντιληφθεί το άδικο της πράξεως αυτής πόσο μάλλον να ενεργήσει με βάση την αντίληψη του αυτή και να αποφύγει την τέλεση της πράξεως αυτής.
Το αυτό δε αφορά και την μη συμμόρφωση του με τις υποδείξεις των αστυνομικών για τη διενέργεια σε αυτόν σχετικού ελέγχου, η οποία οδήγησε και στην παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1, 6 εδ. Β', 9 ΚΟΚ, καθώς ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει το άδικο της μη συμμορφώσεως με τις υποδείξεις των αστυνομικών.
Για το λόγο αυτό δέον όπως αποκλειστεί ο καταλογισμός του κατηγορουμένου αναφορικά με τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις κατά τις διατάξεις του άρθρου 34 του ΠΚ άλλως όπως του επιβληθεί ποινή ελαττωμένη για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις κατά τις διατάξεις της ΠΚ 36 αν ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο Σας, ότι από τη νοσηρή ψυχική διαταραχή του κατηγορουμένου δεν είχε εκλείψει εντελώς είχε όμως μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του προς καταλογισμό.
β) Ο κατηγορούμενος ως το χρόνο τελέσεως της εν λόγω άδικης πράξεως, της οποίας σε κάθε περίπτωση δεν είχε γνώση, έζησε μία έντιμη ατομική, επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή, εργαζόμενος για να μπορέσει να φροντίσει την υπερήλικα μητέρα του Μ. και να φροντίσει τον αδερφό του και την ευρύτερη οικογένεια του.
Η συγκεκριμένη εμπλοκή του με την υπό κρίση παράνομη δραστηριότητα της οποίας για πολλοστή φορά αναφέρω πως δεν είχε γνώση, δεν είναι δυνατό να αναιρέσει τον πρότερο έντιμο βίο του και την επιθυμία του για μία ήρεμη οικογενειακή ζωή.
Ο εν λόγω κατηγορούμενος είναι θύμα μίας περίστασης, η οποία δεν είναι δυνατόν και δεν πρέπει να αποτελέσει την κοινωνικοοικονομική καταστροφή του. Άλλωστε ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ουδέποτε είχε απασχολήσει στο παρελθόν τη δικαιοσύνη. Δεν είναι ο σκληρός, ανάλγητος και εκ πεποιθήσεως εγκληματικός χαρακτήρας από τον οποίο πρέπει πάσει θυσία να προστατευθεί η κοινωνία και επί του οποίου το Δικαστήριο Σας να εξαντλήσει την αυστηρότητα του." Οι ισχυρισμοί όμως, αυτοί, όπως διατυπώθηκαν από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστοι, διότι δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά περί της ψυχικής νόσου από την οποία έπασχε και η οποία επηρέαζε την ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του ώστε να μην καταλογισθούν αυτές σ' εκείνον, άλλως ότι μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά του προς καταλογισμό, αλλ' απλώς εκθέτει αορίστως ότι έπασχε από ψυχική νόσο την οποία δεν προσδιορίζει. Περαιτέρω, ως προς το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η άνω περίσταση η απλή αναφορά της έννοιας του προτέρου εντίμου βίου όπως διατυπώνεται στο άρθρο 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ, ούτε η απουσία επιμεμπτής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ούτε η μέχρι τότε ή συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται και η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, στοιχεία που δεν εκτίθενται. Έτσι το Δικαστήριο δεν υπείχε υποχρέωση να απαντήσει στους άνω αόριστους ισχυρισμούς, στους οποίους εκ περισσού απήντησε.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ, λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 31 παρ.1 του Ν. 3904/23-12-2010 "Όλες οι σε βαθμό πλημμελήματος αξιόποινες πράξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ... τιμωρούνται με κράτηση μέχρι έξι (6) μηνών και πρόστιμο μέχρι τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, εκτός από τις πράξεις των άρθρων 34 παρ.1, 2, 43 παράγραφος 2 περιπτώσεις α, β και 4, 85 παρ.5 και 98 παρ.2, οι οποίες εξακολουθούν να τιμωρούνται ως πλημμελήματα, με τις αναφερόμενες στις οικείες διατάξεις ποινές". Εξάλλου κατά τα άρθρα 511β και 514β ΚΠοινΔ, αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, είτε εμφανισθεί είτε δεν εμφανισθεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, πλην άλλων και για την παράβαση του άρθρου 42 παρ.1, 6, 9 Ν. 2696/99 (ΚΟΚ) με χρόνο τελέσεως την 1-11-2006. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ο δε νόμος, βάσει του οποίου καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέστη επιεικέστερος αφού καθιστά την πράξη της παράβασης του άρθρου 42 ΚΟΚ από πλημμέλημα σε πταίσμα. Επομένως το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει, κατ' άρθρο 2 ΠΚ να εφαρμόσει τον επιεικέστερο νόμο και να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο, κατά τα άρθρα 511 εδ.τελ. και 518 παρ.1 του ΚΠοινΔ.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πταίσματα είναι ενός έτους και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από ένα χρόνο για τα πταίσματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ.β' και 511 εδ.β' ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ανωτέρω παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, κατέστη πλέον πταίσμα και από του χρόνου τελέσεώς της μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-2-2011) παρήλθε χρόνος πέραν της διετίας, πρέπει ενόψει του ότι αναιρείται κατά τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση (κατά το μέρος τούτο, λόγω εφαρμογής του παραπάνω επιεικέστερου νόμου) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την παράβαση του άρθρου 42 παρ.1, 6, 9 του Ν. 2696/1999 λόγω παραγραφής επί συρροής δύο εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και επιβλήθηκε κατά συγχώνευση μία συνολική ποινή, αν αναιρεθεί η απόφαση ως προς το ένα από αυτά, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου της, συνεπεία παραγραφής, ο Άρειος Πάγος απαλείφει απλώς την ποινή που επιβλήθηκε για την πράξη αυτή, αφήνοντας να υφίσταται η επιβληθείσα για το άλλο έγκλημα ποινή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ για την πράξη της παράβασης του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και συνολική χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων διακοσίων (20.200) ευρώ.
Συνεπώς, αφού η προσβαλλόμενη αναιρείται εν μέρει, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ, πρέπει να απαλειφθεί απ' αυτήν η διάταξη με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για την πράξη αυτή η πιο πάνω ποινή (φυλακίσεως των οκτώ (8) μηνών και η χρηματική ποινή των πεντακοσίων (500) ευρώ) και περαιτέρω, από τη διάταξη για συνολική ποινή καθείρξεως των δεκαπέντε (15) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και συνολική χρηματική ποινή των είκοσι χιλιάδων διακοσίων (20.200) ευρώ, να απαλειφθεί η ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών και η χρηματική ποινή των διακοσίων (200) ευρώ, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή καθείρξεως των δεκαπέντε (15) ετών και η χρηματική ποινή των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για τις πράξεις για τις οποίες δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.362/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα A. V. του A., για παράβαση του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) καθώς και κατά τις διατάξεις της περί επιβολής σ' αυτόν ποινής για την παράβαση αυτή και συνολικής ποινής.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου A. V. του A., ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι στη ... στις 1-11-2006, μολονότι κλήθηκε νομότυπα από αστυνομικά όργανα να υποβληθεί σε έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης τοξικών ουσιών ή φαρμάκων στον οργανισμό του, αρνήθηκε υπογράφοντος προς τούτο δήλωση και έτσι τεκμαίρεται, ότι ενώ οδηγούσε, βρισκόταν υπό την επίδραση τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες ενδέχεται να επηρέαζαν την ικανότητα για οδήγηση.
Απαλείφει από την ανωτέρω απόφαση τη διάταξη περί επιβολής ποινής φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και χρηματικής ποινής πεντακοσίων (500) ευρώ για την αμέσως ανωτέρω πράξη, καθώς και από τη διάταξη περί συνολικής ποινής καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και τεσσάρων (4) μηνών και συνολικής χρηματικής ποινής είκοσι χιλιάδων διακοσίων (20.200) ευρώ, την ποινή φυλακίσεως των τεσσάρων (4) μηνών και τη χρηματική ποινή των διακοσίων (200) ευρώ.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και άρθρου 42 Κ.Ο.Κ. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών των άρθρων 34, 36 και 84 παρ. 2α ΠΚ, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν υποβληθεί κατά τρόπο αόριστο και εκ περισσού απάντησε το Δικαστήριο. Εφαρμογή επιεικέστερου νόμου που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Παράβαση του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη περί επιβολής ποινής (ως προς την άνω παραγραφείσα πράξη) και αυτήν εκ της συνολικής ποινής την συγχωνευθείσα ποινή.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 726/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1536/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ" νόμιμα εκπροσωπουμένη.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1243/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 2/10-1-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' αρ. 485§1 ΚΠΔ, μαζί με τη σχετική δικογραφία την υπ' αρ. 114/10 αίτηση αναίρεσης του κατ/νου Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., κατά του 1536/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η υπ' αρ. 610/09 έφεση του ιδίου, κατά του υπ' αρ. 3223/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, να δικασθεί για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 Ευρώ. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά του 1536/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία, διότι πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. συνημμένα αποδεικτικά επίδοσης στο κατ/νο και τον αντίκλητο δικηγόρο του Εμμ. Πατηνιώτη με ημερομηνίες 24/9/10 και 10/9/10 αντίστοιχα) κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 473, 474, 482§1-3 ΚΠΔ) και προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης (α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης (βλ. αναλυτικά την 114/2010 έκθεση αναίρεσης και άρθρ. 93§3 Συντ., 139, 484§1β'κ δ' ΚΠΔ). Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β', σελ 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση ή το βούλευμα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 και Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977), σελ. 289). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ή σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους- (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002. κ.ά.) - πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται - αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 , ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγεί το αποτέλεσμα. "Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσεις (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης - εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από αυτή που έχει και όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (ΑΠ 732/06, ΑΠ 269/06 κα). Η εκτίμηση όμως των αποδεικτικών μέσων - έστω κ' εσφαλμένη - δεν συνιστά λόγον αναίρεσης (ΑΠ 1880/05). Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 1494/05, ΑΠ 2464/05, ΑΠ 1151/06) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ 1 ΠΚ που ορίζει: "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει ψευδών παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται...", προκύπτει, ότι: το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών συνεπεία των παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή διάθεση με πράξη παράλειψη ή ανοχή, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται η πραγματοποίηση του σκοπού (ΑΠ 487/2007, ΑΠ 364/2007 δημ. Νόμος). Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο του εξαπατηθέντος με αυτό του ζημιωθέντος. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν.το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15000 ευρώ και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ) 93/2006 ΠΧ ΝΣΤ/784, ΑΠ 364/2007 Μυλωνόπουλος "Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος 538, Παπαδαμάκης, "Τα περιουσιακά εγκλήματα" σ 171). Στην προκειμένη περίπτωση από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (προκαταρκτική εξέταση-κυρία ανάκριση) και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη για την υπόθεση αυτή πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία "ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο μηνυτής Μ. Β., είχε αναλάβει με την από 3-6-2003 σύμβαση από την Δ.Μ.Ε.Ο. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., την εργολαβία εκπόνησης οριστικής μελέτης του έργου της κοιλαδογέφυρας στη θέση "Παραδείσια-Τσάκωνα" του αυτοκινητόδρομου Τρίπολης -Καλαμάτας. Επειδή, κατά την εκπόνηση της μελέτης του εν λόγω έργου, προέκυψε ανάγκη συνεργασίας, όσον αφορά το σχεδιασμό, τους ειδικούς υπολογισμούς και την τεχνογνωσία κατασκευής του, με την εξειδικευμένη στη μελέτη και κατασκευή τέτοιων έργων τεχνική εταιρεία V.S.L. SWITZERLAND L.T.D., που εδρεύει στην Ελβετία, ο ανωτέρω μηνυτής απευθύνθηκε στον φερόμενο ως εκπρόσωπο της ελβετικής αυτής εταιρείας στην Ελλάδα Γ. Α. [νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στο Δήμο Ηλιούπολης Αττικής εταιρείας "ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε."], και την 04-04-2005 υπέγραψε μαζί του ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι δύο εταιρείες (ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε. και ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.) συμφώνησαν να συνεργαστούν στη σύνταξη της οριστικής μελέτης της μεγάλης κοιλαδογέφυρας, συνολικού μήκους 486,00 μ. περίπου, στο τμήμα Παραδείσια-Τσάκωνα" του αυτοκινητόδρομου Τρίπολης -Καλαμάτας. Στο συμφωνητικό αυτό αναφερόταν με ρητό όρο (υπό στοιχ. β) ότι η εταιρεία "ARTER Ε.Π.Ε" που εκπροσωπεί την Ελλάδα την εταιρεία "Technical Centre Europe της V.S.L. SWITZERLAND", η οποία είναι εξειδικευμένη και έχει μεγάλη εμπειρία διεθνώς στη μελέτη και κατασκευή παρομοίων μεγάλων γεφυρών, θα συνεργαστεί υπό μορφή συμβούλου με τον "ΕΡΓΟΔΟΤΗ" (δηλ. την ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε.), στη σύνταξη της μελέτης και θα παράσχει, κατά τα διάφορα στάδια αυτής, τεχνογνωσία κατασκευής και συμβουλές σχεδιασμού και υπολογισμών της υπόψη γέφυρας. Η αμοιβή καθορίστηκε στο ποσό των 193.500 ευρώ πλέον το ΦΠΑ για το στάδιο της οριστικής μελέτης, ενώ η διάρκεια της σύμβασης καθορίστηκε καταρχήν από 04-04-2005 έως 30-08-2005, δυναμένη να παραταθεί, εφόσον απαιτηθεί. Η εταιρεία του μηνυτή με βάση σχετικό όρο της ανωτέρω σύμβασης έργου, κατέβαλε στην εταιρεία του κατ/νου την 14-04-2005 58.000 ευρώ και 11.020 ευρώ για ΦΠΑ, την 23-06-2005 33.000 ευρώ και 6.720 ευρώ για ΦΠΑ, την 21-07-2005 33.000 ευρώ και 6.720 ευρώ για ΦΠΑ, και την 16-09-2005 33.000 ευρώ και 6.720 ευρώ για ΦΠΑ. Μέχρι την 10-10-2005 δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα στη συνεργασία, πλην όμως, στη συνέχεια η ελβετική εταιρεία αρνήθηκε να προχωρήσει σε περαιτέρω εργασία επί του έργου, λόγω εκκρεμών διαφωνιών με τον αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα. Εξαιτίας της κατάστασης που δημιουργήθηκε, η εταιρεία του μηνυτή, προκειμένου να αποφύγει πιθανές κυρώσεις λόγω μη ολοκλήρωσης του έργου εντός των επιτρεπτών χρονικών ορίων, που προβλεπόταν από τη σχετική σύμβαση με το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., απευθύνθηκε στην ελβετική εταιρεία (V.S.L. SWITZHERLAND), και μετά από ανταλλαγή σχετικών επιστολών αποδείχθηκε ότι η τελευταία δεν είχε καμιά συμβατική σχέση με την εταιρεία "ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε", αλλά μόνο με την εταιρεία "V.S.L. SYSTEMS S.A.", που εκπροσωπούσε επίσης ο κατ/νος, με την οποία είχε συμβόλαιο για τις εργασίες μελέτης της γέφυρας Παραδεισίων. Ο κατηγορούμενος βεβαίως ισχυρίζεται ότι υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ της ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε και της ελβετικής εταιρείας, που αποδεικνύεται από το από 20-12-2004 αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά από το προσκομιζόμενο αυτό συμφωνητικό το μόνο που προκύπτει είναι ότι η εταιρεία "ARTER L.T.D COMMERCIAL CONSTRUCTING COMPANY", που εδρεύει στην Ηλιούπολης Αττικής, οδός Καζαντζάκη 1 και εκπροσωπείται από τον κατ/νο είναι εγγυήτρια χωρίς καμιά άλλη διευκρίνιση. Επίσης προσκομίζεται από τον κατηγορούμενο και το από 21-05-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε υπογραφεί μεταξύ της εταιρείας του και αυτής του μηνυτή, το οποίο αφορούσε την προμελέτη του έργου και έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με την επίδικη σύμβαση (από 04-04-2005). Και σ' αυτό το συμφωνητικό (21-05-2004) αναφέρεται ότι η εταιρεία του κατ/νου εκπροσωπούσε την ελβετική εταιρεία, πλην όμως, επειδή η προμελέτη εκτελέστηκε χωρίς πρόβλημα, η εταιρεία του μηνυτή δεν πληροφορήθηκε τότε την ανυπαρξία συμβατικής σχέσης μεταξύ των δύο εταιρειών (δηλ. της εταιρείας του κατ/νου και της ελβετικής εταιρείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ελβετική εταιρία εταιρεία (V.S.L. SWITZHERLAND), μολονότι εδικαιούτο το 80% της συνολικής αξίας του προαναφερόμενου συμβολαίου από την V.S.L. SYSTEMS S.A., εντούτοις είχε πληρωθεί μόνο το 15% της αξίας του συμβολαίου, δηλ. 29.025 ευρώ και για το λόγο αυτό είχε αναστείλει κάθε υποβολή εγγράφων σχετικά με τη μελέτη και ότι η Technical Centre Europe δεν ήταν εταιρεία αλλά τμήμα της V.S.L. SWITZERLAND L.T.D. Μάλιστα η V.S.L. SWITZERLAND L.T.D ύστερα από τα παραπάνω, με την από 15-11-2005 επιστολή της προς τον κατηγορούμενο τερμάτισε τη συνεργασία της με την V.S.L. SYSTEMS S.A.. Τέλος αποδείχτηκε ότι η εταιρεία του μηνυτή (ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε.), προκειμένου να ανταποκριθεί στις δικές της ανειλημμένες υποχρεώσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο (Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.), συμβλήθηκε απευθείας με την εταιρεία V.S.L. SWITZERLAND L.T.D για να συνεχίσει να της παρέχει τις υπηρεσίες της, ενώ συγχρόνως της κατέβαλε το ποσό των 220.000 ελβετικών φράγκων, δηλ. 143.000 ευρώ. Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των παραπάνω πραγματικών περιστατικών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος Γ. Α. με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, δηλαδή ότι η εταιρεία ARTER-Mov. Ε.Π.Ε, της οποίας ήταν μοναδικός εταίρος, εκπροσωπούσε την ελβετική εταιρεία "V.S.L. SWITZERLAND L.T.D.", έπεισε τον μηνυτή Ξ. Μ. (νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ), να υπογράψει την ανωτέρω σύμβαση (δηλ. το από 04-04-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό) και σύμφωνα με τα παραπάνω να ζημιωθεί τελικά κατά το ποσό των 157.000 ευρώ και ποσό αναλογούντος ΦΠΑ 29.830 ευρώ και συνολικά κατά το ποσό των 186.830 ευρώ (157.000 + 29.830), εκ του οποίου η ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε, κατέβαλε στην ελβετική εταιρεία μόνο 29.025 ευρώ. Ενώ αν ο μηνυτής γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλ. ότι η ως άνω εταιρεία του κατ/νου (ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.) δεν ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της ελβετικής εταιρείας V.S.L. SWITZERLAND L.T.D και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να του εξασφαλίσει τη συνεργασία της τελευταίας ως συμβούλου της εταιρείας του (ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε.) στη σύνταξη της οριστικής μελέτης εκτέλεσης απ' αυτήν του επίμαχου έργου, οπωσδήποτε δεν θα υπέγραφε το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό (04-04-2005), ούτε βεβαίως θα κατέβαλε στην εταιρεία ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε του κατ/νου το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, κατά το οποίο αυτή ωφελήθηκε, με αντίστοιχη ζημία της δικής του εταιρείας. Ενόψει αυτών ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα απεφάνθη ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ανωτέρω κατ/νου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, για την οποία τον παρέπεμψε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων - κατ/νος παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε, αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρθρ. 26§1, 27§1, 79, 386§1-3 β' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484§1 β' και δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί n υπ'αρ. 114/20-9-2010 αίτηση του Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 1536/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29 Νοεμβρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης ,κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη , και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα αυτό δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο, αυτός πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, αφενός μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη [παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών κτλ) και της πλάνης του άλλου, και αφετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείστηκε ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής), η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις ως άνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ήδη 73.000 ευρώ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται η πρόταση του Συμβουλίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που ιδρύει τον αμέσως ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 1536/2010 βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία "ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο μηνυτής Μ. Β., είχε αναλάβει με την από 3-6-2003 σύμβαση από την Δ.Μ.Ε.Ο. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., την' εργολαβία εκπόνησης οριστικής μελέτης του έργου της κοιλαδογέφυρας στη θέση "Παραδείσια-Τσάκωνα" του αυτοκινητόδρομου Τρίπολης - Καλαμάτας. Επειδή, κατά την εκπόνηση της μελέτης του εν λόγω έργου, προέκυψε ανάγκη συνεργασίας, όσον αφορά το σχεδιασμό, τους ειδικούς υπολογισμούς και την τεχνογνωσία κατασκευής του, με την εξειδικευμένη στη μελέτη και κατασκευή τέτοιων έργων τεχνική εταιρεία V.S.L. SWITZELRAND L.T.D., που εδρεύει στην Ελβετία, ο ανωτέρω μηνυτής απευθύνθηκε στον φερόμενο ως εκπρόσωπο της ελβετικής αυτής εταιρείας στην Ελλάδα Γ. Α. [νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στο … εταιρείας "ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε."], και την 04-04-2003 υπέγραψε μαζί του ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι δύο εταιρείες (ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε. και ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.) συμφώνησαν να συνεργαστούν στη σύνταξη της οριστικής μελέτης της μεγάλης κοιλαδογέφυρας, συνολικού μήκους 486,00 τμ. περίπου, στο τμήμα Παραδείσια-Τσάκωνα" του αυτοκινητόδρομου Τρίπολης - Καλαμάτας. Στο συμφωνητικό αυτό αναφερόταν με ρητό όρο (υπό στοιχ. β) ότι η εταιρεία ARTER Ε.Π.Ε που εκπροσωπεί στην Ελλάδα την εταιρεία Technical Center Europe της V.S.L. SWITZELRAND, η οποία είναι εξειδικευμένη και έχει μεγάλη εμπειρία διεθνώς στη μελέτη και κατασκευή παρομοίων μεγάλων γεφυρών, θα συνεργαστεί υπό μορφή συμβούλου με τον "ΕΡΓΟΔΟΤΗ" (δηλ. την ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε.), στη σύνταξη της μελέτης και θα παράσχει, κατά τα διάφορα στάδια αυτής, τεχνογνωσία κατασκευής και συμβουλές σχεδιασμού και υπολογισμών της υπόψη γέφυρας. Η αμοιβή καθορίστηκε στο ποσό των 193.500 ευρώ πλέον το ΦΠΑ για το στάδιο της οριστικής μελέτης, ενώ η διάρκεια της σύμβασης καθορίστηκε καταρχήν από 04-04-2005 έως 30-08-2005, δυναμένη να παραταθεί, εφόσον απαιτηθεί. Η εταιρεία του μηνυτή με βάση σχετικό όρο της ανωτέρω σύμβασης έργου, κατέβαλε στην εταιρεία του κατηγορουμένου την 14-04-2005 58.000 ευρώ και 11.020 ευρώ για ΦΠΑ, την 23-06-2005 33.000 ευρώ και 6.720 ευρώ για ΦΠΑ, την 21-07-2005 33.000 ευρώ και 6.720 ευρώ για ΦΠΑ, και την 16-09-2005 33.000 ευρώ και 6.720 ευρώ για ΦΠΑ. Μέχρι την 10-10-2005 δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα στη συνεργασία, πλην όμως, στη συνέχεια η ελβετική εταιρεία αρνήθηκε να προχωρήσει σε περαιτέρω εργασία επί του έργου, λόγω εκκρεμών διαφωνιών με τον αντιπρόσωπό της, στην Ελλάδα. Εξαιτίας της κατάστασης που δημιουργήθηκε, η εταιρεία του μηνυτή, προκειμένου να αποφύγει πιθανές κυρώσεις λόγω μη ολοκλήρωσης του έργου εντός των επιτρεπτών χρονικών ορίων, που προβλεπόταν από τη σχετική σύμβαση με το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., απευθύνθηκε στην ελβετική εταιρεία V.S.L. SWITZELRAND L.T.D., και μετά από ανταλλαγή σχετικών επιστολών αποδείχθηκε ότι η τελευταία δεν είχε καμιά συμβατική σχέση με την εταιρεία ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε, αλλά μόνο με την εταιρεία V.S.L. SYSTEMS S.A. που εκπροσωπούσε επίσης ο κατηγορούμενος με την οποία είχε συμβόλαιο για τις εργασίες μελέτης της γέφυρας Παραδεισίων. Ο κατηγορούμενος βεβαίως ισχυρίζεται ότι υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ της ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε και της ελβετικής εταιρείας, που αποδεικνύεται από το από 20-12-2004 αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά από το προσκομιζόμενο αυτό συμφωνητικό το μόνο που προκύπτει είναι ότι η εταιρεία "ARTER L.T.D. COMMERCIAL CONSTRUCTING COMPANY" που εδρεύει στην Ηλιούπολη Αττικής, οδός Καζαντζάκη 1 και εκπροσωπείται από τον κατηγορούμενο, είναι εγγυήτρια χωρίς καμιά άλλη διευκρίνιση. Επίσης προσκομίζεται από τον κατηγορούμενο και το από 21-05-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που είχε υπογραφεί μεταξύ της εταιρείας του και αυτής του μηνυτή, το οποίο αφορούσε την προμελέτη του έργου και έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με την επίδικη σύμβαση (από 04-04-2005). Και σ' αυτό το συμφωνητικό (21-05-2004) αναφέρεται ότι η εταιρεία του κατηγορουμένου εκπροσωπούσε την ελβετική εταιρεία, πλην όμως, επειδή η προμελέτη εκτελέστηκε χωρίς πρόβλημα, η εταιρεία του μηνυτή δεν πληροφορήθηκε τότε την ανυπαρξία συμβατικής σχέσης μεταξύ των δύο εταιρειών (δηλ. της εταιρείας του κατηγορουμένου και της ελβετικής εταιρείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ελβετική εταιρία εταιρεία (V.S.L. SWITZHERLAND), μολονότι εδικαιούτο το 80% της συνολικής αξίας του προαναφερόμενου συμβολαίου από την V.S.L. SYSTEMS S.A., εντούτοις είχε πληρωθεί μόνο το 15% της αξίας του συμβολαίου, δηλ. 29.025 ευρώ και για το λόγο αυτό είχε αναστείλει κάθε υποβολή εγγράφων σχετικά με τη μελέτη και ότι η Technical Centre Europe δεν ήταν εταιρεία αλλά τμήμα της V.S.L. SWITZHERLAND L.T.D. Μάλιστα η V.S.L. SWITZHERLAND L.T.D. ύστερα από τα παραπάνω, με την από 15-11-2005 επιστολή της προς τον κατηγορούμενο τερμάτισε τη συνεργασία της με την V.S.L. SYSTEMS S.A. Τέλος αποδείχτηκε ότι η εταιρεία του μηνυτή (ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε.), προκειμένου να ανταποκριθεί στις δικές της ανειλημμένες υποχρεώσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο (Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.), συμβλήθηκε απευθείας με την εταιρεία V.S.L. SWITZHERLAND L.T.D. για να συνεχίσει να της παρέχει τις υπηρεσίες της, ενώ συγχρόνως της κατέβαλε το ποσό των 220.000 ελβετικών φράγκων, δηλ. 143.000 ευρώ.
Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των παραπάνω πραγματικών περιστατικών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος Γ. Α. με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, δηλαδή ότι η εταιρεία ARTER-Μον. Ε.Π.Ε, της οποίας ήταν μοναδικός εταίρος, εκπροσωπούσε την ελβετική εταιρεία "V.S.L. SWITZHERLAND L.T.D." έπεισε τον μηνυτή Ξ. Μ. (νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗ), να υπογράψει την ανωτέρω σύμβαση (δηλ. το από 04-04-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό) και σύμφωνα με τα παραπάνω να ζημιωθεί τελικά κατά το ποσό των 157.000 ευρώ και ποσό αναλογούντος ΦΠΑ 29.830 ευρώ και συνολικά κατά το ποσό των 186.830 ευρώ (157.000 + 29.830), εκ του οποίου η ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε, κατέβαλε στην ελβετική εταιρεία μόνο 29.025 ευρώ. Ενώ αν ο μηνυτής γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλ. ότι η ως άνω εταιρεία του κατηγορουμένου (ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε) δεν ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της ελβετικής εταιρείας "V.S.L. SWITZHERLAND L.T.D." και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει τη συνεργασία της τελευταίας ως συμβούλου της εταιρείας του (ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε.) στη σύνταξη της οριστικής μελέτης εκτέλεσης απ' αυτή του επίμαχου έργου, οπωσδήποτε δεν θα υπέγραφε το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό (4/4/2005), ούτε βεβαίως θα κατέβαλε στην εταιρεία ARTER-Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. του κατηγορουμένου το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, κατά το οποίο αυτή ωφελήθηκε, με αντίστοιχη ζημία της δικής του εταιρείας. Εν όψει αυτών, ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα απεφάνθη ότι προκύπτουν αποχρώσεις ενδείξεις ενοχής σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, για την οποία τον παρέπεμψε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 3223/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε για να δικαστεί ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ήδη 73.000 ευρώ, και συγκεκριμένα για το ότι: "Στην Αθήνα την 4/4/2005, από πρόθεση, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, έβλαψε ξένη περιουσία, προξενώντας της ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, από την οποία το περιουσιακό όφελος, που προσπόρισε σε άλλον και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από πρόθεση με σκοπό να προσπορίσει παράνομα περιουσιακό όφελος στην εδρεύουσα στην Ηλιούπολη Αττικής μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ARTER - Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της, βλάπτοντας την περιουσία της εγκαλούσας, εδρεύουσας στην Αθήνα εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΟΔΟΤΕΧΝΙΚΗ Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" παρέστησε στον Ξ. Μ. του Β., νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εγκαλούσας αυτής εταιρείας, η οποία από την 3.6.2003 είχε έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ως εργοδότη, αναλάβει συμβατικά, ως εργολάβος, την εκπόνηση της οριστικής μελέτης κατασκευής του έργου της Κοιλαδογέφυρας στη θέση "Παραδείσια - Τσάκωνα" του αυτοκινητόδρομου Τριπόλεως - Καλαμάτας και είχε ανάγκη, κατά τα διάφορα στάδια εκπόνησης της μελέτης εκτέλεσης του εν λόγω έργου, όσον αφορά το σχεδιασμό, τους ειδικούς υπολογισμούς και την τεχνογνωσία εκπόνησης της μελέτης κατασκευής του έργου αυτού, παροχής υπηρεσιών συμβούλου από την, εξειδικευμένη σύμβουλο στη μελέτη και κατασκευή τεχνικών έργων, εδρεύουσα στην Ελβετία τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "V.S.L. SWITZHERLAND L.T.D." εν γνώσει του ψευδώς ότι η μονοπρόσωπη εταιρεία του περιορισμένης ευθύνης αντιπροσώπευε στην Ελλάδα την τεχνική αυτή Ελβετική εταιρεία, την παροχή των υπηρεσιών συμβούλου της οποίας είχε ανάγκη η εγκαλούσα εταιρεία, ως εργολάβος του εν λόγω έργου και ότι είχε, μέσω της εκπροσωπούμενης νόμιμα από αυτόν ως άνω μονοπρόσωπης εταιρείας του περιορισμένης ευθύνης, τη δυνατότητα να εξασφαλίσει στην εγκαλούσα, εργολάβο του επίμαχου έργου εταιρεία τη συνεργασία της Ελβετικής τεχνικής εταιρείας, ως συμβούλου της εγκαλούσας εταιρείας στη σύνταξη της οριστικής μελέτης εκτέλεσης από αυτήν του επίμαχου έργου. Έπεισε έτσι τον εν λόγω νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρείας, να συνάψει, για λογαριασμό της, το από 4.4.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με αντισυμβαλλόμενη την εκπροσωπούμενη από αυτόν ως άνω μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και να καταβάλει στην τελευταία, η εγκαλούσα εταιρεία, ως αμοιβή, παροχής των υπηρεσιών συμβούλου της Ελβετικής ως άνω τεχνικής εταιρείας, που δήθεν αντιπροσωπευόταν στην Ελλάδα από την εκπροσωπούμενη από τον ίδιο μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 14.4.2005 μέχρι 16.9.2005, χρηματικό ποσό 157.000 ευρώ και ποσό αναλογούντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) 29.830 ευρώ και συνολικά ποσό (157.000 + 29.830=) 186.30 ευρώ, εκ του οποίου, η μονοπρόσωπη εταιρεία του περιορισμένης ευθύνης κατέβαλε στην Ελβετική τεχνική εταιρεία μόνο ποσό 29.025 ευρώ. Αν και γνώριζε τα αληθινά γεγονότα, ότι δεν ήταν η εν λόγω μονοπρόσωπη εταιρεία του περιορισμένης ευθύνης αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της Ελβετικής αυτής τεχνικής εταιρείας, ούτε δε είχε, μέσω της εκπροσωπούμενης νόμιμα από αυτόν μονοπρόσωπης εταιρείας του περιορισμένης ευθύνης, τη δυνατότητα να εξασφαλίσει στην εγκαλούσα, εργολάβο του επίμαχου έργου εταιρεία τη συνεργασία της Ελβετικής αυτής τεχνικής εταιρείας, ως συμβούλου της εγκαλούσας εταιρείας στη σύνταξη της οριστικής μελέτης εκτέλεσης από αυτήν του επίμαχου έργου. Προσπόρισε έτσι, κατ' αποτέλεσμα της απάτης του αυτής, στην εκπροσωπούμενη από τον ίδιο μονοπρόσωπη εταιρεία του συνολικό περιουσιακό όφελος ποσού (186.830 - 29.025 =) 157.805 ευρώ, προξενώντας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αντίστοιχη ισόποση περιουσιακή ζημία της εγκαλούσας εταιρείας, που συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Με αυτά όμως που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφενός δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και αφετέρου εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, καθόσον μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού εμφιλοχώρησαν ασάφειες και αντιφάσεις, που καθιστούν ανέφικτο τον υπό του Αρείου Πάγου αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή του σκεπτικού δέχεται ότι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του μηνυτή Β. Μ. και του κατηγορουμένου, φερομένου ως εκπροσώπου της εταιρίας ARTER - Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. λειτούργησε κανονικά, και μάλιστα όχι μόνο μέχρι την 30/8/2005 που είχε οριστεί αρχικά η διάρκεια της, αλλά και μεταγενέστερα, ήτοι μέχρι την 10/10/2005, και είχαν παρασχεθεί μέχρι τότε υπηρεσίες από την ως άνω εταιρία του κατηγορουμένου προς το μηνυτή αξίας 157.000 ευρώ, και το ποσό αυτό το κατέβαλε ο μηνυτής σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών (επί συνολικού συμφωνηθέντος μεταξύ τους κόστους του έργου 193.500 ευρώ, είχαν δηλαδή εκτελεστεί από τον κατηγορούμενο τα 4/5 και πλέον του έργου μέχρι την 10/10/2005), εν τούτοις στη συνέχεια του αιτιολογικού, όλως αντιφατικά δέχεται ότι ο μηνυτής ζημιώθηκε κατά το ποσό των 157.000 ευρώ με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του κατηγορουμένου. Δηλαδή, καίτοι κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, εκτελέστηκε η σύμβαση από τον κατηγορούμενο σχεδόν εξολοκλήρου και παρασχέθηκαν από αυτόν υπηρεσίες ύψους 157.000 ευρώ, τουτέστιν αντίστοιχες προς το ποσό που του κατέβαλε ο μηνυτής ως αμοιβή, όλως αντιφατικά δέχεται για τη στοιχειοθέτηση της απάτης για την οποία τον παραπέμπει, ότι ο κατηγορούμενος προσπορίστηκε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 157.000 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη του μηνυτή, ενώ η πραγματική βλάβη του μηνυτή, και το αντίστοιχο παράνομο όφελος του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του, συνίσταται στο μη εκτελεσθέν μέρος της συμβάσεως ποσού 36.500 ευρώ, αφού κατά το υπόλοιπο ποσό της φερόμενης ζημίας του μηνυτή ύψους 157.000 ευρώ υφίσταται ισάξια αντιπαροχή του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν υφίσταται παράνομο όφελος και αντίστοιχη ζημία. Η βλάβη, όμως, του μηνυτή και η αντίστοιχη ωφέλεια του κατηγορουμένου κατά το εν λόγω ποσό των 36.500 ευρώ και υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν όλοι οι απαιτούμενοι όροι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, θεμελιώνει την πράξη αυτή σε βαθμό πλημμελήματος. Περαιτέρω, δεν αιτιολογείται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, γιατί ο μηνυτής, εάν γνώριζε την αλήθεια, ότι δηλαδή η εταιρία ARTER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ δεν ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της Ελβετικής τεχνικής εταιρίας, δεν θα συνήπτε την επίδικη συμφωνία με τον εκπρόσωπο αυτής (τον κατηγορούμενο), αφού κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η σύμβαση εκτελέστηκε από την παραπάνω εταιρία κανονικά και σχεδόν εξ ολοκλήρου, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται πουθενά αντισυμβατικός τρόπος εκτέλεσης αυτής, η δε αμοιβή για το εκτελεσθέν έργο ύψους 157.000 ευρώ, καταβλήθηκε από τον μηνυτή τμηματικά, και δη κατά τις ημερομηνίες 14/4/2005, 23/6//2005, 21/7/2005, 16/9/2005, προδήλως μετά από έγκριση των επί μέρους εργασιών από αυτόν, αδιάφορου όντος τελικά για τον μηνυτή αν η εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο εταιρία ARTER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ που εκτέλεσε το έργο, ήταν ή όχι αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της Ελβετικής τεχνικής εταιρίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ. 1536/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ,εκτός από εκείνους που είχαν επιληφθεί προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για κακουργηματική απάτη, άνω των 73.000 ευρώ. Αναιρείται το προσβαλλόμενο για έλλειψη αιτιολογίας - αντιφατική αιτιολογία. Παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 724/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1361/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Δ. Π. του Α. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Η. Μ. του Α. και 2. τις εταιρείες ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ, νόμιμα εκπροσωπούμενες.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1168/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 416/09.12.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 104/6-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Πειραιώς Παναγιώτη Κάσση του Γεωργίου, δυνάμει της από 3-9-2010 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 1361/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 2756/2009 βούλευμά του, μεταξύ άλλων, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Κ. Α., προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζομένου, από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το υπ' αριθ. 1361/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν για ορισμένες μερικότερες πράξεις, και αποφάνθηκε το Συμβούλιο ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον αυτού σχετική κατηγορία, ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη για τις υπόλοιπες μερικότερες πράξεις, αφού προηγουμένως αναδιατυπώθηκε η εναντίον του κατηγορία και αποφασίσθηκε η παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος και συγκεκριμένα κατά των παραπεμπτικών διατάξεων που τον αφορούν στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 2-8-2010 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠΔ. Προηγήθηκε την 26-7-2010 επίδοσή του στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Πειραιώς Παναγιώτη Κάσση, η δε αίτηση ασκήθηκε την 6-9-2010 ημέρα Δευτέρα (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ). Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 ΚΠΔ οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως και 31ης Αυγούστου. Περαιτέρω η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ' αριθ. 104/6-9-2010 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 στοιχ. α' ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίσθηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχειρήσεως, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή προκλήσεως τέτοιας βλάβης από τρίτο, με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράληψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζομένου ή τρίτου, με βία ή με απειλή, ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού του ίδιου ή άλλου και επί πλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντα, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής προς πραγμάτωση νόμιμης απαιτήσεως αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, εμφανιζόμενη ως άξια μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η βούληση του εξαναγκαζομένου κα να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από τον τρόπο εκδηλώσεως και τη συμπεριφορά του δράστη, άμεση ή έμμεση, να έχει διατυπωθεί εγγράφως ή προφορικώς και τέλος αμέσως από τον δράστη ή μέσω τρίτου προσώπου. Δεν αποκλείεται και μία προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει μία υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά και έτσι υπάρχει εκβίαση και όταν ο εξαναγκαζόμενος είναι πρόσωπο άλλο από το βλαπτόμενο περιουσιακά, αρκεί ο εξαναγκαζόμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας εξαναγκαζόμενος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα τη εκβιάσεως δεν είναι τετελεσμένο και η απειλή που ασκήθηκε συνιστά απόπειρα του εγκλήματος αυτού, εφόσον περιέχει τουλάχιστον αρχές εκτελέσεώς του (ΑΠ 2042/2009, ΑΠ 1261/2009, ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1611/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος (ΑΠ 1409/2009, ΑΠ 1976/2006, ΑΠ 1648/2006).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, αφού η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών θα ήταν άσκοπη και περιττή. Η αιτιολογία αυτή του εφετειακού βουλεύματος υφίσταται και όταν αυτό (βούλευμα) αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως. Όταν όμως το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται μετά από έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν έχει δυνατότητα, χωρίς δικές του σκέψεις, να αναφερθεί εξ ολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, γιατί έτσι εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του λειτουργία και απεμπολείται η δευτεροβάθμια κρίση, η οποία έχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, απαραίτητης για την απάντηση στα παράπονα και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Στην περίπτωση αυτή της καθολικής αναφοράς του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, το βούλευμα (του Συμβουλίου Εφετών) στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έχει, όμως, το Συμβούλιο Εφετών τη δυνατότητα, εφόσον το βούλευμά του έχει δικές του σκέψεις ή αναφέρεται στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, να παραπέμψει (το βούλευμα ή η εισαγγελική πρόταση), συμπληρωματικά μόνο, στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθώς και της ενσωματωμένης σ' εκείνο εισαγγελικής προτάσεως (ΑΠ 765/2009, ΑΠ 1534/2008, ΑΠ 870/2007, ΑΠ 628/2007, ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1393/2010, ΑΠ 1074/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, και αναφορικά με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Κωνσταντίνο Α., έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής, συμπληρωματικά, στο πρωτόδικο υπ' αριθ. 2756/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: "Το εκδόσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο (εννοεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών), με εξ ολοκλήρου αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με αφορμή το από 3-6-2003 πόρισμα προκαταρκτικής εξέτασης του τότε Αντεισαγγελέα Εφετών κ. Γεωργίου Κολιοκώστα, διενεργήθηκε προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη των διαλαμβανομένων στην από 17-3-2003 αίτηση - αναφορά του Η. Μ., περί τέλεσης αυτεπαγγέλτως διωκομένων αξιόποινων πράξεων, ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Θηβών μεταξύ άλλων και για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και 2) της άμεσης συνέργειας στην ανωτέρω πράξη (άρθρα 42 παρ. 1, 46 παρ. ιβ, 98, 385 παρ. 1α και β ΠΚ). Παράλληλα δε με το με αριθμ. πρωτ. Α-2003/4886α 19-12-2003 έγγραφο Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θηβών διαβιβάστηκε η από 30-10-2003 έγκληση του Η. Μ. στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, λόγω αρμοδιότητάς του για τις καταγγελόμενες πράξεις, για τις οποίες η υπόθεση δεν έχει παραπεμφθεί στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών. Σύμφωνα με το ανωτέρω πόρισμα, ο Κ. Α., προκειμένου να εισπράξει εκβιαστικά από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δρχ., που όπως ισχυρίζεται το οφείλει από χρηματιστηριακές συναλλαγές, έθεσε σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο, άρτια μελετημένο και οργανωμένο, επιχειρώντας κατ' επανάληψη, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής και της σωματικής του ακεραιότητας, καθώς και με απειλή βλάβης των επιχειρήσεών του, να εξαναγκάσει τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. να του καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, το οποίο μείωσε σταδιακά στο ύψος των 150.000.000 δρχ., αλλά μετά επανήλθε στο αρχικά αιτηθέν ποσό. Ειδικότερα ότι προκάλεσε την απόφαση σε άλλους να διαπράξουν σε βάρος του Η. Μ. και των επιχειρήσεών του τρεις εκρήξεις βομβών στους χώρους του επί της ... αρ. 269 Α κτιρίου, ιδιοκτησίας του, από τις οποίες προκλήθηκαν σοβαρές υλικές ζημιές. Ότι για τον ίδιο σκοπό ο Κ. Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των Πατρινών επενδυτών", η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο της τότε Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών, Κ. Μ., η οποία διενεργούσε ανάκριση μεταξύ άλλων και εναντίον των 1) Π. Κ., 2) Σ. Τ., 3) Η. Τ., 4) Ι. Μ. και 5) Η. Μ. για α) απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος και άμεση συνεργεία στην πράξη αυτή, β) παράβαση του άρθρου 34 εδ. Α' του Ν. 3632/1928 (χειραγώγηση μετοχών) και γ) παράβαση του Ν. 2331/1995 (νομιμοποίηση παράνομων εσόδων), όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπαθούσε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξης. Ότι εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ., στο σχέδιο του κατηγορουμένου Κ. Α. για τον ίδιο ως άνω σκοπό περιλαμβάνονται και απειλές σε βάρος της ως άνω Ανακρίτριας, χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εύλογων υπονοιών περί μεροληπτικής κρίσης αυτής και την πρόκληση δυσμενών σχολίων σε βάρος της, που πλήττουν ευθέως το κύρος της Δικαιοσύνης, ως ανεξάρτητης πολιτειακής εξουσίας και κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτήν. Κατόπιν, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 26/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, το οποίο παρέπεμψε α) την Κ. Μ. να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και της παράβασης καθήκοντος και β) τον Κ. Α. να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης βίας κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος του άρθρου 385 παρ. 1β ΠΚ, και δη για το ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002 αφού απείλησε μέσω εξώδικης πρόσκλησης, την οποία απέστειλε προς το δικηγόρο Σ. Κ., την 19η Τακτική Ανακρίτρια Κ. Μ., που διενεργούσε κυρία ανάκριση σε υπόθεση με κατηγορούμενο τον Η. Μ., περί του ότι θα ανέφερε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη σχέση της με τον ανωτέρω δικηγόρο, συνήγορο του επίσης κατηγορουμένου στην ίδια υπόθεση, Π. Κ., την εξανάγκασε να καλέσει σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση μαζί του τον ανωτέρω κατηγορούμενο Η. Μ. και να τον προτρέψει με φορτικότητα να καταβάλει στον ίδιο το ποσόν των 700.000.000 δρχ. διαβεβαιώνοντάς τον συγχρόνως, ότι στην περίπτωση αυτή θα έκλεινε την υπόθεση και θα ανακαλούσε την περί δέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων Διάταξή της, πράξεις για τις οποίες αυτή δεν είχε υποχρέωση, γ) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για απόπειρα εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το πρώτο επτάμηνο του έτους 2001 σε βάρος του Η. Μ. και ειδικότερα την 8-1-2001, 20-1-2001 και 15-7-2001 προκλήθηκαν στο χώρο του επί της ..., αριθμ. 269 Α, κτιρίου ιδιοκτησίας της εταιρίας "ΑΚΤΙΒ ΑΕ", συμφερόντων του Η. Μ. τρεις εκρήξεις με τη χρήση εκρηκτικών βομβών, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εκτός των άλλων και κατά του Κ. Α. και Δ. Γ. για ηθική αυτουργία σε έκρηξη, πλην όμως οι εν λόγω κατηγορούμενοι απηλλάγησαν αμετακλήτως από τη συγκεκριμένη κατηγορία με το υπ' αριθμ. 12/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του υπ' αριθμ. 26/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών ο Η. Μ. άσκησε έφεση. Επί της εφέσεώς του εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 961/2005 και 489/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα οποία επικυρώθηκαν με την υπ' αριθμ. 999/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το υπ' αριθμ. 489/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Αθηνών, επικύρωσε τις απαλλακτικές διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος που έχουν σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας μήνυσης και παρέπεμψε τον Κ. Α. α) για απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης του άρθρου 385 παρ. 1α ΠΚ που τέλεσε στις 22-12-2000, και τον Ιανουάριο 2001 με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σε βάρος του εγκαλούντος και της θυγατέρας του και β) για ηθική αυτουργία σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης του άρθρου 385 παρ. 1α ΠΚ που τέλεσε το Σεπτέμβριο του έτους 2001 σε βάρος του Η. Μ., για περιστατικά όμως που δεν περιλαμβάνονται στις αποδιδόμενες κατηγορίες της προκείμενης δικογραφίας. Το ως άνω βούλευμα απέρριψε τα αιτήματα του εκκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ. προς διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως και προς άσκηση συμπληρωματικής ποινικής διώξεως κατά των Κ. Α., Κ. Μ., καθώς και κατά των συνεργών τους για κακουργηματική παράβαση του νόμου "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", με την αναλυθείσα στην εισαγγελική πρόταση αιτιολογία, ότι το Δικαστικό Συμβούλιο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί περί άλλης πράξεως, η οποία διαφέρει της διωχθείσης κατά τα αντικειμενικά στοιχεία της, έστω κι αν περιλαμβάνεται στην υποβληθείσα μήνυση, για την οποία απαιτείται η κίνηση ιδίας ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα. Επισημαίνεται ότι με την υπ' αριθμ. 12.151/7-3-2005 παραγγελία προς τον Εισαγγελέα Πλημ/δικών Αθηνών, διαβιβάσθηκαν αντίγραφα δύο υπομνημάτων του Η. Μ., με τα οποία ζητείται επίσης η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του Κ. Α. και της Κ. Μ. για παράβαση του νόμου "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" κατά του πρώτου, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατά της δεύτερης, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες κατά το άρθρο 43 του ΚΠΔ, όσον αφορά τις καταγγελόμενες με τα υπομνήματα αυτά αξιόποινες πράξεις, εκτός εκείνων για τις οποίες αποφάνθηκε ήδη το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 26/2005 βούλευμά του.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Κ. Α. ότι πρέπει να κηρυχθεί η ποινική δίωξη απαράδεκτη κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 1,3 ΚΠΔ, για την κατηγορία της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως του άρθρου 385 παρ. 1β ΠΚ, που του αποδίδεται, ότι δηλαδή Α) συγκέντρωσε ομάδα ατόμων και δη τους "πατρινούς επενδυτές", τον Δ. Π. και τον δικηγόρο του Αλέξιο Παπαντωνίου, οι οποίοι του παρείχαν άμεση συνδρομή, με σκοπό τη δημιουργία σε βάρος του Η. Μ. δυσμενών επιπτώσεων και τον επηρεασμό της Δικαιοσύνης, προκειμένου να του αποσπάσει το ποσό των 700.000.000 δρχ. και Β) έχοντας τον ίδιο σκοπό, συνέλεξε στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της Κ. Μ., του Η. Μ. και πολλών στελεχών, συνεργατών και υπαλλήλων των εγκαλουσών εταιριών, μεταξύ των οποίων ο Δ. Κ. και η Μ. Β., δεν ευσταθεί, καθώς το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμ. 961/2005 βούλευμά του απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος Η. Μ. προς άσκηση συμπληρωματικής ποινικής διώξεως κατά των Κ. Α., Κ. Μ., καθώς και κατά των συνεργών τους, όχι γιατί ερεύνησε και έκρινε την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος, αλλά επειδή το συμβούλιο εφετών περιορίζεται στην έρευνα των εκκληθέντων κεφαλαίων του πρωτοδίκου βουλεύματος και δύναται να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό βάσει των περιστατικών που προέκυψαν από την ανάκριση, μη έχον εξουσία να παραγγείλει τον εισαγγελέα να ασκήσει ποινική δίωξη (απορρίπτει τα αιτήματα ως αβάσιμα για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση). Πέραν των ανωτέρω περιστατικών που έχουν αξιολογηθεί αμετάκλητα με τα ανωτέρω βουλεύματα, αποδείχτηκε ότι ο Κ. Α. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2000 έως τις αρχές του έτους 2003 επιχείρησε να αποσπάσει από τον μηνυτή Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δρχ., το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτη η παραπάνω οφειλή, προσπαθώντας να τον εκβιάσει ότι στην περίπτωση που αρνούνταν να του καταβάλει το ποσό που απαιτούσε, θα έβλαπτε τον ίδιο και μέσω αυτού τις επιχειρήσεις των δύο εγκαλουσών εταιριών, των οποίων ο ως άνω μηνυτής ήταν ο βασικός μέτοχος και πλέον συγκεκριμένα αποπειράθηκε να τον εκβιάσει, απειλώντας τον ότι αν δεν ικανοποιήσει τις αβάσιμες αξιώσεις του, θα τον δυσφημούσε ότι μετέρχεται έκνομες ενέργειες και θα προκαλούσε την ποινική του καταδίωξη και τιμωρία γι' αυτές και περαιτέρω, ότι μέσω τρίτων επενδυτών του Χρηματιστηρίου, οι οποίοι είχαν επενδύσει τα χρήματά τους μέσω των εγκαλουσών εταιριών, θα προκαλούσε την έγερση σε βάρος του σωρείας μηνύσεων, ότι δήθεν εξαπάτησε τους επενδυτές αυτούς και υπεξαίρεσε τα χρήματά τους και επιπλέον θα προκαλούσε σε βάρος του και σε βάρος των εγκαλουσών εταιριών την έγερση από τους ίδιους επενδυτές σωρείας αγωγών προς ικανοποίηση αβάσιμων αξιώσεων, ώστε οι εγκαλούσες εταιρίες να καταστραφούν οικονομικά, να δεσμευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, να πτωχεύσουν και να σταματήσει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Διαβεβαίωνε δε ο Κ. Α. τον Η. Μ., ότι είχε συλλέξει στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα δικαστικών λειτουργών, τα οποία θα αποκάλυπτε εάν οι τελευταίοι δεν εξέδιδαν ευνοϊκές γι' αυτόν δικαστικές αποφάσεις. Κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2000 έως τα μέσα Απριλίου του 2002, έθεσε υπό παρακολούθηση τον Η. Μ., την 19η Τακτική Ανακρίτρια, Κ. Μ. και πολλά στελέχη, συνεργάτες και υπαλλήλους των εγκαλουσών εταιριών ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ, μεταξύ των οποίων και τους συνεργάτες του Η. Μ., Δ. Κ. και Μ. Β., συλλέγοντας στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των παραπάνω προσώπων, ήτοι την προσωπική, επαγγελματική και ερωτική ζωή τους και αφού τους ανακοίνωσε ότι διαθέτει κασέτες που περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα της προσωπικής, επαγγελματικής και ερωτικής τους ζωής, τους πίεσε προκειμένου να του καταβάλει ο μηνυτής το ποσό των 700.000.000 δρχ., απειλώντας τους ότι στην αντίθετη περίπτωση θα αποκαλύψει τα προσωπικά τους δεδομένα και θα τους εκθέσει. Με τον ίδιο σκοπό, δηλαδή να αποσπάσει από το μηνυτή το άνω ποσό, συγκέντρωσε άτομα, μεταξύ των οποίων ο Δ. Π., Γ. Ζ. και Δ. Κ., προκειμένου να πιέσουν και οι ίδιοι να του καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, παριστάμενοι οι δύο τελευταίοι ως πολιτικώς ενάγοντες στην ανάκριση που διεξήγαγε η 19η Τακτική Ανακρίτρια από το Μάιο του 2000 σε βάρος του Η. Μ., υπέβαλε εναντίον του ψευδή μήνυση για χειραγώγηση των τιμών του Χρηματιστηρίου και άσκησε σε βάρος αυτού, των εγκαλουσών εταιριών και τρίτων εν γνώσει αβάσιμες αγωγές (από 18-12-2000), ζητώντας να του επιδικασθεί το ποσό των 1.500.000.000 δρχ, το οποίο δήθεν του όφειλε ο Η. Μ. ως αποζημίωση (οι οποίες απορρίφθηκαν), οργάνωσε δε με τη συνδρομή του Δ. Π., ομάδα ατόμων, αποτελούμενη από τον Γ. Ζ., τους αδελφούς Δ., Κ. και Π. Κ., το Σ. Γ., το Γ. Α., το Χ. Β., τον Ε. - Γ. Π., τον Μ. Λ., τον Κ. Φ., τον Β. Χ. και τον Κ. Κ., οι οποίοι υπέβαλαν ψευδείς μηνύσεις κατά του Η. Μ., μελών της οικογενείας του και συνεργατών του για τις ανωτέρω πράξεις (με βάση τις οποίες ασκήθηκαν σε βάρος τους ποινικές διώξεις για απάτες, υπεξαιρέσεις και πλαστογραφίες σε βαθμό κακουργήματος και τελικά απαλλάχθηκαν με βουλεύματα), καθώς και αιτήσεις πτώχευσης των εγκαλουσών εταιριών, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του ιδίου του Η. Μ. και των εγκαλουσών εταιριών, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του ιδίου του Η. Μ., που απερρίφθησαν συλλήβδην, ως αβάσιμες. Περαιτέρω, με πρωτοβουλία και προτροπή του και με την άμεση συνδρομή του Δ. Π., η παραπάνω ομάδα ατόμων συγκεντρώνονταν είτε στα γραφεία των εγκαλουσών εταιριών, είτε στα ακροατήρια, όταν εκδικάζονταν οι παραπάνω πολιτικές υποθέσεις, είτε έξω από τα ανακριτικά γραφεία, όποτε καλούνταν προς εξέταση ο Η. Μ. και όλοι μαζί φωνασκούσαν, λοιδορούσαν και έβριζαν τον Η. Μ., με σκοπό τη δημιουργία σε βάρος του δυσμενών εντυπώσεων και τον επηρεασμό της Δικαιοσύνης. Επιπλέον, με τον ίδιο σκοπό και για να δυσφημήσει τον Η. Μ. και τις εγκαλούσες εταιρίες, συμμετείχε σε τηλεοπτικές ενημερωτικές εκπομπές του τηλεοπτικού σταθμού EXTRA, που μεταδόθηκαν στις 23-3-2002, 29-5-2002, 3-6-2002, 5-6-2002, 6-6-2002 και στις 10-6-2002, όπου κατηγορούσε τον Η. Μ. και τις εγκαλούσες εταιρίες, δημιουργώντας δυσμενείς εντυπώσεις στο τηλεοπτικό κοινό για τις επιχειρήσεις του ανωτέρω μηνυτή. Ωστόσο, η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, δηλαδή δεν πέτυχε να αποσπάσει από τον μηνυτή το ποσό των 700.000.000 δρχ., όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θελήσεώς του, καθώς ο Η. Μ. δεν ενέδωσε και κατήγγειλε τη σε βάρος του απόπειρα εκβίασης στις Αρχές. Την ανωτέρω πράξη του δε τελεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή της και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (παρακολούθηση και σύνθεση αρχείου προσωπικών δεδομένων τρίτων, οργάνωση ομάδας πίεσης, παράνομη βία σε βάρος δικαστικού λειτουργού) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Α., με την έφεσή του, ισχυρίζεται ότι δεν πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης, για το οποίο παραπέμπεται και ότι εν πάσει περιπτώσει δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ως άνω παραπομπή του. Επειδή πέραν των εκτεθέντων στο νομικό μέρος της παρούσας πρέπει περαιτέρω να λεχθεί, πως έχει νομολογηθεί, ότι από τη διάταξη του άρθρου 385§1 ΠΚ προκύπτει ότι, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει, πέραν της περιπτώσεως που ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νομίμου απαιτήσεως εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη - εμφανιζόμενη, ως άξια μομφής, καθώς επίσης και όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζομένου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου εκ του νόμου δικαιώματος ελευθερίας της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές (ΑΠ 1122/2008, ΠΧ, ΝΘ, 416, Εφ. Αθηνών 3476/2005, ΠΧ, ΝΣΤ, 732, ΑΠ 1474/2001, Ποιν. Δικ. 2002, 110, ΑΠ 1731/1999, ΠΧ, Ν, 797, Μυλωνόπουλος, σελ. 399 επ.). Για την αξιολόγηση της ορθότητας ή μη της κρίσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να εντοπισθούν - παρατηρηθούν τα εξής: Έτι περαιτέρω προς ενίσχυση της ορθότητας της ως άνω προσέγγισης, πρέπει να λεχθεί ότι άλλωστε και στον Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Γεώργιο Κολιοκώστα, ο οποίος διενήργησε, σχετική προκαταρκτική εξέταση ουδόλως φαίνεται, κατετέθη κάτι σχετικό με εκβιαστική συμπεριφορά του εκκαλούντα Κ. Α., σχετιζόμενη με τις ανωτέρω εκπομπές, ούτε επίσης για εκβιαστική συμπεριφορά του εκκαλούντος κατηγορουμένου, σχετιζόμενη με έγερση εν γνώσει αβάσιμων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, αγωγών και μηνύσεων, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα των εταιριών του και τρίτων και δη με συλλήβδην απόρριψη όλων αυτών όπως εσφαλμένα, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, διαλαμβάνει το προσβαλλόμενο βούλευμα (βλ. ιδίως σελ. 18 και 19 αυτού), διό και προφανώς ο πιο πάνω Αντεισαγγελέας Εφετών, περιόρισε ορθά, την διαπίστωση για διάπραξη απόπειρας εκβίασης, από πλευράς του πιο πάνω εκκαλούντα, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ., σε σχέση με ότι αφορά το σύνολο της παραπομπής, του εκκαλούντα κατηγορουμένου, του εκκαλουμένου βουλεύματος, μόνο σε δύο σκέλη και δη 1) όσον αφορά την κατοχή προσωπικών δεδομένων της τότε Ανακρίτριας Κ. Μ. και την απειλή αποκάλυψης αυτών και όχι και άλλων προσώπων και δη του πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. και στελεχών και συνεργατών αυτού στις εταιρείες του, όπως του Δ. Κ. και της Μ. Β., συνθέτοντας αρχείο, για να πιέζει μάλιστα στη συνέχεια αυτούς, όπως δέχεται το εκκαλούμενο βούλευμα, κάτι που αν συνέβαινε, ως εκ του φερομένου χρόνου τέλεσης, κατά την άποψη μας, θα είχε εντοπισθεί και καταγραφεί στο πόρισμα του πιο πάνω Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) όσον αφορά τις συναθροίσεις έξωθεν του ανακριτικού γραφείου της ως άνω Ανακρίτριας. Ειδικότερα ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών Γεώργιος Κολιοκώστας, στο από 3-6-2003 πόρισμά του αναφέρει ως προς τα ως άνω 1 και 2 στοιχεία τα εξής: Πρέπει να λεχθεί ότι ο Κ. Α., ισχυριζόταν ότι οι κατηγορούμενοι και κυρίως ο εξ αυτών Η. Μ. (βασικός μέτοχος της ΑΚΤΙΒ ΕΚΕΥ) του όφειλαν από χρηματιστηριακές συναλλαγές τεράστια χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους άνω των 1,8 δις δραχμών και ζητούσε πιεστικά από αυτούς την καταβολή τους. Λόγω του ότι εκείνοι δεν δέχονταν ότι του όφειλαν χρήματα από νόμιμη αιτία και αρνούνταν να του καταβάλουν τα άνω ποσά, ο Α. έθεσε σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο, άρτια μελετημένο και οργανωμένο, προκειμένου να τα εισπράξει απ' αυτούς εκβιαστικά. Προς τούτο, επιχείρησε κατ' επανάληψη, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής και της σωματικής του ακεραιότητας, καθώς και με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του, να εξαναγκάσει τον Η. Μ. (νυν αναφερόντα) να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 700.000.000 δραχμών, το οποίο μείωσε σταδιακά στο ύψος των 150.000.000 δραχμών ... . Ακόμη για τον ίδιο σκοπό, ο Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των πατρινών επενδυτών", η οποία είχε αντικατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπάθησε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ'επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξεως. Εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του Μ. (και των λοιπών κατηγορουμένων όπως προαναφέρθηκε) στο σχέδιο του Α., για τον ίδιο ως άνω σκοπό, περιλαμβάνονταν και απειλές σε βάρος της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών Κ. Μ., χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την. προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της. ... Ειδικότερα: α) Η παραπάνω Ανακρίτρια, έγγαμος ούσα, διαρκούσης της ανακρίσεως και επ' ευκαιρία αυτής, δημιούργησε, συναισθηματική σχέση ... με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σ. Κ. ... Η παραπάνω σχέση τους καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό (προφανώς ύστερα από παρακολούθηση των κινήσεων τους) περιήλθαν σε γνώση του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Α., ο οποίος βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι μέσω της ανακρίσεως να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους και κυρίως τον Η. Μ. να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Προς τούτο απέστειλε στο δικηγόρο Σ. Κ. (και την Κ. ΑΧΕ) την από 14-1-2002 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία, αφού τον ενημέρωνε ότι γνώριζε την προαναφερόμενη σχέση του με την Ανακρίτρια, καθώς και συγκεκριμένες ημερομηνίες που πραγματοποίησε μαζί της ταξίδια στο εξωτερικό (Ζυρίχη - Παρίσι), ζήτησε από αυτόν εξηγήσεις και απείλησε ευθέως ότι επροτίθετο να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, προφανώς για τον πειθαρχικό και τον ποινικό έλεγχο της Ανακρίτριας. Το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης πρόσκλησης-δήλωσης περιήλθε αμέσως σε γνώση της Ανακρίτριας (από τον Κ.), η οποία, μετά ταύτα, για να αποφύγει τις συνέπειες των ενεργειών της (πράξεων και παραλείψεων) -αφού γνώριζε ότι στο πρόσωπό της συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι εξαιρέσεώς της από τον χειρισμό των άνω υποθέσεων, τους οποίους εν γνώσει της είχε αποσιωπήσει - διεξήγαγε την ανάκριση επί των υποθέσεων του Α. σύμφωνα με τις υποδείξεις αυτού. Έτσι ο ρόλος του Α. κατέστη πλέον ενεργός στην όλη διαδικασία, την οποία κατηύθυνε κατά το δοκούν, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και ειδικότερα από το Μ. τα χρήματα που ζητούσε. Ο ως άνω σκοπός του Α. ήταν γνωστός στην Ανακρίτρια, η οποία είχε πλέον και ιδία αντίληψη των εκβιαστικών απειλών που συντελούνταν στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο, κυρίως σε βάρος του Μ. και των δικηγόρων του, από την ομάδα των "πατρινών", της οποίας αυτός (Α.) ήταν επικεφαλής..... Τελικά ο Α. δεν ολοκλήρωσε την πράξη της εκβιάσεως που επιχείρησε κατ εξακολούθηση να τελέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε σε βάρος του Μ., από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του, καθόσον ο τελευταίος αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ... . Έτσι η διεξαγωγή της ανάκρισης έγινε: α) σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις επιθυμίες του Α. (κατά το μέρος που αφορούσε τις υποθέσεις του) και προς όφελος αυτού, ο οποίος επιδίωκε μέσω της ανακρίσεως, με την απειλή ανακοινώσεως των παραπάνω σε βάρος της Ανακρίτριας στοιχείων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ερωτική σχέση της με Κ. και κοινά ταξίδια τους στο εξωτερικό) να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και κυρίως από τον Μ. τα χρήματα που ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και η Ανακρίτρια ασκούσε απαράδεκτα και παράνομα την επιρροή της προς την κατεύθυνση αυτή". Άρα σύμφωνα με τα παραπάνω η υπόθεση πρέπει να τεθεί στην πραγματική της διάσταση και μόνο ως προς αυτά τα δύο σκέλη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, κατά τη γνώμη μας, εν όψει και των διαπιστώσεων του πιο πάνω πορίσματος, που έγιναν μετά από εξέταση και πλήθους μαρτύρων, 16 τον αριθμό (βλ. σελ. 1 του πορίσματος ), προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του εκκαλούντα στο ακροατήριο και όχι και για τις λοιπές μερικότερες πράξεις που προαναφέρθηκαν. Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, το οποίο συγκεντρώθηκε κατά την ανάκριση που διενεργήθηκε και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, κατά την άποψή μας η πιο πάνω κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είναι ορθή μόνο εν μέρει κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό της παρούσας. Κατά το μέρος αυτό λοιπόν, στην εισαγγελική πρόταση, την οποία το εκκαλούμενο βούλευμα έκανε δεκτή, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται τα συγκροτούντα την υπόθεση πραγματικά περιστατικά, ορθά αναλύονται και ερμηνεύονται οι σχετικές διατάξεις και ορθά αξιολογείται η υπαγωγή η μη κατά περίπτωση, των πραγματικών περιστατικών στις αντίστοιχες διατάξεις και ορθά συνάγονται οι παραπεμπτικές ή απαλλακτικές αναλόγως κρίσεις οι οποίες διατυπώθηκαν τελικά στο εκκαλούμενο βούλευμα. Προς αποφυγή λοιπόν άσκοπων επαναλήψεων, αναφέρομαι στο μέρος αυτό της πρωτόδικης εισαγγελικής πρότασης το περιεχόμενο της οποίας καθώς και αυτό του εκκαλουμένου βουλεύματος επιβεβαιώνω. Δεχόμενο την πρόταση αυτή το εκκαλούμενο βούλευμα σε τίποτε δεν έσφαλε και γι' αυτό θα πρέπει να επικυρωθεί εν μέρει, στις παραπεμπτικές του διατάξεις και να μεταρρυθμισθεί αυτό κατά τα λοιπά κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό της παρούσας να επικυρωθεί επίσης αυτό στις απαλλακτικές του διατάξεις, δεν συντρέχει δε, κατόπιν τούτου και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν νόμιμη περίπτωση να διαταχθεί από το Συμβούλιό Σας, περαιτέρω ανάκριση, προκειμένου να κληθούν να καταθέσουν οι μάρτυρες Κ. και Β., όσο και τα υπόλοιπα στελέχη και υπάλληλοι των εταιρειών του Η. Μ., των οποίων φέρεται ότι συνέλεξε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ο εκκαλών κατηγορούμενος και τους απείλησε με δημοσιοποίηση αυτών, όπως αιτείται με την έφεσή του, ο τελευταίος, μη κρινομένης της διενέργειας αυτής αναγκαίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 318 και 319 του ΚΠΔ (ΑΠ 291/1981, ΠΧ, ΛΑ, 576, ΑΠ 1419/1976 ΠΧ, ΝΒ, 414). Αντίθετα οι κρινόμενες εφέσεις είναι, εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη και εν μέρει αβάσιμη, η έφεση του εκκαλούντα κατηγορουμένου Κ. Α. και θα πρέπει να γίνει εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή και εν μέρει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και στο σύνολό της αβάσιμη κατ' ουσίαν, η έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. και θα πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί. Κατόπιν όλων αυτών είναι φανερό ότι η υπόθεση ήθελε σοβαρά απασχολήσει το δικαστήριο σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα του εκκαλούντα κατηγορουμένου. Άλλωστε αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41). Στην προκειμένη λοιπόν, υπόθεση, συνεκτιμουμένου και του πιο πάνω υπάρχοντος σε βάρος του κατηγορουμένου ανακριτικού υλικού, όπως το προαναφερθέν πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Γεωργίου Κολιοκώστα, κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από δεδικασμένο κατά τα προεκτεθέντα, κατά τη γνώμη μας προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του εκκαλούντα, στο ακροατήριο, μόνο για τις μερικότερες πράξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της παρούσας, όπως δέχτηκε και το εκκαλούμενο βούλευμα στο οποίο εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, κατά το μέρος αυτό, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλύονται και ερμηνεύονται ορθά οι σχετικές διατάξεις, και στο οποίο συμπληρωματικά, αναφερόμεθα και οι εκεί υπάρχουσες, κατά την άποψή μας επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή είτε να ενισχυθούν εξελισσόμενες σε αποδείξεις είτε να εξασθενήσουν, οδηγώντας στην απαλλαγή του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Υπό τα προεκτεθέντα, λοιπόν, πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου Κ. Α. για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτιο που παρείχε προστασία για την αποτροπή πρόκλησης βλάβης επιχείρησης από τρίτους και μεταχειρίστηκε απειλή πρόκλησης βλάβης επιχειρήσεων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που του αποδίδεται, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβίασης που αναφέρονται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της παρούσας οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 στ, 14, 26§1, 27§1, 42§1, 60, 98 και 385§1 εδ. β του ΠΚ. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Κ. Α. κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 2756/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της παραπάνω αξιόποινης πράξεως που συνίσταται στο ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2000 έως τις αρχές του έτους 2003 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποπειράθηκε να τελέσει το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζόμενου, από υπαίτιο, που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και συνήθεια και προκειμένου να πραγματοποιήσει το σκοπό του, επιχείρησε πράξεις, που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, οι οποίες, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θέλησής του. Συγκεκριμένα, επιχείρησε να αποσπάσει από τον μηνυτή Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δραχμών (2.100.000 ευρώ), το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, προσπαθώντας να τον εκβιάσει ότι στην περίπτωση που αρνούταν να του καταβάλει το ποσό αυτό που απαιτούσε, θα έβλαπτε τον ίδιο και μέσω αυτού τις επιχειρήσεις των δύο εγκαλουσών εταιριών, σε υπόθεση που χειριζόταν η 19η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών και στην οποία ήταν πολιτικώς ενάγων ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Α. και κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων και ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων Η. Μ., εταιρειών των οποίων ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων ήταν ο βασικός μέτοχος και πλέον συγκεκριμένα αποπειράθηκε να τον εκβιάσει, απειλώντας τον ότι αν δεν ικανοποιήσει τις αβάσιμες αξιώσεις του, θα τον δυσφημούσε ότι μετέρχεται έκνομες ενέργειες και θα προκαλούσε την ποινική του καταδίωξη και τιμωρία γι' αυτές ώστε οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες να καταστραφούν οικονομικά, να δεσμευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, να πτωχεύσουν και να σταματήσει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Ειδικότερα, διαβεβαίωνε ο πρώτος κατηγορούμενος τον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα ότι περιήλθαν σε γνώση του, στοιχεία, που αφορούσαν ευαίσθητα προσωρινά δεδομένα δικαστικών λειτουργών και δη της Κ. Μ., τα οποία θα αποκάλυπτε, εάν η τελευταία δεν ενεργούσε, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις αυτού, κατά τη διεξαγωγή της κυρίας ανάκρισης στην υπόθεση που χειριζόταν ως Ανακρίτρια. Πλέον, συγκεκριμένα, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2000 έως τα μέσα Απριλίου του 2002, περιήλθαν σε γνώση του, προφανώς ύστερα από παρακολούθηση, για την 19η Τακτική Ανακρίτρια, Κ. Μ., στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του παραπάνω προσώπου, ήτοι την προσωπική και ερωτική της ζωή και αφού ανακοίνωσε ότι διαθέτει αυτά τα στοιχεία, πίεσε τον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου να του καταβάλει αυτός το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αποκαλύψει τα ως άνω προσωρινά δεδομένα της ως άνω Ανακρίτριας κατά τα προαναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας και αναφερόμενα στο σχετικό πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Γεωργίου Κολιοκώστα. Με τον ίδιο σκοπό ενεργώντας δηλαδή για να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το πιο πάνω ποσό, ο Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των πατρινών επενδυτών", η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπάθησε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξεως. Εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του Μ. (και των λοιπών κατηγορουμένων όπως προαναφέρθηκε) στο σχέδιο του Α., για τον ίδιο ως άνω σκοπό, περιλαμβάνονταν και απειλές σε βάρος της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών Κ. Μ., χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της. Ειδικότερα: α) Η παραπάνω Ανακρίτρια, έγγαμος ούσα, διαρκούσης της ανακρίσεως και επ' ευκαιρία αυτής, δημιούργησε, συναισθηματική σχέση, με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σ. Κ.. Η παραπάνω σχέση τους καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό (προφανώς ύστερα από παρακολούθηση των κινήσεών τους) περιήλθαν σε γνώση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Κ. Α., ο οποίος βρήκε την ευκαιρία, που ζητούσε και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι μέσω της ανακρίσεως να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους και κυρίως τον Η. Μ. να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Έτσι ο ρόλος του Α. κατέστη πλέον ενεργός στην όλη διαδικασία, την οποία κατηύθυνε κατά το δοκούν, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και ειδικότερα από τον Μ. τα χρήματα που ζητούσε. Ο ως άνω σκοπός του Α. ήταν γνωστός στην Ανακρίτρια, η οποία είχε πλέον και ιδία αντίληψη των εκβιαστικών απειλών που συντελούνταν στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο, κυρίως σε βάρος του Μ. και των δικηγόρων του, από την ομάδα των "πατρινών", της οποίας αυτός (Α.) ήταν επικεφαλής. Έτσι, η διεξαγωγή της ανάκρισης έγινε: α) σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις επιθυμίες του Α. (κατά το μέρος που αφορούσε τις υποθέσεις του) και προς όφελος αυτού, ο οποίος επιδίωκε μέσω της ανακρίσεως και με την απειλή ανακοινώσεως των παραπάνω σε βάρος της Ανακρίτριας στοιχείων, έτσι ώστε να την εκθέσει, να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και κυρίως από τον Μ. τα χρήματα που ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και η Ανακρίτρια ασκούσε απαράδεκτα και παράνομα την επιρροή της προς την κατεύθυνση αυτή. Τελικά ο Κ. Α. δεν ολοκλήρωσε την πράξη της εκβιάσεως, που επιχείρησε κατ' εξακολούθηση να τελέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε σε βάρος του Μ., δηλαδή δεν πέτυχε να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα από τη θέλησή του, καθόσον ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων δεν ενέδωσε και κατήγγειλε την σε βάρος του απόπειρα εκβίασης στις αρχές. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και ακολούθως απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Κ. Α. κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 2756/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 98 και 385 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες θεμελίωσε την κρίση του περί υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, δηλαδή μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου (βλ. πρώτη σελίδα του πέμπτου φύλλου), τα οποία και ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως. β) για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν. γ) Στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εκτίθενται με σαφήνεια και λεπτομέρειες όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως. Συγκεκριμένα προσδιορίζονται οι απειλές του αναιρεσείοντα κατά των επιχειρήσεων του εγκαλούντα Η. Μ., ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ, ορίζεται δε και το περιουσιακό όφελος, το οποίο επεδίωκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και η γνώση του ότι αυτό δεν αποτελεί νόμιμη αξίωσή του. Οι ανωτέρω απειλές εστρέφοντο όχι μόνο κατά του εγκαλούντα, αλλά και εναντίον της Ανακρίτριας Κ. Μ., όπως δε τονίσθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας δεν είναι αναγκαίο το πρόσωπο του εξαναγκαζόμενου να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακά ζημιώνεται, πολύ δε περισσότερο στην κρινόμενη υπόθεση, κατά την οποία η απειλούμενη Ανακρίτρια μπορούσε από τα πράγματα να ενεργήσει επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη (ΑΠ 1611/2007), ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, σκοπός των απειλών κατά της ανακρίτριας, ήταν ο εξαναγκασμός του παθόντα Η. Μ. στην ως άνω περιουσιακή διάθεση. Εξάλλου εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, το ύψος του οποίου ρητώς προσδιορίζεται στο ποσό των 700.000.000 δραχμών (2.100.000 Ευρώ). δ) Αιτιολογείται με πληρότητα η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, με τις παραδοχές στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος "έθεσε σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο, άρτια μελετημένο και οργανωμένο, επιχειρώντας κατ' επανάληψη, με απειλές βλάβης των επιχειρήσεών του, να εξαναγκάσει τον πολιτικώς ενάγοντα να του καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό", (βλ. πέμπτο φύλλο του προσβαλλομένου βουλεύματος), καθώς και ότι "από την επανειλημμένη τέλεσή της και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (παρακολούθηση και σύνθεση αρχείου προσωπικών δεδομένων τρίτων, οργάνωση ομάδας πίεσης, παράνομη βία σε βάρος δικαστικού λειτουργού), προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος" (βλ. 8ο φύλλο του προσβαλλομένου βουλεύματος) και ε) Τέλος με πληρότητα αιτιολογείται και η κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως, αφού από τα εκτεθέντα περιστατικά καθίσταται προφανής η ενότητα του δόλου του αναιρεσείοντα, ενώ περαιτέρω περιγράφονται λεπτομερώς οι μερικότερες αυτοτελείς πράξεις του εν λόγω εγκλήματος. Αξίζει μάλιστα στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα δεν είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η εξειδίκευση των μερικοτέρων πράξεων, εκτός αν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως (ΑΠ 1475/2009), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως οι συναφείς περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. 5) Από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 43 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας έχει υποχρέωση, μετά από έρευνα της μηνύσεως ή της εγκλήσεως, εφόσον θεωρεί υποστατή την κατηγορία, να ασκήσει ποινική δίωξη και να διατάξει προανάκριση ή κύρια ανάκριση ή να παραπέμψει τον κατηγορούμενο με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει η άσκηση γι' αυτό νέας ποινικής διώξεως ο ΚΠΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως. Όμως με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη δεν έχει κριθεί αμετακλήτως, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, διαφορετικά ιδρύεται (μετά την εκδίκαση και της δεύτερης κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας (ΑΠ 1399/2006). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι για την ύπαρξη του δεδικασμένου (επομένως και της εκκρεμοδικίας), η παραβίαση του οποίου (άρα και της εκκρεμοδικίας) συνιστά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των εξής στοιχείων: α) Ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξεως και γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 999/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εκδόθηκε την 15-6-2010, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2000 έως τις αρχές του έτους 2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αποπειράθηκε να τελέσει το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζόμενου, από υπαίτιο, που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και συνήθεια και προκειμένου να πραγματοποιήσει το σκοπό του, επιχείρησε πράξεις, που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, οι οποίες, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θέλησής του. Συγκεκριμένα, επιχείρησε να αποσπάσει από τον μηνυτή Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δραχμών (2.100.000 ευρώ), το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, προσπαθώντας να τον εκβιάσει ότι στην περίπτωση που αρνούταν να του καταβάλει το ποσό αυτό που απαιτούσε, θα έβλαπτε τον ίδιο και μέσω αυτού τις επιχειρήσεις των δύο εγκαλουσών εταιριών, σε υπόθεση που χειριζόταν η 19η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών και στην οποία ήταν πολιτικώς ενάγων ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Α. και κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων και ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων Η. Μ., εταιρειών των οποίων ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων ήταν ο βασικός μέτοχος και πλέον συγκεκριμένα αποπειράθηκε να τον εκβιάσει, απειλώντας τον ότι αν δεν ικανοποιήσει τις αβάσιμες αξιώσεις του, θα τον δυσφημούσε ότι μετέρχεται έκνομες ενέργειες και θα προκαλούσε την ποινική του καταδίωξη και τιμωρία γι' αυτές ώστε οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες να καταστραφούν οικονομικά, να δεσμευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, να πτωχεύσουν και να σταματήσει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Ειδικότερα, διαβεβαίωνε ο πρώτος κατηγορούμενος τον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα ότι περιήλθαν σε γνώση του, στοιχεία, που αφορούσαν ευαίσθητα προσωρινά δεδομένα δικαστικών λειτουργών και δη της Κ. Μ., τα οποία θα αποκάλυπτε, εάν η τελευταία δεν ενεργούσε σύμφωνα με τις κατευθύνσεις αυτού, κατά τη διεξαγωγή της κυρίας ανάκρισης στην υπόθεση που χειριζόταν ως Ανακρίτρια. Πλέον, συγκεκριμένα, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2000 έως τα μέσα Απριλίου του 2002, περιήλθαν σε γνώση του, προφανώς ύστερα από παρακολούθηση, για την 19η Τακτική Ανακρίτρια, Κ. Μ., στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του παραπάνω προσώπου, ήτοι την προσωπική και ερωτική της ζωή και αφού ανακοίνωσε ότι διαθέτει αυτά τα στοιχεία, πίεσε τον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου να του καταβάλει αυτός το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αποκαλύψει τα ως άνω προσωρινά δεδομένα της ως άνω Ανακρίτριας κατά τα προαναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας και αναφερόμενα στο σχετικό πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Γεωργίου Κολιοκώστα. Με τον ίδιο σκοπό ενεργώντας δηλαδή για να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το πιο πάνω ποσό, ο Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των πατρινών επενδυτών", η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπάθησε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξεως. Εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του Μ. (και των λοιπών κατηγορουμένων όπως προαναφέρθηκε) στο σχέδιο του Α., για τον ίδιο ως άνω σκοπό, περιλαμβάνονταν και απειλές σε βάρος της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών Κ. Μ., χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της. Ειδικότερα: α) Η παραπάνω Ανακρίτρια, έγγαμος ούσα, διαρκούσης της ανακρίσεως και επ' ευκαιρία αυτής, δημιούργησε, συναισθηματική σχέση, με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σ. Κ.. Η παραπάνω σχέση τους καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό (προφανώς ύστερα από παρακολούθηση των κινήσεών τους) περιήλθαν σε γνώση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Κ. Α., ο οποίος βρήκε την ευκαιρία, που ζητούσε και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι μέσω της ανακρίσεως να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους και κυρίως τον Η. Μ. να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Έτσι ο ρόλος του Α. κατέστη πλέον ενεργός στην όλη διαδικασία, την οποία κατηύθυνε κατά το δοκούν, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και ειδικότερα από τον Μ. τα χρήματα που ζητούσε. Ο ως άνω σκοπός του Α. ήταν γνωστός στην Ανακρίτρια, η οποία είχε πλέον και ιδία αντίληψη των εκβιαστικών απειλών που συντελούνταν στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο, κυρίως σε βάρος του Μ. και ίων δικηγόρων του, από την ομάδα των "πατρινών", της οποίας αυτός (Α.) ήταν επικεφαλής. Έτσι, η διεξαγωγή της ανάκρισης έγινε: α) σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις επιθυμίες του Α. (κατά το μέρος που αφορούσε τις υποθέσεις του) και προς όφελος αυτού, ο οποίος επιδίωκε μέσω της ανακρίσεως και με την απειλή ανακοινώσεως των παραπάνω σε βάρος της Ανακρίτριας στοιχείων, έτσι ώστε να την εκθέσει, να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και κυρίως από τον Μ. τα χρήματα που ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και η Ανακρίτρια ασκούσε απαράδεκτα και παράνομα την επιρροή της προς την κατεύθυνση αυτή. Τελικά ο Κ. Α. δεν ολοκλήρωσε την πράξη της εκβιάσεως, που επιχείρησε κατ' εξακολούθηση να τελέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε σε βάρος του Μ., δηλαδή δεν πέτυχε να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα από τη θέληση του, καθόσον ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων δεν ενέδωσε και κατήγγειλε την σε βάρος του απόπειρα εκβίασης στις αρχές. Περαιτέρω από το επιτρεπτώς επισκοπούμενο, για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αντίγραφο του υπ' αριθ. 489/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 999/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου, μεταξύ άλλων, να δικασθεί για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 22-12-2000 μέχρι και το τέλος του έτους 2001: Α) Έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το έγκλημα της εκβιάσεως εις βάρος του Η. Μ., δηλαδή να εξαναγκάσει αυτόν με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, τις οποίες απηύθυνε κατά του ιδίου και κατά προσώπων του οικογενειακού του περιβάλλοντος, να προβεί εκείνος παρά τη θέλησή του στην παρακάτω πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε τελικά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή του. Συγκεκριμένα: α) Στις 22.12.2000 στην Αθήνα και στη γενική συνέλευση της εταιρείας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ" απείλησε τον ως άνω παθόντα, απευθύνοντας προς αυτόν τη φράση "θα σε καταστρέψω, θα σε τινάξω στον αέρα" και την ίδια ημέρα στην ίδια ως άνω γενική συνέλευση απείλησε και τη θυγατέρα του ανωτέρω παθόντος Ε. Μ., απευθύνοντας προς αυτήν τη φράση "πες στον πατέρα σου να προσέχει, γιατί εγώ εσένα μία μέρα θα σε απαγάγω". Και β) Κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 απείλησε τηλεφωνικά την Ε. Μ., προς την οποία απηύθυνε τη φράση "θα σας σκοτώσω". Με τις ενέργειές του δε αυτές σκόπευε αυτός να εξαναγκάσει τον παραπάνω παθόντα να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 700.000.000 δρχ., το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές ενώ στην πραγματικότητα, ήταν ανύπαρκτη η παραπάνω οφειλή. Δεν επέτυχε, όμως, τελικά, να πραγματοποιήσει τον πιο πάνω σκοπό του από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή του και συγκεκριμένα γιατί δεν ενέδωσε ο ως άνω παθών στις ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής του ιδίου και των μελών της οικογενείας του απειλές του κατηγορουμένου και κατήγγειλε την εις βάρος του επιχειρηθείσα εκβίαση και Β) Ενώ άγνωστοι στην κυρία και την περαιτέρω ανάκριση δράστες διέπραξαν το έγκλημα της απόπειρας εκβίασης της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του άρθρου 385 ΠΚ, εις βάρος του ιδίου ως άνω παθόντος Η. Μ., αφού απηύθυναν κατ' αυτού και κατά προσώπων του επαγγελματικού του περιβάλλοντος απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής τους προκειμένου να τον εξαναγκάσουν να προβεί, εκείνος, παρά τη θέλησή του, στην παρακάτω πράξη, από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του, με σκοπό να αποκομίσει ο κατηγορούμενος Κ. Α. παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχειρώντας έτσι πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, τελικά, από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή τους, ο ίδιος κατηγορούμενος (Κ. Α.) με πειθώ, φορτικότητα και προτροπές προκάλεσε σ' αυτούς την απόφαση να διαπράξουν την πράξη αυτή (απόπειρα εκβίασης της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του άρθρου 385 ΠΚ), την οποία και διέπραξαν εκείνοι τελικά. Συγκεκριμένα: α) Στην Αθήνα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001, προκάλεσε, με τον προαναφερόμενο τρόπο, σε άγνωστο στην κυρία και την περαιτέρω ανάκριση άνδρα την απόφαση να τηλεφωνήσει εκείνος στην υπάλληλο του Η. Μ., Μ. Β.-Π. και να την απειλήσει, απευθύνοντας προς αυτήν τη φράση "πρόσεξε καλά, γιατί έχεις μπλέξει και την έχεις άσχημα εσύ και η οικογένεια σου". Και β) Στην Αθήνα και σε μη προσδιορισμένους επακριβώς από την κυρία και την περαιτέρω ανάκριση χρόνους κατά τη διάρκεια του έτους 2001 προκάλεσε με τον προαναφερόμενο τρόπο σε άγνωστο στην κυρία και την περαιτέρω ανάκριση άνδρα την απόφαση να τηλεφωνήσει εκείνος κατ' επανάληψη σε υπαλλήλους (Σ.-Μ. Λ. του Μ., Δ. Κ. του Γ. και Μ. Β. - Π. του Κ.) της εταιρίας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ", της οποίας ο παθών Η. Μ. ήταν κύριος μέτοχος και να απευθύνει προς αυτούς άλλοτε μεν τη φράση "θα σας θάψουμε" άλλοτε δε τη φράση "ελάτε να πάρετε το πτώμα του κ. Μ.". Με τις ενέργειες δε αυτές του άγνωστου δράστη σκόπευε αυτός, αλλά και ο κατηγορούμενος Κ. Α., που του προκάλεσε την αντίστοιχη απόφαση, να εξαναγκάσουν τον παραπάνω παθόντα να καταβάλει εκείνος παρά τη θέλησή του στον δεύτερο (Κ. Α.) το χρηματικό ποσό των 700.000.000 δραχμών, το οποίο του όφειλε, κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτη η συγκεκριμένη οφειλή. Δεν επέτυχαν, όμως, τελικά να πραγματοποιήσουν τον πιο πάνω σκοπό τους από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα, από τη θέλησή τους και συγκεκριμένα γιατί δεν ενέδωσε ο ως άνω παθών στις ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής του ιδίου και των μελών του οικογενειακού και επαγγελματικού του περιβάλλοντος απειλές και κατήγγειλε την εις βάρος του επιχειρηθείσα εκβίαση. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω δύο βουλευμάτων προκύπτει ότι οι μερικώτερες πράξεις της απόπειρας εκβιάσεως, οι οποίες διαλαμβάνονται σ' αυτά είναι αυτοτελείς και διαφορετικές, δηλαδή συγκροτούνται από εντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, χωρίς να ταυτίζονται κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις. Επομένως ελλείποντος του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμοδικία και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο συναφής λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 104/6-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 1361/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 23 Νοεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 104/6/9/2010 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1361/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του κατά του παραπεμπτικού υπ' αριθμ. 2756/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για ορισμένες μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβιάσεως, κατ' εξακολούθηση, με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζομένου, από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και αποφάνθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον του κατηγορία για τις μερικότερες αυτές πράξεις, ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση του για τις υπόλοιπες μερικότερες πράξεις, αφού προηγουμένως αναδιατυπώθηκε η εναντίον του κατηγορία και αποφασίσθηκε η παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 στοιχ. α του ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίσθηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχειρήσεως, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή προκλήσεως τέτοιας βλάβης από τρίτο, με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράληψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή τρίτου, με βία ή με απειλή, ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού του ίδιου ή άλλου και επί πλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντα, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής προς πραγμάτωση νόμιμης απαιτήσεως αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, εμφανιζόμενη ως άξια μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η βούληση του εξαναγκαζομένου κα να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από τον τρόπο εκδηλώσεως και τη συμπεριφορά του δράστη, άμεση ή έμμεση, να έχει διατυπωθεί εγγράφως ή προφορικώς και τέλος αμέσως από τον δράστη ή μέσω τρίτου προσώπου. Δεν αποκλείεται και μία προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει μία υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο. οποίος μπορεί να είναι και πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά και έτσι υπάρχει εκβίαση και όταν ο εξαναγκαζόμενος είναι πρόσωπο άλλο από το βλαπτόμενο περιουσιακά, αρκεί ο εξαναγκαζόμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας εξαναγκαζόμενος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα τη εκβιάσεως δεν είναι τετελεσμένο και η απειλή που ασκήθηκε συνιστά απόπειρα του εγκλήματος αυτού, εφόσον περιέχει τουλάχιστον αρχές εκτελέσεως του (ΑΠ 2042/2009, ΑΠ 1261/2009, ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 1611/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος (ΑΠ 1409/2009, ΑΠ 1976/2006, ΑΠ 1648/2006).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, αφού η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών θα ήταν άσκοπη και περιττή. Η αιτιολογία αυτή του εφετειακού βουλεύματος υφίσταται και όταν αυτό (βούλευμα) αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως. Όταν όμως το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται μετά από έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν έχει δυνατότητα, χωρίς δικές του σκέψεις, να αναφερθεί εξ ολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, γιατί έτσι εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του λειτουργία και απεμπολείται η δευτεροβάθμια κρίση, η οποία έχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, απαραίτητης για την απάντηση στα παράπονα και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Στην περίπτωση αυτή της καθολικής αναφοράς του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, το βούλευμα (του Συμβουλίου Εφετών) στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έχει, όμως, το Συμβούλιο Εφετών τη δυνατότητα, εφόσον το βούλευμα του έχει δικές του σκέψεις ή αναφέρεται στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ' αυτό εισαγγελικής προτάσεως, να παραπέμψει (το βούλευμα ή η εισαγγελική πρόταση), συμπληρωματικά μόνο, στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθώς και της ενσωματωμένης σ' εκείνο εισαγγελικής προτάσεως (ΑΠ 765/2009, ΑΠ 1534/2008, ΑΠ 870/2007, ΑΠ 628/2007, ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006, ΑΠ 1364/2006).
Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1393/2010, ΑΠ 1074/2006).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, και αναφορικά με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Κ. Α., έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής, συμπληρωματικά, στο πρωτόδικο υπ' αριθ. 2756/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: "Το εκδόσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο (εννοεί το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών), με εξ ολοκλήρου αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με αφορμή το από 3-6-2003 πόρισμα προκαταρκτικής εξέτασης του τότε Αντεισαγγελέα Εφετών κ. Γεωργίου Κολιοκώστα, η οποία διενεργήθηκε προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη των διαλαμβανομένων στην από 17-3-2003 αίτηση - αναφορά του Η. Μ., περί τέλεσης αυτεπαγγέλτως διωκομένων αξιόποινων πράξεων, ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών μεταξύ άλλων και για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση και 2) της άμεσης συνέργειας στην ανωτέρω πράξη (άρθρα 42 παρ. 1, 46 παρ. ιβ, 98, 385 παρ. 1α και β ΠΚ). Παράλληλα δε με το με αριθμ. πρωτ. Α-2003/4886α 19-12-2003 έγγραφο Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θηβών διαβιβάστηκε η από 30-10-2003 έγκληση του Η. Μ. στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, λόγω αρμοδιότητας του για τις καταγγελλόμενες πράξεις, για τις οποίες η υπόθεση δεν έχει παραπεμφθεί στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Θηβών. Σύμφωνα με το ανωτέρω πόρισμα, ο Κ. Α., προκειμένου να εισπράξει εκβιαστικά από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δρχ., που όπως ισχυρίζεται το οφείλει από χρηματιστηριακές συναλλαγές, έθεσε σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο, άρτια μελετημένο και οργανωμένο, επιχειρώντας κατ' επανάληψη, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο της ζωής και της σωματικής του ακεραιότητας, καθώς και με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του, να εξαναγκάσει τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. να του καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, το οποίο μείωσε σταδιακά στο ύψος των 150.000.000 δρχ., αλλά μετά επανήλθε στο αρχικά αιτηθέν ποσό. Ειδικότερα ότι προκάλεσε την απόφαση σε άλλους να διαπράξουν σε βάρος του Η. Μ. και των επιχειρήσεων του τρεις εκρήξεις βομβών στους χώρους του επί της ... αρ. 269 Α κτιρίου, ιδιοκτησίας του, από τις οποίες προκλήθηκαν σοβαρές υλικές ζημιές. Ότι για τον ίδιο σκοπό ο Κ. Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των Πατρινών επενδυτών", η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο της τότε Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, Κ. Μ., η οποία διενεργούσε ανάκριση μεταξύ άλλων και εναντίον των 1) Π. Κ., 2) Σ. Τ., 3) Η. Τ., 4) Ι. Μ. και 5) Η. Μ. για α) απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού σε βαθμό κακουργήματος και άμεση συνεργεία στην πράξη αυτή, β) παράβαση του άρθρου 34 εδ. Α' του Ν. 3632/1928 (χειραγώγηση μετοχών) και γ) παράβαση του Ν. 2331/1995 (νομιμοποίηση παράνομων εσόδων), όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπαθούσε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξης. Ότι εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ., στο σχέδιο του κατηγορουμένου Κ. Α. για τον ίδιο ως άνω σκοπό περιλαμβάνονται και απειλές σε βάρος της ως άνω Ανακρίτριας, χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της, με αποτέλεσμα τη δημιουργία εύλογων υπονοιών περί μεροληπτικής κρίσης αυτής και την πρόκληση δυσμενών σχολίων σε βάρος της, που πλήττουν ευθέως το κύρος της Δικαιοσύνης, ως ανεξάρτητης πολιτειακής εξουσίας και κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς αυτήν. Κατόπιν, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 26/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, το οποίο παρέπεμψε α) την Κ. Μ. να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και της παράβασης καθήκοντος και β) τον Κ. Α. να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη της παράνομης βίας κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος του άρθρου 385 παρ. 1β ΠΚ, και δη για το ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002 αφού απείλησε μέσω εξώδικης πρόσκλησης, την οποία απέστειλε προς το δικηγόρο Σ. Κ., την 19η Τακτική Ανακρίτρια Κ. Μ., που διενεργούσε κυρία ανάκριση σε υπόθεση με κατηγορούμενο τον Η. Μ., περί του ότι θα ανέφερε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη σχέση της με τον ανωτέρω δικηγόρο, συνήγορο του επίσης κατηγορουμένου στην ίδια υπόθεση, Π. Κ., την εξανάγκασε να καλέσει σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση μαζί του τον ανωτέρω κατηγορούμενο Η. Μ. και να τον προτρέψει με φορτικότητα να καταβάλει στον ίδιο το ποσόν των 700.000.000 δρχ. διαβεβαιώνοντας τον συγχρόνως, ότι στην περίπτωση αυτή θα έκλεινε την υπόθεση και θα ανακαλούσε την περί δέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων Διάταξη της, πράξεις για τις οποίες αυτή δεν είχε υποχρέωση, γ) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για απόπειρα εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το πρώτο επτάμηνο του έτους 2001 σε βάρος του Η. Μ. και ειδικότερα την 8-1-2001, 20-1-2001 και 15-7-2001 προκλήθηκαν στο χώρο του επί της ..., αριθμ. 269 Α, κτιρίου ιδιοκτησίας της εταιρίας "ΑΚΤΙΒ ΑΕ", συμφερόντων του Η. Μ. τρεις εκρήξεις με τη χρήση εκρηκτικών βομβών, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εκτός των άλλων και κατά του Κ. Α. και Δ. Γ. για ηθική αυτουργία σε έκρηξη, πλην όμως οι εν λόγω κατηγορούμενοι απηλλάγησαν αμετακλήτως από τη συγκεκριμένη κατηγορία με το υπ' αριθμ. 12/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του υπ' αριθμ. 26/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών ο Η. Μ. άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως του εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 961/2005 και 489/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα οποία επικυρώθηκαν με την υπ' αριθμ. 999/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το υπ' αριθμ. 489/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επικύρωσε τις απαλλακτικές διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος που έχουν σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας μήνυσης και παρέπεμψε τον Κωνσταντίνο Α. α) για απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης του άρθρου 385 παρ. 1α ΠΚ που τέλεσε στις 22-12-2000, και τον Ιανουάριο 2001 με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σε βάρος του εγκαλούντος και της θυγατέρας του και β) για ηθική αυτουργία σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης του άρθρου 385 παρ. 1α ΠΚ που τέλεσε το Σεπτέμβριο του έτους 2001 σε βάρος του Η. Μ., για περιστατικά όμως που δεν ποριλαμ3άνονται στις αποδιδόμενες κατηγορίες της προκείμενης δικογραφίας. Το ως άνω βούλευμα απέρριψε τα αιτήματα του εκκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Η. Μ. προς διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως και προς άσκηση συμπληρωματικής ποινικής διώξεως κατά των Κ. Α., Κ. Μ., καθώς και κατά των συνεργών τους για κακουργηματική παράβαση του νόμου "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", με την αναλυθείσα στην εισαγγελική πρόταση αιτιολογία, ότι το Δικαστικό Συμβούλιο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί περί άλλης πράξεως, η οποία διαφέρει της διωχθείσης κατά τα αντικειμενικά στοιχεία της, έστω κι αν περιλαμβάνεται στην υποβληθείσα μήνυση, για την οποία απαιτείται η κίνηση ιδίας ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα. Επισημαίνεται ότι με την υπ' αριθμ. 12.151/7-3-2005 παραγγελία προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, διαβιβάσθηκαν αντίγραφα δύο υπομνημάτων του Η. Μ., με τα οποία ζητείται επίσης η άσκηση ποινικής διώξεως κατά του Κ. Α. και της Κ. Μ. για παράβαση του νόμου "περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" κατά του πρώτου, για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατά της δεύτερης, προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες κατά το άρθρο 43 του ΚΠΔ, όσον αφορά τις καταγγελλόμενες με τα υπομνήματα αυτά αξιόποινες πράξεις, εκτός εκείνων για τις οποίες αποφάνθηκε ήδη το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 26/2005 βούλευμα του.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Κ. Α. ότι πρέπει να κηρυχθεί η ποινική δίωξη απαράδεκτη κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 1,3 ΚΠΔ, για την κατηγορία της απόπειρας κακουργηματικής εκβιάσεως του άρθρου 385 παρ. 1β ΠΚ, που του αποδίδεται, ότι δηλαδή Α) συγκέντρωσε ομάδα ατόμων και δη τους "πατρινούς επενδυτές", τον Δ. Π. και τον δικηγόρο του Αλέξιο Παπαντωνίου, οι οποίοι του παρείχαν άμεση συνδρομή, με σκοπό τη δημιουργία σε βάρος του Η. Μ. δυσμενών επιπτώσεων και τον επηρεασμό της Δικαιοσύνης, προκειμένου να του αποσπάσει το ποσό των 700.000.000 δρχ. και Β) έχοντας τον ίδιο σκοπό, συνέλεξε στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της Κ. Μ., του Η. Μ. και πολλών στελεχών, συνεργατών και υπαλλήλων των εγκαλουσών εταιριών, μεταξύ των οποίων ο Δ. Κ. και η Μ. Β., δεν ευσταθεί, καθώς το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμ. 961/2005 βούλευμα του απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος Η. Μ. προς άσκηση συμπληρωματικής ποινικής διώξεως κατά των Κ. Α., Κ. Μ., καθώς και κατά των συνεργών τους, όχι γιατί ερεύνησε και έκρινε την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος, αλλά επειδή το συμβούλιο εφετών περιορίζεται στην έρευνα των εκκληθέντων κεφαλαίων του πρωτοδίκου βουλεύματος και δύναται να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό βάσει των περιστατικών που προέκυψαν από την ανάκριση, μη έχων εξουσία να παραγγείλει τον εισαγγελέα να ασκήσει ποινική δίωξη (απορρίπτει τα αιτήματα ως αβάσιμα για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση). Πέραν των ανωτέρω περιστατικών που έχουν αξιολογηθεί αμετάκλητα με τα ανωτέρω βουλεύματα, αποδείχτηκε ότι ο Κ. Α. στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2000 έως τις αρχές του έτους 2003 επιχείρησε να αποσπάσει από τον μηνυτή Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δρχ., το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτη η παραπάνω οφειλή, προσπαθώντας να τον εκβιάσει ότι στην περίπτωση που αρνούνταν να του καταβάλει το ποσό που απαιτούσε, θα έβλαπτε τον ίδιο και μέσω αυτού τις επιχειρήσεις των δύο εγκαλουσών εταιριών, των οποίων ο ως άνω μηνυτής ήταν ο βασικός μέτοχος και πλέον συγκεκριμένα αποπειράθηκε να τον εκβιάσει, απειλώντας τον ότι αν δεν ικανοποιήσει τις αβάσιμες αξιώσεις του, θα τον δυσφημούσε ότι μετέρχεται έκνομες ενέργειες και θα προκαλούσε την ποινική του καταδίωξη και τιμωρία γι' αυτές και περαιτέρω, ότι μέσω τρίτων επενδυτών του Χρηματιστηρίου, οι οποίοι είχαν επενδύσει τα χρήματα τους μέσω των εγκαλουσών εταιριών, θα προκαλούσε την έγερση σε βάρος του σωρείας μηνύσεων, ότι δήθεν εξαπάτησε τους επενδυτές αυτούς και υπεξαίρεσε τα χρήματα τους και επιπλέον θα προκαλούσε σε βάρος του και σε βάρος των εγκαλουσών εταιριών την έγερση από τους ίδιους επενδυτές σωρείας αγωγών προς ικανοποίηση αβάσιμων αξιώσεων, ώστε οι εγκαλούσες εταιρίες να καταστραφούν οικονομικά, να δεσμευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, να πτωχεύσουν και να σταματήσει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Διαβεβαίωνε δε ο Κ. Α. τον Η. Μ., ότι είχε συλλέξει στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα δικαστικών λειτουργών, τα οποία θα αποκάλυπτε εάν οι τελευταίοι δεν εξέδιδαν ευνοϊκές γι' αυτόν δικαστικές αποφάσεις. Κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2000 έως τα μέσα Απριλίου του 2002, έθεσε υπό παρακολούθηση τον Η. Μ., την 19α Τακτική Ανακρίτρια, Κ. Μ. και πολλά στελέχη, συνεργάτες και υπαλλήλους των εγκαλουσών εταιριών ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ, μεταξύ των οποίων και τους συνεργάτες του Η. Μ., Δ. Κ. και Μ. Β., συλλέγοντας στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των παραπάνω προσώπων, ήτοι την προσωπική, επαγγελματική και ερωτική ζωή τους και αφού τους ανακοίνωσε ότι διαθέτει κασέτες που περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα της προσωπικής, επαγγελματικής και ερωτικής τους ζωής, τους πίεσε προκειμένου να του καταβάλει ο μηνυτής το ποσό των 700.000.000 δρχ., απειλώντας τους ότι στην αντίθετη περίπτωση θα αποκαλύψει τα προσωπικά τους δεδομένα και θα τους εκθέσει. Με τον ίδιο σκοπό, δηλαδή να αποσπάσει από το μηνυτή το άνω ποσό, συγκέντρωσε άτομα, μεταξύ των οποίων ο Δ. Π., Γ. Ζ. και Δ. Κ., προκειμένου να πιέσουν και οι ίδιοι να του καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, παριστάμενοι οι δύο τελευταίοι ως πολιτικώς ενάγοντες στην ανάκριση που διεξήγαγε η 19η Τακτική Ανακρίτρια από το Μάιο του 2000 σε βάρος του Η. Μ., υπέβαλε εναντίον του ψευδή μήνυση για χειραγώγηση των τιμών του Χρηματιστηρίου και άσκησε σε βάρος αυτού, των εγκαλουσών εταιριών και τρίτων εν γνώσει αβάσιμες αγωγές (από 18-12-2000), ζητώντας να του επιδικασθεί το ποσό των 1.500.000.000 δρχ, το οποίο δήθεν του όφειλε ο Η. Μ. ως αποζημίωση (οι οποίες απορρίφθηκαν), οργάνωσε δε με τη συνδρομή του Δ. Π., ομάδα ατόμων, αποτελούμενη από τον Γ. Ζ., τους αδελφούς Δ., Κ. και Π. Κ., το Σ. Γ., το Γ. Α., το Χ. Β., τον Ε. - Γ. Π., τον Μ. Λ., τον Κ. Φ., τον Β. Χ. και τον Κ. Κ., οι οποίοι υπέβαλαν ψευδείς μηνύσεις κατά του Η. Μ., μελών της οικογενείας του και συνεργατών του για τις ανωτέρω πράξεις (με βάση τις οποίες ασκήθηκαν σε βάρος τους ποινικές διώξεις για απάτες, υπεξαιρέσεις και πλαστογραφίες σε βαθμό κακουργήματος και τελικά απαλλάχθηκαν με βουλεύματα), καθώς και αιτήσεις πτώχευσης των εγκαλουσών εταιριών, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του ιδίου του Η. Μ. και των εγκαλουσών εταιριών, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του ιδίου του Η. Μ., που απερρίφθησαν συλλήβδην, ως αβάσιμες. Περαιτέρω, με πρωτοβουλία και προτροπή του και με την άμεση συνδρομή του Δ. Π., η παραπάνω ομάδα ατόμων συγκεντρώνονταν είτε στα γραφεία των εγκαλουσών εταιριών, είτε στα ακροατήρια, όταν εκδικάζονταν οι παραπάνω πολιτικές υποθέσεις, είτε έξω από τα ανακριτικά γραφεία, όποτε καλούνταν προς εξέταση ο Η. Μ. και όλοι μαζί φωνασκούσαν, λοιδορούσαν και έβριζαν τον Η. Μ., με σκοπό τη δημιουργία σε βάρος του δυσμενών εντυπώσεων και τον επηρεασμό της Δικαιοσύνης. Επιπλέον, με τον ίδιο σκοπό και για να δυσφημήσει τον Η. Μ. και τις εγκαλούσες εταιρίες, συμμετείχε σε τηλεοπτικές ενημερωτικές εκπομπές του τηλεοπτικού σταθμού ΕΧΤRΑ, που μεταδόθηκαν στις 23-3-2002, 29-5-2002, 3-6-2002, 5-6-2002, 6-6-2002 και στις 10-6-2002, όπου κατηγορούσε τον Η. Μ. και τις εγκαλούσες εταιρίες, δημιουργώντας δυσμενείς εντυπώσεις στο τηλεοπτικό κοινό για τις επιχειρήσεις του ανωτέρω μηνυτή. Ωστόσο, η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε, δηλαδή δεν πέτυχε να αποσπάσει από τον μηνυτή το ποσό των 700.000.000 δρχ., όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θελήσεως του, καθώς ο Η. Μ. δεν ενέδωσε και κατήγγειλε τη σε βάρος του απόπειρα εκβίασης στις Αρχές. Την ανωτέρω πράξη του δε τελεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (παρακολούθηση και σύνθεση αρχείου προσωπικών δεδομένων τρίτων, οργάνωση ομάδας πίεσης, παράνομη βία σε 3άρος δικαστικού λειτουργού) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Α., με την έφεση του, ισχυρίζεται ότι δεν πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας εκβίασης, για το οποίο παραπέμπεται και ότι εν πάσει περιπτώσει δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ως άνω παραπομπή του.
Επειδή πέραν των εκτεθέντων στο νομικό μέρος της παρούσας πρέπει περαιτέρω να λεχθεί, πως έχει νομολογηθεί, ότι από τη διάταξη του άρθρου 385§1 ΠΚ προκύπτει ότι, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει, πέραν της περιπτώσεως που ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νομίμου απαιτήσεως εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη - εμφανιζόμενη, ως άξια μομφής, καθώς επίσης και όταν η πράξη ή παράλειψη του εξαναγκαζομένου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου εκ του νόμου δικαιώματος ελευθερίας της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές (ΑΠ 1122/2008, ΠΧ, ΝΘ, 416, Εφ. Αθηνών 3476/2005, ΠΧ, ΝΣΤ, 732, ΑΠ 1474/2001, Ποιν. Δικ. 2002, 110, ΑΠ 1731/1999, ΠΧ, Ν, 797, Μυλωνόπουλος, σελ. 399 επ.).
Για την αξιολόγηση της ορθότητας ή μη της κρίσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να εντοπισθούν -παρατηρηθούν τα εξής:
Έτι περαιτέρω προς ενίσχυση της ορθότητας της ως άνω προσέγγισης, πρέπει να λεχθεί ότι άλλωστε και στον Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Γεώργιο Κολιοκώστα, ο οποίος διενήργησε, σχετική προκαταρκτική εξέταση ουδόλως φαίνεται, κατετέθη κάτι σχετικό με εκβιαστική συμπεριφορά του εκκαλούντα Κ. Α., σχετιζόμενη με τις ανωτέρω εκπομπές, ούτε επίσης για εκβιαστική συμπεριφορά του εκκαλούντος κατηγορουμένου, σχετιζόμενη με έγερση εν γνώσει αβάσιμων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, αγωγών και μηνύσεων, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα των εταιριών του και τρίτων και δη με συλλήβδην απόρριψη όλων αυτών όπως εσφαλμένα, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, διαλαμβάνει το προσβαλλόμενο βούλευμα (βλ. ιδίως σελ. 18 και 19 αυτού), διό και προφανώς ο πιο πάνω Αντεισαγγελέας Εφετών, περιόρισε ορθά, την διαπίστωση για διάπραξη απόπειρας εκβίασης, από πλευράς του πιο πάνω εκκαλούντα, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ., σε σχέση με ότι αφορά το σύνολο της παραπομπής, του εκκαλούντα κατηγορουμένου, του εκκαλουμένου βουλεύματος, μόνο σε δύο σκέλη και δη 1) όσον αφορά την κατοχή προσωπικών δεδομένων της τότε Ανακρίτριας Κ. Μ. και την απειλή αποκάλυψης αυτών και όχι και άλλων προσώπων και δη του πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. και στελεχών και συνεργατών αυτού στις εταιρείες του, όπως του Δ. Κ. και της Μ. Β., συνθέτοντας αρχείο, για να πιέζει μάλιστα στη συνέχεια αυτούς, όπως δέχεται το εκκαλούμενο βούλευμα, κάτι που αν συνέβαινε, ως εκ του φερομένου χρόνου τέλεσης, κατά την άποψη μας, θα είχε εντοπισθεί και καταγραφεί στο πόρισμα του πιο πάνω Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) όσον αφορά τις συναθροίσεις έξωθεν του ανακριτικού γραφείου της ως άνω Ανακρίτριας. Ειδικότερα ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών Γεώργιος Κολιοκώστας, στο από 3-6-2003 πόρισμα του αναφέρει ως προς τα ως άνω 1 και 2 στοιχεία τα εξής: Πρέπει να λεχθεί ότι ο Κ. Α., ισχυριζόταν ότι οι κατηγορούμενοι και κυρίως ο εξ αυτών Η. Μ. (βασικός μέτοχος της ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ) του όφειλαν από χρηματιστηριακές συναλλαγές τεράστια χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους άνω των 1,8 δις. δραχμών και ζητούσε πιεστικά από αυτούς την καταβολή τους. Λόγω του ότι εκείνοι δεν δέχονταν ότι του όφειλαν χρήματα από νόμιμη αιτία και αρνούνταν να του καταβάλουν τα άνω ποσά, ο Α. έθεσε, σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο, άρτια μελετημένο και οργανωμένο, προκειμένου να τα εισπράξει απ' αυτούς εκβιαστικά. Προς τούτο, επιχείρησε κατ' επανάληψη, με βία και με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής και της σωματικής του ακεραιότητας, καθώς και με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του, να εξαναγκάσει τον Η. Μ. (νυν αναφερόντα) να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 700.000.000 δραχμών, το οποίο μείωσε σταδιακά στο ύψος των 150.000.000 δραχμών. Ακόμη για τον ίδιο σκοπό, ο Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των πατρινών επενδυτών", η οποία είχε αντικατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπάθησε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξεως. Εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του Μ. (και των λοιπών κατηγορουμένων όπως προαναφέρθηκε) στο σχέδιο του Α., για τον ίδιο ως άνω σκοπό, περιλαμβάνονταν και απειλές σε βάρος της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών Κ. Μ., χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της. Ειδικότερα: α) Η παραπάνω Ανακρίτρια, έγγαμος ούσα, διαρκούσης της ανακρίσεως και επ' ευκαιρία αυτής, δημιούργησε, συναισθηματική σχέση με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σ. Κ.. Η παραπάνω σχέση τους καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό (προφανώς ύστερα από παρακολούθηση των κινήσεων τους) περιήλθαν σε γνώση του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Α., ο οποίος βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι μέσω της ανακρίσεως να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους και κυρίως τον Η. Μ. να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Προς τούτο απέστειλε στο δικηγόρο Σ. Κ. (και την Κ. ΑΧΕ) την από 14-1-2002 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία, αφού τον ενημέρωνε ότι γνώριζε την προαναφερόμενη σχέση του με την Ανακρίτρια, καθώς και συγκεκριμένες ημερομηνίες που πραγματοποίησε μαζί της ταξίδια στο εξωτερικό (Ζυρίχη - Παρίσι), ζήτησε από αυτόν εξηγήσεις και απείλησε ευθέως ότι επροτίθετο να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, προφανώς για τον πειθαρχικό και τον ποινικό έλεγχο της Ανακρίτριας. Το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης πρόσκλησης-δήλωσης περιήλθε αμέσως σε γνώση της Ανακρίτριας (από τον Κ.), η οποία, μετά ταύτα, για να αποφύγει τις συνέπειες των ενεργειών της (πράξεων και παραλείψεων) - αφού γνώριζε ότι στο πρόσωπο της συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι εξαιρέσεως της από τον χειρισμό των άνω υποθέσεων, τους οποίους εν γνώσει της είχε αποσιωπήσει - διεξήγαγε την ανάκριση επί των υποθέσεων του Α. σύμφωνα με τις υποδείξεις αυτού. Έτσι ο ρόλος του Α. κατέστη πλέον ενεργός στην όλη διαδικασία, την οποία κατηύθυνε κατά το δοκούν, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και ειδικότερα από το Μ. τα χρήματα που ζητούσε. Ο ως άνω σκοπός του Α. ήταν γνωστός στην Ανακρίτρια, η οποία είχε πλέον και ιδία αντίληψη των εκβιαστικών απειλών που συντελούνταν στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο, κυρίως σε βάρος του Μ. και των δικηγόρων του, από την ομάδα των "πατρινών", της οποίας αυτός (Α.) ήταν επικεφαλής. Τελικά ο Α. δεν ολοκλήρωσε την πράξη της εκβιάσεως που επιχείρησε κατ' εξακολούθηση να τελέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε σε βάρος του Μ., από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του, καθόσον ο τελευταίος αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Έτσι η διεξαγωγή της ανάκρισης έγινε: α) σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις επιθυμίες του Α. (κατά το μέρος που αφορούσε τις υποθέσεις του) και προς όφελος αυτού, ο οποίος επιδίωκε μέσω της ανακρίσεως, με την απειλή ανακοινώσεως των παραπάνω σε βάρος της Ανακρίτριας στοιχείων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ερωτική σχέση της με Κ. και κοινά ταξίδια τους στο εξωτερικό) να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και κυρίως από τον Μ. τα χρήματα που ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και η Ανακρίτρια ασκούσε απαράδεκτα και παράνομα την επιρροή της προς την κατεύθυνση αυτή". Άρα σύμφωνα με τα παραπάνω η υπόθεση πρέπει να τεθεί στην πραγματική της διάσταση και μόνο ως προς αυτά τα δύο σκέλη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, κατά τη γνώμη μας, εν όψει και των διαπιστώσεων του πιο πάνω πορίσματος, που έγιναν μετά από εξέταση και πλήθους μαρτύρων, 16 τον αριθμό (βλ. σελ. 1 του πορίσματος), προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του εκκαλούντα στο ακροατήριο και όχι και για τις λοιπές μερικότερες πράξεις που προαναφέρθηκαν.
Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, το οποίο συγκεντρώθηκε κατά την ανάκριση που διενεργήθηκε και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, κατά την άποψη μας η πιο πάνω κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών είναι ορθή μόνο εν μέρει κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό της παρούσας. Κατά το μέρος αυτό λοιπόν, στην εισαγγελική πρόταση, την οποία το εκκαλούμενο βούλευμα έκανε δεκτή, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται τα συγκροτούντα την υπόθεση πραγματικά περιστατικά, ορθά αναλύονται και ερμηνεύονται οι σχετικές διατάξεις και ορθά αξιολογείται η υπαγωγή η μη κατά περίπτωση, των πραγματικών περιστατικών στις αντίστοιχες διατάξεις και ορθά συνάγονται οι παραπεμπτικές ή απαλλακτικές αναλόγως κρίσεις οι οποίες διατυπώθηκαν τελικά στο εκκαλούμενο βούλευμα. Προς αποφυγή λοιπόν άσκοπων επαναλήψεων, αναφέρομαι στο μέρος αυτό της πρωτόδικης εισαγγελικής πρότασης το περιεχόμενο της οποίας καθώς και αυτό του εκκαλουμένου βουλεύματος επιβεβαιώνω. Δεχόμενο την πρόταση αυτή το εκκαλούμενο βούλευμα σε τίποτε δεν έσφαλε και γι' αυτό θα πρέπει να επικυρωθεί εν μέρει, στις παραπεμπτικές του διατάξεις και να μεταρρυθμισθεί αυτό κατά τα λοιπά κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό της παρούσας να επικυρωθεί επίσης αυτό στις απαλλακτικές του διατάξεις, δεν συντρέχει δε, κατόπιν τούτου και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν νόμιμη περίπτωση να διαταχθεί από το Συμβούλιό Σας, περαιτέρω ανάκριση, προκειμένου να κληθούν να καταθέσουν οι μάρτυρες Κ. και Β., όσο και τα υπόλοιπα στελέχη και υπάλληλοι των εταιρειών του Η. Μ., των οποίων φέρεται ότι συνέλεξε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ο εκκαλών κατηγορούμενος και τους απείλησε με δημοσιοποίηση αυτών, όπως αιτείται με την έφεση του, ο τελευταίος, μη κρινομένης της διενέργειας αυτής αναγκαίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 318 και 319 του ΚΠΔ (ΑΠ 291/1981, ΠΧ, ΛΑ, 576, ΑΠ 1419/1976 ΠΧ, ΝΒ, 414). Αντίθετα οι κρινόμενες εφέσεις είναι, εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη και εν μέρει αβάσιμη, η έφεση του εκκαλούντα κατηγορουμένου Κ. Α. και θα πρέπει να γίνει εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή και εν μέρει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και στο σύνολο της αβάσιμη κατ' ουσίαν, η έφεση του πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. και θα πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί .
Κατόπιν όλων αυτών είναι φανερό ότι η υπόθεση ήθελε σοβαρά απασχολήσει το δικαστήριο σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα του εκκαλούντα κατηγορουμένου. Άλλωστε αυτή είναι και η έννοια των επαρκών ενδείξεων ενοχής για παραπομπή, οι οποίες υπάρχουν όταν η ενώπιον του δικαστηρίου φερομένη κατηγορία, ήθελε προκαλέσει τη σοβαρή απασχόληση του δικαστηρίου με αυτήν, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν αυτή εμφανίζει ίσες πιθανότητες περί της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. Γιώτη, Συμβούλια, Α' σελ. 41). Στην προκειμένη λοιπόν, υπόθεση, συνεκτιμουμένου και του πιο πάνω υπάρχοντος σε βάρος του κατηγορουμένου ανακριτικού υλικού, όπως το προαναφερθέν πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Γεωργίου Κολιοκώστα, κατά το μέρος που δεν καλύπτεται από δεδικασμένο κατά τα προεκτεθέντα, κατά τη γνώμη μας προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για την παραπομπή του εκκαλούντα, στο ακροατήριο, μόνο για τις μερικότερες πράξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της παρούσας, όπως δέχτηκε και το εκκαλούμενο βούλευμα στο οποίο εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, κατά το μέρος αυτό, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλύονται και ερμηνεύονται ορθά οι σχετικές διατάξεις, και στο οποίο συμπληρωματικά, αναφερόμεθα και οι εκεί υπάρχουσες, κατά την άποψη μας επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή είτε να ενισχυθούν εξελισσόμενες σε αποδείξεις είτε να εξασθενήσουν, οδηγώντας στην απαλλαγή του εκκαλούντος κατηγορουμένου.
Υπό τα προεκτεθέντα, λοιπόν, πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου Κ. Α. για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτιο που παρείχε προστασία για την αποτροπή πρόκλησης βλάβης επιχείρησης από τρίτους και μεταχειρίστηκε απειλή πρόκλησης βλάβης επιχειρήσεων κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που του αποδίδεται, όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβίασης που αναφέρονται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της παρούσας οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 στ, 14, 26§1, 27§1, 42§1, 60, 98 και 385§1 εδ. β του ΠΚ.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Κ. Α. κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 2756/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της παραπάνω αξιόποινης πράξεως που συνίσταται στο ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2000 έως τις αρχές του έτους 2003 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποπειράθηκε να τελέσει το έγκλημα της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζόμενου, από υπαίτιο, που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και συνήθεια και προκειμένου να πραγματοποιήσει το σκοπό του, επιχείρησε πράξεις, που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, οι οποίες, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θέλησης του. Συγκεκριμένα, επιχείρησε να αποσπάσει από τον μηνυτή Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δραχμών (2.100.000 ευρώ), το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, προσπαθώντας να τον εκβιάσει ότι στην περίπτωση που αρνούταν να του καταβάλει το ποσό αυτό που απαιτούσε, θα έβλαπτε τον ίδιο και μέσω αυτού τις επιχειρήσεις των δύο εγκαλουσών εταιριών, σε υπόθεση που χειριζόταν η 19η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών και στην οποία ήταν πολιτικώς ενάγων ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Α. και κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων και ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων Η. Μ., εταιρειών των οποίων ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων ήταν ο βασικός μέτοχος και πλέον συγκεκριμένα αποπειράθηκε να τον εκβιάσει, απειλώντας τον ότι αν δεν ικανοποιήσει τις αβάσιμες αξιώσεις του, θα τον δυσφημούσε ότι μετέρχεται έκνομες ενέργειες και θα προκαλούσε την ποινική του καταδίωξη και τιμωρία γι' αυτές ώστε οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες να καταστραφούν οικονομικά, να δεσμευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, να πτωχεύσουν και να σταματήσει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Ειδικότερα, διαβεβαίωνε ο πρώτος κατηγορούμενος τον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα ότι περιήλθαν σε γνώση του, στοιχεία, που αφορούσαν ευαίσθητα προσωρινά δεδομένα δικαστικών λειτουργών και δη της Κ. Μ., τα οποία θα αποκάλυπτε, εάν η τελευταία δεν ενεργούσε, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις αυτού, κατά τη διεξαγωγή της κυρίας ανάκρισης στην υπόθεση που χειριζόταν ως Ανακρίτρια. Πλέον, συγκεκριμένα, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2000 έως τα μέσα Απριλίου του 2002, περιήλθαν σε γνώση του, προφανώς ύστερα από παρακολούθηση, για την 19η Τακτική Ανακρίτρια, Κ. Μ., στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του παραπάνω προσώπου, ήτοι την προσωπική και ερωτική της ζωή και αφού ανακοίνωσε ότι διαθέτει αυτά τα στοιχεία, πίεσε τον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου να του καταβάλει αυτός το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αποκαλύψει τα ως άνω προσωρινά δεδομένα της ως άνω Ανακρίτριας κατά τα προαναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας και αναφερόμενα στο σχετικό πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Γεωργίου Κολιοκώστα. Με τον ίδιο σκοπό ενεργώντας δηλαδή για να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το πιο πάνω ποσό, ο Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των πατρινών επενδυτών", η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπάθησε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξεως. Εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του Μ. (και των λοιπών κατηγορουμένων όπως προαναφέρθηκε) στο σχέδιο του Α., για τον ίδιο ως άνω σκοπό, περιλαμβάνονταν και απειλές σε βάρος της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών Κ. Μ., χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της. Ειδικότερα: α) Η παραπάνω Ανακρίτρια, έγγαμος ούσα, διαρκούσης της ανακρίσεως και επ' ευκαιρία αυτής, δημιούργησε, συναισθηματική σχέση, με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σ. Κ.. Η παραπάνω σχέση τους καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό (προφανώς ύστερα από παρακολούθηση των κινήσεων τους) περιήλθαν σε γνώση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Κ. Α., ο οποίος βρήκε την ευκαιρία, που ζητούσε και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι μέσω της ανακρίσεως να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους και κυρίως τον Η. Μ. να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Έτσι ο ρόλος του Α. κατέστη πλέον ενεργός στην όλη διαδικασία, την οποία κατηύθυνε κατά το δοκούν, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και ειδικότερα από τον Μ. τα χρήματα που ζητούσε. Ο ως άνω σκοπός του Α. ήταν γνωστός στην Ανακρίτρια, η οποία είχε πλέον και ιδία αντίληψη των εκβιαστικών απειλών που συντελούνταν στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο, κυρίως σε βάρος του Μ. και των δικηγόρων του, από την ομάδα των "πατρινών", της οποίας αυτός (Α.) ήταν επικεφαλής. Έτσι, η διεξαγωγή της ανάκρισης έγινε: α) σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις επιθυμίες του Α. (κατά το μέρος που αφορούσε τις υποθέσεις του) και προς όφελος αυτού, ο οποίος επιδίωκε μέσω της ανακρίσεως και με την απειλή ανακοινώσεως των παραπάνω σε βάρος της Ανακρίτριας στοιχείων, έτσι ώστε να την εκθέσει, να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και κυρίως από τον Μ. τα χρήματα που ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και η Ανακρίτρια ασκούσε απαράδεκτα και παράνομα την επιρροή της προς την κατεύθυνση αυτή. Τελικά ο Κ. Α. δεν ολοκλήρωσε την πράξη της εκβιάσεως, που επιχείρησε κατ' εξακολούθηση να τελέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε σε βάρος του Μ., δηλαδή δεν πέτυχε να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα από τη θέληση του, καθόσον ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων δεν ενέδωσε και κατήγγειλε την σε βάρος του απόπειρα εκβίασης στις αρχές.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και ακολούθως απέρριψε εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Κ. Α. κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 2756/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 98 και 385 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες θεμελίωσε την κρίση του περί υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) Αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, δηλαδή μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου (βλ. πρώτη σελίδα του πέμπτου φύλλου), τα οποία και ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως, β) για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, γ) Στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εκτίθενται με σαφήνεια και λεπτομέρειες όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως. Συγκεκριμένα προσδιορίζονται οι απειλές του αναιρεσείοντα κατά των επιχειρήσεων του εγκαλούντα Η. Μ., ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ και ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ, ορίζεται δε και το περιουσιακό όφελος, το οποίο επεδίωκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και η γνώση του ότι αυτό δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του. Οι ανωτέρω απειλές εστρέφοντο όχι μόνο κατά του εγκαλούντα, αλλά και εναντίον της Ανακρίτριας Κ. Μ., όπως δε τονίσθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας δεν είναι αναγκαίο το πρόσωπο του εξαναγκαζομένου να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακά ζημιώνεται, πολύ δε περισσότερο στην κρινόμενη υπόθεση, κατά την οποία η απειλούμενη Ανακρίτρια μπορούσε από τα πράγματα να ενεργήσει επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη (ΑΠ 1611/2007), ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σκοπός των απειλών κατά της ανακρίτριας, ήταν ο εξαναγκασμός του παθόντα Η. Μ. στην ως άνω περιουσιακή διάθεση. Εξάλλου εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο σκοπός του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, το ύψος του οποίου ρητώς προσδιορίζεται στο ποσό των 700.000.000 δραχμών (2.100.000 Ευρώ). δ) Αιτιολογείται με πληρότητα η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, με τις παραδοχές στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος "έθεσε σε εφαρμογή εγκληματικό σχέδιο, άρτια μελετημένο και οργανωμένο, επιχειρώντας κατ' επανάληψη, με απειλές βλάβης των επιχειρήσεων του, να εξαναγκάσει τον πολιτικώς ενάγοντα να του καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό", (βλ. πέμπτο φύλλο του προσβαλλόμενου βουλεύματος), καθώς και ότι "από την επανειλημμένη τέλεση της και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (παρακολούθηση και σύνθεση αρχείου προσωπικών δεδομένων τρίτων, οργάνωση ομάδας πίεσης, παράνομη βία σε βάρος δικαστικού λειτουργού), προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος" (βλ. 8° φύλλο του προσβαλλόμενου βουλεύματος) και ε) Τέλος με πληρότητα αιτιολογείται και η κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της απόπειρας εκβιάσεως, αφού από τα εκτεθέντα περιστατικά καθίσταται προφανής η ενότητα του δόλου του αναιρεσείοντα, ενώ περαιτέρω περιγράφονται λεπτομερώς οι μερικότερες αυτοτελείς πράξεις του εν λόγω εγκλήματος. Αξίζει μάλιστα στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα δεν είναι αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων, εκτός αν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως (ΑΠ 1475/2009), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως οι συναφείς περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 43 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας έχει υποχρέωση, μετά από έρευνα της μηνύσεως ή της εγκλήσεως, εφόσον θεωρεί υποστατή την κατηγορία, να ασκήσει ποινική δίωξη και να διατάξει προανάκριση ή κύρια ανάκριση ή να παραπέμψει τον κατηγορούμενο με απευθείας κλήση στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει η άσκηση γι' αυτό νέας ποινικής διώξεως ο ΚΠΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως. Όμως με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη δεν έχει κριθεί αμετακλήτως, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, διαφορετικά ιδρύεται (μετά την εκδίκαση και της δεύτερης κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 57 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων , η παραβίαση των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ του ΚΠΔ, για την ύπαρξη δεδικασμένου (άρα και της εκκρεμοδικίας), απαιτείται: 1) ταυτότητα προσώπου, 2) ταυτότητα πράξεως, και 3) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται η του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος, ως πράξη δε νοείται το ιστορικό γεγονός στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το απ' αυτή επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα. Ταυτότητα πράξεως υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά περιστατικά, δηλαδή από τα ίδια κατά το χρόνο και τον τρόπο τελέσεως ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής. Δεν υπάρχει όμως ταυτότητα πράξεως, και ως εκ τούτου δεδικασμένο, στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά ως προς το πρόσωπο του παθόντος, ούτε και όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν συμπλεκτικά, δηλαδή μία από αυτές αν ελλείπει, δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1361/15/6/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 2000 έως τις αρχές του έτους 2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποπειράθηκε να τελέσει το έγκλημα της εκβίασης, κατ' εξακολούθηση, με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζομένου, από υπαίτιο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και προκειμένου να πραγματοποιήσει το σκοπό του, επιχείρησε πράξεις που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, οι οποίες όμως δεν ολοκληρώθηκαν, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα της θέλησης του. Συγκεκριμένα, επιχείρησε να αποσπάσει από τον μηνυτή Η. Μ. το ποσό των 700.000.000 δραχμών (2.100.000 ευρώ), το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, προσπαθώντας να τον εκβιάσει ότι στην περίπτωση που αρνούταν να του καταβάλει το ποσό αυτό που απαιτούσε, θα έβλαπτε τον ίδιο και μέσω αυτού τις επιχειρήσεις των δύο εγκαλουσών εταιριών, σε υπόθεση που χειριζόταν η 19η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών και στην οποία ήταν πολιτικώς ενάγων ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Α. και κατηγορούμενος, μεταξύ των άλλων και ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων Η. Μ., εταιρειών των οποίων ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων ήταν ο βασικός μέτοχος και πλέον συγκεκριμένα αποπειράθηκε να τον εκβιάσει, απειλώντας τον ότι αν δεν ικανοποιήσει τις αβάσιμες αξιώσεις του, θα τον δυσφημούσε ότι μετέρχεται έκνομες ενέργειες και θα προκαλούσε την ποινική του καταδίωξη και τιμωρία γι' αυτές ώστε οι ως άνω εγκαλούσες εταιρείες να καταστραφούν οικονομικά, να δεσμευτούν τα περιουσιακά τους στοιχεία, να πτωχεύσουν και να σταματήσει η επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Ειδικότερα, διαβεβαίωνε ο πρώτος κατηγορούμενος τον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα ότι περιήλθαν σε γνώση του, στοιχεία, που αφορούσαν ευαίσθητα προσωρινά δεδομένα δικαστικών λειτουργών και δη της Κ. Μ., τα οποία θα αποκάλυπτε, εάν η τελευταία δεν ενεργούσε σύμφωνα με τις κατευθύνσεις αυτού, κατά τη διεξαγωγή της κυρίας ανάκρισης στην υπόθεση που χειριζόταν ως Ανακρίτρια. Πλέον, συγκεκριμένα, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 2000 έως τα μέσα Απριλίου του 2002, περιήλθαν σε γνώση του, προφανώς ύστερα από παρακολούθηση, για την 19η Τακτική Ανακρίτρια, Κ. Μ., στοιχεία που αφορούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του παραπάνω προσώπου, ήτοι την προσωπική και ερωτική της ζωή και αφού ανακοίνωσε ότι διαθέτει αυτά τα στοιχεία, πίεσε τον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου να του καταβάλει αυτός το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, απειλώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα αποκαλύψει τα ως άνω προσωρινά δεδομένα της ως άνω Ανακρίτριας κατά τα προαναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας και αναφερόμενα στο σχετικό πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Γεωργίου Κολιοκώστα. Με τον ίδιο σκοπό ενεργώντας δηλαδή για να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το πιο πάνω ποσό, ο Α. είχε τεθεί επικεφαλής μιας ομάδας προσώπων, της λεγόμενης "ομάδας των πατρινών επενδυτών", η οποία είχε εγκατασταθεί στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου με φωνασκίες, ύβρεις, απειλές και λοιδορίες σε βάρος των κατηγορουμένων και κυρίως του Η. Μ. και των δικηγόρων του, προσπάθησε να τους εξαναγκάσει να του καταβάλουν τα παραπάνω χρηματικά ποσά, γεγονός που προκάλεσε κατ' επανάληψη την επέμβαση της αστυνομίας προς αποκατάσταση της τάξεως. Εκτός από τις απειλές και εκδηλώσεις βίας εναντίον του Μ. (και των λοιπών κατηγορουμένων όπως προαναφέρθηκε) στο σχέδιο του Α., για τον ίδιο ως άνω σκοπό, περιλαμβάνονταν και απειλές σε βάρος της Ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών Κ. Μ., χρησιμοποιώντας προς τούτο στοιχεία που αφορούν μεν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, τα οποία όμως είναι κατ' ουσία βάσιμα και συνδέονται άμεσα με τη διενεργούμενη ανάκριση και την άσκηση των καθηκόντων της. Ειδικότερα: α) Η παραπάνω Ανακρίτρια, έγγαμος ούσα, διαρκούσης της ανακρίσεως και επ' ευκαιρία αυτής, δημιούργησε, συναισθηματική σχέση, με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σ. Κ.. Η παραπάνω σχέση τους καθώς και τα ταξίδια τους στο εξωτερικό (προφανώς ύστερα από παρακολούθηση των κινήσεων τους) περιήλθαν σε γνώση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Κ. Α., ο οποίος βρήκε την ευκαιρία, που ζητούσε και προσπάθησε να την εκμεταλλευτεί, προκειμένου να πετύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό του, ήτοι μέσω της ανακρίσεως να εξαναγκάσει τους κατηγορούμενους και κυρίως τον Η. Μ. να του καταβάλουν τα χρήματα που ζητούσε για να αποσύρει την εναντίον τους πολιτική αγωγή. Έτσι ο ρόλος του Α. κατέστη πλέον ενεργός στην όλη διαδικασία, την οποία κατηύθυνε κατά το δοκούν, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και ειδικότερα από τον Μ. τα χρήματα που ζητούσε. Ο ως άνω σκοπός του Α. ήταν γνωστός στην Ανακρίτρια, η οποία είχε πλέον και ιδία αντίληψη των εκβιαστικών απειλών που συντελούνταν στο χώρο έξω από το ανακριτικό γραφείο, κυρίως σε βάρος του Μ. και των δικηγόρων του, από την ομάδα των "πατρινών", της οποίας αυτός (Α.) ήταν επικεφαλής. Έτσι, η διεξαγωγή της ανάκρισης έγινε: α) σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις επιθυμίες του Α. (κατά το μέρος που αφορούσε τις υποθέσεις του) και προς όφελος αυτού, ο οποίος επιδίωκε μέσω της ανακρίσεως και με την απειλή ανακοινώσεως των παραπάνω σε βάρος της Ανακρίτριας στοιχείων, έτσι ώστε να την εκθέσει, να εισπράξει από τους κατηγορούμενους και κυρίως από τον Μ. τα χρήματα που ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και η Ανακρίτρια ασκούσε απαράδεκτα και παράνομα την επιρροή της προς την κατεύθυνση αυτή. Τελικά ο Κ. Α. δεν ολοκλήρωσε την πράξη της εκβιάσεως, που επιχείρησε κατ' εξακολούθηση να τελέσει, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε σε βάρος του Μ., δηλαδή δεν πέτυχε να αποσπάσει από τον πολιτικώς ενάγοντα Η. Μ. το ποσόν των 700.000.000 δραχμών, όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια, ανεξάρτητα από τη θέληση του, καθόσον ο πιο πάνω πολιτικώς ενάγων δεν ενέδωσε και κατήγγειλε την σε βάρος του απόπειρα εκβίασης στις αρχές. Περαιτέρω από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα, για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αντίγραφα του υπ' αριθ. 489/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 999/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου, μεταξύ άλλων, να δικασθεί για το ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 22-12-2000 μέχρι και το τέλος του έτους 2001: Α) Έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το έγκλημα της εκβιάσεως εις βάρος του Η. Μ., δηλαδή να εξαναγκάσει αυτόν με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, τις οποίες απηύθυνε κατά του ιδίου και κατά προσώπων του οικογενειακού του περιβάλλοντος, να προβεί εκείνος παρά τη θέληση του στην παρακάτω πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε τελικά από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέληση του. Συγκεκριμένα: α) Στις 22.12.2000 στην Αθήνα και στη γενική συνέλευση της εταιρείας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ" απείλησε τον ως άνω παθόντα, απευθύνοντας προς αυτόν τη φράση "θα σε καταστρέψω, θα σε τινάξω στον αέρα" και την ίδια ημέρα στην ίδια ως άνω γενική συνέλευση απείλησε και τη θυγατέρα του ανωτέρω παθόντος Ε. Μ., απευθύνοντας προς αυτήν τη φράση "πες στον πατέρα σου να προσέχει, γιατί εγώ εσένα μία μέρα θα σε απαγάγω". Και β) Κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 απείλησε τηλεφωνικά την Ε. Μ., προς την οποία απηύθυνε τη φράση "θα σας σκοτώσω". Με τις ενέργειες του δε αυτές σκόπευε αυτός να εξαναγκάσει τον παραπάνω παθόντα να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 700.000.000 δρχ., το οποίο του όφειλε κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές ενώ στην πραγματικότητα, ήταν ανύπαρκτη η παραπάνω οφειλή. Δεν επέτυχε, όμως, τελικά, να πραγματοποιήσει τον πιο πάνω σκοπό του από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέληση του και συγκεκριμένα γιατί δεν ενέδωσε ο ως άνω παθών στις ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής του ιδίου και των μελών της οικογενείας του απειλές του κατηγορουμένου και κατήγγειλε την εις βάρος του επιχειρηθείσα εκβίαση και Β) Ενώ άγνωστοι στην κυρία και την περαιτέρω ανάκριση δράστες διέπραξαν το έγκλημα της απόπειρας εκβίασης της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του άρθρου 385 ΠΚ, εις βάρος του ιδίου ως άνω παθόντος Η. Μ., αφού απηύθυναν κατ' αυτού και κατά προσώπων του επαγγελματικού του περιβάλλοντος απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής τους προκειμένου να τον εξαναγκάσουν να προβεί, εκείνος, παρά τη θέληση του, στην παρακάτω πράξη, από την οποία θα επερχόταν ζημία στην περιουσία του, με σκοπό να αποκομίσει ο κατηγορούμενος Κ. Α. παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχειρώντας έτσι πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ως άνω εγκλήματος, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε, τελικά, από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέληση τους, ο ίδιος κατηγορούμενος (Κ. Α.) με πειθώ, φορτικότητα και προτροπές προκάλεσε σ' αυτούς την απόφαση να διαπράξουν την πράξη αυτή (απόπειρα εκβίασης της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του άρθρου 385 ΠΚ), την οποία και διέπραξαν εκείνοι τελικά. Συγκεκριμένα: α) Στην Αθήνα κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001, προκάλεσε, με τον προαναφερόμενο τρόπο, σε άγνωστο στην κυρία και την περαιτέρω ανάκριση άνδρα την απόφαση να τηλεφωνήσει εκείνος στην υπάλληλο του Η. Μ., Μ. Β.-Π. και να την απειλήσει, απευθύνοντας προς αυτήν τη φράση "πρόσεξε καλά, γιατί έχεις μπλέξει και την έχεις άσχημα εσύ και η οικογένεια σου". Και β) Στην Αθήνα και σε μη προσδιορισμένους επακριβώς από την κυρία και την περαιτέρω ανάκριση χρόνους κατά τη διάρκεια του έτους 2001 προκάλεσε με τον προαναφερόμενο τρόπο σε άγνωστο στην κυρία και την περαιτέρω ανάκριση άνδρα την απόφαση να τηλεφωνήσει εκείνος κατ' επανάληψη σε υπαλλήλους (Σ.-Μ. Λ. του Μ., Δ. Κ. του Γ. και Μ. Β. -Π. του Κ.) της εταιρίας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ", της οποίας ο παθών Η. Μ. ήταν κύριος μέτοχος και να απευθύνει προς αυτούς άλλοτε μεν τη φράση "θα σας θάψουμε" άλλοτε δε τη φράση "ελάτε να πάρετε το πτώμα του κ. Μ.". Με τις ενέργειες δε αυτές του άγνωστου δράστη σκόπευε αυτός, αλλά και ο κατηγορούμενος Κ. Α., που του προκάλεσε την αντίστοιχη απόφαση, να εξαναγκάσουν τον παραπάνω παθόντα να καταβάλει εκείνος παρά τη θέληση του στον δεύτερο (Κωνσταντίνο Α.) το χρηματικό ποσό των 700.000.000 δραχμών, το οποίο του όφειλε, κατά τους ισχυρισμούς του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτη η συγκεκριμένη οφειλή. Δεν επέτυχαν, όμως, τελικά να πραγματοποιήσουν τον πιο πάνω σκοπό τους από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέληση τους και συγκεκριμένα γιατί δεν ενέδωσε ο ως άνω παθών στις ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο του σώματος και της ζωής του ίδιου και των μελών του οικογενειακού και επαγγελματικού του περιβάλλοντος απειλές και κατήγγειλε την εις βάρος του επιχειρηθείσα εκβίαση, και 2) του υπ' αριθμ. 26/2005 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε αρμοδίως για να δικασθεί για το αδίκημα της παράνομης βίας, το οποίο συνίσταται στο ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2002, χρησιμοποιώντας απειλή παράνομης πράξης, εξανάγκασε άλλον σε πράξη, για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση και συγκεκριμένα, αφού απείλησε μέσω εξώδικης πρόσκλησης, την οποία απέστειλε προς το δικηγόρο Σ.- Π. Κ., τη συγκατηγορουμένη του Κ. Μ., η οποία ήταν Ανακρίτρια του 19ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών και διενεργούσε κυρία ανάκριση σε υπόθεση με κατηγορούμενο τον Η. Μ., για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική απάτη και πολιτικώς ενάγοντα τον ίδιο, περί του ότι θα ανέφερε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη σχέση της με τον ανωτέρω δικηγόρο, συνήγορο του επίσης κατηγορουμένου στην ίδια υπόθεση Π. Κ., την εξανάγκασε (Κ. Μ.) να καλέσει σε κατ' αντιπαράσταση εξέταση μαζί του τον ανωτέρω κατηγορούμενο Η. Μ. και να τον προτρέψει με φορτικότητα να καταβάλει στον ίδιο (κατηγορούμενο) το ποσό των 700.000.000 δραχμών, διαβεβαιώνοντας τον, συγχρόνως, ότι στην περίπτωση αυτή "θα έκλινε την υπόθεση και θα ανακαλούσε την περί δέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων διάταξη της", πράξεις για τις οποίες αυτή δεν είχε υποχρέωση. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω βουλευμάτων (ήτοι του υπ' αριθμ. 489/2006 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και του υπ' αριθμ. 25/2006 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών προς το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1361/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), προκύπτει ότι οι μερικότερες πράξεις της απόπειρας εκβιάσεως, οι οποίες διαλαμβάνονται στα υπ' αριθμ. 1361/2010 και 489/2006 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αυτοτελείς και διαφορετικές, δηλαδή συγκροτούνται από εντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, χωρίς να ταυτίζονται κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, ενώ η πλημμεληματική πράξη της παράνομης βίας, η οποία διαλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 25/2006 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, είναι επίσης διαφορετική, συγκροτούμενη από διαφορετικά περιστατικά κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και διαφορετικό πρόσωπο παθόντος, από τη μερικότερη πράξη της απόπειρας εκβιάσεως, η οποία διαλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 1361/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, από την οποία σημειωτέων δεν απορροφάται, εφόσον δεν αποτελεί στοιχείο αυτής. Επομένως, ελλείποντος του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων, υπό την έννοια που παρατέθηκε, δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση εκκρεμοδικία για την πρώτη περίπτωση ή δεδικασμένο για τη δεύτερη περίπτωση, και για τα λόγο αυτό ο από άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠΔ τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και συνακόλουθα η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της, καταδικασθεί δε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Σημειωτέων ότι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου εξέτασε επί του προκειμένου αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 484 παρ. 2 του ΚΠΔ, την ύπαρξη εκκρεμοδικίας ή δεδικασμένου, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του πρωτόδικου βουλεύματος, του προσβαλλόμενου, αλλά και της εκθέσεως εφέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν έθεσε ζήτημα εκκρεμοδικίας ή δεδικασμένου, ούτε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστικού Συμβουλίου, ούτε ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστικού Συμβουλίου (με σχετική αναφορά στην έκθεση εφέσεως),οπότε και μόνο, εάν παρέλειπε να αποφανθεί επ' αυτού το Συμβούλιο Εφετών, θα υπερέβαινε αρνητικά την εξουσία του, αφού δεν θα ασκούσε εξουσία που του παρείχε ο νόμος, να εξετάσει δηλαδή την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εντεύθεν, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη εκκρεμοδικίας ή δεδικασμένου, δεν παραβίασε τις σχετικές διατάξεις, ούτε υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/9/2010 αίτηση του Κ. Α. του Ι., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1361/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για απόπειρα εκβίασης κατ’ εξακολούθηση με απειλή βλάβης των επιχειρήσεων του εξαναγκαζομένου, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Λόγοι αναιρέσεως: 1) έλλειψη αιτιολογίας, 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και 3) παραβίαση δεδικασμένου. Απορρίπτονται και οι τρεις λόγοι ως αβάσιμοι στην ουσία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 721/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5253/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1263/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Εξάλλου, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Η επιβαλλομένη δε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ.2 του Κ.Π.Δ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχείο β. του ίδιου κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, ήτοι την ανάγνωση των εγγράφων που έγινε στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι "ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτός στον Πειραιά, στις 5-8-2002, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού, ποσού 57.475 ευρώ, για να πληρωθεί από την παραπάνω τράπεζα σε διαταγή του A. M. M. A.. Ο τελευταίος εμφάνισε εμπρόθεσμα, ήτοι στις 6-8-2002 την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, αφενός μεν γιατί είχε δηλωθεί ως κλαπείσα και πλαστογραφηθείσα, σύμφωνα με την από 6-8-2002 μήνυση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, αφετέρου δε γιατί δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του εκδότη, όπως αυτό βεβαιώνεται από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας στο οπίσθιο φύλλο της επιταγής. Σημειώνεται ότι μετά την υποβολή της προαναφερθείσας μήνυσης του κατηγορουμένου, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των A. M. M. A. και Y. A. M. A., για κλοπή κατά συναυτουργία και πλαστογραφία με χρήση από κοινού. Με την υπ' αριθμ. 3185/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά της οποίας ουδέν ένδικο μέσο ασκήθηκε, οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, επειδή δεν τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, καθόσον ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρέδωσε σ' αυτούς την επίδικη επιταγή για την εισαγωγή 300 τόνων πατάτας, που αυτοί είχαν εισάγει από την Αίγυπτο. Επομένως, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του κατά το χρόνο της έκδοσης και πληρωμής της επιταγής και για να αποφύγει την πληρωμής της, υπέβαλε την παραπάνω από 6-8-2002 μήνυση του. Ο ίδιος (κατηγορούμενος) δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, υπέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό, ότι εξόφλησε πλήρως την επιταγή και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, προσκόμισε την από 22-10-2009 εξοφλητική απόδειξη (υπεύθυνη δήλωση) δήθεν του A. M. A., με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από δημοτική αρχή (Δήμο Αθηναίων), πλην όμως από την απλή επισκόπηση της παραπάνω υπεύθυνης δήλωσης προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητά της, κυρίως για τη θέση του υπαλλήλου του Δήμου Πειραιά που βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής, αναγράφοντας το όνομα Σ. Δ., χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και χωρίς σφραγίδα του υπαλλήλου αυτού. Είναι βέβαια αληθές ότι ο μάρτυρας υπεράσπισης πατέρας του κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι η επιταγή εξοφλήθηκε τμηματικά, πλην όμως η κατάθεσή του αυτή ουδόλως κρίνεται πειστική, γιατί, πέρα από τη συγγενική του σχέση με τον κατηγορούμενο, ουδεμία απόδειξη για τις τμηματικές καταβολές προσκομίσθηκε. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ο περί εξόφλησης ισχυρισμός, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και να διαβιβασθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα αντίγραφο της δικογραφίας για τις δικές του ενέργειες σχετικά με τη γνησιότητα της από 22-9-2009 υπεύθυνης δήλωσης". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και σε χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του Π.Κ και 79 παρ.1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, που εφάρμοσε. Περαιτέρω, αιτιολογείται η κρίση του δικαστηρίου, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, λόγω πλήρους εξοφλήσεως του ποσού της επιταγής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 3 του 5960/1933, με την παραδοχή ότι: "από την επισκόπηση της από 22-9-2009 υπεύθυνης δήλωσης, προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητά της, κυρίως, γιατί στη θέση του υπαλλήλου του Δήμου Πειραιά, που βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής, αναγράφεται το όνομα Σ. Δ., χωρίς οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και χωρίς σφραγίδα του υπαλλήλου. Έτσι, λοιπόν, που αποφάνθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, στις οποίες στηρίχθηκε το άνω Δικαστήριο για να οδηγηθεί στην προεκτεθείσα κρίση του, τόσο για την καταδίκη του αναιρεσείοντος, όσο και για την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι περί των αντιθέτων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του Κ.Π.Δ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2010 αίτηση του Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 5253/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του νόμου περί επιταγών. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για εξάλειψη του αξιόποινου, λόγω εξοφλήσεως και β) της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 720/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις φυλακές …,ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 26-27-28/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 959/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2γ και 2ε του Π.Κ. Να παραπεμφθεί δε για νέα συζήτηση ως προς το σκέλος της αυτό στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, είναι εφικτή. Και β) να απορριφθεί η αναίρεση κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης (ανθρωποκτονίας), γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 του ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς το άνω άρθρο 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της θανάτωσης του άλλου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχομένου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου. Ειδικότερα, επί ενδεχομένου δόλου, ο υπαίτιος δεν θέλει μεν ούτε επιδιώκει το εγκληματικό αποτέλεσμα, το προβλέπει, όμως, ως ενδεχόμενη συνέπεια της ενέργειας ή παραλείψεως του και το αποδέχεται. Απαιτείται, δηλαδή, πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος και αποδοχή του. Η αποδοχή, ειδικότερα, του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και εννοιολογικά είναι εντελώς διαφορετική από την πεποίθηση (πίστη) ή την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής του (μη επελεύσεώς του), η οποία πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή, αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο. Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος, ανάγεται μεν στον εσωτερικό κόσμο του δράστη, πλην όμως διαπιστώνεται από εξωτερικά στοιχεία της συμπεριφοράς του που βεβαιώνουν τέτοια αποδοχή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη", προς το ανωτέρω άρθρο 299 ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση βρίσκεται σε απόπειρα, όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας αυτού (άρθρο 15 ΠΚ), η οποία, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεώς της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, επιφέρει, δηλαδή, τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε, κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη. Έτσι, ως αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού θεωρείται και ο πυροβολισμός από μικρή απόσταση προς το σώμα του άλλου. Αν ο έχων ανθρωποκτόνο δόλο τέλεσε μόνο σωματική βλάβη , κρίνεται σύμφωνα με την αποφασισθείσα από αυτόν πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας και όχι από το αποτέλεσμα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις, του πολιτικώς ενάγοντος και του ανηλίκου μάρτυρα κατηγορίας Κ. Π., από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο πολιτικώς ενάγων Β. Σ. και ο κατηγορούμενος είναι συγγενείς, αφού ο κατηγορούμενος είναι αδελφός της μητέρας του πολιτικώς ενάγοντος. Σε χρόνο πριν τις 7/2/2008,που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, οι υιοί αυτών Δ. Δ. και Σ. Σ. αγόρασαν παλιά φορτηγά για να τα πωλήσουν για παλιοσίδερα από πρόσωπο που δεν προσδιορίστηκε και η πώληση αυτή έγινε δυνατή γιατί ο πολιτικώς ενάγων εγγυήθηκε στον πωλητή ότι οι αγοραστές θα καταβάλουν το τίμημα. Ο υιός του κατηγορουμένου Δ. Δ. δεν κατέβαλε το μέρος του τιμήματος που του αναλογούσε, όπως είχε συμφωνηθεί, και για το λόγο αυτό ο πολιτικώς ενάγων και ο κατηγορούμενος διαπληκτίστηκαν έντονα και αντάλλαξαν ύβρεις. Έκτοτε, και για 15 τουλάχιστον ημέρες, ο κατηγορούμενος έφερε συνεχώς μαζί του στο αυτοκίνητό του μάρκας MERCEDES μία κυνηγετική καραμπίνα διαμετρήματος 12 CAL με αριθμό ... MADE IN USSR χωρίς άλλα διακριτικά στοιχεία, την οποία κατείχε νόμιμα με βάση την .../1900/3-δ/ΑΜΥ .../26-7-2006 άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου του Τμήματος Ασφαλείας Αργούς και την οποία είχε συνεχώς γεμάτη με τέσσερα φυσίγγια, όσα δηλαδή μπορούσε να φέρει αυτή. Στις 7/2/2008 και ώρα 15:00' μ.μ. ο κατηγορούμενος οδηγούσε το ανωτέρω αυτοκίνητο του στην επαρχιακή οδό ...-... με κατεύθυνση προς ..., όταν αντιλήφθηκε πίσω από το αυτοκίνητό του να κινείται το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας BMW, ιδιοκτησίας Ε. Σ., το οποίο οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων συνοδευόμενος από τον ανήλικο εγγονό του Κ. Π. (γεννημένο το έτος 1995), ο οποίος καθόταν στην θέση του συνοδηγού. Ο κατηγορούμενος γνώρισε τον πολιτικώς ενάγοντα και αμέσως, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε να τον πυροβολήσει, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει. Έτσι, ενώ το αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος βρισκόταν σε απόσταση είκοσι περίπου μέτρων πίσω από το δικό του και ενώ τα δύο αυτοκίνητα εκινούντο με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα την ώρα, ο κατηγορούμενος αιφνιδίως τροχοπέδησε με μεγάλη δύναμη, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να ακινητοποιηθεί απότομα και το αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος, που ακολουθούσε, να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και να ακινητοποιηθεί. Αμέσως ο κατηγορούμενος, και ενώ ο πολιτικώς ενάγων και ο εγγονός του παρέμεναν, όντας σοκαρισμένοι από την σύγκρουση, μέσα στο αυτοκίνητό τους, βγήκε από το δικό του αυτοκίνητο κρατώντας στα χέρια την ανωτέρω καραμπίνα και αφού πλησίασε από εμπρός και αριστερά το αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος, όταν έφθασε σε απόσταση 3-4 μέτρων από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού, αφού σήκωσε το όπλο στον ώμο και σημάδεψε τον πολιτικώς ενάγοντα λέγοντας την φράση "θα σας σκοτώσω" τον πυροβόλησε τρεις φορές, ενώ το τέταρτο φυσίγγιο έπεσε από την καραμπίνα κάτω κατά την προσπάθεια του κατηγορουμένου να την οπλίσει, χωρίς να εκπυρσοκροτήσει. Το ότι ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την τέλεση της πράξης του, πυροβόλησε τον πολιτικώς ενάγοντα για να τον πλήξει, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να τον σκοτώσει αποδεικνύεται από το μέσον που χρησιμοποίησε, το οποίο είναι κατ' εξοχήν πρόσφορο μέσο για την τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, από τη μικρή απόσταση από την οποία πυροβόλησε, από το γεγονός ότι πριν πυροβολήσει σήκωσε το όπλο στον ώμο και σκόπευσε κατευθείαν στο κεφάλι του πολιτικώς ενάγοντος και από την φράση "θα σας σκοτώσω", που είπε πριν πυροβολήσει. Περαιτέρω η μη επίτευξη του ανωτέρω σκοπηθέντος θανατηφόρου αποτελέσματος ως προς τον πολιτικώς ενάγοντα δεν οφείλεται στον κατηγορούμενο αλλά σε αίτια εξωτερικά και μη αναγόμενα στην θέληση και συγκεκριμένα α) στο γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων έσκυψε και καλύφθηκε μέσα στο αυτοκίνητο του με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να αστοχήσει β) στο γεγονός ότι ένα από τα τέσσερα φυσίγγια έπεσε στο έδαφος κατά την όπλιση της καραμπίνας και γ) στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλα διαθέσιμα φυσίγγια για να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 936/93 ΠΧ ΜΓ,788). Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά του Β. Σ. σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι τελούσε σε κατάσταση βρασμού ψυχής καθώς και περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων γ' και ε' του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώρισή τους. Περαιτέρω ως προς τον ανήλικο Κ. Π., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με τους τρεις πυροβολισμούς που έριξε ο κατηγορούμενος κατά του Β. Σ., σκάγια από τα φυσίγγια κτύπησαν και τον ανήλικο στο πρόσωπο, στον τράχηλο και στη πρόσθια επιφάνεια του θώρακος, με αποτέλεσμα να του προξενήσουν σωματική βλάβη και να νοσηλευτεί (ο ανήλικος) στο Νοσοκομείο Αργούς για μία ημέρα, μέχρι δε και σήμερα παραμένουν στο σώμα του πολλά σκάγια τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ούτε να τραυματίσει τον ανήλικο ήθελε. Αυτός από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού ανθρώπου, την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, αν και είδε τον ανήλικο και προέβλεψε ότι από τους πυροβολισμούς του θα μπορούσε να τραυματισθεί αυτός, όμως πίστεψε ότι αυτό δεν θα γινόταν και γι' αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος του Κ. Π.. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος παράνομης οπλοφορίας κυνηγετικού όπλου, αφού έφερε το ανωτέρω όπλο όχι για θήρα ή σκοποβολή και οπλοχρησίας, αφού χρησιμοποίησε παράνομα το όπλο σύμφωνα με τον προορισμό του, δηλαδή πυροβολώντας για τη διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων". Ακολούθως το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Β. Σ. με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του Κ. Π., της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και έντεκα (11) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, αφού εκτίθενται στην απόφαση, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 28, 42, 94 παρ.1, 299 παρ. 1, 308 παρ.1, 314 παρ.1 του Π.Κ, και αρθρ. 1 παρ. 1β, 10 παρ. 1β, 13α και 14 του Ν. 2168/1993, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας, με ενδεχόμενο δόλο, σε βάρος του Β. Σ., εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων, αφού βγήκε από το αυτοκίνητό του, κρατώντας στα χέρια του κυνηγετικό του όπλο, και πλησίασε το αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος από εμπρός και αριστερά σε απόσταση 3-4 μέτρων από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού σκόπευε με το όπλο του τον πολιτικώς ενάγοντα τη στιγμή που βρισκόταν στη θέση του οδηγού, και απευθύνοντάς του τη φράση "θα σας σκοτώσω" τον πυροβόλησε τρεις φορές για να τον πλήξει, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να επιφέρει το θάνατο αυτού. Εκτίθενται δε και περιστατικά που αποδεικνύουν τον ενδεχόμενο δόλο του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή αυτός σκόπευσε και πυροβόλησε από μικρή απόσταση τρεις φορές τον πολιτικώς ενάγοντα, γνωρίζοντας ότι με τους ανωτέρω πυροβολισμούς ήταν δυνατό να προκληθεί ο θάνατος αυτού και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αυτό του θανάτου. Αιτιολογείται, ακόμη, ότι η πράξη του αυτή παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας, με την παραδοχή ότι δεν επήλθε το αποτέλεσμα του θανάτου του Β. Σ., από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του κατηγορουμένου, οι οποίοι και εκτίθενται στην απόφαση. Επίσης, αιτιολογείται η κρίση ότι ο αναιρεσείων τέλεσε και την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του ανηλίκου Κ. Π. που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος και ο οποίος επλήγη από τα σφαιρίδια (σκάγια) των ανωτέρω πυροβολισμών στο πρόσωπο, στον τράχηλο και το θώρακα. Εξάλλου, μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων τέλεσε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Β. Σ. την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο και της παραδοχής ότι για τη σωματική βλάβη του ανηλίκου Κ. Π., που επλήγη από τα σκάγια των πυροβολισμών του, ο αναιρεσείων επέδειξε αμέλεια, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης ο αναιρεσείων, με τους πυροβολισμούς του εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος, γνώριζε ότι ήταν δυνατό να τον σκοτώσει και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό, ενώ τον συνεπιβάτη ανήλικο προέβλεψε μεν ότι από τους πυροβολισμούς του θα μπορούσε να τραυματιστεί, πίστεψε όμως ότι αυτό δε θα γινόταν. Περαιτέρω με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του καταστάσεως βρασμού ψυχικής ορμής, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τόσο κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, όσο και κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης της απόπειρας ανθρωποκτονίας βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που απέκλειε τη συνδρομή του βρασμού ψυχικής ορμής, αφού, κατά το διάστημα αυτό δε μεσολάβησε οποιαδήποτε ψυχική υπερδιέγερση αυτού, ούτε αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, που να απέκλειε ή να μείωνε την ικανότητά του να σταθμίσει τα αίτια που τον ώθησαν στην πράξη και αυτά που τον απώθησαν από αυτήν.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 299 και 27 παρ.1 του Π.Κ και για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την τέλεση της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας από τον αναιρεσείοντα με ενδεχόμενο δόλο και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί βρασμού ψυχικής ορμής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ακρόασης, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, έπρεπε κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως απόπειρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Ο σχετικός, όμως, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός του, είναι αρνητικός της κατηγορίας και όχι αυτοτελής, και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι "το δικαστήριο παραβίασε αρχές σχετικές με την εμφάνιση, εκπροσώπηση και δη την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται και έτσι ολίσθησε σε απόλυτη ακυρότητα προβλεπόμενη στο άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ". Όπως, όμως, διατυπώθηκε ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προσδιορίζεται συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του και ποια δικαιώματα του παραβιάσθηκαν από το δικαστήριο. Επομένως, ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί.
Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 αρ. 2 του Κ.Π.Δ., δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού, έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής, στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2γ και 2ε του Π.Κ, της συνδρομής δηλαδή των ελαφρυντικών περιστάσεων, του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, και της καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα, μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, για τη θεμελίωση των αυτοτελών ισχυρισμών του, της συνδρομής δηλαδή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των από το άνω άρθρο 84 παρ. 2γ και 2ε του Π.Κ. ελαφρυντικών περιστάσεων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του είχε επικαλεσθεί τα εξής περιστατικά: Α) όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2γ του Π.Κ: α) ότι ο αναιρεσείων ενήργησε από έλλειψη ψυχραιμίας, σύνεσης και προσοχής, αλλά και φόβου και ταραχής, που τον διακατείχε από την άδικη και παρούσα επίθεση που δέχθηκε από τον παθόντα, ο οποίος τον καταδίωξε με το αυτοκίνητο και τον χτύπησε από πίσω στο δικό του αυτοκίνητο, προκειμένου να τον απειλήσει, ώστε να επιτύχει την καταβολή προς αυτόν του οφειλόμενου από το γιο του χρηματικού ποσού. β) Όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ: ότι από του χρόνου της προσωρινής κράτησής του μέχρι και σήμερα (28-4-2010), επέδειξε άριστη συμπεριφορά, ότι δεν υπέπεσε σε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, συμμορφώθηκε και τήρησε πιστά τους σωφρονιστικούς κανόνες, συνεργάστηκε με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επέδειξε εργατικότητα και τήρησε θετική στάση και συμπεριφορά προς τους συγκρατούμενούς του, βοηθώντας στην καλή λειτουργία τη φυλακής, ότι είναι έγγαμος και πατέρας 7 παιδιών, η σύζυγός του είναι ανάπηρη σε ποσοστό 67%, ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, επικαλείται σειρά εγγράφων (ΔΟΥ ..., πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., βεβαίωση της Διεύθυνσης Κοινωνικής Πρόνοιας Αργολίδας και Δελτίο Υγείας της Δικαστικής Φυλακής Ναυπλίου). Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και ειδικότερα για τη μη συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, των ελαφρυντικών περιστάσεων, το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του τα ακόλουθα: "Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με ενδεχόμενο δόλο, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων γ' και ε' του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώρισή τους". Με αυτά που δέχθηκε, το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφασή του και κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς, για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξεώς του, (άρθρο 84 παρ. 2ε του Π.Κ), δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του, αφού, η επίδειξη από μέρους του αναιρεσείοντος καλής συμπεριφοράς, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις δικαστικές φυλακές, δεν υπήρξε αποτέλεσμα ελεύθερης διαβίωσής του στην κοινωνία, όπου καθημερινά δοκιμάζεται η παραβατικότητά του, αλλά προϊόν εξαναγκαστικής συμπεριφοράς του, ενόψει του κανονισμού λειτουργίας του σωφρονιστικού καταστήματος και πειθαναγκασμού του. Όσον αφορά όμως, την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2γ του ίδιου Κώδικα, η προσβαλλόμενη απόφαση δε διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο, γιατί, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ' του Π.Κ., παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί περιστατικά θεμελιωτικά του ισχυρισμού του και συγκεκριμένα, ότι πριν την τέλεση απ' αυτόν των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, είχε υποστεί επίθεση από τον παθόντα Β. Σ., ο οποίος τον καταδίωξε και στη συνέχεια με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τελευταίος, επέπεσε επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν φόβος και ταραχή, προκειμένου να τον εξαναγκάσει, ώστε να του καταβάλει το ποσό που όφειλε ο γιος του Δ. Δ.. Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως, του ότι στις πράξεις του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως διάταξη της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το δικαστήριο που την εξέδωσε να κρίνει ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ του Π.Κ., και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα του επιβληθεί, καθώς και ως προς τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμό 26, 27, 28/2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου, και συγκεκριμένα: α) ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως, του ότι ωθήθηκε στην τέλεση των πράξεων από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος Β. Σ., β) ως προς τη διάταξή της περί της ποινής που επιβλήθηκε για τις εν λόγω πράξεις και γ) ως προς τη συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα ανθρωποκτονία από πρόθεση, απλή σωματική βλάβη από αμέλεια, οπλοφορία και οπλοχρησία. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την κατηγορία και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και ως προς την ελαφρυντική περίσταση του 84§2ε, όχι όμως, ως προς τη διάταξη του άρθρου 84§2γ ΠΚ. Αναιρεί κατά ένα μέρος και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 718/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου στις φυλακές … που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78927/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1505/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη με αριθμό 28/2-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, την από 12-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. Θ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου των Φυλακών …, κατά της 78927/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 11442/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση δώδεκα μηνών και χρηματική ποινή 2.000 ευρω για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο Τ.Α.Ε. (ΑΝ 86/67 ), και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη δεν είναι "καταδικαστική" (Ολ.ΑΠ 5/2000 ΠΧ 2000.687, ΑΠ 699/2009, ΑΠ 1726/2006 ΠΔ 2007.394 , ΑΠ 754/2004 ΠΧ 2005.1019). Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό: α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.)
ΙΙΙ. Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 12-7-2010 δήλωση του αναιρεσείοντα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και στρέφεται κατά της παραπάνω 78927/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 12442/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως, που στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, ασκήθηκε ανεπίτρεπτα με τον αμέσως παραπάνω τρόπο (δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), ενώ έπρεπε να ασκηθεί με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης από αυτόν (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23.12.2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. Θ. κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου των Φυλακών … κατά της 78927/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 250 Ευρώ. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον στην καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως ανυποστήρικτη, δεν είναι καταδικαστική.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 78927/27-11-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 112442/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (ΑΝ 86/1967) και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης δώδεκα(12) μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 5 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ.
Συνεπώς, η κρινόμενη από 9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά της εν λόγω μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, 78927/2008 απόφασης, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκηση της διατυπώσεις (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατ' ακολουθία, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνιση του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ν. Θ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 78927/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, αφού δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 719/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1263/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Χ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1303/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε α) να γίνει δεκτή η υπό κρίση αναίρεση, β) να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 1263/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, είναι εφικτή (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δικάζοντας κατ' έφεση, εξέδωσε αυτή, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, "από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της παραβίασης προσωπικών δεδομένων με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, με βλάβη τρίτου, της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνημάτων και προφορικής συνομιλίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε και πρωτοδίκως, καθόσον από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, την αλήθεια των οποίων εν πολλοίς παραδέχθηκε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως στο διατακτικό, απορριπτόμενων ως αβασίμων όλων των αντιθέτων ισχυρισμών του κατηγορουμένου και της υπερασπίσεως αυτού".
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των πράξεων: α) της παραβίασης προσωπικών δεδομένων με σκοπό τον προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, β) της απόπειρας εκβίασης κατ' εξακολούθηση, γ) της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και δ) της παραβίασης απορρήτου τηλεφωνημάτων και προφορικής συνομιλίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και τριών (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4.40 ευρώ την ημέρα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Στην Αθήνα τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα:
1.- Στην ..., το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2004 μέχρι και το Μάρτιο του 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, χωρίς δικαίωμα, επενέβη με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία επεξεργάστηκε, ανακοίνωσα και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο. Ειδικότερα, έχοντας στην κατοχή του βιντεοκασέτες, στις οποίες εικονιζόταν η εγκαλούσα Ε. Χ. σε ερωτικές προσωπικές στιγμές με τον ίδιο (κατηγορούμενο, Μ. Α.), τις οποίες ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε βιντεοσκοπήσει παράνομα και εν αγνοία της εγκαλούσας από ερωτικές συνευρέσεις τους σε διάφορα ξενοδοχεία της περιοχής Αττικής, επεξεργάστηκε τις βιντεοκασέτες αυτές, καθόσον αποτύπωσε σε φωτογραφικό φιλμ την εγκαλούσα σε διάφορες ερωτικές σκηνές, αποκρύπτοντας τεχνηέντως το πρόσωπο του ερωτικού της συντρόφου (κατηγορουμένου) και στη συνέχεια, αφού εμφάνισε μεγάλο αριθμό φωτογραφιών με ερωτικές σκηνές της εγκαλούσας, κατέστησε προσιτές, τόσο τις φωτογραφίες αυτές όσο και αντίτυπα των βιντεοκασετών, σε μη δικαιούμενα πρόσωπα και συγκεκριμένα 1) στο σύζυγό της, Β. Ε., την 26-9-2004, 2) στην Α. Π.-Χ., εκμισθώτρια της οικίας όπου διέμενε με την οικογένειά της, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2004, 3) στον Κ. Κ., εξάδελφο του συζύγου της και καθηγητή Αγγλικών της κόρης της περί τα τέλη Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2004, καθώς και τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2005, 4) στην αδελφή της, Γ. Β., καθώς και στο σύζυγό της Γ. Β., την 13-1-2005, 5) στην κόρη της, Α. Ε., την 14-1-2005, 6) στον πατέρα της, Δ. Χ., την 4-3-2005 και 7) σε οκτώ συγχωριανούς της, στο χωριό ..., την 8-3-2005. Προέβη δε στις πράξεις αυτές με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τόσο την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, όσο και την περιουσία της, αφού με τη δημοσιοποίηση των ανωτέρω βιντεοκασετών και φωτογραφιών επιδίωκε, να εξαναγκάσει την εγκαλούσα να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ.
2.- Στην ..., το χρονικό διάστημα από τα τέλη Ιουλίου 2004 έως και το Μάρτιο του 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της εκβίασης, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζοντας, με την απειλή παράνομης πράξης, κάποιον σε πράξη από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Ειδικότερα, με αλλεπάλληλα ανώνυμα τηλεφωνήματα απειλούσε την εγκαλούσα Ε. Χ. ότι εάν δεν του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, θα παρέδιδε στο σύζυγό της, την κόρη της και σε άλλα πρόσωπα του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος, βιντεοκασέτες και φωτογραφίες με ερωτικές σκηνές της ιδίας και στη συνέχεια, πραγματοποιώντας τις απειλές του, απέστειλε τις ανωτέρω βιντεοκασέτες και φωτογραφίες, αλλά και επιστολές, στις οποίες ανέφερε ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα για την εγκαλούσα, στα αναφερόμενα στο υπό στοιχ. Α' πρόσωπα, με σκοπό να δημιουργήσει στην εγκαλούσα έντονο κλίμα εκφοβισμού και ψυχολογικής πιέσεως για να την εξαναγκάσει να υποκύψει στον εκβιασμό του πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από αίτια ανεξάρτητα της θελήσεώς του, αφού η εγκαλούσα δεν ενέδωσε στις εκβιαστικές του απαιτήσεις.
3.- Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αν και γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή. Ειδικότερα 1) Στην ..., στις 26-9-2004 και 19-1-2005, με επιστολές που απέστειλε στο σύζυγο της εγκαλούσας, Β. Ε., ισχυρίστηκε ψευδώς για την εγκαλούσα, Ε. Χ., ότι συνευρίσκεται ερωτικά με πολλούς άνδρες σε διάφορα ξενοδοχεία της περιοχής Αττικής, ότι χρωστάει διάφορα χρηματικά ποσά, ότι είναι "πόρνη", ότι "νταραβεριζόταν με μπάτσους", ότι στις 8-12-2004, έξω από το ξενοδοχείο "ΞΕΝΟΦΩΝ", την έδερνε κάποιος διότι του είχε πάρει δανεικά 2.000 ευρώ και αρνείτο να του επιστρέψει το ποσό αυτό, ότι "πηδιέται και τα παίρνει" και ότι "δαγκώνει άσχημα ανθρώπους και τους τα μασάει και μάλιστα ανθρώπους σαν τον άνθρωπο που της έδειξε εμπιστοσύνη", 2) στην ..., περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2004, τηλεφώνησε, στην Α. Π.-Χ. και ισχυρίστηκε ψευδώς για την εγκαλούσα ότι είναι πόρνη και εκδίδεται, 3) στην ..., στις 13-1-2005, με επιστολή που απηύθυναν στην αδελφή της εγκαλούσας, Γ. Β. και στο σύζυγό της, Γ. Β., ισχυρίστηκε ψευδώς, για την εγκαλούσα Ε. Χ., ότι "το κάνει επαγγελματικά", ότι "είναι τρελή", ότι την "πηδάνε" διάφοροι άνδρες, ότι "έχει πλούσιες δραστηριότητες στην ..., ειδικότερα από τότε που πήγε στην ...", και "ότι έχει ξεφτιλίσει τον άνδρα της και το παιδί της και δεν υπολογίζει τίποτα και έχει φάει και λεφτά από τον κόσμο", 4) στην ..., την 14-1-2005, με επιστολή που απηύθυνε στην κόρη της εγκαλούσας, Α. Ε., ισχυρίστηκε ψευδώς για την εγκαλούσα Ε. Χ., ότι "χρωστάει χρήματα σε άνθρωπο", τον οποίο απείλησε και γι' αυτό αναγκάστηκε να δώσει σ' αυτούς την υπόθεση για να εισπράξουν αυτοί για λογαριασμό του τα χρήματα, ότι "το χρέος συνολικά έφθασε στις 16.000 ευρώ", ότι "δεν έχει κάποιον απλά φίλο που περνάει τον καιρό της, αλλά έχει διάφορα πρόσωπα από τους οποίους εισπράττει την αμοιβή της", ότι οι ώρες που πηγαίνει στα ξενοδοχεία για τα ερωτικά ραντεβού είναι όταν δουλεύει, παίρνοντας ολιγόωρες άδειες, καθώς και όταν σχολάει από τη δουλειά και ότι "οι συνεννοήσεις με τους άνδρες που είναι πελάτες της γίνονται από το κινητό της, αλλά και από το σταθερό του γραφείου της", 5) στην ..., περί τα τέλη Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2004 και τον Φεβρουάριο - Μάρτιο 2005, με επιστολές που απηύθυνε στον εξάδελφο του συζύγου της εγκαλούσας, Κ. Κ., ισχυρίστηκε από κοινού ψευδώς για την εγκαλούσα Ε. Χ., ότι συνευρίσκεται ερωτικά με διάφορους άνδρες έναντι αμοιβής, ότι είναι "τρελή και επικίνδυνη", ότι "δεν σταματάει τις επί χρήμασι δραστηριότητές της" και ότι "οι άνθρωποι τους οποίους εκμεταλλεύεται δεν φταίνε σε τίποτα" και 6) στο ..., στις 8-3-2005, με επιστολές που απέστειλε σε οκτώ συγχωριανούς της εγκαλούσας, οι οποίες συνοδευόταν από φωτογραφίες με ερωτικές σκηνές της ιδίας, ισχυρίστηκε ψευδώς για την εγκαλούσα ότι ο άντρας της την εγκατέλειψε και το παιδί της πεινάει, ότι ο μισθός της δυστυχώς δεν φθάνει και γι' αυτό αναγκάστηκε να κάνει αυτή τη δουλειά, ήτοι να εκδίδεται, ότι όποιος άντρας πάρει την φωτογραφία της, μπορεί να επισκεφθεί το σπίτι της, στη Ν. Κ., Οδός ..., για να του προσφέρει "στιγμές απόλαυσης". Τα παραπάνω ψευδή γεγονότα έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, ο δε κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους και παρά ταύτα τα ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα.
4.- Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και το μήνα Ιούλιο του έτους 2004, σε μη επακριβώς εξακριβωθείσες ημερομηνίες, με πρόθεση μαγνητοσκόπησε αθέμιτα με ειδικά τεχνικά μέσα μη δημόσιες πράξεις τρίτων και στη συνέχεια έκανε χρήση των μαγνητοσκοπήσεων αυτών, και συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια των ερωτικών του συνευρέσεων με την εγκαλούσα Ε. Χ. σε διάφορα ξενοδοχεία της περιοχής Αττικής, μαγνητοσκόπησε με ειδικά τεχνικά μέσα την εγκαλούσα, εν αγνοία της, σε διάφορες ερωτικές στάσεις και σκηνές, αποκρύπτοντας τεχνηέντως το πρόσωπό του και στη συνέχεια έκανε χρήση των μαγνητοσκοπήσεων αυτών, αποστέλλοντας αντίτυπά τους σε συγγενικά πρόσωπα της εγκαλούσας, και δη στο σύζυγό της Β. Ε., στην κόρη της Α., στην αδελφή της, Γ. Β., στο γαμπρό της Γ. Β. και στον εξάδελφο του συζύγου της, Κ. Κ.. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατ/νος μέχρι τον χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με τις παραδοχές αυτές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά η αιτιολογία είναι ασαφής. Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού της, προκύπτει ότι δεν γίνεται σ' αυτό οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τις συγκεκριμένες πράξεις, για τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ούτε εκτίθενται οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει το αιτιολογικό. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται παντελώς τα συγκεκριμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες αυτός καταδικάσθηκε και τα οποία να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του. Ούτε εκτίθενται αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά τα οποία να αιτιολογούν την κρίση του δικαστηρίου, τόσο για τον σκοπό επίτευξης από μέρους του αναιρεσείοντος παράνομου περιουσιακού οφέλους, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2472/1997, όσο και για την πρόθεσή του να δυσφημήσει την εγκαλούσα, καθώς και ανάλογα περιστατικά, τα οποία να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι όσα αυτός διέδωσε σε βάρος της τυγχάνουν ψευδή και ότι ο ίδιος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους, αλλά και τα περιστατικά εκείνα που θεμελιώνουν τα λοιπά αδικήματα. Μόνη δε η παραδοχή και η αναφορά στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις, όπως αυτές αναφέρονται στο διατακτικό, και "τις οποίες εν πολλοίς παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο", δεν είναι ικανή να αναπληρώσει οποιαδήποτε έλλειψη της αιτιολογίας, την οποία επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ. Τούτο γιατί δεν μπορεί να συμπληρωθεί το αιτιολογικό της με την καθολική αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 83/2008), αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό της ανάλογα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να συνέχονται οπωσδήποτε, είτε με τον τόπο και το χρόνο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, είτε ακόμη, με εκείνα τα περιστατικά που συνδέονται με την επίτευξη από μέρους του αναιρεσείοντος παράνομου περιουσιακού οφέλους, ή με τη γνώση του για όσα ψευδή γεγονότα διέδωσε σε βάρος της εγκαλούσας, ή με τον τρόπο που προσπάθησε να εξαναγκάσει τη εγκαλούσα, να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1263/14-5-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς όλες τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος. Δεν αλληλοσυμπληρώνεται το αιτιολογικό με καθολική αναφορά στο διατακτικό, χωρίς έστω την απλή αναφορά στο αιτιολογικό σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Αναιρείται και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση της υπόθεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 719/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) … και 22) … Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 20ου αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκαν, από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Άρι Καζάκο και Σοφία Καζάκου.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ΔΕΠΑ ΑΕ, αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου (ΕΣΦΑ). Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Ελευθέριο Τσαχάλη και η 2η από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Σοφία Μιχελάκη.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΓΣΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2111/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 2517/2006 μη οριστική και 8662/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 15-3-2011 πρόσθετη παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης 9552Β, 9548Β, 9549Β, 9551Β και 9550Β/2-2-2011 της δικαστικής επιμελήτριας Σερρών Ε. Α. και 1684στ/1-2-2011 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Τ., ακριβές και νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της απόφασης αυτής δικασίμου (5-4-2011) και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους μη παραστάντες καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 20ο αναιρεσείοντες με επιμέλεια των λοιπών, νόμιμα παρισταμένων, αναιρεσειόντων και επομένως η συζήτηση πρέπει να χωρήσει παρά την απουσία τους, σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (άρθ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά κατ' άρθ. 558 ΚΠολΔ στρέφεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ" (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ) που συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΔΕΠΑ ΑΕ ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με την μεταβίβαση δε αυτήν, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθ. 7 §§ 3 και 4 περ. στ' και ζ' ν. 3428/2005, άρθ. 41 του ως άνω καταστατικού).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 80, 81 και 215 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου από εκείνον που επικαλείται και αποδεικνύει έννομο προς τούτο συμφέρον ασκείται και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη, ειδικά δε επί εργατικών διαφορών σύμφωνα με το άρθ. 669 αριθ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναίρεση (άρθ. 675Α ΚΠολΔ), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση. Επομένως, η από 15-3-2011 και νομίμως ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (ΓΣΕΕ) υπέρ των αναιρεσειόντων που είναι μέλη της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο" που και αυτή είναι μέλος της δευτεροβάθμιας "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Σερρών", μέλους της παρεμβαίνουσας, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης, ενώ σε κάθε περίπτωση η παρεμβαίνουσα ΓΣΕΕ, που είχε παρέμβει και στην δευτεροβάθμια δίκη υπέρ των αναιρεσειόντων και εκεί εφεσιβλήτων, έχει κληθεί κατ' άρθ. 81 § 3 ΚΠολΔ και στην δίκη αυτή (βλ. με αριθ. 1176στ/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Τ.).
ΙV. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ. όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους. Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτή ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ' αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της 1ης αναιρεσίβλητης, επί αγωγής των αναιρεσειόντων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), με την προσβαλλομένη 8662/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η (1η) αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ) λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ανήκει στον δημόσιο τομέα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της, και κύριος σκοπός της είναι η απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, προερχομένου από εγχώρια κοιτάσματα ή εισαγομένου από το εξωτερικό, ως εταιρεία δε του δημόσιου τομέα προσλαμβάνει προσωπικό σύμφωνα με το ν. 2190/1994, ότι από την ίδρυσή της η ΔΕΠΑ ΑΕ για την υλοποίηση του έργου της (κατασκευή του δικτύου μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου, διαχείριση - project management, συντήρηση αγωγών και εγκαταστάσεων κ.λπ.) χρησιμοποιεί και υπηρεσίες εργολάβων εταιρειών που επιλέγονται με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλαμβάνουν την εκτέλεση διαφόρων επιμέρους έργων και υπηρεσιών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, ότι στα πλαίσια της πρακτικής αυτής η εναγομένη έχει συνάψει, ύστερα πάντοτε από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, μεγάλο αριθμό εργολαβικών συμβάσεων, μεταξύ δε αυτών και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, με τρίτες εταιρείες - εργολάβους, οι οποίες ανέλαβαν την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης χρησιμοποιώντας δικό τους προσωπικό, ότι στο προσωπικό που χρησιμοποίησαν οι εταιρείες αυτές για την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, από τους οποίους, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, άλλοι είχαν προσληφθεί από την εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε" και άλλοι από την εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS AE" που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, η αρχική διάρκεια των οποίων (από 1/3 έως 31/12/2003) παρατάθηκε στην συνέχεια με τα από 6-10-2003 παραρτήματα αυτών ύστερ' από απόφαση του ΔΣ της εναγομένης μέχρι 31-12-2004 και έπειτα μέχρι 30-4-2005, με τις έγγραφες δε αυτές συμβάσεις η εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε." ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης και η εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS AE" την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης προς την εναγομένη, ότι ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ενάγοντες, με διαδοχικές συμβάσεις που κατάρτιζαν κάθε φορά με κάποιες από τις ανωτέρω εταιρείες, απασχολήθηκαν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής στις διάφορες εγκαταστάσεις και τα εργοτάξια της εναγομένης, κατά την αρίθμηση και την σειρά του αναιρετηρίου, (1) ο 1ος από 1-9-1999 (2) ο 2ος από 1-10-2001 (3) ο 3ος από 20-3-2000 (4) ο 4ος από 21-4-1998 (5) ο 5ος από 3-1-2000 (6) η 6η από 23-6-2000 (7) ο 7ος από 12-7-1999 (8) ο 8ος από 22-11-1999 (9) ο 9ος από 18-8-1997 (10) ο 10ος από 1-2-2002 (11) η 11η από 27-5-1996 (12) ο 12ος από 6-10-1998 (13) ο 13ος από 30-8-1999 (14) ο 14ος από 1-11-1996 (15) ο 15ος από 1-7-1999 (16) ο 16ος από 1-2-2001 (17) ο 17ος από 16-8-1999 (18) ο 18ος από 1-7-1998 (19) ο 19ος από 6-11-2000 (20) ο 20ος από 14-7-1999 (21) ο 21ος από 2-1-2000 και (22) ο 22ος από 7-2-2001, ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα ότι τόσο οι αρχικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εργολάβων εταιρειών, όσο και οι ατομικές διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν στην συνέχεια μεταξύ των εταιρειών αυτών και των εναγόντων ήσαν εικονικές, ότι δηλ. δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι στην πραγματικότητα οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ των ανωτέρω εταιρειών αλλά υπέρ της εναγομένης, ώστε αυτή να είναι με την θέλησή της ο πραγματικός εργοδότης των εναγόντων, ότι αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι (1) οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εταιρειών ήσαν αληθινές και πραγματικές, αφορούσαν δε την παροχή εκ μέρους τους πραγματικών υπηρεσιών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης προς την εναγομένη (2) στην συνέχεια και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές οι τρίτες εταιρείες προσλάμβαναν εκάστοτε το κατάλληλο προσωπικό που αναγκαστικά πλέον απασχολείτο στις εγκαταστάσεις και εργοτάξια της εναγομένης (3) από τις παραπάνω συμβάσεις οι τρίτες εταιρείες αποκόμιζαν ικανοποιητικό κέρδος, αφού πέραν του συνολικού κόστους για το απασχολούμενο προσωπικό καταβαλλόταν επιπλέον ποσό, συνήθως ποσοστό επί του συνολικού κόστους κάθε μισθωτού, για τις αμοιβές δε που ελάμβαναν για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την εναγομένη εξέδιδαν προς αυτήν σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (4) οι εταιρείες αυτές επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν, χωρίς η εναγομένη να το υποδεικνύει ή να παρεμβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο στην διαδικασία πρόσληψής του και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνήπταν οι ενάγοντες με τις προαναφερόμενες εταιρείες ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο μερών, χωρίς η εναγομένη να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη σ' αυτή, μεταξύ μάλιστα των εργολάβων υπήρχαν και διαφορές στην ακολουθούμενη τακτική ως προς τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων σ' αυτές, δεδομένου ότι κάποιες απ' αυτές χορηγούσαν στο προσωπικό τους πρόσθετες παροχές (τροφή, ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.), τις οποίες άλλες εργολάβοι δεν χορηγούσαν (5) καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής τους οι ενάγοντες περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις προσωπικού και εμισθοδοτούντο από τις εργολάβους εταιρείες, οι οποίες και ασφάλιζαν αυτούς στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τους χορηγούσαν βεβαιώσεις των ετήσιων αποδοχών τους (6) για τις ζημίες που τυχόν θα υφίστατο η εναγομένη από την πλημμελή εκτέλεση εκ μέρους των εναγόντων της εργασίας τους, είχε συμφωνηθεί ότι θα ευθύνονται προς αυτήν οι ως άνω εταιρείες που επέλεξαν, προσέλαβαν και χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο προσωπικό (7) οι εταιρείες εργολάβοι ήσαν υποχρεωμένες να λαμβάνουν όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων σ' αυτές, η δε Επιθεώρηση Εργασίας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ως προς τους ενάγοντες απηύθυνε προς τις εργολάβους εταιρείες και όχι προς την εναγομένη, ενώ ειδικότερα οι 1ος και 5ος των εναγόντων στο από 26-3-2003 δελτίο ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας δήλωσαν ως εργοδότη τους την εταιρεία ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ και όχι την εναγομένη (8) η απασχόληση των εναγόντων στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και στους άλλους τόπους, όπου εκτελούνταν έργα της, η συνεργασία με το προσωπικό της και η επίβλεψή τους από υπαλλήλους της δεν μπορεί να καταστήσει τις συμβάσεις αυτές εικονικές και να μεταβάλει τους ενάγοντες σε προσωπικό της εναγομένης, καθόσον οι ενέργειες αυτές, όπως και η πρόσληψή τους, είχαν σχέση με την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των τρίτων εταιρειών και της εναγομένης, που ανέθετε σ' αυτές τμήματα ή και ολόκληρες δραστηριότητες και λειτουργίες της επιχείρησής της, αναγκαία δε συνέπεια της συνεργασίας μεταξύ της εναγομένης και των εργολάβων εταιρειών, όπως αυτή απέρρεε από τις μεταξύ τους συμβάσεις, ήσαν και η παρακολούθηση από τους ενάγοντες εκπαιδευτικών προγραμμάτων που η εναγομένη διοργάνωνε για το προσωπικό της, η χορήγηση σ' αυτούς βεβαιώσεων προϋπηρεσίας, η υπογραφή από υπαλλήλους της των εντύπων σχετικά με την παρουσία τους και την λήψη αδειών, από τα περιστατικά, όμως, αυτά δεν συνάγεται εικονικότητα των ενδίκων συμβάσεων, ούτε από το γεγονός ότι οι εταιρείες που αναλάμβαναν διαδοχικά (ύστερ' από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς) την εκτέλεση διαφόρων έργων της εναγομένης επέλεγαν συνήθως το προσωπικό τους από εκείνους που είχαν προηγουμένως απασχοληθεί σε άλλους εργολάβους, αφού αυτό δεν γινόταν με προτροπή της εναγομένης, αλλά οφειλόταν στην προσπάθειά τους ν' ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, και γι' αυτό επεδίωκαν να προσλαμβάνουν άτομα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από προηγούμενους εργολάβους, δεδομένου ότι λόγω της εμπειρίας που είχαν αποκτήσει από την προηγούμενη απασχόλησή τους μπορούσαν ν' ανταποκριθούν πιο αποτελεσματικά στα καθήκοντά τους (9) αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί από τους εργαζομένους αυτούς να απασχολούνται και μετά την πρόσληψή τους από άλλον εργολάβο στην ίδια θέση εργασίας και με τους ίδιους όρους, αφού και οι συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τις εργολάβους εταιρείες ήταν πανομοιότυπες, ενώ η πρόσληψη από τους νέους εργολάβους κατά κανόνα του παλαιού προσωπικού δικαιολογεί και την, μερικές φορές, συνέχιση της απασχόλησης των εναγόντων και κατά στο μεσοδιάστημα μεταξύ της λήξης της σύμβασης με τον προηγούμενο εργολάβο και της κατάρτισης νέας με τον επόμενο, ο οποίος ήταν εύλογο να υπόσχεται στην εναγομένη την επικείμενη πρόσληψη απ' αυτόν κάποιων από το ήδη απασχολούμενο προσωπικό (10) τόσο κατά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων εργασίας όσο και καθόλη την διάρκεια της απασχόλησης των εναγόντων στην εναγομένη, προς εκτέλεση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, ούτε οι εργολάβοι ούτε η εναγομένη εξεδήλωσαν ποτέ την βούληση να καταστεί η τελευταία εργοδότης των εναγόντων, καθ' υποκατάσταση των εταιρειών, από τις οποίες αυτοί είχαν προσληφθεί και όταν κάποιοι εργαζόμενοι στην εναγομένη, με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις, και το σωματείο "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικά Αέριο" διαμαρτυρήθηκαν για απόλυση συναδέλφου τους προς την εναγομένη, αυτή αρνήθηκε ότι συνδεόταν με αυτούς με οποιαδήποτε συμβατική σχέση (11) όταν την 2-10-2003 απεστάλη στην εναγομένη ανακοίνωση του παραπάνω σωματείου για την πραγματοποίηση στάσεων εργασίας, η εναγομένη κάλεσε την εταιρεία ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, επισημαίνοντάς της την συμβατική ευθύνη της σε περίπτωση ζημίας της εναγομένης από τις στάσεις εργασίας, ενώ ενισχυτικό της μη εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων είναι και το γεγονός ότι οι ενάγοντες μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 υπέβαλαν στην εναγομένη αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν με την 823/2004 απόφαση του ΔΣ αυτής με την αιτιολογία ότι "δεν συνδέονταν με την ΔΕΠΑ ΑΕ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 134/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., ότι οι ενάγοντες απασχολούντο στις εγκαταστάσεις της εναγομένης αποκλειστικά και μόνο προς εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, ήτοι προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι εταιρείες αυτές είχαν αναλάβει έναντι της εναγομένης και δεν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια (μη γνησίων) συμβάσεων δανεισμού μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εταιρειών, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά την διάρκεια της απασχόλησής τους στην εναγομένη κατάρτισαν με αυτή ιδιαίτερη συμφωνία να παρέχουν σ' αυτήν ευθέως και αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια μιας πλήρους εργασιακής σχέσης. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατ' αμφότερες τις ως άνω βάσεις της, κύρια (περί εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων) και επικουρική, και ως προς τους αναιρεσείοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 138 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και τον προταθέντα με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των ανειρεσειόντων εναγόντων ισχυρισμό, ότι η εναγομένη ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα, τον οποίο απέρριψε με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και δη ότι εργοδότης της ενάγουσας δεν ήταν η εναγομένη, αλλά οι προαναφερθείσες εταιρείες, με τις οποίες οι ενάγοντες συνήψαν τις επίμαχες συμβάσεις. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του, ενώ ο ίδιος λόγος καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), ειδικότερα δε απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός και ως προς την προβαλλομένη, αορίστως πάντως και ασαφώς, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, αφού υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου πλήττεται στην πραγματικότητα η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωθέντος σχετικού αποδεικτικού πορίσματος. (Β) Ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ μη καταφεύγοντας σε αυτούς, όπως προβάλλεται, αν και έμμεσα δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών στις επίδικες συμβάσεις, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Τέλος, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, παρά την μη ρητή (ειδική) μνεία τους, λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, καθώς και η υπέρ των αναιρεσειόντων πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς να καταδικασθεί η προσθέτως παρεμβάσα στα δικαστικά έξοδα των καθών η παρέμβαση, αφού σ' αυτές δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη από την παρέμβαση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2009 αίτηση των … κ.λπ., καθώς και την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" για αναίρεση της 8662/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ - άρθ. 138 ΑΚ: η εικονικότητα σύμβασης μπορεί ν΄ αναφέρεται και στο πρόσωπο του πράγματι συμβαλλομένου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παμαβιάσθηκαν οι ερμηνεντικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ΄ αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων- λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 1618/2007).
| null | null | 2
|
Αριθμός 720/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ΔΕΠΑ ΑΕ, αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου). Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Ελευθέριο Τσαχάλη και η 2η από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Σοφία Μιχελάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτών πρόσθετες παρεμβάσεις του "Πανελλήνιου Συνδέσμου Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα και της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1396/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 3583/2006 μη οριστική και 1618/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά κατ' άρθ. 558 ΚΠολΔ στρέφεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ" (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ) που συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΔΕΠΑ ΑΕ ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με την μεταβίβαση δε αυτήν, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθ. 7 §§ 3 και 4 περ. στ' και ζ' ν. 3428/2005, άρθ. 41 του ως άνω καταστατικού), ενώ εξάλλου κλητεύθηκαν κατ' άρθ. 81 § 3 ΚΠολΔ οι προσθέτως παρεμβάσες υπέρ της αναιρεσείουσας (και των άλλων αρχικών διαδίκων) συνδικαλιστικές οργανώσεις (α) στον πρώτο βαθμό "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο" (με αριθ. 9426β/2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Σερρών Ελ. Αγοραστού) και (β) σε αμφοτέρους τους βαθμούς "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (ΓΣΕΕ - βλ. με αριθ. 1177στ/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστ. επιμελητή Αθηνών Π. Τ.).
ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ. όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους. Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτή ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ' αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, επί αγωγής της αναιρεσείουσας (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), με την προσβαλλομένη 1618/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η (1η) αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ) λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ανήκει στον δημόσιο τομέα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της, και κύριος σκοπός της είναι η απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, προερχομένου από εγχώρια κοιτάσματα ή εισαγομένου από το εξωτερικό, εξαιτίας δε του ως άνω χαρακτήρα της υπάγεται στις διατάξεις που αφορούν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και προσλαμβάνει προσωπικό κατά τις διατυπώσεις και διαδικασίες του ν. 2190/1994 υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), ότι από την ίδρυσή της η ΔΕΠΑ ΑΕ για την υλοποίηση του έργου της (κατασκευή του δικτύου μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου, διαχείριση και συντήρηση των αγωγών και λοιπών εγκαταστάσεών της) χρησιμοποιεί και υπηρεσίες εργολάβων εταιρειών που επιλέγονται με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλαμβάνουν την εκτέλεση διαφόρων επιμέρους έργων και υπηρεσιών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, ότι στα πλαίσια της πρακτικής αυτής η εναγομένη έχει συνάψει, ύστερα πάντοτε από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, μεγάλο αριθμό εργολαβικών συμβάσεων, μεταξύ δε αυτών και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, με τρίτες εταιρείες -εργολάβους, από τις οποίες άλλες ανέλαβαν την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών τεχνικής και άλλες διοικητικής υποστήριξης με δικό τους προσωπικό που αυτές προσελάμβαναν, ότι στο προσωπικό που χρησιμοποίησαν οι εταιρείες αυτές για την εκτέλεση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη περιλαμβάνεται και η ενάγουσα, ότι ειδικότερα η ενάγουσα, που απασχολήθηκε συνεχώς μέχρι την 30-9-2004 ως υπάλληλος γραφείου στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο Κέντρο Λειτουργίας και Συντήρησης Αμπελιάς στον Τομέα Κεντρικής Ελλάδος στα Φάρσαλα, συνήψε τις εξής διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (α) από 3-5-1999, 1-10-1999 και 1-1-2001 με την εταιρεία "ICAP ΑΕ" (β) από 20-3-2002 με την εταιρεία "ADECCO ΑΕ" (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την εταιρεία "ATLAS H.R. ΕΠΕ" και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003, 1-1-2004 και 1-7-2004 με την εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS ΑΕ", ότι κατά τα ενδιάμεσα των παραπάνω συμβάσεων χρονικά διαστήματα η ενάγουσα εξακολουθούσε να απασχολείται χωρίς διακοπή προσφέροντας με τον ίδιο τρόπο τις υπηρεσίες της, ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός περί εικονικότητας τόσο των αρχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών μεταξύ της εναγομένης ΔΕΠΑ ΑΕ και των τρίτων εργολάβων εταιρειών όσο και των ατομικών συμβάσεων εργασίας που καταρτίσθηκαν στην συνέχεια μεταξύ των εταιρειών αυτών και της ενάγουσας, ότι ειδικότερα: (i) Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, ούτε ότι αυτές έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ των εταιρειών - εργολάβων αλλά υπέρ της εναγομένης, ώστε αυτή να είναι με την θέλησή της ο πραγματικός εργοδότης της ενάγουσας (ii) Αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι: (1) Οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εργολάβων εταιρειών ήσαν αληθινές και πραγματικές, αφορούσαν δε την παροχή εκ μέρους τους πραγματικών υπηρεσιών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης προς την εναγομένη (2) Στην συνέχεια και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει με τις συμβάσεις αυτές οι τρίτες εταιρείες εργολάβοι προσλάμβαναν το κατάλληλο και απαιτούμενο προσωπικό που διέθεταν προς απασχόληση στις διάφορες εγκαταστάσεις και εργοτάξια της εναγομένης αντισυμβαλλομένης τους (3) Από τις παραπάνω συμβάσεις οι τρίτες εταιρείες αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη, για τις αμοιβές δε που ελάμβαναν για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την εναγομένη εξέδιδαν προς αυτήν σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (4) Οι ως άνω εταιρείες κατέβαλλαν στην ενάγουσα καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής της τις αποδοχές της και την περιλάμβαναν στις σχετικές καταστάσεις προσωπικού που συνέτασσαν, χορηγούσαν σ' αυτήν κάθε έτος βεβαίωση των αποδοχών της, την ασφάλιζαν και κατέβαλλαν τις ασφαλιστικές εισφορές στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς (5) Οι εταιρείες αυτές επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή της εναγομένης στην διαδικασία πρόσληψης και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνήπτε η ενάγουσα με τις προαναφερόμενες εταιρείες ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο αυτών μερών, ενώ η εναγομένη δεν είχε καμία ανάμειξη σ' αυτήν, αποτέλεσμα δε αυτού ήταν να υπάρχουν μεταξύ των εργολάβων εταιρειών διαφορές στην ακολουθουμένη τακτική ως προς τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων απ' αυτές, καθόσον μερικές χορηγούσαν στο προσωπικό τους πρόσθετες παροχές (τροφή, ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.) που άλλες δεν χορηγούσαν και περαιτέρω κάθε μία από τις εταιρείες - εργολάβους είχε ορίσει διαχειριστές της σύμβασης, οι οποίοι και είχαν την αποκλειστική ευθύνη του προσωπικού τους (6) Για τις ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν στην εναγομένη από την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων ή άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του ως άνω προσωπικού των εργολάβων εταιρειών ευθύνονταν απέναντί της οι τελευταίες, που επέλεξαν, προσέλαβαν και χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο προσωπικό, σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη των παραπάνω εργολαβικών συμβάσεων (7) Οι εταιρείες εργολάβοι ήσαν υποχρεωμένες κατά τις συμβάσεις να λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία μέτρα για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων τους, διαθέτοντας σε κάθε εγκατάσταση ιατρό εργασίας και τεχνικό ασφαλείας που μεριμνούσε για το προσωπικό τους κ.λπ., η δε Επιθεώρηση Εργασίας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας απηύθυνε προς τις εργολάβους εταιρείες και όχι προς την εναγομένη (8) Η εναγομένη καθόλη την διάρκεια της απασχόλησης της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων από τις εργολάβους εταιρείας, που τους είχαν προσλάβει, ουδέποτε εκδήλωσε την βούληση να γίνει εργοδότης τους, καθ' υποκατάσταση των τελευταίων, αντίθετα μάλιστα σε κάθε περίπτωση που έγινε προσπάθεια εκ μέρους αυτών και του σωματείου που είχαν συστήσει προκειμένου να εμφανισθούν ως προσωπικό της εναγομένης, αυτή απάντησε με τον πιο έντονο τρόπο ότι ουδεμία συμβατική σχέση την συνδέει με αυτούς και με το προσωπικό που χρησιμοποιούν οι εργολάβοι - εταιρείες (iii) Περαιτέρω: (1) Το γεγονός της απασχόλησης του προσωπικού των εργολάβων εταιρειών, στο οποίο περιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα και οι λοιποί ενάγοντες (μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη), στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου εκτελούνταν έργα της, συνεργάζονταν με το προσωπικό της και επιλέγονταν από υπαλλήλους της δεν μπορεί να καταστήσει τις συμβάσεις αυτές εικονικές, καθόσον οι ενέργειες αυτές, όπως και η πρόσληψή τους, είχαν σχέση με την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των εργολάβων εταιρειών και της εναγομένης, που ανέθετε σ' αυτές τμήματα ή και ολόκληρες δραστηριότητες και λειτουργίες της επιχείρησής της (2) Μεταξύ της τελευταίας και των πρώτων υπήρχε, βέβαια, στα θέματα του προσωπικού συνεργασία, που όμως ήταν αναγκαία για την προσήκουσα εκπλήρωση των μεταξύ τους συμβάσεων, στα πλαίσια δε της συνεργασίας αυτής εντάσσονται και η παρακολούθηση από τους ενάγοντες εκπαιδευτικών προγραμμάτων που η εναγομένη διοργάνωνε για το προσωπικό της, η χορήγηση βεβαιώσεων προϋπηρεσίας, η υπογραφή από υπαλλήλους της των εντύπων παρουσίας τους και η χορήγηση αδειών, από τα περιστατικά δε αυτά δεν συνάγεται εικονικότητα των παραπάνω συμβάσεων, ούτε από το γεγονός της συνεχόμενης απασχόλησης της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων από διαφορετικές εργολάβους εταιρείες, οι οποίες επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν, χωρίς ανάμειξη ή εμπλοκή της εναγομένης στην σύναψη των συμβάσεων εργασίας και στον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας (3) Και ναι μεν συχνά οι νέες εργολάβοι εταιρείες (που αναλάμβαναν με μειοδοτικούς διαγωνισμούς την εκτέλεση ορισμένων εργασιών ή λειτουργιών) προσλάμβαναν προσωπικό που απασχολούσαν προηγουμένως άλλες εργολάβοι εταιρείες, τούτο όμως συνέβαινε όχι γιατί η εναγομένη επέβαλλε σ' αυτές το προσωπικό που θα προσλάμβαναν, αλλά διότι οι ίδιες, στην προσπάθειά τους ν' ανταποκριθούν κατά τον καλύτερο τρόπο στις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, επεδίωκαν να προσλαμβάνουν άτομα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από προηγούμενους εργολάβους σε παρόμοιες δραστηριότητες και η εμπειρία τους εξυπηρετούσε καλύτερα την ομαλή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εργολάβων εταιρειών προς την εναγομένη, ως εκ τούτου δε πολλοί από τους εργαζομένους αυτούς απασχολούνταν και μετά την πρόσληψή τους από άλλον εργολάβο στην ίδια θέση εργασίας και με τους ίδιους όρους, αφού και οι συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τις εργολάβους εταιρείες ήταν παρόμοιες, ενώ η πρόσληψη από τους νέους εργολάβους κατά κανόνα του παλαιού προσωπικού δικαιολογεί και την, ορισμένες φορές, συνέχιση της απασχόλησης της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων στην εγκατάσταση της εναγομένης και κατά το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της λήξης της σύμβασης με τον προηγούμενο εργολάβο και της κατάρτισης νέας με τον επόμενο, ο οποίος κατά την κατάρτιση της σύμβασής του με την εναγομένη υποσχόταν σ' αυτήν την επικείμενη πρόσληψη από τον ίδιο του ήδη απασχολουμένου προσωπικού (4) Η αναιρεσείουσα και οι λοιποί ενάγοντες μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 υπέβαλαν στην εναγομένη αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν με την 823/2004 απόφαση του ΔΣ αυτής με την αιτιολογία ότι "δεν συνδέονταν με την ΔΕΠΑ ΑΕ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 134/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή και ως προς την αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 138 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της πραγματικής βάσης της ένδικης αγωγής ότι η εναγομένη ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα, τον οποίο απέρριψε με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και δη ότι εργοδότης της ενάγουσας δεν ήταν η εναγομένη, αλλά οι προαναφερθείσες εταιρείες, με τις οποίες η ενάγουσα συνήψε τις επίμαχες συμβάσεις. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του, ενώ ο ίδιος λόγος καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). (Β) Ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ μη καταφεύγοντας σε αυτούς, όπως προβάλλεται, αν και έμμεσα δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών στις επίδικες συμβάσεις, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Τέλος, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, παρά την μη ρητή (ειδική) μνεία τους, λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2010 αίτηση της Κ. Π. για αναίρεση της 1618/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ - άρθ. 138 ΑΚ: η εικονικότητα σύμβασης μπορεί ν΄ αναφέρεται και στο πρόσωπο του πράγματι συμβαλλομένου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παμαβιάσθηκαν οι ερμηνεντικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ΄ αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων- λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 1618/2007).
| null | null | 1
|
Αριθμός 721/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Καζάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ΔΕΠΑ ΑΕ, αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου). Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Ελευθέριο Τσαχάλη και η 2η από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Σοφία Μιχελάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτού πρόσθετες παρεμβάσεις του "Πανελλήνιου Συνδέσμου Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα και της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1395/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 3584/2006 μη οριστική και 1619/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά κατ' άρθ. 558 ΚΠολΔ στρέφεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ" (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ) που συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΔΕΠΑ ΑΕ ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με την μεταβίβαση δε αυτήν, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθ. 7 §§ 3 και 4 περ. στ' και ζ' ν. 3428/2005, άρθ. 41 του ως άνω καταστατικού), ενώ εξάλλου κλητεύθηκαν κατ' άρθ. 81 § 3 ΚΠολΔ οι προσθέτως παρεμβάσες υπέρ του αναιρεσείοντος συνδικαλιστικές οργανώσεις (α) στον πρώτο βαθμό "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο" (με αριθ. 9427β/2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Σερρών Ελ. Αγοραστού) και (β) σε αμφότερους τους βαθμούς "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (ΓΣΕΕ - με αριθ. 1174στ/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστ. επιμελητή Αθηνών Π. Τ.).
ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής - ΑΠ 253/2010), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ. όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους. Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτή ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ' αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, επί αγωγής του αναιρεσείοντος με την προσβαλλομένη 1619/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η (1η) αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ) λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ανήκει στον δημόσιο τομέα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της, και κύριος σκοπός της είναι η απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, προερχομένου από εγχώρια κοιτάσματα ή εισαγομένου από το εξωτερικό, εξαιτίας δε του ως άνω χαρακτήρα της υπάγεται στις διατάξεις που αφορούν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και προσλαμβάνει προσωπικό κατά τις διατυπώσεις και διαδικασίες του ν. 2190/1994 υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), ότι από την ίδρυσή της η ΔΕΠΑ ΑΕ για την υλοποίηση του έργου της (κατασκευή του δικτύου μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου, διαχείριση και συντήρηση των αγωγών και λοιπών εγκαταστάσεών της) χρησιμοποιεί και υπηρεσίες εργολάβων εταιρειών που επιλέγονται με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλαμβάνουν την εκτέλεση διαφόρων επιμέρους έργων και υπηρεσιών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, ότι στα πλαίσια της πρακτικής αυτής η εναγομένη έχει συνάψει, ύστερα πάντοτε από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, μεγάλο αριθμό εργολαβικών συμβάσεων, μεταξύ δε αυτών και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, με τρίτες εταιρείες -εργολάβους, οι οποίες ανέλαβαν την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης με δικό τους προσωπικό, ότι στο προσωπικό που χρησιμοποίησαν οι εταιρείες αυτές για την εκτέλεση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη περιλαμβάνεται και ο ενάγων, ο οποίος είχε προσληφθεί από τις εταιρείες αυτές που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη τις ως άνω συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, ότι ειδικότερα ο ενάγων, που απασχολήθηκε συνεχώς από την 14-7-1999 μέχρι την 30-9-2004, ενώ αποδοχές του καταβλήθηκαν μέχρι και την 31-12-2004, με την ειδικότητα του τεχνίτη καθοδικής προστασίας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο Κέντρο Λειτουργίας και Συντήρησης Αμπελιάς στον Τομέα Κεντρικής Ελλάδος στα Φάρσαλα, συνήψε τις εξής διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (α) από 14-7-1999 με την κοινοπραξία των αλλοδαπών εταιρειών "COMERINT S.p.A" και "IREM S.p.A." (β) από 22-6-2000 με την εταιρεία "MANPOWER TEAM AE" (γ) από 5-12-2000 με την εταιρεία "COMERINT S.p.A. Hellas Branch" (δ) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών "ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε., "Η.Ε. & D.S.A." και "ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ" και (ε) από 1-3-2003, 1-1-2004 και 1-7-2004 με την εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε.", ότι κατά τα ενδιάμεσα των παραπάνω συμβάσεων χρονικά διαστήματα ο ενάγων εξακολουθούσε να απασχολείται χωρίς διακοπή προσφέροντας με τον ίδιο τρόπο τις υπηρεσίες του, ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί εικονικότητας τόσο των αρχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών μεταξύ της εναγομένης ΔΕΠΑ ΑΕ και των τρίτων εργολάβων εταιρειών όσο και των ατομικών συμβάσεων εργασίας που καταρτίσθηκαν στην συνέχεια μεταξύ των εταιρειών αυτών και του ενάγοντος, ότι ειδικότερα: (i) Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, ούτε ότι αυτές έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ των εταιρειών - εργολάβων αλλά υπέρ της εναγομένης, ώστε αυτή να είναι με την θέλησή της ο πραγματικός εργοδότης του ενάγοντος (ii) Αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι: (1) Οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εργολάβων εταιρειών ήσαν αληθινές και πραγματικές, αφορούσαν δε την παροχή εκ μέρους τους πραγματικών υπηρεσιών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης προς την εναγομένη (2) Στην συνέχεια και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει με τις συμβάσεις αυτές οι τρίτες εταιρείες εργολάβοι προσλάμβαναν το κατάλληλο και απαιτούμενο προσωπικό που διέθεταν προς απασχόληση στις διάφορες εγκαταστάσεις και εργοτάξια της εναγομένης αντισυμβαλλομένης τους (3) Από τις παραπάνω συμβάσεις οι τρίτες εταιρείες αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη, για τις αμοιβές δε που ελάμβαναν για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την εναγομένη εξέδιδαν προς αυτήν σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (4) Οι ως άνω εταιρείες κατέβαλλαν στον ενάγοντα καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής του τις αποδοχές του και τον περιλάμβαναν στις σχετικές καταστάσεις προσωπικού που συνέτασσαν, χορηγούσαν σ' αυτόν κάθε έτος βεβαίωση των αποδοχών του, τον ασφάλιζαν και κατέβαλλαν τις ασφαλιστικές εισφορές στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς (5) Οι εταιρείες αυτές επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή της εναγομένης στην διαδικασία πρόσληψης και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνήπτε ο ενάγων με τις προαναφερόμενες εταιρείες ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο αυτών μερών, ενώ η εναγομένη δεν είχε καμία ανάμειξη σ' αυτήν, αποτέλεσμα δε αυτού ήταν να υπάρχουν μεταξύ των εργολάβων εταιρειών διαφορές στην ακολουθουμένη τακτική ως προς τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων απ' αυτές, καθόσον μερικές χορηγούσαν στο προσωπικό τους πρόσθετες παροχές (τροφή, ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.) που άλλες δεν χορηγούσαν και περαιτέρω κάθε μία από τις εταιρείες - εργολάβους είχε ορίσει διαχειριστές της σύμβασης, οι οποίοι και είχαν την αποκλειστική ευθύνη του προσωπικού τους (6) Για τις ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν στην εναγομένη από την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων ή άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του ως άνω προσωπικού των εργολάβων εταιρειών ευθύνονταν απέναντί της οι τελευταίες, που επέλεξαν, προσέλαβαν και χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο προσωπικό, σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη των παραπάνω εργολαβικών συμβάσεων (7) Οι εταιρείες εργολάβοι ήσαν υποχρεωμένες κατά τις συμβάσεις να λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία μέτρα για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων τους, διαθέτοντας σε κάθε εγκατάσταση ιατρό εργασίας και τεχνικό ασφαλείας που μεριμνούσε για το προσωπικό τους κ.λπ., η δε Επιθεώρηση Εργασίας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας απηύθυνε προς τις εργολάβους εταιρείες και όχι προς την εναγομένη (8) Η εναγομένη καθόλη την διάρκεια της απασχόλησης του ενάγοντος από τις εργολάβους εταιρείας, που τον είχαν προσλάβει, ουδέποτε εκδήλωσε την βούληση να γίνει εργοδότης του, καθ' υποκατάσταση των τελευταίων, αντίθετα μάλιστα σε κάθε περίπτωση που έγινε προσπάθεια εκ μέρους αυτού και του σωματείου που είχε συστήσει με άλλους συναδέλφους του προκειμένου να εμφανισθούν ως προσωπικό της εναγομένης, αυτή απάντησε με τον πιο έντονο τρόπο ότι ουδεμία συμβατική σχέση την συνδέει με αυτούς και με το προσωπικό που χρησιμοποιούν οι εργολάβοι - εταιρείες (9) Την 2-10-2003 απεστάλη στην εναγομένη ανακοίνωση του παραπάνω σωματείου για την πραγματοποίηση στάσεων εργασίας και την μείωση παροχής αερίου κατά 50%, στην ανακοίνωση δε αυτήν η εναγομένη απάντησε την ίδια ημέρα με επιστολή της προς την εργολάβο εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε." καλώντας την να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και επισημαίνοντας την συμβατική ευθύνη της σε περίπτωση οποιαδήποτε ζημίας από την στάση εργασίας (iii) Περαιτέρω: (1) Το γεγονός της απασχόλησης του προσωπικού των εργολάβων εταιρειών, στο οποίο περιλαμβάνεται ο ενάγων, στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου εκτελούνταν έργα της, συνεργάζονταν με το προσωπικό της και επιλέγονταν από υπαλλήλους της δεν μπορεί να καταστήσει τις συμβάσεις αυτές εικονικές, καθόσον οι ενέργειες αυτές, όπως και η πρόσληψή τους, είχαν σχέση με την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των εργολάβων εταιρειών και της εναγομένης, που ανέθετε σ' αυτές τμήματα ή και ολόκληρες δραστηριότητες και λειτουργίες της επιχείρησής της (2) Μεταξύ της τελευταίας και των πρώτων υπήρχε, βέβαια, στα θέματα του προσωπικού συνεργασία, που όμως ήταν αναγκαία για την προσήκουσα εκπλήρωση των μεταξύ τους συμβάσεων, στα πλαίσια δε της συνεργασίας αυτής εντάσσονται και η παρακολούθηση από τον ενάγοντα εκπαιδευτικών προγραμμάτων που η εναγομένη διοργάνωνε για το προσωπικό της, η χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων προϋπηρεσίας, η υπογραφή από υπαλλήλους της των εντύπων παρουσίας του και η χορήγηση αδειών, από τα περιστατικά, όμως, αυτά δεν συνάγεται εικονικότητα των παραπάνω συμβάσεων, ούτε από το γεγονός της συνεχόμενης απασχόλησης του ενάγοντος από διαφορετικές εργολάβους εταιρείες, οι οποίες επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν, χωρίς ανάμειξη ή εμπλοκή της εναγομένης στην σύναψη των συμβάσεων εργασίας και στον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας (3) Και ναι μεν συχνά οι νέες εργολάβοι εταιρείες (που αναλάμβαναν με μειοδοτικούς διαγωνισμούς την εκτέλεση ορισμένων εργασιών ή λειτουργιών) προσλάμβαναν προσωπικό που απασχολούσαν προηγουμένως άλλες εργολάβοι εταιρείες, τούτο όμως συνέβαινε όχι γιατί η εναγομένη επέβαλλε σ' αυτές το προσωπικό που θα προσλάμβαναν, αλλά διότι οι ίδιες, στην προσπάθειά τους ν' ανταποκριθούν κατά τον καλύτερο τρόπο στις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, επεδίωκαν να προσλαμβάνουν άτομα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από προηγούμενους εργολάβους σε παρόμοιες δραστηριότητες και η εξοικείωσή τους με τα θέματα του φυσικού αερίου και η εμπειρία τους εξυπηρετούσε καλύτερα την ομαλή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εργολάβων εταιρειών προς την εναγομένη, ως εκ τούτου δε πολλοί από τους εργαζομένους αυτούς απασχολούνταν και μετά την πρόσληψή τους από άλλον εργολάβο στην ίδια θέση εργασίας και με τους ίδιους όρους, αφού και οι συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τις εργολάβους εταιρείες ήταν παρόμοιες, ενώ η πρόσληψη από τους νέους εργολάβους κατά κανόνα του παλαιού προσωπικού δικαιολογεί και την, ορισμένες φορές, συνέχιση της απασχόλησης του ενάγοντος στην εγκατάσταση της εναγομένης και κατά το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της λήξης της σύμβασης με τον προηγούμενο εργολάβο και της κατάρτισης νέας με τον επόμενο, ο οποίος κατά την κατάρτιση της σύμβασής του με την εναγομένη υποσχόταν σ' αυτήν την επικείμενη πρόσληψη από τον ίδιο του ήδη απασχολουμένου προσωπικού (4) Ο ενάγων μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση για μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την 823/2004 απόφαση του ΔΣ αυτής με την αιτιολογία ότι "δεν συνδέονταν με την ΔΕΠΑ ΑΕ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 134/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 138 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό που αποτελεί στοιχείο της πραγματικής βάσης της ένδικης αγωγής ότι η εναγομένη ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα, τον οποίο απέρριψε με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και δη ότι εργοδότης του ενάγοντος δεν ήταν η εναγομένη, αλλά οι προαναφερθείσες εταιρείες, με τις οποίες ο ενάγων συνήψε τις επίμαχες συμβάσεις. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του, ενώ ο ίδιος λόγος καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ). (Β) Ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ μη καταφεύγοντας σε αυτούς, όπως προβάλλεται, αν και έμμεσα δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών στις επίδικες συμβάσεις, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Τέλος, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, παρά την μη ρητή (ειδική) μνεία τους, λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2010 αίτηση του Ευθυμίου Ρίζου για αναίρεση της 1619/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ - άρθ. 138 ΑΚ: η εικονικότητα σύμβασης μπορεί ν΄ αναφέρεται και στο πρόσωπο του πράγματι συμβαλλομένου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παμαβιάσθηκαν οι ερμηνεντικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ΄ αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων- λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 1618/2007).
| null | null | 0
|
Αριθμός 722/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 8) Χ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 9) Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 10) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 11) Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 12) Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 13) Α. Β. του Σ., κατοίκου ..., 14) Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 15) Ά. Π. του Η., κατοίκου ..., 16) Γ. Π. του Τ., κατοίκου ..., 17) Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., 18) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 19) Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 20) Θ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 21) Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 22) Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 23) Ε. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 24) Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., 25) Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 26) Μ. Α. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 22ης αναιρεσείουσας που δεν παραστάθηκε, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Καζάκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ΔΕΠΑ ΑΕ, αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου). Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Ελευθέριο Τσαχάλη και η 2η από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Σοφία Μιχελάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και με την από 20-12-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της Βαρβάρας Αραπάκη του Γεωργίου, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Πετρελαιοειδή Διυλιστήρια και Χημική Βιομηχανία (ΠΟΕΠΔΧΒ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1424/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3307/2006 μη οριστική και 8918/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την με αριθ. 1683στ/1-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Τ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της απόφασης αυτής δικασίμου (5-4-2011) και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 22η αναιρεσείουσα που δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, με επιμέλεια των λοιπών, νόμιμα παρισταμένων, αναιρεσειόντων και επομένως η συζήτηση πρέπει να χωρήσει παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά κατ' άρθ. 558 ΚΠολΔ στρέφεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ" (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ) που συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΔΕΠΑ ΑΕ ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με την μεταβίβαση δε αυτήν, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθ. 7 §§ 3 και 4 περ. στ' και ζ' ν. 3428/2005, άρθ. 41 του ως άνω καταστατικού), ενώ εξάλλου κλητεύθηκαν κατ' άρθ. 81 § 3 ΚΠολΔ οι προσθέτως παρεμβάσες υπέρ των αναιρεσειόντων (και των άλλων αρχικά) εναγόντων συνδικαλιστικές οργανώσεις (α) στον πρώτο βαθμό "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Πετρελαιοειδή, Διυλιστήρια και Χημική Βιομηχανία" (με αριθ. 1178στ/2010 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή) και (β) σε αμφοτέρους τους βαθμούς "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (με αριθ. 1175ΣΤ/2010 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή).
ΙΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ. όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους. Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτή ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ' αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της 1ης αναιρεσίβλητης, επί αγωγής των αναιρεσειόντων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), με την προσβαλλομένη 8918/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η (1η) αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ) λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ανήκει στον δημόσιο τομέα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της, και κύριος σκοπός της είναι η απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, προερχομένου από εγχώρια κοιτάσματα ή εισαγομένου από το εξωτερικό, εξαιτίας δε του ως άνω χαρακτήρα της υπάγεται στις διατάξεις που αφορούν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και προσλαμβάνει προσωπικό κατά τις διατυπώσεις και διαδικασίες του ν. 2190/1994 υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), ότι από την ίδρυσή της η ΔΕΠΑ ΑΕ για την υλοποίηση του έργου της (κατασκευή του δικτύου μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου, διαχείριση και συντήρηση των αγωγών και λοιπών εγκαταστάσεών της) χρησιμοποιεί και υπηρεσίες εργολάβων εταιρειών που επιλέγονται με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλαμβάνουν την εκτέλεση διαφόρων επιμέρους έργων και υπηρεσιών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, ότι στα πλαίσια της πρακτικής αυτής η εναγομένη έχει συνάψει, ύστερα πάντοτε από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, μεγάλο αριθμό εργολαβικών συμβάσεων, μεταξύ δε αυτών και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, με τρίτες εταιρείες -εργολάβους, από τις οποίες άλλες ανέλαβαν την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών τεχνικής και άλλες διοικητικής υποστήριξης με δικό τους προσωπικό που αυτές προσελάμβαναν, ότι στο προσωπικό που χρησιμοποίησαν οι εταιρείες αυτές για την εκτέλεση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, από τους οποίους, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, άλλοι είχαν προσληφθεί από την εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε." και άλλοι από την εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS AE" που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, η αρχική διάρκεια των οποίων (από 1/3 έως 31/12/2003) παρατάθηκε στην συνέχεια με τα από 6-10-2003 παραρτήματα αυτών ύστερ' από απόφαση του ΔΣ της εναγομένης μέχρι 31-12-2004 και έπειτα μέχρι 30-4-2005, με τις έγγραφες δε αυτές συμβάσεις η εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε." ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης και η εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS AE" την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης προς την εναγομένη, ότι ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ενάγοντες απασχολήθηκαν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (Μάιος 2004) με διάφορες ειδικότητες (νοσηλεύτριας, πυροσβέστη, τεχνίτη, εργοδηγού, ηλεκτρονικού, υπαλλήλου γραφείου, χημικού φυσικού και μηχανικού) στις διάφορες εγκαταστάσεις και τα εργοτάξια της εναγομένης από τον αναφερόμενο στην συνέχεια χρόνο ο κάθε ένας (κατά την αρίθμηση και την σειρά του αναιρετηρίου) και συνήψαν τις εξής συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τις παρακάτω εταιρείες ή κοινοπραξίες εταιρειών (1) ο 1ος απασχολήθηκε από 14-1-2000, και συνήψε τις συμβάσεις (α) από 14-1-2000 με την κοινοπραξία των αλλοδαπών εταιρειών Comerint SpA και IREM SpA (β) από 15-6-2000 με την PLE HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ (γ) από 1-12-2000 με την Comerint SpA (δ) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (ε) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (2) ο 2ος από 23-1-2002, τις συμβάσεις (α) από 23-12002 με την ICAP AE (β) από 21-3-2002 με την ADECCO H.R. AE (γ) από 30-11-2002 με την ΑΤLAS HR ΕΠΕ (δ) από 3-3-2003 με την PROJECT SOLUTIONS AE και (ε) από 11-7-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (3) ο 3ος από 14-10-2002, τις συμβάσεις (α) από 14-10-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (4) ο 4ος από 21-1-2001, τις συμβάσεις (α) από 21-1-2001 με την COMERINT S.p.A (β) τις από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & DSA και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (γ) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (5) ο 5ος από 1-8-2002, τις συμβάσεις (α) από 1-8-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (6) ο 6ος από 1-2-2002, τις συμβάσεις (α) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (7) ο 7ος από 3-5-1999, τις συμβάσεις (α) από 3-5-1999 με την COMERINT S.p.A. (β) από 3-7-2000 με την PLE HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ (γ) από 1-12-2000 με την COMERINT S.p.A που παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001 (δ) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (ε) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (8) ο 8ος από 15-6-2000, τις συμβάσεις (α) από 15-6-2000 με την ΡLE HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ (β) από 1-12-2000 με την COMERINT S.p.A. που παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001 (γ) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (δ) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (9) ο 9ος από 7-11-2000, τις συμβάσεις (α) από 7-11-2000 με την COMERINT S.p.A που παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001 (β) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (γ) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (10) ο 10ος από 17-11-1999, τις συμβάσεις (α) από 15-1-2000 και 9-5-2000 με την αλλοδαπή εταιρεία SOFREGAZ AND SN TECHNIGAZ (β) από 17-11-2000 με την COMERINT S.p.A που παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001 (γ) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (δ) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (11) ο 11ος από 1-6-2001, τις συμβάσεις (α) από 1-6-2001 με την COMERINT S.p.A., που παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001 (β) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (γ) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (12) ο 12ος από 20-3-2002, τις συμβάσεις (α) από 20-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2002, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (13) η 13η από 3-9-2001, τις συμβάσεις (α) από 3-9-2001 και 10-1-2002 με την ICAP AE (β) από 22-3-2002 με την ADECCO HR AE (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την ATLAS H.R. EΠΕ και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003 και 1-1-2004 με την PROJECT SOLUTIONS AE (14) η 14η από 10-4-2000, τις συμβάσεις (α) από 5-1-2001, 1-3-2001 και 3-9-2001 με την ADECCO H.R. AE (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την ATLAS H.R. ΕΠΕ και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003 και 1-1-2004 με την PROJECT SOLUTIONS AE (15) η 15η από 16-9-2002, τις συμβάσεις (α) από 16-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (16) ο 16ος από 8-1-2003, τις συμβάσεις (α) από 8-1-2003 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & Δ.Σ.Α και METΡON EΠE και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (17) η 17η από 1-7-2002, τις συμβάσεις (α) από 1-7-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (18) ο 18ος από 1-11-2002, τις συμβάσεις (α) από 1-11-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (19) η 19η από 20-6-2000, τις συμβάσεις (α) από 20-6-2000 και 1-3-2001 με την ICAP AE (β) από 21-3-2002 με την ADECCO H.R. AE (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την ATLAS H.R. ΕΠΕ και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003 και 1-1-2004 με την PROJECT SOLUTIONS AE (20) η 20η από 1-3-2001, τις συμβάσεις (α) από 1-3-2001, 1-9-2001 και 10-1-2002 με την ICAP AE (β) από 6-3-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (γ) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (21) ο 21ος από 1-8-2002, τις συμβάσεις (α) από 1-8-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (22) η 22η από 12-7-2000, τις συμβάσεις (α) από 9-9-2000, 3-1-2001, 1-3-2001 και 3-10-2001 με την ICAP AE (β) από 1-12002 και 13-1-2003 με την PROJECT SOLUTIONS AE και (γ) με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ (23) η 23η από 7-4-1998, τις συμβάσεις (α) από 7-4-1998 με την SELECON ΕΠΕ (β) από 5-1-1999, 1-9-1999 και 1-3-2001 με την ICAR AE (γ) από 20-3-2002 με την ADECCO H.R. AE (δ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την ATLAS H.R. ΕΠΕ και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003 και 1-1-2004 με την PROJECT SOLUTIONS AE (24) η 24η από 10-3-1999, τις συμβάσεις (α) από 10-3-1999, 26-7-2000, 12-3-2001, 1-9-2001 και 10-12002 με την ICAP AE (β) από 20-3-2002 με την ADECCO H.R. AE (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την ATLAS H.R. ΕΠΕ και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003 και 1-1-2004 με την PROJECT SOLUTIONS AE (25) η 25η από 15-2-2000, τις συμβάσεις (α) από 15-2-2000, 1-12-2000, 1-3-2001 με την ICAP AE (β) από 20-3-2002 με την ADECCO H.R. AE (γ) από 30-8-2002 και 30-11-2002 με την ATLAS H.R. ΕΠΕ και (δ) από 3-3-2003, 1-9-2003 και 1-1-2004 με την PROJECT SOLUTIONS AE και (26) ο 26ος από 3-6-2002, τις συμβάσεις (α) από 3-6-2002 και 1-9-2002 με την κοινοπραξία των εταιρειών ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Η.Ε. & D.S.A. και ΜΕΥΤΡΟΝ ΕΠΕ και (β) από 1-3-2003, 1-10-2003 και 1-1-2004 με την ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ, ότι κατά τα ενδιάμεσα των παραπάνω συμβάσεων χρονικά διαστήματα οι ενάγοντες εξακολουθούσαν να απασχολούνται χωρίς διακοπή προσφέροντας με τον ίδιο τρόπο τις υπηρεσίες τους, ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα ο ισχυρισμός περί εικονικότητας τόσο των αρχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών μεταξύ της εναγομένης ΔΕΠΑ ΑΕ και των τρίτων εργολάβων εταιρειών όσο και των ατομικών συμβάσεων εργασίας που καταρτίσθηκαν στην συνέχεια μεταξύ των εταιρειών αυτών και των εναγόντων, ότι ειδικότερα: (i) Ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις εργασίας δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, ούτε ότι αυτές έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ των εταιρειών - εργολάβων αλλά υπέρ της εναγομένης, ώστε αυτή να είναι με την θέλησή της ο πραγματικός εργοδότης των εναγόντων (ii) Αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι: (1) Οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εργολάβων εταιρειών ήσαν αληθινές και πραγματικές, αφορούσαν δε την παροχή εκ μέρους τους πραγματικών υπηρεσιών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης προς την εναγομένη (2) Στην συνέχεια και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει με τις συμβάσεις αυτές οι τρίτες εταιρείες εργολάβοι προσλάμβαναν το κατάλληλο και απαιτούμενο προσωπικό που διέθεταν προς απασχόληση στις διάφορες εγκαταστάσεις και εργοτάξια της εναγομένης αντισυμβαλλομένης τους (3) Από τις παραπάνω συμβάσεις οι τρίτες εταιρείες αποκόμιζαν σημαντικά κέρδη, για τις αμοιβές δε που ελάμβαναν για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την εναγομένη εξέδιδαν προς αυτήν σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (4) Οι ως άνω εταιρείες κατέβαλλαν στους ενάγοντες καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής τους τις αποδοχές τους και τους περιλάμβαναν στις σχετικές καταστάσεις προσωπικού που συνέτασσαν, χορηγούσαν σ' αυτούς κάθε έτος βεβαίωση των αποδοχών τους, τους ασφάλιζαν και κατέβαλλαν τις ασφαλιστικές εισφορές στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς (5) Οι εταιρείες αυτές επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή της εναγομένης στην διαδικασία πρόσληψης και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνήπταν οι ενάγοντες με τις προαναφερόμενες εταιρείες ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο αυτών μερών, ενώ η εναγομένη δεν είχε καμία ανάμειξη σ' αυτήν, αποτέλεσμα δε αυτού ήταν να υπάρχουν μεταξύ των εργολάβων εταιρειών διαφορές στην ακολουθουμένη τακτική ως προς τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων απ' αυτές, καθόσον μερικές χορηγούσαν στο προσωπικό τους πρόσθετες παροχές (τροφή, ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.) που άλλες δεν χορηγούσαν και περαιτέρω κάθε μία από τις εταιρείες - εργολάβους είχε ορίσει διαχειριστές της σύμβασης, οι οποίοι και είχαν την αποκλειστική ευθύνη του προσωπικού τους (6) Για τις ζημίες που τυχόν θα προκαλούνταν στην εναγομένη από την πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων ή άλλες αντισυμβατικές ενέργειες του ως άνω προσωπικού των εργολάβων εταιρειών ευθύνονταν απέναντί της οι τελευταίες, που επέλεξαν, προσέλαβαν και χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο προσωπικό, σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη των παραπάνω εργολαβικών συμβάσεων (7) Οι εταιρείες εργολάβοι ήσαν υποχρεωμένες κατά τις συμβάσεις να λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία μέτρα για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων τους, διαθέτοντας σε κάθε εγκατάσταση ιατρό εργασίας και τεχνικό ασφαλείας που μεριμνούσε για το προσωπικό τους κ.λπ., η δε Επιθεώρηση Εργασίας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ως προς τους ενάγοντες απηύθυνε προς τις εργολάβους εταιρείες και όχι προς την εναγομένη, ενώ ειδικότερα οι 3ος και 4ος των εναγόντων στο από 26-3-2003 δελτίο ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Κεντρικής Μακεδονίας δήλωσαν ως εργοδότη τους την εταιρεία ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ και όχι την εναγομένη (8) Η εναγομένη καθόλη την διάρκεια της απασχόλησης των αναιρεσειόντων εναγόντων (και των λοιπών εναγόντων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη) από τις εργολάβους εταιρείες, που τους είχαν προσλάβει, ουδέποτε εκδήλωσε την βούληση να γίνει εργοδότης τους, καθ' υποκατάσταση των τελευταίων, αντίθετα μάλιστα σε κάθε περίπτωση που έγινε προσπάθεια εκ μέρους αυτών και του σωματείου που είχαν συστήσει με άλλους συναδέλφους τους προκειμένου να εμφανισθούν ως προσωπικό της εναγομένης, αυτή απάντησε με τον πιο έντονο τρόπο ότι ουδεμία συμβατική σχέση την συνδέει με αυτούς και με το προσωπικό που χρησιμοποιούν οι εργολάβοι - εταιρείες (9) Την 2-10-2003 απεστάλη στην εναγομένη ανακοίνωση του παραπάνω σωματείου για την πραγματοποίηση στάσεων εργασίας και την μείωση της παροχής αερίου κατά 50%, στην ανακοίνωση δε αυτήν η εναγομένη απάντησε την ίδια ημέρα με επιστολή της προς την εργολάβο εταιρεία ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ καλώντας την να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και επισημαίνοντάς της την συμβατική ευθύνη της σε περίπτωση ζημίας της εναγομένης από την στάση εργασίας (iii) Περαιτέρω: (1) Το γεγονός της απασχόλησης του προσωπικού των εργολάβων εταιρειών, στο οποίο περιλαμβάνονται οι αναιρεσείοντες και οι λοιποί ενάγοντες (μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη), στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου εκτελούνταν έργα της, συνεργάζονταν με το προσωπικό της και επιλέγονταν από υπαλλήλους της δεν μπορεί να καταστήσει τις συμβάσεις αυτές εικονικές, καθόσον οι ενέργειες αυτές, όπως και η πρόσληψή τους, είχαν σχέση με την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των εργολάβων εταιρειών και της εναγομένης, που ανέθετε σ' αυτές τμήματα ή και ολόκληρες δραστηριότητες και λειτουργίες της επιχείρησής της (2) Μεταξύ της τελευταίας και των πρώτων υπήρχε, βέβαια, στα θέματα του προσωπικού συνεργασία, που όμως ήταν αναγκαία για την προσήκουσα εκπλήρωση των μεταξύ τους συμβάσεων, στα πλαίσια δε της συνεργασίας αυτής εντάσσονται και η παρακολούθηση από τους ενάγοντες εκπαιδευτικών προγραμμάτων που η εναγομένη διοργάνωνε για το προσωπικό της, η χορήγηση βεβαιώσεων προϋπηρεσίας, η υπογραφή από υπαλλήλους της των εντύπων παρουσίας τους και η χορήγηση αδειών, από τα περιστατικά δε αυτά δεν συνάγεται εικονικότητα των παραπάνω συμβάσεων, ούτε από το γεγονός της συνεχόμενης απασχόλησης των εναγόντων από διαφορετικές εργολάβους εταιρείες, οι οποίες επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν, χωρίς ανάμειξη ή εμπλοκή της εναγομένης στην σύναψη των συμβάσεων εργασίας και στον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας (3) Και ναι μεν συχνά οι νέες εργολάβοι εταιρείες (που αναλάμβαναν με μειοδοτικούς διαγωνισμούς την εκτέλεση ορισμένων εργασιών ή λειτουργιών) προσλάμβαναν προσωπικό που απασχολούσαν προηγουμένως άλλες εργολάβοι εταιρείες, τούτο όμως συνέβαινε όχι γιατί η εναγομένη επέβαλλε σ' αυτές το προσωπικό που θα προσλάμβαναν, αλλά διότι οι ίδιες, στην προσπάθειά τους ν' ανταποκριθούν κατά τον καλύτερο τρόπο στις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, επεδίωκαν να προσλαμβάνουν άτομα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από προηγούμενους εργολάβους σε παρόμοιες δραστηριότητες, καθόσον η εξοικείωσή τους με τα θέματα του φυσικού αερίου και η εμπειρία τους εξυπηρετούσε καλύτερα την ομαλή εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εργολάβων εταιρειών προς την εναγομένη, ως εκ τούτου δε πολλοί από τους εργαζομένους αυτούς απασχολούνταν και μετά την πρόσληψή τους από άλλον εργολάβο στην ίδια θέση εργασίας και με τους ίδιους όρους, αφού και οι συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τις εργολάβους εταιρείες ήταν παρόμοιες, ενώ η πρόσληψη από τους νέους εργολάβους κατά κανόνα του παλαιού προσωπικού δικαιολογεί και την, ορισμένες φορές, συνέχιση της απασχόλησης των αναιρεσειόντων (και των λοιπών εναγόντων) στην εγκατάσταση της εναγομένης και κατά το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της λήξης της σύμβασης με τον προηγούμενο εργολάβο και της κατάρτισης νέας με τον επόμενο, ο οποίος κατά την κατάρτιση της σύμβασής του με την εναγομένη υποσχόταν σ' αυτήν την επικείμενη πρόσληψη από τον ίδιο του ήδη απασχολουμένου προσωπικού (4) Οι αναιρεσείοντες (και οι λοιποί ενάγοντες) μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 υπέβαλαν στην εναγομένη αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν με την 823/2004 απόφαση του ΔΣ αυτής με την αιτιολογία ότι "δεν συνδέονταν με την ΔΕΠΑ ΑΕ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 134/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., ότι οι ενάγοντες απασχολούντο στις εγκαταστάσεις της εναγομένης αποκλειστικά και μόνο προς εκτέλεση των, πραγματικών και όχι εικονικών, συμβάσεων εργασίας που είχαν συνάψει με τις τρίτες εργολάβους εταιρείες και ειδικότερα προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι εταιρείες αυτές είχαν αναλάβει έναντι της εναγομένης και δεν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια (μη γνησίων) συμβάσεων δανεισμού μεταξύ των ως άνω εταιρειών και της εναγομένης, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά την διάρκεια της απασχόλησής τους στις εγκαταστάσεις της εναγομένης κατάρτισαν με αυτή ιδιαίτερη συμφωνία να παρέχουν σ' αυτήν ευθέως και αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια μιας πλήρους εργασιακής σχέσης. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατ' αμφότερες τις ως άνω βάσεις της, κύρια (περί εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων) και επικουρική, και ως προς τους αναιρεσείοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 138 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και τον προταθέντα με την αγωγή και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των ανειρεσειόντων εναγόντων ισχυρισμό, ότι η εναγομένη ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα, τον οποίο απέρριψε με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και δη ότι εργοδότης των εναγόντων δεν ήταν η εναγομένη, αλλά οι προαναφερθείσες εταιρείες, με τις οποίες οι ενάγοντες συνήψε τις επίμαχες συμβάσεις. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του, ενώ ο ίδιος λόγος καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), ειδικότερα δε απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός και ως προς την προβαλλομένη, αορίστως πάντως και ασαφώς, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, αφού υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου πλήττεται στην πραγματικότητα η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωθέντος σχετικού αποδεικτικού πορίσματος. (Β) Ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ μη καταφεύγοντας σε αυτούς, όπως προβάλλεται, αν και έμμεσα δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών στις επίδικες συμβάσεις, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Τέλος, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2009 αίτηση των Δ. Β. κ.λπ. για αναίρεση της 8918/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ - άρθ. 138 ΑΚ: η εικονικότητα σύμβασης μπορεί ν΄ αναφέρεται και στο πρόσωπο του πράγματι συμβαλλομένου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παμαβιάσθηκαν οι ερμηνεντικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ΄ αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων- λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 1618/2007).
| null | null | 0
|
Αριθμός 717/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαυρουδή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7355/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Ε., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1520/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη , με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιας ομοειδών πράξεων που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της δε λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται ατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα τον Δεκέμβριο 2002, στις 20-1-2003, 10-4-2003, 20-4-2003 και 30-4-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στην συνέχεια έκανε χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατ/νος έχοντας στην κατοχή του ασυμπλήρωτες επιταγές από ένα κλαπέν μπλόκ επιταγών αγνώστου δράστη κλοπής, η οποία κατά τα άνω αναφερθέντα έλαβε χώρα στις 8-12-2001 από το κατάστημα της κατόχου του (μπλόκ) Δ. Ε. και γνωρίζοντας ότι αυτές (επιταγές) τυγχάνουν προϊόν κλοπής, όπως ρητά παραδέχθηκε ενώπιον του Ε. Σ., συμπλήρωσε 1)τον Δεκέμβριο του 2002 την (ασυμπλήρωτη) υπ' αριθ. ... επιταγή της ALPHA BANK χωρίς την συναίνεση της εγκαλούσας άνω (Δ. Ε.), δικαιούχου του προαναφερομένου ... λογαριασμού, στον οποίο ...η πιο πάνω επιταγή, θέτοντας ως τόπο έκδοσης την Αμφιλοχία, ως χρόνο 20-2-2003, ως ποσό 900 ευρώ, υπογράφοντας "σε διαταγή εμού του ιδίου" και στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της πιο πάνω εγκαλούσας εν αγνοία της, και στην συνέχεια την μετεβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον Γ. Τ. κάνοντας χρήση της πλαστής αυτής επιταγής, 2)στις 20-1-2003 συμπλήρωσε ομοίως κατά τα άνω την υπ' αριθ. ... επιταγή της άνω παθούσης, θέτοντας ως τόπο την Αμφιλοχία, ως χρόνο 20-1-2003, ως ποσό 1100 ευρώ, υπογράφοντας "σε διαταγή εμού του ιδίου" και στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της πιο πάνω εγκαλούσης εν αγνοία της και στη συνέχεια την μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον Γ. Τ. 3) στις 10-4-2003, 20-4-2003 και 30-4-2003 συμπλήρωσε τις υπ' αριθ. ..., ... και ... (ασυμπλήρωτες) επιταγές της ίδιας άνω Τράπεζας, ομοίως του ιδίου λογαριασμού της εγκαλούσης, θέτοντας ως τόπο έκδοσης την Αμφιλοχία, ως χρόνους αντίστοιχα 10-4-2003, 20-4-2003 και 30-4-2003, ως ποσά 1500 ευρώ, 1500 ευρώ και 1500 ευρώ αντίστοιχα αναγράφοντας, σε διαταγή "εμού του ιδίου" και στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου κατ' απομίμηση την υπογραφή της πιο πάνω εγκαλούσης και στη θέση του δεύτερου οπισθογράφου έθεσε πλαστή σφραγίδα και υπογραφή κάποιου "Π. Κ." ο οποίος είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και στην συνέχεια κάνοντας χρήση των άνω πλαστών επιταγών, τις μεταβίβασε προς άγνωστα πρόσωπα. Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι κατά τους ίδιους άνω χρόνους ο κατ/νος μεταβιβάζοντας τις άνω πλαστογραφηθείσες από τον ίδιο επιταγές και δη τις δύο πρώτες εξ αυτών προς τον Γ. Τ. και τις υπόλοιπες προς άγνωστα πρόσωπα, παρέστησε σ' αυτούς ψευδώς ότι οι επιταγές αυτές είναι γνήσιες και έγκυρες, μολονότι καθώς αυτός εγνώριζε ότι αφενός είχαν κλαπεί από την άνω εγκαλούσα πιθανώς από τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι άγνωστο μέχρι σήμερα στο δικαστήριο, και ότι αυτός είναι ο πλαστογράφος των επιταγών, οι οποίες του εδόθησαν ασυμπλήρωτες από τον δράστη (ως κλοπή) της οποίας (πράξης κλοπής) σημειωτέον απηλλάγη λόγω αμφιβολιών, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι ανωτέρω κομιστές και να τις δεχθούν προς εξόφληση οφειλών του κατ/νου προς αυτούς, υποστάντες περιουσιακή ζημία αντιστοίχου ύψους με τα άνω ποσά των επιταγών που συμπληρώθηκαν κατά τον άνω τρόπο, τα οποία απεκόμισε αντίστοιχα ο κατ/νος, ο οποίος μέχρι σήμερα ουδόλως έχει προβεί στην εξόφλησή τους, ο δε ισχυρισμός του ότι ουδέποτε κατείχε τις άνω πέντε επίδικες επιταγές και ότι κακώς καταδικάστηκε για τις άνω πράξεις είναι παντελώς ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τα άνω αυτός τις κατείχε αμέσως σχεδόν από την κλοπή τους από την εγκαλούσα, τις συμπλήρωσε εν αγνοία της καίτοι εγνώριζε ότι ήταν προϊόν κλοπής, ενδεχομένως από τρίτο πρόσωπο, και τις παρέδωσε περαιτέρω κάνοντας χρήση των πλαστών επιταγών προς τα άνω τρίτα πρόσωπα (κομιστές) οι οποίοι αν γνώριζαν την προέλευση και πλαστογράφηση των επιταγών, ουδόλως θα τις ελάμβαναν από τον κατ/νο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος και των δύο πράξεων ως πρωτοδίκως". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε(15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 53, 57, 61, 94, 98, 216 παρ.1, και 386 παρ.1α του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα τη συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξης της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, έχοντας στην κατοχή του ασυμπλήρωτες τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πέντε 5 επιταγές, από μπλόκ επιταγών το οποίο είχε αφαιρεθεί παρανόμως υπό αγνώστου δράστη από το κατάστημα της κατόχου του μπλόκ εγκαλούσας Δ. Ε. στις 8-12-2001, συμπλήρωσε κατά τους αναφερόμενους χρόνους, εν αγνοία της εγκαλούσας και χωρίς τη συναίνεση αυτής, τις εν λόγω επιταγές ως προς τα στοιχεία του τόπου και χρόνου εκδόσεώς τους και του ποσού αυτών και στη συνέχεια έθεσε στο σώμα των επιταγών, κατ' απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της ανωτέρω εγκαλούσας, ακολούθως δε κάνοντας χρήση των πλαστών επιταγών μετεβίβασε αυτές με οπισθογράφηση στα αναφερόμενα τρίτα πρόσωπα. Εξάλλου, η ως άνω παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων είχε στην κατοχή του ασυμπλήρωτες τις επίμαχες επιταγές από μπλόκ επιταγών, το οποίο είχε κλαπεί υπό αγνώστου δράστη από το κατάστημα της πολιτικώς ενάγουσας στις 8-12-2001, και η εν συνεχεία παραδοχή ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι οι εν λόγω επιταγές ήταν προϊόν κλοπής, ενδεχομένως από τρίτο πρόσωπο δεν ενέχουν αντίφαση, ώστε να προκαλείται σύγχυση ως προς το πρόσωπο εκείνου που διέπραξε την κλοπή του μπλόκ της πολιτικώς ενάγουσας, αφού, στο σκεπτικό της απόφασης ρητά αναφέρεται ότι με την υπ' αριθμ. 323/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος για την πράξη της κλοπής του μπλόκ των επιταγών η οποία έλαβε χώρα στις 8-21-2-2001. Τα ανωτέρω, άλλωστε, πραγματικά περιστατικά περί της κλοπής του μπλόκ των επιταγών από άγνωστο τρίτο δράστη και περί της γνώσης του αναιρεσείοντος ότι οι επιταγές ήταν προϊόν κλοπής, δεν συνιστούν στοιχεία του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και αναφέρθηκαν στην προσβαλλομένη απόφαση μόνο διηγηματικώς. Εξάλλου, από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, αποδεικτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας μεταξύ των οποίων και αυτή του μάρτυρα Σ., που δόθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συμπεριλαμβάνεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθίσταται προδήλως φανερό από το σύνολο των παραδοχών, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα. Περαιτέρω, αναφορικά με την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, αναφέρεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς προς τρίτους στους οποίους μεταβίβασε με οπισθογράφηση τις πλαστές επιταγές, ότι αυτές ήταν γνήσιες και καθόλα έγκυρες, ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστές με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι ανωτέρω κομιστές και να τις δεχθούν προς εξόφληση οφειλών του αναιρεσείοντος προς αυτούς, και έτσι να υποστούν περιουσιακή ζημία, ίση με τα ποσά των επιταγών τα οποία αποκόμισε παρανόμως ο αναιρεσείων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της αποφάσεως τα επί μέρους χρηματικά ποσά, με τα οποία συμπλήρωσε αυτός τις επίμαχες επιταγές, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπησή της, προκύπτει ότι αναφέρονται τα επί μέρους χρηματικά ποσά, με τα οποία αυτός συμπλήρωσε καθεμία από τις επιταγές.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Δ. Γ. του Μ. και της Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 7355/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για τις πράξεις: α) της πλημμεληματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, β) της πλημμεληματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς το δόλο και ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 716/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγότζα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 489/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 279/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 παρ.8 του ν.1337/1983 λόγω παραγραφής αφού φέρεται τελεσθείσα το έτος 1998.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 εδ. 1 του ν. 1337/1983, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.13 του ν.2242/1994 και την παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3212/ 2003, "ιδιοκτήτες ή εντολείς αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής τους τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000), ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται, είτε χωρίς άδεια της αρμοδίας πολεοδομικής υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβαση της ή με βάση ανακληθείσα άδεια. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 489/ 2010 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου μετά από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Η εκπροσωπούμενη από τον κατ/νο εταιρεία "ΤΟΥΡΙΣΜΑ Α.Ε." ήταν ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου "ΜΥΚΟΝΟΣ BLU" στην .... Το συγκρότημα αυτό περιήλθε στην κυριότητα της εταιρείας "ΔΕΛΤΑ Α.Ε.-ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ" μέλους του ομίλου εταιρειών του κατ/νου, το 1996, οπότε το ξενοδοχείο ήταν αποπερατωμένο και σε λειτουργία. Στις δε 27-4-1998 εκδόθηκε η τελευταία αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας (28-7-1987) σχετικά με τη διόρθωση μικροϋπερβάσεων. Στην ως άνω αναθεώρηση υφίσταται βεβαίωση της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, στις 4-5-1998 περί αποπεράτωσης των οικοδομικών εργασιών σύμφωνα με την άδεια για το σύνολο των κτιρίων. Ωστόσο, ο μάρτυρας-υπάλληλος τότε της Πολεοδομίας Σύρου, Α. Β. βεβαίωσε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι κατά τη διενεργηθείσα από τον ίδιο αυτοψία, στις 29-5-2003, υφίσταντο ισόγειοι και υπόγειοι χώροι που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική άδεια οικοδομής του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που προαναφέρθηκε ούτε στις αναθεωρήσεις της εν λόγω άδειας. Σύμφωνα δε με τα κατατεθέντα από τον ίδιο ως άνω μάρτυρα οι αυθαίρετοι χώροι υπήρχαν κατά το διενεργηθέντα, το 1998, ως άνω έλεγχο της Πολεοδομίας, πλην όμως, πρόδηλα, τότε ήταν "μπαζωμένοι" και "ξεμπαζώθηκαν" μεταγενέστερα, οπότε ο ίδιος στις 29-5-2003 βεβαίωσε στη σχετική ως άνω αυτοψία του την ύπαρξη τους. Συνακόλουθα, απορριπτόμενων όλων των ισχυρισμών του κατ/νου από την όλη αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο, ήτοι από την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, αποδείχθηκε ότι μέσα στο χρονικό διάστημα από 16-10-2002 μέχρι και την προηγούμενη της από 29-5-2003 αυτοψίας, δηλαδή την 28-5-2003 ο κατηγορούμενος στην περιοχή ... της ..., ως νόμιμος εκπρόσωπος της Mykonos Blue Gracotel ΟΕ, προέβη στην κατασκευή κάτω της πισίνας ισογείων και υπογείων χώρων χρησιμοποιούμενα για βοηθητικές εργασίες και αίθουσα συνεδριάσεων χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ως άνω αναφερόμενη πράξη του". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 με το ακόλουθο διατακτικό "
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι μέσα στο χρονικό διάστημα από 16-10-2002 έως 28-5-2003 στη ..., περιοχή ..., με πρόθεση προέβη σαν νόμιμος εκπρόσωπος της Mykonos Blue Gracotel ΟΕ, στην κατασκευή αυθαίρετου κτίσματος ή στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών, ειδικότερα με την ιδιότητά του αυτή προέβη στην κατασκευή κάτω της πισίνας ισογείων και υπογείων χώρων χρησιμοποιούμενα για βοηθητικές εργασίες και αίθουσα συνεδριάσεων, χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και ορθώς εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στο αιτιολογικό, όπως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό και αποτελούν ενιαίο σύνολο, ο τρόπος τέλεσης από τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος τούτου, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και συγκεκριμένα ότι με πρόθεση προέβη στην κατασκευή των αναφερομένων έργων χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που η έλλειψη της τα καθιστά αυθαίρετα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ΟΕ με την επωνυμία "Μyconos Blue Grecotel ΟΕ" και όχι άλλης εταιρείας και δη της ΑΕ με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΜΑ ΑΕ", ως σαφώς εκ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει. Όθεν, η δια του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβαλλόμενη αιτίαση ότι προκύπτει αντίφαση ως προς το ποίων εκ των άνω εταιρειών ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος ο αναιρεσείων, τελώντας την πράξη αυτή, είναι αβάσιμη, διότι, εν όψει του ότι αναφέρεται ως εκπρόσωπος προσωπικής εταιρείας (ΟΕ), δεν απαιτείτο περαιτέρω να προσδιοριζόταν και η κατ' ιδίαν έννομη σχέση από την οποία απέρρεε η εκπροσώπηση του αυτή, ως η ιδιότητα του ως μέλους του ΔΣ εταίρου ή διαχειριστή εντεταλμένου συμβούλου κλπ με την άνω ΟΕ, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων αφού οι ιδιότητες αυτές προσιδιάζουν σε εταιρείες άλλων μορφών (ΑΕ, ΕΠΕ). Εξάλλου, εκ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης σαφώς προκύπτει ότι ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου κατασκευάστηκαν τα αναφερόμενα αυθαίρετα έργα είναι η άνω ΟΕ και όχι η ΑΕ "ΤΟΥΡΙΣΜΑ ΑΕ" ή η ΑΕ "ΔΕΛΤΑ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ" μη προκυπτούσης εντεύθεν αντίφασης ως προς τον ιδιοκτήτη των αυθαιρέτων, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων. Εντεύθεν παρέπεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η σχέση του αναιρεσείοντος με την άνω τρίτη των εταιρειών τούτων (ΔΕΛΤΑ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ), αφού, κατά τις παραδοχές, δεν αναφέρεται αυτή ως ιδιοκτήτρια των αυθαιρέτων τούτων έργων. Περαιτέρω, ως προς το χρόνο κατασκευής των αυθαιρέτων έργων, γίνεται σαφής αναφορά ότι αυτά κατασκευάστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 16-10-2002 έως 28-5-2003, ενώ η αναφορά στο σκεπτικό ότι οι αυθαίρετοι χώροι υπήρχαν από το 1998 αποτελεί περιεχόμενο της κατάθεσης του αναφερομένου μάρτυρα και όχι παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, ναι μεν, κατά το σχετικό από 21-3-2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου, η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων φέρεται ότι τελέστηκε στις 29-5-2003, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης τελέστηκε από αυτόν από 16-10-2002 έως 28-5-2003, η μεταβολή όμως αυτή του χρόνου τέλεσης, ήτοι ο ακριβέστερος προσδιορισμός τούτου είναι παραδεκτός και δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αφού δεν επιδρά στην παραγραφή, ώστε να γεννάται ακυρότητα. Περαιτέρω, βεβαίως, γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναφορά ότι είχε εκδοθεί οικοδομική άδεια και είχαν γίνει αναθεωρήσεις αυτής για διόρθωση μικροϋπερβάσεων, πλην, όμως, για τα αναφερόμενα αυθαίρετα γίνεται σαφής αναφορά ότι αυτά κατασκευάστηκαν χωρίς οικοδομική άδεια, η περιγραφή δε των αυθαίρετων τούτων χώρων, όπως αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης, είναι επαρκής και δεν απαιτείτο περαιτέρω αναφορά προσδιοριστικών στοιχείων κατ' έκταση, είδος κλπ, αφού δια της μνείας ότι δεν υφίστατο άδεια για αυτά, σαφώς έγινε δεκτό ότι τα αυθαίρετα αυτά δεν καλύπτονται από την αρχική οικοδομική άδεια και τις τροποποιήσεις της που μνημονεύονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης. Επομένως περί πάντων των ανωτέρω, η προσβαλλομένη διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθώς το νόμο εφάρμοσε χωρίς να τον παραβιάσει ευθέως εκ πλαγίου, ενώ δια του ακριβέστερου προσδιορισμού του χρόνου τέλεσης δεν επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας και συνεπώς δεν γεννήθηκε λόγος ακυρότητας. Επομένως οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, 1, 3, 4 και 5 λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, όπως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της αναιτιολόγητης απόρριψης της ενστάσεως περί παραγραφής του πλημμελήματος τούτου, αφού η προσβαλλόμενη δέχτηκε ως χρόνο τέλεσης της πράξεως αυτής το άνω χρονικό διάστημα (16-10-2002 έως 28-05-2003) και όχι εκείνο του 1998 όπως είχε προβάλλει ο κατηγορούμενος, μέχρι δε του χρόνου επίδοσης του άνω κλητήριου θεσπίσματος (2-6-2006) δεν είχε παρέλθει πενταετία και η πράξη αυτή δεν είχε παραγραφεί ως πλημμέλημα και συνακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ιδιαίτερη αιτιολογία αλλά αρκέστηκε να απορρίψει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στους οποίους σαφώς περιλαμβάνεται και αυτός.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρθρ. 171 παρ 1δ ΚΠΔ) που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωση του. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα το έγγραφο αναγνώσθηκε, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενο του δηλώσεις και εξηγήσεις αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το έγγραφο που αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος και στην έκθεση αυτοψίας, η οποία αναγνώστηκε, πλην κατά τον έκτο λόγο αναίρεσης δεν προκύπτει η ταυτότητα της και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Με την αναφορά του εγγράφου αυτού επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του αφού με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενο του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης εν όψει και του ότι δε δημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητας του επιπλέον του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώστηκε στη δίκη αυτή. Ειδικότερα από την επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι πρόκειται περί της από 29-5-2003 έκθεσης αυτοψίας της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Κυκλάδων αφού αυτή αναφέρεται στα αυθαίρετα αυτά και συνετάγη σε αντικατάσταση της από 15-11-2002 άλλης έκθεσης ενώ η από 25-6-2002 έκθεση αυτοψίας του Υπολιμεναρχείου ... δεν αναφέρεται στα αυθαίρετα αυτά. Επομένως νομίμως έλαβε το Πλημμελειοδικείο υπόψη του το έγγραφο τούτο. Όθεν ο από το άρθρο Λ 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ έκτος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 79 του ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του εγκληματία, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, κατά την οποία, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξη του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται. Αν η απόφαση δεν διαλαμβάνει τέτοια αιτιολογία, είναι αναιρετέα μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβληθείσα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1557/ 2009, 41/ 2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινής τμήμα της, αιτιολογία σχετικά με τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία των από τον αναιρεσείοντα ανεγερθέντων αυθαίρετων χώρων; ούτε περί του αν υποβαθμίζουν ή όχι και το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής, κριτήρια τα οποία κατά τα παραπάνω επηρεάζουν κατά το νόμο το ύψος της επιβλητέας ποινής. Επομένως, κατά παραδοχή του εβδόμου και τελευταίου, από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς, ήτοι μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 489/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου εν μέρει, ήτοι και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξη αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει την από 11-2-2011 αίτηση του Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της άνω απόφασης κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια αυθαίρετου έργου. Η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας λαμβάνοντας υπόψη την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του εγκληματία, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση, άλλη αιτιολογία εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 κατά την οποία πρέπει να αιτιολογείται η περί ποινής διάταξη προσδιορίζοντας την αξία του αυθαίρετου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται. Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 2
|
Αριθμός 715/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της με αριθμό 1167/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με κατηγορούμενες τις 1) Π. θυγ. Γ. Κ. και 2) Α. θυγ. Γ. Κ., κατοίκους ... και ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κοντόγγονα. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Ν., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στη με αριθμό 48/10.11.2010 έκθεσή του περί αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1448/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εξάλλου, για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 229, 224, 225 και 46 ΠΚ) απαιτείται εκτός άλλων στοιχείων και άμεσος δόλος, η ανυπαρξία του οποίου, σε περίπτωση αθώωσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, ήτοι η αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά με τα οποία να αιτιολογείται γιατί το δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε για την ανυπαρξία του δόλου ή γιατί προέκυψαν για αυτόν αμφιβολίες (ΑΠ 79/2003, 490/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1167/ 2010 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, μετά από συνεκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Το έτος 1990 ο μηνυτής ήταν δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Σπάρτης. Λόγω της παραπάνω ιδιότητάς του έλαβε εντολή από τον δικηγόρο ... Δ. Β. προς εκτέλεση της υπ' αριθμ. 332/1989 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Το διατακτικό της απόφασης είχε ως εξής: Αναγνωρίζει τις ενάγουσες συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμία α) σε εδαφική Λωρίδα μήκους 30 μέτρων και πλάτους ενός μέτρου που αρχίζει από το νοτιοανατολικό ορόσημο (άκρο) και εκτεινομένη κατά μήκος της νότιας πλευράς μείζονος ακινήτου αυτών, ήτοι αγρού εκτάσεως 6.864 τ.μ κειμένου στη θέση "... ή ... της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ... και συνορευομένου ανατολικά με Εθνική οδό ... - ..., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Κ. (εναγομένων), βόρεια με ιδιοκτησίας Ι. και Α. Γ.Κ. και δυτικά με αγροτική οδό και β) σε εδαφική λωρίδα μήκους 192 μέτρων και πλάτους ενός μέτρου συνεχόμενη προς την προηγούμενη εδαφική λωρίδα, διήκουσα προς δυσμάς αυτής κατά μήκος της νοτίας πλευράς του άνω μείζονος ακινήτου αυτών. Υποχρεώνει: α) τις πρώτη και τρίτη εναγόμενες να αποδώσουν στις ενάγουσες την εις την προηγούμενη διάταξη της παρούσης πρώτη εδαφική λωρίδα μήκους 30 μέτρων και πλάτους ενός μέτρου και β) τους δεύτερο και τρίτη εναγομένους να αποδώσουν στις ενάγουσες την εις τη προηγουμένη διάταση δεύτερη εδαφική λωρίδα μήκους 192 μέτρων και πλάτους ενός μέτρου". Σύμφωνα, με το προαναφερόμενο διατακτικό ο μηνυτής απέβαλε από το επίδίκο ακίνητο τους Γ. Κ. και Α. Κ. και εγκατέστησε τις Π. και Α. Κ. (βλ. υπ' αριθμ. 1897/3.1.1990 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης). Κατά το χρόνο της εκτελέσεως ήταν παρούσες οι κατηγορούμενες και ο μηνυτής.Οι κατηγορούμενες ανέφεραν ότι ο μηνυτής - Δικαστικός Επιμελητής που εκτέλεσε την άνω απόφαση έγινε μάρτυρας της αντιδίκου τους Α. Κ.. Το γεγονός αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ο μηνυτής πράγματι στις δίκες μεταξύ των άνω αντιδίκων καταθέτει ως μάρτυρας της Α. Κ.. Τα όρια μεταξύ των ακινήτων των αντιδίκων συγγενών (Κ.) είναι πράγματι ο μανδρότοιχος και η γράνα (αύλακας), όπως αναφέρεται στην παραπάνω απόφαση. Επομένως ο μηνυτής ορθά κατέθεσε ότι το όριο είναι ο αύλακας, αλλά και οι κατηγορούμενες δικαιολογημένα ορμώμενες από την απόφαση θεώρησαν ότι αυτός είπε ανακρίβειες αφού σαν όριο αναφερόταν ο μανδρότοιχος στην απόφαση. Όμως ο μανδρότοιχος και γράνα (αύλακας) είναι κοινό όριο μεταξύ των άνω ακινήτων. Πράγματι κατά το χρόνο της εκτέλεσης οι κατηγορούμενες με τσάπα έσκαβαν τα χώματα του αύλακα για να εμφανιστεί σωλήνας καλυμμένος με χώμα και την κίνηση τους αυτή ο μηνυτής εξέλαβε ως ενέργεια να φαρδύνουν το αυλάκι σε βάρος του ακινήτου της Α. και Γ. Κ.. Η οριοθέτηση των ακινήτων έγινε με την τοποθέτηση 9 πασάλων. Ο μηνυτής αρνείται ότι τοποθέτησε τους πασσάλους ενώ ο επόμενος Δικαστικός Επιμελητής Π. αναφέρει στην έκθεση του ότι βρήκε τοποθετημένους τους άνω πασσάλους. Γεγονός είναι ότι ο Επιμελητής Π. τοποθέτησε και πασσάλους πλέον των άνω 9 γιατί δεν ήταν κατά την γνώμη του αρκετοί αυτοί που υπήρχαν. Εξάλλου ναι μεν ο 7ος πάσσαλος είναι ποιο μέσα προς την πλευρά του ακινήτου της Α. Κ., πλην όμως αυτός βρίσκεται σε θεμέλια του παλαιού τοιχίου. Επίσης προέκυψε ότι έγιναν διαπληκτισμοί μεταξύ των διαδίκων κατά την ώρα της εκτέλεσης της άνω απόφασης και στην σύγχυση οι κατηγορούμενες ηλικίας άνω των 70 ετών εξέλαβαν ότι ο μηνυτής τις απείλησε. Σημειώνεται ότι η αντιδικία των διαδίκων για το όριο του ακινήτου η οποία έχει απασχολήσει το Δικαστήριο επί 15 έτη τουλάχιστον αναφέρεται σε έκταση λωρίδας γης πλάτους 0,50 μ. επί μήκους 100 μέτρων περίπου. Κατόπιν αυτών προέκυψαν αμφιβολίες κατά την κρίση του Δικαστή για το δόλο των κατηγορουμένων και συνεπώς αφού δεν στοιχειοθετούνται υποκειμενικά τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται πρέπει να κηρυχτούν αθώες". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε αθώες τις κατηγορούμενες Π. Κ. και Α. Κ. των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα αμφότερες και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα την πρώτη (Π. Κ.) με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τις κατηγορούμενες αθώες του ότι: Η πρώτη κατηγορουμένη Π. Κ. στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε με πρόθεση, το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως καθώς και εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την δίωξή του γι' αυτήν και συγκεκριμένα: Στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2003 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 30-5-2003 μήνυσή της απευθυνόμενη προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Δ03/2142 και διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης, όπου και έλαβε Α.Β.Μ. Α03/1943. Με την ανωτέρω υποβληθείσα μήνυση, την οποία υπέβαλε σε βάρος του μηνυτή Π. Ν. καθώς και σε βάρος της Α. Κ., ζητούσε την ποινική δίωξη του ανωτέρω μηνυτή για την πράξη της απειλής. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυση της ότι ο πιο πάνω μηνυτής την 17 Φεβρουαρίου 2003 μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, την απείλησε λέγοντάς της "... θα σας σπάσω εδώ στο ξύλο. Μετά θα δείτε τι θα βγεί, τι θα πάθετε". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδές και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο νυν μηνυτής δεν είχε τελέσει το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του μηνυτή.
Β. Η πρώτη κατηγορουμένη Π. Κ. στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, τέλεσε με πρόθεση, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς ενώ εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον αρχής αρμόδια αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα: Στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2003 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μηνύτρια κατ' άρθρα 218 και 219 Κ.Π.Δ. ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, επιβεβαίωσε περιεχόμενο της παρακάτω μηνύσεως της ήτοι {Στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2003 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 30-5-2003 μήνυση της απευθυνόμενη προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Δ03/2142 και διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης, όπου και έλαβε Α.Β.Μ. Α03/1943. Με την ανωτέρω υποβληθείσα μήνυση, την οποία υπέβαλε σε βάρος του μηνυτή Π. Ν. καθώς και σε βάρος της Α. Κ., ζητούσε την ποινική δίωξη του ανωτέρω μηνυτή για την πράξη της απειλής. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυση της ότι ο πιο πάνω μηνυτής την 17η Φεβρουαρίου 2003 μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου του Ειρηνοδικείου ... την απείλησε λέγοντας της "... θα σας σπάσω εδώ στο ξύλο. Μετά θα δείτε τι θα βγεί, τι θα πάθετε". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο νυν μηνυτής δεν είχε τελέσει το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του μηνυτή.} ως αληθές, αν και ήταν ψευδές και τελούσε, σε γνώση του ψεύδους της.
Γ). Η πρώτη κατηγορουμένη Π. Κ. στη ... στις 12 Δεκεμβρίου 2002 τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδούς ενάγουσα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα: ενώ εξετάστηκε ανωμοτί υπό την ανωτέρω ιδιότητα της ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, για την οποία συντάχθηκε αυθημερόν έκθεση ανώμοτης εξέτασης μηνυτρίας, κατέθεσε ψευδώς για τον μηνυτή Π. Ν., τα αναφερόμενα υπό στοιγ. ΑΙ ψεύδη, τελώντας σε γνώση της αναλήθεια αυτών.
Δ. Η δεύτερη κατηγορουμένη Α. Κ. στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2003 τέλεσε με πρόθεση, το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως καθώς εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την δίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα: Στις 12 Ιουνίου 2003, υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 30-5-2003 μήνυση της απευθυνόμενη προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Δ03/2141 διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης, όπου και έλαβε Α.Β.Μ. Α03/1944. Με την ανωτέρω υποβληθείσα μήνυση την οποία υπέβαλε σε βάρος του μηνυτή Π. Ν. καθώς και σε βάρος της Α. Κ., ζητούσε την ποινική δίωξη του ανωτέρω μηνυτή για την πράξη της απειλής. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυση της για ότι ο πιο πάνω μηνυτής την 17η Φεβρουαρίου 2003 μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου του Ειρηνοδικείου Σπάρτης την απείλησε, λέγοντας της "...θα σας σπάσω εδώ στο ξύλο. Μετά θα δείτε τι θα βγεί, τι θα πάθετε". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο νυν μηνυτής δεν είχε τελέσει το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του μηνυτή.
Ε. Η δεύτερη κατηγορουμένη Α. Κ. στη ... στις 12 Δεκεμβρίου 2002 τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα: ενώ εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον αρχής, αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα: ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης κατέθεσε ψευδώς ότι: "... Ο δεύτερος κατηγορούμενος Π. Ν., είναι ο δικαστικός επιμελητής ο οποίος εκτέλεσε την 332/89 απόφαση του Εφετείου με δική μας εντολή και έγινε ο μάρτυρας των αντιδίκων στις δίκες που είχαμε με αυτούς. Είπε ψέματα ότι "Η απόφαση αναγνωρίζει ως χώρισμα των δύο ιδιοκτησιών τον αύλακα". Η 332/89 απόφαση του Εφετείου την οποία αυτός εκτέλεσε αναφέρει ότι η νότια πλευρά του ακινήτου μας διαχωρίζεται από την ιδιοκτησία της αντιδίκου Α. Κ. με μανδρότοιχο. Σε άλλο σημείο στην ίδια σελίδα η απόφαση αναφέρει, ότι ο μανδρότοιχος που χωρίζει την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης (αντιδίκου) από την τοιαύτην των εναγουσών (εμάς). Επίσης η απόφαση αναφέρει ότι: Παραλλήλως προς τον ως άνω μανδρότοιχο και βορείως αυτού προς το μέρος του αγρού των εναγουσών υπάρχει γράνα η οποία αποτελεί αποστραγγιστικό χάνδακα και ανήκει στην κυριότητα των εναγουσών, δηλαδή εμάς. Και ο ίδιος ο Ν. έχει καταθέσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης όπως φαίνεται από τα Πρακτικά της 85/91 απόφασης ότι προς βορράν του μανδρότοιχου δεν έχει δουλειά η Α.. Η γράνα δεν είναι ευθεία. Επίσης και η αντίδικος στην από 16-12-1997 μήνυση της αναφέρει ότι ο μανδρότοιχος αποτελούσε ανέκαθεν το διαχωριστικό όριο των ιδιοκτησιών μας. Ήξερε ο Ν. ότι διαχωριστικό όριο με την Α. Κ. ήταν μανδρότοιχος. Επίσης είπε ψέματα ότι: "Επί παρουσία μου η Π. και η Α. έσκαβαν χώματα για να φαρδύνουν αυλάκι εις βάρος του Γ. Κ.". Η αλήθεια είναι, την οποία γνώριζε ο Ν. ότι εγώ ξεσκέπασα με μια τσάπα το κομμάτι του σιδερένιου σωλήνα περίπου 2 μ., το οποίο αυτός είχε αφήσει και δεν είχε απομακρύνει, όπως έκανε με τους υπόλοιπους σωλήνες τους οποίους είχε τοποθετήσει παράνομα στο κτήμα μας ο Γ. Κ.. Το κομμάτι αυτό του σωλήνα ήταν καλυμμένο με χώμα για να μην φαίνεται και εγώ το ξεσκέπασα το οποίο αυτός αρνήθηκε να απομακρύνει και μετά από έντονη διαμαρτυρία εμένα και της αδελφής μου Π. τον έκοψε και τον απομάκρυνε, αλλά ακόμη άφησε ένα κομμάτι από τον σωλήνα 20 - 30 εκατ. περίπου το οποίο μετά απομάκρυνε ο Β. Π.. Γρηγορότερα ο Ν. άφηνε σωλήνες 10 μέτρα περίπου και δεν τους απομάκρυνε και εμείς καλέσαμε το δικηγόρο μας Β. ο οποίος ήλθε και κατόπιν εντολής του τους απεμάκρυνε. Την αλήθεια αυτή καταθέτει ο Π. Ζ., ο οποίος συνεργάσθηκε με το Ν. κατά την εκτέλεση της αποφάσεως στην συμβολαιογράφο Σπάρτης Στέλλα Γκίνη - Σπύρου και επιβεβαιώνει στον Εισαγγελέα .... Επίσης ο Ν. είπε ψέματα ότι: "ο 7ος πάσσαλος είναι επάνω στα θεμέλια του παλιού τοιχείου αυτή τη στιγμή. Μπαίνει 30 περίπου πόντους στην ιδιοκτησία της Α.". Η αλήθεια είναι ότι ο 7ος πάσσαλος από ανατολάς προς δυσμάς δεν είναι επάνω στα θεμέλια του παλιού τοιχείου και δεν μπαίνει 30 πόντους στην ιδιοκτησία της αντιδίκου. Ο διαχωριστικός μανδρότοιχος και μετά την κατεδάφιση του τα θεμέλια του δεν είναι ευθεία. Οι φωτογραφίες δείχνουν την κατάσταση μετά την κατεδάφιση του μανδρότοιχου και πριν την εκτέλεση ότι κάνει καμπύλες. Το σημείο που βρίσκεται ο 7ος πάσσαλος κάνει καμπύλες όπως φαίνεται από την φωτογραφία που ανέφερα. Οι πάσσαλοι τοποθετήθηκαν κατά την εκτέλεση βορείως και σύριζα των θεμελίων του μανδρότοιχου και με γνώμονα τα θεμέλια του. Τη σωστή θέση όπως κατόπιν αυτοψίας μετά από τις δύο εκτελέσεις αναφέρει η 35/91 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Επίσης ο Π. Σ. ο οποίος συνεργάσθηκε με τον Β. Π. κατά την συμπληρωματική εκτέλεση κατέθεσε στην συμβολαιογράφο Στέλλα Γκίνη - Σπύρου ότι προς το δρόμο του ... που υπάρχουν θεμέλια από γκρεμισμένο μανδρότοιχο είχαν τοποθετηθεί πάσσαλοι στην βόρεια πλευρά των θεμελίων του μανδρότοιχου και όχι επάνω σ' αυτό. Στο σημείο που είναι ο 7ος πάσσαλος δεν υπάρχουν θεμέλια διότι η αντίδικος έχει βγάλει τις πέτρες στη σημείο αυτό που κάνει καμπύλη και της έχουμε στείλει εξώδικο. Αυτά τα είπε ο Ν. για να αθωώσει την αντίδικο, ενώ στην Πταισματοδίκη είχε καταθέσει το 1998 ότι στα επίδικα πήγε στις 30-5-1996 και ότι έκτοτε δεν ξαναπήγε στην επίδικη περιοχή και δεν γνωρίζει εάν μέσα στο 1997 έγινε μετατόπιση ορόσημων και από ποιους. Επίσης ο Ν. είπε ψέματα ότι "Τον Μάρτιο του έτους 1997 επισκέφθηκα το ακίνητο και είδα ότι δεν είχε μετακινηθεί ο πάσσαλος από την Α.". Ενώ αυτός καταθέτει στον Πταισματοδίκη Σπάρτης στις 30 Ιουνίου ακριβώς τα αντίθετα και λέει ότι στα επίδικα πήγε στις 30 Μαΐου 1996 και ότι έκτοτε δεν ξαναπήγε στην επίδικη περιοχή και δεν γνωρίζει εάν μέσα στο έτος 1997 έγινε μετατόπιση ορόσημων και από ποιους. Στη συνεδρίαση όμως της 24 Οκτωβρίου 2000 είπε ψέματα ότι πήγε στην επίδικη περιοχή τον Μάρτιο του 1997 και είδε ότι δεν είχε μετακινηθεί ο πάσσαλος από την Α., δηλαδή φάσκει και αντιφάσκει για να αθωώσει την αντίδικο. Επίσης είπε ψέματα ότι "Ούτε ο Π. έκανε τίποτε". Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους.
ΣΤ. Η πρώτη κατηγορουμένη Π. Κ. και η δεύτερη κατηγορουμένη Α. Κ. στη ... στις 23 Απριλίου 2004, με πρόθεση τέλεσαν το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως από κοινού, ήτοι ενεργώντας από κοινού, εν γνώσει τους καταμήνυσαν άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσουν την δίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα: στις 23-4-2004 κατέθεσαν σε βάρος της Α. Κ. καθώς και σε βάρος του μηνυτή Π. Ν., την από 23-4-2004 κοινή μήνυσή τους, την οποία υπέβαλαν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης αυθημερόν και έλαβε Α.Β.Μ. Α04/762 και στην οποία αναφέρουν ψευδώς ότι ο μηνυτής στις 23 Απριλίου 2004 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν ψευδώς με την ανωτέρω μήνυση ο μηνυτής κατέθεσε δήθεν ψευδώς τα εξής: "Ο δεύτερος μηνυόμενος Π. Ν., στις 9 Ιουνίου 2003 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: α) "Πράγματι η μήνυση η οποία κατετέθη από την κ. Π. Κ. ... είναι ψευδεστάτη ως προς το σημείο που αναφέρει ότι η υπ' αριθμ. 332/89 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου που εκτελέσθηκε με την υπ' αριθμ. (έχει παραληφθεί ένας στοίχος) "1897/3-1-1990 έκθεσης μου βιαίας αποβολής και εγκαταστάσεως και επανελήφθη με την" 578/1990 ομοία του δικαστικού επιμελητή Β. Π., τοποθέτησαν σιδερένιοι πάσσαλοι κ.λ.π. αφού ... ούτε με την έκθεση του Π. ετοποθετήθησαν πάσσαλοι αφού αυτός στην έκθεση του αναφέρει ότι στο συγκεκριμένο τμήμα δεν έβαλε κανέναν πάσσαλο. Αυτοί δε οι πάσσαλοι που βρέθηκαν τοποθετημένοι ετοποθετήθησαν από τις ίδιες τις αδελφές Κ., όπου αυτές ήθελαν, αυθαίρετα και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθούν ως όρια". Ενώ ο Ν. γνωρίζει την αλήθεια ότι ο Π. δεν αναφέρει καθόλου τα ανωτέρω στην υπ' αριθμ. 578/90 έκθεση του, αλλά η αλήθεια είναι ότι στο 6° φύλλο επόμενη σελίδα αναφέρει τα εξής: "Γίνεται μνεία ότι επί της πρώτης εδαφικής λωρίδος των 30 μέτρων δεν ευρέθη κανένα κινητό πράγμα και έχει γίνει οριοθέτηση με 9 πασσάλους σιδερένιους στερεωμένους με τσιμέντο και έχει τοποθετηθεί φράκτης με δικτυωτό σύρμα", βλέπεται την 578/90 έκθεση Π.. Επίσης ο Ν. ψεύδεται ασύστολα εν γνώσει της αληθείας ότι οι πάσσαλοι τοποθετήθησαν όπου εμείς θέλαμε αυθαίρετα και ότι δεν μπορεί να θεωρηθούν ως όρια, αφού γνώριζε την αλήθεια από τα δικαστήρια που χρησιμοποιείται ως μάρτυρας της μηνυομένης από το 1991, ότι η υπ' αριθμ. 35/91 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης επικύρωσε και τις δύο εκτελέσεις, την δική του και του Π. και απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της μηνυομένης ως δεδικασμένο με την οποία ζητούσε ότι οι πάσσαλοι κατά την εκτέλεση το 1990 τοποθετήθησαν στην ιδιοκτησία της από 0,30 μ. έως 0,80 μ., βλέπετε την 35/91 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Επίσης και οι δύο ανωτέρω εκτελέσεις επικυρώθηκαν με την υπ' αριθμ. 591/1001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Άλλωστε ο Ν. στις 7 Φεβρουαρίου 1991 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, αριθμός πρακτικών 85/1991, που αφορούσε ανακοπή της μηνυομένης της εκτελέσεως του Π., κατέθεσε τα εξής: "Προς βορράν του μανδροτοίχου δεν έχει δουλειά η Α.. Η γράνα δεν είναι ευθεία". Η εκδοθείσα υπ' αριθμ. 85/91 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης αναφέρει στο φύλλο 5, ότι: Όσον αφορά την Α. θυγ. Κ. Κ. ως προς το σχετικό αίτημα, είναι αβάσιμο καθόσον δεν προέκυψε ότι προέβησαν οι καθώς (εμείς) σε κατάληψη τμήματος του ακινήτου αυτής και παραπέμπει στην 35/91 απόφαση του Π.Π. ... (β') Επίσης ο Ν. κατέθεσε ψευδώς ότι: "Επίσης ψευδής είναι η κατάθεση της Α. Κ. ως προς το ίδιο παραπάνω σημείο και περιεχόμενο της αυτής μηνύσεως, όταν αυτή εξετάστηκε ως μάρτυρας στις 16-3-2001 ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Σπάρτης". Ενώ αυτός γνώριζε την αλήθεια για τους λόγους που προαναφέρομε. (γ) Επίσης ο Ν. κατέθεσε ψευδώς ότι: Επίσης στην κατάθεση στις 27-8-2002 ενώπιον της κ. Ειρηνοδίκου Σπάρτης Μ. Κ., ο Χ. Κ. σε ένα σημείο που αναφέρει ότι εκτελέστηκε το 1990 εννοώντας την ίδια ως άνω απόφαση 332/89 του Εφετείου-Ναυπλίου και τοποθετήθησαν πάσσαλοι εννοώντας από εμένα και τον Π., ενώ αυτό δεν έγινε ποτέ. Έτσι η κατάθεση του στο σημείο αυτό είναι ψευδής ενώ αυτός γνώριζε την αλήθεια για όλους τους λόγους που προαναφέρομε". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, οι κατηγορούμενες γνώριζαν ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο νυν μηνυτής δεν είχε τελέσει το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα. Παρά ταύτα την υπέβαλαν με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική δίωξη του ανωτέρω μηνυτή.
Ζ. Η πρώτη κατηγορουμένη Π. Κ. στη ... στις 12 Δεκεμβρίου 2002, τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ειδικότερα: με παροτρύνσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε με πρόθεση σε άλλον την απόφαση να τελέσει ορισμένο έγκλημα, το οποίο διαπράχθηκε κατά τον τρόπο αυτό. Συγκεκριμένα, πριν από την διενέργεια της ένορκης καταθέσεως της μάρτυρος Α. Κ. ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, έπεισε την δεύτερη κατηγορουμένη Α. Κ. με υποδείξεις και προτροπές, πειθώ και φορτικότητα, εκμεταλλευόμενη τη συγγενική τους σχέση καθόσον τυγχάνουν αδελφές και προκάλεσε σε αυτήν την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, έγκλημα το οποίο η ανωτέρω κατηγορούμενη διέπραξε, αφού κατέθεσε εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης τα αναφερόμενα υπό στοιχ. Ε ψεύδη, τελώντας σε γνώση της αναληθείας αυτών". Η αιτιολογία όμως αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, που αρκείται στην αρνητική διαπίστωση της μη αποδείξεως του δόλου των κατηγορουμένων, οι οποίες για τις άνω πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κηρύχθηκαν αθώες χωρίς να προσδιορίζεται θετικώς από ποια πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν δημιουργήθηκαν αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη του δόλου τους για κάθε μία από τις άνω πράξεις που αποδίδονται σε αυτές, δεν είναι, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη και επιπλέον διότι δεν γίνεται παράθεση των αναγκαίων περιστατικών περί του ότι τα συγκροτούντα τις πράξεις αυτές στοιχεία ήταν ψευδή, πράγμα που προηγείται της κρίσεως της ελλείψεως του δόλου.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος μόνο που κηρύχτηκαν αθώες οι κατηγορούμενες για τις άνω πράξεις. Εν όψει όμως, του ότι η αναίρεση του Εισαγγελέα είναι παραδεκτή και βάσιμη, πρέπει κατ' εφαρμογήν του άρθρου 511 του ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη τις πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα για τις οποίες κατηγορείται η πρώτη και της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία κατηγορείται η δεύτερη, εφόσον από της 12-12-2002 που φέρονται ότι τελέστηκαν μέχρι της παρούσης συζητήσεως (1-4-2011) παρήλθε οκταετία και έτσι υπέπεσαν σε παραγραφή (άρθρο 111 παρ. 3, 112, 113 ΠΚ και 370 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1167/ 2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου κατά το μέρος με το οποίο οι κατηγορούμενες Π. Κ. και Α. Κ. κηρύχθηκαν αθώες των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και επιπλέον η πρώτη των πράξεων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος, που αφορά τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρος, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 12.6.2003 και 23.4.2004, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της πρώτης κατηγορημένης (Π. Κ.) για τις πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που φέρεται ότι τέλεσε στη ... στις 12-12-2002 ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης και κατά της δεύτερης (Α. Κ.) για την πράξη της ψευδοκίας μάρτυρος που φέρεται ότι τέλεσε στη ... στις 12.12.2002, ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Η ανυπαρξία του άμεσου δόλου επί των εγκλημάτων του άρθρου 229, 224, 225 και 46 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, ήτοι η αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά με τα οποία να αιτιολογείται, γιατί το δικαστήριο πείσθηκε για την ανυπαρξία του δόλου ή γιατί προέκυψαν γι’ αυτόν αμφιβολίες. Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 714/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Α. Κ. του Ι. και 2) Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.896/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Ο. του Α. και Ά. Δ. του Δ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Μαΐου 2010 δύο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 692/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα, με αριθμό 6/14-1-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθμ. 62/17-5-2010 και 63/17-5-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Α. Κ. του Ι. και της Α., 45 ετών, κατοίκου ..., και, β) Κ. Μ. του Γ. και Ε., 49 ετών, κατοίκου ομοίως ..., τις οποίες ασκούν μέσω της πληρεξουσίας των Δικηγόρου Ευαγγελίας Μαγαΐτη (ΑΜ/ΔΣΑ 26131), δυνάμει των από 14-5-2010 αντιστοίχων εξουσιοδοτήσεων, κατά του υπ' αριθμ. 896/23-4-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με το εν λόγω προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμ. 488/2008 και 489/2008 αντίστοιχες εφέσεις των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 2601/23-9-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης που έχει τελεστεί κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, από την οποία πράξη το συνολικό όφελος που προσπορίστηκαν οι δράστες καθώς και η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, η δε πρώτη των αναιρεσειόντων Α. Κ. παραπέμπεται επί πλέον και για ψευδή καταμήνυση και για συκοφαντική δυσφήμηση που φέρονται να έχουν τελεστεί κατά συρροή (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 45, 94, 98, 229 παρ. 1, 363 σε συνδ. με το άρθρο 362, και άρθρο 386 παρ. 3 περ. β σε συνδ. με την παρ. 1 ιδίου άρθρου Π.Κ. όπως το τελευταίο αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/3-6-1999). Μετά από τις προαναφερόμενες εφέσεις κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος υπ' αριθμ. 2601/2008, εκδόθηκε αρχικά το υπ' αριθμ. 599/2-3-2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο αφού απέρριψε κατ' ουσία τις προαναφερόμενες εφέσεις επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Μετά όμως από σχετικές αιτήσεις αναιρέσεως των νυν αναιρεσειόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2395/9-12-2009 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε το υπ' αριθμ. 599/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση (υπ' αριθμ. 2395/2009), και διετάχθη η εκ νέου εξέταση της υποθέσεως από το ίδιο Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν τούτου το ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που συγκροτήθηκε από άλλους δικαστές εξέδωσε το νυν προσβαλλόμενο βούλευμα υπ' αριθμ. 896/23-4-2010, που επικύρωσε και αυτό το παραπεμπτικό βούλευμα υπ' αριθμ. 2601/2008 απορρίπτοντας εκ νέου τις σχετικές εφέσεις ως κατ' ουσία αβάσιμες. Οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα που έχουν δικαίωμα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, με σχετικές δηλώσεις προς την Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ευγενία Καλλιντέρη η οποία συνέταξε τις προαναφερόμενες εκθέσεις. Επειδή δε και το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στους νυν αναιρεσείοντες στις 11-5-2010 και στον διορισμένο αντίκλητό τους Εμμανουήλ Παπαδάκη στις 7-5-2010, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές. Με τις κρινόμενες αιτήσεις οι νυν αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπαγάγει ορθά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004 και 2200/2002 Π.Χ. ΝΓ/762). Περαιτέρω σχετικά με τον λόγο ελλείψεως αιτιολογίας που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση η οποία έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Ν. Ο. του Α., καλαθοσφαιριστής και η σύζυγος του Ά. Δ. του Δ., δημοσιογράφος και τηλεοπτική παρουσιάστρια, το έτος 2001, επιθυμώντας να επενδύσουν τα χρήματα που είχαν αποταμιεύσει από την εργασία τους, ζήτησαν σχετικές πληροφορίες από τον φίλο και συναθλητή του πρώτου εξ αυτών Β. Σ., ο οποίος τους πληροφόρησε ότι υπήρχε μία εταιρεία παροχής επενδυτικών συμβούλων και διαχείρισης χαρτοφυλακίων - της οποίας και ο ίδιος ήταν πελάτης - και η οποία έφερε την επωνυμία "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί το έτος 2000 μετά από μετατροπή της εταιρείας λήψης και διαβίβασης εντολών "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕΛΔΕ" σε Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), ιδρυτής, δε, βασικός μέτοχος και γενικός διευθυντής της ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Κ. Μ. του Γ., ο οποίος ασκούσε άμεσα τον έλεγχό της, μαζί με τη σύζυγό του πρώτη αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη Α. Κ. του Ι., επίσης βασική μέτοχό της και πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της. Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ήλεγχαν και τις εταιρείες "CONFINE INVESTMENT LIMITED" με έδρα την Κύπρο, "CONSTANT FINANCIAL SERVICES OVERSEAS LTD", με έδρα επίσης την Κύπρο και "CONSTANT FINANCIAL SERVICES PLC" με έδρα το Λονδίνο. Τον Μάιο του έτους 2001, με την μεσολάβηση του προαναφερομένου Β. Σ., πραγματοποιήθηκε στην οικία των εγκαλούντων συνάντηση αυτών με τον Ε. Δ. του Ν., επενδυτικό σύμβουλο της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό των εκκαλούντων, τους παρουσίασε τη θέση της στο χώρο που αυτή είχε δραστηριότητα και ειδικότερα τους ανέφερε ότι οι ελέγχοντες αυτήν εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ήταν φερέγγυα πρόσωπα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι αυτή ασχολείται με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων με επενδύσεις, κυρίως σε αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης, με σταθερές και εγγυημένες αποδόσεις, ότι διατηρούσε ήδη δύο θυγατρικές εταιρίες στην Κύπρο και συγκεκριμένα τις ανωτέρω "CONFINE INVESTMENT LIMITED" με μετοχικό κεφάλαιο 10.000.000 λιρών Κύπρου και την "CONSTANT FINANCIAL SERVICES OVERSEAS LTD", καθώς και μία στην Αγγλία και συγκεκριμένα την ανωτέρω "CONSTANT FINANCIAL SERVICES LTD", ότι διέθετε στους Έλληνες επενδυτές μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της εταιρείας "BARING ASSET MANAGEMENT", ότι διαχειριζόταν επενδυτικά χαρτοφυλάκια ύψους 40 δισεκατομμυρίου ευρώ, το σημαντικότερο μέρος των οποίων αποτελούνταν, κυρίως, από κεφάλαια των πολυεθνικών εταιρειών "CANADA LIFE INTERΝΑΤΙΟΝΑL" και "ROYAL SCANDIA" οι οποίες διαχειρίζονταν κεφάλαια ύψους 20 δισεκατομμυρίων αγγλικών στερλινών και 44 δισεκατομμυρίων αγγλικών στερλινών, αντιστοίχως, η ίδια, δε, "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", είχε στη διαχείρισή της πέντε αμοιβαία κεφάλαια της ανωτέρω πρώτης πολυεθνικής εταιρείας και ένα αμοιβαίο κεφάλαιο της ανωτέρω δεύτερης. Τους ανέφερε, δε, ότι, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, εάν επένδυαν χρήματα στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και εμπιστεύονταν σ' αυτήν τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, θα αξιοποιούσαν μεσοπρόθεσμα τα χρήματά τους με μηνιαία απόδοση σημαντικών κερδών, χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου τους. Με αυτές τις παραστάσεις πείστηκαν οι εγκαλούντες να επιλέξουν ένα επενδυτικό πρόγραμμα με μικρό κίνδυνο αρνητικής απόδοσης (απώλειας κεφαλαίου) μέχρι 10% και με προμήθεια (για την ανωτέρω εταιρεία) 1,5% πλέον ΦΠΑ επί της εκάστοτε τρέχουσας αξίας των χαρτοφυλακίων τους, την δε 20.5.2001 υπέγραψαν (ο καθένας για λογαριασμό του) ένα επενδυτικό ερωτηματολόγιο με αναφορά της ανάληψης μικρού κινδύνου έως 10%, μία σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μία σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ένα πίνακα χρεώσεων και μία σύμβαση συνεργασίας με την εταιρεία "CANADA LIFE INTERNATIONAL" τα οποία τους εμφανίστηκαν ως διαδικαστικά έγγραφα και οι ίδιοι δεν έλαβαν γνώση συγκεκριμένων συμβατικών όρων. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων και για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της ανωτέρω εταιρείας "CANADA LIFE INTERNATIONAL" ο μεν Ν. Ο. κατέβαλε το συνολικό ποσό του 1.586.938,14 ευρώ και συγκεκριμένα την 11.6.2001 κατέβαλε το ποσό του 1.185. 588,98 ευρώ και μέχρι την 30.4.2002 το ποσό των 401.349,16 ευρώ, η δε Ά. Δ. κατέβαλε το συνολικό ποσό των 289.097,21 ευρώ και συγκεκριμένα την 31.5.2001 κατέβαλε το ποσό των 162.993,71 ευρώ και την 11.6.2001, το ποσό των 126.103,50 ευρώ. Περαιτέρω, μετά τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τον Ιούνιο του έτους 2001 παρέστησαν στους εγκαλούντες ότι η εταιρεία τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ ANΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" είχε καταθέσει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και είχε λάβει τις σχετικές άδειες, ότι η εταιρεία "Grant Thomton" είχε αποτιμήσει τη τιμή της μετοχής της εταιρείας αυτής, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (καλοκαίρι του 2001) εμφάνιζε εντυπωσιακά κέρδη, στο ποσό των 2.000 δραχμών, καθώς και ότι για την οριστική άδεια της εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου έπρεπε, σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία, να εμφανίσουν διασπορά των μετοχών αυτών σε τριακόσια πρόσωπα. Επιπλέον, παρέστησαν στην Ά. Δ. ότι η θυγατρική της εταιρείας τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ανωτέρω εταιρία "CONFINE INVESTMENT LIMITED" ήταν μία εύρωστη οικονομικά εταιρεία, η οποία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με μετοχή, η αξίας της οποίας ανερχόταν στο ποσό του 1,22 ευρώ, ενώ η πραγματική αξία της μετοχής αυτής ανερχόταν σε 0,08 ευρώ. Έτσι, έπεισαν τον μεν εγκαλούντα Ν. Ο. να τους καταβάλει το ποσό των 628.026,41 ευρώ για την αγορά 100.000 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." (με αξία μετοχής 2.000 δραχμές ή 5,87 ευρώ), τη δε εγκαλούσα Ά. Δ. να τους καταβάλει το ποσό των 35.298.60 ευρώ για την αγορά 27.314 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "CONFINE INVESTMENT LIMITED". Στη συνέχεια και ενώ τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως αναφέρεται παραπάνω, οι εγκαλούντες έλαβαν την 31.12.2002 μία επιστολή από την εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", με την οποία τους γνωστοποιήθηκε ότι το έτος 2002 ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τις μετοχικές τοποθετήσεις και η εταιρεία είχε προχωρήσει από το Μάιο του αυτού έτους στη δημιουργία ενός πρότυπου συντηρητικού χαρτοφυλακίου και συγκεκριμένα του Confine Dynamic Money Market, που επενδύει σε διεθνείς χρηματαγορές και σε ομόλογα και ότι για το έτος 2003 η εταιρεία αποφάσισε να ακολουθήσει μία συντηρητικότερη κατανομή των κεφαλαίων με βάση τις υπάρχουσες επενδυτικές δυνατότητες. Θορυβηθέντες οι εγκαλούντες από την επιστολή αυτή, εφόσον εξαρχής είχαν συμφωνήσει και δώσει εντολή για χαμηλό-επίπεδο επενδυτικού κινδύνου στη διαχείριση των κεφαλαίων τους ανερχόμενο σε 10%, άρχισαν να ανησυχούν για την πορεία των επενδύσεών τους και αφού ζήτησαν σχετική λεπτομερή ενημέρωσή τους, μετά και από συμβουλές του οικονομολόγου και συμβούλου επιχειρήσεων Λ. Κ., με τον οποίο η δεύτερη Ά. Δ. άρχισε να συνεργάζεται επαγγελματικά από τις αρχές του έτους 2003, προέβησαν σε σχετική έρευνα και διαπίστωσαν ότι, προκειμένου να προβούν στις προαναφερόμενες επενδύσεις, είχαν γίνει δέκτες ψευδών και απατηλών παραστάσεων από τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και από τον ανωτέρω υπάλληλο της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", Ε. Δ.. Ειδικότερα, διαπίστωσαν ότι ούτε η εταιρεία αυτή ούτε οι προαναφερόμενες θυγατρικές της εταιρείες σε Κύπρο και Αγγλία είχαν τα κεφάλαια που τους είχαν ανακοινωθεί, ούτε οι επενδύσεις στις οποίες είχαν προβεί αναμενόταν να έχουν τις εγγυηθείσες αποδόσεις, αλλά, αντίθετα, η ύπαρξη κερδών από αυτές ήταν ανέφικτη, δεδομένων και των υψηλών προμηθειών που εισέπρατταν οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι η εταιρεία "CANADA LIFE INTERNATIONAL" δεν ήταν εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων, αλλά ασφαλιστική εταιρεία, η οποία μέσω υπεράκτιων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής διέθετε διεθνή κεφάλαια ζωής σε επαγγελματίες επενδυτικούς συμβούλους (όχι σε ιδιώτες επενδυτές) για την περαιτέρω διάθεσή τους σε κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι οι πραγματοποιηθείσες επενδυτικές επιλογές ήταν υψηλού κινδύνου, παρά τη συναφθείσα συμφωνία, περιορίζονταν, δε, κυρίως στις μετοχές της εδρεύουσας στην Κύπρο ανωτέρω εταιρείας "CONFINE INVESTMENT LIMITED", θυγατρικής της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και έτσι επετυγχάνετο από τους αναιρεσείοντες η κυκλική κίνηση των προς επένδυση κεφαλαίων μέσω της εταιρείας "CANADA LIFE INTERNATIONAL" και η τελική επένδυσή τους στις ανωτέρω εταιρείες των δικών τους συμφερόντων, παρά τις διαβεβαιώσεις τους περί επένδυσης σε μεγάλες και φερέγγυες αμερικάνικες και αγγλικές εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οι οποίες αποτελούσαν εγγύηση για υψηλές αποδόσεις και ασφάλεια του επενδυόμενου κεφαλαίου, και μάλιστα με το αποκρυβέν από τους ίδιους (εγκαλούντες) πολύ υψηλό ποσοστό προμηθειών, αρχικά της τάξης του 7% έως 8%, με ετήσια επαύξησή του κατά 3% έως 4%, με αποτέλεσμα, με βάση το ποσοστό προμηθειών που έφθανε μέχρι και το 17,5% του αρχικού κεφαλαίου, επί του οποίου προσδιοριζόταν και όχι επί της τρέχουσας αξίας των χαρτοφυλακίων, να εισπράξουν ως προμήθεια σύστασης, αμοιβή συμβούλου και προμήθεια διαχείρισης από μεν τον πρώτο από αυτούς Ν. Ο. το ποσό των 259.182,83 ευρώ, από δε τη δεύτερη Ά. Δ. το ποσό των 47.394 ευρώ. Επιπλέον, διαπιστώθηκε από τους εγκαλούντες ότι η εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." δεν είχε λάβει άδεια εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ότι ουδέποτε η μετοχή της είχε εκτιμηθεί στο ποσό των 2.000 δραχμών, αντίθετα, δε, είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημαντικά οικονομικά προβλήματα και οι αναιρεσείοντες είχαν αποφασίσει να πωλήσουν τις μετοχές της σε τρίτους, απροσδιορίστου αριθμού, επενδυτές και όχι, όπως ψευδώς είχαν ισχυριστεί, σε συγκεκριμένους πελάτες τους. Στη συνέχεια, οι εγκαλούντες ήλθαν σε επαφή με τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους, προκειμένου να διασώσουν ότι από τα επενδυθέντα κεφάλαιά τους μπορούσε να διασωθεί και στα πλαίσια των σχετικών συζητήσεων η πρώτη αναιρεσείουσα την 11.6.2003 συνήψε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με τους εγκαλούντες, με βάση τα οποία ανέλαβε να καλύψει εξ ιδίων χρημάτων κατά τη λήξη του 2004 την αρνητική διαφορά από τις διενεργηθείσες επενδύσεις των κεφαλαίων των εγκαλούντων, εάν αυτή υπερέβαινε το ποσοστό του 10%, ο δε δεύτερος αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να συναινέσει στην προσημείωση υποθήκης ενός ακινήτου του μέχρι του ποσού των 1.399.104,14 ευρώ ή σε όποιο μικρότερο ποσό προέκυπτε στο τέλος του 2004. Περαιτέρω, την 5.8.2003, η πρώτη αναιρεσείουσα συνήψε ιδιωτικό συμφωνητικό με τον εγκαλούντα Ν. Ο., με το οποίο συμφώνησε να ανεύρει αγοραστή των ανωτέρω .μετοχών της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." που αυτός (εγκαλών) είχε αγοράσει και με το ίδιο τίμημα, διαφορετικά (εάν δεν βρισκόταν αγοραστής), οι μετοχές θα αγοράζονταν από την ίδια εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος (30.10.2003 έως 30.6.2004), προς εξασφάλιση, δε, της υποχρέωσής της αυτής, εξέδωσε εννέα επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας. Μέχρι, όμως, την 30.6.2004 η αναιρεσείουσα δεν εκπλήρωσε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της, με συνέπεια να σφραγιστούν οι επιταγές, ο δε εγκαλών Ν. Ο., την 6.10.2004 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της, ζητώντας τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και της ακίνητης περιουσίας της, μετά δε, από παραίτησή του από το δικόγραφο της αίτησης αυτής, κατέθεσε την από 4.11.2004 νέα ομοειδή, η οποία συζητήθηκε την 2.2.2005, όπου υποστηρίχθηκε από τους αναιρεσείοντες ότι τα προαναφερόμενα από 11.6.2003 και 5.8.2003 ιδιωτικά συμφωνητικά ήταν προϊόντα εκβιασμού τους, όπως υποστήριξε η πρώτη αναιρεσείουσα και στην από 7.2.2005 κατατεθείσα έγκλησή της κατά των εγκαλούντων, και συγκεκριμένα ότι οι εγκαλούντες τους απείλησαν ότι εάν δεν θα ελάμβαναν τα χρήματά τους θα προέβαιναν σε δυσφήμηση της ανωτέρω εταιρείας τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", μέσω των τηλεοπτικών εκπομπών της δεύτερης εγκαλούσας Ά. Δ., καθώς και μέσω άλλων γνωστών τους δημοσιογράφων και του ημερησίου και του εβδομαδιαίου τύπου με τον οποίο είχαν διασυνδέσεις. Επί της ανωτέρω, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Ν. Ο. εκδόθηκε η με αριθμό 6157/2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία τη δέχθηκε εν μέρει και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας μέχρι του ποσού των 529.673 ευρώ. Εξαιτίας της προαναφερόμενης απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ο μεν εγκαλών Ν. Ο. απώλεσε συνολικά το ποσό του 1.150.645,64 ευρώ, η δε εγκαλούσα Α. Δ. απώλεσε συνολικά το ποσό των 171.167,87 ευρώ. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος από τη ρευστοποίηση του συνολικά επενδυθέντος κεφαλαίου του, το οποίο είχε ανέλθει στο ποσό του 1.586.938,14 ευρώ, έλαβε την 9.3.2005 και την 18.3.2005 τα ποσά των 219.942,19 ευρώ και των 216.387,31 ευρώ αντιστοίχως, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 436.329,50 ευρώ, η δε δεύτερη από τη ρευστοποίηση του συνολικά επενδυθέντος κεφαλαίου της, το οποίο είχε ανέλθει στο ποσό των 289.097,21 ευρώ, έλαβε την 9.3.2005, την 18.3.2005 και την 30.3.2005 τα ποσά των 29. 942,16 ευρώ, των 21.955,57 ευρώ και των 66.031,58 ευρώ, αντιστοίχως, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 117.929,34 ευρώ. Οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι, τόσο στις απολογίες τους και στα απολογητικά τους υπομνήματα, που κατέθεσαν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως, όσο και στα υπομνήματα που κατέθεσαν στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών και Εφετών, αρνούνται ότι αυτοί διέπραξαν κάποιο από τα εγκλήματα που τους αποδίδονται και μεταξύ των άλλων υποστηρίζουν ότι οι εγκαλούντες απευθύνθηκαν προς τον Ε. Δ., εξειδικευμένο και έμπειρο επενδυτικό σύμβουλο της εταιρείας τους, τις απόψεις του οποίου υιοθέτησαν προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματα τους. Οι ίδιοι κατά το χρήσιμο χρονικό διάστημα, δεν είχαν οποιανδήποτε επαφή με τους εγκαλούντες, παρά αργότερα κατά τους μήνες τον Μάιο και Ιούνιο 2003, ούτε και διαβεβαίωσαν τους επενδυτές αυτούς για την αξία κάθε μετοχής της εταιρείας όπως επίσης και για τις εγγυημένες αποδόσεις των επενδύσεων, οι οποίες προφανώς θα εδόθησαν από τον Ε. Δ. και για το λόγο αυτό άλλωστε δεν συμπεριλήφθησαν στους όρους των επίμαχων συμβάσεων. Ακόμη, υποστηρίζουν ότι είναι ψευδές ότι παραπλανήθηκε από αυτούς ο Ε. Δ. και άλλοι υπάλληλοι της εταιρείας τους, των οποίων τα ονόματα δεν εξακριβώθηκαν και οι οποίοι επένδυσαν τα χρήματα τους και δεν είναι αληθές ότι υπήρξε καταδίκη εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ενώ αντίθετα από την με αριθμό 2971/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται, προκύπτει ότι αυτοί απηλλάγησαν της για παράβαση του άρθρου 10 παρ. 1, 2 Ν. 876/1979. Τέλος με τις εφέσεις τους οι αναιρεσείοντες αιτιώντο το προσβαλλόμενο βούλευμα (το οποίο αναφέρθηκε στην εισαγγελική πρόταση) για αναιτιολόγητη παραπομπή τους και για έλλειψη εξέτασης των ισχυρισμών τους, με την απαιτούμενη διεισδυτική εμβάθυνση, εφόσον αυτοί μηδενίζονται από την αρχή. Σε αντίθεση όμως με όσα υποστηρίζονται εκ μέρους των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει με σαφήνεια ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του κατ' ορθή κρίση και αξιολόγηση των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών, αιτιολογημένως αποφάνθηκε για την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, για την ανωτέρω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, επιπλέον δε της πρώτης εξ αυτών για τις ανωτέρω πλημμεληματικές αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα στην πρόταση του Εισαγγελέα που υιοθέτησε το πρωτόδικο βούλευμα, αναφέρονται χαρακτηριστικά τ' ακόλουθα: "... Όντας άτομα με πειθώ, κατόρθωσαν πρώτα από όλα δίνοντας τίτλους σε απλούς εργαζομένους που πίστευαν ότι ανέβαιναν στην ιεραρχία μιας μεγάλης εταιρείας" (μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει, και στον κατηγορηθέντα ως συμμέτοχό τους και απαλλαγέντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα προαναφερόμενο Ε. Δ.) να τους καταστήσουν όργανα, προκειμένου να μεταφέρουν ακόπως για τους ίδιους τις ψευδείς παραστάσεις τους σε πλήθος πολιτών, που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν, ελλείψει χρόνου, να έχουν προσεγγίσει. Με την ίδια μέθοδο λειτουργώντας, εξαπατώντας πρώτα από όλους τους ίδιους τους εργαζόμενους στην εταιρεία τους, έστησαν μια ωραία παγίδα με την διακίνηση των χρημάτων των πελατών τους μέσω διαφόρων εταιρειών να επανακάμπτουν σε αυτούς. Η προσπάθειά τους, δε, να απεμπλακούν πρώτα με συσκότιση της διαδρομής των χρημάτων, αργότερα με υποσχέσεις και υπογραφές συμφωνητικών και επιταγών και εν τέλει με κάθε είδους επιθέσεις στα θύματα τους, δεικνύουν προγραμματισμένες ενέργειες ατόμων που ενεργούν βάσει σχεδίου ... . Ο Δ. κατ' αυτούς είναι ο μέγας απατεώνας. Ο σύμβουλος επενδύσεων και διευθυντής υποκαταστήματος για δικό του λογαριασμό έπραξε. Για τα πάντα, κατά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, ευθύνεται ο Δ. και η από αυτόν εκμετάλλευση της απληστίας των εγκαλούντων. Οι ίδιοι δεν γνώριζαν τίποτε και έπεσαν θύματα του διευθυντή του υποκαταστήματος και του εκβιασμού των εγκαλούντων. Οι ίδιοι φέρονται να μην κατάλαβαν πώς έγινε αυτή η λάθος επένδυση, η οποία όμως, τους απέφερε το ποσό των 306.000 ευρώ ως προμήθειες. Παρουσιάζουν τους εγκαλούντες να υπογράφουν σε έντυπα αποδεχόμενοι τους δυσμενείς για αυτούς όρους (οι ίδιοι βεβαίως το αρνούνται). Τους φέρουν να αποδέχονται να γίνεται ο υπολογισμός της προμήθειας κατά παγκόσμια πρωτοτυπία όχι επί του ποσού της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου, αλλά επί της αρχικής. Δηλαδή σε ένα χαρτοφυλάκιο που έχασε το 70% της αξίας του οι προμήθειες των κατηγορουμένων θα υπολογίζονται επί του αρχικού 100% κεφαλαίου και όχι στο 30%. Κανένας σώφρων άνθρωπος, όμως, δεν αποδέχεται τέτοιον όρο. Οι κατηγορούμενοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και ισχυρίζονται ότι όχι μόνον αποδέχτηκαν αυτόν τον εξωφρενικό όρο (εννοείται, προφανώς, οι εγκαλούντες) αλλά αποδέχτηκαν και τον μέγιστο κίνδυνο της απώλειας ακόμη και του συνόλου του κεφαλαίου τους. Άνθρωπος τέτοιας χαρακτηριστικής κουφότητας που να συμβάλλεται με άλλον σε αμφοτεροβαρή σύμβαση και το μόνο που να εξασφαλίζει να είναι η σταθερότητα της προμήθειας του άλλου στο μέγιστο ποσοστό της, όσο και να προσπαθούν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να αποδείξουν το αντίθετο, είναι σίγουρο ότι στην σημερινή κοινωνία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Η μεγιστοποίηση της προμήθειας ήταν ο βασικός σκοπός των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Με δεδομένο ότι η κατάληξη των χρημάτων, ανεξαρτήτως επενδυτικού προγράμματος, θα ήταν στις ίδιες τις δικές τους εταιρείες, αυτό που ήθελαν να εξασφαλίσουν ήταν το μέγιστο της προμήθειας τους και αυτό μπορούσε να γίνει, ανεξαρτήτως του τι συμφώνησαν οι εγκαλούντες, με την μεταφορά των χρημάτων τους στα υψηλού κινδύνου χαρτοφυλάκια. Δική τους ήταν η πρωτοβουλία, για τον λόγο, δε, αυτό και αποδέχτηκαν με τις από Ιουνίου και Αυγούστου συμφωνίες τους την κάλυψη των απωλειών των εγκαλούντων. Η αποκάλυψη των ψευδών παραστάσεων τους, τους οδήγησε να συμβιβαστούν χωρίς να υπάρχει περισσότερη πίεση εκ μέρους των εγκαλούντων από αυτήν του μέσου ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι εξαπατήθηκε, και αντιδρά. Ουδεμία εκβίαση υπήρξε και ο ισχυρισμός των εγκαλούντων ότι η αιτίαση της εκβίασης είναι όψιμος ισχυρισμός, ευσταθεί. Με την χρονική συνέχεια των ενεργειών τους (συμφωνητικά, επιταγές, εξώδικα, ασφαλιστικά μέτρα), την από την αρχή επιμονή τους ότι συμφώνησαν στο συν πλην (+-) του10% και την νόμιμη πίεση που άσκησαν στους δύο πρώτους κατηγορούμενους, για να εξασφαλίσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, θεωρείται λογικός και ο ισχυρισμός τους ότι η εκβίαση ήταν εφεύρεση της στιγμής εκ μέρους των κατηγορουμένων για να αποφύγουν τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους ...". Ακόμη, η ορθότητα της παραπεμπτικής για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους κρίσης επιρρωνύεται κατά τρόπο καταλυτικό από την με αριθμό 16/336/21.4.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία ανακλήθηκε η απόφασή του χορήγησης άδειας λειτουργίας στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: "... Από το site της Εταιρείας στο διαδίκτυο και από τα πρακτικά της Επενδυτικής Επιτροπής προέκυψε ότι η Εταιρεία ήταν διαχειριστής των ακολούθων έξι επενδυτικών προϊόντων (funds), τα οποία ήταν κεφάλαια συνδεδεμένα με ασφαλιστικές εταιρείες, διαχειριζόμενα από ΕΠΕΥ: Confine International Opportunities, Confine Hellenic Growth, Confme European Opportunities, Confine Emerging Stars, Confine Middle East της ασφαλιστικής εταιρείας Canada Life με έδρα το Isle of Man και constant Independent της ασφαλιστικής εταιρείας Royal Skandia με έδρα το Isle of Man ... . Από τη σύνθεση των επενδύσεων των επενδυτικών αυτών προϊόντων, όπως αναφέρεται κατωτέρω, προέκυψε ότι δεν υπήρχε διασπορά του επενδυτικού κινδύνου, ως εκ τούτου μεγιστοποιείται ο κίνδυνος απωλειών των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση πελατών της Εταιρείας ... . Η διαχείριση από την Εταιρεία επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών που περιέχουν τα ανωτέρω επενδυτικά προϊόντα, δεν περιλαμβάνεται στις κύριες επενδυτικές υπηρεσίες της παρ. 1 (γ) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996, επειδή τα επενδυτικά αυτά προϊόντα δεν προβλέπονται στους τίτλους που αναφέρονται στην παρ. Ια(ί) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996. Επομένως η Εταιρεία παρέχει υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στην 6/187/21.3.2000 απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Κ. με την οποία της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας της ... . Στο άρθρο 2 του Ν. 2396/1996 αναφέρεται ως κύρια επενδυτική υπηρεσία που δύναται να παρέχει η ΕΠΕΥ, η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων "μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων". Η έννοια του όρου "Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων" έχει καθορισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 17 του προϋπάρχοντος Ν. 1969/1991. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως ΟΣΕΚΑ νοούνται οι οργανισμοί των οποίων, αφενός η λειτουργία τους βασίζεται στην αρχή της κατανομής των κινδύνων, προϋπόθεση που δεν τηρείται όσον αφορά τη σύνθεση των επενδύσεων των "internal linked broker managmed funds", όπως διαπιστώνεται στην 1/299/23.4.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπό 6αίί και αφετέρου τα μερίδιά τους εξαγοράζονται ή εξοφλούνται χωρίς "η είσοδος και έξοδος των επενδυτών να συνδέεται και να τελεί υπό τους όρους της σύμβασής τους με την ασφαλιστική εταιρεία μέσω της οποίας κατέστησαν μεριδιούχοι των funds", όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των πελατών της Εταιρείας. Όσο αφορά τη σημείωση της Εταιρείας ότι στις συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου των πελατών της περιλαμβάνεται, σε σταθερή βάση, πρόβλεψη των ποσοστών αμοιβών τρίτων και εξόδων, παρατηρείται ότι από τον έλεγχο των φακέλων του δείγματος των πελατών διαπιστώθηκε η ύπαρξη εγγράφων με τα οποία ο πελάτης αποδεχόταν "χρεώσεις αμοιβαίων κεφαλαίων εξωτερικού - υπηρεσίες διαχείρισης και συμβουλευτικές υπηρεσίες, management fee 1,5%". Τα έγγραφα αυτά δεν περιελάμβαναν το σύνολο των εξόδων και αμοιβών τρίτων τα οποία είχαν χρεώσει τους λογαριασμούς των πελατών, όπως π.χ. τις αμοιβές "establishment fee, servicing corrunlssion, administration charge" οι οποίες χρεώνονταν περιοδικά από την CANADA LIFE LTD. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι η Εταιρεία δεν αναφέρει στις συμβάσεις της με τους πελάτες αμοιβές και έξοδα τρίτων και, επομένως, παραβαίνει την παρ. 7.2(γ) (δδ) του Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Π.Ε.Υ. ... Η εταιρεία "CONFINE ΑΕΠΕΥ" για τους λόγους που μνημονεύονται ανωτέρω, έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς ...". Όσα αναφέρονται στο παραπάνω βούλευμα, δεν είναι ατεκμηρίωτες και αυθαίρετες απόψεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αλλά αντλούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως, οι οποίοι με γνώση των γεγονότων, τεκμηριώνουν τα λεγόμενά τους. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο Ε. Δ. αρχικά προσλήφθηκε ως μισθωτός υπάλληλος πλήρους απασχόλησης στην εταιρεία των κατηγορουμένων και από τον Μάρτιο του έτους 2001, η σχέση τους μετατράπηκε σε υπαλληλική σχέση μερικής απασχόλησης με μηνιαίο μισθό, με επιπλέον προμήθεια για κάθε συμφωνία επένδυσης. Επίσης, ο μάρτυρας Κ. Κ., οικονομολόγος και γνώστης οικονομικών θεμάτων, στην ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι ο Ν. Ο. αγόρασε ένα μέρος των μετοχών της CONFINE ΕΛΛΑΣ, όπως και πολλοί άλλοι επενδυτές. Επειδή ο αριθμός των επενδυτών ήταν πολύ μεγάλος θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι όροι της δημόσιας εγγραφής, οι οποίοι όμως δεν τηρήθηκαν, με αποτέλεσμα να ανακληθεί η άδεια της εταιρείας από την Επιτροπή κεφαλαιαγοράς. Μάλιστα δε, τονίζει ότι η ευθύνη των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων συνίσταται στο γεγονός ότι όταν τα αμοιβαία κεφάλαια, έπεσαν κάτω από 10%, δεν τα ρευστοποίησαν αμέσως αλλά συνέχισαν να τα επενδύουν και να λαμβάνουν τις προμήθειες, μέσω της κυπριακής εταιρείας και κατ' επέκταση μέσω των Off Shore εταιρειών, με αποτέλεσμα οι απώλειες να ανέλθουν σε μεγάλα ποσά. Αλλά και ο έτερος μάρτυρας Λ. Κ., οικονομολόγος, αναφορικά με την υπόθεση εκθέτει ότι το επενδυτικό προφίλ των εγκαλούντων ήταν συντηρητικό, αφού επιθυμούσαν να έχουν απόδοση μέχρι 10%. Σύμφωνα με την επιθυμία αυτή των επενδυτών, τα κεφάλαια αυτών θα έπρεπε να τοποθετηθούν σε μετρητά, ομόλογα σταθερής απόδοσης και μέρος αυτών σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης. Αντίθετα όμως, με βάση τη συμφωνία, το σύνολο των κεφαλαίων τοποθετήθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια που είχε ιδρύσει η εταιρεία "CONFINE", σε χώρες όπου η εποπτεία ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα. Οι προμήθειες που ελάμβαναν οι εκκαλούντες ήταν υπέρογκες σε σχέση με τις συνήθεις και τις ελάμβαναν ανεξαρτήτως της πορείας του χαρτοφυλακίου. Επίσης, ο αυτός μάρτυρας προσθέτει ότι όσο αφορά την αγορά των μετοχών της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ", από τον Ν. Ο., οι αναιρεσείοντες παρέστησαν ψευδώς ότι πρόκειται για μία εταιρεία πολύ ισχυρή οικονομικά, με πολύ μεγάλες προοπτικές και η οποία επρόκειτο να εισέλθει στο Χρηματιστήριο. Όμως όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και δεν είχε πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ενέργεια για την είσοδο της εταιρείας στο Χρηματιστήριο. Τέλος, υποστηρίζει αφενός ότι η αποτίμηση της παραπάνω εταιρείας, με βάση την αξία του ποσοστού που πώλησαν στον Ν. Ο., ήταν εξόφθαλμα υπερβολικό, αφού δεν αντιστοιχεί με την κερδοφορία αυτής, τον κύκλο εργασιών και την ανάπτυξη της και αφετέρου ότι η Α. Κ., είναι έμπειρη δικηγόρος, με εξειδίκευση στην σύσταση υπεράκτιων εταιρειών. Αλλά και ο μάρτυρας Λ. Α., ο οποίος υπηρέτησε ως υπάλληλος στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ", στην ένορκη κατάθεσή του υποστηρίζει ότι και αυτός υπήρξε θύμα των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, καθώς επένδυσε - όπως και άλλοι - τα χρήματα τους σε προϊόντα της παραπάνω εταιρείας και ότι ο συνάδελφος του Ε. Δ. δεν χειριζόταν το χαρτοφυλάκιο των εγκαλούντων, αλλά απλώς συμβούλευε αυτούς για τις επενδύσεις τους. Τις τελικές διαπραγματεύσεις και αποφάσεις για τις επενδύσεις τους οι εγκαλούντες τις πραγματοποίησαν με τους αναιρεσείοντες. Τέλος, διευκρινίσεις για τα καθήκοντα και τη συμπεριφορά του Ε. Δ. και των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, εκθέτει ο Δ. Ε., ο οποίος υπήρξε διευθυντής πωλήσεων της παραπάνω εταιρείας, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2002, μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2003. Συγκεκριμένα, στην με ημερομηνία 18.12.2007 ένορκη κατάθεση του αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: "… Ο κ. Δ. ανήκε στο Τμήμα πωλήσεων και συγκεκριμένα εργαζόταν στο υποκατάστημα της .... Ο ρόλος του κ. Δ. όπως και όλων των υπαλλήλων της εταιρίας που εργαζόντουσαν στο τμήμα πωλήσεων ήταν η σύσταση πελατών. Ειδικότερα ο κ. Δ. αφού έβρισκε κάποιον πελάτη, στη συνέχεια του παρέδιδε ένα ερωτηματολόγιο της εταιρίας εγκεκριμένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το οποίο συμπλήρωνε ο πελάτης και καθορίζονταν το επενδυτικό του προφίλ (συντηρητικό, μέσο, επιθετικό). Στη συνέχεια το συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο, ο κ. Δ. το παρέδιδε στο τμήμα διαχείρισης και εκεί τελείωνε ο δικός του ρόλος. Το τμήμα διαχείρισης ήταν υπεύθυνο για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του κάθε πελάτη, μετά από κατεύθυνση της επενδυτικής επιτροπής, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ των άλλων η Α. Κ. και ο εξετασθείς ως μάρτυρας Σ. Ζ. ... και σε όλες τις συναντήσεις παρευρίσκονταν και ο κ. Μ., όπου η γνώμη του ήταν βαρύνουσα ... Ο κ. Δ. στον ίδιο λογαριασμό, όπως η κ. Δ. και ο κ. Ο., είχε βάλλει 33.000 ευρώ, πριν απ αυτούς και είχε χάσει το 50% των χρημάτων.". Από το περιεχόμενο των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων, αφενός επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί των εγκαλούντων και του Ε. Δ., ως προς την παραπλάνησή τους εκ μέρους των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και αφετέρου καταρρίπτονται οι ισχυρισμοί των τελευταίων, όπως και του απαλλαγέντος με το εκκαλούμενο βούλευμα Σ. Ζ., ως προς τον χρόνο γνώσεως αυτών σχετικά με τις επενδύσεις των εγκαλούντων, αφού και οι τρεις συμμετείχαν στην επιτροπή που οριστικοποίησε τις επενδύσεις αυτών. Τέλος, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, ότι έχουν απαλλαγεί αμετάκλητα, από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, για ψευδή διαφήμιση αγοράς μετοχών της εταιρείας τους, χωρίς άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είναι αληθής, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο αντίγραφο της αποφάσεως, όπως όμως αληθής είναι και ο ισχυρισμός των εγκαλούντων ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την αριθμό 16/336/21.4.2005 απόφαση του ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εταιρείας "CONFINE AEPEY", όπως αναφέρθηκε παραπάνω, και την έθεσε σε εκκαθάριση, για πλήθος παραβάσεων μεταξύ των οποίων και οι ακόλουθοι: α) δεν διέθετε ορθολογική διοικητική οργάνωση, β) παρείχε υπηρεσίες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην με αριθμό 6/187/21.3.2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας και γ) είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούσαν επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Οι λόγοι δε που αναφέρονται στην παραπάνω απόφαση αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών των εγκαλουμένων ότι αυτοί εξαπατήθηκαν από τους υπευθύνους της παραπάνω εταιρείας και επένδυσαν τα χρήματά τους με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντική ζημία. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσο εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν ότι πρέπει να παραπεμφθούν στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 περιπτώσεις β και δ Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Οι τρόποι αυτοί προκλήσεως παραπλανήσεως διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενό τους. Οι δύο πρώτοι εξ αυτών (παράσταση ψευδών γεγονότων και απόκρυψη αληθινών) συνιστούν θετικές απατηλής συμπεριφοράς, ο δε τρίτος προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργειά του δράστη, η οποία είναι προγενέστερη ή σύγχρονη συγκαλυπτική της αλήθειας, από τον άλλον, τον οποίο στη συνέχεια παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψη, ο δε τρίτος προϋποθέτει ότι ο δράστης έχει υποχρέωση είτε από το νόμο είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργεια του, είτε με βάση τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη στις συναλλαγές για την ανακοίνωση των αληθινών και συνιστά συμπεριφορά που τελείται με παράλειψη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ακόμη το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα, να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Επί πλέον το περιουσιακό όφελος το οποίο επιδιώκει ο δράστης απάτης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου στη διάθεση της οποίας προέβη ο απατηθείς έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Απαιτείται ακόμη να προσδιορίζεται το πρόσωπο που ωφελείται κατά το σκοπό του δράστη (ΑΠ 462/2000, ΠοινΔ/νη 2000, σελ. 796). Η περιουσιακή βλάβη πρέπει να είναι η άμεση και αναγκαία συνέπεια των παραπλανητικών παραστάσεων και όχι απλώς αντανακλαστική έμμεση συνέπεια (ΑΠ 1478/2005, Δ/νη 2005, σελ. 1569). Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, ως γεγονότα νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή υπάρχουν κατά τον χρόνο της βεβαίωσης, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ψευδείς υποσχέσεις και βεβαιώσεις καθώς και γνώμες ή γενικές κρίσεις, όταν αποκρύπτουν βεβαίωση πραγματικών γεγονότων. Με την έννοια αυτή, το γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον (ΟλΑΠ 1585/1984, ΠοινΧρ. ΛΕ' σελ. 496, ΑΠ 732/1984, ΠοινΧρ. ΛΕ' σελ 34). Όταν όμως η ψευδής υπόσχεση για την οποία προϋπήρχε απόφαση μη εκπλήρωσής της, η γενικά τα ψευδώς βεβαιούμενα αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων τότε υπάρχει τέλεση απάτης (ΟλΑΠ 1420/1986, ΠοινΧρ. ΛΖ' σελ. 162, ΑΠ 565/1985 ΠοινΧρ. ΛΕ' σελ. 825). Οι πράξεις αυτές της απάτης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, λαμβάνουν κακουργηματική μορφή, οπότε τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή β), εάν το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). (ΑΠ 190/2009 και 11/2009, δημ. Νόμος, ΑΠ 650/2003, ΠοινΛογ. 2003 σελ. 680). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν την προσθήκη σε αυτό δεύτερης παραγράφου, "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος, το οποίο επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία όμως (συρροή) το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια του αυτού εγκλήματος. Με το άρθρο 14 παρ. 1, αριθμός 1.1 Ν. 2721/1999 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 98 ΠΚ με το ακόλουθο περιεχόμενο "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση απάτης κατ' εξακολούθηση, αν όλες οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν με την ισχύ του Ν. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, αρκεί και λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν βεβαίως ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1015/2005, ΠοινΧρ. ΝΣΤ σελ. 127). Διαφορετική δε είναι η περίπτωση των συνεχών ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, οπότε πρόκειται για μία μοναδική πράξη απάτης (ΑΠ 78/2006, Δημ. στη Νόμος ΑΠ 641/2003, Ποιν Λογ. 2003, σελ. 2004 και ΑΠ 953/2003, ΠοινΧρ. ΝΔ' σελ. 219). Ακόμη, στο άρθρο 45 ΠΚ ορίζεται ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Η έννοια της συναυτουργίας περιλαμβάνει: α) αντικειμενικά τη σύμπραξη, δηλαδή την από μέρους του κάθε συναυτουργού τέλεση εν όλω ή εν μέρει πράξης που πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση κάποιου εγκλήματος (είτε πρόκειται για ταυτόχρονη τέλεση επί μέρους πράξης, είτε για διαδοχική τέλεση) και β) υποκειμενικά, τον κοινό δόλο, δηλαδή τη συναπόφαση των περισσοτέρων προσώπων για να τελέσουν ορισμένο έγκλημα (ΟλΑΠ 50/1990, ΠοινΧρ. Μ' σελ. 949, ΑΠ 783/1987, ΠοινΧρ. ΛΖ' σελ. 640). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι επί συναυτουργίας, απαραίτητος όρος είναι η ύπαρξη στο συναυτουργό της γνώσεως της προθέσεως του άλλου για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως που έχουν αποφασίσει και η βούληση συμπράξεως με αυτόν (κοινός δόλος), που μπορεί να περιοριστεί και στην ενέργεια μερικότερων πράξεων στην εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο στο βούλευμα που παραπέμπει τους κατηγορουμένους να αναφέρονται οι ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς και είναι αδιάφορο αν η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την ίδια ενέργεια, αρκεί ότι όλοι γνωρίζουν την πρόθεση των άλλων για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως (ΑΠ 287/1989 ΠοινΧρ. ΛΘ' σελ 867, ΑΠ 238/1985, ΠοινΧρ. ΛΕ' σελ. 698, ΑΠ 1846/1982 ΠοινΧρ. ΛΓ' σελ. 636). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να αποσκοπούσε με αυτή στην εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, άσκηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως (ΑΠ 1285/2005, Ποιν Λογ. 2005, σελ. 1213, ΑΠ 786/2002, ΠοινΛογ. 2002, σελ 969). Τέλος, στο άρθρο 362 ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", στο δε άρθρο 363 του αυτού κώδικα ορίζεται ότι "Εάν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου το γεγονός είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (συκοφαντική δυσφήμηση). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 ΠΚ προκύπτει με σαφήνεια ότι αίρεται κατ' αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για πι διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημήσεως και από τον τρόπο εκδηλώσεως ή τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου (ΑΠ 177/2009 και 145/2009, δημ. Νόμος, ΑΠ 426/2005, ΠοινΛογ. 2005, σελ. 423).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ορθώς υπήγαγαν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις ανωτέρω διατάξεις. Ως εκ τούτου είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων και πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 62/17-5-2010 και 63/17-5-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των αντιστοίχως προς αυτές αναιρεσειόντων α) Α. Κ. του Ι. και της Α., 45 ετών, κατοίκου ..., και, β) Κ. Μ. του Γ. και Ε., 49 ετών, κατοίκου ..., που στρέφονται κατά του υπ' αριθμ. 896/23-4-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήνα 24-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπ' αριθμ. 62 και 63 από 17/5/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ.896/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις των εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 2601/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης, που έχει τελεστεί κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος που προσπορίστηκαν οι δράστες καθώς και η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, η πρώτη των εκκαλούντων Α. Κ. παραπέμφθηκε επί πλέον να δικασθεί και για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά συρροή, ενώ το ίδιο πρωτόδικο βούλευμα αποφάνθηκε, πλην των άλλων, να μη γίνει κατηγορία κατά του Ε. Δ. για την αυτή ως άνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, τελεσθείσα από κοινού με τους κατηγορουμένους, ήδη αναιρεσείοντες, Α. Κ. και Κ. Μ., δεχθέν ως προς αυτόν ότι υπάρχει έμμεση αυτουργία, δηλαδή ενεργούσε καλόπιστα και χωρίς δόλο, διαβιβάζων απλώς, ως εκτελεστικό όργανο των κατηγορουμένων, στους παθόντες τις ψευδείς παραστάσεις των τελευταίων.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της απάτης, απαιτείται 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, όταν αυτό ενεργεί εν αγνοία του και καλόπιστα, όταν δηλαδή ο τρίτος απλώς διαβιβάζει τις ψευδείς παραστάσεις του δράστη ως εκτελεστικό όργανο του, μη συνδεόμενος με το δεσμό της συμμετοχής με το δράστη (περίπτωση έμμεσης αυτουργίας). Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α' βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται. Για τη στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη που είχε ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Για τη στοιχειοθέτηση της απάτης και για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλάνησης, ενώ είναι αδιάφορο αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήσαν και η μοναδική αιτία της πλάνης. Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή ο τρίτος. Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Οι μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που επέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συρρέουν αληθώς, με την πρώτη, εφόσον με αυτές προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του παθόντος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακούργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) ... και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ήδη 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ΠΚ, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο τον αυτουργό, στην οποία όμως συρροή, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια του οικείου εγκλήματος. Επομένως, κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ'εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλεια της ως προς την παραγραφή και τον χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 98, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 " η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση απάτης κατ' εξακολούθηση, αν όλες οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, αρκεί και λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν, βεβαίως, ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στα αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Μ ε τον όρο "από κοινού", νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση και των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς. Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : 1) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, 2) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και 3) είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην κρινόμενη υπόθεση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού εισαγγελική πρόταση, η οποία έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αναφερόμενου σ' αυτό αποδεικτικού υλικού που νομότυπα συγκεντρώθηκε, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο Ν. Ο. του Α., καλαθοσφαιριστής και η σύζυγος του Ά. Δ. του Δ., δημοσιογράφος και τηλεοπτική παρουσιάστρια, το έτος 2001, επιθυμώντας να επενδύσουν τα χρήματα που είχαν αποταμιεύσει από την εργασία τους, ζήτησαν σχετικές πληροφορίες από τον φίλο και συναθλητή του πρώτου εξ αυτών Β. Σ., ο οποίος τους πληροφόρησε ότι υπήρχε μία εταιρεία παροχής επενδυτικών συμβούλων και διαχείρισης χαρτοφυλακίων - της οποίας και ο ίδιος ήταν πελάτης - και η οποία έφερε την επωνυμία "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί το έτος 2000 μετά από μετατροπή της εταιρείας λήψης και διαβίβασης εντολών "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕΛΔΕ" σε Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), ιδρυτής, δε, βασικός μέτοχος και γενικός διευθυντής της ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Κ. Μ. του Γ., ο οποίος ασκούσε άμεσα τον έλεγχό της, μαζί με τη σύζυγό του πρώτη αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη Α. Κ. του Ι., επίσης βασική μέτοχό της και πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της. Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ήλεγχαν και τις εταιρείες "CONFINE INVESTMENT LIMITED" με έδρα την Κύπρο, "CONSTANT FINANCIAL SERVICES OVERSEAS LTD", με έδρα επίσης την Κύπρο και "CONSTANT FINANCIAL SERVICES PLC" με έδρα το Λονδίνο. Τον Μάιο του έτους 2001, με την μεσολάβηση του προαναφερομένου Β. Σ., πραγματοποιήθηκε στην οικία των εγκαλούντων συνάντηση αυτών με τον Ε. Δ. του Ν., επενδυτικό σύμβουλο της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό των εκκαλούντων, τους παρουσίασε τη θέση της στο χώρο που αυτή είχε δραστηριότητα και ειδικότερα τους ανέφερε ότι οι ελέγχοντες αυτήν εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ήταν φερέγγυα πρόσωπα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι αυτή ασχολείται με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων με επενδύσεις, κυρίως σε αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης, με σταθερές και εγγυημένες αποδόσεις, ότι διατηρούσε ήδη δύο θυγατρικές εταιρίες στην Κύπρο και συγκεκριμένα τις ανωτέρω "CONFINE INVESTMENT LIMITED" με μετοχικό κεφάλαιο 10.000.000 λιρών Κύπρου και την "CONSTANT FINANCIAL SERVICES OVERSEAS LTD", καθώς και μία στην Αγγλία και συγκεκριμένα την ανωτέρω "CONSTANT FINANCIAL SERVICES LTD", ότι διέθετε στους Έλληνες επενδυτές μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της εταιρείας "BARING ASSET MANAGEMENT", ότι διαχειριζόταν επενδυτικά χαρτοφυλάκια ύψους 40 δισεκατομμυρίου ευρώ, το σημαντικότερο μέρος των οποίων αποτελούνταν, κυρίως, από κεφάλαια των πολυεθνικών εταιρειών "CANADA LIFE INTERΝΑΤΙΟΝΑL" και "ROYAL SCANDIA" οι οποίες διαχειρίζονταν κεφάλαια ύψους 20 δισεκατομμυρίων αγγλικών στερλινών και 44 δισεκατομμυρίων αγγλικών στερλινών, αντιστοίχως, η ίδια, δε, "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", είχε στη διαχείρισή της πέντε αμοιβαία κεφάλαια της ανωτέρω πρώτης πολυεθνικής εταιρείας και ένα αμοιβαίο κεφάλαιο της ανωτέρω δεύτερης. Τους ανέφερε, δε, ότι, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, εάν επένδυαν χρήματα στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και εμπιστεύονταν σ' αυτήν τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, θα αξιοποιούσαν μεσοπρόθεσμα τα χρήματά τους με μηνιαία απόδοση σημαντικών κερδών, χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου τους. Με αυτές τις παραστάσεις πείστηκαν οι εγκαλούντες να επιλέξουν ένα επενδυτικό πρόγραμμα με μικρό κίνδυνο αρνητικής απόδοσης (απώλειας κεφαλαίου) μέχρι 10% και με προμήθεια (για την ανωτέρω εταιρεία) 1,5% πλέον ΦΠΑ επί της εκάστοτε τρέχουσας αξίας των χαρτοφυλακίων τους, την δε 20.5.2001 υπέγραψαν (ο καθένας για λογαριασμό του) ένα επενδυτικό ερωτηματολόγιο με αναφορά της ανάληψης μικρού κινδύνου έως 10%, μία σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μία σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ένα πίνακα χρεώσεων και μία σύμβαση συνεργασίας με την εταιρεία "CANADA LIFE INTERNATIONAL" τα οποία τους εμφανίστηκαν ως διαδικαστικά έγγραφα και οι ίδιοι δεν έλαβαν γνώση συγκεκριμένων συμβατικών όρων. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων και για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της ανωτέρω εταιρείας "CANADA LIFE INTERNATIONAL" ο μεν Ν. Ο. κατέβαλε το συνολικό ποσό του 1.586.938,14 ευρώ και συγκεκριμένα την 11.6.2001 κατέβαλε το ποσό του 1.185. 588,98 ευρώ και μέχρι την 30.4.2002 το ποσό των 401.349,16 ευρώ, η δε Ά. Δ. κατέβαλε το συνολικό ποσό των 289.097,21 ευρώ και συγκεκριμένα την 31.5.2001 κατέβαλε το ποσό των 162. 993,71 ευρώ και την 11.6.2001, το ποσό των 126.103,50 ευρώ. Περαιτέρω, μετά τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τον Ιούνιο του έτους 2001 παρέστησαν στους εγκαλούντες ότι η εταιρεία τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ ANΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" είχε καταθέσει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και είχε λάβει τις σχετικές άδειες, ότι η εταιρεία "Grant Thomton" είχε αποτιμήσει τη τιμή της μετοχής της εταιρείας αυτής, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (καλοκαίρι του 2001) εμφάνιζε εντυπωσιακά κέρδη, στο ποσό των 2.000 δραχμών, καθώς και ότι για την οριστική άδεια της εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου έπρεπε, σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία, να εμφανίσουν διασπορά των μετοχών αυτών σε τριακόσια πρόσωπα. Επιπλέον, παρέστησαν στην Ά. Δ. ότι η θυγατρική της εταιρείας τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ανωτέρω εταιρία "CONFINE INVESTMENT LIMITED" ήταν μία εύρωστη οικονομικά εταιρεία, η οποία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με μετοχή, η αξίας της οποίας ανερχόταν στο ποσό του 1,22 ευρώ, ενώ η πραγματική αξία της μετοχής αυτής ανερχόταν σε 0,08 ευρώ. Έτσι, έπεισαν τον μεν εγκαλούντα Ν. Ο. να τους καταβάλει το ποσό των 628.026,41 ευρώ για την αγορά 100.000 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." (με αξία μετοχής 2.000 δραχμές ή 5,87 ευρώ), τη δε εγκαλούσα Ά. Δ. να τους καταβάλει το ποσό των 35.298.60 ευοώ νια την αγορά 27.314 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "CONFINE INVESTMENT LIMITED". Στη συνέχεια και ενώ τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως αναφέρεται παραπάνω, οι εγκαλούντες έλαβαν την 31.12.2002 μία επιστολή από την εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", με την οποία τους γνωστοποιήθηκε ότι το έτος 2002 ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τις μετοχικές τοποθετήσεις και η εταιρεία είχε προχωρήσει από το Μάιο του αυτού έτους στη δημιουργία ενός πρότυπου συντηρητικού χαρτοφυλακίου και συγκεκριμένα του Confine Dynamic Money Market, που επενδύει σε διεθνείς χρηματαγορές και σε ομόλογα και ότι για το έτος 2003 η εταιρεία αποφάσισε να ακολουθήσει μία συντηρητικότερη κατανομή των κεφαλαίων με βάση τις υπάρχουσες επενδυτικές δυνατότητες. Θορυβηθέντες οι εγκαλούντες από την επιστολή αυτή, εφόσον εξαρχής είχαν συμφωνήσει και δώσει εντολή για χαμηλό-επίπεδο επενδυτικού κινδύνου στη διαχείριση των κεφαλαίων τους ανερχόμενο σε 10%, άρχισαν να ανησυχούν για την πορεία των επενδύσεών τους και αφού ζήτησαν σχετική λεπτομερή ενημέρωσή τους, μετά και από συμβουλές του οικονομολόγου και συμβούλου επιχειρήσεων Λ. Κ., με τον οποίο η δεύτερη Ά. Δ. άρχισε να συνεργάζεται επαγγελματικά από τις αρχές του έτους 2003, προέβησαν σε σχετική έρευνα και διαπίστωσαν ότι, προκειμένου να προβούν στις προαναφερόμενες επενδύσεις, είχαν γίνει δέκτες ψευδών και απατηλών παραστάσεων από τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και από τον ανωτέρω υπάλληλο της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", Ε. Δ.. Ειδικότερα, διαπίστωσαν ότι ούτε η εταιρεία αυτή ούτε οι προαναφερόμενες θυγατρικές της εταιρείες σε Κύπρο και Αγγλία είχαν τα κεφάλαια που τους είχαν ανακοινωθεί, ούτε οι επενδύσεις στις οποίες είχαν προβεί αναμενόταν να έχουν τις εγγυηθείσες αποδόσεις, αλλά, αντίθετα, η ύπαρξη κερδών από αυτές ήταν ανέφικτη, δεδομένων και των υψηλών προμηθειών που εισέπρατταν οι αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι η εταιρεία "CANADA LIFE INTERNATIONAL" δεν ήταν εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων, αλλά ασφαλιστική εταιρεία, η οποία μέσω υπεράκτιων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής διέθετε διεθνή κεφάλαια ζωής σε επαγγελματίες επενδυτικούς συμβούλους (όχι σε ιδιώτες επενδυτές) για την περαιτέρω διάθεσή τους σε κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι οι πραγματοποιηθείσες επενδυτικές επιλογές ήταν υψηλού κινδύνου, παρά τη συναφθείσα συμφωνία, περιορίζονταν, δε, κυρίως στις μετοχές της εδρεύουσας στην Κύπρο ανωτέρω εταιρείας "CONFINE INVESTMENT LIMITED", θυγατρικής της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και έτσι επετυγχάνετο από τους αναιρεσείοντες η κυκλική κίνηση των προς επένδυση κεφαλαίων μέσω της εταιρείας "CANADA LIFE INTERNATIONAL" και η τελική επένδυσή τους στις ανωτέρω εταιρείες των δικών τους συμφερόντων, παρά τις διαβεβαιώσεις τους περί επένδυσης σε μεγάλες και φερέγγυες αμερικάνικες και αγγλικές εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οι οποίες αποτελούσαν εγγύηση για υψηλές αποδόσεις και ασφάλεια του επενδυόμενου κεφαλαίου, και μάλιστα με το αποκρυβέν από τους ίδιους (εγκαλούντες) πολύ υψηλό ποσοστό προμηθειών, αρχικά της τάξης του 7% έως 8%, με ετήσια επαύξησή του κατά 3% έως 4%, με αποτέλεσμα, με βάση το ποσοστό προμηθειών που έφθανε μέχρι και το 17,5% του αρχικού κεφαλαίου, επί του οποίου προσδιοριζόταν και όχι επί της τρέχουσας αξίας των χαρτοφυλακίων, να εισπράξουν ως προμήθεια σύστασης, αμοιβή συμβούλου και προμήθεια διαχείρισης από μεν τον πρώτο από αυτούς Ν. Ο. το ποσό των 259.182,83 ευρώ, από δε τη δεύτερη Ά. Δ. το ποσό των 47.394 ευρώ. Επιπλέον, διαπιστώθηκε από τους εγκαλούντες ότι η εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." δεν είχε λάβει άδεια εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ότι ουδέποτε η μετοχή της είχε εκτιμηθεί στο ποσό των 2.000 δραχμών, αντίθετα, δε, είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημαντικά οικονομικά πρόβληματα και οι αναιρεσείοντες είχαν αποφασίσει να πωλήσουν τις μετοχές της σε τρίτους, απροσδιορίστου αριθμού, επενδυτές και όχι, όπως ψευδώς είχαν ισχυριστεί, σε συγκεκριμένους πελάτες τους. Στη συνέχεια, οι εγκαλούντες ήλθαν σε επαφή με τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους, προκειμένου να διασώσουν ότι από τα επενδυθέντα κεφάλαιά τους μπορούσε να διασωθεί και στα πλαίσια των σχετικών συζητήσεων η πρώτη αναιρεσείουσα την 11.6.2003 συνήψε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με τους εγκαλούντες, με βάση τα οποία ανέλαβε να καλύψει εξ ιδίων χρημάτων κατά τη λήξη του 2004 την αρνητική διαφορά από τις διενεργηθείσες επενδύσεις των κεφαλαίων των εγκαλούντων, εάν αυτή υπερέβαινε το ποσοστό του 10%, ο δε δεύτερος αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να συναινέσει στην προσημείωση υποθήκης ενός ακινήτου του μέχρι του ποσού των 1.399.104,14 ευρώ ή σε όποιο μικρότερο ποσό προέκυπτε στο τέλος του 2004. Περαιτέρω, την 5.8.2003, η πρώτη αναιρεσείουσα συνήψε ιδιωτικό συμφωνητικό με τον εγκαλούντα Ν. Ο., με το οποίο συμφώνησε να ανεύρει αγοραστή των ανωτέρω .μετοχών της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." που αυτός (εγκαλών) είχε αγοράσει και με το ίδιο τίμημα, διαφορετικά (εάν δεν βρισκόταν αγοραστής), οι μετοχές θα αγοράζονταν από την ίδια εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος (30.10.2003 έως 30.6.2004), προς εξασφάλιση, δε, της υποχρέωσής της αυτής, εξέδωσε εννέα επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας. Μέχρι, όμως, την 30.6.2004 η αναιρεσείουσα δεν εκπλήρωσε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της, με συνέπεια να σφραγιστούν οι επιταγές, ο δε εγκαλών Ν. Ο., την 6.10.2004 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της, ζητώντας τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και της ακίνητης περιουσίας της, μετά δε, από παραίτησή του από το δικόγραφο της αίτησης αυτής, κατέθεσε την από 4.11.2004 νέα ομοειδή, η οποία συζητήθηκε την 2.2.2005, όπου υποστηρίχθηκε από τους αναιρεσείοντες ότι τα προαναφερόμενα από 11.6.2003 και 5.8.2003 ιδιωτικά συμφωνητικά ήταν προϊόντα εκβιασμού τους, όπως υποστήριξε η πρώτη αναιρεσείουσα και στην από 7.2.2005 κατατεθείσα έγκλησή της κατά των εγκαλούντων, και συγκεκριμένα ότι οι εγκαλούντες τους απείλησαν ότι εάν δεν θα ελάμβαναν τα χρήματά τους θα προέβαιναν σε δυσφήμηση της ανωτέρω εταιρείας τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", μέσω των τηλεοπτικών εκπομπών της δεύτερης εγκαλούσας Ά. Δ., καθώς και μέσω άλλων γνωστών τους δημοσιογράφων και του ημερησίου και του εβδομαδιαίου τύπου με τον οποίο είχαν διασυνδέσεις. Επί της ανωτέρω, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Ν. Ο. εκδόθηκε η με αριθμό 6157/2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία τη δέχθηκε εν μέρει και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας μέχρι του ποσού των 529.673 ευρώ. Εξαιτίας της προαναφερόμενης απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων ο μεν εγκαλών Ν. Ο. απώλεσε συνολικά το ποσό του 1.150.645,64 ευρώ, η δε εγκαλούσα Α. Δ. απώλεσε συνολικά το ποσό των 171.167,87 ευρώ. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος από τη ρευστοποίηση του συνολικά επενδυθέντος κεφαλαίου του, το οποίο είχε ανέλθει στο ποσό του 1.586.938,14 ευρώ, έλαβε την 9.3.2005 και την 18.3.2005 τα ποσά των 219.942,19 ευρώ και των 216.387,31 ευρώ αντιστοίχως, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 436.329,50 ευρώ, η δε δεύτερη από τη ρευστοποίηση του συνολικά επενδυθέντος κεφαλαίου της, το οποίο είχε ανέλθει στο ποσό των 289.097,21 ευρώ, έλαβε την 9.3.2005, την 18.3.2005 και την 30.3.2005 τα ποσά των 29. 942,16 ευρώ, των 21.955,57 ευρώ και των 66.031,58 ευρώ, αντιστοίχως, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 117.929,34 ευρώ.
Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τόσο στις απολογίες τους και στα απολογητικά τους υπομνήματα, που κατέθεσαν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως, όσο και στα υπομνήματα που κατέθεσαν στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών και Εφετών, αρνούνται ότι αυτοί διέπραξαν κάποιο από τα εγκλήματα που τους αποδίδονται και μεταξύ των άλλων υποστηρίζουν ότι οι εγκαλούντες απευθύνθηκαν προς τον Ε. Δ., εξειδικευμένο και έμπειρο επενδυτικό σύμβουλο της εταιρείας τους, τις απόψεις του οποίου υιοθέτησαν προκειμένου να επενδύσουν τα χρήματα τους. Οι ίδιοι κατά το χρήσιμο χρονικό διάστημα, δεν είχαν οποιανδήποτε επαφή με τους εγκαλούντες, παρά αργότερα κατά τους μήνες τον Μάιο και Ιούνιο 2003, ούτε και διαβεβαίωσαν τους επενδυτές αυτούς για την αξία κάθε μετοχής της εταιρείας όπως επίσης και για τις εγγυημένες αποδόσεις των επενδύσεων, οι οποίες προφανώς θα εδόθησαν από τον Ε. Δ. και για το λόγο αυτό άλλωστε δεν συμπεριλήφθησαν στους όρους των επίμαχων συμβάσεων. Ακόμη, υποστηρίζουν ότι είναι ψευδές ότι παραπλανήθηκε από αυτούς ο Ε. Δ. και άλλοι υπάλληλοι της εταιρείας τους, των οποίων τα ονόματα δεν εξακριβώθηκαν και οι οποίοι επένδυσαν τα χρήματα τους και δεν είναι αληθές ότι υπήρξε καταδίκη εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ενώ αντίθετα από την με αριθμό 2971/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται, προκύπτει ότι αυτοί απηλλάγησαν της για παράβαση του άρθρου 10 παρ. 1, 2 Ν. 876/1979. Τέλος με τις εφέσεις τους οι αναιρεσείοντες αιτιώντο το προσβαλλόμενο βούλευμα (το οποίο αναφέρθηκε στην εισαγγελική πρόταση) για αναιτιολόγητη παραπομπή τους και για έλλειψη εξέτασης των ισχυρισμών τους, με την απαιτούμενη διεισδυτική εμβάθυνση, εφόσον αυτοί μηδενίζονται από την αρχή. Σε αντίθεση όμως με όσα υποστηρίζονται εκ μέρους των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει με σαφήνεια ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του κατ' ορθή κρίση και αξιολόγηση των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών, αιτιολογημένως αποφάνθηκε για την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, για την ανωτέρω κακουργηματική αξιόποινη πράξη, επιπλέον δε της πρώτης εξ αυτών για τις ανωτέρω πλημμεληματικές αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα στην πρόταση του Εισαγγελέα που υιοθέτησε το πρωτόδικο βούλευμα, αναφέρονται χαρακτηριστικά τ' ακόλουθα: "... Όντας άτομα με πειθώ, κατόρθωσαν πρώτα από όλα δίνοντας τίτλους σε απλούς εργαζομένους που πίστευαν ότι ανέβαιναν στην ιεραρχία μιας μεγάλης εταιρείας" (μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει, και στον κατηγορηθέντα ως συμμέτοχό τους και απαλλαγέντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα προαναφερόμενο Ε. Δ.) να τους καταστήσουν όργανα, προκειμένου να μεταφέρουν ακόπως για τους ίδιους τις ψευδείς παραστάσεις τους σε πλήθος πολιτών, που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν, ελλείψει χρόνου, να έχουν προσεγγίσει. Με την ίδια μέθοδο λειτουργώντας, εξαπατώντας πρώτα από όλους τους ίδιους τους εργαζόμενους στην εταιρεία τους, έστησαν μια ωραία παγίδα με την διακίνηση των χρημάτων των πελατών τους μέσω διαφόρων εταιρειών να επανακάμπτουν σε αυτούς. Η προσπάθειά τους, δε, να απεμπλακούν πρώτα με συσκότιση της διαδρομής των χρημάτων, αργότερα με υποσχέσεις και υπογραφές συμφωνητικών και επιταγών και εν τέλει με κάθε είδους επιθέσεις στα θύματα τους, δεικνύουν προγραμματισμένες ενέργειες ατόμων που ενεργούν βάσει σχεδίου ... . Ο Δ. κατ' αυτούς είναι ο μέγας απατεώνας. Ο σύμβουλος επενδύσεων και διευθυντής υποκαταστήματος για δικό του λογαριασμό έπραξε. Για τα πάντα, κατά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, ευθύνεται ο Δ. και η από αυτόν εκμετάλλευση της απληστίας των εγκαλούντων. Οι ίδιοι δεν γνώριζαν τίποτε και έπεσαν θύματα του διευθυντή του υποκαταστήματος και του εκβιασμού των εγκαλούντων. Οι ίδιοι φέρονται να μην κατάλαβαν πώς έγινε αυτή η λάθος επένδυση, η οποία όμως, τους απέφερε το ποσό των 306.000 ευρώ ως προμήθειες. Παρουσιάζουν τους εγκαλούντες να υπογράφουν σε έντυπα αποδεχόμενοι τους δυσμενείς για αυτούς όρους (οι ίδιοι βεβαίως το αρνούνται). Τους φέρουν να αποδέχονται να γίνεται ο υπολογισμός της προμήθειας κατά παγκόσμια πρωτοτυπία όχι επί του ποσού της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου, αλλά επί της αρχικής. Δηλαδή σε ένα χαρτοφυλάκιο που έχασε το 70% της αξίας του οι προμήθειες των κατηγορουμένων θα υπολογίζονται επί του αρχικού 100% κεφαλαίου και όχι στο 30%. Κανένας σώφρων άνθρωπος, όμως, δεν αποδέχεται τέτοιον όρο. Οι κατηγορούμενοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και ισχυρίζονται ότι όχι μόνον αποδέχτηκαν αυτόν τον εξωφρενικό όρο (εννοείται, προφανώς, οι εγκαλούντες) αλλά αποδέχτηκαν και τον μέγιστο κίνδυνο της απώλειας ακόμη και του συνόλου του κεφαλαίου τους. Άνθρωπος τέτοιας χαρακτηριστικής κουφότητας που να συμβάλλεται με άλλον σε αμφοτεροβαρή σύμβαση και το μόνο που να εξασφαλίζει να είναι η σταθερότητα της προμήθειας του άλλου στο μέγιστο ποσοστό της, όσο και να προσπαθούν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να αποδείξουν το αντίθετο, είναι σίγουρο ότι στην σημερινή κοινωνία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Η μεγιστοποίηση της προμήθειας ήταν ο βασικός σκοπός των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Με δεδομένο ότι η κατάληξη των χρημάτων, ανεξαρτήτως επενδυτικού προγράμματος, θα ήταν στις ίδιες τις δικές τους εταιρείες, αυτό που ήθελαν να εξασφαλίσουν ήταν το μέγιστο της προμήθειας τους και αυτό μπορούσε να γίνει, ανεξαρτήτως του τι συμφώνησαν οι εγκαλούντες, με την μεταφορά των χρημάτων τους στα υψηλού κινδύνου χαρτοφυλάκια. Δική τους ήταν η πρωτοβουλία, για τον λόγο, δε, αυτό και αποδέχτηκαν με τις από Ιουνίου και Αυγούστου συμφωνίες τους την κάλυψη των απωλειών των εγκαλούντων. Η αποκάλυψη των ψευδών παραστάσεων τους, τους οδήγησε να συμβιβαστούν χωρίς να υπάρχει περισσότερη πίεση εκ μέρους των εγκαλούντων από αυτήν του μέσου ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι εξαπατήθηκε, και αντιδρά. Ουδεμία εκβίαση υπήρξε και ο ισχυρισμός των εγκαλούντων ότι η αιτίαση της εκβίασης είναι όψιμος ισχυρισμός, ευσταθεί. Με την χρονική συνέχεια των ενεργειών τους (συμφωνητικά, επιταγές, εξώδικα, ασφαλιστικά μέτρα), την από την αρχή επιμονή τους ότι συμφώνησαν στο συν πλην (+-) του10% και την νόμιμη πίεση που άσκησαν στους δύο πρώτους κατηγορούμενους, για να εξασφαλίσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, θεωρείται λογικός και ο ισχυρισμός τους ότι η εκβίαση ήταν εφεύρεση της στιγμής εκ μέρους των κατηγορουμένων για να αποφύγουν τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους ...". Ακόμη, η ορθότητα της παραπεμπτικής για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους κρίσης επιρρωνύεται κατά τρόπο καταλυτικό από την με αριθμό 16/336/21.4.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία ανακλήθηκε η απόφασή του χορήγησης άδειας λειτουργίας στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε. Υ." και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: "... Από το site της Εταιρείας στο διαδίκτυο και από τα πρακτικά της Επενδυτικής Επιτροπής προέκυψε ότι η Εταιρεία ήταν διαχειριστής των ακολούθων έξι επενδυτικών προϊόντων (funds), τα οποία ήταν κεφάλαια συνδεδεμένα με ασφαλιστικές εταιρείες, διαχειριζόμενα από ΕΠΕΥ: Confine International Opportunities, Confine Hellenic Growth, Confme European Opportunities, Confine Emerging Stars, Confine Middle East της ασφαλιστικής εταιρείας Canada Life με έδρα το Isle of Man και constant Independent της ασφαλιστικής εταιρείας Royal Skandia με έδρα το Isle of Man ... . Από τη σύνθεση των επενδύσεων των επενδυτικών αυτών προϊόντων, όπως αναφέρεται κατωτέρω, προέκυψε ότι δεν υπήρχε διασπορά του επενδυτικού κινδύνου, ως εκ τούτου μεγιστοποιείται ο κίνδυνος απωλειών των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση πελατών της Εταιρείας ... Η διαχείριση από την Εταιρεία επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών που περιέχουν τα ανωτέρω επενδυτικά προϊόντα, δεν περιλαμβάνεται στις κύριες επενδυτικές υπηρεσίες της παρ. 1 (γ) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996, επειδή τα επενδυτικά αυτά προϊόντα δεν προβλέπονται στους τίτλους που αναφέρονται στην παρ. Ια(ί) του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996. Επομένως η Εταιρεία παρέχει υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στην 6/187/21.3.2000 απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Κ. με την οποία της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας της ... . Στο άρθρο 2 του Ν. 2396/1996 αναφέρεται ως κύρια επενδυτική υπηρεσία που δύναται να παρέχει η ΕΠΕΥ, η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων "μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων". Η έννοια του όρου "Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων" έχει καθορισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 17 του προϋπάρχοντος Ν. 1969/1991. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως ΟΣΕΚΑ νοούνται οι οργανισμοί των οποίων, αφενός η λειτουργία τους βασίζεται στην αρχή της κατανομής των κινδύνων, προϋπόθεση που δεν τηρείται όσον αφορά τη σύνθεση των επενδύσεων των "internal linked broker managmed funds", όπως διαπιστώνεται στην 1/299/23.4.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπό 6αίί και αφετέρου τα μερίδιά τους εξαγοράζονται ή εξοφλούνται χωρίς "η είσοδος και έξοδος των επενδυτών να συνδέεται και να τελεί υπό τους όρους της σύμβασής τους με την ασφαλιστική εταιρεία μέσω της οποίας κατέστησαν μεριδιούχοι των funds", όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις των πελατών της Εταιρείας. Όσο αφορά τη σημείωση της Εταιρείας ότι στις συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου των πελατών της περιλαμβάνεται, σε σταθερή βάση, πρόβλεψη των ποσοστών αμοιβών τρίτων και εξόδων, παρατηρείται ότι από τον έλεγχο των φακέλων του δείγματος των πελατών διαπιστώθηκε η ύπαρξη εγγράφων με τα οποία ο πελάτης αποδεχόταν "χρεώσεις αμοιβαίων κεφαλαίων εξωτερικού - υπηρεσίες διαχείρισης και συμβουλευτικές υπηρεσίες, management fee 1,5%". Τα έγγραφα αυτά δεν περιελάμβαναν το σύνολο των εξόδων και αμοιβών τρίτων τα οποία είχαν χρεώσει τους λογαριασμούς των πελατών, όπως π.χ. τις αμοιβές "establishment fee, servicing corrunlssion, administration charge" οι οποίες χρεώνονταν περιοδικά από την CANADA LIFE LTD. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι η Εταιρεία δεν αναφέρει στις συμβάσεις της με τους πελάτες αμοιβές και έξοδα τρίτων και, επομένως, παραβαίνει την παρ. 7.2(γ) (δδ) του Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Π.Ε.Υ... Η εταιρεία "CONFINE ΑΕΠΕΥ" για τους λόγους που μνημονεύονται ανωτέρω, έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς ...". Όσα αναφέρονται στο παραπάνω βούλευμα, δεν είναι ατεκμηρίωτες και αυθαίρετες απόψεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, αλλά αντλούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως, οι οποίοι με γνώση των γεγονότων, τεκμηριώνουν τα λεγόμενά τους. Ειδικότερα προέκυψε ότι ο Ε. Δ. αρχικά προσλήφθηκε ως μισθωτός υπάλληλος πλήρους απασχόλησης στην εταιρεία των κατηγορουμένων και από τον Μάρτιο του έτους 2001, η σχέση τους μετατράπηκε σε υπαλληλική σχέση μερικής απασχόλησης με μηνιαίο μισθό, με επιπλέον προμήθεια για κάθε συμφωνία επένδυσης. Επίσης, ο μάρτυρας Κ. Κ., οικονομολόγος και γνώστης οικονομικών θεμάτων, στην ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι ο Ν. Ο. αγόρασε ένα μέρος των μετοχών της CONFINE ΕΛΛΑΣ, όπως και πολλοί άλλοι επενδυτές. Επειδή ο αριθμός των επενδυτών ήταν πολύ μεγάλος θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι όροι της δημόσιας εγγραφής, οι οποίοι όμως δεν τηρήθηκαν, με αποτέλεσμα να ανακληθεί η άδεια της εταιρείας από την Επιτροπή κεφαλαιαγοράς. Μάλιστα δε, τονίζει ότι η ευθύνη των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων συνίσταται στο γεγονός ότι όταν τα αμοιβαία κεφάλαια, έπεσαν κάτω από 10%, δεν τα ρευστοποίησαν αμέσως αλλά συνέχισαν να τα επενδύουν και να λαμβάνουν τις προμήθειες, μέσω της κυπριακής εταιρείας και κατ' επέκταση μέσω των Off Shore εταιρειών, με αποτέλεσμα οι απώλειες να ανέλθουν σε μεγάλα ποσά. Αλλά και ο έτερος μάρτυρας Λ. Κ., οικονομολόγος, αναφορικά με την υπόθεση εκθέτει ότι το επενδυτικό προφίλ των εγκαλούντων ήταν συντηρητικό, αφού επιθυμούσαν να έχουν απόδοση μέχρι 10%. Σύμφωνα με την επιθυμία αυτή των επενδυτών, τα κεφάλαια αυτών θα έπρεπε να τοποθετηθούν σε μετρητά, ομόλογα σταθερής απόδοσης και μέρος αυτών σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης. Αντίθετα όμως, με βάση τη συμφωνία, το σύνολο των κεφαλαίων τοποθετήθηκαν σε αμοιβαία κεφάλαια που είχε ιδρύσει η εταιρεία "CONFINE", σε χώρες όπου η εποπτεία ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτα. Οι προμήθειες που ελάμβαναν οι εκκαλούντες ήταν υπέρογκες σε σχέση με τις συνήθεις και τις ελάμβαναν ανεξαρτήτως της πορείας του χαρτοφυλακίου. Επίσης, ο αυτός μάρτυρας προσθέτει ότι όσο αφορά την αγορά των μετοχών της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ", από τον Ν. Ο., οι εκκαλούντες παρέστησαν ψευδώς ότι πρόκειται για μία εταιρεία πολύ ισχυρή οικονομικά, με πολύ μεγάλες προοπτικές και η οποία επρόκειτο να εισέλθει στο Χρηματιστήριο. Όμως όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και δεν είχε πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ενέργεια για την είσοδο της εταιρείας στο Χρηματιστήριο. Τέλος, υποστηρίζει αφενός ότι η αποτίμηση της παραπάνω εταιρείας, με βάση την αξία του ποσοστού που πώλησαν στον Ν. Ο., ήταν εξόφθαλμα υπερβολικό, αφού δεν αντιστοιχεί με την κερδοφορία αυτής, τον κύκλο εργασιών και την ανάπτυξη της και αφετέρου ότι η Α. Κ., είναι έμπειρη δικηγόρος, με εξειδίκευση στην σύσταση υπεράκτιων εταιρειών. Αλλά και ο μάρτυρας Λ. Α., ο οποίος υπηρέτησε ως υπάλληλος στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ", στην ένορκη κατάθεσή του υποστηρίζει ότι και αυτός υπήρξε θύμα των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, καθώς επένδυσε - όπως και άλλοι - τα χρήματα τους σε προϊόντα της παραπάνω εταιρείας και ότι ο συνάδελφος του Ε. Δ. δεν χειριζόταν το χαρτοφυλάκιο των εγκαλούντων, αλλά απλώς συμβούλευε αυτούς για τις επενδύσεις τους. Τις τελικές διαπραγματεύσεις και αποφάσεις για τις επενδύσεις τους οι εγκαλούντες τις πραγματοποίησαν με τους αναιρεσείοντες. Τέλος, διευκρινίσεις για τα καθήκοντα και τη συμπεριφορά του Ε. Δ. και των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, εκθέτει ο Δ. Ε., ο οποίος υπήρξε διευθυντής πωλήσεων της παραπάνω εταιρείας, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2002, μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2003. Συγκεκριμένα, στην με ημερομηνία 18.12.2007 ένορ κη κατάθεση του αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: "… Ο κ. Δ. ανήκε στο Τμήμα πωλήσεων και συγκεκριμένα εργαζόταν στο υποκατάστημα της ... . Ο ρόλος του κ. Δ. όπως και όλων των υπαλλήλων της εταιρίας που εργαζόντουσαν στο τμήμα πωλήσεων ήταν η σύσταση πελατών. Ειδικότερα ο κ. Δ. αφού έβρισκε κάποιον πελάτη, στη συνέχεια του παρέδιδε ένα ερωτηματολόγιο της εταιρίας εγκεκριμένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το οποίο συμπλήρωνε ο πελάτης και καθορίζονταν το επενδυτικό του προφίλ (συντηρητικό, μέσο, επιθετικό). Στη συνέχεια το συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο, ο κ. Δ. το παρέδιδε στο τμήμα διαχείρισης και εκεί τελείωνε ο δικός του ρόλος. Το τμήμα διαχείρισης ήταν υπεύθυνο για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του κάθε πελάτη, μετά από κατεύθυνση της επενδυτικής επιτροπής, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ των άλλων η Α. Κ. και ο εξετασθείς ως μάρτυρας Σ. Ζ. ... και σε όλες τις συναντήσεις παρευρίσκονταν και ο κ. Μ., όπου η γνώμη του ήταν βαρύνουσα ... Ο κ. Δ. στον ίδιο λογαριασμό, όπως η κ. Δ. και ο κ. Ο., είχε βάλλει 33.000 ευρώ, πριν απ αυτούς και είχε χάσει το 50% των χρημάτων.". Από το περιεχόμενο των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων, αφενός επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί των εγκαλούντων και του Ε. Δ., ως προς την παραπλάνησή τους εκ μέρους των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και αφετέρου καταρρίπτονται οι ισχυρισμοί των τελευταίων, όπως και του απαλλαγέντος με το εκκαλούμενο βούλευμα Σ. Ζ., ως προς τον χρόνο γνώσεως αυτών σχετικά με τις επενδύσεις των εγκαλούντων, αφού και οι τρεις συμμετείχαν στην επιτροπή που οριστικοποίησε τις επενδύσεις αυτών. Τέλος, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, ότι έχουν απαλλαγεί αμετάκλητα, από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, για ψευδή διαφήμιση αγοράς μετοχών της εταιρείας τους, χωρίς άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είναι αληθής, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο αντίγραφο της αποφάσεως, όπως όμως αληθής είναι και ο ισχυρισμός των εγκαλούντων ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την αριθμό 16/336/21.4.2005 απόφαση του ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εταιρείας "CONFINE AEPEY", όπως αναφέρθηκε παραπάνω, και την έθεσε σε εκκαθάριση, για πλήθος παραβάσεων μεταξύ των οποίων και οι ακόλουθοι: α) δεν διέθετε ορθολογική διοικητική οργάνωση, β) παρείχε υπηρεσίες, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην με αριθμό 6/187/21.3.2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας και γ) είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούν επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Οι λόγοι δε που αναφέρονται στην παραπάνω απόφαση αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών των εγκαλούντων ότι αυτοί εξαπατήθηκαν από τους υπεύθυνους της παραπάνω εταιρίας και επένδυσαν τα χρήματα τους, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντική ζημία. Από όσα λοιπόν αναφέρθηκαν παραπάνω, συνάγεται με σαφήνεια ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων για την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα τους παράπεμψε σ' αυτό για να δικασθούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία έκρινε ότι πρέπει να παραπεμφθούν στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατά συναυτουργία με αποκομισθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ, κατά συρροή, και κατ' εξακολούθηση, και επί πλέον της Α. Κ. και για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 45,94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1-3β, 229 παρ. 1, και 363-362 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης, κατά συναυτουργία, από τους αναιρεσείοντες, με την ιδιότητα τους ως εκπροσώπων της Ανώνυμης Εταιρίας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με την επωνυμία "CONFΙΝΕ ΕΛΛΑΣ", και συγκεκριμένα από τον αναιρεσείοντα Κ. Μ. ως Γενικό Διευθυντή και βασικό μέτοχο της εν λόγω εταιρίας και από την αναιρεσείουσα Α. Κ. ως Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και βασικό μέτοχο αυτής. Επίσης αιτιολογείται η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ, αφενός μεν της απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της προκληθείσας, συνεπεία της συμπεριφοράς τους αυτής, πλάνης στους εγκαλούντες, και αφετέρου, μεταξύ της προκληθείσας ως άνω πλάνης από τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων, γενομένων δια μέσου του επενδυτικού συμβούλου της εταιρίας τους Ε. Δ., ο οποίος ενεργούσε καλόπιστα, απλώς διαβιβάζων ως εκτελεστικό όργανο των κατηγορουμένων- εκκαλούντων τις ψευδείς παραστάσεις τους στους παθόντες, βρισκόμενος σε άμεση επαφή με τους κατηγορουμένους, με σκοπό να αποκομίσουν οι αναιρεσείοντες παράνομο περιουσιακό όφελος, και της περιουσιακής ζημίας των εγκαλούντων, συνεπεία της οποίας αυτοί προέβησαν στη συνιστώσα την περιουσιακή βλάβη διάθεση των διαλαμβανόμενων χρηματικών ποσών με την σύναψη των επίμαχων συμβάσεων (παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, διαχείρισης χαρτοφυλακίου κτ.λ), στις οποίες συμβάσεις δεν θα προέβαιναν, εάν δεν είχαν παραπεισθεί από τις εν γνώσει των αναιρεσειόντων ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις τους, ως προς τη φερεγγυότητα, τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια και τη διαχείριση επενδυτικών κεφαλαίων δισεκατομμυρίων ευρώ της ως άνω εταιρίας και των κατονομαζομένων στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος θυγατρικών της εταιριών και των αντιπροσωπευομένων από την εταιρία τους αλλοδαπών πολυεθνικών εταιριών, την άδεια εισαγωγή της ως άνω εταιρίας τους στο χρηματιστήριο αξιών Κύπρου κτλ. Επίσης προσδιορίζεται το ύψος της προξενηθείσας σε κάθε εγκαλούντα ζημίας, ανερχομένης στο ποσό του 1.150,654,64 ευρώ για τον Ν. Ο. και αυτό των 171.167,87 για την σύζυγο του Α. Δ..
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, 1) το Συμβούλιο στο προοίμιο του σκεπτικού του, από την κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, ρητά εξαιρεί και δεν λαμβάνει υπόψη του την κατάθεση του Ε. Δ., που λήφθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση και ο οποίος είχε κατηγορηθεί κατά την κύρια ανάκριση ως συναυτουργός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης και ακολούθως απηλλάγη με το πρωτόδικο βούλευμα, 2) το Συμβούλιο δέχθηκε τον ένα εκ των τριών τρόπων τέλεσης της απάτης, ήτοι την τέλεση αυτής με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, και συνεπώς δεν δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση ως προς τον τρόπο τέλεσης της, 3) το Συμβούλιο δέχθηκε ότι μεταξύ των ψευδών παραστάσεων των αναιρεσειόντων ήταν και η διαβεβαίωση προς τους εγκαλούντες ότι θα είχαν άμεση απόδοση σημαντικών κερδών μηνιαίως από την επένδυση των χρημάτων τους στην εταιρία τους CΟΝFΙΝΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕΠΕΥ, χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου τους. Αντίφαση προς την παραδοχή αυτή ή ασάφεια δεν δημιουργείται από το ότι δέχθηκε περαιτέρω το Συμβούλιο ότι με αυτές τις παραστάσεις πείστηκαν οι εγκαλούντες να επιλέξουν ένα επενδυτικό πρόγραμμα με μικρό κίνδυνο αρνητικής απόδοσης (απώλειας κεφαλαίου) μέχρι 10%, αφού από τις παραδοχές αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι ο όρος "απόδοση" αναφέρεται στα κέρδη που θα είχαν αυτοί από την επένδυση των χρημάτων τους, ενώ ο όρος "απώλεια" αναφέρεται στον κίνδυνο που διέτρεχε το κεφάλαιο τους από την επένδυση του στην άνω εταιρία των αναιρεσειόντων, ο οποίος όμως κίνδυνος παραστάθηκε στους αναιρεσείοντες, εν γνώσει τους ψευδώς, ως ανύπαρκτος, 4) το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία CANADA LIFΕ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL δεν ήταν εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως ψευδώς παρέστησαν οι αναιρεσείοντες στους παθόντες, εν γνώσει της αναληθείας, προκειμένου να τους πείσουν να επενδύσουν τα χρήματα τους στην άνω εταιρεία τους, αλλά ασφαλιστική εταιρία ζωής, η οποία δεν έκανε διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων η ίδια, 5) το Συμβούλιο Εφετών απάντησε αιτιολογημένα στον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι έχουν απαλλαγεί αμετάκλητα από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για ψευδή διαφήμιση αγοράς μετοχών της εταιρίας τους, χωρίς άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, και τον αξιολόγησε με ειδική σκέψη, δεχόμενο ότι "με την υπ' αριθμ. 16/336/21/4/2005 απόφαση το Διοικητικό Συμβούλιο της εν λόγω Επιτροπής ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εταιρείας τους COΝFIΝΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕΠΕΥ και την έθεσε υπό εκκαθάριση για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό του (του προσβαλλόμενου βουλεύματος) παραβάσεις, οι οποίες (παραβάσεις) αποδεικνύουν τη βασιμότητα των ισχυρισμών των εγκαλούντων ότι αυτοί εξαπατήθηκαν από τους υπεύθυνους της παραπάνω εταιρίας και επένδυσαν τα χρήματα τους, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντική ζημία", αντίφαση δε ή ασάφεια δεν δημιουργείται από την παραδοχή αυτή του Συμβουλίου, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες.
Έπειτα από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 17/5/2010 αιτήσεις των Α. Κ. του Ι. και Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 896/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για κακουργηματική απάτη, άνω των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 711/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ν., πρώην κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της με αριθμό 316, 333, 334/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ε. Β. του Π., 2) Α. συζ. Ε. Β. και Α. Β. του Ε., όλοι κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κιντή.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, η χρησιμοποίηση δε στη ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επάγεται την κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 του ΚΠΔ θεσπίζεται, κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις, όπως π.χ. μαγνητοταινία που αποτυπώνει ιδιωτική συνομιλία μεταξύ του ενδιαφερομένου και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, η οποία ( πράξη) προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 370Α παρ. 2 του ΠΚ., η οποία (διάταξη) θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1,5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων που κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και του επιβλήθηκε ποινή της ισόβιας κάθειρξης και συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση σε παράνομα αποδεικτικά μέσα, κατά παράβαση της εκ του άρθρου 19 του Συντάγματος αρχής " του απορρήτου της επικοινωνίας" και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, και συγκεκριμένα, 1)στο με αριθμό πρωτ. Α35302/20/5/2004 έγγραφο της COSMOTE με την συνημμένη σ' αυτό κατάσταση εξερχόμενων κλήσεων προς τη σύνδεση COSMOTE με αριθμό ... και 2) στο με αριθμό πρωτ. Β 7807/4/7/2003 έγγραφο της TELESTET, μαζί με τις συνημμένες καταστάσεις εισερχομένων κλήσεων των με αριθμούς ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί με την αναφερόμενη συνταγματική αρχή, προστατεύεται το περιεχόμενο της επικοινωνίας και όχι η ύπαρξη αυτής και τα εξωτερικά της στοιχεία, δεν είναι δε ανεπίτρεπτη η αποκάλυψη και αναφορά του αριθμού και των στοιχείων του κατόχου των τηλεφωνικών συνδέσεων που κλήθηκαν από ορισμένη τηλεφωνική σύνδεση ή του αριθμού και των στοιχείων του κατόχου των τηλεφωνικών συνδέσεων από τις οποίες ο τελευταίος, δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση δε, τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αποτελούσαν παράνομα αποδεικτικά μέσα, αλλά νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν τα εξωτερικά στοιχεία τηλεφωνικών επικοινωνιών, όπως είναι τα ονοματεπώνυμα των συνδρομητών, καλούντων και καλουμένων, οι αριθμοί των τηλεφώνων και ο χρόνος και ο τόπος των συνδιαλέξεων και όχι το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που προστατεύεται από το Συνταγματικό απόρρητο. Είχαν δε ληφθεί σύμφωνα με το νόμο, αφού είχε προηγηθεί η έκδοση των υπ' αριθμ. Δ4α/2003 και Α10α/2004 διατάξεων του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, που είχαν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 6 του Ν. 2225/1994 για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας κλπ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 12 του Ν. 3115.2003, οι οποίες είχαν επικυρωθεί με τα υπ' αριθμ. 3108/2003 και 2101/2004 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Επομένως καμία ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και τα ανωτέρω έγγραφα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Προκειμένου περί εγγράφων που από τη φύση τους είναι ανεπίδεκτα ανάγνωσης( όπως είναι οι φωτογραφίες, οι χάρτες, τα σχεδιαγράμματα κτλ), αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας στον κατηγορούμενο και τους λοιπούς διαδίκους από τον διευθύνοντα τη συζήτηση για να μπορούν να υποβάλλουν κατ' αυτών τυχόν αντιρρήσεις τους. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί της ενοχής του, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, και συγκεκριμένα από την στήλη των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, 1) "τις επισκοπηθείσες εκατόν πέντε φωτογραφίες που απεικονίζουν τον χώρο όπου τελέστηκε η ανθρωποκτονία και το θύμα νεκρό και επτά φωτογραφίες, που απεικονίζουν τα πέλματα υποδημάτων του κατηγορουμένου", χωρίς όμως οι φωτογραφίες αυτές να επιδειχθούν στον εκπροσωπούντα τον αναιρεσείοντα πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, προκειμένου να υποβάλλει τις αντιρρήσεις του επί του περιεχομένου τους, και 2) "το με αριθμό πρωτοκόλλου Β 7807/2003 έγγραφο της TELESTET, και τις συνημμένες σ' αυτό αναλυτικές καταστάσεις εισερχομένων κλήσεων των υπ' αριθμ. ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων", χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους, ώστε επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, αλλά και ο αναιρεσείων αποδέχεται ,οι φωτογραφίες αυτές, οι οποίες φέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων με αύξοντα αριθμό 23, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, "επισκοπήθηκαν" από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή τους εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση, ενώ με την αναφορά του ως άνω εγγράφου της TELESTET με αριθμό πρωτοκόλλου Β 7807/2003 και τις συνημμένες σ' αυτό αναλυτικές καταστάσεις εισερχομένων κλήσεων των υπ' αριθμ. ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων, επαρκώς προσδιορίζεται, κατά τρόπο που δεν δημιουργείται αμφιβολία, η ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν κτλ, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατάστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω έγγραφα, ο δε σχετικός , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης περί της ενοχής του κατηγορουμένου, λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/7/2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 316,333,334/2010 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση Μ.Ο.Ε. για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία. Ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση σε παράνομα αποδεικτικά μέσα, ήτοι στα έγγραφα των Χ και Ψ εταιριών τηλεφωνίας με τις συνημμένες καταστάσεις εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων στα χ και ψ τηλέφωνα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον πρόκειται για νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αφορούσαν τα εξωτερικά στοιχεία τηλεφωνικών επικοινωνιών και όχι το περιεχόμενο τηλεφωνικών κλήσεων που προστατεύεται από το Συνταγματικό απόρρητο και είχαν ληφθεί σύμφωνα με το νόμο (Εισαγγελικές διατάξεις που επικυρώθηκαν από βουλεύματα). Ο λόγος της απόλυτης ακυρότητας, λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού εγγράφων και δη « επισκόπησης 105 φωτογραφιών και 7 φωτογραφιών ..., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η αναγραφή στα πρακτικά ..., έχει την έννοια της επισκόπησής τους μετά προηγούμενη επίδειξη. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού των εγγράφων των και εταιριών τηλεφωνίας Χ και Ψ. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 1
|
Αριθμός 709/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη ου Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Ν. Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Ν. του Τ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1535/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Δ. Π. του Ν., 2)Ι. Π. του Ν., 3)Ε. Γ. του Κ., 4)Η. Μ. του Ν., 5)Ν. Κ. του Ε., 6)Χ. Κ. του Β. και 7)Ν. Ζ. του Β..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Αυγούστου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1169/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Τσάγγα, με αριθμό 45/15-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 100/25-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Ν. του Τ. και της Ε., 42 ετών, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Δημ. Σκουτά (ΑΜΔΣΑ 12644/2010), κατοίκου Αθηνών, οδός Κλεισθένους αριθμ. 7, δυνάμει της από 20-8-2010 εξουσιοδοτήσεως, κατά του υπ' αριθμ. 1535/20-7-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 10-11-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Α. Ν., που εστρέφετο κατά του υπ' αριθμ. 3263/30-10-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς επίσης και οι από 16-11-2009 εφέσεις των συγκατηγορουμένων του ανωτέρω και μη ασκησάντων αναίρεση Γ. Μ. και Ν. Ζ., με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ομού με έτερους δύο επί πλέον κατηγορουμένους και συγκεκριμένα τους Δ. Π. και Ι. Π., προκειμένου να δικαστούν για: α) για απάτη η οποία τελέστηκε από κοινού κατ' εξακολούθηση και μη, τετελεσμένη και σε απόπειρα από πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία προξενήθηκε συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος την κατηγορουμένων που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, β) απλή συνέργεια στην ανωτέρω πράξη η οποία τελέστηκε κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 13 στοιχ. γ και στ, 26 παρ. 1α, 27, 42 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1 , 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδαφ. α του Π.Κ., γ) πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων από κοινού, η οποία τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη βλάβη άλλη η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, και, δ) απειλή (άρθρα 13 στοιχ. γ και στ, 26 παρ. 1α, 27, 45, 216 παρ. 1 και 3 εδαφ. α και β, 333 Π.Κ.). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1 και 4, 474 και 482 παρ. 1 ΚΠΔ, με δήλωση στη Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ., για την οποία έχει συνταχθεί η προαναφερομένη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 4-8-2010 και στον αντίκλητό του Γ. Σ. ομοίως στις 4-8-2010 και πρέπει ως εκ τούτου να γίνει τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν δεν υπαγάγει ορθά σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/2004 και 2200/2002 Π.Χ. ΝΓ/762). Σχετικά δε με τον λόγο περί ελλείψεως αιτιολογίας που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001 Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν υπαχθεί στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναλυτικά έχουν την ακόλουθη μορφή: Στην Αθήνα και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους οι Α. Ν., Δ. Π., Ε. Γ., Ι. Π., Ν. Κ. και Ν. Ζ., με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές: 1) Στον προαναφερόμενο τόπο, στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, οι Α. Ν., Δ. Π. και Ε. Γ., από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι, από κοινού μεταξύ τους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και, σε μία επιμέρους πράξη, μαζί και με τους Ν. Κ., Ν. Ζ., Ι. Π., Χ. Κ. και Γ. Μ., έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το έγκλημα της απάτης από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, επιχείρησαν πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού του εγκλήματος, δηλαδή επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, αλλά η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους. Συγκεκριμένα: Α) Στον προαναφερόμενο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από μέσα μηνός Οκτωβρίου έτους 2004 μέχρι τέλη Ιανουαρίου του έτους 2005, ο Α. Ν. εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα Γ. Σ. του Ι. ως δήθεν επιτυχημένος και φερέγγυος επιχειρηματίας ασχολούμενος με τροφοδοσίες πλοίων και, επικαλούμενος πρόσκαιρο οικονομικό του πρόβλημα, του ζήτησε την προεξόφληση της υπ' αριθμ. 35061372-9 επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδόθηκε στην Αθήνα από την Έ. Σ. - Σ.. από τον υπ' αριθμ. 0110644066061 λογαριασμό της, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", ποσού 4.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης στις 15.1.2005, διαβεβαιώνοντάς τον ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό. Ο εγκαλών πείστηκε από τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις και του κατέβαλε το ποσό της επιταγής, αλλά όταν η επιταγή αυτή εμφανίστηκε προς πληρωμή δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό της εκδότριας και γι' αυτό, ο Α. Ν. πρόσφερε στον εγκαλούντα, σε αντικατάσταση αυτής της επιταγής, την υπ' αριθμ 35097195-1 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης της εταιρίας "ΣΙΔΗΡΟΠΑΠ - Δ. Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ Εμπόριο Παλαιών Σιδήρων και Μετάλλων", από τον υπ'αριθμ. 0111884704734 λογαριασμό της, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", ποσού 4.450 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 16.1.2005, διαβεβαιώνοντάς τον ψευδώς, μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Π., ότι η εκδότρια της επιταγής εταιρία του δεύτερου κατηγορουμένου, με την επωνυμία "ΣΙΔΗΡΟΠΑΠ - Δ Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" έχει ευρύ κύκλο, εργασιών και νόμιμο εκπρόσωπο τον οικονομικά εύρωστο επιχειρηματία δεύτερο κατηγορούμενο, εισαγωγέα εμπορευμάτων από την Γερμανία, με μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό της εκδότριας. Ο εγκαλών πείστηκε από τις ψευδείς παραστάσεις ως προς την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων σε αυτόν το τραπεζικό λογαριασμό και κατέβαλε στον Α. Ν. την διαφορά μεταξύ των ποσών της πρώτης και της δεύτερης των επιταγών, δηλαδή 450 ευρώ. Μετά από αυτά, ο Α. Ν., μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο Δ. Π., έπεισαν τον εγκαλούντα να συναινέσει στην αντικατάσταση και της δεύτερης επιταγής, επίσης ακάλυπτης, με την τρίτη, υπ' αριθμ. 35097193-5 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκδοσης της εταιρίας "ΣΙΔΗΡΟΠΑΠ- Δ Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ - Εμπόριο Παλαιών Σιδήρων και Μετάλλων", από τον υπ' αριθμ. 0111884704734 λογαριασμό της, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", ποσού 7.600 ευρώ, με ημερομηνία εμφάνισης την 10.3.2003, επαναλαμβάνοντας τις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους σχετικά με την οικονομική ευρωστία της εκδότριας εταιρίας και του Δ. Π.. Με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τον εγκαλούντα να καταβάλει στον Α. Ν. το ισόποσο αυτής της επιταγής σε μετρητά, αλλά και αυτή η επιταγή ήταν ακάλυπτη, με συνέπεια να υποστεί ο εγκαλών περιουσιακή βλάβη από την μη πληρωμή αυτών των επιταγών, συνολικού ποσού 12.050 ευρώ (4.000 ευρώ + 450 ευρώ + 7.600 ευρώ). Μετά από αυτά, οι κατηγορούμενοι Α. Ν. και Δ. Π. παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο Δ. Π. έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία στην Ορεστιάδα και ότι λόγω υπαιτιότητας του Α. Ν., ο οποίος κυκλοφόρησε σωρεία επιταγών του Π. που δεν μπορούσαν να πληρωθούν, αντιμετώπιζε ο τελευταίος οικονομικό πρόβλημα και ζήτησαν απ' αυτόν οικονομική βοήθεια προσφέροντας του προς εξασφάλιση επιταγές εκδοθείσες από εταιρίες οικονομικά δήθεν εύρωστες. Με τον τρόπο αυτό δημιούργησαν οι κατηγορούμενοι στον εγκαλούντα την πεποίθηση ότι έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, με αποτέλεσμα να καταβάλλει αυτός στον Α. Ν., για λογαριασμό του Δ. Π., το χρηματικό ποσό των 32.000 ευρώ, λαμβάνοντας προς εξασφάλισή του τις παρακάτω επιταγές α) την υπ' αριθμ. 23900717-4 επιταγή της ΑΛΦΑ BANK, έκδοσης του Ν. Ζ., από τον υπ' αριθμ. 014259002310014290 λογαριασμό του, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με ημερομηνία έκδοσης την 7.5.2005, ποσού 6.150 ευρώ, β) την υπ' αριθμ. 23900718-2 επιταγή της ΑΛΦΑ BANK, έκδοσης του Ν. Ζ., από τον υπ' αριθμ. 014259002310014290 λογαριασμό του, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με ημερομηνία έκδοσης την 20.5.2005, ποσού 7.850 ευρώ, γ) την υπ' αριθμ. 00128043-1 επιταγή της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης του Ν. Κ. του Ε. και της Ιωάννας, από τον υπ' αριθμ. 04912001888150017 λογαριασμό του, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με ημερομηνία έκδοσης την 25.5.2005, ποσού 5.980 ευρώ, δ) την υπ' αριθμ. 00128044-9 επιταγή της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης του Ν. Κ. του Ε. και της Ιωάννας, από τον υπ' αριθμ. 049102001888150017 λογαριασμό του, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με ημερομηνία έκδοσης την 8.6.2005, ποσού 5.180 ευρώ και ε) την υπ' αριθμ. 00128042-2 επιταγή της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης του Ν. Κ. του Ε. και της Ιωάννας, από τον υπ' αριθμ. 049102001888150017 λογαριασμό του, σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με ημερομηνία έκδοσης την 8.5.2006, ποσού 6.120 ευρώ. Όλες οι παραπάνω επιταγές σφραγίσθηκαν κατά την ημερομηνία εμφάνισής τους, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς των εκδοτριών εταιριών. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παρέστησαν εν γνώσει τους στον εγκαλούντα τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν ως αληθινά και με αυτό το τρόπο τον έπεισαν να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 44.050 ευρώ (12.050 ευρώ + 32.000 ευρώ). Όμως, τα γεγονότα αυτά, όπως καλά γνώριζαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ήταν ψευδή, αφού αυτοί οι κατηγορούμενοι δεν ήταν επιτυχημένοι και ευκατάστατοι επιχειρηματίες, ούτε είχαν ακίνητη περιουσία και οι αντίστοιχοι τραπεζικοί λογαριασμοί των εκδοτών των παραπάνω επιταγών που του παρέδωσαν, δεν είχαν διαθέσιμα κεφάλαια διότι οι εκδότες αυτών των επιταγών δεν είχαν εμπορική δραστηριότητα και περιουσιακά στοιχεία και αν γνώριζε ο εγκαλών την πραγματική κατάσταση, δεν επρόκειτο να καταβάλει σ' αυτούς χρήματα. Με αυτό τον τρόπο, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποκόμισαν, καθένας για τον εαυτό του και για τον άλλον, περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 44.050 ευρώ, προκαλώντας αντίστοιχη περιουσιακή ζημία στον εγκαλούντα, Β) στον προαναφερόμενο τόπο, στις 9.2.2005, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι Α. Ν., Δ. Π. και Ε. Γ., από κοινού, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι ο Ε. Γ. είναι ιδιαίτερα γνωστός και πετυχημένος ασφαλιστής, ότι ήρθε από την Γερμανία στην Ελλάδα προκειμένου να δραστηριοποιηθεί σε επιχειρήσεις, ότι ο πατέρας του, ο οποίος έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ακίνητη περιουσία, στην οποία περιλαμβάνεται και πολυτελής βίλα με κήπο και πισίνα στην Γλυφάδα, αρνούνταν να τον βοηθήσει οικονομικά επειδή δεν ενέκρινε την ερωτική σχέση που διατηρούσε με γυναίκα από την Γεωργία, ότι η Τράπεζα CITIBANK (Υποκατάστημα Ηλιουπόλεως), ενόψει του ότι ο Ε. Γ. επρόκειτο να δραστηριοποιηθεί σε επιχειρήσεις, του είχε ήδη εγκρίνει δάνειο ύψους 235.000 ευρώ και ότι θα του παρέδιδε και ένα μπλοκ επιταγών, ότι επειδή δεν ήθελε δήθεν αυτός να πάρει χρήματα από το εγκριθέν δάνειο έπρεπε να καταβάλλει στην Τράπεζα το ποσό των 20.000 ευρώ για να ανοιχθεί ο λογαριασμός του και ότι το ποσό αυτό ήταν πρόθυμος να του το δανείσει κάποιος φίλος του ασφαλιστής ονόματι Σ., αλλά όμως ο τελευταίος δεν κατάφερε λόγω έλλειψης χρόνου να του παραδώσει το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, όπως καλά γνώριζαν οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, ήταν ψευδή, αφού ούτε ο Ε. Γ., ούτε ο πατέρας του ήταν οικονομικά εύρωστοι, ούτε διέθεταν βίλα στην Γλυφάδα, κανένα δάνειο από την Τράπεζα CITIBANK δεν εγκρίθηκε επ' ονόματι του Ε. Γ., διότι δεν προτίθετο αυτός να αναπτύξει καμία επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν υπήρχε κανένας λόγος να δοθεί στην προαναφερόμενη τράπεζα το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ. Με αυτές τις παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών πείστηκε ο εγκαλών και παρέδωσε στον Ε. Γ. το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ, σε μετρητά και με μια επιταγή πελατείας του της ΑΛΦΑ Τράπεζας, με ισόποση βλάβη της περιουσίας του, αφού ο Ε. Γ. εξαφανίσθηκε και δεν κατέβαλε τα χρήματα αυτά στον εγκαλούντα, Γ) στον προαναφερόμενο τόπο, από 9.2.2005 μέχρι 30.3.2005, οι κατηγορούμενοι Α. Ν., Δ. Π. και Ι. Π., ενεργώντας με κοινό δόλο, δηλαδή με γνώση του καθενός για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη που συναποφάσισαν και με θέληση να συμπράξουν όλοι μαζί κατά τα συμφωνημένα μεταξύ τους, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Γ. Σ. ότι ο Ι. Π. συνεργαζόταν με τον Δήμο Ορεστιάδας και τον ΟΑΕΔ Νομού Έβρου προκειμένου να καταγραφούν κεντρικά και περιφερειακά οι δηλωθέντες άνεργοι και να εκπαιδευθούν με σκοπό την περαιτέρω αναβάθμιση τους και την απλούστερη αφομοίωσή τους και ότι γι' αυτό το σκοπό θα απαιτούνταν τόσο η παροχή υλικού (ηλεκτρονικών υπολογιστών), όσο και η περαιτέρω τεχνική υποστήριξη και παροχή υπηρεσιών τις οποίες θα μπορούσε να καλύψει η επιχείρηση του εγκαλούντα, ότι θα ήταν συμφέρουσα και επικερδής η συνεργασία του εγκαλούντα με τον Ι. Π. στον τομέα αυτό, ότι ο Ι. Π. είναι ικανός, ευυπόληπτος και αξιόπιστος επιχειρηματίας, ότι έχει μεγάλες διασυνδέσεις και γνωριμίες και ότι διατηρεί στην Ορεστιάδα, στην οδό ..., επαγγελματική στέγη με αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή, αφού κανενός είδους συνεργασία δεν υπήρχε μεταξύ του Ι. Π., του Δήμου Ορεστιάδας και του ΟΑΕΔ Νομού Έβρου, ο Ι. Π. δεν ασχολούνταν επαγγελματικά με την εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών, ούτε είχε άλλου είδους επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν είχε διασυνδέσεις, ούτε υψηλές γνωριμίες. Επιπλέον, οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι ενίσχυσαν αυτές τις ψευδείς παραστάσεις με την κατάρτιση πλαστών εγγράφων τα οποία και παρέδωσαν στον εγκαλούντα και, συγκεκριμένα, φωτοτύπησαν γνήσια έγγραφα και αφαίρεσαν από αυτά πραγματικά στοιχεία και πρόσθεσαν σε αυτά ψευδή στοιχεία με τη μέθοδο του φωτομοντάζ και τα παρουσίασαν ως δήθεν ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων τα παρακάτω πλαστά έγγραφα: 1) το με ημερομηνία 21.3.2005 έγγραφο που φερόταν ότι έχει εκδοθεί από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης Έβρου/Νομαρχιακό Διαμέρισμα Έβρου, έφερε κατ' απομίμηση την υπογραφή του Έπαρχου Έβρου ..., απευθυνόταν προς τον Δήμο Ορεστιάδας, με κοινοποίηση προς τον Ι. Π., στο οποίο αναγραφόταν ότι χορηγείται βεβαίωση αποδοχής προσφοράς ηλεκτρονικών υπολογιστών προς τον Ι. Π. του Ν. ως αντιπρόσωπο της ATM και 2) το με ημερομηνία 21.3.2005 και αριθμό πρωτοκόλλου 1320 έγγραφο που φερόταν ότι προερχόταν από την προαναφερόμενη υπηρεσία, απευθυνόταν στα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα και είχε το ίδιο περιεχόμενο με το πιο πάνω έγγραφο, με τη διαφορά ότι, στη θέση που στο πρώτο έγγραφο ανέγραφε "ως αντιπρόσωπο της ATM" το δεύτερο έγγραφο ανέγραφε "από το παράρτημα της ATM" και ότι, το δεύτερο έγγραφο έφερε σφραγίδα και υπογραφή της Επόπτριας Δημόσιας Υγείας κ. Τ.. Με την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να αποσπάσουν από την εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Application Technology Marketing ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ATM Ltd", που διατηρούσε ο εγκαλών στην Αθήνα, ηλεκτρονικό εξοπλισμό (κομπιούτερς μηχανήματα, λογισμικά προγράμματα υποστήριξης, αναλώσιμα υλικά), συνολικής αξίας μεγαλύτερης από 15.000 ευρώ), πείθοντάς τον ότι είχε επιτευχθεί η συμφωνία μεταξύ του Ι. Π., της Νομαρχίας Έβρου και του Δήμου Ορεστιάδας για την κατάρτιση της σύμβασης μηχανοργάνωσης των ανέργων, και να προσπορίσουν έτσι στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα την περιουσία του εγκαλούντα. Όμως, η πράξη των προαναφερόμενων κατηγορουμένων δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους ανεξαρτήτους της θέλησης τους και, συγκεκριμένα, επειδή ο εγκαλών επικοινώνησε με τον Δήμο Ορεστιάδας και τη Νομαρχία Έβρου και πληροφορήθηκε για την ανυπαρξία της σύμβασης και την πλαστότητα εγγράφων και Δ) στον προαναφερόμενο τόπο, στα τέλη του μηνός Μαΐου του 2005, οι κατηγορούμενοι Α. Ν., Δ. Π., Ν. Κ. του Ε. και Ι., Ν. Ζ., Γ. Μ. και Χ. Κ., ενεργώντας με κοινό δόλο, δηλαδή με γνώση του καθενός για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη που συναποφάσισαν και με θέληση να συμπράξουν όλοι μαζί κατά τα συμφωνημένα μεταξύ τους, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Γ. Σ. ότι η Μ. Κ. του Α., σύζυγος του Ν. Κ., έχει στην αποκλειστική κυριότητα της ένα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας οικόπεδο σε προνομιακή θέση στην Ύδρα, το οποίο μπορούσε εάν επιθυμούσε να το αγοράσει ο εγκαλών έναντι του τιμήματος των 40.000 -45.000 ευρώ, επιδεικνύοντας του ταυτόχρονα το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικοπέδου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Αργείτου, αποκρύπτοντάς του, όμως, ότι το οικόπεδο αυτό βρισκόταν σε ρέμα ότι δεν ήταν δυνατή η ανοικοδόμησή του και συνεπώς δεν υπήρχε προοπτική πώλησής του, με αποτέλεσμα η αξία του να είναι μηδαμινή. Με την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά οι κατηγορούμενοι είχαν σκοπό να αποσπάσουν από τον εγκαλούντα το ποσό του τιμήματος της πώλησης, 40.000 ευρώ τουλάχιστον, δηλαδή το συνολικό όφελος στο οποίο απέβλεπαν με τις πιο πάνω απατηλές παραστάσεις τους οι κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος θα υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Όμως, η πράξη των προαναφερόμενων κατηγορουμένων δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους και, συγκεκριμένα, επειδή ο εγκαλών έκανε έρευνα για το ακίνητο και διαπίστωσε την πραγματική του θέση και αξία. Από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης και από την υποδομή, που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής της πράξης, δηλαδή την οργανωμένη και συντονισμένη, βάσει σχεδίου, σύμπραξή τους για την έντεχνη και συστηματική παραπλάνηση του εγκαλούντος με τη χρήση και πλαστών εγγράφων προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση αυτής της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. 2) Στον προαναφερόμενο τόπο, κατά το χρονικό διάστημα από 9.2.2005 μέχρι 30.3.2005, οι κατηγορούμενοι Α. Ν., Δ. Π. και Ι. Π., με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησαν, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, επιδιώκοντας συνολικό όφελος και προκαλώντας αντίστοιχα συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ και ενήργησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, φωτοτύπησαν γνήσια έγγραφα και αφαίρεσαν από αυτά πραγματικά στοιχεία και πρόσθεσαν σε αυτά ψευδή στοιχεία με τη μέθοδο του φωτομοντάζ και τα παρουσίασαν ως δήθεν ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων τα παρακάτω πλαστά έγγραφα: 1) το με ημερομηνία 21.3.2005 και αριθμό πρωτοκόλλου 1320 έγγραφο με τον τίτλο " Αποδοχή Προσφοράς - Σχετ. Έγγραφό σας Αριθμ. πρωτ.: 258/3.3.2005, που φερόταν ότι δήθεν είχε εκδοθεί από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης - Έβρου, απευθυνόμενο προς TD Δήμο Ορεστιάδας και κοινοποιούμενο προς τον Ι. Π., το ακριβές περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: "Απαντώντας στο παραπάνω σχετικό με το οποίο διαβιβάσθηκε αίτημα του Π. Ι. του Ν. χορηγούμε βεβαίωση αποδοχής προσφοράς από το παράρτημα της ATM (application technology marketing) με έδρα την Ορεστιάδα, .... Συγκεκριμένα έγιναν οι παρακάτω υποδείξεις 1. προς δήμο/κοινότητα Σοφικού Ορεστιάδας χορήγηση 31 ηλεκτρονικών υπολογιστών, έργο ύψους 14.220 euro. Η έναρξη έργου ορίζεται Παρασκευή 27-5-2005 2. προς δήμο/κοινότητα Θουρίου Διδυμοτείχου χορήγηση 46 ηλεκτρονικών υπολογιστών, έργο ύψους 50.784 euro. Η έναρξη του έργου ορίζεται τη Δευτέρα 22-8-2005. 3. το είδος της χρηματοδότησης προς την εταιρία ATM application technology marketing) θα ορισθεί τη Δευτέρα 16-5-2005 αφού αποδοθούν τα ανάλογα τιμολόγια για τους παραπάνω δήμους/κοινότητες αντίστοιχα. 4. εξαιτίας των παραπάνω θεωρούμε σκόπιμο να ορίσουμε ως εγγύηση το χρηματικό ποσό ύψους 5.950,28 euro, το οποίο θα καταλαμβάνει 7% επί του συνολικού ποσού." Στο τέλος του ανωτέρω κειμένου αναγραφόταν οι εξής φράσεις: α) δεξιά χωρίς υπογραφή "Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ Γ. Θ. ΕΠΑΡΧΟΣ Β. ΕΒΡΟΥ" αριστερά "Τ. (και δυσδιάκριτο όνομα) - Επόπτης Δημόσιας Υγείας", "Αντίγραφο" με ιδιόχειρη υπογραφή και αποτύπωση φωτοτυπημένης στρογγυλής σφραγίδας με ενδείξεις "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΡΟΔΟΠΗΣ - ΕΒΡΟΥ" Στην αρχή αυτού του έγγραφου είχε τεθεί το έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας κάτω από αυτό είχαν αναγραφεί οι φράσεις "Ταχ. Διεύθυνση: Ευριπίδου Ταχ Κώδικας; 68200 Ν. Ορεστιάδα Πληροφορίες: Ε Τ. -Π." 2) το με ημερομηνία 21-3-2005 και αριθμό πρωτοκόλλου) έγγραφο, που φερόταν ότι εκδόθηκε από την ίδια αρχή, με το ίδιο περιεχόμενο, με τη μόνη διαφοροποίηση στη φράση "χορηγούμε βεβαίωση αποδοχής προσφοράς από το παράρτημα της AΤM (application technology marketing) με έδρα την Ορεστιάδα ... αφού στο δεύτερο αυτό έγγραφο αναγράφεται ότι "χορηγούμε βεβαίωση αποδοχής προσφοράς ως αντιπρόσωπο της ATM (application technology marketing) με έδρα την Ορεστιάδα, ...". Φέρει και αυτό τις ίδιες με το προηγούμενο ενδείξεις, πληροφορίες, υπογραφές και σφραγίδες με τη μόνη διαφορά ότι στο δεύτερο έγγραφο, κάτω και αριστερά του κειμένου η στρογγυλή σφραγίδα, καθώς και η ιδιόχειρη υπογραφή και η φράση "Αντίγραφο" είναι δυσδιάκριτα, ενώ δεν έχει αποτυπωθεί καθόλου η φράση "Τ. Ε - Επόπτης Δημόσιας Υγείας" Τα παραπάνω έγγραφα που κατάρτισαν οι κατηγορούμενοι, αφού προηγουμένως φωτοτύπησαν το επάνω και κάτω τμήμα γνησίου εγγράφου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης Έβρου και στη συνέχεια με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και του φωτομοντάζ πρόσθεσαν το προαναφερόμενο περιεχόμενο, τα παρέδωσαν στον εγκαλούντα Γ. Σ., προκειμένου να τον παραπλανήσουν σχετικά με το αναληθές γεγονός ότι έχουν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις του I. Π. με την Νομαρχία Έβρου και τον Δήμο Ορεστιάδας για την κατάρτιση της σύμβασης μηχανοργάνωσης κεντρικά και περιφερειακά των δηλωθέντων ανέργων, έτσι ώστε να τους χορηγήσει αυτός από την εταιρία του με την επωνυμία "Application Technology Marketing ΕΠΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ATM Ltd", ηλεκτρονικό εξοπλισμό, δηλαδή ηλεκτρονικούς υπολογιστές, λογισμικά προγράμματα υποστήριξης και αναλώσιμα υλικά. Το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε από όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής της πράξης, δηλαδή την οργανωμένη και συντονισμένη, βάσει σχεδίου, σύμπραξή τους για την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων, προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση αυτής της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. 3) Στον προαναφερόμενο τόπο στα τέλη Ιανουαρίου του 2005, οι κατηγορούμενοι Ν. Κ. του Ε. και Ι. και Ν. Ζ., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παρείχαν με πρόθεση συνδρομή στους συγκατηγορουμένους τους Α. Ν. και Δ. Π. πριν και κατά την τέλεση της άδικης πράξης της απάτης από κοινού με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που οι δύο τελευταίου διέπραξαν, και τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αυτή την πράξη της απλής συνδρομής κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ο Ν. Ζ. εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 23900717-4 και 23900718-2 επιταγές της ΑΛΦΑ BANK σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με ημερομηνία έκδοσης η πρώτη την 7.5.2005 και η δεύτερη την 20.5.2005, ποσού 6.150 ευρώ η πρώτη και 7.850 ευρώ η δεύτερη και ο Ν. Κ. εξέδωσε τις υπ' αριθμ. 00128042-2, 00128043-1 και 00128044-9 επιταγές της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ σε διαταγή της εταιρίας "Α. Ν. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με ημερομηνία έκδοσης η πρώτη την 8.5.2005, η δεύτερη την 25.5.2005 και η τρίτη την 8.6.2005, ποσού 6.120 ευρώ η πρώτη, 5.980 ευρώ η δεύτερη και 5.180 η τρίτη. Αυτές τις επιταγές οι κατηγορούμενοι τις οπισθογράφησαν και παρέδωσαν στον Α. Ν. γνωρίζοντας ότι οι ίδιοι δεν είχαν επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι ούτε κατά την έκδοση των επιταγών, ούτε κατά το χρόνο εμφάνισής τους, είχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια για την πληρωμή τους και (γνωρίζοντας) ότι οι επιταγές αυτές επρόκειτο να οπισθογραφηθούν και να παραδοθούν περαιτέρω στον εγκαλούντα Γ. Σ. προς δήθεν εξασφάλιση του για την οικονομική διευκόλυνση που επρόκειτο να παράσχει αυτός στους κατηγορούμενους Α. Ν. και Δ. Π. και θέλοντας με τον τρόπο αυτό να διευκολύνουν αυτούς τους συγκατηγορουμένους τους στην ευόδωση του σκοπού απόσπασης χρημάτων από τον μηνυτή, που πείστηκε ότι αυτοί οι κατηγορούμενοι εκδότες των επιταγών ασκούσαν σοβαρή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους τραπεζικούς λογαριασμούς από τους οποίους εκδόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές παρέλαβε τις επιταγές αυτές, που ουδέποτε πληρώθηκαν, καταβάλλοντος στους Α. Ν. και Δ. Π. το συνολικό ποσό των 34.000 ευρώ. Από την επανειλημμένη τέλεση αυτού του εγκλήματος και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής της πράξης, δηλαδή την οργανωμένη και συντονισμένη, βάσει σχεδίου, σύσταση εικονικών εταιριών για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση αυτής της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή των κατηγορουμένων προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσο εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων καθώς και οι έτεροι κατηγορούμενοι που δεν άσκησαν αναίρεση κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι πρέπει να παραπεμφθούν στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναιρέσεως ερειδόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.Κ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει σον εαυτό του η σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε η όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον παθόντα συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες η παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως η χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει ενεργό αξίωση -για την ανόρθωση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις η συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν η το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση της .μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδάφιο α' του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παράγραφος 4 Ν.2721/99, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, κατά την έννοια του άρθρου 13, στ, Π.Κ, ενώ, επιπλέον απαιτείται το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13, στ ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. (ΑΠ 471/2008, (Σε Συμβούλιο), ΠΧ-ΝΘ - 153). Από δε τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3, εδ. α του Π Κ, όπως προστέθηκε η παρ. 3 με το άρθρο 1 παρ. 7,α Ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2,α Ν.2721/99 προκύπτει ότι για την θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού να όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση η μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του η σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού η νοθευμένου εγγράφου από το δράστη θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Περαιτέρω κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο, ενώ νόθευση γνησίου εγγράφου αποτελεί η μεταγενέστερη της καταρτίσεως αυτού αλλοίωση του περιεχομένου του, ώστε να εμφανίζεται ως εξαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου. (ΑΠ 2247/2008, Σε Συμβούλιο, ΠΧ- ΝΘ-128). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 Π.Κ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 Ν.2721/99, προκύπτει ακόμη ότι η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε η σκοπήθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ, αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται η στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. (ΑΠ 945/2006, Σε Συμβούλιο, ΠΧ-ΝΖ-607, ΑΠ 1394/2006, ΠΧ-ΝΖ-621). Ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π Κ, όποιος εκτός από τη περίπτωση της παρ.1, στοιχείο β, του άρθρου 46 ΠΚ, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής απλή συνεργεία συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική η αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό, χωρίς να είναι άμεση, εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή την αποδοχή να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της. Η απλή συνέργεια μπορεί να παρασχεθεί στον αυτουργό της πράξης και με αρνητική συνδρομή που παρέχεται με παράλειψη, κατά την έννοια του άρθρου 15 ΠΚ και που υπάρχει όταν ο συνεργός, παρόλο ότι έχει από το νόμο ή από τη σύμβαση η από προηγούμενη ενέργεια του ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος αν και μπορεί να παρεμποδίσει τούτο, ανέχεται ή δεν ενεργεί προς αποτροπή του. Επίσης από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47 παρ.1, 49 παρ.2 και 386 παρ. 1, 3,α Π Κ προκύπτει ότι οι επιβαρυντικές περιστάσεις της απάτης (τέλεση κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ) που της προσδίδουν κακουργηματικό χαρακτήρα πρέπει να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του απλού συνεργού για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της απλής συνέργεια σε απάτη κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή τους στο πρόσωπο του αυτουργού. (ΑΠ 471/2008, ΠΧ-ΝΘ- 153). Πέραν των ανωτέρω πρέπει να λεχθούν και τα εξής: Δεν είναι νοητή με βάση τις κείμενες διατάξεις η διάσπαση μίας και της αυτής πράξεως, αναλόγως του βαθμού συμμετοχής, σε κακουργηματική για τους μεν και σε πλημμεληματική για τους δε. Μία πράξη σύμφωνα πάντοτε με τις κείμενες διατάξεις αποκτά κακουργηματική ή πλημμεληματική μορφή αποκλειστικά από την δράση του αυτουργού ή συναυτουργού, η συμμετοχική δράση έχει πάντοτε παρακολουθηματικό χαρακτήρα και δεν ήρτεται από το εάν εκτός του αυτουργού και ο συμμέτοχος (ηθικός αυτουργός - άμεσος ή αναγκαίος συνεργός - απλός συνεργός) επιδιώκει επιπροσθέτως ό,τι και ο αυτουργός για να έχει κακουργηματικό και όχι πλημμεληματικό χαρακτήρα η συμμετοχή του. Εάν το τελευταίο συμβαίνει αυτό συνιστά επιβαρυντική περίσταση που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ως κατά την επιμέτρηση της ποινής και όχι αναγκαίο όρο για τον χαρακτηρισμό πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος. Δεν συνάδει με την γραμματική και τελολογική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 46 και 47 του Π.Κ., η κρατούσα νυν ερμηνεία των σχετικών ως άνω διατάξεων στη νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού που απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο την επιδίωξη του αυτού με τον αυτουργό σκοπού για να καταστεί και ως προς τον συμμέτοχο η πράξη κακουργηματική. Είναι ρητές οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 46 του ΠΚ που επιτάσσουν: "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. 2. Όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει κάποιο έγκλημα, με μοναδικό σκοπό να τον καταλάβει ενώ αποπειράται να τελέσει το έγκλημα ή ενώ επιχειρεί αξιόποινη προπαρασκευαστική του πράξη και με τη θέληση να τον ανακόψει από την αποπεράτωση του εγκλήματος, τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού μειωμένη στο μισό".
Είναι ρητές επίσης οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 47 του Π.Κ., που επιτάσσουν: "1. Όποιος εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). 2. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 42 εφαρμόζεται αναλόγως και εδώ". Από τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει σαφέστατα ότι ο συμμέτοχος σε μία κακουργηματική από τον νόμο πράξη ανεξάρτητα από τον βαθμό συμμετοχής, είτε είναι ηθικός αυτουργός, είτε είναι άμεσος ή αναγκαίος συνεργός, είτε είναι απλός συνεργός, τιμωρείται πάντοτε με την ποινή του αυτουργού. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι η συμμετοχή υπό υποιανδήποτε μορφή σε κακουργηματική κατά τον νόμο πράξη του αυτουργού, σε κάθε περίπτωση λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της συμμετοχής είναι εκ του νόμου κακουργηματική, διότι χωρίς την συμμετοχή του ηθικού αυτουργού ή συνεργού, ο αυτουργός δεν θα ήταν σε θέση να φέρει εις πέρας την αξιόποινη πράξη που διέπραξε είτε παρακινούμενος προς τούτο είτε βοηθούμενος. Άλλωστε συνιστά ανεπίτρεπτη επιείκεια η διαφοροποίηση ως προς τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως της συμμετοχικής δράσεως του ηθικού αυτουργού ή συνεργού (άμεσου - απλού), σε σχέση με την δράση του αυτουργού, ο μεν αυτουργός δηλαδή να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος ο δε συνεργός στην ίδια πράξη σε βαθμό πλημμελήματος, όταν χωρίς την συνδρομή των συμμετόχων ο αυτουργός αδυνατεί να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποφάσισε είτε μόνος είτε ωθούμενος προς τούτο από τον ηθικό αυτουργό. Είναι έξω από την βούληση του νομοθέτη το να απαιτείται όπως η συμμετοχική δράση για να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει ο συμμέτοχος να επιδιώκει τον ίδιο με τον αυτουργό σκοπό. Δεν προβλέπεται από τον νόμο το πρόσθετο αυτό στοιχείο, απαιτείται όμως να υπάρχει πάντοτε μόνον όσον αφορά τον συναυτουργό και ουδένα άλλον. Η μόνη διαφοροποίηση που προβλέπεται από τον νόμο είναι εκείνη του απλού συνεργού, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 47 του Π.Κ. τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 του Π.Κ., πάντοτε όμως μέσα στα πλαίσια της ποινής που προβλέπεται για τον αυτουργό. Δεν συνάδει άλλωστε με τις προπαρατεθείσες διατάξεις η επέκταση εφαρμογής του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Κ. σε όλες ανεξαιρέτως τις επιβαρυντικές περιπτώσεις, η εφαρμογή του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Κ. πρέπει να γίνεται με φειδώ και σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις όταν πράγματι υφίστανται ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις στο πρόσωπο του συμμετόχου και όχι όσον αφορά την πράξη αυτήν καθ' εαυτήν. Η διεύρυνση της εφαρμογής του άρθρου 49 παρ. 2 του Π.Κ. και ως προς τους συμμετόχους σχετικά με την πράξη, ακυρώνει την βούληση του νομοθέτη ως προς την αυτή με τον αυτουργό ποινική μεταχείριση και των συμμετόχων όπως προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του Π.Κ.
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθά ερμήνευσαν και ορθά εφάρμοσαν τις προκείμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η αίτηση αναιρέσεως του οποίου πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 100/25-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Ν. του Τ. και της Ε., 42 ετών, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1535/20-7-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 14 Φεβρουαρίου 2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρο 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ. Δ ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση, και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 2 και 511 του ΚΠΔ, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 100/25/8/2010 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το υπ' αριθμ. 1535/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του 3263/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δυνάμει του οποίου αυτός παραπέμφθηκε στο αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για από κοινού και κατ'εξακολούθηση κακουργηματική απάτη, σε απόπειρα και τετελεσμένη και από κοινού και κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείονος Γ. Σ. στο γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων Αθηνών και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 100/25/8/2010 έκθεση, στην οποία αναφέρονται, συνοπτικώς, τα εξής: Ασκώ αναίρεση κατά του υπ' αριθμ. 1535/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκδοθέντος επί εφέσεως μου κατά του 3263/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπομαι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστώ για τις εξής αξιόποινες πράξεις...( παραθέτει το διατακτικό του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και στη συνέχεια μέρος του σκεπτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Ακολούθως, ο αναιρεσείων, αφού αναπτύσσει τα άρθρα 1 παρ. 3, 2, 4 παρ. 1, 5 παρ.1, 6 7 παρ. 1, 8, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 , 93 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, και 282 του ΚΠΔ, θεωρεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και ο ΚΠΔ. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων αφού παραθέτει στις 46 σελίδες του αναιρετηρίου του, κατά πιστή αναφορά, το απολογητικό του υπόμνημα που είχε υποβάλει στην Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών (στο οποίο εξιστορεί τα πραγματικά περιστατικά των αποδιδόμενων σ' αυτών πράξεων και παραθέτει, κατά πιστή αναφορά, τις αγωγές και τις μηνύσεις που έχει ασκήσει κατά του μηνυτή του Γ. Σ. και το αίτημα του να εξετασθούν οι προτεινόμενοι μάρτυρες του και κατ' αντιπαράσταση με αυτόν ο μηνυτής του, ο αδελφός του μηνυτή και οι συγκατηγορουμένοι του), καταλήγει στο ότι αν είχε λάβει χώρα η κατ' αντιπαράσταση εξέταση του με τον μηνυτή και τους συγκατηγορουμένους του, σε άλλη κρίση θα είχε οδηγηθεί το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, όσο και το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, γι' αυτό και από όλα τα παραπάνω δεν φαίνεται το προσβαλλόμενο βούλευμα να έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ζητεί την αναίρεση του. Ετσι όμως, όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αναιρέσεως, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε ποια κεφάλαια αυτού ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα σ' αυτό, είναι παντελώς αόριστος, γι' αυτό η παραπάνω αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω παντελούς αοριστίας του λόγου της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ. Τούτο γιατί στην αίτηση αυτή δεν γίνεται οποιαδήποτε σχετική αναφορά για τις τυχόν πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Αντίθετα σ' αυτή διαλαμβάνεται αυτολεξεί το κείμενο διαφόρων αγωγών και μηνύσεων του αναιρεσείοντος κατά του μηνυτή του Γ. Σ., χωρίς από αυτές να προσδιορίζονται ανάλογες πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Μετά από αυτά, απορριπτόμενης της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 576 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/8/2010 αίτηση του Α. Ν. του Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1535/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για απάτη κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφία με χρήση. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, διότι δεν διαλαμβάνει κανένα λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ΚΠΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 707/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Προέδρου του Ε' Ποινικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη), Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 165-166/2009 και 56 έως 59/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Με κατηγορούμενο τον Γ. Ζ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Β. Γ. του Σ. και 2)Ρ. Γ. συζ. Β. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Διαμαντή.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/30-7-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1037/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτει περαιτέρω, ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Εξάλλου, στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αναφέρονται ενδεικτικά τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα και ανάμεσα σ' αυτά είναι και οι ενδείξεις. Ενδείξεις θεωρούνται γεγονότα, καταστάσεις ή αντικείμενα, που εξαιτίας των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβησαν ή διαμορφώθηκαν, αποκτούν ειδική σημασία για την βεβαίωση του εγκλήματος και την εξακρίβωση της ταυτότητος του δράστη. Οι ενδείξεις είναι το αποδεικτικό μέσο που τείνει σε έμμεση απόδειξη, για την ουσιαστική αξιολόγηση του οποίου ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προβεί σε ένα δικανικό συλλογισμό και, σύμφωνα με το συμπέρασμα αυτού, να σχηματίσει πεποίθηση για το κάθε κρίσιμο θέμα. Οι ενδείξεις διακρίνονται σε προσωπικές και πραγματικές. Οι προσωπικές συνίστανται σε γεγονότα, πράξεις ή συναισθήματα, που αναφέρονται σε τρία κυρίως θέματα : α) την ύπαρξη κινήτρου για την τέλεση του εγκλήματος, β) την σχέση του κατηγορουμένου με το έγκλημα και γ) το "άλλοθι του", η αδυναμία δηλαδή να αποδειχθεί ότι βρισκόταν κάπου αλλού κατά τον κρίσιμο χρόνο. Οι πραγματικές ενδείξεις μπορεί να βρίσκονται είτε πάνω στο θύμα είτε στον δράστη, είτε στον τόπο του εγκλήματος είτε σε οποιοδήποτε άλλο τόπο. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ (να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αυτής, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ακόμη, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης δεν συνάγεται με τρόπο αναμφισβήτητο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, πάγια η νομολογία και η επιστήμη δέχονται, ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα, που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν είναι μια τέτοια αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της αποφάσεως, δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Βεβαίως, το αποτέλεσμα του' συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πλην όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο ή διαφορετικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, μετά από αναίρεση, με την υπ' αριθ. 2254/ 2008 απόφαση του Δικαστηρίου Αρείου Πάγου, της προηγούμενης υπ' αριθ. 8-14/2007 αθωωτικής απόφασής του, με την ήδη προσβαλλόμενη με την υπό κρίση υπ' αριθ.30/20-7-2010 νομότυπη και εμπρόθεσμη αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ' αριθ. 165-166/2009 και 56-59/2010 απόφασή του, κήρυξε αθώο κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο Γ. Ζ. του Χ., κάτοικο ήδη ..., της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Ως αιτιολογία της αθωωτικής αυτής του απόφασης το Δικαστήριο, αφού παραθέτει στην αρχή του σκεπτικού κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, στη συνέχεια διαλαμβάνει, ότι κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των δικαστών (τακτικών και ενόρκων) που το συγκροτούσαν, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα γεγονότα: "Την Τετάρτη 1-10-1997 και περί την 22.00 ώρα, σε διαμέρισμα όπου κατοικούσε στην ..., στον τέταρτο όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, βρέθηκε στυγερά δολοφονημένη η Π. Γ. του Β. και Ρ., η οποία είχε γεννηθεί στις 22-3-1976 και ήταν φοιτήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Με το υπ' αριθ. 558/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Λάρισας, ο κατηγορούμενος Γ. Ζ. του Χ. που έχει γεννηθεί στο ... το έτος 1968, παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Βόλου για να δικασθεί ως υπαίτιος της εις βάρος της Π. Γ. διαπραχθείσης ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου με την υπ' αριθ. 9, 10, 11, 27, 28, 29, 30, 32, 33, 34, 35, 36/16-3-2005 απόφαση του κήρυξε ομοφώνως ένοχο τον κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και του επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκδόθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας η υπ' αριθ. 8,8Α,10,13,14/31-1-2007 απόφαση δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ομοφώνως αθώος της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Ήδη φέρεται προς εκ νέου εκδίκαση η υπόθεση μετά την αναίρεση της προαναφερομένης αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας δυνάμει της υπ' αριθ. 2254/2008 αποφάσεως του Αρείου πάγου. Το πτώμα της Π. Γ. βρέθηκε ξαπλωμένο κάθετα επάνω στο κρεββάτι του υπνοδωματίου του ως άνω διαμερίσματος επί της οδού ... σε ύπτια θέση, φορούσε δε από τη μέση και κάτω παντελόνι φόρμας χρώματος μαύρου, στα πόδια αθλητικές άσπρες κάλτσες, από τη μέση και επάνω φορούσε άσπρη μπλούζα κοντομάνικη με στάμπα χρωματιστή (κίτρινη -πράσινη -μπλε - μωβ) στο εμπρόσθιο μέρος η οποία ήταν ανασηκωμένη επάνω από το στήθος της και στηθόδεσμο κουμπωμένο από το πίσω μέρος του και τραβηγμένο από το εμπρόσθιο μέρος επάνω από το στήθος της. Το αριστερό της χέρι ήταν λυγισμένο και περασμένο κάτω από τη μέση της, ενώ το δεξιό της χέρι ήταν σηκωμένο προς τα επάνω και ακουμπούσε στο δεξιό της ώμο. Στο δεξιό της χέρι φορούσε ωρολόγι που ήταν σταματημένο στις 8.30' ώρα με ημερομηνία 24. Το κρεββάτι επί του οποίου βρέθηκε το πτώμα ήταν σιδερένιο, διαστάσεων 1,90 χ 1,30 μ., επάνω σ' αυτό υπήρχε ένα στρώμα και επάνω απ' αυτό στρωμένο μπλε σεντόνι. Το πρόσωπο του θύματος σκέπαζε ένα μαξιλάρι εμπριμέ χρώματος. Επάνω στο κρεββάτι και δίπλα στο αριστερό της χέρι ήταν ακουμπισμένα με όρθιο το σκελετό τα γυαλιά μυωπίας του θύματος από τα οποία έλειπε το δεξιό πλαστικό στήριγμα. Στο δεξιό φακό των γυαλιών μυωπίας και στο εσωτερικό μέρος αυτού υπήρχαν μικρές κηλίδες αίματος. Δίπλα στα γυαλιά, επάνω στο κρεββάτι, υπήρχε μια μπιζουτιέρα εντός της οποίας υπήρχαν φουλάρια (μαντήλια) διαφόρων αποχρώσεων. Δεξιά του θύματος και μερικώς κάτω από το σώμα του, υπήρχε ένα πουκάμισο γαλάζιου χρώματος μάρκας LABER NOIR με κουμπωμένα τα κουμπιά του εκτός από τα δύο πρώτα.
Στην αριστερή πλευρά του στήθους του θύματος, στο λαιμό καθώς και στην πλάτη αυτού υπήρχαν πολλαπλά χτυπήματα. Το πρόσωπο του θύματος ήταν μελανό, υπήρχαν αίματα στη μύτη, στο στόμα, στην αριστερή πλευρά του στήθους και κάτω από το σώμα στο σεντόνι. Υπήρχαν είκοσι (20) κηλίδες αίματος πίσω από το κρεββάτι στον τοίχο του υπνοδωματίου και δέκα (10) κηλίδες αίματος στον τοίχο από τη δεξιά πλευρά του κρεββατιού και ακριβώς πίσω από το κεφάλι του θύματος, όλες οι κηλίδες σε ύψος από 70 έως 110 εκατοστά από το δάπεδο. Στο αριστερό πόδι του κρεββατιού, με φορά εισόδου στο υπνοδωμάτιο βρέθηκε η μία παντόφλα του θύματος, ενώ η άλλη παντόφλα βρέθηκε σε πλάγια θέση και απόσταση ογδόντα (80) εκατοστών του μέτρου από την πρώτη παντόφλα στο πάτωμα, πλησίον της μπαλκονόπορτας, η οποία ήταν κλειστή καθώς και το παντζούρι αυτής. Δίπλα από την παντόφλα ήταν πεταμένο ένα πορτατίφ με τη λάμπα του και πάνω από αυτό υπήρχε μπρίζα ηλεκτρικού ρεύματος στην οποία ήταν περασμένο το καλώδιο από το ηλεκτρικό ωρολόγιο που ήταν σε λειτουργία, ενώ το "αλάρμ" από το ξυπνητήρι έδειχνε την 10.00' ώρα. Στο αριστερό τζάμι της μπαλκονόπορτας, η οποία ήταν διπλή διαστάσεων 2,01 Χ 0,65 κάθε φύλλο, από το εσωτερικό μέρος και σε ύψος 0,95 μ. από το πάτωμα υπήρχε κηλίδα αίματος κυλιόμενη προς τα κάτω μήκους 9,5 εκατοστών του μέτρου και πλάτους 3 έως 10 χιλιοστών του μέτρου. Η Π. Γ. από το έτος 1994 αφότου εισήχθη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στη Λάρισα, είχε μισθώσει διαμέρισμα, ιδιοκτησίας Ν. Π., στην πολυκατοικία της Λάρισας επί της οδού ..., στον τέταρτο όροφο, όπου κατοικούσε και βρέθηκε δολοφονημένη. Σε διπλανό διαμέρισμα κατοικούσε ο εκμισθωτής του διαμερίσματος Ν. Π., συνταξιούχος δάσκαλος με την οικογένεια του δηλαδή τη σύζυγο του Α. Π. που διατηρούσε τότε και εκμεταλλευόταν καθαριστήριο στη ... και τους δύο γυιούς του Π. Π., φοιτητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συμφοιτητή της Π. Γ. την οποία οι φίλοι της και γνωστοί της αποκαλούσαν "Ε." και Ε. Π., ηλικίας τότε 19 ετών ο οποίος εργαζόταν σε επιχείρηση χωματουργικών εργασιών του συγγενούς του Σ. Π.. Η πλέον στενή φίλη της Π. Γ. ήταν η συμφοιτήτριά της Α. Μ. του Ε. που έχει γεννηθεί στα ... . Η Π. Γ. συνομίλησε τηλεφωνικώς με τη μητέρα της Ρ. Γ. το Σάββατο 27-9-1997 περί την 18.00 - 19-00' ώρα και ανέφερε σ' αυτήν ότι ήταν καλά. Το πρωί του Σαββάτου, η Α. Π. και περί την 10.00' ώρα, συνάντησε στο διάδρομο του 4ου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας επί της οδού ..., την Π. Γ., συνομίλησαν και της πρότεινε το βράδυ της ιδίας ημέρας να έλθει στο σπίτι της (οικογένειας Π.) για να παρακολουθήσει παρέα με το γυιό της Π. και τους φίλους του, ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση. Η Π. Γ. αρνήθηκε να μεταβεί το βράδυ στο σπίτι της οικογένειας Π. διότι "κάπου είχε να πάει". Το Σάββατο το μεσημέρι περί την 14.30' ώρα, η Π. Γ., η Α. Π. και ο σύζυγος της Ν. Π. συνομίλησαν από τις κουζίνες των διαμερισμάτων τους τα οποία εφάπτονται και ο Ν. Π. πρότεινε στην Π. Γ. να εξοφλήσει αυτός για λογαριασμό της οφειλή της στη ΔΕΗ που είχε λήξει. Περί την 19.30' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997, η Α. Π. συνομιλεί και πάλι με την Π. Γ. από το παράθυρο της κουζίνας της και της προτείνει και πάλι να έλθει το βράδυ στο σπίτι της για να παρακολουθήσει με το γυιό της και τους φίλους του τον ποδοσφαιρικό αγώνα, λαμβάνει όμως την ίδια απάντηση, ότι δηλαδή "όχι δεν θα έλθω γιατί κάπου έχω να πάω". Ως προς το ότι κατ' αυτό τον τρόπο και με αυτή τη δικαιολογία αρνητικά απάντησε η Π. Γ. στην πρόσκληση της Α. Π., εδραία πεποίθηση σχηματίζει το Δικαστήριο από τις καταθέσεις της Α. Π. ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού και του ακροατηρίου του αυτού Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας η αναιρεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία είναι σαφής και κατηγορηματική ως προς το ποια απάντηση έλαβε. Οι καταθέσεις δε αυτές της Α. Π. δεν αναιρούνται εκ του γεγονότος ότι ο σύζυγος της Ν. Π. σχετικά καταθέτει άλλοτε ότι η απάντηση της Ε. ήταν ότι δεν θα πήγαινε σπίτι τους διότι ήθελε να διαβάσει, άλλοτε ότι δεν θα πήγαινε σπίτι τους διότι είχε κάποια δουλειά και ίσως να μην μπορούσε και άλλοτε ότι απάντησε αρνητικά στην πρόσκληση γιατί κάπου θα πήγαινε, εφόσον άμεση γνώση περί του τι ακριβώς απάντησε η Π. Γ. έχει μόνο η συνομιλήσασα μ' αυτήν Α. Π.. Εκείνο το βράδυ του Σαββάτου 27-9-1997 στο διαμέρισμα της οικογένειας Π. που εφάπτεται με το διαμέρισμα όπου κατοικούσε η Π. Γ., παρακολούθησαν τηλεοπτικό ποδοσφαιρικό αγώνα ο Π. Π., ο Μ. Σ., ο Δ. Μ., ο Γ. Β. και η Μ. Π.. Αργότερα, ήλθε στο σπίτι του και ο μικρότερος γυιος της οικογένειας Ε. Π.. Στη συνέχεια ο Π. Π. και οι φίλοι του περί την 23.30' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 έφυγαν από το διαμέρισμα και πήγαν στο παζάρι της ... στη ... και κατόπιν έφυγαν από το διαμέρισμα τους με τον ίδιο προορισμό και οι Ν. Π. και Α. Π., να πάνε στο παζάρι της .... Ο Ε. Π. παρέμεινε μόνος του στο διαμέρισμα και κοιμήθηκε μέχρι την 13.30' ώρα της Κυριακής 28-9-1997. Περί την 15,00' ώρα της Κυριακής, ο Ε. Π., οι γονείς του Ν. και Α., οι εξαδέλφες αυτού Λ. και Μ. Π. και η μητέρα των τελευταίων έφυγαν από τη ... με IX επιβατηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε. Π. και πήγαν στο χωριό .... Εκεί παρέμεινε μόνο ο Ε. Π. μέχρι την Τετάρτη 1-10-1997 και οι λοιποί επέστρεψαν στη ... το βράδυ της Κυριακής. Κανένα μέλος της οικογένειας Π. δεν άκουσε ούτε παρατήρησε κάτι περίεργο να συμβαίνει στο διαμέρισμα της Π. Γ. ούτε είδε κάποιον να εισέρχεται στο διαμέρισμα της το Σάββατο 27-9-1997 και Κυριακή 28-9-1997. Η στενή φίλη της Π. Γ. Α. Μ. για τελευταία φορά είδε τη φίλη της τη Τρίτη 23-9-1997 και μετά έφυγε από τη ... και πήγε στα ..., τόπο καταγωγής της, επέστρεψε δε στη ... το βράδυ του Σαββάτου 27-9-1997. Το βράδυ αυτό δεν αναζήτησε τη φίλη της. Την επομένη ημέρα Κυριακή 28-9-1997 μαζί με τον τότε φίλο της και τώρα σύζυγο της Α. Γ. και περί την 17.00' ώρα το απόγευμα, η Α. Μ. πέρασε από το διαμέρισμα της φίλης της, κτύπησε το κουδούνι της κυρίας εισόδου και δεν απάντησε κάποιος ούτε άνοιξε την πόρτα. Τη Δευτέρα το πρωί 29-9-1997 άρχιζε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας νέο εξάμηνο και η Α. Μ. γνώριζε ότι η φίλη της θα εξεταζόταν στο μάθημα της Ιατρικής ψυχολογίας στο επί της οδού Υψηλάντου κτίριο της Ιατρικής Σχολής. Το πρωί της Δευτέρας η Α. Μ., όπως η ίδια κατέθεσε, ερώτησε συμφοιτήτριά τους με το όνομα Α. Τ. αν η "Ε." εξετάστηκε στο μάθημα της Ψυχολογίας και αν είδε την "Ε." το πρωΐ της Δευτέρας 29-9-1997 και έλαβε την καταφατική "ναι, ναι". Επεξήγησε η μάρτυς Α. Μ. ότι αυτή μεν ερώτησε για την Ε. αλλ' η Α. Τ. εννόησε ότι ερωτούσε για μια άλλη κοπέλα την "Έ." που όπως διευκρινίστηκε από την πολιτική αγωγή είναι η Ε. Ε. και ότι για την "Έ." έλαβε τελικά την καταφατική απάντηση. Την Τρίτη 30-9-1997 η Π. Γ. δεν πήγε στο κτίριο της Ιατρικής Σχολής για να παρακολουθήσει τα μαθήματα του νέου εξαμήνου και η Α. Μ. τηλεφώνησε πρώτα στο σπίτι του Ν. Π. για να ρωτήσει αν είδαν την Ε. και έλαβε αρνητική απάντηση, δεδομένου ότι η Π. Γ. δεν είχε τηλέφωνο στο διαμέρισμα της, ούτε διέθετε κινητό τηλέφωνο. Κατόπιν, η Α. Μ. τηλεφώνησε στο πατρικό σπίτι της Π. Γ. στη ... και αφού ρώτησε τους γονείς της αν η φίλη της βρίσκεται εκεί, έλαβε και πάλι αρνητική απάντηση. Την Τετάρτη 1-10-1997, ο Β. Γ., πατέρας της Π., στέλνει με επιταγή χρήματα στην κόρη του και αυτή δεν του τηλεφώνησε ότι έλαβε τα χρήματα, όπως συνήθιζε να κάνει σε παρόμοιες περιπτώσεις. Την Τετάρτη 1-10-1997, η Α. Μ. αναζήτησε και πάλι τη φίλη της περνώντας από το διαμέρισμα της και αφήνοντας ένα σημείωμα στην είσοδο του διαμερίσματος της στο οποίο ανέγραφε "Ε., μόλις έρθεις, πάρε με τηλέφωνο ή πέρνα από το σπίτι, Α.". Την Τετάρτη άρχισαν να ανησυχούν οι γονείς της Π. Γ. για την τύχη της κόρης τους, αλλά και όλοι οι φίλοι της. Έτσι, την Τετάρτη το βράδυ η Α. Μ., ο Μ. Σ., ο Π. Π. η φίλη του και τώρα σύζυγος του Μ. Π., περί την 21.45' ώρα πήγαν όλοι μαζί στο διαμέρισμα της Π. Γ., κτύπησαν επίμονα το κουδούνι του διαμερίσματος, αλλά δεν τους άνοιξε κάποιος. Η Π. Γ., είχε δώσει κλειδί του διαμερίσματος της στην οικογένεια Π. για να χρησιμοποιηθεί αυτό σε περίπτωση ανάγκης. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στους φίλους της οι οποίοι ανεζήτησαν τούτο από την Α. Π. που εκείνη την ώρα ευρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα της. Το κλειδί αυτό αρχικά δεν ανευρισκόταν και η Α. Π. αφού τηλεφώνησε στο σύζυγο της που βρισκόταν σε καφενείο της Κεντρικής Πλατείας ... για να της υποδείξει την ακριβή θέση του κλειδιού αυτού, το ανεύρε και το παρέδωσε στους φίλους της Π. Γ., οι οποίοι με το κλειδί αυτό προσπάθησαν να ανοίξουν το διαμέρισμα αλλά δεν το κατάφεραν διότι στη θέση της κλειδαριάς και στο εσωτερικό μέρος της πόρτας υπήρχε άλλο κλειδί. Η Α. Π., αντιλαμβανόμενη ότι γινόταν προσπάθεια να ανοιχθεί η πόρτα του διαμερίσματος της Ε., έντρομη εγκατέλειψε την οικία της και κατέφυγε στην οικία του συγγενούς της Σ. Π.. Στο εν τω μεταξύ, κατέφθασε στην πολυκατοικία της οδού ... ο Ν. Π., όταν ήδη είχε κληθεί κλειδαράς για να ανοίξει την πόρτα και η πόρτα είχε ανοιχθεί απ' αυτόν περί την 22.00' ώρα. Ίχνη παραβιάσεως στην κυρία αυτή είσοδο του διαμερίσματος δεν ανευρέθηκαν, η πόρτα ήταν κλεισμένη αλλά ξεκλείδωτη και τα κλειδιά ευρίσκονταν επάνω στην κλειδαριά από το εσωτερικό μέρος της πόρτας του διαμερίσματος. Ταυτοχρόνως έφθασε στην πολυκατοικία και ο Ε. Π. προερχόμενος από το χωριό .... Με το άνοιγμα της πόρτας του διαμερίσματος, έντονη δυσοσμία κατέκλυσε το χώρο. Στο διάδρομο του διαμερίσματος βρέθηκαν δύο σημειώματα: το ένα σε φύλλο τετραδίου που ανέγραφε "Ε., μόλις έρθεις, πάρε με τηλέφωνο ή πέρνα από το σπίτι, Α." και το δεύτερο σε φύλλο ημερολογίου με ημερομηνία 23-9-1997 που ανέγραφε "28-9-1997, Ε., πέρασα και δε σε βρήκα στο σπίτι. Μπορείς να με επισκεφθείς στο Νοσοκομείο από τις 5 μέχρι 8 κάθε απόγευμα (γιατί δεν γνωρίζω πότε θα βγω). Σου εύχομαι καλό διάβασμα. Τα λέμε σύντομα. Κ.". Η Π. Γ. ήταν μέλος της Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας η οποία ανήκει θεολογικά στο δόγμα των διαμαρτυρομένων και είναι επίσημα αναγνωρισμένη από το Ελληνικό Κράτος. Ο Κ. που υπογράφει το ως άνω σημείωμα είναι ο Κ. Κ. που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και ανήκε και αυτός στην Ευαγγελική Εκκλησία. Ο Κ. Κ. τότε ήταν φοιτητής στα ΤΕΙ Λάρισας στο Τμήμα Τεχνολογίας Ιατρικών Εργαστηρίων και παράλληλα εκπλήρωνε τις στρατωτικές του υποχρεώσεις στον Ελληνικό Στρατό. Τη Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 1997 ο Κ. Κ. ήλθε με μετάθεση ως στρατιώτης στη ... και στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της πόλεως αυτής. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1997 με την έλευση του στη ..., ο Κ. Κ. αναζητεί την Π. Γ. την οποία έχει γνωρίσει στην Ευαγγελική Εκκλησία της ...ς, αλλά δεν ανευρίσκει το διαμέρισμα της. Την Τρίτη 23-9-1997 ο Κ. Κ. αναζητεί την Π. Γ. περί την 20.00' ώρα και δεν την ανευρίσκει, οπότε αφήνει ένα σημείωμα στο οποίο αναγράφει "πέρασα και δεν σε βρήκα", επανέρχεται την Τρίτη περί την 22.00' ώρα και την βρίσκει στο διαμέρισμα της. Την Τετάρτη 24-9-1997 ο Κ. Κ. επισκέπτεται την Π. Γ. στο διαμέρισμα της, κάθεται μαζί της στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε αυτή ως χώρο υποδοχής των φίλων της (καθιστικό) και περί την 21.30' ώρα πηγαίνουν μαζί σε ένα φιλικό τους σπίτι εκείνο του Μ. Τ. για να ευχηθούν για το νεογέννητο μωρό τους. Την Κυριακή 28-9-1997 ο Κ. Κ. είχε έξοδο από το στρατόπεδο, 1 0.30' το πρωί συνάντησε τον Ε. Π., ο οποίος εγνώριζε κι αυτός την Ε. από την ... και πήγαν μαζί στη Ευαγγελική Εκκλησία, κατόπιν επέστρεψε στο στρατόπεδο του, εξήλθε την 16.30' ώρα απ' αυτό, συνάντησε και πάλι τον Ε. Π. και αμέσως περί την 17.30' ώρα πήγαν στο διαμέρισμα της Π. Γ., χτύπησαν το κουδούνι του διαμερίσματος της αλλά δεν τους άνοιξε κάποιος. Και οι δυο μαζί, αφού πήγαν μία βόλτα, πέρασαν από την Ευαγγελική Εκκλησία και στη συνέχεια επανήλθαν στο διαμέρισμα της Π. Γ. . Δεν τους άνοιξε κανείς περί την 19.30' ώρα της Κυριακής και έφυγαν. Ο Ε. Π. έφυγε με λεωφορείο του ΚΤΕΛ για την ... ενώ ο Κ. Κ. πήγε στο Χριστιανικό Κέντρο της Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας και αυτή τη φορά, μαζί με δύο άλλους φίλους του τον Μ. και το Β. Ρ., περί την 10.30' ώρα της Κυριακής ξαναπέρασε από το διαμέρισμα της Π. Γ., χτύπησε επίμονα το κουδούνι του διαμερίσματος της αλλά δεν πήρε καμμία απάντηση, οπότε έγραψε το σημείωμα που προαναφέρθηκε με το ως άνω περιεχόμενο που ευρέθηκε στο διάδρομο του διαμερίσματος της όταν ανοίχθηκε η κυρία είσοδος αυτού από τον κλειδαρά που προσέτρεξε την Τετάρτη το βράδυ 1-10-1997. Με το άνοιγμα της πόρτας, εισήλθαν εντός του διαμερίσματος ο Μ. Σ. και ο Π. Π. οι οποίοι και αντίκρισαν το πτώμα της Π. Γ. επάνω στο κρεββάτι του υπνοδωματίου της κάθετα με ένα μαξιλάρι στο πρόσωπο ενώ υπήρχε πολύ αίμα στην αριστερή πλευρά του στήθους της καθώς και στο σεντόνι του κρεββατιού. Το πτώμα ανευρέθηκε στην κατάσταση που λεπτομερώς περιγράφηκε στην αρχή της αποφάσεως, όπως βεβαιώνεται στην αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας που συνετάγη στις 2-10-1997 ημέρα Πέμπτη και ώρα 16.40" από τον Αστυνόμο Α' Χ. Θ. της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Λάρισας και από τον Υπαστυνόμο Α' Ν. Θ. της ίδιας Υπηρεσίας ως Β' Ανακριτικό Υπάλληλο. Εντός του διαμερίσματος και μέχρις ότου έλθει στον τόπο του εγκλήματος η Αστυνομία, εισήλθε η Α. Μ. η οποία είδε και αυτή το πτώμα της φίλης της κάθετα στο κρεββάτι του υπνοδωματίου της με το μαξιλάρι στο πρόσωπο της και ο Ν. Π.. Όπως ο ίδιος (Ν. Π.) κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, εισερχόμενος στο διαμέρισμα της Π. Γ., με τη σκέψη μήπως σχηματισθεί ρεύμα και κλείσει η πόρτα του διαμερίσματος, έπιασε και έβγαλε με τα χέρια του τα κλειδιά που είχαν βρεθεί στο εσωτερικό μέρος της κυρίας εισόδου του διαμερίσματος της Π. Γ. στην κλειδαριά της πόρτας, αλλά αμέσως αναλογιζόμενος το σφάλμα του, τοποθέτησε πάλι τα κλειδιά στην κλειδαριά εκεί ακριβώς όπου είχαν ευρεθεί χωρίς να σκεφθεί όμως, όπως ο ίδιος και πάλι κατέθεσε, ότι στα κλειδιά αυτά μπορεί να υπήρχαν αποτυπώματα του δράστη της ανθρωποκτονίας και με τον τρόπο αυτό που ενήργησε μπορεί αυτά να έσβηναν. Το διαμέρισμα όπου κατοικούσε και βρέθηκε νεκρό το θύμα αποτελείτο από δύο κύρια δωμάτια (υπνοδωμάτιο -καθιστικό), μία κουζίνα και τουαλέττα, η ακριβής θέση των οποίων φαίνεται στο αναγνωσθέν σχεδιάγραμμα. Μπαίνοντας στο διάδρομο του διαμερίσματος αμέσως δεξιά ήταν το υπνοδωμάτιο χωρίς φωτισμό και στο κρεββάτι επάνω όπως προαναφέρθηκε υπήρχε κάθετα και σε ύπτια θέση το πτώμα της Π. Γ. που έφερε πολλαπλά τραύματα στο αριστερό στήθος και το λαιμό, ενώ υπήρχε πολύ αίμα στην αριστερή πλευρά του στήθους της και στο σεντόνι του κρεββατιού. Το δωμάτιο στο οποίο βρέθηκε το πτώμα βρισκόταν αμέσως δεξιά στο διάδρομο του διαμερίσματος, η πόρτα του βρέθηκε ανοικτή και το φως πατώντας το διακόπτη δεν άναβε. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε το κρεββάτι διαστάσεων 1,90X1,30μ, στο κρεββάτι υπήρχε το στρώμα και επάνω απ' αυτό ήταν στρωμένο μπλε σεντόνι, ενώ δεξιά του θύματος και μερικώς κάτω από το σώμα του, όπως προαναφέρθηκε υπήρχε ένα πουκάμισο μπλε χρώματος μάρκας LABER NOIR. Στην αριστερή πλευρά του υπνοδωματίου υπήρχε το καλοριφέρ και επάνω απ' αυτό ήταν κρεμασμένα στον τοίχο τρία (3) ψάθινα καπέλα. Παράλληλα στο καλοριφέρ ήταν η σιδερώστρα όπου ήταν ακουμπισμένο ένα πάπλωμα, κάτω από τη σιδερώστρα υπήρχε σακ-βουαγιάζ κλειστό με καθαρά ρούχα και δίπλα στο σακ-βουαγιάζ στο πάτωμα ένα χάρτινο κουτί στο οποίο υπήρχαν φάκελλοι με γράμματα από αλληλογραφία και ένα χαρτάκι κίτρινο από εισιτήριο ΚΤΕΛ Ν. Λάρισας στην πίσω πλευρά του οποίου ανέγραφε τα εξής: "Ε., γεια σου. Ήρθα στις 20.15 και έλειπες. Θα περάσω και αύριο, Κ.".Από την αριστερή πλευρά του διαδρόμου του διαμερίσματος βρισκόταν η κουζίνα εντός της οποίας βρέθηκαν όλα τα αντικείμενα σε τάξη. Η πόρτα της βρέθηκε ανοιχτή. Στην αριστερή πλευρά της κουζίνας υπήρχε μεταλλικό τραπέζι. Κοντά στο τραπέζι, υπήρχε ψυγείο εντός του οποίου βρέθηκαν δύο γιαουρτάκια, ένα μικρό γάλα ΦΑΓΕ με ημερομηνία 27-30/9/1997, ντομάτες, γυάλινο μπουκάλι με νερό, μικρό μπουκάλι με σόδα και ένα μπωλ γυάλινο μέσα στο οποίο υπήρχαν μαγειρεμένα μακαρόνια. Πάνω από το ψυγείο, ήταν τοποθετημένο ένα ηλεκτρικό φουρνάκι με τρία (3) μάτια. Το μεσαίο μάτι ήταν αναμμένο και επάνω σ' αυτό υπήρχε μια μικρή κατσαρόλα με το καπάκι της κλεισμένο και μέσα σ' αυτό υπήρχαν φακές που είχαν καεί (είχαν γίνει "κάρβουνο"). Επάνω απ' το φουρνάκι υπήρχε ο απορροφητήρας ο οποίος ήταν και αυτός σε λειτουργία και επάνω απ' αυτόν ήταν η ψωμοθήκη άδεια. Στη συνέχεια του ψυγείου ακολουθούσε ο νεροχύτης, πάνω στο νεροχύτη ήταν η πιατοθήκη εντός της οποίας μεταξύ άλλων ήταν και ένα μαχαίρι κουζίνας με ξύλινη λαβή "ΤRΑΜΟΝΤΙΝΑ". Επάνω από το νεροχύτη υπήρχε το παράθυρο της κουζίνας με δύο σιδερένια φύλλα διαστάσεων 0,90Χ0,83μ. Το αριστερό του φύλλο ήταν ανοιχτό και συγκρατιόταν από ένα άγκιστρο που ήταν κρεμασμένο σε κρεμάστρα του τοίχου. Στο περβάζι του παραθύρου υπήρχαν ένα ρολόι ΟRIΕΝ σε λειτουργία και δίπλα ένα μπουκάλι ξύδι, μία χλωρίνη, ένα SVELΤΟ και ένα κρεμμύδι. Μετά την κουζίνα, ακολουθούσε ο χώρος της τουαλέτας στο βάθος της οποίας ήταν η μπανιέρα, επάνω από την μπανιέρα ήταν ένα παράθυρο κλειστό, ενώ δεξιά της μπανιέρας και επάνω απ' αυτή, ήταν ο θερμοσίφωνας στηριγμένος στον τοίχο. Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε το καθιστικό δωμάτιο στη βόρεια πλευρά του οποίου υπήρχε μπαλκονόπορτα δίφυλλη, η οποία ήταν κλειστή. Στο διάδρομο του 4ου ορόφου της εν λόγω πολυκατοικίας και από την αριστερή πλευρά του τοίχου με φορά εξόδου από το ασανσέρ, υπήρχαν α) σε απόσταση δύο (2)μ. από την πόρτα του διαμερίσματος και σε ύψος 1,67 από το δάπεδο μία έγχρωμη κηλίδα, διαστάσεων 4χ1,5 εκατοστά του μέτρου αραιά και β) σε απόσταση 3,10μ. από την πόρτα του διαμερίσματος και σε ύψος 1,37-1,64 και 1,81 μ τρεις μικρές κηλίδες έγχρωμες (βλ. ως άνω έκθεση αυτοψίας). Για τη διερεύνηση του εγκλήματος, κλήθηκε ιατροδικαστής από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Συνεργείο Σημάνσεως της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Αθηνών και την επομένη ημέρα, 2-10-1997 και περί την 13.00' έφθασε στον τόπο του εγκλήματος ο Ιατροδικαστής, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δρ. Δ. Ψ.. Ο Ιατροδικαστής Δ. Ψ. στην αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 2977/2-10-1997 ιατροδικαστική εξέταση, που αφορούσε την εξέταση του πτώματος της Π. Γ., προς διαπίστωση των αιτίων του θανάτου της, βεβαιώνει τα ακόλουθα: ΝΕΚΡΟΨΙΑ: Πρόκειται περί πτώματος θήλεος, αρτίας σωματικής διαπλάσεως, ηλικίας 21 ετών. Το πτώμα ευρίσκεται σε αρχόμενη σήψη, ενώ η μεταθανάτιος κυκλοφορία είναι εμφανής. Από την γενόμενη αυτοψία τις μεσημβρινές ώρες της 2-10-1997 στο διαμέρισμα της στη ..., αυτή βρέθηκε στο κρεββάτι της με την πλάτη στο στρώμα και το αριστερό χέρι όπισθεν της (στην πλάτη). Φορούσε μπλούζα και το κάτω μέρος της φόρμας, καθώς και στηθόδεσμο. Η μπλούζα ήταν ανασηκωμένη έως τη μεσότητα του θώρακα. Το πτώμα εξωτερικώς φέρει εκατόν τέσσερα (104) συνολικά τραύματα. Δέκα επτά (17) στην τραχηλική χώρα, πενήντα (50) κύκλω στην καρδιακή χώρα (διαμέτρου κύκλου 13X13 εκατοστών) και τριάντα επτά (37) στην ραχιαία επιφάνεια του σώματος. Μικροεκδορές πέριξ της θηλής του δεξιού μαστού ΝΕΚΡΟΤΟΜΗ-ΚΕΦΑΛΗ: Κατά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων δεν παρατηρούνται κακώσεις. Τα οστά του κρανίου δεν φέρουν κατάγματα. Ο εγκέφαλος είναι φυσιολογικός σε μέγεθος και δεν φέρει καταφανείς αλλοιώσεις. ΛΑΙΜΟΣ-ΘΩΡΑΞ: Kατά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων, παρατηρούνται αιμορραγικές διηθήσεις πέριξ της τραχηλικής χώρας. Από τα δέκα επτά (17) τραύματα, τα δώδεκα (12) έχουν σχετικό βάθος τραυματίζοντας τους μυς της περιοχής, ενώ τα πέντε (5) χαρακτηρίζονται επιπόλαια ως μη έχοντα βάθος. Το υοειδές οστούν και η συσκευή του λάρυγγος ελέγχονται φυσιολογικά. Η τραχεία αρτηρία και οι μεγάλοι βρόγχοι είναι ελεύθεροι ξένων σωμάτων, ενώ παρατηρούνται αιμορραγικές διηθήσεις πέριξ των φωνητικών χορδών. Οι πνεύμονες είναι φυσιολογικοί σε μέγεθος, φέρουν πολλαπλές μικρορήξεις του παρεγχύματος, ιδίως στην οπίσθια επιφάνεια. Ο καρδιακός σάκκος και λιγότερο η πρόσθια επιφάνεια του αριστερού πνεύμονος, φέρουν πολλαπλές και εκτεταμένες μικρορήξεις, ενώ η καρδία φέρει πολλαπλούς μικροτραυματισμούς, εννέα (9) δε απ' αυτούς σε μεγάλο βάθος. Στην καρδιακή χώρα μετρώνται πενήντα (50) τραυματισμοί, οι περισσότεροι έσω της θηλής, ενώ πολύ λίγοι πέντε (5) έξωθεν της θηλής προς τη μασχαλιαία χώρα. ΚΟΙΛΙΑ : Κατά τη διάνοιξη των μαλακών μορίων, δεν παρατηρούνται κακώσεις. Το ήπαρ, ο σπλην και οι νεφροί φυσιολογικοί σε μέγεθος. Ο στόμαχος είναι κενός σιτίων. Η όλη εικόνα δείχνει ότι το θύμα εδέχθη πολλά κτυπήματα με μικρό αιχμηρό όργανο πλάτους ενός (1) εκατοστού περίπου. Ο ιατροδικαστής πιστεύει ότι το όργανο αυτό είναι χαρτοκόπτης και ότι ο δράστης τις περισσότερες φορές που κτύπησε ήταν σαν να μην ήθελε να προξενήσει σοβαρό τραυματισμό. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το πτώμα της Π. Γ. του Β., ετών 21, φέρει κακώσεις δια τέμνοντος και νύσσοντος οργάνου επενεχθείσες. Ο θάνατος οφείλεται στις εν λόγω κακώσεις (ρήξεις πνευμόνων-καρδίας), επήλθε δε ούτος προ τετραημέρου περίπου - Ο θάνατος της Π. Γ. επήλθε συνεπώς εξ αιτίας των ως άνω τραυμάτων από τα χτυπήματα που αυτή δέχθηκε και μάλλον το θύμα εξέπνευσε, όπως κατέθεσε ο Ιατροδικαστής Δ. Ψ. στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συνεδρίαση επί της οποίας η αναιρεθείσα απόφαση (βλ. ταυτάριθμα με αναιρεθείσα απόφαση πρακτικά του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας σελ. 45-46), τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν από τα τελευταία κτυπήματα, ενώ τα κτυπήματα τα δέχθηκε η θανούσα εν ζωή. Το μαξιλάρι στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε για ακινητοποίηση του θύματος, ενώ εντυπωσιακά είναι τα πενήντα (50) χτυπήματα κύκλω στην καρδιά με συγκεκριμένη διάμετρο κύκλου 13X13. Χαρακτηριστικά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεθείσης αποφάσεως, ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. κατέθεσε (σελ. 47) "Το σώμα της έφερε 50 τρυπήματα στην καρδιά γύρω-γύρω... Μάλιστα αν αναλογιστείτε τη διάμετρο του κύκλου 13X13, είναι ό,τι ορίζει την καρδιά". Ενώπιον δε του ακροατηρίου του Δικαστηρίου αυτού, ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. κατέθεσε "Η κοπέλα είχε πάρα πολλά χτυπήματα γύρω από την καρδιακή χώρα ... Τα χτυπήματα ήσαν γύρω από την καρδιά και ήταν πολλά". Το Δικαστήριο πείθεται από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι το όργανο με το οποίο επλήγη το θύμα, το οποίο σημειωτέον δεν είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και ήταν παρθένο, ήταν τέμνον και νύσσον όργανο πλάτους ενός (1) εκατοστού περίπου και μήκους τουλάχιστον οκτώ (8) εκατοστών όπως π.χ. μαχαίρι, ψαλίδι, σουγιάς, νυστέρι, χαρτοκόπτης που λειτουργεί ως μαχαίρι. Η αναφορά του ιατροδικαστή Δ. Ψ. στην από 2-10-19976 ιατροδικαστική εξέταση ως προς το αιχμηρό αντικείμενο που επλήγη το θύμα "πιστεύω πως είναι χαρτοκόπτης" είναι ενδεικτική και όχι αποκλειστική. Συγκεκριμένα, στην ως άνω έκθεση του ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. καταλήγει "η όλη εικόνα δείχνει ότι το θύμα εδέχθη πολλά κτυπήματα με μικρό αιχμηρό όργανο πλάτους ενός (1) εκατοστού περίπου. Πιστεύω πως είναι χαρτοκόπτης και ότι ο δράστης τις περισσότερες φορές που κτύπησε ήταν σαν να μην ήθελε να προξενήσει σοβαρό τραυματισμό. Εκ των ανωτέρω συνάγομεν ότι το πτώμα της Π. Γ. του Β. ετών 21, φέρει κακώσεις δια τέμνοντος και νύσσοντος οργάνου επενεχθείσες". Στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, ο Δ. Ψ. κατέθεσε "Η κοπέλα είχε πάρα πολλά χτυπήματα γύρω από την καρδιακή χώρα. Μπορεί να ήταν και μία χοντρή βελόνα πλεξίματος που επέφερε τα πλήγματα. Ήταν στρογγυλά. Ίσως να ήταν και ένα σταυρωτό κατσαβίδι ... Αν είπα ότι τα χτυπήματα ήταν από χαρτοκόπτη, το ξαναλέω και σήμερα ...Ο χαρτοκόπτης ήταν τέμνον και νύσσον όργανο που λειτουργούσε ως μαχαίρι ... Μιλάμε για χαρτοκόπτη που ήταν όμως σκληρό αντικείμενο, όχι σαν αυτόν που κλείνει και βγαίνει έξω μια λάμα". Επίσης ο ίδιος ιατροδικαστής κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού επί της οποίας η αναιρεθείσα απόφαση, κατέθεσε "το αιχμηρό αντικείμενο που χρησιμοποιήθηκε πρέπει να ήταν σκληρό όχι όπως είναι ο χαρτοκόπτης που ανοιγοκλείνει και είναι ελαστικός". Κοινός πάντως χαρτοκόπτης το όργανο με το οποίο επλήγη το θύμα δεν ήταν, διότι ο χαρτοκόπτης από τη φύση του, για λόγους ασφαλείας του χρήστη, είναι τέμνον και αμβλύ όργανο (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη, Β'έκδοση, σελ. 1940 στη λέξη χαρτοκόπτης, όπου : "χαρτοκόπτης, μικρό μαχαίρι με αμβλεία κόψη, κατάλληλο για το κόψιμο χαρτιών"). Το νύσσον και τέμνον όργανο με το οποίο επλήγη το θύμα ήταν προφανώς ματωμένο, το αίμα πιτσιλούσε στους τοίχους του υπνοδωματίου κατά το χρόνο που καταφέρονταν τα κτυπήματα αφού ευρέθηκαν κηλίδες αίματος στους τοίχους του υπνοδωματίου του θύματος και επομένως, κατά λογική ακολουθία και δεδομένου ότι ο δράστης κτυπούσε το θύμα ευρισκόμενος σχεδόν σε επαφή μ' αυτό, αίμα του θύματος πρέπει να υπήρχε και στα ενδύματα του δράστη. Αίμα του θύματος στο πάτωμα του υπνοδωματίου αλλά και στα άλλα δωμάτια του διαμερίσματος, δεν σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας ότι ευρέθηκε. Το Δικαστήριο με πλήρη δικανική πεποίθηση καταλήγει στο ότι ο θάνατος της Π. Γ. συνεπεία των εκατόν τεσσάρων (104) χτυπημάτων που δέχθηκε με τέμνον και νύσσον όργανο στο υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος στη Λάρισα όπου εκατοικούσε, επήλθε εντός του χρονικού διαστήματος από την 20.00' ώρα του Σαββάτου 27 Σεπτεμβρίου 1997 έως την 15.00' ώρα της Κυριακής 28 Σεπτεμβρίου 1997. Με απόλυτη ακρίβεια, ο χρόνος θανάτου του θύματος το οποίο ευρέθηκε την Τετάρτη 1-10-1997 σε αρχόμενη σήψη και εμφανή μεταθανάτιο κυκλοφορία στις ωμικές χώρες (θώρακα-πρόσωπο) και ενώ η πράσινη κηλίς της σήψεως επεκτεινόταν στην κοιλία, δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ότι ο χρόνος θανάτου ενός ατόμου δεν μπορεί να προσδιορισθεί με απόλυτη ακρίβεια εκτός εάν το άτομο αυτό αποβιώσει στο Νοσοκομείο. Στην κρίση του το Δικαστήριο περί του χρόνου θανάτου του θύματος εντός του χρονικού διαστήματος από την 20.00' ώρα της 27-9-1997 ημέρα Σάββατο έως την 15.00' ώρα της 28-9-1997 ημέρα Κυριακή, καταλήγει μετά από συνεκτίμηση των εξής στοιχείων: 1ον) Ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. τόσον στην Ιατροδικαστική του Εξέταση όσον και στις καταθέσεις στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, προσδιορίζει το χρόνο θανάτου του θύματος προ τετραημέρου περίπου από το τέλος της νεκροτομής που ο ίδιος έκανε μετά την νεκροψία και η οποία (νεκροτομή) περατώθηκε Πέμπτη απόγευμα 2-10-1997, ώρα 17.30'. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό ο Ιατροδικαστής Δ. Ψ., έλαβε υπόψη του και τις επικρατούσες στην περιοχή κατά το επίμαχο διάστημα κλιματολογικές συνθήκες. Ως οροφή για το χρόνο θανάτου της Π. Γ., ο Δ. Ψ. δέχεται το μεσημέρι-βράδυ της Κυριακής 28-9-1997 με ακραίο όριο το βράδυ του Σαββάτου 27-9-1997 (βλ. κατάθεση αυτού σελ. 31 πρακτικών του Δικαστηρίου αυτού). 2ον) Η Π. Γ. συνομίλησε με την μητέρα της Ρ. Γ. για τελευταία φορά περί την 19.00' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 και έκτοτε δεν επικοινώνησε με κάποιο μέλος της οικογένειας της, 3ον ) Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε την Π. Γ. ζωντανή και συνομίλησε μ' αυτήν ήταν η Α. Π. περί την 19.30' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 όταν και πάλι την προσεκάλεσε να πάει στο διαμέρισμα της το βράδυ του Σαββάτου για να παρακολουθήσει με την παρέα του γυιού της Π. Π. ποδοσφαιρικό τηλεοπτικό αγώνα και εκείνη αρνήθηκε λέγοντας "όχι, γιατί κάπου έχω να πάω". Αν η Π. Γ. βγήκε το βράδυ του Σαββάτου 27-9-1997 από το διαμέρισμα της για να πάει εκεί που είχε κανονίσει να πάει, δεν αποδεικνύεται. Δεν έχει γίνει γνωστό ποιόν θα επισκεπτόταν η Π. Γ. εκείνο το βράδυ του Σαββάτου ή που θα πήγαινε ή με ποιόν θα συναντιόταν. Ούτε έχει καταθέσει κάποιος μάρτυρας ότι ανησύχησε για το ότι η Π. Γ. δεν εμφανίσθηκε εκεί που είχε κανονίσει να πάει το βράδυ του Σαββάτου, αλλ' ούτε και ότι συναντήθηκε με κάποιον το βράδυ αυτό ή κάπου εμφανίσθηκε. Παραμένουν άγνωστες οι ενέργειες του θύματος από την 19.30' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 και μετέπειτα. Κανείς μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι η Π. Γ. δέχθηκε επίσκεψη κάποιου ατόμου το βράδυ του Σαββάτου 27-9-1997 ή την Κυριακή 28-9-1997 στο διαμέρισμα της επί της οδού ..., ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από άλλο αποδεικτικό μέσο. Κατέθεσαν βεβαίως οι αδελφοί Δ. και Κ. Σ. εκ των οποίων ο πρώτος κατοικούσε στην ίδια πολυκατοικία με το θύμα και ο δεύτερος τον επισκεπτόταν εκεί, γνωστοί απλώς του θύματος ότι είδαν την Π. Γ. το πρωί της Δευτέρας στη ... να διασχίζει την οδό ... κρατώντας βιβλία και φορώντας φούστα με στιγματάκια σαν λουλούδια, δεν συνομίλησαν όμως μαζί της και ο Δ. Σ. παρατήρησε ότι αυτή είχε αδυνατίσει. Το Δικαστήριο όμως δεν κρίνει πειστική την κατάθεση των αδελφών Σ. αφ' ενός μεν διότι αυτοί δεν συνομίλησαν με την Π. Γ. ώστε να υπάρχει βεβαιότητα ότι πράγματι αυτή που είδαν ήταν η Π. Γ. και όχι άλλο άτομο που της έμοιαζε και αφετέρου διότι στα ενδύματα του θύματος, δεν βρέθηκε να υπάρχει φούστα "με στιγματάκια σαν λουλούδια" όπως αυτοί κατέθεσαν. Η στενή φίλη του θύματος Α. Μ. κατέθεσε ότι τη Δευτέρα το πρωί 29-9-1997 πηγαίνοντας προς την Ιατρική Σχολή στη Λάρισα είδε τη φοιτήτρια της Ιατρικής Σχολής Α. Τ. και την ερώτησε αν η "Ε." (Π. Γ.) έδωσε το μάθημα της Ψυχολογίας και εάν την είδε και έλαβε την καταφατική απάντηση "ναι" και ότι η "Ε." έδωσε το μάθημα της Ψυχολογίας. Η ίδια μάρτυς διευκρίνισε ότι αν και εκείνη ερώτησε την Α. Τ. για την "Ε.", η Α. Τ. παρενόησε και νόμισε ότι ερωτήθηκε για την "Έ." για την οποία και έδωσε την καταφατική απάντηση. Η "Έ." αυτή προσδιορίζεται από την πολιτική αγωγή ως η φοιτήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με το όνομα Ε. Ε. του Μ. για την οποία και προσκομίσθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 1419/16-5-2007 αναγνωσθείσα βεβαίωση του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο οποίο βεβαιώνεται ότι "σύμφωνα με τα τηρούμενα στο Τμήμα μας αρχεία βεβαιώνεται ότι η Ε. Ε. του Μ. πέτυχε στις εξετάσεις του μαθήματος Ιατρική Ψυχολογία στις 19 Σεπτεμβρίου 1996 (ώρα 11.00-13.00') στο κτίριο ...." Η μάρτυς Α. Μ. δεν διευκρίνισε πως έγινε αυτή η παρανόηση από την Α. Τ. και εξέλαβε ότι ερωτάται για την "Έ." και όχι για τη στενή φίλη της "Ε." και πως τελικά δόθηκε καταφατική απάντηση ότι η "Έ." έδωσε το μάθημα της Ιατρικής Ψυχολογίας εκείνη τη Δευτέρα 27-9-1997 αφού η "Έ." (Ε. Ε.) έδωσε εξετάσεις στο μάθημα της Ιατρικής Ψυχολογίας πολύ προγενέστερα, σύμφωνα με την ως άνω βεβαίωση δηλαδή στις 19 Σεπτεμβρίου 1996. Φοιτήτρια του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με το όνομα Α. Τ. δεν έχει εξεταστεί ως μάρτυς για να ερωτηθεί και καταθέσει αν είδε την Π. Γ. το πρωί της Δευτέρας 29-9-1997. Στο μάθημα πάντως της Ιατρικής Ψυχολογίας, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 1497/1997 έγγραφο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, η Π. Γ. δεν εξετάστηκε τη Δευτέρα 29-9-1997. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι κάποιος είδε ή αντιλήφθηκε την Π. Γ. τη Δευτέρα 29-9-1997. Επίσης, δεν αντιλήφθηκε κάποιος την ύπαρξη της Π. Γ. την Κυριακή 28-9-1997, την Τρίτη 30-9-1997 και την Τετάρτη 1-10-1997. Η Π. Γ. δεν εμφανίσθηκε στο ναό της Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας στη ... την Κυριακή 28-9-1997 από την 11.00 ώρα έως την 13.00 ώρα στη συνάθροιση των πιστών της Εκκλησίας αυτής όπως συνήθιζε, 5ον ) η Π. Γ. από την 19.30 ώρα του Σαββάτου που συνομίλησε με την Α. Π. μέχρι την 17.00' ώρα της Κυριακής 28-9-1997 δεν αναζητήθηκε από κάποιον ούτε και από τους γονείς της. Το πρώτον αναζητήθηκε την 17.00' ώρα της Κυριακής 28-9-1997 από τη φίλη της Α. Μ. η οποία μαζί με τον τότε φίλο της και τώρα σύζυγο της Α. Γ., πέρασαν από το διαμέρισμα όπου κατοικούσε η Ε. στον τέταρτο όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, κτύπησαν το κουδούνι της κυρίας εισόδου αλλά δεν πήραν απάντηση ούτε τους άνοιξε κάποιος. Μετέπειτα περί την 17.30' ώρα της Κυριακής 28-9-1997 η Π. Γ. αναζητήθηκε από τον Κ. Κ. ο οποίος ανέβηκε ως το διαμέρισμα της μαζί με τον Ε. Π., κτύπησε το κουδούνι της κυρίας εισόδου του διαμερίσματος και δεν του άνοιξε κάποιος. Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι η Π. Γ. άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος της αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν, κοιτάζοντας από το "ματάκι" της πόρτας και ερωτώντας, ποιος είναι εκείνος που κτυπά το κουδούνι της ώστε να είναι ασφαλής με την είσοδο του ατόμου αυτού στην κατοικία της. Υποστηρίζει η πολιτική αγωγή ότι το θύμα δολοφονήθηκε από την 21.00'ώρα έως την 22.00'ώρα του Σαββάτου 27-9-1997. Προς τούτο επικαλείται το επιχείρημα ότι όταν αποκαλύφθηκε το πτώμα το βράδυ της Τετάρτης 1-10-1997, βρέθηκε στην κουζίνα να είναι αναμμένο το μεσαίο μάτι σε ένα ηλεκτρικό φουρνάκι και επάνω σ' αυτό να βράζει κατσαρολάκι με φακή που είχε καεί ως επίσης να είναι αναμμένος και ο θερμοσύφωνας, το θύμα δε, συνήθιζε να μαγειρεύει και να κάνει μπάνιο το Σάββατο βράδυ. Στηρίζει δε η πολιτική αγωγή το επιχείρημα της αυτό στο ότι η φίλη του θύματος Α. Β. στην από 8-6-1999 κατάθεση της στην Α' Ανακρίτρια Λάρισας, σχετική περικοπή της οποίας αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, καταθέτει συμπερασματικά ότι το έγκλημα έγινε Σάββατο βράδυ διότι τότε συνήθιζε το θύμα να μαγειρεύει και να κάνει μπάνιο και ο σύζυγος της Σωτ. Β.ς, είδε και της είπε ότι ο θερμοσύφωνας ήταν αναμμένος. Ο ισχυρισμός αυτός της πολιτικής αγωγής δεν αποδεικνύεται. Και τούτο διότι 1ον) ο ιατροδικαστής Δ. Ψ., κατηγορηματικά κατέθεσε ότι ο θάνατος ενός ατόμου είναι αδύνατον να προσδιορισθεί με απόλυτη ακρίβεια εκτός αν το άτομο αυτό αποβιώσει σε Νοσοκομείο 2ον) η μάρτυς Α. Β. χωρίς να έχει γνώση κάποιου περιστατικού, συμπερασματικά και κατά τη δική της αποκλειστικά αντίληψη στην ως άνω ανακριτική της κατάθεση ενώπιον της Α' Ανακρίτριας Λάρισας και στο απόσπασμα που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, καταθέτει ότι ο θάνατος του θύματος επήλθε το Σάββατο βράδυ, διότι η Π. Γ. συνήθιζε να μαγειρεύει και να κάνει μπάνιο Σάββατο βράδυ. Και είναι γεγονός ότι στο μεσαίο μάτι του ηλεκτρικού φούρνου το οποίο ήταν αναμμένο, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας, βρέθηκε μικρό κατσαρόλι με φακή που είχε καεί. Δεν υπάρχει όμως έρεισμα σε αποδεικτικό στοιχείο ότι η Π. Γ. πράγματι μαγείρευε το Σάββατο βράδυ 27-9-1997 και μάλιστα από την 21.00' ώρα έως την 22.00' ώρα, αφού ουδείς γνωρίζει τις κινήσεις και ενέργειες του θύματος τις βραδινές ώρες του Σαββάτου 27-9-1997 όταν μάλιστα η Π. Γ. είχε κανονίσει το βράδυ του Σαββάτου "κάπου να πάει". Το ότι αυτή συνήθιζε να μαγειρεύει Σάββατο βράδυ όπως κατατέθηκε από την Α. Β., δεν αποκλείει το γεγονός να μαγείρεψε εκείνο το χρονικό διάστημα κατά τις πρωινές ή μεσημεριανές ώρες της Κυριακής 28-9-1997. Ως προς δε το θερμοσίφωνα για τον οποίο η Α. Β. κατέθεσε ότι ήταν αναμμένος και ως εκ τούτου συμπεραίνει ότι το θύμα ετοιμαζόταν να κάνει μπάνιο όπως συνήθιζε να κάνει Σάββατο βράδυ, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η ίδια (Α. Β.) στο ως άνω απόσπασμα της καταθέσεως της αναφέρει ότι ο σύζυγος της της είπε ότι είδε αναμμένο το θερμοσίφωνο. Όμως ο σύζυγος της Σ. Β., εξεταζόμενος ως μάρτυς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, κατέθεσε ότι είδε το θερμοσίφωνα αναμμένο όταν πήγε να μαζέψει τα πράγματα του θύματος από το διαμέρισμα που κατοικούσε μετά το πέρας των αστυνομικών ερευνών και την παράδοση του διαμερίσματος στους κατόχους του διότι αυτός και η σύζυγος του καθάρισαν το διαμέρισμα, μάζεψαν τα πράγματα και τα έστειλαν για μεταφορά στη .... Δηλαδή ο Σ. Β. είδε το θερμοσίφωνα αναμμένο σε άλλο χρονικό διάστημα και όχι το βράδυ της Τετάρτης 1-10-1997 όταν αποκαλύφθηκε το πτώμα της Π. Γ. στο διαμέρισμα της στη Λάρισα. Επί λέξει ο Σ. Β. κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυς στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού "Εμείς κάναμε την καθαριότητα στο σπίτι της θανούσας, αφού μεταφέρθηκαν τα πράγματα. Δεν βρήκαμε κάτι ύποπτο μέσα στο σπίτι, όταν καθαρίζαμε ... Βρήκα και το θερμοσίφωνα αναμμένο τότε που πήγα να μαζέψω τα πράγματα". Ο Σ. Β. είναι ο μόνος μάρτυς που καταθέτει ότι είδε το θερμοσίφωνα αναμμένο και πάντως όχι την Τετάρτη 1-10-1997, αλλά μεταγενέστερα. Τέτοιο γεγονός δεν βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας που συνετάγη 2-10-1997. Εάν ο θερμοσίφωνας ήταν αναμμένος την Τετάρτη 1-10-1997 το βράδυ που αποκαλύφθηκε το πτώμα της Π. Γ., αυτό θα σημειωνόταν στην από 2-10-1997 έκθεση αυτοψίας, στην οποία όμως επί λέξει αναφέρεται στη σελίδα 6 αυτής "επάνω απ' τη μπανιέρα ήταν ένα παράθυρο διαστάσεων (0,50Χ0,35μ) κλειστό. Δεξιά της μπανιέρας και επάνω απ' αυτή ήταν ο θερμοσύφωνας στηριγμένος στον τοίχο". Για όποιες ηλεκτρικές συσκευές βρέθηκαν αναμμένες, τούτο σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας (ηλεκτρικό φουρνάκι-απορροφητήρας), πράγμα που δεν αναφέρεται για το θερμοσύφωνα και οπωσδήποτε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα σημειωνόταν αν ήταν αναμμένος κατά την εύρεση του πτώματος και το άνοιγμα του διαμερίσματος Τετάρτη 1-10-1997 το βράδυ αφού η έκθεση αυτοψίας είναι εξαιρετικά λεπτομερής π.χ. αναφέρονται διαστάσεις δωματίων, ποιες πόρτες βρέθηκαν κλειστές ή ανοικτές, σημειώνεται ότι ο διακόπτης του υπνοδωματίου δεν άναβε, ποια ακριβώς αντικείμενα ευρέθηκαν και σε ποια θέση και χώρο, σημειώνεται ότι επάνω από το νεροχύτη υπήρχε το παράθυρο της κουζίνας με δύο σιδερένια φύλλα διαστάσεων 0,90Χ0,83μ,το αριστερό φύλλο ήταν ανοιχτό, πιατοθήκη πλαστική, χρώμα κρεββατιού και κάγκελων αυτού κ.α. Επομένως, τόσο το επιχείρημα της πολιτικής αγωγής όσον και ο συλλογισμός της μάρτυρος Α. Β. εν μέρει στηρίζονται επί αναληθούς προϋποθέσεως. Ισχυρίζεται ακόμη η πολιτική αγωγή ότι στηρίζει τον ισχυρισμό της περί του χρόνου θανάτου του θύματος το βράδυ του Σαββάτου, το γεγονός ότι μέσα στο υπνοδωμάτιο βρέθηκε, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας, το ηλεκτρικό ρολόι που ήταν σε λειτουργία ενώ το "αλάρμ" από το ξυπνητήρι έδειχνε την 10.00' ώρα. Όμως και το επιχείρημα αυτό ουδόλως είναι ασφαλές για να συναχθεί ο ακριβής χρόνος θανάτου αφού δεν προκύπτει για ποια 10.00'ώρα ομιλούμε, πρωινή ή βραδυνή και σε ποια ημέρα αφορά. Το επισφαλές της συναγωγής επιχειρήματος εκ του ότι το "αλάρμ" από το ξυπνητήρι έδειχνε την 10.00' ώρα προκύπτει και εκ του ότι άλλο ρολόι που φορούσε το θύμα στο δεξιό του χέρι ήταν σταματημένο στις 8.30' ώρα με ημερομηνία "24" όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας. Αναρωτάται το Δικαστήριο ποιο είναι το νόημα να είχε φορέσει η Π. Γ. στο χέρι της ένα ρολόι που δεν έδειχνε την ώρα, αλλά ήταν σταματημένο, είτε επρόκειτο να φύγει από το σπίτι της είτε να παραμείνει σ' αυτό. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Από το Τμήμα του Χημείου της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, παρελήφθησαν ως πειστήρια τα εξής 1) ένα (1) σεντόνι γαλάζιου χρώματος που έφερε κηλίδες καστανέρυθρης ουσίας σε μεγάλο τμήμα της επιφάνειας της 2) ένα μαξιλάρι γκρι-ροζ-λευκό που έφερε κηλίδες καστανέρυθρης ουσίας 3) ένα ζεύγος γυαλιά με σιδερένιο σκελετό τα οποία έφεραν ελάχιστα ίχνη καστανέρυθρης ουσίας 4) ένα γαλάζιο πουκάμισο με ενδείξεις "LABEL NOIR Paris" το οποίο έφερε κηλίδες καστανέρυθρης ουσίας 5) ένα τεμάχιο τζαμιού το οποίο έφερε κηλίδα καστανέρυθρης ουσίας 6)ξέσματα τοίχου που ελήφθησαν από την περιοχή που βρίσκεται δεξιά του κρεββατιού επί των οποίων υπάρχουν καστανέρυθρες κηλίδες 7) ξέσματα τοίχου που ελήφθησαν από την περιοχή που βρίσκεται πίσω από το κρεββάτι επί των οποίων υπάρχουν καστανέρυθρες κηλίδες 8) ξέσματα τοίχου που ελήφθησαν από περιοχή που βρίσκεται σε απόσταση δύο (2) μέτρων από την είσοδο του διαμερίσματος επί των οποίων υπάρχει σκουρόχρωμη ουσία 9) ξέσματα τοίχου που ελήφθησαν από περιοχή που βρίσκεται σε απόσταση 3,10 μέτρων από την είσοδο του διαμερίσματος επί των οποίων υπάρχει σκουρόχρωμη ουσία 10) ένα μαχαίρι κουζίνας με ξύλινη μπεζ λαβή με ένδειξη "ΤRΑΜΟΝΤΙΝΑ" 11) ένα ψαλίδι άνευ ενδείξεων 12) ένα κοπτικό πτυσσόμενο εργαλείο (φαλτσέτα) χρώματος πορτοκαλί-μαύρου 13) ένα μαχαίρι πτυσσόμενο με κρεμ-καφέ λαβή μάρκας ΤRΑΜΟΝΤΙΝΑ 14) ένα ψαλίδι χωρισμένο στα δύο μέρη του, με τη βίδα συγκρατήσεως του, ένδειξη "ΤΑGMIR Ιtaly" 15) ένα παντελόνι τζην χρώματος μπλε με ένδειξη "RΙFLΕ" το οποίο έφερε καστανές κηλίδες 16) ένα μπουφάν χρώματος πετρόλ με ένδειξη "Reine Seide" μεταξύ των άλλων το οποίο έφερε κηλίδες καστανής ουσίας στο δεξιό μανίκι και πλησίον του κάτω τμήματος φερμουάρ 17)ένα παντελόνι τζην χρώματος μαύρου, ένδειξη "RΙFLΕ" 18) ένα παντελόνι τζην μαύρου χρώματος με ένδειξη "Βertolucci" 19) ένα μάλλινο πουλόβερ χρώματος μπεζ άνευ ενδείξεων 20) ένα ριγέ πουκάμισο, χρώματος μωβ-άσπρου με ένδειξη "ΜΟS' S 21) το επάνω μέρος αθλητικής φόρμας μάρκας ΑDIDAS χρώματος μπλε-ραφ-κόκκινο-άσπρο το οποίο έφερε καφέ-κόκκινες κηλίδες 22) ένα κόκκινο πλαστικό μπουφάν που έφερε την ένδειξη "ΜLΑ" ωστόσο η ένδειξη αυτή δεν ήταν ευκρινής και 23) μία μπλούζα φούτερ χρώματος σκούρου μπλε μάρκας LEVI' S (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. 3022/9/1152-α/3-6-1998 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της Αστυνόμου Β'-Βιολόγου Π. Μ.). Από την έκθεση αυτοψίας αποδεικνύεται ότι από το διαμέρισμα του θύματος λήφθησαν τα πρώτα δέκα τρία από τα ως άνω πειστήρια. Κατά τις εργαστηριακές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι οι καστανέρυθρες κηλίδες-ίχνη των πειστηρίων 1 έως 7 είναι αίμα ανθρώπινο, ενώ δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός της προέλευσης των σκουρόχρωμων κηλίδων των πειστηρίων 8 και 9 (ξέσματα τοίχου που ελήφθησαν από την είσοδο του διαμερίσματος του θύματος) λόγω της ανεπαρκούς ποσότητας τους. Τα ίχνη αίματος που βρέθηκαν επί των πειστηρίων 1-7, καταλήγει η Αστυνόμος-Β' Βιολόγος Π. Μ. στην υπ' αριθ. πρωτ. 3022/9/1152-α/3-6-1998 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης ανήκουν πιθανότατα στη Γ. Π., κατόπιν αναλύσεως DΝΑ, ενώ δεν ανιχνεύθηκαν ίχνη αίματος σε όλα τα υπόλοιπα πειστήρια (10 έως 23). Στο Τμήμα Χημείου της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/9/1152-η/13-2-2003 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Αστυνόμου Α' Βιολόγου Ι. Π. και του Υπαστυνόμου Α' -Χημικού - Βιοχημικού Δρ. Τ. Ν. εστάλησαν επίσης προς εξέταση δύο πλαστικές θήκες με τρίχες που βρέθηκαν στο πουκάμισο του θύματος και στο σεντόνι που βρέθηκε το θύμα και δείγμα αίματος της μητέρας της Ρ. Γ. με αίτημα αν οι τρίχες αυτές προέρχονται από το θύμα ή ανήκουν σε τρίτα άτομα και είναι ευχερής η συγκριτική εξέταση αυτών με άλλες τρίχες υπόπτων. Στην πλαστική θήκη με ένδειξη "τρίχες που συλλέχτηκαν από το σεντόνι που βρέθηκε το θύμα" καταμετρήθηκαν έντεκα (11) τρίχες οι δέκα καστανόξανθης απόχρωσης και η ενδέκατη καστανής απόχρωσης, ενώ στην πλαστική θήκη με ένδειξη "τρίχες που συλλέχτηκαν από το πουκάμισο του θύματος" καταμετρήθηκαν επτά (7) όλες καστανόξανθης απόχρωσης. Μετά από μικροσκοπική εξέταση έντεκα (11) τρίχες χαρακτηρίστηκαν ως κατάλληλες για την ανάλυση πυρηνικού DΝΑ με την χρήση των SΤRS. Από την ανάλυση του DΝΑ εξήχθη το συμπέρασμα ότι τα πειστήρια 1,2,3 (τρίχες σεντονιού) πιθανόν προέρχονται από το ίδιο θήλυ άτομο και πιθανόν φυσικό παιδί της Ρ. Γ., ενώ τα πειστήρια 4,5,7 (τρίχα σεντονιού) προέρχονται από θήλυ άτομο που είναι φυσικό παιδί της Ρ. Γ.. Τα πειστήρια 6 και 9 (τρίχα σεντονιού, τρίχα πουκάμισου), προέρχονται από θήλυ άτομο το οποίο δεν προσδιορίστηκε (βλ. ως άνω εργαστηριακή εξέταση). Επίσης έγινε και μορφολογική εξέταση των τριχών και η μακροσκοπική και μικροσκοπική συγκριτική εξέταση των τριχών που βρέθηκαν στο σεντόνι που ήταν ξαπλωμένο το θύμα και στο πουκάμισο του θύματος έδειξε ότι όλες οι τρίχες είναι ανθρώπινες και προέρχονται από το τριχωτό μέρος της κεφαλής και ότι παρουσιάσθηκε μεγάλος αριθμός ομοιοτήτων μεταξύ των ως άνω προς τα μορφολογικά και ανατομικά χαρακτηριστικά τους γεγονός ενδεικτικό ότι όλες οι τρίχες πιθανότατα προέρχονται από το ίδιο άτομο (βλ. επίσης την ως άνω εργαστηριακή εξέταση). Στο διαμέρισμα της Π. Γ., όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. πρωτ. 97/1/27447α/3-4-1998 έγγραφο του Τμήματος Εξερευνήσεων της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, βρέθηκαν τμήματα δακτυλικών και παλαμικών αποτυπωμάτων τα οποία ταυτίζονται ως εξής όπως επί λέξει αναφέρεται στο έγγραφο αυτό: 1) ένα τμήμα δακτυλικού ανήκει στο δικαιολογημένο Κ. Κ. 2) ένα τμήμα δακτυλικού ανήκει στη δικαιολογημένη Α. Μ. 3) δύο τμήματα δακτυλικών ανήκουν στη δικαιολογημένη Ν. Κ., 4) δύο τμήματα δακτυλικών και δύο τμήματα παλαμικών ανήκουν στο δικαιολογημένο Α. Γ. 5) 'ένα τμήμα παλαμικού ανήκει στο δικαιολογημένο Χ. Π., 6) τρία τμήματα δακτυλικών ανήκουν στο δικαιολογημένο Τ. Δ., και 7) επτά τμήματα δακτυλικών ανήκουν στο θύμα. Σε ποιο ακριβώς σημείο βρέθηκαν τα ως άνω αποτυπώματα, δεν διευκρινίζεται στο έγγραφο αυτό ούτε προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο που ακριβώς ευρέθηκαν. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονται βέβαια ως σχετικά α) το 1045/2/645-α από 2-10-1997 έγγραφο της Αστυνομικής Δ/νσης Λάρισας β) το υπ' αριθ. 1045/2/4 από 3-10-1997 αναφορά του ΓΕΕ Λάρισας γ) 1045/2/4-Β από 3-10-1997 έγγραφο του ΓΕΕ Λάρισας δ) 1045/2/4-γ από 4-10-1997 αναφορά του ΓΕΕ Λάρισας ε) 1045/2/4-η από 9-10-1997 αναφορά του ΓΕΕ Λάρισας στ) 1045/2/4-1 από 10-10-1997 αναφορά του ΓΕΕ Λάρισας και ζ)3021/Β/193-γ από 17-12-1997 αναφορά του ΑΤ ..., πλην όμως, τα έγγραφα αυτά τα οποία προφανώς αφορούν στα δακτυλικά και παλαμικά αποτυπώματα που ευρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος, δεν έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο για να αναγνωσθούν και αξιολογηθούν. Ούτε προκύπτει από άλλο έγγραφο ή μάρτυρα σε ποιο ακριβώς σημείο βρέθηκαν τα ως άνω αποτυπώματα. Μόνον η μάρτυς Α. Μ. κατέθεσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ότι γνώριζε ότι ευρέθηκαν αποτυπώματα του συζύγου της σε ψάθινο καπέλο του θύματος στο υπνοδωμάτιο της φίλης της (βλ. σελ. 82 πρακτικών αναιρεθείσης αποφάσεως και σελ. 81 πρακτικών συνεδριάσεως ταυταρίθμων με την παρούσα απόφαση). Εξάλλου, αδιευκρίνιστο παρέμεινε πως κρίθηκαν δικαιολογημένα από τις Αστυνομικές Αρχές όλα τα ως άνω άτομα σε σχέση με την εύρεση δακτυλικών και παλαμικών τους αποτυπωμάτων στον τόπο του εγκλήματος. Η Π. Γ. ήταν έξυπνη, πολύ κοινωνική, ομιλητική, πρόσχαρη, διέθετε χιούμορ, είχε πνευματικές αναζητήσεις και πίστη στο Θεό, είχε ευρεία μόρφωση και γνώσεις μουσικής. Ως ενεργό μέλος της Ευαγγελικής Εκκλησίας, πίστευε στα διδάγματα της Εκκλησίας της μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση των σεξουαλικών προγαμιαίων σχέσεων, παρακολουθούσε δε τις συναθροίσεις της Εκκλησίας της στη ... κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Κυριακή. Κατά καιρούς διατηρούσε "φλερτ" με αγόρια της ηλικίας της, συμφοιτητές της ή μη, αν και της άρεσαν οι ωριμότεροι άνδρες. Επίσης δημιουργούσε και κάποιες σχέσεις οι οποίες μπορεί να χαρακτηρισθούν ερωτικές, ολοκληρωμένες όμως ερωτικές σχέσεις δεν είχε αφού όπως βεβαιώνεται στην Ιατροδικαστική Εξέταση του Ιατροδικαστή Δ. Ψ., ευρέθηκε παρθένος. Η Π. Γ. κατά το πρώτο έτος των σπουδών της είχε μια τέτοια ερωτική σχέση με το συμφοιτητή της Μ. Σ. αλλά αυτή διακόπηκε με δική της πρωτοβουλία. Είχε επίσης δείξει ερωτικό ενδιαφέρον για το Σ. Μ. και τον Μ. Φ.. Ερωτική επίσης σχέση είχε δημιουργήσει στη ... με τον Α. Χ. όταν και οι δύο προετοιμάζονταν για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο το έτος 1994. Ο Α. Χ. είχε εισαχθεί στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η Π. Γ. στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Εξακολουθούσαν να συναντώνται και μετά την είσοδο των στις ως άνω Ιατρικές Σχολές κυρίως όταν η Π. Γ. πήγαινε στη ... κατά τη διάρκεια των διακοπών της γιατί ο Α. Χ. εξακολουθούσε να διατηρεί ερωτικό ενδιαφέρον για εκείνη. Κατατέθηκε από τη μάρτυρα Α. Γ. ότι ο Α. Χ. ήταν επιθετικός απέναντι της και εκείνη τον φοβόταν. Τελευταία φορά η Π. Γ. είδε τον Α. Χ. το μήνα Αύγουστο 1997 στη ... όταν συναντήθηκαν, κατόπιν συνενοήσεως, σε κάποιο κέντρο διασκεδάσεως, η δε Π. Γ. κατ' αρχήν είχε ζητήσει από την εξαδέλφη της Α. Γ. να τη συνοδεύσει σ' αυτή της τη συνάντηση με τον Α. Χ., όμως τελικά μετανόησε και πήγε μόνη της στον τόπο συνάντησης τους. Η Π. Γ. διατηρούσε στη ... φιλικές σχέσεις με το ζεύγος Α. και Σ. Β., οι οποίοι επίσης ήσαν μέλη της Ευαγγελικής Εκκλησίας και τους οποίους συχνά επισκεπτόταν στο σπίτι τους και εκείνοι την βοηθούσαν σε καθημερινές της ανάγκες και την συμβούλευαν. Η Π. Γ. χαρακτηρίζεται από την Α. Β. και την Α. Γ. ως άτομο ριψοκίνδυνο. Συγκεκριμένα η Α. Β. κατέθεσε επί λέξει "Η Ε. ήταν ριψοκίνδυνη κοπέλα, γύριζε στις 02.00'-03.00' ώρα αργά το βράδυ στο σπίτι της. Έβγαινε έξω με άτομα που δεν γνώριζε καλά και εγώ τη συμβούλευα να προσέχει, της ζητούσα σαν μάνα να τη γυρίζει στο σπίτι της κάποιο παιδί που το γνώριζε καλά". Η Π. Γ. αρκετές φορές φιλοξενούσε στο σπίτι της φιλικά άτομα μεταξύ αυτών και τον Ν. Π. στον οποίο είχε δώσει και τα κλειδιά του διαμερίσματος της. Την πρώτη φορά φιλοξένησε τούτον τον Μάρτιο 1997 επί 3-4 ημέρες και έμενε και εκείνη στο σπίτι της, ενώ ο Ν. Π. κοιμόταν σε ένα δωμάτιο επάνω σε ένα στρώμα και εκείνη στην κρεββατοκάμαρά της. Τη δεύτερη φορά φιλοξένησε τούτον τέλη Μαΐου μέχρι 1η Ιουνίου 1997 οπότε η ίδια (Π. Γ.) διέμενε στο σπίτι της φίλης της Α. Μ.. Τέλος, η Π. Γ., όπως συνηθίζεται μεταξύ των μελών της Ευαγγελικής Εκκλησίας φιλοξενούσε ελεύθερα στο σπίτι της άλλα μέλη της Ευαγγελικής Εκκλησίας, όταν έφθαναν στη ... και είχαν ανάγκη στέγης, έστω και αν δεν εγνώριζε τα άτομα αυτά. Κατ' αυτόν τον τρόπο είχαν υποδεχθεί, εξ άλλου και την ίδια οι Α. και Σ. Β. όταν αυτή άγνωστη έφθασε στη ... το έτος 1994 με την είσοδο της στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και την φιλοξένησαν στο δικό τους σπίτι. Στις συναθροίσεις της Ευαγγελικής Εκκλησίας στη ... η Π. Γ. το Φθινόπωρο του έτους 1994 γνώρισε τον κατηγορούμενο Γ. Ζ. του Χ. που έχει γεννηθεί στο ... το έτος 1968, διανομέα εφημερίδων τότε και τώρα οδηγό σε ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β., μέλος τότε και τώρα της Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας, ο οποίος έχει σπουδάσει σε ΙΕΚ πληροφορικής. Την συνάντησε στις συναθροίσεις της Εκκλησίας τους ή σε σπίτια άλλων ομοθρήσκων τους πάντοτε με την παρουσία άλλων. Στον κατηγορούμενο άρχισε να αρέσει η Π. Γ. μέσα από τις παραπάνω κοινωνικές σχέσεις τους ως γυναίκα και να σκέπτεται αυτή ως μελλοντική σύζυγο του. Αφ' ότου τη γνώρισε ποτέ δεν την ενόχλησε, ποτέ δεν την παρακολούθησε, ποτέ δεν της τηλεφώνησε στην πατρική της οικία στη ... όταν πήγαινε για διακοπές, ποτέ δεν της ζήτησε να βγουν μαζί έξω για ποτό ή φαγητό και ποτέ πολύ περισσότερο δεν έκανε νύξη σ' αυτή για ερωτική - σεξουαλική σχέση μεταξύ τους. Ήταν απόλυτα πιστός στα διδάγματα της Εκκλησίας του και στην απαγόρευση των προγαμιαίων σχέσεων. Σκοπός του έγινε να κάνει πρόταση γάμου στην Π. Γ. αφού προηγουμένως καλλιεργούσαν φιλική σχέση ώστε να διαπιστώσουν αν ταιριάζουν. Πρώτη φορά ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της Π. Γ. όταν χρειάσθηκε να μεταφερθεί ένα ψυγείο από το σπίτι της στον σταθμό του ΟΣΕ για να την εξυπηρετήσει με δικό του αγροτικό αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος αφού παρέλαβε το ψυγείο από το σπίτι της Π. Γ. μετέφερε αυτό στον σιδηροδρομικό σταθμό της ... και έφυγε. Αρχές Ιανουαρίου 1996 αποφάσισε ο κατηγορούμενος και έκανε για πρώτη φορά πρόταση γάμου στην Π. Γ.. Η απάντηση εκείνης ήταν "Θα το σκεφθώ". Αρχές Οκτωβρίου 1996 ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της Π. Γ. χωρίς να την προειδοποιήσει με τον ίδιο σκοπό και για δεύτερη φορά της έκανε πρόταση γάμου. Η απάντηση της Π. Γ. ήταν αρνητική λέγοντας σ' αυτόν ότι δεν έχουν κοινά σημεία, εννοώντας τη διαφορά της μόρφωση τους και της κοινωνικής τους θέσης και ότι "ο Θεός δεν μου έδειξε τίποτε για σένα". Τελευταία φορά που είδε ο κατηγορούμενος την Π. Γ., όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ήταν την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 1997 περί την 20.00' ώρα όταν πήγε σπίτι της για να κάνει για τρίτη φορά πρόταση γάμου σ' αυτήν. Πριν ο κατηγορούμενος μεταβεί στο διαμέρισμα της, πήγε στην αίθουσα της Ευαγγελικής Εκκλησίας στη ... επί της οδού ... όπου για αρκετή ώρα προσευχήθηκε για το θέμα που τον απασχολούσε. Κτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος της, εκείνη αφού πρώτα ερώτησε ποιος είναι, του άνοιξε και πέρασε στο καθιστικό δωμάτιο του διαμερίσματος όπου παρέμεινε επί εικοσάλεπτο περίπου καθήμενος στον καναπέ. Περιγράφει ο κατηγορούμενος ότι η Ε. σ' αυτή τους τη συνάντηση φορούσε επί λέξει "ένα μαύρο κολλάν φόρμα και από πάνω ένα μπλουζάκι ή πουκαμισάκι χρώματος το πιο πολύ άσπρο με άλλους χρωματισμούς ανοιχτού χρώματος" Αμέσως της ανακοίνωσε ότι είχε πάει σπίτι της για τελευταία ίσως φορά για το θέμα που είχαν θίξει δηλαδή το γάμο. Η Π. Γ. κατάλαβε ότι επρόκειτο για το θέμα του γάμου και του απάντησε "Γ., νόμιζα ότι το είχες ξεχάσει" Αυτός είπε ότι το σκέφτεται ακόμη και εκείνη του είπε τότε ότι "θα προσευχηθεί στο Θεό για να της δείξει". Τον ρώτησε επίσης "γιατί ο Θεός θέλει εμένα για εσένα;" και εκείνος της απάντησε ότι ο Θεός του έδειξε επάνω της κάποια ψυχικά χαρίσματα όπως η γλυκύτητα της και κάποια εξωτερικά όπως η εμφάνιση της. Η Π. Γ. κατέληξε λέγοντας "Θα πρέπει ο Θεός να δείξει και σε μένα κάτι ανάλογο για σένα". Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έφυγε από το διαμέρισμα της Π. Γ. στεναχωρημένος και ταπεινωμένος, αντιλαμβανόμενος την τελική απόρριψη της προτάσεως του. Κατά την εικοσάλεπτη παραμονή του στο διαμέρισμα της Π. Γ. παρατήρησε εισερχόμενος σ' αυτό ότι το δωμάτιο που βρισκόταν δεξιά του διαδρόμου δηλαδή το υπνοδωμάτιο, δεν ήταν φωτισμένο, ενώ φως είδε στο καθιστικό δωμάτιο και δεν είναι σίγουρος αν υπήρχε φως στο διάδρομο και στη κουζίνα. Κατόπιν, επέστρεψε στην αίθουσα της Ευαγγελικής Εκκλησίας όπου προσευχήθηκε στο Θεό για να ηρεμήσει ώστε να μην έχει ανάγκη να σκέπτεται το θέμα του γάμου με την Ε.. Την Παρασκευή 26-9-1997 και περί την 18.00-19.00' ώρα η Π. Γ. πέρασε από το κατάστημα της νύφης της Α. Β. Ε. Κ. το οποίο βρισκόταν επί της οδού ... στη ... και το βράδυ περί την 21.00' ώρα τηλεφώνησε στην εξαδέλφη της Α. Γ. από καρτοτηλέφωνο για να της ευχηθεί "Χρόνια Πολλά" για τα γενέθλια της. Ήταν σύντομη στο τηλεφώνημα αυτό γιατί όπως της εξήγησε τελείωνε ο χρόνος της κάρτας που είχε και ήθελε να τηλεφωνήσει και στον αδελφό της ο οποίος σπούδαζε στη Βουλγαρία. Περί την 21.15'-21.30" ώρα της Παρασκευής 26-9-1997, η Π. Γ. πήγε στο σπίτι του ζεύγους Α. και Σ. Β. και εκεί παρέμεινε μέχρι την 23.30' -24.00' ώρα. Κατά την εκεί παραμονή της, δεν αναφέρθηκε στη τρίτη πρόταση γάμου που της έκανε ο κατηγορούμενος. Ο Σ. Β. μετέφερε με το μηχανάκι του την Π. Γ. στο σπίτι της την Παρασκευή 26-9-1997 περί την 24.00' ώρα και έκτοτε ούτε αυτός ούτε η σύζυγος του επικοινώνησαν μαζί της. Το απόγευμα του Σαββάτου περί την 17.00' ώρα ο κατηγορούμενος με το μηχανάκι του πήγε στην κατοικία του φίλου του μάρτυρος Α. Κ. που βρίσκεται στην οδό ... στη .... Εκεί παρέμεινε για λίγο και μαζί με το φίλο του πήγαν με το μηχανάκι του στη ... όπου τους περίμενε ο φίλος τους Γ. Δ.. Όλοι μαζί κάθισαν εκεί μέχρι την 18.30' και μετά πήγαν στο παζάρι της .... Ο κατηγορούμενος περί την 21.00' ώρα έφυγε από το παζάρι της ..., πήρε το μηχανάκι του από την οικία του Δ. Γ. που το είχε αφήσει και έφυγε για τη ... λέγοντας στους φίλους του ότι έχει δουλειά στην εφημερίδα όπου εκείνη την εποχή εδούλευε. Η εφημερίδα αυτή ήταν ο "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ" και ανά δεύτερο Σάββατο του μήνα, ετοποθετείτο στην εφημερίδα αυτή διαφημιστικό ένθετο στο φύλλο της Κυριακής που ακολουθούσε. Το ένθετο αυτό τοποθετούσαν στο φύλλο της Κυριακής της ως άνω εφημερίδας οι διανομείς αυτής, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του εξετασθέντος ως μάρτυρος Γ. Τ.. Τέτοιο ένθετο έπρεπε να τοποθετηθεί και εκείνο το βράδυ του Σαββάτου της 27-9-1997 στο φύλλο της Κυριακής 28-9-1997 της εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ" το οποίο θα εδιανείμετο μετά την τοποθέτηση του ένθετου. Καθημερινά η εκτύπωση της εν λόγω εφημερίδας άρχιζε στις 21.30' στο πιεστήριο που βρισκόταν τότε στο κτίριο κείμενο στο 6° χλμ. της οδού ...-... . Όμως, το Σάββατο βράδυ ο χρόνος εκτύπωσης της εφημερίδας δεν ήταν συγκεκριμένος και ο Γ. Τ. αφού επληροφορείτο για την ακριβή ώρα της εκτύπωσης, ειδοποιούσε και τους λοιπούς διανομείς ώστε να συναντηθούν όλοι μαζί στην αποθήκη της εφημερίδας που τότε βρισκόταν κοντά στην Κεντρική Πλατεία της ... πίσω από το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας και να μεταβούν με αυτοκίνητο της εφημερίδας στο πιεστήριο στο 6° χλμ. Οδού ... -...για να τοποθετήσουν το ένθετο, να πάρουν τις εφημερίδες και να επιστρέψουν για τη διανομή στη ... .
Εκείνο το Σάββατο, 27-9-1997, ο Γ. Τ. δεν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να κλείσουν ραντεβού, αλλ' ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Γ. Τ. από καρτοτηλέφωνο πίσω από την Εθνική Τράπεζα περί την 10.00'ώρα του Σαββάτου και είπε ότι βρίσκεται ήδη στην αποθήκη και ότι και προηγουμένως του τηλεφωνούσε και δεν τον εύρισκε. Συμφώνησαν να συναντηθούν περί την 22.30" ώρα στην ως άνω αποθήκη. Συναντήθηκαν στο σημείο αυτό περί την 22.40'ώρα και έφυγαν μαζί με δύο άλλα άτομα με αυτοκίνητο της εφημερίδας για το πιεστήριο. Εκεί μετά την εκτύπωση, τοποθέτησαν το ένθετο στις εφημερίδες και η εργασία αυτή τελείωσε περί την 00.30'-01.00' ώρα της Κυριακής 28-9-1997, μάζεψαν τις εφημερίδες, τις έκαναν δέματα και επέστρεψαν στη ... για τη διανομή. Περί την 01.30' ώρα άρχισε η διανομή και ο χρόνος που απαιτείτο για κάθε διανομέα να τελειώσει την εργασία του ήταν κατ' ανώτατο όριο τέσσερις (4) ώρες. Το βράδυ του Σαββάτου κατά τις ώρες της εργασίας του ο κατηγορούμενος φορούσε τζην μαύρο παντελόνι και κόκκινο μπουφάν με ρίγες, μέσα από το μπουφάν το επάνω μέρος μιας φόρμας ΑDIDAS και ένα μαύρο πουλόβερ και παπούτσια αθλητικά. Το Σάββατο 27-9-1997 και από την 17.00' ώρα έως την 21.1 5' ώρα που επέστρεψε ο κατηγορούμενος από το παζάρι της ... στην οικία του στη ..., φορούσε τζην παντελόνι μαύρο, μπλε φούτερ και καφέ παπούτσια, άλλαξε όμως τα ρούχα αυτά και έβαλε τα ρούχα που φορούσε στη δουλειά του όπως παραπάνω περιγράφηκαν. Ο κατηγορούμενος τελείωσε την διανομή των εφημερίδων την Κυριακή 28-9-1997 περί την 05.00' ώρα και επέστρεψε στην οικία του, κοιμήθηκε και περί την 11.00'ώρα της 28-9-1997 φορώντας υφασμάτινο παντελόνι πήγε στην Ευαγγελική Εκκλησία της ... όπου παρέμεινε μέχρι την 13.30' ώρα. Η Π. Γ. δεν εμφανίσθηκε στη συνάθροιση αυτή όπως έχει προαναφερθεί. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του φίλου του Α. Κ. όπου ήταν και ο Τ. Δ. με τη σύζυγο του, αργότερα επέστρεψε μαζί με τον Α. Κ. στο σπίτι του και περί την 16.00' της 28-9-1997 πήγαν μαζί στη ... στο σπίτι του Δ. Γ., παρέμειναν εκεί δύο ώρες και επέστρεψαν στη .... Το βράδυ της Κυριακής περί την 21.00' ώρα συναντήθηκε και πάλι με τον Α. Κ., κάθισαν σε μία πιτσαρία στην οδό ... και εκεί ο κατηγορούμενος εξιστόρησε στο φίλο του ότι είχε πάει στο διαμέρισμα της Π. Γ. και της έκανε για τρίτη φορά πρόταση γάμου και εκείνη αρνήθηκε. Την Πέμπτη το πρωί και περί την 04.30' ώρα 2-10-1997 ο κατηγορούμενος άρχισε τη διανομή των φύλλων της εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ", κύριος τίτλος της οποίας ήταν για τις κινητοποιήσεις των αγροτών. Η είδηση για το στυγερό έγκλημα σε βάρος της Π. Γ. ήταν τυπωμένο στο επάνω δεξιό μέρος του πρωτοσέλιδου μέσα σε πλαίσιο. Μετά πάροδο ολίγων λεπτών έφθασε στο σουβλατζίδικο της Ε. Τ. επί της οδού .... Η τελευταία ζήτησε επειγόντως να διαβάσει την εφημερίδα, εκείνος την ρώτησε τι συμβαίνει και του απάντησε ότι δολοφονήθηκε κάποια φοιτήτρια της Ιατρικής. Τότε ο κατηγορούμενος αναρωτήθηκε μήπως ήταν η Π. Γ. το θύμα της δολοφονίας. Διάβασαν την εφημερίδα και διαπίστωσαν ότι η δολοφονημένη κοπέλα ήταν πράγματι η Π. Γ., η Ε. Τ. τον ρώτησε αν την γνώριζε και εκείνος της είπε "την γνώριζα την κοπέλα. Τι κρίμα που έπαθε τέτοια δουλειά". Ο ίδιος συνέχισε τη διανομή των εφημερίδων μέχρι την 7.30' ώρα της Πέμπτης 2-10-1997. Την Τετάρτη το βράδυ ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος με το φίλο του Δ. Γ. σε μία πιτσαρία του είπε ότι την Παρασκευή 26-9-1997 είχε επισκεφθεί την Π. Γ. στο διαμέρισμα της και της έκανε πρόταση γάμου. Το πρωί της Πέμπτης περί την 08.00' ώρα τηλεφώνησε στο Δ. Γ. και του είπε "θυμάσαι την Ε. που λέγαμε χθες; Δεν υπάρχει πιά. Την καθάρισαν σαν κοινή πόρνη". Κατόπιν ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία του Σ. και της Α. Β. και συζήτησαν για τη δολοφονία. Ο κατηγορούμενος τους ρώτησε πότε την είδαν για τελευταία φορά, εκείνοι του είπαν την Παρασκευή το βράδυ (26-9-1997) και τότε αυτός τους γνωστοποίησε ότι προηγουμένως είχε ανέβει στο διαμέρισμα της Π. Γ. και της είχε κάνει πρόταση γάμου. Περί την 10.00' ώρα της Πέμπτης 2-10-1997, ο κατηγορούμενος μαζί με το φίλο του Α. Κ. συναντήθηκε με τον Δ. Γ. στη λαϊκή αγορά όπου ο τελευταίος εργαζόταν και επιστρέφοντας στο σπίτι του, πέρασε μπροστά από την πολυκατοικία της οδού ..., είδε εκεί συγκεντρωμένο αρκετό κόσμο και χωρίς να σταματήσει συνέχισε την πορεία του και κατευθύνθηκε στο σπίτι του στην συνοικία ... της ... . Στις 6 Οκτωβρίου 1997 και ώρα 13.45' ο Υπαστυνόμος Α' Ν. Θ. με τον Πταισματοδίκη Λάρισας πήγαν στο σπίτι του κατηγορούμενου και αφού ερεύνησαν επισταμένα όλους τους χώρους του σπιτιού του και όλα τα έπιπλα και σκεύη, βρήκαν και κατάσχεσαν α) μέσα σε συρτάρι στο τραπεζάκι του τηλεφώνου ένα πτυσσόμενο μαχαίρι μάρκας "ΤRΑΜΟΝΤΙΝΑ" συνολικού μήκους 18 εκατοστών και μήκους λάμας 08 εκατοστών β) στο ίδιο συρτάρι ένα ψαλίδι χωρισμένο στα δύο μέρη του καθώς και τη βίδα συγκράτησης του στο ένα μέρος του οποίου αναγραφόταν "ΤΑGMIR ΙΤΑLΥ" συνολικού μήκους 18 εκατοστών γ) σε κρεμάστρα του δωματίου του κατηγορουμένου και του αδελφού του ένα παντελόνι μπλου τζην ξεβαμμένο μάρκας RΙFLΕ επί του οποίου παρατηρήθηκαν σκουρόχρωμοι λεκέδες στα μπατζάκια και πιο ανοιχτόχρωμοι κυρίως στην πίσω πλευρά και των δύο σκελών και δ) σε κρεμάστρα του καθιστικού ένα μπουφάν χρώματος πετρόλ το οποίο εσωτερικά ανέγραφε "Jean Legalh, Reine Seide, HIGH-QUALITY" το οποίο έφερε σκουρόχρωμους λεκέδες επί του δεξιού μπράτσου και στο κάτω αριστερό κούμπωμα (κοντά στο φερμουάρ), προκειμένου να αποσταλούν για σχετική εξέταση (βλ. από 6-10-1997 έκθεση κατ' οίκον έρευνας κατάσχεσης). Επίσης στις 6 Οκτωβρίου 1997 και ώρα 12.00', ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον Υπαστυνόμο Α-Ν. Θ. μία μπλούζα μακρυμάνικη φούτερ, χρώματος σκούρου μπλε, μάρκας LEVIS' S η οποία και κατασχέθηκε για να εξεταστεί (βλ. από 6-10-1997 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Τέλος, στις 5 Οκτωβρίου 1997 και ώρα 22.00 ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον ίδιο Υπαστυνόμο Α' Ν. Θ. α)ένα παντελόνι μπλου-τζην, μαύρου χρώματος, μάρκας ΒΕRTOLUCCI β) ένα παντελόνι μπλου-τζην μαύρου χρώματος, μάρκας RΙFLΕ γ) ένα μάλλινο πουλόβερ μπλε σκούρου χρώματος άνευ ενδείξεων δ) ένα πουκάμισο ριγέ, χρώματος μπλε-ροζ, μάρκας ΜΟS'S ε) μία αθλητική φόρμα μόνον το επάνω μέρος μάρκας ΑDIDAS χρώματος μπλε, γαλάζιο, κόκκινο και λευκό και στ) ένα μπουφάν πλαστικό, χρώματος κόκκινου, με μαύρες ρίγες στα μανίκια χωρίς σημειωμένη μάρκα. Τα παραπάνω είδη κατασχέθηκαν για να εξεταστούν (βλ. από 5-10-1997 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Στις 23 Ιουνίου 1998 ημέρα της εβδομάδας Τρίτη και ώρα 15.00' ο Αρχ/κας ΠΣ Γ. Μ. επί παρουσία και του Υ/Α Γ. Ρ. προέβη στην απόδοση στον κατηγορούμενο των παρακάτω ειδών: ενός πτυσσόμενου μαχαιριού μάρκας ΤRΑΜΟΝΤΙΝΑ μήκους 18 εκατοστών και μήκους λάμας 8 εκατοστών, ενός ψαλιδιού χωρισμένου σε δύο μέρη καθώς και της βίδας συγκράτησης του, ΤΑGΜΙR ΙΤΑLΥ μήκους 18 εκατοστών, ενός παντελονιού τζην ξεβαμμένου μάρκας RΙFLΕ, ενός μπουφάν χρώματος πετρόλ, ενός παντελονιού μπλου-τζην μαύρου χρώματος μάρκας ΒΕRΤΟLUCCI, ενός παντελονιού μπλου-τζην μαύρου χρώματος μάρκας RΙFLΕ, ενός πουλόβερ μάλλινου μπλε σκούρου χρώματος άνευ ενδείξεων, ενός πουκάμισου ριγέ χρώματος μπλε-ροζ μάρκας ΜΟS'S, μιάς αθλητικής φόρμας επάνω μέρος ΑDIDAS, χρώματος μπλε-γαλάζιου, κόκκινου και λευκού, ενός πλαστικού μπουφάν χρώματος κόκκινου με μαύρες ρίγες στα μανίκια χωρίς μάρκα, μιάς μακρυμάνικης μπλούζας φούτερ χρώματος σκούρου μπλε LEVI'S, διότι τα παραπάνω είδη εξετάσθηκαν από την αρμόδια Υπηρεσία της ΔΕΕ Αττικής και από εργαστηριακές εξετάσεις δεν ανιχνεύτηκαν ίχνη αίματος σ' αυτά ή άλλων στοιχείων που να σχετίζονται με το έγκλημα (βλ. από 23-6-1998 έκθεση απόδοσης κατασχεμένων). Κατέθεσε η μάρτυς Α. Γ. στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού ότι σε συζήτηση που είχαν στις 7 Οκτωβρίου 1997 στην οικία του ζεύγους Β. μετά το θάνατο της Ε., ο κατηγορούμενος, παρουσία αυτής, του ζεύγους Β. και του ζεύγους Μ. και Φ. Κ., αναφέρθηκε σε ένα κομμάτι της Γραφής που ομιλεί για τρεις φορές συσχετίζοντας αυτό με το γεγονός ότι και αυτός πήγε τρεις φορές και χτύπησε της πόρτα της Ε.. Ότι τότε ο κατηγορούμενος δεν διάβασε κάποιο συγκεκριμένο χωρίο της Γραφής ούτε αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο χωρίο, μόνον είπε "όπως πήγα κι εγώ τη τρίτη φορά, έτσι μου ήρθε στο μυαλό ένα κομμάτι Γραφής που αναφέρει για τρεις φορές". Ότι μετά την πάροδο δεκαετίας περίπου και συγκεκριμένα αρχές Ιανουαρίου 2007 ερώτησε το μέλος της Ευαγγελικής Εκκλησίας Β. Β., ο οποίος ήταν γνώστης της Βίβλου, αν υπάρχει κάποιο χωρίο στη Βίβλο όπου αναφέρεται κάτι για τρεις φορές και εκείνος ανεύρε το αναγνωσθέν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου χωρίο από τη Βίβλο Β' Βασιλέων ΙΓ 19 στο οποίο μεταξύ άλλων, λέγονται και τα εξής "και ελυπήθη επ' αυτώ ο άνθρωπος του Θεού και είπεν- ει επάταξας πεντάκις ή εξάκις, τότε αν επάταξας την Συρίαν έως συντέλειας- και νυν, τρις πατάξεις την Συρίαν". Ότι το χωρίο αυτό της Αγίας Γραφής το έδωσε στον πατέρα της Π. Γ., Β. Γ., αμέσως πριν την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, αρχές Ιανουαρίου 2007. Το Δικαστήριο, δεν κρίνει πειστική την κατάθεση της μάρτυρος Α. Γ. στο σημείο που καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος στη συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 1997 στην οικία Β., συσχέτισε τις τρεις φορές που έκανε πρόταση γάμου στην Π. Γ. με το συγκεκριμένο αναγνωσθέν χωρίο της Αγίας Γραφής. Και τούτο διότι: α) η Α. Γ. καταθέτει ότι έγινε αναφορά αορίστως σε κομμάτι της Αγίας Γραφής αφού όπως παραπάνω αναφέρθηκε ούτε συγκεκριμένο χωρίο επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος ούτε αναφέρθηκε έστω κατά προσέγγιση σε συγκεκριμένο χωρίο της Βίβλου β) τέτοια συσχέτιση δεν επιβεβαιώνεται από το ζεύγος Α. και Σ. Β., ούτε από άλλον μάρτυρα που να έχει ιδία αντίληψη. Η μητέρα του θύματος Ρ. Γ. και η μητέρα της Α. Γ., Ά. Γ. στις καταθέσεις τους επικαλούνται την αναφορά του κατηγορουμένου στο συγκεκριμένο κομμάτι της Αγίας Γραφής, πλην όμως, δεν έχουν ιδία αντίληψη, μεταφέρουν όσα άκουσαν από την Α. Γ.. Είναι δε χαρακτηριστική η ανακρίβεια της καταθέσεως της Ρ. Γ. στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας κατά στη συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας η αναιρεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (βλ. σχετικά πρακτικά σελ. 18) ως προς το ότι ο κατηγορούμενος διάβασε το σχετικό απόσπασμα της Βίβλου Β' Βασιλέων ΙΓ 19 κατ' εκείνη τη συνάντηση. Συγκεκριμένα επί λέξει η Ρ. Γ. κατέθεσε "Μετά το Πρωτόδικο Δικαστήριο η Α. Γ. στέλνει τον πατέρα της και μου φέρνει ένα σημείωμα από κάποιο εδάφιο της Αγίας Γραφής που λέει : "είπε ο άνθρωπος του Θεού, έπρεπε να χτυπήσεις 5-6 φορές, έως ότου συντελέσεις αυτούς... ήταν από μία σύναξη στην οποία είχε παρευρεθεί και ο κατηγορούμενος στο σπίτι της Β., που ήταν και ο Φ. με τη γυναίκα του και η Α.. Τότε ο κατηγορούμενος σκεπτικός διάβασε μία περικοπή της Βίβλου Β' Βασιλέων ΙΓ 19" ,και γ) Η Α. Γ. αν και υποστηρίζει ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να συνδέει τη δική του συμπεριφορά με το χωρίο αυτό της Αγίας Γραφής, ανέφερε τούτο μετά πάροδο δεκαετίας περίπου από τη δολοφονία της εξαδέλφης της. Το χωρίο δε αυτό ανευρέθηκε κατ' εκτίμηση τρίτου, άσχετου με την υπόθεση, προσώπου του Β. Β.. Υποστηρίζει η πολιτική αγωγή ότι ο κατηγορούμενος ψεύδεται λέγοντας ότι πήγε στο διαμέρισμα της Π. Γ. την Παρασκευή 26-9-1997 και ώρα 20.00" και ότι αυτός στην πραγματικότητα ανέβηκε στο διαμέρισμα της επί της οδού ... το Σάββατο περί την 21.00'-22.00' ώρα, εισήλθε εντός αυτού και την απέκτεινε. Βασίζει δε η πολιτική αγωγή τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος πήγε στο διαμέρισμα της Π. Γ. όχι την Παρασκευή αλλά το Σάββατο 27-9-1997, ώρα 21.30'-22.30' στο ότι: α) Ο κατηγορούμενος περιγράφει να φορεί η Π. Γ. το βράδυ της Παρασκευής τα ρούχα που φορούσε και όταν βρέθηκε δολοφονημένη την Τετάρτη 1-10-1997, άρα κατ' αυτήν τα φορούσε και το Σάββατο βράδυ, β) ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι το φως του υπνοδωματίου της όταν εισήλθε στο διαμέρισμα της αντιλήφθηκε ότι ήταν κλειστό και κλειστό βρέθηκε το φως του υπνοδωματίου και όταν βρέθηκε το πτώμα της την Τετάρτη 1-10-1997, γ) όταν η Π. Γ. το βράδυ της Παρασκευής 26-9-1997, ώρα 21.15'-21.30' πήγε στην οικία Β., δεν ανέφερε την πρόταση γάμου που λέγει ο κατηγορούμενος ότι είχε κάνει σ' αυτήν, πράγμα που θα έκανε εάν είχε γίνει, ενώ δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό και στην εξαδέλφη της Α. Γ. όταν της τηλεφώνησε για να της ευχηθεί για τα γενέθλια της "Χρόνια Πολλά", δ) η Π. Γ. εθεάθη τις απογευματινές ώρες της Παρασκευής 26-9-1997 στην αγορά της Λάρισας στο κατάστημα της Ε. Κ. όπου προφανώς δεν ήταν δυνατόν να φορούσε κολλάν, ενώ μεταγενέστερα περί την 21.1 5' ώρα πήγε στην οικία Β. φορώντας γκρι φούστα και λευκό πουκάμισο και ο κατηγορούμενος περιγράφει ότι είδε την Ε., την Παρασκευή 26-9-1997, την 20.10' ώρα να φορεί μαύρο κολλάν και ανοιχτόχρωμο μπλουζάκι που είχε και άλλα πολλά χρώματα. Επί πλέον δε ότι είναι ακατανόητο να ήταν η Π. Γ. στην αγορά της ... περί την 18.00'-19.00' ώρα της Παρασκευής 26-9-1997, να επέστρεψε στο διαμέρισμα της επί της οδού ..., να άλλαξε ενδύματα, να δέχθηκε την επίσκεψη του κατηγορουμένου, κατόπιν να φόρεσε άλλα ενδύματα και να ξαναέφυγε από το σπίτι της περί την 21.00' ώρα προκειμένου να πάει στην οικία του ζεύγους Β., ενώ είναι ανεπαρκής και ο χρόνος για να κάνει όλες αυτές τις κινήσεις και ε) ο κατηγορούμενος δεν έχει "άλλοθι" για τις κινήσεις του κατά το βράδυ του Σαββάτου από την 21.00' ώρα που αναχώρησε από τη ... της ... μέχρι την 22.30'-22.45' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 που συναντήθηκε με τον Γ. Τ. για την τοποθέτηση του ένθετου στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ". Εδώ πρέπει να λεχθεί ότι η πολιτική αγωγή για την στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού της, έχει πάντοτε ως αφετηρία την προϋπόθεση την οποία η ίδια αυθαίρετα θέτει ότι ο θάνατος της Π. Γ. επήλθε ακριβώς το Σάββατο βράδυ από την 21.00' ώρα έως την 22.00' ώρα, πράγμα, όμως, που όπως αναλύθηκε παραπάνω δεν αποδεικνύεται και ούτε επιστημονικά μπορεί να τεκμηριωθεί με βάση την Ιατροδικαστική Έκθεση του ιατροδικαστή Δ. Ψ. και τις καταθέσεις αυτού στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο παραπάνω ισχυρισμός της πολιτικής αγωγής δεν ευσταθεί και δέχεται ότι ο κατηγορούμενος πήγε στο διαμέρισμα της Π. Γ. την Παρασκευή 26-9-1997 και ώρα 20.1 0' για να κάνει σ' αυτήν για τρίτη φορά πρόταση γάμου. Και τούτο διότι: α) το γεγονός της εισόδου του κατηγορουμένου στο διαμέρισμα της Π. Γ. την Παρασκευή 26-9-1997 ώρα 20.10' δεν επιβεβαιώνεται μεν από κάποιο μάρτυρα ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο αλλά και δεν αντικρούεται από οποιοδήποτε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Οι κινήσεις της Π. Γ. που είναι γνωστές για την Παρασκευή το απόγευμα και το βράδυ της 26-9-1997 είναι η εμφάνιση της περί την 18.00-19.ΟΟ' ώρα στο κατάστημα της Ε. Κ. στη ... επί της οδού ..., το τηλεφώνημα στην εξαδέλφη της Α. Γ. το βράδυ της Παρασκευής περί την 21.00' ώρα για να της ευχηθεί "Χρόνια Πολλά" (Η Α. Γ. για το τηλεφώνημα αυτό σαφώς κατέθεσε ότι ήταν σύντομο και βιαστικό) και η επίσκεψη της στην οικία Β. περί τη 21.1 5' ώρα της Παρασκευής, όπου παρέμεινε μέχρι την 24.00' ώρα οπότε επέστρεψε στο διαμέρισμα της. Ουδείς μάρτυς γνωρίζει πού ήταν και τι έκανε η Π. Γ. την Παρασκευή 26-9-1997 από την 19.ΟΟ' ώρα έως την 21.00' ώρα, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο προκύπτει, με συνέπεια να μη δύναται να αποκλεισθεί το γεγονός της επισκέψεως του κατηγορουμένου στο διαμέρισμα της περί την 20.10' ώρα της Παρασκευής. Ούτε μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί μη επισκέψεως του κατηγορουμένου στο διαμέρισμα της Π. Γ. το βράδυ της Παρασκευής 26-9-1997 εκ του ότι εκείνη δεν ανέφερε το γεγονός αυτό στο ζεύγος Β. κατά την μεταγενέστερη επίσκεψη της στην οικία τους και στην εξαδέλφη της Α. Γ. όταν της τηλεφώνησε για να της ευχηθεί για τα γενέθλια της, εφόσον δεν είναι βέβαιο ότι οπωσδήποτε θα τους το ανέφερε αν είχε συμβεί. Ευλόγως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Π. Γ. ήταν υποχρεωμένη να τους αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος της έκανε για τρίτη φορά πρόταση γάμου όταν συνομίλησε μαζί τους ώστε να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα εκ της μη αναφοράς του εν λόγω γεγονότος. Περαιτέρω, δεν επεξηγείται από την πολιτική αγωγή από πού αρύει τη γνώση της ότι η Π. Γ. φορούσε το βράδυ του Σαββάτου μαύρο κολλάν και ανοιχτόχρωμη μπλούζα με πολλά χρώματα, όπως περιγράφει ο κατηγορούμενος ότι φορούσε η Π. Γ. την Παρασκευή το βράδυ ώρα 20.10' 26-9-1997 κατά την εκεί επίσκεψη του, εφόσον ουδείς είδε το θύμα μετά την 19.30' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 όταν για τελευταία φορά συνομίλησε με την Α. Π.. Εκ μόνου του γεγονότος ότι η Π. Γ. βρέθηκε δολοφονημένη την Τετάρτη 1-10-1997 φορώντας μαύρο κολλάν και την ανοιχτόχρωμη μπλούζα που περιγράφει ο κατηγορούμενος, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ότι το θύμα φορούσε τα ίδια ρούχα το Σάββατο βράδυ 27-9-1997. Εξ άλλου, δεν αποκλείεται το γεγονός η Π. Γ. να φορούσε τα ίδια ρούχα μέσα στο σπίτι της Παρασκευή και Σάββατο ή Παρασκευή και Κυριακή. Περαιτέρω, ουδόλως αποκλείεται η Π. Γ. την Παρασκευή να κυκλοφορούσε στην αγορά της ... κατά τις απογευματινές ώρες με ενδύματα εξόδου, να επέστρεψε στην οικία της, να άλλαξε ρούχα φορώντας κολλάν και μπλούζα να παρέμεινε σ' αυτήν επί μία ή δύο ώρες και περί την 21.00' ώρα να άλλαξε πάλι ενδύματα προκειμένου να επισκεφθεί την οικογένεια Β., να τηλεφώνησε στην Α. Γ. και να μετέβη στη συνέχεια στην οικία Β., χρονικά δε είχε τη δυνατότητα να πράξει τα ανωτέρω, πολύ περισσότερο δε που δεν κατέστη γνωστός ο τρόπος με τον οποίο εμετακινείτο από τόπον εις τόπον. Το ότι ο κατηγορούμενος είδε το φως του υπνοδωματίου της κλειστό κατά την είσοδο του στο διαμέρισμα της την Παρασκευή το βράδυ 26-9-1997, ενώ είδε ανοικτό το φως του καθιστικού δωματίου δεν είναι περίεργο αλλά απολύτως φυσιολογικό εφόσον η Π. Γ. δέχτηκε τον κατηγορούμενο στο καθιστικό δωμάτιο του διαμερίσματος της εκεί όπου και η ίδια πριν την εμφάνιση του καθόταν και εδιάβαζε. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το βράδυ του Σαββάτου αφ' ότου περί την 21.00 ώρα έφυγε από το παζάρι της ..., έκανε τα εξής: μετέβη στην οικία του στη συνοικία ... της ..., τηλεφώνησε στο Γ. Τ. προκειμένου να πληροφορηθεί την ώρα συναντήσεως τους για την τοποθέτηση του ενθέτου στην εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ", δεν τον βρήκε στο σπίτι του, άλλαξε ρούχα και φόρεσε τα ρούχα της δουλειάς, πήρε το μηχανάκι του και πήγε στην αποθήκη της εφημερίδας πίσω από την Εθνική Τράπεζα μήπως ήταν ήδη εκεί ο Γ. Τ., δεν τον βρήκε εκεί οπότε του τηλεφώνησε από καρτοτηλέφωνο περί την 10.00'ώρα και συμφώνησαν να συναντηθούν στην αποθήκη περί την 22.30'ώρα, επέστρεψε στην οικία του, έφαγε και ξαναγύρισε στην αποθήκη περί την 22.40' ώρα με το μηχανάκι του οπότε και συναντήθηκε με τον Γ. Τ. και άλλους δύο συναδέλφους του. Από τις παραπάνω κινήσεις του κατηγορουμένου επιβεβαιώνεται από το μάρτυρα Γ. Τ. ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε σπίτι του περί την 22.00" ώρα του Σαββάτου από καρτοτηλέφωνο και του είπε ότι και προηγουμένως του είχε τηλεφωνήσει και δεν τον εύρισκε ως και ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο περί την 22.40' ώρα του Σαββάτου 27-9-1997 μαζί με δύο άλλους συναδέλφους τους και πήγαν στο πιεστήριο της εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ" στο 6ο χλμ ...- ... . Οι υπόλοιπες κινήσεις του κατηγορουμένου δεν πιστοποιούνται από κάποιο αποδεικτικό μέσο αλλά και δεν αντικρούονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Ουδείς μάρτυς κατέθεσε ότι είδε τον κατηγορούμενο ή γνωρίζει ότι αυτός κατά το βράδυ του Σαββάτου από την 21.00' ώρα έως την 22.40' ώρα της 27-9-1997 έκανε κάτι άλλο εκτός απ' αυτά που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έκανε, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από άλλα αποδεικτικά μέσα. Η πολιτική αγωγή καταλήγει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της εις βάρος της Π. Γ. ανθρωποκτονίας 1ον) Γιατί είχε κίνητρο - είχε ερωτικό πάθος για το θύμα, ήθελε την Π. Γ. για γυναίκα του και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκείνη τον απέρριψε οριστικά για τρίτη φορά και σε απάντηση αυτός, λόγω και της αγαμίας του και της πίστεως του στην αποχή από τις προγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ως και από θρησκευτικό φανατισμό εκλαμβάνοντας ότι είναι θέλημα του Θεού να πεθάνει η Π. Γ. αφού παρενέβαινε το θέλημα του θεού να γίνει γυναίκα του και αυτή το αρνείτο, κατάφερε σ' αυτήν με τέμνον και νύσσον όργανο 104 χτυπήματα με συνέπεια να επέλθει ο θάνατος της, 2ον) γιατί τις πρωινές ώρες της Πέμπτης 2-10-1997 όταν έφθασε στο σουβλατζίδικο της Ε. Τ. κατά τη διανομή της εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ" και εκείνη του ζήτησε επειγόντως να διαβάσει την εφημερίδα γιατί κάποια φοιτήτρια της Ιατρικής είχε δολοφονηθεί, εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν είχε διαβάσει το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας και ρώτησε μήπως το θύμα ήταν η Π. Γ., όταν δε το διαπίστωσαν, ψυχρά απάντησε "τη γνώριζα την κοπέλα. Τι κρίμα που έπαθε τέτοια δουλειά". Γενικά δε, αν και είχε επιλέξει την Π. Γ. για γυναίκα του, μετά το θάνατο της, δεν έκλαψε, δε φώναξε, δεν "χτυπιόταν", δεν σοκαρίστηκε. 30ν) ενώ την Πέμπτη το μεσημέρι πέρασε εμπρός από το σπίτι της, δεν ανέβηκε επάνω στο διαμέρισμα της αλλά συνέχισε την πορεία του και πήγε στο σπίτι του 4ον) Γιατί ο κατηγορούμενος την Πέμπτη 2-10-1997 στην οικώ του ζεύγους Β. ρωτούσε να μάθει πότε είχε πάει στο σπίτι τους το θύμα για τελευταία φορά, τι είχε και πως ειπωθεί, τι ακριβώς είχε συμβεί ώστε αυτός ανάλογα να προβάλει τους ισχυρισμούς του για τις κινήσεις του κατά τις ημέρες της Παρασκευής και του Σαββάτου. Ο ισχυρισμός αυτός της πολιτικής αγωγής κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν ευσταθεί και τούτο διότι: 1ον) Όπως βεβαιώνεται στην Ιατροδικαστική Εξέταση του Ιατροδικαστή Δ. Ψ., το πτώμα της Π. Γ. έφερε 104 τραύματα. Εξ αυτών τα δεκαεπτά (17) στην τραχηλική χώρα, πενήντα (50) κύκλω στην καρδιακή χώρα με διάμετρο κύκλου 13X13 εκατοστά και τριάντα επτά (37) στην ραχιαία επιφάνεια του σώματος. Παρατηρήθηκαν αιμορραγικές διηθήσεις πέριξ της τραχηλικής χώρας. Από τα 17 τραύματα, τα 12 είχαν σχετικό βάθος τραυματίζοντας τους μυς της περιοχής, ενώ τα πέντε (5) χαρακτηρίζονται επιπόλαια μη έχοντα βάθος. Ο καρδιακός σάκκος έφερε πολλαπλές μικρορήξεις, ενώ η καρδία έφερε πολλαπλούς μικροτραυματισμούς, εννέα (9) δε απ' αυτούς σε μεγάλο βάθος, ο δε δράστης τις περισσότερες φορές που κτύπησε ήταν σαν μην ήθελε να προξενήσει σοβαρό τραυματισμό. Όπως κατέθεσε ο ιατροδικαστής Δ. Ψ., το σώμα του θύματος έφερε πενήντα (50) τρυπήματα στην καρδιά γύρω-γύρω και αν αναλογιστούμε τη διάμετρο του κύκλου (13X13 εκ.) είναι ό,τι ορίζει την καρδιά.
Συνεπώς ο δράστης ο οποίος κύκλωσε με απόλυτη ακρίβεια την καρδιά του θύματος και δεν κατάφερε τυχαία πλήγματα, γνώριζε πολύ καλά την ακριβή θέση και έκταση της καρδιάς και έπληξε αυτή με μετρημένα και προσεκτικά χτυπήματα κατά τρόπο ώστε το θύμα να υποφέρει και να ταλαιπωρηθεί. Δεκαεπτά (17) χτυπήματα με τέμνον και νύσσον όργανο στην τραχηλική χώρα χωρίς να αποκοπεί η τραχεία και πενήντα (50) χτυπήματα στην καρδιά χωρίς να την διεμβολίσει, δείχνουν δράστη γνώστη ανατομίας (βλ. κατάθεση Α. Μ., ιατρού-αναισθησιολόγου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, η οποία επί λέξει κατέθεσε "η καρδιά εκτείνεται σε αρκετή έκταση και έχει μέγεθος περίπου 4-5 εκατοστά σε πλάτος. Αυτό φυσικά εξαρτάται από τον σωματότυπο του ανθρώπου. Το μέγεθος της δικής μου καρδιάς είναι όσο μία παλάμη. Το περίγραμμα της δεν μπορεί να το οριοθετήσει οποιοσδήποτε. Ίσως κάποιος μορφωμένος άνθρωπος που έχει διαβάσει και ξέρει περισσότερα από τον μέσο όρο, να μπορεί να την κυκλώσει την καρδιά. Επακριβώς όμως οποιοσδήποτε από έναν μη γιατρό δεν μπορεί να την κυκλώσει. Ένας γιατρός μπορεί". Κατά λογική ακολουθία, αν ο κατηγορούμενος Γ. Ζ., διανομέας εφημερίδων, με γνώσεις πληροφορικής, είχε πλήξει το θύμα όπως ισχυρίζεται η πολιτική αγωγή από ερωτικό πάθος, εμμονή του στο να την κάνει γυναίκα του, σε απάντηση της αρνήσεως της στις τρεις (3) προτάσεις γάμου που συνολικά της έκανε, λόγω του ότι έχανε την ευκαιρία να λύσει το σεξουαλικό του πρόβλημα συνεπεία της αγαμίας την οποία πρεσβεύει λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, καταληφθείς και από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και την στρεβλή εξήγηση του ότι αυτός είχε "θεία εντολή" να νυμφευθεί το θύμα, εκείνο αρνήθηκε την πρόταση του και παρενέβη έτσι "θεία εντολή" που επέσυρε το θάνατο, τότε οπωσδήποτε θα είχε εξαφθεί το συναίσθημα του, ο ψυχικός του κόσμος θα είχε εξεγερθεί, δεν θα μπορούσε να σταθμίσει τις συνέπειες της πράξεως του και θα επέφερε σφοδρά και άτακτα κτυπήματα με άγνωστο αποτέλεσμα, στην περιοχή ίσως της καρδιάς, πάντως όχι κύκλω της καρδιάς όπως εν προκειμένω, αφού ο κατηγορούμενος γνώσεις ανατομίας δεν έχει, τα πλήγματα ήσαν προσεκτικά και κατά τέτοιο τρόπο καταφερθέντα ώστε να πλήττεται ο τράχηλος, η καρδία και η ραχιαία επιφάνεια του θύματος, χωρίς όμως να διαπερώνται τα ως άνω όργανα (τράχηλος και καρδία). Κατέθεσε ο ιατροδικαστής Δ. Ψ. στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ότι το γεγονός ότι τα πενήντα χτυπήματα καταφέρθηκαν γύρω-γύρω στην καρδιά καταδεικνύει ότι πρόκειται για έγκλημα ερωτικού πάθους και ότι ο δράστης εγκεφαλικά είχε κάποιο πρόβλημα, εταλαιπωρείτο εγκεφαλικά όταν επέφερε στο θύμα τα κτυπήματα. Ο κατηγορούμενος μπορεί μεν να ήθελε την Π. Γ. για σύζυγο του και να έκανε σ' αυτήν τρεις προτάσεις γάμου, όμως ερωτικό πάθος γι' αυτήν δεν είχε, αυτός και το θύμα ούτε ερωτικές ούτε κοινωνικές ούτε καν φιλικές σχέσεις δεν είχαν. Ήσαν απλώς γνωστοί και ο κατηγορούμενος αρέσκετο να την κοιτάζει μόνον στις συναθροίσεις της Ευαγγελικής Εκκλησίας στη ... και στα σπίτια άλλων μελών της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Περαιτέρω από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος έχει κάποιο εγκεφαλικό ή ψυχολογικό πρόβλημα που να τον ταλαιπωρεί και να τον ωθεί σε βίαιες και αποτρόπαιες πράξεις. Αντίθετα ο κατηγορούμενος περιγράφεται από τους εξετασθέντες μάρτυρες ως σοβαρός, μετρημένος, ήρεμος και πολύ καλός άνθρωπος μη εξαιρουμένης και της μάρτυρος Α. Μ., η οποία μεταφέροντας τη γνώμη του θύματος, κατέθεσε επί λέξει "Η Ε. δεν μου είπε ποτέ ότι ο κατηγορούμενος ήταν αρρωστημένο άτομο, ίσα-ίσα μου είπε ότι ήταν πολύ καλό άτομο". Ούτε βεβαίως μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεπεία της αγαμίας του πρόβλημα εγκεφαλικό και ψυχολογικό, αφού τέτοιο περιστατικό παντάπασι δεν βεβαιώνεται από κάποιο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Η δε αντίδραση του κατηγορουμένου στο σουβλατζίδικο της Ε. Τ. όπως περιγράφηκε, η έκφραση του "την καθάρισαν σαν κοινή πόρνη", το γεγονός ότι την Πέμπτη 2-10-1997 περνώντας μπροστά από την πολυκατοικία της οδού ... δεν ανέβηκε στο διαμέρισμα του θύματος, ρωτούσε την Πέμπτη το πρωί το ζεύγος Β. για λεπτομέρειες σχετικά με το πότε τους επισκέφθηκε τελευταία φορά η Π. Γ., γενικά δε αν και είχε επιλέξει την Π. Γ. για σύζυγο του, όταν πληροφορήθηκε το βίαιο θάνατο της, δεν έκλαψε, δεν φώναξε, δεν σοκαρίστηκε, δεν "χτυπιόταν" και ήταν γενικά ψυχρός, λαμβανομένου υπόψη ότι ο κατηγορούμενος πλέον είχε λάβει αρνητική τελειωτική απάντηση στην πρόταση γάμου που έκανε στην Π. Γ., ο κύριος τίτλος της εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ" του φύλλου της Πέμπτης 2-10-1997 που διένειμε ο κατηγορούμενος ήταν για τις κινητοποιήσεις των αγροτών και η είδηση της δολοφονίας της φοιτήτριας της Ιατρικής Σχολής ήταν γραμμένη στο επάνω δεξιό μέρος του πρωτοσέλιδου της εφημερίδας, ο κατηγορούμενος δεν απέκρυψε ότι γνώριζε το θύμα, μόνος του αποκάλυψε ότι είχε λάβει αρνητική απάντηση από το θύμα στην πρόταση γάμου που είχε κάνει, δεν μπορούν προφανώς να θεμελιώσουν κρίση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της ανθρωποκτονίας εις βάρος της Π. Γ. αφού οι αντιδράσεις όλων των ανθρώπων σε παρόμοια περιστατικά δεν ταυτίζονται. Εξάλλου και η πλέον στενή φίλη της Π. Γ., Α. Μ. από τους πρώτους που αντίκρισαν το θύμα άγρια δολοφονημένο την Τετάρτη το βράδυ 1-10-1997, όπως η ίδια καταθέτει, δεν έκλαψε (βλ. κατάθεση της σελ. 78 πρακτικών αναιρεθείσης αποφάσεως όπου καταθέτει "Όταν έμαθα για το θάνατο της πάγωσα, σοκαρίστηκα, δεν έκλαψα. Μετά αγκάλιασα το φίλο μου"). Αποτυπώματα του κατηγορουμένου στο διαμέρισμα του θύματος δεν ευρέθησαν. Ίχνη αίματος στα ρούχα του κατηγορουμένου δεν ευρέθησαν παρά το ότι ερευνήθηκαν από τα ειδικά εργαστήρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Αττικής. Στα ρούχα που ερευνήθηκαν εργαστηριακά περιλαμβάνονται και εκείνα που φορούσε ο κατηγορούμενος Σάββατο βράδυ 27-9-1997 και Κυριακή 25-9-1997. ΣΤΟ πάτωμα του διαμερίσματος και ιδιαίτερα στο πάτωμα του υπνοδωματίου του θύματος δεν ανιχνεύθηκε αίμα, αφού στην έκθεση αυτοψίας δεν σημειώνεται κάτι τέτοιο με συνέπεια να μην έχει επιρροή το γεγονός ότι δεν εξετάσθηκαν εργαστηριακά από τη ΔΕΕ Αττικής τα παπούτσια του κατηγορουμένου. Τρίχες του κατηγορουμένου δεν ευρέθησαν στον τόπο του εγκλήματος. Είσοδος του κατηγορουμένου στο διαμέρισμα της Π. Γ. επί της οδού ... στη ... κατά το βράδυ του Σαββάτου 27-9-1997 και την Κυριακή 28-9-1997 μέχρι την 15.00' ώρα και εν συνεχεία επίθεση αυτού κατά της Π. Γ. με νύσσον και τέμνον όργανο με σκοπό να της αφαιρέσει τη ζωή, δεν ευρίσκουν έρεισμα σε κάποιο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση εις βάρος της Π. Γ. του Β. και πρέπει μα κηρυχθεί αθώος κατά πλειοψηφία της πράξεως αυτής.".
Με τις παραδοχές αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά και έτσι δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Συγκεκριμένα, σχετικά με το χρόνο θανάτου της Π. Γ. διαλαμβάνει αντιφατικές παραδοχές με αποτέλεσμα να μην καθίσταται σαφές τι δέχεται το Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα αυτό, το οποίο (ζήτημα) συνάπτεται άμεσα με την ύπαρξη ή μη άλλοθι του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο αυτό. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης (σελίδα 172) διαλαμβάνεται ότι "το δικαστήριο με πλήρη δικανική πεποίθηση, καταλήγει στο ότι ο θάνατος της Π. Γ. συνεπεία των 104 χτυπημάτων που δέχτηκε με τέμνον και νύσσον όργανο στο υπνοδωμάτιο του διαμερίσματος στη Λάρισα, όπου κατοικούσε, επήλθε εντός του χρονικού διαστήματος από την 20.00 ώρα του Σαββάτου 27 Σεπτεμβρίου 1997, έως την 15.00 ώρα της Κυριακής 28 Σεπτεμβρίου 1997...", στη συνέχεια του ίδιου σκεπτικού (σελ 176), το δικαστήριο της ουσίας, αποκρούοντας τον ισχυρισμό της πολιτικής αγωγής ότι η Γ. δολοφονήθηκε μεταξύ της 21.00 έως 22.00 ώρα του Σαββάτου 27 Σεπτεμβρίου 1997, ήτοι σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι κινήσεις του κατηγορουμένου δεν καλύπτονται από την 21.00 ώρα που αναχώρησε από τη ... μέχρι την 22.30 έως 22.45 ώρα οπότε συναντήθηκε με το Γ. Τ. στην πόλη της ..., δέχτηκε ότι "ο ισχυρισμός αυτός της πολιτικής αγωγής δεν αποδεικνύεται". Οι άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατικές και ασαφείς διότι, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας τοποθετεί αρχικά το χρόνο θανάτου της Γ. μεταξύ της 20.00 ώρας του Σαββάτου 27 Σεπτεμβρίου 1997 έως της 15.00 ώρας της επόμενης ημέρας Κυριακής 28 Σεπτεμβρίου 1997, στη συνέχεια, από τον προσδιοριζόμενο κατά τα ανωτέρω χρόνο, αποκλείει, χωρίς ειδική αιτιολογία και με παράθεση περιστατικών, το ωριαίο χρονικό διάσημα που περιλαμβάνεται μεταξύ της 21.00 έως 22.00 ώρας του Σαββάτου (27-9-1997), κατά το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της πολιτικής αγωγής δολοφονήθηκε η Γ.. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε επιλεκτικά ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει γιατί πείστηκε από αυτά και όχι από άλλα αντίθετα και έτσι προκύπτουν ασάφειες και λογικά κενά στις παραδοχές του. Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της απόφασης (σελ. 162) αναφέρεται ότι "κανένα μέλος της οικογένειας Π. δεν άκουσε ούτε παρατήρησε κάτι περίεργο να συμβαίνει στο διαμέρισμα της Π. Γ. ούτε είδε κάποιον να εισέρχεται στο διαμέρισμα της το Σάββατο 27-9-1997 και την Κυριακή 28-9-1997". Έτσι, όμως, ενόψει του ότι ο θάνατος της Γ. επήλθε κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, γεγονός που και αυτό αποτελεί παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, δημιουργείται στο σκεπτικό της απόφασης λογικό κενό, διότι δεν εξηγείται πώς η Γ. βρέθηκε δολοφονημένη μέσα στο διαμέρισμα της, αν δεν είχε εισέλθει σ' αυτό κανείς. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας αντικρούοντας τα επιχειρήματα της πολιτικής αγωγής που εκτίθενται στις σελίδες 196 και 197 των πρακτικών, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο δράστης της δολοφονίας, δέχεται ως αληθή τον ισχυρισμό του ότι αυτός είχε επισκεφθεί το διαμέρισμα της Γ. το βράδυ της Παρασκευής (26-9-1997), διαλαμβάνοντας στη σελίδα 197 των πρακτικών ότι "το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται μεν από κάποιο μάρτυρα ή αποδεικτικό στοιχείο αλλά και δεν αντικρούεται από οποιοδήποτε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα". Έτσι όμως η παραδοχή αυτή αποτελεί προϊόν της επιλεκτικής αξιολόγησης της απολογίας του κατηγορουμένου και μόνο, (στη σελίδα 186 της αποφάσεως δέχεται το ΜΟΕ "τελευταία φορά που είδε ο κατηγορούμενος την Π. Γ. όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ήταν την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 1997, όταν πήγε σπίτι της για να της κάνει για τρίτη φορά πρόταση γάμου") όχι δε και της συνεκτίμησης και συναξιολόγησης αντίθετων αποδεικτικών στοιχείων που συγκροτούσαν το αποδεικτικό μέσο των ενδείξεων του άρθρου 178 εδ. α' ΚΠΔ. Οι ενδείξεις δε αυτές ήταν οι ακόλουθες: α) το ότι ο κατηγορούμενος περιγράφει τη Γ. να φοράει κατά την ισχυριζόμενη από αυτόν επίσκεψη του το βράδυ της Παρασκευής κολάν και μπλούζα, ήτοι τα ίδια ρούχα που φορούσε όταν βρέθηκε δολοφονημένη (σελ. 187 της απόφασης), β) το ότι πριν από την αποκάλυψη του πτώματος (1-10-1997) ο κατηγορούμενος ανέφερε στους φίλους του Α. Κ. και Δ. Γ. ότι είχε επισκεφθεί τη Γ. στο διαμέρισμα της το βράδυ της Παρασκευής (26-9-1997) και της είχε κάνει πρόταση γάμου, ανακοινώνοντας την επίσκεψη του αυτή στον Α. Κ. το βράδυ της Κυριακής (28-9-1997) στο δε Γ. το βράδυ της Τετάρτης (1-10-1997) σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ενώ δεν εξηγείται ο λόγος που προέβη σε τέτοιες ανακοινώσεις στους φίλους του. Περαιτέρω, με τη φράση (σελ. 206 της αποφάσεως) "οι αντιδράσεις όλων των ανθρώπων σε παρόμοια περιστατικά δεν ταυτίζονται" παραλείπει ουσιαστικά το δικάσαν ΜΟΕ να αξιολογήσει τις (κατά τις παραδοχές του) αντιδράσεις και συμπεριφορά του κατηγορουμένου όταν αυτός πληροφορήθηκε τη δολοφονία της ανωτέρω γυναίκας, στο πρόσωπο της οποίας κατ' αυτόν, ο ίδιος ο Θεός είχε δει κάποια χαρίσματα της (σελ. 187 της απόφασης) και του την είχε υποδείξει κατά τη διάρκεια των προσευχών του ως μέλλουσα γυναίκα του σύμφωνα με την απολογία του, ήτοι α) την αντίδραση του όταν στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας που διένειμε την 2-10-1997 διάβασε την είδηση της δολοφονίας της γυναίκας, που επί μακρό χρονικό διάστημα (1995-1997) αποτελούσε το κεντρικό πρόσωπο του ενδιαφέροντος του, αντίδραση την οποία εξέφρασε προς την Ε. Τ. λέγοντας προς αυτήν "τη γνώριζα την κοπέλα, τι κρίμα που έπαθε τέτοια δουλειά", ενώ β) μετά από αυτά συνέχισε την εργασία του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, γ) τη φράση του ότι "τη σκότωσαν σαν κοινή πόρνη", φράση την οποία αυτός ανακοίνωσε το πρωί της επόμενης ημέρας της αποκάλυψης της δολοφονίας 2-10-1997 στο φίλο του Δ. Γ., και δ) τη διέλευση του την επόμενη μέρα 2-10-1997 από την οδό αυτή (...), που βρισκόταν το διαμέρισμα της δολοφονημένης και εκεί ακόμα ευρίσκετο το πτώμα της το οποίο δεν είχε ακόμη μεταφερθεί εν όψει της αναμενόμενης άφιξης του ιατροδικαστή ..., χωρίς να σταματήσει έστω για λίγο παρά το ότι είδε συγκεντρωμένο κόσμο στο δρόμο (σελ. 192 των πρακτικών). Από τις ανωτέρω παραλείψεις αξιολόγησης των άνω αποδεικτικών στοιχείων, τα λογικά κενά και τις αντιφάσεις προκύπτει ότι η απόφαση αυτή στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνος λόγος της αναίρεσης του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 165-166/ 2009 και 56-59/ 2010 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές και ενόρκους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία εκ προθεσμίας. Διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενδείξεις. Έννοια αυτών. Οι ενδείξεις τείνουν σε έμμεση απόδειξη. Προσωπικές και πραγματικές ενδείξεις. Έννοια τούτων. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση - συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Το αποτέλεσμα του συσχετισμού της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δέχεται αίτηση, αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 1
|
Αριθμός 705/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1928/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 993/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 18 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9-3-2011, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 414/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.7.2010 αίτηση της Σ. Σ. του Κ., για αναίρεση της 1928/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 704/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Τ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 1238/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Οργανισμό Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Λυκούδη.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 74/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 -161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 11 Μαρτίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ. ΜΑΥ …, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με επίδοση της κλήσεως στην ίδια, πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Δεκεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 10586/2010) αίτηση της Α. Τ. του Ι., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1238/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Οργανισμού Ελληνικών Ταχυδρομείων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 703/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ. Σ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 592/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 998/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 19.10.2010 αποδεικτικό του Αρχιφύλακα ... του Α/Τ Κοζάνης περί επιδόσεως με θυροκόλληση στον αναιρεσείοντα στην δηλωθείσα στην αίτηση αναιρέσεως διεύθυνση κατοικίας του της υπ' αριθμό 998/8.10.2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το από 15.10.2010 αποδεικτικό της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... περί επιδόσεως αντιγράφου της άνω κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Προυσανίδη Ιορδάνη, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.6.2010 αίτηση του Χ. Σ. του Ν. για αναίρεση της 592/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 702/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 755/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 674/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 1 Ιουλίου 2010 και 15 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., αντιστοίχως, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στη δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού … αρ. 43, στη …, και στον αντίκλητό του Κωνσταντίνο Κατσανίδη, δικηγόρο και κάτοικο Αθηνών (Τζωρτζ 3), επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 19 Ιανουαρίου 2011. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 60/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/29 Μαρτίου 2010 αίτηση του Γ. Τ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 755/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 701/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 3219/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 621/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 22-9-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 19/1/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 13-4-2010 αίτησή της. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την με αριθ. 58/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με αίτημα αγγέλου δικηγόρου του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Γ. Λαφαζάνου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση της 6-4-2011. Όμως κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Απριλίου 2010 αίτηση - δήλωση της Δ. Σ. του Σ., περί αναιρέσεως της 3219/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 700/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1769/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορουμένους τους 1. Κ. Σ. του Σ. και 2. Α. Χ. του Γ., και με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Β., ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Β. - Κ. ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Ε.Π.Ε.".
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1327/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 53/22-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 119/1-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Τ., κατοίκου ... (Ηλέκτρας 21), κατά του υπ' αριθμ. 1769/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 866/2010 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους: α) Κ. Σ. του Σ., κάτοικο ..., β) Α. Χ. του Γ., κάτοικο ... και γ) Β. Τ. του Κ., κάτοικο ..., για να δικαστούν οι μεν δύο πρώτοι για πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε άλλον, ο δε τρίτος για ηθική αυτουργία στη ανωτέρω πράξη. Εναντίον του βουλεύματος αυτού άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις υπ' αριθμ. 131/2010, 122/2010 και 120/2010 αντίστοιχες εφέσεις τους και οι τρεις πιο πάνω παραπεμφθέντες. Οι εφέσεις αυτές έγιναν τυπικά δεκτές, πλην όμως απορρίφθηκαν κατ' ουσία ως αβάσιμες με το υπ' αριθμ. 1769/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο μόνο ο Β. Τ. με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 119/1-10-2010 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον ίδιο τον κατηγορούμενο την 22-9-2020, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 1-10-2010 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γιαλαμά, ενεργούντα δυνάμει της από 30-9-2010 εξουσιοδότησης που είναι συντεταγμένη κατά το άρθρο 42 παρ. 2 εδάφιο β και 96 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 119/2010 έκθεση στις οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ήταν εκείνος που προκάλεσε στους συναυτουργούς του που δεν άσκησαν αναίρεση, την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη που τους αποδίδεται, και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής περί ηθικής αυτουργίας ποινικής διάταξης, καθόσον στο βούλευμα υφίστανται ασάφειες αντιφάσεις και λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης αυτής στην συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα, κατά τον χρόνο δε της άσκησής της (1-10-2010) το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέκειτο στο ένδικο αυτό μέσο (άρθρο 482 §1α Κ.Π.Δ), δεν ασκεί δε καμία επιρροή στο παραδεκτό της το ότι με το άρθρο 34 του Ν 3904/2010 που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 218 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α της 23-12-2010) και άρχισε να ισχύει από 23-12-2010 (άρθρο38 του νόμου τούτου), καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ, με συνέπεια να μη παρέχεται πλέον στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ασκεί αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος, καθόσον το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων, κρίνεται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος (Ολομ.Α.Π. 1282/1992 Ποιν Χρον ΜΒ 921). Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως
ΙΙ) Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (των παρ.1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από την διάταξη της παραγ. 1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή την δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π. 180/1990 σε ολομέλεια ΠοινΧρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο α της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται, εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για την θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον κατά το αυτό ως άνω ποσό, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ολομ.Α.Π. 855/1978 ΠοινΧρον. ΚΘ 43). Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (ολομ.Α.Π. 3/2008 ΠοινΧρον ΝΗ 404). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλές, παραινέσεις, προτροπές κ.ά. 2) η διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής, και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης (Α.Π. 740/2004 ΠοινΧρον ΝΕ 258, Α.Π. 949/2005 ΠοινΧρον ΝΣΤ 58, Α.Π. 949/2007 ΠοινΧρον ΝΗ 249).
ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 114/2004 ΠοινΧρον. ΝΔ 29, Α.Π. 1416/2009 ΠοινΧρον. Ξ 396, Α.Π. 1504/2009 ΠοινΧρον. Ξ 410). β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π. 345/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π. 1071/2005, Α.Π. 1364/2006, Α.Π. 1082/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 373, Α.Π. 784/2009 ΠοινΧρον. Ξ 202). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία του βουλεύματος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τη κρίση ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφασή του (Συμβ. Α.Π. 2271/2002 ΠοινΧρον ΝΓ 803, 1598/2003 ΠοινΛογ. 2003. 1732. Α.Π. 1723/2003 ΠοινΛογ. 2003. 1943).
IV) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όσα αυτοί εκθέτουν στις εφέσεις τους, προέκυψαν τα εξής:
Ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Σ. ήταν πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΡΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε", μέλος δε του Δ.Σ. της ιδίας εταιρείας η εκκαλούσα Α. Χ.. Η εταιρεία αυτή με το από 20-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ενοικίασε από την Α. Β. ένα διαμέρισμα εμβαδού 220 τ.μ. στην περιοχή της ..., ενώ με το από 20-2-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεισήλθε, στα δικαιώματα της μίσθωσης, ως εκμισθώτρια, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. -Κ. ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Ε.Π.Ε.", ήδη πολιτικώς ενάγουσα. Επειδή όμως η μισθώτρια δεν κατέβαλε οφειλόμενα μισθώματα, η εκμισθώτρια προσέφυγε στο δικαστήριο και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 222/2005 διαταγής πληρωμής, με την οποία η εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." υποχρεωνόταν να καταβάλει στην εκμισθώτρια το ποσό των 98.500 ευρώ .Έναντι της οφειλής αυτής, η οποία τελικά ανήλθε στο ποσό των 145.050 ευρώ, η κατηγορουμένη και εκκαλούσα Α. Χ., παρέδωσε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. -Κ. Ε.Π.Ε." Π. Β., τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές της ALPHA BANK και B.N.P. PARIBAS ποσών 68.300 και 76.750 ευρώ αντιστοίχως. Η υπ' αριθμ. ... επιταγή φερόταν ότι είχε εκδοθεί στον Πειραιά στις 30-6-2005 από τον Ν. Ε. σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού σε διαταγή της "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε.", την οποία η τελευταία μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εκμισθώτρια και πολιτικώς ενάγουσα Ε.Π.Ε., ενώ η με αριθμό ... επιταγή είχε εκδοθεί σε διαταγή "εμού του ιδίου" χωρίς άλλον ειδικότερο προσδιορισμό του εκδότη, στη συνέχεια φερόταν ότι είχε μεταβιβαστεί με οπισθογράφηση στη εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε.", η οποία ακολούθως την είχε οπισθογραφήσει σε διαταγή της πιο πάνω Ε.Π.Ε. Όταν οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν στις πληρώτριες τράπεζες για πληρωμή, δεν πληρώθηκαν, όπως δε αποδείχθηκε η μεν πρώτη προερχόταν από πλαστό μπλοκ που ουδέποτε είχε χορηγηθεί από την ALPHA BANK, ενώ για την δεύτερη είχε δηλωθεί κλοπή της. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ότι τις πιο πάνω επιταγές τις πλαστογράφησαν από κοινού οι κατηγορούμενοι Κ. Σ. και Α. Χ., για τους λόγους που λεπτομερώς εκθέτει στο σκεπτικό του, αφού πείστηκαν προς τούτο από τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, σε σχέση με την εκ μέρους του τελευταίου πρόκληση της απόφασης στους φυσικούς αυτουργούς να προβούν στην κατάρτιση των πιο πάνω επιταγών, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Στη συνέχεια η δεύτερη εξ αυτών (πρόκειται περί της Α. Χ.) παρέδωσε, ως εξετέθη, τις επιταγές αυτές στον μηνυτή Π. Β., σε εξόφληση μισθωμάτων ύψους 145.050 ευρώ, που όφειλε η "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε" προς τη εγκαλούσα εταιρεία. Για την παράδοση αυτή υπεγράφη σχετική απόδειξη παραδόσεως-παραλαβής των επιταγών αυτών που προηγουμένως είχε υπογράψει στη θέση του παραδώσαντος ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Τ.. Ο εν λόγω τρίτος κατηγορούμενος είναι εκείνος που με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τους δύο πρώτους κατηγορούμενους να τελέσουν την άδικη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού, δεδομένου ότι αυτός ασκούσε ουσιαστικά την διαχείριση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." που αναμφισβήτητα ήταν εταιρεία αποκλειστικά δικών του συμφερόντων. Ο ίδιος παρέδωσε στους δύο πρώτους κατηγορούμενους τις ανωτέρω δύο επιταγές στις 18-4-2005 και τους έπεισε να αναγράψουν επ' αυτών τα ως άνω αναφερθέντα ψευδή στοιχεία σε μία εκάστη εξ αυτών. Επισημαίνεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τυγχάνει κουνιάδος του τρίτου, η δε δευτέρα γραμματέας του και ασφαλώς τον πρωταρχικό ρόλο στην εν λόγω εταιρεία, είχε ο ανωτέρω τρίτος κατηγορούμενος".
Με αυτά που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, σχετικά με την πράξη της ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντα στο έγκλημα της κακουργηματικής από κοινού και κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με φυσικούς αυτουργούς τους Κ. Σ. και Α. Χ. την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα εκτίθενται στο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε να δικασθεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την κρίση του αυτή, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α και 216 παρ. 1 και 3α του Π.Κ. Πιο συγκεκριμένα στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογείται ο δόλος που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση, καθώς επίσης και η πρόκληση από αυτόν στους φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος αυτού συγκατηγορούμενους του, της απόφασης να διαπράξουν την ως άνω πράξη, όπως επίσης και ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε για να προκαλέσει σ' αυτούς την απόφαση να τελέσουν την πιο πάνω πράξη, προσδιορίζονται οι προτροπές αυτού προς τους συγκατηγορουμένους του και η επιρροή που εξασκούσε επ' αυτών καθώς και η υφιστάμενη μεταξύ αυτού και των φυσικών αυτουργών σχέση εξάρτησης, εν τέλει δε παρατίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα περιστατικά εκείνα που συγκροτούν την πράξη της ηθικής αυτουργίας που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα. Επομένως οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπ' αριθμ. 119/1-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Β. Τ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1769/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216§1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικός δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και• των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "... προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος, Κ. Σ., τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΡΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε.", η δε δευτέρα εκκαλούσα κατηγορούμενη. Α. Χ., τυγχάνει μέλος του Δ.Σ. αυτής. Η εταιρεία αυτή με το από 20.8.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, μίσθωσε από την Α. Β. μία οριζόντια ιδιοκτησία εμβαδού 220 τ.μ., κειμένη στην ..., ενώ με το από 20.2.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως υπεισήλθε στα δικαιώματα της μίσθωσης, ως εκμισθώτρια, η εγκαλούσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β.-Κ. ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (ήδη εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα). Στη συνέχεια, όμως, λόγω οφειλών εκ μη καταβληθέντων μισθωμάτων, η ως άνω ανώνυμη εταιρεία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." των κατηγορουμένων, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εν λόγω εγκαλούσα εταιρία το ποσό των 98.500 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 222/2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έναντι της οφειλής αυτής, η οποία είχε ανέλθει στο ποσό των 145,050 ευρώ, η δευτέρα εκκαλούσα κατηγορούμενη, παρέδωσε στον Π. Β., νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσης εταιρείας "Β.-Κ. ΕΠΕ", τις υπ' αρ. ... και ... τραπεζικές επιταγές των Τραπεζών "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" και "ΒΝΡ PARIBAS" ποσών 68.300 και 76.750 ευρώ, αντίστοιχα, (...). Εκ των επιταγών αυτών η υπ' αρ. ... επιταγή της Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", φερόταν ότι είχε εκδοθεί στον Πειραιά στις 30/6/2005 από τον Ε. Ν., σε χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού, εις διαταγήν της "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε.", την οποία (επιταγή) οπισθογράφησε η τελευταία στην εγκαλούσα εταιρεία. Η υπ' αρ. ... επιταγή της Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΝΡ PARIBAS", φερόταν ότι είχε εκδοθεί στην Αθήνα, στις 15-7-2005, σε χρέωση του υπ' αρ. ... λογαριασμού, εις διαταγήν "εμού του ιδίου", χωρίς να προκύπτει ευθέως το όνομα του εκδότη. Στην συνέχεια η επιταγή αυτή οπισθογραφήθηκε στην ανώνυμη εταιρεία των κατηγορουμένων με την επωνυμία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε.", η οποία την οπισθογράφησε με την σειρά της στην εγκαλούσα. Αμφότερες τις επιταγές αυτές η εγκαλούσα, δια του διαχειριστή της Π. Β., εμφάνισε νομίμως κι εμπροθέσμως στις 8-7-2005 και 18-7-2005, αντίστοιχα, προς πληρωμή, αλλά εντούτοις και οι δύο αυτές επιταγές σφραγίσθηκαν αυθημερόν από τους υπαλλήλους των ανωτέρω Τραπεζών. Συγκεκριμένα, στο σώμα της υπ’ αρ. ... επιταγής της Τραπεζικής εταιρείας με τη επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ" σημειώθηκε ότι δεν έχει εκδοθεί από την άνω Τράπεζα (ως τμήμα μπλοκ επιταγών που είχε χορηγηθεί στον φερόμενο ως εκδότη), στο δε σώμα της υπ' αρ. ... επιταγής της Τραπεζικής εταιρείας με τη επωνυμία "ΒΝΡ ΡΑRΙΒΑS", σημειώθηκε ότι δεν πληρώθηκε, δεδομένου ότι η εν λόγω επιταγή ήταν προϊόν κλοπής και είχε δοθεί εντολή από τον εκδότη της για την μη πληρωμή της (...). Οι εν λόγω δύο επιταγές πλαστογραφήθηκαν κατόπιν κοινής συναπόφασης από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, στην Αθήνα, στις 18-4-2005, ένας έκαστος των οποίων είχε γνώση της προθέσεως του άλλου, αλλά και θέληση να συμπράξουν αμφότεροι στη κατάρτιση πλαστού εγγράφου, ανεξάρτητα του ποιος εξ αυτών ενήργησε ιδιοχείρως επ' αυτού. Συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι πλαστογράφησαν από κοινού την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τραπεζικής εταιρείας με τη επωνυμία "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ", θέτοντας κατ' απομίμηση στη θέση του εκδότη την υπογραφή του Ν. Ε., υπό την έντυπη σφραγίδα επιχείρησης αυτού εισαγωγών δομικών μηχανημάτων, αναγράφοντας ως ποσό αυτό των 68.300 ευρώ και ημερομηνία έκδοσης την 30/6/2005, ως τόπο έκδοσης τον Πειραιά και λήπτη αυτής την ως άνω εταιρεία των μηνυτών. Ομοίως στον ίδιο τόπο και χρόνο συμπλήρωσαν την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΒΝΡ ΡΑRΙΒΑS, η οποία και είχε κλαπεί από τον νόμιμο κάτοχό της, θέτοντας στη θέση του εκδότη μη αναγνωρίσιμη υπογραφή, ως ποσό αυτό των 76.750 ευρώ, ημερομηνία έκδοσης την 15/7/2005, ως τόπο έκδοσης την Αθήνα και λήπτη τον φερόμενο ως εκδότη αυτής. Στη συνέχεια η δεύτερη εξ αυτών παρέδωσε, ως εξετέθη, τις επιταγές αυτές στον μηνυτή Π. Β., σε εξόφληση των μισθωμάτων ύψους 145.050 ευρώ, που όφειλε η "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." προς την εγκαλούσα εταιρεία. Για τη παράδοση αυτή υπεγράφη σχετική απόδειξη παραδόσεως -παραλαβής των επιταγών αυτών, που προηγουμένως είχε υπογράψει στη θέση του παραδώσαντος ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Τ. (αναιρεσείων). Ο εν λόγω τρίτος κατηγορούμενος ήταν εκείνος που με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους να τελέσουν την άδικη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού, δεδομένου ότι αυτός ασκούσε ουσιαστικά τη διαχείριση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." παν αναμφισβήτητα ήταν εταιρεία αποκλειστικά δικών του συμφερόντων. Ο ίδιος παρέδωσε στους δύο πρώτους κατηγορουμένους τις ανωτέρω δύο επιταγές στις 18-4-2005 και τους έπεισε να αναγράψουν επ' αυτών τα ως άνω αναφερθέντα ψευδή στοιχεία σε μία εκάστη τούτων. Επισημαίνεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τυγχάνει κουνιάδος του τρίτου, η δε δευτέρα γραμματέας του και ασφαλώς τον πρωταρχικό ρόλο στην εν λόγω εταιρεία είχε ο ανωτέρω τρίτος κατηγορούμενος. Άπαντες οι ανωτέρω κατηγορούμενοι προέβησαν στις ανωτέρω πράξεις προκειμένου να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία τους "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσης εταιρείας, ύψους 145.050 ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη αυτής. Οι κατηγορούμενοι δεν ηδυνήθησαν να αποσχίσουν βασίμως τις εις βάρος τους κατηγορίες. Η πρώτη εξ αυτών ισχυρίζεται ότι εργαζόταν απλώς ως γραμματέας στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." και ότι είχε λάβει τις επίδικες επιταγές πλήρως συμπληρωμένες, από τον τρίτο κατηγορούμενο Β. Τ., ότι στη συνέχεια ενεχείρισε αυτές στον πρώτο κατηγορούμενο Κ. Σ., προκειμένου αυτός να τις οπισθογραφήσει εις διαταγή της εγκαλούσας και ότι η ίδια, εκτελώντας εντολές του τελευταίου (Σ.), παρέδωσε τις επιταγές αυτές στον νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος. Κ. Σ., Διευθύνων σύμβουλος της "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε.", αρνείται και αυτός ότι πλαστογράφησε τις επιταγές και ισχυρίζεται ότι κατόπιν υποδείξεως του Β. Τ. οπισθογράφησε αυτές, καλόπιστα, στην εγκαλούσα. Ο τρίτος κατηγορούμενος, Β. Τ., επιβεβαιώνει ότι αυτός είχε παραδώσει τις επιταγές στους άλλους δύο και υποστηρίζει ότι είχε δήθεν λάβει αυτές από τον Ι. Φ., ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που είχε παράσχει η "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." στην εδρεύουσα στα Τίρανα Αλβανίας εταιρεία με την επωνυμία "LIMPEX ZYRE INFORMATIKE Sha.", αρνούμενος επίσης κάθε σχέση με την πλαστογράφησή τους. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, προσκόμισε κατά την απολογία του ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της "LIMPEX ZYRE INFORMATIKE Sha" και της "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε.", στο οποίο αναφέρεται ότι η πρώτη είχε παραδώσει στη δεύτερη τις επίδικες επιταγές για υπηρεσίες, που θα προσέφερε η "ΤΗΡΕΑΣ Α.Ε." στην πρώτη ανώνυμη εταιρεία. Το ανωτέρω όμως συμφωνητικό (το οποίο δεν φέρει ημερομηνία, αλλά μόνο στο κείμενο του αναφέρεται ότι η τιμολόγηση θα ξεκινήσει την 1.3.2005), δεν έχει θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και ο λόγος ήταν, όπως διατείνεται ο πρώτος κατηγορούμενος, ότι η συνεργασία με την ανωτέρω εταιρεία δεν ευοδώθηκε. Εξάλλου, ενώ στο συμφωνητικό μνημονεύονται οι επιταγές, εντούτοις αυτές δεν έχουν οπισθογραφηθεί από την Αλβανική εταιρεία με την επωνυμία "LIMPEX ZYRE INFORMATIKE Sha.", ούτε ατομικά από τον Ι. Φ.. Ωσαύτως, ενώ ο ίδιος ο Β. Τ. παραδέχεται ότι η συνεργασία του με την εταιρεία αυτή δεν ολοκληρώθηκε, εντούτοις δεν εξηγεί το πώς παρέμειναν στα χέρια του οι επίδικες επιταγές, ενώ κανονικά όφειλε να τις επιστρέψει. Πέραν τούτων, το ανωτέρω συμφωνητικό δεν παρέχει ασφαλές κριτήριο για το πώς περιήλθαν στα χέρια του τρίτου κατηγορούμενου, και κατ' επέκταση και των λοιπών, οι επίδικες επιταγές, οπότε οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δεν κρίνονται πειστικοί. Αυτοί μπορούσαν ευχερώς να ελέγξουν την εγκυρότητα των επιταγών αυτών, ερχόμενοι σε επαφή με τις πληρώτριες Τράπεζες, προτού τις παραδώσουν στην εγκαλούσα και αν πράγματι δεν είχαν κάμω σχέση με την πλαστότητα αυτών, όφειλαν αμέσως να υποβάλλουν με την σειρά τους έγκληση σε βάρος του Ι. Φ. ή οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου. Ο δε ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου Β. Τ. ότι δήθεν "... όλα τα στοιχεία που αφορούν τη συναλλαγή είναι μέσα στο μίσθιο και κρατούνται ως ενέχυρο από τους μηνυτές με τους οποίους βρίσκεται σε διένεξη", είναι έωλος και ανεδαφικός. Και τούτο διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι εζητήθησαν τέτοια έγγραφα από την εγκαλούσα εταιρία και ότι εκείνη αρνήθηκε να τα παραδώσει, πέραν βεβαίως και του ότι, εάν είχε υποβληθεί σχετική μήνυση, τα έγγραφα αυτά μπορούσαν να ζητηθούν αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα κ.λπ". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρονται ότι τέλεσαν οι συγκατηγορούμενοί του Κ. Σ. και Α. Χ. και, για το λόγο αυτό, απέρριψε τις από αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του ασκηθείσες, κατά του υπ' αριθμ. 866/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46§1 α και 216§§1, 2, 3 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στο βούλευμα α) ότι οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος Κ. Σ. και Α. Χ. κατάρτισαν, από κοινού, πλαστά έγγραφα (τις ως άνω επιταγές, θέτοντας σ' αυτές τα στοιχεία που αναφέρθηκαν), β) ότι έκαναν χρήση των επιταγών αυτών, παραδίδοντας αυτές η δεύτερη στο μηνυτή Π. Β. σε εξόφληση μισθωμάτων ύψους 145.050 της εταιρίας ΤΗΡΕΑΣ ΑΕ που εκπροσωπούσε αυτός, γ) ότι στην πράξη τους αυτή προέβησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο άνω ποσό των 145.050 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της παραπάνω εταιρίας και δ) ως προς την ηθική αυτουργία ότι ο αναιρεσείων με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του την απόφαση να τελέσουν την ως άνω πράξη της πλαστογραφίας των επιταγών με χρήση, δεδομένου ότι αυτός ασκούσε ουσιαστικά τη διαχείριση της οφειλέτριας μισθώτριας εταιρίας ΤΗΡΕΑΣ ΑΕ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Επιτρεπτώς το Συμβούλιο Εφετών αναφέρθηκε εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την προδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάχθηκε και η κρίση αυτού. Σε καμιά δε περίπτωση δεν παρέπεμψε, ούτε συμπληρωματικά, στο πρωτόδικο βούλευμα, το δε γεγονός ότι στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφέρονται τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το τελευταίο με τις ίδιες σχεδόν εκφράσεις (αντιγραφή), δεν σημαίνει ότι δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, ως δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, δεδομένου ότι έχει αχθεί στην απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου -αναιρεσείοντος και στην επικύρωση της παραπεμπτικής διατάξεως του πρωτοδίκου βουλεύματος μετά από διάσκεψη. β) Όπως αναφέρθηκε, εκτίθενται ο τρόπος και τα μέσα (πειθώ, φορτικότητα), με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του την απόφαση για να τελέσουν την ως άνω πράξη, χωρίς να απαιτείται, ως προς το σημείο αυτό, άλλη ειδικότερη αιτιολογία. γ) Το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στην ως άνω κρίση του αφού έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκκαλούντων - κατηγορουμένων ...". Από την αναφορά αυτή συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα υπομνήματα του αναιρεσείοντος (από 22.2.2007 υπόμνημα απολογίας προς τον Ανακριτή και από 9.12-2008 υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) και τα σ' αυτά αναφερόμενα έγγραφα, καθόσον, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/2005). δ) Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση της υπ' αριθ. 120/26.4.2010 εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεν διατυπώνεται σ' αυτήν κανένα αίτημα ή ισχυρισμός, πλην του τυπικού ότι "δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει με ποια μέσα προκάλεσε αυτός στους συγκατηγορουμένους του την απόφαση να τελέσουν την πράξη που τους αποδίδεται". Και ε) δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ποια αιτήματα και ισχυρισμούς υπέβαλε, τα οποία το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε σιγή. Επομένως, οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ και β του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 119/1.10.2010 αίτηση του Β. Τ. του Κ., για αναίρεση του υπ' αριθ. 1769/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη εφέσεως κατηγορουμένου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία επιταγών με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος. Επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 705/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1…. και 19. …. Ο 4ος αναιρεσίβλητος Κ. Β. παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και εκπροσώπησε τους λοιπούς εκτός του 8ου που παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης φαρμακευτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΡΓΟΥΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Άργος Αργολίδος και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Δ. Β. του Σ., κατοίκου .... Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Σπανάκη, ο δε δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4935/18-11-2009 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Σ. Π., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 22-11-2010, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Β.. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης. Η αναβολή αυτή επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων ( άρθρο 575 ΚΠολΔ ). Κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση ως εάν και αυτός ήταν παρών ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Στην προκειμένη περίπτωση η παριστάμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων προβάλλει με τις προτάσεις της ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι : α ) ο ενδέκατος των αναιρεσειόντων Κ. Η. Β., δικηγόρος Τριπόλεως, ενώ συνυπογράφει το αναιρετήριο είναι συγχρόνως και πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου-καθού η εκτέλεση σε συναφή υπόθεση ανακοπής που άσκησε ο τελευταίος κατά της εναντίον του εκτέλεσης που επέσπευσε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων και β έχει αυτή ( πρώτη αναιρεσίβλητη ) ήδη εγκατασταθεί στα ακίνητα που περιγράφονται στην ανακοπή κατόπιν βιαίας αποβολής των αναιρεσειόντων δυνάμει της υπ' αριθ.818/15-9-2005 εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή Μ. Λ.. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι βάσιμοι, καθόσον απαγορεύεται η από τον ίδιο δικηγόρο εκπροσώπηση των διαδίκων που τελούν σε αντιδικία στην ίδια υπόθεση, με αποτέλεσμα να θεωρούνται και οι δύο διάδικοι απόντες, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού η από τον αναιρεσείοντα δικηγόρο Κ. Η. Β. εκπροσώπηση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων αναφέρεται σε άλλη έστω και συναφή υπόθεση και όχι στην ένδικη υπόθεση. Περαιτέρω, η μετά την άσκηση της ανακοπής εγκατάσταση του επισπεύδοντος στο ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε δεν ασκεί έννομη επιρροή στο παραδεκτό της ανακοπής και των ενδίκων μέσων. Κατά το άρθρο 936 παρ. 1 του ΚΠολΔ τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α ) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β )... Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο πρώτος όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν λαμβάνει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ο δεύτερος όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της εκτέλεσης, που επισπεύσθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη σε βάρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, την από 15-11-2004 ανακοπή τους με την οποία, επικαλούμενοι εμπράγματο δικαίωμά τους επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, ζήτησαν να ακυρωθούν η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης και η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης των ακινήτων που περιγράφονται στην ανακοπή κατά το μέρος που προσβάλλουν το επ' αυτών εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και συγκυριότητάς των. Ειδικότερα, με την ανακοπή τους, όπως αυτή εκτιμάται, ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : Ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Κ. Β. του Γ. ήταν κύριος ενός ακινήτου ( αγροκτήματος ) που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... και στον οικισμό ..., εκτάσεως κατά μεν τους τίτλους κυριότητας 200 στρεμμάτων, στην πραγματικότητα, όμως, 650 στρεμμάτων. Ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχός τους, που αποβίωσε το έτος 1958, παραχώρησε όσο ζούσε στα παιδιά του Κ., Ε., Ό. και Η., ατύπως, κατά την αποχώρησή τους από την οικογενειακή στέγη, λόγω του γάμου τους, συγκεκριμένα στον καθένα τμήματα του άνω ενιαίου ακινήτου του. Επίσης παραχώρησε, ατύπως, στα υπόλοιπα παιδιά του Γ., Ν., Π., Σ. ( δικαιοπάροχο του καθού η εκτέλεση ) και Λ. συγκεκριμένα στον καθένα τμήματα του αυτού ακινήτου, τα οποία κατά ειδικότερη θέση, έκταση και όρια περιγράφονται στην ανακοπή ( βλ. ιδία σελ. 3, 4, 6, 8, 13-21, 28-30, 31-36 ). Ότι όλα τα ανωτέρω τέκνα του Κ. Γ. Β. και μετά τον θάνατο όσων εξ αυτών αποβίωσαν οι αναφερόμενοι στην ανακοπή κληρονόμοι τους νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου τα παραχωρηθέντα στον καθένα διακεκριμένα τμήματα του ακινήτου από της παραχωρήσεώς τους και μέχρι της ασκήσεως της ανακοπής, ανεγείροντας επ' αυτών οικίες, συντάσσοντας γι' αυτές σχεδιαγράμματα και δηλώνοντας αυτές στο οικείο Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησίες τους, συνέταξαν δε και προσυπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αποτύπωσαν τις κατά πλήρη κυριότητα ιδιοκτησίες του καθενός εξ αυτών. Ότι επί της υπόλοιπης "αδιανέμητης" ως άνω έκτασης ο ανωτέρω δικαιοπάροχός τους εγκατέστησε με δημόσια διαθήκη του μοναδικούς κληρονόμους του τα παιδιά του Γ., Ν., Π., Σ. και Λ., οι οποίοι, δια της αποδοχής της κληρονομίας και μεταγραφής της πράξεως αποδοχής κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό ο καθένας 1/5. Ότι μετά τον θάνατο των Π. Κ. Β., Ν. Κ. Β., Η. Κ. Β., Γ. Κ. Β., Κ. Κ. Β., Ε. Κ. Β. και Ό. Κ. Β., οι ιδιοκτησίες τους, διακεκριμένες και εξ αδιαιρέτου, περιήλθαν στους κληρονόμους τους ανακόπτοντες, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην ανακοπή. Ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων για την ικανοποίηση απαιτήσεώς της κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Δ. Β. του Σ., επέβαλε κατάσχεση όχι μόνο στα ανήκοντα σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με αριθ. 14-20 της έκθεσης κατάσχεσης ακίνητα, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα τμήματα του αγροκτήματος στη Θέση ... ..., που είχαν παραχωρηθεί άτυπα, κατά τα ανωτέρω, στον πατέρα του Σ. Κ. Β., καθώς και στο ανήκον σ' αυτόν 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του "αδιανέμητου" τμήματος του ιδίου αγροκτήματος, αλλά, δια της κατασχέσεως των 3/20 εξ αδιαιρέτου ολόκληρου του κάποτε ενιαίου ως άνω ακινήτου του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους, που περιγράφεται στην έκθεση κατάσχεσης με τον αριθμό 4, επέβαλε κατάσχεση και στα ως άνω αυτοτελή διακεκριμένα τμήματα που έλαβαν οι ανακόπτοντες και οι δικαιοπάροχοί τους και νέμονταν με διάνοια κυρίου, επί των οποίων, όμως, διακεκριμένων ιδιοκτησιών δεν έχει ο καθού η εκτέλεση ουδέν δικαίωμα. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία, δέχθηκε μεν ότι οι ανακόπτοντες επικαλούνται ιδία αυτών ( αποκλειστική ) κυριότητα σε ακίνητα που κατασχέθηκαν, πλην όμως απέρριψε ως προς αυτά την ανακοπή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν εξέθεταν με σαφήνεια τα κτητικά της κυριότητάς τους πραγματικά περιστατικά με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο ως προς τα υπ' αριθ. 1-13 κατασχεθέντα ακίνητα, στα οποία φαίνεται να εντάσσει και εκείνα στα οποία οι ανακόπτοντες αορίστως επικαλέσθηκαν ως άνω αποκλειστική κυριότητα, δέχθηκε ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν ότι ο δικαιοπάροχος του δεύτερου εκ των καθών η ανακοπή ήταν συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 1/5 και για το λόγο αυτό απέρριψε την ανακοπή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 26-10-2006 έφεσή τους, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αυτοί, αφού και πάλι επικαλέστηκαν και περιέγραψαν τις διακεκριμένες ιδιοκτησίες τους στην εαρινή θέση του συνοικισμού ... ... και ισχυρίσθηκαν ότι αυτές εμπίπτουν στο με αριθ. εκθέσεως κατασχέσεως ακίνητο 4 ακίνητο των 200 στρεμμάτων, παραπονέθηκαν με αυτοτελείς λόγους έφεσης ότι η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως αόριστη και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία έκρινε ότι η ανακοπή κατά το μέρος που επιδιώκει την ακύρωση της εκτέλεσης με την επίκληση προσβολής του δικαιώματος κυριότητας εκάστου των ανακοπτόντων επί των κατασχεθέντων ακινήτων στον οικισμό ... ... που περιγράφονται στην έκθεση κατάσχεσης με τους αριθ. 1-13, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων, αφού αυτοί συνομολογούν με την ανακοπή τους ότι ο δικαιοπάροχος του καθού η εκτέλεση Σ. Β. ήταν συγκύριος κατά 1/5 των εκτάσεων αυτών και ότι επομένως, δια της αποδοχής της κληρονομίας του από τον καθού η εκτέλεση και μεταγραφής της πράξεως αποδοχής, αυτός ( καθού η εκτέλεση ) κατέστη κύριος κατά το ανωτέρω ποσοστό που ανήκε στον πατέρα του και είναι μεγαλύτερο του κατασχεθέντος 3/20 εξ αδιαιρέτου, με βάση δε την παραδοχή αυτή, απέρριψε την έφεση των ανακοπτόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο αφενός παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ανακοπή και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με την ανακοπή και επαναφέρθηκαν με λόγους έφεσης και δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων και αφετέρου κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο. Ειδικότερα, το Εφετείο : 1 ) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν με την ανακοπή ότι ο καθού η εκτέλεση είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/5 ολοκλήρου του με αριθ. κατάσχεσης 4 ακινήτου, ήτοι και των διακεκριμένων ακινήτων που περιγράφονται στην ανακοπή και αποτελούν, κατ' αυτήν, τμήματα του κατασχεθέντος και περιγραφομένου στην έκθεση κατάσχεσης με τον αριθμό 4 ακινήτου των 200 στρεμμάτων, τα οποία περιήλθαν σ'αυτούς ( ανακόπτοντες ) και στους δικαιοπαρόχους τους κατά κυριότητα κατά τον αναφερόμενο στην ανακοπή τρόπο, ενώ η περιεχόμενη στο δικόγραφο της ανακοπής ομολογία των ανακοπτόντων ότι ο δικαιοπάροχος του καθού η εκτέλεση ήταν συγκύριος κατά 1/5 αναφέρεται σαφώς στην περιγραφόμενη στην ανακοπή αδιανέμητη έκταση, ήτοι στην έκταση που απέμεινε από το ενιαίο ακίνητο των 200 στρεμμάτων μετά την άτυπη παραχώρηση από τον Κ. Γ. Β. στα παιδιά του των περιγραφομένων στην ανακοπή διακριμένων τμημάτων του ακινήτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατασχεθείσες ( και ) ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες με αριθ. 14-20 που είχαν περιέλθει στον δικαιοπάροχο του καθού η εκτέλεση Σ. Κ. Β., 2 ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τον περιεχόμενο στην ανακοπή και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης για την παρά τον νόμο απόρριψή του ως αορίστου αυτοτελή ισχυρισμό των ανακοπτόντων ότι οι τελευταίοι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας σε διακεκριμένα τμήματα του υπ' αριθ. εκθ. κατάσχεσης 4 ( ενιαίου κάποτε ) ακινήτου, γεγονός που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της ένδικης ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και 3 ) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, έκρινε δηλαδή ότι οι ανακόπτοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την εκτέλεση. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ( όχι και 19 ) ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ. και έκρινε ως μη νόμιμη την προταθείσα από τους ανακόπτοντες και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση κατάχρησης δικαιώματος. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, οι ανακόπτοντες επικαλέσθηκαν ότι κατά κατάχρηση δικαιώματος επεβλήθη κατάσχεση και επί των αδιανεμήτων αυτών και του καθού η εκτέλεση ακινήτων, η οποία εμποδίζει την από κοινού γεωργική εκμετάλλευσή τους. Το περιστατικό αυτό δεν είναι ικανό να θεμελιώσει την από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση και το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης ως αβάσιμο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίο από άλλους δικαστές είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 116/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ( 3.000 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανακοπή τρίτου κατά της εκτέλεσης. Αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Δεκτοί. Αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτει ως αβάσιμο (αναιρεί εν μέρει την 116/2009 Εφετείου Ναυπλίου).
| null | null | 0
|
Αριθμός 699/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Λ. Σ. του Χ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 868-869/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1130/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 17-9-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κοζάνης ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στην ίδια κλήσεως, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9-2-2011, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 194/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2010 αίτηση της Λ. Σ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 868-869/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 698/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Τ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 1892/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ε. Σ. του Γ., 2. Δ. Σ. του Γ., κατοίκων ... και 3.Π. Σ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1275/2010.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εντεύθεν προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης απαιτείται, αντικειμενικώς, πρόκληση της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1 κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, κατά την έννοια, ως προς την τελευταία, του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ, και υποκειμενικώς δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή σε βάρος των Ε. Σ. και Γ. Σ., πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Στις 15-4-2004 και ώρα 21.45 περίπου η Ε. Σ. βρίσκονταν μέσα στο σπίτι της στη ..., ενώ την ίδια ώρα ο σύζυγός της Γ. Σ. ήταν στο καφενείο του χωριού. Εκείνη τη χρονική στιγμή ο κατηγορούμενος, Γ. Τ. του Ι., μπήκε μέσα στο σπίτι τους, αφού προηγουμένως έσπασε με ένα τσεκούρι που κρατούσε τα σίδερα και τα τζάμια της εξώθυρας. Στη συνέχεια επιτέθηκε βίαια στην εγκαλούσα Ε. Σ. και αφού την έπιασε από τα μαλλιά άρχισε να της τραβά το χέρι και να το στρίβει επικίνδυνα, άρχισε δε να την χτυπά με το τσεκούρι που κρατούσε σε διάφορα μέρη του σώματός της. Σε λίγο που έφθασε στο σπίτι του και ο δεύτερος εγκαλών Γ. Σ. ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και εναντίον του και αφού του άρπαξε το μπαστούνι του και την ομπρέλα που κρατούσε άρχισε να τον χτυπά βάναυσα σε όλα τα μέρη του σώματος του. Εξαιτίας των σφοδρών χτυπημάτων που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο έπεσε μέσα στον προθάλαμο του σπιτιού του ανήμπορος να αντιδράσει αλλά και να σταθεί στα πόδια του. Η αιτία της ως άνω βάναυσης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου εναντίον των εγκαλούντων ήταν μια διαφορά αστικής φύσεως που είχε ανακύψει μεταξύ τους, λόγω του ότι τα βρόχινα νερά της αυλής του κατηγορουμένου συγκεντρώνονταν στο κοινό όριο του οικοπέδου του με το οικόπεδο των εγκαλούντων οι οποίοι (εγκαλούντες) είχαν προβεί προς την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας Σερρών σε σχετική καταγγελία. Όπως προκύπτει από τις με αριθμούς πρωτ. 8171/17-05-2004 και 8172/17-5-2004 ιατροδικαστικές εξετάσεις του ιατροδικαστή Μ. Γ., εξαιτίας της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προξενήθηκαν σωματικές κακώσεις και βλάβη της υγείας των εγκαλούντων με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει σ` αυτούς βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα ο Σ. Γ. από τη γενομένη κλινική εξέταση του μετά τον ξυλοδαρμό του από τον κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι φέρει: α) θλαστικά τραύματα επί εκχυμωτικής βάσεως της μετωποβρεγματικής χώρας, β) μικροεκδορές των μαλακών μορίων του σπλαχνικού κρανίου, γ) θλαστική εκχύμωση, χροιάς ερυθρομελαίνης, της δεξιάς υπέρ του υποκλειδίου χώρας, δ) εκτεταμένη θλαστική εκχύμωση, χροιάς ερυθρομελαίνης, μετά λύσεως του δέρματος, της δεξιάς άκρας χειρός, ε) εκδορές του δεξιού γόνατος και στ) εκδορές δεξιάς κνήμης. Η Σ. Ε. μετά τον ξυλοδαρμό της από τον κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι φέρει: α) θλαστικές εκχυμώσεις, χροιάς ερυθρομελαίνης, της δεξιάς κροταφικής χώρας, β) εκτεταμένες θλαστικές εκχυμώσεις του δεξιού βραχιονίου, του συστοίχου αγκώνα και του άνω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου, γ) συντριπτικό κάταγμα της δεξιάς πηχεοκαρπικής (ωλένης), δ) εκτεταμένες εκχυμώσεις, χροιάς ερυθρομελαίνης, του δεξιού γλουτού, ε) θλαστικές εκχυμώσεις, χροιάς ερυθρομελαίνης, της αριστερής άκρας χειρός, ως και εξοίδηση αυτής, στ) θλάσεις των μαλακών μυρίων του θώρακος. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προέκυψαν με σαφήνεια, τόσο από την κατάθεση της εγκαλούσας Ε. Σ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης της εκκαλουμένης απόφασης η οποία είναι αναγνωστέα, όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Κ., Δ. Σ., Ε. Σ. και Π. Τ. που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης τόσο του πρωτοβάθμιου όσο του δικαστηρίου αυτού. Ειδικότερα η εγκαλούσα Ε. Σ. είναι απόλυτη και κατηγορηματική ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης των αναφερομένων στο κατηγορητήριο σωματικών κακώσεων τόσο της ίδιας, όσο και του εκλιπόντος ήδη συζύγου της Γ. Σ., οι δε λοιποί μάρτυρες αναφέρονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος των εγκαλούντων. Ειδικότερα ο μάρτυρας Γ. Κ. κατέθεσε μεταξύ των άλλων: "Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι και ήρθε ο μακαρίτης (εννοώντας τον Γ. Σ.), χτύπησε την πόρτα, ήταν μέσα στα αίματα. Μου είπε ότι τον χτύπησε ο Γ. Τ.". Οι μάρτυρες Δ. Σ. και Ε. Σ., τέκνα των εγκαλούντων, κατέθεσαν μεταξύ των άλλων ότι οι γονείς τους, τους διηγήθηκαν με λεπτομέρειες τα συμβάντα αμέσως μετά την επίθεση που δέχθηκαν και ότι δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι δράστης του εν λόγω εγκλήματος ήταν ο κατηγορούμενος, ενώ τέλος ο Π. Τ. κατέθεσε με κατηγορηματικότητα ότι λίγη ώρα μετά το ανωτέρω συμβάν είδε τον κατηγορούμενο να περνάει από μπροστά του με το αυτοκίνητό του και να φεύγει από το χωριό τη ... μη έχοντας καμία αμφιβολία ότι μέσα σ` αυτό το αυτοκίνητο ήταν ο κατηγορούμενος. Όλες οι παραπάνω καταθέσεις είναι αξιόπιστες και πειστικές σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης αλλά και την απολογία του κατηγορουμένου που διατείνονται ότι κατά τον επίμαχο χρόνο ο κατηγορούμενος βρίσκονταν εκτός Ελλάδας και συγκεκριμένα στην Αλβανία, που κρίνονται αναληθείς και αναξιόπιστες. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 και 309 ΠΚ, που εφάρμοσε. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί στην αιτιολογία της αποφάσεως τι προέκυψε από κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνει ειδική αξιολόγηση αυτών και συσχετισμός μεταξύ τους. β) Από φανερή παραδρομή αναφέρεται ότι η πράξη τελέσθηκε στις 15.4.2004 αντί του ορθού 15.5.2004. γ) Το Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δεν ήταν δε υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο, απουσίαζε στην Αλβανία (άλλοθι) ούτε γιατί έκρινε πιο πειστικές τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας από αυτές των μαρτύρων υπερασπίσεως και την απολογία του κατηγορουμένου. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ο οποίος πλήττει, κατά τις επί μέρους αιτιάσεις του, την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 46/24.9.2010 αίτηση του Γ. Τ. του Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1892/ 2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Δ. Σ., Ε. Σ. και Π. Σ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη Στοιχεία εγκλήματος. Ο ισχυρισμός του δράστη ότι είχε "άλλοθι" είναι αρνητικός της κατηγορίας. Απόρριψη αιτήσεως.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 697/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσακλίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 399/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1082/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 85§1 εδ. α του ν. 86/1969 "Δασικός Κώδικας", "ουδείς υλοτόμος δύναται να υλοτομήση, κατασκευάση ή συλλέξη δασικά προϊόντα εκ δημοσίων ή μη δασών, προς εμπορίαν ή ατομικάς ανάγκας εάν δεν εφοδιασθή προηγουμένως δι' αδείας υλοτομίας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 268§§1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. Ο οπωσδήποτε βλάπτων δάσος ή δασικήν έκτασιν ή προξένων οιανδήποτε φθοράν, ο άνευ αδείας υλοτομίας ή προκειμένου περί ατελών υλοτομιών, ο άνευ εγκρίσεως ή εγκαταστάσεως ή παρά τας υποδείξεις των αρμοδίων δασικών οργάνων, όπου απαιτούνται τοιούτοι, ή, προκειμένου περί μη δημοσίων δασών, ο άνευ αδείας και του ιδιοκτήτου ή του διακατόχου του δάσους, υλοτόμων, κατασκευάζων ή συλλέγων δασικά προϊόντα, εφ' όσον ειδικαί διατάξεις του παρόντος κωδικός δεν ορίζουν άλλως τιμωρούνται δια προστίμου ή κρατήσεως ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων, εάν ουδεμία εκ της παραβάσεως επήλθε ζημία, ή η προξενηθείσα τοιαύτη δεν υπερβαίνη τας χιλίας δραχμάς (ήδη 2,90 ευρώ). 2. Εάν η ζημία υπερβαίνη τας χιλίας δραχμάς (2,90 ευρώ), ο παραβάτης τιμωρείται κατά τας διατάξεις των άρθρων 381 και 382 του ποινικού κωδικός (που απειλούν ποινή φυλακίσεως μέχρι δύο ετών το πρώτο και τουλάχιστον τριών ή έξι μηνών το δεύτερο, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται σ αυτό). Ως επιβαρυντική περίπτωσις θεωρείται, εάν το δάσος είναι δημόσιον". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύουν: "1. Η υλοτομία, μεταφορά και διακίνηση δενδρυλλίων ή κορυφών ελάτης ... και άλλων δασοπονικών ειδών από δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις απαγορεύεται. 2. Η υλοτομία, μεταφορά και διακίνηση κλάδων όλων των δασοπονικών ειδών για χρήση και διακόσμηση κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, από δημόσια και ιδιωτικά δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις, επιτρέπεται ύστερα από άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής. 3. Η υλοτομία, μεταφορά και διακίνηση δενδρυλλίων και κλάδων όλων των δασοπονικών ειδών από ιδιόκτητα καστανοπερίβολα, καστανοτεμάχια ή άλλα αγροκτήματα που υφίστανται δενδροκομική περιποίηση, από ιδιόκτητους δασωμένους ... επιτρέπεται, μετά από άδεια, που εκδίδεται ατελώς από την οικεία δασική αρχή, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 176. 4. Για τον έλεγχο της νόμιμης προέλευσης και διακίνησης των εν λόγω δενδρυλλίων και κλάδων, η αρμόδια δασική υπηρεσία μετά την έκδοση της άδειας προβαίνει στην κατάλληλη σήμανση των διατιθέμενων στο εμπόριο δενδρυλλίων και κλάδων. 5. Όσοι υλοτομούν, μεταφέρουν ή διακινούν δενδρύλλια ή άλλα δασικά είδη που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 χωρίς την κατά τα ανωτέρω άδεια ή σήμανση, τιμωρούνται με τις ποινές του άρθρου 268. Τα δενδρύλλια και οι κλάδοι κατάσχονται και καταστρέφονται από το αρμόδιο δασικό όργανο, που συντάσσει έκθεση κατάσχεσης και πρωτόκολλο καταστροφής τους. Τα αντικείμενα που χρησιμοποίησαν οι παραβάτες για την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων κατάσχονται και δημεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 έως και 8 του άρθρου 271". Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κανονιστικού Διατάγματος της 15/30 Σεπτ.1941 "περί μεταφοράς δασικών προϊόντων" όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του β. δ. 697/1968, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 316 του ν. 86/1969: "1. ... 5. Δασικά προϊόντα μεταφερόμενα προ της ενεργείας της εξελέγξεως ή μετά ταύτην από του τόπου της εξελέγξεως εις τον τόπον της πρώτης αποθηκεύσεως ή από τούτου αλλαχού, άνευ της κατά τα ανωτέρω καθορισθέντα, θεωρήσεως ή εξοφλήσεως του πρωτοκόλλου εξελέγξεως, του δελτίου μεταφοράς δασικών προϊόντων ή αδείας υλοτομίας, εις ας περιπτώσεις δεν συντάσσεται πρωτόκολλον εξελέγξεως, δια το μεταφερόμενον ποσόν, θεωρούνται ως παρανόμως μεταφερόμενα και υπόκεινται εις κατάσχεσιν και δήμευσιν, του κατόχου των προϊόντων και του ενεργούντος την μεταφοράν διωκομένου κατά τας διατάξεις ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς συνάγεται ότι η παράνομη μεταφορά δασικών προϊόντων, η οποία τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται για την υλοτομία χωρίς άδεια, προϋποθέτει νόμιμη υλοτομία, δηλαδή αυτή που έχει ενεργηθεί μετά από προηγούμενη άδεια, αφού στοιχείο του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς είναι η ενέργεια αυτής πριν από την, με τη σύνταξη πρωτοκόλλου, πιστοποιούμενη εξέλεγξη της υλοτομίας ή μετά από αυτήν, αλλά χωρίς δελτίο μεταφοράς, το οποίο εκδίδεται από το αρμόδιο δασικό όργανο, μετά από έλεγχο του αν τα προς μεταφοράν δασικά προϊόντα δεν υπερβαίνουν την ποσότητα που είχε επιτραπεί να υλοτομηθεί, η οποία αναγράφεται στο πρωτόκολλο εξελέγξεως ή την άδεια υλοτομίας. Επομένως, επί παράνομης υλοτομίας, η μεταφορά δεν τιμωρείται ως ίδιο αυτοτελές έγκλημα, αλλά, στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται μία και μόνο ποινή για την παράνομη υλοτομία.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης υλοτομίας και παράνομης μεταφοράς δασικών προϊόντων και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανέλεγκτος, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Σ. Φ. του Δ., την 15-3-2008 και περί ώρα 18.00", στην θέση "..." του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, υλοτόμησε δασικά προϊόντα και συγκεκριμένα από δημόσιο δάσος υλοτόμησε σε κορμοτεμάχια και κλαδοτεμάχια τέσσερα (4) άτομα ιτιάς, η δε θετική ζημία που προέκυψε από την παραπάνω υλοτομία είναι μεγαλύτερη των 1.000 (χιλίων) δραχμών = 2,90 ευρώ. Στη συνέχεια ο παραπάνω κατηγορούμενος με τη βοήθεια του υπ' αριθμ. κυκλ. ... γερανοφόρου οχήματος, μάρκας MERCEDES, φόρτωσε τα ανωτέρω δασικά προϊόντα που υλοτόμησε και τα μετέφερε με το υπ' αριθμ. κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο, παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής. Το Δικαστήριο στηρίζει την παραπάνω κρίση του στην κατάθεση του μάρτυρα Σ. Κ., δασοφύλακα, για την αξιοπιστία του οποίου δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει, ο οποίος, έχοντας άμεση γνώση και αντίληψη των γεγονότων, βεβαιώνει ότι "... οι τέσσερις ιτιές ήταν μέσα στο ρέμα ... . Τα τέσσερα λευκάδια ήταν ακριβώς δίπλα στο ρέμα, οι ιτιές ήταν μέσα στο ρέμα. Η έκταση φάνηκε ότι ήταν δημόσια με το ΟΡ8 ... τις ιτιές τις έκοψαν θέλοντας ..." και για το λόγο αυτό κρίνεται επικρατέστερη από εκείνη του μάρτυρα υπεράσπισης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της παράνομης υλοτομίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 85§1 και 268§§2 και 1 του ν.δ. 86/1969 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 381 §1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Συγκεκριμένα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής Αρχής, υλοτόμησε 4 δέντρα ιτιάς, σε κορμοτεμάχια και κλαδοτεμάχια, και ότι η θετική ζημία που προέκυψε, από την πράξη αυτή, υπερβαίνει το ποσό των 2,90 ευρώ, το οποίο αποτελεί το όριο για το χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή πταίσματος, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται και ο τρόπος προσδιορισμού της αξίας των τεμαχίων που υλοτομήθηκαν, πράγμα που θα έπρεπε να γίνει μόνο στην περίπτωση που ο αναιρεσείων θα πρόβαλε αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ζημία δεν υπερέβαινε το ποσό των 2,90 ευρώ, η παραδοχή του οποίου θα είχε ως συνέπεια το χαρακτηρισμό της πράξεως ως πταίσματος και την οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν συνέβη. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. α του ΚΠοινΔ, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510". Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσας, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης μεταφοράς δασικών προϊόντων, και συγκεκριμένα των προϊόντων που παρανόμως είχε υλοτομήσει ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την οποία, επίσης, καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η πράξη αυτή προϋποθέτει νόμιμη, δηλ. με άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής, και όχι παράνομη υλοτομία. Στην περίπτωση δε της μεταφοράς των παρανόμως υλοτομηθέντων, τιμωρείται μόνο η παράνομη υλοτομία, ενώ η μεταφορά δεν αποτελεί ίδιον αυτοτελές έγκλημα. Επομένως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα και για την παράνομη μεταφορά των δασικών προϊόντων που είχε παράνομα υλοτομήσει, εσφαλμένως ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 270 του ν.δ. 86/1969 και 5 του Κ.Δ. της 15/30 Σεπτ.1941, ενώ, αν ερμήνευε αυτές ορθώς έπρεπε να τον κηρύξει αθώο και πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, δεδομένου ότι η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, ν" αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 518§1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 ν.3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Επομένως, αφού δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως της παράνομης μεταφοράς δασικών προϊόντων, δεν πρέπει να παραπεμφθεί, ως προς την πράξη αυτή, η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αλλά πρέπει ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή, και να απαλειφθεί η διάταξη που αφορά την ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών που του επιβλήθηκε για το έγκλημα αυτό και η από αυτήν προελθούσα συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών με την επαύξηση της ποινής φυλακίσεως δυο (2) μηνών που του επιβλήθηκε για το έγκλημα της παράνομης υλοτομίας κατά ένα (1) μήνα, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή φυλακίσεως των δύο (2) μηνών για την πράξη για την οποία δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 76§1 εδ. α του ΠΚ, "αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 271§3 εδ. α του ν. 86/1969, "κατάσχονται και δημεύονται τα παντός είδους εργαλεία, όργανα και σκεύη, των οποίων ο παραβάτης ποιείται χρήσιν προς εκτέλεσιν του αδικήματος, καθώς και τα μεταφορικά μέσα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά την παράνομον υλοτομίαν ή μεταφοράν". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής ειδικής περί δημεύσεως διατάξεως, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 466 του ΠΚ και υπερισχύει της ως άνω γενικής διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 76 ΠΚ, τα μεταφορικά μέσα, τα οποία ο δράστης χρησιμοποίησε κατά την παράνομη υλοτομία ή την παράνομη μεταφορά δασικών προϊόντων κατάσχονται και δημεύονται υποχρεωτικώς και μάλιστα ανεξαρτήτως αν αυτά ανήκουν ή όχι στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμέτοχους και μόνο αν τα εν λόγω μέσα έλαβε στην κατοχή του ο δράστης μέσω αδικήματος, αποδίδονται αυτά στον δικαιούχο και επιβάλλεται στον ένοχο αντί της δημεύσεως χρηματική ποινή ίση προς την αξία των αποδιδόμενων. Αν, όμως, ο δράστης της παράνομης υλοτομίας κηρύσσεται αθώος για τη μεταφορά των δασικών προϊόντων που υλοτόμησε, γιατί δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της μεταφοράς, δεν μπορεί να δημευθεί το όχημα που χρησιμοποίησε αυτός μόνο για τη μεταφορά, όχι και για την υλοτομία.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, διέταξε τη δήμευση του ως άνω γερανοφόρου οχήματος, το οποίο είχε κατασχεθεί. Κατά δε τις παραδοχές του, οι οποίες περιέχονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, το εν λόγω όχημα χρησίμευσε για τη φόρτωση των δασικών προϊόντων και τη μεταφορά αυτών με το υπ' αριθ. κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο, όχι, όμως και για την παράνομη υλοτομία. Αφού, λοιπόν, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για τη μεταφορά, γιατί δεν στοιχειοθετείτο η αντικειμενική υπόσταση αυτής, έπρεπε το Δικαστήριο της ουσίας να μη διατάξει τη δήμευση του γερανοφόρου οχήματος, αλλά να το αποδώσει στον ιδιοκτήμονα αναιρεσείοντα, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 15.3.2008 εκθέσεως κατασχέσεως και αποδείξεως παραλαβής και παραδόσεως, το έχει παραλάβει για φύλαξη ως μεσεγγυούχος. Επομένως κατά παραδοχήν του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο παραδεκτά (άρθρο 504§3 σε συνδυασμό με 492 ΚΠοινΔ) πλήττει ο αναιρεσείων τη διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τη δήμευση του γερανοφόρου οχήματος (χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι τον στηρίζει στο άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ), πρέπει να αναιρεθεί και ως προς το σημείο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, να απαλειφθεί και η διάταξη για τη δήμευση του γερανοφόρου οχήματος και να διαταχθεί η απόδοσή του στον ιδιοκτήμονα αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 399/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς και συγκεκριμένα ως προς την καταδικαστική της, για τον αναιρεσείοντα Σ. Φ. του Δ., διάταξη για την παράνομη μεταφορά δασικών προϊόντων και ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και περί δημεύσεως του γερανοφόρου οχήματος,
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ δε, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 2/9.7.2010 αίτηση αναιρέσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Σ. Φ. του Δ. αθώο του ότι στις 15.3.2008 και περί ώραν 18.00, στη θέση "..." του Δ. Δ. ... του Δήμου ..., με τη βοήθεια του υπ' αριθ. κυκλ. ... γερανοφόρου οχήματος μάρκας ΜΕΚ.ΟΕΟΕ8 φόρτωσε τα κορμοτεμάχια και κλαδοτεμάχια τεσσάρων (4) ατόμων ιτιάς που υλοτόμησε καν τα μετέφερε με το υπ' αριθ. ... φορτηγό αυτοκίνητο παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τις διατάξεις 1) για την επιβολή ποινής φυλακίσεως δύο (2) μηνών για την ανωτέρω πράξη, καθώς και για την επαύξηση της συντρέχουσας ποινής για την πράξη της παράνομης υλοτομίας κατά ένα (1) μήνα, διατηρούμενης της ποινής φυλακίσεως δύο (2) μηνών που επιβλήθηκε για την τελευταία πράξη, η οποία έχει ανασταλεί και 2) για τη δήμευση του κατασχεθέντος γερανοφόρου οχήματος ΜΕΚΟΕΟΕ5, μπλε χρώματος, με αριθ. κυκλ. ...
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του ανωτέρω γερανοφόρου οχήματος στον ιδιοκτήμονα Σ. Φ. του Δ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράνομη υλοτομία και παράνομη μεταφορά δασικών προϊόντων. Άρθρα 85, 268 ΝΔ 86/1969, 5 ΚΔ 15/30.9.1941. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη μόνο για παράνομη υλοτομία. Η παράνομη μεταφορά προϋποθέτει νόμιμη υλοτομία. Αναιρεί ως προς καταδικαστική διάταξη για παράνομη μεταφορά και κηρύσσει αθώο. Απαλείφει τη διάταξη περί επιβολής ποινής για τη μεταφορά και περί δημεύσεως οχήματος. Η διάταξη του άρθρου 271§3 εδ. α Ν. 86/69 είναι ειδική και υπερισχύει του άρθρου 76§1 ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση κατά τα λοιπά.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 695/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη, περί αναιρέσεως της 46481/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενους τους: 1) Σ. Χ. του Κ., 2) Ά.-Φ. Κ. του Β., 3) Χ. Π. του Ι., 4) Ν. Β. του Β., 5) Μ. Α.-Α. του Ν., ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοχάρη Γυφτάκη, και 6) Γ. Φ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος παρέστη με τον ως άνω δικηγόρο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 32/23-8-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1135/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Όταν δε ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους, πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 46481/2010 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξεως της παράβασης καθήκοντος. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων με τις ως άνω εκτεθείσες, σχετικά με την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, δέχθηκε, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα:
"Ο α' κατηγορούμενος, Σ. Χ., με την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Πολεοδομίας Γλυφάδας, οι δε δεύτερη, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των κατηγορουμένων με την ιδιότητά τους ως δημοτικοί σύμβουλοι και μέλη της Δημαρχιακής επιτροπής του Δήμου Γλυφάδας και τέλος η έκτη κατηγορούμενη, Μ. Α. - Α. με την ιδιότητά της ως Αντιδήμαρχος του Δήμου Γλυφάδας και υπεύθυνη για την έκδοση αδειών λειτουργίας καταστημάτων, δυνάμει της με αριθμό 38/Α.Π. 457/4.1.06 Απόφασης του Δημάρχου και Πρόεδρος της Επιτροπής Γνωμάτευσης έκδοσης αδειών καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος προέβησαν ο μεν πρώτος στις 20.4.06 στην έκδοση της υπ' αριθμ. πρωτ. 14774/1996/20.4.06 βεβαίωσης σύμφωνα με την οποία το επί της οδού ... κατάστημα του Γ. Τ. μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αμιγές πρατήριο ζαχαροπλαστικής μετά παρασκευαστηρίου, οι δε λοιποί κατηγορούμενοι στις 28.6.06 ενέκριναν με την υπ' αριθμ. 269/06 απόφασή τους την χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίου ειδών ζαχαροπλαστικής με παρασκευαστήριο στο επί της οδού ... κατάστημα του Γ. Τ. και στις 5.7.06 χορήγησαν στον ανωτέρω την υπ' αριθμ. πρωτ. 33697/5.7.06 άδεια. Πλην όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, αφού από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι με την έκδοση της ως άνω άδειας λειτουργία καταστήματος επεδίωκαν να προβούν σε παράβαση του καθήκοντος της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψουν το κράτος ή κάποιον άλλο και συνεπώς δεν δύναται να συναχθεί η ύπαρξη του απαιτουμένου δόλου των κατηγορουμένων. Ειδικότερα δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τον Γ. Τ. ή ότι επεδίωκαν για κάποια αιτία να τον ευνοήσουν, ούτε εξάλλου μπορεί να συναχθεί από κάποιο στοιχείο ότι ήθελαν να βλάψουν το κράτος, την Υπηρεσία τους, τον Δήμο Γλυφάδας ή τους δημότες του Δήμου αυτού. Επομένως, δεν πληρούται, εν προκειμένω η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος".
Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την προπαρατεθείσα έννοια, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώους τους κατηγορούμενους. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διέλαβε στην άνω απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν σχετικά με την έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου των κατηγορουμένων (πρόθεση παράβασης καθήκοντος, σκοπός παράνομου οφέλους ή βλάβης κτλ) εκτίθενται δε στο σκεπτικό οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο διατυπούμενο στο ως άνω διατακτικό του απαλλακτικό πόρισμα. Από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα Εισαγγελέα τρία έγγραφα περιλαμβανόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων, τα οποία δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν τα συνεκτίμησε το Δικαστήριο από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να τα σχολιάσει.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση του νόμου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, συνακολούθως δε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 32/23-8-2010 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46481/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Αθωωτική απόφαση για παράβαση καθήκοντος. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 693/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 247/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1572/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 62/1-3-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο κατά βουλεύματος και δι' αντιπροσώπου, εφόσον στον τελευταίο δόθηκε έστω και γενική εντολή, η οποία μπορεί να γίνει και με απλή έγγραφη δήλωση του εντολέως και υπό την προϋπόθεση ότι σ' αυτή εξειδικεύεται η ποινική υπόθεση, για την οποία παρέχεται η πληρεξουσιότητα και να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη έστω και με την γενική κατά τον Ποινικό Κώδικα νομική ορολογία της.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Ν. Κ. του Θ., κάτοικος ..., άσκησε δια του δικηγόρου του Μύρωνος Σαμαριτάκη, την υπ' αριθμ. 15/2010 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 247/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, δια του οποίου απερρίφθη ως απαράδεκτος αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του ίδιου, χωρίς όμως στην δοθείσα γενική εντολή και δη στο υπ' αριθμ. ... γενικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου να εξειδικεύεται και δι' απλής έστω αναφοράς, η ποινική υπόθεση, για την οποία ο αναφερθείς δικηγόρος είχε την εντολή να ασκήσει ένδικα μέσα, όπως αυτός της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, στο μνημονευθέν πληρεξούσιο αναφέρεται κατά το ενδιαφέρον μέρος του: "Ειδικά ο διοριζόμενος εντολοδόχος δικηγόρος Μύρων Σαμαριτάκης ...... να ασκεί τυχόν προσφυγές ....... ή ένδικα μέσα σε βουλεύματα κ.τ.λ.". Με τη διατύπωση αυτή, δεν υπάρχει εντολή ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνομεν
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτος η υπ' αριθμ. 15/2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. του Θ., κατοίκου Ηρακλείου, κατά του υπ' αριθμ. 247/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, και
Β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠΔ ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 42 παρ. 2 και 96 παρ. 2 του ίδιου κώδικα προκύπτει με σαφήνεια ότι στο πληρεξούσιο έγγραφο που επισυνάπτεται υποχρεωτικά στην έκθεση για το ένδικο μέσο, όταν αυτό ασκείται δια πληρεξουσίου, πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω και κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, ορολογία της, στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση, κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν το ένδικο μέσο ( και η αναίρεση) ασκηθεί (μεταξύ άλλων περιπτώσεων) χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, κηρύσσεται απαράδεκτο από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. κατά του υπ' αριθμ. 247/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του ιδίου, ασκήθηκε δια του φερομένου πληρεξουσίου δικηγόρου του Μύρωνα Σαμαριτάκη, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο στην αίτηση υπ' αριθμ.... πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος προς αυτόν το οποίο συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ηλία Λατσάρα. Στο πληρεξούσιο, όμως, αυτό δεν αναφέρεται ούτε η αξιόποινη πράξη την οποία αφορά, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της, αλλά ούτε και η απόφαση κατά της οποίας παρέχεται η πληρεξουσιότητα για την άσκηση αναιρέσεως. Έτσι, όμως, η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή της και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη. Επομένως, ενόψει και του ότι ο αναιρεσείων ειδοποιήθηκε για να προσέλθει στο Συμβούλιο [βλ. σχετ. την επί του φακέλλου της δικογραφίας σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εκπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλειτος δικηγόρος του αναιρεσείοντος] πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/11/2010 αίτηση του Ν. Κ. του Θ., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 247/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αναίρεση του κατηγορουμένου, διότι στο επισυναπτόμενο πληρεξούσιο δεν αναγράφεται η αξιόποινη πράξη έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της, ούτε αναφέρεται το προσβαλλόμενο βούλευμα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 690/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Α. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1199/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1328/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 26-11-2010 δυο (2) αποδεικτικά επίδοσης του Αρχιφύλακα του Α.Τ. Χίου ... προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του Δημήτριο Σαρρή, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2010 αίτηση του Σ. Α. του Ι., για αναίρεση της 1199/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 689/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Γ. Κ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 69473/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπουμένη, η οποία δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 47/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 26/2.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, την από 3-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Χ. Κ., κατοίκου ..., κατά της 69473/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή του κατά της 6336/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση επτά μηνών και χρηματική ποινή 1.100 ευρώ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της δεν είναι "καταδικαστική", (Ολ. ΑΠ 5/2000 ΠΧ 2000. 687, ΑΠ 699/2009, ΑΠ 110/2009, ΑΠ 1372/2006 ΠΔ 2007.240, ΑΠ 143/2004 ΠΔ 2004. 881, ΑΠ 588/1997 ΠΧ 1998. 140). Η αίτηση αναίρεσης, που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό: α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΙΙΙ. Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 30-11-2010 δήλωση του αναιρεσείοντα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και στρέφεται κατά της παραπάνω 69473/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή του κατά της 6336/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως που στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκε ανεπίτρεπτα με τον αμέσως παραπάνω τρόπο (δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), ενώ έπρεπε να ασκηθεί με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης από αυτόν (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23.12.2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Χ. Κ., κατοίκου ..., κατά της 69473/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 250 ευρώ. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά την παράγραφο 1 του τελευταίου αυτού άρθρου τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται μόνον εκείνη η οποία κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο και επιβάλλει σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Τέτοια απόφαση δεν είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 69473-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η 289/14.1.2010 έφεση του κατηγορουμένου, και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 6336/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών και χρηματική ποινή 1.100 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ως άνω καταδικασθείς άσκησε την από 29.11.2010 αίτηση αναιρέσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ.2 του ΚΠΔ, ήτοι με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 30.11.2010. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και νυν αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής ανεπίτρεπτα ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ.1 του ΚΠΔ και επομένως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκησή της διατυπώσεις. Κατ' ακολουθία, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 513 παρ.1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.11.2010 αίτηση του Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69473/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης μη καταδικαστικής (απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση), που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ έπρεπε να ασκηθεί ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 686/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69470/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 50/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 29/2-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, την από 3-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Χ. Κ., κατοίκου ..., κατά της 69470/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή του κατά της 46821/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση τριών ετών και χρηματική ποινή 10.000 ΕΥΡΩ για εξακολουθητική έκδοση ακαλύπτων επιταγών, και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της δεν είναι "καταδικαστική" (Ολ. ΑΠ 5/2000 ΠΧ! 2000. 687, ΑΠ 699/2009, ΑΠ 110/2009, ΑΠ 1372/2006 ΠΔ! 2207.240, ΑΠ 143/2004 ΠΔ! 2004. 881, ΑΠ 588/1997 ΠΧ! 1998. 140). Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό: α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΙΙΙ. Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 30-11-2010 δήλωση του αναιρεσείοντα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της παραπάνω 69470/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή του κατά της 46821/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως που στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκε ανεπίτρεπτα με τον αμέσως παραπάνω τρόπο (δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), ενώ έπρεπε να ασκηθεί με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης από αυτόν (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23.12.2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 30-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Χ. Κ., κατοίκου ..., κατά της 69470/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 250 Ευρώ. Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικούς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474 προσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία αφορά μόνον στην καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, δεν είναι καταδικαστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 69470/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 46821/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ.
Συνεπώς, η κρινόμενη από 29-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά της εν λόγω μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, 69470/2010 απόφασης, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ τρόπο, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες για την άσκηση της διατυπώσεις (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατ' ακολουθία, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνιση του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 69470/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, αφού δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 685/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3324/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ε. Β. του Α., 2. Θ. Γ. του Μ., 3. Μ. Γ. του Γ. και 4. Μ. Β. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1031/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., υπαλλήλου του Νοσοκομείου Κρατουμένων …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 2011. Ο ανωτέρω, όμως, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων (176, 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουνίου 2010, αίτηση του Κ. Δ. του Δ., κρατούμενου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων …, για αναίρεση της υπ' αριθμό 3324/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσα πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 684/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 4η Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούσα την Ε. Κ. του Θ. και με εγκαλούμενους τους: 1) Α. Γ., 2) Α. Ν., 3) Α. Κ., 4) Γ. Ζ., 5) Δ. Ζ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, 6) Δ. Α. Α., 7) Δ. Α. Π., 8) Ι. Π., 9) Ι. Κ. Σ., 10) Λ. Σ., 11) Λ. Μ., 12) Ν. Κ., 13) Π. Κ., 14) Χ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά.
Η αίτηση αυτή με αριθμ. 19/11-2-2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 246/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 54/22-5-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην κρινόμενη υπόθεση η Ε. Θ. Κ., κάτοικος ..., υπέβαλε τις με αριθμ. Γ07/843/2007, ΑΒΜ 2498,και Γ07/2280 εγκλήσεις της κατά των α] Ι. Σ. β] Δ. Α. γ] Α. Ν. δ] Λ. Μ. ε] Π. Κ. στ] Δ. Π. ζ] Α. Π. η] Λ. Σ. θ] Α. Κ. ι] Ι. Π. ια]Ν. Κ. ιβ] Γ. Ζ. ιγ] Δ. Ζ. Αντεσαγγελέα Εφετών Αθηνών και ιδ] Χ. Κ. Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Τις προαναφερθείσες εγκλήσεις απέρριψε με την υπ' αριθμ. ΕΓ/45-07/88/6Δ/10 Διάταξη του. Κατά της ανωτέρω Διάταξης η εγκαλούσα άσκησε την με αριθμ.184/2010 Προσφυγή της ενώπιον του Εισαγγελέα Αθηνών. Επειδή δε οι δύο τελευταίοι υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών [βλ την από υπηρεσιακή βεβαίωση], δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, για να επιληφθεί αυτός της προκείμενης υποθέσεως, τόσο για τους ανωτέρω Αντεισαγγελείς όσο και για τους λοιπούς λόγω συνάφειας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Να διατάξει το δικαστήριό σας την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας ασκήθηκε η υπ'αριθ.184/2010 προσφυγή της Ε. Θ. Κ., κατά της υπ' αριθ ΕΓ/45-07/88/6Δ/10 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι με αριθμ. Γ07/843/2007, ΑΒΜ 2498, και Γ07/2280 εγκλήσεις της κατά των α] Ι. Σ., β] Δ. Α., γ] Α. Ν., δ] Λ. Μ., ε] Π. Κ., στ] Δ. Π., ζ] Α. Π., η] Λ. Σ., θ] Α. Κ., ι] Ι. Π., ια] Ν. Κ., ιβ] Γ. Ζ., ιγ] Δ. Ζ., Αντεσαγγελέα Εφετών Αθηνών, και ιδ] Χ. Κ., Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, για να αποφανθεί αυτός επί της εν λόγω προσφυγής. Αθήνα 5-5-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ.γ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την παραπομπή αποφασίζει α) το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Πταισματοδικείο σε άλλο, β) το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο Ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από το δικαιολογητικό λόγο των διατάξεων αυτών, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας , αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 του ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα , ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Ε. Κ., κάτοικος ..., υπέβαλε τις υπ' αριθμ. Γ07/843/2007, ΑΒΜ 2498 και Γ07/2280 εγκλήσεις της κατά των 1) Ι. Σ., 2) Δ. Α., 3) Α. Ν., 4) Λ. Μ., 5) Π. Κ., 6) Δ. Π., 7) Α. Γ., 8) Λ. Σ., 9) Α. Κ., 10) Ι. Π., 11) Ν. Κ., 12) Γ. Ζ.. 13) Δ. Ζ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 14) Χ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος. Τις εγκλήσεις αυτές απέρριψε ως αβάσιμες στην ουσία ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Αθηνών με την υπ' αριθμ. ΕΓ/45- 07/88/6Δ/10 διάταξή του. Κατά της διατάξεως αυτής η παραπάνω εγκαλούσα προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με την υπ' αριθμ. 184/2010 προσφυγή της. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή οι δύο τελευταίοι εγκαλούμενοι υπηρετούσαν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζήτησε με έγγραφό του να οριστεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, με την υπ' αριθμ. 1708/2010 απόφασή του, όρισε, ως κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της προαναφερθείσας προσφυγής, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Ήδη όμως ο τελευταίος από τους εγκαλούμενους Χ. Κ., Αντεισαγγελέας Εφετών, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, όπως αναφέρει στην από 11/2/2011 και υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 19/2011 αναφορά του ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, και ο προτελευταίος Δ. Ζ., Αντεισαγγελέας Εφετών, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122- 125 του ΚΠΔ δικαστήριο. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της πιο πάνω υποθέσεως από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής για τους ανωτέρω Αντεισαγγελείς και λόγω συνάφειας και για τους λοιπούς εγκαλούμενους και, εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Λαμίας και στις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφανθεί επί της υπ' αριθμ. 184/2010 προσφυγής της Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. ΕΓ/45-07/88/6Δ/10 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι με στοιχεία Γ07/843/2007, ΑΒΜ 2498 και Γ07/2280 εγκλήσεις της κατά των 1) Ι. Σ., 2) Δ. Α., 3) Α. Ν., 4) Λ. Μ., 5) Π. Κ., 56) Δ. Π., 7) Α. Γ., 8) Λ. Σ., 9) Α. Κ., 10) Ι. Π., 11) Ν. Κ., 12) Γ. Ζ., 13) Δ. Ζ., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, και 14) Χ. Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας, και εφόσον συντρέξει περίπτωση περαιτέρω χειρισμού αυτής, τις αρμόδιες δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Λαμίας και τις αντίστοιχες Εισαγγελικές Αρχές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιο να αποφασίσει επί της προσφυγής τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 683/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου V. K. του G., κατοίκου ... και κρατούμενου στην Δικαστική Φυλακή …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της απόφασης 1840-1841/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον S. H. του V..
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1053/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15-9-2010 αποδεικτικό επίδοσης της υπαλλήλου του Γεν.Καταστήματος Κράτησης …, ... ο αναιρεσείων κρατούμενος κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2011, αίτηση του V. K. του G., για αναίρεση της 1840-1841/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα(250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 691/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά -Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1255/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Β. Γ. του Κ. και 2. Ν. Γ. του Φ.. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Κ. του Β., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1462/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 26.1.2011 και 13.12.2010 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ... και του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2010 αίτηση του Κ. Γ. του Ν., για αναίρεση της 1255/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 696/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούγκο, περί αναιρέσεως της 1377/2010 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1472/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας έχουν ουσιώδεις παραλείψεις, ώστε να αλλοιώνεται η εικόνα εκείνων που διαδραματίστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ή όταν αναφέρεται σε αυτά ότι ο κατηγορούμενος διόρισε δικηγόρο για την υπεράσπισή του, ενώ αυτός παραστάθηκε χωρίς συνήγορο. Ακόμη, δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση του δικαστηρίου από ποια περιστατικά πείστηκε για το διορισμό συνηγόρου, αφού η δήλωση του διορισμού γίνεται ενώπιόν του και καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως, τα οποία κατά τα άρθρα 140 εδ. γ` και 141 παρ.3 του ίδιου Κώδικα παρέχουν ως προς τούτο πλήρη απόδειξη μέχρι την προσβολή τους για πλαστότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Σ. Τ. παρέστη κατά τη συνεδρίαση της 18.6.2010, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, αυτοπροσώπως (χωρίς να διορίσει συνήγορο) (σελ. 1), από φανερή δε παραδρομή έχουν αναγραφεί σε άλλα σημεία των πρακτικών οι φράσεις "ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο ... ζήτησε την αθώωση του πελάτη του" (σελ. 4), "ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε να επιβληθεί στον πελάτη του το ελάχιστο όριο των ποινών" (σελ. 7), "ο συνήγορος ... η μικρότερη συνολική ποινή που προβλέπει ο νόμος" (σελ. 8) και "ο συνήγορος ... ζήτησε την αναστολή ..." (σελ. 9). Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στο άρθρο 510§1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ και με τον οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα, συνιστάμενη στο ότι αφενός εμφανίζεται αυτός στα πρακτικά ότι παρέστη με συνήγορο, ενώ είχε παραστεί αυτοπροσώπως, και αφετέρου τα πρακτικά δεν ανταποκρίνονται σε όλα τα πραγματικά περιστατικά της δίκης (σελ. 4 - 12 αναιρετηρίου, υπ’ αριθ. 1 στοιχ. Α και Β), πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την καταχώριση στα πρακτικά κάθε δηλώσεως των εξεταζομένων ή αυτών που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν αντίκειται στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά προσφυγή κατά της αρνήσεως του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται εναντίον της οριστικής αποφάσεως και μόνο μαζί με αυτήν. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, τα πρακτικά τηρούνται συνοπτικά και πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Εξάλλου, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να ζητήσει την καταχώρηση στα πρακτικά δηλώσεώς του, από την οποία εξαρτά συμφέρον, ή, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να υποβάλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αφενός ζήτησε από τον Πρόεδρο το λόγο για να υποβάλει, προς καταχώρηση σ’ αυτά, έγγραφες προτάσεις, οι οποίες περιείχαν αιτήματα αναβολής της δίκης, κατ’ άρθρο 61 του ΚΠοινΔ, και αναγνώσεως ορισμένων εγγράφων, καθώς και ισχυρισμούς για ακυρότητες του κλητηρίου θεσπίσματος, αντιρρήσεις κατά του κατηγορητηρίου και αυτοτελείς ισχυρισμούς (από τα άρθρα 20, 367, 30 και 31 περ. 2 του ΠΚ) και αφετέρου κατέθεσε προς ανάγνωση τις υπ’ αριθ. 442/2008 και 96/2006 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και ότι εκείνος αρνήθηκε, ούτε ότι ο αναιρεσείων προσέφυγε, σχετικώς, στο Δικαστήριο. Κατά συνέπειαν, οι ως άνω προτάσεις και έγγραφα του αναιρεσείοντος θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και όγδοος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως (σελ. 12 - 101 αναιρετηρίου, στοιχ. Γ, σελ. 124 - 137, αριθ. 8), με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως, γιατί δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά οι ως άνω έγγραφες προτάσεις του και δεν περιελήφθησαν σ’ αυτά και οι ανωτέρω αποφάσεις, χωρίς, όμως, να προσβάλλει τα πρακτικά ως πλαστά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ο δικαστής, ο οποίος έχει συμπράξει στην έκδοση αποφάσεως, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση, αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Εκ τούτου παρέπεται ότι η συμμετοχή στη σύνθεση του δικάζοντος κατ’ έφεση δικαστηρίου δικαστή που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύει τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λόγο αναιρέσεως. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν ο δικαστής, που μετείχε στη σύνθεση του Εφετείου, είχε μετάσχει στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δεν εξεδίκασε την υπόθεση κατ’ ουσίαν, αλλά ανέβαλε, για οποιονδήποτε λόγο, τη συζήτηση, εφόσον ο εν λόγω δικαστής δεν μετείχε στην σύνθεση του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση μετά την αναβολή, τούτο δε γιατί η αναβλητική απόφαση δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υποθέσεως, δεν εκφέρει καταδικαστική κρίση και δεν επιβάλλεται ποινή με αυτή. Κατά μείζονα λόγο, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τη συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστή που είχε μετάσχει σε δίκη επί συναφούς υποθέσεως, έστω και με τους ίδιους διαδίκους (κατηγορούμενο ή μηνυτή). Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 του ΚΠοινΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του ΚΠοινΔ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. του ίδιου Κώδικα πριν από την έκδοση της αποφάσεως, μόνο δε εάν γίνει αυτός δεκτός και, παρά ταύτα, συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Αρχικά η ένδικη υπόθεση είχε προσδιορισθεί, για να δικασθεί σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, κατά τη δικάσιμο της 20.12.2007, οπότε αναβλήθηκε, με την υπ’ αριθ. 2120/2007 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, αορίστως. Στη συνέχεια, επαναπροσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 5.6.2008, οπότε, με την υπ` αριθ. 1045/2008 απόφαση, αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο της 29.6.2009, από την οποία, με την υπ’ αριθ. 314/2009 απόφαση, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17.9.2009, κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη υπ` αριθ. 1900/2009 απόφαση. Στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, το οποίο εξέδωσε τις δύο πρώτες αναβλητικές αποφάσεις (τις υπ’ αριθ. 2120/2007 και 1045/2008), μετείχε και ο Δικαστής Κωνσταντίνος Πέρρος, τότε Πρόεδρος Πρωτοδικών Αγρινίου, ο οποίος, όμως, που προήχθη εν τω μεταξύ στο βαθμό του Εφέτη, μετέσχε και στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, ο αυτός Δικαστής είχε μετάσχει, ως Πρόεδρος Πρωτοδικών, στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, το οποίο είχε εκδώσει, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, την υπ’ αριθ. 866/2007 απόφαση, με κατηγορουμένη την Ε. Κ. του Δ., πρώην σύζυγο του αναιρεσείοντος, την οποία αθώωσε για την πράξη της υπεξαιρέσεως, που έχει συνάφεια με τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το γεγονός ότι ο ως άνω Δικαστής Κ. Πέρρος είχε μετάσχει στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε αναβλητικές αποφάσεις, χωρίς να υπεισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, δεν αποτελούσε κώλυμα αυτού να μετάσχει και στη σύνθεση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ το ότι μετείχε σε σύνθεση Δικαστηρίου που δίκασε συναφή υπόθεση δεν αποτελούσε λόγο, για τον οποίο έπρεπε αυτός να αποκλεισθεί από τη συμμετοχή του στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση. Ο δε αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως αυτού για το λόγο ότι, ενδεχομένως, είχε διεγείρει υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του. Επομένως, από τη συμμετοχή του ανωτέρω στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών δεν έχει δημιουργηθεί καμιά ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως (σελ. 101 - 121 αναιρετηρίου, υπ` αριθ. 2), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας - επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπονται από τα άρθρα 229§1 και 224§1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην πρώτη περίπτωση, και ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι επίσης ψευδή, στη δεύτερη περίπτωση. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Π. Π. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπο και χρόνο α) στις 5-1-2004 στο … καταμήνυσε τον εγκαλούντα Π. Π., ότι τέλεσε (ο τελευταίος) το αδίκημα της υπεξαγωγής, παρακρατώντας τα υπ' αριθμ. 44139/6-3-2002 και 44145/8-5-2002 γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης ποσών 2.213 ευρώ και 520 ευρώ, αντίστοιχα και δεν τα επέστρεψε παρότι του ζητήθηκαν. Ταύτα κατέθεσε γνωρίζοντας ότι ήσαν ψευδή και με σκοπό την καταδίωξη του Π. Π.. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο εκ του γεγονότος (ιδιαίτερα) ότι τα γραμμάτια συστάθηκαν για να περιέλθουν στον εγκαλούντα που ήτο πληρεξούσιος δικηγόρος της συζύγου του κατηγορουμένου και αφορούσαν υποχρεώσεις του τελευταίου από διατροφή και ο εγκαλών δεν είχε κάποια υποχρέωση να μη κρατά και να επιστρέψει τα γραμμάτια αυτά στον κατηγορούμενο, β) στις 5-1-2004, 12-3-2004 και 28-7-2004 εξετασθείς ως μάρτυρας, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αγρινίου για την ανωτέρω μήνυσή του, ορκίστηκε ότι το περιεχόμενό της ήταν αληθινό και κατά τις λοιπές δύο ημεροχρονολογίες ενώπιον της Πταισματοδίκου Αγρινίου επανέλαβε τα γεγονότα που ανέφερε στην έγκλησή του, κατ' εξακολούθηση τέλεσε ψευδορκία μάρτυρα. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα: α) Ως προς την ψευδή καταμήνυση, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή τελέσθηκε, η υποβολή δηλαδή της από 5.1.2004 μηνύσεως του αναιρεσείοντος κατά του εγκαλούντος Π. Π., καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και ήταν ψευδή, ήτοι ότι ο εγκαλών, από κοινού με την τέως σύζυγο του αναιρεσείοντος, παρακράτησε τα ως άνω γραμμάτια παρακαταθήκης, τα οποία, παρότι του ζητήθηκαν, δεν τα επέστρεψε, αιτιολογείται δε ο σκοπός του αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη του εγκαλούντος για υπεξαίρεση σε βάρος του. Και β) ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, προσδιορίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονταν στη μήνυση του αναιρεσείοντος και τα οποία αυτός κατέθεσε κατά την ένορκη εξέτασή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου στις 5.1.2004 και της Πταισματοδίκου Αγρινίου στις 12.3.2004 και 28.7.2004 ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε και ότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια αυτών που κατέθεσε, αφού από τις παραδοχές της αποφάσεως συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς ότι ο αναιρεσείων είχε άμεση και προσωπική αντίληψη ότι τα καταγγελθέντα ήταν ψευδή, οπότε δεν απαιτείτο περαιτέρω αιτιολογία για τον άμεσο δόλο, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να επαναληφθεί η αναφορά των αληθινών γεγονότων. Η μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Τριμελές Εφετείο δεν προέβη στην αξιολόγηση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, αλλά στηρίχθηκε μόνο στο περιεχόμενο των εγγράφων, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαία η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως (σελ. 122 - 123 αναιρετηρίου, αριθ. 4), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο τρίτος λόγος (σελ. 122 αναιρετηρίου, αριθ. 3), με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και ιδίως της μηνύσεως του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της προτεινόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως (σελ. 123 αναιρετηρίου, αριθ. 5), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν αναφέρονται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό οι διατάξεις του ποινικού νόμου που προβλέπουν και τιμωρούν τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 50§4 του ν. 3160/2003, της αρχικής περ. Η' της παρ. 1 του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ, η μη παράθεση των διατάξεων των άρθρων 229§1, 224§2 και 98§1 του ΠΚ, οι οποίες προβλέπουν και τιμωρούν τις ένδικες πράξεις, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Κατ` άρθρο, όμως, 514 του ΚΠοινΔ, ο Άρειος Πάγος έχει εξουσία να παραθέσει στην απόφαση το άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόσθηκε αν αυτό δεν έχει παρατεθεί ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα, στην προκειμένη δε περίπτωση η μη παράθεση των ως άνω διατάξεων οφείλεται σε παραδρομή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ' του ΚΠοινΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Η ένορκη, όμως, εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αφού η διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την παραβίασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1900/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο Π. Π. του Ι. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, διόρισε δε πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Αγρινίου Βασίλειο Ροϊδοδήμο. Ένσταση δε του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος περί αποβολής της πολιτικής αγωγής απορρίφθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην ο πολιτικώς ενάγων δεν παραιτήθηκε από αυτήν και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκε στο ακροατήριο ενόρκως, χωρίς, από την όρκισή του, να προκαλείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οποιαδήποτε ακυρότητα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, έκτος λόγος αναιρέσεως (σελ. 124 αναιρετηρίου, αριθ. 6), με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, η οποία έχει προκληθεί από την κατά παράβαση του νόμου όρκιση του πολιτικώς ενάγοντος, αφού αυτός, κατ` άρθρο 221 ΚΠοινΔ, έπρεπε να εξεταστεί χωρίς να ορκισθεί, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έβδομο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως (σελ. 124 αναιρετηρίου, αριθ. 7), πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συνίσταται, κατά λέξη, στο ότι: "Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και εκ των συμπεριλαμβανομένων στα άρθρα 224 και 229 ΠΚ ως απαιτεί ο ορθολογισμός της απονομής της Δικαιοσύνης και της δικαίας και λεπτομερώς αιτιολογημένης αποφάσεως, τόσον ως προς το σκεπτικό και το αιτιολογικό, όσο και για το διατακτικό αυτής". Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος ως αόριστος και, ως τοιούτος, πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αναφέρεται η μορφή της επικαλούμενης παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών, η έννοια που δόθηκε σ' αυτές από το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία τους ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτές.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Τέλος, πρέπει, κατ’ άρθρο 514 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, να παραγγελθεί η παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση και των διατάξεων των άρθρων 229§1, 224§2 και 98§1 του ΠΚ, όπως ισχύει, που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, παραλείφθηκαν από παραδρομή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Οκτωβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 9003/2010) αίτηση του Σ. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1377/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών.
ΠΑΡΑΓΓΕΛΛΕΙ να παρατεθούν στην υπ' αριθ. 1377/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών, στη σελίδα 7, και τα άρθρα 229§1, 224§2 και 98§1 του ΠΚ, που προβλέπουν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία εγκλημάτων. Όταν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, είναι αυτονόητη η γνώση αυτού. Η όρκιση του πολιτικώς ενάγοντος δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα. Τι πρέπει να περιέχει ο λόγος από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΪΙΔ για να είναι ορισμένος. Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν τα πρακτικά έχουν ουσιώδεις παραλείψεις ή όταν αναφέρεται σ' αυτά ότι ο κατηγορούμενος διόρισε συνήγορο, ενώ είχε παραστεί αυτοπροσώπως. Έλλειψη ακροάσεως υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την καταχώρηση στα πρακτικά δηλώσεώς του ή υπέβαλε αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που κατατέθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστή που είχε μετάσχει στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που απλώς ανέβαλε την υπόθεση ή στη σύνθεση δικαστηρίου που δίκασε επί συναφούς υποθέσεως δεν δημιουργεί ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως. Παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση των διατάξεων του ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, που από παραδρομή είχαν παραλειφθεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 682/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ. Α. του Χ., κατοίκου ... και 2) Χ. Α. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Παπαγεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 41579/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1284/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, κατά το υπό στοιχείο δ, το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του. Για τη συνδρομή της περιστάσεως αυτής, πρέπει, η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή, να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 41579/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και με την οποία καταδικάσθηκε, ο καθένας από τους ήδη αναιρεσείοντες, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και σε χρηματική ποινή 14.500 ευρώ, για την πράξη του Α. Ν 690/1945, όπως αντικ. με άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς, μεταξύ άλλων και τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 1 εδαφ. δ' του ΠΚ), επικαλούμενος για τη θεμελίωση του τα εξής: "παρόλη την οικτρή οικονομική κατάσταση, στην οποία περιήλθαμε λόγω της πτωχεύσεως και της εντεύθεν ολικής κατάρρευσης του ομίλου των εταιρειών μας, καταβάλαμε τεράστιες προσπάθειες και τελικώς καταφέραμε να καταβάλουμε εξ' ιδίων χρημάτων στους πρώην εργαζομένους μας τμήμα των απαιτήσεων τους έναντι μας και συγκεκριμένα, καταβάλαμε σε όλους τους εργαζομένους το μισθό του Φεβρουαρίου του 2005, κάποιους δε εξ' αυτών τους εξοφλήσαμε πλήρως και ολοσχερώς για το σύνολο των απαιτήσεων τους, γεγονότα τα οποία και οι ίδιοι τα επιβεβαίωσαν, κατά την κατάθεση τους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό τους, με την ακόλουθη αιτιολογία: "κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν συντρέχει στο πρόσωπο των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' του Π.Κ, καθόσον οι αναφερόμενες στο σκεπτικό καταβολές προς τους εργαζομένους, έγιναν σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο του χρόνου καταβολής τους (από Φεβρουάριο μέχρι Απρίλιο του 2008) και αντιστοιχούν σε περιορισμένο μόνο μέρος των επίδικων οφειλόμενων ποσών. Από μόνο δε τις εν λόγω καταβολές, λαμβανομένης υπόψη και της εν γένει συμπεριφοράς που επέδειξαν οι κατηγορούμενοι μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, για την οποία κρίθηκαν ένοχοι, το δικαστήριο κρίνει ότι οι τελευταίοι δεν επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και δεν επιδίωξαν πραγματικά να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης τους". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό τους, για μη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ του Π.Κ, διέλαβε στην απόφαση του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, αιτιολογείται η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου με την παραδοχή ότι μόνη η καταβολή προς τους εργαζομένους περιορισμένου μέρους των οφειλόμενων αποδοχών τους και συγκεκριμένα εκείνων που αντιστοιχούν στις αποδοχές του μηνός Φεβρουαρίου του 2005, χωρίς μάλιστα αυτοί (αναιρεσείοντες) να προσδιορίζουν το ύψος των συνολικά οφειλόμενων αποδοχών, τον αριθμό των δικαιούχων καθώς και το ύψος των ποσών που αυτοί κατέβαλαν, δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε παραδοχή του ισχυρισμού τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και εφόσον δεν" υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 583 παρ.1 του Κ,Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 16-9-2010 και με αριθμ. κατ. 52 και 53/2010, αιτήσεις των: 1) Χ. Α. του Χ. και 2) Χ. Α. του Δ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 41579/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας. Επάρκεια αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του. Απορρίπτει αιτήσεις και επιβάλλει χωριστά τα έξοδα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 681/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να αποφανθεί επί της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 1974/2010 αποφάσεως του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με εκκαλούμενο-εκζητούμενο τον D. L. του B., Τούρκο υπήκοο, προσωρινά κρατούμενο στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Το Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σε αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την διόρθωση-συμπλήρωση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7-2-2011 και με αριθμ. πρωτ. 257 αίτησή του, κατόπιν της υπ' αριθμ. 25/4-2-2011 πράξεως του Αντιπροέδρου του Ε' Ποινικού Τμήματος, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 179/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε όσα αναφέρονται στην ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτο με το 257/7-2-2011 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η υπ' αριθμ. 25/4-2-2011 πράξη του προέδρου του Ε' Ποινικού Τμήματος, με την οποία ζητείται η διόρθωση της 1974/2010 απόφασης και των πρακτικών του πιο πάνω τμήματος, καθόσον στην απόφαση αυτή από προφανή παραδρομή αναγράφηκε ως παραστάς δικηγόρος ο Φώτιος Μήτσης, αντί του ορθού ότι παραστάθηκε η δικηγόρος Ιωάννα Κούρτοβικ, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Κατά το άρθρο 145 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ όταν στην απόφαση ή τη διάταξη υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν δημιουργούν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση της αποφάσεως, εφόσον δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων, προκύπτει ότι, διόρθωση της απόφασης είναι η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου, δια της αποβολής στοιχείων ξένων προς αυτή που παρεισέφρησαν στο κείμενο της απόφασης ή της παράθεσης σ' αυτό στοιχείων αναγκαίων, που παραλείφθηκαν απ' αυτό (ή και των δύο) από παραδρομή, αβλεψία, πλάνη, ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανωτέρου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ενδίκου μέσου.
Στην προκείμενη περίπτωση στην υπ' αριθμ. 1974/2010 απόφαση και το ταυτάριθμο πρακτικό του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου πάγου, από προφανή παραδρομή γράφτηκε ότι κατά τη δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίασή του της 10-12-2010 και 15-12-2010 και εκδίκαση της έφεσης του εκζητουμένου D. L. του B. κατά της 12/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ο εκκαλών εκζητούμενος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, ενώ το ορθό είναι ότι αυτός παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Ιωάννα Κούρτοβικ, η οποία διορίστηκε αυτεπάγγελτα με την υπ' αριθμ. 186/7-12-2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, που υπάρχει στη δικογραφία. Ως εκ τούτου συντρέχει νόμιμη περίπτωση διόρθωσης της αποφάσεως αυτής και του ταυτάριθμου πρακτικού της ως προς το σημείο τούτο από το εσφαλμένο στο ορθό, καθόσον με τη διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η απόφαση ούτε αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που συνέβησαν πραγματικά στο ακροατήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διορθώνει την υπ' αριθμ. 1974/2010 απόφαση και το ταυτάριθμο πρακτικό του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριό του με τον εκκαλούντα-εκζητούμενο D. L. κατά τη συνεδρίαση της 10-12-2010 και 15-12-2010, από το εσφαλμένο Φώτιος Μήτσης, στο ορθό Ιωάννα Κούρτοβικ, δικηγόρος Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διόρθωση απόφασης (έκδοση) ως προς το όνομα του αυτεπάγγελτα ορισθέντα δικηγόρου. Διορθώνει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 680/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Δ. Λ., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μπήινα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 226/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 192/2006 μη οριστική και 237/2009 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, οι πρώτος, δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του), τρίτος και πέμπτος (κατά το δεύτερο μέρος του) και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του π.δ. της 27.6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων", ο εργοδότης δεν επιτρέπεται ν' απασχολήσει μέσα στην ίδια ημέρα εργάτες ή υπαλλήλους που εργάσθηκαν σε άλλο εργοστάσιο ή σε άλλο τόπο εργασίας καθ' όλο το νόμιμο χρόνο ημερήσιας εργασίας. Μπορεί μόνο ν' απασχολήσει εργάτες που εργάσθηκαν την ίδια ημέρα σε άλλους εργοδότες, επί ολιγότερες ώρες από αυτές που καθορίζει το παραπάνω διάταγμα, αλλά μόνο για το χρόνο που απαιτείται προς συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου ημερήσιας εργασίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του Αστικού Κώδικα, του άρθρου 3 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών κ.λπ." και του άρθρου 6 της από 14.2.1984 ομοίας, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα και κυρώθηκαν, σαφώς, προκύπτει ότι απαγορεύεται η απασχόληση του μισθωτού την ίδια ημέρα, δηλ. μέσα στο ίδιο 24ωρο, στον ίδιο ή σε άλλον εργοδότη, μετά την παροχή εργασίας του σ' όλο τον νόμιμο ανώτατο χρόνο ημερήσιας απασχόλησης του, για να μην επέρχεται έτσι περαιτέρω καταπόνηση των σωματικών του δυνάμεων και επομένως η σύμβαση εργασίας για την παροχή εργασίας, πέρα από το νόμιμο ωράριο, αφού είναι αντίθετη με απαγορευτική διάταξη νόμου, είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο, διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος, κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (Ολ.ΑΠ.22/2003), επιβάλλεται όμως, με ποινή το απαράδεκτο, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της, από 28-2-2003, αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων επικαλείται με αυτήν, ότι το Μάιο του 1996 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη, που διατηρεί κατάστημα πώλησης Κουζινών - παιδικών επίπλων και συναφών ξυλοκατασκευών στην ..., με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τεχνίτης ξυλουργός, αντί του μηνιαίου μισθού των 200.000 δραχμών δηλαδή 586,94 ευρώ. Ότι παρείχε την εργασία του επί σαράντα ώρες την εβδομάδα σε ημερήσια βάση, μη εξαιρουμένων των αργιών και εορτών, ανάλογα και με το ωράριό του στην ΔΕΗ και μάλιστα με το σύστημα της εναλλασσόμενης βάρδιας. Ότι η εναγόμενη, αν και αποδέχθηκε την εργασία του, δεν του κατέβαλε τις αποδοχές του μέχρι τον Νοέμβριο του 2002, οπότε και αποχώρησε από τη δουλειά, ούτε και την αναλογία των επιδομάτων αδείας και δώρου εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 1998 έως 2002. Με βάση αυτό το ιστορικό, επικαλούμενος τη σύμβασή του, άλλως, τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (δίχως όμως την επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας), ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 41.940,33 ευρώ νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 226/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη και η επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (πλην όμως, λόγω της επικουρικότητας της, δεν ερευνήθηκε στην ουσία), υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτηθέν ποσό, δυνάμει της εργασιακής σύμβασης, που τους συνέδεε. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη και το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με βάση τα παραπάνω, έκρινε ως ορισμένη την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεχόμενο ότι η αγωγή περιείχε και την επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας και συνεπώς ήταν ορισμένη. Στη συνέχεια δέχθηκε, ότι με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τον Μάιο του έτους 1996 η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα για να απασχοληθεί ως τεχνίτης ξυλουργός στην ως άνω επιχείρησή της, αντί του μηνιαίου συμφωνημένου μισθού των 200.000 δραχμών, ότι παρείχε την εργασία του επί σαράντα ώρες την εβδομάδα σε ημερήσια βάση, σε ώρες που δεν απασχολούνταν στην άλλη του εργασία, ως υπάλληλος της ΔΕΗ, πλην όμως η απασχόληση του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης πραγματοποιείτο καθ' υπέρβαση του νομίμου χρόνου ημερήσιας εργασίας του στην ΔΕΗ και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 3 Π.Δ 27/6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων", των άρθρων 3, 174, 180 Α.Κ., του άρθρου 6 της από 14-2-1984 ομοίας, η σύμβαση εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη και συνεπώς οι επί της βάσεως αυτής θεμελιούμενες αξιώσεις του είναι απορριπτέες. Στη συνέχεια δέχθηκε, κατ' ουσία, την επικουρική βάση της αγωγής, επιδίκασε δε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 41.940,33 ευρώ. Με την κρίση του όμως αυτή το εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι ο ενάγων με την αγωγή του επικαλέστηκε την ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας, δίχως να γίνεται τέτοια επίκληση. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, αληθώς, από το άρθρο 559 αριθ.1 (και όχι 8 και 14) ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 237/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν από την εκτίμηση της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός του εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, Θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητά της. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (αρθρ. 219 ΚΠολΔ), αρκεί για την πληρότητά της να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 679/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. χας Κ. Β., 2) Α. Β. του Κ. και 3) Θ. Β. του Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων του αποβιώσαντος (αρχικού διαδίκου) Κ. Β. του Θ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Ηλείας ΑΕ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Πύργο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Κ. Β. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 884/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο τότε αναιρεσείων με την από 15-12-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 547/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 590/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 341/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα)", παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση, εν όλω, αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την, από 16-12-1999, αγωγή και, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε την καταψήφιση της αποζημίωσης απόλυσης, λόγω αναπηρίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 884/2001 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την, από 17-12-2001, έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Επί της έφεσης εκδόθηκε η 590/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δέχθηκε την έφεση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, λόγω συμβιβασμού των διαδίκων και εξόφλησης της απαίτησης. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο ηττηθείς ενάγων άσκησε την από 15-12-2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 547/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε, ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι την 1-8-2000, ενώ εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης επί της αγωγής, οι διάδικοι συμβιβάστηκαν στο ποσό των 5.500.000 δραχμών, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 871 του Α.Κ. και τούτο διότι δέχεται ότι "η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων σοβαρή αμφισβήτηση αφορούσε μόνο στο ζήτημα αν ο αναιρεσείων, ως υπαγόμενος στην κύρια ασφάλιση του ΙΚΑ, εδικαιούτο ολόκληρη την αποζημίωση του Ν. 2212/1920 (όπως ισχυριζόταν ο ίδιος), ή το 50% αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.Δ. 435/1976 (όπως ισχυριζόταν η αναιρεσίβλητη) και ότι οι διάδικοι με το συμβιβασμό περιόρισαν το ποσό της αποζημιώσεως στο 50% της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920, χωρίς όμως να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν, εκτός από τον αναιρεσείοντα, υποχώρησε και η αναιρεσίβλητη και σε ποιες υποχωρήσεις προέβη". Στη συνέχεια το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναίρεσε, εν όλω, την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών, προκειμένου, με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει, περαιτέρω. Με την προσβαλλόμενη απόφαση (341/2010) το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, κατά της 884/2001 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε αυτήν και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε. Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, (Εφετείο Πατρών), το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να απορριφθεί η άνω αγωγή, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτήν ουσιαστικών διατάξεων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο γίνεται η επίκληση του αρ. 19 της ίδιας διάταξης και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, αφορωσών το κύρος του συμβιβασμού, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι μεταξύ των παραδοχών 1) της μη κατάρτισης του επίδικου συμβιβασμού και 2) της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης εξοφλήσεως, δεν υπάρχει αντίφαση, εφόσον τα προς θεμελίωση της πρώτης πραγματικά περιστατικά είναι διαφορετικά από εκείνα για τη θεμελίωση της δεύτερης, η απόρριψη δε της ένστασης συμβιβασμού ως αβάσιμης δεν συνεπάγεται και την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης, για τον ίδιο λόγο.
Με τις διατάξεις του άρθ. 8 εδ. β' και γ' ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", που προστέθηκαν µε το άρθ. 8 § 4 ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν µε το άρθ. 5 § 1 ν. 435/1976, ορίζεται ότι μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού Οργανισµού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, µπορούν, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ν' αποχωρούν ή να απομακρύνονται από την εργασία εκ µέρους του εργοδότη τους, λαµβάνοντας σε κάθε περίπτωση οι µεν επικουρικά ασφαλισμένοι το 40% οι δε µη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύµβασης εργασίας από τον εργοδότη, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά, για την χορηγουμένη ως άνω µειωµένη αποζημίωση, προς τους αποχωρούντες ή αποµακρυνοµένους μισθωτούς, των διατάξεων των άρθ. 1 - 9 ν. 3198/1955, καθώς και του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην αυτών που αφορούν την προειδοποίηση. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 30 ν. 2556/1997 οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ ( αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισµούς του α.ν. 173/1967. Ειδικότερα, κατά το άρθ. 2 § 2 του τελευταίου αυτού α.ν. 173/1967 σε όσες περιπτώσεις εργοδότης είναι το δηµόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και Οργανισµοί κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το κράτος, στις οποίες συγκαταλέγονται και τα ΚΤΕΛ (Ολ. ΑΠ 18/2003), η οφειλομένη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν µπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό (µετά την αναπροσαρμογή µε το άρθ. 33 ν. 1876/1990) των 1.500.000 δρχ. (και κατ' άρθ. 21 § 13 ν. 3144/2003 το ποσό των 15.000 €). Εξάλλου, µε το άρθ. 3 της 3/1999 Δ.Α. "για τους όρους αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται στα αστικά και υπεραστικά λεωφορεία όλης της χώρας" (πράξη κατ. Υπ. Εργασίας 1/1999), όπως ερµηνεύθηκε µε το άρθ. 3 της 10/2000 Δ.Α. (πράξη κατ. Υπ. Εργασίας 5/2000), ορίζεται ότι "η αποζημίωση απόλυσης του άρθ. 3 της ΔΑ 3/1999, αφότου ίσχυσε, καταβάλλεται στους δικαιούχους που προβλέπονται στο άρθρο αυτό στο νόµιµο ποσό και ποσοστό σύµφωνα µε την ισχύουσα εργατική νοµοθεσία (ν. 2112/1920 και β.δ. 18-7-1920 σε συνδυασµό µε το άρθ. 30 του ν. 2556/1997). Συγκεκριμένα η αποζημίωση λύσης της σύµβασης εργασίας λόγω θανάτου ή συνταξιοδότησης προσδιορίζεται σύµφωνα µε το άρθ. 8 εδάφιο δεύτερο, όπως αυτό αντικαταστάθηκε µε το άρθ. 5 § 1 του ν. 435/1976 και ανέρχεται σε ποσοστό 40% της αποζημίωσης απόλυσης". Από τον συνδυασµό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι στα Κ.Τ.Ε.Λ. (αστικά - υπεραστικά) αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης δικαιούνται την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθηκε αυτή µε το άρθ. 30 ν. 2556/1997 και ειδικότερα οι επικουρικά ασφαλισμένοι σε ποσοστό 40%, αφού µε το άρθ. 30 ν. 2556/1997 ήρθη για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ µόνον ο περιορισµός του ανωτάτου ορίου αποζημίωσης που προβλέπεται από το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 και δεν εθίγη το ποσοστό της αποζημίωσης του 40% ή 50% για τους επικουρικά ή µη ασφαλισμένους αντίστοιχα, που προβλέπεται από το άρθ. 8 ν. 3198/1955, και το οποίο (ποσοστό) σε περίπτωση που υπερβαίνει το τιθέμενο από το άρθ. 2 § 2 α.ν. 173/1967 ανώτατο όριο (όπως εκάστοτε διαμορφώνεται) καταβάλλεται ολόκληρο. Τέλος, αντίθετη ρύθµιση από την προαναφερθείσα δεν συνάγεται από τις διατάξεις του άρθ. 14 § 1 του ισχύοντος κατά τον ενδιαφέροντα εδώ χρόνο Π.Δ. 229/1994 (Γενικός Κανονισµός Προσωπικού ΚΤΕΛ), κατά τις οποίες "1. Το τακτικό και έκτακτο προσωπικό διοίκησης, διαχείρισης και κίνησης των ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους α) ... δ) εξαιτίας σωµατικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσµα τη µόνιµη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντά του και διαπιστώνεται από την αρµόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερα από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, επί αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, µε αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω λύσης της σύµβασης εργασίας του µε αυτήν, εξαιτίας συνταξιοδότησής του, δέχθηκε µε την προσβαλλομένη 341/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων - ενάγων Κ. Β. είχε προσληφθεί από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ανώνυµη ήδη εταιρεία µε την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν. Ηλείας" το 1967 µε σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως γραφέας στα γραφεία της στον Πύργο Ηλείας, τις υπηρεσίες του δε από το έτος 1984 προσέφερε σ' αυτήν ως λογιστής. Λόγω ασθενείας του απείχε από την υπηρεσία του από 22-6-1992 και εξής και δεν αποχώρησε απ' αυτή. Ότι στο διάστημα της απουσίας του ενάγοντος από την εργασία του, λόγω της ασθενείας του, η εναγομένη δεν κατήγγειλε την σύμβασή του, η οποία έτσι ήταν ενεργός μέχρι την συνταξιοδότησή του. Τελικά στις 19-10-1999 ο Κ. Β., συμπληρώσας το 60ο έτος της ηλικίας του, συνταξιοδοτήθηκε, λόγω αναπηρίας και αποχώρησε οριστικά από την υπηρεσία του. Ότι κατά τον τελευταίο, πριν από την συνταξιοδότησή του, μήνα οι αποδοχές του ενάγοντος, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ήταν 392.000 δραχμές, ενώ η συνολική προϋπηρεσία του στη εναγομένη ήταν 28 έτη και ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η αποζημίωση που δικαιούται ο επικουρικά ασφαλισμένος ενάγων λόγω της συνταξιοδότησής του ανέρχεται στο 40% της προβλεπομένης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης, δηλ. σε 4.390.400, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και με την πρόσθετη παραδοχή ότι το ποσό αυτό ήδη είχε καταβληθεί στον ενάγοντα δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή για την καταβολή πλήρους αποζημίωσης και στη συνέχεια την απέρριψε. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-6-2010, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 341/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ. Μεταξύ των παραδοχών 1) της μη κατάρτισης του επίδικου συμβιβασμού και 2) της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης εξοφλήσεως, δεν υπάρχει αντίφαση. Οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης δικαιούνται την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως εξειδικεύθηκε αυτή με το άρθ. 30 ν. 2556/1997 και ειδικότερα οι επικουρικά ασφαλισμένοι σε ποσοστό 40%.
| null | null | 0
|
Αριθμός 678/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Σ. Σ. του Π., κατοίκου .... Η 1η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη. Οι 2ος και 3ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κατσίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2221/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7249/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του με στοιχ. V λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ειδικότερα δε αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, εάν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου. (Β) Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδάφ. α' του ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας αποτελεί και η εκ μέρους του ανάθεση στον μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης απ' αυτή που ήδη κατείχε, χωρίς να δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες. Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα (α) ν' αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, (β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ, 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος ν' αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση, το ύψος (ποσό) της οποίας καθορίζει το δικαστήριο ύστερ' από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, δηλ. των συνδεομένων με την προσβολή αυτή και τους διαδίκους συνθηκών και ιδιοτήτων, οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με το είδος της προσβολής που αποτελεί την βάση της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο αξιώσεις από μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του που προκάλεσε σ' αυτόν και ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, με την προσβαλλομένη 7249/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του ΤΕΙ Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Πανεπιστημίου Πειραιώς (στα πλαίσια του Προγράμματος Επιμόρφωσης Στελεχών Πτυχιούχων μηχανικών Τεχνολογικής Εκπαίδευσης Κατηγορίας Τ3 Επιχειρήσεων) στην Διοικητική των Επιχειρήσεων, στην Διοίκηση Έργων, στην Διοίκηση Ολικής Ποιότητας, στην Ηλεκτρική Οικονομία και στην Οικονομική Ανάλυση, προσλήφθηκε από την 1η εναγομένη (ΔΕΗ ΑΕ) την 12-7-1974 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της στην κατηγορία Τ3-Τεχνολόγων, ότι το έτος 1983 ανατέθηκαν σ' αυτόν καθήκοντα Υπευθύνου Δραστηριοτήτων των συνεργείων συντήρησης δικτύων και παροχών του Υποτομέα Εκμετάλλευσης της περιοχής Περιστερίου της 1ης εναγομένης, τα οποία άσκησε μέχρι το έτος 1987, όταν του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Κλιμακίου Ειδικών Δραστηριοτήτων στην ίδια ως άνω περιοχή (Περιστερίου), ενώ παράλληλα ασκούσε και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του Γραφείου Λειτουργίας Δικτύου και του Σχεδιαστηρίου του Τομέα Μελετών της ίδιας περιοχής, ότι από 1-11-1995 του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου του Τεχνικού Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω, θέση που κατείχε μέχρι την 16-6-2004, όταν του επιδόθηκε το 54947/15-6-2004 έγγραφο της 1ης εναγομένης, υπογραφόμενο από τον 3ο εναγόμενο, με την ιδιότητά του ως Διευθυντή της Περιφέρειας Αττικής, με το οποίο του γνωστοποιείτο η μετάθεσή του από το Πρακτορείο Αιγάλεω στον Τομέα Εκμετάλλευσης της περιοχής Περιστερίου ως Προϊσταμένου τμήματος του ως άνω Τομέα, ότι η μετάθεση αυτή του ενάγοντος έγινε στα πλαίσια αναδιάρθρωσης της 1ης εναγομένης μετά την μετατροπή της από μονοπωλιακή Δημόσια Επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρεία, οπότε καταργήθηκε ο Τεχνικός Τομέας του Πρακτορείου Αιγάλεω, στον οποίο ο ενάγων υπηρετούσε ως Προϊστάμενος, ότι συγκεκριμένα (1) με το ν. 2773/1999, εκδοθέντα σε εφαρμογή της 96/92 Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταργήθηκε το μονοπωλιακό καθεστώς της ΔΕΗ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η επιχείρηση αναγκάσθηκε να λειτουργήσει με νέα κριτήρια στην αγορά του ελεύθερου ανταγωνισμού και ειδικότερα με το ΠΔ 333/2000, εκδοθέν σε εκτέλεση του ως άνω νόμου, η ΔΕΗ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, εγκρίθηκε το καταστατικό της και καθορίσθηκαν τα νέα όργανα αυτής, δηλ. το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διευθύνων Σύμβουλος και το Συμβούλιο Διεύθυνσης (2) στην συνέχεια η ΔΕΗ με αποφάσεις του ΔΣ αυτής των ετών 2000 - 2001 υιοθέτησε νέα οργανωτική δομή και έτσι διαμορφώθηκαν 6 Γενικές Διευθύνσεις και 53 Βασικά οργανωτικά Κλιμάκια (ΒΟΚ), ενώ με διαδοχικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της επαναπροσδιορίσθηκε πλήρως η δομή της Επιχείρησης και επανακαθορίσθηκαν τα πλαίσια αρμοδιοτήτων και ευθυνών του συνόλου των νέων Υπηρεσιακών Μονάδων που δημιουργήθηκαν, σε αντικατάσταση των προηγουμένων σε όλο το εύρος της Επιχείρησης και σε όλα τα ιεραρχικά επίπεδα, ενώ παράλληλα και διαδοχικά, ανά ιεραρχικό επίπεδο, αξιολογούνταν και επιλέγονταν οι προϊστάμενοι των σχετικών Μονάδων (3) ανατέθηκε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εταιρείας να εκπονήσει και να εισηγηθεί τον αναθεωρημένο Κανονισμό Αναδιάρθρωσης Υπηρεσιών (ΚΔΥ), που αναφέρεται στο πλαίσιο ευθυνών και αρμοδιοτήτων των Μονάδων στάθμης ΒΟΚ, ενώ συγχρόνως χορηγήθηκε σ' αυτόν η εξουσιοδότηση, κατά την μεταβατική περίοδο υλοποίησης του νέου οργανογράμματος της Επιχείρησης και μέχρι την ολοκλήρωση της περαιτέρω διάρθρωσης αυτής σε Υπηρεσιακές Μονάδες κατωτέρου ιεραρχικού επιπέδου, να εκδίδει όλες τις αναγκαίες αποφάσεις και εγκρίνει την προκήρυξη όλων των θέσεων των επικεφαλής των ΒΟΚ (4) έτσι ο Διευθύνων Σύμβουλος με την 196/2001 απόφασή του καθόρισε την περαιτέρω διάρθρωση των ΒΟΚ (Μονάδες 1ου ιεραρχικού επιπέδου) σε υπηρεσιακές μονάδων τριών κατωτέρων ιεραρχικά επιπέδων και ειδικότερα σε κλάδο ΒΟΚ (2ο ιεραρχικά επίπεδο διοικητικής στάθμης), σε Τομέα ΒΟΚ (3ο επίπεδο) και Υποτομέα ΒΟΚ (4ο επίπεδο ιεραρχικής στάθμης), αποφάσισε περαιτέρω ότι η ίδρυση κλάδων ΒΟΚ ή η σύσταση θέσεων Βοηθών Διευθυντών, που εντάσσονται επίσης στο 2ο ιεραρχικό επίπεδο, όπως και η ίδρυση Τομέων (3ο ιεραρχικό επίπεδο), γίνονται με αποφάσεις του ίδιου, ενώ η ίδρυση Υποτομέων (4ο ιεραρχικό επίπεδο) γίνεται με αποφάσεις των οικείων Γενικών Διευθυντών, και ότι οι Διευθυντές ΒΟΚ (επικεφαλής 1ου ιεραρχικού επιπέδου), πέραν από τα τέσσερα ως άνω επίσημα διαβαθμισμένα ιεραρχικά επίπεδα διοικητικής στάθμης, μπορούν, όπου το κρίνουν απαραίτητο για την εύρυθμη λειτουργία των μονάδων τους, να δημιουργήσουν "Οργανωτικές Οντότητες" στάθμης κατώτερης του υποτομέα ΒΟΚ, που ν' αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες αρμοδιότητες των Υποτομέων, αλλά και να καταργούν, πάλι με δική τους απόφαση, τις ως άνω οντότητες και ν' ανακαλούν τους επικεφαλής τους, με βάση δε τα παραπάνω και σκοπό την υλοποίηση της προαναφερθείσης απόφασης (196/2001) του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εταιρείας οι Γενικοί Διευθυντές εξέδωσαν τις αντίστοιχες αποφάσεις τους για την ίδρυση των νέων Υποτομέων των ΒΟΚ, δηλ. των μονάδων του 4ου και τελευταίου από τα επίσημα διαβαθμισμένα ιεραρχικά επίπεδα, προσδιορίζοντας τις αρμοδιότητές τους και επιλέγοντας τους επικεφαλής τους (5) στα πλαίσια αυτά εκδόθηκε η ΔΟ/142/2-4-2003 απόφαση του δευτέρου των εναγομένων, Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής, με την οποία ιδρύθηκαν 475 νέοι Υποτομείς των ΒΟΚ της Γενικής Διεύθυνσης Διανομής, ανήκοντες στο 4ο ιεραρχικό επίπεδο, ειδικότερα δε όσον αφορά το ΒΟΚ της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής, στην οποία υπάγεται ο ενάγων, συστήθηκαν με διαδοχικές αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου δύο θέσεις Βοηθών Διευθυντών (2ο επίπεδο), ιδρύθηκαν 4 Τομείς στην έδρα του ΒΟΚ (3ο επίπεδο) και 7 Τομείς (επίσης 3ο επίπεδο), κατανεμημένοι γεωγραφικά στην περιφέρεια της ως άνω Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής, που φέρουν τον τίτλο "Περιοχή" (Αθήνας, Πειραιά, Καλλιθέας, Φιλοθέης - Κηφισιάς, Περιστερίου, Μεσογείων, Ελευσίνας), ενώ με την ΔΟ/141/2-4-2003 απόφαση ιδρύθηκαν οι 75 νέοι Υποτομείς του ΒΟΚ της παραπάνω Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (4ο επίπεδο) και δη 19 Υποτομείς της Έδρας της Περιφέρειας και 56 Υποτομείς στους Τομείς - Περιοχές, από τους οποίους οι 33 στις έδρες των Περιοχών, στεγαζόμενοι και λειτουργούντες στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα με αυτές, φέροντες δε τον τίτλο "Τομείς Περιοχών", ενώ είναι 4ου ιεραρχικού επιπέδου, δηλ. επιπέδου Υποτομέα ΒΟΚ, σε αντιδιαστολή με τις μονάδες 3ου ιεραρχικού επιπέδου που ονομάζονται "Τομείς ΒΟΚ", οι υπόλοιποι δε 23 Υποτομείς των Περιοχών ιδρύθηκαν σε διαφορετικές θέσεις από τις Έδρες των Περιοχών, ώστε να καλύπτουν πιο άμεσα τον γεωγραφικό χώρο ευθύνης τους και φέρουν τον τίτλο "Πρακτορείο" (6) ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του εξέδωσε την ΔΟ/142/2-4-2003 απόφαση, με την οποία ο Διευθυντής της Οργάνωσης Περιφέρειας Αττικής εξουσιοδοτήθηκε να επανακαθορίσει τις ειδικότερες αρμοδιότητες των Πρακτορείων για την εξυπηρέτηση των πελατών του χώρου ευθύνης τους, με ενημέρωση του Γενικού Διευθυντή Διανομής, και στην συνέχεια με την 51143/13-2-2004 απόφαση του τρίτου των εναγομένων, Διευθυντή της Περιφέρειας Αττικής, ορίσθηκε ότι οι Περιοχές διοικητικής στάθμης Τομέα ΒΟΚ (3ου ιεραρχικού επιπέδου) διαρθρώνονται περαιτέρω κατά ενιαίο τρόπο (πλην της Περιοχής Ελευσίνας) σε Μονάδες διοικητικής στάθμης Υποτομέα ΒΟΚ με τις ονομασίες (α) Τομέας Μελετών (β) Τομέας κατασκευών (γ) Τομέας Εκμετάλλευσης (δ) Τομέας Εμπορίας (ε) Τομέας Υποστήριξης και τέλος Πρακτορεία, που αποτελούν μονάδες στάθμης Υποτομέα ΒΟΚ, στις οποίες ανήκει και το "Πρακτορείο Αιγάλεω", που είναι υπηρεσιακή μονάδα του τελευταίου (4ου) επίσημα διαβαθμισμένου ιεραρχικά επιπέδου, δηλ. μονάδα επιπέδου "Υποτομέα ΒΟΚ", και ιδρύθηκε με την με την ως άνω απόφαση του γενικού Διευθυντή Διανομής (ΔΟ/142/2-4-2003) για την κάλυψη των αναγκών των πελατών της εταιρείας (1ης εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ) στον ίδιο ακριβώς γεωγραφικό χώρο που πριν από την αναδιάρθρωση κάλυπτε η προϋπάρχουσα και με την ίδια ονομασία υπηρεσιακή Μονάδα, στην οποία ο ενάγων με βάση το παλαιό Οργανωτικό Σχήμα της Επιχείρησης ήταν Προϊστάμενος του Τεχνικού Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω (7) δεδομένου ότι με τη νέα οργανωτική δομή της ΔΕΗ, που είχε και τον απώτερο στόχο τα Πρακτορεία να έχουν καθαρά εμπορολογιστικό χαρακτήρα (ενώ με την παλαιότερη δομή αυτά είχαν εμπορικές και τεχνικές δραστηριότητες), άρχισαν να συγκεντρώνονται σταδιακά (ανάλογα με τις κτιριακές δυνατότητες) οι τεχνικές δραστηριότητες των Πρακτορείων στους Τεχνικούς Τομείς των Περιοχών, με ταυτόχρονη κατάργηση των αντιστοίχων Τομέων των Πρακτορείων, αποφασίσθηκε η κατάργηση του τεχνικού Τομέα και στο Πρακτορείο Αιγάλεω, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον αντικείμενο απασχόλησης για τον ενάγοντα, η κατάργηση δε αυτή άρχισε να υλοποιείται με την σταδιακή μετάθεση των υπαλλήλων του σχετικού Τομέα, ώστε, ενώ ο ενάγων πριν από την διαδικασία αναδιάρθρωσης προΐστατο 25 υπαλλήλων του Τεχνικού Τομέα του ως άνω Πρακτορείου, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την μετάθεσή του προΐστατο μόλις 4 υπαλλήλων, ότι, έτσι, με την προαναφερθείσα ΔΠΑ/54947/15-6-2004 απόφαση ο ενάγων μετατέθηκε από τον καταργηθέντα Τεχνικό Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω στον Τομέα Περιοχής Περιστερίου, δηλ. σε Υποτομέα 4ου ιεραρχικού επιπέδου, και στον Τομέα Εκμετάλλευσης αυτού, που σύμφωνα με την οργανωτική διάρθρωση της 1ης εναγομένης αποτελεί μονάδα στάθμης κατώτερης του υποτομέα, στην οποία το "Τμήμα" του Τομέα Εκμετάλλευσης αποτελεί ακόμη υποδεέστερη ιεραρχικά βαθμίδα ως μερικότερη Οργανωτική Οντότητα και συνεπώς τα ανατεθέντα στον ενάγοντα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος αντιστοιχούν στην πραγματικότητα σε καθήκοντα Υπευθύνου Δραστηριοτήτων, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα (α) η μετάθεση του ενάγοντος από το Πρακτορείο Αιγάλεω στον Τομέα Εκμετάλλευσης της Περιοχής Περιστερίου αποτελεί επιχειρηματική απόφαση των αρμοδίων οργάνων της 1ης των εναγομένων (2ου και 3ου αυτών), η οποία ήταν απόλυτα επιβεβλημένη για την αναδιοργάνωσή της και απέβλεπε αποκλειστικά στην προσφορότερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, επιβαλλομένη από οικονομοτεχνικούς λόγους αναγομένους στην άσκηση του νόμιμου διευθυντικού δικαιώματος αυτής ως εργοδότριας και δεν είναι καταχρηστική, ενόψει των προαναφερομένων ειδικών συνθηκών, υπό τις οποίες ελήφθη και του γεγονότος ότι καταργήθηκε ο Τεχνικός Τομέας του Πρακτορείου Αιγάλεω, Προϊστάμενος του οποίου ήταν ο ενάγων, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον αντικείμενο απασχόλησης αυτού (β) αντίθετα, είναι καταχρηστική, χωρίς να δικαιολογείται από οποιαδήποτε συμπεριφορά του ενάγοντος, ούτε να προβλέπεται από την ατομική σύμβαση εργασίας του, η ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων Προϊσταμένου Τμήματος του ως άνω Τομέα Εκμετάλλευσης της Περιοχής Περιστερίου, τα οποία, κατά τα προαναφερθέντα, βρίσκονταν από άποψη ιεραρχικής βαθμίδας σε στάθμη κατώτερη του Υποτομεάρχη ΒΟΚ, δηλ. κατώτερη του 4ου ιεραρχικού επιπέδου και συνεπώς υποδεέστερη εκείνης, στην οποία ανήκε ο ενάγων όταν υπηρετούσε ως Προϊστάμενος Τομέα σε θέση Τομεάρχη, που ανήκε στο 4ο ιεραρχικά επίπεδο, καθόσον η θέση του Τομεάρχη κατά το παλαιό οργανωτικό σχήμα της 1ης εναγομένης, με το νέο οργανωτικό σχήμα ήταν ισότιμη με αυτήν του Υποτομεάρχη ΒΟΚ, με αποτέλεσμα η θέση του Προϊσταμένου Τμήματος, στην οποία τοποθετήθηκε ο ενάγων, να βρίσκεται όχι μία αλλά δύο βαθμίδες κάτω από το 4ο ιεραρχικό επίπεδο, ενώ εξάλλου και από την άποψη του περιεχομένου τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος που ανατέθηκαν στον ενάγοντα και στα οποία περιλαμβάνονταν (1) Προγραμματισμός - Παρακολούθηση -Έλεγχος των ημερησίων προγραμμάτων και απολογισμός των εκτελεσθεισών εργασιών (2) Αποκατάσταση βλαβών και άρση ανωμαλιών στο δίκτυο Μ. & Χ.Τ. (3) Εκτέλεση εντολών χειρισμών σε στοιχεία εγκαταστάσεων Μ. & Χ.Τ. (4) Εκτέλεση αποκοπών - επαναφορών σε πελάτες Μ.Τ. (5) Μέριμνα για την διαχείριση των υλικών του τμήματος (6) Συλλογή - αξιολόγηση πρωτογενών στοιχείων Επιχειρησιακού Προγραμματισμού - Ο.Π. και τήρηση στατιστικών στοιχείων, ήταν υποδεέστερα των καθηκόντων που ασκούσε ως Προϊστάμενος του Τεχνικού Τομέα, τα οποία ήταν επιτελικής θέσης που απαιτούσε ιδιαίτερες συντονιστικές ικανότητες, καθόσον σ' αυτά περιλαμβάνονταν και τα καθήκοντα του Προϊσταμένου του κλιμακίου Ειδικών Δραστηριοτήτων της Περιοχής, θέσης υψηλής ευθύνης και ανάγκης άσκησης διοικητικών πράξεων στο σχετικό επίπεδο αρμοδιότητάς του, καθώς και εκείνα του υπευθύνου του γραφείου λειτουργίας δικτύου της περιοχής του και του υπευθύνου του Σχεδιαστηρίου του τομέα Μελετών της ίδιας περιοχής, θέσεων επίσης υψηλής διοικητικής ευθύνης, είχε δε και τον έλεγχο του Τεχνικού τομέα της μονάδας του και τον έλεγχο της τήρησης της υγιεινής και ασφάλειας με εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για κάθε ζήτημα της αρμοδιότητάς του και επιπλέον ασκούσε και καθήκοντα διοίκησης προσωπικού, όντας ως Τομεάρχης αρμόδιος για την υπογραφή των δελτίων απασχόλησης των μισθωτών του τομέα του, ότι κατά συνέπεια η ως άνω μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (με την ανάθεση σ' αυτόν καθηκόντων υποδεεστέρων από άποψη ιεραρχικής βαθμίδας αλλά και περιεχομένου από εκείνα που ασκούσε ως Τομεάρχης Τεχνικού Τομέα) υπήρξε βλαπτική γι' αυτόν, ειδικότερα δε αποτέλεσε υποβάθμιση από την οποία προκλήθηκε προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς την επαγγελματική υπόληψη και αξία του, ενόψει των ως άνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του, των γνώσεων, της εμπειρίας, της εντιμότητας και της εργατικότητάς του και της απόλυτα επιτυχούς άσκησης των καθηκόντων του Προϊσταμένου του Τεχνικού Τομέα του Πρακτορείου Αιγάλεω, που έτυχε της έμπρακτης αναγνώρισης από τους συναδέλφους και κυρίως από τους Προϊσταμένους του που τον χαρακτήρισαν "ως μισθωτό με εξαιρετική κρίση και αντίληψη, διαθέτοντα αξιόλογη υπηρεσιακή κατάρτιση, που αποδίδει άριστα αποτελέσματα και στην άσκηση διοίκησης" και του ανέθεταν παράλληλα με την άσκηση των καθηκόντων του Προϊσταμένου και άλλα καθήκοντα, όπως εκείνα του Τεχνικού ασφαλείας στην Περιοχή Περιστερίου, του Προέδρου Επιτροπής Κεντρικών Προμηθειών της ίδιας Περιοχής και του Εισηγητή για την κρίση μισθωτών κατηγορίας Τ3, ότι από την μεταβολή αυτήν προκλήθηκε στον ενάγοντα και υλική ζημία από την μείωση των τακτικών αποδοχών του λόγω απώλειας του ύψους 135€ ειδικού επιδόματος Οργανικού Στελέχους για το τέταρτο επίπεδο ιεραρχικής στάθμης που χορηγείται στους Υποτομεάρχες ΒΟΚ, ότι σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα ο ενάγων δικαιούται (α) να ζητήσει την άρση της ως άνω βλαπτικής μεταβολής και (β) εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της προκληθείσης από την μεταβολή αυτή προσβολής της προσωπικότητάς του, ανερχομένη, μετά την στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων σύμφωνα με τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, στο ποσό των 2.000 €, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων εναγομένων και την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση της δίκης ζήτημα της συνδρομής στη προκειμένη περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος (1) δεχθέν ότι η μετάθεση αυτού από το Πρακτορείο Αιγάλεω μετά την κατάργηση (και λόγω αυτής) του Τεχνικού Τομέα του, του οποίου ο ενάγων ήταν Προϊστάμενος, ήταν επιβεβλημένη για την αναδιοργάνωση της 1ης αναιρεσείουσας εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, αποβλέπουσα αποκλειστικά στην προσφορότερη προστασία των συμφερόντων της και επομένως δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός της, ενώ, αντίθετα, ήταν καταχρηστική η ανάθεση στον ενάγοντα ως Προϊστάμενο Τμήματος του Τομέα Εκμετάλλευσης της Περιοχής Περιστερίου, όπου μετατέθηκε, καθηκόντων υποδεεστέρων (τόσο από την άποψη της ιεραρχικής βαθμίδας, όσο και από την άποψη του περιεχομένου τους), κατά την σχετική κρίση του Εφετείου, εκείνων που ασκούσε προηγουμένως, ουδόλως διέλαβε, ως προς το σημείο τούτο, αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον οι ως άνω παραδοχές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε αλληλοαποκλείονται λογικά, διότι αναφέρονται σε διαφορετικές, διαδοχικές ενέργειες άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ και επομένως είναι απορριπτέος ο με στοιχ. Ι λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (2) καθόσον, όμως, μέρος δέχθηκε ότι τα νέα καθήκοντα του ενάγοντος ήσαν υποδεέστερα των προηγουμένως (πριν από την μετάθεσή του) ασκουμένων απ' αυτόν, διέλαβε σχετικά ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν προέβη σε ουσιαστική και πλήρη εξειδίκευση του περιεχομένου όλων αυτών και δη των νέων, πέραν της αναφοράς της ονομασίας τους, ώστε μετά από την μεταξύ τους σύγκριση να δύναται να συναχθεί ασφαλής κρίση για το ζήτημα αυτό (εφόσον μάλιστα δεν δέχθηκε και ότι στον Τομέα Εκμετάλλευσης Περιοχής Περιστερίου υπήρχε οργανική θέση αντίστοιχης με την προηγουμένη βαθμίδας και σημασίας, στην οποία αδικαιολόγητα δεν τοποθετήθηκε ο ενάγων). Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι με στοιχ. ΙΙ και ΙΙΙ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος διάδικος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος των αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 ν. 1468/1950 και 36 § 1 του κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντος β.δ. από 28-1-1951 (που δεν καταργήθηκε με το ΠΔ 360/1990 και τους ν. 1914/1990 και 1947/1991), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7249/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθ. 7 ν. 2112/1920, 57, 59, 281, 288, 648, 652, 656, 914, 932 ΑΚ. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Υπάρχει και σε περίπτωση ανάθεσης στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεεστέρων των προηγουμένων, χωρίς τούτο να: Δικαιολογείται από υπηρεσιακές ανάγκες. Ο μισθωτός δικαιούται. διαζευκτικά, ν’ αποδεχθεί την μεταβολή να θεωρήσει την μεταβολή αυτή καταγγελία της σύμβασης και ν’ απαιτήσει την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης ή να εμμείνει στην τήρηση των αρχικών συμβατικών όρων παραμένοντας στην θέση του κ.λπ. Δικαίωμα για καταβολή και χρηματικής ικανοποίησης. Ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ανάθεση υποδεεστέρων καθηκόντων (αναιρεί την 7249/2008 απόφαση Εφετείου Αθηνών).
| null | null | 0
|
Αριθμός 681/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Α., κατοίκου ... και 2) Δ. Β. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2202/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5585/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι υπόλοιποι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 "μισθωτοί, συνδεόμενοι διά σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν του άρθρου 6 του ν. 2112/1920 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε, οριζόμενης αποζημιώσεως, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Για την εφαρμογή, επομένως, της διατάξεως αυτής, απαιτούνται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισµό προβλεπόμενου ορίου ηλικίας, για συνταξιοδότηση και, σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου, του 65ου έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία, µε τη συγκατάθεση του εργοδότη. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο μισθωτός δικαιούται το ήµισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύµβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισµό ή τον οργανισµό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία, µε τη συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας. Αν, όµως, µε τον κανονισµό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύµβασης, τότε ενυπάρχει σ' αυτόν διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύµβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, µε την οποία αντικαταστάθηκε το β' εδ. του άρθρου 8 ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί µε την παρ. 4 του άρθρου 8 ν.δ. 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόµενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συµπληρώσαντες ή συµπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας των ή να αποµακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαµβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι µεν επικουρικώς ησφαλισµένοι το 40%, οι δε µη ησφαλισµένοι επικουρικώς το 50% της υπό του ν. 2112/1920 οριζοµένης αποζημιώσεως, για την περίπτωση της απροειδοποιήτου καταγγελίας", κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συµβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατοµικές συµβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος". Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, ως "ευνοϊκότεροι όροι" νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της, είτε στο ίδιο το δικαίωµα καταγγελίας. Από τις διατάξεις αυτές, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατοµική σύµβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συµφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρµόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο. Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α του ν. 3198/1955 και εκείνης, που καταβλήθηκε, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, µε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη µε συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου το έτος 1970 ο πρώτος αυτών και το έτος 1975 ο δεύτερος, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του Λογιστικού της Κλάδου µε το βαθµό του δοκίµου και έκτοτε εξελίχθηκαν υπηρεσιακά µέχρι του βαθµού του Τμηματάρχη Α' ο πρώτος και του Υποδιευθυντή Β' ο δεύτερος. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, κατά τη συνεδρίασή του της 2-9-2004, ενέκρινε παροχή κινήτρων εθελούσιας αποχώρησης σε όσους από το προσωπικό θα είχαν δικαίωµα άµεσης λήψης σύνταξης µέχρι 31-12-2004, εξαιρουμένων όσων θα αποχωρούσαν υποχρεωτικά κατά την 31-12-2004, λόγω κατάληψής τους από το όριο ηλικίας, σύµφωνα µε τα προβλεπόμενα από το άρθρο 33 του Κανονισµού Εργασίας της, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα παραιτούνταν από την Τράπεζα και η παραίτησή τους θα γινόταν αποδεκτή από την τελευταία. Οι, κατά τα ανωτέρω, μέλλοντες να αποχωρήσουν υπάλληλοι της εναγομένης θα επέλεγαν διαζευκτικά µία από τις παρακάτω παροχές 1) Προαγωγή στον επόµενο βαθµό του Κλάδου στον οποίο ανήκουν, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτοί (οι μετέχοντες) έχουν συμπληρώσει την 1-7-2004 τον απαιτούμενο προς προαγωγή, κατά τον ισχύοντα Κανονισµό Εργασίας, χρόνο στον κατεχόμενο βαθµό. Η εν λόγω προαγωγή θα χορηγείτο µε χρόνο ισχύος (valeur) την 1-7-2004, εκτός και επιπλέον των προβλεπόμενων από τον Κανονισµό Εργασίας οργανικών θέσεων. Της ανωτέρω παροχής (προαγωγής) εξαιρούντο οι κατέχοντες βαθµό Υποδιευθυντή Α' του Κλάδου Κύριου Προσωπικού και Αρχιμηχανικού της κατηγορίας Μηχανικών του Κλάδου Τεχνικού Προσωπικού. 2) Αποζημίωση, κατά περίπτωση, ως ακολούθως α) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα µέχρι 31-12-2005, το 20% της δικαιούμενης, κατά τον Κανονισµό του Ταµείου Αυτασφαλείας εφάπαξ παροχής µε ελάχιστο ποσό 30.000 ευρώ, β) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα µέχρι 31-12-2007, το 80% της δικαιούμενης, κατά τον Κανονισµό του Ταµείου Αυτασφαλείας εφάπαξ παροχής µε ελάχιστο ποσό 40.000 ευρώ, γ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα µέχρι 31-12-2009, το 100% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισµό του Ταµείου Αυτασφαλείας εφάπαξ παροχής, µε ελάχιστο ποσό 50.000 ευρώ, δ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα από 31-12-2012, το 100% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισµό του Ταµείου Αυτασφαλείας εφάπαξ παροχής µε ελάχιστο ποσό 60.000 ευρώ, ε) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα από 31-12-2013 και µετά, το 100% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισµό του Ταµείου Αυτασφαλείας εφάπαξ παροχής µε ελάχιστο ποσό 70.000 ευρώ. Αντίστοιχη µε την ως άνω αποζημίωση θα ελάμβαναν και όσοι υπάλληλοι θα συμπλήρωναν 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, έχοντας, όµως, ήδη υπερβεί το 58ο έτος της ηλικίας τους. Επίσης, όσοι από τους υπαλλήλους υπάγονταν στις ρυθµίσεις αυτές, δεν ήταν όµως ασφαλισμένοι στο Ταµείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Ε.Τ.Ε. ή δεν είχαν δικαίωµα να λάβουν εφάπαξ παροχή, ελλείψει επαρκούς χρόνου ασφάλισης σ' αυτό, θα λάµβαναν ως αποζημίωση το προβλεπόμενο ως ελάχιστο ποσό της κατηγορίας στην οποία αντίστοιχα υπάγονταν..... Περαιτέρω, ρητά αναφερόταν (Κεφ. Α' παρ. 3), ότι η παροχή που θα λάβουν οι αποχωρούντες υπάλληλοι, σύµφωνα µε τους όρους της αυτής υπηρεσιακής εγκυκλίου, συνιστούσε αποζημίωση για τη λύση της σχέσης εργασίας τους, µε συνέπεια οι αποχωρούντες, κατ' εφαρμογή της εγκυκλίου αυτής, "δεν θα δικαιούνταν καμίας άλλης, εκτός της μίας και µόνον εκ των προβλεπόμενων στον όρο 1 της ίδιας ως άνω εγκυκλίου, ενδεικτικά δε τονιζόταν ότι δεν θα δικαιούνταν, ούτε την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ούτε την αποζημίωση που προβλέπει η από 14-12-1988 απόφαση της Διοικήσεως, όπως ισχύει και εφαρµόζεται". Στις 21 και 28-9-2004, αντίστοιχα, ενώ οι ενάγοντες διάνυαν το 60ο έτος ο πρώτος και το 55ο έτος της ηλικίας τους ο δεύτερος και, έχοντας συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην εναγομένη, ο καθένας τους, υπέβαλαν δηλώσεις περί υπαγωγής τους στην παραπάνω ρύθµιση ( περί εθελούσιας εξόδου από την υπηρεσία της εναγομένης) και ταυτόχρονα παραίτησής τους από την υπηρεσία της εναγομένης, επιλέγοντας συγχρόνως, ο µεν πρώτος αυτών το προβλεπόμενο από την ανωτέρω απόφαση χρηµατικό ποσό αποζημίωσης, ο δε δεύτερος αυτών την επίσης προβλεπόμενη από την ανωτέρω απόφαση προαγωγή του στον επόµενο βαθµό του Υποδιευθυντή Α'. Η εναγομένη κατά την αποχώρησή τους αφενός κατέβαλε στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ αφετέρου προήγαγε το δεύτερο στο βαθµό του Υποδιευθυντή Α'. Κατά τον τρόπο αυτό πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης των συµβάσεων εργασίας των εναγόντων, που μετέπεσαν εξαρχής σε αόριστου χρόνου συµβάσεις εργασίας, οι οποίες λύθηκαν την 1-11-2004. Οι ως άνω παροχές που επέλεξαν οι ενάγοντες δεν έχουν χαρακτήρα αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύµβασης εργασίας και δεν συνεπάγονται τον αποκλεισµό της καταβολής της κατ' άρθρο 8 εδ. α' ν. 3198/1955 προβλεπόμενης αποζημίωσης. Εποµένως, οι πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισµοί της εναγομένης, τους οποίους αυτή επαναφέρει δια των λόγων της εφέσεώς της και συγκεκριμένα, ότι οι όροι εξόδου των εναγόντων, που περιέχονται στην ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ. αυτής, ήταν ευνοϊκότεροι και κατισχύουν των διατάξεων που επικαλούνται οι ενάγοντες για την καταβολή σ' αυτούς της ως άνω αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, κρίνονται αβάσιµοι και, ως εκ τούτου, κατ' ουσίαν αβάσιµοι και απορριπτέοι κρίνονται οι σχετικοί λόγοι της έφεσής της. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι αποχώρησαν, πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, χωρίς να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ. α' ν. 3198/1955 αποζημίωση, η οποία υπολογιζόμενη στο 50% της αποζημίωσης της απροειδοποίητης καταγγελίας εκ µέρους του εργοδότη χωρίς τον περιορισµό που προβλέπεται στα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 ν. 618/1970, όπως αυτά ισχύουν και τροποποιήθηκαν µε το άρθρο 33 ν. 1876/1990, ανέρχεται: α) για τον πρώτο των εναγόντων, ο οποίος αποχώρησε έχοντας συμπληρώσει 34 χρόνια στην υπηρεσία της εναγομένης, µε τελευταίο μικτό μηνιαίο μισθό 2.575,50 ευρώ, σε 12 μηνιαίους μισθούς, προσαυξημένους κατά την αναλογία των επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού, ήτοι σε ποσό 37.342,86 ευρώ και β) για το δεύτερο των εναγόντων, ο οποίος αποχώρησε έχοντας συμπληρώσει 29 χρόνια στην υπηρεσία της εναγομένης, µε τελευταίο μικτό μηνιαίο μισθό 3.037,73 ευρώ, υπολογιζόμενου µε βάση τις αποδοχές του στο βαθµό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 και όχι µε βάση τις αποδοχές κατά την ημερομηνία εξόδου του και προσαυξανόμενου οµοίως, ως άνω, η οφειλόμενη αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 44.047,08 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2202/2006 αποφάσεως του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία είχε γίνει, εν μέρει, κατ' ουσίαν δεκτή η από 25-4-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και µε την οποία (αγωγή) ζητούσαν να τους καταβληθεί, πέραν της αποζημιώσεως που προβλέφθηκε από την ως άνω απόφαση (και η οποία τους καταβλήθηκε) και η αποζημίωση που προβλέπεται από το άρθρο 8 του Ν. 3198/1955. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, παραβίασε µε εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 και 5 παρ. 3 του ν. 435/1976, αφού οι ως άνω παροχές που επέλεξαν να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι ως ευνοϊκότερες ταυτίζονται µε την αποζημίωση κατά την έννοια του ν. 2112/1920, ως ισχύει µετά την τροποποίησή του, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα µε τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου της, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, συνεπώς, είναι βάσιµος και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, απ' αυτούς που εξέδωσαν την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, αφού αυτό είναι εφικτό και τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5585/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο,
συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως με ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο. Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955 και εκείνης, που καταβλήθηκε, ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού.
| null | null | 0
|
Αριθμός 675/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 1358/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1114/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 335/06.10.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 22.7.2010 αίτηση της Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτής της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 1358/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα), με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε (ΑΠ 447/2010, ΑΠ 2093/2009, ΑΠ 1879/2009). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 228/2010, AΠ 1034/2009). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 445/2009).
ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1358/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα), για το λόγο ότι από τις μνημονευόμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που την καταδίκασαν, σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη και παραδεκτή, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα Α. Σ. του Α., καταδικάστηκε με την 1358/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα), σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο συνάγεται από το συνημμένο 1181/22.7.2010 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η παραπάνω πράξη για την οποία καταδικάστηκε συνίσταται στο ότι: "Στην Πάτρα, στις 20.7.2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε έγγραφα πλαστά με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, των εγγράφων δε αυτών έκανε χρήση. Συγκεκριμένα, ενώ με τον εγκαλούντα ..., δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού από 6.6.1997, συνέστησε αφανή εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση φαρμακείου της, στην Κοινότητα ... και αφανή εταίρο την ίδια (κατηγορουμένη), με τη συμφωνία ο μεν εγκαλών να εισφέρει αποκλειστικά την άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου και την προσωπική του εργασία, η δε κατηγορουμένη να εισφέρει όλα τα κεφάλαια και περιουσιακά στοιχεία του φαρμακείου και να την βαρύνουν όλα τα έξοδα λειτουργίας του φαρμακείου, κάθε υποχρέωση αποζημίωσης προς τρίτους τυχόν δανειστές του φαρμακείου και κάθε άλλη ζημία αυτού, συμφωνήθηκε δε ότι θα ανήκουν σ' αυτή και τα κέρδη του φαρμακείου, παρά ταύτα η κατηγορουμένη, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντα, ο οποίος μάλιστα με το από 4.9.1998 εξώδικο, λόγω ανακυψάντων διαφορών από αρκετού χρονικού διαστήματος, κατήγγειλε τη μεταξύ τους εταιρία, εξέδωσε στις 20.7.1998, τέσσερις (4) πλαστές συναλλαγματικές και ειδικότερα: α) από 30.7.1998, λήξεως 30.7.1998 για δραχμές 2.987.013, β) από 20.7.1998, λήξεως 30.8.1998 για δραχμές 2.975.962, γ) από 20.7.1998, λήξεως 30.9.1998 για δραχμές 3.282.643 και δ) από 20.7.7.1998, λήξεως 30.10.1998 για δραχμές 2.449.453, τις οποίες φέρεται ότι εξέδωσε στην Πάτρα η ανωτέρω εταιρία, ότι απεδέχθη ο εγκαλών και ότι τριτεγγυήθηκε υπέρ αυτού η κατηγορουμένη, οι οποίες συναλλαγματικές είναι πλαστές κατά την υπογραφή του εγκαλούντος, καθόσον αυτός ουδέποτε απεδέχθη εις διαταγή της εταιρίας "Ε. Α. - Φ. ΑΕ" ή εις διαταγή άλλου τινός τις συναλλαγματικές αυτές και τις οποίες η κατηγορουμένη πλαστογράφησε θέτοντας κατ' απομίμηση και χωρίς δικαίωμα την υπογραφή του εγκαλούντα, και εν συνεχεία έκανε χρήση αυτών παραδίδοντας αυτές προς εξόφληση οφειλής της στην εταιρία "Ε. Α. - Φ. ΑΕ", με συνέπεια τούτου τη αιτήσει της τελευταίας αυτής εταιρίας να εκδοθεί εις βάρος του εγκαλούντα, η υπ' αριθμ. 649/99 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με επιταγή προς πληρωμή, προσπορίζοντας στον εαυτό της περιουσιακό όφελος επί ζημία του εγκαλούντος". Με την υπό κρίση αίτησή της, η αιτούσα προσκόμισε και επικαλείται ως "νέες αποδείξεις", υπέρ της αθωότητάς της: α) το από 6.6.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συστάθηκε η αφανής εταιρία για την εκμετάλλευση του φαρμακείου στην κοινότητα ..., β) την 507/18.5.1998 απόφαση του Διοικητή του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων, με την οποία επιβλήθηκαν στο μηνυτή Α. Α. οι κυρώσεις της καταγγελίας της συμβάσεως και της επιβολής προστίμου, λόγω παραβάσεως των διατάξεων του "Κανονισμού" και των όρων της συμβάσεως με τον ΟΓΑ, γ) την 332/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που δέχθηκε για τυπικούς καθαρά λόγους την παραγραφή της αξιώσεως των συναλλαγματικών που υπέγραψε (η καταδικασθείσα και ήδη αιτούσα), βάσει των οποίων εκδόθηκε η 649/1999 διαταγή πληρωμής και δ) τις τέσσερις (4) συναλλαγματικές για τις οποίες καταδικάστηκε, τις οποίες, όπως διατείνεται, δεν τις εξέτασε (ανέγνωσε) το δικαστήριο, το οποίο στήριξε την κρίση του στις συναλλαγματικές που αναφέρονται στην 649/1999 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Όμως, από την αιτιολογία της αποφάσεως, το σκεπτικό και το διατακτικό της οποίας αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, σαφώς προκύπτει ότι τα επικαλούμενα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποτελούν "νέες αποδείξεις" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, δεδομένου ότι αυτά δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση. Ειδικότερα: α) το από 6.6.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η κατηγορουμένη φαρμακοποιός συνέστησε με τον εγκαλούντα Α. Τ., επίσης φαρμακοποιό, αφανή εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση φαρμακείου της στην Κοινότητα ... και με αφανή εταίρο την ίδια (κατηγορουμένη), αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, ως στοιχείο της εναντίον της κατηγορίας (διαλαμβανόμενο στο κλητήριο θέσπισμα με το οποίο προσδιορίζεται η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκε) και αναφέρεται ρητά στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, β) τα στοιχεία που αναφέρονται στην 507/18.5.1998 απόφαση του διοικητή του ΟΓΑ και συγκεκριμένα οι οικονομικές ατασθαλίες που παρουσιάστηκαν στο φαρμακείο τον Αύγουστο του 1998, καθώς και η επιβολή στον εγκαλούντα κυρώσεων (καταγγελία της συμβάσεως και επιβολή προστίμου) από τον ΟΓΑ, είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου από την ίδια την τότε κατηγορουμένη και νυν αιτούσα, η οποία απολογούμενη κατέθεσε τα εξής: "Τον Αύγουστο του 1998, όμως, παρουσιάστηκαν ατασθαλίες με συνταγές του ΟΓΑ στο φαρμακείο και πήρα την απόφαση να το κλείσω, αφού η κατάσταση της υγείας του άνδρα μου δεν μου επέτρεπε να ασχοληθώ πλέον με αυτό. Όταν όμως ο ΟΓΑ επέβαλε στο μηνυτή πρόστιμο για τις ατασθαλίες που είχαν βρεθεί απαίτησε να το πληρώσω εγώ και φυσικά αρνήθηκα", γ) η επικαλούμενη 332/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η 4518/2007 ανακοπή της αιτούσας, για ακύρωση της 649/1999 διαταγής πληρωμής, του Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού, λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής της επίδικης αξιώσεως [πάροδος τριετίας], σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 70 του Ν. 5325/1932, είναι άνευ αποδεικτικής σημασίας για την ουσία της υποθέσεως και εάν ακόμη ήταν γνωστή στο δικαστήριο που την καταδίκασε, δεν θα μετέβαλε καθόλου την κρίση του για την ενοχή αυτής για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και δ) οι τέσσερις πλαστές (4) συναλλαγματικές, οι οποίες προσδιορίζονται στο διατακτικό της αποφάσεως, βάσει των οποίων εκδόθηκε η 649/2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εκτός του ότι αποτελούσαν το σώμα του εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή τον πυρήνα της εναντίον της κατηγορίας, σαφώς προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινόμενης αιτήσεως, κατά τις οποίες δεν εκτιμήθηκαν σωστά από το δικαστήριο οι καταθέσεις του εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος Α. Τ. και το περιεχόμενο του .../1997 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Γεωργίου Παπαπέτρου, επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και εντεύθεν απορριπτέες, αφού όπως εκτέθηκε η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση και επικαλούμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που έλαβε υπόψη του προηγουμένως το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 22.7.2010 αίτηση της Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 1358/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (για τα πλημμελήματα). Και Να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2010. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται στα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές γεγονότα, α) όσα είχαν τεθεί υπόψη ρητά ή εμμέσως στο δικαστήριο και απορρίφθηκαν από αυτό, ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως και β) όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του συλλογισμού του δικαστηρίου, το οποίο αφορά στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1358/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, δια της οποίας κηρύχθηκε αυτή ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, για το λόγο ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή (αίτηση) νέα και άγνωστα στους δικαστές που την καταδίκασαν έγγραφα στοιχεία, γίνεται φανερό, ότι είναι αθώα της άνω πράξεως, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, παρά τη μη εμφάνιση και παράσταση της νόμιμα κλητευθείσας αιτούσας και του διορισθέντος αντικλήτου δικηγόρου αυτής Λεωνίδα Παυλόπουλου, (βλ. από 25-11-2010 και από 18-11-2010 αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως της ..., επιμελήτριας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), μη εφαρμοζομένου επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, του άρθρου 514 του ΚΠοινΔ, δυνάμει του οποίου απορρίπτεται η αίτηση ως ανυποστήρικτη, καθόσον δεν πρόκειται περί ενδίκου μέσου. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την αμετάκλητη 1358/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, όπως από αυτή και τα πρακτικά της προκύπτει, η αιτούσα, κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, ως υπαίτια πλαστογραφίας τεσσάρων συναλλαγματικών μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με το εξής αιτιολογικό: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία της κατηγορουμένης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με το από 6-6-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό η κατηγορουμένη φαρμακοποιός συνέστησε με τον εγκαλούντα, επίσης φαρμακοποιό, αφανή εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση φαρμακείου της στην Κοινότητα ... και με αφανή εταίρο την ίδια (κατηγορουμένη). Βάσει της συμφωνίας αυτής ο μεν εγκαλών, εμφανής εταίρος, θα εισέφερε μόνο την άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου και την προσωπική του εργασία, η δε κατηγορουμένη θα εισέφερε όλα τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία του φαρμακείου και θα την βάρυναν όλα τα έξοδα λειτουργίας του καθώς και κάθε υποχρέωση αποζημιώσεως προς τρίτους τυχόν δανειστές του φαρμακείου και κάθε άλλη ζημία του, ενώ θα της ανήκαν τα κέρδη του φαρμακείου. Την 4-9-1998 και λόγω διαφορών που είχαν ανακύψει μεταξύ τους ο εγκαλών κατήγγειλε την ανωτέρω εταιρία, διαπίστωσε δε ότι η κατηγορουμένη είχε εκδώσει ήδη, κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους, τις επίσης στο διατακτικό αναφερόμενες τέσσερις συναλλαγματικές με φερόμενο ως αποδέκτη τον εγκαλούντα και τριτεγγυητή την κατηγορουμένη και βάσει των οποίων εκδόθηκε διαταγή πληρωμής εις βάρος του εγκαλούντος, ανακοπείσα όμως απ' αυτόν. Οι συναλλαγματικές αυτές ήταν πλαστές κατά την υπογραφή του εγκαλούντος καθόσον αυτός ουδέποτε απεδέχθη τις εν λόγω συναλλαγματικές, αλλά την υπογραφή του έθεσε κατ'απομίμηση και χωρίς δικαίωμα από τη σύμβαση ή εντολή η κατηγορουμένη, προς το σκοπό δε να παραπλανήσει τους δανειστές της ως προς την αποδοχή των συναλλαγματικών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, ενώ εν συνεχεία η ίδια κατηγορουμένη έκανε χρήση των πλαστών συναλλαγματικών παραδίδοντας τες προς εξόφληση οφειλής της στην εταιρία "Ε. Α.-Φ. Α.Ε.", η οποία με αίτησή της πέτυχε την έκδοση εις βάρος του εγκαλούντος της υπ' αριθμ. 649/99 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ποσού 11.695.071 δραχμών, την οποία και επέδωσε στον εγκαλούντα με εντολή προς πληρωμή, και προσπορίζοντας έτσι (η κατηγορουμένη) στον εαυτό της ισόποσο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως αυτής της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για την οποία κατηγορείται, διαπραχθείσα δε κατ' εξακολούθηση, αφού οι μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και η χρήση της κάθε μίας από τις ανωτέρω συναλλαγματικές αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος". Από το προεκτεθέν αιτιολογικό και από τα πρακτικά της υπό ακύρωση αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο προχώρησε σε καταδίκη της αιτούσας την επανάληψη της διαδικασίας, για πλαστογραφία μετά χρήσεως τεσσάρων συναλλαγματικών, κατ' εξακολούθηση, ως προς την υπογραφή του φερόμενου ως αποδέκτη αυτών εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος Α. Τ., στηριχθέν στις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και ενός μάρτυρα κατηγορίας, στα αναγνωσθέντα έγγραφα και στην απολογία της κατηγορουμένης. Ειδικότερα, η υπό ακύρωση απόφαση, δέχθηκε, ότι η κατηγορουμένη , χωρίς τη συναίνεση του πολιτικώς ενάγοντος συνεταίρου της σε αφανή εταιρεία συνεκμετάλλευσης φαρμακείου, με αφανή εταίρο την ίδια, εξέδωσε στο όνομα της εταιρείας αυτής τέσσερις συναλλαγματικές, τις οποίες τριτεγγυήθηκε η ίδια, πλην πλαστογράφησε την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος επ' αυτών, στη θέση του αποδέκτη και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών, παραδίδοντας αυτές προς εξόφληση στην εταιρεία, με την επωνυμία "Ε Α. - Φ. ΑΕ", σε διαταγή της οποίας και είχαν εκδοθεί, η δε τελευταία την 4-9-1998 εξέδωκε με βάση αυτές τις πλαστές συναλλαγματικές την 649/1999 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, προσπορίζοντας έτσι στον εαυτό της περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 11.695.071 δραχμών επί ζημία του πολιτικώς ενάγοντος. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το 1181/22-7-2010 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Η αιτούσα, ως λόγο της επιδιωκόμενης με την κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, προβάλλει, ότι ανακύπτουν τα παρακάτω νέα στοιχεία, που αποκαλύπτουν την αθωότητά της, λόγω ύπαρξης εντολής του πολιτικώς ενάγοντος για υπογραφή υπ' αυτής των συναλλαγματικών αποδοχής του : 1) Το από 6-6-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συστήθηκε η αφανής εταιρεία συνεκμετάλλευσης του φαρμακείου τους στην Κοινότητα ..., 2) Η 507/18-5-1998 Απόφαση του Διοικητή του ΟΓΑ, με την οποίαν επιβλήθηκε στον εγκαλούντα Α. Τ. πρόστιμο, για παραβάσεις του Κανονισμού και όρων συμβάσεως με τον ΟΓΑ, 3) Η 332/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία δέχθηκε την παραγραφή των από τις τέσσερις επίδικες συναλλαγματικές αξιώσεων σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανωτέρω 649/1999 διαταγή πληρωμής, 4) Οι τέσσερις επίδικες φερόμενες ως πλαστές συναλλαγματικές, τις οποίες δεν ανέγνωσε το Δικαστήριο. Σε σχέση με τα νέα αυτά έγγραφα στοιχεία, σημειώνονται τα παρακάτω:
α) Το από 6-6-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συστήθηκε η αφανής εταιρεία συνεκμετάλλευσης του φαρμακείου τους στην Κοινότητα ..., με αφανή εταίρο την αιτούσα, αποτέλεσε αντικείμενο ερεύνης στη δίκη, ως στοιχείο της εναντίον της κατηγορίας, διαλαμβανόμενο στο κλητήριο θέσπισμα και αναφερόμενο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, το οποίο στο αιτιολογικό του δέχθηκε ότι η κατηγορουμένη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς δικαίωμα από τη σύμβαση και χωρίς εντολή αυτού, β) Το υπό στοιχεία 2 έγγραφο της 507/1998 αποφάσεως του Διοικητή του ΟΓΑ, έχει συνεκτιμηθεί από το δικάσαν δικαστήριο, αφού το περιεχόμενο αυτού, για ατασθαλίες του πολιτικώς ενάγοντος στο φαρμακείο με συνταγές του ΟΓΑ και επιβολή προστίμου από τον ΟΓΑ, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την ίδια την κατηγορουμένη με την απολογία της, γ) Η επικαλούμενη 332/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή της αιτούσας για ακύρωση της 649/1999 διαταγής πληρωμής, λόγω τριετούς παραγραφής της επίδικης από τις τέσσερις συναλλαγματικές αξιώσεως, δεν επηρεάζει το ζήτημα της πλαστότητας ή μη της υπογραφής του αποδέκτη πολιτικώς ενάγοντος επί του σώματος των συναλλαγματικών αυτών, αφού δεν έκρινε το ζήτημα αυτό. δ) οι επικαλούμενες υπό στοιχεία 4, τέσσερις επίδικες συναλλαγματικές, για την πλαστογραφία των οποίων καταδικάστηκε η αιτούσα, από την υπό ακύρωση 1358/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών και τα πρακτικά αυτής, προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αναφέρονται ρητά στο αιτιολογικό και το διατακτικό και επομένως σαφώς λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, από τα άνω επικαλούμενα ως νεότερα έγγραφα στοιχεία, αποτελούντα κατά την αιτούσα νέα άγνωστα στοιχεία στους δικαστές που την καταδίκασαν, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομισθεί και συνεκτιμηθεί προηγουμένως από τους δικαστές στο δικάσαν την εν λόγω υπόθεση Δικαστήριο, δε γίνεται φανερό ότι η καταδικασθείσα αιτούσα είναι αθώα, γιατί έθεσε την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος, ενεργούσα όπως ισχυρίζεται ως διαχειρίστρια της αφανούς εταιρείας τους και κατ' εντολή αυτού και καταδικάστηκε επομένως άδικα για την άνω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας των τεσσάρων συναλλαγματικών. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το Δικαστήριο, που, όμως, δε συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7- 2010 αίτηση της Α. Σ. του Α. περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 1358/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ερήμην. Δικάζεται ωσεί παρούσα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 674/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαντιπαντάκη, περί αναιρέσεως της 146/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1377/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση να τα αποδώσει όταν του ζητηθούν ή με την εντολή να τα παραδώσει σε τρίτο. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 146/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά μηνών με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, είχε συνεργασία με τον εγκαλούντα Κ. Μ., ασκούντα στη Θεσσαλονίκη το επάγγελμα του ασφαλιστή, του οποίου χειρίστηκε διάφορες υποθέσεις. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής, στη Θεσσαλονίκη, στις 19 Ιουλίου 2004, ο εγκαλών, εντός του γραφείου του επί της οδού ... και ..., παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 5.000 Ευρώ με σκοπό να το παραδώσει στον Κ. Μ., κάτοικο ... επί της οδού ..., τηλεφωνώντας ταυτόχρονα ο εγκαλών στον ανωτέρω Κ. Μ. παρουσία του κατηγορουμένου ότι το εν λόγω ποσό παραδίδεται στον κατηγορούμενο για την απόδοση σε εκείνον. Ο κατηγορούμενος όμως δεν απέδωσε το χρηματικό αυτό ποσό στον Κ. Μ. ούτε το επέστρεψε στον εγκαλούντα, παρά τις κατ' επανάληψη οχλήσεις του τελευταίου, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο κατηγορούμενος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, όπως και κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχεται ότι καταβλήθηκε σ' αυτόν το ποσό των 5.000 Ευρώ από τον εγκαλούντα, ισχυρίστηκε όμως, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας υπερασπίσεως, σύζυγος του, ότι η καταβολή έγινε είτε έναντι αμοιβής είτε για την αντιμετώπιση εξόδων και δαπανών για υποθέσεις που χειρίστηκε. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου αποδείχθηκε αναληθής. Ο εγκαλών στην κατάθεση του είναι σαφής και κατηγορηματικός ότι το ανωτέρω ποσό παραδόθηκε στον κατηγορούμενο για να το παραδώσει στον Κ. Μ., ενισχύεται δε η κατάθεση του αυτή από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας την οφειλή του προς τον εγκαλούντα, αποδέχθηκε την 25-10-2004 για την εξόφληση κατόπιν οχλήσεων, ισόποση συναλλαγματική λήξεως 31-12-2004, η οποία δεν πληρώθηκε και εκδόθηκε από τον εγκαλούντα διαταγή πληρωμής. Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος σε σχετικό από 14-6-2005 υπόμνημα του προς τον δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης, δεν ισχυρίστηκε ότι το ποσό αφορά αμοιβή του, δαπάνες ή άλλα έξοδα για υποθέσεις που χειρίστηκε, αλλά μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι "... θα αποδείξω ότι πρόκειται για μια καθαρά αστικής φύσεως μεταξύ μας διαφορά και αναγνωρισμένη οφειλή από πλευράς μου ... από τον κ. Μ. έλαβα το προαναφερθέν ποσό για το οποίο απεδέχθην την 25-10-2004 αντίστοιχη συναλλαγματική λήξεως 31-12-2004, την οποία δεν εξόφλησα και ακολούθως ο κ. Μ. ζήτησε και πέτυχε σε βάρος μου την έκδοση διαταγής πληρωμής ... μου υποσχέθηκε σημαντικού ύψους αμοιβή σε περίπτωση ευνοϊκής εξέλιξης των υποθέσεων του, μάλιστα ισόποσες με τα χρηματικά ποσά που κατά τα ανωτέρω έλαβα ως δάνειο ...". Δέχεται δηλαδή ο κατηγορούμενος και στο εν λόγω υπόμνημα ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ανωτέρω ποσό, ισχυριζόμενος όμως εκεί ότι η καταβολή έγινε όχι έναντι αμοιβής ή εξόδων, αλλά λόγω δανείου. Η αντιφατική αυτή θέση του κατηγορουμένου ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου, ότι το ποσό δόθηκε σ' αυτόν από τον εγκαλούντα για να παραδοθεί στον Κ. Μ., κρίση η οποία δεν αναιρείται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 146/2010 απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 και 375 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στο παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται με σαφήνεια ως χρόνος τελέσεως η 19-7-2004, ημέρα που ο εγκαλών παρέδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο δικηγόρο του για να τα παραδώσει άμεσα στο δανειστή του Κ. Μ. και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορισθεί με ποιες συγκεκριμένες ενέργειες ο κατηγορούμενος δικηγόρος κατέστησε εμφανή τη θέλησή του να ενσωματώσει τα παραδοθέντα χρήματα στην περιουσία του, αφού του παραδόθηκαν από τον εγκαλούντα πελάτη του, χρήματα μετρητά 5.000 ευρώ, με σκοπό να τα παραδώσει άμεσα στον ανωτέρω δανειστή του, στον οποίο μάλιστα ο εγκαλών την ιδία ώρα της παραδόσεως των χρημάτων τηλεφώνησε παρουσία του κατηγορουμένου στον ανωτέρω παραλήπτη "ότι το εν λόγω ποσό παραδίδεται στον κατηγορούμενο για την απόδοση σε αυτόν", πράγμα το οποίο όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε έπραξε, αντίθετα παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως προθέσεως ιδιοποιήσεως και περί υπάρξεως σχέσεως δανείου του εγκαλούντος προς αυτόν, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γιαυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Δ. Τ. του Κ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 146/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση (άρθρ. 375§1 ΠΚ). Ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 672/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις (τρεις) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Δ. Κ. του Α., 2. Γ. Σ. του Μ., κατοίκων αμφοτέρων ..., και 3. Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2406/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Σ. του Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Νοεμβρίου 2010 δύο αιτήσεις των πρώτου και δεύτερου αναιρεσειόντων και στην από 17 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση του τρίτου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 26/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 51/22-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ' αριθ. 153/30-11-2010, 154/30-11-2010 και 160/17-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθ. 2406/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 633/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι. Οι εφέσεις αυτές έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ' αριθ. 2704/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εναντίον του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν αναιρέσεις. Επί των αναιρέσεων αυτών εξεδόθη το υπ' αριθ. 971/2009 βούλευμα του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο) με το οποίο αναιρέθηκε στο σύνολό του το ανωτέρω υπ' αριθ. 2704/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με άλλη όμως σύνθεση. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εξέδωσε το υπ' αριθ. 2566/2009 βούλευμά του, με το οποίο έγιναν και πάλι δεκτές τυπικά και στη συνέχεια απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εναντίον του εν λόγω υπ' αριθ. 2566/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εκ νέου αναιρέσεις. Επί των αναιρέσεων αυτών εξεδόθη το υπ' αριθ. 1195/2010 βούλευμα του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο), με το οποίο αναιρέθηκε στο σύνολό του και το ανωτέρω υπ' αριθ. 2566/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με νέα και πάλι σύνθεση. Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 2406/2010 βούλευμά του, με το οποίο έγιναν και πάλι δεκτές τυπικά και στη συνέχεια απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και επικυρώθηκε στο σύνολό του το πρωτόδικο υπ' αριθ. 633/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού προηγουμένως επαναδιατυπώθηκε σαφέστερα η εναντίον του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Κ. Π. κατηγορία. Κατά του τελευταίου αυτού υπ' αριθ. 2406/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 2-12-2010 στους αναιρεσείοντες Δ. Κ. και Γ. Σ. και την 7-12-2010 στον αναιρεσείοντα Κ. Π. (βλ. τα οικεία αποδεικτικά επιδόσεως) οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν από μεν τους Δ. Κ. και Γ. Σ. την 30-11-2010, από δε τον Κ. Π. την 17-12-2010. Περαιτέρω οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό τους από τους δικηγόρους Αθηνών Γρηγόριο Γ. Δαρμάρο (για τους Δ. Κ. και Γ. Σ.) και Ιωάννη Σίμο (για τον Κ. Π.) δυνάμει των προσαρτημένων στις εν λόγω αιτήσεις και νομίμως θεωρημένων εξουσιοδοτήσεων. Εξάλλου οι ανωτέρω αιτήσεις ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνον οι υπ' αριθ. 153/30-11-2010, 154/30-11-2010 και 160/17-12-2010 εκθέσεις, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, δεδομένου ότι αφενός μεν παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους για κακούργημα, αφετέρου δε εξεδόθη την 19-11-2010 και οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν πριν από την 23-12-2010, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Ν. 3904/2010, με το άρθρο 34 του οποίου καταργήθηκε η επιτρέπουσα το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωσή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 Π.Κ., νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οποιουδήποτε από αυτούς. Το εν λόγω περιουσιακό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντα. Εξ άλλου η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που παραπλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος και όχι τυχαίο επακόλουθο αυτών, λόγω γεγονότων που συνέβησαν μεταγενεστέρως. Μεταξύ της περιουσιακής βλάβης του παθόντα και του σκοπουμένου παρανόμου περιουσιακού οφέλους, θα πρέπει να υπάρχει ταυτότητα, θα πρέπει, δηλαδή, το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να προέρχεται από την περιουσία του ζημιωθέντα και να είναι αντίστοιχο με την επελθούσα περιουσιακή βλάβη (Α.Π. 868/2010, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 2260/2009). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. β' του ως άνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ.
Τέλος κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας από αυτούς τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του προαναφερομένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση του καθενός συναυτουργού (Ολ.ΑΠ 50/1990, ΑΠ 284/2010). Με την έννοια αυτή απάτη μπορεί να τελεσθεί και κατά συναυτουργία, όταν όλοι οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού, είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναποφάσεως, δηλαδή με κοινό δόλο και με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους (ΑΠ 796/2009).
3. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξ άλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 569/2009, ΑΠ 1478/2007). Εξ άλλου για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 159/2007). Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 569/2009, ΑΠ 1074/2006).
4. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι "από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες και χωρίς όρκο καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλα τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματά τους ενώπιον του Ανακριτή, τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις 215/4-5-2007, 216/4-5-2007 και 266/21-5-2007 εκθέσεις εφέσεως κατά του υπ' αριθμ. 633/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος, τα έγγραφα και το από 20.5.2007 υπόμνημα που συνοδεύουν την έφεση του εκκαλούντος Κ. Π., τα από 16.7.2009 και 23.7.2009 υπομνήματα των εκκαλούντων Γ. Σ. και Κ. Π. ενώπιον αυτού του Συμβουλίου και το από 1.10.2010 υπόμνημα των εκκαλούντων Γ. Σ. και Δ. Κ. ενώπιον αυτού του Συμβουλίου", προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών Π. Σ. είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην κυριότητά του φορτηγά αυτοκίνητα Δ.Χ., με τα οποία εκτελεί χωματουργικές εργασίες. Το έτος 2000 συμφώνησε με την τεχνική εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" να αναλάβει και εκτελέσει ως υπεργολάβος χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής Οδού. Η ως άνω εταιρεία συμμετείχε ως μέλος με ποσοστό 8,229% στην "Κοινοπραξία Αττική Οδός", η οποία συνεστήθη με το από 25.8.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό και είχε ως σκοπό τη μελέτη και κατασκευή του έργου της Αττικής Οδού. Από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 ο εγκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην εν λόγω ανώνυμη εταιρεία, μεταφέροντας για λογαριασμό της, μπάζα και άλλα αδρανή υλικά. Όμως από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2002 παρατηρήθηκε μια οικονομική δυσπραγία της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", η οποία αδυνατούσε να καλύψει τις επιταγές της και παρέδιδε στους εργαζομένους επιταγές πληρωτέες μετά πάροδο αρκετών μηνών από την εκτέλεση των εργασιών.
Κατόπιν τούτου ο εγκαλών φοβούμενος ότι θα απωλέσει τις αμοιβές του και επειδή δεν τον συνέφερε οικονομικά να λαμβάνει μεταχρονολογημένες επιταγές, αφού δεν μπορούσε να καλύψει τα τρέχοντα έξοδα του (αμοιβές οδηγών, καύσιμα κλπ), απέσυρε τα φορτηγά του από το εργοτάξιο της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" και έπαυσε να παρέχει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του από τις 19.9.2002. Στις 5.12.2002 και αφού προηγουμένως πιστοποιήθηκαν οι εργασίες του εγκαλούντος μέχρι την αποχώρηση του (19.9.2002) η ως άνω εταιρεία εξόφλησε τις οφειλόμενες σ' αυτόν αμοιβές, παραδίδοντας μία επιταγή της Τράπεζας SOCIETE GENERAL, ποσού 4.150 ευρώ, πληρωτέα στις 31.8.2003. Το γεγονός ότι ο εγκαλών έπαυσε να προσφέρει την εργασία του στην "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας της τελευταίας, επιβεβαιώνεται από τις μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Π., ιδιοκτήτη φορτηγού αυτοκινήτου που εργάστηκε στην "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", Κ. Η., χειριστή μηχανημάτων που εργάστηκε στην ίδια εταιρεία, Γ. Μ. που εργάστηκε στην εν λόγω εταιρεία ως υπεργολάβος χωματουργικών εργασιών και Κ. Σ. που εργάστηκε και αυτός ως υπεργολάβος χωματουργικών εργασιών. Άλλωστε η έκδοση της Β 596/5.12.2002 αποδείξεως πληρωμής, ποσού 4.150 ευρώ, περί εξοφλήσεως του λογαριασμού του εγκαλούντος, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, αφού για το ποσό των 4.150 ευρώ, αυτή εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό ... πληρωτέα μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δηλαδή στις 31.8.2003. Περί τα μέσα του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002 ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Π., ο οποίος ήταν υπεύθυνος των εργοταξίων της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρεία, γιατί αφενός οι μεταφορείς εμειώνοντο, αφού οι αποχωρήσεις τους και οι στάσεις εργασίας, λόγω της μη πληρωμής τους ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και αφετέρου ήταν δύσκολο να συνεργαστεί με άλλους (νέους υπεργολάβους), καθόσον ήταν ήδη γνωστά τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει αυτή και κατ' επέκταση και στο συνολικό έργο. Επίσης ο ανωτέρω κατηγορούμενος ανέφερε στον εγκαλούντα ότι η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" ανήκει στην "Κοινοπραξία Αττική Οδός" και ότι τα χρήματά του ήταν εξασφαλισμένα ακόμη και στην περίπτωση πτωχεύσεως της "ΑΛΤΕ", γιατί η Κοινοπραξία αναλαμβάνει όλες τις οφειλές των εταιρειών μελών της, οι οποίες δεν μπορούν για τον οποιοδήποτε λόγο να καλύψουν τις προς τρίτους υποχρεώσεις τους. Στις αρχές περίπου του έτους 2003 ο εγκαλών ήρθε σε επαφή με τους εκκαλούντες κατηγορουμένους Γ. Σ., τότε γενικό τεχνικό διευθυντή της ανωτέρω Κοινοπραξίας και μέλος της Διοικούσης Επιτροπής της και Δ. Κ., τότε διαχειριστή της Κοινοπραξίας και μέλος της Διοικούσης Επιτροπής της, οι οποίοι ως εκ της ιδιότητας τους γνώριζαν πολύ καλά τα οικονομικά προβλήματα της "ΑΛΤΕ" και τον διαβεβαίωσαν ότι, σε περίπτωση που η "ΑΛΤΕ" αδυνατεί να τον πληρώσει, τα χρήματά του θα καταβληθούν από την Κοινοπραξία, η οποία αναλαμβάνει να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Μάλιστα οι κατηγορούμενοι, για να διασκεδάσουν οποιαδήποτε αμφιβολία του εγκαλούντος, του επέδειξαν το από 27.4.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο άρθρο 20 του οποίου αναφερόταν ότι η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι την λύση της, όπως μισθοί, ημερομίσθια, πριμ, δώρα, ασφαλιστικές εισφορές, αποζημιώσεις κλπ. για όλο το προσωπικό που θα απασχολείται στο έργο. Τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις απηύθυνε και ο κατηγορούμενος Κ. Π. στον εγκαλούντα και στους λοιπούς εργαζομένους συνεχώς κατά τους μήνες Δεκέμβριο του 2002 και Ιανουάριο του 2003. Έτσι ο εγκαλών πείστηκε ότι η Κοινοπραξία όφειλε να του καταβάλει τις αμοιβές του, σε περίπτωση που αδυνατούσε η "ΑΛΤΕ" και στις 16.1.2003 επέστρεψε στο έργο και άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, λαμβάνοντας για την αμοιβή του μεταχρονολογημένες επιταγές, έχοντας όμως τη βεβαιότητα ότι σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας της "ΑΛΤΕ", τον κάλυπτε οικονομικά η Κοινοπραξία. Από τον μήνα Μάϊο του έτους 2004 η "ΑΛΤΕ" δεν ήταν πλέον σε θέση να χορηγήσει στον εγκαλούντα και στους λοιπούς εργαζομένους ούτε καν μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο εγκαλών για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του είχε λάβει από την "ΑΛΤΕ" 4 μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7.1.2005 και μέχρι το πέρας των εργασιών για την κατασκευή του έργου, ο εγκαλών δεν πληρώθηκε, μολονότι πιστοποιήθηκε γι' αυτόν από την "ΑΛΤΕ" το ποσό των 40.172,44 ευρώ. Έτσι η συνολική οφειλή της "ΑΛΤΕ" προς τον εγκαλούντα ανήλθε στο ποσό των 140.172,44 ευρώ. Κατόπιν αυτών, ο εγκαλών απευθύνθηκε στην Κοινοπραξία, προκειμένου να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό, όπου πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι η Κοινοπραξία δεν ευθύνεται γι' αυτές τις οφειλές και ότι μόνη υπόχρεη είναι η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων. Mε το από 27.11.1999 συμφωνητικό τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως του κοινοπρακτικού συμφώνου και συγκεκριμένα στο άρθρο 21.3 αυτού ορίζεται ότι η Κοινοπραξία βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέρη μέχρι τη λύση της. Οι κατηγορούμενοι, μολονότι γνώριζαν ως εκ της ιδιότητάς τους, ότι μετά την τροποποίηση του ως άνω κοινοπρακτικού συμφώνου η Κοινοπραξία δεν ευθύνεται για τις οφειλές της "ΑΛΤΕ", εντούτοις απέκρυψαν από τον εγκαλούντα αυτό το γεγονός και τον διαβεβαίωναν για το αντίθετο, όπως προεκτέθηκε. Το γεγονός ότι έλαβαν χώρα οι ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας. Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Δ. Κ. και Ά. Σ., οι οποίοι εργάστηκαν ως υπεργολάβοι στο εν λόγω έργο, δεν κρίνονται αντικειμενικές, διότι αυτοί έχουν εξοφληθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής τους και τους οφείλεται ένα μικρό ποσό σε σχέση με τα ποσά που έχουν ήδη εισπράξει. Επίσης και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Ν. Μ., Σ. Φ.. Ε. Σ., Δ. Κ. και Ν. Χ. δεν κρίνονται αντικειμενικές, διότι ο πρώτος εξ αυτών ήταν υπάλληλος της "ΑΛΤΕ" με σχέση εξηρτημένης εργασίας, η δεύτερη ήταν δικηγόρος της Κοινοπραξίας από το 1996, αμειβομένη απ' αυτήν, οι τρίτος και τέταρτος ήταν συνεργάτες του κατηγορουμένου Γ. Σ. και ο έκτος εξ αυτών ήταν υφιστάμενος του τελευταίου. Περαιτέρω ο εκκαλών Κ. Π., ο οποίος αρνείται την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι ως προϊστάμενος του εργοταξιακού γραφείου είχε αναλάβει αρμοδιότητες σχετικές με την κατασκευή του έργου, τις συνεννοήσεις με την επιβλέπουσα Υπηρεσία και την επίλυση τεχνικών προβλημάτων, δεν είχε διαχειριστική αρμοδιότητα, ούτε ασκούσε οποιαδήποτε εργασία σχετική με την οικονομική λειτουργία της εταιρίας και δεν είχε καμμία αρμοδιότητα σε σχέση με τις οικονομικές συναλλαγές των εργολάβων και υπεργολάβων με την "ΑΛΤΕ ΑΤΕ". Επίσης ισχυρίζεται ότι ο εγκαλών ψεύδεται: 1) ότι τον παρέπεισε ψευδώς πως η Κοινοπραξία κάλυπτε και τις υποχρεώσεις των κοινοπρακτούντων μερών, δηλαδή και της "ΑΛΤΕ", σε περίπτωση αδυναμίας τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των υπεργολάβων και 2) ότι αυτός είχε διακόψει την συνεργασία του με την "ΑΛΤΕ" τον Σεπτέμβριο του 2002 και ότι επανήλθε στο έργο μετά από δική του ζήτηση, παρακλήσεις και διαβεβαιώσεις περί πληρωμής του από την Κοινοπραξία. Η καθοριστική παρέμβαση του ως άνω κατηγορουμένου στη λήψη της αποφάσεως του εγκαλούντος να συνεχίσει να παρέχει τις εργασίες του στην "ΑΛΤΕ", μετά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του ότι η Κοινοπραξία κάλυπτε και τις υποχρεώσεις της "ΑΛΤΕ", συνάγεται σαφώς από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα. Οι προσκομιζόμενες σε φωτοτυπικά αντίγραφα και επικαλούμενες από τον ως άνω κατηγορούμενο αποδείξεις πληρωμής προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέκοψε την παροχή της εργασίας του στην "ΑΛΤΕ", δεν αποδεικνύουν τη μη διακοπή αυτής, αλλά επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι για τις εργασίες που παρείχε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2002 εξοφλήθηκε σταδιακά, λαμβάνοντας διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες μετά από 6-8 μήνες. Επιπλέον οι εν λόγω αποδείξεις δεν συνοδεύονται από φορτωτικές εκδοθείσες μετά τον Σεπτέμβριο του 2002, ώστε να προκύπτει η μη διακοπή της εργασίας του εγκαλούντος. Οι λοιποί εκκαλούντες Γ. Σ. και Δ. Κ. αρνούνται και αυτοί την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε συναντήθηκαν με τον εγκαλούντα και ουδέποτε τον διαβεβαίωσαν ότι η Κοινοπραξία βαρύνεται με την πληρωμή των εργολάβων και υπεργολάβων της "ΑΛΤΕ", ότι η Κοινοπραξία δεν είχε κανένα κίνητρο να παραπείσει τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο, αφού η παραμονή του ή μη δεν ασκούσε καμμία επιρροή στην έγκαιρη και άρτια εκτέλεση του έργου, την οποία, σε περίπτωση αποχωρήσεώς του, θα ανελάμβαναν βάσει του κοινοπρακτικού τα υπόλοιπα κοινοπρακτούντα μέλη. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν κρίνονται πειστικοί και δεν επιβεβαιώνονται από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Π., Κ. Η. και Γ. Μ., οι οποίοι είναι τρίτοι στην ένδικη υπόθεση, φέρεται όμως να εξαπατήθηκαν με τον ίδιο τρόπο από τους εκκαλούντες, στους οποίους ρητά αναφέρονται, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες τους για την αποπεράτωση του έργου της Αττικής Οδού. Οι εκκαλούντες, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", είχαν σοβαρό κίνητρο να παραπείσουν τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο, αφού η αποπεράτωση της Αττικής Οδού ήταν κατεπείγουσα ενόψει των επικείμενων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και η τυχόν αποχώρηση κάποιων εργαζομένων θα επέφερε την αναπόφευκτη καθυστέρηση στην αποπεράτωση αυτής και την εξαιτίας αυτής κατάπτωση των συμφωνημένων ποινικών ρητρών, τα οποία και ήθελαν να αποφύγουν με οποιοδήποτε τρόπο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της απάτης, σε βαθμό κακουργήματος, σε βάρος του εγκαλούντος, ο οποίος υπέστη ζημία ύψους 140.172,44 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για απάτη τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση από τον κατηγορούμενο Κ. Π., καθόσον κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση οφείλεται στην άπαξ επελθούσα πλάνη του εγκαλούντος, η οποία (πλάνη) προκλήθηκε κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003. Επομένως, πρέπει να επαναδιατυπωθεί η σε βάρος του ανωτέρω εκκαλούντος κατηγορία, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό του παρόντος. Επίσης πρέπει να συμπληρωθεί το σκεπτικό του εκκαλούμενου βουλεύματος στο 9° φύλλο και στην πίσω σελίδα αυτού, στη σειρά 5η μετά το άρθρο 386§3β' - Ι ΠΚ και να προστεθούν τα εξής: "όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. από το άρθρο 14§4 Ν. 2721/1999". Τέλος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν συντρέχει λόγος διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως προς συμπλήρωσή της, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και η οποία συνίσταται στο ότι στην Αθήνα ο μεν Κ. Π. κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Δεκεμβρίου 2002 και Ιανουαρίου 2003 και αφετέρου οι Γ. Σ. και Δ. Κ. κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, με σκοπό να αποκομίσει άλλος και συγκεκριμένα η εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος, με πρόθεση και ενεργώντας από κοινού κατόπιν συναποφάσεως, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ο Κ. Π., ο οποίος ήταν υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα Π. Σ., ο οποίος ήδη από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 είχε παύσει να παρέχει εργασία στην εν λόγω εταιρεία, λόγω της επελθούσας οικονομικής αυτής δυσπραγίας, να επιστρέψει στην εταιρεία και να συνεχίσει να προσφέρει τις εργασίες του σε αυτήν με τα φορτηγά του, αναφέροντάς του ότι η εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" ανήκε στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και ως εκ τούτου τα χρήματα της αμοιβής του ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν η εταιρεία πτώχευε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του εν λόγω κατηγορουμένου, σε αυτές τις περιπτώσεις (δηλαδή της πτωχεύσεως ή της οικονομικής εν γένει αδυναμίας ενός μέλους της κοινοπραξίας) η κοινοπραξία θα αναλάμβανε όλες τις οφειλές των εταιρειών μελών αυτής, και προτρέποντας αυτόν να συναντήσει κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003 τους κατηγορουμένους Σ. Γ. και Κ. Δ., προκειμένου να του επιδείξουν και τα σχετικά έγγραφα. Οι δε κατηγορούμενοι Σ. Γ. και Κ. Δ. παρέστησαν στον εγκαλούντα και αυτοί, εν γνώσει του ψεύδους, ότι η ως άνω κοινοπραξία, η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του έργου κατασκευής της Αττικής οδού, ευθύνεται δυνάμει σχετικής συμβάσεως για τις οφειλές των εταιρειών-μελών της, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και η εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" εφόσον εκείνες για οποιονδήποτε λόγο δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Προς επιβεβαίωση δε των λεγομένων τους επέδειξαν σ' αυτόν το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο στο άρθρο 20.3 ανέγραφε ότι "η κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της. Ενδεικτικά αυτά τα έξοδα είναι: "α) μισθοί, ημερομίσθια, πριμ, δώρα, ασφαλιστικές εισφορές, κάθε είδους αποζημιώσεις κ.λ.π. Για όλο το προσωπικό που θα απασχολείται στο έργο ...". Αποτέλεσμα των ως άνω παραστάσεων και διαβεβαιώσεων ήταν να πεισθεί ο εγκαλών και να συνάψει σύμβαση με την εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", δυνάμει της οποίας ανέλαβε ως υπεργολάβος την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών και εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα Ιανουαρίου 2003 μέχρι και τον Μάιο του 2004. Για την εργασία του αυτή η εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" όφειλε να του καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 140.172,44 ευρώ, το οποίο όμως δεν του κατέβαλε. Οι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές ..., ..., ..., ... της Τράπεζας SC, ποσών 40.000, 30.000, 10.000, 20.000 ευρώ, αντιστοίχως, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7-1-2005, ενώ η ΑΛΤΕ όφειλε στον εγκαλούντα και το χρηματικό ποσό των 40.172,40 ευρώ, επί τη βάσει των υπ' αριθμ. 534/18-5-2004, 533/18-5-2004, 544/26-7-2004, 543/26-7-2004, 536/17-6-2004, 549/1-10-2004, 537/24-6-2004, 532/22-4-2004 φορτωτικών, ποσών 2.444,81, 18.369,40, 4.443,02, 2.724,87, 2.098,71, 8.690,95, 257,00, 1153,68 και συνολικά 40.172,44 ευρώ για μεταφορά αδρανών υλικών και υλικών εκσκαφής. Πάντα όμως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ήταν ψευδή, αφού ο ως άνω υπ' αριθμ. 20.3 όρος του από 27-4-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού είχε ήδη τροποποιηθεί με το από 27-11-1999 συμφωνητικό, το οποίο στο άρθρο 21 προβλέπει ότι: " η κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέρη μέχρι τη λύση της ...", με συνέπεια η "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" να μην ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" προς τρίτους. Όλοι δε οι κατηγορούμενοι εξ αρχής γνώριζαν το γεγονός αυτό, πλην όμως το απέκρυψαν από τον εγκαλούντα, αντίθετα του παρέστησαν ψευδώς ότι η "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" προς τρίτους, προκειμένου να τον πείσουν να συνάψει σύμβαση εργολαβίας με την ανωτέρω εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" και να εκτελέσει στη συνέχεια το συμφωνηθέν έργο, αν και γνώριζαν, τόσο ότι η εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" δεν είχε πρόθεση να καταβάλει την ανωτέρω οφειλόμενη αμοιβή του ύψους των 140.172,44 ευρώ, όσο και ότι η "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" δεν ευθύνεται για την καταβολή της αμοιβής αυτής. Στην πιο πάνω πράξη τους προέβησαν με σκοπό η ως άνω εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του παθόντα, η οποία υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 140.172,44 ευρώ.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 633/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 45 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) Εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα σαφώς τα ψευδή γεγονότα, σε παράσταση των οποίων προήλθαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι προς τον εγκαλούντα, συνίστανται δε στο ότι δήθεν υπήρχε έγγραφη συμβατική υποχρέωση της εταιρείας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" να καλύψει τις οφειλές της εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", στην περίπτωση που η τελευταία αδυνατούσε να εξοφλήσει. β) Με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, αλλά και στο διατακτικό, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνει το σκεπτικό, ότι σκοπός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ήταν να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", στην οποία ο μεν αναιρεσείων Κ. Π. είχε την ιδιότητα του υπεύθυνου των εργοταξίων της για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ο δε αναιρεσείων Γ. Σ. ήταν τεχνικός διευθυντής της "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" και μέλος της Διοικούσης Επιτροπής της, ενώ ο αναιρεσείων Δ. Κ. είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της Κοινοπραξίας και ταυτοχρόνως του μέλους της Διοικούσης Επιτροπής της. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που αποτελούσαν τους αποδέκτες του παρανόμου περιουσιακού οφέλους. γ) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της πράξεως της απάτης, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι οποίες, ως προς το σημείο αυτό δεν ελέγχονται αναιρετικώς, είναι το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2002 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2003. δ) Ρητή είναι η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι οι αναιρεσείοντες, ναι μεν δεν ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", είχαν όμως σοβαρό κίνητρο να παραπείσουν τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο, αφού η αποπεράτωση της Αττικής οδού ήταν κατεπείγουσα και η τυχόν αποχώρηση του παθόντα θα επέφερε την αναπόφευκτη καθυστέρηση της αποπερατώσεως του έργου και την εξαιτίας αυτής κατάπτωση των συμφωνημένων ποινικών ρητρών, την οποία και ήθελαν να αποφύγουν οι αναιρεσείοντες με οποιονδήποτε τρόπο. ε) Εξηγείται με πλήρη αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα γιατί το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν έκρινε πειστικές τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Δ. Κ., Ά. Σ., Ν. Μ., Σ. Φ., Ε. Σ., Δ. Κ. και Ν. Χ., αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι μεν δύο πρώτοι έχουν εξοφληθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής τους και τους οφείλεται ένα μικρό ποσό σε σχέση με τα ποσά που έχουν ήδη εισπράξει, οι δε λοιποί ήταν υπάλληλοι ή συνεργάτες της ωφεληθείσας εταιρείας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ". στ) Προσδιορίζεται η βλάβη της περιουσίας του παθόντα, ύψους 140.172,44 ευρώ, ενώ εκτίθεται εκτενώς και συγκεκριμένως σε τι συνίσταται αυτή, δικαιολογείται δε και ο τρόπος με τον οποίο προξενήθηκε, και ζ) όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, με τις οποίες επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 153/30.11.2010, 154/30.11.2010 και 160/17-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 3) Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 2406/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η υπ' αριθ. 153/30.11.2010 του Δ. Κ. του Α., 2) η υπ' αριθ. 154/30.11.2010 του Γ. Σ. του Μ. και 3) η υπ' αριθ. 160/17.12.2010 του Κ. Π. του Χ., για αναίρεση του υπ' αριθ. 2406/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις τους κατά του υπ' αριθ. 633/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της, Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργήματα χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ... και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτή, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου, που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο βούλευμα εμφιλοχώρησαν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν, επί λέξει, τα εξής: "...προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών Π. Σ. είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και έχει στην κυριότητα του φορτηγά αυτοκίνητα Δ.Χ., με τα οποία εκτελεί χωματουργικές εργασίες. Το έτος 2000 συμφώνησε με την τεχνική εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" να αναλάβει και εκτελέσει ως υπεργολάβος χωματουργικές εργασίες στην κατασκευή της Αττικής Οδού. Η ως άνω εταιρεία συμμετείχε ως μέλος με ποσοστό 8,229% στην "Κοινοπραξία Αττική Οδός", η οποία συνεστήθη με το από 25.8.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό και είχε ως σκοπό τη μελέτη και κατασκευή του έργου της Αττικής Οδού, Από τον μήνα Μάιο του έτους 2000 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 ο εγκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην εν λόγω ανώνυμη εταιρεία, μεταφέροντας για λογαριασμό της μπάζα και άλλα αδρανή υλικά. Όμως από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2002 παρατηρήθηκε μια οικονομική δυσπραγία της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", η οποία αδυνατούσε να καλύψει τις επιταγές της και παρέδιδε στους εργαζομένους επιταγές πληρωτέες μετά πάροδο αρκετών μηνών από την εκτέλεση των εργασιών. Κατόπιν τούτου ο εγκαλών φοβούμενος ότι θα απωλέσει τις αμοιβές του και επειδή δεν τον συνέφερε οικονομικά να λαμβάνει μεταχρονολογημένες επιταγές, αφού δεν μπορούσε να καλύψει τα τρέχοντα έξοδα του (αμοιβές οδηγών, καύσιμα κ.λπ.), απέσυρε τα φορτηγά του από το εργοτάξιο της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" και έπαυσε να παρέχει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του από τις 19.9.2002. Στις 5.12,2002 και αφού προηγουμένως πιστοποιήθηκαν οι εργασίες του εγκαλούντος μέχρι την αποχώρησή του (19.9.2002) η ως άνω εταιρεία εξόφλησε τις οφειλόμενες σ' αυτόν αμοιβές, παραδίδοντας μία επιταγή της Τράπεζας SOCIETE GENERAL, ποσού 4.150 ευρώ, πληρωτέα στις 31.8.2003. Το γεγονός ότι ο εγκαλών έπαυσε να προσφέρει την εργασία του στην "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας της τελευταίας, επιβεβαιώνεται από τις μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... . Άλλωστε η έκδοση της Β 596/5.12.2002 αποδείξεως πληρωμής, ποσού 4.150 ευρώ, περί εξοφλήσεως του λογαριασμού του εγκαλούντος, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, αφού για το ποσό των 4.150 ευρώ, αυτή εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό ... πληρωτέα μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δηλαδή στις 31.8.2003. Περί τα μέσα του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002 ο εκκαλών κατηγορούμενος Κ. Π. ο οποίος ήταν υπεύθυνος των εργοταξίων της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" για την κατασκευή της Αττικής Οδού, ζήτησε από τον εγκαλούντα να επιστρέψει στην εταιρεία, γιατί αφενός οι μεταφορείς εμειώνοντο, αφού οι αποχωρήσεις τους και οι στάσεις εργασίας, λόγω της μη πληρωμής τους ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και αφετέρου ήταν δύσκολο να συνεργαστεί με άλλους (νέους υπεργολάβους) καθόσον ήταν ήδη γνωστά τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει αυτή και κατ' επέκταση και στο συνολικό έργο. Επίσης ο ανωτέρω κατηγορούμενος ανέφερε στον εγκαλούντα ότι η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" ανήκει στην "Κοινοπραξία Αττική Οδός" και ότι τα χρήματα του ήταν εξασφαλισμένα ακόμη και στην περίπτωση πτωχεύσεως της "ΑΛΤΕ", γιατί η Κοινοπραξία αναλαμβάνει όλες τις οφειλές των εταιρειών μελών της, οι οποίες δεν μπορούν για τον οποιοδήποτε λόγο να καλύψουν τις προς τρίτους υποχρεώσεις τους. Στις αρχές περίπου του έτους 2003 ο εγκαλών ήρθε σε επαφή με τους εκκαλούντες κατηγορουμένους Γ. Σ., τότε γενικό τεχνικό διευθυντή της ανωτέρω Κοινοπραξίας και μέλος της Διοικούσης Επιτροπής της και Δ. Κ., τότε διαχειριστή της Κοινοπραξίας και μέλος της Διοικούσης Επιτροπής της, οι οποίοι ως εκ της ιδιότητας τους γνώριζαν πολύ καλά τα οικονομικά προβλήματα της "ΑΛΤΕ" και τον διαβεβαίωσαν ότι, σε περίπτωση που η "ΑΛΤΕ" αδυνατεί να τον πληρώσει, τα χρήματά του θα καταβληθούν από την Κοινοπραξία, η οποία αναλαμβάνει να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Μάλιστα οι κατηγορούμενοι για να διασκεδάσουν οποιαδήποτε αμφιβολία του εγκαλούντος του επέδειξαν το από 27.4.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο άρθρο 20 του οποίου αναφερόταν ότι η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι την λύση της, όπως μισθοί, ημερομίσθια, πριμ, δώρα, ασφαλιστικές εισφορές, αποζημιώσεις κλπ. για όλο το προσωπικό που θα απασχολείται στο έργο. Τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις απηύθυνε και ο κατηγορούμενος Κ. Π. στον εγκαλούντα και στους λοιπούς εργαζομένους συνεχώς κατά τους μήνες Δεκέμβριο του 2002 και Ιανουάριο του 2003. Έτσι ο εγκαλών πείστηκε ότι η Κοινοπραξία όφειλε να του καταβάλει τις αμοιβές του, σε περίπτωση που αδυνατούσε η "ΑΛΤΕ" και στις 16.1.2003 επέστρεψε στο έργο και άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, λαμβάνοντας για την αμοιβή του μεταχρονολογημένες επιταγές, έχοντας όμως τη βεβαιότητα ότι σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας της "ΑΛΤΕ", τον κάλυπτε οικονομικά η Κοινοπραξία. Από τον μήνα Μάιο του έτους 2004 η "ΑΛΤΕ" δεν ήταν πλέον σε θέση να χορηγήσει στον εγκαλούντα και στους λοιπούς εργαζομένους ούτε καν μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο εγκαλών για τις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες του είχε λάβει από την "ΑΛΤΕ" 4 μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, οι οποίες δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω ελλείψεως διαθεσίμου υπολοίπου στις 7.1.2005 και μέχρι το πέρας των εργασιών για την κατασκευή του έργου, ο εγκαλών δεν πληρώθηκε, μολονότι πιστοποιήθηκε γι' αυτόν από την "ΑΛΤΕ" το ποσό των 40.172,44 ευρώ. Έτσι η συνολική οφειλή της "ΑΛΤΕ" προς τον εγκαλούντα ανήλθε στο ποσό των 140.172,44 ευρώ. Κατόπιν αυτών, ο εγκαλών απευθύνθηκε στην Κοινοπραξία, προκειμένου να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό, όπου πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι η Κοινοπραξία δεν ευθύνεται γι' αυτές τις οφειλές και ότι μόνη υπόχρεη είναι η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων. Με το από 27.11.1999 συμφωνητικό τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως του κοινοπρακτικού συμφώνου και συγκεκριμένα στο άρθρο 21.3 αυτού ορίζεται ότι η Κοινοπραξία βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών, πλην εκείνων που αφορούν εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα μέρη μέχρι τη λύση της. Οι κατηγορούμενοι, μολονότι γνώριζαν ως εκ της ιδιότητάς τους, ότι μετά την τροποποίηση του ως άνω κοινοπρακτικού συμφώνου η Κοινοπραξία δεν ευθύνεται για τις οφειλές της "ΑΛΤΕ", εντούτοις απέκρυψαν από τον εγκαλούντα αυτό το γεγονός και τον διαβεβαίωναν για το αντίθετο, όπως προεκτέθηκε. Το γεγονός ότι έλαβαν χώρα οι ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα, επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων κατηγορίας. Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Δ. Κ. και Ά. Σ., οι οποίοι εργάστηκαν ως υπεργολάβοι στο εν λόγω έργο, δεν κρίνονται αντικειμενικές, διότι αυτοί έχουν εξοφληθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής τους και τους οφείλεται ένα μικρό ποσό σε σχέση με τα ποσά που έχουν ήδη εισπράξει. Επίσης και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Ν. Μ., Σ. Φ., Ε. Σ., Δ. Κ. και Ν. Χ. δεν κρίνονται αντικειμενικές, διότι ο πρώτος εξ αυτών ήταν υπάλληλος της "ΑΛΤΕ" με σχέση εξηρτημένης εργασίας, η δεύτερη ήταν δικηγόρος της Κοινοπραξίας από το 1996, αμοιβομένη απ' αυτήν, οι τρίτος και τέταρτος ήταν συνεργάτες του κατηγορουμένου Γ. Σ. και ο έκτος (το ορθό "πέμπτος") εξ αυτών ήταν υφιστάμενος του τελευταίου. Περαιτέρω ο εκκαλών Κ. Π., ο οποίος αρνείται την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι ως προϊστάμενος του εργοταξιακού γραφείου είχε αναλάβει αρμοδιότητες σχετικές με την κατασκευή του έργου, τις συνεννοήσεις με την επιβλέπουσα Υπηρεσία και την επίλυση τεχνικών προβλημάτων, δεν είχε διαχειριστική αρμοδιότητα, ούτε ασκούσε οποιαδήποτε εργασία σχετική με την οικονομική λειτουργία της εταιρίας και δεν είχε καμία αρμοδιότητα σε σχέση με τις οικονομικές συναλλαγές των εργολάβων και υπεργολάβων με την "ΑΛΤΕ ΑΤΕ". Επίσης ισχυρίζεται ότι ο εγκαλών ψεύδεται: 1) ότι τον παρέπεισε ψευδώς πως η Κοινοπραξία κάλυπτε και τις υποχρεώσεις των κοινοπρακτούντων μερών, δηλαδή και της "ΑΛΤΕ", σε περίπτωση αδυναμίας τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των υπεργολάβων και 2) ότι αυτός είχε διακόψει την συνεργασία του με την "ΑΛΤΕ" τον Σεπτέμβριο του 2002 και ότι επανήλθε στο έργο μετά από δική του ζήτηση, παρακλήσεις και διαβεβαιώσεις περί πληρωμής του από την Κοινοπραξία. Η καθοριστική παρέμβαση του ως άνω κατηγορουμένου στη λήψη της αποφάσεως του εγκαλούντος να συνεχίσει να παρέχει τις εργασίες του στην "ΑΛΤΕ", μετά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του ότι η Κοινοπραξία κάλυπτε και τις υποχρεώσεις της "ΑΛΤΕ", συνάγεται σαφώς από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα. Οι προσκομιζόμενες σε φωτοτυπικά αντίγραφα και επικαλούμενες από τον ως άνω κατηγορούμενο αποδείξεις πληρωμής προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέκοψε την παροχή της εργασίας του στην "ΑΛΤΕ", δεν αποδεικνύουν τη μη διακοπή αυτής, αλλά επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του εγκαλούντος περί του ότι για τις εργασίες που παρείχε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2002 εξοφλήθηκε σταδιακά λαμβάνοντας διάφορα χρηματικά ποσά με μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες μετά από 6-8 μήνες. Επιπλέον οι εν λόγω αποδείξεις δεν συνοδεύονται από φορτωτικές εκδοθείσες μετά τον Σεπτέμβριο του 2002, ώστε να προκύπτει η μη διακοπή της εργασίας του εγκαλούντος. Οι λοιποί εκκαλούντες Γ. Σ. και Δ. Κ. αρνούνται και αυτοί την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε συναντήθηκαν με τον εγκαλούντα και ουδέποτε τον διαβεβαίωσαν ότι η Κοινοπραξία βαρύνεται με την πληρωμή των εργολάβων και υπεργολάβων της "ΑΛΤΕ", ότι η Κοινοπραξία δεν είχε κανένα κίνητρο να παραπείσει τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο, αφού η παραμονή του ή μη δεν ασκούσε καμία επιρροή στην έγκαιρη και άρτια εκτέλεση του έργου, την οποία, σε περίπτωση αποχωρήσεως του, θα ανελάμβαναν βάσει του κοινοπρακτικού τα υπόλοιπα κοινοπρακτούντα μέλη. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν κρίνονται πειστικοί και δεν επιβεβαιώνονται από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Π., Κ. Η. και Γ. Μ., οι οποίοι είναι τρίτοι στην ένδικη υπόθεση, φέρεται όμως να εξαπατήθηκαν με τον ίδιο τρόπο από τους εκκαλούντες, στους οποίους ρητά αναφέρονται, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες τους για την αποπεράτωση του έργου της Αττικής Οδού. Οι εκκαλούντες, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" είχαν σοβαρό κίνητρο να παραπείσουν τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο, αφού η αποπεράτωση της Αττικής Οδού ήταν κατεπείγουσα, ενόψει των επικείμενων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα και η τυχόν αποχώρηση κάποιων εργαζομένων θα επέφερε την αναπόφευκτη καθυστέρηση στην αποπεράτωση αυτής και την εξαιτίας αυτής κατάπτωση των συμφωνημένων ποινικών ρητρών, τα οποία και ήθελαν να αποφύγουν με οποιοδήποτε τρόπο οι εκκαλούντες κατηγορούμενου". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης από κοινού και, για το λόγο αυτό, απέρριψε τις από αυτούς ασκηθείσες, κατά του υπ' αριθμ. 633/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, αφού αναδιατύπωσε την σε βάρος του Κ. Π. (κατά του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για απάτη κατ' εξακολούθηση) κατηγορία, γιατί έκρινε ότι κάθε επιζήμια περιουσιακή διάθεση οφειλόταν στην άπαξ επελθούσα πλάνη του εγκαλούντος, η οποία είχε προκληθεί κατά τους μήνες Δεκέμβριο του έτους 2002 και Ιανουάριο του έτους 2003.
Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 και 45 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται στο βούλευμα λεπτομερώς α) οι ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων προς τον εγκαλούντα Π. Σ., ότι, δηλαδή, τον διαβεβαίωσαν αυτοί ότι η Κοινοπραξία "Αττική Οδός" ευθυνόταν, δυνάμει συμβάσεως, για τις οφειλές των εταιριών - μελών της, μεταξύ των οποίων και η "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", εφόσον εκείνες για οποιονδήποτε λόγο, δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους, επιδεικνύοντάς του και το από 27.4.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ του απέκρυψαν ότι αυτό είχε τροποποιηθεί με το από 27.11.1999 τοιούτο, κατά το οποίο η Κοινοπραξία δεν ευθυνόταν για τις δαπάνες που αφορούσαν εργασίες που είχαν κατανεμηθεί στα μέρη, β) ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων, ως παραγωγού αιτίας, παραπλανήθηκε ο εγκαλών και προέβη σε επιζήμια γι' αυτόν συμπεριφορά, στη σύναψη, δηλαδή, της ως άνω συμβάσεως έργου με την "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", και γ) η βλάβη που υπέστη ο τελευταίος, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχεται στο ποσό των 140.172,44 ευρώ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι σκοπός των αναιρεσειόντων ήταν να αποκομίσει η εταιρία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος με την παραδοχή ότι είχαν αυτοί σοβαρό κίνητρο να παραπείσουν τον εγκαλούντα να παραμείνει στο έργο, γιατί η αποχώρηση του θα επέφερε αναπόφευκτη καθυστέρηση της αποπερατώσεως του έργου και, εξαιτίας αυτής, κατάπτωση των ποινικών ρητρών που είχαν συμφωνηθεί β) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι σκοπός των αναιρεσειόντων ήταν να αποκομίσει η ως άνω εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος και αυτής για το ανωτέρω κίνητρο, καθόσον το τελευταίο συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που θα είχε η εταιρία από την καθυστέρηση αποπερατώσεως του έργου και όχι με οποιαδήποτε δική τους ωφέλεια, την οποία μόνο εμμέσως θα συνεπαγόταν η έγκαιρη εκτέλεση του έργου. γ) Με σαφήνεια προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της απάτης, ο οποίος τοποθετείται στους μήνες Δεκέμβριο του 2002 και Ιανουάριο του 2003. δ) Το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση, όπως αναφέρθηκε, να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε να αξιολογήσει και συγκρίνει τα διάφορα αποδεικτικά μέσα και τις μαρτυρικές καταθέσεις μεταξύ τους, ούτε να προσδιορίσει ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως. Παρά ταύτα αιτιολόγησε γιατί δεν έκρινε πειστικές τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως Δ. Κ., Ά. Σ., Ν. Μ., Σ. Φ., Ε. Σ., Δ. Κ. και Ν. Χ., ότι, δηλαδή, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι δύο πρώτοι είχαν εξοφληθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής τους, οι δε λοιποί ήταν υπάλληλοι ή συνεργάτες της ωφεληθείσας εταιρίας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ". ε) Αιτιολογείται γιατί ο αναιρεσείων Κ. Π., κατά μήνα Ιούλιο 2002, αποχώρησε από το έργο, παρά το ότι μέχρι τότε πληρωνόταν κανονικά. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η αποχώρησή του οφειλόταν στους φόβους του ότι, λόγω οικονομικής δυσπραγίας της εταιρίας, υπήρχε πιθανότητα να μην πληρωνόταν πλέον, οπότε, ως προς το σημείο αυτό, δεν υπάρχει καμιά αντίφαση. στ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται η ταυτότητα των φυσικών προσώπων της εταιρίας "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", τα οποία θα ήταν οι αποδέκτες του παράνομου περιουσιακού οφέλους. Επομένως, οι, από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, πρώτος των πρώτης και δεύτερης και μοναδικός της τρίτης αιτήσεως λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος των πρώτης και δεύτερης αιτήσεων, με τον οποίο πλήττεται αυτό για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 386§1 και 27§2 εδ. β του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Κ. Π., κατά το μέρος που αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (έγκληση πολιτικώς ενάγοντος, έγγραφα, μαρτυρικό υλικό) ιδίως όσον αφορά το χρόνο, κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, και ως προς την κρίση για την οικονομική δυσπραγία της εταιρίας, είναι απαράδεκτος, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ αριθ. 153/30.11.2010, 154/30.11.2010 και 160/17.12.2010 αιτήσεις των Δ. Κ. του Α., Γ. Σ. του Μ. και Κ. Π. του Χ., αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθ. 2406/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη εφέσεων κατηγορουμένων κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη από κοινού. Στοιχεία εγκλήματος. Απόρριψη αιτήσεων.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 671/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας, Ε. Π. του Χ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8848/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2011 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 713/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 338/8.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. β' και 528 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την α) υπ' αριθ 4128/27-5-2010 αίτηση της Ε. Π. του Χ., την οποίαν υπέβαλε δια του -νομοτύπως εξουσιοδοτημένου- συνηγόρου του, Νικολάου Χατζή, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την - καταστάσα ήδη αμετάκλητη - υπ' αριθ. 8848/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (καθόσον η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 404/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου) δια της οποίας αποφάσεως αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Α) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)... 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές, των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1239/1998, Π.Χ. ΜΘ/682, ΑΠ 127/2001, Π.Χ. ΝΑ/896, ΑΠ 557/2002, Π.Χ. ΝΓ/37, ΑΠ 1787/2001, Ποιν. Λόγος Α/2054, ΑΠ 759/2003, Ποιν.Δικ. 2004/1048). Β) Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Εάν δε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν δηλαδή είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου. Γ) Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16§§1 και 2 του ν. 2516/1997 "ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων και άλλες διατάξεις", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξης (6.2.2002 μέχρι 27.5.2003): "1. Σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθησόμενων κανονιστικών πράξεων, καθώς και των όρων ή περιορισμών που τίθενται στις άδειες εγκαταστάσεως και λειτουργίας, είναι δυνατόν να επιβληθεί, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής, η ολική ή μερική, προσωρινή ή οριστική, διακοπή της λειτουργίας της δραστηριότητας. Η διακοπή λειτουργίας συντελείται με τη σφράγιση των εγκαταστάσεων από τα όργανα της υπηρεσίας αυτής, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, όταν αυτή καθίσταται αναγκαία. Επίσης, η υπηρεσία αυτή, μετά από προηγούμενη ενημέρωση του φορέα, δύναται να ειδοποιήσει ειδικώς τις υπηρεσίες της Δ.Ε.Η., οι οποίες υποχρεούνται στη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της συγκεκριμένης εγκατάστασης. Στους παραβάτες των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθησόμενων κανονιστικών πράξεων ή των όρων και περιορισμών που διαλαμβάνονται στις άδειες εγκατάστασης ή λειτουργίας, εφόσον δεν αποφασίζεται ή κατά τα ανωτέρω διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού από πενήντα χιλιάδες (50.000) μέχρι είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αν επιχείρηση (βιομηχανία, βιοτεχνία, επαγγελματικό εργαστήριο κλπ) που υπάγεται στις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρα 1επ.) λειτουργεί χωρίς άδεια, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Αδειοδοτούσας Αρχής έχουν τη διακριτική ευχέρεια είτε να διακόψουν, ολικά ή μερικά, προσωρινά ή οριστικά, τη λειτουργία της με τη σφράγιση των εγκαταστάσεών της είτε, εάν δεν επιβάλουν διακοπή, να της επιβάλουν πρόστιμο, εάν δε έχει εκδοθεί, κατ’ εξουσιοδότηση του εν λόγω νόμου, κανονιστική πράξη, με την οποία διατάσσεται η διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οι αρμόδιοι υπάλληλοι έχουν την υποχρέωση να την εκτελέσουν, διαπράττοντας, άλλως, την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ. Ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 2965/2001 "βιώσιμη ανάπτυξη Αττικής και άλλες διατάξεις" (ο οποίος ίσχυε παραλλήλως με τον ν. 2516/1997 - άρθρο 14 αυτού), στο άρθρο 11§3 του οποίου ορίζεται ότι "βιομηχανίες, βιοτεχνίες και επαγγελματικά εργαστήρια, που η λειτουργία τους δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν εντός έτους με τεχνική ανασυγκρότηση, εφόσον αυτή είναι εφικτή, να προσαρμοσθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Μετά την παρέλευση του έτους η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης, να προχωρήσει στη σφράγιση των εγκαταστάσεων και να δώσει εντολή στο Διαχειριστή Δικτύου ή Συστήματος για τη διακοπή της ηλεκτροδότησης". Η διάταξη, λοιπόν, αυτή για την ευχέρεια υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση αδείας μέσα σε ένα έτος δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αν αποδεικνύεται ότι δεν είναι εφικτή η τεχνική ανασυγκρότηση μιας βιομηχανίας, βιοτεχνίας κ.λπ., ώστε η λειτουργία της να είναι συμβατή με τις κείμενες διατάξεις. Τέλος, εκδόθηκε ο ν. 3325/2005 "ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών, βιοτεχνικών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 39§1 του οποίου καταργήθηκε το μέρος πρώτο του ν. 2516/1997 (στο οποίο περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν) και οι διατάξεις του ν. 2965/2001 πλην των άρθρων 19 έως και 29 αυτού. Όμως, με το άρθρο 24§§1 και 2 του τελευταίου αυτού νόμου ορίζεται ότι: "1. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, καθώς και μη τήρησης των όρων ή περιορισμών που τίθενται με αποφάσεις της Αδειοδοτούσας Αρχής πλην των κυρώσεων της παρ. 2, μπορεί να επιβληθεί, με απόφαση της ίδιας Αρχής, η ολική ή μερική, προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας της δραστηριότητας. Η διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας πραγματοποιείται από τα όργανα της Αδειοδοτούσας Αρχής, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, με τη σφράγιση του παραγωγικού της εξοπλισμού ή σε περίπτωση αποθήκης ή άλλων επικίνδυνων εγκαταστάσεων με τη σφράγιση αυτών. Η Αδειοδοτούσα Αρχή, μετά από ενημέρωση του φορέα της επιχείρησης, μπορεί να ζητήσει τη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στη συγκεκριμένη εγκατάσταση από το Διαχειριστή του Δικτύου ή του Συστήματος Ηλεκτροδότησης, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν στη ζητούμενη διακοπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη σχετική ειδοποίησή τους. Σε ειδικές περιπτώσεις και εφόσον επιβάλλεται σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου η διακοπή λειτουργίας των δραστηριοτήτων, η Αδειοδοτούσα Αρχή επιτρέπει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με απόφασή της που εκδίδεται, εφάπαξ, τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας τους για τη βιομηχανοποίηση αποθεμάτων πρώτων υλών, που είναι επικίνδυνες για το περιβάλλον ή την ασφάλεια της περιοχής. 2. Σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού ή δεν τηρούν τους όρους και περιορισμούς που καθορίζονται με τις αποφάσεις της Αδειοδοτούσας Αρχής, εφόσον δεν επιβάλλεται μερική ή ολική, προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας, επιβάλλεται, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής, πρόστιμο από εκατόν πενήντα (150) ευρώ μέχρι εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ ...". Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η Αδειοδοτούσα Αρχή εξακολουθεί να υπέχει την υποχρέωση να διακόπτει τη λειτουργία της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που παραβαίνουν τις διατάξεις του νόμου (που λειτουργούν, π.χ., χωρίς άδεια) ή, τουλάχιστον, να επιβάλει πρόστιμο και με τον νεότερο αυτόν νόμο δεν εισάγονται ευνοϊκότερα υπέρ των επιχειρήσεων μέτρα, τα αρμόδια όργανα της εν λόγω Αρχής που τέλεσαν, κατά τα ανωτέρω, την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος υπό την ισχύ των προγενεστέρων διατάξεων του ν. 2516/1997, εξακολουθούν να υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις με βάση τις (όμοιες) υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από τις προϊσχύουσες διατάξεις, εφόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε υπό το κράτος της ισχύος εκείνων. Δ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 8848/2009 απόφασή του, -- που ήδη είναι αμετάκλητη, καθόσον, η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 404/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου,-- το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενό της Κ. Μ. για παράβαση καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση που τελέστηκε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 6 Φεβρουαρίου 2002 μέχρι 27 Μαΐου 2003, και συνίσταται στο ότι με την ιδιότητα των υπαλλήλων, κατ' άρθρο 13α και 263α του ΠΚ, με πρόθεση παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλους παράνομο όφελος και να βλάψουν άλλους. Ειδικότερα η μεν πρώτη είναι Προϊσταμένη της Δ/νσεως Ορυκτού Πλούτου και Βιομηχανίας - Κεντρικού Τομέα Νομαρχίας Αθηνών και ο δεύτερος υπάλληλος της υπηρεσίας αυτής στα καθήκοντα τους δε ανάγεται και η σφράγιση των εγκαταστάσεων των παρανόμως λειτουργουσών βιομηχανιών, βιοτεχνιών, επαγγελματικών εργαστηρίων κλπ., σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2516/97. Με την υπ' αριθ. πρωτ. 153/01/4-2-2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και μετά από ενέργειες της μηνύτριας Χ. Π., αποφασίσθηκε η διακοπή λειτουργίας του παρανόμως λειτουργούντος επί της οδού ... στην Αθήνα, της Π. Θ., εργαστηρίου κατασκευής κεντημάτων επί υφάσματος, διά της σφραγίσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού. Οι κατηγορούμενοι, μετά την κοινοποίηση της απόφασης αυτής και τουλάχιστον μετά την έκδοση της υπ' αριθ. πρωτ. 16281/30-4-2002 απόφασης του ίδιου Νομάρχη, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της Θ. κατά της προαναφερθείσης απόφασης, όφειλαν να προβούν στη σφράγιση του μηχανολογικού εξοπλισμού του παρανόμως λειτουργούντος επαγγελματικού εργαστηρίου, το οποίο είχε εγκαταστήσει η ανωτέρω στο ισόγειο διαμέρισμα της ως άνω πολυκατοικίας, για να εξασφαλισθεί η πραγματική διακοπή της λειτουργίας των εγκαταστάσεων, οι οποίες προκαλούσαν οχλήσεις από θόρυβο και κραδασμούς και καθιστούσαν (και εξακολουθούν) να καθιστούν αδύνατη τη διαβίωση της μηνύτριας και του ανηλίκου τέκνου της, στο υπόγειο διαμέρισμά της, το οποίο βρίσκεται ακριβώς κάτω από το διαμέρισμα της Θ.. Οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να ωφελήσουν τη Θ. και το σύζυγό της, διότι συνεχίσθηκε και συνεχίζεται η λειτουργία της παράνομης επιχείρησης, παρά την ύπαρξη των ως άνω αποφάσεων, παρά τη δήλωση παύσης εργασιών κλπ, και να βλάψουν τη μηνύτρια, η οποία αδυνατεί να διαβιώσει με το ανήλικο τέκνο της, χωρίς κίνδυνο για την ψυχική τους υγεία, στο διαμέρισμά της λόγω των συνεχιζόμενων θορύβων και κραδασμών, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα προκαλούνται από τη λειτουργία των μηχανών, όπως προκύπτει από την από 28-1-2002 έκθεση αυτοψίας των ίδιων των κατηγορουμένων. Ε) Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 13/11/2001 η πολιτικώς ενάγουσα Χ. Π. με το 6537/13-11-2001 έγγραφό της κατήγγειλε στην αρμόδια Υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών (Δ/νση Ορυκτού Πλούτου) εγγράφως και προφορικώς ενώπιον της πρώτης κατηγορουμένης Ε. Π., Διευθύντριας του άνω Τμήματος, ότι πάνω από ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα στην οδό ..., όπου διέμενε με τον ανήλικο γιο της Χ., που γεννήθηκε στις 8/12/1988, στον ημιώροφο οι ιδιοκτήτες διαμερίσματος Γ. Θ. και Π. Θ. λειτουργούσαν παράνομα βιοτεχνία με μηχανή κεντημάτων λευκών ειδών και προκαλούσαν έτσι κραδασμούς κα ηχορύπανση και χωρίς μάλιστα την άδεια της αρμόδιας αρχής. Η πρώτη κατηγορουμένη διαβεβαίωσε την μηνύτρια ότι εφόσον είναι αληθή όσα καταγγέλλει, ότι δηλαδή λειτουργεί βιοτεχνία χωρίς άδεια, θα παύσει η λειτουργία της. Μετά 15 ημέρες από την καταγγελία η μηνύτρια επανήλθε στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης για να πληροφορηθεί για την πορεία της καταγγελίας της και αυτή (κατηγορουμένη) την παρέπεμψε στον κατηγορούμενο Κ. Μ., ο οποίος ήταν υπάλληλος (όπως και η πρώτη κατηγορουμένη) και αρμόδιος για τη διερεύνηση της καταγγελίας. Τότε αυτός είπε στη μηνύτρια "να ξηλώσει την πέργκολα" που είχε κατασκευάσει στον εξωτερικό χώρο του διαμερίσματός της (για το οποίο δεν είχε καμία υλική αρμοδιότητα, γιατί το ζήτημα αυτό αφορούσε την Πολεοδομία και για το ζήτημα αυτό υπήρχε διαφορά με τους καταγγελλόμενους συνιδιοκτήτες). Το περιστατικό αυτό προκύπτει από την κατάθεση της μηνύτριας, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος στην απολογία του δέχεται ότι κατά τη συνάντησή τους αυτή έγινε λόγος για την πέργκολα όχι όπως τα αναφέρει η μηνύτρια αλλά πιθανόν να ρώτησε την μηνύτρια "μήπως τσακωθήκατε για την πέργκολα" χωρίς όμως να διευκρινίζει πώς αυτός είχε λάβει γνώση για το θέμα της πέργκολας, καθ’ ον χρόνο πραγματοποίησε την αυτοψία μεταγενέστερα, στις 28.1.2002 (με αριθ. 153/02). Με την ανωτέρω αυτοψία προτείνεται η έκδοση απόφασης διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης γιατί δεν έχει άδεια λειτουργίας και από τη λειτουργία της μηχανής μπορεί να προκαλείται όχληση από θόρυβο και κραδασμούς στο διαμέρισμα της μηνύτριας. Σημειώνεται δε ότι στο έγγραφο της αυτοψίας που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους γίνεται μνεία του υπ’ αριθ.1040/30-1-02 εγγράφου της Νομαρχίας Αθηνών με το οποίο διαβιβάσθηκαν μέσω FAX καταγγελίες της μηνύτριας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Πολίτη.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 153/4-2-2002 απόφαση Νομάρχη Αθηνών με την οποία αποφασίσθηκε η διακοπή της λειτουργίας του ως άνω εργαστηρίου της Π. Θ. "δια της σφράγισης του μηχανολογικού εξοπλισμού" λαμβάνοντας υπόψη και την από 28-1-2002 έκθεση - εισήγηση των κατηγορουμένων. Κατά της ανωτέρω απόφασης η Π. Θ. άσκησε την υπ’ αριθμ. 1207/27-2-2002 ένστασή της και οι κατηγορούμενοι με το από 5/5/2002 ενημερωτικό σημείωμά τους προς τον Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής πρότειναν την απόρριψη της προσφυγής και ακολούθως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 6281/30-4-2002.απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Π. Θ. . Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε "με απόδειξη" στην Δ/νση Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχίας Αθηνών – βλ. 2738/27-5-2002 επισημείωση του αριθμού Πρωτοκόλλου Εισερχομένων Εγγράφων στην απόφαση αυτή. Οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της ανωτέρω απόφασης στις 27/5/2002 και όφειλαν τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή να εφαρμόσουν την προαναφερόμενη 153/2002 απόφαση του Νομάρχη. Από την ανωτέρω ημερομηνία και εφεξής δε είχαν καμία δικαιολογία να μην εφαρμόσουν την απόφαση (όπως ισχυρίζονται για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης μέχρι την κοινοποίηση της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής, κατά το οποίο ανέμεναν την τελεσιδικία της απόφασης). Όφειλαν οι κατηγορούμενοι να εκτελέσουν άμεσα την απόφαση ενόψει και των προαναφερομένων εγγράφων καταγγελιών της μηνύτριας (με αναφορές και προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Πολίτη) αλλά και των καταγγελιών της μηνύτριας ότι συνεχίζεται η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης. Αντίθετα αυτοί μετά πάροδο πλέον του μηνός από τη γνώση της απόφασης προέβησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης στις 1/7/2002 με την επισημείωση και αιτιολογία "έγινε διακοπή εργασιών από ΔΟΥ ΑΡΧΕΙΟ" χωρίς να προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου η δυνατότητα αρχειοθέτησης και μη εκτέλεσης μιας απόφασης του Νομάρχη που διατάσσει τη διακοπή της λειτουργίας της προαναφερόμενης επιχείρησης "δια της σφραγίσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού" εάν ο επιχειρηματίας προβεί σε δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εστάλη στις 21/6/2002 με FAX προς τον δεύτερο κατηγορούμενο η από η από 13/6/2002 βεβαίωση διακοπής εργασιών της ΔΟΥ ΙΕ' Αθηνών από την οποία προκύπτει ότι στις 13/6/2002 η Π. Θ. υπέβαλε δήλωση διακοπής εργασιών από 10/6/2002 με αιτία διακοπής "Παύση εργασιών" της ανωτέρω επιχείρησής της. Επισημαίνεται ότι η αρχειοθέτηση της απόφασης για τον προαναφερόμενο λόγο από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε συνήθη έστω πρακτική (δημοσιοϋπαλληλική) καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τα στοιχεία έστω και μιας παρόμοιας υπόθεσης από αυτές που χειρίσθηκαν επί σειρά ετών. Άλλωστε και δεν μπορούσε να υπάρχει παρόμοια περίπτωση, αφού έτσι θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε επιχειρηματίας να αποφύγει την εκτέλεση παρόμοιας απόφασης με ανειλικρινή δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ με συνέπεια να εξουδετερώνει την εφαρμογή αποφάσεων της Διοίκησης που λαμβάνονται μετά από μακροχρόνιες διαδικασίες και να αρχίζει εκ νέου ο θιγόμενος νέο μαραθώνιο για να ικανοποιηθούν τα ήδη κριθέντα δίκαια αιτήματά του. Στην προκειμένη δε περίπτωση όπως προκύπτει από σωρεία εγγράφων η εν λόγω επιχείρηση συνέχιζε τη λειτουργία της και μετά τη δήλωση διακοπής της στην αρμόδια ΔΟΥ, παρά δε τις κατ’ επανάληψη διαμαρτυρίες της μηνύτριας ο δεύτερος κατηγορούμενος μόλις στις 18/11/2003 προέβη στη σφράγιση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργαστηρίου, δηλαδή τότε προέβη στην εκτέλεση της 153/2001 απόφασης του νομάρχη Αθηνών. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν είχαν πρόθεση να βλάψουν την μηνύτρια και να ωφελήσουν την ιδιοκτήτρια της επιχείρησης αντίθετα αυτοί επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο σε βάρος της επικαλούμενοι ότι από 23/11/2001 ισχύει ο νόμος 2965/2001 που στο άρθρο 11§3 αυτού ορίζει ότι "βιομηχανίες, βιοτεχνίες και επαγγελματικά εργαστήρια, που η λειτουργία τους δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν εντός έτους με τεχνική ανασυγκρότηση, εφόσον αυτή είναι εφικτή, να προσαρμοσθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Μετά παρέλευση έτους η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης, να προχωρήσει στη σφράγιση των εγκαταστάσεων και να δώσει εντολή στο Διαχειριστή Δικτύου ή Συστήματος για τη διακοπή της ηλεκτροδότησης. Η παραπάνω προθεσμία μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη έτος με την προϋπόθεση ότι η μονάδα έχει εξασφαλίσει εδαφική έκταση σε περιοχή όπου επιτρέπεται η μετεγκατάστασή της" και ότι στο άρθρο 13 του Ν. 2965/2001 ορίζεται ότι "Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος τιμωρείται με χρηματικό πρόστιμο και με προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης κατά τη διαδικασία του άρθρου 16 Ν. 2516/1997". Οι ανωτέρω ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι, γιατί από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η Π. Θ. μπορούσε να προβεί στην τεχνική ανασυγκρότηση της επιχείρησής της και ότι αυτή η τεχνική ανασυγκρότηση ήταν εφικτή για να εξακολουθήσει να λειτουργεί η επιχείρησή της και η επιβολή της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης (χωρίς μάλιστα και την επιβολή χρηματικού προστίμου), δεν υποδηλώνει ότι επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο. Πέρα από αυτά αδιαμφισβήτητο τυγχάνει το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκτέλεσαν την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη (που οι ίδιοι συνέταξαν ως υπάλληλοι και παρά τις εισηγήσεις τους για απόρριψη της ένστασης της Π. Θ.) κατά το χρονικό διάστημα από 6/2/2002 που τους κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. 153/2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και τουλάχιστον μετά την κοινοποίηση της υπ’ αριθμ. 18281/30-4-2002 απόφασης του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Π. Θ., όφειλαν, ως υπάλληλοι που είχαν ως καθήκον τη σφράγιση των εγκαταστάσεων των παρανόμως λειτουργουσών βιομηχανιών, βιοτεχνιών, επαγγελματικών εργαστηρίων κλπ σύμφωνα με το άρθρο 16 Ν. 2516/1997, να προβούν στη σφράγιση του μηχανολογικού εργαστηρίου που λειτουργούσε χωρίς άδεια, για να εξασφαλισθεί η πραγματική διακοπής της λειτουργίας των εγκαταστάσεων ο οποίες προκαλούσαν όχληση από θόρυβο και κραδασμούς και καθιστούσαν αδύνατη τη διαβίωση της μηνύτριας και του ανήλικου γιου της. Οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν (τουλάχιστον) μέχρι 27/5/2003 στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να ωφελήσουν την Π. Θ. και το σύζυγό της διότι συνεχίσθηκε τουλάχιστον μέχρι 27/5/2003 (που αφορά την κρινόμενη μήνυση) η λειτουργία της παράνομης επιχείρησης από την οποία η ανωτέρω ιδιοκτήτρια και ο σύζυγός της απολαμβάνουν οικονομικά οφέλη και να βλάψουν τη μηνύτρια η οποία αδυνατούσε να διαβιώσει με το ανήλικο τέκνο της χωρίς κίνδυνο για την ψυχική τους υγεία στο εν λόγω διαμέρισμα. Ο δόλος των κατηγορουμένων να παραβούν τα καθήκοντά τους και να ωφελήσουν την Π. Θ. με αντίστοιχη βλάβη της μηνύτριας προκύπτει 1) από τη σχετική κατάθεση της μηνύτριας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. 2) Από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος στην πρώτη συνάντησή του με τη μηνύτρια, χωρίς να είναι αρμόδιος προς τούτο είπε στη μηνύτρια να ξηλώσει την πέργκολα που αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ της μηνύτριας και του ζεύγους Θ., γεγονός που ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί πριν πραγματοποιήσει την αυτοψία στον χώρο. 3) Από το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενοι έθεσαν στο αρχείο την απόφαση του Νομάρχη κατόπιν της δήλωσης διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ, χωρίς αυτό να επιτρέπεται από καμία διάταξη νόμου, χωρίς να έχει έστω εφαρμοσθεί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση παρόμοια λύση. 4) Οι ενέργειες αυτές έγιναν από πεπειραμένους υπαλλήλους με γνώση του αντικειμένου τους. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της παράβασης καθήκοντος από κοινού και κατ’ εξακολούθηση". ΣΤ) Ωστόσο, μετά την καταδικαστική αυτή απόφαση -σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της- αποκαλύφθηκαν οι παρακάτω νέες αποδείξεις, οι οποίες από μόνες τους ή τουλάχιστον σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο, το οποίο την καταδίκασε, καθιστούν φανερό ότι η μη εκτέλεση της απόφασης του Νομάρχη Αθηνών δεν στοιχειοθετεί παράβαση καθήκοντος της κατά την έννοια του άρθ. 259 Π.Κ.: α) Η από 17-04-2002 εγκύκλιος του Υπουργείου Ανάπτυξης με θέμα "Εφαρμογή του Ν. 2965/2001 (ΦΕΚ 270/Α) για τη βιώσιμη ανάπτυξη της Αττικής", που εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, από την οποία προκύπτει ότι η εφαρμογή του εν λόγω νόμου (ο οποίος σε περίπτωση σύγκρουσης κατισχύει, ως ειδικότερος, του Ν. 2516/1997), δεν θίγει τις ισχύουσες, σε περίπτωση αλλαγής χρήσης, πολεοδομικές διατάξεις. Ειδικότερα, στην παρ. 7 τονίζεται ότι "το ζητούμενο είναι πάντα η κατά νόμον οικοδομική άδεια, δηλ. άδεια σύμφωνη με τις πολεοδομικές διατάξεις. Εάν η ασκούμενη δραστηριότητα ή η ζητούμενη να ασκηθεί σε υπάρχον κτίριο είναι διαφορετική από την εγκριθείσα χρήση του, απαιτείται αλλαγή χρήσεως από την Πολεοδομία. β) Το ΦΕΚ με αριθ. φύλλου 380/24-05-1989, το οποίο παραθέτει την υπ' αριθ. 44242/2361 Κοινή Υπουργική Απόφαση που καθορίζει τη διαδικασία και τους όρους σφράγισης ακινήτων σε περίπτωση μεταβολής χρήσεως. Πράγματι, δυνάμει του άρθ. 3 αυτής, προβλέπεται ότι "1. Εντεταλμένοι υπάλληλοι της πολεοδομικής υπηρεσίας, παρούσης της οικείας αστυνομικής αρχής, μεταβαίνουν επιτόπου και πραγματοποιούν τη σφράγιση..." Επομένως, αφ' ης στιγμής επρόκειτο για κατοικία, αποκλειστικά αρμόδια να προβεί στην σφράγιση, και κατ' επέκταση να εκτελέσει την σχετική απόφαση της Υπηρεσίας της, ήταν η Πολεοδομία. γ) Το από 06-05-2010 με αριθ. πρωτ. Εισερχομένου Υπηρεσίας 5268/25-05-2010 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με αναφορά που έλαβε με θέμα τη μη σύννομη λειτουργία εργαστηρίου, όπου, μεταξύ των λόγων παύσης λειτουργίας του, αναφέρει και "ότι οι χρήσεις γης στην εν λόγω περιοχή είναι αμιγούς κατοικίας", καθώς και σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ, στις οποίες παραπέμπει, και αφορούν στην σφράγιση εγκαταστάσεων όταν η χρήση δεν είναι συμβατή με τις χρήσεις της περιοχής (ΣτΕ 1258/2000, 1057/2000, 577/1999, 2937/1998, 1440/1997). Οι εν λόγω αποφάσεις διαλαμβάνουν ότι "... σε περίπτωση χρήσεων των ακινήτων διαφορετικών από εκείνες που προβλέπονται από τις ισχύουσες στην περιοχή πολεοδομικές διατάξεις, επιβάλλεται η σφράγιση τους μέχρι ένα χρόνο και σε περίπτωση υποτροπής οριστικά πέραν από την επιβολή άλλων κυρώσεων που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Στις πιο πάνω περιοχές για κάθε χρήση ή αλλαγή χρήσεως ακινήτου απαιτείται η βεβαίωση της οικείας πολεοδομικής υπηρεσίας ότι η συγκεκριμένη χρήση είναι σύμφωνη με τις προβλεπόμενες από τις ισχύουσες για την περιοχή χρήσεις". δ) Η από 28-01-2003 με αριθ. πρωτ. 6/21768/4736/β/4 κοινοποίηση έκθεσης αυτοψίας και διακοπή οικοδομικών εργασιών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, με την συνημμένη από 27-01-2003 έκθεση αυτοψίας που τοιχοκολλήθηκε στην οικοδομή της μηνύτριας Χ. Π., επί της οδού ... αριθ. 14, από την οποία προκύπτει ότι η οικεία Πολεοδομική αρχή, κατόπιν σχετικής καταγγελίας του διαχειριστή, είχε επιβάλει διακοπή των εργασιών στην συγκεκριμένη οικοδομή, χαρακτηρίζοντας την ως αυθαίρετη, μεταξύ άλλων, λόγω μη νομιμοποίησης "της αλλαγής χρήσεως σε τμήμα του υπογείου (που προβλέπεται από την υπ' αριθ. 2883/60 οικοδομική άδεια ως βοηθητικός χώρος) σε χώρο κατοικίας (κυρίας χρήσεως) 80 τ.μ.". Της επέβαλε μάλιστα τα αντίστοιχα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης. ε) Το από 02-08-2002 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης με θέμα "Λειτουργία βιομηχανικών μονάδων και επαγγελματικών εργαστηρίων κατά παράβαση του Π.Δ. 84/84", το οποίο προβλέπει ρητά ότι με το άρθ. 11 του Ν. 2965/2001 (που αντικατέστησε το ως άνω Π.Δ.), παρέχεται στις βιομηχανίες, βιοτεχνίες και τα επαγγελματικά εργαστήρια η δυνατότητα συμμόρφωσης στις διατάξεις του νέου νόμου, δια της υποβολής αιτήσεως για χορήγηση άδειας λειτουργίας, κατόπιν τεχνικής ανασυγκρότησης. Έτσι, ορίζεται ότι "... σε περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί αποφάσεις διακοπής λειτουργίας αλλά δεν έχουν εκτελεσθεί ..." (μέχρι και ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου, ήτοι μέχρι την 23-11-2002), "... δεν θα πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία οριστικής διακοπής λειτουργίας (σφράγιση της εγκατάστασης και διακοπή ρεύματος), αλλά θα πρέπει να δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος που του παρέχει ο Ν. 2965/2001". στ) Η υπ' αριθ. 1124/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Τμήμα Ε'), το οποίο, δεχόμενο σχετική αίτηση ενδιαφερομένου φυσικού προσώπου, ακύρωσε την από 19-07-2001 απόφαση του Νομάρχου Αθηνών (καθώς και την ακολούθως εκδοθείσα απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής), διότι απεφάνθη ότι η εν λόγω πράξη αναρμοδίως υπεγράφη κατά το χρονικό διάστημα έκδοσής της, από την Βοηθό Νομάρχη Αθηνών Α. Α., δεδομένου ότι, η μνημονευόμενη στο προοίμιο της προσβαλλομένης πράξεως υπ' αριθμ. 44762/1999 κανονιστική, , απόφαση της Νομάρχου Αθηνών, με την οποία μεταβιβάσθηκε στην προαναφερθείσα "η αρμοδιότητα να υπογράφει", μεταξύ άλλων, "αποφάσεις, έγγραφα ή άλλες πράξεις" αφορώσες την "ανάκληση άδειας λειτουργίας Μ. Επιχειρήσεων", καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται προς τούτο στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών στις 18 Απριλίου 2002 και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 25-4-2002 της εφημερίδας "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ". Υπό τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω κανονιστική απόφαση δεν είχε αποκτήσει νόμιμη υπόσταση. Κατά συνέπεια, και η υπ' αριθ. 153/4-2-2002 απόφαση διακοπής λειτουργίας της Νομάρχου Αθηνών, στο προοίμιο της οποίας αναφέρεται ρητά η ως άνω με αριθ. πρωτ. 44762/1999 απόφαση της ιδίας, για "Ανάθεση άσκησης αρμοδιοτήτων στην Βοηθό Νομάρχη Α. Α." και η οποία υπογράφεται από την τελευταία, αναρμοδίως εξεδόθη, σύμφωνα με τα παραπάνω, σε χρονικό διάστημα προγενέστερο της 25-04-2002, καθιστάμενη ως εκ τούτου ακυρωτέα. ζ) Η υπ' αριθ. 868/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 17°), η οποία καταλήγει σε ανάλογο συμπέρασμα σχετικά με την έλλειψη νομίμου υποστάσεως της εν λόγω κανονιστικής απόφασης. η) Η υπ' αριθ. 8541/2009 ερήμην εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (29° Τμήμα). Πρόκειται για την απόφαση που εκδόθηκε επί της από 31-01-2007 αγωγής της κ. Π. και του υιού της Χ., με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί τόσο η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθήνας - Πειραιά, όσο και αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στην εν λόγω υπόθεση, να της καταβάλουν, στην μεν πρώτη το ποσό των 189.726,58 €, στον δε δεύτερο το ποσό των 310.560,00 €, ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθ. 105-106 Εισ ΝΑΚ για τις δήθεν παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σ' αυτούς δημόσιας εξουσίας. θ) Η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 238Β/13.03.1998), δυνάμει της οποίας είχε ορισθεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση άδειας λειτουργίας επιχείρησης, και η έναρξη επιτηδευματία από την οικεία Δ.Ο.Υ. (βλ. σελ. 2335 παρ. 3, 4). ι) Η από 21-01-2002 με αριθ. πρωτ. 5636/2001 απόφαση Νομάρχη Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε σε ανάλογη περίπτωση η διακοπή λειτουργίας αποθήκης φιαλών υγραερίου. Ζ) Σε σχέση, με τα ανωτέρω έγγραφα τα οποία η αιτούσα θεωρεί ως "νέες αποδείξεις" θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: 1) Το περιεχόμενο των υπό στοιχ α, β, γ, δ εγγράφων και η όλη επιχειρηματολογία της ότι τάχα υπήρξε αλλαγή χρήσεως του διαμερίσματος και επομένως αρμόδια ήταν η πολεοδομία και όχι η υπηρεσία της για την σφράγιση δεν προσήκουν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί στις 1-7-2002 έθεσε την υπόθεση στο Αρχείο, χωρίς να επικαλείται λόγους αναρμοδιότητας τόσο για την ενέργεία της αυτή, όσο και τις προηγηθείσες (Απόφαση διακοπής λειτουργίας εργαστηρίου-ενημερωτικό σημείωμα επί της προσφυγής Π. Θ.), και ως εκ τούτου γνώριζε ασφαλώς ότι η η υπηρεσία της, ως Αδειοδοτούσα Αρχή, ήταν αρμόδια και για την σφράγιση του παραγωγικού μηχανικού εξοπλισμού σύμφωνα με το άρθρο 24§§1,2 του Ν. 2965/2001- κατά τα προαναφερθέντα- η οποία άλλωστε σφράγιση έγινε πολύ αργότερα ήτοι στις 16-11-2003 από συγκατηγορούμενό της Κ. Μ. χωρίς να εμπλακεί η πολεοδομία. 2) το γεγονός, ότι στο δωμάτιο ενός διαμερίσματος τοποθετήθηκε μια κεντητική μηχανή της οποίας η ισχύς δεν ξεπερνούσε τους 2,0 HP, δεν σημαίνει ότι το διαμέρισμα άλλαξε χρήση και έγινε εργαστήριο, ανεξάρτητα το εάν μπορεί να προκληθούν ενοχλήσεις από την λειτουργία αυτής και πρέπει για τον λόγο αυτό να απαγορευθεί Τούτο άλλωστε προκύπτει και από την με ημερομηνία 18-1-2002 έκθεση αυτοψίας. που υπογράφεται από την ίδια και τον προαναφερθέντα Κ. Μ.. 3) Περαιτέρω το περιεχόμενο του υπό στοιχ ε' επικαλούμενου εγγράφου έχει ληφθεί υπόψη και έχει συνεκτιμηθεί από το δικάσαν Εφετείο και προκύπτει τούτο από την περικοπή του σκεπτικού της απόφασης "... Οι ανωτέρω ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι γιατί από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η Π. Θ. μπορούσε να προβεί στην τεχνική ανασυγκρότηση της επιχείρησής της και ότι αυτή η τεχνική ανασυγκρότηση ήταν εφικτή για να εξακολουθήσει να λειτουργεί η επιχείρησή της και η επιβολή της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης (χωρίς μάλιστα και την επιβολή χρηματικού προστίμου) δεν υποδηλώνει ότι επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο ...". Δεν πρόκειται συνεπώς για "νέο στοιχείο" άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν. 4) Ωσαύτως το επιχείρημα της αιτούσας το οποίο αρύεται από τις υπ στοιχ στ' και ζ' επικαλούμενες αποφάσεις 1124/2008 και 868/2005 του ΣΤΕ και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, ότι η υπ’ αριθ. 153/4-2-2002 νομαρχιακή απόφαση ήταν ανυπόστατη και δεν υπήρξε καθήκον κατά την έννοια του άρθρου 259 ΠΚ, που να απορρέει από την μη άμεση εκτέλεση της απόφασης αυτής είναι αβάσιμο καθόσον: ι)Οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούν την παραπάνω νομαρχιακή απόφαση, και έχει πλήρη ισχύ, λόγω του τεκμηρίου της νομιμότητος και της εκτελεστότητος των διοικητικών πράξεων, -εφόσον δεν έχει ακυρωθεί-, και δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση του ΣΤΕ, με την οποία ακυρώθηκε άλλη νομαρχιακή απόφαση, έστω και αν, στο προοίμιο αυτής, αναφέρεται η αυτή υπ’ αριθ. 44762/1999 κανονιστική πράξη. ιι) Ανεξαρτήτως αυτού ώφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, να την εκτελέσει, όπως είχε υποχρέωση κατά τις διατάξεις του άρθρ. 25 του ν. 3528/2007 "Κώδικας Δημοσίων Πολ. Διοικ. Υπαλλήλων και Υπαλ. ΝΠΔΔ". 5) Περαιτέρω το ισχυριζόμενο υπ' αυτής ότι αποδεικτικό στοιχείο δηλωτικό της αθωότητάς της,- το οποίο ήταν άγνωστο στους δικαστές που την δίκασαν- είναι και η υπ' αριθ 8541/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή απέρριψε την από 31-01-2007 αγωγής της κ. Π. και του υιού της Χ., τόσο κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθήνας - Πειραιά, όσο και εναντίον αυτής και του συγκατηγορουμένου της στην εν λόγω υπόθεση, να της καταβάλουν, στην μεν πρώτη το ποσό των 189.726,58 €, στον δε δεύτερο το ποσό των 310.560,00 €, ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθ. 105-106 Εισ ΝΑΚ για τις δήθεν παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους κατά την άσκηση της ανατιθέμενης σ' αυτούς δημόσια εξουσίας, είναι αβάσιμο. Και τούτο, καθόσον το δικαστήριο απέρριψε μεν την υλική ζημιά με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε πλην όμως τους δικαίωσε χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την "... μη νόμιμη παράλειψη οργάνων της εναγομένης να προβούν άμεσα σε σφράγιση του παρανόμως λειτουργούντος εργαστηρίου της Π. Θ. ...". Συγκεκριμένα το ανωτέρω δικαστήριο στην §8 της αποφάσεως του αναφέρει μεταξύ των άλλων τα εξής: "... δεν αποτελεί επαρκή λόγο παράλειψης εκτέλεσης των δύο αποφάσεων σφράγισης του εργαστηρίου της Π. Θ. η εκ μέρους της τελευταίας διαβεβαίωση προς την αρμόδια Υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιά ότι θα διακόψει τη λειτουργία του ως άνω εργαστηρίου της, ούτε η διακοπή εργασιών της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ΙΕ' Αθήνας (στις 10-6-2002) καθώς η διακοπή αυτή δεν εξασφάλιζε την πραγματική διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης της. Ενόψει αυτών, η επί μακρό χρονικό διάστημα, παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης να προβούν , σύμφωνα μα τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα ,σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων σφράγισης του παρανόμως λειτουργούντος εργαστηρίου της Π. Θ. ,συνιστά παράνομη παράλειψη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων ...". Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο αναφέρει τα παραπάνω έχοντας υπόψη του την υπ' αριθ.1456/2007 απόφαση του Εφετείου Αθήνας, με την οποία η αιτούσα και ο συγκατηγορούμενος της είχαν αθωωθεί και όχι, την μετ' αναίρεση αυτής επακολουθήσασα υπ' αριθ. 8848/2009 καταδικαστική για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. 6) Τέλος το αν αρκούσε, ή όχι η διαβεβαίωση της Π. Θ. προς την υπηρεσία της αιτούσας, ότι θα διακόψει τη λειτουργία του εργαστηρίου της, ή, η διακοπή των εργασιών της προς την Δ.Ο.Υ., για να μην εκτελεσθεί η παραπάνω απόφαση σφραγίσεως του εργαστηρίου, το αν επληρούτο ή όχι η υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος στη συγκεκριμένη υπόθεση, το αν συνεχιζόταν η λειτουργία του εργαστηρίου ή όχι και μετά την δήλωση διακοπής της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και τις κατ' επανάληψη διαμαρτυρίες της μηνύτριας είναι ζητήματα που απασχόλησαν το δικάσαν δικαστήριο και έκρινε επ' αυτών- όπως προκύπτει από το σκεπτικό του - και επομένως τα όσα εκτίθενται από την αιτούσα στα υπό στοιχ θ' και ι' "έγγραφά" της αλλά και στα συνοδεύοντα ταύτα επιχειρήματά της, δεν έχουν βάση, στοχεύουν δε απαραδέκτως στην κατ' ουσίαν επανάκριση της υποθέσεως .Ειδικά μάλιστα το προβαλλόμενο υπ' αυτής επιχείρημα (εδραζόμενο στο υπό στοιχ ι' "έγγραφό" της), ότι επί παρόμοιας υποθέσεως αρκέσθηκαν και πάλι στο να ζητήσουν "διακοπή δραστηριότητος από την αρμόδια Δ.Ο.Υ" και μετά ταύτα την έθεσαν στο Αρχείο, και ότι με την επίκληση του νέου αυτού αποδεικτικό στοιχείο ανατρέπεται το σημείο εκείνο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης που επιχειρώντας να αιτιολογήσει την συνδρομή του απαιτούμενου δόλου στο πρόσωπο τους, διαλαμβάνει τα εξής: "... ότι η αρχειοθέτηση της απόφασης ... από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε συνήθη έστω πρακτική (δημοσιοϋπαλληλική), καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τα στοιχεία έστω και μιας παρόμοιας υπόθεσης από αυτές που χειρίσθηκαν επί σειρά ετών ...", είναι αβάσιμο. Και τούτο γιατί δεν πρόκειται για παρόμοια περίπτωση, αφού στην περίπτωση της Π. Θ. είχε αποφασισθεί η σφράγιση ενώ στην άλλη περίπτωση του Μ. Ε. όχι. Ενόψει λοιπόν των δεδομένων αυτών και των όσων προαναφέρθηκαν-, τα επικαλούμενα ως άνω στοιχεία, από την αιτούσα, καθώς και τα εξ αυτών αρυόμενα επιχειρήματα, δεν συνιστούν "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθόσον αυτά , είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να αγγίζει την βεβαιότητα, ότι αυτή είναι αθώος του εγκλήματος, για το οποίο αμετακλήτως καταδικάσθηκε. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας, -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη-, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα σε βάρος της (άρθρα 583 §1 Κ.Π.Δ, , σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ 4128/2010 αίτηση της Ε. Π. του Χ., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτής της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 8848/2009 αμετάκλητη. απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας. Αθήνα 6-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Αντιθέτως, δεν περιλαμβάνονται στα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές γεγονότα, α) όσα είχαν τεθεί υπόψη ρητά ή εμμέσως στο δικαστήριο και απορρίφθηκαν από αυτό, ή δεν εκτιμήθηκαν προσηκόντως και β) όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του συλλογισμού του δικαστηρίου, το οποίο αφορά στην ερμηνεία και την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ.1 εδ. α' και 527 παρ. 3 ΚΠοινΔ, αρμόδιο ν' αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 8848/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας κηρύχθηκε αυτή ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, για το λόγο ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή (αίτηση) νέα και άγνωστα στους δικαστές που την καταδίκασαν έγγραφα στοιχεία, γίνεται φανερό, ότι είναι αθώα της άνω πράξεως, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, παρά τη μη εμφάνιση και παράσταση της νόμιμα κλητευθείσας αιτούσας και του διορισθέντος αντικλήτου δικηγόρου αυτής Νικολάου Χατζή, (βλ. από 23-11-2010 και από 24-11-2010 αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεως της ..., επιμελήτριας της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), μη εφαρμοζομένου επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, του άρθρου 514 του ΚΠοινΔ, δυνάμει του οποίου απορρίπτεται η αίτηση ως ανυποστήρικτη, καθόσον δεν πρόκειται περί ενδίκου μέσου. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την αμετάκλητη 8848/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως από αυτή και τα ταυτάριθμα πρακτικά της προκύπτει, η αιτούσα, κηρύχθηκε ένοχη, σε δεύτερο βαθμό, ως υπαίτια παράβασης καθήκοντος, με το εξής αιτιολογικό:
"Στις 13/11/2001 η πολιτικώς ενάγουσα Χ. Π. με το 6537/13-11-2001 έγγραφό της κατήγγειλε στην αρμόδια Υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών (Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου) εγγράφως και προφορικώς ενώπιον της κατηγορουμένης Ε. Π., Διευθύντριας του άνω Τμήματος, ότι πάνω από ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα στην οδό ... - Αθήνα, όπου διέμενε με τον ανήλικο γιο της Χ., που γεννήθηκε στις 8/12/1988, στον ημιώροφο οι ιδιοκτήτες διαμερίσματος Γ. Θ. και Π. Θ. λειτουργούσαν παράνομα βιοτεχνία με μηχανή κεντημάτων λευκών ειδών και προκαλούσαν έτσι κραδασμούς κα ηχορύπανση και χωρίς μάλιστα την άδεια της αρμόδιας αρχής. Η πρώτη κατηγορουμένη διαβεβαίωσε την μηνύτρια ότι εφόσον είναι αληθή όσα καταγγέλλει, ότι δηλαδή λειτουργεί βιοτεχνία χωρίς άδεια, θα παύσει η λειτουργία της. Μετά 15 ημέρες από την καταγγελία η μηνύτρια επανήλθε στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης για να πληροφορηθεί για την πορεία της καταγγελίας της και αυτή (κατηγορουμένη) την παρέπεμψε στον κατηγορούμενο Κ. Μ., ο οποίος ήταν υπάλληλος (όπως και η πρώτη κατηγορουμένη) και αρμόδιος για τη διερεύνηση της καταγγελίας. Τότε αυτός είπε στη μηνύτρια "να ξηλώσει την πέργκολα" που είχε κατασκευάσει στον εξωτερικό χώρο του διαμερίσματός της (για το οποίο δεν είχε καμία υλική αρμοδιότητα, γιατί το ζήτημα αυτό αφορούσε την Πολεοδομία και για το ζήτημα αυτό υπήρχε διαφορά με τους καταγγελλόμενους συνιδιοκτήτες). Το παραπάνω περιστατικό προκύπτει από την κατάθεση της μηνύτριας, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος στην απολογία του δέχεται ότι κατά τη συνάντησή τους αυτή έγινε λόγος για την πέργκολα όχι όπως τα αναφέρει η μηνύτρια αλλά πιθανόν να ρώτησε την μηνύτρια "μήπως τσακωθήκατε για την πέργκολα" χωρίς όμως να διευκρινίζει πώς αυτός είχε λάβει γνώση για το θέμα της πέργκολας, καθ’ ον χρόνο πραγματοποίησε την αυτοψία μεταγενέστερα, στις 28.1.2002 (με αριθ. 153/02). Με την ανωτέρω αυτοψία προτείνεται η έκδοση απόφασης διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης γιατί δεν έχει άδεια λειτουργίας και από τη λειτουργία της μηχανής μπορεί να προκαλείται όχληση από θόρυβο και κραδασμούς στο διαμέρισμα της μηνύτριας. Σημειώνεται δε ότι στο έγγραφο της αυτοψίας που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους γίνεται μνεία του υπ' αριθ. 1040/30-1-2002 εγγράφου της Νομαρχίας Αθηνών με το οποίο διαβιβάσθηκαν μέσω FAX καταγγελίες της μηνύτριας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Πολίτη.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 153/4-2-2002 απόφαση Νομάρχη Αθηνών με την οποία αποφασίσθηκε η διακοπή της λειτουργίας του ως άνω εργαστηρίου της Π. Θ. "δια της σφράγισης του μηχανολογικού εξοπλισμού" λαμβάνοντας υπόψη και την από 28-1-2002 έκθεση - εισήγηση των κατηγορουμένων. Κατά της ανωτέρω απόφασης η Π. Θ. άσκησε την υπ’ αριθμ. 1207/27-2-2002 ένστασή της και οι κατηγορούμενοι με το από .5-3-2002 ενημερωτικό σημείωμά τους προς τον Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής πρότειναν την απόρριψη της προσφυγής και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16281/30-4-2002 απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Π. Θ.. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε "με απόδειξη" στην Δ/νση Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχίας Αθηνών - βλ 2738/27-5-2002 επισημείωση του αριθμού πρωτοκόλλου εισερχομένων εγγράφων στην απόφαση αυτή. Οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της ανωτέρω απόφασης στις 27-5-2002 και όφειλαν τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή να εφαρμόσουν την προαναφερόμενη 153/2002 απόφαση του Νομάρχη. Από την ανωτέρω ημερομηνία και εφεξής δεν είχαν καμία δικαιολογία να μην εφαρμόσουν την απόφαση (όπως ισχυρίζονται για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης μέχρι την κοινοποίηση της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής, κατά το οποίο ανέμεναν την τελεσιδικία της απόφασης). Όφειλαν οι κατηγορούμενοι να εκτελέσουν άμεσα την απόφαση ενόψει και των προαναφερομένων εγγράφων καταγγελιών της μηνύτριας (με αναφορές και προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Πολίτη) αλλά και των καταγγελιών της μηνύτριας ότι συνεχίζεται η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης. Αντίθετα αυτοί μετά πάροδο πλέον του μηνός από τη γνώση της απόφασης προέβησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης στις 1-7-2002 με την επισημείωση και αιτιολογία "έγινε διακοπή εργασιών από ΔΟΥ ΑΡΧΕΙΟ" χωρίς να προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου η δυνατότητα αρχειοθέτησης και μη εκτέλεσης μιας απόφασης του Νομάρχη που διατάσσει τη διακοπή της λειτουργίας της προαναφερόμενης επιχείρησης "δια της σφραγίσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού" εάν ο επιχειρηματίας προβεί σε δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εστάλη στις 21-6-2002 με FAX προς τον κατηγορούμενο η από η από 13-6-2002 βεβαίωση διακοπής εργασιών της ΔΟΥ ΙΕ' Αθηνών από την οποία προκύπτει ότι στις 13-6-2002 η Π. Θ. υπέβαλε δήλωση διακοπής εργασιών από 10-6-2002 με αιτία διακοπής "Παύση εργασιών" της ανωτέρω επιχείρησής της. Επισημαίνεται ότι η αρχειοθέτηση της απόφασης για τον προαναφερόμενο λόγο από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε συνήθη έστω πρακτική (δημοσιοϋπαλληλική) καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τα στοιχεία έστω και μιας παρόμοιας υπόθεσης από αυτές που χειρίσθηκαν επί σειρά ετών. Άλλωστε και δεν μπορούσε να υπάρχει παρόμοια περίπτωση, αφού έτσι θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε επιχειρηματίας να αποφύγει την εκτέλεση παρόμοιας απόφασης με ανειλικρινή δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ με συνέπεια να εξουδετερώνει την εφαρμογή αποφάσεων της Διοίκησης που λαμβάνονται μετά από μακροχρόνιες διαδικασίες και να αρχίζει εκ νέου ο θιγόμενος νέο μαραθώνιο για να ικανοποιηθούν τα ήδη κριθέντα δίκαια αιτήματά του. Στην προκειμένη δε περίπτωση όπως προκύπτει από σωρεία εγγράφων η εν λόγω επιχείρηση συνέχιζε τη λειτουργία της και μετά τη δήλωση διακοπής της στην αρμόδια ΔΟΥ, παρά δε τις κατ’ επανάληψη διαμαρτυρίες της μηνύτριας ο δεύτερος κατηγορούμενος μόλις στις 18-11-2003 προέβη στην σφράγιση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργαστηρίου, δηλαδή τότε προέβη στην εκτέλεση της 153/2001 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν είχαν πρόθεση να βλάψουν την μηνύτρια και να ωφελήσουν την ιδιοκτήτρια της επιχείρησης αντίθετα αυτοί επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο σε βάρος της επικαλούμενοι ότι από 23-11-2001 ισχύει ο νόμος 2965/2001 που στο άρθρο 11§3 αυτού ορίζει ότι "βιομηχανίες, βιοτεχνίες και επαγγελματικά εργαστήρια, που η λειτουργία τους δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν εντός έτους με τεχνική ανασυγκρότηση, εφόσον αυτή είναι εφικτή, να προσαρμοσθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Μετά παρέλευση έτους η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης, να προχωρήσει στη σφράγιση των εγκαταστάσεων και να δώσει εντολή στο Διαχειριστή Δικτύου ή Συστήματος για τη διακοπή της ηλεκτροδότησης. Η παραπάνω προθεσμία μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη έτος με την προϋπόθεση ότι η μονάδα έχει εξασφαλίσει εδαφική έκταση σε περιοχή όπου επιτρέπεται η μετεγκατάστασή της" και ότι στο άρθρο 13 του Ν. 2965/2001 ορίζεται ότι Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος τιμωρείται με χρηματικό πρόστιμο και με προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης κατά τη διαδικασία του άρθρου 16Ν.2516/1997. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι, γιατί από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η Π. Θ. μπορούσε να προβεί στην τεχνική ανασυγκρότηση της επιχείρησής της και ότι αυτή η τεχνική ανασυγκρότηση ήταν εφικτή για να εξακολουθήσει να λειτουργεί η επιχείρησή της και η επιβολή της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης (χωρίς μάλιστα και την επιβολή χρηματικού προστίμου), δεν υποδηλώνει ότι επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο. Πέρα από αυτά αδιαμφισβήτητο τυγχάνει το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκτέλεσαν την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη (που οι ίδιοι συνέταξαν ως υπάλληλοι και παρά τις εισηγήσεις τους για απόρριψη της ένστασης της Π. Θ.) κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-2002 που τους κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμ. 153/2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και τουλάχιστον μετά την κοινοποίηση της υπ' αριθμ.16281/30-4-2002 απόφασης του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Π. Θ., όφειλαν, ως υπάλληλοι που είχαν ως καθήκον τη σφράγιση των εγκαταστάσεων των παρανόμως λειτουργησών βιομηχανιών, βιοτεχνιών, επαγγελματικών εργαστηρίων κλπ σύμφωνα με το άρθρο 16 Ν. 2516/1997, να προβούν στη σφράγιση του μηχανολογικού εργαστηρίου που λειτουργούσε χωρίς άδεια, για να εξασφαλισθεί η πραγματική διακοπή της λειτουργίας των εγκαταστάσεων οι οποίες προκαλούσαν οχλήσεις από θόρυβο και κραδασμούς και καθιστούσαν αδύνατη τη διαβίωση της μηνύτριας και του ανήλικου γιου της. Οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν (τουλάχιστον) μέχρι 27-5-2003 στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να ωφελήσουν την Π. Θ. και το σύζυγό της διότι συνεχίσθηκε τουλάχιστον μέχρι 27-5-2003 (που αφορά την κρινόμενη μήνυση) η λειτουργία της παράνομης επιχείρησης από την οποία η ανωτέρω ιδιοκτήτρια και ο σύζυγός της απολαμβάνουν οικονομικά οφέλη και να βλάψουν τη μηνύτρια η οποία αδυνατούσε να διαβιώσει με το ανήλικο τέκνο της χωρίς κίνδυνο για την ψυχική τους υγεία στο εν λόγω διαμέρισμα. Ο δόλος των κατηγορουμένων να παραβούν τα καθήκοντά τους και να ωφελήσουν την Π. Θ. με αντίστοιχη βλάβη της μηνύτριας προκύπτει: 1) από τη σχετική κατάθεση της μηνύτριας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, 2) Από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος στην πρώτη συνάντησή του με τη μηνύτρια, χωρίς να είναι αρμόδιος προς τούτο είπε στη μηνύτρια να ξηλώσει μια πέργκολα που αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ της μηνύτριας και του ζεύγους Θ., γεγονός που ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί πριν πραγματοποιήσει την αυτοψία στον χώρο, 3) Από το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενοι έθεσαν στο αρχείο την απόφαση του Νομάρχη κατόπιν της δήλωσης διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ, χωρίς αυτό να επιτρέπεται από καμία διάταξη νόμου, χωρίς να έχει έστω εφαρμοσθεί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση παρόμοια λύση, 4) Οι ενέργειες αυτές έγιναν από πεπειραμένους υπαλλήλους με γνώση του αντικειμένου τους. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της παράβαση καθήκοντος από κοινού και κατ' εξακολούθηση". Από το προεκτεθέν αιτιολογικό και από τα πρακτικά της υπό ακύρωση αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο προχώρησε σε καταδίκη της αιτούσας την επανάληψη της διαδικασίας υπαλλήλου, για παράβαση καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με τον συνάδελφό της Κ. Μ., στηριχθέν στις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και ενός μάρτυρα υπερασπίσεως, σε 28 αναγνωσθέντα έγγραφα και στην απολογία των δύο κατηγορουμένων. Ειδικότερα, η υπό ακύρωση απόφαση, δέχθηκε, ότι οι δύο κατηγορούμενοι ως υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, που υπηρετούσαν στη Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχίας Αθηνών και στο αντικείμενό τους αναγόταν η διαδικασία για τη διερεύνηση της καταγγελίας της πολιτικώς ενάγουσας για την παράνομη λειτουργία της βιοτεχνίας κεντημάτων της Θ. Παναγιώτας και του συζύγου της και η αρμοδιότητα να διακόψουν τη λειτουργία της βιοτεχνίας αυτής, γιατί αυτή προξενούσε θόρυβο στους περιοίκους και λειτουργούσε χωρίς άδεια, ήτοι δέχθηκε άμεσο δόλο των κατηγορουμένων υπαλλήλων και σκοπό αυτών να προσπορίσουν σε άλλον και συγκεκριμένα στους ιδιοκτήτες της ανωτέρω βιοτεχνίας παράνομο οικονομικό όφελος, συνιστάμενο στο ότι συνεχίσθηκε τουλάχιστον μέχρι τις 27-5-2003 (επί 15 και πλέον μήνες μετά την κοινοποίηση σε αυτούς της 153/4-2-2002 αποφάσεως του Νομάρχη Αθηνών περί διακοπής των εργασιών) η λειτουργία της παράνομης επιχείρησης από την οποία οι ανωτέρω απολάμβαναν οικονομικά οφέλη και να βλάψουν τη μηνύτρια που κατοικούσε σε διαμέρισμα κάτω από τη βιοτεχνία αυτή και λόγω του υπερβολικού θορύβου των μηχανών αδυνατούσε να διαβιώσει με το ανήλικο τέκνο της χωρίς κίνδυνο για την ψυχική της υγεία. Ακόμη, δέχθηκε ότι οι ως άνω υποχρεώσεις των αναιρεσειόντων απέρρεαν από την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2516/1997 και ότι οι αναιρεσείοντες δεν ενήργησαν νόμιμα, θέτοντας τη νομαρχιακή απόφαση στο αρχείο (αντί να την εκτελέσουν), επειδή δηλώθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεως. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως των καταδικασθέντων, με την 404/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η αιτούσα, ως λόγο της επιδιωκόμενης με την κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, προβάλλει, ότι ανακύπτουν τα παρακάτω νέα στοιχεία, που αποκαλύπτουν την αθωότητά της: 1) Η από 17-4-2002 εγκύκλιος του Υπουργείου Ανάπτυξης, 2) Η 44242/2361/1989 κοινή Υπουργική Απόφαση, 3) Το από 6-5-2010 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, 4) Η από 28-1-2003 κοινοποίηση έκθεσης αυτοψίας και διακοπή οικοδομικών εργασιών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου Αθηναίων, 5) Το από 2-8-2002 έγγραφο του Υπουργείου Ανάπτυξης, 6) Η 1124/2008 απόφαση του ΣτΕ, 7) Η 868/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, 8) Η 8541/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, 9) Η κοινή 238Β/13-3-1998 Υπουργική Απόφαση, 10) Η από 21-1-2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών.
Σε σχέση με τα νέα αυτά έγγραφα στοιχεία, σημειώνονται τα παρακάτω: α) από το περιεχόμενο των ανωτέρω υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4 εγγράφων για αλλαγή χρήσης του διαμερίσματος της βιοτεχνίας και περί ότι αρμόδια ήταν η Πολεοδομία για τη σφράγιση και όχι η Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχίας Αθηνών που υπηρετούσε η αιτούσα, δεν αναιρείται η παράβαση των καθηκόντων και ο δόλος της αιτούσας, καθόσον η εγκατάσταση μιας μηχανής κεντήματος δε σημαίνει και αλλαγή χρήσης σε εργαστήριο, ενώ στις 1-7-2002 που έθεσε η αιτούσα και ο συνάδελφός της Κ. Μ. την καταγγελία στο αρχείο δεν επικαλέστηκαν αναρμοδιότητα, η δε άνω υπηρεσία της αιτούσας, ως αδειοδοτούσα αρχή ήταν αρμόδια και για τη σφράγιση του παραγωγικού μηχανολογικού εξοπλισμού της βιοτεχνίας αυτής λόγω εκπομπής ενοχλητικού θορύβου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.1,2 του ν. 2965/2001, η οποία σφράγιση και τελικά έγινε αργότερα στις 16-11-2003 από τον ανωτέρω συγκαταδικασθέντα συνάδελφο της αιτούσας, β) το υπό στοιχεία 5 έγγραφο περί τεχνικής ανασυγκρότησης της επιχείρησης έχει συνεκτιμηθεί από το δικάσαν δικαστήριο, γ) οι επικαλούμενες υπό στοιχεία 6 και 7 δικαστικές αποφάσεις δεν αφορούν ακύρωση της 153/2002 Νομαρχιακής απόφασης περί διακοπής εργασιών της βιοτεχνίας και οι κατηγορούμενοι ώφειλαν ως υπάλληλοι, κατά τον Υπαλληλικό Κώδικα Δημοσίων Διοικητικών Υπαλλήλων, μετά μάλιστα την 16281/30-4-2002 Νομαρχιακή απόφαση που απέρριψε σχετική προσφυγή των ενδιαφερομένων κατ' αυτής, να προβούν στη σφράγιση του μηχανολογικού εξοπλισμού, δ) από την 8541/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε σχετική αγωγή αποζημιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά των κατηγορουμένων και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών - Πειραιώς, δεν προκύπτει μη παράβαση των καθηκόντων των καταδικασθέντων εναγομένων, αφού από την ίδια απόφαση αυτή προκύπτει κατ' ουσίαν παραδοχή της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο αγωγής χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της ενάγουσας και του ανηλίκου υιού της, για παράνομες παραλείψεις των εναγομένων υπαλλήλων να προβούν άμεσα στη σφράγιση του παρανόμως λειτουργούντος εργαστηρίου της Π. Θ., ε) από την 238Β/13-3-1998 κοινή Υπουργική Απόφαση και την από 21-1-2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, δεν προκύπτει ότι, η απλή διαβεβαίωση της Π. Θ. προς την υπηρεσία ότι θα διακόψει τη λειτουργία του εργαστηρίου και η γενόμενη δήλωση διακοπής εργασιών προς την αρμόδια ΔΟΥ, αρκούσαν για να παραλείψουν οι καταδικασθέντες υπάλληλοι τη σφράγιση, αφού κατά τις παραδοχές της υπό ακύρωση αποφάσεως, οι εργασίες του εργαστηρίου και οι ενοχλήσεις συνεχίζονταν και μετά τις άνω δηλώσεις της ιδιοκτήτριας.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, από τα άνω επικαλούμενα ως νεότερα έγγραφα στοιχεία, αποτελούντα κατά την αιτούσα νέα άγνωστα στοιχεία στους δικαστές που την καταδίκασαν, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομισθεί και συνεκτιμηθεί προηγουμένως από τους δικαστές στο δικάσαν την εν λόγω υπόθεση Δικαστήριο, δε γίνεται φανερό ότι η καταδικασθείσα αιτούσα υπάλληλος, είναι αθώα και καταδικάστηκε επομένως άδικα για την άνω αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, την οποία, όπως ισχυρίζεται, πραγματικά δεν τέλεσε. Κατά το λοιπό περιεχόμενό της η κρινόμενη αίτηση περιλαμβάνει ασαφή επιχειρήματα κατά της αξιολογήσεως των αποδείξεων από το Δικαστήριο, που, όμως, δε συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2010 αίτηση της Ε. Π. του Χ. περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης 8848/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ερήμην. Δικάζεται ωσεί παρούσα.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 670/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Η., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαρρηγόπουλο, περί αναιρέσεως της 111/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Τ. του Δ. . Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Γ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1450/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 315 παρ.1 β του ΠΚ, "Δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, και την κοινή πείρα και λογική, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ως υπηρεσία στη διάταξη του άνω άρθρου 315 νοείται και κάθε δημόσια υπηρεσία, η οποία εκτελείται κατόπιν εντολής της αρχής, είτε απ' ευθείας από το νόμο. Η συγκεκριμένη υπηρεσία θα πρέπει να δημιουργεί γενικά και σε ορισμένη έκτασή της υποχρέωση για επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας ή προσοχής. Αυτό συμβαίνει όταν, αφενός μεν η υπηρεσία αυτή εμφανίζει εκ της φύσεώς της μείζονα κίνδυνο για τη σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας των άλλων ανθρώπων, αφετέρου δε, όταν για τη διεξαγωγή της παραπάνω υπηρεσίας απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις ή εμπειρίες ως και περίσκεψη. Θα πρέπει δε η ενέργεια ή παράλειψη από την οποία προκλήθηκε η σωματική βλάβη να έλαβε χώρα στο πλαίσιο της εκτέλεσης της υπηρεσίας και μάλιστα του τομέα αυτής, που απαιτούσε επίδειξη ιδιαίτερης επιμέλειας ή προσοχής. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του ασθενούς απορρέει από το νόμο (άρθρο 24 α.ν. 1565/1939), από τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά επί εγκλήματος από αμέλεια, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για σωματική βλάβη από αμέλεια αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 111/2010 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, κατά πλειοψηφία, ο αναιρεσείων οπλίτης ιατρός, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια ασθενούς στρατιώτη, σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό, της πλειοψηφούσας γνώμης, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαλαμβάνονται, κατά το ουσιαστικό του μέρος, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα ιατρό, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο Γ. Α., κατετάγη την 5-5-2004, στο 11ο ΣΠ προς εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας και, αφού εξετάστηκε από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή, κρίθηκε ικανός κατηγορίας τέταρτης (Ι4), ως πάσχων από ψυχωσική συνδρομή υπό φαρμακευτική αγωγή. Την 5-7-2004, μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης, τοποθετήθηκε στο 99 ΤΤΧΕΘ (Μονάδα του Τεχνικού) στη Μυτιλήνη, στο ίδιο στρατόπεδο, με το οποίο συστεγάζονταν άλλα δύο τάγματα (Υλικού Πολέμου και Εφοδιασμού Μεταφορών) καθώς και ένα σύνταγμα (98 ΣΥΝΥΠΕΘ). Τόσο ο Διοικητής του 99 ΤΤΧΕΘ, τότε Ταγματάρχης Τ. Μ., όσο και ο Διοικητής του 98 ΣΥΝΥΠΕΘ, τότε Συνταγματάρχης Τ. Ε., μετά την καθιερωμένη για τους νέους οπλίτες συνέντευξη, διαπίστωσαν ότι ο Γ. ήταν άτομο που έχρηζε ιδιαίτερης φροντίδας. Αφού εξετάστηκε από τον ψυχίατρο Λοχαγό (ΥΙ) Φ. Π., διαπιστώθηκε ότι μπορούσε να υπηρετήσει τη θητεία του, με τον όρο της συνέχισης της φαρμακευτικής του αγωγής και πάντοτε υπό την επίβλεψη και την μέριμνα των ανωτέρων του. Για το λόγο αυτό ο Ταγματάρχης Τ. τον τοποθέτησε ως Γραφέα στο 1ο Γραφείο, το οποίο βρισκόταν δίπλα στο δικό του και ήλεγχε προσωπικά εάν ελάμβανε τη φαρμακευτική αγωγή, που του είχε συστηθεί. Όμως το πρωί της Πέμπτης, 23-9-2004, μετά την επιστροφή του από την οικία του στην Πάτρα, όπου είχε μεταβεί με κανονική άδεια διάρκειας δέκα ημερών, ο Γ. εμφάνισε διαταραχές συμπεριφοράς. Επειδή ο Διοικητής του παρατήρησε ότι ήταν κάθιδρος, τον ρώτησε αν του συνέβαινε κάτι, αλλά αυτός αρχικά απέδωσε την κατάσταση του στην αϋπνία και την κούραση. Ο Τ. του συνέστησε να κοιμηθεί, υπενθυμίζοντας του ότι το βράδυ είχε ορισθεί να εκτελέσει υπηρεσία θαλαμοφύλακα. Το πρωί της επομένης, οι συστρατιώτες του ανέφεραν στο Διοικητή ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το Σάββατο 25-9-2004 μεταφέρθηκε στο αναρρωτήριο του Συντάγματος αλλά η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Συγκεκριμένα, επέδειξε έντονη επιθετικότητα, φοβίες και τάσεις φυγής, ενώ παρουσίασε και συμπτώματα υπνοβασίας. Επίσης, επετέθη με άγριες διαθέσεις στον ιατρό του 98 ΣΥΝΥΠΕΘ και δεύτερο κατηγορούμενο, τότε στρατιώτη (ΥΓ) Σ. Δ., ο οποίος διετάχθη να διανυκτερεύσει μαζί του τη νύχτα της 26 προς 27-9-2004 για να τον επιβλέπει. Κατόπιν των ανωτέρω, κατέστη αναγκαία η εξέταση του από αρμόδιους ιατρούς του 414 ΣΝΕΝ στην Πεντέλη. Έτσι, την 26-9-2004 αποφασίσθηκε από τους Διοικητές του 98 ΤΤΧΕΘ και 98 ΣΥΝΥΠΕΘ, Ταγματάρχη Τ. Μ. και Συνταγματάρχη Τ. Ε., κατόπιν ενημερώσεως του Διοικητή της 98 ΑΔΤΕ, η διακομιδή του Γ., με τη συνοδεία του δεύτερου κατηγορουμένου, την επομένη ημέρα στο 414 ΣΝΕΝ, με πτήση της Aegean Airlines. Τις πρωινές ώρες της 27-9-2004, ο Ταγματάρχης Τ., αφού ενημερώθηκε από το Σ. για την κατάσταση του ασθενούς, έδωσε εντολή να μεταφερθεί ο τελευταίος στο 98 ΤΥΕΘ, πάντοτε με τη συνοδεία του γιατρού, προκειμένου να του χορηγηθεί το απαιτούμενο παραπεμπτικό σημείωμα για το 414 ΣΝΕΝ. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι το ίδιο πρωί ο πολιτικώς ενάγων δήλωσε στο Διοικητή του ότι, κατά τη διάρκεια της αδείας του, δεν ελάμβανε τη φαρμακευτική του αγωγή γιατί του προκαλούσε υπνηλία. Ακολούθησε η πρωινή αναφορά της Μονάδος στην οποία ήταν παρών και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Αξιωματικός του Γραφείου Κινήσεως, ΕΜΘ Αρχιλοχίας (ΤΧ) Τ. Α. . Περαιτέρω, παρ' όλο που, με βάση τον ισχύοντα προγραμματισμό παγίων κινήσεων του 98 ΣΥΝΥΠΕΘ, προβλεπόταν η μετακίνηση ασθενών από και προς τη Μονάδα με κοινό (όχι φορειοφόρο) όχημα Μ/S 290 D, ο Ταγματάρχης Τ. ανακοίνωσε στο Σ. ότι, λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης του ασθενούς, η μεταφορά του στο 98 ΤΥΕΘ, θα πραγματοποιείτο με φορειοφόρο όχημα. Τούτο κρίθηκε σκόπιμο και για τον ίδιο τον ασθενή, καθόσον στο εν λόγω όχημα θα μπορούσε να είναι ξαπλωμένος ακόμα και να δεθεί, εάν παρουσιαζόταν ανάγκη, αλλά και για λόγους ασφαλείας των λοιπών στρατιωτών, είτε ασθενείς ήταν αυτοί είτε ταχυδρόμοι, δεδομένου ότι εκδήλωνε επιθετικές τάσεις. Αναζήτησε δε τηλεφωνικά τον Αξιωματικό του Γραφείου Κινήσεως, επειδή όμως ο τελευταίος βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης οχημάτων της Μονάδας και δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία με αυτόν, διέταξε το Σ. να εντοπίσει τον Τ. και να του μεταφέρει την εντολή κινήσεως του φορειοφόρου οχήματος. Παρ' όλα αυτά η κίνηση πραγματοποιήθηκε με το υπ' αριθ. 251531 κοινό (όχι φορειοφόρο) όχημα Μ/S 290 D, το οποίο είχε ορισθεί με οδηγό τον ΕΠΟΠ Δεκανέα (ΤΧ) Τ. Σ., να κινηθεί για μεταφορά τεχνιτών. Παρά δε το γεγονός ότι σύμφωνα με την υπ' αριθ. Φ.500/8/18123/Σ.1996/16-5-2004 διαταγή της 98 ΑΔΤΕ/4ο ΕΓ, οι συνοδηγοί των στρατιωτικών οχημάτων πρέπει να είναι πάντοτε βαθμοφόροι βαθμού μεγαλυτέρου του οδηγού, ο στρατιώτης (ΥΓ) Σ. Δ. πήρε ο ίδιος τη θέση του συνοδηγού. Έτσι, στο πήγμα δεν υπήρχε συνοδός για τον Γ. . Μετά την έξοδο του οχήματος από την πύλη του στρατοπέδου, ο Τ. σταμάτησε προκειμένου να το ελέγξει, όπως έκανε σε κάθε κίνηση. Αφού διαπίστωσε ότι ο ιμάντας ασφαλείας προσωπικού του πήγματος ήταν κανονικά ασφαλισμένος, συνέχισε κανονικά την πορεία του. Κατά τη διαδρομή και ειδικότερα στην περιοχή "Τσαμάκια" και ενώ το στρατιωτικό όχημα εκινείτο με ταχύτητα περίπου 25 χιλιομέτρων, για λόγους που δεν κατέστη δυνατό να διευκρινισθεί εάν συνδέονται με εσκεμμένη ενέργεια του παθόντα ή με άλλη αιτία, ο Γ. έπεσε στο έδαφος, με συνέπεια να τραυματιστεί σοβαρά, υποστάς "υπαραχνοειδή αιμορραγία - υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωπιαίων λοβών άμφω". Κατόπιν μηνύσεως, που υπέβαλε ο Γ. στον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Αθηνών (και μετά τη διενέργεια ΕΔΕ και προκαταρκτικής εξέτασης), ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ΕΜΘ Αρχιλοχία (ΤΧ) Τ. Α. και του πρώην στρατιώτη (ΥΓ) Σ. Δ. . Ο κατηγορούμενος Σ. Δ., ο οποίος υπηρετούσε ως οπλίτης - ιατρός στο 98 ΤΤΧΕΘ, κατηγορείται ότι, αν και γνώριζε, ότι ο στρατιώτης Γ. Α., ο οποίος βρισκόταν υπό το κράτος ψυχωσικής συνδρομής, εμφάνιζε διεγερτική συμπεριφορά αφού κατά τη διάρκεια της προηγούμενης νύχτας, είχε παραμείνει στο αναρρωτήριο της Μονάδας μαζί του, κατά την διακομιδή του ασθενούς στο 98 ΤΥΕΘ, με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΕΣ-251531 στρατιωτικό όχημα ανοικτού τύπου, επιβιβάστηκε στη θέση του συνοδηγού, απ' όπου, λόγω της διαμόρφωσης του οχήματος δεν ήταν σε θέση να παρακολουθεί αδιάλειπτα τις κινήσεις και την εν γένει κατάσταση του ασθενούς στρατιώτη που είχε επιβιβασθεί στο πήγμα του οχήματος, ώστε να αποτρέψει οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα παρ' όλο που, λόγω της ιδιότητας του ως ιατρού, ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η κατάσταση της υγείας του ασθενούς εγκυμονούσε, κίνδυνο για την ασφάλεια του και, ως εκ τούτου, επιβαλλόταν η επιβίβαση και του ιδίου στο πήγμα, ώστε να τον παρακολουθεί. Η παράλειψη του αυτή είχε ως συνέπεια, υπό συνθήκες που δεν κατέστη δυνατό να διευκρινισθούν επακριβώς, ο στρατιώτης Γ., κατά τη διαδρομή να πέσει από το πήγμα στο έδαφος και να υποστεί, εξ αιτίας της πτώσης του αυτής, βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αξιόποινο αποτέλεσμα που δεν προείδε, λόγω της προαναφερθείσης αμελούς συμπεριφοράς του. Αξιολογώντας, στη συνέχεια, τη συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου, πρώην στρατιώτη (ΥΓ) Σ. Δ., αναφορικά με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, οδηγούμαστε στις ακόλουθες σκέψεις: Ο παραπάνω με την επιβίβαση του στη θέση του συνοδηγού του υπ' αριθ. κυκλοφορίας 251531 στρατιωτικού οχήματος, παρέλειψε να συνοδεύσει το Γ. στο πήγμα του οχήματος, ώστε να παρακολουθεί αδιάλειπτα τις κινήσεις του και την εν γένει κατάσταση του. Η βασική υπερασπιστική θέση που προέβαλε, ότι δηλαδή η υπηρεσία, εκπροσωπούμενη εν προκειμένω από τον Αρχιλοχία Τ., δεν ικανοποίησε τα αιτήματα του (για παροχή φορειοφόρου και για ανεύρεση συνοδηγού κατά βαθμό αρχαιότερου από τον οδηγό Τ. Σ. ) και ότι σε τελική ανάλυση αναγκάστηκε να εκτελέσει την κίνηση με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε, δεν δύναται να αποσείσει τα σε βάρος του ενοχοποιητικά στοιχεία. Και τούτο διότι, όπως και ο τότε Διοικητής του κατέθεσε, αλλά είναι προφανές και για τον κοινό νου, ενεργούσε πρωτίστως ως ιατρός (και όχι ως οπλίτης) και αποκλειστικά με αυτή του την ιδιότητα ορίσθηκε ως συνοδός του παθόντα. Σε κάθε δε περίπτωση, εάν όντως πίστευε ότι δεν έβρισκε ανταπόκριση στα αιτήματα του, το ιατρικό του καθήκον του επέβαλε να απέχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια αναφορικά με την εκτέλεση της συγκεκριμένης κίνησης και να αρνηθεί να επιβιβασθεί στο όχημα. Αντ' αυτού, εκείνος ανέλαβε την πρωτοβουλία να πάρει τη θέση του συνοδηγού. Όπως, άλλωστε, κατέθεσε ο Τ., όταν αυτός αναρωτήθηκε ποιος θα είναι συνοδηγός, ο Σ. του είπε: "Πάμε, είμαι εγώ συνοδηγός". Ο ίδιος βέβαια αρνείται την παραπάνω φράση αλλά διαψεύδεται πλήρως από τον Τ. . Η εξωτερική του αμέλεια, δηλαδή το σφάλμα του, συνίσταται σ' αυτήν ακριβώς την "αδράνεια του". Για να είναι ωστόσο αυτή ποινικά σημαίνουσα και για να καταφαθεί με βεβαιότητα, πρέπει να εμφανίζει τα στοιχεία που το άρθρο 15 ΠΚ επιτάσσει γι' αυτή. Πηγές της απαιτούμενης από το εν λόγω άρθρο ιδιαίτερης νομικής του υποχρέωσης, εφόσον πρόκειται για ιατρό, πρέπει να θεωρηθούν: α) το άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", κατά το οποίο "ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών" και β) το άρθρο 9 του Ν.Δ. της 15/6/1955 (νυν δε ισχύον το αυτό άρθρο του Ν. 3418/2005) "Περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας". Κρίσιμο μέγεθος για τη διερεύνηση της ύπαρξης ποινικά ενδιαφέρουσας παράλειψης στην περίπτωση που εξετάζουμε, αποτελεί η απάντηση στο ερώτημα, αν υπήρχε εδώ κάποια ενέργεια, που ο κατηγορούμενος γιατρός έπρεπε να κάνει και δεν έκανε, αν και ήταν σε θέση. Η τοποθέτησή του σε θέση γιατρού στρατιωτικής Μονάδας συνεπάγεται την από τα ανωτέρω νομοθετήματα συναγωγή μίας ειδικής υποχρέωσης φροντίδας και ιατρικά ενδεδειγμένης αντιμετώπισης όλων των περιστατικών που ανακύπτουν σε αυτή τη Μονάδα. Από την άποψη αυτή, υπαρκτή πρέπει να θεωρηθεί η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση σωστού ιατρικού χειρισμού για το συγκεκριμένο γιατρό, υποχρέωση που πρέπει εδώ αντικειμενικά να μεταφραστεί σε συνοδεία του ασθενούς στο πήγμα του οχήματος και αδιάλειπτη παρακολούθηση του. Επόμενο χρονικά βήμα αποτελεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας της περιγραφόμενης παράλειψης με το αποτέλεσμα του τραυματισμού του στρατιώτη. Μία παράλειψη συνδέεται αιτιακά με ένα αξιόποινο αποτέλεσμα, όταν αποτελώντας, αιτιακή συνθήκη, επιτρέπει τη δημιουργία του από άλλη αιτιακή ενέργεια η οποία μετατρέπεται σε αυτό. Η μετατροπή αυτή δε θα πραγματοποιούταν συνεπώς, αν δεν το επέτρεπε η συγκεκριμένη παράλειψη του δράστη. Αν δηλαδή ο δράστης έκανε την κοινωνικά αναμενόμενη και νομικά επιβαλλόμενη ενέργεια που δεν έκανε, η τελευταία θα απέτρεπε καθεαυτή αντικειμενικά το αποτέλεσμα (πρβλ Παρατηρήσεις ΑΔΑΜΟΥ Ουρανίας στην υπ' αριθ. 797/2002 Απόφαση του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, ΠοινΔικ. 11/2004 σελ. 1236). Τις προϋποθέσεις αυτές πληροί η παράλειψη του Σ. να επιβιβαστεί στο πήγμα ως συνοδός του Γ., δεδομένου ότι αν τούτο συνέβαινε, ο κίνδυνος για το έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας του στρατιώτη, αν δε μηδενιζόταν εντελώς θα ελαχιστοποιούταν, με αποτέλεσμα να πιθανολογείται σφόδρα σε βαθμό που αγγίζει τη βεβαιότητα ότι η επελθούσα βλάβη στην υγεία του θα αποτρεπόταν.
Αναφορικά τώρα με την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος ασυνείδητης αμέλειας, λεκτέα τα εξής: Όπως προαναφέρθηκε, η αδυναμία πρόβλεψης του ενδεχομένου να προκύψει αξιόποινο αποτέλεσμα καθίσταται ποινικά κολάσιμο υποκειμενικό μέγεθος, εφόσον ο δράστης όφειλε αντικειμενικά κατά τις περιστάσεις και μπορούσε υποκειμενικά με βάση τις προσωπικές του ικανότητες να προβλέψει το αποτέλεσμα ως δυνατό και να το αποφύγει, κάτι που δεν έγινε τελικά. Ειδικότερα, όσον αφορά στην οφειλόμενη από το γιατρό προσοχή, δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί σχηματικά και δογματικά εκ προοιμίου αλλά βρίσκεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Οι υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις του γιατρού δεν είναι δυνατόν να τυποποιηθούν, δεδομένου ότι κάθε ιατρικό περιστατικό παρουσιάζει μοναδικότητα και ιδιοτυπία καθοριστική των ενδεδειγμένων ενεργειών του γιατρού και έτσι προσδιοριστική της επιμέλειας, την οποία πρέπει αυτός να καταβάλει. Πρόδηλο καθίσταται ότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αντικειμενικών δεδομένων εξαρτάται από το βαθμό και την ποιότητα της γνώσης και εμπειρίας του επιλαμβανόμενου γιατρού. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι το μέτρο της οφειλόμενης από τις περιστάσεις περίσκεψης του συγκεκριμένου γιατρού πρέπει να είναι η προσοχή, που δείχνει κάθε μέσος γιατρός αν βρεθεί, αν όχι κάτω από τις ίδιες, σε παρόμοιες συνθήκες με αυτές που βρέθηκε και ενήργησε ο κρινόμενος γιατρός.
Εν προκειμένω, δεν πρέπει να διέλθει της προσοχής μας ότι έχουμε να κάνουμε με ανειδίκευτο στρατιώτη γιατρό, που την κρίσιμη στιγμή δεν έχει αποκτήσει ακόμα ειδικότητα ούτε έχει πραγματοποιήσει την υπηρεσία υπαίθρου ("αγροτικό").
Συνεπώς, το μέτρο σύγκρισης σχετικά με την οφειλόμενη από μέρους του προσοχή, θα αποτελέσει ο άρτι αποφοιτήσας από την Ιατρική Σχολή, ο οποίος, λόγω του ότι δεν έχει κάποια περαιτέρω εξειδίκευση, καλείται να επιδείξει μειωμένη - σε σχέση με τον πιο έμπειρο γιατρό - φροντίδα. Η μειωμένη αυτή φροντίδα δεν μπορεί να λειτουργεί σε όλες τις περιπτώσεις απαλλακτικά για τον υπαίτιο γιατρό. Έτσι, η οφειλόμενη προσοχή πρέπει να καταφάσκεται και στην περίπτωση του ανειδίκευτου γιατρού, όταν η διάγνωση του ανακύπτοντος προβλήματος δεν προϋποθέτει ειδικές ή επιπλέον ιατρικές γνώσεις, που προσδίδει στο γιατρό η απόκτηση μίας ειδικότητας αλλά μπορεί να επιτευχθεί και με τις βασικές γνώσεις της ιατρικής επιστήμης, που κάθε γιατρός πρέπει να διαθέτει. Τέτοια είναι και η περίπτωση που εξετάζουμε. Και αυτό γιατί έχουμε να κάνουμε με ασθενή πάσχοντα από ψυχωσική συνδρομή, τα συμπτώματα της οποίας τη δεδομένη στιγμή ήταν τόσο έντονα, ώστε να είναι προφανές, σε κάθε λογικά σκεπτόμενο ακόμα και στερούμενο παντελώς ιατρικών γνώσεων άτομο, πολλώ δε μάλλον σε - ακόμα και ανειδίκευτο και άπειρο - ιατρό, ότι ο ασθενής αυτός έχρηζε κατά τη μεταφορά του ιδιαίτερης φύλαξης και φροντίδας, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η σωματική του ακεραιότητα ή ακόμα και η ίδια του η ζωή. Ερχόμενοι δε στο "υποκειμενικό δύνασθαι" του Σ., παρατηρούμε τα εξής: Εν πρώτοις, αυτός ήταν πλήρως ενημερωμένος για την κατάσταση της υγείας του ασθενούς, γνωρίζοντας τόσο το ιστορικό του όσο και τη συγκεκριμένη εικόνα που παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή. Είχε μάλιστα διανυκτερεύσει το προηγούμενο βράδυ μαζί του στο αναρρωτήριο της Μονάδας, όπου ο Σ. με δεδομένο ότι ο Γ. το ίδιο μεσημέρι του είχε επιτεθεί με άγριες διαθέσεις, ζήτησε να του δοθεί προσωπικό για τη φύλαξη του ασθενούς. Έτσι, καθίσταται προφανές ότι ο οπλίτης ιατρός τελούσε σε πλήρη γνώση των απαιτήσεων που η συγκεκριμένη περίπτωση ήγειρε. Με αυτό το πρίσμα, δεν απαιτείτο ο Σ. να κατέχει την ειδικότητα του ψυχιάτρου για να είναι σε θέση να προβλέψει το αυτονόητο: Ότι δηλαδή, η παράλειψη λήψης των απαιτούμενων μέτρων επίβλεψης και προστασίας, του Γ., που λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης του, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως το νόημα των πράξεων του και να ενεργήσει σύμφωνα με όσα επιτάσσει η λογική, θα μπορούσε κατά τη διακομιδή του με κοινό στρατιωτικό όχημα, να οδηγήσει, αν μη τι άλλο, στον τραυματισμό του. Μπορούσε, επομένως, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τη λογική και πρωτίστως τους στοιχειώδεις κανόνες της ιατρικής επιστήμης να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα και επιδεικνύοντας την αντικειμενικά επιβαλλόμενη επιμέλεια, δηλαδή συνοδεύοντας τον ασθενή στο πήγμα του οχήματος, να αποφύγει το αποτέλεσμα αυτό.
Κατόπιν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία και συγκεκριμένα διά ψήφων τριών έναντι δύο (3-2) για τον κατηγορούμενο Τ. Α. και διά ψήφων τεσσάρων έναντι μίας (4-1) για τον κατηγορούμενο Σ. Δ. ότι θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο".
Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ιατρός, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 315 παρ. 1 β του ΠΚ, και σ' αυτές του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 " περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" και του άρθρου 9 του ν.δ. της 15-6-1955 "περί κώδικα ιατρικής δεοντολογίας", που μνημονεύει ρητώς. Ειδικότερα, ως προς τη σωματική βλάβη, εκτίθενται σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οπλίτη ιατρού στρατιωτικής μονάδος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων για τα μέτρα επίβλεψης και ασφαλείας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, που μπορούσε να λάβει και δεν έλαβε και συνίσταντο, στο γεγονός ότι, παρά το ότι γνώριζε ότι ο παθών στρατιώτης της μονάδος του Α. Γ., νοσηλευόμενος την προηγούμενη νύχτα μαζί του στο αναρρωτήριο της μονάδος, βρισκόταν υπό το κράτος ψυχικής συνδρομής και εμφάνιζε διεγερτική και επιθετική συμπεριφορά και αποφασίστηκε η διακομιδή του στο 98 ΤΥΕΘ, με διατεθέν μη φορειοφόρο όχημα ανοικτού τύπου, στο πήγμα του οποίου και τον επιβίβασαν και παρά το ότι, λόγω της ιδιότητάς του ως ιατρού μονάδας και συνοδού ιατρού, ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η ανωτέρω κατάσταση της υγείας του υπερδιεγερτικού ψυχικά ασθενούς στρατιώτη εγκυμονούσε κίνδυνο για την ασφάλειά του κατά τη μεταφορά στο ανοικτό πήγμα και ως εκ τούτου είχε ειδική νομική υποχρέωση φροντίδας και ιατρικά ενδεδειγμένης αντιμετώπισης του περιστατικού, ως ορισθείς συνοδός ιατρός και επιβαλλόταν εκ τούτου, η άρνηση του ιδίου να γίνει η μεταφορά με μη φορειοφόρο όχημα ή τουλάχιστον να γίνει η επιβίβαση και του ιδίου στο πήγμα, ώστε να τον παρακολουθεί άμεσα και να τον προσέχει για οποιαδήποτε αιτία πτώσης και να ορισθεί άλλος συνοδηγός, αυτός, από αμέλειά του, επιβιβάστηκε με πρωτοβουλία του και έλαβε τη θέση του συνοδηγού, απ' όπου όμως, λόγω της διαμόρφωσης του στρατιωτικού οχήματος, δεν ήταν σε θέση να παρακολουθεί αδιάλειπτα τις κινήσεις και την εν γένει κατάσταση, ώστε να αποτρέψει οποιαδήποτε ενέργεια του ασθενούς, που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα αυτού, όπως πτώση του στο έδαφος, το οποίο και συνέβη, με αποτέλεσμα τη σωματική του βλάβη. Επίσης δεν προκύπτει ασάφεια για το αίτιο που οδήγησε στον τραυματισμό του μεταφερόμενου ασθενούς, ούτε παραδοχή διακοπής του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, από μεσολάβηση αμελούς συμπεριφοράς του ιδίου του ασθενούς ή απόπειρας δραπετεύσεώς του. Αντίθετα αιτιολογούνται σαφώς τα αίτια τραυματισμού του μεταφερόμενου ασθενούς από την πτώση του στο έδαφος και ο αιτιώδης σύνδεσμος του επελθόντος αξιοποίνου αποτελέσματος της σωματικής βλάβης (βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση) από την πτώση αυτή του ασθενούς από το πήγμα του στρατιωτικού οχήματος στο έδαφος κατά τη διαδρομή, από την αμελή αυτή συμπεριφορά του ιατρού, με την ειδικότερη παραδοχή, ότι η παράλειψη του κατηγορουμένου ιατρού να επιβιβασθεί στο πήγμα μαζί με τον μεταφερόμενο ασθενή, όπως επιβαλόταν εκ του επαγγέλματός του και της ιδιότητάς του ως ιατρού μονάδος, κατά τα παραπάνω, ώστε να παρακολουθεί αδιάλειπτα τις κινήσεις του και την εν γένει κατάστασή του, που εγκυμονούσε κίνδυνο για την ασφάλειά του, είχε ως συνέπεια κατά τη διαδρομή την πτώση του ασθενούς από το πήγμα στο έδαφος και την εν λόγω σωματική βλάβη αυτού και ειδικότερα ότι "αν ο κατηγορούμενος έκανε την κοινωνικά αναμενόμενη και νομικά επιβαλλόμενη ενέργεια που δεν έκανε, η τελευταία θα απέτρεπε καθεαυτή αντικειμενικά το αποτέλεσμα". Περαιτέρω, η παραδοχή ότι δεν μπόρεσαν να διευκρινιστούν οι ακριβείς συνθήκες πτώσεως του ασθενούς από το πήγμα στο έδαφος, δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς την προεκτεθείσα αμέλεια του κατηγορουμένου ιατρού, αφού ρητώς δέχεται η απόφαση ότι, αν αυτός βρισκόταν στο πήγμα και επέβλεπε τον μεταφερόμενο ασθενή, θα προλάβαινε και θα απέτρεπε την πτώση, από οιαδήποτε αιτία και αν έγινε, το δε δικάσαν Εφετείο, δια του συνόλου των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και της παραδεκτής συμπληρώσεως του σκεπτικού της από το διατακτικό, αναφέρει ότι το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα "ο κατηγορούμενος μπορούσε να το προβλέψει και δεν το προέβλεψε", προσδιορίζει δηλαδή σαφώς και τη μορφή της αμέλειας του αναιρεσείοντος ιατρού ως μη συνειδητής.
Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα για ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παράβαση και έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Δ. Σ. του Η., περί αναιρέσεως της με αριθμό 111/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια στρατιωτικού ιατρού μονάδας. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
| null | null | 1
|
Αριθμός 668/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Τ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζηνικολάου, για αναίρεση της με αριθμό 7507/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1213/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά το άρθρο 273 παρ.1γ του ιδίου Κώδικα, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω (παρ. 1 α), εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ...". Κατά το άρθρο 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του, εξ αίματος ή αγχιστείας έως και του τρίτου βαθμού. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στο δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο, που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ο οποίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλει βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως. Κατά το άρθρο 161 ΚΠοινΔ για την επίδοση οφείλει ο επιδίδων να συντάσσει επί τόπου αποδεικτικό, στο οποίο, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, σημειώνεται ακριβώς, εκτός άλλων στοιχείων, και το ονοματεπώνυμον εκείνου στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, ο οποίος και υπογράφει το αποδεικτικό. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 462 και 489 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης της εφέσεως του κατηγορουμένου εναντίον πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, που απαγγέλθηκε απόντος τούτου, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως σ' αυτόν και, στην περίπτωση που η επίδοση έγινε κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 ΚΠοινΔ, απαιτείται να αναφέρεται στο αποδεικτικό επιδόσεως και το ονοματεπώνυμο του δημάρχου ή του απ' αυτόν διορισθέντος προς τούτο δημοτικού υπαλλήλου, στον οποίο παραδόθηκε η απόφαση. Διαφορετικά, αν τούτο παραλείπεται ή από το αποδεικτικό επιδόσεως προκύπτει αμφιβολία για το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η απόφαση, η επίδοση είναι άκυρη και δεν αφετηριάζεται η προθεσμία της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (εισαγγελική) αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική αρχή ή και η αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση, την αναφορά ή την έγκληση. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση εφέσεως και το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή και τούτο ήταν γνωστό στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του Εφετείου για το απαράδεκτο.
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη. Τέτοια αιτιολογία υπάρχει όταν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ο χρόνος επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6 και 7/1994), χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή των κατά τα άρθρα 154, 156 και 161 ΚΠοινΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως και αδυναμία εντεύθεν γνώσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως. Στην τελευταία περίπτωση, πρέπει, να διαλαμβάνεται στην απόφαση αιτιολογία και για την απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 7507/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό εκθέσεως 963/23-3-2010 έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, κατά της 30651/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί η κατηγορουμένη, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ, για παράβαση του ΑΝ 86/1967. Από τη σχετική 963/23-3-2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση ως κάτοικος ... επί της οδού ... και ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, προέβαλε με αυτήν συνοπτικά τα εξής: "ουδέποτε υπήρξα πρόσωπο άγνωστης διαμονής, ούτε έλαβα γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος το 2005 και της προσβαλλομένης αποφάσεως το 2007 μέχρι και της 23-3-2010, καθώς είχα αναζητηθεί στην ..., στην οδό ... αρ, 43, όπου ήταν δήθεν η κατοικία μου και μου επιδόθηκε η προσβαλλόμενη ως αγνώστου διαμονής, ενώ εγώ είχα γνωστή στις δημόσιες αρχές διαμονή από το 2004 στο ... επί της οδού ... αρ. 12 και ..., γεγονός, που γνώριζε και η εισαγγελία Πλημ/κών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει και από την 3757/4-10-2004 έκθεση εφέσεως εμού της ιδίας κατά άλλης εναντίον μου καταδικαστικής αποφάσεως και συνεπώς η παραπάνω επίδοση είναι άκυρη". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή της ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 7507/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στην αιτιολογία της αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που δημόσια στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν, όσα για λογαριασμό της εκκαλούσας εξέθεσαν οι συνήγοροί της και την όλη συζήτηση της υποθέσεως προέκυψαν τα ακόλουθα: "Κατά της εκκαλούσας - κατηγορουμένης ασκήθηκε, από τον ενταύθα Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ποινική δίωξη για το αδίκημα της παράβασης Αναγκ.Νόμου 86/67 υπό την ιδιότητα της ως εργοδότου της επιχείρησης με την επωνυμία "ΒΙΟΣΥΠ ΑΒΕΕ" και παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του ενταύθα Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στη συνεδρίαση του της 20ης Ιουνίου 2006. Η μόνη γνωστή διεύθυνση κατοικίας της εκκαλούσας - κατηγορουμένης για την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που επελήφθη της ασκήσεώς της, κατόπιν εγκλήσεως του ΙΚΑ, ποινικής κατ' αυτής διώξεως και παρήγγειλε και επεμελήθη κάθε συναφούς με την ποινική διαδικασία επιδόσεως, ήταν αυτή στη … και στην οδό ... αρ.43 στην …, όπου και η κατοικία της εκκαλούσας. Στη διεύθυνση αυτή επιχειρήθηκε να γίνει η προς αυτήν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά της παρά πόδας αυτού κλήσεως όπως εμφανισθεί στην κατά τα άνω δικάσιμο, πλην όμως το επιφορτισμένο με την επίδοση όργανο διαπίστωσε ότι η εκκαλούσα - κατηγορούμενη απουσίαζε από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία της και η διαμονή της ήταν πλέον άγνωστη, ενώ εκεί δεν ανευρέθη άλλο πρόσωπο εκ των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 του ΚΠΔ, οπότε η προς αυτήν επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε κατά τους όρους της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ήτοι ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από 3-5-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικού Επιμελήτριας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, .... Τελικά, η εκκαλούσα - κατηγορούμενη δικάστηκε και καταδικάσθηκε ερήμην, στην ως άνω δικάσιμο, με την υπ' αριθμ. 30651/20-6-2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, αφού ακολουθήθηκε η αυτή, ως άνω διαδικασία και για τους εκεί αναφερομένους λόγους, επιδόθηκε σε αυτήν 21-9-2007, ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το υπό την αυτή ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως της ιδίας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Η εκκαλούσα όμως άσκησε την ένδικη έφεση της κατά της προαναφερθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως εκπροθέσμως, πολύ πέραν της εν αρχή αναφερομένης προθεσμίας των τριάντα ημερών και δη, όπως προκύπτει από το εφετήριο, μετά τριετία περίπου και ειδικότερα την 23η Μαρτίου του έτους 2010, επικαλούμενη ότι ήδη από του έτους 2004 είχε γνωστή διαμονή στην Αθήνα (οδ.... αρ. 12 και ... στο …), ισχυρισμό για την επιβεβαίωση του οποίου κατέθεσε η επιμέλεια της εξετασθείσα μάρτυρας και αναγνώσθηκαν τα επιμέλεια της προσκομισθέντα έγγραφα. Παρατηρείται όμως ότι η εν λόγω διεύθυνση ήταν και η μόνη γνωστή στην ασκήσασα την κατά τα άνω κατ' αυτής ποινική δίωξη Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δεν επικαλείται δε ότι η διαμονή της στην περιοχή της Αθήνας περιήλθε καθ' οιονδήποτε τρόπο σε γνώση τόσο του μηνυτή (ΙΚΑ) όσο και της Δικαστικής Αρχής και εν προκειμένω της ενταύθα Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών, που εξέδωσε τα ανωτέρω, προοριζόμενα για επίδοση σε αυτήν έγγραφα. Ειδικότερα, μολονότι η εκκαλούσα -κατηγορούμενη γνώριζε την οφειλή της άνω εταιρίας της οποίας ετύγχανε μέλος του Δ.Σ. αυτής προς το ΙΚΑ και ήταν εκ των πραγμάτων αναμενόμενη η σε βάρος της κίνηση αντιστοίχων ποινικών διώξεων εν τούτοις, δεν γνωστοποίησε, ούτε στο αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ στην Αθήνα, ούτε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη αρχή, την επιγενόμενη αλλαγή στη διεύθυνση κατοικίας της, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της πράξεως της να οφείλει ασφαλιστικές εισφορές. Εν όψει τούτων και όσων εκτενώς στη νομική σκέψη που προηγήθηκε εκτέθηκαν, νομίμως επιδόθηκαν σε αυτήν ως αγνώστου διαμονής τόσο το κλητήριο θέσπισμα, όσο και κυρωμένο αντίγραφο της σε βάρος της εκδοθείσης, εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως, αφ' ενός γιατί, ειδικότερα, δεν ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης άλλη διεύθυνση κατοικίας της, και αφ' ετέρου γιατί τα αρμόδια όργανα της επιδόσεως δεν μπορούσαν να την ανεύρουν στη διεύθυνση αυτή, ούτε υπήρχε εκεί πρόσωπο εκ των αναφερομένων στην παρ.1 του άρθρου 156 ΚΠΔ ...".
Στην παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται τόσο η χρονολογία επιδόσεως, την 21-9-2007, της εκκαλουμένης 30651/20-6-2006 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, την 23-3-2010, δηλαδή μετά διετία μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Επαρκώς αιτιολογείται, με αναφορά και στα αποδεικτικά μέσα που στηρίχθηκε το δικαστήριο, ότι η τελευταία και μόνη γνωστή στις δικαστικές Αρχές Θεσσαλονίκης διεύθυνση της κατηγορουμένης ήταν η ..., στην οδό ... αρ. 43, οπότε σύννομα, κατ' άρθρο 156 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, επιδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ως άγνωστης διαμονής, με επίδοση στην αρμόδια υπάλληλο του οικείου Δήμου …, σε, εκ του νόμου, προσπάθεια ενημερώσεώς της και η επίδοση αυτή δεν πάσχει από την έλλειψη αυτή ουδεμίας ακυρότητας. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεσή της ότι είχε καταστήσει γνωστή στην εισαγγελική αρχή της Θεσσαλονίκης, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την στο ..., επί της οδού ... αρ. 12 και ..., διεύθυνση της κατοικίας της, ούτε αποδείχθηκε ότι τη διεύθυνση αυτή γνώριζε το 2007 που παρήγγειλε τη συγκεκριμένη επίδοση η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, όπως ισχυρίστηκε στην έφεσή της η εκκαλούσα, έπεται ότι, αφού δεν είχε προηγηθεί εξέταση της κατηγορουμένης, κατ' άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, για να δηλωθεί από την ίδια η διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής της, νομίμως αυτή αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη μόνη γνωστή από την μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ στην Εισαγγελία αυτή διεύθυνση στην …, ως μόνη γνωστή κατοικία της και δεν υπεχρεούτο, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, να ζητήσει πληροφορίες από άλλες εισαγγελίες της Χώρας, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτή διέμενε ή όχι κατά τον κρίσιμο χρόνο (21-9-2007) στην παραπάνω διεύθυνση. Η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην ανωτέρω έκθεση εφέσεώς της, αν την φερόμενη, ως τελευταία γνωστή κατοικία της στο ..., είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην εισαγγελική αρχή Θεσσαλονίκης που είχε παραγγείλει την επίδοση της εναντίον της εκκαλουμένης αποφάσεως. Ο ισχυρισμός αυτής ότι η επίδοση είναι άκυρη, καθόσον η εν λόγω Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης είχε λάβει γνώση της νέας διεύθυνσης κατοικίας της στο ..., επί της οδού ... αρ. 12 και ..., από 4-10-2004, που αυτή είχε ασκήσει έφεση κατά άλλης, εναντίον της εκδοθείσας, της 53987/2004 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία και ανέφερε την ως άνω διεύθυνση κατοικίας της στην Αθήνα, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή δεδομένου ότι αφορά άλλη ποινική της υπόθεση. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ σχετικός και μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, ήτοι ελλιπής και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως εκπρόθεσμης προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 31/10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση της Μ. Τ. του Π., περί αναιρέσεως της με αριθμό 7507/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αβάσιμος ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, για την απόρριψη εκπρόθεσμης έφεσης, κλητευθείσας ως άγνωστης διαμονής της εκκαλούσας κατηγορουμένης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 666/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 και 13 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου J. V. του K., Ρουμάνου υπήκοου, ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 2/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την υπ' αριθμ. 2/2011 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. 4336/2008/14/26.2.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον περιφερειακό Δικαστή του Πρωτοδικείου Ιασίου Ρουμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Πειραιά την με αριθμό και ημερομηνία 1/3-3-2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Πειραιά Νικολάου Σιτζάνη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 325/2011.
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση του εκζητουμένου και να διορθωθεί και επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης", "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκ-ζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στη έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς, η κρινόμενη υπ' αριθμ. 1/3 Μαρτίου 2011 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθ. 4336/2008/14 από 26.2.2009 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Πρωτοδικείο Ιασίου Ρουμανίας κατά του εκκαλούντος J. V. του K. ή K. και της I., Ρουμάνου υπηκόου, παραπονούμενου για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, νομίμως και εμπροθέσμως ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς την επόμενη ημέρα από αυτήν που δημοσιεύθηκε η άνω απόφαση και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου, "η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Στο άρθρο 9 παρ.3 ίδιου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ.1 του άρθρου 10 εφόσον "τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα", ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες και κλοπές (στοιχ. ιη). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς, είτε σε ημεδαπούς, με βάση δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφ' όσον βέβαια συντρέχουν οι σχετικές θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 Ν. 3251/2004). Τέλος, στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Μεταξύ των λόγων αυτών περιλαμβάνεται και εκείνος της περ. ε, σύμφωνα με την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση αυτού "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η ελληνική δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος (στην παρούσα περίπτωση ο Άρειος Πάγος), προκειμένου να αποφασίσει αν θα κάνει χρήση του ως άνω δυνητικού λόγου αρνήσεως εκτελέσεως, οφείλει αρχικώς να προσδιορίσει αν ο εκζητούμενος "κατοικεί" ή "διαμένει" στην Ελλάδα και, επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, και, στη συνέχεια, και μόνον εφόσον διαπιστώσει ότι το πρόσωπο αυτό ικανοποιεί ένα από τα κριτήρια αυτά, να εκτιμήσει αν υπάρχει εύλογο συμφέρον που να δικαιολογεί την εκτέλεση της ποινής, που επιβλήθηκε από το Κράτος που εξέδωσε το ένταλμα, στην Ελλάδα. Στην εισηγητική έκθεση του ν. 3251/2004, αναφορικά με την παρόμοια διάταξη του άρθρου 13§3 (που αφορά ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως προς το σκοπό της διώξεως σε βάρος εκζητουμένου που κατοικεί στην Ελλάδα), διευκρινίζεται ότι πρόσωπα που κατοικούν στην Ελλάδα νοούνται εκείνα που η διαμονή τους έχει το στοιχείο της μονιμότητας. Ένας εκζητούμενος, λοιπόν, "κατοικεί" στην Ελλάδα αν έχει εδώ την πραγματική κατοικία του και "διαμένει" σ’ αυτήν εφόσον, μετά από σταθερή παραμονή ορισμένης διαρκείας, δημιούργησε δεσμούς παρομοίους προς εκείνους που δημιουργεί ένας κάτοικος. Για να διαπιστωθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υφίστανται μεταξύ του εκζητουμένου και της Ελλάδας δεσμοί που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο αυτό "διαμένει" στο Κράτος, η δικαστική αρχή εκτελέσεως απαιτείται να προβεί σε συνολική εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την περίπτωση του προσώπου αυτού, στα οποία καταλέγονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η φύση και οι συνθήκες παραμονής του εκζητουμένου, καθώς και οι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί του με το κράτος - μέλος εκτελέσεως (Ελλάδα). Εφόσον δε κριθεί ότι συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις και ο εκζητούμενος έχει εύλογο συμφέρον να ζητήσει να εκτελεστεί η ποινή, που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα, στην Ελλάδα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές έχουν την ευχέρεια να μη τον παραδώσουν στο Κράτος, οι δικαστικές αρχές του οποίου εξέδωσαν το ένταλμα, αλλά να διατάξουν την εκτέλεση της ποινής που του έχει επιβληθεί, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο ο εκκαλών, τα οποία περιλαμβάνονται στα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέταξε την εκτέλεση του υπ' αριθ. 4336/2008/14 από 26.2.2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Πρωτοδικείο Ιασίου Ρουμανίας κατά του J. B. του K. ή K. και της I., Ρουμάνου υπηκόου, τώρα εκκαλούντος, προκειμένου να προσαχθεί αυτός στην αρμόδια Ρουμανική Δικαστική Αρχή για να εκτίσει στερητική της ελευθερίας ποινή τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, που του επιβλήθηκε για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής που τελέστηκε από δύο ή περισσότερους δράστες με τις υπ' αριθ. 2656/4.9.2008 και 3926/18.12.2008 ποινικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου Ιασίου. Ειδικότερα, ο εκζητούμενος καταδικάσθηκε γιατί την νύκτα της 16/17.1.2006, μαζί με άλλους, μετά την αναρρίχηση ενός φράκτη, διείσδυσε στο χώρο της εταιρίας SC TMCUB SA και έκλεψε περισσότερα μεταλλικά αντικείμενα. Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο φέρει χρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή MOCANU MARCEL που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία του Δικαστή, φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, την απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε αυτός και την ποινή που του επιβλήθηκε) πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά τον Ν. 3251/2004. Η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο εκκαλών και για την οποία ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Ρουμανική Δικαστική Αρχή, χαρακτηρίζεται ως διακεκριμένη κλοπή, προβλεπόμενη και τιμωρουμένη με ποινή φυλακίσεως μέγιστης διάρκειας δεκαπέντε (15) ετών από τα άρθρα 208 παρ. 1 και 209 παρ. 1 τμήματα α, ζ, θ του Ρουμανικού Ποινικού Κώδικα, με την επί πλέον εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 75, τμήματος γ, και 40 του ίδιου Κώδικα, για την οποία κατά το άρθρο 10 παρ. 3 περίπτ. ιη του Ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, χωρίς έλεγχο 2ου διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών, ως προς το ανώτατο όριό της, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω, και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, δεν υπάγεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 περ. ιη του ν. 3251/2004, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Άλλωστε, η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 374 περ. δ). Και ναι μεν στο ένταλμα αναφέρονται οι ως άνω δύο αποφάσεις (οι υπ’ αριθ. 3926/2008 και 2656/2008), όμως, από αυτό δεν γεννάται ασάφεια ως προς την ποινή, την οποία πρέπει να εκτίσει ο εκζητούμενος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ούτε ως προς την απόφαση, με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή, καθόσον, από την ανάγνωση του εντάλματος προκύπτει ότι η εκτιτέα ποινή για την ως άνω πράξη της διακεκριμένης κλοπής είναι αυτή της φυλακίσεως των 3 ετών και 6 μηνών, η οποία του επιβλήθηκε με την πρώτη απόφαση, αλλά θα εκτιθεί σύμφωνα με τη δεύτερη. Δηλαδή, το ένταλμα εκδόθηκε για την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία προκύπτει και από τις δύο αποφάσεις, συνδυαστικώς λαμβανόμενες, και ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο εκζητούμενος ήλθε στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 2007, διαμένει σήμερα σε διαμέρισμα που μισθώνει η αδελφή του, στο ... και επί της οδού ... αρ. 18, και δεν έχει μόνιμη και σταθερή εργασία, αλλά απασχολείται περιστασιακά στην επιχείρηση (υδροβολές - αμμοβολές, βαφές κ.λπ.) της εταιρίας "Χ. Α. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Από την εκτίμηση των στοιχείων αυτών, σε συνδυασμό και με τα επικαλούμενα από αυτόν στην έκθεση εφέσεως (νόμιμη διαμονή στην Ελλάδα, μη απασχόληση των διωκτικών αρχών κ.λπ.) δεν προκύπτουν τέτοιοι οικογενειακοί και οικονομικοί δεσμοί αυτού με την Ελλάδα, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτός έχει εύλογο συμφέρον να εκτελεστεί η ποινή που του έχει επιβληθεί και για την έκτιση της οποίας εκδόθηκε το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα στην Ελλάδα. Επομένως, ορθά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος να αναλάβει η Ελλάδα την υποχρέωση να εκτελέσει ο εκζητούμενος την ανωτέρω ποινή σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους και απέρριψε το σχετικό αίτημα του για έκτιση του υπολοίπου στης ποινής στην Ελλάδα, ο δε τρίτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της εφέσεως, με τον οποίο ο εκζητούμενος υποστηρίζει ότι δεν κλητεύθηκε νομίμως για να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που εξέδωσε ερήμην του την καταδικαστική απόφαση, για την εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοσή του και ότι έσφαλε κατά τούτο το Συμβούλιο Εφετών, είναι αβάσιμη, γιατί το Συμβούλιο ορθά απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του, αφού από το ένδικο ένταλμα προκύπτει ότι αυτός "κλητεύθηκε αυτοπροσώπως ή ενημερώθηκε κατ’ άλλον τρόπο για την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που κατέληξε στην απόφαση εν τη απουσία του", ενώ το εκζητούν Κράτος (Ρουμανία) παρέχει νομικές εγγυήσεις ότι ο εκζητούμενος, σε περίπτωση εκδόσεώς του, εφόσον είχε δικασθεί ερήμην, θα δικασθεί εκ νέου, κατ’ άρθρο 522 παρ. α του Ρουμανικού ΚΠολΔ και θα του διορισθεί δικηγόρος κατ’ άρθρο 171 παρ. β του ίδιου Κώδικα (άρθρο 13 παρ. 1 ν. 3251/2004), δεν ήταν δε αναγκαίες περαιτέρω διευκρινίσεις (π.χ. προσδιορισμός στοιχείων και χρονολογίας κλητεύσεως κ.λπ.).
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προς το σκοπό προσαγωγής του εκκαλούντος στην αρμόδια Ρουμανική Δικαστική Αρχή για να εκτίσει την ανωτέρω ποινή του, δεν έσφαλε και πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/3 Μαρτίου 2011 έφεση του J. V. του K. ή K. και της I. κατά της υπ' αριθμ. 2/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που απεφάσισε την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Δικαστικής Αρχής της Ρουμανίας κατά υπηκόου της, προκειμένου να εκτιθεί η στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε για διακεκριμένη κλοπή. Προϋποθέσεις εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος. Επιτρέπεται η εκτέλεση αυτού χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση ότι τιμωρείται από το κράτος της εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 3 ετών ως προς το ανώτατο όριό της, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της οργανωμένης κλοπής (άρθ. 10§2 περ. ιη Ν. 3251/2004). Άρθρο 12 περ. ε Ν. 3251/2004. Έννοια κατοικίας ή διαμονής στην Ελλάδα. Ορθή απόρριψη αιτήματος εκζητουμένου για δυνητική μη εκτέλεση του εντάλματος και έκτιση ποινής στην Ελλάδα. Απορρίπτει έφεση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 665/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση των αποφάσεων 3587/2007 Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και 5210/2010 Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση των αποφάσεων αυτών για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 160/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 2 Μαρτίου 2011 και 3 Μαρτίου 2011 αποδεικτικά επίδοσης των Αρχιφύλακα ... και επιμελητή δικαστηρίων ..., αντιστοίχως, και ο αντίκλητός του, δικηγόρος Ευτύχιος Αλιγιζάκης ο αναιρεσείων κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ο αναιρεσείων στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17 Δεκεμβρίου 2010, αίτηση του Χ. Μ. του Γ., για αναίρεση της 5210/2010 και 3587/2007 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 664/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με την 56/21-3-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιου Γεωργόπουλου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 56787/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1569/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 23 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Α. Μ. του Π., για αναίρεση της 56787/2010 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
Αριθμός 664/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΜΑΡΙΝΕ Ανώνυμος Εταιρεία Εμπορικών και Βιοτεχνικών Επιχειρήσεων" που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Τζίφα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4443/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 628/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την από το άρθρο 557 του Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 3043/2002, αντένσταση του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, ότι η εναγόμενη πωλήτρια του απέκρυψε δολίως τα ελαττώματα του πωληθέντος σ' αυτόν σκάφους και ότι εντεύθεν η ένδικη αξίωσή του υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, την οποία ένσταση πρότεινε για αντίκρουση της ένστασης της εναγόμενης ότι η ένδικη αξίωση για αποζημίωση λόγω πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως των ιδιοτήτων που συνομολογήθηκαν υπέκυψε στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 554 του Α.Κ., δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα εξής: " Ο ενάγων-εφεσίβλητος ο οποίος έχει το βάρος της αποδείξεως της ως άνω αντενστάσεώς του περί δολίας απόκρυψης των ως άνω ελαττωμάτων ή της ως άνω ελλείψεως συμφωνηθεισών ιδιοτήτων του πωληθέντος εν λόγω σκάφους κατ' άρθρο 338 παρ.1 δεν απέδειξε τα απαραίτητα στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντένσταση αυτή, ήτοι : 1 ) ότι η εναγομένη κατά την παράδοση του σκάφους στον ενάγοντα γνώριζε ή βασίμως υποπτευόταν τις ως άνω ελλείψεις και παρά ταύτα τις απέκρυψε από τον αγοραστή ενάγοντα, 2 ) ότι η ανακοίνωση των ως άνω ελλείψεων στον αγοραστή που τις αγνοούσε θα τον απέτρεπε από την αγορά του σκάφους, 3 ) τα συγκεκριμένα παραπλανητικά μέσα με τα οποία απέκρυψε η εναγομένη από αυτόν ( αγοραστή-ενάγοντα ) την πραγματική κατάσταση του σκάφους και έτσι τον παρεμπόδισε να αντιληφθεί τις ως άνω ελλείψεις. Αντίθετα η εναγομένη ανταποδεικτικώς απέδειξε ότι κατά την παράδοση του σκάφους όλα λειτουργούσαν κανονικά, δηλαδή το ως άνω σκάφος δεν είχε εμφανή ελαττώματα και έφερε όλες τις συνομολογηθείσες ιδιότητες, αφού είχαν προηγηθεί επιτυχείς δοκιμές στην ανοικτή θάλασσα παρουσία του ενάγοντος και ότι εν πάση περιπτώσει τις ως άνω επικαλούμενες ελλείψεις επί του μηχανολογικού εξοπλισμού του σκάφους και αληθείς υποτιθέμενες δεν μπορούσε να τις γνωρίζει ( η εναγομένη ) αφού δεν το κατασκεύασε αυτή, αλλά το προμηθευόταν σε καινούργια κατάσταση από φημισμένους οίκους του εξωτερικού". Μετά την απόρριψη της άνω αντένστασης το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση της εναγόμενης ότι η ένδικη αξίωση υπέκυψε στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 554 του Α.Κ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ ουσίαν. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 557 του Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 3043/2002, δεχόμενο, ανελέγκτως, ότι το σκάφος δεν είχε ελαττώματα ή ελλείψεις και ότι σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη δεν τα γνώριζε και επομένως δεν τα απέκρυψε από τον ενάγοντα. Ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο γίνεται επίκληση ελάχιστου αποσπάσματος των παραδοχών του Εφετείου και προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, άλλως ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις οποίες, άλλωστε, δεν προσδιορίζει, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2008 αίτηση του Ν. Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 628/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4-4-2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης ( α΄ρθρθο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ). Πότε ιδρύεται. Απορρίπτει ως αβάσιμο. (Επικυρώνει την 628/2007 Εφ. Πειραιώς).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 662/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 67531/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον "ΕΝΙΑΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ" [ΕΔΟΕΑΠ] που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καινούργιο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1487/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 10 του ν. 2378/1995 ¨η μη εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του ειδικού φόρου ή του αγγελιοσήμου αποτελεί για τους κατά τις παραγράφους 7 και 8 του άρθρου αυτού υποχρέους για την καταβολή τους, προκειμένου δε περί εταιρειών για το νόμιμο εκπρόσωπό τους, ποινικό αδίκημα, το οποίο διώκεται αυτεπαγγέλτως και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός [1] έτους και χρηματική ποινή ίση με το μισό [1/2] τουλάχιστον, του ποσού του αγγελιοσήμου που δεν καταβλήθηκε. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του αν. ν. 86/1967, όπως ισχύουν, κατά δε τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου "το αγγελειόσημο που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του αν. ν. 248/1967 για καταχωρίσεις στις ημερήσιες εφημερίδες κάθε επί πληρωμή δημοσιεύματος που δεν αποτελεί διαφήμιση, εισπράττεται και αποδίδεται από τον επιχειρηματία που εκδίδει την εφημερίδα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 12 του αν. ν. 248/1967, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 5 και 6 του ν. δ/τος 1344/1973, και κατατίθεται στους λογαριασμούς του ΕΔΟΕΑΠ, με τίτλους "Λογαριασμούς Αγγελειοσήμου Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" και "Λογαριασμούς Αγγελειοσήμου Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης" αντίστοιχα, που τηρούνται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη¨. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 248/1967 σύμφωνα με την οποία ο παραλείπων την εμπρόθεσμη κατάθεση των αναφερομένων στα άρθρα 12 και 15 του νόμου αυτού, τιμωρείται επί υπεξαιρέσεως δια της εν παρ. 2 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 οριζόμενης ποινής σαφώς προκύπτει ότι ο παραβάτης της εμπρόθεσμης καταβολής του αγγελιοσήμου σε λογαριασμό του ΕΔΟΕΑΠ, επί τις του ποινικού αδικήματος, είναι αδικοπραξία σε βάρος του αμέσως ζημιογόνου ως άνω οργανισμού [νπιδδ] και εντεύθεν ιδιωτική διαφορά υπαγόμενη στα πολιτικά δικαστήρια [βλ. τις ΑΠ 1254 και 1255/2005 Α' Πολ. Τμήματος] και ότι ο τελευταίος οργανισμός μπορεί να παραστεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, επί των άνω ζημιών, από την ποινική πράξη και συνάμα αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος του ο δράστης της πράξης αυτής [υπεξαίρεσης].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης του για άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63 και 68 του ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ η περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης πολιτικής αγωγή δύναται να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου επί τους από τον αστικό κώδικα δικαιούμενους σ' αυτό, όπως είναι κατ' άρθρο 932 ΑΚ οι εκ της αδικοπραξίας αμέσως υποστάντες ηθική βλάβη, στους οποίους καταλέγονται και τα νομικά πρόσωπα, τα οποία είναι δυνατόν να υποστούν σ' αυτή ηθική βλάβη επί της πίστεως και του κύρους τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 67531/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την ταυτάριθμη με τα ως άνω πρακτικά προσβαλλόμενη απόφαση, εμφανίστηκε ενώπιον του ο Κ. Σ. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για λογαριασμό του ΕΔΟΕΑΠ για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση του λόγου ηθικής βλάβης που έχει υποστεί ο εν λόγω δημοσιογραφικός οργανισμός από το αδίκημα [υπεξαίρεση] που τέλεσε σε βάρος του ο αναιρεσείων. Η τοιαύτη δήλωση, η οποία είχε γίνει με το ίδιο περιεχόμενο και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 75928/2005, και κατά της οποίας δεν προβλήθηκε αντίρρηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων της ουσίας αμφοτέρων των βαθμών, είναι νόμιμη, καθόσον ο προαναφερόμενος δημοσιογραφικός οργανισμός είναι ο άμεσα παθών από την αδικοπραξία που τέλεσε ο αναιρεσείων σε βάρος του από την παρακράτηση ιδιοποίηση του αγγελιοσήμου που όφειλε να καταβάλει σ' αυτόν, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, και ορθά το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την παράσταση του ως πολιτικώς ενάγοντος κατά την επιδίκαση υπ' αυτού της έφεσης του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 75928/2005 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθόσον νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγο ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο αναιρεσείων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 470 ΚΠΔ ¨στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνων που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ενεργήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται¨. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον καταδικασθέντα το δικάζον Εφετείο δεν έχει εξουσία να καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου υπό την έννοια ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα να επαυξήσει την επιβληθείσα ποινή ή να ανακαλέσει ευεργετήματα αναγνωρισθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 65 παρ.2 εδάφιο τελευταίο ΚΠΔ ¨το ποινικό δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση αποζημιώσεως¨. Ως αποζημίωση κατά την έννοια του ως άνω άρθρου νοείται όχι μόνο η υλική ζημία, αλλά και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, της οποίας το ύψος προσδιορίζει το δικαστήριο κατ' ελεύθερη κρίση, με βάση τα αναφερόμενα σαφή κριτήρια και σε σχέση με το πρόσωπο [φυσική ή νομικό] του φερόμενου ως παθόντος, προσβληθέντος επί της αξιοποίνου πράξεως. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως από το Εφετείο ποσού ίσου ύψους με το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και αν επιβλήθηκε μικρότερη ποινή ή έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για μερικές πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος λόγω παραγραφής τους, δεν συνιστούν χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο σ' αυτήν την περίπτωση δεν υπερβαίνει την εξουσία του και έτσι δεν δημιουργείται υπέρ του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου λόγους μπορούν να προταθούν σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης και οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του ΚΠΔ λόγος κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίωκε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 75928/2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της 67531/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών [προσβαλλόμενης] ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την πρώτη των αποφάσεων ότι τέλεσε κατ' εξακολούθηση το έγκλημα της μη εμπρόθεσμης καταβολής του εισπραχθέντος αγγελιοσήμου προς τον πολιτικώς ενάγοντα δημοσιογραφικό οργανισμό [ΕΔΟΕΑΠ], κατά τη χρονική περίοδο από το Σεπτέμβριο του 2000 έως τον Αύγουστο του 2003 εις ποινή φυλάκισης 15 μηνών και χρηματική ποινή 130.000 ευρώ, προσέτι δε υποχρεώθηκε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του, ποσό που είχε ζητήσει ο τελευταίος με επιφύλαξη, με τη δεύτερη δε των ανωτέρω αποφάσεων ο αναιρεσείων ως εκκαλών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, ως τελέσας το ίδιο ως άνω έγκλημα [παράβαση του αν ν. 248/1967] κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο του 2002 έως το μήνα Αύγουστο του 2003, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα [από Σεπτέμβριο του 2000 έως τον Ιούλιο του 2002] έπαυσε οριστικά η κατ' αυτόν ποινική δίωξη λόγω παραγραφής των μερικοτέρων πράξεων του εν λόγω εγκλήματος που είχε αυτός τελέσει κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Επιπλέον με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στον παραστάντα και στη δευτεροβάθμια δίκη πολιτικώς ενάγονται το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη [όπως είχε υποχρεωθεί και πρωτοδίκως], πληρωτέο με το νόμιμο τόκο, υπολογιζόμενο από σήμερα [20-9-2010] έως την εξόφλησή τους, χωρίς να έχει υποβληθεί από τον πολιτικώς ενάγονται αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση τέτοιων τόκων. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλονότι το ίδιο ποσό που είχε επιδικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρότι από απόψεως ενοχής και ποινής η θέση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος κατέστη ευμενέστερη, δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού είχε την ευχέρεια να επιδικάσει το ίδιο ποσό, όπως έχει προεκτεθεί, και δεν κατέστη από αυτό και μόνο χειρότερη η θέση του αναιρεσείοντος από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο από τα άρθρα 470 και 510 παρ.1 στοιχ. Η δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Αντίθετα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός από τα άρθρα 510 παρ.2 του ΚΠΔ και 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ τρίτος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως ως προς την επιδίκαση τόκων για το ποσό των 44 ευρώ χωρίς να έχει υποβάλει όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τέτοιο αίτημα ο πολιτικώς ενάγων δημοσιογραφικός οργανισμός και πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να απαλειφθεί η σχετική διάταξή της με την παρούσα απόφαση, αφού δεν συντρέχει λόγος να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση [άρθρο 559 ΚΠολΔ, ΑΠ 872/2003]. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων σε μέρος των δικαστικών εξόδων του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος λόγω της εν μέρει νίκης του [άρθρο 510 παρ. 2 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, όπως στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 67531/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Απαλείφει τη διάταξη της ίδιας αποφάσεως κατά το μέρος που επιδικάζονται στον πολιτικώς ενάγοντα Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως [ΕΔΟΕΑΠ], νόμιμοι τόκοι επί της χρηματικής ικανοποιήσεως του των σαράντα τεσσάρων [44] ευρώ.
Απορρίπτει την από 2-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., κατά τα λοιπά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζει σε τριακόσια πενήντα [350] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή του αγγελιόσημου. Παράβαση του Ν. 248/1967. Νομίμως παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ο ΕΔΟΕΑΠ. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης του αυτού ποσού από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καίτοι επέβαλε μικρότερη ποινή (φυλάκισης και χρηματική) λόγω του ότι έπαυσε οριστικά για μερικότερες πράξεις τους λόγω παραγραφής. Δεν επέρχεται χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου από την ως άνω επιδίκαση ούτε δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης περί υπέρβασης εξουσίας. Αναίρεση εν μέρει απόφασης λόγω επιδίκασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τόκων επί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 662/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. Θ. Κ., κατοίκου ..., 2.Α. συζ. Π. Γ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 3. Χ. συζ. Ε. Π., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 4. Μ. συζ. Θ. Β., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., 5.Α. Δ. Φ., κατοίκου ... ... και 6. Μ. Α. Σ., συζ. Α. Φ., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντέλλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Ν. Π., κατοίκου ..., 2. Α. Ι. Κ., συζ. Α. Μ., κατοίκου ... και 3. Ν. Γ. Π., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. καταθ. 629/2006 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο ....
Εκδόθηκε η 378/2008 απόφαση του Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 892 παρ. 1 α' και 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση πρέπει να συντάσσεται εγγράφως, να υπογράφεται ιδιοχείρως από τους διαιτητές και να αναφέρει τον τόπο και το χρόνο της έκδοσης της. Κατά δε το άρθρο 893 του ίδιου κώδικα, η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί σύμφωνα με το άρθρο 892. Ο διαιτητής, ή αν είναι περισσότεροι διαιτητές ο επιδιαιτητής, ή με εντολή του ένας από τους διαιτητές, είναι υποχρεωμένος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία διαιτησίας, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε και να παραδώσει αντίγραφα της σ' αυτούς που συνομολόγησαν τη συμφωνία διαιτησίας. Τέλος, κατά το άρθρο 897 αριθ. 5 του ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί και στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ.2, 891 και 892 ΚΠολΔ. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης η μη κατάθεση της ή η πλημμελής κατάθεση της, καθώς και η μη επίδοση της στους διαδίκους, αφού η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται και παράγει τις έννομες συνέπειες της από της υπογραφής της από τους διαιτητές. Προκύπτει, επίσης, ότι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης μπορεί να προκύπτει από οποιοδήποτε σημείο του κειμένου της, ακόμη από την κάτω από αυτήν αναφερόμενη ημερομηνία κατάθεσης της, η αναφορά δε του χρόνου έκδοσης αποσκοπεί στη δυνατότητα διαπίστωσης αν η απόφαση εκδόθηκε εντός του χρόνου ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας, αφού διαφορετικά δημιουργείται λόγος ακύρωσης της από το άρθρο 897 αριθ. 2 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τέτοιοι δε κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι και οι προαναφερόμενοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι η διαιτητική απόφαση, της οποίας ζητήθηκε με αγωγή η ακύρωση, εκδόθηκε στις 18-1-2006, ημερομηνία κατά την οποία, όπως αναφέρεται στην διαιτητική απόφαση, " το διαιτητικό δικαστήριο συνήλθε σε τελευταία συνεδρίαση προς έκδοση της παρούσας οριστικής αποφάσεως διαιτησίας ", σε κάθε δε περίπτωση στις 3-3-2006 κατά την οποία κατατέθηκε το πρωτότυπο της στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου, όπως προκύπτει από τη σχετική επί της αποφάσεως πράξη κατάθεσης. Δέχθηκε, επίσης, ότι η μη αναφορά στην πράξη κατάθεσης της διαιτητικής απόφασης του ονόματος του προσώπου που την κατέθεσε δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ακυρότητα, αφού η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από και δια της υπογραφής της από τους διαιτητές. Με βάση τις παραδοχές αυτές, που ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους παραπάνω λόγους της αγωγής περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι δεν προκύπτει ο χρόνος δημοσίευσης της διαιτητικής απόφασης, ο οποίος ας σημειωθεί δεν συνδέεται με ακυρότητα της απόφασης, λόγω παρόδου του χρόνου ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, το πρόσωπο που κατέθεσε την απόφαση και η επίδοση αυτής στους αναιρεσείοντες. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 886 παρ.2, 891, 892 και 897 αριθ. 5 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. Α αναιρετικός λόγος, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση, στον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και όχι στον επικαλούμενο με το αναιρετήριο αριθμ. 14 και 19 του ίδιου κώδικα, είναι αβάσιμος.
Υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών, που αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης κατ άρθρο 897 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ., υφίσταται όταν οι διαιτητές αποφαίνονται επί θέματος που δεν υποβλήθηκε στη διαιτησία ή κείται πέραν αυτού, όπως συμβαίνει και όταν οι διαιτητές εφαρμόζουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου διαφορετικούς από εκείνους που τα μέρη συμφώνησαν κατ' άρθρο 890 παρ.1 ΚΠολΔ ως εφαρμοστέους. Ουδέποτε, όμως, συνιστά υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής αποφάσεως ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση (Α.Π. 537/2007, Α.Π. 71/1995). Οι όροι μιας σύμβασης δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1687/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη διαιτητική απόφαση και συνομολογείται εκατέρωθεν, αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας ήταν κάθε διαφορά που θα προέκυπτε από τη μεταξύ των οικοπεδούχων και του εργολήπτη σύμβαση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, τέτοια δε διαφορά είναι και αν οι νέοι εργολήπτες είχαν υποχρέωση να εφαρμόσουν τα αρχικά και μη εγκεκριμένα από την Πολεοδομία σχεδιαγράμματα, που είχαν προσαρτηθεί στην αρχική εργολαβία, ή τα εγκεκριμένα από την Πολεοδομία, που είχαν και αυτά προσαρτηθεί στη νέα εργολαβική σύμβαση μεταξύ των οικοπεδούχων και των νέων εργοληπτών, καθώς και αν έπρεπε να γίνει διόρθωση των συμβολαίων και του πίνακα κατανομής ποσοστών των οριζοντίων ιδιοκτησιών ώστε να εναρμονίζονται με τα εφαρμοσθέντα εγκεκριμένα σχεδιαγράμματα, ερωτήματα τα οποία τέθηκαν, μεταξύ άλλων, στο διαιτητικό δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης και των πρακτικών του διαιτητικού δικαστηρίου. Οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο υπό στοιχ. δ' λόγο της αγωγής τους, ζήτησαν την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι το διαιτητικό δικαστήριο υπερέβη την εξουσία που του παρείχε η διαιτητική απόφαση, καθόσον αφενός δεν εφάρμοσε τα σχέδια της πολυκατοικίας που είχαν υπογράψει τα μέρη και είχαν προσαρτηθεί στη διαιτητική συμφωνία, αλλά τα μεταγενεστέρως εκπονηθέντα και συνοδεύοντα την οικοδομική άδεια σχεδιαγράμματα, τα οποία δεν τέθηκαν υπόψη τους και αφετέρου διέταξε τη διόρθωση των συμβολαίων και τη μεταβίβαση στους εργολήπτες των οφειλομένων χιλιοστών επί του οικοπέδου για να επακολουθήσει η παράδοση των ιδιοκτησιών. Τον λόγο αυτό απέρριψε ως αβάσιμο το Εφετείο, δεχόμενο ότι το διαιτητικό δικαστήριο, με το να ερευνήσει τα ανωτέρω θέματα και να αποφανθεί επ' αυτών δεν υπερέβη την εξουσία του. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 897 παρ.4 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 867, 868 του ιδίου Κώδικα. Υπέρβαση εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου δεν υφίσταται βέβαια ούτε με την έννοια της εφαρμογής κανόνων ουσιαστικού δικαίου διαφορετικών από αυτούς που συμφωνήθηκαν (άρθρο 890 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον οι όροι της συμφωνίας ότι θα εφαρμοσθούν συγκεκριμένα σχεδιαγράμματα δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο δεύτερος υπό στοιχ. Β λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω υπέρβασης εξουσίας από το διαιτητικό δικαστήριο, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση στον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΙΊολΔ και όχι στον επικαλούμενο με την αναίρεση αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο υπό στοιχ. Γ λόγο αναίρεσης, αφού επαναλαμβάνονται οι αιτιάσεις που αποτελούν αντικείμενο των προηγούμενων αναιρετικών λόγων, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα, αόριστα, μη νόμιμα και αναιτιολόγητα απέρριψε τους λόγους της αγωγής των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή : α ) κατά παράβαση του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ θεώρησε ότι η τρίτη εναγόμενη Ν. Π. εκπροσωπήθηκε νομίμως υπό των λοιπών, β) θεώρησε ότι παρέστη κατά τη διαδικασία ο Σ. Γ., δηλαδή πρόσωπο άγνωστο στους ενάγοντες και δεν αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί του 5ου και 6ης εκ των εναγόντων, γ) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 897 περ. 4 ΚΠολΔ, αφού δεν έκανε ρητή και αναλυτική μνεία των αποδεικτικών εγγράφων που έλαβε υπόψη της και δ ) είναι ακατάληπτη και αντιφατική, διότι : 1 ) καίτοι δέχεται τη συνυπογραφή, συναποδοχή και επισύναψη στα συμβολαιογραφικά έγγραφα των μεταξύ τους συμφωνιών, δεν αποφαίνεται ότι τελικώς δεσμεύονται εξ αυτών, αλλ' ανατρέχει στην οικοδομική άδεια, 2 ) διατάσσει διορθώσεις συμβολαίων με εντελώς εσφαλμένα και ανακριβή στοιχεία, 3 ) δεν κάνει μνεία για την πλήρωση του άρθρου 14 του υπ' αριθ. 2869/1997 εργολαβικού, 4 ) καίτοι δέχεται τα εμβαδά, τις ποσοστιαίες αναλογίες και τις διαστάσεις τελικά απαιτεί την τροποποίηση όλων αυτών παρά το γεγονός ότι και οι αντίδικοι τα έχουν συναποδεχθεί, 5 ) ενώ δέχεται ότι δεν αλλοιώνονται τα εμβαδά τελικά καταλήγει σε εσφαλμένο πίνακα αναλογιών και έτσι μεταβάλλει αυτά και 6 ) διατάσει διορθώσεις συμβολαίων χωρίς να διαλαμβάνεται στο σκεπτικό συγκεκριμένη αναφορά σε διαστάσεις και χιλιοστά. Από τους ανωτέρω λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, ο υπό στοιχ. α' προβάλλεται προέχοντος χωρίς έννομο συμφέρον, αφού αναφέρεται στην μη προσήκουσα παράσταση άλλου διαδίκου, η οποία καθ' εαυτή δεν επιφέρει ακυρότητα της απόφασης, παρά μόνο αν παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακροάσεως του, ακυρότητα την οποία μόνο ο διάδικος αυτός μπορεί να επικαλεσθεί όχι και οι ενάγοντες. Ο υπό στοιχ. γ' ως άνω λόγος είναι μη νόμιμος, διότι από καμία διάταξη δεν επιβάλλεται η αναλυτική μνεία των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το διαιτητικό δικαστήριο. Ο υπό στοιχ. δ' από το άρθρο 897 αριθ. 7 ΚΠολΔ ως άνω λόγος είναι μη νόμιμος, διότι τα ανωτέρω προς θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύει λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης και όχι σε ακατάληπτες ή αντιφάσεις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, οι οποίες και μόνο αποτελούν λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης κατ' άρθρο 897 αριθ. 7 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης, δεχόμενο τα εξής : " Η Ν. Π. ( μία εκ των οικοπεδούχων ) είναι διάδικος στη διαιτητική διαδικασία, είτε απουσιάζει είτε παρίσταται, οι δε ισχυρισμοί της λαμβάνονται υπόψη κατά την ευρεία εξουσία περί αυτεπάγγελτης έρευνας των διαιτητών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη συμφωνία διαιτησίας...Ο Σ. Γ. δεν παρέστη ως διάδικος στη διαιτητική διαδικασία, αλλά ως πληρεξούσιος των εργοληπτών υπέβαλε στο διαιτητικό δικαστήριο υπόμνημα...Από τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χωρίς να ήταν αναγκαία η εξειδίκευση των εγγράφων. Επίσης έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς των διαδίκων που παρουσιάσθηκαν και υποβλήθηκαν προφορικά (όπως του 5ου ενάγοντος) και εγγράφως με τις προτάσεις και τα υπομνήματα, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι κατατέθηκαν ιδιαιτέρως προτάσεις ή υπόμνημα από το δικηγόρο του 5ου και 6ης των εναγόντων, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη. Άλλωστε με την προσθήκη των προτάσεων τους οι ενάγοντες συνομολογούν σαφώς τούτο, ισχυριζόμενοι ότι η εν λόγω δικηγόρος συνυπέγραψε τις προτάσεις που κατέθεσε ο προαναφερόμενος δικηγόρος των οικοπεδούχων, οι οποίες προτάσεις όμως κατά τα ανωτέρω ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως, τηρήθηκαν κατά τη διαιτησία οι επιβαλλόμενες από τη διάταξη του άρθρου 886 παρ.2 ΚΠολΔ αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως όλων των πλευρών ... Όλες οι επικαλούμενες με τον 6° λόγο ακύρωσης που στηρίζεται στο άρθρο 897 περ. 7 ΚΠολΔ επιμέρους αιτιάσεις, δεν αναφέρονται με σαφήνεια και σε συγκεκριμένα σημεία του διατακτικού, από τα οποία να προκύπτει ακατάληπτο ή αντίφαση σ' αυτό. Ειδικότερα επικαλούνται ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι εναγόμενοι είχαν συνυπογράψει με τα μεταξύ τους συμβολαιογραφικά έγγραφα υποχρεώσεις που αφορούσαν το χρόνο παράδοσης των διαμερισμάτων και τις ποινικές ρήτρες, βασιζόμενη (η απόφαση) στην οικοδομική άδεια δέχεται ότι δεν τους δεσμεύουν και διατάσσει διόρθωση των συμβολαίων, μη εκτιμώντας τις συμφωνίες, τα αποδεικτικά έγγραφα και τα προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά, συντάσσοντας και πίνακα χιλιοστών που επισυνάπτεται στην απόφαση με εσφαλμένα στοιχεία των ιδιοκτησιών τους και μάλιστα του 5ου και 6ης από αυτούς, ότι ενώ θεώρησε εσφαλμένως (η απόφαση) ότι είναι (οι ενάγοντες) υπερήμεροι στην αποδοχή των ιδιοκτησιών που περιέρχονται σ'αυτούς, δεν κάνει μνεία αν έχουν πληρωθεί οι προς τούτο τασσόμενοι με το εργολαβικό όροι προσκλήσεως τους. Όλες όμως οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται σε εσφαλμένη κατά τους ενάγοντες εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της απόφασης και η οποία κακή εκτίμηση δεν καθιστά ακατάληπτο ή αντιφατικό τόσο το αιτιολογικό όσο και το διατακτικό της απόφασης...". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 897 αριθ. 4, 5 και 7 ΚΠλΔ και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο εξεταζόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2009 αίτηση των Ε. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 378/2008 αποφάσεως του Εφετείου ....
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαιτησία. Αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης. Η μη κατάθεση ή πλημμελής κατάθεση της απόφασης, καθώς και η μη επίδοσή της στους διαδίκους δεν αποτελούν λόγους ακύρωσης. Την μη προσήκουσα παράσταση διαδίκου νομιμοποιείται να επικαλεσθεί μόνο αυτός και όχι άλλος διάδικος. Υπέρβαση εξουσίας. Πότε συντρέχει. Εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της απόφασης. Ακατάληπτες και αντιφατικές διατάξεις απόφασης (Επικυρώνει την 378/2008 Εφετείου Κρήτης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 663/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγήτρια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, για αναίρεση της με αριθμό 364/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Κ. Π. του Γ. και 2) Δ. Μ. του Ι..
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 70/2011
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήτευση γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 155παρ. 1 του ΚΠΔ η επίδοση γίνεται με παράδοση της κλήσεως στα χέρια του ενδιαφερομένου, εάν δε αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της κατοικίας του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που, έστω και προσωρινά διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό....,και εάν δεν βρεθεί σύνοικος ή οικιακή βοηθός ή θυρωρός ή τα πρόσωπα αυτά αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο, τούτο επικολλάται στην πόρτα της κατοικίας και επιδίδεται αντίγραφο της κλήσης στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο ( άρθρο 155 παρ. 2 εδ. β και γ του ΚΠΔ). Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ α σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου 513 του ΚΠΔ, αν αυτός που ζητεί την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτηση του απορρίπτεται, υπό την προϋπόθεση ότι έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 8/2/2011 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ιωαννίνων Π. Ν., η υπ' αριθμ. 70/1/2/2011 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία καλείτο ο αναιρεσείων να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου την 15/3/2011, κατά τη συζήτηση της από 28/12/2010 αίτησης του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 364/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, παραδόθηκε στα χέρια του δικηγόρου Κων/νου Παππά, επειδή η επιδούσα, όπως βεβαιώνει στο αποδεικτικό επιδόσεως, δεν βρήκε τον αναιρεσείοντα προσωπικά στην επί της οδού ..., διεύθυνση της κατοικίας του, χωρίς όμως να βεβαιώνεται από αυτή στο ως άνω αποδεικτικό επιδόσεως ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, στον οποίο παρέδωσε την κλήση, τυγχάνει σύνοικος του αναιρεσείοντος, όπως απαιτείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 2/2/2011 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., αντίγραφο της παραπάνω κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου , επιδόθηκε νόμιμα στην Κ. Μ., σύνοικο, ενήλικη γραμματέα του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Δ. Π..
Συνεπώς, από το προαναφερόμενο από 8/2/2011 αποδεικτικό επίδοσης της ως άνω κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν κλητεύθηκε έγκυρα για να παραστεί δια συνηγόρου ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής(15/3/2011) όταν έλαβε χώρα η συζήτηση της από 28/12/2010 αίτησης του, αφού η προς αυτόν επίδοση της κλήσεως έγινε σε πρόσωπο που κατά το χρόνο της επιδόσεως δεν είχε την ιδιότητα του συνοίκου του αναιρεσείοντος , εφόσον δε ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την δικάσιμο αυτή κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεώς του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28/12/2010 αίτησης του Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 364/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση Ν. 1428/1984. Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω μη νομότυπης κλήτευσης του αναιρεσείοντος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 659/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως το αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, για αναίρεση της με αριθμό 25949/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1336/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από την βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι το μεν, κατ' άρθρο 2 του Α.Ν. 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε, κατ1 άρθρο 679 του Εμπορικού Νόμου, καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχεύσαντος από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τα την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Ειδικότερα δέχθηκε τα ακόλουθα: απεδείχθησαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου, υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως έλαβε χώρα πριν από τη βεβαίωση του χρέους ή το ληξιπρόθεσμο αυτού, ενόψει του ότι το μεν κατ' άρθρο 2 του Α.Ν. 635/1937, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας και είναι άκυρη ως προς την ομάδα των πιστωτών κάθε δικαιοπραξία αυτού, που αφορά την πτωχευτική περιουσία, το δε κατ' άρθρο 679 αρ. 4 του Εμπ.Ν., καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού, στην περίπτωση πληρωμής των πιστωτών του, μετά την ημέρα παύσης των πληρωμών. Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου, το ως άνω γεγονός της πτωχεύσεως δεν ασκεί έννομη επιρροή στους νομίμους εκπροσώπους των κεφαλαιουχικών εταιρειών (ΑΕ και ΕΠΕ κλπ), αφού ως προς αυτούς δεν υφίσταται η αυτόθροη συνέπεια της συμπτωχεύσεως, μαζί με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, ως επί προσωπικών εταιρειών. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος στην Αθήνα, το χρονικό διάστημα από 1.3.2003 έως και 31.12.2004, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τυγχάνων Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "ΕΥΡΩΚΑΤ ΑΝΩΝ. ΤΕΧΝ. ΕΜΠΟΡ. ΜΕΤΑΛ.", με έδρα την ..., όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ληξιπρόθεσμο ποσό για την καταβολή της οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, αφορά δε διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών (αρ. ειδ. βιβλίου 52/2006) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 5.4.2002 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δε δεν κατέβαλε το ποσό των 3.674.460,50 ευρώ που αφορά τα κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα χρέη αυτού προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα: (στη συνέχεια γίνεται παραπομπή στον αναφερόμενο παραπάνω πίνακα). Ο κατηγορούμενος εκκαλών, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, υπέβαλε στο Δικαστήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ταμειακή βεβαίωση του επίδικου χρέους έγινε σε μεταγενέστερο της πτωχεύσεως χρόνο και συνεπώς ο εκκαλών πρέπει να κηρυχθεί αθώος. Όπως αποδεικνύεται, η ως άνω εταιρεία, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και συνεπώς νόμιμος εκπρόσωπος ήταν τον επίδικο χρόνο ο εκκαλών κατηγορούμενος, δυνάμει της 579/2.5.2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, με ημερομηνία παύσεως των πληρωμών την 19.6.2001. Αποδεικνύεται ότι το σύνολο του οφειλόμενου στο Δημόσιο χρέους είναι προπτωχευτικό, όπως αναλυτικά προπεριγράφηκε στην παρούσα απόφαση. Πλην όμως, από τον ίδιο πίνακα προκύπτει ότι η βεβαίωση του χρέους και το ληξιπρόθεσμο του χρέους είναι μεταγενέστερο της πτωχεύσεως. Η ως άνω παραδοχή όμως δεν ασκεί έννομη επιρροή, σε σχέση με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, ο οποίος δεν συμπτώχευσε με την ως άνω εταιρεία και του οποίου η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού είναι ατομική και αυτοτελής σε βάρος της προσωπικής του περιουσίας, αφού η πτώχευση της ως άνω εταιρείας δεν συνεπάγεται ως αυτόθροη συνέπεια τη συμπτώχευση του νομίμου εκπροσώπου της, αφού ο εκκαλών νομίμως θα κατέβαλε το επίδικο χρέος, αφού αυτό καταλογίσθηκε ατομικά σε αυτόν, η δε απαγόρευση καταβολής εκ των άρθρων 2 Α.Ν. 635/1937 και 679 παρ. 4 Εμπ.Ν., από την κήρυξη της πτωχεύσεως και μετά, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον σύνδικο της πτωχεύσεως, που αυτός και μόνον εκπροσωπεί την εταιρεία. Σε αντίθετη περίπτωση, ο νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας, ο οποίος επί σειρά ετών αποκέρδαινε σημαντικά από τη λειτουργία κεφαλαιουχικής εταιρείας, μετά την πτώχευση αυτής, θα εδύνατο να διατηρεί τα κέρδη αυτά, χωρίς να έχει υποχρέωση καταβολής των οφειλών αυτής προς το Δημόσιο από τους οφειλόμενους σε αυτό φόρους και ταυτόχρονα να επωφελείται και από τις έννομες συνέπειες της πτώχευσης αυτής, χωρίς όμως ο ίδιος να συμπτωχεύει με αυτήν, δηλαδή επί της ουσίας, χωρίς να έχει ουδεμία ευθύνη για τα προπτωχευτικά χρέη, που ο ίδιος εκ της διοικήσεως της εταιρείας δημιούργησε προς το Ελληνικό Δημόσιο. Η μη συμπτώχευση συνεπώς εν προκειμένω του εκκαλούντος συνεπάγεται ότι αυτός είχε αυτοτελή υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων εκ της ιδίας αυτού περιουσίας, ως προς την οποία η πτώχευση άμεσα δεν ασκεί έννομη επιρροή. Το δικαστήριο όμως κρίνει ότι η ως άνω πτώχευση δημιούργησε ταμειακή δυσχέρεια καταβολής του συνόλου των οφειλομένων, αφού ο εκκαλών κατηγορούμενος απώλεσε ένα σημαντικό μέρος των εισοδημάτων του, ως εκ της πτωχεύσεως της ως άνω εταιρείας, της οποίας ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό εκ του άρθρου 84 παρ. 2β του Π.Κ., των μη ταπεινών αιτίων για τη μη καταβολή του επίδικου χρέους, ως εκ της οικονομικής του δυσχέρειας, η οποία προκύπτει και από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα. Πρέπει συνεπώς απορριπτόμενου του ως άνω προβαλλομένου αυτοτελούς ισχυρισμού, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό εκ του άρθρου 84 παρ. 2β Π.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του, αφού ενώ, όπως το ίδιο το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε ότι η παραπάνω εταιρεία ΕΥΡΩΚΑΤ ΑΕ κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, και επομένως δεν ήταν δυνατόν ο αναιρεσείων να καταβάλει τα οφειλόμενα χρέη προς το Δημόσιο, δέχθηκε στη συνέχεια ότι η πτώχευση δεν ασκούσε έννομη επιρροή στην ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος και ότι εκείνος ήταν υπόχρεος στην καταβολή των χρεών, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, άρθρου 25 παρ. 1γ, 2, 3 του Νόμου 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις του Α.Ν. 635/1997 και του Εμπορικού Νόμου. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγος αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 25949/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Σε περίπτωση πτωχεύσεως ανώνυμης εταιρίας δεν ευθύνεται για την πληρωμή των χρεών της ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, αφού η τελευταία στερείται της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας. Αναιρείται η απόφαση πο δέχθηκε ποινική ευθύνη του Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 659/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημητρίου Λαδά.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EFFER HELLAS Α.Ε - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΡΑΝΩΝ", που εδρεύει στη Βιομηχανική περιοχή Ασπροπύργου (θέση Λάκκος Κατσάρη), ήδη τελούσης υπό εκκαθάριση, νομίμως εκπροσωπουμένης υπό των εκκαθαριστών αυτής: Ε. Φ. του Δ., κατοίκου ... και Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 21 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και β) με την από 2.11.2005 ανακοινούσα δίκη μετά προσεπικλήσεως σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας που κατέθηκε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1401/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3941/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου κατά το πρώτο μέρος του, τρίτου, πέμπτου, όπως αυτοί εκτιμώνται και τέταρτου από άρθρο 559 αρ. 19 του ΚπολΔικ λόγων αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις 7173/23-4-2010 και 7166/21-4-2010 εκθέσεις επιδόσεως με αποδεικτικό παράδοσης-παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση ταχυδρομήσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.Α., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κατά από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α - δ Ν 5960/1933 "περί επιταγής" ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ.1 και 5 του ίδιου νόμου επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, σε κάθε περίπτωση όμως που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία. Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως. Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του, της διεύθυνσης κατοικίας του, είχε δε και ευμενή σύσταση. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ. συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνη καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δίκ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την. απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 2-1-2003 η εταιρία ΔΑΡΜΑΚ Α.Ε. εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας την με αρ. 23229586-7 δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού 31.166,54 ευρώ, από τον με αρ. 011-171/47037075 λογαριασμό της, που τηρούσε στο κατάστημα Ταύρου της εναγομένης, πληρωτέα σε διαταγή της ενάγουσας, για την πληρωμή αντίστοιχης οφειλής της, προερχομένης από το υπ' αρ. 506 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής της ενάγουσας και το υπ' αρ. 227/30-12-2002 τιμολόγιό της. Την επιταγή αυτή παρέλαβε για λογαριασμό της ενάγουσας ο Χρ. Π., ο οποίος ήταν τότε πωλητής της ενάγουσας και απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, χωρίς εξουσία εκπροσώπησης, εκδίδοντας και υπογράφοντας ο ίδιος την με αρ. 1/2-1-2003 απόδειξη εισπράξεως της ενάγουσας. Την εν λόγω επιταγή όμως ο Χρ. Π. δεν την παρέδωσε στην ενάγουσα, όπως είχε υποχρέωση, αλλά χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους εκπροσώπους της, έθεσε στο πίσω μέρος αυτής, στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, την εταιρική σφραγίδα μαζί με την υπογραφή του. Στη συνέχεια, ο Χρ. Π. εμφάνισε ως εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, στις 2-1-03 (αυθημερόν), την επίδικη επιταγή στο κατάστημα Ταύρου της εναγομένης προς πληρωμή. Οι υπάλληλοι όμως της τελευταίας (Τράπεζας), μολονότι είχαν υποχρέωση, δεν επέδειξαν την επιμέλεια που απαιτείται στις τραπεζικές συναλλαγές και συγκεκριμένα δεν έλεγξαν, αν ο Χρ. Π. εκπροσωπούσε νόμιμα την ενάγουσα εταιρία και αρκέσθηκαν στο γεγονός ότι τον γνώριζαν από άλλες συναλλαγές του με το κατάστημα αυτό της εναγομένης, θέτοντας κάτω από την εταιρική σφραγίδα και την υπογραφή του Χρ. Π., μία σφραγίδα με την φράση "γνωστός στις συναλλαγές" και του πλήρωσαν την επιταγή, χωρίς να λάβει χώρα καμιά πλαστογραφία υπογραφής νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας. Οι συναλλαγές αυτές αφορούσαν την είσπραξη άλλων επιταγών, μεταξύ δε αυτών και επιταγών της ενάγουσας, τις οποίες, όμως αυτός εισέπραττε ως νόμιμος κομιστής εξ οπισθογραφήσεως και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ιδιότητα την οποία ουδέποτε είχε. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν τηρούσε λογαριασμό στο εν λόγω κατάστημα της εναγομένης και δεν ήταν ούτε η ίδια, ούτε ο Χρ. Π. πελάτες της, με την προαναφερθείσα στην μείζονα σκέψη έννοια, οι υπάλληλοι της (Τράπεζας) πλήρωσαν το ποσόν της επίδικης δίγραμμης επιταγής, ύψους 31.166,54 Ευρώ στον Χρ. Π., το οποίο ο τελευταίος ουδέποτε απέδωσε στην ενάγουσα, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα, δηλαδή το υπεξαίρεσε σύμφωνα με το υπ' αρ. 1751/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που παρέπεμψε τον Χρ. Π. στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική υπεξαίρεση. Η εναγομένη, η οποία δια των αρμοδίων υπαλλήλων της δεν φρόντισε να ελέγξει και να εξακριβώσει, αν κατά την ημερομηνία εμφάνισης της επίδικης επιταγής προς πληρωμή (2-1-2003) ο Χρ. Π., ο οποίος εμφανίσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί η επιταγή, εκπροσωπούσε νόμιμα ή όχι την ενάγουσα χωρίς να είναι κανένας εξ αυτών πελάτης της, παρά μόνο ο Χρ. Π., γνωστός στους υπαλλήλους από τις συναλλαγές με την εναγομένη Τράπεζα, είναι υπαίτια της πιο πάνω οικονομικής ζημίας της ενάγουσας". Επίσης το Εφετείο τον προταθέντα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι νόμιμα πλήρωσε τη δίγραμμη επιταγή στον Χρ. Π., ως πελάτη του καταστήματός της στον Ταύρο Αττικής ο οποίος είχε εισπράξει ως τελευταίος κομιστής επιταγές της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως μη νόμιμο, διότι, δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων την ιδιότητα του πελάτη με την έννοια που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ότι είχε προηγουμένως ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στην πληρώτρια τράπεζα). Στη συνέχεια το Εφετείο έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και επιδίκασε ως αποζημίωσή της το ποσό της επιταγής (31.166 ευρώ) και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της το ποσό των 4.000 ευρώ, μεταρρυθμίζοντας την πρωτόδικη απόφαση (η οποία είχε επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης). Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 37, 38 του ν. 5960/1933, 914, 922, 298, 330 εδ. β, 334 και 932 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν έφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται: 1)Το παράνομο της πληρωμής της επίμαχης δίγραμμης (με γενική διγράμμιση) επιταγής από την πληρώτρια αναιρεσείουσα, εφόσον η πραγματική δικαιούχος αναιρεσίβλητη δεν ήταν πελάτης της πληρώτριας ούτε τραπεζίτης, ενώ δεν είχε κάποια από τις ιδιότητες αυτές και ο φερόμενος στην επιταγή από οπισθογράφηση κομιστής αυτής Χρ.Π., πλεοναστικώς δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν ελέγχθηκε η ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως προς τον κομιστή της επιταγής από τη (δικαιούχο) αναιρεσίβλητη, 2)Η από αμέλεια των προστημένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας μη διαπίστωση του ανεπιτρέπτου της πληρωμής της, μολονότι με απλή θεώρηση της, λόγω επαγγελματικών τους γνώσεων τους, είχαν τη δυνατότητα να διαγνώσουν το χαρακτήρα της ως δίγραμμης και συνεπώς πληρωτέας μόνον σε τραπεζίτη ή πελάτη της πληρώτριας και 3)Η ζημία της αναιρεσίβλητης από την παράνομη και υπαίτια πράξη των προστημένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, λόγω υπεξαιρέσεως του ποσού της επιταγής από τον λήπτη του Χρ.Π., που δημιουργούσε υποχρέωση αποκατάστασης της ισόποσης με την αξία της επιταγής ζημίας της αναιρεσίβλητης και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος, πέμπτος, όπως αυτοί εκτιμώνται και τέταρτος από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο Χρ. Π., μέλος του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, είχε το δικαίωμα είσπραξης της επίμαχης δίγραμμης επιταγής, ως πελάτης της αναιρεσείουσας πληρώτριας τράπεζας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 37 και 38 του ν. 5960/1933 και απέρριψε ορθώς τον εν λόγω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, υπό στοιχείο 2 κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως είναι ο μεν πρώτος απαράδεκτος, ο δε δεύτερος αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2009 αίτηση της Ε.Τ.Ε. Α.Ε. για αναίρεση της 3941/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δίγραμμη επιταγή (άρθρ. 37 εδ. α-δ ν. 5960/1933): Επί γενικής διγραμμίσεως η επιταγή είναι πληρωτέα σε τραπεζίτη ή πελάτη του πληρωτή και μεταβιβάσιμη, αν δε πληρωθεί σε άλλο πρόσωπο δημιουργείται μόνο υποχρέωση αποζημίωσης μέχρι του ποσού της επιταγής. Το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι είχαν ευθύνη από αδικοπραξία οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας τράπεζας που πλήρωσαν την επιταγή στο μέλος Δ.Σ της αναιρεσίβλητης, που δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης της επιδικάσας αποζημίωση χρηματικής και ηθικής βλάβης για αναιρεσίβλητη. Επικυρώνει απόφαση Εφετείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 657/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Νικόλαου Κωνσταντόπουλου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.241/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χαλκίδας. Με κατηγορούμενο τον Κ. Μ. του Σ., κάτοικο ... και πολιτικώς ενάγουσα την "Α.Ε.Π.Ι. Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Χαλκίδας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 46/8-11-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1437/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 389/24-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 485 του Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 46/2010 αίτηση μου, με την οποία ζητώ να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 241/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Κ. Μ. του Σ., Δημάρχου Ελυμνίων Εύβοιας, για παράβαση των άρθρων 1, 3, 12, 13, 54, 55, 56, 63 και 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, πράξη την οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην 8-8-2007 στον χώρο το Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ελυμνίων κατά την διάρκεια μουσικής εκδήλωσης - συναυλίας.
II) Ως προς την βασιμότητα των λόγων για τους οποίους ασκήθηκε αναίρεση, αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της 46/2010 εκθέσεως αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να γίνει δεκτή η αίτηση μου, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 241/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν. Αθήνα 22 Νοεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 483 παρ.3 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού ή που παύει οριστικά ή προσωρινά ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, υποβάλλοντας σχετική δήλωση στο γραμματέα του Αρείου Πάγου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2, το οποίο εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση. Από την πρώτη των άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος και για όλους τους λόγους του άρθρου 484 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα (περ.δ'αρθρ.484 παρ.1 άνω Κώδικα).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την, από 8 Νοεμβρίου 2010 ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 46/2010 έκθεση, άσκησε, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 483 παρ.3, 479 παρ.2 και 484 παρ. 1δ Κ.Π.Δ., αναίρεση κατά του υπ' αριθμ. 241/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., για παράβαση των άρθρων 1, 3, 12, 13, 54, 55, 56, 63 και 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 66 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 81 παρ. 9 του Ν. 3057/2002, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τους εκτιθέμενους στη δήλωσή του λόγους. Αυτή (δήλωση) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί.
Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθμό 241/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, το οποίο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, το άνω Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Κ. Μ. του Σ., ..., Δήμαρχου Δήμου Ελυμνίων Ευβοίας για το ότι: Την 8η-8-2007 και περί ώρα από 21.30 έως 23.30, στο προαύλιο χώρο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ελυμνίων Ν.Ευβοίας, κατά τη διάρκεια μουσικής εκδήλωσης-συναυλίας, με πρόθεση, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, εκτέλεσε δημόσια και παρουσίασε στο κοινό έργα που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως Δήμαρχος του Δήμου Ελυμνίων και Πρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ελυμνίων Ν.Εύβοιας και υπεύθυνος διοργανωτής της ως άνω μουσικής εκδηλώσεως-συναυλίας, με τη συμμετοχή των τραγουδιστών: Κώστα Μακεδόνα, Μελίνας Ασλανίδου και διαφόρων άλλων εκτελεστών-ερμηνευτών, εκτέλεσε δημόσια και έκανε προσιτές σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό κύκλο της οικογένειας και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, μουσικές συνθέσεις και τραγούδια, που προστατεύονται αποκλειστικά στην Ελλάδα από την εδρεύουσα στο ..., ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " Α.Ε.Π.Ι. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΑΕ", ύστερα από μεταβίβαση των πνευματικών δικαιωμάτων από τους δημιουργούς, χωρίς, την απαιτούμενη άδεια της και ειδικότερα , χωρίς άδεια της Α.Ε.Π.Ι, εκτέλεσε δημόσια στους θεατές της ως άνω μουσικής εκδήλωσης, τις παρακάτω μουσικές συνθέσεις, των οποίων η Α.Ε.Π.Ι έχει τη προστασία και διαχείριση: α) το τραγούδι "ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ", των δημιουργών Λευτέρη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Χρήστου ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, β) το τραγούδι "ΝΑΙ ΘΑ ΠΩ" των δημιουργών: Νίκου ΑΝΤΥΠΑ, Λίνας ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, γ) το τραγούδι "ΜΕ ΔΥΟ ΓΑΤΟΥΣ ΠΑΡΕΑ" των δημιουργών : Στέφανου ΚΟΡΚΟΛΗ, Γιάννη ΓΟΥΝΑ, δ) το τραγούδι "ΟΣΑ ΔΕΝ ΕΙΠΑ", της δημιουργού Σοφίας ΜΠΑΛΤΖΗ, ε) το τραγούδι "ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΥΑΛΙΑ", του δημιουργού Σταμάτη ΚΡΑΟΥΝΑΚΗ και στ) το τραγούδι "ΠΟΔΗΛΑΤΟ" των δημιουργών: Άρη ΔΑΒΑΡΑΚΗ και Χρήστου ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 3, 12, 13, 54, 55, 56, 63 και 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, όπως η παρ. 1 του άρθρου 66 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 81 παρ. 9 του Ν. 3057/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Ν. 2121/1993, καθώς και των άρθρων 1,13 περ.α, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ.1, 51, 53, 57, 79 και 80 του ΠΚ. Για να στηρίξει την κρίση του αυτή, το παραπάνω Συμβούλιο στο προσβαλλόμενο βούλευμά του διέλαβε την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού του φακέλου της δικογραφίας, που συγκεντρώθηκε τόσο από τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση όσο και από την τακτική προανάκριση, την απολογία του κατηγορουμένου, το παρόν Συμβούλιο - ληφθέντος υπόψη και του γεγονότος ότι ο κατονoμαζόμενος ως ανωτέρω Δήμαρχος (όπως και ο ίδιος κατέθεσε στην απολογία του) δεν είχε τη δυνατότητα, ως διοργανωτής της μουσικής εκδήλωσης - συναυλίας, να καθορίσει το ακριβές ρεπερτόριο των καλλιτεχνών που συμμετείχαν σ' αυτή την εκδήλωση, δεδομένου ότι αυτό (το ρεπερτόριο) άλλαζε κατά τη διάρκεια της συναυλίας και διαμορφωνόταν ανάλογα με τις μουσικές προτιμήσεις του κοινού-, κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ως προς την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, καθόσον δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου ως προς την πραγμάτωση της πράξης αυτής. Ως εκ τούτου δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατ' αυτού για την προαναφερόμενη πράξη κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1α' ΚΠΔ". Ο αναιρεσείων εισαγγελέας στη δήλωση-αίτησή του ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "η αιτιολογία της απαλλακτικής αυτής κρίσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως το Σύνταγμα και ο νόμος απαιτεί, λόγω των κατωτέρω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων. Ειδικότερα δε γιατί: α) δεν παρατίθενται σ' αυτό ούτε κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, αφού η απλή αναφορά ότι οδηγήθηκε σ' αυτήν "από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού του φακέλου της δικογραφίας, που συγκεντρώθηκε τόσο από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση όσο και από την τακτική προανάκριση και την απολογία του κατηγορουμένου", δεν αρκεί (ad hoc 1883/2008 σε Συμβ. Ποιν. Χρον. ΝΘ 733 περιλ.) ενόψει του ότι δεν προσδιορίζονται, ούτε καν στοιχειωδώς, ποια είναι τα στοιχεία αυτά (μάρτυρες, έγγραφα ή άλλου είδους αποδεικτικά μέσα) που συγκεντρώθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση και την προανάκριση, τα οποία οδήγησαν το Συμβούλιο στην απαλλακτική του κρίση, β) δεν καθίσταται σαφές για ποιο λόγο η δυνατότητα παρέμβασης ή μη του κατηγορουμένου, στον καθορισμό του ρεπερτορίου καθώς και η εναλλαγή του ρεπερτορίου αυτού από τους καλλιτέχνες, ασκούσε επιρροή στο υποκειμενικό στοιχείο του δόλου του κατηγορουμένου, ενόψει του ότι ο δόλος στο έγκλημα της παράβασης του άρθρου 66 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, συνίσταται στην γνώση και την θέληση από τον υπαίτιο της δημόσιας εκτέλεσης ή παρουσίασης στο κοινό πνευματικών έργων, τα οποία, ο δημιουργός τους, είτε τα εκμεταλλεύεται ο ίδιος, είτε έχει εκχωρήσει την εκμετάλλευση τους σε οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, χωρίς προηγουμένως αυτός (υπαίτιος), να έχει εφοδιασθεί με την (γραπτή) άδεια του νόμιμου δικαιούχου για την δημόσια αυτή εκτέλεση".
Όμως, σύμφωνα με τα άνω εκτεθέντα, το εν λόγω βούλευμα περιέχει στο παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό σκεπτικό του, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, την επιβαλλόμενη από το άρθρο 139 ΚΠΔ πλήρη και σαφή αιτιολογία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 περ.δ' του αυτού Κώδικα, που αποτελεί το σχετικό λόγο αναιρέσεως κατά του άνω βουλεύματος, αφού περιέχονται στο βούλευμα αυτό με σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα (έγκληση-απολογία κατηγορουμένου) από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου, που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 19/2001), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτισή τους, αρκεί να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα στοιχεία από το δικαστικό συμβούλιο, αφού γίνεται μνεία στο βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 1558/2003), όπως αναφέρεται και συμβαίνει στο προκείμενο βούλευμα. Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του αρθρ. 66 παρ.1 του Ν. 2121/1993 απαιτείται κατά το αρθρ. 26 παρ.1 ΠΚ και δόλος του υπαιτίου (έστω και ενδεχόμενος), που έγκειται στη γνώση και τη θέληση δημόσιας εκτέλεσης ή παρουσίασης στο κοινό του άνω έργου, χωρίς να έχει προηγουμένως ληφθεί η απαιτούμενη άδεια. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογείται η αδυναμία του κατηγορουμένου να καθορίσει το ακριβές ρεπερτόριο των καλλιτεχνών που συμμετείχαν στη συναυλία, διότι αυτό άλλαζε κατά τη διάρκεια της (συναυλίας) και διαμορφωνόταν ανάλογα με τις μουσικές προτιμήσεις του κοινού. Έτσι, το εν λόγω Συμβούλιο κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο του το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου ως προς την πραγμάτωση της πράξης που κατηγορείται και ως εκ τούτου, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του, για να αποφανθεί στη συνέχεια, να μη γίνει κατηγορία εναντίον του για την πράξη που κατηγορείται, περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την από το νόμο απαιτούμενη αιτιολογία, ο δε από το άρθρο 484 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η αίτηση στο σύνολό της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. εκθέσεως δηλώσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου 46/2010), για αναίρεση του με αριθμό 241/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά βουλεύματος Συμβουλίου Πλημ/κων, το οποίο, με το βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για παράβαση των άρθρων 1-66§1 Ν. 2121/1993 με λόγο ότι η αιτιολογία του βουλεύματος δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, λόγω των ελλείψεων που αναφέρει. Πλήρης η αιτιολογία βουλεύματος, όταν αναφέρονται σε αυτό, στο σκεπτικό και το παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενο διατακτικό χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτισή τους, αρκεί να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα στοιχεία από το Δικαστικό Συμβούλιο, αφού γίνεται μνεία στο βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία της δικογραφίας. Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 66§1 Ν. 2121/1993, απαιτείται δόλος του υπαιτίου, έστω και ενδεχόμενος. Αβάσιμος ο λόγος περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 656/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 9406/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ν. Κ. του Η., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρώνη. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΠΙ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΝ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 55/13.12.2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1592/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητα του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής και ειδικότερα του ότι στο ... στις 31.1.2003 ημέρα και μεταξύ των ωρών 04.15 έως 05.00 με γνώση και δόλο, χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 63 και 66 του Ν. 2121/93 και των διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως νόμιμος εκπρόσωπος του τηλεοπτικού σταθμού με τον διακριτικό τίτλο BLUE SKY που βρίσκεται στο ... και στην οδό ... αριθμ. 44, εκτέλεσε δημόσια και έκανε προσιτές σε κύκλο προσώπων ευρύτερο από το στενό κύκλο της οικογένειας και το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον, μουσικές συνθέσεις και τραγούδια, που προστατεύονται αποκλειστικά στην Ελλάδα από την δικαιούχο ΑΕΠΙ, ύστερα από μεταβίβαση των πνευματικών δικαιωμάτων από τους Έλληνες Δημιουργούς (συνθέτες και στιχουργούς) ή τις αντίστοιχες αλλοδαπές εταιρείες συγγραφέων, συνθετών και εκδοτών μουσικής, χωρίς την κατά νόμο απαιτούμενη έγγραφη άδειά της, δηλαδή ο επιχειρηματίας και υπεύθυνος του παραπάνω τηλεοπτικού σταθμού εκτελούσε δημόσια στον παραπάνω τόπο και χρόνο τις παρακάτω δειγματοληπτικώς αναφερόμενες μουσικές συνθέσεις, οι οποίες έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, χωρίς την απαιτούμενη έγγραφη άδειά της και των οποίων η ΑΕΠΙ έχει την προστασία και διαχείριση και συγκεκριμένα: (αναφέρονται στη συνέχεια τέσσερις μουσικές συνθέσεις)". Προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην ως άνω απαλλακτική κρίση, έλαβε υπόψη του, όπως αναφέρεται στο αιτιολογικό της τις καταθέσεις των μαρτύρων και της υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ως άνω πρακτικών από τον Άρειο Πάγο, καταλέγεται και η 4171/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (18° Πολιτικό Τμήμα), όχι όμως και η 4172/2008 απόφαση, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της αφορά σε πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2004, ενώ η πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και για την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν σε διαφορετικό χρόνο και ειδικότερα στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Δηλαδή, η 4172/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναφέρεται στην έκθεση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου αφορά σε διαφορετική πράξη. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση.
ΕΠΕΙΔΗ, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 13 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά της 9406/2010 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Ν. Κ. της πράξεως του άρθρου 2121/1993.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 654/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. συζύγου Γ. Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντιζέ, για αναίρεση της με αριθμό 1117/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγοντες:
1) την ανώνυμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στο Δήμο Τρικκαίων Τρικάλων και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσιγογιάννη και
2) τον Σ. Σ. του Ε., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τσιάρα.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 608/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρ. 4 παρ. 1 εδ. δ, 5 παρ.1 περ. Α εδ. γ και παρ. 2 και άρ. 17 στοιχ. Β παρ. 1, 3, 4, 5, 7 και 10 του Ν. 1756/1988, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 2172/1993, και η παρ. 7 μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), προκύπτει ότι προκειμένου για το Εφετείο Λάρισας προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση με την προεδρία Προέδρου Εφετών ή Εφέτη και μέλη δύο Εφέτες, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Στην περίπτωση δε κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη διάταξη της παρ. 7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 περ. α. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτής, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται, αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, πρώτο λόγο αναιρέσεως της αναιρεσείουσας περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, προβάλλει την αιτίαση ότι η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με προεδρεύοντα τον Εφέτη Γεώργιον Αποστολάκη και τους δύο άλλους εφέτες δεν ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων, διότι η αναπλήρωση του κωλυομένου Προέδρου Εφετών από Εφέτη, έγινε χωρίς πράξη του δικαστή που διευθύνει το Εφετείο Λάρισας, αφού η πράξη αυτή δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφασης, όπως επίσης δε μνημονεύεται ότι δεν υπήρχαν Πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσίαζαν ή εκωλύοντο. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, οι ως άνω δικαστές (αλλά και ο Εισαγγελέας) που απετέλεσαν τη σύνθεση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας ορίστηκαν με κλήρωση για την οποία συντάχθηκε το υπ'αριθμ. 7/2009 πρακτικό κληρώσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η αναιρεσείουσα δεν προσβάλει το εν λόγω πρακτικό ως πλαστό, επιπλέον δε, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά αυτή ή ο συνήγορός της δεν πρόβαλε κάποια αιτίαση ως προς τη σύνθεση του ανωτέρω δικαστηρίου πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, επιπλέον δε και ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υφίσταται όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, ή όταν παραβιάστηκε η διαδικασία η οποία έπρεπε να τηρηθεί, αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως της και όχι και όταν συντρέχουν και άλλες πλημμέλειες μεταξύ των οποίων και εκείνη που υπάρχει στην περίπτωση που αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος του ζημιωθέντος από το δικαζόμενο έγκλημα δεν έχει εξουσία να τον εκπροσωπήσει. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του ΚΠΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε, ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Ηθική βλάβη μπορεί να υποστούν και τα νομικά πρόσωπα, από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη, το κύρος και τη φήμη τους, η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους. Περαιτέρω, η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, άρα και τα περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης την οποία επικαλείται ο αδικηθείς, εκτός αν η βλάβη είναι το αυτονόητο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης (υπ' αριθμ. 3905/2007) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας) και τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, που είναι επιτρεπτή η επισκόπησή τους από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, εμφανίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο Σ. Σ. του Ε. και Δ. Ι. του Λ., εκπροσωπώντας ο δεύτερος την "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Α.Ε." και δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίησή τους, για το ποσό των 44 ευρώ έκαστος, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το αδίκημα που τέλεσε σε βάρος τους η κατηγορουμένη (πώληση μεταχειρισμένου λεωφορείου χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα), αναφέροντας ειδικότερα ο δεύτερος, ενεργώντας για λογαριασμό της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, που εκπροσωπούσε, ότι η άμεση ηθική βλάβη του επήλθε "λόγω της δυσφήμησης της εταιρίας και της μείωσης της αξιοπιστίας της στο επιβατικό κοινό", αφού το εν λόγω λεωφορείο, ιδιοκτησίας του πρώτου πολιτικώς ενάγοντος και λοιπών φυσικών προσώπων, είχε ενταχθεί, κατόπιν σύμβασης μισθώσεως, στο ως άνω ΚΤΕΛ και χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά επιβατών του. Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας επί του παραδεκτού της παράστασης των ως άνω δύο πολιτικώς εναγόντων, μετά και την προβολή αντίρρησης εκ μέρους της κατηγορουμένης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. 2η και 3η σελίδα των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης) δέχθηκε ορθά την παράσταση των δύο πολιτικώς εναγόντων, απορρίπτοντας έτσι την περί του αντιθέτου αντίρρηση της κατηγορουμένης και επιδίκασε σε καθένα αυτών το αιτηθέν χρηματικό ποσό των 44 ευρώ. Περαιτέρω κατά την έναρξη της δευτεροβάθμιας δίκης έγινε η ίδια δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εκ μέρους των Σ. Σ. και Δ. Ι. με την επισήμανση ότι στη δήλωση του τελευταίου διελαμβανόταν ότι παρίσταται "για ηθική βλάβη που προκάλεσαν στην ως άνω εταιρία οι κρινόμενες πράξεις" ζητώντας και πάλι ως χρηματική ικανοποίηση της "Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων Α.Ε." το ποσό των 44 ευρώ, με επιφύλαξη (βλ. 2η σελίδα πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης). Κατά τη διεξαγωγή της δευτεροβάθμιας δίκης και την αγόρευση του συνηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας "Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων Α.Ε." δεν έγινε κάποια ειδικότερα αναφορά (ερώτηση σε μάρτυρα, υποβολή κάποιου σχετικού ισχυρισμού) για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, κατά εκδίκαση του οποίου μπορεί να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής κυρίως το Ελληνικό Δημόσιο (βλ. ΑΠ364/2003) αλλά δεν αποκλείεται η παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος για ηθική βλάβη του και του καλόπιστου αγοραστή από το δράστη της λαθρεμπορίας ή τον κάτοχο ή χρήση του λαθραίου πράγματος, όπως στην περίπτωση της δεύτερης πολιτικώς ενάγουσας ("Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων Α.Ε."), που μπορεί να βλάπτεται άμεσα η εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή και να προσβάλλεται η φήμη της και η επαγγελματική της πίστη. Τέλος το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε υπέρ εκάστου των δύο πολιτικώς εναγόντων το αυτό χρηματικό ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίησή τους, που είχε επιδικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφέροντας εκ παραδρομής και τυπικής σύμπτωσης με την εσφαλμένη διατύπωση του σχετικού αιτήματος στο δεύτερο βαθμό, ότι το ποσό αυτό πρέπει να επιδικασθεί και επιδικάσθηκε ως ηθική βλάβη "που της προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις της", ενώ από την όλη διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας (πρωτοβαθμίου και δευτοροβαθμίου) η παθούσα εταιρία "Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων Α.Ε." καθίσταται πρόδηλο ότι παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα μόνο για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση που τέλεσε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, όπως παρέστη και ο έτερος πολιτικώς ενάγων Σ. Σ. και γι'αυτό επιδικάσθηκε για ηθική βλάβη τους που υπέστησαν μόνο απ' την πράξη αυτή της κατηγορουμένης, τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το ίδιο χρηματικό ποσό. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της παραστάσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της "Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων Α.Ε." ως πολιτικώς ενάγουσας για ηθική βλάβη που υπέστη και από το έγκλήμα της λαθρεμπορίας που τέλεσε αυτή (κατηγορουμένη) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 32 παρ.1 ΚΠΔ καμμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχει κύρος αν δεν ακουσθεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Κατά δε το άρθρο 138 παρ.2 ΚΠΔ πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν τον λόγο ο Εισαγγελέας και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος κατά την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου 138 η παράβαση της παραγράφου 2 αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν στον Εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου με την οποίαν απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 511 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, πριν χωρήσει στην έκδοση της καταδικαστικής για την αναιρεσείουσα αποφάσεώς του για παράβαση του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. και των άρθρων 155 παρ.2 περ. ... και 157 παρ. 1α του ν.2910/2001, απέρριψε το αίτημα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας ο Διευθυντής του Τελωνείου Λάρισας, το οποίο υπέβαλε ο συνήγορος της κατηγορουμένης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, το Δικαστήριο πριν χωρήσει στην απορριπτική του αιτήματος της αναβολής απόφαση του έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα της έδρας και αυτός επιφυλάχθηκε να προτείνει κατά τη διαδικασία, δηλαδή μεταγενέστερα. Στη συνέχεια μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ξαναδόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε την ενοχή της κατηγορουμένης για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν ως άνω αξιόποινη πράξη. Στην ως άνω περί ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα περιέχεται εμμέσως πλην σαφώς και απορριπτική πρόταση αυτού σχετικώς με το ως άνω αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν προέβη στην έκδοση της απορριπτικής του αιτήματος αυτού ως άνω αποφάσεώς του χωρίς πρόταση του Εισαγγελέα και δεν επήλθε εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510παρ. 1 εδ. β' του Κ.Π.Δ. σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής εκτίμηση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος) σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου κατ' άρθρο 155 παρ. 2 περ. η' του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", που ισχύει από 1.1.2002, ως λαθρεμπορία θεωρείται η με οποιοδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από αυτοκίνητο ή παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή τους, ενσωμάτωσή του σε άλλο αυτοκίνητο, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι. Ως αυτουργοί του αδικήματος διώκονται τόσο οι τεχνικοί και οι άλλοι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευόμενος το αυτοκίνητο στο οποίο μεταφέρεται ο ως άνω αριθμός. Κατά το άρθρο δε 157 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα "Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο. Τέλος, κατ' άρθρο 158 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι, παραιτούμενοι των κατά το άρθρο 152 του παρόντα Κώδικα, καθοριζομένων ενδίκων μέσων, καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σ'αυτούς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα Κώδικα, πολλαπλό τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων "με την επιφύλαξη των ελαχίστων ορίων του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 150 του παρόντος Κώδικα". Από τις παραπάνω διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προβλέπεται η μη άσκηση ποινικής δίωξης ή ο υπαίτιος της λαθρεμπορίας να προκαλέσει την κατάργηση της με την καταβολή του πολλαπλού τέλους ποινικής δίωξης που άρχισε, η δυνατότητα δε αυτή του υπαιτίου λαθρεμπορίας δεν είναι χρονικά απεριόριστη, δηλαδή δεν επεκτείνεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, αλλ' εξικνείται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται για πρώτη φορά της εκδίκασης της υποθέσεως, δηλαδή του πρώτου βαθμού, αφού μόνο έτσι επιτυγχάνεται ο σκοπός που επιδιώκεται με τη διάταξη αυτή. Η ίδια ρύθμιση προβλεπόταν και από το άρθρο 103 παρ. 1 του ν. 1165/1918 (προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα), με τη διαφορά ότι με τη νεότερη ρύθμιση ορίζεται ότι οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, που αντιστοιχούν στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας να μην υπερβαίνουν στο σύνολο τις εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ (Α.Π. 70/2005). Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 89 παρ. 1 του ν. 1165/1918 και 75, 77 παρ.1 και 2, 79 παρ. 1, 84 παρ. 1 και 88 του ν.2127/1993 "εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων κ.λ.π." προκύπτει ότι υπό το καθεστώς του τελευταίου νόμου και πριν από την αντικατάσταση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 88 του ίδιου νόμου με το άρθρο 2 παρ. 13 του ν.2443/1996, δηλονότι κατά το χρονικό διάστημα από ..1.1.1993 έως 3.12.1996 η μη οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εισαγόμενα στη Χώρα κοινοτικά αυτοκίνητα αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση και όχι λαθρεμπορία (Ολ.ΑΠ 1/2002 και ΑΠ 1325/2004). Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το Δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Αν δε το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και καταλήξει σε καταδικαστική για τον εκκαλούντα κατηγορούμενο κρίση η απόφαση είναι αναιρετέα για αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του Κ.Ποιν.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1117/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας απορρίφθηκαν τα διαδοχικώς υποβληθέντα εκ μέρους της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας υποβληθέντα αιτήματα αναβολής της δευτεροβάθμιας δίκης: Α) λόγω κωλύματος της συνηγόρου υπεράσπισης της δικηγόρου Λάρισας Βασιλικής Μπουρνούδη, λόγω της αλλαχού επαγγελματικής απασχόλησής της και Β) για να προσέλθει και καταθέσει ο Διευθυντής του Τελωνείου Λάρισας, για κρείσσονες αποδείξεις. Από τα δύο των ως άνω αιτημάτων, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το πρώτο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δεν αποδείχθηκε η αδυναμία εμφάνισης της ως άνω συνηγόρου στο προαναφερόμενο Δικαστήριο για να υπερασπιστεί την αναιρεσείουσα, η οποία στη συνέχεια όμως, μετά τη διακοπή της δίκης, παρέστη μετά του νέου συνηγόρου της δικηγόρου Λάρισας Κωνσταντίνου Ντιζέ, χωρίς να εμμείνει στο αρχικό αίτημά της για την υπεράσπισή της αποκλειστικά ή από κοινού και από τη δικηγόρο Λάρισας Βασιλική Μπουρνούδη. Εξάλλου και το δεύτερο αίτημά της, δηλαδή περί κλητεύσεως του Διευθυντή του Τελωνείου Λαρίσης, απορρίφθηκε ως αβάσιμο με την αιτιολογία "διότι τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία είναι επαρκή για τη δημιουργία ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως στο δικαστήριο". Οι προαναφερόμενες αιτιολογίες απόρριψης του ως άνω αιτήματος αναβολής της δίκης είναι συνοπτικές μεν αλλά ειδικές και εμπεριστατωμένες, ενώ ως προς το πρώτο των ως άνω αιτημάτων (αναβολών λόγω κωλύματος της συνηγόρου της αναιρεσείουσας), με την προαναφερομένη εξέλιξη της διαδικασίας ως προς το πρόσωπο του συνηγόρου της υπεράσπισής της, συνάγεται ότι αυτή παραιτήθηκε από το εν λόγω αίτημά της. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως όσο αφορά την χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψη του αιτήματος της κατηγορουμένης που υπέβαλε στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας κατά τη διεξαγωγή της δευτεροβάθμιας δίκης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αρ. 1117/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η κατηγορουμένη διατηρεί στο όνομά της στη Λάρισα μάντρα πωλήσεως μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, το οποίο εκμεταλλεύεται από κοινού (με άτυπη εταιρική συνεργασία) με το σύζυγό της Γ.Λ.. Στα πλαίσια της εμπορίας της αυτής και δυνάμει του υπ'αριθμ. πρωτ. 13652/18.7.2003 πιστοποιητικού τελωνισμού του Τελωνείου Λάρισας εκτελώνισε στο όνομά της ένα λεωφορείο, εργοστασίου κατασκευής DAIMLER BENZ AG, τύπου Ο 405 Ν, με αριθμό πλαισίου ..., προέλευσης χώρας Ε.Ε. (Ολλανδίας) και έτους πρώτης κυκλοφορίας 1997. Ακολούθως, όμως, αφαίρεσε, προβαίνοντας σε αποκόλληση, τον αριθμό του πλαισίου από το λεωφορείο αυτό και τον εντοίχισε σε ένα άλλο λεωφορείο του ιδίου εργοστασίου κατασκευής, το οποίο όμως ήταν μοντέλο έτους 1985. Στη συνέχεια πώλησε το ανωτέρω λεωφορείο και μεταβίβασε την κυριότητα και τη νομή του στους Φ. Φ., Σ. Μ. (α' πολιτικώς ενάγοντα), οι οποίοι με τη σειρά τους, πιστεύοντας καλόπιστα ότι ήταν νόμιμο, το ενέταξαν στη δύναμη του Αστικού ΚΤΕΛ Τρικάλων, (β' πολιτικώς ενάγοντος). Αργότερα, αποκαλύφθηκε η πλαστογραφία κατά τον τακτικό έλεγχο του αυτοκινήτου στο ΚΤΕΟ με αποτέλεσμα να αποσυρθεί από την κυκλοφορία και να διαταχθεί η αποβολή του από τις γραμμές του ΚΤΕΛ επί ζημία τόσο των ιδιοκτητών, που κατέβαλαν αδικαιολόγητα το τίμημα στην κατηγορουμένη, όσο και του ΚΤΕΛ που δυσφημίσθηκε η από τη ένταξη στις γραμμές του ενός παράνομα κινουμένου λεωφορείου. Η κατηγορουμένη προέβη στην πλαστογραφία αυτή με σκοπό να παραπλανήσει κάθε καλόπιστο τρίτο και συγκεκριμένα τους υποψήφιους αγοραστές του σχετικά με το γεγονός ότι το λεωφορείο αυτό, στο οποίο εντοιχίσθηκε ο αριθμός πλαισίου, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που εκτελωνίσθηκε. Το γεγονός αυτό φυσικά μπορούσε να έχει και πράγματι είχε ως έννομη συνέπεια την έκδοση άδειας κυκλοφορίας, στην οποία θα αναγραφόταν ότι το λεωφορείο αυτό είναι έτους πρώτης κυκλοφορίας 1997, πράγμα που κατά τα προαναφερόμενα δεν ήταν αληθές. Επίσης, η κατηγορουμένη διέπραξε συγχρόνως και το αδίκημα της λαθρεμπορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του τελωνειακού Κώδικα, διότι προέβη, όπως προαναφέρθηκε, στην αφαίρεση και αποκόλληση του αριθμού πλαισίου από το ανωτέρω λεωφορείο, το οποίο είχε νόμιμα εκτελωνίσει στο όνομα της δυνάμει του υπ' αριθμ. 13652/18.6.2003 πιστοποιητικού του Τελωνείου Λάρισας και ήταν έτους πρώτης κυκλοφορίας 1997, και τον εντοίχισε σε άλλο λεωφορείο, το οποίο ήταν έτους πρώτης κυκλοφορίας 1985 και εισήχθη στη χώρα κατά τρόπο λαθρεμπορικό μη καταβληθέντων των οφειλόμενων γι' αυτό δασμών και λοιπών φόρων. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η παραποίηση των στοιχείων του λεωφορείου δεν έγιναν απ' αυτήν αλλά από άγνωστο άτομο στη Γερμανία παρέμεινε αναπόδεικτος και πρέπει να απορριφθεί αφού άλλωστε αυτή μόνο είχε οικονομικό συμφέρον να προβεί στην αλλοίωση των στοιχείων του παλαιού λεωφορείου για να μπορέσει ως νεότερο και να καρπωθεί αυξημένο τίμημα. Πρέπει λοιπόν η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη και των δύο πράξεων που κατηγορείται, οι οποίες συρρέουν αληθώς (Ολομ.ΑΠ 549/1993)". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις δύο ως άνω αξιόποινες πράξεις και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της κατάρτισης πλαστού εγγράφου και χρήσης αυτού από τον πλαστογράφο την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ., την οποία εφάρμοσε, χωρίς να καταστήσει ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της κατάρτισης και χρήσης του πλαστού εγγράφου, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του για την ως άνω αξιόποινη πράξη κρίση του, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, για να καταλήξει στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα ήταν αυτή που προέβη δόλια, με σκοπό το παράνομο οικονομικό όφελός της, στην παραποίηση των στοιχείων του λεωφορείου που μεταβίβασε στον πολιτικώς ενάγοντα Σ. Σ. και λοιπούς συνιδιοκτήτες του, οι οποίοι στη συνέχεια το εκμίσθωσαν στην εταιρία "Αστικό ΚΤΕΛ Τρικάλων Α.Ε.". Γι' αυτό η περί του αντιθέτου των ανωτέρω ως προς το δόλο της αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα ως προς ύπαρξη του δόλου της αναιρεσείουσας για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως του πλαστού από την ίδια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας με το ως άνω λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Αντίθετα, όσον αφορά το αδίκημα της λαθρεμπορία έχουν εμφιλοχωρήσει λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και ως εκ τούτου στερείται νόμιμης βάσης και επιπλέον η προσβαλλόμενη η απόφαση ως προς το μέρος αυτού δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης πότε και από ποία χώρα έχει εισαχθεί κατ' εντολή και λογαριασμό της αναιρεσείουσας, που ήταν κατασκευής εργοστασίου DAIMER BENZ AG και μοντέλο έτους 1985, χωρίς να καταβληθούν οι αντιστοιχούντες γι' αυτό δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις και εάν αυτοί υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ, για να καταλήξει σε ορθή κρίση για το αν η αναιρεσείουσα τέλεσε και πότε το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί εν μέρει οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠολΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί λαθρεμπορίας, ως βάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να εξαφανισθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του εγκλήματος της λαθρεμπορίας και κατά τις διατάξεις αυτής περί της ποινής που επιβλήθηκε σ'αυτήν για τη λαθρεμπορία και της συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ), και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός των ξεχωριστά παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1117/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων) Λάρισας μόνο ως προς τις διατάξεις αυτής περί κηρύξεως ενόχου της αναιρεσείουσας του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, της ποινής που επιβλήθηκε σ'αυτήν για τη λαθρεμπορία και της συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της απόφασης για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 26 Απριλίου 2010 αίτηση της Β. συζύγου Γ. Λ., κατοίκου ... για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός των πολιτικώς εναγόντων, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως και λαθρεμπορία. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης 1) για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, για μη πρόταση του Εισαγγελέα επί του αιτήματος της αναβολής που απορρίφθηκε και για κακή παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας (μισθώτριας του λαθραίου λεωφορείου) για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, 2) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο επί των αιτημάτων αναβολής της δίκης, όσο και για την ενοχή της κατηγορουμένης για το έγκλημα της κατάρτισης και χρήσης του πλαστού. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων και 3) παραδοχή του λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και στέρηση νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Αναίρεση εν μέρει της απόφασης ως προς το έγκλημα αυτό και τις διατάξεις περί της ποινής γι’ αυτό και της συνολικής ποινής και παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για νέα κρίση ως προς το αναιρούμενο μέρος της.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 653/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπος Δημάδης, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Α. Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου-Μιχαήλ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9639/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. συζ. Μ. Σ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1002/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ λόγω παραγραφής
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος, γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Ειδικότερα, επί των περιπτώσεων για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων απαιτείται ειδικός δόλος, όπως επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρα 362, 363 ΠΚ), όπου απαιτείται όπως ο δράστης τελεί εν γνώσει του ψεύδους του σχετικού γεγονότος, υπάρχει η ως άνω αιτιολογία εάν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές αυτό γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 9639/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα ήταν σύζυγοι και ο γάμος τους έχει ήδη λυθεί αμετακλήτως. Υπάρχει δε δικαστική διαμάχη μεταξύ τους, σχετικά με την επιμέλεια των δύο παιδιών τους Α. και Χ.. Ο κατηγορούμενος συνέταξε την από 2-9-2002 εξώδικη δήλωση, την οποία τιτλοφορούσε "Εξώδικη υπενθύμιση και δήλωση" απευθυνομένη προς την τότε σύζυγό του, την οποία κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου και κοινοποίησε προς τους Διοικητές των Αστυνομικών Τμημάτων Χαλανδρίου και Βριλησσίων. Στην δήλωση αυτή, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι όποιος ενδιαφερόταν να μάθει τι συνέβη στο γάμο τους μπορούσε να το πληροφορηθεί από την 2068/2002 απόφαση του Πολ. Πρωτοδικείου Αθηνών, προσέθετε δε "εάν ο αναγνώστης αυτός θα συμβεί να είναι γονιός, πατέρας ή μητέρα αδιάφορο και μάλιστα ανηλίκων παιδιών θα χαρεί ιδιαίτερα όταν θα δει εκείνο που μου έλεγε πριν τις 5 Σεπτεμβρίου 2000 περί της οποίας παρακάτω, ότι δηλαδή αν υπήρχε τρόπος να βάλεις τα παιδιά μας τον Α. και την Χ. πίσω μέσα στην κοιλιά σου για να μην υπάρχουν θα το έκανες !!!!!". Αναφερόμενος στη συνέχεια στο περιστατικό της 5-9-2000 για το οποίο εκθέτει, ότι είχε συλλάβει την πολιτικώς ενάγουσα να μοιχεύεται εκθέτει στην δήλωση αυτή "μεθ'ό συμβάν και μας εγκατέλειψες, εμένα και τα παιδιά σου και το σπίτι μας, αυτά τα ολίγα για προεισαγωγή". Αναφέρει επίσης, μεταξύ άλλων "την απάντηση ας την δώσουν με το χέρι στην καρδιά αυτοί που συ ενέπλεξες στην εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως και αυτοί θα εμπλέξουν στο μέλλον στην ''πρεμούρα'' σου για το χρήμα" "από τα δικά μου χρήματα που τα βγάζω με αίμα ζεις εσύ χωρίς να δουλεύεις και μπορείς να επιδίδεσαι στις ''δραστηριότητες'' περί ων η ένορκος βεβαίωση στα διάφορα ''πολιτιστικά κέντρα'' της παραλιακής κλπ και στας λοιπάς ομοίας ''δραστηριότητας'' περί των οποίων επίσης η ανωτέρω ένορκος βεβαίωσις", "κι αν βρεθεί κανείς θρασύς και σου πει να πας να δουλέψεις θα του πεις εσύ ότι μόνο τα κορόιδα δουλεύουν, ενώ οι έξυπνοι κάθονται, ζουν τη ζωίτσα τους κατά πως τα γεγονότα της 5-9-2000 κλπ και τους ταΐζουν οι κουτοί κι από πάνω", "έτσι δε ''εξηγείται'' το γιατί τρέχουν μαζί σου ο πατέρας σου και η μητέρα σου από αστυνομικού τμήματος σε αστυνομικό τμήμα, όταν θα σταματήσουν τα λεφτά του κορόιδου του Μ. θα πρέπει να σε ζουν εκείνοι. Βλέπεις ότι όλα Μ. σ' αυτόν τον κόσμο έχουν την ερμηνεία τους". Τα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα είναι ψευδή και τα ανέφερε ο κατηγορούμενος εν γνώσει της αναληθείας προκειμένου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, έλαβαν δε γνώση αυτής τα προαναφερθέντα τρίτα πρόσωπα στα οποία κοινοποιήθηκε και κατατέθηκε, ενώ τα αληθή ήταν ότι δεν ανέφερε αυτή στον κατηγορούμενο ότι θα ήθελε να βάλει πίσω στην κοιλιά της τα παιδιά της, ότι δεν εγκατέλειψε αυτή το σπίτι της μετά το συμβάν της 5-9-2002, ότι δεν δείχνει αυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αποσπάσει χρήματα από τον κατηγορούμενο για να τα χρησιμοποιήσει για προσωπική της διασκέδαση σε κέντρα διασκέδασης, οι δε γονείς της την υποστηρίζουν από ενδιαφέρον ως γονείς και όχι γιατί αν δεν της δώσει ο κατηγορούμενος χρήματα αυτοί θα αναγκασθούν να τη ζήσουν. Ως εκ τούτου, ως προς τα αναγραφόμενα στην εξώδικη δήλωση άνω ψευδή γεγονότα, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της άνω πράξεως και ειδικότερα, του ότι "στην Αθήνα την 2-9-2002, με πρόθεση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του αν και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή. Ειδικότερα με την από 2-9-02 εξώδικη υπενθύμιση και δήλωση προς την Μ. Μ. το γένος Σ. Μ. εν διαστάσει σύζυγό του, την οποία κοινοποίησε προς τους Διοικητές των αστυνομικών τμημάτων Χαλανδρίου και Βριλησσίων ισχυρίστηκε γεγονότα ψευδή ότι δηλαδή: "Εάν ο αναγνώστης αυτός θα συμβεί να είναι γονιός, πατέρας ή μητέρα αδιάφορο και μάλιστα ανηλίκων παιδιών θα "χαρεί" ιδιαίτερα όταν θα δει εκείνο που μου έλεγες, πριν τις 5 Σεπτεμβρίου 2000 περί της οποίας παρακάτω, ότι δηλαδή αν υπήρχε τρόπος να βάλεις τα παιδιά μας τον Α. και τη Χ. πίσω μέσα στην κοιλιά σου για να μην υπάρχουν θα το έκανες !!!!", "Μεθ' ο συμβάν και μας εγκατέλειψες εμένα, τα παιδιά σου και το σπίτι μας αυτά τα ολίγα σαν προεισαγωγή", "την απάντηση ας τη δώσουν με το χέρι στην καρδιά αυτοί που συ ενέπλεξες στην εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως και αυτοί θα εμπλέξουν στο μέλλον στην πρεμούρα σου για το χρήμα", "Από τα δικά μου χρήματα που τα βγάζω με αίμα ζεις εσύ χωρίς να δουλεύεις και μπορείς να επιδίδεσαι στις δραστηριότητες περί ων η παραπάνω ένορκος βεβαίωση στα διάφορα "πολιτιστικά κέντρα" της παραλιακής κλπ και στας λοιπάς όμοιας δραστηριότητας περί των οποίων επίσης η ανωτέρω ένορκος βεβαίωσις", "κι αν βρεθεί κανείς θρασύς και σου πει να πας να δουλέψεις, θα του πεις εσύ ότι μόνο τα κορόιδα δουλεύουν, ενώ οι έξυπνοι κάθονται, ζουν τη ζωίτσα τους κατά πως τα γεγονότα της 5 Σεπτεμβρίου 2000 κλπ και τους ταΐζουν οι κουτοί κι από πάνω", "έτσι δε εξηγείται το γιατί τρέχουν μαζί σου ο πατέρας σου και η μάνα σου από αστυνομικού τμήματος σε αστυνομικό τμήμα, όταν θα σταματήσουν τα λεφτά του κορόιδου του Μ. θα πρέπει να σε ζουν εκείνοι. Βλέπεις ότι όλα Μ. σε αυτόν τον κόσμο έχουν την ερμηνεία τους".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 362, 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Σ. Μ.. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη αιτιολογία, καθώς ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου, που απαιτείται επί συκοφαντικής δυσφήμησης, η απόφαση περιορίζεται να παραθέσει τη φράση "εν γνώσει", χωρίς να αιτιολογήσει από ποία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή. Αβάσιμα όμως, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με τα ψευδή αυτά περιστατικά ισχυρισμός του κατηγορουμένου, θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση αυτού, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. 2) Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού κατά τα άνω εκτεθέντα, δεν υπάρχουν ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά σε αυτή, συνεπεία των οποίων να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 229/2010) ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, αίτηση του Σ. Μ. του Α., για αναίρεση της με αριθμό 9.639/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Έννοια του εγκλήματος αυτού. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος. Υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση εάν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη ή πεποίθηση του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Πότε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αιτίαση ότι με τη μη παράθεση πραγματικών περιστατικών στερείται η απόφαση της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς τον ειδικό δόλο του δράστη, αφού αυτός θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου στην απόφαση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Αβάσιμος ο λόγος ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 652/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη και 2. Ε. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 137/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Γ. Δ. του Σ..
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ε. Δ., ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα Ε. Δ., που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του Ε. Δ. και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 31 Μαΐου 2010 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Γ. Π.,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες δύο (2) ξεχωριστές αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Γ. Π. του Σ., και β) Ε. Δ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 137/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Α). Ως προς την αίτηση του Γ. Π..
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του ..., Αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με παράδοση της κλήσεως στα χέρια του) για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.)
Β). Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του δεύτερου, Ε. Δ..
Κατά το άρθρο 20 του Ν. 3459/2006, που κωδικοποίησε την όλη νομοθεσία τη σχετική με τα ναρκωτικά, ορίζεται ότι:
"Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δυο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος ... 3)κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Μεταφορά, αντιδιαστελλόμενη προς τη "διαμετακόμιση", πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών απ' έναν τόπο σε άλλο με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, δηλ. μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι η μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνησή τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρ. 46 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 137/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο δεύτερος αναιρεσείων, Ε. Δ., κηρύχθηκε ένοχος, ηθικής αυτουργίας στην πράξη του συγκατηγορουμένου του, Γ. Δ. του Σ., και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: Την 17.30 της 22.1.2010 επί της ΕΟ ...-..., στη θέση "...", πλησίον του χωριού ..., περιπολικό της αστυνομίας έκανε τυχαίους ελέγχους στους διερχόμενους με αυτοκίνητα από το σημείο αυτό. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στο με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Δ. Γ. που οδηγούσε ο ίδιος (β' κατηγορούμενος), στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός Κ. Ν. (α' κατηγορούμενος), αμφότεροι φοιτητές στα ΤΕΙ Ηρακλείου, ετών 19, υπήρχε κάτω από το κάθισμα του δεύτερου, μία χάρτινη σακούλα και μέσα άλλη μία νάιλον σακούλα σκουπιδιών που περιείχε 990 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Οι δύο κατηγορούμενοι, αφού τους έγινε και σωματική έρευνα, κατά την οποία, ουδέν ανευρέθη, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα αφού κατασχέθηκαν τα κινητά τους τηλέφωνα και το αυτοκίνητο, ως μέσο μεταφοράς των ναρκωτικών, ουσιών. Όπως καταθέτει ο μάρτυς κατηγορίας οι δύο κατηγορούμενοι, οι οποίοι προηγουμένως δεν είχαν ποτέ απασχολήσει τις αστυνομικές αρχές, αιφνιδιάστηκαν, "ήταν σαν χαμένοι" και ο δεύτερος κατηγορούμενος, αμέσως και χωρίς πίεση ανέφερε στους αστυνομικούς ότι η ποσότητα χασίς που μετέφερε δεν ήταν δική του, αλλά την αγόρασε για λογαριασμό ενός τρίτου προσώπου, που φέρει το παρατσούκλι "Λ.", που ήταν γνωστός, του οποίου είχε καταγράψει τους αριθμούς τηλεφώνου (κινητού και σταθερού) στο κινητό του και με τον οποίο είχε ανταλλάξει τηλεφωνικές κλήσεις και είχε συνεννοηθεί προκειμένου να αγοράσει από κάποιο "Ν.", στα ..., του οποίου επίσης το κινητό τηλέφωνο είχε καταγράφει στο κινητό του, ποσότητα 913 γρ. ινδικής κάνναβης, αντί 1.000 ευρώ που του παρέδωσε ο ίδιος ο "Λ.". Ως δική του αμοιβή θα κρατούσε την ποσότητα των 50 γρ. ινδικής κάνναβης διότι ο ίδιος ήταν χρήστης της ουσίας αυτής, επομένως αυτός, ο οποίος δεν ήταν τοξικομανής, αλλά απλώς έκανε περιστασιακά χρήση ινδικής κάνναβης, αγόρασε για λογαριασμό του, αλλά και για λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου, την πιο πάνω ποσότητα την οποία και κατείχε, δηλαδή είχε τη φυσική της εξουσίαση και μπορούσε να την διαθέτει κατά βούληση. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι ο συνοδηγός του αυτοκινήτου, Κ. Ν., γνώριζε τι περιείχε η σακούλα που βρισκόταν στο αυτοκίνητο, ούτε ότι αυτός συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην αγορά της, ούτε ότι είχε οιαδήποτε φυσική εξουσίαση επ' αυτής. Την αγορά έκανε ο δεύτερος κατηγορούμενος, διότι, όπως ο ίδιος εκθέτει, απομακρύνθηκε από το αυτοκίνητο, λίγο έξω από το χωριό, όπου άλλο άτομο και όχι ο ίδιος ο τέταρτος κατηγορούμενος του παρέδωσε την πιο πάνω ποσότητα και τούτο δεν γνώριζε ο συνοδηγός του. Όπως ο ίδιος κατέθεσε και ανέφερε και στην απολογία του ο πρώτος κατηγορούμενος συνοδηγός, απλώς τον συνόδευε για παρέα και βόλτα, χωρίς να γνωρίζει τι πήγαινε να κάνει στα .... Επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί αθώος της από κοινού με τον δεύτερο κατηγορούμενο αγοράς και κατοχής της ως άνω ναρκωτικής ουσίας. Όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ., μετέβη εκεί, αφού πρώτα είχε συναντηθεί με τον "Λ.", το τηλέφωνο του οποίου όπως διαπιστώθηκε αργότερα ανήκει στον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος και δήλωσε ότι πράγματι του ανήκει, που του έδωσε τα χρήματα και τις οδηγίες, καθώς και τον αριθμό τηλεφώνου του πωλητή, έξω από το χωριό, κάλεσε τον αριθμό ..., που ανήκει στον τέταρτο κατηγορούμενο Γ. Π., ο οποίος διατηρεί ψησταριά στα ..., τον κάλεσε στο τηλέφωνο, τον ζήτησε από μία κοπέλα που είχε σηκώσει το τηλέφωνο, δεν τον βρήκε και ο τελευταίος τον κάλεσε αμέσως μετά για να συνεννοηθούν για τον τόπο και τρόπο παραλαβής. Πράγματι αμέσως μετά, λίγο έξω από το χωριό, μετέβη άτομο, το οποίο απέστειλε ο Γ. Π., (δ' κατηγορούμενος) με ένα αγροτικό αυτοκίνητο και του παρέδωσε την ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 913 γραμμ. αντί τιμήματος 1.000 € περίπου, η οποία ήταν συσκευασμένη σε μαύρη σακούλα απορριμμάτων και αυτή βρισκόταν εντός χάρτινης συσκευασίας. Στη συνέχεια αφού τοποθέτησε την σακούλα αυτή κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού, ανεχώρησε και μόλις απομακρύνθηκε από το χωριό, τον σταμάτησε το περιπολικό του ΤΑΕ Ρεθύμνου που διενεργούσε έλεγχο. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος γνώριζε τον δεύτερο, ο οποίος σπούδαζε στα ΤΕΙ Ηρακλείου, ήταν 19 ετών και δεν είχε επαρκείς οικονομικούς πόρους. Εκμεταλλευόμενος την μικρή του ηλικία και την εξ αυτής ανωριμότητα, καθώς και την έλλειψη οικονομικής άνεσης, στο ... στις αρχές Ιανουαρίου 2007 τον έπεισε με πειθώ και φορτικότητα να μεταβεί στα ..., να αγοράσει για λογαριασμό του, να κατέχει και να μεταφέρει στο ..., με το αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του την πιο πάνω ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 913 γραμμ. την οποία θα του παρέδιδε, και αυτός του γνωστοποίησε τον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου του πωλητή τέταρτου κατηγορουμένου, με τον οποίο είχε συνεννοηθεί προηγουμένως, και του έδωσε το ποσό των 1.000 €, το οποίο αυτός κατέβαλε ως τίμημα για την αγορά της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικών. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, από τις απολογίες των κατηγορουμένων αλλά και επιβεβαιώνονται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των κατηγορουμένων. Όπως προαναφέρθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη σύλληψη του παρέδωσε το κινητό του τηλέφωνο στην αστυνομία, αλλά και ενώπιον του ανακριτή, επέδειξε τις καταγραμμένες στο τηλέφωνό του κλήσεις, καθώς και τα τηλέφωνα του τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, με τους οποίους είχε επικοινωνίες. Πράγματι, διαπιστώνονται τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ τους, όπως θα αναφερθεί αναλυτικά παρακάτω και για το χρονικό διάστημα πολύ πριν από την τέλεση των πιο πάνω πράξεων, γεγονός που υποδηλώνει ότι υπήρχε μεταξύ τους σχέση. Έτσι ο ισχυρισμός του τετάρτου κατηγορουμένου ότι δεν γνωρίζει τους λοιπούς κατηγορουμένους και ουδέποτε είχε επαφές μ' αυτούς, δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος. Αντίθετα αποδεικνύεται πλήρως ότι ο κατηγορούμενος Π. πράγματι κατά την ημέρα της συναλλαγής είχε τηλεφωνήσει στον Δ., προκειμένου να συνεννοηθούν για τον τόπο και τον τρόπο παραλαβής των ναρκωτικών την ώρα 15.06' της 22-1-2007 και στη συνέχεια, μόλις έφθασε τηλεφώνησε ο Δ. στον Π., την 16.38' της ίδιας μέρας, έγινε η παραλαβή όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ενώ κατά την αναχώρησή τους συνελήφθησαν. Από τις αναλυτικές καταστάσεις της κινητής τηλεφωνίας που ζητήθηκαν και λήφθηκαν μετά από την έκδοση του 136-2-2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου, προκύπτουν κλήσεις από τον κατηγορούμενο Δ. (...) προς τον Δ. (...) την 10-12-2006, την 1/1/2007, την 9/1/2007, την 10/1/2007, από τον Δ. στον Δ. την 10-1-2007, από τον Δ. στον Π. (...) την 25-11-2006 (4 κλήσεις), την 27-11-2006 (μία κλήση), την 28-11-2006 (3), την 30-11-2006 (5), την 17-1-2007(1) την 18-1-2007 (3), την 21-1-2007 (1) και μία την 22-1-2007, επίσης από τον Π. στον Δ. την 25-11-2006 (5), την 26-11-2006 (5), την 30-11-2006 (2), την 5-12-2006 (1), την 7-12-2006 (1), την 17-1-2007 (1), την 18-1-2007 (3), την 21-1-2007 μία και την 22-1-2007 μία, όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των δύο τελευταίων κατηγορουμένων ότι δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο εναντίον τους, εκτός από την ομολογία του συγκατηγορουμένου τους, πρέπει ν' απορριφθεί δεδομένου ότι όσα αυτός ισχυρίστηκε, ως προς τον χρόνο και τον τρόπο επικοινωνίας επιβεβαιώνεται από τις τηλεφωνικές μεταξύ τους συνομιλίες και μάλιστα όχι μόνο στον κρίσιμο χρόνο αμέσως πριν και μετά την τέλεση της πράξεως αλλά και σε προγενέστερους χρόνους, με την ίδια συχνότητα. Επομένως πρέπει και οι κατηγορούμενοι αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται, θα επιβληθεί όμως μία ποινή, δεδομένου ότι πρόκειται για την αυτή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι, καθώς και τα ποινικά τους μητρώα που λαμβάνονται υπόψη μόνο ως προς τη σημείο τούτο, προκύπτει: α) ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Δ., κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης είχε συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του όχι όμως και το 21°, γι’ αυτό, λαμβανομένων υπόψιν και των συνθηκών και του τρόπου τέλεσης των συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων, πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 133 ΠΚ, β) όλοι οι κατηγορούμενοι, πριν από την τέλεση της πράξης δεν είχαν καταδικαστεί για κάποιο αδίκημα και είχαν ζήσει έντιμη, ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες υπερασπίσεως αλλά και προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισαν. Οι λοιποί δε αυτοτελείς τους ισχυρισμοί, σύμφωνα με όσα ήδη έγιναν δεκτά πιο πάνω πρέπει ν' απορριφθούν σαν ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς και το αίτημά τους για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε, δεδομένου ότι αυτοί ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα προφυλακισμένοι.
Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ένοχο τον μεν αυτουργό και μη διάδικος την παρούσα δίκη, Γ. Δ. του Σ., της αξιόποινης πράξεως της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, τον δεν κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Ε. Δ., της ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη και ειδικότερα:
Α) τον κατηγορούμενο, Γ. Δ. του Σ. του ότι 1) στα ... την 22-1-2007 χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλλει με δικές του δυνάμεις, αγόρασε από άλλον ναρκωτικά, με σκοπό περαιτέρω διαθέσεως αυτών και συγκεκριμένα, αγόρασε από τον Γ. Π. ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 913 γραμμ. αντί τιμήματος 1.000 € περίπου, η οποία ήταν συσκευασμένη σε μαύρη σακούλα απορριμμάτων και αυτή ευρισκόταν εντός χάρτινης συσκευασίας. 2) Στην επαρχιακή οδό ...-... στη θέση ... και στο … την 22-1-2007 χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, κατείχε ναρκωτικά προς διάθεση, δηλαδή είχε στην φυσική του εξουσίαση ναρκωτικά και μπορούσε να τα διάθεση κατά βούληση και συγκεκριμένα, στην επαρχιακή οδό ...-... στη ..., κατείχε ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 913 γραμμ. σε μαύρη σακούλα απορριμμάτων και αφού αγόρασε την ποσότητα αυτή επιβιβάστηκε στο αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του που οδηγούσε αυτός και η ποσότητα αυτή των ναρκωτικών βρέθηκε σε έρευνα που διενεργήθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του ΤΑΕ Ρεθύμνου και κατασχέθηκε.
Δέχεται το Δικαστήριο ότι ο 2ος κατηγορούμενος α) κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων είχε συμπληρωμένο το 17° αλλά όχι το 21° έτος της ηλικίας του, και β) ότι μέχρι της τελέσεως των παραπάνω πράξεων διήγανε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. & Β) ένοχο τον κατηγορούμενο, Ε. Δ. του Γ., του ότι στα ... και στην Επαρχιακή οδό ...-... στην θέση ... την 22-1-2007 με πρόθεση και ενεργώντας με πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενο Γ. Σ. Δ., την απόφαση να τελέσει τις άδικες πράξεις τις οποίες τελικά αυτός διέπραξε κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο και συγκεκριμένα στο ... στις αρχές Ιανουαρίου 2007 έπεισε τον Γ. Δ. να μεταβεί στα ..., να αγοράσει για λογαριασμό του, να κατέχει και να μεταφέρει στο ..., με το αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, καθαρού βάρους 913 γραμμ. την οποία θα του παρέδιδε, και αυτός του γνωστοποίησε τον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου του πωλητή, με τον οποίο είχε συνεννοηθεί προηγουμένως, και δίνοντας του το ποσό των 1.000 €, το οποίο αυτός κατέβαλε ως τίμημα για την αγορά της παραπάνω ποσότητας ναρκωτικών.
Ακολούθως, αφού αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (ΠΚ 84§2α' ΠΚ), απέρριψε τους λοιπούς αυτοτελείς του ισχυρισμούς.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του για τον άνω αναιρεσείοντα την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφενός ως προς την κατηγορία, αφετέρου ως προς τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α, 84 παρ.2α ΠΚ, 20 παρ.ζ Ν. 3459/2006 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 137/2010 του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: Ε. Κ. του Γ. και υπερασπίσεως: Π. Μ. του Γ., Κ. Δ. του Γ., Σ. Δ. του Δ., Ε. Μ. του Δ. και Α. Π. του Κ..
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων (άρθρα 139, 510 §1 περ.Δ' ΚΠΔ) και συγκεκριμένα, σε σχέση με το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 178 γ' ΚΠοινΔ), αφού από το διαληφθέν από την προσβαλλόμενη σκεπτικό προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης δεν έλαβε υπόψη του για την κρίση περί της ενοχής το ιδιαίτερο και αυτοτελές αυτό αποδεικτικό μέσο σε ότι αφορά την από 23.1.2007 έκθεση εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Ρεθύμνου που αφορούν την εξέταση των ουσιών, δεδομένου ότι η κατά τα παραπάνω πραγματογνωμοσύνη αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα άνω πρακτικά, διενεργήθηκε δε σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας, στα πλαίσια της ενεργηθείσας προανάκρισης. Αβάσιμα όμως, διότι από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις συνάγεται ότι για την ύπαρξη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αξιολογούνται προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να διαμορφώσει το αναιρετικώς ανέλεγκτο πόρισμά του, είναι ουσιώδης η διαπίστωση, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη άπαντα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του. Η διαπίστωση αυτή γίνεται με το συνδυασμό του όλου περιεχομένου της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, στο σκεπτικό της αποφάσεως και στο διατακτικό αυτής, τα οποία εν προκειμένω θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση κατά την οποία μεταξύ των εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα κατά την αποδεικτική διαδικασία, συμπεριλαμβάνονται και τοιαύτα, τα οποία κατ' άρθρο 178 ΚΠοινΔ μπορούν να υπαχθούν σε κάποιο ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, όπως η αυτοψία ή η πραγματογνωμοσύνη, η μη ιδιαίτερη μνεία του είδους αυτών στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν δημιουργεί πλημμέλεια της αναφοράς στα αποδεικτικά μέσα, συνιστώσα έλλειψη αιτιολογίας. Και τούτο, διότι με τη γενική αναφορά ότι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε, μεταξύ των άλλων, στα "έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά", ως αναγνωσθέντα, υποδηλώνεται χωρίς αμφιβολία ότι για το σχηματισμό του πορίσματος αυτού αξιολογήθηκαν όχι μόνο τα κατά δικονομική κυριολεξία έγγραφα, αλλά και οι εκθέσεις αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, αφού και αυτές ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ εγγράφων και συνεκτιμήθηκαν από αυτό. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την έκθεση του αποδεικτικού αυτού μέσου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
2) Αλλά και η δεύτερη αιτίαση του αυτού αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά τα άρθρα 171 §1 περ.δ', 329, 331, 333, 358, 364§1, 369 ΚΠΔ, αναφορικά με τη λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε δημόσια και συγκεκριμένα, το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη το 136-2-2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου, που δεν αναγνώστηκε. Όπως δε προκύπτει από τα άνω πρακτικά, το βούλευμα αυτό δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ούτε και περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα στο ακροατήριο έγγραφα. Όμως, αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη τα αναφερόμενα σε αυτό με αριθμούς 18 και 19 αναγνωστέα έγγραφα με αριθμό πρωτ. 46874/30-4-2007 και το από 23-5-2007 έγγραφο, με πίνακες τηλεφωνικών κλήσεων, που λήφθηκαν υπόψη και υπήρξαν αποδεικτικά μέσα στην παρούσα υπόθεση, έτσι δεν αναγνώστηκαν και νόμιμα λήφθηκαν υπόψη τα παραπάνω έγγραφα και δεν παρακωλύθηκε ο αναιρεσείων στα δικαιώματά του να δώσει εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και να υπερασπισθεί τον εαυτό του, χωρίς να προκληθεί ουδεμία ακυρότητα. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, σχετικά με την άνω παράλειψη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
3) Τέλος, είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως του αυτού αναιρεσείοντα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, περί αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 περ.ε' ΠΚ, ότι δηλαδή συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, αφού από τα προεκτεθέντα πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων εκτός από τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση σε αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 περ.α', δηλαδή, του πρότερου έντιμου βίου, το οποίο και του αναγνωρίστηκε, ζήτησε να του δοθεί και το ελαφρυντικό του αυτού άρθρου του ΠΚ, περ.ε', της καλής μετά την πράξη συμπεριφοράς, το οποίος όμως, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι μετά την πράξη ήταν για μεγάλο διάστημα προφυλακισμένος, η οποία (αιτιολογία) είναι σαφής και πλήρης.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή για την πράξη, όσο και ως προς την απόρριψη του άνω ελαφρυντικού, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί και ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: Α) την από 31 Μαΐου 2010, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, κατατεθείσα (αίτηση), για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 7/2010, έκθεση (αναίρεσης) του Γ. Π. του Σ., και Β) την από 7 Ιουνίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ. 4600/11-6-2010) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατατεθείσα δήλωση αναιρέσεως του Ε. Δ. του Γ., ξεχωριστές αιτήσεις, για αναίρεση της με αριθμό 137/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Ηθική αυτουργία στις άνω πράξεις συγκατηγορουμένου του. Ξεχωριστές αιτήσεις αναιρέσεως. Αιτών ο πρώτος κατηγορούμενος, παρά το ότι κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στην παρούσα δίκη. Απορρίπτει αίτησή του ως ανυποστήρικτη. Ο παρών δεύτερος αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που αφορά την έκθεση εξέτασης της χημικής Υπηρεσίας για την ιδιότητα των κατασχεθεισών ουσιών, που είχε διαταχθεί από προανακριτική αρχή. Προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι έχει αναγνωσθεί ως έγγραφο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ούτε υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώστηκε, αφού άλλα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτό, έχουν αναγνωστεί και έχουν ληφθεί υπόψη. Είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως του αυτού αναιρεσείοντα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, περί αναγνωρίσεως και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2 περ.ε' ΠΚ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την ενοχή για την πράξη, όσο και ως προς την απόρριψη του άνω ελαφρυντικού, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
| null | null | 1
|
Αριθμός 651/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με τη με αριθμό 56/21.3.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 και 12 Απριλίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., Έλληνα υπηκόου, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, κατά της με αριθμό 178/2011 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 23 Νοεμβρίου 2006 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας της Κύπρου, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό "1/16.3.2011" έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Θεολόγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2011. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκειμένη έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 18 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ" προκύπτει ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της αποφάσεως εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται.
Από δε τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον εκζητούμενο ή στον Εισαγγελέα μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 451 Κ.Ποιν.Δ συντασσόμενης εκθέσεως για την έφεση ενώπιον του γραμματέα Εφετών. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της εφέσεως μετά από κλήτευση του εκζητουμένου αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις ώρες πριν από τη συζήτηση, με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ή κλήση δε αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 Κ.Ποιν.Δ. Η έφεση αυτή κατά της αποφάσεως για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε περίπτωση μη συγκαταθέσεως του εκζητουμένου αποτελεί ένδικο μέσο και εφαρμόζονται επί της εφέσεως αυτής αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 462 επ. Κ.Ποιν.Δ., μεταξύ των οποίων και διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 κατά την οποία αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 105/2007).
Κατά την γνώμη όμως της εκ των μελών του Συμβουλίου Αιμιλίας Λίτινα η έφεση του εκκαλούντος δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, αλλά εξετάζεται η βασιμότητα των λόγων της για τους παρακάτω λόγους: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 7 του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκησης έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της έφεσης. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις ώρες πριν από τη συζήτηση με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 451 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 410/1976, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 448 και 450. Αυτός για τον οποίο ζητείται η έκδοση κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη συζήτηση με τη φροντίδα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 448 ΚΠΔ το συμβούλιο εφετών συνεδριάζει δημόσια εκτός αν εκείνος που έχει συλληφθεί ζητήσει να γίνει η συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών ή δεν παραστεί καθόλου στο συμβούλιο. Το συμβούλιο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να γίνει η συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και με εκείνες του άρθρου 138 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι μόνον όταν είναι παρών ο εκζητούμενος - εκκαλών και η διαδικασία γίνεται στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 502 επ. του ΚΠΔ που αφορούν την διαδικασία της έφεσης κατ' αποφάσεων, και όχι όταν δεν έχει εμφανισθεί ο εκκαλών, οπότε δεν απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η έφεση, αλλ' εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 306, 309 επ. ΚΠΔ, στις οποίες παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 316 παρ. 2 που αφορά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου πλημμελειοδικών. Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να υποστηριχθεί εκ του λόγου ότι τόσο κάτω από το άρθρο 22 του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, όσο και κάτω από το άρθρο 451, στο οποίο παραπέμπει τούτο, γίνεται χρήση του όρου απόφαση αντί του όρου βούλευμα, όπως ορίζει το άρθρο 138 παρ. 1 του ΚΠΔ, αλλά στο ότι το συμβούλιο συνεδριάζει και δημόσια. Εξ άλλου δεδομένου ότι αφ' ενός μεν εν όψει της ιδιαιτερότητας των διατάξεων που αφορούν την έκδοση αλλοδαπών εγκληματιών του ΚΠΔ, όσο και πολύ περισσότερο εκείνων του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που θεσπίζουν ταχύτητα εκδικάσεως των σχετικών αιτήσεων των ξένων ή των ευρωπαϊκών χωρών, δεν επιτρέπεται στον εκζητούμενο το προβλεπόμενο από το ΚΠΔ μέσο της αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας, αφ' ετέρου δε του ότι η σύλληψη και η έκδοση συνιστούν ιδιαίτερα επαχθή δικονομικά μέτρα, η αποδοχή της αντίθετης άποψης θα προσέκρουε στο πνεύμα των ως άνω διατάξεων ιδιαίτερα των άρθρων 10 και 41 του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που καθορίζουν υπό ποιές προϋποθέσεις επιτρέπεται η εκτέλεση τούτου αλλά και πότε απαγορεύεται παντελώς η έκδοση, αν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του εκζητουμένου, ο οποίος είχε ρητά δηλώσει ότι δεν συναινούσε στην έκδοσή του, ήταν βάσιμοι και για λόγους ανώτερης βίας δεν είχε καταστεί δυνατό σ' αυτόν (ή τον συνήγορό του) να εμφανισθεί προς υποστήριξη της έφεσής του στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Για τους παραπάνω ακριβώς λόγους δεν μπορεί να εξομοιωθεί η μη εμφάνιση του εκκαλούντος - εκζητουμένου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με τη δήλωση παραίτησης αυτού ενώπιον του τελευταίου από την ασκηθείσα έφεσή του, η οποία είναι παραδεκτή αφού δεν αντιστρατεύεται στη διάταξη του άρθρου 23 του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, η οποία κατά τ' ανωτέρω καθιστά υποχρεωτική την ακρόαση του εκζητουμένου από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος στο στάδιο αυτό της διαδικασίας είναι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του εντάλματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 28.3.2011 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... και του από 30.3.2011 αποδεικτικού επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ..., ο εκκαλών - εκζητούμενος κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο (δια συνηγόρου) σ' αυτό. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ανυποστήρικτη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2011 έφεση του Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 178/15.3.2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης που αποφάσισε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και την έκδοση του ως άνω εκκαλούντος στις δικαστικές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σε βάρος Έλληνα υπηκόου από Κυπριακές αρχές. Έφεση κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που διέταξε την έκδοση. Μη εμφάνιση εκκαλούντος κατά τη συζήτηση της έφεσής του, παρά τη νόμιμη κλήτευσή του. Απόρριψη αυτής ως ανυποστήρικτης, χωρίς περαιτέρω έρευνα της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 655/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Μ. Μ. του Σ. και 2) Σ. Μ. του Μ., αμφοτέρων κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 4428/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα το Σ. Μ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Βασιλείου - Μ..
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2010 κοινή αίτησή τους περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1519/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 15.11.2010, με το αυτό δικόγραφο ασκούμενες, αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: α) Μ. Σ. Μ. και β) Σ. Μ.Μ., κατά της υπ' αριθμ. 4428/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Από τη διάταξη του άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρ. 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποίο "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 τταρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 4.428/2010 απόφαση
του Τριμελούς Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, ο μεν δεύτερος σε ψευδορκία μάρτυρα, η δε πρώτη σε ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών σε καθένα, η εκτέλεση της οποίας για μεν την πρώτη ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, για δε το δεύτερο μετατράπηκε σε χρηματική και ορίσθηκε το ποσό των δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Σ. Μ., πατέρας της πρώτης κατηγορουμένης Μ. Μ., στην Αθήνα, στις 10.4.2003, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της από 22.11.2000 αγωγής της πρώτης κατηγορουμένης κατά του ήδη εγκαλούντος Σ. Μ., συζύγου της σε διάσταση, κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας τα εξής: Ότι τον Φλεβάρη του 1998 έστειλε από την Κύπρο ταχυδρομικώς στο όνομα της κόρης του (πρώτης κατηγορουμένης) 4 επιταγές, 2.000.000 δρχ. συνολικά, για τις οποίες ρώτησε και έμαθε από την Τράπεζα, καθόσον και ο ίδιος ήταν τραπεζικός, ότι εξαργυρώθηκαν. Επίσης κατέθεσε ότι ο γαμπρός του (εγκαλών), ο οποίος μετέβαινε στην Κύπρο γιατί είχε καταστήματα, του είπε, μετά την αποστολή των επιταγών, ότι είχε φέρει τεχνίτες για να φτιάξει τη σαλονοτραπεζαρία του σπιτιού του, πλην όμως δεν έγινε καμία επισκευή, ενώ, περαιτέρω, η κόρη του, όταν πήγε στην Κύπρο στις 20.9.2000 και την ρώτησε αν εισέπραξε τις ως άνω επιταγές, του είπε ότι δεν τις πήρε. Επιπλέον αυτός κατέθεσε ότι πήγε στη Λαϊκή Τράπεζα στην Αθήνα και διεπίστωσε ότι οι επιταγές αυτές ήταν πλαστογραφημένες από τον εγκαλούντα, καθόσον η υπογραφή ήταν δική του και όχι της κόρης του και ότι ο εγκαλών παρέλαβε αυτές (επιταγές) από το κιβώτιό τους στην πολυκατοικία, ενώ η κόρη του τού είπε ότι δεν παρέλαβε στα χέρια της το γράμμα με τις επιταγές αυτές, των οποίων του έδωσαν στη Λαϊκή Τράπεζα της Αθήνας, θεωρημένες φωτοτυπίες. Στη συνέχεια κατέθεσε ότι όταν βρήκε τον Μ. (εγκαλούντα) και του είπε ότι θα τον βάλει φυλακή, εκείνος του είπε "και τι έγινε για λίγες υπογραφές που έβαλα". Η αλήθεια, όμως, την οποία γνώριζε ο εν λόγω κατηγορούμενος, είναι ότι οι ανωτέρω επιταγές δεν εστάλησαν ταχυδρομικώς από αυτόν στην Αθήνα, αλλά ο ίδιος τις έδωσε στα χέρια του εγκαλούντος και της τότε συζύγου του (πρώτης κατηγορουμένης) κατά τη μετάβασή τους στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 1998. Αυτό αποδείχθηκε, ειδικότερα από το προσκομισθέν από τον εγκαλούντα υπ' αριθμ. 5387497/26.2.98 μοναδικό δελτίο δήλωσης εισαγομένων μετρητών και αξιών του Γραφείου Συναλλάγματος της Ελληνικής Αστυνομίας (Τμήμα Ασφάλειας Αερολιμένα Αθηνών), που συνετάγη από την άνω Υπηρεσία την 26.2.1998 κατά την άφιξη του εγκαλούντα και της πρώτης κατηγορουμένης, τότε συζύγου του. Στο εν λόγω έγγραφο έχουν καταχωρηθεί ως δηλωθείσες, μεταξύ των άλλων, και δύο από τις επίμαχες επιταγές, ήτοι οι υπ' αριθμ. ... και ... της Λαϊκής Τράπεζας. Εξάλλου θα ήταν αφελές για το δεύτερο κατηγορούμενο, συνταξιούχο τραπεζικό υπάλληλο, να στείλει με απλή ταχυδρομική επιστολή τις επιταγές αυτές, που ενείχαν τον κίνδυνο απώλειάς τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών την 27.2.1008 (επομένη της άφιξής τους στην Αθήνα), εμφάνισε προς πληρωμή, με τη συναίνεση της πρώτης κατηγορουμένης, τις εν λόγω επιταγές στην πληρώτρια Τράπεζα και ακολούθως κατέθεσε το ποσό αυτών (2.000.000 δρχ.) σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στην ως άνω Τράπεζα (Υποκ/μα ...). Η κατάθεση του ποσού αυτού συνάγεται και από το σχετικό απόσπασμα της κίνησης του λογαριασμού αυτού, όπου την 27.2.1998 φέρεται να έχουν κατατεθεί μια επιταγή 537.500 δρχ. και το ποσό των 4.151.900 δρχ. σε μετρητά. Από τα χρήματα δε αυτά (2.000.000 δρχ.) η πρώτη κατηγορουμένη δαπάνησε 500.000 δρχ. για προσωπικά της έξοδα και το υπόλοιπο ποσό (1.500.000 δρχ.) διέθεσε ο εγκαλών, με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης κατηγορουμένης για την αγορά ειδών οικιακού εξοπλισμού (δύο παιδικών κρεβατιών, δύο κομοδίνων, ενός ξύλινου παιδικού γραφείου, μιας μεγάλης ντουλάπας, δύο καναπέδων κ.λ.π.). Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά και με την υπ' αριθμ. 4959/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως η από 22.11.2000 αγωγή της πρώτης κατηγορουμένης κατά του εγκαλούντα για αποζημίωση σε σχέση με το ποσό των 2.000.000 δρχ. των ανωτέρω επιταγών. Εξάλλου με την υπ' αριθμ. 17819/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. το υπ' αριθμ. 4289/18.10.2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), ο εγκαλών κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της παραβίασης απορρήτου των επιστολών, της κλοπής (υφαίρεσης) και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, σε σχέση με τις επίμαχες επιταγές. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει, αφενός η αναλήθεια των όσων κατέθεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, όσο και η γνώση του για την αναλήθεια αυτή, και συνεπώς στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρ. 224 παρ. 2 Π.Κ.), που κατηγορείται, για την υποκειμενική θεμελίωση της οποίας απαιτείται ο αποδειχθείς εν προκειμένω άμεσος δόλος (βλ. ΑΠ 221/2009, ΑΠ 441/2008, στη ΝΟΜΟΣ) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, απορριπτομένου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρ. 31 παρ. 2 Π.Κ.), επικαλούμενος ότι θεωρούσε ότι αν κάποιος θέσει την υπογραφή άλλου, έστω και με τη συναίνεσή του, η υπογραφή είναι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή πλαστή, γι'αυτό και στην προαναφερόμενη κατάθεσή του, αναφέρθηκε περί πλαστογραφήσεως της υπογραφής της πρώτης κατηγορουμένης από τον εγκαλούντα. Περαιτέρω την απόφαση να καταθέσει ο δεύτερος κατηγορούμενος τα ανωτέρω εν γνώσει του αναληθή περιστατικά, προκάλεσε η πρώτη κατηγορουμένη, κόρη του, η οποία, μέσα στα πλαίσια του στενού συγγενικού τους δεσμού, τον παρακίνησε, με προτροπές, συμβουλές και παραινέσεις, να καταθέσει αυτά, τα οποία είχαν αποφασιστική σημασία ση δικαστική διαμάχη της με τον εγκαλούντα.
Συνεπώς πρέπει αυτή (πρώτη κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχο της πράξης της ηθικής αυτουργίας (άρθρ.46 παρ.1 ΠΚ) στην ανωτέρω πράξη της ψευδορκίας που τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο έτερος αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί πραγματικής πλάνης (άρθρ. 30 παρ. 1 ΠΚ, συνιστάμενος στο ότι θεωρούσαν ότι ο λογαριασμός στον οποίο ο εγκαλών κατέθεσε τα χρήματα των επιταγών δεν ήταν κοινός, αλλά ατομικός του, λόγω του ότι δεν είχε συνυπογράψει τη σχετική σύμβαση για το άνοιγμά του και η πρώτη κατηγορουμένη, αφού δεν μπορεί να νοηθεί τέτοια πλάνη τους ως εκ του ότι ο λογαριασμός αυτός λειτουργούσε εξαρχής ως κοινός, χωρίς να είναι απαραίτητη η υπογραφή του και από την πρώτη κατηγορουμένη, όπως εύκολα μπορούσε να διαπιστωθεί". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων καθένα τους και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα, στις 10-4-2003, Α) ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Μ., στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 22-11-2000 αγωγής της δεύτερης κατηγορουμένης Μ. Μ. εναντίον του εγκαλούντος Σ. Μ., κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τα εξής: "...Έστειλα από την Κύπρο ταχυδρομικώς στο όνομα της κόρης μου 4 επιταγές, τον Φλεβάρη του 1998. Ήταν 2 εκατομμύρια δρχ. Ήμουν τραπεζικός πολλά χρόνια. Ρώτησα και έμαθα ότι εξαργυρώθηκαν οι επιταγές. Ο γαμπρός μου ερχόταν στην Κύπρο, είχε καταστήματα και μου είπε, αφού είχα στείλει τις επιταγές, ότι έφερε τεχνίτες για να φτιάξει την σαλονοτραπεζαρία. Ρώτησα την Τράπεζα και μου είπαν ότι εξαργυρώθηκαν οι επιταγές. Καμία επισκευή δεν έγινε ... Η κόρη μου ήρθε στην Κύπρο στις 20-9-2000 και τη ρώτησα αν εισέπραξε τις επιταγές, μου είπε δεν τις πήρα. Πήγα στην Αθήνα, στη Λαϊκή Τράπεζα και διαπίστωσα ότι ήταν πλαστογραφημένες από το Μ.. Ήταν δική του υπογραφή και όχι της κόρης μου. Αυτός τις παρέλαβε γιατί έμπαιναν στο κιβώτιο τους, στην πολυκατοικία. Η κόρη μου λέει ότι δεν πήρε στα χέρια της το γράμμα με τις επιταγές. Μου έδωσαν θεωρημένες φωτοτυπίες των επιταγών στη Λαϊκή Τράπεζα της Αθήνας. Όταν τον βρήκα το Μ. και του είπα θα σε βάλω φυλακή, μου είπε και τι έγινε για λίγες υπογραφές που έβαλα ...", ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, είναι ότι οι επιταγές δεν εστάλησαν ταχυδρομικώς αλλά εδόθησαν από τον κατηγορούμενο εις χείρας του εγκαλούντος και της συζύγου του (δεύτερης κατηγορουμένης) κατά την μετάβαση τους στην Κύπρο, τον Φεβρουάριο του έτους 1998, μετά δε την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ο εγκαλών κατόπιν εντολής της δεύτερης κατηγορουμένης, εξαργύρωσε τις επιταγές και το αντίστοιχο ποσό των δύο εκατομμυρίων δραχμών καθώς και δύο επιπλέον εκατομμύρια τα οποία τους είχε χορηγήσει ο πατέρας του, κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα, επ' ονόματι του, της δεύτερης κατηγορουμένης και των τέκνων τους. Β) Η δεύτερη κατηγορουμένη, Μ. Μ., στον ως άνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο, την απόφαση να εκτελέσει την ανωτέρω υπό στοιχείο (Α) άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, παρακινώντας τον σ' αυτή με προτροπές, συμβουλές και παραινέσεις".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 46 παρ. 1α, 224 παρ. 2-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 4.428/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα -εκπροσωπήθηκαν οι κατηγορούμενοι), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Σ. Μ. του Α.. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση καθενός των άνω εγκλημάτων για τα οποία αυτοί καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση καθενός των άνω εγκλημάτων, επίσης τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο δεύτερος, καθώς και τα αληθινά, τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύεται η διάπραξη των εγκλημάτων αυτών (έγγραφα και δικαστικές αποφάσεις) και τέλος, ο δόλος των κατηγορουμένων (άμεσος), με την αναφορά ότι ενέργησαν "εν γνώσει της αναλήθειας". Κατόπιν καταμηνύσεως του εγκαλούντος για παραβίαση απορρήτου των επιστολών, κλοπής και πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος με την αμετάκλητη 17.819/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως της στερήσεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, οι αναιρεσείοντες δα του συνηγόρου τους προέβαλλαν στο ακροατήριο εγγράφως και ανέπτυξε ο τελευταίος και προφορικά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συγγνωστής νομικής πλάνης κατά το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ και συγκεκριμένα, ο δεύτερος κατηγορούμενος επικαλούμενος ότι θεωρούσε ως πλαστή την υπογραφή άλλου που θέτει κάποιος σε έγγραφο, έστω και με τη συναίνεσή του, για το λόγο δε αυτό, στη σχετική ένορκη κατάθεσή του ανέφερε περί πλαστογραφήσεως της υπογραφής της συγκατηγορουμένης του από τον εγκαλούντα εν διαστάσει τότε σύζυγό της, ενώ η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή, διότι πίστευε ότι μπορούσε να τελέσει αυτός την πράξη του, αφού και αν ακόμη κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, δεν μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της (πράξεώς του). Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όπως και ο δεύτερος, αυτοτελής επίσης ισχυρισμός τους περί πραγματικής τους πλάνης κατά τη διάταξη της ΠΚ 31 παρ.1, συνιστάμενης στο ότι θεωρούσαν ότι ο λογαριασμός στον οποίο ο εγκαλών κατέθεσε τα χρήματα των επιταγών, δεν ήταν κοι9νός, αλλά ατομικός του, αφού δεν είχε συνυπογράψει τη σχετική σύμβαση για το άνοιγμά του και η πρώτη κατηγορουμένη, περιέχουν πλήρη και σαφή κατά τα άνω αιτιολογία, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ σχετικοί δεύτερος και τρίτος, λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη των άνω ισχυρισμών, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Εξάλλου, ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, υπάρχει κατά τα προεκτεθέντα πλήρης και σαφής αιτιολογία και το δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές περί αυτής διατάξεις, οι δε τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αντίθετους ισχυρισμούς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο έκτος λόγος τους, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει εάν ήταν αυτός νόμιμος κομιστής των επιταγών, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν απαιτείται στην προκείμενη περίπτωση να αναφέρεται η ιδιότητα του νόμιμο κομιστή των επιταγών, ενώ οι αναιρεσείοντες αναφέρονται ανεπιτρέπτως αναιρετικά, σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επίσης η αιτίαση περί ελλείψεως εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας της πρώτης στην ψευδορκία μάρτυρα του δεύτερου κατηγορουμένου που αποτελεί τον έβδομο λόγο της αιτήσεώς τους, διότι δεν αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίον η πρώτη προκάλεσε την απόφαση να τελέσει ο δεύτερος την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην απόφαση αναφέρεται ότι προκάλεσε την απόφαση κατά τον αναφερόμενο σε αυτή τρόπο, χωρίς να απαιτείται άλλη περαιτέρω εξειδίκευση. Τέλος, ο όγδοος λόγος των αιτήσεων για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά την ΚΠΔ 510 παρ.1 στ. Α', διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται γιατί δεν προήδρευσε Πρόεδρος Εφετών, αλλά η αναφερόμενη σε αυτή Προεδρεύουσα εφέτης, χωρίς να αναφέρεται αν κληρώθηκε ως Πρόεδρος ή ότι κωλύεται ο Πρόεδρο9ς που κληρώθηκε στο Δικαστήριο, είναι αβάσιμος, διότι ο ορισμός της Προεδρεύουσας Εφέτη έγινε κατόπιν κληρώσεως κατ' άρθρο 17 παρ.3β' Ν. 1756/88, ενώ σύμφωνα με το αυτό άρθρο (17 Ν. 1756/88) παρ. 10, η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης, από την παραδεκτή δε επισκόπηση των οικείων πρακτικών, ουδεμία τέτοια ακυρότητα προτάθηκε στο άνω Δικαστήριο.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1) και οι δύο (2) δε, στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 15 Νοεμβρίου 2010 (υπ' αριθμ. πρωτ.9415/15.11.2010 ενώπιον του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου) αιτήσεις των: 1) Μ. Μ. θυγ. Σ. και 2) Σ. Μ. του Μ., για αναίρεση της με αριθμό 4.428/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, τους αναιρεσείοντες δε και τους δύο (2), στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα και ηθική στη πράξη αυτή αυτουργία. Έννοια άνω εγκλημάτων. Η πρόκληση της αποφάσεως στον αυτουργό από τον ηθικό αυτουργό μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας ή και της σχέσεώς του με τον φυσικό αυτουργό. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει, εκτός από την ενοχή, και για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών, όπως οι ισχυρισμοί περί συγγνωστής νομικής πλάνης κατά την 31 & 2 ΠΚ και περί πραγματικής πλάνης κατά την &1 του αυτού άρθρου του Π.Κ. Αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί δεν αναφέρεται στην απόφαση, γιατί δεν προήδρευσε Πρόεδρος, αλλά η αναφερόμενη εφέτης, χωρίς να αναφέρεται αν κληρώθηκε αυτή ως Πρόεδρος ή αν κωλύεται ο Πρόεδρος Εφετών, διότι στο εν λόγω Εφετείο ο ορισμός έγινε κατόπιν κληρώσεως, ενώ κατά το άρθρο 17 του Ν. 1756/1988, η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2-8 συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Απορρίπτει ως αβάσιμες αιτήσεις αναιρέσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 661/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλου, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Νικολάου Κωνστα-ντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Ι. Λ. του Κ. και 2) Κ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κρανιδιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 879/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κώ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κώ με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2010 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1322/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του Ι. Λ. του Κ. και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Κ. Λ. του Ιωάννη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 17 παρ.8 του ν. 1337/1093, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 100.000 δραχμές μέχρι 2.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω παράβαση γίνεται από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 50.000 δρχ. μέχρι 1.000.000 δραχμές. Σε περίπτωση απλών υπερβάσεως της άδειας κατασκευής, μπορεί να επιβληθεί μειωμένη ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. Β' του προηγουμένου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως, που διέπραξε τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Για τη στοιχειοθέτηση επομένως της απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά με βαθμό πληρότητας τέτοιο που να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, από τι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα η μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας των προβλεπομένων με την από 14.9.2010 αίτηση αναιρέσεως των Κ. Λ. του Ι. και Ι. Λ. του Κ., λόγος αναιρέσεως περί δεδικασμένου, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, αφού η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρο 511 ΚΠΔ), προκύπτουν τα επόμενα:
Με την υπ'αριθμ. 300/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κώ (Μεταβατικής έδρας Καλύμνου), που κατέστη αμετάκλητη (κατά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλ. 12η σελίδα αυτής) κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος (Κ. Λ.) του ότι την 5.8.2002 ως ιδιοκτήτης με πρόθεση προέβη στο ... στην εκτέλεση αυθαίρετων οικοδομικών εργασιών σε κτίσμα του ή στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος. Ειδικότερα ότι προέβη στην περίφραξη οικοπέδου ιδιοκτησίας του εντός κατοικημένης περιοχής με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα μήκους 42 μέτρων, πλάτους 20 μέτρων και ύψος 1,20 μ. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 479/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κώ, συνεδριάσαντος στην Κάλυμνο μετά από την άσκηση νεότερης ποινικής δίωξης, κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος αναιρεσείων ως αυτουργός και ο δεύτερος αυτών (Ι. Λ. του Κ.) ως απλός συνεργός κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος που έλαβε χώρα την 5.8.2002 στη θέση "..." με την περίφραξη με σιδηροπασσάλους και δικτυωτού σύρματος εδαφικής έκτασης 2,5 στρεμμάτων, που είχε αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διαμάχης μεταξύ αυτών και των τότε εγκαλούντων Θ. Γ. και Γ. Π.. Κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής (κατά ένα μέρος) απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κώ οι δύο αναιρεσείοντες και η συγκατηγορουμένη τους Μ. σύζυγος Ι. Λ. άσκησαν έφεση και επ'αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 269/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση δεδικασμένου που πρότειναν οι τότε εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ως αβάσιμη και καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες ως και πρωτοδίκως για την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, καίτοι στο διατακτικό της αναφέρεται εκ παραδρομής ότι τέλεσαν αυτοί (ο πρώτος ως αυτουργός και ο δεύτερος ως απλός συνεργός) το έγκλημα της αυτοδικίας, για το οποίο ήδη με την πρωτόδικη απόφαση είχε παύσει οριστικά υφ' όρον (ν.3346/2005) η κατ' αυτών για το έγκλημα αυτό ποινική δίωξη. Στη συνέχεια η προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κώ αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1365/8.7.2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 879/3.8.2010 απόφαση. Με την απόφαση αυτήν: α) απορρίφθηκε η επανυποβληθείσα ένσταση δεδικασμένου ως απαραδέκτως προβληθείσα (διότι δεν έγινε και προφορική ανάπτυξή της) και επικουρικά ως αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 300/2006 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κώ το δικαστήριο κηρύσσοντας απαράδεκτη την ποινική δίωξη δεν αποφάνθηκε επί της βασιμότητας ή μη της κατηγορίας ή δεν έπαυσε την ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, β) κήρυξε ένοχο τον πρώτο αναιρεσείοντα ως εντολέα κατασκευής αυθαιρέτου του ότι στην Κάλυμνο την 5.8.2002 και περί ώρα 08.30 με 09.00 "με πρόθεση προέβη στην εκτέλεση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών και συγκεκριμένα προέβη σε κατασκευή περίφραξης διαστάσεων μήκους 42 μέτρων, πλάτους 20 μέτρων και ύψος 1,20 μέτρων, αποτελούμενης από σιδηροπασσάλους, μέρος των οποίων ήταν εμπηγμένοι σε τσιμέντο και μέρος αυτών στο χώμα, και συρματόπλεγμα, χωρίς προηγούμενη άδεια από την Πολεοδομική Αρχή" και γ) κήρυξε ένοχο το δεύτερο αναιρεσείοντα κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, "άμεσο συνεργό" του πρώτου κατηγορουμένου που τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη (αυθαίρετη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, χωρίς προηγούμενη άδεια της Πολεοδομικής Αρχής, αντιφατικώς, αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ρητά αναφέρεται ότι αυτός παρείχε "ψυχική συνέργεια στον πρώτο κατηγορούμενο, παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντάς τον να εκτελέσει και να ολοκληρώσει την ως άνω άδικη πράξη του. Πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας (άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ) στην πράξη του πρώτου κατηγορουμένου". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο καταδίκασε τον μεν πρώτο αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, τον δε δεύτερο αναιρεσείοντα σε μικρότερη ποινή, ήτοι σε φυλάκιση τριών (3) μηνών, των οποίων ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) χρόνια. Με βάση όμως τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, αφού δεν εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, της απλής συνέργειας στο έγκλημα κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, όπως είναι και η περίφραξη οικοπεδικής έκτασης με σιδηροπασσάλους μέρους των οποίων είναι εμπηγμένο σε τσιμέντο και μέρος αυτών στο χώμα και με συρματόπλεγμα, χωρίς προηγούμενη άδεια της Πολεοδομικής αρχής, αλλά η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ανωτέρω θέμα είναι ελλιπής και αντιφατική (άλλα αναφέρονται στο αιτιολογικό και άλλα στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας (απλής ή άμεσης) του δευτέρου αναιρεσείοντος. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του δευτέρου αναιρεσείοντος. Επομένως πρέπει κατ' αρχή να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινοι των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως όταν γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται αφού αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για κάποιο παραδεκτό και βάσιμο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση η πράξη που καταδικάσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων (συνέργεια σε κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος) είναι πλημμέλημα και φέρεται ότι τελέσθηκε την 5.8.2002, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (8.2.2011), που δε μέχρι τη διάσκεψη (16.3.2011) και τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, κατά τα προεκτιθέμενα, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη ως προς αυτόν για την ως άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Εξάλλου, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα έπρεπε να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί δεδικασμένου, αφού συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ. Συγκεκριμένα: α) υφίσταται αμετάκλητη απόφαση που αποφαίνεται για τη μη βασιμότητα της κατηγορίας σε βάρος αυτού (με την αποτελούσα δεδικασμένο υπ'αριθμ. 300/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κώ κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, όχι γιατί έλιπε κάποια έγκληση, αίτηση ή άδεια, αλλά γιατί αυτός δεν ήταν ιδιοκτήτης του οικοπέδου όπου έγινε η αυθαίρετη περίφραξη), β) υπάρχει ταυτότητα προσώπου, έστω και αν με τη νεώτερη δίωξη αυτός διώχθηκε όχι ως ιδιοκτήτης της παράνομης κατασκευής αλλά ως εντολέας για την εκτέλεση από άλλους της αυθαίρετης κατασκευής, χωρίς από την τοιαύτη αλλαγή της ιδιότητός του να μεταβάλλεται η ταυτότητά του ως υποκείμενο της εγκληματικής πράξης που αποδόθηκε σ'αυτόν και γ) η ως άνω αμετάκλητη απόφαση αναφέρεται στην ίδια πράξη (αυθαίρετη περίφραξη οικοπεδικής έκτασης κατά την 5.8.2002 και κατά το ημίωρο από 08.30 έως 09.00 ώρα της ημέρας εκείνης), χωρίς να ασκεί επιρροή ότι την πρώτη φορά ο αναιρεσείων ουσιαστικά αθωώθηκε ως ιδιοκτήτης του παρανόμου κτίσματος, ενώ τη δεύτερη φορά καταδικάστηκε ως εντολέας προς άλλους για την εκτέλεση των εργασιών της αυθαίρετης περίφραξης, αφού η νέα κατηγορία που επιδόθηκε σ'αυτόν και καταδικάστηκε με βάση αυτήν συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια περιστατικά (τόπου και χρόνου) για τα οποία είχε αμετάβλητα κηρυχθεί απαράδεκτη η σε βάρος του ποινική δίωξη (ουσιαστικά αθωωθεί). Κατ' ακολουθία των αμέσως παραπάνω εκτιθεμένων έπρεπε ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου που παραδεκτά προβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, αλλά και κατ'αυτεπάγγελτη εξέτασή του από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως όσο αφορά και τον πρώτο αναιρεσείοντα, να γίνει δεκτός ο σχετικός από τα άρθρα 57 παρ. 3 και 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως περί παράβασης του δεδικασμένου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα. Στη συνέχεια, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσο αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του για δεύτερη φορά, κατ' άρθρο 517 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 879/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου όσο αφορά τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους Κ. Λ. του Ι. και Ι. Λ. του Κ., ....
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος Ι. Λ. του Κ. του ότι στην Κάλυμνο την 5.8.2002 και περί ώρα 08.30 με 09.00 παρείχε με πρόθεση στον Κ. Λ. του Ι. ψυχική συνδρομή παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας τον καθ'όλο τον ως άνω χρόνο να προβεί σε κατασκευή περίφραξης διαστάσεων μήκους 42 μέτρων, πλάτους 20 μέτρων και ύψους 1,20 μέτρων, αποτελουμένης από σιδηροπασσάλους, μέρος των οποίων ήταν εμπηγμένοι σε τσιμέντο και μέρος αυτών στο χώμα, και συρματόπλεγμα, χωρίς προηγούμενη άδεια από την Πολεοδομική Αρχή.
Ακυρώνει την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κώ όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Κ. Λ. του Ι. και
Κηρύσσει απαράδεκτη την κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος ποινική δίωξη του ότι στην Κάλυμνο την 5.8.2002 και περί ώρα 08.30 με 09.00 με πρόθεση προέβη σε κατασκευή περίφραξης διαστάσεων μήκους 42 μέτρων, πλάτους
`20 μέτρων και ύψους 1,20 μέτρων, αποτελούμενης από σιδηροπασσάλους μέρος των οποίων ήταν εμπεπηγμένοι σε τσιμέντο και μέρος αυτών στο χώμα και συρματόπλεγμα, χωρίς προηγουμένη άδεια από την Πολεοδομία Αρχή.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετο κτίσμα. Απλή συνέργεια στο αυθαίρετο κτίσμα. Ένσταση δεδικασμένου. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού. Ένσταση δεδικασμένου και έλλειψη αιτιολογίας. Παραδοχή της ένστασης δεδικασμένου. Αναίρεση προσβαλλόμενης απόφασης ως προς ένα των αναιρεσειόντων και κήρυξη της (δεύτερης) ποινικής δίωξης ως απαράδεκτης. Παραδοχή του λόγου της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας ως προς τον απλό συνεργό. Αναίρεση απόφασης και οριστική παύση της δίωξης ως προς τον απλό συνεργό, λόγω παραγραφής του πλημμελήματος με την παρέλευση πλέον της οκταετίας από το χρόνο της τέλεσής του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 661/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ. του Ε. , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Σ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4185/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 694/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσιβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2.307 Δ/26-1-2010 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Β., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Κατά την αρχική δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2011 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτημα της αναιρεσείουσας για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, της αναβολής αυτής επεχούσης θέση κλητεύσεως της αναιρεσείουσας ( άρθρο 575 ΚΠολΔ ), η οποία, εφόσον δεν εμφανίσθηκε, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ). Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ. "Εφ` όσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καθένας από τους συζύγους ανεξάρτητα του αν αυτός προκάλεσε τη διάσταση ή όχι, έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, όταν η διάσταση διήρκεσε μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος και όχι από τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ( A.Π.1325/2008, 1752/2006 ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, αφού κατά παραδοχή της έφεσης εξαφάνισε χωρίς έρευνα των λόγων της έφεσης την εκδοθείσα ερήμην της εκκαλούσας πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων άρχισε από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 και σε κάθε περίπτωση από τον μήνα Νοέμβριο του ίδιου έτους και διήρκεσε, μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 11-5-2007, ήτοι περισσότερο από μία συναπτή τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, με πρόθεση των διαδίκων συζύγων διασπάσεως της έγγαμης σχέσεώς τους. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της τετραετούς διάστασης τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και εντεύθεν ορθά συνυπολόγισε για τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης και τον χρόνο διάστασης από την άσκηση της αγωγής και μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής, που επικαλέσθηκε μάλιστα με τις προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ. και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ. Αλλά και με βάση τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ( 25-9-2006 ) και πάλι είχε συμπληρωθεί με βάση τις άνω παραδοχές του Εφετείου τετραετής διάσταση των διαδίκων. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και έλαβε υπόψη του ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της τετραετούς διάστασης τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής και όχι το χρόνο άσκησης της αγωγής, υπαγόμενος, κατ' ορθή εκτίμηση, στον αριθ. 1 (και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν το δικαστήριο δέχεται ομολογία διαδίκου, η οποία ουδέποτε έγινε. Οι αποδείξεις που παρά τον νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ομολόγησε ότι συστεγάζονταν στο ίδιο δικηγορικό γραφείο με τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του 2002, μετά τον οποίο σε κάθε περίπτωση επήλθε διάστασή τους που εξακολούθησε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, ενώ τέτοια ομολογία δεν έγινε εκ μέρους της. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2002, οπότε αποχώρησε από τη συζυγική οικία ο ενάγων και εξακολούθησε μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στις 11-5-2007, οι όποιες δε συναντήσεις του ενάγοντος με την εναγομένη στη συζυγική οικία και οι ολιγοήμερες διακοπές που είχαν με τα παιδιά τους μέχρι το Πάσχα του έτους 2002 δεν έγιναν με σκοπό επανασυμβίωσης, αλλά χάριν των παιδιών τους, ενώ η συστέγασή τους στο ίδιο γραφείο μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2002, " όπως και οι διάδικοι δέχονται και όχι μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2003, που αβάσιμα κατέθεσε η μάρτυρας της εναγόμενης", έγινε για επαγγελματικούς και μόνο λόγους. Με επάλληλη σκέψη το Εφετείο δέχθηκε ότι και αν ακόμη ληφθεί υπόψη ως χρόνος οριστικής διακοπής της έγγαμης συμβίωσης ο μήνας Νοέμβριος του 2002, κατά τον οποίο οι διάδικοι έπαυσαν να συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο και να έχουν οποιαδήποτε επαφή και πάλι έχει συμπληρωθεί χρόνος τετραετούς διάστασης. Εφόσον, όμως, η κύρια αιτιολογία ότι η οριστική διάσπαση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων επήλθε τον Ιανουάριο του έτους 2002 στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ. η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου ότι σε κάθε περίπτωση η οριστική διάσπαση επήλθε τον Νοέμβριο του ίδίου έτους. Σε κάθε περίπτωση δεν ιδρύεται ο εξεταζόμενος λόγος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε σε κάθε περίπτωση τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2002, αφότου έπαυσαν να συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο, στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις των μαρτύρων και όχι και σε ομολογία της αναιρεσείουσας. Η αναφορά στην απόφαση ότι " όπως και οι διάδικοι δέχονται" αυτοί συστεγάσθηκαν στο ίδιο γραφείο μέχρι τον μήνα Νοέμβριο του 2002, οπότε η εναγομένη εγκαταστάθηκε σε δικό της γραφείο, και όχι μέχρι τον Ιανουάριο του 2003, όπως κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης, δεν συνιστά παραδοχή ομολογίας της εναγομένης, αλλά επιχείρημα ότι δεν είναι αξιόπιστη η κατάθεση της μάρτυράς της, αφού πράγματι και η αναιρεσείουσα στην προσθήκη -αντίκρουση των προτάσεών της αναφέρει " η μάρτυράς μου κατέθεσε ρητά και κατηγορηματικά ότι έως και τον Ιανουάριο του 2003 ο αντίδικος βρισκόταν καθημερινά στη συζυγική μας κατοικία, τρώγαμε μαζί, κοιμόμασταν μαζί, συμμετείχαμε σε εκδηλώσεις και δραστηριότητες από κοινού, εργαζόμασταν μαζί μέχρι το Νοέμβριο του 2002 ( εκ παραδρομής ετέθη, το 2003 )...". Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που αυτό πραγματικά έχει, ακολούθως στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ` αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως έγγραφα νοούνται τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι τα ένδικα μέσα και οι προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 168/2006, Α.Π. 44/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι η τελευταία αποδέχθηκε ισχυρισμούς του αντιδίκου της που δεν αποδέχθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παραμόρφωση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι τα ένδικα μέσα και οι προτάσεις των διαδίκων, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. αναιρετικό λόγο. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, αφού με την παραδοχή ότι " επομένως οι προαναφερόμενες διακοπές της διάστασης των διαδίκων δεν είχαν αναιρέσει την σταθερή πρόθεση του ενάγοντος για διάσπαση του συζυγικού δεσμού και έτσι κατά τον Ιανουάριο του έτους 2002 και σε κάθε περίπτωση κατά τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, οπότε οι διάδικοι έπαυσαν να συστεγάζονται στο ίδιο γραφείο, επήλθε ψυχική αποξένωση των διαδίκων, η οποία συνεχίστηκε μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή μέχρι την 11-5-2007 και συνεπώς συμπληρώθηκε μέχρι την ημέρα αυτή η από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 τετραετία", δεν προσδιορίζεται η ακριβής ημερομηνία ενάρξεως της διάστασης των διαδίκων, αν δηλαδή αυτή είναι ο Ιανουάριος του 2002 ή ο Νοέμβριος του ίδιου έτους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης επήλθε τον Ιανουάριο του έτους 2002 και συνεχίσθηκε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, αιτιολογία που είναι επαρκής και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, με επάλληλη δε και μη αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία δέχεται ότι και αν ακόμη ληφθεί υπόψη ως χρόνος διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης ο μήνας Νοέμβριος του 2002 και πάλι έχει συμπληρωθεί τετραετής διάσταση των διαδίκων, γεγονός που και πάλι δικαιολογεί την κατ' άρθρο 1439 παρ. 3 του Α.Κ. λύση του γάμου τους. Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει την παραδοχή ότι οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση επί τέσσερα τουλάχιστον χρόνια αναδρομικά από την πρώτη συζήτηση της αγωγής και τέτοια αιτιολογία, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση της Μ. Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 694/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία. Αναιρετικοί λόγοι. Διαζύγιο. Αγωγή διαζυγίου λόγω τετραετούς διάστασης. Ο χρόνος της διάστασης υπολογίζεται αναδρομικά από τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής. Παραμόρφωση εγγράφου. Ως έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο και όχι το διαδικαστικό, όπως τα ένδικα μέσα και οι προτάσεις των διαδίκων. Απορρίπτει αναιρετικούς λόγους από τους αριθ. 1, 11 β’, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει την Εφ. Πειραιώς 694/2009).
| null | null | 0
|
Αριθμός 660/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου),Αθανάσιο Γεωργόπουλο Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Κ. του Ν. και 2) Κ. Π. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θάνο, για αναίρεση της με αριθμό 106/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Με συγκατηγορούμενο τον Α. - Ι. Κ. του Σ.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Α. Ν. και 2) Δ. Ν., ..., που δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαΐου 2010 και 17 Μαΐου 2010 αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1110/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις: 1) η από 14.3.2010 του Α. Κ. του Ν. και 2) η από 17.5.2010 του Κ. Π. του Ι., με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ.106/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ). Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας να εξετασθούν περαιτέρω.
Με την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από μη συνειδητή αμέλεια, πράξη που τέλεσαν σε βάρος του ανηλίκου Ν. Ν. του Α. στις 31.7.2002 στην περιοχή ... με την ιδιότητα που είχαν τότε, ο μεν πρώτος αυτών ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός σε εκτελούμενες τότε οικοδομικές εργασίες, ο δε δεύτερος ως (συν)ιδιοκτήτης ανεγειρόμενης τριώροφης οικοδομής, λόγω της σαφούς και ορισμένα αναφερομένης παράλειψής τους, και τους επιβλήθηκε με την παραδοχή ότι συντρέχει στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσείοντος η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, ποινής φυλάκισης οκτώ (8) μηνών στον Κ. Π. του Ι., την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μια τριετία και δώδεκα (12) μηνών στον Α. Κ. του Ν., την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, καθορίζοντας το ποσό της μετατροπής σε 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ καθιδρύεται, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1) εφόσον δεν καλύφθηκε, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 173 και 174 του Ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών εκείνος που από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο αρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Η υποχρέωση να περιέχει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία το κλητήριο θέσπισμα, επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδαφ. α της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι "..ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας ...", παρεπομένου ότι το δικαίωμα της λεπτομερούς πληροφόρησης εμπεριέχει και τη γνώση του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο υποκειμενικώς και αντικειμενικώς απορρέει η υποχρέωση του να ενεργήσει. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντας την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. 2904/24.2.2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας παραπέμφθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες μαζί με άλλους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας προκειμένου να δικαστούν για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέσθηκε με ορισμένη (μία) παράλειψη, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1β, 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Ενώπιον του προαναφερόμενου ποινικού δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 22.10.2007 και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες πρόβαλαν δια του συνηγόρου τους την ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτούς κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους ότι δεν αναφερόταν σε αυτό α) το άρθρο 15 του ΠΚ και β) η ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωσή τους (καθενός αυτών) να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος καθώς από ποίες διατάξεις νόμων ή προεδρικών διαταγμάτων προέκυπτε η υποχρέωση αυτή εκάστου των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων. Η ανωτέρω ένσταση των κατηγορουμένων όπως προκύπτει από την επισκόπηση αποσπάσματος της υπ' αριθμ. 4299/2007 παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, απορρίφθηκε και κατά τα δύο σκέλη της με την τελευταία απόφαση, με την οποία περαιτέρω αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5038/2008 καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προαναφερόμενη οριστική καταδικαστική απόφαση πρόβαλε την ανωτέρω ένσταση μόνο ο συνήγορος του δεύτερου αναιρεσείοντος δικηγόρος Δημήτριος Ανδρέου πριν την αγόρευση του για την απαλλαγή αυτού, χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξή της (βλ. σελ. 184 της ανωτέρω απόφασης), δηλονότι η ένσταση της ακυρότητας του προμνημονευόμενου κλητηρίου θεσπίσματος δεν προβλήθηκε παραδεκτά και συγκεκριμένα έγκαιρα και ορισμένα από τον δεύτερο αναιρεσείοντα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να απορρίψει αιτιολογημένα με την οριστική του απόφαση επί της ανωτέρω ενστάσεως που πρόβαλε μόνο ο δεύτερος αναιρεσείων κατά τον ανωτέρω χρόνο και με τον ανωτέρω τρόπο. Στη συνέχεια αμφότεροι οι αναιρεσείοντες με ιδιαίτερο λόγο των ξεχωριστών από 26.11.2008 εφέσεών τους πρόβαλαν την αυτήν ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Ειδικότερα ο μεν Α. Κ. διέλαβε επί λέξει στην υπ' αριθμ. εκθ. 224/2008 έφεσή του "... διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 321 ΚΠΔ απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στην ένσταση που υπέβαλε στο Δικαστήριο (δεν περιγράφεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και οι διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν), ο δε Κ. Π. διέλαβε στην υπ' αριθμ. έκθεσης 223/2008 έφεσή του επί λέξει "Επίσης επειδή απορρίφθηκε η ένστασή μου για την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος για τους λόγους που αναφέρονται στο έγγραφο που προσκόμισε στο Δικαστήριο (ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και μνεία των νομικών διατάξεων που την προβλέπουν". Με το ως άνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός έφεσης ήταν προεχόντως αόριστος και απορριπτέος. Ακόμη οι τότε εκκαλούντες δεν έστρεψαν, όπως όφειλαν, καθόσον δεν ισχύει επί της εφέσεως η διάταξη του άρθρου 504 παρ. 4 του ΚΠΔ που ισχύει επί της αιτήσεως αναιρέσεως, τις εφέσεις τους και κατά της υπ' αριθμ. 4299/2007 απόφασης που απέρριψε την παραπάνω ένστασή τους περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, το δε δικαστήριο δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως την τυχόν σχετική ακυρότητα είτε της προδικασίας είτε της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ), με αποτέλεσμα αν η προαναφερόμενη σχετική ακυρότητα, είναι και αυτή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν προταθεί έγκαιρα και έγκυρα καλύπτεται. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στη Χαλκίδα με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 106/2010 απόφασή του απέρριψε την προμνημονευόμενη ένσταση ως προτεινόμενη απαραδέκτως, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει, επί ποινή ακυρότητας, ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο. Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κυρίας διαδικασίας και καλύπτεται αν ο κλητευθείς κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν προβληθεί εγκαίρως από τον κατηγορούμενο (άρθρα 173 παρ. 1, 174 ΚΠοινΔ) και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως, αλλιώς καλύπτεται (ΑΠ 990/2009 Δημ/ση Νόμος, ΑΠ 165/2009 Δημ/ση Νόμος, ΑΠ 1263/2007 ΠΟΙΝ.ΧΡ. 2000, 340).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, κατά την οποία δίκη εκείνη οι τρείς πρώτοι κατηγορούμενοι εμφανίσθηκαν μετά των συνηγόρων υπερασπίσεως, η δε τέταρτη εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ουδείς εκ των κατηγορουμένων επικαλέστηκε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και πρόβαλε εξ αυτού του λόγου αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης. Η μόνη καταχώρηση (σχετική) που έγινε αφενός μεν ακαίρως και αφετέρου κατά τρόπο αόριστο και συγκεκριμένα από το συνήγορο υπεράσπισης του πρώτου (Κ. Π.) και τέταρτης (Π. Κ.) μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση περί της ενοχής τους του Εισαγγελέα και χωρίς να προσδιορίζει την έλλειψη του κλητηρίου θεσπίσματος, περιοριζόμενος στην επί λέξει καταχώρηση "υποβάλλεται δε και ένσταση για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας". Κατά συνέπεια η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε κατά το κεφάλαιο της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και οι σχετικοί λόγοι ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι με το εφετήριο του καθένας είναι απαράδεκτοι". Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ορθά εφήρμοσε το άρθρο 321 του ΚΠΔ και ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' μοναδικός λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμη είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος Α. Κ. περί αναιρέσεως της προπαρασκευαστικής υπ' αριθμ. 4299/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, καθόσον αυτή εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όχι το δευτεροβάθμιο που εξέδωσε εκτός από την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και την ταυτάριθμη απόφαση που απέρριψε τη σχετική ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, κατά τα προεκτιθέμενα. Πλέον των ανωτέρω που αφορούν τη μη παραδεκτή προβολή από τους αναιρεσείοντες της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, το τελευταίο δεν απαιτείτο να αναφέρει και το άρθρο 15 ΠΚ, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συγκεκριμένου κλητηρίου θεσπίσματος (υπ'αρ.2904/2005 του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που βρίσκεται στη δικογραφία) ο μεν πρώτος αναιρεσείων με την ιδιότητα του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, ο δε δεύτερος αναιρεσείων με την ιδιότητα του (συν)ιδιοκτήτη της ανεγειρόμενης τριώροφης οικοδομής κατηγορήθηκαν ως υπαίτιοι του ότι "… δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα που απαιτούνται για την αποφυγή ατυχημάτων και δη καίτοι η προβλεπόμενη από τον ΚΕΣΥΓΗΕ απόσταση ασφαλείας από τα καλώδια διελεύσεως αγωγών Μ.Τ. πρέπει να είναι 2, 5 ή 2,00 μέτρα, οι ως άνω δεν μερίμνησαν για την ενημέρωση της αρμοδίας υπηρεσίας της ΔΕΗ, ώστε να διενεργήσει τη μεταφορά τους στην προβλεπόμενη απόσταση, ο δε Α. Ν. ... προσέλαβε ως βοηθό του τον ανήλικο γιό του Ν. Ν. στην ως άνω οικοδομή, προκειμένου να τον βοηθήσει στη συλλογή εργαλείων και την αποξήλωση του μεταλλικού ικριώματος από τον 3ο όροφο της ως άνω οικοδομής, με αποτέλεσμα ο τελευταίος κατά τη διαδικασία αυτή και προσπαθώντας να πετάξει τις σιδερένιες ράβδους αυτού στο έδαφος, να ακουμπήσει στα ηλεκτροφόρα καλώδια και να υποστεί ηλεκτροπληξία, η οποία υπήρξε η μόνη ενεργός αιτία θανάτου του", αφού η αμέλεια των κατηγορουμένων αυτών συνίστατο σε ορισμένη μόνο παράλειψή τους, δηλαδή στο ότι δεν μερίμνησαν για την ενημέρωση της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, ώστε να διενεργήσει τη μεταφορά τους των καλωδίων διελεύσεως αγωγών ηλεκτρικού ρεύματος Μ.Τ. στην απόσταση ασφαλείας 2,5 ή 2,00 μέτρων και όχι σε σύνολο συμπεριφοράς αυτών που προηγήθηκε του θανάσιμου τραυματισμού του ανωτέρω ανηλίκου, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, με τον οποίον υποστηρίζεται το αντίθετο (ότι δηλαδή έπρεπε να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα και το άρθρο 15 του ΠΚ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος (σχ. ΑΠ 1341/2004 κ.α.). Μετά από όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις ως αβάσιμες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 14.3.2010 αίτηση του Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., με την από 17.5.2010 αίτηση του Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 106/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) για τον καθένα αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (μη συνειδητή). Ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Πότε πρέπει να προβάλλεται και πότε καλύπτεται, Πως το κλητήριο θέσπισμα για το ως άνω έγκλημα δεν απαιτείται να αναφέρει το άρθρο 15 ΠΚ. Αιτήσεις αναίρεσης μόνο για το λόγο αυτό, της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε (άρθρο 510§1 στοιχ. Β ΚΠΔ). Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβασίμου και των αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολό τους.
| null | null | 1
|
Αριθμός 647/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ιερός Ναός Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτρας" που εδρεύει στην πρώην κοινότητα Κασσιώπης Κερκύρας και νυν Δήμο Κασσωπαίων και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ξ. Γ. και Σία Ο.Ε." που εδρεύει στον οικισμό Κασσιώπης του Δήμου Κασσωπαίων, 3.Σ. Κ. του Ε., κατοίκου οικισμού Κασσιώπης του Δήμου Κασσωπαίων και 3. Α. Γ. του Ξ., κατοίκου Κασσιώπης Κέρκυρας. Οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., και ο τρίτος δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ. του Ε., 2. Α. Κ. του Ε. αμφοτέρων κατοίκων και δημοτών Κασσιώπης, Δήμου Κασσωπαίων Κέρκυρας και 3. της ομόρρυθμης εταιρείας που εδρεύει στον Δήμο Κασσωπαίων με την επωνυμία "Κ. Ο.Ε" και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Σταθόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Όρους Κέρκυρας (Τακτική Διαδικασία). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 77/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2008 αίτησή της και των από 25.9.2009 προσθέτων λόγων .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 5-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δικ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή του ενδίκου μέσου γίνεται από τον δικαιούχο με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή με δικόγραφο επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου, χωρίς συναίνεση τούτου και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή ή το ένδικο μέσο θεωρούνται πως δεν ασκήθηκαν, επιφέροντας κατάργηση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, οι δυο τελευταίοι αναιρεσείοντες με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρο τους παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά συνέπεια πρέπει, ως προς αυτούς τους αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, έναντι των οποίων επιδιώκεται και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναίρεση αυτής.
Συνεπώς είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς τους οποίους δεν υφίσταται έτσι έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου εκτός αν προβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 του Κ.Πολ.Δ., έννομο συμφέρον προς αντικατάσταση των αιτιολογιών της αποφάσεως, διότι δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αναίρεση της αποφάσεως κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 525/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της, στρέφεται κατά της 77/2008 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά των αναιρεσειόντων-εναγομένων. Επομένως, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε απορριπτέα έναντι των αναιρεσειόντων η αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης και οι προβαλλόμενοι με το αναιρετήριο και το πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται σε πλημμέλειες ως προς την κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για την παραδοχή της αγωγής των δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων, χωρίς να προβάλλεται αίτημα και συναφές έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων προς αντικατάσταση των αιτιολογιών που στηρίζουν την απορριπτική διάταξη ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, είναι έναντι της τελευταίας η αίτηση αναιρέσεως απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ο κατά το άρθρο 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562§2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§§1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ. 1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει" (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 1/91, 2/93). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεπιμπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (Ολ. ΑΠ 447/1984). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 970 του ΑΚ, "σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η από την αρχή παραχώρηση ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων σε κοινόχρηστο πράγμα, εφόσον παρακωλύεται έτσι η κοινή χρήση, δεν αίρει το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας του φυσικού προσώπου. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 21-6-2001 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους Κερκύρας, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), εξέθεταν ότι το πρώτο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ιερός ναός) με σύμβαση μίσθωσης, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει τη χρήση προς τη δεύτερη εναγόμενη-αναιρεσείουσα και τους τρίτο και τέταρτο εναγομένους-αναιρεσείοντες 135 και 110 τ.μ. αντιστοίχως από μία δημοτική πλατεία, συνολικού εμβαδού 335 τ.μ., με την ονομασία "Φόρος", κείμενη εντός του οικισμού Κασσιώπης του Δήμου Κασσωπαίων, πρώην ομώνυμης Κοινότητας, στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα με την από αμνημονεύτου χρόνου παράδοσή της στην κοινή χρήση και χρήση της από τους κατοίκους της εν λόγω κοινότητας (ήδη Δήμου), οι δε τρεις τελευταίοι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες κατέλαβαν το εκμισθωθέν σ' αυτούς τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας και με σιδηροκατασκευή και στέγαστρο, κατ' αποκλειστική χρήση τούτου, εξυπηρετούν την πελατεία γειτονικών καταστημάτων τους, σε τρόπο ώστε να αναιρείται η κοινή χρήση του μεγαλύτερου μέρους της πλατείας με τον τρόπο αυτό και να προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι γι' αυτό ζήτησαν την άρση της προσβολής, την παράλειψη αυτής στο μέλλον και την επιδίκαση υπέρ αυτών χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης τους. Με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής ήχθη προς κρίση στο Ειρηνοδικείο Όρους έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, που αφορούσε: α) την ιδιότητα του εκμισθωθέντος από τον πρώτο προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες χώρου ως τμήματος δημοτικής-και άρα κοινόχρηστης και εκτός συναλλαγής-πλατείας (άρθρα 966-967 του ΑΚ) και β) την προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας ως προς τους αναιρεσιβλήτους που ήταν φυσικά πρόσωπα, λόγω αποκλεισμού της χρήσης μέρους της κοινόχρηστης πλατείας από τους αναιρεσείοντες, ως προϋπόθεση θεμελιώσεως των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής (άρθρο 57-59 και 932 του ΑΚ). Περαιτέρω το αναφυέν, κατά πρόταση των αναιρεσειόντων-εναγομένων, διοικητικής φύσεως ζήτημα ως προς τη νομιμότητα της δημοπρατήσεως των επίμαχων χώρων της πλατείας, από τον πρώτο αναιρεσείοντα (ιερό ναό), ως προς το οποίο υπήρχε αρμοδιότητα παρεμπίπτουσας εξετάσεως του από το Ειρηνοδικείο και Πολυμελές Πρωτοδικείο, ανεξάρτητα από την παράλληλη προσφυγή των διαδίκων στο Συμβούλιο Επικρατείας (χωρίς να έχει εκδοθεί σχετική απόφαση τούτου), αλυσιτελώς προτείνεται σε κάθε περίπτωση ως λόγος, έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την κρινόμενη υπόθεση, αφού και αν ακόμα η δημοπράτηση των κοινόχρηστων χώρων και η παραχώρηση ιδιωτικών δικαιωμάτων επ' αυτών συντελέσθηκε στα πλαίσια υπάρχοντος δικαιώματος του πρώτου αναιρεσείοντος, εφόσον παρακωλυόταν η κοινή χρήση, δεν μπορούσε να αρθεί η εξαιτίας τούτου παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των φυσικών προσώπων-δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (βλ. άρθρο 970 του ΑΚ). Η ύπαρξη δε της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, ως προϋποθέσεως προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που δεν συνιστούσε διοικητική διαφορά, μπορούσε επίσης να εξετασθεί παρεμπιπτόντως στη δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ των διαδίκων και δεν ήταν απαραίτητο να κριθεί ιδιαιτέρως σε δίκη μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος ιερού ναού και του φερόμενου ως κυρίου της κοινόχρηστης πλατείας Δήμου Κασσωπαίων, αφού προέχον προκριματικό ζήτημα αποτελούσε η κοινοχρησία της πλατείας και όχι ο δημοσίου χαρακτήρα φορέας, στον οποίο αυτή ανήκε κατά κυριότητα. Επομένως ο αντίθετος πρώτος από το αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.3 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 §2 του Κ.Πολ.Δ., "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/1987), όπως συμβαίνει τούτο και επί αοριστίας της αγωγής. Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Με τον δεύτερο από το αναιρετήριο κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε για νομική αοριστία την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 970 ΑΚ δεν προσδιόριζε σε ποια έκταση αναιρείται η κοινοχρησία της επίδικης πλατείας από την παραχώρηση της χρήσης τμήματος της στους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες και προσβάλλεται έτσι το δικαίωμα της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία της αγωγής των αναιρεσιβλήτων είχε προταθεί από τους αναιρεσείοντες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 57 εδ.α' του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της. Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλύεται η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 59 του ΑΚ προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι όμως απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η εξουσία δε αυτή χρήσεως, που προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως, ως έκφανσης της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 Α.Κ., που επιβάλλει, όπως εκτέθηκε, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ επί πλέον δικαιούται το προσβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο να απαιτήσει, κατ' άρθρο 59 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική του βλάβη. Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται αφενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημόσιας εξουσίας (δήμου, κοινότητας κλπ) προς το πράγμα και αφετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του. Η εξουσία του δε αυτή, που απορρέει από το προστατευόμενο δικαίωμα του επί της προσωπικότητας του (άρθρο 57 του ΑΚ), αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενη (άρθρο 5 §1 του Συντάγματος). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 969, 970, 971 και 1054 του ΑΚ εκτός συναλλαγής πράγματα είναι και τα κοινόχρηστα, στα οποία περιλαμβάνονται οι οδοί και οι πλατείες, ως προεκτάσεις και διευρύνσεις των οδών, οι οποίες, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτες νομής, άρα και κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, αποβάλλουν δε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, αν έπαυσε να εξυπηρετείται ο εν λόγω προορισμός από φυσικά εμπόδια ή μεταβολές στη νομική κατάσταση αυτών. Τα κοινής χρήσεως πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτόν από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους, που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νομίμων διατυπώσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ Β. Ρωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν.2 παρ.8 Πανδ.39.3, ν.28 Πανδ.22.3) ιδιωτικό ακίνητο ελάμβανε την ιδιότητα κοινοχρήστου και με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), με την οποία κυρούται ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπάρχει πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να την εγνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως για χρονική περίοδο 80 (40 + 40) ετών τουλάχιστον. Η από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται όμως η δυνάμει αυτής μέχρι την εισαγωγή του (23-2-1946) αποκτηθείσα ιδιότητα του πράγματος ως κοινής χρήσεως (άρθρου 51 Εισ. Ν.Α.Κ.). Μετά την εισαγωγή του Α.Κ. μπορεί εμμέσως να επιτευχθεί παρόμοιο με το εξ αυτής αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 281 Α.Κ., αν ο κύριος επί μακρό χρόνο άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση ανεχόμενος ή, πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως. Αυτό, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο για να χρησιμεύσει ως κοινόχρηστη οδός ή πλατεία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην πρώην Κοινότητα Κασσιώπης και ήδη Δήμο Κασσωπαίων βρίσκεται η επίδικη έκταση, η οποία έχει εμβαδό 335τ.μ. και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, νότια εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Σ. και Α. Κ. και εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Δ. και Σ. Κ., δυτικά με δημοτική οδό και ανατολικά με το υπό στοιχεία … κτίσμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου. Ο ως άνω επίδικος χώρος μέχρι το έτος 1940, οπότε και έγινε η πρώτη επιχωμάτωση προς την πλευρά της θάλασσας στα βορειανατολικά, είχε μικρότερη έκταση, έλαβε δε τη σημερινή του μορφή μετά από άλλες δύο επιχωματώσεις που έγιναν η μία μετά τον πόλεμο και η άλλη περίπου το 1972. Ο πρώτος και δεύτερος των εναγόντων, οι οποίοι είναι μέλη της τρίτης ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας, στην οποία εκμίσθωσαν το όμορο με τον επίδικο χώρο ακίνητο τους για τη λειτουργία super market, ισχυρίζονται ότι ο ως άνω επίδικος χώρος αποτελεί κοινόχρηστη πλατεία, την οποία ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν οι δημότες αλλά και οι διερχόμενοι. Ο Ιερός Ναός Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτρας και ήδη πρώτο εναγόμενο, που προϋφίσταται του έτους 1887, ισχυρίζεται ότι η επίδικη αυτή έκταση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός όμορου ακινήτου (οικήματος), ιδιοκτησίας του, το οποίο από το 1940 περίπου εκμίσθωνε στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση του δημοτικού σχολείου της περιοχής. Ο ως άνω Ιερός Ναός "μετά διωρόφου οικίας άνω του γυναικωνίτου και αφενός μεσημβρινοανατολικως χώρου περιτετοιχισμένου χρησιμεύοντος ως νεκροταφείου, αφετέρου δε βορειοανατολικώς χώρου επίσης περιτετοιχισμένου και σχηματίζοντος το προαύλιον της εκκλησίας" περιήλθε με το ν.ΑΦΙ/1887 ως εγχώρια περιουσία στο Δήμο Κασσωπαίων. Μάλιστα, οι συγκεκριμένοι προαύλιοι χώροι της Εκκλησίας, η οποία είναι δυτικά σε σχέση με το επίδικο και χωρίζονται από αυτό με δημοτικό δρόμο, εξακολουθούν να έχουν μέχρι σήμερα την ίδια μορφή, δηλαδή εξακολουθούν να είναι περιτοιχισμένοι και σαφώς διακριτοί από τον επίδικο χώρο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι πριν από το έτος 1865 μέχρι και την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το έτος 1946, δηλαδή επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, η επίδικη έκταση χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους του Δήμου Κασσωπαίων για το άπλωμα των διχτύων τους, την επισκευή των καϊκιών τους, για τον περίπατό τους ενώ έπαιζαν σ' αυτή τα παιδιά και γενικότερα χρησιμοποιούνταν ελεύθερα όχι μόνον από τους δημότες αλλά και από τους διερχόμενους, όσοι μάλιστα εκ των οποίων ήθελαν να κατευθυνθούν προς τον οικισμό "Τσιμιά", που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά σε σχέση με το επίδικο, διέρχονταν αναγκαστικά μέσω αυτού (επίδικου χώρου). Η κατάσταση, μάλιστα, αυτή υπήρχε από τόσο χρόνο, ώστε η γενεά των ίδιων, που ζούσαν το 1946, οπότε και εισήχθη ο Αστικός Κώδικας, όσο και η αμέσως προηγούμενη, ήτοι οι πατέρες τους και οι παππούδες τους, δεν την γνώρισαν διαφορετική κατάσταση, αφού από ιστορίες που τους διηγούνταν, προκύπτει ότι καθένας μπορούσε να κάνει ελεύθερη χρήση του επίδικου χώρου από το έτος 1865. Αντίθετα, ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο επίδικος χώρος αποτελούσε την εμβασιά - προαύλιο χώρο ενός διώροφου οικήματος ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου, το οποίο εκμίσθωνε τουλάχιστον από το έτος 1940 στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση του τοπικού δημοτικού σχολείου. Συγκεκριμένα, από το υπ' αριθμ. …/ 18-4-1940 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ιωάννη Μοναστηριώτη, το υπ' αριθμ. .../17-10-1955 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Κωνσταντίνου Αλαμανού και το υπ' αριθμ. .../10-5-1957 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ιωάννη Ζωχιού προκύπτει ότι το πρώτο εναγόμενο εκμίσθωνε πράγματι για τον ως άνω σκοπό στο αντισυμβαλλόμενο Ελληνικό Δημόσιο το ανωτέρω διώροφο οίκημα ιδιοκτησίας του. Ωστόσο, το οίκημα αυτό περιγράφονταν στα συμβόλαια ότι βρίσκεται είτε "παρά την πλατείαν του χωριού" είτε "στην πλατεία του χωριού Κασσιώπη", και προσφέρονταν "... άνευ πόσιμου ύδατος και άνευ σχολικού κήπου ...". Δηλαδή, στις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις δεν γίνεται καθόλου μνεία ότι το οίκημα αυτό διαθέτει είτε εμβασία είτε αυλή, την οποία, μάλιστα, αν πράγματι διέθετε, θα την είχε περιλάβει στη μίσθωση, δεδομένου ότι ο χώρος αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον προαυλισμό των μαθητών. Αλλά και στο υπ' αριθμ. .../14-7-1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Σπίγγου η ιδιοκτησία που απέκτησαν οι δύο πρώτοι ενάγοντες από τον Ε. Κ., προσδιορίζεται ότι ".... βρίσκεται εντός του χωριού της Κασσιώπης, ..., έχει εμβαδό 500 τμ ... και συνορεύει προς δυσμάς με τον Ιερό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου της Κασσωπήτρας και προς βορράν με την πλατεία της Κοινότητας Κασσιόπης, εφ ης έχει πρόσοψιν εννέα μέτρων,...". Μάλιστα, και στην υπ' αριθμ. 41/22-5-1955 πράξη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης, με την οποία αποφασίστηκε η απαγόρευση τοποθέτησης παντός είδους αντικειμένων από όμορες οικίες και καταστήματα στην πλατεία του χωρίου, που θα δυσχέραιναν την κανονική κυκλοφορία των κατοίκων και των διερχομένων, περιγράφεται η επίδικη πλατεία ως "... η μόνιμη και μοναδική πλατεία της Κοινότητας κείμενη εις τον κόλπον του χωριού και περιφραγμένη εκ της νοτιανατολικής δια τοίχου ύψους ενός περίπου μέτρου (εκ των κτημάτων αδερφών Κ.), εκ δε της από θαλάσσης επίσης περιφραγμένης, συμπεριλαμβάνει δε εντός του χώρου της και το κτίριον του τελωνοσταθμαρχείου, εκ της βορειοδυτικής δε πλευράς της ευρίσκεται το διτάξιον Δημοτικό Σχολείο της κοινότητας επεκτείνεται δε μέχρι της οικίας του Σ. Μ.". Από την ως άνω περιγραφή προκύπτει ότι παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται σι εναγόμενοι στην τότε Κοινότητα Κασσιώπης υπήρχε μία μόνη πλατεία, η επίδικη, τα όρια της οποίας έφταναν μέχρι το τελωνοσταθμαρχείο και ήδη κτίριο … της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και το διτάξιο Δημοτικό Σχολείο. Μάλιστα, με την ίδια απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου είχε απαγορευθεί σε πλανόδιους μικροπωλητές και ποτοπώλες η τοποθέτηση τραπεζιών και καθισμάτων κατά τις εορτές και τα πανηγύρια, ώστε να κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι αυτός, ήτοι ο Ιερός Ναός, εκμίσθωνε τον επίδικο χώρο κατά τις θρησκευτικές εορτές έναντι ελαχίστου ανταλλάγματος σε πλανόδιους πωλητές, αφού αν πράγματι συνέβαινε αυτό το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να απαγορεύσει την τοποθέτηση των τραπεζιών και των καθισμάτων τους. Η εκμίσθωση του ως άνω διώροφου οικήματος από το πρώτο εναγόμενο στο Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση του τοπικού δημοτικού σχολείου έληξε στις 16-3-1960, οπότε έγινε μεταστέγαση του σε ιδιόκτητο ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 3321/16-3-1960 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Κέρκυρας. Έκτοτε, το ως άνω εναγόμενο μίσθωνε το εν λόγω οίκημα μετά από πλειοδοτικούς διαγωνισμούς σε τοπικούς επιχειρηματίες για την εγκατάσταση των επιχειρήσεων τους. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../20-3-1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αλέξανδρου Γουδέλη μισθώθηκε το εν λόγω διώροφο οίκημα, το οποίο αναφέρεται ότι βρίσκεται "εν τη Πλατεία ή Φόρο του χωρίου Κασσιώπης", στο Δ. Σ. για τέσσερα χρόνια, για να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο. Μία μέρα πριν από τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου ο πλειοδότης, Δ. Σ. είχε απευθύνει προς τον Μητροπολίτη Κέρκυρας και Παξών την από 19-3-1963 επιστολή του, με την οποία ζητούσε να του παραχωρηθεί η χρήση τμήματος του επιδίκου χώρου για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων της επιχείρησης του, την οποία θα στέγαζε στο ως άνω μίσθιο. Μάλιστα, στην επιστολή αυτή δήλωνε ότι ο επίδικος χώρος μετά από γενόμενη ανάκριση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας, που διενεργήθηκε μετά από αναφορά των κατοίκων της περιοχής, προέκυψε ότι ανήκε στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου. Παρά, όμως, τη σχετική επιστολή που απεύθυνε ο μισθωτής Δ. Σ. στο Μητροπολίτη Κέρκυρας και Παξών δεν περιλήφθηκε στο μεταγενέστερα ως άνω συνταχθέν συμφωνητικό μίσθωσης όρος για τη μίσθωση και του επίδικου χώρου. Ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 22-3-1964 συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του Ε. Κ., με το οποίο μισθώθηκε τμήμα του επίδικου χώρου για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων της επιχείρησής του. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το ως άνω συμφωνητικό, ο χώρος που μισθώνεται είναι "...της έμπροσθεν του καταστήματος του (εννοείται του Ε. Κ.) υπαρχούσης πλατείας, ανηκούσης εις τον αυτόν Ιερόν Ναόν...", χαρακτηρίζεται, δηλαδή, ο μίσθιος χώρος ως "πλατεία", που ανήκει στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου. Από τα ως άνω συμφωνητικά μίσθωσης προκύπτει ότι ο επίδικος χώρος εκτείνονταν έμπροσθεν όχι μόνο του διώροφου οικήματος ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου αλλά και έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του Ε. Κ., ώστε να κρίνεται ως αναληθής ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι όλος ο επίδικος χώρος αποτελούσε την εμβασία μόνου του διωρόφου ακινήτου ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού. Αντίθετα από τα ως άνω συνάγεται ότι πρόσοψη στον επίδικο χώρο είχε και η όμορη ιδιοκτησία του Ε. Κ., ενώ δεν κρίνεται λογικό ο κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων προαύλιος χώρος του διώροφου οικήματος να αποτελούσε και τον προαύλιο χώρο της όμορης ιδιοκτησίας. Ήδη, λοιπόν, από το έτος 1964 το πρώτο εναγόμενο άρχισε να μισθώνει τον επίδικο χώρο σε διάφορους τοπικούς επιχειρηματίες μάλιστα, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 7-10-1964 έγγραφο της Ιεράς Μητρόπολης Κέρκυρας και Παξών προς τον Ιερό Ναό, τους δόθηκε η έγκριση να διεκδικήσουν δικαστικά από το μισθωτή Ε. Κ. την είσπραξη του συμφωνηθέντος μισθώματος λόγω δυστροπίας του. Η ως άνω σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του πρώτου εναγόμενου και του Ε. Κ. ανανεώθηκε με το από 1-6-1968 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ με το υπ' αριθμ. .../24-6-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Βραδή μισθώθηκε το οίκημα ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού στον Ξ. Γ.. Έκτοτε, ο Ιερός Ναός συνέχιζε να εκμισθώνει όχι μόνο το οίκημα αλλά και τον επίδικο ακάλυπτο χώρο. Σήμερα το δυτικό τμήμα του επίδικου χώρου, εμβαδού 151,95 τμ μισθώνεται δυνάμει του από 6-4-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού από τη δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο τέταρτος των εναγομένων, ενώ το ανατολικό τμήμα, εκτάσεως 155,56 τμ μισθώνεται από τον τρίτο εναγόμενο Σ. Κ., δυνάμει του από 1-2-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού. Οι διενέξεις μεταξύ των δύο πρώτων εναγόντων και του πρώτου εναγόμενου ξεκίνησαν το έτος 1981, όταν το πρώτο εναγόμενο αρνήθηκε να παραχωρήσει σ' αυτούς τμήμα του επίδικου χώρου, το οποίο αυτοί αιτήθηκαν με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3/29-5-1981 αίτηση τους, ώστε να εξυπηρετείται η επιχείρηση τους, που είχε πρόσοψη στον επίδικο χώρο. Μάλιστα, το πρώτο εναγόμενο άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Όρους Κέρκυρας και εναντίον των δύο πρώτων εναγόντων αίτηση ασφαλιστικών νομής, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας του επίδικου χώρου, ο οποίος δεν βαρύνονταν με δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου των καθ' ων. Στη δίκη αυτή αποφάσισε να παρέμβει κυρίως η Κοινότητα Κασσιώπης, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 23-1/4-10-1981 πρακτικό συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου, θεωρώντας ότι ο επίδικος χώρος είναι κοινοτική πλατεία και συνεπώς ανήκει στην κυριότητα του. Επί της ως άνω αίτησης και συνεκδικασθείσας κύριας παρέμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/1981 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την κύρια παρέμβαση και έκανε δεκτή την αίτηση. Αλλά και μετά την έκδοση της απόφασης συνεχίστηκε η διένεξη μεταξύ της Κοινότητας Κασσωπαίων και του Ιερού Ναού σχετικά με το κοινόχρηστο ή ιδιόκτητο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης. Με το υπ' αριθμ. 20/1998 πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης τέθηκε ως θέμα της ημερήσιας διάταξης το ζήτημα της κυριότητας επί του διώροφου οικήματος, το οποίο από το 1940 μίσθωνε το πρώτο εναγόμενο αρχικά στο Δημόσιο και μετέπειτα σε ιδιώτες. Τελικά, το 1989 αμφότερες οι πλευρές αποφάσισαν με το από 20-1-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν να καταφύγουν στα δικαστήρια για την επίλυση της διαφοράς τους, παραιτούμενοι ταυτόχρονα εκατέρωθεν από οποιεσδήποτε αξιώσεις αποζημίωσης από τη χρήση των ακινήτων (οικήματος και επιδίκου χώρου). Ακολούθως, η Κοινότητα Κασσιώπης άσκησε την από 2-8-1990 και με αριθμό κατάθεσης 362/1990 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας κατά του Ιερού Ναού Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτρας ζητώντας να αναγνωριστεί κυρία του επίδικου χώρου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/1992 προδικαστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έτασσε τα σχετικά θέματα απόδειξης. Τελικά, το Κοινοτικό Συμβούλιο με την υπ' αριθμ. 34/1994 απόφαση του παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου αναγνωρίζουν το δικαίωμα κυριότητας του πρώτου εναγόμενου επί του επίδικου χώρου, αποφάσισε, δε, να παραιτηθεί και από το σχετικό δικαίωμα. Μάλιστα, η ως άνω απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου επιβεβαιώθηκε με την υπ' αριθμ. 121/2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης, η οποία λήφθηκε μετά από σχετική αίτηση των δύο πρώτων εναγόντων, οι οποίοι ζητούσαν να αποφασίσει εκ νέου το Δημοτικό Συμβούλιο σχετικά με τον κοινόχρηστο ή ιδιόκτητο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης. Κατά της απόφασης αυτής οι δύο πρώτοι ενάγοντες άσκησαν την από 3-11-2000 προσφυγή τους ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 18 του ν.2218/1994 της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία τελικά απορρίφθηκε με το υπ' αριθμ. 16/2000 πρακτικό της. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι η επίδικη έκταση που έχει εμβαδό 335 τμ και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό, νότια εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Σ. και Α. Κ. και εν μέρει με ακίνητο των αδερφών Δ. και Σ. Κ. δυτικά με δημοτικό οδό και ανατολικά με το υπό στοιχεία … κτίσμα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, αποτελεί κοινοτική πλατεία, η οποία είχε παραδοθεί στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων χρόνων και πάντως πολύ πριν από το 1860 και έτσι η τωρινή και η κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κατάσταση υπήρχε από τόσο χρόνο, ώστε η γενεά των ανθρώπων που ζούσαν κατά την εισαγωγή του (23-2-1946) καθώς, και η αμέσως προηγούμενη δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση. Αυτή, δηλαδή είχε αποκτήσει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το χαραχτήρα της κοινόχρηστης πλατείας με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας. Ειδικότερα, την πλατεία αυτή τη χρησιμοποιούσαν οι δημότες της Κοινότητας Κασσιώπης για να επισκευάζουν τις βάρκες τους, να κάνουν το περίπατό τους, γίνονταν δε εκδηλώσεις και πανηγύρια, ενώ δεν αναιρείται ο χαρακτήρας της αυτός από το γεγονός ότι σ' αυτήν γίνονταν διάφορες λιτανείες, όπως άλλωστε συνηθίζονταν να γίνονται την εποχή εκείνη στα χωριά. Η δε διέλευση των κατοίκων από την επίδικη έκταση και η χρήση της γίνονταν ανενόχλητα με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινοτική πλατεία, παρά τα όσα ισχυρίζεται το πρώτο εναγόμενο, ότι δηλαδή μετά από δική του παραχώρηση επιτρεπόταν η χρήση της στους κατοίκους. Ο χαρακτήρας της άλλωστε αυτός προκύπτει και επιβεβαιώνεται από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αλλά και: α) από το ότι το επίδικο ουδέποτε οριοθετήθηκε από το πρώτο εναγόμενο, χωρίς να αρκεί προς τούτο μόνο η φύτευση του πλατάνου και της φτελιάς από τον ιερέα του Ναού στα μέσα του 19ου αιώνα, β) ότι όλη η επίδικη έκταση πλακοστρώθηκε κατά τα έτη 1970-1972 από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Κέρκυρας ύστερα από σχετική παρέμβαση της Κοινότητας Κασσιώπης, χωρίς, όπως αντίθετα ισχυρίζεται το πρώτο εναγόμενο, να λάβει μάλιστα σχετική άδεια από αυτό, ενώ η υπερύψωση του επίδικου χώρου δεν αποδείχθηκε ότι έγινε με σκοπό οριοθέτησής του από τις λοιπές όμορες ιδιοκτησίες. Τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά δεν ανατρέπονται από τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ιδιαίτερα του πρώτου εξ αυτών, δεδομένου ότι οι όποιες πράξεις νομής που έκανε δια των νομίμων εκπροσώπων του το πρώτο εναγόμενο επί της επίδικης έκτασης χρονολογούνται πολύ μετά το 1946 και κυρίως από το 1963 και μετέπειτα. Επομένως, εφόσον από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω περιγραφείσα έκταση κατέστη κοινόχρηστη πλατεία με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής, αυτή κατέστη και πράγμα εκτός συναλλαγής και συνεπώς ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ώστε το πρώτο εναγόμενο να μην μπορούσε να αποκτήσει από το 1946 δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού είτε με πρωτότυπο είτε με παράγωγο τρόπο, αν ως τέτοιος ήθελε θεωρηθεί η υπ' αριθμ. 34/1994 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης, με την οποία αυτό παραιτήθηκε από το δικαίωμα αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητας επί της επίδικης έκτασης, και το οποίο κατήχθησε σε δίκη με την από 2-8-1990 και με αριθμό κατάθεσης 362/1990 αγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινόχρηστων πραγμάτων, ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία τοποθέτησε στο δυτικό τμήμα του επίδικου χώρου, το οποίο μισθώνει από το πρώτο εναγόμενο, και σε έκταση 135 τμ περίπου μία σιδηροκατασκευή, αποτελούμενη από 20 κάθετους σιδηροδοκούς, διαμέτρου από 10 εκ. μέχρι 25 εκ. και ύψους 2,50 μ, τους οποίους συνέδεσε με οριζόντια δοκάρια για την ανάπτυξη πτυσσόμενων τεντών και ξύλινης πέργκολας, ενώ ο τρίτος εναγόμενος τοποθέτησε στο ανατολικό τμήμα του επίδικου χώρου, που μισθώνει από το πρώτο εναγόμενο, και σε έκταση 110τμ περίπου ομοίως μία σιδηροκατασκευή αποτελούμενη από 12 σιδηροδοκούς διαμέτρου 10 εκ. περίπου και ύψους 2,5μ. Οι ως άνω όμως κατασκευές παρεμποδίζουν την ελεύθερη διέλευση και παραμονή σ' αυτό οποιουδήποτε πολίτη, δημότη, διερχόμενου, μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτοι ενάγοντες, που είναι δημότες του Δήμου Κασσιώπης και μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής, ώστε να προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητας τους από την παρεμπόδιση της ελεύθερης χρήσης της δημοτικής πλατείας, την προστασία του οποίου νομιμοποιούνται να ζητήσουν, όχι, όμως και της τρίτης ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. ΟΕ", που μισθώνει όμορο με την επίδικη πλατεία ακίνητο για τη λειτουργία super market, αφού στις προστατευόμενες εκφάνσεις του από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προβλεπόμενου δικαιώματος της επί της προσωπικότητας δεν περιλαμβάνεται και αυτή της χρήσης κοινόχρηστου πράγματος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του πρώτου και του τρίτου των εναγομένων ότι το επίδικο δικαίωμα των εναγόντων υπέπεσε σε παραγραφή, καθόσον από το χρόνο λήψης της υπ' αριθμ. 34/1994 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 5ετίας, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού το μεν δικαίωμα στην προσωπικότητα είναι απαράγραπτο ως απόλυτο, οι δε πηγάζουσες από αυτό αξιώσεις παραγράφονται μετά από 20 έτη, αρχομένης από την ημέρα της προσβολής. Περαιτέρω, το πρώτο εναγόμενο και ο τρίτος εναγόμενος ισχυρίζονται ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, αφού: α) οι ενάγοντες με το να συμμετέχουν επανειλημμένα σε πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, που διενήργησε ο Ιερός Ναός για την εκμίσθωση της επίδικης έκτασης αναγνώρισαν σιωπηρά το δικαίωμα κυριότητάς του και β) η αναγνώριση ως κοινόχρηστης πλατείας της επίδικης έκτασης θα προκαλούσε την έντονη εντύπωση αδικίας, δεδομένου ότι η εκμίσθωσή της αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εσόδων του Ιερού Ναού. Ο ισχυρισμός αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά και αν ακόμα υποτεθούν αληθή, δεν αρκούν από μόνα τους για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων σε προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός, ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Εξάλλου, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η ένσταση των εναγομένων κατά το πρώτο της σκέλος, αφού μόνο το γεγονός ότι οι ενάγοντες συμμετείχαν στους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, προκειμένου να εκμισθώσουν τμήμα του επίδικου χώρου δεν καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ένδικου δικαιώματος τους κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου δεδομένου άλλωστε ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν κατά καιρούς τόσο δικαστικά όσο και εξώδικα για την εκμίσθωση της επίδικης έκτασης από το πρώτο εναγόμενο, ώστε να μην κρίνεται αληθής ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τους δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν την ένδικη αγωγή. Επομένως, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή και ως προς την τρίτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία και ακολούθως απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως πρέπει, δεκτού γενομένου και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί, να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, να κριθεί νόμιμη η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 966, 967, 968, 1054 ΑΚ, 51 ΕισΝΑΚ, νομ. 3§2 πανδ. 43-7 του Βυζαντιρωμαϊκού δικαίου, 94 §1 Συντάγματος, 945 §1, 947 §1, 1047 §3 και 176 ΚΠολΔ, και να γίνει δεκτή αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη". Έτσι όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε την αγωγή των δύο πρώτων εναγομένων αναιρεσιβλήτων, λόγω προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας τους από τα αναιρούντα τη χρήση τους εμπόδια που έθεσαν οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, κατά παραχώρηση της πρώτης από αυτούς, στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, υποχρεώνοντας τους τελευταίους να άρουν τα αποκλείοντα την κοινοχρησία κατασκευάσματα από την κοινόχρηστη πλατεία και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος και παραιτήσεως της κυρίας του κοινόχρηστου πράγματος Κοινότητας Κασσιώπης από το δικαίωμα κυριότητάς της, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57-59, 966 έως 971, 1054, 281, 156 του ΑΚ, όπως και τους κατ' εφαρμογήν του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κανόνες του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι ν.3 Παν. 43.7, ν.2 §8 Πανδ. 39.3, ν.28 Πανδ. 22.3, καθ' όσον αναφέρονται στο αποδεικτικό του πόρισμα: 1) Τα παραγωγικά γένεσης του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, δηλαδή: α) Η από αμνημόνευτου χρόνου ένταξη από τους κατοίκους της κοινότητας (και μετέπειτα Δήμου) Κασσιώπης της πλατείας με το όνομα Φόρος στην κοινή χρήση προ του έτους 1865 και η χρησιμοποίησή της έκτοτε ως κοινόχρηστου πράγματος για τη διέλευσή τους, την αναψυχή τους και την ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών τους επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 80 ετών, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), έτσι ώστε η μέχρι τότε ζώσα γενεά των ανθρώπων αυτών να γνώρισε αυτή την πλατεία όπως έχει και να μην διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής καταστάσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι η κοινότητα Κασσιώπης δεν ήταν εξ αρχής αναγνωρισμένη, αφού και από τους κατοίκους ανοργάνωτης Κοινότητας είναι δυνατή για λογαριασμό της η χρησιδεσποτεία και συνεκδοχικά η άσκηση πράξεων που συνιστούν διάθεση ακινήτου στην κοινή χρήση, ούτε ασκεί επιρροή ο φορέας του υποβαλλόμενου σε απόσβεση δικαιώματος στο καθιστάμενο κοινόχρηστο πράγμα, β) Η από την εισαγωγή του ΑΚ, ενόψει συμπληρώσεως μέχρι τότε των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ιδιότητας της επίδικης πλατείας ως πράγματος κοινής χρήσεως, διατήρηση αυτής της ιδιότητάς της και η περιέλευσή της στην κυριότητα της τότε κοινότητας Κασσιώπης (μετέπειτα Δήμου Κασσωπαίων), γ) Η από το πρώτο αναιρεσείον-εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που διατηρούσε όμορο με την κοινόχρηστη πλατεία Ιερό Ναό "μετά διωρόφου οικίας άνω του γυναικωνίτου" και περιτοιχισμένου νεκροταφείου και προαυλίου του ναού, κατόπιν δημοπρασίας εκμίσθωση και παραχώρηση από την επίδικη πλατεία, εμβαδού 335τμ, τμημάτων της 135 και 110τμ προς τη δεύτερη και τους τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους αντιστοίχως, για αποκλειστική επαγγελματική χρήση τους. δ) Η από τους εν λόγω μισθωτές αναιρεσείοντες - εναγομένους κατάληψη του έτσι εκμισθωθέντος σ' αυτούς τμήματος (ποσοστού 73%) της κοινόχρηστης πλατείας, η δημιουργία μόνιμης επ' αυτής σιδηροκατασκευής με σκέπαστρο και η χρήση του τμήματος αυτού της πλατείας από αυτούς και μόνον προς εξυπηρέτηση πελατών των γειτονικών καταστημάτων τους, αποκλείοντας τη χρήση σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι. ε) Το παράνομο του αποκλεισμού της κοινής χρήσης στο καταληφθέν από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες (κατά παραχώρηση του πρώτου από αυτούς) τμήμα της κοινόχρηστης πλατείας, ακόμα και αν το τελευταίο (Ιερός Ναός) είχε δικαίωμα παραχώρησης ιδιαίτερων ιδιωτικών δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, αφού δεν ήταν νομικώς επιτρεπτό (άρθρο 970 ΑΚ) με μια τέτοια παραχώρηση να αναιρεθεί η κοινή χρήση της πλατείας. στ) Η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (να κινούνται ελεύθερα στον κοινόχρηστο χώρο της πλατείας) με τον αποκλεισμό αυτής της χρήσης από τους αναιρεσείοντες και η θεμελίωση, ενόψει τούτων, δικαιώματος εκείνων να ζητήσουν την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον. 2) Η μη αντίθεση του ασκούμενου από τους αναιρεσείοντες δικαιώματος στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι η μεν προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες "απώλεια σημαντικής πηγής εσόδων του Ιερού Ναού" από την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος δεν περιέχει καθεαυτή κάποιο στοιχείο καταχρηστικότητας, ενώ η επιδίωξη συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων σε δημοπρασίες εκμίσθωσης τμημάτων της κοινόχρηστης πλατείας στο παρελθόν δεν συνιστούσε άρνηση της κοινοχρησίας της επίδικης πλατείας, τόσο μάλλον που υπήρξαν και (δικαστικές και εξώδικες) διαμαρτυρίες τους για την εκμίσθωση του κοινόχρηστου πράγματος από τον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό κατά το παρελθόν. 3) Το αλυσιτελές της προβαλλόμενης παραιτήσεως της κυρίας της κοινόχρηστης πλατείας Κοινότητας Κασσιώπης από το δικαίωμα της κυριότητάς της. Διότι η σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως γενόμενη από το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας Κασσιώπης με την 34/1994 απόφασή του, παραίτηση από το δικόγραφο αναγνωριστικής της κυριότητας επί της επίδικης πλατείας αγωγής της εν λόγω (μη διαδίκου εδώ) Κοινότητας κατά του πρώτου αναιρεσείοντος Ιερού Ναού, όπως και η μεταγενέστερη παραίτηση του Δημοτικού Συμβουλίου Κασσιώπης από το δικαίωμα που είχε ασκηθεί με την προαναφερόμενη αγωγή: α) εφόσον μεν αφορούσε το κοινόχρηστο πράγμα, ως μονομερής δικαιοπραξία κατάργησης της επ' αυτού κυριότητας της Κοινότητας (μετέπειτα Δήμου) μπορούσε κατ' αρχήν να επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος της (άρθρο 156 ΑΚ), χωρίς όμως δυνατότητα μεταβιβάσεως τούτου στο πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, λόγω των νομικών περιορισμών του άρθρου 968 ΑΚ, που καθιστούσαν αυτοδικαίως διάδοχο της παραιτηθείσας Κοινότητας το Δημόσιο, β) με την εκδοχή δε ότι η παραίτηση αφορούσε και την κοινοχρησία της επίδικης πλατείας, ήταν ανίσχυρη, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινοχρήστων, εκτός συναλλαγής πραγμάτων (άρθρο 970 ΑΚ) και της μη δυνατότητας αποβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, χωρίς προηγούμενη μεταβολή της νομικής ή πραγματικής καταστάσεώς τους. Τέλος με την εκδοχή ότι η γενόμενη παραίτηση περιείχε (κατά μετατροπή) πρόταση μεταβιβάσεως στον πρώτο αναιρεσείοντα Ιερό Ναό του δικαιώματος παραχωρήσεως σε τρίτους ιδιαιτέρων δικαιωμάτων στην κοινόχρηστη πλατεία, που εξυπηρετούσαν ή δεν αναιρούσαν την κοινή χρήση (άρθρο 266 ΑΚ), δεν προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι συντελέσθηκε μια τέτοια παραίτηση στα πλαίσια παρεχόμενης στο δικαιούχο ΟΤΑ από γενικές ή ειδικές διατάξεις διακριτικής ευχέρειας (βλ. άρθρα 240 §4 και 246 §1 του πδ 410/1995, τότε ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα), πέραν του ότι θα απέβαινε και αλυσιτελής, αφού θα ήταν άκυρη οποιαδήποτε παραχώρηση δικαιωμάτων που αναιρούσαν την κοινή χρήση της πλατείας. Επομένως ο αντίθετος δεύτερος από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δίκαιου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς• ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (Ολ. Α.Π. 45/3987). Στην υπόψη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο από το πρόσθετο δικόγραφο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, ενώ η ένδικη αγωγή περιέχει αναγνωριστικό της κυριότητας του Δήμου Κασσωπαίων στην επίδικη κοινόχρηστη πλατεία αίτημα, εν τούτοις δεν έχει εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220 §1 Κ.Πολ.Δ. και θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά συνέπεια, εφόσον η προβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά παραβίαση δικονομικής διατάξεως και μη κήρυξη παρά το νόμο απαραδέκτου, που αντιστοιχεί στον εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, για τον οποίο δεν προσβάλλονται αναιρετικώς οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δυο πρώτους αναιρεσείοντες, οι οποίοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους δυο τελευταίους αναιρεσείοντες Σ. Κ.υ και Α. Γ..
Απορρίπτει την από 21-7-2008 αίτηση με τους από 25-9-2009 πρόσθετους λόγους του ν.π.δ.δ. Ιερός Ναός Υπεραγίας Θεοτόκου Κασσωπήτριας και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Α. Ξ. Γ. και ΣΙΑ Ο.Ε., για αναίρεση της 77/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους δυο πρώτους από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινόχρηστα πράγματα, καθιστάμενα τοιαύτα με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (δύο γενεές για 40+40=80 έτη να μη γνώρισαν διαφορετική κατάσταση) υπό το προϊσχύσαν B.R. Δίκαιο, αναγνωρίζονται ως κοινόχρηστα και υπό τον Α.Κ: Αλυσιτελής παραίτηση κοινότητας από το δικαίωμα κυριότητάς της σε κοινόχρηστο πράγμα με απόφαση Δ.Σ της και με δήλωση σε πρακτικά δικαστηρίου διότι: α) Ως μονομερής δικαιοπραξία επιφέρει αποτελέσματα απόσβεσης του δικαιώματος κυριότητας αλλά καθίσταται αυτοδικαίως διάδοχος της παραιτηθείσης κοινότητας το Δημόσιο (156 και 968 ΑΚ). β) εάν αφορά η παραίτηση και την κοινοχρησία είναι ανίσχυρη, λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κοινοχρήστων εκτός συναλλαγής (970 ΑΚ) πραγμάτων και της μη δυνατότητας μεταβολής του κοινόχρηστου χαρακτήρα τους, χωρίς προηγούμενη μεταβολή της νομικής ή πραγματικής καταστάσεώς τους. Σε κάθε περίπτωση η παραχώρηση δικαιωμάτων δεν μπορούσε να αναιρεί την κοινή χρήση και είναι παράνομη η προσβολή της προσωπικότητας με τον τρόπο αυτό οποιουδήποτε παρακωλύεται να χρησιμοποιεί κοινόχρηστο πράγμα (57 ΑΚ).
| null | null | 0
|
Αριθμός 646/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ - ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΩΝ", που εδρεύει στο Κάτω Νευροκόπι του νομού Δράμας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "MERCEDES - BENZ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κάρστεν (Carsten) Νίμερ (Niemer) του Κλάους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26 Απριλίου 2004 και 21 Νοεμβρίου 2003 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5116/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3944/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.8.2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το νόμο 1665/1986 καθιερώθηκε η σύμβαση της "χρηματοδοτικής μίσθωσης", η οποία είναι σύμβαση μεταξύ μιας εταιρίας ειδικού σκοπού και μιας επιχείρησης ή ενός επαγγελματία, με την οποία η πρώτη παραχωρεί για ορισμένο χρόνο και έναντι μισθώματος στο δεύτερο τη χρήση κεφαλαιουχικών αγαθών, κινητών ή ακινήτων και ειδικότερα χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης καθώς και επιχειρησιακού ή επαγγελματικού εξοπλισμού, παρέχοντάς του συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Από τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του ανωτέρω νόμου προκύπτει ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι: ανώνυμη εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης ως εκμισθωτής, επιχείρηση ή επαγγελματίας ως μισθωτής, αντικείμενο δε αυτής η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος, κινητού ή ακίνητου, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα, καθώς και το μίσθωμα, ενώ για τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του μισθωτή σε τρίτο απαιτείται έγγραφη συναίνεση της εκμισθώτριας εταιρίας (άρθρο 3 παρ.4). Η διάρκεια εξάλλου της σύμβασης είναι ορισμένη και σε καμμία περίπτωση μικρότερη από αυτή που ορίζει ο νόμος και τέλος η παροχή στο μισθωτή του δικαιώματος είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του προαναφερόμενου νόμου για την σύναψη της σύμβασης απαιτείται συστατικός τύπος, ο οποίος προκειμένου για κινητά είναι έγγραφο, ενώ απαιτείται επιπλέον και τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας, που για τα κινητά συνίστανται σε καταχώρηση σε ειδικό δημόσιο βιβλίο στο πρωτοδικείο της έδρας ή κατοικίας του μισθωτή και στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίζεται μεταξύ εκμισθωτή (εταιρίας) και μισθωτή, δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος (ΑΚ 574-618), αλλά σύνθετη ή μεικτή σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: α) Σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης, όμως, σε πολλά σημεία από τον "τύπο" που καθιερώνουν οι ΑΚ 574 επ., β) Σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, γ) Σύμβασης εκχωρήσεως (ΑΚ 455 επ.), με την οποία η εταιρία εκχωρεί τις απαιτήσεις που έχει κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πωλήσεως στο μισθωτή, ώστε να μπορεί αυτός -ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις ως δικαιούχος - να εξαναγκάσει τον προμηθευτή σε τήρηση των υποχρεώσεων του, δ) Συμφώνου προαιρέσεως, με το οποίο παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και, εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται: α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κλπ εκχωρούνται στο μισθωτή. Έτσι, ενώ ο μισθωτής κατά κανόνα δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, σε καταβολή αποζημιώσεων κ.λπ. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 και 3 του ν.2251/1994, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές: "Ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του. Όποιος εισάγει ένα προϊόν για πώληση, χρηματοδότηση ή απλή μίσθωση ή άλλης μορφής διανομή στα πλαίσια έγγραφης εμπορικής του δραστηριότητας, ευθύνεται όπως ο παραγωγός". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι καθιερώνεται δικαίωμα προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του καταναλωτή, εάν υπέστη ζημία συνδεόμενη όχι με συμβατική ευθύνη του εισαγωγέα ή παραγωγού των ελαττωματικών προϊόντων, αλλά με αδικοπρακτική ευθύνη τους διότι, κατά την παραγωγή και θέση σε κυκλοφορία των προϊόντων τους δεν έλαβαν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ), όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τρίτων από εγγενείς κινδύνους προκλήσεως βλαβών, που τυχόν ενέχουν τα προϊόντα αυτά, στα οποία (μέτρα) περιλαμβάνεται ο έλεγχος της ελαττωματικότητας των προϊόντων, είτε κατά τον σχεδιασμό, είτε κατά τη διαδικασία της παραγωγής και η υποχρέωση πληροφορήσεως των χρηστών. Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της από 26-4-2004 αγωγής της αναιρεσείουσας, που συντελείται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτή τα ακόλουθα: Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) εισαγωγέας αυτοκινήτων πώλησε στη μη διάδικο EUROBANK ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ ένα αυτοκίνητο τύπου Mercedes Benz CL-600, του οποίου αυτή, με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, παραχώρησε την κατοχή, με δικαίωμα υπεκμίσθωσης και υπό τον όρο εκχώρησης λόγω ενεχύρου του συνόλου των απαιτήσεων του εκμισθωτή κατά του μισθωτή, στην επίσης μη διάδικο EUROLEASE Ανώνυμη Εταιρία εκμίσθωσης αυτοκινήτων και η τελευταία υπεκμίσθωσε το εν λόγω αυτοκίνητο στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με το από 15-11-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό χρηματοδοτικής υπομίσθωσης "κατά τους όρους και συμφωνίες που προβλέπονται στο εν λόγω συμφωνητικό", που περιλάμβαναν, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, το μηνιαίο μίσθωμα (2.037.000 δρχ. πλέον Φ.Π.Α. κατ' έτος) και τη διάρκεια της μισθώσεως (3 έτη), ενώ επί πλέον η εναγόμενη-διαβεβαίωσε την ενάγουσα και την υπεκμισθώτρια ότι το αυτοκίνητο ήταν σε άριστη κατάσταση, χωρίς ελαττώματα και κατάλληλο προς χρήση σύμφωνα με τις προδιαγραφές της κατασκευάστριας εταιρίας. Ωστόσο το εν λόγω αυτοκίνητο εμφάνισε τις ελλείψεις και τα πραγματικά ελαττώματα που αναφέρονται στην αγωγή, τα οποία δεν επανόρθωσε η εναγόμενη και γι'αυτό ζητείται να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα προς αποζημίωσή της, λόγω των πραγματικών ελαττωμάτων του αυτοκινήτου, νομιμοτόκως το ποσό των 128.365 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα και την εγγύηση που κατέβαλε στην υπεκμισθώτρια μέχρι τη λύση της υπομίσθωσης με καταγγελία εκείνης, (ενάγουσας). Με το ως άνω - και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου - περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι ως προς το προβαλλόμενο αγωγικό αίτημα αποζημίωσης της αναιρεσείουσας από ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης για ελαττώματα του πωληθέντος από αυτή πράγματος στη μη διάδικο "EUROBANK ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ", το οποίο από αυτή εκμισθώθηκε στην επίσης μη διάδικο "EUROLEASE Α.Ε. εκμίσθωσης αυτοκινήτων" και η τελευταία το υπεκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα, δεν γίνεται επίκληση ενοχικού δεσμού μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του οποίου να δημιουργείται ευθύνη της αναιρεσίβλητης προμηθεύτριας-πωλήτριας του αυτοκινήτου έναντι της υπομισθώτριας τούτου αναιρεσείουσας. Ειδικότερα δεν γίνεται επίκληση ότι τα από την πώληση δικαιώματα της αγοράστριας του αυτοκινήτου για πραγματικά ελαττώματά του εκχωρήθηκαν διαδοχικά μέχρι την αναιρεσείουσα, ή κατέστη με άλλη συμβατική σχέση (εντολής κ.λπ) δικαιούχος η αναιρεσείουσα για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με το δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, ούτε μπορούσαν να αποκτηθούν τέτοια δικαιώματα από μόνο τον προσδιδόμενο από τους συμβαλλομένους χαρακτήρα της υπομίσθωσης (ως χρηματοδοτικής), αφού ο νόμος 1665/1986 ρυθμίζει το πλαίσιο λειτουργίας αυτής της σύμβασης, αφήνοντας στην πρωτοβουλία των συμβαλλομένων να διαμορφώσουν ελεύθερα (άρθρο 361 ΑΚ) το περιεχόμενο αυτής ή να περιλάβουν ορισμένα από τα στοιχεία της σε μία μισθωτική σύμβαση, οπότε θα περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ειδικού αυτού νόμου. Διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή των διατάξεων του ν.1665/1986, κατά την οποία η εγγυητική (νόθος αντικειμενική) ευθύνη του πωλητή-προμηθευτή ενός προϊόντος υφίσταται άνευ ετέρου, επί χρηματοδοτικής μισθώσεως, ανεξαρτήτως του περιεχομένου (και της σιωπής) των διαδοχικώς συμβαλλομένων μέχρι το τελικό χρήστη (μισθωτή ή υπομισθωτή) δεν προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1,3 και 7 του εκδοθέντος σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ για την προστασία των καταναλωτών από καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων ν.2251/1994, που αναφέρονται στις προϋποθέσεις θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης αποζημιώσεως των καταναλωτών από παραγωγούς και εισαγωγείς προϊόντων ελαττωματικών, επειδή δεν έλαβαν μέτρα προλήψεως κινδύνων και πληροφορήσεως του καταναλωτικού κοινού, ούτε επίσης από την περιέχουσα γενικές κατευθύνσεις Οδηγία 1999/Β4 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10-5-1999 "για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων". Το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ανωτέρω, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "ΜΑΡΜΑΡΑ ΝΑΞΟΥ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 3944/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρηματοδοτική μίσθωση και περαιτέρω υπομίσθωση έννοια (άρθρα 1-3-ν. 1665/1986). Ευθύνη προμηθευτή εισαγόμενου προϊόντος, όπως και του παραγωγού για ελαττώματα του προϊόντος (ν. 2251/1994 που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993. Αδικοπρακτική ευθύνη (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ). Ο προμηθευτής του εισαγόμενου προϊόντος δεν ευθύνεται άνευ ετέρου έναντι του υπομισθωτή, αν δεν χώρησε διαδοχικώς μεταβίβαση των δικαιωμάτων του εκμισθωτή προς το μισθωτή και του τελευταίου προς τον υπομισθωτή. Απορρίφθηκε η αγωγή πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση ως αόριστη. Ορθή εφαρμογή του νόμου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 645/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Σπύρο Ροΐδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4016/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 185/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαΐου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1007 παρ. 1 και 976 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, στη δεύτερη τάξη των απαιτήσεων εκείνων, που έχουν ειδικά προνόμια στο ακίνητο που εκπληστηριάσθηκε, κατατάσσονται και οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση, με τη σειρά βέβαια της εγγραφής τους και τυχαία. Για την κατάταξη στην τάξη αυτή κάποιας απαιτήσεως που αναγγέλθηκε είναι απαραίτητο όχι απλώς να υπάρχει γραμμένη προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο που εκπληστηριάσθηκε, αλλά η προσημείωση αυτή να εξασφαλίζει αυτή την ίδια την απαίτηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημειώσεως υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ), που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που είναι σύμφωνη με την όλη διάρθρωση και την ενότητα του συστήματος της αναγκαστικής εκτελέσεως, προσεπιβεβαιώνεται δε και από την αναδρομή στα πρακτικά της συντακτικής Επιτροπής του Σχεδ. ΚΠολΔ (τόμος V III σελ. 38-39), ως "αναγγελθέντες δανειστές", έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η, μετά την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο, μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης, θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και της κατατάξεως, όχι δε μόνον εκείνοι που συμπτωματικά είχαν αναγγελθεί σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής ή της εγγραφής της υποθήκης ή της προσημειώσεως (Ολ. ΑΠ 6/1998). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216§1, 585, 933 και 979§2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι λόγοι του διαπλαστικού χαρακτήρα ένδικου βοηθήματος της ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής με σκοπό εκβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού, μπορούν να αφορούν: α)είτε την ύπαρξη της απαιτήσεως του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, οπότε, αν αυτή δεν έχει καταταγεί καθόλου ή έχει καταταγεί ως μη προνομιακή στον πίνακα κατατάξεως, ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή (και) το προνόμιο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου και να παρέχεται στον καθ'ού η δυνατότητα να αμυνθεί, β)είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της κατατάξεως της απαιτήσεως άλλου δανειστή, γ)είτε και σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, οπότε αρκεί η άρνηση αυτή και μόνον για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής. Στην τελευταία περίπτωση ο καθ'ού η ανακοπή φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεώς του γεγονότων, καθώς και εκείνων που προσδίνουν σ' αυτή προνομιακό χαρακτήρα, γιατί διαφορετικά, εάν δηλαδή ο καθ'ού η ανακοπή, που επέχει θέση ενάγοντος, δεν επικαλεσθεί κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τρόπο σαφή και ορισμένο αυτά τα γεγονότα ή δε τα αποδείξει, γίνεται δεκτή η ανακοπή. Εξάλλου η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 28/1998). Το έννομο δε συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δικ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχαν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 και όχι του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος ανακύπτει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για το υποβαλλόμενο αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 8-6-2006 ανακοπής της αναιρεσείουσας, που συντελείται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι εκτίθενται σε αυτή τα ακόλουθα: Με την 1218/30-1-2006 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δ. Κ., εκπλειστηριάσθηκε κατά τις 15-3-2006 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικ. Πολιτάκη-Παπαδημητρίου, με επίσπευση του δανειστή Ά. Λ., ένα ακίνητο του καθ'ού η εκτέλεση, το πλειστηρίασμα του οποίου (115.000 ευρώ) δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών και στον 19.033/30-5-2006 πίνακα, που συνέταξε η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού-συμβολαιογράφος, ο καθ'ού η ανακοπή εσφαλμένως κατετάγη προνομιακώς για ποσό 59.296 ευρώ, ως προς ασφαλιζόμενη με προσημείωση υποθήκης απαίτησή του 100.000 ευρώ από σύμβαση δανείου, χωρίς όμως να αναφέρονται στην ίδια απαίτηση τα παραστατικά της αναγγελίας (που αφορούσαν διαταγή πληρωμής με βάση συναλλαγματική), ενώ η ανακόπτουσα με την από 28-3-2006 αναγγελία της είχε αναγγελθεί στον πλειστηριασμό για δυο απαιτήσεις της κατά του καθ'ού η εκτέλεση ποσών 176.927 και 102.566 ευρώ από ισάριθμες συμβάσεις στεγαστικού δανείου και αλληλόχρεου λογαριασμού (που έκλεισε) αντιστοίχως, από τις οποίες η πρώτη απαίτηση ήταν ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί στις 16-3-2006, αμφισβητώντας γενικώς την απαίτηση και το προνόμιο του καθ'ού. Γι' αυτό ζητείται να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης και να καταταγεί στη θέση του καθ'ού η ανακόπτουσα. Με το ως άνω - σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου - περιεχόμενο η ανακοπή, κατά το μέρος μεν που προβάλλεται προνόμιο κατατάξεως της αναιρεσείουσας στον προσβαλλόμενο πίνακα, λόγω εμπράγματης ασφάλειας της πρώτης από τις απαιτήσεις της, είναι μη νόμιμη, καθ' όσον η επικαλούμενη προσημείωση υποθήκης φέρεται ότι έχει εγγραφεί για την εξασφάλιση της πρώτης από τις απαιτήσεις της μετά την κατάσχεση, (στις 16-3-2006), αλλά και μια ημέρα μετά τον πλειστηριασμό και συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτό, κατά το άρθρο 997 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. να αντιταχθεί ένα τέτοιο προνόμιο έναντι των δανειστών που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος. Κατά το μέρος όμως που στην ανακοπή περιλαμβάνεται και αίτημα κατατάξεως αναγγελθεισών μη προνομιούχων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας (και της προβαλλόμενης ως προνομιούχου σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως προνομίου), συνδυαζόμενο με την αμφισβήτηση από αυτή της προνομιακής κατάταξης του καθ'ού, ήταν αυτή (η ανακοπή) ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 972 και 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Από την τελευταία αυτή διάταξη θεμελιώνεται ουσιαστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, που ανήγγειλε τις απαιτήσεις της στον πλειστηριασμό, να ανακόψει τον συνταγέντα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα κατάταξης με μοναδικό λόγο την απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου ή του προνομίου της, οπότε, αν ο τελευταίος δεν θα ανταποκρινόταν στο βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των αμφισβητούμενων περιστατικών της απαίτησής του (του προνομίου της στη συγκεκριμένη περίπτωση) θα έπρεπε η εν λόγω απαίτηση και οι (αποδεικνυόμενες) απαιτήσεις, για τις οποίες αναγγέλθηκε η αναιρεσείουσα, να καταταγούν (ως ανέγγυοι) συμμέτρως. Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη και κατά το τελευταίο αυτό μέρος της την ανακοπή, κρίνοντας ότι δεν περιείχε τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της ανεξαρτήτως των λόγων της και ενώ δέχθηκε ότι κατά τρόπο ορισμένο η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την προνομιακή κατάταξη του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 185/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως σε πλειστηριασμό 979 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Για το ορισμένο της ανακοπής αρκεί και η αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομίου της, οπότε ο καθού φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεώς του περιστατικών ή του προνομίου της. Ακυρότητα εγγραφής (ή μεταγραφής) προσημειώσεως υποθήκης μετά την κατάσχεση έναντι όλων των αναγγελθέντων δανειστών, ανεξαρτήτως χρόνου αναγγελίας τους (997 παρ. 3 ΚΠολΔικ). Μη νόμιμη επίκληση προνομίου αυτού. Εάν όμως η ανακοπή περιέχει και αμφισβήτηση της απαίτησης του καθού η του προνομίου της είναι εκ του λόγου τούτου και μόνον νόμιμη και ορισμένη. Το Εφετείο απέρριψε στο σύνολο της την ανακοπή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, κατ΄ εφαρμογή άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔικ. για μη νόμιμη επίκληση προνομίου της αναγγελθείσης απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε ότι κατά τρόπο ορισμένο αμφισβητήθηκε η προνομιακή κατάταξη αυτού και περιείχε η αγωγή τη δεύτερη αυτή βάση νομιμοποίησης της αγωγής. Ετσι το Εφετείο υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 642/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Π. του Β., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 863/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Π. του Φ. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1386/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 8/24-1-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Το συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. 863/2010 βούλευμα του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 24/2010 αναίρεση του Α. Π., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 646/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Με το τελευταίο αυτό βούλευμα είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως της απάτης με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ήτοι σε βαθμό κακουργήματος [άρθρα 26, 27, 386 παρ. 1, 3 εδ. β' ΠΚ]. Ειδικότερα το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης -με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών- δέχθηκε ότι: "... από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν με την κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδ. με αυτά που δέχθηκε το πρωτόδικο βούλευμα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στα μέσα του έτους 2001, η Π. Π. του Φ., γνώρισε τον εκκαλούντα Α. Π., ο οποίος της συστήθηκε ως επιχειρηματίας, με επιχείρηση γενικού τουρισμού στη Κολωνία της Γερμανίας, και της πρότεινε να συνεργαστούν στην εκμετάλλευση τουριστικής επιχείρησης στη Γερμανία καθώς και τις δυνατότητες επένδυσης εκ μέρους της χρηματικού ποσού προερχόμενου από την πώληση διαμερίσματος της στη Θεσσαλονίκη. Προκειμένου, δε, να την πείσει να του παραδώσει χρηματικά ποσά για την πραγματοποίηση της εν λόγω επένδυσης, τη διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση γενικού τουρισμού την οποία αυτός διατηρούσε, κατά τα παραπάνω, στη Γερμανία ήταν οικονομικά εύρωστη, και ότι ο ίδιος ήταν άτομο με μεγάλη οικονομική επιρροή. Προκειμένου, μάλιστα, να ενισχύσει την αληθοφάνεια των ανωτέρω παραστάσεών του προς την εγκαλούσα σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, υπέγραψε το υπ' αριθμ. .../24-09-2001 πληρεξούσιο ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαρίας Ατσαλα, δυνάμει του οποίου διόρισε την εγκαλούσα ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του, εξουσιοδοτώντας αυτήν να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες και νόμιμες πράξεις για την εν γένει αγορά και πώληση ακινήτων. Πλην όμως, οι παραπάνω διαβεβαιώσεις του προς την εγκαλούσα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού η αλήθεια ήταν ότι η οικονομική του επιφάνεια δεν ήταν μεγάλη ούτε η τουριστική επιχείρησή του στη Γερμανία ήταν οικονομικά ανθηρή, ο ίδιος, δε, δεν διέθετε κύκλο γνωριμιών ώστε να προχωρήσει σε επενδύσεις αντίστοιχης έκτασης. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του προς την εγκαλούσα, ο κατηγορούμενος επέτυχε να τις αποσπάσει τα παρακάτω ποσά: 1) ποσό 5.870 ευρώ (2.000.203 δρχ) στις 20-07-2001, μέσω εμβάσματος της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, 2) ποσό 73.367,32 ευρώ στις 13-09-2001 μέσω κατάθεσης στον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο στην Τράπεζα Πειραιώς, και 3) ποσό 14.673,51 ευρώ (5.000.000 δρχ) στις 27-09-2001 μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό της αδερφής του κατηγορουμένου, Γ. Π. και συνολικά ποσό των 93.910,83 ευρώ. Ο εκκαλών, εάν και έλαβε τα παραπάνω χρηματικά ποσά, δεν τα χρησιμοποίησε προκειμένου να προβεί στις συμφωνηθείσες με την εγκαλούσα επενδύσεις, παρά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, κατά την προειλημμένη απόφαση του να τα χρησιμοποιήσει για την κάλυψη των δικών του αναγκών, αποκομίζοντας σχετικό παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται σαφώς τόσο από τα έγγραφα της προκειμένης ανακριτικής δικογραφίας (ήτοι, κυρίως, από το από 20-07-2001 αποδεικτικό κατάθεσης της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, το από 13-09-2001 ειδοποιητήριο εξερχόμενου εμβάσματος της Τράπεζας Πειραιώς σε συνδυασμό με την από την ίδια ημερομηνία έκδοση εντολής αντί δραχμών, καθώς και από το από 27.09.2001 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας), όσο και από την ανωμοτί κατάθεση της εγκαλούσας, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ. του Σ. και της Ε. Σ. του Κ.. Αντίθετα οι αδελφές του εκκαλούντος Α. και Γ. Π. καταθέτουν ότι ο αδελφός της προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει την εγκαλούσα ανοίγοντας κοινό λογαριασμό μαζί της σε τράπεζα της Θεσσαλονίκης, όπου θα κατέθετε διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία τελικά εισέπραξε στη Κολωνία από Γερμανική Τράπεζα, παρουσία της συνεταίρου του εκκαλούντος Φ. Κ.. Τα παραπάνω όμως δεν διασταυρώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, και δη έγγραφα κοινού λογαριασμού, κατάθεση της ως άνω μάρτυρος Φ. Κ., αλλά και ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Ανακρίτρια του 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν προσήλθε για να απολογηθεί. Αντίθετα το αριθμ. 646/10 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο, για το αδίκημα της απάτης με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, αν και επιδόθηκε στην ίδια Διεύθυνση και δη ... και το παρέλαβε και αυτό η αδελφή του, ειδοποιήθηκε αμέσως για την άσκηση εφέσεως, αλλά και ότι εκκρεμούσε σε βάρος του το με αριθμό 25/2009 ένταλμα σύλληψης της Ανακρίτριας του 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση. Όλα τα παραπάνω πρέπει να υποστούν τη βάσανο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας προκειμένου να γίνει διασταύρωση των αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων και εγγράφων) και από τη συνισταμένη αυτών να εξακριβωθεί η βασιμότητα ή όχι των ισχυρισμών του κατηγορουμένου-εκκαλούντος. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτέθηκε ότι προέκυψαν από τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση, αποδεικνύεται πράγματι η παράσταση ψευδών γεγονότων από τον κατηγορούμενο, Α. Π., προς την εγκαλούσα, Π. Π., η οποία συνίστατο στον ισχυρισμό του ότι η επιχείρηση γενικού τουρισμού που διατηρούσε στην Κολωνία της Γερμανίας ήταν οικονομικά εύρωστη, ότι ο ίδιος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αλλά και οικονομική επιρροή που θα του επέτρεπε να προβεί σε επενδύσεις. Από τα ως άνω στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν αναμφισβήτητα ενδείξεις ενοχής κατά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, καθόσον η ως άνω περιγραφείσα συμπεριφορά του στοιχειοθετεί την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της απάτης με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 386 παρ. 1, 3β' του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 5 παρ.1, 14, 16, 17, 26 παρ,1α , 27 παρ.1, 51, 52, 53, 60, 61, 63, 65, 79, ΠΚ..." αφετέρου με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι: "....Περαιτέρω πιθανολογείται ότι η επιβολή περιοριστικών όρων δεν είναι ικανή, ώστε να εξασφαλιστεί η πρόληψη διάπραξης από τον κατηγορούμενο άλλων αξιόποινων πράξεων καθώς και η παρουσία του στο Δικαστήριο, καθόσον αυτός είναι άγνωστης διαμονής και δεν εμφανίστηκε προκειμένου να απολογηθεί ενώπιον της Ανακρίτριας. Ο λόγος που προβάλει με την αίτησή του, περί ασθενείας της μητέρας του δεν είναι αρκετός ώστε να αντικατασταθεί η διαταχθείσα προσωρινή του κράτηση. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του περί αντικαταστάσεως της προσωρινής κράτησης, που διατάχθηκε και δεν εκτελέστηκε, με το υπ' αρ. 25/2009 ένταλμα σύλληψης της Ανακρίτριας 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το υπ' αριθ. 646/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς την ως άνω διάταξη του. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα όπως ορίζεται στο διατακτικό.".
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο -κατ' άρθρο 273 εδ. ε' ΚΠΔ- στις 26-8-2010 και κατ' αυτού άσκησε δια πληρεξουσίου -με βάση την από 27-8-2010 εξουσιοδότηση του, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του στις 9.9.2010, από τον Δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπουμπουλούδη [ο οποίος είναι δικηγόρος Γερμανίας -όπως προκύπτει από την σφραγίδα κάτωθι της υπογραφής του. Η άνω εξουσιοδότηση προέρχεται από FΑΧ του γραφείου του άνω δικηγόρου πρβλ. ΑΠ 1253/96 ΠΧρ ΜΖ 990] την από 10-9-2010 αναίρεση ενώπιον του γραμματέα του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, προβάλλων ως λόγους αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι με τις αποδοχές του "όλως αορίστως εμφανίζει αυτόν ότι συστήθηκε ως επιχειρηματίας με επιχείρηση γενικού τουρισμού στην Κολωνία της Γερμανίας, χωρίς να αναφέρει, εάν διατηρούσε ατομική επιχείρηση με το ανωτέρω αντικείμενο, ή εάν ήταν μέτοχος κάποιας εταιρίας και με τι ποσοστό" -περαιτέρω "όλως αορίστως εμφανίζεται να προτείνει στη μηνύτρια να συνεργαστεί μαζί της στην εκμετάλλευση τουριστικής επιχείρησης, χωρίς να αναφέρεται πως θα γινόταν η συγκεκριμένη συνεργασία, εάν δηλαδή θα μεταβίβαζε κάποιο ποσοστό στη μηνύτρια, αν θα συστήνανε καινούργια επιχείρηση ή αν π.χ. θα ήταν ένα αφανής εταίρος" -επίσης-το βούλευμα "αναφέρει ότι δήθεν διαβεβαίωσε τη μηνύτρια ότι η επιχείρηση του ήταν οικονομικά εύρωστη και ότι ήταν ένα άτομο με μεγάλη οικονομική επιρροή, χωρίς να αναφέρει τι εμφανίζεται να έχει πει για τη δήθεν οικονομική ευρωστία του γραφείου του, π.χ. εάν ενεφάνισε υψηλά κέρδη ή ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, μεγάλο κύκλο πελατών, κλπ."- και ότι το υπ' αριθμ. 10810/2001 ειδικό πληρεξούσιο το χορήγησε κατόπιν δικής της παρακλήσεως και προκειμένου να τη διευκολύνει σε δικαστική διαμάχη που είχε με τον πρώην σύζυγο της, και -τέλος- δεν έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις και δη της Γ. Π. και της Α. Π. από τις οποίες προκύπτει ότι δεν τέλεσε την πράξη της απάτης.
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση [κύρια-προανάκριση] κατά τρόπον σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά σε σχέση με την αξιόποινη πράξη, [για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και χώρησε η παραπομπή του κατηγορουμένου] τα αποδεικτικά μέσα τα οποία στηρίζουν την κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος από τα οποία προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά, και τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα άνω περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής αυτού [βλ. ΑΠ 2137/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.α.].
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους βλ. π.χ. ΑΠ 2/2003 - Ολομελείας, ΑΠ 1471/2009, ΑΠ 967/2004, ΑΠ 891/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 1753/2002 κ.α.
Περιττόν είναι να ξανά αναφερθεί ότι η άνω πληρότητα-σαφήνεια έχει σχέση με το έγκλημα και μόνο για το οποίο χώρησε η παραπομπή, εάν δηλ. αυτά καλύπτουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραπομπής -πρβλ. και τις πολιτικές ΑΠ 342/2009, τμ Α1, ΑΠ 413/93 κ.α. Για τα στοιχεία της απάτης βλ. ΑΠ 5/2008 -Ολ, ΑΠ 2690/2008, ΑΠ 614/2009, ΑΠ 545/2009, ΑΠ 1163/2008 κ.α.
Τέλος, λόγο αναίρεσης δεν συνιστά η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ενόψει του άρθρου 177 ΚΠΔ και 87 Συντ. -βλ. π.χ. 956/2003, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1408/98, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1999/2002 κ.α. -Μπουρόπουλο υοο 484 σελ. 195-196 Η περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου. Πάντως άλλο είναι το ζήτημα εάν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά έρχονται τυχόν σε αντίθεση με τους κανόνες της κοινής λογικής κλπ.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού περιέχει με πληρότητα-σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα όποια όντως στοιχειοθετούν το έγκλημα για το οποίο χώρησε η παραπομπή, -ενώ δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρει αυτά που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται- αναφέρει επίσης τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα άνω αποδεικτικά μέσα - ενώ δεν απαιτείτο να αναφέρει ειδικά ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των αναφερομένων δύο μαρτύρων, ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη "τις μαρτυρικές καταθέσεις" -ήτοι όλες- η δε εκτίμηση τούτων [μαρτυρικών καταθέσεων] δεν ελέγχεται αναιρετικά, όπως επίσης γενικά όλων των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 24/2010 αναίρεση του Α. Π. κατά του υπ' αριθμ. 863/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 30-11-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η πραξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1023/2006).
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου εξ αυτών ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα γιο το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης στο μέτρο που με αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, αφού αυτοί δε διαλαμβάνονται μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ.. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα μέσα του έτους 2001, η Π. Π. του Φ., γνώρισε τον εκκαλούντα Α. Π., ο οποίος της συστήθηκε ως επιχειρηματίας, με επιχείρηση γενικού τουρισμού στη Κολωνία της Γερμανίας, και της πρότεινε να συνεργαστούν στην εκμετάλλευση τουριστικής επιχείρησης στη Γερμανία καθώς και τις δυνατότητες επένδυσης εκ μέρους της χρηματικού ποσού προερχόμενου από την πώληση διαμερίσματος της στη Θεσσαλονίκη. Προκειμένου, δε, να την πείσει να του παραδώσει χρηματικά ποσά για την πραγματοποίηση της εν λόγω επένδυσης, τη διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση γενικού τουρισμού την οποία αυτός διατηρούσε, κατά τα παραπάνω, στη Γερμανία ήταν οικονομικά εύρωστη, και ότι ο ίδιος ήταν άτομο με μεγάλη οικονομική επιρροή. Προκειμένου, μάλιστα, να ενισχύσει την αληθοφάνεια των ανωτέρω παραστάσεών του προς την εγκαλούσα σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, υπέγραψε το υπ' αριθμ. .../24-09-2001 πληρεξούσιο ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαρίας Ατσαλα, δυνάμει του οποίου διόρισε την εγκαλούσα ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του, εξουσιοδοτώντας αυτήν να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες και νόμιμες πράξεις για την εν γένει αγορά και πώληση ακινήτων. Πλην όμως, οι παραπάνω διαβεβαιώσεις του προς την εγκαλούσα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού η αλήθεια ήταν ότι η οικονομική του επιφάνεια δεν ήταν μεγάλη ούτε η τουριστική επιχείρησή του στη Γερμανία ήταν οικονομικά ανθηρή, ο ίδιος, δε, δεν διέθετε κύκλο γνωριμιών ώστε να προχωρήσει σε επενδύσεις αντίστοιχης έκτασης. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του προς την εγκαλούσα, ο κατηγορούμενος επέτυχε να τις αποσπάσει τα παρακάτω ποσά:1) ποσό 5.870 ευρώ (2.000.203 δρχ) στις 20-07-2001, μέσω εμβάσματος της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, 2) ποσό 73.367,32 ευρώ στις 13-09-2001 μέσω κατάθεσης στον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο στην Τράπεζα Πειραιώς, και 3) ποσό 14.673,51 ευρώ (5.000.000 δρχ) στις 27-09-2001 μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό της αδερφής του κατηγορουμένου, Γ. Π. και συνολικά ποσό των 93.910,83 ευρώ. Ο εκκαλών, εάν και έλαβε τα παραπάνω χρηματικά ποσά, δεν τα χρησιμοποίησε προκειμένου να προβεί στις συμφωνηθείσες με την εγκαλούσα επενδύσεις, παρά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του, κατά την προειλημμένη απόφαση του να τα χρησιμοποιήσει για την κάλυψη των δικών του αναγκών, αποκομίζοντας σχετικό παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται σαφώς τόσο από τα έγγραφα της προκειμένης ανακριτικής δικογραφίας (ήτοι, κυρίως, από το από 20-07-2001 αποδεικτικό κατάθεσης της Τράπεζας ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, το από 13-09-2001 ειδοποιητήριο εξερχόμενου εμβάσματος της Τράπεζας Πειραιώς σε συνδυασμό με την από την ίδια ημερομηνία έκδοση εντολής αντί δραχμών, καθώς και από το από 27.09.2001 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας), όσο και από την ανωμοτί κατάθεση της εγκαλούσας, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Μ. του Σ. και της Ε. Σ. του Κ.. Αντίθετα οι αδελφές του εκκαλούντος Α. και Γ. Π. καταθέτουν ότι ο αδελφός της προσφέρθηκε να εξυπηρετήσει την εγκαλούσα ανοίγοντας κοινό λογαριασμό μαζί της σε τράπεζα της Θεσσαλονίκης, όπου θα κατέθετε διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία τελικά εισέπραξε στην Κολωνία από Γερμανική Τράπεζα, παρουσία της συνεταίρου του εκκαλούντος Φ. Κ.. Τα παραπάνω όμως δεν διασταυρώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, και δη έγγραφα κοινού λογαριασμού, κατάθεση της ως άνω μάρτυρος Φ. Κ., αλλά και ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Ανακρίτρια του 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης δεν προσήλθε για να απολογηθεί. Αντίθετα το αριθμ. 646/10 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο, για το αδίκημα της απάτης με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, αν και επιδόθηκε στην ίδια Διεύθυνση και δη ... και το παρέλαβε και αυτό η αδελφή του, ειδοποιήθηκε αμέσως για την άσκηση εφέσεως, αλλά και ότι εκκρεμούσε σε βάρος του το με αριθμό 25/2009 ένταλμα σύλληψης της Ανακρίτριας του 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση. Όλα τα παραπάνω πρέπει να υποστούν τη βάσανο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας προκειμένου να γίνει διασταύρωση των αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων και εγγράφων) και από τη συνισταμένη αυτών να εξακριβωθεί η βασιμότητα ή όχι των ισχυρισμών του κατηγορουμένου-εκκαλούντος. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτέθηκε ότι προέκυψαν από τη διενεργηθείσα κύρια ανάκριση, αποδεικνύεται πράγματι η παράσταση ψευδών γεγονότων από τον κατηγορούμενο, Α. Π., προς την εγκαλούσα, Π. Π., η οποία συνίστατο στον ισχυρισμό του ότι η επιχείρηση γενικού τουρισμού που διατηρούσε στην Κολωνία της Γερμανίας ήταν οικονομικά εύρωστη, ότι ο ίδιος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αλλά και οικονομική επιρροή που θα του επέτρεπε να προβεί σε επενδύσεις. Από τα ως άνω στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν αναμφισβήτητα ενδείξεις ενοχής κατά του εκκαλούντος-κατηγορουμένου που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, καθόσον η ως άνω περιγραφείσα συμπεριφορά του στοιχειοθετεί την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της απάτης με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, δηλαδή για παράβαση του άρθρου 386 παρ.1, 3β' του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 5 παρ.1, 14, 16, 17, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 51, 52, 53, 60, 61, 63, 65, 79, ΠΚ....".
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς δυνάμει των οποίων υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1, 3 στοιχ. β' ΠΚ, όπως η τελευταία παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην παραπεμπτική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Αναφέρονται, επίσης, στην αιτιολογία του βουλεύματος α) ο σκοπός της αποκόμισης από τον αναιρεσείοντα παράνομου περιουσιακού οφέλους, β) τα ψευδή γεγονότα, που αυτός παρέστησε στην μηνύτρια, ως αληθή, γ) η γνώση της αναληθείας των ............. των ψευδών αυτών γεγονότων ως αληθινών, και δ) η βλάβη της περιουσίας της μηνύτριας, η οποία ανήλθε στο ποσό των 93.910,83 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος του ίδιου. Ενώ, με την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, απαραίτητο ν' αναφέρονται άλλα πραγματικά περιστατικά πλην των παραδοχών ότι αυτός συστήθηκε στη μηνύτρια ως επιχειρηματίας με επιχείρηση γενικού τουρισμού στην Κολωνία της Γερμανίας και πρότεινε σ' αυτή να συνεργαστεί μαζί της στην εκμετάλλευση τουριστικής επιχείρησης και ότι διαβεβαίωσε τη μηνύτρια ότι η επιχείρησή του ήταν οικονομικά εύρωστη και ότι ήταν ένα άτομο με μεγάλη οικονομική επιρροή, αλλά να διευκρινίζεται "εάν διατηρούσε ατομική επιχείρηση με το ανωτέρω αντικείμενο ή εάν ήταν μέτοχος κάποιας εταιρίας και με τι ποσοστό", "πώς θα γινόταν η συγκεκριμένη συνεργασία, εάν δηλαδή θα μεταβίβαζε κάποιο ποσοστό στη μηνύτρια, αν θα συστήνανε καινούργια επιχείρηση ή αν π.χ. θα ήταν αφανής εταίρος" και "τι εμφανίζεται να έχει πει για τη δήθεν οικονομική ευρωστία του γραφείου του, π.χ. εάν ενεφάνισε υψηλά κέρδη ή ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, μεγάλο κύκλο πελατών κ.λ.π.", αφού τα περιστατικά αυτά δεν είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές, εξάλλου, αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου και, συνεπώς, ο από την επίκληση, κατ' επίφαση, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά αυτές, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του Α. Π. του Β., κατοίκου …, για αναίρεση του 863/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική απάτη. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 640/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Χ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και 2)Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πατεράκη για αναίρεση της υπ'αριθ.803/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Μ. του Δ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Ιουλίου 2010 και από 13 Ιουλίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το ποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εν όψει των ανωτέρω, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το αποτέλεσμα του θανάτου ως συνέπεια ιατρικής πράξης ή παράλειψης, οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά καθήκον επιμέλειας (ΑΠ 956/ 2010, 543/ 2008). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Ειδικότερα, η καταδικαστική για ανθρωποκτονία από αμέλεια απόφαση για να έχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει πέραν των άλλων, να εκτίθεται σε αυτή με σαφήνεια: α)ποιό από τα δύο είδη αμέλειας δέχτηκε το δικαστήριο ότι βαρύνει τον υπαίτιο (άνευ συνειδήσεως ή ενσυνείδητη) και β) να αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πράξης ή παράλειψης του υπαιτίου και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου (ΑΠ 775/2009, 764/2009, 1262/2009). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 803/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι γι' αυτό. Ειδικότερα από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ. Β., ιατρός το επάγγελμα και με την ειδικότητα της γενικής ιατρικής στις 21-8-2003 στο ιατρείο του στον ..., υπέγραψε την υπ' αριθμ. πρωτ. 105/2003 εξαμηνιαία κατάσταση υγείας των ποδοσφαιριστών του Α.Ο Πλατανιά, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το όνομα του Τ. Χ.-Μ., και όπου διαβεβαιωνόταν ότι όλοι οι αναφερόμενοι σ' αυτήν ποδοσφαιριστές ήταν απολύτως υγιείς και ικανοί να αγωνίζονται σε αγώνες της ομάδας τους. Στην εν λόγω βεβαίωση ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη παρά το ότι είχε εξετάσει ηλεκτροκαρδιογραφικά τον άνω ποδοσφαιριστή και διεπίστωσε ότι εμφανίζει αραιές έκτακτες καρδιακές συστολές, οι οποίες έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης από ειδικό ιατρό καρδιολόγο. Μάλιστα, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ αρχικά ζήτησε από τον υπεύθυνο της ομάδας Α. Κ. να αφαιρεθεί από την κατάσταση το όνομα του Τ. Μ., τελικά ενέδωσε στις παρακλήσεις του Α. Κ. να υπογραφεί η κατάσταση ως έχει, προκείμενου η ομάδα να μην αντιμετωπίσει πρόβλημα σε επικείμενο αγώνα κυπέλλου, ενώ αυτός παράλληλα διαβεβαίωσε προφορικά τον πρώτο κατηγορούμενο ότι, μέχρι να έχουν τα αποτελέσματα της εξέτασης του άνω ποδοσφαιριστή από τον ειδικό καρδιολόγο, η ομάδα δεν θα τον χρησιμοποιούσε σε αγώνες. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο Τ. Μ. εξετάσθηκε από τον ιατρό Μ. Μ., καρδιολόγο, ο οποίος τον υπέβαλε σε καρδιογράφημα και σε υπέρηχο, χωρίς, όμως, να είναι σε θέση να διαμορφώσει πλήρη εικόνα για την κατάσταση της καρδιάς του ποδοσφαιριστή, αφού λόγω του πιθοειδούς χαρακτήρα του θώρακα, υπήρχαν υπερηχογραφικά "παράθυρα" τα οποία έχρηζαν περαιτέρω διερεύνησης από εξειδικευμένο καρδιολογικό κέντρο του Ηρακλείου ή των Αθηνών. Ακολούθως ο Τ.Μ. μαζί με τη μητέρα του Τ. Μ. και τον θείο του Κ. Μ. επισκέφθηκαν τον δεύτερο κατηγορούμενο I. Φ., ιατρό καρδιολόγο, ο οποίος εξέτασε τον ποδοσφαιριστή κλινικά, ηλεκτροκαρδιογραφικά (ΗΚΓ) και υπερηχογραφικά, ενώ παράλληλα έλαβε ιστορικό για την ύπαρξη συγγενών καρδιοπαθειών στην οικογένεια του. Ο έλεγχος TRIPLEX έδειξε ότι οι διαστάσεις των καρδιακών κοιλοτήτων της αριστερής ρίζας και της ανιούσας και κατιούσας αορτής εμφανίζονταν εκτός φυσιολογικών ορίων, όπως επίσης και το πάχος των τοιχωμάτων της αριστερής κοιλίας. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ελάχιστη ανεπάρκεια μιτροειδούς και τριγλώχινος, ενώ δεν διαπιστώθηκε ανεπάρκεια αορτής. Από το ΗΚΤ διαπιστώθηκαν σποραδικές μονήρεις κοιλιακές έκτακτες συστολές και συστήθηκε ΗOLDER ρυθμού και επανεξέταση. Μάλιστα στην από 29-8-2003 ιατρική βεβαίωση ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτή χορηγείται για την εγγραφή στη γυμναστική, παρά το ότι τόσο η μητέρα όσο και ο θείος του Τ.Μ. δήλωσαν σ' αυτόν ότι ο νεαρός ήταν ήδη ποδοσφαιριστής. Την 8η-9-2003 ο τελευταίος υποβλήθηκε σε εξέταση ΗOLDER από τον ιατρό Β. Β., ενώ σε συζήτηση που είχε αυτός με τον ιατρό Μ.Μ. του δήλωσε ότι δεν θα χορηγούσε στον εξεταζόμενο χαρτί για να παίξει ποδόσφαιρο. Το αποτέλεσμα της εξέτασης ΗOLDER πήγε στον δεύτερο κατηγορούμενο Κ.Μ. και αυτός συνέστησε τη διενέργεια συμπληρωματικών εξειδικευμένων καρδιολογικών εξετάσεων στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο των Αθηνών. Ήδη, όμως, ο νεαρός συμμετείχε κανονικά στις προπονήσεις και στους αγώνες της ομάδας του και στις 23-11-2003 κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα ΑΟ Πλατανιά-ΑΟ Κουτσουρά έπεσε αναίσθητος στο έδαφος και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Αυτός οφείλεται σε υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αφού προέκυψε νεκροτομικά ότι η καρδιά του είχε βάρος 600 γραμμαρίων, δηλαδή διπλάσιο βάρος περίπου από το κανονικό και η εσωτερική διάμετρος του αυλού της θωρακικής αορτής ήταν 1,1 εκατοστά, ενώ η φυσιολογική διάμετρος, του αυλού αυτής είναι 2,2 μέχρι 2,5 εκατοστά. Με βάση τα προαναφερθέντα προκύπτει με σαφήνεια ότι στην επέλευση του άνω θανατηφόρου αποτελέσματος συνέβαλαν ενέργειες και παραλείψεις, αμφοτέρων των ιατρών-κατηγορουμένων. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος ευθύνεται για το λόγο ότι, αν και διαπίστωσε έγκαιρα ότι ο θανών ποδοσφαιριστής εμφανίζει καρδιολογικό πρόβλημα και χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πλήρως την έκταση και τη σοβαρότητα του, βεβαίωσε ψευδώς ότι αυτός χαίρει άκρας υγείας, προκειμένου να συμμετάσχει για το επόμενο εξάμηνο στις αγωνιστικές δραστηριότητες της ομάδας του. Όταν μάλιστα έλαβε γνώση της από 23-8-2003 ιατρικής βεβαίωσης του συγκατηγορουμένου του, στην οποία γινόταν λόγος της ύπαρξης έκτακτων καρδιακών συστολών, αφού εφησύχασε αδικαιολόγητα, λαμβάνοντας απλώς υπόνοιες ότι το ΤRIPLEX δεν έδειξε κάτι αξιοσημείωτο και ότι η εν λόγω βεβαίωση δόθηκε για την εγγραφή στη γυμναστική και επέτρεψε τη συμμετοχή του θανόντος σε αγώνες, χωρίς έστω και την τελευταία στιγμή να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον συγκατηγορούμενό του προς άρση κάθε αμφιβολίας ή παρεξήγησης. Από την άλλη πλευρά ο δεύτερος κατηγορούμενος ευθύνεται για το λόγο ότι, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη έκτακτων κοιλιακών συστολών και, έχοντας υπόψη την ύπαρξη βεβαρημένου οικογενειακού ιστορικού (θείου του θανόντος) και παρά τη διαπιστωθείσα ανάγκη διενέργειας περαιτέρω εξετάσεων, εν τούτοις δεν συνέστητε στον θανόντα την αποφυγή όχι απλώς συμμετοχή του σε ποδοσφαιρικό αγώνα αλλά και απλής άθλησης, αλλά αντίθετα του χορήγησε ιατρική βεβαίωση για εγγραφή στη γυμναστική, γεγονός που οδήγησε στη διαμόρφωση λανθασμένης κρίσης στον θανόντα και στους οικείους του και ότι αυτός μπορεί να παίξει ακίνδυνα ποδόσφαιρο, ενέργεια που αιτιωδώς συνδέεται με τον επίδικο θάνατο του, που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας ποδοσφαιρικής αναμέτρησης". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς ενόχους του ότι: Στους παρακάτω αναγραφόμενους χρόνους και τόπους επέφεραν από αμέλεια τους το θάνατο άλλου και δη του Τ. Χ.-Μ. του Ε., κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα που διεξαγόταν την 23η Νοεμβρίου 2003 στο γήπεδο Περιβολιών και στον οποίο ο παθών συμμετείχε ως ποδοσφαιριστής του Α.Ο. Πλατανιά, και μάλιστα, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προείδαν το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την κατωτέρα πράξη καθενός απ' αυτούς. Συγκεκριμένα α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Χ. του Κ., στον ... στις 21 Αυγούστου 2003, ως ιατρός της ποδοσφαιρικής ομάδας του Α.Ο. Πλατανιά και υπόχρεος να εξετάσει τους μέλλοντες να συμμετάσχουν στην άνω ομάδα και να θεωρήσει, εφόσον διαπίστωνε την καλή υγεία τους, την τακτική εξαμηνιαία κατάσταση υγείας των ποδοσφαιριστών, που θα συμμετείχαν στην άνω ομάδα, παρότι, εξετάζοντας τον ανωτέρω παθόντα, εντόπισε άμεσα ότι παρουσίαζε καρδιολογικό πρόβλημα (δυσμορφία θωρακικού τοιχώματος και έκτατες κοιλιακές συστολές) και παρότι διαπίστωσε ότι ο ανωτέρω όφειλε να υποβληθεί σε καρδιολογικές εξετάσεις, εξεταζόμενος από ειδικό καρδιολόγο, ο οποίος και μόνο θα μπορούσε να αποφανθεί για το εάν ο ανωτέρω αθλητής ήταν σε θέση να συμμετάσχει στην ανωτέρω ποδοσφαιρική ομάδα, όταν (την 21 Αυγούστου 2003) του προσκομίσθηκε η υπ' αριθμ.πρωτ.105/2003 κατάσταση υγείας ποδοσφαιριστών του Α.Ο. Πλατανιά, στην οποία επιβεβαιώνεται ότι οι περιληφθέντες σ' αυτήν αθλητές (μεταξύ των οποίων και ο άνω παθών) είναι απολύτως υγιείς, ώστε να συμμετάσχουν σε αγώνες της ανωτέρω ποδοσφαιρικής ομάδας, αν και ως εκ του επαγγέλματος του (γενικός ιατρός) και της ιδιότητας του (ως ιατρού της άνω ομάδας) όφειλε να αρνηθεί να θεωρήσει την περιλαμβάνουσα τον ανωτέρω παθόντα κατάσταση, εφόσον δεν του προσκομίσθηκε βεβαίωση καρδιολόγου, ότι ο άνω αθλητής υπεβλήθη σε ειδικές καρδιολογικές εξετάσεις και ότι ο τελευταίος μπορεί χωρίς κίνδυνο να συμμετάσχει στην άνω ομάδα και στους αγώνες αυτής, τούτος όλως πλημμελώς υπέγραψε την άνω κατάσταση και ούτως κατέστησε δυνατή τη συμμετοχή του Τ. Χ.-Μ. στην ανωτέρω ποδοσφαιρική ομάδα, συμμετοχή που αιτιατά (λόγω της καταπόνησης της καρδιάς του) οδήγησε στο θάνατό του από υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, κατά τη διάρκεια του αγώνος μεταξύ του Α.Ο. Πλατανιά και του Α.Ο. Κούτσουρα Σταυροχωρίου στο άνω γήπεδο, την 23η /11/2003. β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ι. Φ. του Ν., από την 29η /8/2003 και μέχρι την 23η /11/2003, στην Αθήνα, ως καρδιολόγος (υπόχρεος σε αυξημένη επιμέλεια και προσοχή), παρότι γνώριζε ότι ο άνω παθών είχε επιβαρημένο οικογενειακό ιστορικό τόσο από την πλευρά του πατρός του (αφού ήταν θεράπων ιατρός του Κ. Μ., συγγενούς του Ε. Μ., πατρός του παθόντος) όσο και ιδίως από την πλευρά της μητρός του (αφού του ανακοινώθηκε από την ιδία την μητέρα του παθόντος ότι ο αδερφός της εμφάνισε σοβαρό καρδιολογικό πρόβλημα σε νεαρά ηλικία) και παρότι εντόπισε και ο ίδιος (κατά την επίσκεψη του παθόντος την 29η Αυγούστου 2003 στο ιατρείο του) έκτακτες κοιλιακές συστολές (οι οποίες άλλωστε είχαν διαπιστωθεί και επισημανθεί και σε ηλεκτροκαρδιογράφημα στο οποίο είχε υποβληθεί νωρίτερα από τον καρδιολόγο Μ. Μ., ο οποίος για τον λόγο αυτό είχε αρνηθεί να χορηγήσει ιατρική βεβαίωση για συμμετοχή στην άνω ποδοσφαιρική ομάδα του παθόντος, ενόψει, δε, αυτών ήταν αναγκαία η συνέχιση των καρδιολογικών εξετάσεων (με την υποβολή του παθόντος σε εξέταση Χόλτερ ρυθμού) για να εντοπισθεί ειδικότερα το καρδιολογικό πρόβλημα αυτού και ιδίως η έκταση του, εξέταση, άλλωστε, που και ο ίδιος σύστησε, αν και όφειλε μέχρι την ολοκλήρωση των εν λόγω εξετάσεων να μην επιτρέψει την συμμετοχή του παθόντος σε αγώνες ποδοσφαίρου (ώστε να αποφευχθεί πιθανός κίνδυνος της ζωής του εκ της σοβαρής καταπονήσεως της καρδιάς κατά την διάρκεια των εν λόγω αγώνων), αυτός όλως πλημμελώς χορήγησε την από 29 Αυγούστου 2003 ιατρική βεβαίωση, με την οποία επιτρεπόταν η συμμετοχή του άνω αθλητού σε γυμναστική (ομάδα) και δη στη άνω ομάδα ποδοσφαίρου, με συνέπεια να επιτραπεί η κανονική συμμετοχή του παθόντος στους αγώνες της προαναφερθείσης ποδοσφαιρικής ομάδας, ενώ ακολούθως, όταν μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2003, του ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων (Χόλτερ ρυθμού) στις οποίες υπεβλήθη ο άνω ποδοσφαιριστής και στις οποίες εντοπίσθηκαν πάρα πολλές πρώιμες έκτακτες κοιλιακές συστολές της καρδιάς, που υποδείκνυαν σοβαρό παθολογικό καρδιολογικό υπόστρωμα, το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί και συνέπεια του οποίου δεν θα έπρεπε ο παθών να συμμετάσχει σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, ο κατηγορούμενος (έως την 23η Νοεμβρίου 2003) όχι μόνο δεν ανακάλεσε τη χορηγηθείσα βεβαίωση, αλλά ούτε επεσήμανε στον παθόντα και στους συγγενείς του ότι δεν θα έπρεπε να συμμετάσχει στους ποδοσφαιρικούς αγώνες της άνω ομάδας, με αποτέλεσμα να συνεχίσει ο Τ. Χ.-Μ. να συμμετέχει στους αγώνες της προαναφερθείσης ποδοσφαιρικής ομάδας και μάλιστα στον προαναφερθέντα ποδοσφαιρικό αγώνα που έλαβε χώρα στις 23 Νοεμβρίου 2003 και κατά τον οποίο (λόγω της καταπονήσεως της καρδιάς του) υπέστη σοβαρό καρδιολογικό επεισόδιο που οδήγησε στο θάνατό του (από υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης γίνεται αναφορά του είδους της αμέλειας των αναιρεσειόντων, αφού διαλαμβάνεται ότι οι αναιρεσείοντες "από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν δεν προείδαν το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα" δηλαδή το θάνατο του ασθενούς J. H. Μ.". Ήτοι διαλαμβάνεται ότι πρόκειται περί αμελείας άνευ συνειδήσεως και η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ο τρόπος τέλεσης από τους αναιρεσείοντες του άνω ποινικού αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και με παράλειψη εγκείμενη στο ότι, ως ιατροί, και εντεύθεν υπόχρεοι εκ της ιδιότητάς τους αυτής να λάβουν τα επιστημονικώς δέοντα μέτρα προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος, χορήγησαν τις αναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις περί του ότι ο θανών ποδοσφαιριστής μπορούσε να συμμετάσχει σε ποδοσφαιρικούς αγώνες ενώ είχαν διαπιστώσει ότι αυτός είχε πρόβλημα καρδιολογικό και έτσι κατά τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας, ήτοι εκείνους οι οποίοι είναι επιστημονικώς αναγνωρισμένοι και δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση, όφειλαν να αρνηθούν να χορηγήσουν τις βεβαιώσεις αυτές. Υπό τις άνω παραδοχές, υπήρχε πράγματι ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων, ως ιατρών, προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος, η οποία θεμελιώνεται στο σύμπλεγμα των νομικών καθηκόντων τους ως ιατρών προκειμένου να είχαν ενεργήσει κατά τους επιβαλλόμενους και κοινώς αναγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες αφού εκ της ιδιότητος αυτής και τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας δεν έπρεπε να επιτρέψουν τη συμμετοχή τούτου σε ποδοσφαιρικούς αγώνες. Έτσι, στις άνω παραδοχές διαλαμβάνεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους προς αποτροπή του θανατηφόρου αποτελέσματος ως και ο σχετικός επιτακτικός κανόνας από τον οποίο αυτή πηγάζει και δεν ήταν αναγκαία σε κάθε περίπτωση η ειδική μνεία του άρθρου15 του ΠΚ (ΑΠ 1220/ 2008). Υπό τις άνω παραδοχές περαιτέρω, διαλαμβάνεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της άνω αμέλειας των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος αφού αναφέρεται ότι στην επέλευση του θανάτου του ανωτέρω συνέβαλαν οι διαλαμβανόμενες ενέργειες και παραλείψεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων αφού ο πρώτος τούτων (Β.), αν και διεπίστωσε έγκαιρα ότι ο μετέπειτα θανών ποδοσφαιριστής εμφάνιζε καρδιολογικό πρόβλημα χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πλήρως την έκταση και τη σοβαρότητά του, εν τούτοις, βεβαίωσε ψευδώς ότι αυτός χαίρει υγείας και μπορούσε να συμμετάσχει για το επόμενο διάστημα στις αγωνιστικές δραστηριότητες της ομάδας του και στη συνέχεια, ενώ έλαβε γνώση της από 23-8-2003 ιατρικής βεβαίωσης του συγκατηγορουμένου του, στην οποία γινόταν λόγος της ύπαρξης έκτακτων καρδιακών συστολών εφησύχασε αδικαιολόγητα και επέτρεψε τη συμμετοχή του σε αγώνες ενώ έπρεπε να επικοινωνήσει με το συγκατηγορούμενό του καρδιολόγο και να απαγορεύσει τη συμμετοχή του θανόντος στους αγώνες, ο δε δεύτερος (Φ.), αν και διεπίστωσε την ύπαρξη έκτακτων κοιλιακών συστολών και έχοντας υπόψη του την ύπαρξη βεβαρυμένου οικογενειακού ιστορικού του θανόντος, δεν συνέστησε σε αυτόν (θανόντα) την αποφυγή συμμετοχής του όχι μόνο σε ποδοσφαιρικό αγώνα αλλά και σε απλή άθληση τούτου, αλλά αντίθετα, χορηγώντας σε αυτόν ιατρική βεβαίωση για εγγραφή του στη γυμναστική, οδήγησε το θανόντα και τους οικείους του στην εσφαλμένη κρίση ότι μπορούσε να παίξει ελεύθερα ποδόσφαιρο. Έτσι κατά τις παραδοχές οι άνω ενέργειες και παραλείψεις (συγκλίνουσες) αιτιωδώς συνδέονται με το θάνατό του, αφού αυτές συνιστούν παραβάσεις των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση, ενώ αν είχαν τηρηθεί οι κανόνες αυτοί δια της μη διαβεβαιώσεως του θανόντος ότι μπορούσε να συμμετέχει σε τέτοιους αγώνες ή στη γυμναστική και συστάσεως του να μη συμμετέχει, ο θάνατός του κατά τις παραδοχές θα είχε αποφευχθεί. Περαιτέρω δεν υφίσταται ασάφεια ή αντίφαση στις παραδοχές αυτές περί της αμελούς συμπεριφοράς τους, ούτε υπό την έννοια της εκ πλαγίου παράβασης, ενώ αντιθέτως, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι των αιτήσεων αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει οι αιτήσεις να απορριφθούν και επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12-7-2010 και 13-7-2010 αιτήσεις των Χ. Β. του Κ., ιατρού, κατοίκου ... και Ι. Φ., ιατρού, κατοίκου ... αντίστοιχα, για αναίρεση της 803/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Πότε απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 Π.Κ. Ποινική ευθύνη του ιατρού όταν παρέβη τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση και η ενέργειά του δεν είναι σύμφωνη με το αντικειμενικά καθήκον επιμέλειας. Το είδος της αμέλειας πρέπει να προσδιορίζεται (ενσυνείδητη - άνευ συνειδήσεως). Απορρίπτει αιτήσεις.
| null | null | 0
|
Αριθμός 630/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 2παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Σ. του Σ. και 2. Α. συζ. Κ. Σ. του γένος Α. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Χτήστο Κρανιδιώτη και Ιωάννη Μαντζουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Απριλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 10/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1.10.2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων του εφετείου που υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, αναίρεση επιτρέπεται από τότε που δεν συγχωρείται ανακοπή ερημοδικίας λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεώς της και αν δεν κοινοποιήθηκε η απόφαση, από τότε που ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα άσκησης ή από το ένδικο μέσο που ήδη άσκησε, διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, κατά το άρθρο 577 παρ.2 του ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως και όχι συζητήσεως της αναιρέσεως, ενώ η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ή από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει και με το επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου δικόγραφο της αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 9/1996) από δικηγόρο με ειδική πληρεξουσιότητα, εκτός αν επακολούθησε έγκριση, έστω και σιωπηρή. Αν η έφεση απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, όπως θεωρείται και η απόρριψη λόγω(πραγματικής ή πλασματικής) ερημοδικίας του εκκαλούντος (Ολ.ΑΠ 16/1990), τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που θεμελιώνουν αναιρετικούς λόγους, προτείνονται ως λόγοι αναιρέσεως κατά της ερήμην του εκκαλούντος αποφάσεως του Εφετείου, η οποία, μετά την απόρριψη της έφεσης, ενσωματώνει την πρωτόδικη απόφαση αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της (Ολ.ΑΠ 16/1990), ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η αναίρεση στρέφεται μόνον κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία αυτής και προσβάλλεται μόνον ως προς την απορριπτική της εφέσεως διάταξη και τέλος, αν η έφεση ευδοκίμησε και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του εφετείου (Ολ.ΑΠ 40/1996). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των αποδεικτικών επιδόσεως ή τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδοθέν δικόγραφο ή την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ή το ασκηθέν ένδικο μέσο, μπορεί δε η τελεσιδικία και να συνομολογείται.
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 10/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης ως ανυποστήρικτη και δίκασε ερήμην του αναιρεσείοντος-εφεσιβλήτου την αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων. Όμως ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει με επίκληση αποδεικτικά επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε προβάλλει με το αναιρετήριο ότι παραιτείται από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της αποφάσεως αυτή ή άλλον νόμιμο τρόπο τελεσιδικίας της, ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμά του για προσβολή της με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Επομένως, κατά το μέρος που στρέφεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 10/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, που έχει εκδοθεί ερήμην του εκκαλούντος, χωρίς να επικαλείται νόμιμο τρόπο τελεσιδικίας της, είναι απαράδεκτη. Επίσης απαράδεκτη είναι η αίτηση αναιρέσεως και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης 171/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία, ως προς μεν το κεφάλαιο των 146.735 ευρώ, που αφορά διαφυγόντα κέρδη λόγω ελλείψεως της συμφωνημένης ιδιότητας του πωληθέντος από τον αναιρεσείοντα προς τους αναιρεσιβλήτους ετοίμου σκυροδέματος, εξαφανίσθηκε κατόπιν παραδοχής σχετικού λόγου έφεσης των αναιρεσιβλήτων από το Εφετείο και έπαυσε να ισχύει, ως προς δε το υπόλοιπο μέρος της έχει ενσωματωθεί στην εφετειακή απόφαση μετά την πλασματική ερημοδικία του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2009 αίτηση του Ι.Κούρου για αναίρεση της 10/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και της συμπροσβαλλόμενης 171/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατ’ (ερήμην) αποφάσεως Εφετείου, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ερήμην του πρωτόδικης απόφασης ως ανυποστήρικτη. Απαράδεκτη εφόσον δεν γίνεται επίκληση νόμιμου τρόπου τελεσιδικίας. -Αναίρεση κατά (συμπροσβαλλόμενης) ερήμην απόφασης Πρωτοδικείου. Απαράδεκτη διότι κατά ένα μέρος της μεν η πρωτόδικη έχει εξαφανισθεί κατά παραδοχή αντίθετης έφεσης αναιρεσιβλήτων και έπαυσε να ισχύει, κατά το υπόλοιπο δε έχει ενσωματωθεί στην εφετειακή απόφαση μετά την πλασματική ερημοδικία του εκκαλούντος.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 644/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κράγκαρη, περί αναιρέσεως της 37885/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1343/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 473 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, με επίδοση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τον δικαιούμενο, που ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης και διαμένει στην Ελλάδα, είναι είκοσι ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης και δεν αρχίζει πριν από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 παρ.2 ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση εκπροσώπησης του κατηγορουμένου από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδ.γ' ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η κατά του εκκαλούντος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον διορισθέντα συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία προς άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής αρχίζει από την καταχώρησή της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται ως παρών. Τέλος, από τη γενική αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι δυνατή η άσκηση ένδικου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησής του, αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο παραπάνω λόγο. Αν δεν το πράξει το ασκηθέν ένδικο μέσο είναι, ως εκπρόθεσμο, απαράδεκτο και απορριπτέο (ΚΠΔ 476 παρ.1). στην προκείμενη περίπτωση η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28.9.2010, η δε προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε, με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα εκπροσωπούμενο από το συνήγορό του και θεωρούμενος, κατά τα προαναφερόμενα, παρών, που διαμένει στην Ελλάδα, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 9.8.2010, που όμως η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης (μη υπολογιζομένου του μηνός Αυγούστου) άρχισε την 1.9.2010. Επομένως, ασκήθηκε μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας (1.9.2010 - 20.9.2010), που προβλέπει το παραπάνω άρθρο 473 ΚΠΔ και είναι εκπρόθεσμη. Στην αναίρεση διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, λόγω ανώτερης βίας και συγκεκριμένα, διότι ασθένησε, κατά το, από 19.9.2010, διάστημα όταν επρόκειτο να αναθέσει στο δικηγόρο του να καταθέσει αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, υποστάς καρδιακό επεισόδιο, ένεκα του οποίου, αφού παρήλθε η πρώτη κρίση μετέβη στην Ιταλία, όπου υπεβλήθηκε σε εξετάσεις ιατρικές και σε συμπληρωματική θεραπεία και μόλις την Παρασκευή 24.9.2010 μπόρεσε να συνεννοηθεί με το δικηγόρο του για την υποβολή της παρούσας. Δεν γίνεται όμως μνεία στην αίτηση αναίρεσης των αποδεικτικών μέσων από τα οποίο να προκύπτουν τα επικαλούμενα περιστατικά, ιατρικές εξετάσεις, ιατρικά πιστοποιητικά της ασθένειάς του και της διάρκειας αυτής μέχρι 24.9.2010, ούτε προσκομίστηκαν αυτά κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. συνεπώς, εφόσον τα περιστατικά αυτά δεν αποδείχθηκαν, αφού ο αναιρεσείων προς απόδειξη τούτων δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο, ο ισχυρισμός του ότι η καθυστερημένη άσκηση του προκείμενου ένδικου μέσου, οφείλεται σε ανώτερη βία είναι απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 28 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 37885/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορο, που αρχίζει από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο. Απορρίπτει αίτηση, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της. Για να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ αποδεικνύονται τα επικαλούμενα περιστατικά ανώτερης βίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 644/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Σπύρο Ροΐδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουνίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4012/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 48/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαΐου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1007 παρ. 1 και 976 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, στη δεύτερη τάξη των απαιτήσεων εκείνων, που έχουν ειδικά προνόμια στο ακίνητο που εκπληστηριάσθηκε, κατατάσσονται και οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση, με τη σειρά βέβαια της εγγραφής τους και τυχαία. Για την κατάταξη στην τάξη αυτή κάποιας απαιτήσεως που αναγγέλθηκε είναι απαραίτητο όχι απλώς να υπάρχει γραμμένη προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο που εκπληστηριάσθηκε, αλλά η προσημείωση αυτή να εξασφαλίζει αυτή την ίδια την απαίτηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημειώσεως υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ), που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη. Η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που είναι σύμφωνη με την όλη διάρθρωση και την ενότητα του συστήματος της αναγκαστικής εκτελέσεως, προσεπιβεβαιώνεται δε και από την αναδρομή στα πρακτικά της συντακτικής Επιτροπής του Σχεδ. ΚΠολΔ (τόμος V III σελ. 38-39), ως "αναγγελθέντες δανειστές", έναντι των οποίων δεν αντιτάσσεται η, μετά την εγγραφή της κατασχέσεως στο οικείο βιβλίο, μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης, θεωρούνται όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά το άρθρο 972 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και της κατατάξεως, όχι δε μόνον εκείνοι που συμπτωματικά είχαν αναγγελθεί σε χρόνο προγενέστερο της μεταγραφής ή της εγγραφής της υποθήκης ή της προσημειώσεως (Ολ. ΑΠ 6/1998). Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216§1, 585, 933 και 979§2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι οι λόγοι του διαπλαστικού χαρακτήρα ένδικου βοηθήματος της ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής, με σκοπό εκβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού, μπορούν να αφορούν: α) είτε την ύπαρξη της απαιτήσεως του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, οπότε, αν αυτή δεν έχει καταταγεί καθόλου ή έχει καταταγεί ως μη προνομιακή στον πίνακα κατατάξεως, ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή (και) το προνόμιο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου και να παρέχεται στον καθ'ου η δυνατότητα να αμυνθεί, β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της κατατάξεως της απαιτήσεως άλλου δανειστή, γ) είτε και σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθού που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, οπότε αρκεί η άρνηση αυτή και μόνον για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής. Στην τελευταία περίπτωση ο καθ'ού η ανακοπή φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεώς του γεγονότων, καθώς και εκείνων που προσδίδουν σε αυτή προνομιακό χαρακτήρα, γιατί διαφορετικά, εάν δηλαδή ο καθ'ού η ανακοπή, που επέχει θέση ενάγοντος, δεν επικαλεσθεί κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τρόπο σαφή και ορισμένο αυτά τα γεγονότα ή δεν τα αποδείξει, γίνεται δεκτή η ανακοπή. Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η αίτηση) επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 28/1998). Το έννομο δε συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δικ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1 και όχι του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος ανακύπτει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για το υποβαλλόμενο αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 8-6-2006 ανακοπής της αναιρεσείουσας, που συντελείται επιτρεπτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι εκτίθενται σε αυτή τα ακόλουθα: Με την 1218/30-1-2006 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Δ. Κ., εκπλειστηριάσθηκε κατά τις 15-3-2006 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Αικ. Πολιτάκη-Παπαδημητρίου, ένα ακίνητο του Ν. Γ., με επίσπευση του καθ'ού, και στον συνταχθέντα, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος που επιτεύχθηκε (ποσού 115.000 ευρώ), 19.033/30-5-2006 πίνακα κατάταξης της εν λόγω συμβολαιογράφου, ο καθ'ού εσφαλμένως κατετάγη προνομιακώς για ποσό 50.000 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλής του καθ'ού η εκτέλεση προς αυτόν από σύμβαση δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας (οφειλής) είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, χωρίς όμως να αναφέρονται στην ίδια απαίτηση τα παραστατικά αναγγελίας της (που αφορούσαν αξίωση από διαταγή πληρωμής με βάση συναλλαγματική), ενώ η ανακόπτουσα με την από 28-3-2006 αναγγελία της είχε αναγγελθεί στον πλειστηριασμό για δυο απαιτήσεις της κατά του καθ'ου η εκτέλεση ποσών 176.927 και 102.566 ευρώ από ισάριθμες συμβάσεις στεγαστικού δανείου και αλληλόχρεου λογαριασμού (που έκλεισε) αντιστοίχως, από τις οποίες η πρώτη απαίτηση ήταν ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί στις 16-3-2006, αμφισβητώντας γενικώς την κατάταξη και το προνόμιο του καθ'ού. Γι' αυτό ζητείται να μεταρρυθμισθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης και να καταταγεί στη θέση του καθ'ού η ανακόπτουσα. Με το ως άνω - σύμφωνα και με τις παραδοχές του Εφετείου - περιεχόμενο η ανακοπή, κατά το μέρος μεν που προβάλλεται προνόμιο κατατάξεως της αναιρεσείουσας στον προσβαλλόμενο πίνακα, λόγω εμπράγματης ασφάλειας της πρώτης από τις απαιτήσεις της, είναι μη νόμιμη, καθ' όσον η επικαλούμενη προσημείωση υποθήκης φέρεται ότι έχει εγγραφεί για την εξασφάλιση της πρώτης από τις απαιτήσεις της μετά την κατάσχεση, (στις 16-3-2006), αλλά και μία ημέρα μετά τον πλειστηριασμό και συνεπώς δεν ήταν επιτρεπτό, κατά το άρθρο 997 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. να αντιταχθεί ένα τέτοιο προνόμιο έναντι των δανειστών που αναγγέλθηκαν στον πλειστηριασμό, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσίβλητος. Κατά το μέρος όμως που στην ανακοπή περιλαμβάνεται και αίτημα κατατάξεως αναγγελθεισών μη προνομιούχων απαιτήσεων της αναιρεσείουσας (και της προβαλλόμενης ως προνομιούχου σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως προνομίου), συνδυαζόμενο με την αμφισβήτηση από αυτή της προνομιακής κατάταξης του καθ'ού, ήταν αυτή (η ανακοπή) ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη, στις διατάξεις των άρθρων 972 και 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Από την τελευταία αυτή διάταξη θεμελιώνεται ουσιαστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, που ανήγγειλε τις απαιτήσεις της στον πλειστηριασμό, να ανακόψει τον συνταγέντα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα κατάταξης με μοναδικό λόγο την απλή αμφισβήτηση ή άρνηση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου ή του προνομίου της, οπότε, αν ο τελευταίος δεν θα ανταποκρινόταν στο βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των αμφισβητούμενων περιστατικών της απαίτησής του (του προνομίου της στη συγκεκριμένη περίπτωση) θα έπρεπε η εν λόγω απαίτηση και οι (αποδεικνυόμενες) απαιτήσεις, για τις οποίες αναγγέλθηκε η αναιρεσείουσα, να καταταγούν (ως ανέγγυοι) συμμέτρως. Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη και κατά το τελευταίο αυτό μέρος της την ανακοπή, κρίνοντας ότι δεν περιείχε τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της ανεξαρτήτως των λόγων της και ενώ δέχθηκε ότι κατά τρόπο ορισμένο η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε την προνομιακή κατάταξη του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 48/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεων πλειστηριασμού (979 παρ. 2 ΚΠολΔικ). Για το ορισμένο αυτής αρκεί και η αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομίου της, οπότε ο καθ΄ ού φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των γενεσιουργών της απαιτήσεως του περιστατικών ή του προνομίου της. Ακυρότητα εγγραφής ή μεταγραφής προσημειώσεως υποθήκης (μετά την κατάσχεση) έναντι όλων των νόμιμων αγγελθέντων δανειστών, ανεξαρτήτως χρόνου αναγγελίας 997 παρ. 3 ΚΠολΔικ. Μη νόμιμη η ανακοπή που επικαλείται τέτοιο προνόμιο. Κατά το μέρος όμως που περιέχει συνολική αμφισβήτηση απαίτησης καθ΄ ού είναι νόμιμη. Το Εφετείο αντιθέτως με το να απορρίψει στο σύνολό της την ανακοπή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης αναιρεσείουσας υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ. αναιρετική πλημμέλεια εσφαλμένως εφαρμόζοντας την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 626/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 1 και 8 Απριλίου 2011, προκειμένου να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, κατά της υπ' αριθμ. 334/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Τριμελές Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμόν 44DS 800JS 18078/07 - 11/8/2010 και από 3-9-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα της Εισαγγελίας της Νυρεμβέργης, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την από 21 Δεκεμβρίου 2010 έφεσή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Λάρισας και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 33/2011.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης", συνάγεται ότι κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, που διατάσσει την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, μέσα σε προθεσμία 24 ωρών από τη δημοσίευσή της, επιτρέπεται στον εκζητούμενο ή στον Εισαγγελέα η άσκηση εφέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 451 του ΚΠΔ, με τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα Εφετών. Ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, αποφαίνεται εντός 8 ημερών από την άσκηση της εφέσεως, μετά από κλήτευση του εκζητουμένου, αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του, 24 ώρες πριν από τη συζήτηση, με φροντίδα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ΚΠΔ. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, η έφεση που στρέφεται κατά αποφάσεως για την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αποτελεί ένδικο μέσο, κατά απόφασης, με συνεπεία να εφαρμόζονται αναλόγως και επ' αυτής οι διατάξεις των άρθρων 462 επ. του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 501 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, κατά την οποία, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (Α.Π. 1411/2010, 1202/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 7/2/2011 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων ..., ο εκκαλών-εκζητούμενος Ε. Α. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, για να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 334/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με την οποία διατάχθηκε να εκτελεστεί το από 3/9/2010 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης της Εισαγγελίας της Νυρεμβέργης, προκειμένου να παραδοθεί ο εκζητούμενος στην αναφερόμενη σ' αυτό δικαστική αρχή. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά τη δικάσιμο αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση έφεση, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/12/2010 έφεση του Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 334/2010 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στη Γερμανία του Έλληνα υπηκόου Ψ (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης). Δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου και απορρίπτεται η έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Η έφεση κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών για την εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 22 Ν. 3256/2004 περί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης) αποτελεί ένδικο μέσο και εφαρμόζονται αναλόγως και επ' αυτής οι διατάξεις των άρθρων 462 επ ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και του 501 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την οποία αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, η έφεσή του απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
| null | null | 2
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.