text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 622/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Χ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της ΒΤ4972/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1397/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 26-1-2011 αποδεικτικό του επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά ..., περί επιδόσεως στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση της υπ' αριθμ. 1397/22-11-2010 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το από 25-11-2010 αποδεικτό του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... περί επιδόσεως στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Γεώργιο Σκούτα με θυροκόλληση αντιγράφου της ως άνω κλήσεως του ιδίου Εισαγγελέα ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2010 αίτηση του Λ. Χ. του Β., για αναίρεση της ΒΤ 4972/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 621/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1357/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1619/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 17 Ιανουαρίου 2011 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχιφύλακα ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 16-2-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθ. 286/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Α. Σ. του Γ., για αναίρεση της 1357/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 619/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 240/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1522/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 15-12-2010 αποδεικτικό του Υπαρχιφύλακα του Α/Τ Βόλου ..., περί επιδόσεως στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στη δηλωθείσα στην αίτηση αναιρέσεως κατοικία του, της υπ' αριθμό 1522/1-12-2010 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από το από 6-12-2010 αποδεικτικό της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., περί επιδόσεως στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ζήση Κωνσταντίνου αντιγράφου της ως άνω κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον ως άνω Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Οκτωβρίου 2010 δήλωση-αίτηση του Π. Χ. του Ι., για αναίρεση της 240/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
Αριθμός 618/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου V. Q. του A., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 118/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1030/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 11-10-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., γραμματέας του Καταστήματος Κράτησης ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9/3/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 23-6-2010 αίτησή του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Ιουνίου 2010 αίτηση - δήλωση του V. Q. του A., περί αναιρέσεως της 118/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 611/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1.Σ. Ε. του Π. και 2.Ζ. Ζ. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η μεν 1η εκπροσωπήθηκε ο δε 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στελλούδη, περί αναιρέσεως της 55766/2010 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2010 δυο αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και β) να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον των αναιρεσειόντων για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 10-6-1998 κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 76002/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκτιθέμενα
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι υπό κρίση από 13 Σεπτεμβρίου 2010 αιτήσεις αναιρέσεως του Ζ. Ζ. και της Σ. Ε. κατά της υπ' αριθμό 55766/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτές και ταυτόσημοι, και πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους, να συνεκδικαστούν.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ 1 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφαση του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψη του να αποφανθεί. Η εν λόγω υποβολή τέτοιου αιτήματος πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωση τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ζ. Ζ., με το συναφή πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση με την ειδικότερη αιτίαση, ότι, ενώ προσκόμισε σειρά εγγράφων, των οποίων ζήτησε την ανάγνωση, το δικαστήριο παρέλειψε να προβεί στην ανάγνωση τους και εξ' αυτού στην αξιολόγηση και συνεκτίμηση τους. Από τα πρακτικά, όμως, της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα, προκύπτει ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν είχε προσκομίσει τα έγγραφα που ισχυρίζεται, ούτε είχε ζητήσει την ανάγνωση τους, καθώς και ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκε να αναγνώσει ή παρέλειψε να αποφανθεί και ότι κατά της αρνήσεως αυτής προσέφυγε στο δικαστήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 Κ.Π.Δ, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση του εγγράφου γίνεται στο σύζυγο του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω συγγενείς στον τόπο της κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται προς το δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό, ή προς τον πρόεδρο ή το γραμματέα της κοινότητας ή προς τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φροντίσουν για την τοιχοκόλληση του εγγράφου, που τους επιδόθηκε, σε ένα από τα δημοσιότερα σημεία και να στείλουν βεβαίωση για την τοιχοκόλληση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών γνωστή, στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων, είναι η κατοικία ή η διαμονή, η οποία είναι γνωστή στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση του εγγράφου. Έτσι, η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία, που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως κατοικία ή διαμονή του αποδέκτη της επιδόσεως είναι εκείνη, η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επιδόσεως απουσιάζει από την τελευταία αυτή γνωστή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεότερη, αλλά είναι άγνωστης διαμονής στην αρχή η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα από αυτά στο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα, εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή του Εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση, τη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση, ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί, γίνεται, σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη, μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή, εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από τη δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή χωρίς να δηλώσει αρμοδίως τη μεταβολή αυτή, η επίδοση αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει ακόμη και αν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής, κατά το άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, κατά την προδικασία απολογήθηκαν ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, ο οποίος διενεργούσε προανάκριση για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και δήλωσαν ως διεύθυνση της κατοικίας τους, την οδό ... αριθμός 63 στην .... Ενόψει, λοιπόν αυτών και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπήρχε υποχρέωση κατά το άρθρο 273 παρ.1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ, επιδόσεως της πρωτόδικης με αριθμό 76002/2002 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μέχρι αυτή να καταστεί αμετάκλητη, στους αναιρεσείοντες στην ανωτέρω δηλωθείσα από αυτούς διεύθυνση (...). Όμως, από τα με χρονολογία 13-6-2005 αποδεικτικά επιδόσεως σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή, προκύπτει ότι ο ειδικός φρουρός του Α.Τ Βούλας ..., μετέβη στην ανωτέρω γνωστή κατοικία των αναιρεσειόντων για να επιδώσει σ' αυτούς την πρωτόδικη με αριθμό 76002/2002 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και ότι δεν βρήκε εκεί τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι απουσίαζαν από την κατοικία τους και ήταν άγνωστης διαμονής, και αφού διαπίστωσε ύστερα από έρευνα, ότι δεν υπάρχει στην κατοικία αυτή ή αλλού πρόσωπο σχετικό προς τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.1 του Κ.Π.Δ, για να επιδώσει την απόφαση, δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός ή άλλος εξ' αίματος ή αγχιστείας ως τον τρίτο βαθμό συγγενείς τους, παρέδωσε την πιο πάνω απόφαση στο Δήμαρχο ..., ο οποίος στη συνέχεια την τοιχοκόλλησε στο πιο δημόσιο μέρος της έδρας του Δήμου. Περαιτέρω, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι εναντίον της υπ' αριθμ. 76002/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, άσκησαν ο μεν Ζ. Ζ. την υπ' αριθμ. 10538/24-7-2009 έφεση του, η δε αναιρεσείουσα Σ. Ε. την υπ' αριθμ. 14629/14-10-2009 έφεση της. Στις σχετικές εκθέσεις εφέσεως, για να δικαιολογήσουν την εκπρόθεσμη άσκηση τους, εκθέτουν ο μεν Ζ. Ζ. ότι: "ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης ούτε και του κλητήριου θεσπίσματος ως σήμερα που εγκαταστάθηκα στο χωριό της μητέρας μου, η δε Σ. Ε. ότι: "ουδέποτε έλαβε γνώση ούτε της κοινοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση στην ως άνω διεύθυνση (...), στην οποία διαμένει με τον υιό της πέραν της δεκαετίας, το όνομα δε Ζ. που αναφέρεται δεν την αφορά". Η προσβαλλόμενη με αριθμό 55766/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης τους, δηλαδή μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση σ' αυτούς της εκκαλουμένης αποφάσεως (473 Κ.Π.Δ), δέχθηκε ότι νομίμως έγινε η επίδοση της αποφάσεως αυτής στους αναιρεσείοντες, ως άγνωστης διαμονής (στη διεύθυνση που οι ίδιοι είχαν δηλώσει προανακριτικώς, χωρίς στη συνέχεια να δηλώσουν αλλαγή διευθύνσεως κατά το άρθρο 273 ΚΠ.Δ. Όμως, ενόψει των προεκτεθέντων η επίδοση στους αναιρεσείοντες της εκκαλουμένης αποφάσεως, έπρεπε να γίνει στη δηλωθείσα πιο πάνω διεύθυνση της κατοικίας τους (...), όπως ορίζει το άρθρο 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και να μη θεωρηθεί ότι αυτοί ήταν άγνωστης διαμονής, και συνεπώς, η επίδοση της ως άνω αποφάσεως που έγινε κατά τον τρόπο αυτό ήταν άκυρη (άρθρο 154 παρ.2 ΚΠΔ), με αποτέλεσμα, να μην έχει αρχίσει η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου των εφέσεων, οι οποίες ασκήθηκαν παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες και εμπροθέσμως. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, ως εκπρόθεσμες υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και κατέστησε την απόφαση του αναιρετέα, κατά τον προβαλλόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του Κ.Π.Δ, σχετικό λόγο αναιρέσεως, που πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος.
Περαιτέρω, εφόσον, η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (άρθρα 12, 18 ΠΚ και άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως αντ. με άρθρο 1 Ν.Δ 1325/1972), φέρεται ότι τελέσθηκε την 10 Ιουνίου 1998, έκτοτε δε και μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την 18-6-2010, αλλά και μέχρι την εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως, κατά την 4-2-2011, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (9-3-2011), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε, ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ), πρέπει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων για την παραπάνω πράξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ίδιου Κώδικα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 55766/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων Ζ. Ζ. του Γ. και Σ. Ε. του Π., για παράβαση του νόμου περί επιταγών από κοινού, πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα, την 10 Ιουνίου 1998 και συγκεκριμένα του ότι: στην Αθήνα την 10-6-1998 από κοινού εξέδωσαν επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της ή της πληρωμής της και συγκεκριμένα την με αριθμ. ... επιταγή της BANQUE NATIONALE DE PARIS, ποσού 6.700.000 δραχμών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση: α) της έλλειψης ακροάσεως και β) της υπερβάσεως εξουσίας, λόγω της ακυρότητας της επίδοσης, διότι είχε γνωστή διαμονή και ως εκ τούτου θα έπρεπε να κληθεί στη γνωστή διεύθυνση που είχε δηλώσει στην προδικασία. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του αξιοποίνου της πράξεως.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 620/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ.-Α. Τ. του Α.-Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3929/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1295/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα με χρονολογίες 21 Οκτωβρίου 2010 και 1 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως προς τον αναιρεσείοντα και τον αντίκλητό του δικηγόρο Φώτιο Μήτση του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 2-2-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθ. 154/2-2-2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Χ.-Α. Τ. του Α.-Χ., για αναίρεση της 3929/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 624/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4153-4153Α/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Ε. Σ. του Ε., με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 112/2011.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 8-2-2011 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., επιμελήτριας του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 2/3/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 3-1-201 Ι αίτηση του. Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με την με αριθ. 371/2011 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με αίτημα αγγέλου δικηγόρου του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση της 16-3-2011. Όμως, κατά την τελευταία αυτή συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιανουαρίου 2011 αίτηση - δήλωση του Δ. Σ. του Α., περί αναιρέσεως της 4153, 4153 Α/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ( κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 1
|
Αριθμός 608/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)I. M. του R., κατοίκου ..., 2)M. V. του G., κατοίκου ..., και 3)D. T. του D., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κορκοβέλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.646/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Σεπτεμβρίου 2010 (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1393/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 14-9-2010 αυτοτελείς αναιρέσεις των I. M. του R., M. V. του G. και D. T. του D. κατοίκων ..., οι πρώτος και τρίτος και ... ο δεύτερος, για αναίρεση της 646/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, με την οποία έκαστος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για την πράξη της λαθρεμπορίας, που τέλεσαν από κοινού.
Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεως του. Με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρει ούτε προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις απολογίες των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δεν απολογήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αφού εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, "αφού έλαβε τελευταίος το λόγο από τον πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί, ζήτησε να γίνει δεκτό το αίτημα του περί αναβολής της δίκης, για κρείσσονες λόγους, άλλως ζήτησε την απαλλαγή των κατηγορουμένων".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1α του ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτική διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ιδίου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν την ανάγνωση του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε παρά το νόμο ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Με το δεύτερο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια της ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο διότι το δικαστήριο δεν ανέγνωσε την απολογία του μη ασκήσαντος έφεση συγκατηγορουμένου τους D. A. D. μολονότι ζήτησαν τούτο, επειδή αποτελούσε για αυτούς σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο ώστε να δυνηθούν να ασκήσουν τα κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικά τους δικαιώματα. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό των αναιρεσειόντων με την εξής αιτιολογία "Το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, σχετικά με την ανακριτική απολογία του D. A. D., συγκατηγορουμένου των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, όπως αόριστα αυτοί ζητούν, γιατί δεν πρόκειται να προσφέρει στην παρούσα ποινική υπόθεση, αλλ' αντιθέτως, θα βραδύνει χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο την έκβαση της. Η απολογία του μη ασκήσαντος έφεση κατηγορουμένου D. A. D., δεν μπορεί να αναγνωστεί στο ακροατήριο εκ του λόγου ότι ελλείπει επίσημη μετάφραση του κειμένου της ξενόγλωσσης αυτής απολογίας στην Ελληνική γλώσσα, (βλ. ΑΠ. 1375/1999 Ποιν.Χρ. Ν', 653). Σημειωτέον ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν εγκαίρως γνώση της δικογραφίας και των πειστηρίων και δεν δυσχεραίνεται η υπεράσπιση τους, αφού είχαν τη δυνατότητα ευχερώς να την ετοιμάσουν, δεδομένου ότι υπήρχε πρόσβαση στα πειστήρια της δικογραφίας, στα οποία βρίσκεται το ως άνω στοιχείο, και επαρκής χρόνος για τους κατηγορούμενους να ασκήσουν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα, πράγμα που δεν έγινε και που ενισχύει την άποψη ότι ο προβαλλόμενος λόγος αναβολής για την αιτία αυτή είναι προσχηματικός και αποσκοπεί στην παρέλκυση της δίκης με απώτερη επιδίωξη την παραγραφή του αξιόποινου της πράξεως, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 3-7-2002 και έχει ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα επτά ετών και οκτώ μηνών περίπου". Έτσι το δικαστήριο αποφάνθηκε επί του άνω αιτήματος των αναιρεσειόντων και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου δεν εχώρησε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παρεπομένως ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 2 και 321 παρ. 1 δ', ε' και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά, υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύτηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, δεδομένου ότι το "αντίτυπο" που επιδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου, σύμφωνα και με την έννοια της λέξης "αντίτυπο" που χρησιμοποιείται στο νόμο, άλλωστε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 εδ. ε' ΚΠΔ, απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόχειρη τοιαύτη (ΑΠ 687/ 2002, ΑΠ 2/ 2007, ΑΠ 1446/ 2004). Με τον τρίτο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα τον ισχυρισμό τους για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που τους επιδόθηκε συνιστάμενο στο ότι δεν προέκυπτε από κανένα νόμιμο και έγκυρο στοιχείο της δικογραφίας ότι τους έγινε έγκυρη και νόμιμη επίδοση όλου του κλητηρίου θεσπίσματος αλλά αντίθετα μόνο τμήματος αυτού, το οποίο όμως δεν περιείχε μεταξύ άλλων στοιχείων τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορούντο, τη μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προέβλεπε, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Τον ισχυρισμό τους αυτό οι αναιρεσείοντες προέβαλαν πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, στη συνέχεια τον προέβαλαν με λόγο έφεσης και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, σε εκτέλεση αίτησης δικαστικής συνδρομής, η Δ. Ατανάσοβ, Ανακρίτρια της Εθνικής Ανακριτικής Υπηρεσίας της Σόφιας Βουλγαρίας, εξέτασε τους ήδη κατηγορούμενους με την ιδιότητα του κατηγορουμένου της σχετικής ανακριτικής παραγγελίας του καταλόγου της εν λόγω υπηρεσίας. Όπως προκύπτει εκ των στη δικογραφία απολογιών των κατηγορουμένων, αυτοί απολογήθηκαν ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας για την αποδιδόμενη σ' αυτούς, δια του κλητηρίου θεσπίσματος, κατηγορία, αφού προηγουμένως τους αναφέρθηκαν τα δικαιώματα τους κατά τα άρθρα 100-105 και 273 Κ.Π.Δ., αναφερθέντες στα συνιστώντα την κατηγορία πραγματικά περιστατικά, ώστε να παρίσταται ανακριβής ο ισχυρισμός τους ότι δεν έλαβαν γνώση της κατηγορίας, την οποία αρνήθηκαν. Ειδικώς, καθόσον αφορά το αναφερόμενο στην περί ης πρόκειται κατηγορία περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, τούτο γνωστοποιήθηκε στους κατηγορούμενους δια διερμηνέως στη μητρική τους γλώσσα, τη Βουλγάρικη, κατά την ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας απολογία τους, όπως προκύπτει από την οικεία απολογία τους και επομένως έλαβαν γνώση της αποδιδόμενης δια του κλητηρίου θεσπίσματος κατηγορίας και όλων των σ' αυτό αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στοιχειοθετούντων την κατηγορία, με την παρουσία μάλιστα και συνηγόρου τους. Η ίδια κατηγορία, χωρίς καμία μεταβολή, διατυπώθηκε και στο υπ' αριθμ. 4879/2006 κλητήριο θέσπισμα, που συντάχθηκε στη συνέχεια στη Βουλγάρικη γλώσσα και επιδόθηκε σ' αυτούς αυτοπροσώπως. Το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε νόμιμα στους κατηγορούμενους, περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 321 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ακριβή καθορισμό της πράξεως της λαθρεμπορίας σαν σύνολο περιστατικών, για την οποία κατηγορούνται αυτοί, τη μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του Εισαγγελέα που το εξέδωσε καθώς και τη χρονολογία, την ημέρα και ώρα εμφανίσεως τους στο ακροατήριο, καθόσον, ακολούθως, παραπέμφθησαν για λαθρεμπορία στο ακροατήριο του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, συνεδριάσαντος στις 22-12-2008. Επίσης νομότυπα έγινε και η επίδοση της οικείας κλήσεως στους κατηγορούμενους, οι οποίοι και εκπροσωπήθηκαν νομίμως από συνήγορο κατά τη δικάσιμο της 20-7-2009, ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που συζητήθηκε η οικεία αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς περί ανακλήσεως της υπ' αριθμ. 8782/22-12-2008 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου κατά τα τμήματά της, που είναι προπαρασκευαστική. Ενόψει αυτών, οι κατηγορούμενοι έχουν νόμιμα κατηγορηθεί και δεν είναι άκυρη η γενόμενη κατά τα ανωτέρω επίδοση των οικείων κλήσεων σ' αυτούς για να παραστούν στην ανάκληση της παραπάνω απόφασης. Έτσι έκρινε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθ. ΑΤ 5651/2009 απόφασή του, ανακαλώντας την υπ' αριθ. ΑΤ 8782/2008 απόφαση του κατά το σχετικό τμήμα της, που είναι προπαρασκευαστική, χωρίς να υποπέσει σε πλημμέλεια. Ως εκ τούτου, ο 1ος ειδικός λόγος της ένδικης εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθ' όλα τα σκέλη του".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμη την προταθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Όλα δε τα διαλαμβανόμενα στην άνω αιτιολογία προκύπτουν από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ούτε εχώρησε σχετική ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Όθεν, οι προβαλλόμενοι δια των αιτήσεων λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Β' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Επομένως, ελλείψει άλλων λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις ως αβάσιμες και επιβληθούν σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 14-9-2010 αιτήσεις των I. M., M. V., D. T., κατοίκων ..., οι πρώτος και τρίτος και ... ο δεύτερος, για αναίρεση της 646/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε στην αποδεικτική διαδικασία συνιστά έλλειψη ακροάσεως εφόσον από τα πρακτικά προκύπτει ότι ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του η ανάγνωσή του και το δικαστήριο δεν την επέτρεψε παρά το νόμο ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος. Σχετική ακυρότητα η οποία καλύπτεται αν εκείνος που κλητεύθηκε εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Η υπογραφή του Εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 607/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου M. K. του H., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1. T. K., 2Ι. Α., 3Δ. Π. και 4Π. Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 98/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 61/1.3.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Όπως προκύπτει από το άρθρο 34 εδ. γ' του Ν. 3904/2010, το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ., το οποίο προέβλεπε σε ποιες περιπτώσεις ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματικές πράξεις, καταργήθηκε. Η ισχύς του προαναφερθέντος Νόμου, κατά το άρθρο 38 αυτού, άρχισε από της δημοσιεύσεώς του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23-12-2010.
Επομένως, η υπ' αριθμ. 164/2010 αίτηση αναιρέσεως του K. (Κ.) M. (Μ.) του H. (Χ.), η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, δια δηλώσεως της πληρεξουσίου δικηγόρου του, στις 29-12-2010 και η οποία στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 2579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για κακουργηματικές κ.τ.λ. πράξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνομεν
α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 164/29-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του Kuqia Mandir του Hyqmet, κατά του υπ' αριθμ. 2579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και
β) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 482 ΚΠΔ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, καταργήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχ. γ' Ν. 3904/2010, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 38 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 23 Δεκεμβρίου 2010. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, η, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα από 29 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση αναίρεσης κατά του 2579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείο Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος κακουργήματος [απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συναυτουργία κ.λ.π.], πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [ΚΠΔ 476 παρ.1 και 583 παρ.1].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 29 Δεκεμβρίου 2010, αίτηση του Κ. K. Μ. M. του Χ. H.], κατοίκου ..., για αναίρεση του 2579/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται9 σε διακόσια πενήντα [250] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακούργημα. Δεν επιτρέπεται άσκηση αναίρεσης κατ’ αυτού από τον κατηγορούμενο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 606/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 39/28.2.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης [κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου Αρεοπαγίτη] και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή [γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου] και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, N. D. του M., κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 290/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενη την O. C. D..
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 23/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 57/1.3.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας (σε συμβούλιο), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδαφ. α Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 18/9-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του N. D. του M. και της J., κρατουμένου των Δ.Φ Λάρισας, κατά της υπ' αριθ. 290/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Σπανάκη, δυνάμει της από 6-12-2010 εξουσιοδότησης που είναι συντεταγμένη κατά τους τύπους των άρθρων 42 §2β και 96§2β Κ.Π.Δ., η οποία προσκομίστηκε κατά την άσκηση (άρθρο 465 §1 Κ.Π.Δ), εκθέτω τα κάτωθι:
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων (περί των οποίων δεν πρόκειται), εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου ορίζεται με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης......". Περαιτέρω ορίζεται με την διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου ότι " η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.....". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά αποφάσεως, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία αυτή ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου (περί της οποίας δεν πρόκειται εν προκειμένω), είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, σε κάθε όμως περίπτωση η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς (ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε στις 9-12-2010 την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Σπανάκη) ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, κατά της υπ' αριθμ. 290/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών για διακεκριμένες κλοπές. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 1-11-2010. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. άρχιζε στην προκειμένη περίπτωση την 2-11-2010 και έληγε την 11-11-2010. Ασκηθείσα συνεπώς η προκειμένη αναίρεση την 9-12-2010, είναι εκπρόθεσμη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω:
α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 18/9-12-2010 αίτηση αναιρέσεως του N. D. του M. και της J., κρατουμένου των Δ.Φ Λάρισας, κατά της υπ' αριθ. 290/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, και
β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 2011
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων [περί των οποίων δεν πρόκειται], εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο [σε συμβούλιο] που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου ορίζεται με την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..........". Περαιτέρω ορίζεται με την διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.........". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι η προθεσμία άσκησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά αποφάσεως, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία αυτή ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου [περί της οποίας δεν πρόκειται εν προκειμένω], είναι δεκαήμερη, αρχίζει δε από την έκδοση της αποφάσεως παρόντος του διαδίκου, άλλως από την νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, σε κάθε όμως περίπτωση η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων της παραγράφου 3, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της, τότε μόνο συγχωρείται, όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που εμποδίζουν τον δικαιούμενο στην εμπρόθεσμη άσκηση της. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται στην συντασσόμενη κατά το άρθρο 474 σχετική έκθεση, με ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τους λόγους αυτούς [ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος].
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε στις 9/12/2010 την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης [δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Σπανάκη] ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, κατά της υπ' αριθμ. 290/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων [4] ετών για διακεκριμένες κλοπές. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 1/11/2010. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ άρχιζε- στην προκειμένη περίπτωση την 2/11/2010 και έληγε την 11/11/2010. Ασκηθείσα συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης την 9/12/2010, χωρίς στην σχετική έκθεση της να επικαλείται ο αναιρεσείων πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση, είναι εκπρόθεσμη.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/12/2010 αίτηση του N. D. του M. και της J., κρατουμένου των Δ.Φ. Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 290/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για διακεκριμένες κλοπές κατ' επάγγελμα. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την δεκαήμερη προθεσμία από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο, χωρίς να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 605/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 365/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Κ. Π. του Γ. και 2. Δ. Μ. του Ι..
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/2011.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του άνω Κώδικα. Συγκεκριμένα η επίδοση γίνεται με παράδοση της κλήσης στα χέρια του ενδιαφερομένου (άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α') και αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του, ούτε σύνοικος ή οικιακός βοηθός του ή θυρωρός επικολλάται το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας και επιδίδεται αντίγραφο της κλήσης στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο (άρθρο 155 παρ. 2 εδ. β και γ του Κ.Π.Δ.). Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α', σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 513 Κ.Π.Δ., αν αυτός που ζητεί την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται, αρκεί να έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διαφορετικά η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 8-12-2010 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ιωαννίνων ..., ότι την υπ' αριθμ. 69/2011 και από 1-2-2011 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία καλούσε τον αναιρεσείοντα να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου την 15-3-2011, κατά τη συζήτηση της από 28-12-2010 αίτησής του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 365/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την παρέδωσε στο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Κωνσταντίνο Παππά, επειδή δεν βρήκε αυτόν προσωπικά στη διεύθυνση της κατοικίας του (οδός ... αριθ. 4 στα …), χωρίς όμως ο προαναφερόμενος δικηγόρος να είναι σύνοικος του αναιρεσείοντος, όπως απαιτείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το από 2-2-2011 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., αντίγραφο της παραπάνω κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδόθηκε νόμιμα στην ... ως σύνοικο ενήλικη γραμματέα του αντικλήτου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Δημητρίου Παπαδημητρίου.
Συνεπώς, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά επίδοσης της ως άνω κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν κλήθηκε νόμιμα για να παραστεί δια συνηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την 15-3-2011, όταν έλαβε χώρα η συζήτηση της από 28-12-2010 αίτησής του, αφού η προς αυτόν επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με το νόμο [αναζήτηση του ίδιου ή κάποιου συνοίκου ή οικιακού βοηθού του ή του θυρωρού της κατοικίας που μένει (ο αναιρεσείων), άρνηση παραλαβής του και θυροκόλληση της κλήσης αυτής]. Συνακόλουθα, αφού η κλήτευση του αναιρεσείοντος δεν είναι νόμιμη και, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσής του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-12-2010 αίτησης του Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 365/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λόγω μη νόμιμης κλήτευσης του αναιρεσείοντος (παράδοση κλήσης στο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που παρέστη μόνο στην κατ’ έφεση δίκη), που δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησής του στον Άρειο Πάγο.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 604/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Π. - Γ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 410/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1539/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15 Νοεμβρίου 2010, αίτηση της Δ. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 410/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 603/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως το αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.02.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγήτρια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Ο. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 1134/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1454/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 α και 2 του Ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος "με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων διαταγμάτων κλπ. Σε περίπτωση τέλεσης των εγκλημάτων της παραγράφου 1 από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος". Κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου "Οι Πρόεδροι Διοικητικών Συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης κ.τ.λ., έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου, που εμπίπτει στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει όχι μόνον όταν δεν περιέχονται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική , ώστε να δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα δε για να έχει η καταδικαστική, για παράβαση του ανωτέρω άρθρου 28, απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, εκτός των άλλων, να αναφέρεται σ' αυτήν το είδος της υπαιτιότητας του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό, αν δηλαδή, αυτός τέλεσε την πράξη από δόλο ή από αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1134/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του εγκλήματος της υποβάθμισης περιβάλλοντος, κατ' εξακολούθηση (άρθρο 28 παρ. 1α του Ν. 1650/1986), και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν ...ποινη πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος, κατ' εξακολούθηση, όπως τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτής, αναφέρονται στο διατακτικό. Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1/4/2004 έως 18/3/2005, στη Γέφυρα Δήμου ..., στην περιοχή "...", με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως Πρόεδρος και διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΛ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ", μη συμμορφούμενος με τον αριθμό Δ5 των περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με τους οποίους λειτουργεί το εργοστάσιο της άνω εταιρίας, οι οποίοι όροι εγκρίθηκαν δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου 116949/18/7/2003 απόφαση του ΓΕΝ.Διευθυντή Υποστήριξης Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, και σύμφωνα με τον οποίο όρο (Δ5) η εταιρία έπρεπε τα στερεά απόβλητα του εργοστασίου να τα κρατά εντός του εργοστασιακού της χώρου, εν τούτοις ο κατηγορούμενος με την παραπάνω ιδιότητα του, απέρριπτε ανεξελέγκτως τα στερεά απόβλητα του εργοστασίου της άνω επιχείρησης, κυρίως χαρτομάζα, με υπόλοιπα πλαστικού και μετάλλου, στο υπ' αριθμ. 722 αγροτεμάχιο, εκτάσεως πέντε (5) στρεμμάτων της περιοχής "...", σε απόσταση περίπου 700 μέτρων από το ποτάμι (...) και τριών χιλιομέτρων από την Κοινότητα ..., πλησίον αρδευτικού δικτύου της Κοινότητας Κ...., χωρίς μάλιστα να λαμβάνει μέτρα φύλαξης, όπως περίφραξη του χώρου και φωτισμός αυτού, με κίνδυνο να προκληθούν πυρκαγιές, γεγονός που έλαβε χώρα την 18/5/2005, με αποτέλεσμα οι παραγόμενοι καπνοί να δημιουργήσουν έντονη δυσφορία στους κατοίκους του Δ.Δ. .... Με αυτό τον τρόπο υποβάθμισε την ευαίσθητη περιβαλλοντολογικά - κατά τα παραπάνω - περιοχή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως που του αποδίδεται, να του αναγνωριστεί όμως, όπως και πρωτοδίκως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 470 του ΚΠΔ, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ του ΠΚ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Όμως, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται αν ο αναιρεσείων τέλεσε το πιο πάνω πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια, ούτε γίνονται δεκτά πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εκ δόλου ή αμέλειας τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Η έλλειψη αυτή ανάγεται στη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων του ως άνω από το άρθρο 28 παρ. 1α και 2 του Ν. 1650/1986 προβλεπομένου πλημμελήματος, δηλαδή σε ουσιώδες στοιχείο του εγκλήματος αυτού, στοιχείο το οποίο, εκτός των άλλων, είναι κρίσιμο για την ποινική μεταχείριση του υπαιτίου. Έτσι, λόγω αυτής της ελλείψεως, η απόφαση στερείται της κατά τα άνω απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986 που εφαρμόστηκε, δεν είναι εφικτός. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως( άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1134/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υποβάθμιση περιβάλλοντος κατ' εξακολούθηση. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας αλλά και νόμιμης βάσης, διότι τον καταδίκασε χωρίς να αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό, αν η πράξη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, την τέλεσε από δόλο ή από αμέλεια (άρθρο 28 παρ. 1α, 2 Ν. 1650/1986). Παραπέμπεται η υπόθεση για νέα συζήτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 602/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2668/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 896/2010.
Αφού άκουσε
Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 26-8-2010 και 30-8-2010 δύο (2) αποδεικτικά επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... προς την αναιρεσείουσα και τον αντίκλητο δικηγόρο της Δημήτριο Βαλάση, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 7-12-2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, όπως προκύπτει από την 1897/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2010 αίτηση της Α. Π. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2668/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκθεση ανηλίκου. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 600/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Λ. Σ. του Σ., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενο στις Φυλακές .... Και εγκαλούμενους τους: 1)Γ. Κ., 2)Φ. Π. και 3)Χ. Π..
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 13321/30-12-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 58/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 59/1-3-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, μετά της συνημμένης δικογραφίας την υπ' αριθμ. πρωτ. 13321/30-12-2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσ/νίκης, για τον κανονισμό αρμοδιότητος κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περίπτ. ε' και 137§1γ' Κ.Π.Δ., και εκθέτω προς Εσάς τα ακόλουθα : Ι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 136 περίπτ. ε' Κ.Π.Δ., "Όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου, σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω, και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137§1γ' Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή σε δικαστήριο είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, ιδίως της παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Λ. Σ. του Σ. κατέθεσε την υπ' αριθμ. 134/2010 προσφυγή του κατά της υπ' αριθμ. 147/2010 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτ/κών Θεσ/νίκης, διότι απορρίφθηκε η από 22-4-2010 έγκληση του ως άνω προσφεύγοντος με την προσβαλλομένη διάταξη, στην οποία μεταξύ των εγκαλουμένων περιλαμβάνεται και ο Χ. Π., Αντ/λέας Εφετών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσ/νίκης. Επειδή ο ως άνω Εισαγγελικός λειτουργός υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσ/νίκης, δηλαδή στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξ αιτίας της ιδιότητας του εγκαλουμένου, από τις κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Θεσ/νίκης, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Θράκης, οι οποίες και θα επιληφθούν της υπόθεσης - της προσφυγής - και θα κρίνουν περί της ορθότητας ή μη της απόρριψης της έγκλησης ως αβάσιμης κατ' ουσία, σύμφωνα με το άρθρο 48 Κ.Π.Δ., καθόσον ο ανωτέρω υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσ/νίκης, κατά τον επίδικο χρόνο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας : Ι. Να διατάξει την παραπομπή της υπόθεσης εις τον Εισαγγελέα Εφετών για να επιληφθεί και να κρίνει περί της ορθότητας ή μη της απόρριψης ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της έγκλησης από τον Εισαγγελέα Πρωτ/κών Θεσ/κης, με την υπ' αριθμ. 147/2010 διάταξή του, ή άλλως, ΙΙ. Να ορισθούν ως κατά παραπομπήν αρμόδιες Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Θράκης και Πρωτοδικείου Κομοτηνής και των αντίστοιχων Εισαγγελιών, αν συντρέξει νόμιμος περίπτωση. Αθήνα 10 Φεβρουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως. Την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να τη ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (άρθρο 48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 137 περ. α' και β', 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Λ. Σ. του Σ., με την από 22-4-2010 έγκλησή του ζήτησε την ποινική δίωξη των: 1)Φ. Π., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και 2)Χ. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης για τα αναφερόμενα σ' αυτήν εγκλήματα. Επί της εγκλήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 147/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η έγκληση. Κατά της απορριπτικής αυτής διατάξεως προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ο παραπάνω εγκαλών με την από 19-11-2010 προσφυγή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης επειδή ο Χ. Π. υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, ζητά με το παραπάνω έγγραφο του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή.
Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο, πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Θράκης και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Κομοτηνής και του Εφετείου Θράκης, αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει τον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης ως κατά παραπομπή αρμόδιο για να αποφανθεί επί της υπ' αριθ. 134/2010 προσφυγής του Λ. Σ. του Σ. κατά της υπ' αριθ. 147/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Κομοτηνής και του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Προσφυγή εγκαλούντος κατά απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με εγκαλούμενο εισαγγελικό λειτουργό. Παραπέμπεται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, με τον οποίο συνυπηρετεί ο εγκαλούμενος, σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών για να αποφανθεί επ’ αυτής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 597/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Α. Π. του Ε., κατοίκου ... και 2.Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1533/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Π. του Β., κατοίκου .... Με συγκατηγορούμενο τον Π. Α. του Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Σεπτεμβρίου 2010 και 10 Σεπτεμβρίου 2010 δυο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1224/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 47/15.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις με αριθμούς 105/7-9-2010 και 108/10-9-2010 αιτήσεις αναίρεσης των: α) Α. Π. του Ε., κατοίκου ... και β) Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1533/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 2714/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους για να δικασθούν ως υπαίτιοι απάτης από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας με αποκομισθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 €. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το με αριθμό 1533/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις τους επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του τελευταίου πλέον βουλεύματος στρέφονται οι κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης τους, οι οποίες ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα, επιδόθηκε στους κατηγορούμενους και τους αντίκλητους δικηγόρους τους, στις 19-8-2010, 16-9-2010 και στις 19-8-2010 αντίστοιχα και αυτοί άσκησαν τις αιτήσεις αναίρεσής τους στις 7-9-2010 και 10-9-2010 (εντός της υπό του νόμου τασσομένης 10ήμερης προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγησαν δε από τον τελευταίο οι με αριθμούς 105/2010 και 108/2010 σχετικές εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκαν τα ένδικα αυτά μέσα και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης αφού παραπέμπει τους κατηγορούμενος στο ακροατήριο για να δικασθούν για κακούργημα. Κατά συνέπεια οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθεί ο δι' αυτής προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και η σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνον να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της κρίσης του και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως επιβάλλουν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177-178 ΚΠΔ (ΟλΑΠ 1/2005). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 €, καθώς και όταν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € (ΑΠ 2087/09, ΑΠ 545/09).
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών, Θ. Π., διατηρούσε φιλική σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Α., ο οποίος ήταν οικονομικός διευθυντής της ανώνυμης εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε.". Περί τα μέσα του έτους 2005, ο κατηγορούμενος Π. Α. σε συνάντηση με τον εγκαλούντα του δήλωσε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." και συγκατηγορούμενοί του Α. Π. και Κ. Σ., επιθυμούσαν να εξυπηρετήσουν τις άκρως κερδοφόρες και αναπτυσσόμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, η οποία ήταν απολύτως φερέγγυα, οικονομικά εύρωστη και υγιής. Για το σκοπό αυτό ζήτησε από τον εγκαλούντα να διαθέσει στην εταιρία επιταγές ευκολίας έκδοσης του ιδίου ή της ομόρρυθμης εταιρίας του με την επωνυμία "Τουριστικές Επιχειρήσεις Αφοί Β. Π. Ο.Ε.", συνολικού ποσού 150.000 ευρώ και για τη διασφάλιση της πληρωμής των επιταγών που θα εξέδιδε, θα ελάμβανε ίσης αξίας επιταγές εκδόσεως της ανωνύμου εταιρίας. Ακόμη, συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι οι επιταγές που θα παρέδιδε ο εγκαλών θα μεταβιβάζονταν σε τρίτους, ενώ κάθε πλευρά θα πλήρωνε τις επιταγές που θα εξέδιδε. Παράλληλα, ο εγκαλών έλαβε τις ίδιες διαβεβαιώσεις και από τους ως άνω νομίμους εκπροσώπους της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα δε ότι οι επιταγές του δεν διέτρεχαν κίνδυνο μη πληρωμής τους, λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας. Ο εγκαλών αφού πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, εξέδωσε και παρέδωσε στις 13-6-2005, στην ανώνυμη εταιρία δια των ανωτέρω νομίμων εκπροσώπων της τις πιο κάτω μεταχρονολογημένες επιταγές: 1) την μ' αριθμ. ... της Γενικής Τράπεζας, έκδοσης του στην Αθήνα, στις 15-1-2006, σε διαταγή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." ποσού 50.000 ευρώ, 2) την μ' αριθμ. ... επιταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης της ομόρρυθμης εταιρίας "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Αφοί Β. Π. Ο.Ε" στην Αθήνα στις 28-2-2006 σε διαταγή του εγκαλούντος, ποσού 50.000 ευρώ, 3) τη μ' αριθμ. ... επιταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ, έκδοσης της ίδιας ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, στην Αθήνα, στις 15-3-2006 σε διαταγή του εγκαλούντος, ποσού 50.000 ευρώ. Ο εγκαλών, με βάση την ανωτέρω συμφωνία τους έλαβε τις πιο κάτω μεταχρονολογημένες επιταγές της "ALPHA BANK" έκδοσης της ανώνυμης εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." σε διαταγή του εγκαλούντος καθεμία των οποίων φέρει τις υπογραφές των κατηγορουμένων νομίμων εκπροσώπων της συνολικής αξίας 150.000 ευρώ, ήτοι τη μ' αριθμ. ... της ΑΛΦΑ BANK έκδοσης στις 13-12-2005 ποσού 25.000 ευρώ, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 16-12-2005 ποσού 25.000 €, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 6-2-2006 ποσού 25.000 ευρώ, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 18-2-2006 ποσού 25.000 ευρώ, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 22-2-2006 ποσού 25.000 ευρώ και υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης στις 27/2/2006 ποσού 25.000 ευρώ. Όμως τα πραγματικά περιστατικά περί φερεγγυότητας και οικονομικής ευρωστίας της εταιρίας για τα οποία διαβεβαίωσαν οι κατηγορούμενοι τον εγκαλούντα ήταν ψευδή αφού οι κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν τις επιταγές από τον εγκαλούντα προκειμένου να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετώπιζαν και όχι για τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας. Συνέπεια δε της κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας ήταν να μην πληρωθούν οι επιταγές που εξέδωσε αυτή σε διαταγή του εγκαλούντος. Όταν, οι δύο πρώτες από τις παραπάνω επιταγές έκδοσης της "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, ο εγκαλών ζήτησε, με το από 10-3-2006 εξώδικο του προς την "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." την επιστροφή των επιταγών που του είχε παραδώσει. Ωστόσο οι επιταγές που εξέδωσε και παρέδωσε ο εγκαλών στην "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." είχαν μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση στην προμηθεύτρια αυτής εταιρία και συγκεκριμένα στον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ". Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι κατά το χρόνο συμφωνίας τους με τον εγκαλούντα και κατά το χρόνο παράδοσης των μεταχρονολογημένων επιταγών η εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." ήταν φερέγγυα, οικονομικά εύρωστη και υγιής, ισχυρισμός όμως που δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται ήτοι μαρτυρική κατάθεση (οι ίδιοι δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων) ή έγγραφα. Με βάση τα ως άνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού παρέστησαν στο μηνυτή τα πιο πάνω ψευδή περιστατικά, από τα οποία όσα ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις γεγονότων, που αναφέρονταν στο παρόν και παρελθόν (δηλαδή ότι η εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." είναι εύρωστη και οικονομικά ισχυρή, ότι επιθυμεί την έκδοση επιταγών "ευκολία" προς ενίσχυση της καλής πίστης στην αγορά, ότι διαθέτει κεφάλαια κάλυψης) εν γνώσει του ψεύδους, προκειμένου να τον πείσουν να καταβάλει στην εταιρία δια της εκδόσεως των προαναφερομένων επιταγών ποσό 150.000 ευρώ, ποσό το οποίο η εταιρία δεν είχε τη δυνατότητα να καλύψει, αφού κατά το χρόνο έκδοσης από τον μηνυτή των επιταγών και μεταβίβασης αυτών προς την εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." η τελευταία δεν ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση, προέβησαν δε σ' αυτά με σκοπό να αποκομίσει η ως άνω εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." παράνομο όφελος ύψους 150.000 ευρώ προκαλούντος αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του μηνυτή και της ομόρρυθμης εταιρίας του. Ως εκ τούτου, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας με παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Οι δεύτερος και τρίτος των εκκαλούντων με αιτήματά τους που περιέχονται στις αντίστοιχες εφέσεις τους, ζητούν να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προκειμένου να δώσουν διευκρινήσεις. Τα ως άνω αιτήματα των εκκαλούντων δεν κρίνονται βάσιμα κατ' ουσίαν καθόσον αυτοί κατά την απολογία τους ενώπιον του Ανακριτή, ο δεύτερος απ' αυτούς και με το απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Ανακριτή και τις εφέσεις τους ανέπτυξαν τις απόψεις τους, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση.
Συνεπώς, τα ως άνω αιτήματα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων (δεύτερου και τρίτου) πρέπει ν' απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω γενόμενων δεκτών οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό".
ΙV. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν υποκειμενικά και αντικειμενικά το έγκλημα για το οποίο αυτοί κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ που εφαρμόσθηκε στη προκείμενη περίπτωση. Ακόμη διαλαμβάνει σκέψεις για την περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στον εγκαλούντα καθώς και για τον απαιτούμενο για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης δόλο. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες κατ' ουσίαν και απορριπτέες. Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διασαφήσεων, δεδομένου ότι για την απόρριψη του αιτήματος αυτού το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1772/08, ΑΠ 1667/08, ΑΠ 1105/08).
V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθούν, οι με αριθμούς 105/7-9-2010 και 108/10-9-2010 αιτήσεις αναίρεσης των α) Α. Π. του Ε., κατοίκου ... και β) Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 1533/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 29-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού 1533/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, οι δύο κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, με αριθ. εκθ. 105/7-9-2010 του Α. Π. και με αριθ. εκθ. 108/10-9-2010 του Κ. Σ..
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών Κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, αδιάφορα αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση κατά του δράστη ή τρίτου προς αποκατάσταση της βλάβης. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Τα γεγονότα μπορεί να αναφέρονται στην προσωπική κατάσταση, τη φερεγγυότητα, το επάγγελμα, τις έννομες σχέσεις, τη νομική κατάσταση του πράγματος, το κύρος ή την ισχύ δικαιοπραξιών κλπ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία δεν δύναται να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτή, με υπόμνημα ή με εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν είναι μια τέτοια αιτιολογία εμπεριστατωμένη. Απαιτείται δηλαδή να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που εισφέρθηκαν και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο, με το προσβαλλόμενο 1533/2010 βούλευμα του, απέρριψε ουσία τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του 2714/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, με αποκλειστικά δικές του σκέψεις, κατά το ουσιαστικό μέρος του, ως προς τους δυο αναιρεσείοντες και τρίτο συμπαραπεμπτόμενο με αυτούς κατηγορούμενο, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τη χωρίς όρκο κατάθεση του μηνυτή, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, τα προσκομιζόμενα έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και το απολογητικό του δεύτερου εξ αυτών προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών, Θ. Π., διατηρούσε φιλική σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο Π. Α., ο οποίος ήταν οικονομικός διευθυντής της ανώνυμης εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε.". Περί τα μέσα του έτους 2005, ο κατηγορούμενος Π. Α. σε συνάντηση με τον εγκαλούντα του δήλωσε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." και συγκατηγορούμενοί του Α. Π. και Κ. Σ., επιθυμούσαν να εξυπηρετήσουν τις άκρως κερδοφόρες και αναπτυσσόμενες επιχειρηματικές δραστηριότητες της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, η οποία ήταν απολύτως φερέγγυα, οικονομικά εύρωστη και υγιής. Για το σκοπό αυτό ζήτησε από τον εγκαλούντα να διαθέσει στην εταιρία επιταγές ευκολίας έκδοσης του ιδίου ή της ομόρρυθμης εταιρίας του με την επωνυμία "Τουριστικές Επιχειρήσεις Αφοί Β. Π. Ο.Ε.", συνολικού ποσού 150.000 ευρώ και για τη διασφάλιση της πληρωμής των επιταγών που θα εξέδιδε, θα ελάμβανε ίσης αξίας επιταγές εκδόσεως της ανωνύμου εταιρίας. Ακόμη, συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι οι επιταγές που θα παρέδιδε ο εγκαλών θα μεταβιβάζονταν σε τρίτους, ενώ κάθε πλευρά θα πλήρωνε τις επιταγές που θα εξέδιδε. Παράλληλα, ο εγκαλών έλαβε τις ίδιες διαβεβαιώσεις και από τους ως άνω νομίμους εκπροσώπους της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα, δε ότι οι επιταγές του δεν διέτρεχαν κίνδυνο μη πληρωμής τους, λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας. Ο εγκαλών αφού πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, εξέδωσε και παρέδωσε στις 13-6-2005, στην ανώνυμη εταιρία δια των ανωτέρω νομίμων εκπροσώπων της τις πιο κάτω μεταχρονολογημένες επιταγές: 1) την μ' αριθμ. ... της Γενικής Τράπεζας, έκδοσης του στην Αθήνα, στις 15-1-2006, σε διαταγή της εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." ποσού 50.000 ευρώ, 2) την μ' αριθμ. ... επιταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, έκδοσης της ομόρρυθμης εταιρίας "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Αφοί Β. Π. Ο.Ε" στην Αθήνα στις 28-2-2006 σε διαταγή του εγκαλούντος, ποσού 50.000 ευρώ, 3) τη μ' αριθμ. ... επιταγή της ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ, έκδοσης της ίδιας ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, στην Αθήνα, στις 15-3-2006 σε διαταγή του εγκαλούντος, ποσού 50.000 ευρώ. Ο εγκαλών, με βάση την ανωτέρω συμφωνία τους έλαβε τις πιο πάνω μεταχρονολογημένες επιταγές της "ALPHA BANK" έκδοσης της ανώνυμης εταιρίας "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." σε διαταγή του εγκαλούντος καθεμία των οποίων φέρει τις υπογραφές των κατηγορουμένων νομίμων εκπροσώπων της συνολικής αξίας 150.000 ευρώ, ήτοι τη μ' αριθμ. ... της ALPHA BANK έκδοσης στις 13-12-2005 ποσού 25.000 ευρώ, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 16-12-2005 ποσού 25.000€, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 6-2-2006 ποσού 25.000 ευρώ, τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 18/2/2006 ποσού 25.000 ευρώ τη μ' αριθμ. ... έκδοσης στις 22-2-2006 ποσού 25.000 ευρώ και υπ' αριθμ. ... επιταγή έκδοσης στις 27/2/2006 ποσού 25.000 ευρώ. Όμως τα πραγματικά περιστατικά περί φερεγγυότητας και οικονομικής ευρωστίας της εταιρίας για τα οποία διαβεβαίωσαν οι κατηγορούμενοι τον εγκαλούντα ήταν ψευδή αφού οι κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν τις επιταγές από τον εγκαλούντα προκειμένου να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετώπιζαν και όχι για τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας. Συνέπεια δε της κακής οικονομικής κατάστασης της εταιρίας ήταν να μην πληρωθούν οι επιταγές που εξέδωσε αυτή σε διαταγή του εγκαλούντος. Όταν, οι δύο πρώτες από τις παραπάνω επιταγές έκδοσης της "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, ο εγκαλών ζήτησε, με το από 10-3-2006 εξώδικο του προς την "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." την επιστροφή των επιταγών που του είχε παραδώσει. Ωστόσο οι επιταγές που εξέδωσε και παρέδωσε ο εγκαλών στην "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." είχαν μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση στην προμηθεύτρια αυτής εταιρία και συγκεκριμένα στον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ". Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι κατά το χρόνο συμφωνίας τους με τον εγκαλούντα και κατά το χρόνο παράδοσης των μεταχρονολογημένων επιταγών η εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." ήταν φερέγγυα, οικονομικά εύρωστη και υγιής, ισχυρισμός όμως που δεν κρίνεται βάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται ήτοι μαρτυρική κατάθεση (οι ίδιοι δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων) ή έγγραφα. Με βάση τα ως άνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού παρέστησαν στο μηνυτή τα πιο πάνω ψευδή περιστατικά, από τα οποία όσα ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις γεγονότων, που αναφέρονταν στο παρόν και παρελθόν (δηλαδή ότι η εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." είναι εύρωστη και οικονομικά ισχυρή, ότι επιθυμεί την έκδοση επιταγών "ευκολία" προς ενίσχυση της καλής πίστης στην αγορά, ότι διαθέτει κεφάλαια κάλυψης) εν γνώσει, του ψεύδους, προκειμένου να τον πείσουν να καταβάλει στην εταιρία δια της εκδόσεως των προαναφερομένων επιταγών ποσό 150.000 ευρώ, ποσό το οποίο η εταιρία δεν είχε τη δυνατότητα να καλύψει, αφού κατά το χρόνο έκδοσης από τον μηνυτή των επιταγών και μεταβίβασης αυτών προς την εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." η τελευταία δεν ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση, προέβησαν δε σ' αυτά με σκοπό να αποκομίσει η ως άνω εταιρία "ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ Α.Β.Ε.Ε." παράνομο όφελος ύψους 150.000 ευρώ προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του μηνυτή και της ομόρρυθμης εταιρίας του. Ως εκ τούτου, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας με παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Οι δεύτερος και τρίτος των εκκαλούντων με αιτήματά τους που περιέχονται στις αντίστοιχες εφέσεις τους, ζητούν να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου τούτου προκειμένου να δώσουν διευκρινήσεις. Τα ως άνω αιτήματα των εκκαλούντων δεν κρίνονται βάσιμα κατ' ουσίαν καθόσον αυτοί κατά την απολογία τους ενώπιον του Ανακριτή, ο δεύτερος απ' αυτούς και με το απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Ανακριτή και τις εφέσεις τους ανέπτυξαν επαρκώς τις απόψεις τους, ώστε να μην είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη διασάφηση ή διευκρίνιση.
Συνεπώς, τα ως άνω αιτήματα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων (δεύτερου και τρίτου) πρέπει ν' απορριφθούν". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε, στο προσβαλλόμενο 1533/2010 βούλευμα του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27, 45, 94, 386 παρ. 1 και 3 περ. β' του ΠΚ, όπως το αρθρ. 386 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογείται πλήρως και επαρκώς ο δόλος των αναιρεσειόντων και δη ο σκοπός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, άνω των 73.000 ευρώ, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος, εκτίθενται λεπτομερώς οι ψευδείς παραστάσεις των τριών κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα περί δήθεν φερεγγυότητας και οικονομικής ευρωστίας της εταιρείας " ΑΛΦΑ ΠΡΕΣ ΑΒΕΕ", ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων των εκκαλούντων, νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας αυτής και του παραπεμφθέντος με το ίδιο βούλευμα οικονομικού διευθυντή της άνω εταιρείας Π. Α., ως παραγωγικής αιτίας, παραπλανήθηκε ο εγκαλών και προέβη σε επιζήμια γι' αυτόν έκδοση και παράδοση σε αυτούς τριών επιταγών ευκολίας, συνολικού ποσού 150.000 δραχμών, που όμως οι κατηγορούμενοι εισέπραξαν και ουδέποτε επέστρεψαν, αφού ίσου συνολικού ποσού 150.000 ευρώ, εκδοθείσες από την εν λόγω εταιρεία και παραδοθείσες στον εγκαλούντα, σε διαταγή του, επιταγές εγγυήσεως προς εξασφάλιση του, ουδέποτε πληρώθηκαν, με επελθούσα αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, β) με επαρκή και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε και το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους στο συμβούλιο, προκειμένου να παράσχουν τις αναγκαίες διευκρινίσεις. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. 105/7-9-2010 του Α. Π. του Ε. και με αριθ. εκθ. 108/10-9-2010 του Κ. Σ. του Α. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1533/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενο Βούλευμα: Απέρριψεν ουσία έφεση δύο κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων κατά πρωτοβαθμίου βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπεμπτικού για κακουργηματική απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία, με συνολικό παράνομο όφελος άνω των 73.000 €. Οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
| null | null | 0
|
Αριθμός 597/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) ... και 31) ..., κατοίκων .... Οι 1ος, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 22ος, 23η, 24η, 26η, 27η, 29ος, 30η και 31η παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σπυρίδωνος, οι 21η και 25ος παραστάθηκαν δια του ως άνω δικηγόρου και ο 28ος δεν παραστάθηκε.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ΕΤΑΑ), ως διαδόχου του "Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών" (ΤΣΑΥ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιλτιάδη Καγκελάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2002 αγωγή των ήδη καλούντων και αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 318/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2507/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2187/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, η συζήτηση της από 5-6-2008 αιτήσεως των αναιρεσειόντων περί αναιρέσεως της 2507/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως εφετείο επί της 318/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επισπεύδεται εκ νέου με την από 3-2-2010 κλήση αυτών μετά την έκδοση της 2187/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 29-9-2009, λόγω μη κλητεύσεως του ως αναιρεσείοντος αναφερόμενου Α. Ζ., για τον οποίο δεν είχε εντολή και πληρεξουσιότητα δικαστικής αντιπροσώπευσης ο δικηγόρος των λοιπών, Παναγιώτης Σπυρίδων. Ήδη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 1126 και 1128/6-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Μ., ακριβές αντίγραφο τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της κλήσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, προς τον ενάγοντα, εφεσίβλητο και ως αναιρεσείοντα φερόμενο Α. Ζ., για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (22-2-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο αυτής της δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως. Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτός να ήταν παρών.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, ορίσθηκε ότι "Στους δημοσιονομικούς υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους χορηγείται, για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης για το 1993, ποσοστό μηδέν κόμμα ένα τοις χιλίοις (0,1 ο/οο) επί των συνολικών πραγματοποιούμενων δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του κάθε οικονομικού έτους, εξαιρουμένων των χρεωλυσίων, προς αντιμετώπιση ειδικών δαπανών τους για την κατάρτιση και εκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού. Το προϊόν του ποσοστού αυτού βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση και διάθεσή του καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών". Με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, η χορήγηση του επιδόματος αυτού επεκτάθηκε "στους υπαλλήλους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων και στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Κράτους", με τη διευκρίνιση ότι "η δαπάνη στις περιπτώσεις αυτές, πλην του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βαρύνει τους προϋπολογισμούς των ανωτέρω ΝΠΔΔ, τα δε ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των δημοσιονομικών υπαλλήλων". Κατόπιν, με την 2054096/ 5883/0022/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 655) ρυθμίστηκε η διαδικασία καταβολής του ως άνω ποσοστιαίου επιδόματος, το οποίο αυξήθηκε διαδοχικά με υπουργικές αποφάσεις που επακολούθησαν, ώσπου με την 2037774/5654/0022/1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 442) εγκρίθηκε η "ενοποίηση των λογαριασμών της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 και των παρ.7 και 38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 222719/94, σε ενιαίο λογαριασμό με την ονομασία Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ τρίτων (ΔΙΒΕΕΤ)". Επακολούθησε, όμως, η έκδοση του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού δημόσιας διοίκησης", που άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, με το άρθρο 10 παρ.1 και 4 του οποίου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) διατηρούνται, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 9 επιδομάτων [ήτοι του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας] και τα επιδόματα ή παροχές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή [παρ.1] και β) εκτός από τα εν λόγω διατηρούμενα επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρου 10, καταργούνται όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές ή αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού [παρ.4]. Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ.1, 4, 6, 7 και 8 του νόμου ν. 2470/1997 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων [παρ.1], β) προκειμένου περί ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι προϋπολογισμοί των οποίων βαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, το ανωτέρω κίνητρο καταβάλλεται από τις πιστώσεις των προϋπολογισμών τους και δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό [παρ.4], γ) το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, πλην ασφαλιστικών εισφορών και βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονται τα καταργούμενα με την παρ.4 του άρθρου 10 του νόμου ν. 2470/1997 επιδόματα με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας ή αυξημένης ευθύνης, οι δε λεπτομέρειες για τη διαδικασία και τον τρόπο απόδοσης στον Κρατικό Προϋπολογισμό ή στους οικείους προϋπολογισμούς των ΝΠΔΔ, που επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, των ποσών του κινήτρου απόδοσης από τους οικείους λογαριασμούς εκτός προϋπολογισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και προκειμένου περί των αναφερομένων στη διάταξη αυτή υπαλλήλων το ανωτέρω κίνητρο βαρύνει τους λογαριασμούς και πιστώσεις που αναφέρονται σε αυτή [παρ.6], δ) τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών, μέχρι δε την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού [παρ.7] και ε) στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου [δηλαδή της παρ.7 του άρθρου 13 του νόμου ν. 2470/1997] εμπίπτει κάθε παροχή από οποιονδήποτε ειδικό λογαριασμό, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης των εσόδων του, μεταξύ των οποίων και τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις, μεταξύ άλλων, της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 (ΔΙΒΕΕΤ), της παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 και της παρ.1 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 [παρ. 8]. Από όσα ορίζονται στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2470/1997, οι οποίες, αν και καταργήθηκαν από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ", ίσχυαν κατά το κρίσιμο για την εξεταζόμενη υπόθεση χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997 για το ενιαίο μισθολόγιο, καταργήθηκαν, πλην των αναφερομένων ρητώς στις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 παρ.1 αυτού, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που ενέπιπταν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής. Μεταξύ των καταργηθέντων επιδομάτων ήταν και το προβλεπόμενο από την παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, που είχε το χαρακτήρα κινήτρου αποδοτικότητας, διότι δεν προβλεπόταν ρητά η χορήγηση του. Αντί του επιδόματος αυτού, όπως και άλλων που επιτελούσαν παρεμφερείς σκοπούς και καταργήθηκαν, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997, χορηγήθηκε μηνιαίως για την αύξηση της απόδοσης των υπαλλήλων κλπ το κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του νόμου αυτού χρηματικό ποσό, ως κίνητρο αποδοτικότητας, το οποίο βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονταν τα καταργηθέντα με την παρ.4 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997 επιδόματα. Απλώς, ορίσθηκε ότι, για να μη μειωθούν οι μέχρι τότε (31-12-1996) καταβαλλόμενες αποδοχές των δικαιούχων και έως ότου εκδοθούν οι ρυθμιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου. Η γενόμενη ρύθμιση, δηλαδή, είχε την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος υψηλοτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (πρβλ. ΟλΑΠ 10/2002). Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης που δικαιούνταν τις πιο πάνω παροχές είχαν, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, αξίωση όχι για τις παροχές αυτές καθ' εαυτές, αλλά μόνο για την προκύπτουσα μεταξύ αυτών και του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου διαφορά. Εξ άλλου, ο από το άρθρο 560 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Αντίθετα, στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων δεν περιλαμβάνεται ούτε ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για κατά παράβαση του νόμου παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ούτε ο από τη διάταξη του αρ.19 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι, τυχόν προβληθέντες, κρίνονται απαράδεκτοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27-6-2002 [ημερομηνία κατάθεσης] αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταρτισθείσες προ του έτους 1997 με το [τότε] εναγόμενο "Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών", διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσίβλητο και ισχυριζόμενοι ότι έχουν βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους υπαλλήλους που συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι δικαιούνται, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και της καταβολής ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, να λάβουν και αυτοί το ειδικό επίδομα του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, εντόκως, στον καθένα από αυτούς το αναλογούν ποσό εκ της αιτίας αυτής, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-11-1998. Προς επίρρωση, μάλιστα, της βασιμότητας της αγωγής, οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν το δεδικασμένο από την έκδοση των 1169/2000, 3881/2000 και 5054/2000 αμετάκλητων αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' έφεση και επιδίκασαν στους ίδιους το αιτούμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της 318/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι η από 27-6-2002 αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι "η χορήγηση του αιτούμενου ειδικού επιδόματος που προβλεπόταν από το άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997, ο οποίος ίσχυσε από 1-1-1997 και, έκτοτε, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης, με τους οποίους οι ενάγοντες είναι εξομοιωμένοι μισθολογικά και βαθμολογικά, δεν το λαμβάνουν (ενώ λαμβάνουν το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997, για την καταβολή του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχο αγωγικό αίτημα), αφού τούτο (ειδικό επίδομα), δεν συμπεριελήφθη στα διατηρούμενα από το άρθρο 10 παρ.1 του ως άνω νόμου επιδόματα και ως εκ τούτου, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάζεται από την εξαίρεση αυτή". Και περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παρήγαγαν οι ως άνω 1169/2000, 3881/2000 και 4054/2000 τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου, διότι είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς, υπό το οποίο αυτές είχαν εκδοθεί, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, στον οποίο, μεταξύ άλλων, υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, όπως οι ενάγοντες. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του Ταμείου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τα όσα δέχθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δοθέντος ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με την αγωγή ζητείτο η επιδίκαση του ειδικού επιδόματος του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και όχι η διαφορά μεταξύ αυτού και του κινήτρου αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/ 1997. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, δεύτερο μέρος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω αμετάκλητες αποφάσεις του ιδίου και αφ' ετέρου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι πλημμέλειες αυτές, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν στοιχειοθετούν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου (ΚΠολΔ 560).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 2507/ 2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδικό επίδομα άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993. Καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997 και από 1-1-1997 αντικαταστάθηκε με το κίνητρο αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997. Έκτοτε καταβάλλεται η μεταξύ των δύο διαφορά. Η μη λήψη υπ’ όψη δεδικασμένου και η έλλειψη νόμιμης βάσης δεν ιδρύουν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 596/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, για αναίρεση της με αριθμό 5240/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2010
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 1 του Ν. 3037/2002 ορίζεται ότι: "Κατά την έννοια των διατάξεων του παρόντος νόμου: α. Μηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου είναι αναγκαία και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. β. Ηλεκτρικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών. γ. Ηλεκτρομηχανικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο, για τη λειτουργία του οποίου απαιτείται τόσο η παρουσία ηλεκτρικών υποστηρικτικών μηχανισμών όσο και η συμβολή της μυϊκής δύναμης του παίκτη. δ. Ηλεκτρονικά διεξαγόμενο παίγνιο είναι εκείνο για τη λειτουργία του οποίου, εκτός των υποστηρικτικών ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και άλλων μηχανισμών, απαιτείται η ύπαρξη και εκτέλεση λογισμικού (προγράμματος). ε. Ψυχαγωγικό τεχνικό παίγνιο είναι εκείνο του οποίου το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική ή πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά του έχει αποκλειστικά ψυχαγωγικό σκοπό. Στην κατηγορία των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων εντάσσονται και όσα παίγνια με παιγνιόχαρτα χαρακτηρίστηκαν ως "τεχνικά παίγνια" με βάση τις διατάξεις του β.δ. 29/1971 ". Στο δε άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η διεξαγωγή των υπό στοιχεία β, γ και δ του άρθρου 1 παιγνίων περιλαμβανομένων και των υπολογιστών σε δημόσια γενικά κέντρα, όπως ξενοδοχεία, καφενεία, αίθουσες αναγνωρισμένων σωματείων κάθε φύσης, και σε κάθε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο. Επίσης απαγορεύεται η εγκατάσταση των παιγνίων αυτών. 2. Στα μηχανικά διεξαγόμενα παίγνια επιτρέπεται μόνο η διενέργεια ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων όπως ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο. Στα παίγνια αυτά δεν επιτρέπεται να συνομολογηθεί στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη. Η συνομολόγηση στοιχήματος ή η απόδοση οικονομικού οφέλους στον παίκτη επιφέρει τις συνέπειες των άρθρων 4 και 5". Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου νόμου, "τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ όσοι εκμεταλλεύονται ή διευθύνουν κέντρα ή άλλους χώρους της παρ. 1 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, στα οποία διενεργούνται ή εγκαθίστανται παίγνια απαγορευμένα κατά τις διατάξεις των προηγουμένων άρθρων. Σε περίπτωση υποτροπής τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από είκοσι πέντε έως εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ. Το δικαστήριο διατάσσει και τη δήμευση των μηχανημάτων παιγνίων". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου 4, "οι διατάξεις της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1, η παράγραφος 3 και η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του κωδικοποιημένου β.δ. 29/1971 εφαρμόζονται αναλόγως". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί ο εθισμός στα παίγνια και των φαινομένων παρανόμου πλουτισμού. Έτσι, η διενέργεια ψυχαγωγικών παιγνίων δεν απαγορεύεται και αν ακόμη διεξάγονται σε καταστήματα διαδικτύου, μέσω του διαδικτύου, εφόσον δεν προκύπτει οικονομικό όφελος οποιασδήποτε μορφής υπέρ των παικτών, οιουδήποτε τρίτου, ή της επιχειρήσεως προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου, εκ της διενεργείας και μόνο των παιγνίων αυτών. Αντιθέτως, απαγορεύεται και τιμωρείται η διενέργεια τυχερών παιγνίων και τέτοια θεωρούνται τα παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την τύχη, όπως και τα ψυχαγωγικά τεχνικά που παραλλάσσονται σε τυχερά ή για το αποτέλεσμά τους συνομολογείται στοίχημα μεταξύ οποιωνδήποτε προσώπων ή το αποτέλεσμά τους μπορεί να αποδώσει οποιασδήποτε μορφής οικονομικό όφελος στον παίκτη ή στον εκμεταλλευόμενο την επιχείρηση, στην οποία διενεργούνται τέτοια παίγνια. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του νόμου, σκοπός του είναι ο αποτελεσματικός αποκλεισμός της παράνομης διενέργειας τυχερών παιγνιδιών, του κοινώς λεγόμενου ''τζόγου'', και των παράνομων εσόδων που αυτή αποφέρει και, συνακόλουθα, η επίλυση των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που δημιουργεί. Εκείνο που κολάζει ο νόμος, απειλώντας ποινικές (άρθρο 4) και διοικητικές (άρθρο 5) κυρώσεις, είναι η διενέργεια, μέσω των ανωτέρω μηχανημάτων ή μηχανισμών ή Η/Υ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, παιγνίων τυχερών, κατά την ανωτέρω έννοια, στα οποία παίζονται χρηματικά ποσά και από τα οποία αποκομίζουν μεγάλα κέρδη οι επιτρέποντες στις οικείες επιχειρήσεις τους τη διενέργεια τέτοιων παιγνίων. Οι ποινικές κυρώσεις που απειλούνται στρέφονται μόνον εναντίον όσων επιτρέπουν στα ως άνω μηχανήματα, μηχανισμούς και Η/Υ, τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, στα οποία διακυβεύονται χρηματικά ποσά και όχι τη διενέργεια των ψυχαγωγικών τεχνικών παιγνίων, εκείνων δηλαδή των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται αποκλειστικά από την τεχνική και πνευματική ικανότητα του παίκτη και η διενέργειά τους έχει αποκλειστικά και μόνον ψυχαγωγικό σκοπό και δεν απαγορεύεται και στα δημόσια κέντρα (καφενεία κλπ.) και όταν ακόμη διεξάγονται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους μπορούν να εγκαταστήσουν οι ιδιοκτήτες τους, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν συνομολογούνται στοιχήματα μεταξύ των οποιωνδήποτε προσώπων και δεν γίνονται τα παίγνια αυτά με τέτοιο τρόπο και με σκοπό αποδόσεως οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους του καταστηματάρχη ή του παίκτη. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι σύμφωνη και με τον ανωτέρω σκοπό του Νομοθέτη που, όπως λέχθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήθελε και επιδίωξε να πατάξει τις μορφές εκείνες των παιγνίων, οι οποίες συνδέονται με την επίτευξη οικονομικών αποτελεσμάτων που οδηγούν στην ψυχική υποδούλωση και την οικονομική καταστροφή των παικτών, πράγμα που προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 δ, 2 και 4 του Ν. 3037/2002, κατά το σκέλος που προβλέπουν και τιμωρούν την εγκατάσταση και διεξαγωγή ηλεκτρονικά διεξαγόμενων τυχερών παιγνίων με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 3, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε και στη θεσπισθείσα με το άρθρο 25 παρ. 4 του ιδίου αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε διότι, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, πατάσσουν την με οποιοδήποτε και ηλεκτρονικά διεξαγόμενο τρόπο (με τη βοήθεια ειδικού λογισμικού προγράμματος που εισάγεται και ασύρματα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εγκατάσταση και διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, πράξη η οποία πλήττει την οικογενειακή, επαγγελματική και προσωπική οικονομική και όχι μόνον ζωή των παικτών, την οποία προστατεύει το Σύνταγμα, αποφέροντας εκ παραλλήλου σοβαρά οικονομικά οφέλη στους εκμεταλλευόμενους και διευθύνοντες τις αντίστοιχες επιχειρήσεις.
Περαιτέρω, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5240/2009 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο άμεσης συνέργειας σε παράβαση των άρθρων 1 δ, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 ν. 3037/2002 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων σε αυτό, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η εταιρία με την επωνυμία "Μ. Ι. και ΣΙΑ Ε.Ε." έχει στην ιδιοκτησία της επί της οδού ... στη … κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο) με το διακριτικό "ΜΑΤRΑΧ", το οποίο εκμεταλλεύεται επιχειρηματικά η ίδια. Την 15.7.2005 αστυνομικοί επισκέφθηκαν το κατάστημα για να διενεργήσουν σχετικό έλεγχο. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος διηύθυνε το κατάστημα κατά το χρόνο του ελέγχου. Διαπιστώθηκε επίσης ότι η εκμεταλλεύτρια εταιρία είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία ενότς αυτού εκτός άλλων και οκτώ ηλεκτρονικούς υπολογιστές στους οποίους αντίστοιχοι θαμώνες έπαιζαν το τυχηρό παίγνιο φρουτάκια. Ειδικότερα ο παίκτης κατέβαλε στον κατηγορούμενο για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας εταιρίας ένα χρηματικό ποσό και ο τελευταίος του διέθετε αντίστοιχες με τα καταβληθέντα χρήματα μονάδες καταχωρημένες στο μηχάνημα, για να παίξει το παιχνίδι. Ο παίκτης έπαιζε το παιχνίδι πατώντας ένα κουμπί και με κάθε πάτημα εμφανίζονταν στην οθόνη συνδυασμοί αυτοκινήτων και μοτοσικλετών ανά τρεις στη σειρά. Στόχος του παίκτη ήταν να επιτευχθεί τρίλιζα, δηλαδή να εμφανιστούν στην οθόνη του υπολογιστή τρία όμοια ακριβώς οχήματα στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια. Τότε ο παίκτης κέρδιζε τα συμφωνημένα χρήματα. Αν μετά από κάθε κτύπημα δεν εμφανιζόταν τρίλιζα μειωνόταν ο αριθμός των μονάδων με τις οποίες είχε πιστωθεί ο παίκτης καταβάλλοντος τα χρήματα και όταν οι μονάδες μηδενίζονταν ο παίκτης είχε χάσει τα χρήματα που διέθεσε. Το αποτέλεσμα του παιγνίου, το οποίο διεξάγεται στους υπολογιστές που διαθέτουν ανάλογο λογισμικό, όπως οι ως άνω που είχε εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία ο κατηγορούμενος, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη, χωρίς ο παίκτης να μπορεί να επιτύχει με τη δική του ικανότητα το αποτέλεσμα που θα ήθελε. Μόλις έγινε αντιληπτή από τον κατηγορούμενο η παρουσία των αστυνομικών με τον κεντρικό υπολογιστή, που ήταν συνδεδεμένοι όλοι οι υπολογιστές, έκλεισε τις οθόνες των υπολογιστών στους οποίους διεξαγόταν από τους θαμώνες το ως άνω τυχηρό παίγνιο, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορέσουν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τη διεξαγωγή του απαγορευμένου αυτού παιγνίου. Διαπιστώθηκε επίσης κατά τον έλεγχο ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ένα κλειδί με το οποίο καταχωρούσε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τις μονάδες πονταρίσματος. Βρέθηκαν επίσης χρήματα (995 ευρώ) προερχόμενα από τη διεξαγωγή του ως άνω παιχνιδιού και πέντε φύλλα χαρτιού στα οποία αναγράφονταν ονόματα παικτών και χρήματα που είχε ο καθένας καταβάλει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της άμεσης συνέργειας σε διεξαγωγή απαγορευμένου παιγνίου πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 2, 4 του ν. 3037/2002 σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 εδ. α και 7 παρ. 1 εδ. α' του β.δ. 29/1971 και 46 ΠΚ". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της άμεσης συνέργειας σε διεξαγωγή απαγορευμένου τυχερού παιγνίου για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ.2 του ΠΚ και 1 περ.δ, 2 παρ.1, 4 παρ.1 α του ν. 3037/2002 σε συνδ. με τα άρθρα 1 εδ.α και 7 παρ.1 εδ.α του β.δ. 29/1971, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ορθά εφάρμοσε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 δ και 2 του ν. 3037/2002, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα ορθώς το Δικαστήριο έκρινε (σιωπηρώς) ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ.1, 17 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος και 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Αντίθεση στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και όχι και στις άλλες ως άνω διατάξεις αυτού, θα μπορούσε να υπάρξει από την οριζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3037/2002 απαγόρευση, όταν τα ηλεκτρονικά παίγνια διεξήγοντο μέσω Η/Υ που δεν διέθεταν σύστημα απόδοσης οικονομικού οφέλους και χωρίς να συνομολογηθεί στοίχημα ή να προκύψει οικονομικό όφελος για τον παίκτη ή τον ιδιοκτήτη ή το διευθυντή του κέντρου, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση. Η υποστηριζόμενη από τον αναιρεσείοντα αντίθετη άποψη περί αντιθέσεως των διατάξεων, που κατά τα άνω εφάρμοσε το Δικαστήριο, στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, την ΕΣΔΑ και στη νομοθεσία της ΕΕ, θέτει ως βάση της την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο νομοθέτης του ν. 3037/2002 τιμωρεί ποινικά και διοικητικά την διενέργεια οποιωνδήποτε παιγνίων, μεταξύ άλλων και με τους Η/Υ, όπως ψυχαγωγικών, ενώ, όπως προεκτέθηκε, με τις διατάξεις αυτές τιμωρείται η διενέργεια, στις κατά τα άνω επιχειρήσεις και καταστήματα αυτών μόνο των τυχερών παιγνίων, κατά την ανωτέρω έννοια, τη διενέργεια των οποίων, κατά τα κατωτέρω εκτεθησόμενα, αποδοκιμάζει και το Κοινοτικό Δίκαιο, εσφαλμένα δε ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενος και την κατωτέρω αναφερόμενη απόφαση του ΔΕΚ, οι αναφερόμενες δε από αυτόν ως άνω συνταγματικές διατάξεις δεν προστατεύουν τέτοιου είδους δραστηριότητες. Κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος όχι για άμεση συνέργεια στην εγκατάσταση προγράμματος ηλεκτρονικών παιγνίων στους δεκαεπτά Η/Υ που κατασχέθηκαν και έφεραν ανάλογο λογισμικό, αλλά για άμεση συνέργεια στη διεξαγωγή τυχερών μη ψυχαγωγικών παιγνίων δια των προγραμμάτων αυτών και μάλιστα τέτοιων προγραμμάτων Η/Υ τα οποία ελέγχονταν από τον ίδιο με τηλεχειρισμό, περίπτωση, η οποία δεν εμπίπτει στην απαγόρευση περί της οποίας έκρινε, κατά τα κατωτέρω, το ΔΕΚ, αφού με την απόφαση αυτή (C-65/05/2006) κρίθηκε ότι παραβιάσθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία οι κατωτέρω διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, με την θεσπισθείσα από τον ν. 3037/2002 απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών, ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων και όχι ότι δεν μπορούν να κηρυχθούν ένοχοι και να τους επιβληθούν οι ανωτέρω ποινές σε περίπτωση που επέτρεψαν στα μηχανήματα αυτά τη διενέργεια τυχερών παιγνίων. Υπέρ τούτου συνηγορεί το ότι, προκειμένου περί των τυχερών παιγνίων, με την άσκηση των οποίων επιδιώκεται, αμέσως ή εμμέσως, ο προσπορισμός χρηματικού κέρδους, έχει κριθεί από το ΔΕΚ (αποφάσεις της 24.3.1994, C-275/92, Schindler, Συλλογή 1994, σ. I-1039, σκέψεις 58 επόμ., της 21.9.1999, C-124/97, Lαuder κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-6067, σκέψεις 13 και 33, καθώς και της 11.9.2003, C-6/01, Association Nacional de Operadores de ... κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-8621, σκέψεις 73 επόμ.) ότι υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με την προστασία των καταναλωτών και με την προστασία της κοινωνικής τάξεως, που μπορούν, επιτρεπτώς, να καταστήσουν δυνατό τον εκ μέρους των εθνικών νομοθεσιών περιορισμό, ή ακόμη και την απαγόρευση, της ασκήσεώς τους και την αποφυγή, με αυτόν τον τρόπο, του ενδεχομένου να αποτελέσουν πηγή ατομικού οφέλους. Και τούτο διότι τα εν λόγω παίγνια ενέχουν υψηλό κίνδυνο διαπράξεως εγκλημάτων και απάτης, αλλά και συνιστούν ενθάρρυνση της σπατάλης, η οποία μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες επί ατομικού και κοινωνικού επιπέδου (ΣτΕ 2144/2009, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές). Όλες τις ανωτέρω άκρως επιζήμιες για το κοινωνικό σύνολο συνέπειες επιχειρεί να αποτρέψει ο νομοθέτης με τη θέσπιση της απαγορεύσεως διενέργειας τυχερών παιγνίων και με την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς εκείνου, ο οποίος επιτρέπει, με σκοπό το ατομικό του οικονομικό όφελος, τη διενέργεια αυτών, πράξη για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Πάντως η διενέργεια τέτοιων παιγνίων είναι αξιόποινη, σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 βδ 29/71, που δεν καταργήθηκε από το άρθρο 10 του ν. 3037/2002. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο πρώτος και δεύτερος, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 3037/2002, που εφαρμόσθηκαν, αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και προς τις επικαλούμενες διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που υπερισχύει του εσωτερικού δικαίου κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής, με την επίκληση ότι έτσι έκρινε και η C-65/05 απόφαση του ΔΕΚ από 26.10.2006, κατά την οποία, εκδοθείσα επί προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος, καθόσον "η Ελληνική Δημοκρατία, εισάγοντας με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3037/2002 την απαγόρευση εγκαταστάσεως και λειτουργίας όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιγνίων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, εκτός των καζίνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 28, 43 και 49 ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 8 της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22 Ιουνίου 1998, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 98/48/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20 Ιουλίου 1998", είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2010 αίτηση - δήλωση του Α. Σ. του Π. περί αναιρέσεως της 5240/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τυχερά Παίγνια - Ν. 3037/2002. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για αντίθεση του Ν. 3037/2002 στο Σύνταγμα, στη νομοθεσία άρθρων 28,43 και 49 της EE, στην Οδηγία 98/34/ΕΚ, μετά απόφαση C-65/05/2006 ΔΕΚ και στην ΕΣΔΑ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 593/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 310/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο 11 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1120/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 3327/2005, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Κατά την ίδια διάταξη, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 3327/2005, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο τη μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές, ο υπαίτιος, μηνύσας ή ανακοινώσας, να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού και δ) με την ανωτέρω αντικατάσταση του έτους 2005 μεταβλήθηκε απλώς το πλαίσιο της προβλεπόμενης ποινής φυλακίσεως και όχι τα στοιχεία ή η μορφή της πράξεως αυτής.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 310/2010 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο την αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως, κατ' εξακολούθηση, σε βάρος των σε αυτή δικαστικών λειτουργών που επιλήφθηκαν δικαιοδοτικά δικαστικών υποθέσεών του σε διάφορα στάδια, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών για κάθε πράξη ψευδούς καταμηνύσεως, στρεφόμενης κατά διαφορετικού προσώπου και σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριανταδύο μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο εκκαλών Σ. Τ. υπέβαλε στην γραμματεία της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας τις από: 1) 3.12.2003, 2) 10.12.2003, 3) 10.12.2003, 4) 24.1.2006, 5) 25.9.2006 και 6) 27.11.2006 "αιτήσεις-καταγγελίες"-"μηνύσεις" με τις οποίες ζητούσε την ποινική δίωξη των τότε υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι αναφέρονται σ' αυτές, για τις πράξεις της παράβασης καθήκοντος, της συκοφαντικής δυσφήμησης, αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης και κατάχρησης εξουσίας, επικαλούμενος σ' αυτές, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) στην πρώτη, η οποία έλαβε Α.Β.Μ.:Αε03/6055, κατά του τότε υπηρετούντος ως Προέδρου Πρωτοδικών Κέρκυρας, Ν. Σ., ότι "...
Επειδή ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Κέρκυρας Σ. Ν. ως Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας κατά την δικάσιμον της 30-10-2003 κατά την οποίαν εξεδικάζετο σχετική έγκληση μου κατά του Δ. Α. του Ι. και της συζύγου του Α. Α. κατηγορουμένων, ότι την 14-11-2002 εισελθόντες λάθρα εντός της αυλής της οικίας μου έκλεψαν τα εις την έγκληση μου αναφερόμενα κινητά αντικείμενα, τα οποία και ουδέποτε μου επέστρεψαν, δια της υπ' αριθμ. 2791/2003 αποφάσεως του αθώωσε τους κατηγορουμένους παρά τα αδιάσειστα στοιχεία της ενοχής των, τα οποία επέδωσα, εξήγησα και ανεγνώσθησαν ως αναγράφεται εις την απόφαση, εις δε το σκεπτικόν αναγράφει εν γνώσει της αναλήθειας τούτων ψευδή γεγονότα ως αληθή και άσχετους διατάξεις του Α. Κ. δια να τους αθωώσει γνωρίζοντας, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα προσπορίσει εις τούτους παράνομον περιουσιακόν όφελος αλλά και επί πλέον όφελος χρησιμοποιώντας την απόφασιν αυτήν εις μεταξύ μας ποινικάς-πολιτικάς δίκας μεταξύ δε άλλων ανατρέπει και την εις Β' βαθμόν εκδοθείσα αμετάκλητη απόφαση (ποινική) του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας ακριβώς αντίθετη (ως προς το ιδιοκτησιακό του χώρου), την 45/98 την οποία επέδωσα-εγνώριζε και παρά τον νόμον προκλητικώς υπέρ των κατηγορουμένων ηγνόησε, διέπραξε την αξιόποινον πράξιν της παραβάσεως καθήκοντος, προβλεπομένην και τιμωρουμένην υπό του άρθρου 259 του Π. Κ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΙΤΟΥΜΑΙ Την κατά νόμο δίωξιν και τιμωρίαν του ... β) στην δεύτερη, η οποία έλαβε Α.Β.Μ.:Βε03/705, κατά του τότε υπηρετούντος ως Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας, Ε. Μ., ότι:"... Επειδή ο Εισαγγελεύς Πλημ/κων Κέρκυρας κ. Ε. Μ. υπεύθυνος κατά νόμον δια την άσκηση της ποινικής διώξεως (άρθρον 27 Κ. Π.Δ.), α. Εν γνώσει του παρέλειψε να διώξει τους υπ' εμού εγκαλούμενους Εφέτη του Εφετείου Κέρκυρας κ. Α. Δ. και τον Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας κ. Μ. Φ. καίτοι ήσαν υπαίτιοι διαπράξεως των καταμαρτυρομένων κατ' αυτών αξιόποινων πράξεων-δια της υπ' αριθμ. Αε-03/4847/22-10-02 εγκλήσεώς μου και β. Δια της απορριπτικής υπ' αριθμ. 438/3-1-2003 διατάξεως του επιπλέον προβαίνει εις ανεπίτρεπτους κατ' εμού χαρακτηρισμούς αναγράφοντας, ότι η ανωτέρω έγκλησις μου είναι "παντελώς ψευδής και γενομένη από δόλο", όχι μόνο χωρίς να αιτιολογήσει αυτά που αναγράφει ως επιβάλλει ο νόμος, αλλά και κατά προκλητικήν παραβίαση του νόμου (άρθρου 47§2 του Κ.Π.Δ.), διέπραξε το αδίκημα της καταχρήσεως εξουσίας, πράξιν προβλεπομένην και τιμωρουμένην υπό του όρθρου 239 του Π.Κ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΙΤΟΥΜΑΙ την κατά νόμο δίωξιν και τιμωρίαν του ...", γ) στην τρίτη, η οποία έλαβε Α.Β.Μ.:Βε03/706, κατά α) του την εποχή εκείνη υπηρετούντος ως Προέδρου Πρωτοδικών Κέρκυρας, Ν. Σ. και β) του τότε υπηρετούντος Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας, Ε. Μ., ότι: "... Επειδή ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Σ. Ν. : ...ζ. Δια των προαναφερομένων θεμελιώνονται πλήρως η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του δόλου της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος προβλεπομένης και τιμωρουμένης υπό του όρθρου 259 του Π. Κ. Επειδή ο επί της έδρας Εισαγγελεύς κ. Ε. Μ. εζήτησε την αθώωση των κατηγορουμένων, ... ζ. Εκ των ανωτέρω προαναφερομένων φρονώ ότι θεμελιούται πλήρως η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του Δόλου της αξιοποίνου πράξεως της καταχρήσεως εξουσίας προβλεπομένης και τιμωρουμένης υπό του άρθρου 239 του Π.Κ... Διότι ως προς την αντικειμενική υπόσταση η πρόταση αθωώσεως των κατηγορουμένων πρέπει να θεωρείται φυσική προέκταση της παραπομπής εις δίκην και της αποκαταστάσεως της νομιμότητας ως κατά νόμον τηρητού, η δε υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος έγκειται εις την γνώσιν του Εισαγγελέως, ότι οι κατηγορούμενοι εξετέλεσαν πράγματι την αξιόποινον πράξη δια την οποίαν κατηγορούνται. Και όλα αυτά βεβαίως εν σχέσει με τας ακολουθούμενος μεθοδεύσεις και με το περιουσισκόν όφελος των αθωωθέντων εις βάρος μου. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΙΤΟΥΜΑΙ Την κατά νόμον δίωξιν και τιμωρίαν των ...", στην τέταρτη, η οποία έλαβε Α.Β.Μ.:Αε-06/31, κατά του άλλοτε υπηρετούντος ως Πρωτοδίκου στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας, Β. Χ., ότι: "... επειδή ο Πρωτοδίκης Χ. Β. Εισηγητής της από 27-1-2005 αγωγής αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης του Δικηγόρου Π. Η. κατ' εμού, συζητηθείσης την από 20-9-2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας εκδοθείσης της υπ' αριθ. 241/2005 αποφάσεως του: Α. Εισηγήθηκε αναληθή γεγονότα ως αληθή, υποκατέστησε παρά τον νόμον την υπεράσπιση του ενάγοντα Δικηγόρου Π. Η. εις την αντίκρουση των (έληθών ισχυρισμών μου, εξέλαβε ως αληθείς εξωλογικούς και μη νόμιμους ισχυρισμούς του αντιδίκου, απέκρυψε την διαπραχθείσσν ενώπιον του δικάσαντος Δικαστηρίου προσπάθειαν εξαπατήσεως του την οποίαν δια της εισηγήσεως απέκρυψε (παραποίηση άρθρου 463 ΚΠολΔ - τηλεφωνική επικοινωνία με πεθαμένο), παρερμήνευσε και απέκρυψε νόμους (αρθρ. 116 Κ.Πολ.Δ.), δεν συνεμορφώθη προς το Σύνταγμα (αρθρ. 2, 4, 20, 87) εις το οποίον όφειλε και ορκίσθη και τούτο δια να προσπορίσει εις βάρος μου εν γνώσει του παράνομον περιουσιακό όφελος μη σεβασθείς όχι μόνον το Δίκαιον μου, αλλά την ηλικίαν μου, την κοινωνικήν θέση μου ως αποστράτου Αξ-κου και την οικονομικήν μου κατάσταση κατόπι εξαντλητικού δικαστικού αγώνος δέκα πέντε (15) ετών με πρωταγωνιστάς τον Δικηγόρον Π. Η. περί του οποίου έχω ενημερώσει κστ' επανάληψη τον Εισαγγελέα του Αρείου και την Επιθεώρηση Δικαστηρίων, ήτοι, παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα του ως Δημοσίου Λειτουργού και δη λειτουργού της Δικαιοσύνης δια να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εις τον Δικηγόρο Π. Η., πράξιν προβλεπομένην και τιμωρουμένην υπό του όρθρου 259 ΠΚ. Β. Δια της αυτής ως άνω αποφάσεως αναγράφει αναληθώς δυσφημιστικό δι' εμέ γεγονότα, ήτοι, ισχυρίζεται εμμέσως ότι εν γνώσει μου εις το πρόσωπο του ενάγοντος Δικηγόρου Π. Η. δήθεν συκοφαντώ το Δικηγορικό λειτούργημα δι' άκρως προσβλητικών φράσεων όπως ότι ισχυρίσθηκα γεγονότα "με συνείδηση ότι ημπορούσα να βλάψω δήθεν τον επαγγελματία συνλειτουργό της δικαιοσύνης" περιείχαν οι φράσεις μου δήθεν "ονειδισμό και αμφισβήτηση της επαγγελματικής εντιμότητας του", "ότι μετέρχεται ανέντιμες και παράνομες μεθόδους κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων του", και πάντα ταύτα εν συνδυασμώ με την εξοντωτικήν επιβολή της αποζημιώσεως των είκοσι (20.000) χιλιάδων Ευρώ ... Ήτοι, δια της αποφάσεως αυτής διαδίδει εν γνώσει της αναλήθειας τούτων δυσφημιστικά-συκοφαντικά γεγονότα τα οποία βλάπτουν την τιμήν και την υπόληψίν μου κυρίως εις τους Δικηγόρους της Κέρκυρας εν γνώσει τούτου ως προαναφέρω ότι είναι αναληθή. Εγώ κατήγγειλα τας παρανόμους πράξεις του ενάγοντος όχι το υγιές Δικηγορικό λειτούργημα. Ήτοι, διέπραξε δια της αποφάσεως αυτής την άδικο πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως προβλεπομένην και τιμωρουμένην υπό του όρθρου 262-263 του Π.Κ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΙΤΟΥΜΑΙ την κατά νόμον δίωξη και τιμωρία του. ...", στην πέμπτη, υπέβαλε στη γραμματεία της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας την από 25-9-2006 "αίτηση" του, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη των: α) Χ. Α., Προέδρου Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας και β) Μ. Τ., Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κέρκυρας, όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Καταγγέλλω δια παράβαση καθήκοντος την πρόεδρον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας της 21-9-2005 Πρόεδρον Πρωτοδικών Α. Χ. και την Εισαγγελέα της έδρας Αντεισογγελέα Τ. Μ., διότι αθώωσαν τους κατηγορουμένους παρά τα αδιάσειστα στοιχεία που προσεκόμισα εις το Δικαστήριον αποδεικνύοντας πλήρως, την ενοχήν των κατηγορουμένων, εν γνώσει της ενοχής των και της ζημίας που μου έχουν προκαλέσει περιουσιακώς και ηθικώς οι κατηγορούμενοι, ως και της επί πλέον ζημίας που θα υποστώ εκ της αδίκου αθωώσεως των ως και το παράνομο όφελος που θα προσπορίσουν εις Γ. Σ., δια της εκδοθείσης αποφάσεως δεν καταπολεμούν τας παρανόμους πράξεις εναντίον μου αλλά τας ενθαρρύνουν καίτοι τηρείται της νομιμότητας που βάναυσα αγνοούν και καταπατούν το Σύνταγμα εις το οποίον οφείλουν να υπακούουν. Ταύτα δε με την επιπλέον άρνηση - απόκρυψη ότι επεβάλετο η αποχή των δια τους προαναφερόμενους λόγους ευπρέπειας. Δια τα έτερα δύο μέλη του Δικαστηρίου φρονώ ότι δεν υπήρχε εκ μέρους τους το στοιχείον του δόλου, αλλά "έπεσαν θύματα" των μεθοδεύσεων της προέδρου και της αδίκου μη νομίμου προτάσεως της Εισαγγελέως. Εξ άλλου εμφανής ήτο κατά την επί της έδρας σύσκεψιν δι' έκδοση της αποφάσεως η προσπάθεια της προέδρου να τους πείσει δια το ορθόν της κρίσεως της ..." και στην έκτη, την από 27 -11-2006 "αίτηση καταγγελία" του, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη του άλλοτε υπηρετούντος ως Πρωτοδίκου στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας, Ν. Τ. και στην οποία (καταγγελία) ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Επειδή ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Πρωτοδίκης Ν. Τ. παρά τα αδιάσειστα στοιχεία ενοχής του κατηγορουμένου Α. Δ. ως τούτο αδιαμφισβήτως προκύπτει από τας ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΟΥΣ δικαστικός αποφάσεις, τας καταθέσεις των μαρτύρων, τα προσαχθέντα έγγραφα στοιχεία, την κρίσιν του Εισαγγελέως Εφετών επί όμοιας αποφάσεως και την πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, την ηθικήν και τον νόμον, αγνοήσας και την πρόταση της εισαγγελέως δια της οποίας υπέμνησε εις αυτόν την εκ του νόμου υποχρέωση σεβασμού προς τας ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΟΥΣ Δικαστικός αποφάσεις, παρέβη εκ προθέσεως το υπηρεσιακόν του καθήκον δια να προσπορίσει εις τον Α. Δ. παράνομον όφελος βλάπτοντας εμέ, ο οποίος επί 15πενταετία ως άνθρωπος, οικογενειάρχης και αξ/κος αγωνίζομαι δια την αξιοπρέπειαν μου και προστασίαν των εννόμων συμφερόντων μου ως επ' αυτού κατ' επανάληψη έχω αναφέρει προφορικώς και εγγράφως εις εισαγγελέα Αρείου Πάγου και Πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεωρήσεως Δικαστηρίων και παρά την κατά νόμον Επέμβαση των, ΟΥΔΕΝ μέχρι τούδε εγένετο, αθώωσε τον Α. Δ. συνεχιζόμενων λόγω της ατιμωρησίας του των παρανόμων κατ' εμού πράξεων του (αυτοδικίαι-εξυβρίσεις-συκοφαντικαί δυσφημήσεις κ.λ.π.), ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΩ τούτον ενώπιον Σας δια παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρον 259 του Π.Κ. αιτούμενος την κατά νόμον ποινικήν του δίωξιν ...". Επί των ανωτέρω "αιτήσεων-καταγγελιών" εκδόθηκαν οι: 1) ΕΠ/04/903/37, 2) ΕΠ/04/1042/43, 3) ΕΠ/04/900/36, 4) 122/2007, 5) 22/2008 και 6) 179/2007 διατάξεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, αντίστοιχα, οι οποίες και τις απέρριψαν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, με το σκεπτικό ότι δεν προέκυψαν στοιχεία εις βάρος τους, τα οποία συνηγορούν στην συγκρότηση των εις βάρος τους κατηγοριών, αλλά, αντίθετα, ότι αυτοί έκριναν βάσει των αποδεικτικών στοιχείων της κάθε μιας δικογραφίας, προκειμένου να στηρίξουν την κρίση τους και όχι με σκοπό να ωφελήσουν παράνομα τους αντιδίκους του εκκαλούντος ή να βλάψουν τον ίδιο. Επομένως, στις ανωτέρω "αιτήσεις- καταγγελίες", "μηνύσεις", στις οποίες ο εκκαλών αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί τέλεσαν αξιόποινες πράξεις, αυτός προέβη εν γνώσει του ότι τα εις αυτές αναφερόμενα ήταν ψευδή και αναληθή, είχε δε σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι αυτές, να πλήξει το κύρος τους ως δικαστικών λειτουργών, με την άσκηση ποινικών διώξεων κατ' αυτών, χωρίς προηγουμένως, όπως όφειλε, να εξαντλήσει τα ένδικα μέσα που του παρείχε ο νόμος. Ενδεικτικό δε του δόλου του εκκαλούντος στην σύνταξη των ψευδών αυτών αναφορών-μηνύσεων, είναι και οι φράσεις τις οποίες χρησιμοποίησε, οι οποίες υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο ευπρέπειας για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του, οι οποίες είναι καταφανώς ονειδιστικές τόσον ως προς την έκθεση των εις αυτών περιστατικών τα οποία καταλογίζει, εν γνώσει του ψευδώς, στους εις αυτές καταγγελόμενους δικαστικούς λειτουργούς όσο και ως προς το πρόσωπο και το λειτούργημα αυτών. Ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των παραπάνω πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και όχι απλές ενδείξεις, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94, 98 και 229 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται εφαρμογή του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, χωρίς αναφορά αν εφαρμόστηκε, όπως ίσχυε προ ή μετά την προεκτεθείσα τροποποίησή του επί το ευμενέστερον, με το άρθρο 1 παρ.6 του ν. 3327/2005, καίτοι οι επί μέρους έξι πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που καταδικάστηκε εμπίπτουν σε χρόνους προ, αλλά και μετά την εν λόγω τροποποίηση, πλην όμως, αφού με την εν λόγω τροποποίηση δεν διαφοροποιείται ο πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξεως, η δε επιβληθείσα για κάθε πράξη ποινή φυλακίσεως των δώδεκα μηνών, βρίσκεται μέσα στο προβλεπόμενο πλαίσιο του νόμου, όπως ίσχυε και προ και μετά την άνω τροποποίηση, έπεται ότι δεν έγινε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 229 ΠΚ, ούτε του άρθρου 2 του ΠΚ. β) αναφέρονται οι αξιόποινες πράξεις που ψευδώς ο αναιρεσείων απέδωσε στους καταγγελλόμενους δικαστικούς λειτουργούς (παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήμηση, αποσιώπηση λόγου εξαίρεσης, κατάχρηση εξουσίας) και αναφέρεται το ψευδές των καταμηνυθέντων πραγματικών περιστατικών, γ) αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου και δη η γνώση αυτού περί του ψευδούς των καταγγελθέντων πραγματικών περιστατικών και ο σκοπός αυτού να προκαλέσει την ποινική και πειθαρχική δίωξη των καταγγελλομένων δικαστικών λειτουργών για πράξεις που δεν τέλεσαν, αποδίδοντας μάλιστα σε αυτούς, κατά την ενάσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων, δόλο να ευνοήσουν τον αντίδικό του Δ. Α. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Η. Π. σε διάφορες δίκες που αναμείχθηκαν στα δικαστήρια της Κέρκυρας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να επαναληφθεί η αναφορά των αληθινών γεγονότων. Η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των από αυτόν καταγγελθέντων στις δικαστικές αρχές αιτιολογείται πλήρως από τις παραδοχές, ότι αυτός ως διάδικος είχε προσωπική αντίληψη και κρίση περί των καταμηνυθέντων διαδοχικά περιστατικών δια των έξι αιτήσεων - καταγγελιών - μηνύσεών του ως ψευδών, ότι δεν εξήντλησε τα ένδικα μέσα που του παρείχε ο νόμος και ότι όλες οι παραπάνω έξι αιτήσεις - καταγγελίες - εγκλήσεις του κατηγορουμένου, απορρίφθηκαν διαδοχικά (2003-2007) με ισάριθμες διατάξεις του αρμοδίου εισαγγελέα πρωτοδικών Θεσπρωτίας, κατ' άρθρο 47 παρ.1 του ΚΠοινΔ, ως αβάσιμες κατ' ουσία, οπότε ο κατηγορούμενος γνώριζε την πραγματική κατάσταση και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. δ) ανεξάρτητα του ότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο αυτοτελής ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 παρ.1 γ του ΠΚ, για ενάσκηση δικαιώματος δια τη διαφύλαξη δικαιωμάτων του, ο παραπάνω ισχυρισμός δεν προβάλλεται για άρση του αδίκου στα εγκλήματα κατά της απονομής της δικαιοσύνης, όπως της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, παρά μόνον στα εγκλήματα κατά της τιμής. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, (δεύτερος, τρίτος της αιτήσεως), καθώς και ο εμπεριεχόμενος στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων (τέταρτος), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο αποστέρησε αυτόν από τα υπερασπιστικά του δικαιώματα διότι, καίτοι ζήτησε κατά την αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας από το Δικαστήριο να του υποβάλει ορισμένες ερωτήσεις που έκρινε ότι αποτελούσαν ψευδή γεγονότα στις κρινόμενες μηνύσεις του για να αμυνθεί με αποδεικτικά στοιχεία, το Δικαστήριο αρνήθηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον ο κάθε κατηγορούμενος εισάγεται σε δίκη, αφού προηγούμενα του έχει επιδοθεί παραπεμπτικό βούλευμα ή σχετικό κλητήριο θέσπισμα που περιέχουν ακριβή καθορισμό της πράξεως που κατηγορείται και επομένως έχει λάβει πλήρη γνώση της κατηγορίας, μάλιστα δε επί της συγκεκριμένης κατ' έφεση δίκης, ήδη είχε λάβει γνώση της πρωτοβάθμιας 1570/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας ο εκκαλών κατηγορούμενος και δεν υποχρεούτο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από καμία διάταξη νόμου, να του επαναλάβει τα ψευδή γεγονότα που περιελάμβανε η εναντίον του κατηγορία για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση κατά δικαστικών λειτουργών, ούτε να του υποβάλει τις ερωτήσεις που αυτός επιθυμούσε, αφού απολογούμενος, μπορούσε να δώσει οιαδήποτε απάντηση ή εξήγηση επί της κατηγορίας επιθυμούσε και συνεπώς δεν παραβιάστηκε κάποιο παρεχόμενο από το νόμο υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων, οι οποίες καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα στις περιπτώσεις εκείνες που υποχρεωτικά την επιτάσσει ο νόμος. Τέτοια ακυρότητα δεν επέρχεται, στην περίπτωση που ο εισαγγελέας κινήσει την ποινική δίωξη, με βάση έγκληση ή μήνυση και δε θέσει αυτήν στο αρχείο με διάταξή του, ως αστήρικτη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως κατά το άρθρο 43 παρ.2 και 47του ΚΠοινΔ, αφού με βάση την αρχή της νομιμότητας για τη διασφάλιση της προστασίας της προσωπικότητας των πολιτών από προπετείς μηνύσεις και αναφορές, κατά το άρθρο 43 παρ.1, μπορεί να ασκήσει ποινική δίωξη, σε κακουργήματα και πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, μόνον εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις και κατά τη διακριτική του κρίση προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ο δε κατηγορούμενος προστατεύεται περαιτέρω με την άσκηση των προβλεπομένων στον ΚΠοινΔ δικαιωμάτων κατά της με απ'ευθείας κλήση ή με βούλευμα παραπομπής του σε δίκη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προβαλλόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι παράνομα ασκήθηκε εναντίον του η προκείμενη ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, με βάση την από 18-2-2001 αίτηση - μήνυση του Δ. Α., η οποία και θάπρεπε να τεθεί στο αρχείο, γιατί ήταν ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και στην πραγματικότητα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ, 369 παρ.1 και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αν μετά την αγόρευση του εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, δε δοθεί τελευταία ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον τυχόν εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορο υπερασπίσεως, προκειμένου να αντιταχθεί και να εκθέσει τις απόψεις του επί της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι, μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, σημειώνεται ότι "ο κατηγορούμενος, όταν τον ρώτησε η πρόεδρος αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του, απάντησε αρνητικά". Από την περικοπή αυτή συνάγεται σαφώς ότι μετά την περί ενοχής πρόταση του εισαγγελέα δόθηκε τελευταία ο λόγος από την προεδρεύουσα του Δικαστηρίου στον χωρίς συνήγορο παριστάμενο κατηγορούμενο και αυτός ρωτήθηκε, αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του, κατά το άρθρο 369 ΚΠοινΔ, και όχι κατά το άρθρο 368, όπως αβάσιμα αιτιάται, αν έχει δηλαδή ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Άρα ο κατηγορούμενος, στον οποίο δόθηκε ο λόγος τελευταία, μετά την περί της ενοχής πρόταση του εισαγγελέα, είχε τη δυνατότητα να αγορεύσει ή να επιχειρηματολογήσει περί της αθωότητάς του, αλλά αφού αυτός αρκέστηκε σε απλή αρνητική δήλωση - απάντηση, ουδέν υπερασπιστικό του δικαίωμα παραβιάστηκε. Επομένως, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ. α του ΚΠοινΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων. Κακή σύνθεση υπάρχει και από τη συμμετοχή στη σύνθεση δικαστικού λειτουργού κατά του οποίου έχει γίνει δεκτή δήλωση εξαιρέσεως ή δήλωση αποχής του ιδίου, δεν υπάρχει όμως κακή σύνθεση από μόνη τη συνδρομή λόγου εξαιρέσεως, που δεν αποτελεί ταυτόχρονα και λόγο αποκλεισμού, κατ' άρθρο 14 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο ότι συμμετείχε στη σύνθεση του Δικαστηρίου ως προεδρεύουσα η εφέτης Ελένη Παπαϊωάννου, ενώ είχε προηγουμένως καταμηνυθεί εγγράφως από αυτόν για παράβαση καθήκοντος, χωρίς αυτή να αυτοεξαιρεθεί, όπως είχε υποχρέωση κατά το νόμο, καίτοι γνώριζε το γεγονός αυτό και είχε εξαιρεθεί προηγούμενα σε άλλες δίκες. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε αυτή, συμμετείχε ως προεδρεύουσα η εφέτης Ελένη Παπαϊωάννου, χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλει λόγο εξαιρέσεώς της και χωρίς η ιδία να δηλώσει αποχή από τα καθήκοντά της για κάποιο λόγο. Η συμμετοχή όμως στη σύνθεση του δικάζοντος κατ' έφεση δικαστηρίου δικαστή, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχε λόγος εξαιρέσεως, χωρίς να προβληθεί η συνδρομή του, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για κακή σύνθεση, παρά μόνον συνεπάγεται, κατά το άρθρο 26 ΚΠοινΔ, πειθαρχικές ευθύνες του δικαστή και ενδεχομένως ποινικές κυρώσεις για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως. Επομένως, ο παραπάνω εκτεθείς συναφής τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 11-2-2011 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/8-6-2010 αίτηση του Σ. Τ. του Κ. και τους από 11-2-2011 προσθέτους λόγους αυτής, περί αναιρέσεως της 310/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κέρκυρας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2001.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. 2) Η συμμετοχή στη σύνθεση του δικαστηρίου δικαστή, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχε λόγος εξαιρέσεως, χωρίς να προβληθεί η συνδρομή του υπάρχοντος λόγου εξαιρέσεως, δεν παράγει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για κακή σύνθεση, παρά μόνον συνεπάγεται, κατά το άρθρο 26 ΚΠΔ, πειθαρχικές ευθύνες του δικαστή και ενδεχομένως ποινικές κυρώσεις για αποσιώπηση λόγου εξαιρέσεως. 3) Αν από τα πρακτικά της δίκης, προκύπτει ότι μετά την περί ενοχής πρόταση του εισαγγελέα, σημειώνεται ότι "ο κατηγορούμενος, όταν τον ρώτησε η πρόεδρος αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του, απάντησε αρνητικά", συνάγεται ότι δόθηκε τελευταία ο λόγος από την προεδρεύουσα του Δικαστηρίου στον χωρίς συνήγορο παριστάμενο κατηγορούμενο και ρωτήθηκε, αν αυτός έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του, κατά το άρθρο 369 ΚΠΔ, και όχι κατά το άρθρο 368, όπως αυτός αβάσιμα αιτιάται, αν έχει δηλαδή ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. 4) Αυτοτελής ισχυρισμός εκ του άρθρου 367 παρ.1 γ ΠΚ για ενάσκηση δικαιώματος δια τη διαφύλαξη δικαιωμάτων του, δεν προβάλλεται για άρση του αδίκου στα εγκλήματα κατά της απονομής της δικαιοσύνης, όπως της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, παρά μόνον στα εγκλήματα κατά της τιμής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 596/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) ... και 31) ..., κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 22ος, 23ος, 24η, 26η, 27η, 29ος, 30η και 31η παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σπυρίδωνος, οι 21η και 25ος παραστάθηκαν δια του ως άνω δικηγόρου και ο 28ος δεν παραστάθηκε.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ΕΤΑΑ), ως διαδόχου του "Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών" (ΤΣΑΥ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιλτιάδη Καγκελάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2002 αγωγή των ήδη καλούντων και αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 320/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2509/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2191/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, η συζήτηση της από 5-6-2008 αιτήσεως των αναιρεσειόντων περί αναιρέσεως της 2509/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως εφετείο επί της 320/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επισπεύδεται εκ νέου με την από 3-2-2010 κλήση αυτών μετά την έκδοση της 2191/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 29-9-2009, λόγω μη κλητεύσεως του ως αναιρεσείοντος αναφερόμενου Α. Ζ., για τον οποίο δεν είχε εντολή και πληρεξουσιότητα δικαστικής αντιπροσώπευσης ο δικηγόρος των λοιπών, Παναγιώτης Σπυρίδων. Ήδη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 1125 και 1129/6-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Μ., ακριβές αντίγραφο τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της κλήσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, προς τον ενάγοντα, εφεσίβλητο και ως αναιρεσείοντα φερόμενο Α. Ζ., για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (22-2-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο αυτής της δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως. Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτός να ήταν παρών.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, ορίσθηκε ότι "Στους δημοσιονομικούς υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους χορηγείται, για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης για το 1993, ποσοστό μηδέν κόμμα ένα τοις χιλίοις (0,1 ο/οο) επί των συνολικών πραγματοποιούμενων δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του κάθε οικονομικού έτους, εξαιρουμένων των χρεωλυσίων, προς αντιμετώπιση ειδικών δαπανών τους για την κατάρτιση και εκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού. Το προϊόν του ποσοστού αυτού βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση και διάθεσή του καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών". Με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, η χορήγηση του επιδόματος αυτού επεκτάθηκε "στους υπαλλήλους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων και στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Κράτους", με τη διευκρίνιση ότι "η δαπάνη στις περιπτώσεις αυτές, πλην του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βαρύνει τους προϋπολογισμούς των ανωτέρω ΝΠΔΔ, τα δε ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των δημοσιονομικών υπαλλήλων". Κατόπιν, με την 2054096/ 5883/0022/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 655) ρυθμίστηκε η διαδικασία καταβολής του ως άνω ποσοστιαίου επιδόματος, το οποίο αυξήθηκε διαδοχικά με υπουργικές αποφάσεις που επακολούθησαν, ώσπου με την 2037774/5654/0022/1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 442) εγκρίθηκε η "ενοποίηση των λογαριασμών της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 και των παρ.7 και 38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 222719/94, σε ενιαίο λογαριασμό με την ονομασία Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ τρίτων (ΔΙΒΕΕΤ)". Επακολούθησε, όμως, η έκδοση του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού δημόσιας διοίκησης", που άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, με το άρθρο 10 παρ.1 και 4 του οποίου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) διατηρούνται, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 9 επιδομάτων [ήτοι του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας] και τα επιδόματα ή παροχές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή [παρ.1] και β) εκτός από τα εν λόγω διατηρούμενα επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρου 10, καταργούνται όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές ή αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού [παρ.4]. Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ.1, 4, 6, 7 και 8 του νόμου ν. 2470/1997 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων [παρ.1], β) προκειμένου περί ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι προϋπολογισμοί των οποίων βαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, το ανωτέρω κίνητρο καταβάλλεται από τις πιστώσεις των προϋπολογισμών τους και δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό [παρ.4], γ) το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, πλην ασφαλιστικών εισφορών και βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονται τα καταργούμενα με την παρ.4 του άρθρου 10 του νόμου ν. 2470/1997 επιδόματα με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας ή αυξημένης ευθύνης, οι δε λεπτομέρειες για τη διαδικασία και τον τρόπο απόδοσης στον Κρατικό Προϋπολογισμό ή στους οικείους προϋπολογισμούς των ΝΠΔΔ, που επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, των ποσών του κινήτρου απόδοσης από τους οικείους λογαριασμούς εκτός προϋπολογισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και προκειμένου περί των αναφερομένων στη διάταξη αυτή υπαλλήλων το ανωτέρω κίνητρο βαρύνει τους λογαριασμούς και πιστώσεις που αναφέρονται σε αυτή [παρ.6], δ) τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών, μέχρι δε την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού [παρ.7] και ε) στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου [δηλαδή της παρ.7 του άρθρου 13 του νόμου ν. 2470/1997] εμπίπτει κάθε παροχή από οποιονδήποτε ειδικό λογαριασμό, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης των εσόδων του, μεταξύ των οποίων και τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις, μεταξύ άλλων, της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 (ΔΙΒΕΕΤ), της παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 και της παρ.1 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 [παρ. 8]. Από όσα ορίζονται στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2470/1997, οι οποίες, αν και καταργήθηκαν από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ", ίσχυαν κατά το κρίσιμο για την εξεταζόμενη υπόθεση χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997 για το ενιαίο μισθολόγιο, καταργήθηκαν, πλην των αναφερομένων ρητώς στις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 παρ.1 αυτού, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που ενέπιπταν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής. Μεταξύ των καταργηθέντων επιδομάτων ήταν και το προβλεπόμενο από την παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, που είχε το χαρακτήρα κινήτρου αποδοτικότητας, διότι δεν προβλεπόταν ρητά η χορήγηση του. Αντί του επιδόματος αυτού, όπως και άλλων που επιτελούσαν παρεμφερείς σκοπούς και καταργήθηκαν, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997, χορηγήθηκε μηνιαίως για την αύξηση της απόδοσης των υπαλλήλων κλπ το κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του νόμου αυτού χρηματικό ποσό, ως κίνητρο αποδοτικότητας, το οποίο βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονταν τα καταργηθέντα με την παρ.4 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997 επιδόματα. Απλώς, ορίσθηκε ότι, για να μη μειωθούν οι μέχρι τότε (31-12-1996) καταβαλλόμενες αποδοχές των δικαιούχων και έως ότου εκδοθούν οι ρυθμιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου. Η γενόμενη ρύθμιση, δηλαδή, είχε την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος υψηλοτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (πρβλ. ΟλΑΠ 10/2002). Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης που δικαιούνταν τις πιο πάνω παροχές είχαν, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, αξίωση όχι για τις παροχές αυτές καθ' εαυτές, αλλά μόνο για την προκύπτουσα μεταξύ αυτών και του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου διαφορά. Εξ άλλου, ο από το άρθρο 560 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Αντίθετα, στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων δεν περιλαμβάνεται ούτε ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για κατά παράβαση του νόμου παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ούτε ο από τη διάταξη του αρ.19 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι, τυχόν προβληθέντες, κρίνονται απαράδεκτοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27-6-2002 [ημερομηνία κατάθεσης] αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταρτισθείσες προ του έτους 1997 με το [τότε] εναγόμενο "Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών", διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσίβλητο και ισχυριζόμενοι ότι έχουν βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους υπαλλήλους που συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι δικαιούνται, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και της καταβολής ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, να λάβουν και αυτοί το ειδικό επίδομα του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, εντόκως, στον καθένα από αυτούς το αναλογούν ποσό εκ της αιτίας αυτής, για το χρονικό διάστημα από 1-12-1998 έως 30-10-2000. Προς επίρρωση, μάλιστα, της βασιμότητας της αγωγής, οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν το δεδικασμένο από την έκδοση των 1169/2000, 3881/2000 και 5054/2000 αμετάκλητων αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' έφεση και επιδίκασαν στους ίδιους το αιτούμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της 320/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι η από 27-6-2002 αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι "η χορήγηση του αιτούμενου ειδικού επιδόματος που προβλεπόταν από το άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997, ο οποίος ίσχυσε από 1-1-1997 και, έκτοτε, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης, με τους οποίους οι ενάγοντες είναι εξομοιωμένοι μισθολογικά και βαθμολογικά, δεν το λαμβάνουν (ενώ λαμβάνουν το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997, για την καταβολή του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχο αγωγικό αίτημα), αφού τούτο (ειδικό επίδομα), δεν συμπεριελήφθη στα διατηρούμενα από το άρθρο 10 παρ.1 του ως άνω νόμου επιδόματα και ως εκ τούτου, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάζεται από την εξαίρεση αυτή". Και περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παρήγαγαν οι ως άνω 1169/2000, 3881/2000 και 4054/2000 τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου, διότι είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς, υπό το οποίο αυτές είχαν εκδοθεί, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, στον οποίο, μεταξύ άλλων, υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, όπως οι ενάγοντες. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του Ταμείου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τα όσα δέχθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δοθέντος ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με την αγωγή ζητείτο η επιδίκαση του ειδικού επιδόματος του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και όχι η διαφορά μεταξύ αυτού και του κινήτρου αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/ 1997. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, δεύτερο μέρος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω αμετάκλητες αποφάσεις του ιδίου και αφ' ετέρου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι πλημμέλειες αυτές, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν στοιχειοθετούν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου (ΚΠολΔ 560).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 2509/ 2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδικό επίδομα άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993. Καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997 και από 1-1-1997 αντικαταστάθηκε με το κίνητρο αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997. Έκτοτε καταβάλλεται η μεταξύ των δύο διαφορά. Η μη λήψη υπ’ όψη δεδικασμένου και η έλλειψη νόμιμης βάσης δεν ιδρύουν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 601/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη), και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Π. του Ζ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 97/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Β. Μ. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κουμπούρη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 559/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 19 Μαΐου 2010 και 17 Μαΐου 2010 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών δικαστηρίων ... και ..., αντιστοίχως, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου 2010, έγινε δε και η σχετική επίδοση στην αντίκλητο δικηγόρο Φωτεινή Μάστορη. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και στα έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2010 αίτηση της αναιρεσείουσας Μ. Π. του Ζ., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 97/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στα έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 602/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σ.Β.του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελευθερίας Παλυβού - Βαρουτσή.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στεγάσεως (ΔΕΠΟΣ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Λιακόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1471/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και αντεφέσεως, η 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αναιρέθηκε με την 200/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Ύστερα από νέα συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 5694/2009 απόφαση αυτού. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση κατά παραδοχή του δεύτερου μέρους του πρώτου των λόγων αυτής. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, στα άρθρα 523 παρ.1 και 674 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχτηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση" και ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών "Οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης και η αντέφεση ασκούνται και με τις προτάσεις". Περαιτέρω, στα άρθρα 571 παρ.1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν" και ότι στο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπεται η δίκη μετ' αναίρεση, "Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι τα όρια, εντός των οποίων πρέπει να γίνει η συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, καθορίζονται από το διατακτικό της αναιρετικής απόφασης σε συνδυασμό με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, επί της οποίας η απόφαση έχει εκδοθεί. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 και 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο", καθώς και "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (...)". Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22-12-2003 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που έχει τη νομική μορφή ανώνυμης εταιρίας, αλλά ανήκει στο δημόσιο τομέα, ζήτησε την επιδίκαση του επιδόματος απασχόλησης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2003. Με την 1471/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή α) απορρίφθηκε ως παραγραμμένη για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2000, κατόπιν παραδοχής σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, διότι κρίθηκε ότι αυτή απολαμβάνει τα προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η διετής παραγραφή των αξιώσεων των εργαζομένων επί των αποδοχών αυτών και β) έγινε δεκτή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2003 και επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα για την εν λόγω αιτία το ποσό των 9.941,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ως προς το κεφάλαιο που αναφερόταν στην παραδοχή της αγωγής και αντεφέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ως προς το κεφάλαιο που αναφερόταν στην απόρριψη αυτής ως παραγραμμένης, εκδόθηκε η 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση έγιναν τυπικά δεκτές, αλλά κατά την ουσιαστική εκδίκαση η αντέφεση απορρίφθηκε, ενώ η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου και δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη, διότι κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνυόταν σε συνεχή βάση απασχόληση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή τουλάχιστον επί 4 ώρες ημερησίως, δεν δικαιούται να λάβει το αιτούμενο επίδομα. Κατόπιν, ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του, χωρίς να συμπεριλάβει ιδιαίτερο λόγο ως προς το ζήτημα της παραγραφής. Το Δικαστήριο αυτό, με την 200/2008 απόφαση, αναίρεσε την 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των κανονιστικών διατάξεων των ΣΣΕ που προβλέπουν τη χορήγηση του αιτουμένου επιδόματος στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και ορίζουν ως προϋπόθεση για μεν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2002 την απασχόληση σε Η/Υ τουλάχιστον επί 4 ώρες ημερησίως, για δε το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 την αποκλειστική απασχόληση σε Η/Υ και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο της ουσίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατά τη νέα συζήτηση της εφέσεως, ο αναιρεσείων άσκησε και πάλι αντέφεση, με τις νέες προτάσεις που κατέθεσε, προβάλλοντας ως λόγους αφ' ενός το ότι δεν έπρεπε να τύχει εφαρμογής η προνομιακή διάταξη περί διετούς παραγραφής και αφ' ετέρου το ότι η τοκογονία των αξιώσεων, που είχαν επιδικασθεί, θα έπρεπε να μην αρχίσει από την επίδοση της αγωγής του, αλλά από την προηγηθείσα όχληση της εναγομένης κατά την 31-10-2002.
Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5694/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αντέφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της ως απαράδεκτη, διότι κρίθηκε ότι ως προς το κεφάλαιο περί απορρίψεως της αντεφέσεως δεν είχε αναιρεθεί η 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με συνέπεια να παραχθεί δεδικασμένο ως προς το κεφάλαιο αυτό. Επίσης, η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία, οπότε κατέστη τελεσίδικη η απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς το κεφάλαιο με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Σύμφωνα με τα ως άνω διαδικαστικά δεδομένα, η αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε κατ' ουσία με οριστική διάταξη της 7742/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η διάταξη αυτή δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναιρέσεως, που είχε ασκηθεί κατά της εν λόγω αποφάσεως. Ως εκ τούτου, με τη διάταξη για την απόρριψη της αντέφεσης δεν ασχολήθηκε αυτό το Δικαστήριο με την αναιρετική 200/2008 απόφαση, η οποία, όπως από τις αιτιολογίες της προκύπτει, ακύρωσε την 7742/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο είχε γίνει, τότε, δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και είχε απορριφθεί η αγωγή. Κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση, αντικείμενο της δίκης ήταν η εκδίκαση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, η οποία έπληττε το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης με το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή. Με τις προτάσεις που κατέθεσε στη συζήτηση αυτή, ο αναιρεσείων είχε δικαίωμα να ασκήσει νέα αντέφεση, με τον περιορισμό ότι οι λόγοι αυτής θα έπρεπε να αναφέρονται στο κεφάλαιο που προσβαλλόταν με την έφεση ή στα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτό και θα ήσαν διαφορετικοί από εκείνους που περιέχονταν στην προηγούμενη αντέφεση, η οποία είχε απορριφθεί αμετακλήτως. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη τη νέα αντέφεση του αναιρεσείοντος, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο ούτε δέχθηκε δεδικασμένο από απόφαση που εξαφανίσθηκε, ως προς το λόγο της αντέφεσης με τον οποίο πληττόταν και πάλι το κεφάλαιο περί απορρίψεως της αγωγής ως παραγραμμένης και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως προς το πρώτο μέρος αυτού και ο δεύτερος λόγος αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.14 και 16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής (...) άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου απαιτείται και αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Η επιδικία αρχίζει με την επίδοση της αγωγής και, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011). Δεν είναι, όμως, δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία. Για την ίδια αιτία, η εν λόγω υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε με τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν μεν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, μόνο, όμως, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (πρβλ. ΟλΑΠ 3/2006). Σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.1 του π.δ. 158/1997, το εν λόγω προνόμιο του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την έναρξη της τοκογονίας των κατ' αυτού απαιτήσεων ισχύει και υπέρ της αναιρεσίβλητης. Στην προκείμενη περίπτωση και σε συνέχεια των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, παρατηρείται ότι με τη νέα αντέφεση, που ασκήθηκε κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση, προβαλλόταν και λόγος που έπληττε το εκκληθέν κεφάλαιο της παραδοχής της αγωγής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2003 και αναφερόταν στην έναρξη της τοκογονίας του επιδικασθέντος κεφαλαίου. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, ως αντεκκαλών, διατύπωνε τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο ουχί νομίμως είχε επιδικάσει το ποσό, ως προς το οποίο η αγωγή του είχε κριθεί βάσιμη, "με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής", ενώ αυτός είχε ζητήσει, κυρίως, να αρχίσει η τοκογονία από την 31-10-2002, ημέρα κατά την οποία είχε οχλήσει εγγράφως και εξωδίκως την αναιρεσίβλητη για την καταβολή του επιδόματος, το οποίο στη συνέχεια αποτέλεσε αντικείμενο της αγωγής. Ο λόγος αυτός δεν υπήρχε στην πρώτη αντέφεση και η προβολή του με τη νέα δεν εμποδιζόταν από την αμετάκλητη απόρριψη της προηγούμενης. Σύμφωνα, όμως, με τα όσα αναφέρθηκαν, η τοκογονία των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος δεν θα μπορούσε να αρχίσει από χρονικό σημείο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής και η αντέφεσή του, ως προς το μέρος αυτό, ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη τη νέα αντέφεση του αναιρεσείοντος και ως προς το μέρος αυτό, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα (ΚΠολΔ 578) και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως προς το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-1-2010 αίτηση για αναίρεση της 5694/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατά τη μετ’ αναίρεση συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, η προηγηθείσα αμετάκλητη απόρριψη της αντέφεσης καθιστά απαράδεκτη την άσκηση νέας αντέφεσης με τον ίδιο λόγο. Είναι παραδεκτή, όμως, η άσκηση νέας αντέφεσης με διαφορετικό λόγο, που αναφέρεται σε εκκληθέν κεφάλαιο ή αναγκαίως συνεχόμενο και δεν είχε προβληθεί με την αμετακλήτως απορριφθείσα. Παρά ταύτα, επόμενη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται όταν το εφετείο απέρριψε τη νέα αντέφεση ως απαράδεκτη στο σύνολό της, ενώ ένας από τους λόγους αυτής ήταν μη νόμιμος (ΚΠολΔ 578). Η τοκογονία των απαιτήσεων σε βάρος των νομικών προσώπων που έχουν τα προνόμια του Δημοσίου αρχίζει την επίδοση αγωγής, ακόμη και αναγνωριστικής, όχι, όμως, από προηγούμενη όχληση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 603/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22α Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) … και 28) …. Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18ος, 19η, 20ος, 22ος, 23ος, 24η, 25η και 26η παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σπυρίδωνος, οι 21η και 28ος παραστάθηκαν δια του ως άνω δικηγόρου και ο 27ος δεν παραστάθηκε.
ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ" (ΕΤΑΑ), ως διαδόχου του "Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών" (ΤΣΑΥ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιλτιάδη Καγκελάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2002 αγωγή των ήδη καλούντων και αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 319/2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2510/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2188/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, η συζήτηση της από 5-6-2008 αιτήσεως των αναιρεσειόντων περί αναιρέσεως της 2510/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως εφετείο επί της 319/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επισπεύδεται εκ νέου με την από 3-2-2010 κλήση αυτών μετά την έκδοση της 2188/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διεξαχθεί την 29-9-2009, λόγω μη κλητεύσεως του ως αναιρεσείοντος αναφερόμενου Α. Ζ., για τον οποίο δεν είχε εντολή και πληρεξουσιότητα δικαστικής αντιπροσώπευσης ο δικηγόρος των λοιπών, Παναγιώτης Σπυρίδων. Ήδη, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 1127 και 1130/6-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ν. Μ., ακριβές αντίγραφο τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της κλήσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση των αναιρεσειόντων, υπογραφόμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, προς τον ενάγοντα, εφεσίβλητο και ως αναιρεσείοντα φερόμενο Α. Ζ., για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (22-2-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 568 παρ.4). Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο αυτής της δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως. Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν και αυτός να ήταν παρών.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, ορίσθηκε ότι "Στους δημοσιονομικούς υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους χορηγείται, για κάθε ημερολογιακό έτος, αρχής γενομένης για το 1993, ποσοστό μηδέν κόμμα ένα τοις χιλίοις (0,1 ο/οο) επί των συνολικών πραγματοποιούμενων δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού του κάθε οικονομικού έτους, εξαιρουμένων των χρεωλυσίων, προς αντιμετώπιση ειδικών δαπανών τους για την κατάρτιση και εκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού. Το προϊόν του ποσοστού αυτού βαρύνει τον Τακτικό Προϋπολογισμό και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση και διάθεσή του καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών". Με το άρθρο 16 παρ.1 εδ. ε' του ν. 2227/1994, η χορήγηση του επιδόματος αυτού επεκτάθηκε "στους υπαλλήλους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων και στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Κράτους", με τη διευκρίνιση ότι "η δαπάνη στις περιπτώσεις αυτές, πλην του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βαρύνει τους προϋπολογισμούς των ανωτέρω ΝΠΔΔ, τα δε ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των δημοσιονομικών υπαλλήλων". Κατόπιν, με την 2054096/ 5883/0022/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 655) ρυθμίστηκε η διαδικασία καταβολής του ως άνω ποσοστιαίου επιδόματος, το οποίο αυξήθηκε διαδοχικά με υπουργικές αποφάσεις που επακολούθησαν, ώσπου με την 2037774/5654/0022/1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 442) εγκρίθηκε η "ενοποίηση των λογαριασμών της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 και των παρ.7 και 38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 222719/94, σε ενιαίο λογαριασμό με την ονομασία Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ τρίτων (ΔΙΒΕΕΤ)". Επακολούθησε, όμως, η έκδοση του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού δημόσιας διοίκησης", που άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, με το άρθρο 10 παρ.1 και 4 του οποίου ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) διατηρούνται, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, πέραν των προβλεπομένων στο άρθρο 9 επιδομάτων [ήτοι του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας] και τα επιδόματα ή παροχές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή [παρ.1] και β) εκτός από τα εν λόγω διατηρούμενα επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται στην παρ.1 του άρθρου 10, καταργούνται όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές ή αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού [παρ.4]. Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ.1, 4, 6, 7 και 8 του νόμου ν. 2470/1997 ορίσθηκε, μεταξύ άλλων ότι: α) για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό, ως κίνητρο απόδοσης, οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων [παρ.1], β) προκειμένου περί ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι προϋπολογισμοί των οποίων βαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, το ανωτέρω κίνητρο καταβάλλεται από τις πιστώσεις των προϋπολογισμών τους και δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό [παρ.4], γ) το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, πλην ασφαλιστικών εισφορών και βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονται τα καταργούμενα με την παρ.4 του άρθρου 10 του νόμου ν. 2470/1997 επιδόματα με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας ή αυξημένης ευθύνης, οι δε λεπτομέρειες για τη διαδικασία και τον τρόπο απόδοσης στον Κρατικό Προϋπολογισμό ή στους οικείους προϋπολογισμούς των ΝΠΔΔ, που επιβαρύνονται εξ ολοκλήρου με τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, των ποσών του κινήτρου απόδοσης από τους οικείους λογαριασμούς εκτός προϋπολογισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και προκειμένου περί των αναφερομένων στη διάταξη αυτή υπαλλήλων το ανωτέρω κίνητρο βαρύνει τους λογαριασμούς και πιστώσεις που αναφέρονται σε αυτή [παρ.6], δ) τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγούμενης παραγράφου ρυθμίζονται από 1-1-1997 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ή με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών, μέχρι δε την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου απόδοσης του άρθρου αυτού [παρ.7] και ε) στη ρύθμιση της προηγουμένης παραγράφου [δηλαδή της παρ.7 του άρθρου 13 του νόμου ν. 2470/1997] εμπίπτει κάθε παροχή από οποιονδήποτε ειδικό λογαριασμό, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης των εσόδων του, μεταξύ των οποίων και τα ποσά που προβλέπονται από τις διατάξεις, μεταξύ άλλων, της παρ.9 του άρθρου 24 του ν. 1884/1990 (ΔΙΒΕΕΤ), της παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 και της παρ.1 του άρθρου 16 του ν. 2227/1994 [παρ. 8]. Από όσα ορίζονται στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2470/1997, οι οποίες, αν και καταργήθηκαν από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ", ίσχυαν κατά το κρίσιμο για την εξεταζόμενη υπόθεση χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997 για το ενιαίο μισθολόγιο, καταργήθηκαν, πλην των αναφερομένων ρητώς στις διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 10 παρ.1 αυτού, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που ενέπιπταν στις διατάξεις του ως άνω νόμου, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής. Μεταξύ των καταργηθέντων επιδομάτων ήταν και το προβλεπόμενο από την παρ.38 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993, που είχε το χαρακτήρα κινήτρου αποδοτικότητας, διότι δεν προβλεπόταν ρητά η χορήγηση του. Αντί του επιδόματος αυτού, όπως και άλλων που επιτελούσαν παρεμφερείς σκοπούς και καταργήθηκαν, από την έναρξη της εφαρμογής του ν. 2470/1997, χορηγήθηκε μηνιαίως για την αύξηση της απόδοσης των υπαλλήλων κλπ το κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του νόμου αυτού χρηματικό ποσό, ως κίνητρο αποδοτικότητας, το οποίο βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονταν τα καταργηθέντα με την παρ.4 του άρθρου 10 του ν. 2470/1997 επιδόματα. Απλώς, ορίσθηκε ότι, για να μη μειωθούν οι μέχρι τότε (31-12-1996) καταβαλλόμενες αποδοχές των δικαιούχων και έως ότου εκδοθούν οι ρυθμιστικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή κοινές υπουργικές αποφάσεις, οι εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου. Η γενόμενη ρύθμιση, δηλαδή, είχε την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος υψηλοτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (πρβλ. ΟλΑΠ 10/2002). Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης που δικαιούνταν τις πιο πάνω παροχές είχαν, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, αξίωση όχι για τις παροχές αυτές καθ' εαυτές, αλλά μόνο για την προκύπτουσα μεταξύ αυτών και του κινήτρου αποδοτικότητας του ενιαίου μισθολογίου διαφορά. Εξ άλλου, ο από το άρθρο 560 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Αντίθετα, στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων δεν περιλαμβάνεται ούτε ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για κατά παράβαση του νόμου παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ούτε ο από τη διάταξη του αρ.19 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι, τυχόν προβληθέντες, κρίνονται απαράδεκτοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 27-6-2002 [ημερομηνία κατάθεσης] αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταρτισθείσες προ του έτους 1997 με το [τότε] εναγόμενο "Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών", διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσίβλητο και ισχυριζόμενοι ότι έχουν βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους υπαλλήλους που συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι δικαιούνται, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και της καταβολής ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, να λάβουν και αυτοί το ειδικό επίδομα του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, εντόκως, στον καθένα από αυτούς το αναλογούν ποσό εκ της αιτίας αυτής, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2000 έως 30-9-2002. Προς επίρρωση, μάλιστα, της βασιμότητας της αγωγής, οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν το δεδικασμένο από την έκδοση των 1169/2000, 3881/2000 και 5054/2000 αμετάκλητων αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' έφεση και επιδίκασαν στους ίδιους το αιτούμενο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της 319/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι η από 27-6-2002 αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι "η χορήγηση του αιτούμενου ειδικού επιδόματος που προβλεπόταν από το άρθρο 27 παρ.38 του ν. 2166/1993, καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997, ο οποίος ίσχυσε από 1-1-1997 και, έκτοτε, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης, με τους οποίους οι ενάγοντες είναι εξομοιωμένοι μισθολογικά και βαθμολογικά, δεν το λαμβάνουν (ενώ λαμβάνουν το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997, για την καταβολή του οποίου δεν υπάρχει αντίστοιχο αγωγικό αίτημα), αφού τούτο (ειδικό επίδομα), δεν συμπεριελήφθη στα διατηρούμενα από το άρθρο 10 παρ.1 του ως άνω νόμου επιδόματα και ως εκ τούτου, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάζεται από την εξαίρεση αυτή". Και περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παρήγαγαν οι ως άνω 1169/2000, 3881/2000 και 4054/2000 τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου, διότι είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς, υπό το οποίο αυτές είχαν εκδοθεί, μετά την ισχύ του ν. 2470/1997, στον οποίο, μεταξύ άλλων, υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, όπως οι ενάγοντες. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκανε και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του Ταμείου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με τα όσα δέχθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δοθέντος ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με την αγωγή ζητείτο η επιδίκαση του ειδικού επιδόματος του άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993 και όχι η διαφορά μεταξύ αυτού και του κινήτρου αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/ 1997. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, δεύτερο μέρος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ότι το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω αμετάκλητες αποφάσεις του ιδίου και αφ' ετέρου στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι πλημμέλειες αυτές, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν στοιχειοθετούν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου (ΚΠολΔ 560).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 2510/ 2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδικό επίδομα άρθρου 27 παρ.38 του ν. 2166/1993. Καταργήθηκε με τα άρθρα 10 παρ.4 και 13 παρ.8 του ν. 2470/ 1997 και από 1-1-1997 αντικαταστάθηκε με το κίνητρο αποδοτικότητας του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 2470/1997. Έκτοτε καταβάλλεται η μεταξύ των δύο διαφορά. Η μη λήψη υπ’ όψη δεδικασμένου και η έλλειψη νόμιμης βάσης δεν ιδρύουν αναιρετικούς λόγους κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.
| null | null | 1
|
Αριθμός 591/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Οικονομίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 72599/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 14 Φεβρουαρίου 2011 πρόσθετο λόγο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 517/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1, 7 γ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού ... Όποιος οδηγεί όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τιμωρείται με φυλάκιση ενός μέχρι δώδεκα μηνών και δια χρηματικής ποινής κλπ, και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 40 του ν. 3542/2007, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών κλπ". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν. 3904/2010, " Όλες οι σε βαθμό πλημμελήματος αξιόποινες πράξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999, τιμωρούνται με κράτηση μέχρι έξι (6) μηνών και πρόστιμο μέχρι 3.000 ευρώ, εκτός από τις πράξεις των άρθρων 34 παρ.12, 43 παρ. 2α,β, και 4, 85 παρ.5 και 98 παρ.2, οι οποίες εξακολουθούν να τιμωρούνται ως πλημμελήματα, με τις αναφερόμενες στις οικείες διατάξεις ποινές".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 7259/2009 απόφαση προκύπτει, ότι το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως παραβάσεως, σε βαθμό πλημμελήματος, του ανωτέρω άρθρου 42 παρ. 1,7 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, για οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με χρόνο τελέσεως την 27-5-2005 και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών και διέταξε την αφαίρεση της αδείας και των πινακίδων κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του επί δέκα ημέρες. Όμως, αφού η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από πλημμέλημα με την παραπάνω αντικατάσταση με το ν. 3904/2010, κατέστη πταίσμα, ασκήθηκε δε παραδεκτά η ένδικη αίτηση αναιρέσεως θα τύχει εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, ως ευμενέστερη για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, η εν λόγω νεότερη διάταξη, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα άρθρα 511 εδ.τελ. και 518 παρ.1 του ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πταίσματα είναι ενός έτους και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από ένα χρόνο για τα πταίσματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β', 370εδ.β'και 511 εδ. β ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή. Μετά ταύτα, αφού η ανωτέρω αξιόποινη πράξη που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, κατέστη πλέον πταίσμα και έχει χρόνο τελέσεως την 27-5-2005 και έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (2-3-2011), παρήλθε χρόνος πλέον της διετίας, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού κατά τα παραπάνω κατέστη αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω εφαρμογής του παραπάνω επιεικέστερου νόμου, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την ως άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7259/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Μ., για το ότι στην Αθήνα την 27-5-2005, κατελήφθη να οδηγεί το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο βρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το πλημμέλημα του άρθρου 42 του ΚΟΚ, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 31 του Ν. 3904/2010 έγινε πταίσμα, και επομένως, κατά τον εφαρμοζόμενο αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ, ως επιεικέστερο, ως άνω νεότερο νόμο, λόγω πταίσματος και εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία παρελεύσεως διετίας, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 590/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, κωλυομένης της Θεοδώρας Γκοΐνη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Γυφτάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1229/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 375 §§ 1 και 2 εδ. α' ΠΚ όπως η § 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η § 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ..." και "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου ... ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς α) το υλικό αντικείμενο αυτής, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει "ξένο", υπό την έννοια ότι βρίσκεται σε ξένη εν αναφορά με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστου και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ)να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν. Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα προθέσεως να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία, χωρίς να αρκεί δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν αυτή ανακοινώθηκε σε τρίτο, αλλ' απαιτείται έμπρακτη δήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση, δ) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο άνω άρθρο (§ 2) διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1229/2010 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών. Το άνω Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος όντας νόμιμος εκπρόσωπος της χρηματιστηριακής εταιρείας "Νικηφόρος ΑΧΕ" εισέπραξε από τον μηνυτή Σ., στο χρονικό διάστημα από 24-12-1996 έως 31-12-1996, διαδοχικά τα ποσά των 13.000.000, 13.000.000 και 80.000.000 δραχμών, με την εντολή να αγοράσει για λογαριασμό του τελευταίου ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και να τα δραχμοποιήσει στις 30-1-1997, αντί των 13.172.000, 13.172.000 και 81.095.000 δραχμών, αντίστοιχα, αποδίδοντας αυτά στον μηνυτή. Στη συνέχεια όμως, ο κατηγορούμενος αν και αγόρασε ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου και τα δραχμοποίησε στις 30-1-1997, δεν απέδωσε στο μηνυτή, όπως όφειλε, το συνολικό ποσό των 107.439.000 δραχμών, αλλά μόνο το ποσό των 3.000.000 δραχμών και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 104.439.000 δραχμών, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 25.000.000 δραχμών". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, αφού από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα αναγνωσθέντα έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την εξώδικη δήλωση - καταγγελία της Εμπορικής Τραπέζης, που περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και την κατάθεση του μηνυτή και του μάρτυρος υπεράσπισης Κ. Σ., δεν μπορεί δε να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν συνεκτίμησε τα άνω επισημαινόμενα αποδεικτικά μέσα, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να τα σχολιάσει, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, κατ' εκτίμηση, περί αντιθέσεως των άνω αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστικά δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2010 αίτηση του Φ. Σ. του Ν., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1229/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική Υπεξαίρεση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
| null | null | 2
|
Αριθμός 588/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ - ΚΑΘ' ΟΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πάρεδρου του ΝΣΚ Περικλή Αγγέλου.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : 1) Π. Α.έως και 59) Δ.Ν., απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Βουκούτου.
ΤΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ : Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Συμβασιούχων Πυρόσβεσης Διάσωσης ΠΟΣΠΥΔ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στα Μέγαρα και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 624/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5963/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-5-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδηςανέγνωσε την από 22-1-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 24-11-2009 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, ..., στο προσκομιζόμενο από τους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο της από 12-11-2009 πρόσθετης παρέμβασης, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση της παρεμβαίνουσας, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής, Χρήστο Νικολουτσόπουλο, προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9-2-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (18-1-2011), η επίσπευση της συζήτησης της πρόσθετης παρέμβασης γίνεται από την παρεμβαίνουσα. Επομένως, παρά την απουσία αυτής, που δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί σαν και αυτή να ήταν παρούσα (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. α', γ' και δ', 568 παρ.4, 576 παρ.1).
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003). Αν από το νόμο γίνεται ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από αυτή κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και, γενικώς, μισθωτό, οπότε σε περίπτωση, κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη Δικαιοσύνη η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευνοϊκή ρύθμιση. Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να επεκτείνουν την ειδική, ευνοϊκή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευνοϊκή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/99, (ο οποίος εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ είτε (α) την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου είτε (β) την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "Εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανόμενου υπ' όψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας, εξουσιοδοτικής διάταξης και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ) με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα, εκδόθηκαν, εκτός άλλων, και οι κρίσιμες για την υπ' όψη περίπτωση ΚΥΑ 2/42529/ 0022/2002 (ΦΕΚ 1128 Β'/29-8-2002) και ΚΥΑ 2/42529/0022/22-8-2002 (ΦΕΚ 1266 Β'/27-9-2002). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κυήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και, τέλος, αναφέρουν ως δικαιούχους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της υπηρεσίας στην οποία αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων, με τις εκ των υστέρων εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν, πράγματι, πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι, με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και, μάλιστα, σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα προσαύξησης, χωρίς άλλη προϋπόθεση, του μισθού όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Επομένως, κάθε υπάλληλος, έστω και αν συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αμειβόμενος σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, αφού μοναδικό στοιχείο θεμελίωσής της είναι η απασχόλησή του υπό το ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση αναιρετικώς ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εργάσθηκαν ως υπάλληλοι του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, προσληφθέντες με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, για να καλύψουν πρόσκαιρες ανάγκες της πυροσβεστικής υπηρεσίας Λαυρίου, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2002 έως 23-10-2002. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας αμείφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Με την ΚΥΑ 2/42529/ 0022/2002, που εκδόθηκε προς υλοποίηση συλλογικής συμφωνίας κατ' άρθρο 13 του ν. 2738/1999, χορηγήθηκε στους μόνιμους ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ, μηνιαία ειδική παροχή 88 ευρώ από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002. Την παραπάνω απόφαση ακολούθησε η ΚΥΑ 2/42529/0022/22-8-2002 με την ένδειξη "ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ", με την οποία διευκρινίστηκε ότι η ειδική μηνιαία αυτή παροχή χορηγείται στους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης μόνιμους και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου. Έτσι, οι συνδεόμενοι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπως οι ενάγοντες, εξαιρέθηκαν από την ειδική αυτή μηνιαία παροχή. Ο αποκλεισμός, όμως, από την ειδική αυτή παροχή των εναγόντων για μόνο το λόγο ότι συνδέονται με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, που επιβάλλουν και προστατεύουν την ισότητα μεταξύ των εργαζομένων, διότι αποδεικνύεται (σύμφωνα με τις παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας) ότι οι ενάγοντες παρείχαν ο καθένας τις υπηρεσίες του στους ίδιους εργασιακούς χώρους και υπό τις αυτές συνθήκες με το συνδεόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό, δηλαδή με εργαζόμενους που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν με τα αυτά προσόντα την ίδια και υπό τις αυτές συνθήκες εργασία, με μοναδική διαφοροποίηση μεταξύ τους το χρόνο διάρκειας της σύμβασης. Εξ άλλου, δεν αποδεικνύεται ότι η διαφοροποίηση ως προς τη χορήγηση της εν λόγω ειδικής παροχής επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους την ειδική παροχή. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με τα όσα δέχθηκε, δεν παραβίασε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Το συμφέρον αυτό εξυπηρετεί, πρωτίστως, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (διάταγμα της 26-6/10-7-1944), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και διαλαμβάνει "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου απαιτείται και αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Η επιδικία αρχίζει με την επίδοση της αγωγής και, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΕΔ 7/2011). Δεν είναι, όμως, δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία. Για την ίδια αιτία, η εν λόγω υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε με τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (πρβλ. ΟλΑΠ 3/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, ως προς έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου από την επίδοση της αγωγής, είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη, ως αντιβαίνουσα στις ως άνω συνταγματικές και λοιπές υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και, κατόπιν αυτού, υποχρέωσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νομίμους τόκους επί των αναφερομένων ποσών της ειδικής παροχής που οφείλεται στους αναιρεσίβλητους από χρόνο προ της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και συγκεκριμένα από την 29-8-2002, όταν με την ΚΥΑ 2/42529/0022/2002 χορηγήθηκε η επίμαχη ειδική παροχή. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την προαναφερόμενη, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 και εκείνες των άρθρων 341, 345 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη αυτής για την έναρξη της τοκογονίας της απαίτησης των αναιρεσίβλητων έναντι του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επί του θέματος αυτού κρίση στο Δικαστήριο της ουσίας, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αυτών, κατ' άρθρο 22 παρ.2 περ.β' του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 5963/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύνταγμα, αρχή ισότητας. Ειδική παροχή άρθρου 14 ν. 3016 /2002 (176 ευρώ). Τη δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Δημόσιο, η τοκογονία των κατ΄ αυτού απαιτήσεων αρχίζει από την επίδοση καταψηφιστικής ή και αναγνωριστικής αγωγής , αλλά όχι από προηγούμενο χρονικό σημείο. Δημόσιο, δικαστικά έξοδα , ολικός συμψηφισμός μερικής νίκης και ήττας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 587/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθήνας - Ιπποκράτειο", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Μιχαλόπουλου.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Γ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως Δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 58/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-05-2010 αίτησή του και τους από 7-12-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός εάν οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων και η κατάφασή της δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, ενώ αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Περαιτέρω, προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε, αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (ΟλΑΠ 13/2003). Με το άρθρο 23 παρ.2 του ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία... (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους. Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (...). (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (...)". Επίσης, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Αντιμισθία. (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας(...)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία. Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπ' όψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ' ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ' ετέρου, εφ' όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω, πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας. Κατά συνέπεια, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και σε άλλη κατηγορία δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, όπως τα κρατικά νοσοκομεία, προϋποθέτει τη διαπίστωση του ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο του νοσοκομείου και προς τα άλλα νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 58/2010 απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατ' αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δικηγόρος, την 2-6-1998, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) κρατικό νοσοκομείο, που είναι ΝΠΔΔ, για να προσφέρει σ' αυτό τις νομικές του υπηρεσίες με σχέση εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Από την 1-1-2004, ο ενάγων αμείβεται ως έχων βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Το εναγόμενο είναι ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία των Αθηνών, με μεγάλο αριθμό διοικητικού, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Ο ενάγων έχει τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και εκτελεί τα ίδια κατά περιεχόμενο καθήκοντα, παρέχοντας τις ίδιες ή συναφείς υπηρεσίες με τους δικηγόρους που υπηρετούν με την ίδια σχέση στους ΟΤΑ (συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια, σύνταξη γνωμοδοτήσεων, εκπροσώπηση του εναγομένου σε όλων των βαθμίδων και των δικαιοδοσιών δικαστήρια). Ειδικότερα, ο ενάγων, ως δικηγόρος του εναγομένου, ασκεί καθήκοντα και έχει αρμοδιότητες ουσιωδώς όμοιες με αυτές ενός δικηγόρου ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και, επί πλέον, έχει τουλάχιστον την ίδια ποσοτική απόδοση με αυτόν. Παρά ταύτα, ο ενάγων δεν λαμβάνει την προσαύξηση που χορηγήθηκε στους δικηγόρους των ΟΤΑ με τη διάταξη του άρθρου 246 του ν. 1188/1981. Η εν λόγω διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση των δικηγόρων των ΟΤΑ από τους συναδέλφους αυτών, που υπηρετούν στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, δεν τελεί σε συνάφεια με ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες ως προς την τέλεση των καθηκόντων τους ούτε επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι εισάγεται αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του αναιρεσίβλητου και, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, πρέπει η ευμενέστερη ρύθμιση του άρθρου 246 του ν. 1188/1981 να εφαρμοσθεί και ως προς αυτόν. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προσαύξηση 30% επί της παγίας αντιμισθίας που λαμβάνει και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει προς αυτόν τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτών), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα απασχόλησης, για τις αντίστοιχες διαφορές. Κρίνοντας έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 245, 246 του ν. 1188/1981, στις οποίες στήριξε τη δικαιοδοτική του κρίση. Πράγματι, για την επέκταση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 246 στοιχείο (β) στον αναιρεσίβλητο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διαλαμβάνει στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ως προς το αν η προσφορά της εργασίας του αναιρεσίβλητου γίνεται προς πλείονα του ενός νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετεί, το αν αυτός δεν λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή για την επί πλέον προσφορά και το αν απασχολείται εντός των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου, με ανάλογο περιορισμό της άσκησης του ελευθέρου επαγγέλματος, που παραλλήλως ασκεί. Και, ακόμη, αιτιολογεί ελλιπώς την κρίση περί του ότι η εργασία, που αυτός παρείχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ουσιωδώς όμοια με αυτήν ενός συναδέλφου του που προσφέρει υπηρεσίες σε δήμο με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, διότι ουδέν αναφέρει περί του αριθμού και του είδους των υποθέσεων, τις οποίες εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος όφειλε να διεκπεραιώνει ή να χειρίζεται αφ' ενός ένας δικηγόρος δήμου με τον εν λόγω πληθυσμό και αφ' ετέρου ο προς αυτόν συγκρινόμενος αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο κατ' ορθή υπαγωγή προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (ΚΠολΔ 562 παρ.4), είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 58/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρχή ισότητας επί αμοιβής δικηγόρων με πάγια αντιμισθία. Η χορήγηση ποσοστιαίας προσαύξησης στους δικηγόρους ΟΤΑ, αναλόγως πληθυσμού, δικαιολογείται από τις συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες. Για την επέκταση της ρύθμισης και σε δικηγόρο νοσοκομείου πρέπει να συντρέχουν όμοιες συνθήκες. Αναιρεί με αυτεπάγγελτη έρευνα για έλλειψη νόμιμης βάσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 586/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για τη συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης K. G. του I., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπεκρή, για αναίρεση της με αριθμό 4184/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1109/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: παρ. 1 "Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης ...", παρ. 2. "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ...", παρ. 3 "Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ...". Από τις παρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 507 παρ. 1 και 474 ΚΠΔ συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατά τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου για απόφαση που δημοσιεύτηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα είναι εικοσαήμερη με αφετήριο χρονικό σημείο την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που απορρέει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως, από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλοιώς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διάδικου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολομ.ΑΠ 4/1995). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγραφα της δικογραφίας, η προσβαλλόμενη απόφαση 4184/2010 του Ε' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής, δημοσιεύτηκε στις 30.4.2010, με την εκκαλούσα - κατηγορουμένη, ήδη αναιρεσείουσα, παρούσα μετά συνηγόρου υπεράσπισης το Δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου. Καταχωρήθηκε δε αυτή καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από τη Γραμματεία του προδιαληφθέντος Δικαστηρίου στις 8.6.2010 (ιδ. η σχετική, από 6.8.2010, υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του οικείου τμήματος του Εφετείου Αθηνών). Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2.8.2010, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο εικοσαήμερης προθεσμίας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχίζει στις 9.6.2010 και λήγει στις 28.6.2010. Η αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της αναίρεσης, ισχυρίζεται με την έκθεση αναίρεσης, ότι είναι Βουλγαρικής καταγωγής, ζει λίγα χρόνια στην Ελλάδα, με διαλείμματα μάλιστα, και δε γνωρίζει πέραν των βασικών καλά την Ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να καταλάβει τις πραγματικές συνέπειες της δικαστικής απόφασης σε όλες της τις διαστάσεις. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως παραπάνω αυτή εκτέθηκε. Όταν μάλιστα στοιχειώδη μέτρα σύνεσης, λογικής και επιμέλειας επιβάλλουν να ζητηθεί από την ίδια η συνδρομή, προς ενημέρωσή της σχετικά με την προδιαληφθείσα δικαστική απόφαση, από νομικό ή τη Βουλγαρική Πρεσβεία, αλλά και κυρίως από τον μαζί με αυτήν παραστάντα κατά την ημέρα της δίκης πληρεξούσιο προς υπεράσπισή της δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2 Αυγούστου 2010, αίτηση της K. G. του I., κατοίκου ..., για αναίρεση της 4184/2010 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω του εκπρόθεσμου της άσκησής της και μη συντρέχουσας ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 585/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου L. K. του I., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ματίνα-Στέλλα Κωνσταντούλα, για αναίρεση της με αριθμό 1195-1196/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1252/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξες αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 1195-1196/2010, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στις 13-12-2006 στη ... με περισσότερες πράξεις ετέλεσε περισσότερα εγκλήματα και δη Α) κατείχε με πρόθεση και χωρίς άδεια της αρχής ναρκωτικές ουσίες και δη κατείχε 10 δέματα κάνναβης βάρους (1.035), (1.035), (1.010), (1.010), (1.010), (1.005), (1.000), (980) και (980) γραμμαρίων αντίστοιχα και συνολικού βάρους 10.075 γραμμαρίων, τα οποία είχε τοποθετημένα εντός μαύρης σακκούλας και είχε αποκρύψει σε ερημική τοποθεσία της ως άνω περιοχής, έχοντας αυτές υπό τη φυσική εξουσίασή του και να μπορεί να διαθέτει πραγματικά αυτές κατά την ελεύθερη θέληση του και Β) αποπειράθηκε να πωλήσει την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης σε άλλον αντί τιμήματος 5.500 Ευρώ και δη κατόπιν τηλεφωνικών επικοινωνιών του με τον Γ. Τ. του Ι., αστυνομικό του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Δυτικής Θεσσαλονίκης συμφώνησε την πώληση προς αυτόν 10 κιλών ινδικής κάνναβης αντί τιμήματος 5.500 ευρώ και όταν ο υποψήφιος αγοραστής, συνοδευόμενος από τον συνάδελφο του Αστυνομικό Α. Β., προσήλθαν δι' αυτοκινήτου τους στον συμφωνημένο τόπο, ο κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε σ' αυτό και αφού τους κατηύθυνε σε ερημική περιοχή παρέλαβε, από χώρο που αυτός εγνώριζε, την ως άνω σακκούλα που περιείχε 10.075 γραμμάρια ινδικής κάνναβης και καθ' ην στιγμήν επέστρεφε στο εν λόγω αυτοκίνητο για να παραδώσει την ως άνω ποσότητα στον Γ. Τ., παρενέβησαν άλλα καιροφυλακτούντα Αστυνομικά όργανα και συνέλαβαν αυτόν και έτσι η παραπάνω αγοραπωλησία δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του θέληση αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη θέληση του και δη λόγω της σύλληψης του από τα Αστυνομικά όργανα. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ως άνω πράξεων του οι οποίες αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, της ειλικρινούς μετάνοιας και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.α', δ' και ε' του Π.Κ.) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον προέκυψε ότι η σύλληψη του κατηγορουμένου ωφείλετο στο γεγονός ότι αυτός και κατά το παρελθόν διακινούσε μεγάλες ποσότητες ινδικής κάνναβης, δεν προέκυψαν περιστατικά που να στοιχειοθετούν ειλικρινή μετάνοια αυτού και η επικαλούμενη καλή συμπεριφορά του δεν επιδείχθηκε προς την κοινωνία σε καθεστώς ελευθερίας του αλλά κατά τη διάρκεια της κράτησης του στη Δικαστική Φυλακή και σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του να συμμορφώνεται προς τον κανονισμό λειτουργίας αυτής". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα των αξιόποινων πράξεων της κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών (ινδικής κάνναβης) και επί πλέον της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 82 παρ. 4 ν. 3386/2005 και ειδικότερα του ότι "Ενώ ως αλλοδαπός, υπήκοος Αλβανίας, εισήλθε παράνομα κατά το παρελθόν στην Ελληνική Επικράτεια, απελάθηκε δικαστικά και καταχωρήθηκε στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών, καθώς και στο σύστημα πληροφοριών SCHENGEN ως ανεπιθύμητος στο έδαφος SCHENGEN, εντούτοις σε μη εξακριβωθείσα ημέρα του μηνός Σεπτεμβρίου 2006, επανήλθε εκ νέου παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια". Ακολούθως, επειδή οι πιο πράξεις της κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, επέβαλε, γι' αυτές, μία ποινή, αυτή της κάθειρξης των δέκα πέντε ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων ευρώ και για την άλλη παραπάνω πράξη ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων ευρώ και συνολικά ποινή κάθειρξης δεκαπέντε ετών και πέντε μηνών και χρηματική ποινή (31.000) ευρώ. Ενώ απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό του, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προδιαληφθέντων εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 83, 84 παρ. 1 περ. α', δ' και ε', 94 παρ. 1 ΠΚ, 4 παρ. 1-3 πιν. Α' αρ. 5 παρ. 1 στοιχ. β', ζ', 2, 15, 16, 17, 19, 22 ν. 1729/1987 (όπως ισχύει) και 82 παρ. 4 ν. 3386/2005, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, δεν υπάρχει, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ του ότι στο σκεπτικό αυτής εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, εφόσον, εν προκειμένω, τούτο (διατακτικό) περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού. Εξάλλου, κατά την παραδεκτώς αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, πλήρως, αιτιολογείται η παραδοχή του ότι ο κατηγορούμενος, Αλβανός υπήκοος και απελαθείς, όντας καταχωρημένος στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, επανήλθε παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια? αιτιολογείται, επίσης, πλήρως, και η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση ύπαρξης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 περ. α', δ' και ε' ΠΚ και οι σχετικές, αντίστοιχα, αιτιάσεις τούτου είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ μοναδικοί λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του L. (Λ.) K. (Κ.) του I., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1195-1196/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 583/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, για συμπλήρωση της σύνθεσης σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 5564/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1426/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 23-11-2010 και από 17-11-2010 αποδεικτικά επιδόσεως του ... και ..., δικαστικών επιμελητών της εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο ίδιος, όσον και ο αντίκλητος δικηγόρος του με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 18/1/2011, που είχε προσδιορισθεί για συζήτηση, η κρινόμενη από 29-10-2010 αίτηση του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 49/29-10-2010 αίτηση του Ι. Π. του Χ., περί αναιρέσεως της 5564/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 582/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Βλιτσάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1699/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 27 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1296/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1699/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για την πράξη της υπεξαιρέσεως και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο τα εξής : "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι στη … κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-2003 έως 17-5-2003 παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και ειδικότερα ενώ είχε ορισθεί από την ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας με την επωνυμία SWEDISH SYSTEMS SECURITY με έδρα τη … ιδιοκτησίας της Μ. Β., συζύγου του εγκαλούντα Γ. Γ. του Σ., δ/ντη της ανωτέρω εταιρίας, ως προσωρινά υπεύθυνος στο γραφείο της … (…) ιδιοποιήθηκε παράνομα τα κατωτέρω αναφερόμενα δημοσία έγγραφα και εξοπλισμό γραφείου, αξίας 3.000 ευρώ που ανήκαν στην εταιρία εγχειρίζοντας και σχετικά τιμολόγια αγοράς στο όνομα της α) έγγραφα, β) δυο (2) διευθυντικά γραφεία χρώματος καφέ σκούρο με δεξιά προέκταση μάρκας ΜΟβιως, γ) δυο ερμάρια, δ) δυο καρέκλες εξωτερικές μαύρες επίσκεψης, ε) μια (1) τροχήλατη μαύρη καρέκλα εργασιακή, στ) μια διευθυντική καρεκλά τροχήλατη μαύρη, ζ) ένα τριθέσιο μπλε καναπέ, έναν υπολογιστή που αποτελείται από σκληρό δίσκο, η) μικροπράγματα γραφείου, φωτογραφίες, είδη βιβλιοθήκης, ι) στολές της εταιρίας. Τα ανωτέρω αντικείμενα δεν τα απέδωσε στην εταιρία όπως ήταν υποχρεωμένος αλλά τα παρακράτησε χωρίς δικαίωμα και τα ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία ιδιοποιούμενος αυτά παράνομα.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας Γ. Γ., ο οποίος καταθέτει ότι ο κατ/νος Π. με τον οποίο είχαν αποφασίσει να συνεργαστούν στην εταιρία της συζύγου του, πήρε τα έπιπλα και ότι ο Δ. Π. δεν ήταν υπεύθυνος στην εταιρία. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Α. Ν. του Δ., που ισχυρίζεται μεν ότι υπεύθυνος στην εταιρία στη … ήταν ο Δ. Π., πλην όμως καταθέτει ότι ο Δ. Π. δούλευε στην εταιρία με βάρδιες σαν και αυτή και πληρωνόταν κανονικά για την εργασία του αλλά και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Β. Κ. ο οποίος καταθέτει ότι ναι μεν ήταν το αφεντικό ο Δ. Π., πλην όμως δεν μπορεί να εξηγήσει πως γίνεται να ήταν υπεύθυνος της εταιρίας και να του κολλούσαν ένσημα, ήτοι να εργάζεται σαν υπάλληλος στην εταιρία. Περαιτέρω ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι ο Δ. Π. ξεκίνησε ως εργαζόμενος και μετά μπορεί να έγινε υπεύθυνος. Περαιτέρω ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ένορκα ότι τα έπιπλα αγοράσθηκαν με χρήματα, που έδωσε ο κατηγορούμενος στον Δ. Π., ήτοι με επιταγή 1800 ευρώ. Αποδεικνύεται όμως από τα τιμολόγια αγοράς με αριθμό 000351/8-1-2002 και 00066/3-1-2002 ότι τα ως άνω έπιπλα αγοράστηκαν στο όνομα της εταιρίας SWEDISH SYSTEMS SECURITY ΕΠΕ και ότι ανήκουν στην κυριότητα της. Από τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι ουδέποτε ο Δ. Π. ήταν υπεύθυνος της ως άνω εταιρίας αλλά η συνεργασία έγινε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος επειδή ήταν δημόσιος υπάλληλος, δεν ήθελε να φαίνεται και γι' αυτόν τον λόγο αυτό ισχυρίζεται ότι υπεύθυνος ήταν ο γιος του, ο οποίος όμως δεν είχε καμία εμπειρία, ήταν νέος και απλά εργαζόταν σ' αυτή. Ο κατηγορούμενος πήρε τα έπιπλα, που προαναφέρθηκαν, μολονότι αυτά είχαν αγορασθεί στο όνομα της εταιρίας και ανήκαν κατά κυριότητα σ' αυτή και συνεπώς διέπραξε το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος." Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στη … κατά το χρονικό διάστημα από 22-4-2003 έως 17-5-2003 παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και ειδικότερα ενώ είχε ορισθεί από την ιδιωτική εταιρία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας με την επωνυμία SWEDISH SYSTEMS SECURITY με έδρα τη … ιδιοκτησίας της Μ. Β., συζύγου του εγκαλούντα Γ. Γ. του Σ., δ/ντη της ανωτέρω εταιρίας, ως προσωρινά υπεύθυνος στο γραφείο της … (...) ιδιοποιήθηκε παράνομα τα κατωτέρω αναφερόμενα δημοσία έγγραφα και εξοπλισμό γραφείου, αξίας 3.000 ευρώ που ανήκαν στην εταιρία εγχειρίζοντας και σχετικά τιμολόγια αγοράς στο όνομα της α) έγγραφα, β) δυο (2) διευθυντικά γραφεία χρώματος καφέ σκούρο με δεξιά προέκταση μάρκας ΜΟβιως, γ) δυο ερμάρια, δ) δυο καρέκλες εξωτερικές μαύρες επίσκεψης, ε) μια (1) τροχήλατη μαύρη καρέκλα εργασιακή, στ) μια διευθυντική καρεκλά τροχήλατη μαύρη, ζ) ένα τριθέσιο μπλε καναπέ, έναν υπολογιστή που αποτελείται από σκληρό δίσκο, η) μικροπράγματα γραφείου, φωτογραφίες, είδη βιβλιοθήκης, ι) στολές της εταιρίας. Τα ανωτέρω αντικείμενα δεν τα απέδωσε στην εταιρία όπως ήταν υποχρεωμένος αλλά τα παρακράτησε χωρίς δικαίωμα και τα ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία ιδιοποιούμενος αυτά παράνομα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 και 375 παρ. 1 α ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) τo δικαστήριο στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά συνεκτίμησε μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων και την κατάθεση όλων των εξετασθέντων μαρτύρων και την απολογία του κατηγορουμένου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Ν. και Β. Κ., ούτε στην απολογία του κατηγορουμένου και δεν προκύπτει αν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμη γιατί αυτό δεν στερεί την απόφαση από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά τρόπο σαφή και με βεβαιότητα, προκύπτει από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού της αποφάσεως και από ειδική αναφορά στους παραπάνω δύο μάρτυρες, ότι λήφθηκαν υπόψη και αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, αντικρούονται δε οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου, που διατυπώθηκαν με την απολογία του. β) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται ειδικότερα η εν λόγω αξιόποινη συμπεριφορά υπεξαιρέσεως στο αιτιολογικό, το αιτιολογικό έχει και ίδιες σκέψεις και δεν εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. γ) στο αιτιολογικό μνημονεύονται όλα, κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα κλπ), και τούτο αρκεί χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, γίνεται δε και ειδική αναφορά σε κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, όπως σε καταθέσεις συγκεκριμένων μαρτύρων και σε αναγνωσθέντα έγγραφα. δ) Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί αφανούς εταιρείας μηνυτή και Δ. Π., περί αγοράς και περί παραλαβής των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων από τον αφανή συνεταίρο υιό του Δ. Π., περί εκβιασμού, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γι’ αυτό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, οι οποίοι στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περιστάσεως. Εφόσον, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση δηλαδή, της έρευνας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Χωρίς υποβολή επομένως σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού εκ μέρους του κατηγορουμένου, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή την ρητή απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος παριστάμενος μετά συνηγόρου του, δεν ζήτησε ενώπιον του άνω δικάζοντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως σε περίπτωση ενοχής τούτου, του αναγνωρισθούν οι "ελαφρυντικές περιστάσεις 84 παρ. 2 ΠΚ. Επομένως, το δικαστήριο που κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, χωρίς να αναγνωρίσει σε αυτόν κάποιο ελαφρυντικό, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την μη αναγνώριση κάποιας ελαφρυντικής περιστάσεως στο πρόσωπο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, χωρίς υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος, εκ του λόγου τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν δημιουργείται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 83 και 84 παρ.2 του ΠΚ, και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος από την επισκόπηση της πρωτοβάθμιας 5425/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, χωρίς να ζητήσει και χωρίς να του αναγνωριστεί κάποια ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, η δε αιτιολογία και η αναφορά του ποινικού του μητρώου στη σελίδα επτά, γίνεται προκειμένου για να ανασταλεί και μόνο, σύμφωνα με τα άρθρα 99-100 του ΠΚ, η επιβληθείσα σε αυτόν ποινή και όχι για χορήγηση ελαφρυντικού. Επομένως, από τη μη χορήγηση ελαφρυντικού στην κατ' έφεση δίκη, δεν επήλθε καμία χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, κατ' άρθρο 470 ΚΠοινΔ, για στέρηση ευεργετήματος ελαφρυντικού, που δήθεν του είχε δοθεί στον πρώτο βαθμό και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. εκθ. 13/27-9-2010 αίτηση του Γ. Π. του Δ., μετά των από 27-12-2010 προσθέτων λόγων αυτού, περί αναιρέσεως της 1699/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση πραγμάτων αξίας 3.000 €. (άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ ). 1) Οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2) Χωρίς υποβολή σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση κάποιας ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, εκ μέρους του κατηγορουμένου, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να δικαιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 581/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 778/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 789/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 41 ΣΤ παρ.1 περ.β του ν. 2725/1999, όπως προστ. με το άρθρο 7 του ν. 3057/2002, Αδικήματα βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις : "1. Με φυλάκιση μέχρι δύο έτη και χρηματική ποινή, εκτός εάν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με άλλη διάταξη, τιμωρείται όποιος εκ προθέσεως μέσα σε αθλητικές εγκαταστάσεις ή στον αμέσως περιβάλλοντα χώρο τους ή στις βοηθητικές εγκαταστάσεις ή στους χώρους προσέλευσης και στάθμευσης, κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης: α) ... β) βιαιοπραγεί κατά άλλου, ανεξάρτητα εάν από τη βιαιοπραγία επήλθε σωματική βλάβη, ή εκτοξεύει απειλές κατά προσώπου, το οποίο σύμφωνα με τους κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας αναγράφεται στο φύλλο αγώνα". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 778/2010 απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 41 ΣΤ παρ.1 β του ν. 2725/1999, όπως τροπ. με άρθρο 7 του ν. 3057/2002, σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχεται ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από την κατάθεση του μάρτυρα της υπεράσπισης που εξετάστηκε στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των, νομίμως προσκομιζόμενων και επικαλούμενων, εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 15-5-2005, διεξαγόταν στο γήπεδο "Κλεάνθης Βικελίδης", στη Θεσσαλονίκη, ποδοσφαιρικός αγώνας για το πανελλήνιο πρωτάθλημα μεταξύ των ομάδων Π.Α.Ε. ΑΡΗΣ - Π.Α.Ε. ΗΡΑΚΛΗΣ. Κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του ποδοσφαιρικού αυτού αγώνα μετά την επίτευξη τέρματος από την ομάδα του ΑΡΗ, ο κατηγορούμενος, που ήταν θεατής του, εισήλθε από τη Θ-1 εντός του αγωνιστικού χώρου, πλησίασε τον τερματοφύλακα του ΗΡΑΚΛΗ, Γ. Α. του Π., κάτοικο ..., και κατάφερε σ' αυτόν μία γροθιά στο πρόσωπο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος" Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στη Θεσσαλονίκη, την 15-5-2005, από πρόθεση μέσα σε αθλητική εγκατάσταση, κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης βιαιοπράγησε κατά άλλου και ειδικότερα ευρισκόμενος μέσα στο γήπεδο "Κλεάνθης Βικελίδης", κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ομάδων Π.Α.Ε. ΑΡΗΣ - Π.Α.Ε. ΗΡΑΚΛΗΣ, μετά την επίτευξη τέρματος από την ομάδα του ΑΡΗ, εισήλθε από τη Θ-1 εντός του αγωνιστικού χώρου, πλησίασε τον τερματοφύλακα του ΗΡΑΚΛΗ, Γ. Α. του Π., κάτοικο ..., και κατάφερε σ' αυτόν μία γροθιά στο πρόσωπο".
Με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 778/2010 απόφασή του την από τις διατάξεις των αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1β, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 ΠΚ, 41 ΣΤ παρ.1 β του ν. 2725/1999, όπως τροπ. με άρθρο 7 του ν. 3057/2002, που εφάρμοσε, τις οποίες διατάξεις, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Διαλαμβάνει επίσης και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, μη απαιτουμένης, όπως προαναφέρθηκε, της στάθμισης της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων χωριστά, ούτε της αναφοράς των συγκεκριμένων καταθέσεων μαρτύρων και του περιεχομένου τους, που άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) όπως συνάγεται από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών, το δικαστήριο σαφώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του, συμπληρούμενο από το διατακτικό του, από πρόθεση, συγκεκριμένη ως παραπάνω βιαιοπραγία του αναιρεσείοντος θεατή ποδοσφαιρικού αγώνα, μέσα στον αθλητικό χώρο γηπέδου, κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης ποδοσφαιρικού αγώνα, σε βάρος τερματοφύλακα ομάδος, β) η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το ανωτέρω αδίκημα, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως, προκύπτει δε και συνάγεται ο δόλος από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως και συγκεκριμένα από την αναφορά στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, ότι ο κατηγορούμενος θεατής ποδοσφαιρικού αγώνα, εισήλθε κατά τη διάρκεια του αγώνα μέσα στον αγωνιστικό χώρο, πλησίασε τον τερματοφύλακα της αντιπάλου ομάδος και κατάφερε σε αυτόν μία γροθιά στο πρόσωπο, γ) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται και να αιτιολογείται, ειδικότερα η εν λόγω αξιόποινη συμπεριφορά στο αιτιολογικό, εξαντλείται το αιτιολογικό μεν σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της, δ) στο αιτιολογικό μνημονεύονται όλα, κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα κλπ), και τούτο αρκεί χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ από τη γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2010 αίτηση - δήλωση του Δ. Λ. του Γ., περί αναιρέσεως της 778/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
| null | null | 0
|
Αριθμός 580/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.201 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για τη συμπλήρωση της συνθέσεως, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σχινά, για αναίρεση της με αριθμό 125/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 760/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά της παρούσας και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 28 παρ.1α και 2 του Ν. 1650/1986 "για την προστασία του περιβάλλοντος", όπως αντικ. με το Ν. 3010/2002, με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή, τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότηση του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ... άδεια ή έγκριση ... και υποβαθμίζει το περιβάλλον, κατά δε την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, σε περιπτώσεις τέλεσης των εγκλημάτων της παρ.1 από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Επίσης, κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 28 "Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης κ.λ.π έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ.1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου εφόσον από πρόθεση ή αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Εξάλλου, σύμφωνα με τους ορισμούς οι οποίοι περιέχονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου 1650/1986, νοούνται: 1) Ως περιβάλλον το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. 4) Ως υποβάθμιση: η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες... 16) Τοπίο: κάθε δυναμικό σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος, που μεμονωμένα ή αλληλοεπιδρώντας σε συγκεκριμένο χώρο, συνθέτουν μία οπτική εμπειρία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 του ως άνω νόμου "Η φύση και το τοπίο προστατεύονται και διατηρούνται ώστε να διασφαλίζονται οι φυσικές διεργασίες, η αποδοτικότητα των φυσικών πόρων, η ισορροπία και η εξέλιξη των οικοσυστημάτων καθώς και η ποικιλομορφία, η ιδιαιτερότητα ή η μοναδικότητά τους". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει όταν κατά την έκθεση των περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 125/2010 απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δυτικής Μακεδονίας, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος από αμέλεια (άρθρ. 28 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1650/1980), σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχεται ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την εξέταση των μαρτύρων που εξετάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατ/νου στο ακροατήριο, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, στις 23-8-2006, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ... εταιρίας με την επωνυμία "Μ.Ε.Τ.Ε. Α.Ε.", εκμεταλλευόταν εξορύσσοντας κοιτάσματα λιγνίτη από το λιγνιτωρυχείο συνολικής έκτασης 935.343 τ.μ., που διατηρούσε η ανωτέρω εταιρία, στη θέση "..." του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., δραστηριότητα για την οποία απαιτείτο η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος κατά το άρθρο 4§1α' Ν. 1650/1986, παρόλο που δεν τηρούνταν κατά τη λειτουργία της εγκατάστασης αυτής όλοι οι περιβαλλοντικοί όροι που είχαν επιβληθεί με τη με αριθμό 149671/3600/4-8-2006 ΚΥΑ Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, καθώς κατά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής: α) δεν είχε δημιουργήσει πράσινη ζώνη προστασίας με φυτευτικό σύνδεσμο 3χ3 και σε βάθος τριών τουλάχιστον σειρών κατά μήκος όλων των τμημάτων, του χώρου επέμβασης και σε βάθος πέντε τουλάχιστον σειρών κατά μήκος των τμημάτων των χώρων επέμβασης, που βρίσκονται κοντά σε οικισμούς και επαρχιακούς δρόμους, σύμφωνα με τον όρο δ1.12 της πιο πάνω απόφασης έγκρισης, β) δεν φρόντισε ώστε να σημανθεί επαρκώς η Ε.Ο. ...-..., στα σημεία όπου διέρχονταν τα φορτηγά της εταιρίας για την απόθεση των στείρων υλικών από το χώρο Α προς τους χώρους Β και Γ καθώς και τα φορτηγά της εταιρίας που μετέφεραν το τελικό προϊόν, σύμφωνα με τον όρο δ1.16 της αυτής ως άνω απόφασης έγκρισης, γ) δεν οριοθέτησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 3010/2002, το ρέμα που διέρχεται πλησίον των ανατολικών ορίων των χώρων Β και Γ, σύμφωνα με τον όρο 61.19 της ανωτέρω απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, δ) δεν έκανε συστηματική διαβροχή όλων των κονιορτοπαραγωγών εστιών των χώρων επέμβασης (μέτωπα εξόρυξης, χώροι εναπόθεσης στείρων, δρόμοι κυκλοφορίας των φορτηγών που διακινούν τα υλικά, προσωρινοί σωροί απόθεσης τελικών προϊόντων) για την καταστολή της σκόνης, σύμφωνα με τον όρο δ1.31 της πιο πάνω απόφασης έγκρισης, ε) επιπλέον δεν μερίμνησε ώστε στο σπαστήρα και το τριβείο να υπάρχει μόνιμο σύστημα διαβροχής με beck ψεκασμού και να γίνεται συνεχής διαβροχή του υλικού με εκνέφωση νερού, σύμφωνα με τον όρο δ1.33 της προαναφερθείσας απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, με συνέπεια την έκλυση μεγάλων ποσοτήτων σκόνης στην ατμόσφαιρα και την επακόλουθη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην περιοχή. Οι ανωτέρω παραλείψεις του κατηγορουμένου προκύπτουν ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (υπαλλήλων του Τμήματος Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και περιβάλλοντος της Ν.Α. Κοζάνης), οι οποίοι διενήργησαν και αυτοψία, κατά την οποία έγινε η διαπίστωση τους, καθώς και την έκθεση αυτοψίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όμως, ότι οι παραλείψεις αυτές δεν οφείλοντο σε πρόθεση του κατηγορουμένου να υποβαθμίσει το περιβάλλον, αλλά σε αμέλεια του, καθόσον η εταιρία του καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την τήρηση των περιβαλλοντολογικών όρων και την προστασία του περιβάλλοντος. Ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια, έλαβε όλα σχεδόν τα αναγκαία μέτρα για τη μη ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με τη δενδροφύτευση των τμημάτων των χώρων επέμβασης, την παράκαμψη της επαρχιακής οδού ... - ... με την κατασκευή ιδιωτικού δρόμου για την κάλυψη των αναγκών του ορυχείου, τη συστηματική διαβροχή του εδάφους, όπως διαπίστωσαν και οι υπάλληλοι του Τμήματος Περιβάλλοντος της ανωτέρω Διεύθυνσης πολεοδομίας, σε αυτοψία που διενήργησαν ένα χρόνο σχεδόν αργότερα από την τέλεση της παραπάνω πράξης. Επομένως, πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω πράξεως εξ αμελείας και να του αναγνωρισθεί, όπως και πρωτοδίκως, το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας (αρθρ. 84 παρ. 2 εδ. δ' ΠΚ)". Με τις παραπάνω παραδοχές, έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κατέληξε στην ενοχή του αναιρεσείοντος για ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων του ν. 1650/1986, δεν διέλαβε στην απόφασή του με πληρότητα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία διότι: Ενώ εκτίθεται η μη τήρηση των περιβαλλοντικών όρων που είχαν επιβληθεί με τη χορηγηθείσα άδεια και τι προληπτικά ή κατασταλτικά των ρύπων μέτρα έπρεπε να λάβει και δεν έλαβε η εταιρεία εκμετάλλευσης του λιγνιτωρυχείου, δεν διερευνήθηκε ούτε προσδιορίζεται, όπως είναι αναγκαίο, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε και στο διατακτικό της αποφάσεως, ότι η έκλυση των μεγάλων ποσοτήτων σκόνης στην ατμόσφαιρα της περιοχής ... ... κατά την εξόρυξη του λιγνίτη από το λιγνιτωρυχείο της εταιρείας "ΜΕΤΕ ΑΕ", της οποίας τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ήταν πιθανόν τότε που τελέστηκε η πράξη, την 23-8-2006, να είχε αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομία και στις αισθητικές αξίες. Επίσης δεν διευκρινίζεται στο αιτιολογικό, πως και γιατί με την εξόρυξη κοιτασμάτων λιγνίτη του εργοστασίου προκλήθηκε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ποίοι ήταν οι περιβαλλοντολογικοί όροι και ποία ήταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα ανώτατα επιτρεπόμενα ανεκτά όρια ρύπων από την εκλυόμενη σκόνη και πώς καθορίστηκαν αυτά και δεν αρκεί η αόριστη αναφορά έκλυσης μεγάλων ποσοτήτων σκόνης στην ατμόσφαιρα. Πέραν αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ποία διάταξη νόμου ή διάταγμα ή υπουργική απόφαση, προβλέπει τα ανώτατα όρια ρύπων τα οποία κατά τις παραδοχές υπερέβη η εταιρεία που εκπροσωπεί ο αναιρεσείων, ούτε προσδιορίζει ποία η ποσότητα, ποία η συγκέντρωση ή η διάρκεια των ρυπογόνων ουσιών της σκόνης από λιγνίτη, ώστε να κριθεί αν πράγματι η εν λόγω εταιρεία υπερέβη τα όρια αυτά, οπότε και μόνον μπορούν να προκληθούν αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και την υγεία των περιοίκων, στους ζώντες οργανισμούς και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και εντεύθεν να επέλθει ρύπανση του περιβάλλοντος και υποβάθμιση αυτού στην εν λόγω περιοχή της ..., αναγκαία για την πραγμάτωση του εν λόγω εγκλήματος. Κατόπιν τούτων, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 125/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ρύπανση περιβάλλοντος. Άρθρο 28 Ν. 1650/1986. Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία ως προς τη ρύπανση και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
| null | null | 1
|
Αριθμός 580/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 23η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Α. Δ., 2) Λ. Γ., 3) Ν. Γ., 4) Γ. Α., 5) Β. Α., 6) Α. Γ., 7) Δ. Μ., 8) Γ. Θ., 9) Β. Κ. και 10) Σ. Κ., κατοίκων .... Οι 2ος, 3ος, 5ος και 8ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν μετά και οι 1ος, 4ος, 6ος, 7ος και 9ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φωτίου Κλαουδάτου, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 10ος αναιρεσείων Σ. Κ. απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Φ. χήρα Σ. Κ., κάτοικος ..., Α. Κ., κάτοικος ... και Γ. - Μ. Κ., κάτοικος ..., οι οποίοι παρίστανται δια του ιδίου, β) το επώνυμο του 9ου αναιρεσείοντος, που αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως ως "Κ.", διορθώνεται στο ορθό "Κ." και γ) οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της αίτησής τους ως προς τις 2η και 3η από τους αναιρεσίβλητους.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Βλαχογιάννη, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Βαβέτση και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, όπου συνεκδικάσθηκε με την υπέρ του 1ου από τους αναιρεσίβλητους πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Επί της αγωγής εκδόθηκε η 314/2002 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7540/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2008 αίτησή τους (ημερομηνία κατάθεσης).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως αναφέρεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 25-10-2009 έκθεση του ήδη κωλυομένου Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, μετά την ως άνω δήλωση παραιτήσεως, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης μόνο ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους, η πληρεξούσια της δεύτερης δεν αντέλεξε, ενώ ο πληρεξούσιος του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Καθένας ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των αρθ. 294, 295 παρ.1, 297, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς συγκεκριμένο μόνο από τους αναιρεσίβλητους, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του, πριν αυτός εισέλθει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο είτε από τον κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 98). Η ως άνω νομότυπη παραίτηση έχει ως συνέπεια το ότι η αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, που έγινε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως περί αναιρέσεως της 7540/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δικάσει κατ' έφεση επί της 314/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς τους δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα ως προς αυτές (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299).
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Ακόμη, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε (...)". Επίσης, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους να θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως ενοχικά δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, όπως οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 2/2011, 40/1998). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Περαιτέρω, το ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΝΠΔΔ) ορίζει στο άρθρο 44 παρ. 1 ότι "Παν χρέος προς το νομικόν πρόσωπον παραγράφεται, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη (...)", στο άρθρο 48 ότι "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. (...). 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών. (...)", στο άρθρο 49 ότι "Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται και επί του ΕΟΤ, καθ' όσον δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο μόνο του π.δ. 1143/1977 διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42, 43 του ν.δ. 496/1974, από την εφαρμογή των οποίων και μόνον εξαιρείται ο ΕΟΤ, συνάγεται ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ από καθυστερούμενες αποδοχές κλπ, οι οποίες οφείλονται απ' ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το νομικό πρόσωπο για οποιοδήποτε λόγο, ως εκ της εννοίας που προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, χωρίς, όμως, η άρνηση ή καθυστέρηση να παρακωλύει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για τη θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαβών δικαιώματος απαιτείται η έκδοση πράξεως του νομικού προσώπου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής των παρομοίων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (ΑΚ 250 αρ.6 ή 17), αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (άρθρο 44 του ν.δ. 496/1974), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, πράγμα απαραίτητο για την προστασία της περιουσίας και της λειτουργίας αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων. Ακόμη, δικαιολογείται και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς, το οποίο διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ σε περίπτωση διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους.
Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται ούτε στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ΟλΑΠ 38/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, που είχαν προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και εργάζονταν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων στο καζίνο της Πάρνηθας, το οποίο αποτελούσε μονάδα αυτεπιστασίας του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους, προερχόμενες από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, διότι στο τέλος των ετών 1999 και 2000, δηλαδή πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο πρώτο από τους αναιρεσίβλητους (27-6-2001), είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα δύο ετών από τότε που είχε αρχίσει ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί εντός του αντίστοιχου έτους. Με την κρίση αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι αυτή δεν αντίκειται ούτε στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 51 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον : (...) β) Δια της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως (...)". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτήν η πληρωμή συγκεκριμένης απαιτήσεως, της οποίας δεν είναι αναγκαίο στην αίτηση να προσδιορίζεται το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται, όμως, να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που την εξειδικεύουν και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στον πρώτο λόγο της αίτησης ότι στην από 28-12-2000 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση, που επιδόθηκε στο πρώτο από τους αναιρεσίβλητους την 29-12-2000, είχαν αναφέρει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998, ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων στο καζίνο της Πάρνηθας, αμείβονταν σύμφωνα με την 78/1989 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που επείχε θέση ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ, ενώ θα έπρεπε να αμείβονται σύμφωνα με την 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, όπως τροποποιήθηκε και ίσχυσε μέχρι την 31-12-1998, που επείχε θέση επιχειρησιακής ΣΣΕ και ήταν ευνοϊκότερη γι' αυτούς. Ότι, κατόπιν αυτού, είχαν ζητήσει να γίνει νέα, ορθή εκκαθάριση και καταβολή των νομίμων αποδοχών τους για το εν λόγω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την ισχύουσα γι' αυτούς 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών. Και ότι με αυτή την εξώδικη πρόσκληση, που αποτελούσε αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 51 του ν.δ. 496/1974, είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους, περιστατικό οποίο είχαν προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η από 28-12-2000 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία οι αναιρεσείοντες "ζήτησαν την καταβολή των από 1-1-1997 διαφορών και την εκκαθάριση των απαιτήσεών τους, δεν επηρεάζει την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, δοθέντος ότι δεν αναφέρεται στις συγκεκριμένες απαιτήσεις και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ληφθεί ως όχληση προς καταβολή τους". Με την κρίση αυτή, όμως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστική διάταξη άρθρου 51 του ν.δ. 496/1974, διότι για την εφαρμογή της απαίτησε περισσότερα στοιχεία από τα νόμιμα, δοθέντος ότι εφ' όσον οι αναιρεσείοντες ζητούσαν για το ένδικο χρονικό διάστημα να γίνει νέα εκκαθάριση των νομίμων αποδοχών αυτών σύμφωνα με την, κατά την άποψή τους, έχουσα εφαρμογή 25/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών και να καταβληθούν οι διαφορές που θα προέκυπταν σε σχέση με τις ήδη καταβληθείσες αποδοχές, που είχαν υπολογισθεί σύμφωνα με την μη έχουσα εφαρμογή 78/1989 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, η αίτησή τους ήταν επαρκώς ορισμένη και ικανή να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί εντός του έτους 1998. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το περιστατικό αυτό και προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως παραγραμμένη για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1998 έως 31-12-1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Λόγω της μερικής ήττας του πρώτου από τους αναιρεσίβλητους, πρέπει αυτό να καταδικασθεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ μη ασκηθείσα την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσίβλητους.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 7540/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το πρώτο από τους αναιρεσίβλητους να πληρώσει στους αναιρεσείοντες εννεακόσια (900) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Απριλίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΕΟΤ. Οι αξιώσεις των υπαλλήλων επί των νομίμων αποδοχών υπόκεινται στη διετή παραγραφή, η περί της οποίας διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Η παραγραφή διακόπτεται και με την επίδοση εξώδικης πρόσκλησης για νέα εκκαθάριση και καταβολή των αποδοχών συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με το νομικό καθεστώς που κατά την άποψη του υπαλλήλου έχει εφαρμογή. Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 576/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1952/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7540/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 17-12-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 53§1 του ΠΔ 410/1988, που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς πλήρωση οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού, ως και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, σπουδαίο δε λόγο αποτελεί ιδίως (α) η παράβαση του άρθ. 38§1 περ. στ' (β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλον ειδικό ποινικό νόμο (γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για 15 τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες (δ) η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας (ε) η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεσθεί αδίκημα που τιμωρήθηκε με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή (στ) η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων (ζ) η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων. Περαιτέρω, με το άρθ. 3§1 του ΠΔ 97/1999 συστήθηκε Ειδική Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού με τον τίτλο "Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης" (ΥΣΜΑ), η οποία υπάγεται απευθείας στον Γενικό γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, σκοπός δε αυτής είναι η οργάνωση και υλοποίηση, σύμφωνα με τον προγραμματισμό και τις οδηγίες και υπό την εποπτεία της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης (ΕΣΜΑ), των έργων του άρθ. 1 του ως άνω ΠΔ, δηλ. των έργων συντήρησης και αναστήλωσης που εκτελούνται στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και τελούν υπό την επιστημονική ευθύνη της ΕΣΜΑ. Σύμφωνα με το άρθ. 4 του ίδιου ΠΔ (α) στην ΥΣΜΑ προΐσταται ο Διευθυντής της, ο οποίος ορίζεται για τρία έτη με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από αιτιολογημένη γνώμη της ΕΣΜΑ, και προέρχεται από το προσωπικό που υπηρετεί στην ΥΣΜΑ (β) οι όροι εργασίας του διευθυντή της ΥΣΜΑ προσδιορίζονται με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία, αφού εγκριθεί από τον Υπουργό Πολιτισμού, καταρτίζεται υπογραφομένη από τον Πρόεδρο της ΕΣΜΑ και τον ενδιαφερόμενο, οι αποδοχές δε αυτού καθορίζονται με βάση τις κείμενες διατάξεις (γ) ο Διευθυντής της ΥΣΜΑ συμμετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις της ΕΣΜΑ ως εισηγητής, προΐσταται του όλου έργου που εκτελεί η ΥΣΜΑ και σ' αυτόν αναφέρονται οι προϊστάμενου των έργων και των γραφείων, ο ίδιος δε αναφέρεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει την ευθύνη της απρόσκοπτης εκτέλεσης των έργων, της τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων και της έγκαιρης εισήγησης στην ΕΣΜΑ για τα θέματα αρμοδιότητάς της. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 7 του διατάγματος αυτού (1) το προσωπικό της ΥΣΜΑ αποσπάται σ' αυτήν και προέρχεται από τους υπηρετούντες με σχέση μονίμου υπαλλήλου ή υπαλλήλου με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού ή των εποπτευομένων απ' αυτό νομικών προσώπων (§1), διακρίνεται δε σε επιστημονικό, προσωπικό εφαρμογής και προσωπικό διοικητικής στήριξης (§3) (2) η ΥΣΜΑ, εκτός του προβλεπομένου στην §1 του άρθρου αυτού προσωπικού, μπορεί να προσλάβει, σύμφωνα με την §4 του άρθρου αυτού, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (α) μέχρι 60 εργαζομένους που ανήκουν στο προσωπικό εφαρμογής (β) μέχρι 8 εργαζομένους που ανήκουν στο επιστημονικό προσωπικό και οι οποίοι είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ με ειδική επιστημονική εξειδίκευση στο γνωστικό αντικείμενο της κατά περίπτωση ειδικότητας και (γ) μέχρι 5 εργαζομένους που ανήκουν στο βοηθητικό προσωπικό, οι προσλήψεις δε του προσωπικού της παραγράφου αυτής γίνονται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, με διαγωνισμό (και στην συνέχεια με επιλογή από τις προς τούτο συγκροτούμενες επιτροπές αξιολόγησης) και οι όροι εργασίας προσδιορίζονται με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία, αφού εγκριθεί από τον Υπουργό Πολιτισμού, καταρτίζεται υπογραφομένη από τον διευθυντή της ΥΣΜΑ και τον ενδιαφερόμενο. Εξάλλου, με τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΥΣΜΑ, ο οποίος εγκρίθηκε με την ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/74900/2002 απόφαση (ΦΕΚ Β' 1953), εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 4 του ΠΔ 97/1999, και σε αρμονία με αυτό ορίζεται (Α) με το άρθρο 5 ότι ο Διευθυντής της ΥΣΜΑ (1) προΐσταται του όλου έργου που εκτελεί η ΥΣΜΑ και σ' αυτόν αναφέρονται οι προϊστάμενοι των Τομέων Εργασίας (2) αναφέρεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, έχει την ευθύνη της απρόσκοπτης και ποιοτικής εκτέλεσης των έργων και της τήρησης των σχετικών χρονοδιαγραμμάτων (3) συμμετέχει χωρίς ψήφο στις συνεδριάσεις της ΕΣΜΑ ως εισηγητής κλπ. (4) εξασφαλίζει την διαρκή επικοινωνία και συνεργασία της ΥΣΜΑ με τις λοιπές υπηρεσίες του ΥΠΠΟ (5) μεριμνά για την στελέχωση της Υπηρεσίας, αποφασίζει για την κατανομή και τις πάσης φύσεως μετακινήσεις του προσωπικού σύμφωνα με τις ανάγκες των έργων και υπογράφει τις συμβάσεις πρόσληψης του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου και μπορεί, μετά από έγκριση της ΕΣΜΑ, να τις καταγγείλει (6)... (7)... (8) μεριμνά για την τήρηση της κείμενης νομοθεσίας από το προσωπικό της ΥΣΜΑ στον εργασιακό χώρο, λαμβάνει τα προβλεπόμενα από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα πειθαρχικά μέτρα, όπου αυτό απαιτείται, και προβαίνει στην σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης του προσωπικού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την νομοθεσία κλπ. (Β) με το άρθ.4§2 περ. θ' ότι η ΕΣΜΑ εγκρίνει την εισήγηση του διευθυντού (της ΥΣΜΑ) σχετικά με την πρόσληψη και απόλυση του απαραίτητου προσωπικού και (Γ) με το άρθ. 32§§ 3 και 6 ότι το προσωπικό της ΥΣΜΑ οφείλει ν' ασκεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται από την ιεραρχία της ΥΣΜΑ μέσα στα πλαίσια της τήρησης της κείμενης νομοθεσίας και του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα και ότι η μη τήρηση του κανονισμού συνεπάγεται, εκτός των προβλεπομένων από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα κυρώσεων, την ενεργοποίηση των διαδικασιών ανάκλησης της απόσπασης του υπαλλήλου από την ΥΣΜΑ ή καταγγελίας της σύμβασής του. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων του ΠΔ 97/1999 και του Κανονισμού Λειτουργίας της ΥΣΜΑ συνάγεται, ότι για την καταγγελία της ιδιωτικού δικαίου (και ορισμένου χρόνου) σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων στην ΥΣΜΑ, ανεξάρτητα από την κατηγορία προσωπικού στην οποία ανήκουν (αφού με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν γίνεται διάκριση), υπάρχοντος σπουδαίου λόγου ως άνω, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής του ΥΣΜΑ και κατά την οριζομένη απ' αυτές διαδικασία, δηλ. της προηγουμένης έγκρισης της καταγγελίας από την ΕΣΜΑ, οι διατάξεις δε αυτές ως ειδικές κατισχύουν άλλων και δη των γενικών διατάξεων του ΠΔ 410/1988 και ειδικότερα της διάταξης του άρθ. 53§2 εδ. α' αυτού, κατά την οποία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (για σπουδαίο λόγο) γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αρμόδιο όργανο για την πρόσληψη των εργαζομένων αυτών, άρα και για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, είναι ο Διευθυντής της ΥΣΜΑ και η προηγουμένη έγκριση της καταγγελίας από την ΕΣΜΑ επέχει ουσιαστικά θέση σύμφωνης αιτιολογημένης γνώμης υπηρεσιακού συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κλπ. με αντικείμενο αξιώσεις της από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας εργάσθηκε ως λογίστρια στην ΥΣΜΑ, καθώς και από άκυρη καταγγελία αυτής, με την αναιρεσιβαλλομένη 7540/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα επελέγη προς πρόσληψη για την στελέχωση του λογιστηρίου της ΥΣΜΑ με απόφαση της ΕΣΜΑ, η οποία κυρώθηκε με την ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ./Α7/22561/3-5-2001 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ακολούθως δε την 22-7-2001 συνήψε με την (αρχικά εναγομένη που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) Διευθύντρια της ΥΣΜΑ σύμβαση εξαρτημένης εργασίας επταετούς διάρκειας αρχομένη από 20-8-2001 για την παροχή των υπηρεσιών της ως λογίστριας στην ΥΣΜΑ αντί του προβλεπομένου μισθού από τις ΣΣΕ Λογιστών της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Λογιστών, ότι με την ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ./Α7/41881/2001 απόφαση της Διεύθυνσης Διοικητικού του Υπουργείου Πολιτισμού ανατέθηκαν στην ενάγουσα τα καθήκοντα της προϊσταμένης λογιστηρίου της ΥΣΜΑ, μετά δε την ανάθεση των καθηκόντων αυτών της δόθηκε από την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ η εντολή να οργανώσει το λογιστήριο της ΥΣΜΑ σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Διαχειριστικής Αργής του Γ' Κ.Π.Σ., πλην όμως η ενάγουσα δεν προέβη στην οργάνωση του λογιστηρίου σύμφωνα με τις υποδείξεις αυτές, όπως όφειλε να πράξει, ότι η ολιγωρία που επέδειξε η ενάγουσα για την εκτέλεση των προαναφερομένων υποχρεώσεών της είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της προθεσμίας αποστολής στην Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Πολιτισμός" των απαιτουμένων στοιχείων για την έκδοση της ΣΑΕ 2002 με συνέπεια να εκτεθεί η υπηρεσία, ότι λόγω της ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας κατά την άσκηση των καθηκόντων της, αλλά και της δυσκολίας προσαρμογής της στα συστήματα μηχανογράφησης της υπηρεσίας της, δημιουργούνταν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία και οργάνωση του λογιστηρίου, ότι μεταξύ των διαδικασιών που είχαν καθυστερήσει ήταν και η αποστολή των τριμηνιαίων δελτίων του έργου "Συντήρηση και Αναστήλωση των Μνημείων της Ακρόπολης" στην Δ.Α. του υπουργείου Πολιτισμού, η υποβολή δε αυτών του 4ου τριμήνου του 2003 έγινε με λάθη, τα οποία διαπίστωσε η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ, παρά, όμως, τις σχετικές υποδείξεις που έκανε αυτή στην ενάγουσα ορισμένα απ' αυτά δεν διορθώθηκαν, ότι η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ προκειμένου ν' αντιμετωπίσει τα παραπάνω προβλήματα ανέθετε συγκεκριμένες εργασίες σε υπαλλήλους του λογιστηρίου υποκαθιστώντας την ενάγουσα, οι σχέσεις της δε με αυτήν είχαν διαταραχθεί λόγω της προαναφερομένης κατάστασης, ότι για τις αιτίες αυτές η Διευθύντρια της ΕΣΜΑ υπέβαλε την με αριθ. 1854/1-11-2002 αναφορά για ανάρμοστη συμπεριφορά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, με την οποία την επέπληττε για την ανεπάρκεια που είχε επιδείξει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που είχε αναλάβει, ότι παρά ταύτα η ενάγουσα εξακολουθούσε να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά και η ως άνω Διευθύντρια της απηύθυνε νέα έγγραφη επίπληξη για ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντί της και για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, ότι και προς τους υπολοίπους συναδέλφους της, ιδίως αυτούς του λογιστηρίου, η ενάγουσα δεν επεδείκνυε πνεύμα συνεργασίας με αποτέλεσμα να δημιουργεί προβλήματα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ότι μετά την κατάσταση αυτή η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ γνωστοποίησε στα μέλη της ΕΣΜΑ τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας και η ΕΣΜΑ κάλεσε την ενάγουσα σε έγγραφη απολογία, ενώ η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ με το 698/2-4-2004 έγγραφό της εγκάλεσε την ενάγουσα για τις αναφερόμενες σ' αυτό πλημμέλειες, που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων της και την συμπεριφορά της προς τους συναδέλφους της, με την επισήμανση ότι οι αναφερόμενες στο έγγραφο αυτό πράξεις και παραλείψεις συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας, η δε ενάγουσα υπέβαλε έγγραφο υπόμνημα απαντώντας στις σε βάρος της καταγγελίες της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ, ότι μετά απ' αυτά η ΕΣΜΑ κατά την συνεδρίαση της 22-4-2004 ενέκρινε με την με αριθ. 9 απόφασή της την καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο κατά τα εκτιθέμενα στο με αριθ. 698/2004 έγγραφο της ΥΣΜΑ, ακολούθως δε η Διευθύντρια της ΥΣΜΑ κατήγγειλε την 22-4-2004 την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, όπως αναφέρεται στο ήδη επιδοθέν στην ενάγουσα ως άνω με αριθ. 698/2004 έγγραφο της ΥΣΜΑ, δηλ. επειδή αυτή ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της και η συμπεριφορά της δεν ήταν η προσήκουσα τόσο έναντι των συναδέλφων της όσο και έναντι της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ με αποτέλεσμα την δημιουργία τεταμένου κλίματος στις σχέσεις της με τους υπολοίπους εργαζομένους της υπηρεσίας, και ότι σύμφωνα με τα ως άνω γενόμενα δεκτά η επίμαχη καταγγελία, η οποία έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ΠΔ 97/1999 και τον Κανονισμό Λειτουργίας της ΥΣΜΑ και για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας και την δημιουργία, λόγω της συμπεριφοράς της προς τους συναδέλφους της, αρνητικού κλίματος στις σχέσεις τους που επηρέαζε την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στο άρθ. 281 ΑΚ, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε σχετικούς λόγους της έφεσης της ενάγουσας αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, κατ' ορθή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και με πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ενάγουσας έγινε νόμιμα από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, δηλ. την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ, για σπουδαίο λόγο και δεν ήταν καταχρηστική και ουδόλως παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 7 του ΠΔ 97/1999, 36§1 και 53 του ΠΔ 410/1988 και 281 ΑΚ, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθούν οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (Α) πρώτος και δεύτερος από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τους οποίους η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν ανυπόστατη, άλλως άκυρη, ως γενομένη από αναρμόδιο όργανο και χωρίς προηγουμένη σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, αντίστοιχα, καθώς και ο τρίτος κατά το σχετικό α' σκέλος του που εμπεριέχει τους δύο προηγούμενους, ως αβάσιμοι (Β) τέταρτος από τους αριθμούς 1 και 19 του αυτού ως άνω άρθρου περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας (και ανεξάρτητη από την αοριστία του) επίσης ως αβάσιμος, ο αυτός δε λόγος ως προς την αποδιδομένη ειδικότερη αιτίαση, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, ότι το Εφετείο, αν και η αναιρεσείουσα υπέβαλε σχετικό ισχυρισμό, δεν ερεύνησε, εάν με την επίμαχη καταγγελία παραβιάσθηκε η ερειδομένη στο άρθ. 25§1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, και ειδικότερα εάν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκομένου με αυτήν σκοπού, ως απαράδεκτος κατ' άρθ. 562§2 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από την έφεση της αναιρεσείουσας και τις επ' αυτής προτάσεις της (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Γ) πέμπτος (και τελευταίος), κατά το σκέλος του από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, που αναφέρεται στην λόγω της ανυπόστατης, άλλως άκυρης καταγγελίας, επιδίκαση αποζημίωσης για την ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα από την υπερημερία του αναιρεσιβλήτου και χρηματικής ικανοποίησης (και ανεξάρτητη από την πλήρη αοριστία του) ως αβάσιμος, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν έγκυρη, ο αυτός δε λόγος από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, αφού εκτός από την αριθμητική αναφορά της διάταξης αυτής ουδεμία σχετική αιτίαση επικαλείται η αναιρεσείουσα προς θεμελίωσή του.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης και το β' σκέλος του από την ως άνω διάταξη προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατέληξε στην κρίση για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας επειδή δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε σ' αυτό και ειδικότερα (1) το με αριθ. 10/5-4-2001 απόσπασμα πρακτικού της ΕΣΜΑ (2) τα με αριθ. εμπιστ. πρωτ. 7/14-1-2002 και 9/1-3-2002 έγγραφα της Διευθύντριας της ΕΣΜΑ προς αυτήν (3) την από 5-3-2002 επιστολή της προς την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ (4) με αριθ. 15/18-7-2002 απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης της ΕΣΜΑ (5) τον από Σεπτέμβριο 2002 "πίνακα καταμερισμού εργασιών λογιστηρίου" της ΥΣΜΑ (6) την με αριθ. πρωτ. 11/25-11-2002 απάντηση-αίτησή της προς την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ επί της με αριθ. 1854/1-11-2002 αναφοράς της (7) το με αριθ. 135/21-2-2003 έγγραφο της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ (8) το με αριθ. 253/2-2-2004 έγγραφο της ως άνω Διευθύντριας (9) το με αριθ. 325/10-2-2004 έγγραφο της ίδιας Διευθύντριας (10) τα με αριθ. εμπιστ. πρωτ. 1 και 2/2-3-2004 έγγραφα των υφισταμένων της αναιρεσείουσας προς την Διευθύντρια της ΥΣΜΑ (11) τα με αριθ. 489 και 490/3-3-2004 έγγραφα της τελευταίας προς τις υφιστάμενες της αναιρεσείουσας διοικητικές υπαλλήλους του λογιστηρίου (12) το με αριθ. 614/19-3-2004 της αναιρεσείουσας προς τον υφιστάμενό της Π. Κατσιμίχα (13) τα 6/18-3-2004 και 7/1-4-2004 αποσπάσματα πρακτικών συνεδρίασης της ΕΣΜΑ (14) το με αριθ. 698/2-4-2004 έγγραφο της Διευθύντριας της ΥΣΜΑ (15) την με αριθ. 720/5-4-2004 έγγραφη απολογία της αναιρεσείουσας και (16) το με αριθ. 9/22-4-2004 απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης της ΕΣΜΑ. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ως άνω έγγραφα. Ο αυτός λόγος από τους αριθμούς 10, 12 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι εκτός από την επίκληση των διατάξεων αυτών ουδεμία συγκεκριμένη πλημμέλεια αναφέρεται στο αναιρετήριο για την στοιχειοθέτησή τους. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη καταδικασθεί, όμως, η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του νικώντος αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθ. 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2009 αίτηση της Α. Α. Μ. για αναίρεση της 7540/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθ. 53 ΠΔ 410/1988 : καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτών του Δημοσίου κλπ. για σπουδαίο λόγο. Άρθ. 3, 4 και 7 ΠΔ 97/1999 : αρμόδιος για την καταγγελία της ιδιωτικού δικαίου σύμβασης εργασίας του προσωπικού της ειδικής περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού «Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης» (ΥΣΜΑ), σε συνδυασμό με τον κανονισμό λειτουργίας της, είναι ο Διευθυντής αυτής. Λόγοι αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 10, 12, 14 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, όταν πλην της αριθμητικής αναφοράς των ως άνω διατάξεων δεν προβάλλεται κάποια συγκεκριμένη σχετική αιτίαση. Αβάσιμος λόγος από το άρθ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 575/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Η. Δ. Π. Εισαγωγές - Εξαγωγές ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Σάντα Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Φ. του Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2784/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 15-9-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 KΠολΔ. που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται µόνο κατά των αποφάσεων που δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήµην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον µπορεί να προσβληθεί µε ανακοπή ερημοδικίας. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 673 παρ. 1 και 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που αναφέρονται στις εργατικές. διαφορές, "ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήµην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόµιµα ή εµπρόθεσµα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας" και "τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη. Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους. Στην προκείμενη περίπτωση ενώπιον του µονοµελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε η µε αριθ. καταθ. 9583/2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, µε την οποία η πρώτη, επικαλούµενη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου και άκυρη καταγγελία αυτής εκ µέρους της δεύτερης, ζήτησε να της επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 8.278,88 ευρώ γι αποδοχές υπερηµερίας. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 863/2007 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, µε την οποία έγινε αυτή εν µέρει δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία όµως απορρίφθηκε µε την πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, (δηλαδή του Εφετείου), ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερηµοδικίας της αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχοµένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερηµοδικίας από την εκκαλούσα, που δικάσθηκε ερήµην. Όμως, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της και την, επ' αυτού, από 21-2-2008 πράξη του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Μ. Α., το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η απόφαση εκείνη της επιδόθηκε την 21-2-2008, μέχρι δε την άσκηση, (24-3-2008), της, από 24-3-2008, αιτήσεως αναιρέσεως είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, δίχως να έχει ασκηθεί το ένδικο αυτό μέσο (βλέπε το 56/2011 πιστοποιητικό του γραμματέα Εφετείου Θες/νίκης).
Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' 2784/2007 (μη υποκείμενης πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) αποφάσεως του Εφετείου και της ενσωματωθείσας σ' αυτήν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτή. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόµιµης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόµιµων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη µη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νοµικό χαρακτηρισµό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλει τον μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ο θεσμός αυτός του γνήσιου "δανεισμού" δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 AK, όπου, κατά κανόνα, στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός. Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία. Τέλος, η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο. Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη. Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π. Ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή. Επίσης σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται πίσω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύσταση της. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο και στη συνέχεια το Εφετείο, με την ενσωμάτωση στην απόφαση του εκείνης του Μονομελούς, δέχθηκαν ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργαζόταν στην οικία του δεύτερου των εναγομένων ως οικιακή βοηθός από το έτος1997, χωρίς όμως να είναι ασφαλισμένη. Κατά το έτος 2000 και αφού ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να την ασφαλίσει, αυτός, για φορολογικούς λόγους, της έκανε πρόσληψη στην πρώτη εναγόμενη εταιρία της οποίας και είναι νόμιμος εκπρόσωπος. Από το 1997 μέχρι και τις 16-7-2004 η ενάγουσα εργαζόταν στην οικία του δεύτερου εναγόμενου στην Ν. Ηράκλεια Χαλκιδικής, προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στον ίδιο και την σύζυγο του, που διέμεναν εκεί. Εξάλλου ως τόπος παροχής της εργασίας ήταν η περιοχή του νομού Χαλκιδικής και όχι του νομού Θεσ/νίκης. Η ενάγουσα την 16-7-2004 διέκοψε την εργασία της, διότι έλαβε άδεια τοκετού και, μετά την γέννηση του τέκνου της, έλαβε την τρίμηνη άδεια λοχείας. Την 11-12-2004 επέστρεψε στην εργασία της και ο δεύτερος εναγόμενος της ζήτησε στο εξής να παρέχει στην εργασία της στην έδρα της πρώτης εναγόμενης, η οποία βρίσκεται στη Ν. Σάντα Κιλκίς. Η ενάγουσα δήλωσε στο δεύτερο εναγόμενο ότι δεν μπορεί να εργαστεί στη Ν. Σάντα, δεδομένου, ότι δεν υπάρχει λεωφορείο που να πηγαίνει στη Θεσ/νίκη τόσο νωρίς ώστε να προλαβαίνει να είναι στην εργασία της έγκαιρα. Εξάλλου η ενάγουσα ως μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων είχε ανάγκη να εργάζεται στην ίδια περιοχή που διαμένει και η οικογένεια της. Εξαιτίας όλων των παραπάνω η ενάγουσα ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο την εφαρμογή των όρων εργασίας της και συγκεκριμένα αρνήθηκε την μεταβολή του τόπου εργασίας της, αλλά ο δεύτερος εναγόμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Μάλιστα την 17-12-2004 επιδόθηκε στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση, όπου αναφερόταν ότι αυτή απουσιάζει αδικαιολόγητα από την εργασία της και ότι η πρώτη εναγόμενη θεωρεί ότι η ενάγουσα έχει παραιτηθεί οικειοθελώς. Δεν προέκυψε κάποιος λόγος για τον οποίο ήταν υποχρεωτική η αλλαγή του τόπου εργασίας της ενάγουσας, δεδομένου ότι η μεταφορά της έδρας της εταιρίας δεν παίζει κάποιο ρόλο στην εργασία της, η οποία ουδέποτε απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, αλλά πάντα παρείχε την εργασία της στην οικία του δεύτερου εναγόμενου.
Συνεπώς καταλήγει το παραπάνω δικαστήριο, το δικαίωμα της πρώτης εναγόμενης να μεταβάλλει τους όρους εργασίας ελέγχεται ως καταχρηστικό, εφόσον, με την άσκηση του, επέρχεται βλαπτική μεταβολή στους όρους εργασίας της ενάγουσας, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από αυτήν και η πρώτη εναγόμενη, ως υπερήμερη εργοδότρια, οφείλει στην ενάγουσα τους μισθούς της από 11-12-2004 μέχρι και 28-2-2006, καθώς και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα έτους 2005 και αποδοχές αδείας 2005, ενόψει δε του ότι η ενάγουσα λάμβανε ως μισθό το ποσό των 496,28 ευρώ, μηνιαίως, η πρώτη εναγόμενη της οφείλει, ως μισθούς, το συνολικό ποσό των 7.286,32 ευρώ, το ποσό των 248,14 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2005, των 496,28 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων έτους 2005 και των 258,14 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2005. Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να την απασχολεί πραγματικά και να της καταβάλλει το ποσό των 8.278,88 ευρώ. Με την κρίση του αυτή, την οποία επικύρωσε και το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιός είναι ο εργοδότης της ενάγουσας. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν οι παραδοχές ότι η ενάγουσα α) προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου β) από το 1997 μέχρι και τις 16-7-2004 εργαζόταν, ως οικιακή βοηθός, στην οικία του δεύτερου εναγόμενου στην Ν. Ηράκλεια Χαλκιδικής, προσφέροντας τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στον ίδιο και την σύζυγο του, που διέμεναν εκεί, χωρίς όμως να είναι ασφαλισμένη, ως τόπος δε (και συνεπώς περιοχή) παροχής της εργασίας της ήταν ο νομός Χαλκιδικής και όχι ο νομός Θεσ/νίκης και γ) κατά το έτος 2000 και αφού ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο να την ασφαλίσει, αυτός, για φορολογικούς λόγους, της έκανε πρόσληψη στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, της οποίας και είναι νόμιμος εκπρόσωπος. Οι παραδοχές αυτές είναι ασαφείς και αντιφατικές και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εκτίθενται στην απόφαση δεν στηρίζουν επαρκώς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας του εργοδότη στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση της αγωγής για τις ασκούμενες με αυτήν αξιώσεις της ενάγουσας, διότι αν πράγματι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας καταρτίστηκε, για λόγους φορολογικούς και μόνο, με την αναιρεσείουσα, δηλαδή εικονικά, δεν θεμελιώνεται στο πρόσωπο της η ιδιότητα του εργοδότη και η υποχρέωση της να ικανοποιήσει τις παραπάνω αξιώσεις, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση για δανεισμό της εργασίας της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα στο νόμιμο εκπρόσωπο της, δεύτερο εναγόμενο. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως βάσιμου, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2784/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, (Εφετείο Θεσσαλονίκης), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιός είναι ο εργοδότης της ενάγουσας. Αναιρεί απόφαση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 581/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ - ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Ν. Ν. του Η., κατοίκου ..., 2) Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και 3) Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΚΟΠΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλλης Ανδριανάκη.
Κοινοποιούμενη: Στην "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-1-2004, 21-1-2004 και 22-1-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 6/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η 14/2007 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1584/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 2-12-2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 24-10-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΑΚ, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί δικαίωμα που ασκείται με μονομερή, απευθυντέα δήλωση, η οποία, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, είναι αναιτιώδης. Εν τούτοις, η άσκηση της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει, ως καταχρηστική, την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού. Υπέρβαση των ορίων αυτών ενέχει η καταγγελία που υπαγορεύθηκε από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης προς το πρόσωπο του μισθωτού εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη ή, όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησής του και, γενικά, από λόγο που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του. Τέτοιος λόγος υπάρχει και όταν ο μισθωτός προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας ή στο δικαστήριο για να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, έστω και αν η ασκηθείσα προσφυγή ή αγωγή ελέγχθηκε, τελικώς, αβάσιμη ή όταν ο μισθωτός ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, εφ' όσον από αυτή δεν επηρεάζεται η προσήκουσα παροχή της εργασίας ή η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Δεν είναι, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν επιβάλλεται από την ανάγκη οργανωτικών ή διαρθρωτικών αλλαγών στην επιχείρηση, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Ελέγχεται, μόνο, το αν η επιλογή αυτή έγινε βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου, μεταξύ αυτών που απασχολούνται στην επιχείρηση και ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία ή ειδικότητα, θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψη, ιδίως, η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάση ή η οικονομική κατάσταση του κάθε εργαζόμενου και η δυνατότητα εξεύρεσης νέας απασχόλησης. Ωστόσο, η καταγγελία θα πρέπει, πράγματι, να αποτελεί το τελευταίο μέσο στο οποίο προσφεύγει ο εργοδότης για να εξυπηρετήσει τα δικαιολογημένα συμφέροντά του και γι' αυτό επιβάλλεται να επιλέξει, μεταξύ περισσότερων και εξ ίσου αποτελεσματικών μέσων, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο. Ο απολυθείς μισθωτός δύναται να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ως γενομένης καταχρηστικά. Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, όπως το ότι αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως εξ αιτίας συμπεριφοράς αυτού μη αρεστής στον εργοδότη, τότε ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της καταγγελίας απορρίπτεται κατ' ουσία, χωρίς να χρειάζεται να καθορισθούν ή να ερευνηθούν τα πραγματικά αίτια αυτής. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες, με αυτοτελείς αγωγές, οι οποίες ενώθηκαν και δικάσθηκαν μαζί) συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη (εναγομένη), που διατηρεί ξενοδοχειακή επιχείρηση εποχιακού χαρακτήρα στην Ερέτρια της Εύβοιας, με ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, ο πρώτος από αυτούς είχε προσληφθεί κατά το έτος 1985 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα αρχικώς του υδραυλικού και στη συνέχεια του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη. Ο δεύτερος από αυτούς είχε προσληφθεί κατά το έτος 2000 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του θυρωρού. Και η τρίτη από αυτούς είχε προσληφθεί κατά το έτος 1996 και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του βοηθού λογιστή. Η αναιρεσίβλητη, την 30-10-2003, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της τρίτης από τους αναιρεσείοντες και, την 3-11-2003, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του πρώτου και του δεύτερου από τους αναιρεσείοντες. Προηγουμένως, ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες είχε προβεί σε επίσχεση της εργασίας του, διότι η αναιρεσίβλητη καθυστερούσε την προς αυτόν καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2003, καθώς και του επιδόματος αδείας 2003. Η τρίτη από τους αναιρεσείοντες, την 15-10-2003, είχε προσφύγει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενη κατά της αναιρεσίβλητης για τη μη έγκαιρη προς αυτήν καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των τελευταίων μηνών και για την επιβολή της υποχρέωσης να προσφέρει πρόσθετη εργασία σε άλλες, ομοειδείς επιχειρήσεις, συμφερόντων των μετόχων της αναιρεσίβλητης. Ακόμη, όλοι οι αναιρεσείοντες, μαζί με άλλους εργαζόμενους στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, είχαν αναπτύξει δραστηριότητα με σκοπό τη σύσταση επαγγελματικού σωματείου και, την 29-10-2003, είχαν υπογράψει την ιδρυτική πράξη. Από την άλλη πλευρά, η αναιρεσίβλητη, κατά τα τελευταία έτη πριν από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω αφ' ενός του υπερβολικού δανεισμού, στον οποίο είχε εκτεθεί και αφ' ετέρου της μειώσεως των εσόδων της από έλλειψη πελατείας. Ειδικότερα, επί ακινήτου ιδιοκτησίας της είχαν εγγραφεί δύο υποθήκες και οκτώ προσημειώσεις, ενώ έτρεχαν σε βάρος της σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις προς τη ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, το Ταμείο Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το προσωπικό της. Από την εποπτεύουσα δημόσια υπηρεσία είχε διαπιστωθεί μείωση των ιδίων κεφαλαίων της αναιρεσίβλητης κάτω από το ήμισυ του καταβεβλημένου κεφαλαίου αυτής και είχε υποδειχθεί η σύγκληση της γενικής συνέλευσης των μετόχων με σκοπό είτε τη λύση της εταιρίας είτε τη λήψη κάποιου αποτελεσματικού μέτρου. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, η αναιρεσίβλητη έπρεπε προβεί σε περιορισμό των λειτουργικών της εξόδων και ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτό ήταν ο περιορισμός των υπαλλήλων που απασχολούσε με συμβάσεις αορίστου χρόνου, αν και η επιχείρησή της κατά τους χειμερινούς μήνες παρέμενε αδρανής. Έτσι, κατά το πέρας της θερινής περιόδου του έτους 2003, αποφάσισε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, που ενέπιπταν στην εν λόγω κατηγορία του προσωπικού της. Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι από επιθυμία εκδίκησης της αναιρεσίβλητης έναντι αυτών εκ του ότι είχαν αναπτύξει συνδικαλιστική δραστηριότητα και είχαν διεκδικήσει με νόμιμο τρόπο τα δικαιώματά τους επί της αμοιβής και των όρων παροχής της εργασίας αυτών. Για να αιτιολογήσει πληρέστερα την κρίση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι, αν και η δραστηριότητα εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης προς σύσταση επαγγελματικού σωματείου είχε κυκλοφορήσει ως φήμη στο χώρο της δουλειάς τους, εν τούτοις το περιστατικό ότι οι αναιρεσείοντες συμμετείχαν στη δραστηριότητα αυτή δεν ήταν γνωστό στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος το πληροφορήθηκε μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, όταν, την 13-11-2003, επιδόθηκε προς αυτόν η αίτηση αναγνώρισης του εν λόγω σωματείου, η οποία είχε κατατεθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Και ακόμη, ότι άλλοι εργαζόμενοι στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης που συμμετείχαν στην ίδρυση του σωματείου, όπως ο Λ. Γ., δεν απολύθηκαν. Περαιτέρω, ως προς την με αντικειμενικά κριτήρια επιλογή των αναιρεσειόντων προς απόλυση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως προς τους εργαζόμενους, οι οποίοι αναφέρθηκαν από τους αναιρεσείοντες προς σύγκριση ως μη απολυθέντες, τα εξής: Ο Γ. Ξ. παρέμεινε στην επιχείρηση, αλλά είχε διαφορετική ειδικότητα (ήταν ψυκτικός). Ο Θ. Σ., είχε ηλικία 50 ετών, ήταν έγγαμος με δύο τέκνα, είχε 15ετή υπηρεσία στην αναιρεσίβλητη και διέθετε πτυχίο και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηλεκτρολόγου, τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων δεν διέθετε. Ο Θ. Τ. απολύθηκε, επίσης, για οικονομοτεχνικούς λόγους. Ο Ε. Κ. δεν ανήκε στο δυναμικό της αναιρεσίβλητης, αλλά της εταιρίας "Ερέτρια Βίλατζ ΑΕ". Ακόμη, οι Ι. Π. και Λ. Γ. εξακολούθησαν να εργάζονται ως θυρωροί, ο πρώτος, όμως, είχε ηλικία 70 ετών και ο δεύτερος είχε σύζυγο μη εργαζόμενη και στερείτο άλλους πόρους, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων ήταν επαγγελματίας ψαράς, ιδιοκτήτης αλιευτικού σκάφους, με σύζυγο που απασχολείτο ως εποχιακή υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη. Τέλος, οι υπάλληλοι Μ. και Δ. παρέμειναν στην επιχείρηση, είχαν, όμως, πτυχίο οικονομικού τμήματος ΑΕΙ, ενώ η τρίτη αναιρεσείουσα ήταν βοηθός λογιστή. Και η Λ. Μ. είχε την ειδικότητα του βοηθού λογιστή, αλλά ανήκε στο δυναμικό της εταιρίας "Ερέτρια Βίλατζ ΑΕ". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την επίμαχη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας δεν είχε γίνει κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστή ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού και απέρριψε το αίτημα μιας εκάστης των αγωγών προς αναγνώριση της ακυρότητας της αντιστοίχως προσβαλλόμενης καταγγελίας ως καταχρηστικής. Με τα όσα δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με το δεύτερο μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Ο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή αβάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την έρευνα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας των γενομένων καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας, ως καταχρηστικών, εξέτασε αμφότερες τις περιστάσεις, υπό τις οποίες προβαλλόταν η κατάχρηση, ως επιθυμία εκδίκησης, ήτοι τόσο την πρόσφατη δραστηριότητα των αναιρεσειόντων, που απέβλεπε στην ίδρυση συνδικαλιστικού σωματείου, όσο και την προηγηθείσα αντίδραση και διαμαρτυρία αυτών για την παράλειψη της αναιρεσίβλητης να συμμορφωθεί προς τις εργοδοτικές της υποχρεώσεις και τις απέρριψε ως αβάσιμες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, όπως και ο δεύτερος ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη, αν και προτάθηκε με την αγωγή, το ότι η επιθυμία εκδίκησης της αναιρεσίβλητης προέκυπτε και από τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων εκ μέρους των αναιρεσειόντων και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα και από τις 567, 568, 569, 570, 571, 572, 573, 574 και 575/13-10-2004, 158, 159 και 160/3-3-2006, 963 και 964/6-10-2006, 972/9-10-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας και 4286/3-3-2006 και 16073/9-10-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι οι εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων δεν ήσαν καταχρηστικές, αλλά είχαν γίνει αποκλειστικά και μόνο για να βελτιώσει η επιχείρηση τη δυσμενή, οικονομική της θέση, χωρίς να συνδέονται με το ότι οι δεύτερος και τρίτη από τους αναιρεσείοντες είχαν αντιδράσει δυναμικά περί τα μέσα Οκτωβρίου 2003, διεκδικώντας τα δικαιώματά τους (επίσχεση εργασίας και προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας), έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τόσο τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις όσο και τα από 14 και 15-10-2003 δελτία εργατικής διαφοράς και την από 7-10-2003 εξώδικη δήλωση. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 14/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη χίλια εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση εργασίας, καταγγελία, προσβολή αυτής ως καταχρηστικής. Επαρκής αιτιολογία περί του ότι η καταγγελία δεν έγινε εκ λόγων εκδικήσεως. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για μη λήψη υπ’ όψη πραγμάτων που προτάθηκαν και αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν.
| null | null | 0
|
Αριθμός 582/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, εισηγητή και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτικό Ωδείο Πατρών", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γρηγορίου Καλαβρού.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ... και 9) ..., κατοίκων..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Νίκης Γεωργιάδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 283/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 1028/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 25-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατό να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα προς το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Έτσι, με τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφ' ενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφ' ετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων, ανεξαιρέτως, των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω, καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.
Συνεπώς, προϋπόθεση της διατήρησης της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1-1-2004, είναι είτε η πραγματική λήψη είτε η διατήρηση ενεργούς αξίωσης για τη λήψη της ειδικής παροχής, ως μέρους των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου, κατά την 31-12-2003. Διότι εάν η ειδική παροχή δεν καταβαλλόταν σε συγκεκριμένο κλάδο υπαλλήλων πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμιά χειροτέρευση της μισθολογικής θέσης αυτών δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1-1-2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β` του Συντάγματος), δεν μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος Δημοτικού Ωδείου Πατρών, που αποτελεί ΝΠΔΔ, εργαζόμενοι σ` αυτό δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και ότι η μη χορήγηση σ` αυτούς της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-10-2006, αποτελεί ευθεία παραβίαση τόσο της αρχής της ισότητας των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου όσο και του δικαιώματός τους, ως εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, σε ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 283/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με τον οποίο αυτό παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε πρωτοδίκως ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό την ως άνω ιδιότητά τους δικαιούνταν την προαναφερόμενη ειδική παροχή και ακολούθως απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για την αιτία αυτή, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 (ήδη καταργηθέντος) και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, αφού για την εφαρμογή της διάταξης αυτής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 31-10-2006 δεν απαίτησε ως προϋπόθεση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να διατηρήσουν μετά την 1-1-2004, ως προσωπική διαφορά, την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, είτε το ότι λάμβαναν πραγματικά είτε το ότι διατηρούσαν ενεργή αξίωση για να λάβουν την παροχή αυτή μέχρι την 31-12-2003. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως, προβάλλεται η κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αναγνώριση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να λάβουν από 1-1-2004 την ειδική παροχή του καταργηθέντος άρθρου 14 του ν. 3016/2002.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα (...) και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται αι προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίστατο στο ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν δικαίωμα να λάβουν εκ μέρους του αναιρεσείοντος τις αμοιβές για εργασία κατά το Σάββατο ή την Κυριακή και τις διαφορές αποδοχών που λεπτομερώς αναφέρονται στην ίδια απόφαση, μεταξύ όλων των αποδεικτικών μέσων που είχε προσκομίσει με επίκληση το αναιρεσείον, και τις μηνιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-10-2005, με τις αποδείξεις πληρωμής αυτών, σε συνδυασμό με τις σχετικές υπηρεσιακές βεβαιώσεις, των οποίων ειδική μνεία γίνεται στο φύλλο 16 όπισθεν της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1028/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση εργασίας, καταγγελία, προσβολή αυτής ως καταχρηστικής. Επαρκής αιτιολογία περί του ότι η καταγγελία δεν έγινε εκ λόγων εκδικήσεως. Αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για μη λήψη υπ’ όψη πραγμάτων που προτάθηκαν και αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν.
| null | null | 0
|
Αριθμός 584/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, για συμπλήρωση της σύνθεσης, σύμφωνα με την 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου L. B. του S., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 321/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 368/27.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'α ριθμ. 371/16-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του L. B. του S., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, κατά της υπ' αριθμ. 2618/12-5-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, καθώς και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά της υποκειμένης σε έφεση αποφάσεως, έστω και αν αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προς έφεση προθεσμίας. Και τούτο διότι, εφόσον παρέχεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, με το οποίο μπορεί ο δικαιούχος να πετύχει τη νομική και ουσιαστική επανεξέταση της υποθέσεώς του από ανώτερο δικαστήριο, στο ένδικο αυτό μέσο πρέπει κατά πρώτο λόγο να προσφύγει και όχι στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 724/2009, ΑΠ 2567/2008). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 περίπτ. στ' ΚΠΔ κατά της αποφάσεως του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου και του Τριμελούς Εφετείου, με την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή στερητικής της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα, επιτρέπεται έφεση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2618/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων L. B. του S. σε ισόβια κάθειρξη, καθώς και σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ για τις πράξεις της αγοράς, της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα. Κατά της αποφάσεως αυτής που ήταν εκκλητή, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, είχε δικαίωμα ο κατηγορούμενος να ασκήσει έφεση. Αυτός όμως άσκησε κατ' αυτής την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, εφόσον η αναίρεση στρέφεται εναντίον αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 371/16-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του L. B. του S., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης …, κατά της υπ' αριθμ. 2618/12.5.2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε, ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που όπως απαγγέλθηκαν, είναι εκκλητές, δηλαδή υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση ακόμη που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 371/16-5-2010 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 2618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), που, όπως από αυτή προκύπτει, εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό και ο αναιρεσείων αλλοδαπός κατηγορούμενος, παραστάς αυτοπροσώπως και με διερμηνέα και δικηγόρο που του διόρισε το δικαστήριο αυτεπάγγελτα, καταδικάστηκε, για κατ' επάγγελμα αγορά, εισαγωγή στην Ελληνική επικράτεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή ισοβίου καθείρξεως και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών την 25-6-2010 και υπόκειται κατά νόμον σε έφεση, αλλά ο καταδικασθείς αναιρεσείων, στον οποίο ανακοινώθηκε από τον πρόεδρο του δικάσαντος δικαστηρίου, μέσω της διερμηνέως, ότι έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δεν άσκησε έφεση και παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία εφέσεως.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως, που όπως απαγγέλθηκε, υπόκειτο σε έφεση, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνιση του να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 513 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 371/16-5-2010 αίτηση του L. B. του S. περί αναιρέσεως της 2618/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως απαράδεκτη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εκκλητή.
| null | null | 0
|
Αριθμός 585/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Βοζίκη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Β. Κ. του Λ. συζύγου Η. Ρ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ 2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Διαμαντόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3761/2007 παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση του Ειρηνοδικείου και, στη συνέχεια η 11331/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκδόθηκε η 2421/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν. 3198/ 1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, συνάγεται σαφώς ότι δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αποδιδόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό αυτής. Τα περιστατικά αυτά, εισφερόμενα στη διαδικασία από τον εναγόμενο εργοδότη με αίτημα τη διάσωση του κύρους της καταγγελίας, συνιστούν ένσταση. Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς, πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259). Η καταχώρηση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Ο διάδικος, που ως εκκαλών προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους. Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Ο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον προταθέντα ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή αβάσιμο. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος (τότε εναγομένου) "αρνήθηκε την αγωγή, καθώς και τους ισχυρισμούς και τις αρνήσεις που αναφέρονται στις προτάσεις της, που κατατέθηκαν επί της έδρας και ζήτησαν να απορριφθεί η αγωγή". Από τη διατύπωση αυτή, που παρατίθεται αυτολεξεί, ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε, έστω και επιγραμματικά, τον ισχυρισμό της εκ πλάνης μη καταβολής του προσήκοντος ποσού της λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας οφειλόμενης αποζημίωσης προς την αναιρεσίβλητη (τότε ενάγουσα). Το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός περιλαμβανόταν μεν στις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που είχαν κατατεθεί στην έδρα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, αλλά δεν είχε αποτελέσει επί πλέον και αντικείμενο προφορικής πρότασης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με συνοπτική καταχώρησή του στα πρακτικά της συζήτησης. Κατόπιν αυτού, έκρινε ότι η προβολή του είχε γίνει απαραδέκτως και, εν όψει του ότι επρόκειτο για ισχυρισμό του εκκαλούντος, χωρίς επίκληση των προϋποθέσεων των άρθρων 527 αρ.2 και 3 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ (ήτοι, ούτε ως νέος ισχυρισμός στο εφετείο θα μπορούσε να θεωρηθεί παραδεκτός), απέρριψε ως απαράδεκτο το λόγο της εφέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων είχε επαναφέρει τον ίδιο ισχυρισμό στη δευτεροβάθμια δίκη. Επομένως, το Εφετείο αφ' ενός έλαβε υπ' όψη τον περί πλάνης ισχυρισμό και το λόγο έφεσης με τον οποίο είχε επαναφερθεί στη δευτεροβάθμια δίκη και αφ' ετέρου σύμφωνα το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτού, ο δε μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ή, άλλως, αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 2421/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδικές διαδικασίες. Ακόμη και όταν κατατίθενται προτάσεις στην έναρξη της συζήτησης, για να είναι παραδεκτή η προβολή αυτοτελών ισχυρισμών που αναλύονται σ’ αυτές, πρέπει να γίνει επιγραμματική αναφορά τους στο ακροατήριο, με αντίστοιχη καταχώρηση στα πρακτικά της συνεδρίασης. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που δεν είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο του λόγου έφεσης, με τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός επαναφέρθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 589/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα - Αθήνας" (ΤΕΙ-Α), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Βάης Καραφυλλίδου.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Θ. Μ., 2) Γ. Τ. και 3) Φ. Ε., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2003 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και άλλων προσώπων που δεν μετέχουν στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1022/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4776/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-12-2007 αίτησή του και τους από 23-3-2010 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 15-4-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον 216, 219 και 224/15-7-2009 και 3203, 3204 και 3205/24-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ. Γ., ακριβές αντίγραφο της από 31-2-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και του από 23-3-2010 δικογράφου των προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, με την οικεία πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο αυτού, προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-4-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (8-2-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήσαν παρόντες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ. α', γ' και δ', 568 παρ. 4, 576 παρ.2).
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο [μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων και] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά, όμως, στη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, περιστατικό που πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο. Άλλως, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 562 παρ.2). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα. Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, όταν πρόκειται είτε για ποσοτική αοριστία, συνιστάμενη στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται με πληρότητα αναφορά στα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, είτε για ποιοτική αοριστία, συνιστάμενη στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλή επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι αναιρετικώς ελέγχεται η μεν ποσοτική αοριστία με βάση τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική αοριστία με βάση τον αρ.14 του ίδιου άρθρου, δηλαδή με λόγους αναιρέσεως που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτούς που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη 4776/2007 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1022/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή πρέπει να έχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Ειδικότερα, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτού περί αοριστίας της από 24-12-2003 αγωγής, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) δεν εξέθεταν σ' αυτήν α) ποιος από αυτούς απασχολήθηκε με σύμβαση έργου και ποιος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, β) ποιο ήταν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα απασχόλησης ενός εκάστου, γ) πότε ακριβώς επήλθε η κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δ) ποιες ήσαν οι απολαβές τους από τη σύμβαση έργου, για να συγκριθούν με αυτές που έπρεπε να λαμβάνουν κατά νόμο ως εργαζόμενοι αορίστου χρόνου και ε) ποιος ήταν ο ακριβής χρόνος υπολογισμού του επιδόματος αδείας και των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, διότι ο προσδιορισμός της κατάταξής τους σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου "περί τον Αύγουστο 2001" οδηγούσε σε υπολογισμό κατά προσέγγιση. Με το περιεχόμενο αυτό, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε νομική αοριστία, κατά τα ανωτέρω, αλλά σε ποσοτική ή ποιοτική, κατά περίπτωση, οι περί της οποίας παραλείψεις του Δικαστηρίου της ουσίας ελέγχονται αναιρετικώς με τους αρ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ιδρύει η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ότι υφίστατο δεδικασμένο από την 417/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν παραιτηθεί από την ένδικη αγωγή. Ακόμη, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, διότι έκρινε παραδεκτή τη συμπλήρωση της αγωγής ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν απασχοληθεί με συμβάσεις έργου και όχι, όπως επικαλούνταν αρχικώς, με συμβάσεις εργασίας. Με το περιεχόμενο αυτό, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις για παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων.
ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος ορίζεται "7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει (...). 8. Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων (...) είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει, επίσης, τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης" είχε ήδη ορισθεί ο τρόπος διορισμού και πρόσληψης (με διαγωνισμό ή με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας) τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και στα νομικά πρόσωπα της παρ.1 (μεταξύ των οποίων και τα ΝΠΔΔ). Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ν. 2839/2000 ορίστηκαν τα εξής: "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000 στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα ΝΠΔΔ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφ' όσον κατά την 31-3-2000: α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες. β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών. γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής. δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'). ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται (...). 3. Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου υπάγεται και το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή μίσθωσης έργου το οποίο μισθοδοτείται από προγράμματα χρηματοδοτούμενα συνολικά ή κατά ένα μέρος από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνών οργανισμών ή δυνάμει διεθνών συμβάσεων ή από ειδικό λογαριασμό, επιφυλασσομένων των οριζομένων στις προηγούμενες παραγράφους (...). 8. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ. α' της παρ.1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (...)". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 3 παρ.11 του ν. 3255/2004 "Για το προσωπικό που προσλήφθηκε για την εκτέλεση ερευνητικών έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται μέσω των ειδικών λογαριασμών των Πανεπιστημίων, ΤΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Ερευνητικών Ινστιτούτων ή για την εκτέλεση προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής που χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Αρχικής Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΕΠΕΑΕΚ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 2 παρ.23 του ν. 2621/1998 και άρθρο 11 παρ.4 του ν. 2640/1998) δεν απαιτείται για την εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 (ΦΕΚ 196 Α') η συνδρομή της προϋποθέσεως δ' της παραγράφου αυτής. Με την ΥΑ ΚΑ/679/ 1996 (ΦΕΚ 826 Β') συστήθηκε σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), καθώς και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και παροχής σχετικών υπηρεσιών, με σκοπό τη διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών, εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών, αναπτυξιακών καθώς και έργων συνεχιζόμενης κατάρτισης και έργων για την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και καλλιτεχνικών υπηρεσιών, την εκπόνηση ειδικών μελετών κλπ (άρθρο 2). Οι λογαριασμοί αυτοί δεν έχουν νομική προσωπικότητα, αλλά ευρεία αυτοτέλεια και αποτελούν χωριστή ομάδα περιουσίας εντός της περιουσίας των ΑΕΙ και ΤΕΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για τη σύναψη συμβάσεως μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν- με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 19/2007, 18/2006). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, επιδόματα (δώρα) εορτών άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 1022/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 24-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν κατά το έτος 1997 από το αναιρεσείον ΤΕΙ Αθήνας, με έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό, ο 1ος του κλάδου ΥΕ (υποχρεωτικής εκπαίδευσης) και οι 2η και 3η από αυτούς του κλάδου ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης). Τις συμβάσεις αυτές το αναιρεσείον χαρακτηρίζει ως συμβάσεις μισθώσεως έργου, οι οποίες μετά τη λήξη τους ανανεώνονταν για ορισμένο πάντοτε χρόνο, μέχρι και 7-8-2001, 10-6-2002 και 10-6-2002, αντίστοιχα, οπότε με τις Δ.10/6134/24-5-2001 και Δ.10/1450/22-2-2002 Πράξεις του Προέδρου αυτού, που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό, σε προσωρινές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί και τεχνικοί υπάλληλοι και ειδικότερα ο 1ος σε θέση ΥΕ επιμελητών, η 2η σε θέση ΤΕ διοικητικού - λογιστικού και η 3η σε θέση ΤΕ τεχνολογικών εφαρμογών - ηλεκτρονικών. Οι αναιρεσίβλητοι, στο πλαίσιο των προαναφερόμενων ειδικοτήτων, εκτελούσαν την εργασία τους σε κανονικό ωράριο εργασίας, όπως και το τακτικό προσωπικό του εφεσίβλητου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων των οικείων τμημάτων. Με βάση τα ανωτέρω, οι συμβάσεις των αναιρεσίβλητων με το αναιρεσείον, μέχρι την ένταξη τους στο τακτικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως προεκτέθηκε, έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, διότι υπήρχε νομική εξάρτηση αυτών, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην εργασία τους και να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο παροχής αυτής με αντίστοιχη υποχρέωση συμμόρφωσης των αναιρεσίβλητων. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ.8 εδ. β' του ν. 2839/2000, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Οι ένδικες συμβάσεις, όμως, ήσαν άκυρες, διότι έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις του ν. 2190/1994. Μετά ταύτα, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον με απλή σχέση εργασίας, αλλά δικαιούνται εκ του νόμου το δώρο εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι, πέραν των όσων είχε επιδικάσει το Ειρηνοδικείο, δικαιούνται για υπόλοιπο αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά και, στη συνέχεια, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για τα ποσά αυτά, τα οποία και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους. Με την παραπάνω κρίση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως, επίσης, δεν παραβίασε δια της εφαρμογής τους τις γενικές διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή δώρου εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας στους απασχολούμενους με απλή σχέση εργασίας μισθωτούς. Ειδικότερα, ως προς την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 ήσαν εφαρμοστέες σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ.7 του άρθρου 118 του Συντάγματος, που ίσχυσε από 17-4-2001 και προέβλεψε ότι "Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Ως προς την καταβολή δώρου εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας στους αναιρεσίβλητους για χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους, δεν έγινε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 8 εδ. α' του ν. 2839/2000, κατά την οποία "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους", διότι οι παροχές αυτές καταβλήθηκαν ανεξάρτητα από την κατάταξη, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, λόγω αυτής καθ' εαυτήν της παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με απλή σχέση απασχόλησης, συνεπεία της ακυρότητας των κατ' επίφαση συμβάσεων έργου, που είχαν συναφθεί χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Και τέλος, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, δεν έγινε παραβίαση των διατάξεων ούτε του άρθρου 103 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του άρθρου 17 του ν. 2190/94 ούτε των άρθρων 648 και 681 ΑΚ, διότι η κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου μετά τις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν έγινε από το ίδιο το αναιρεσείον, ενώ για το χρονικό διάστημα πριν από αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, ως μόνο αρμόδιο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που ίσχυε μεταξύ των διαδίκων, δέχθηκε την ακυρότητα των συμβάσεων που είχαν συναφθεί και στήριξε τις ένδικες αξιώσεις στη λειτουργία απλής σχέσεως εργασίας. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος από τους λόγους της αιτήσεως, καθώς και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως η μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή η έλλειψη νόμιμης βάσης (ΚΠολΔ 559 αρ.8 ή 19). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι απέρριψε την περί καταχρηστικής άσκησης των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων ένσταση του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας αφ' ενός δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό ότι οι αποδοχές των αναιρεσιβλήτων ήσαν ανώτερες εκείνων των μονίμων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και αφ' ετέρου δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν οψίμως τις αξιώσεις τους, μετά την εξάντληση των πιστώσεων που είχαν διατεθεί για τη χρηματοδότηση της απασχόλησής τους και με τρόπο που η εκ των υστέρων ικανοποίησή τους θα διαταράξει την οικονομική λειτουργία του Ιδρύματος. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι ουδεμία σαφή και ορισμένη αιτίαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ διαλαμβάνει. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20".
Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 3 του α.ν. 539/1945, 3 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.1 του ν. 1082/80, καθώς και της ΥΑ 19040/1981, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ορθά υπολογισμένα τα αιτούμενα ποσά, που αναφέρονται σε δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, ενώ από την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος προέκυπτε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν απασχοληθεί κατά τις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επί δύο εβδομάδες κατά το μήνα Αύγουστο εκάστου έτους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραβίασης των ως άνω διατάξεων, περί της οποίας ουδέν συγκεκριμένο διαλαμβάνει, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ερεύνησε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων και έκρινε ότι αυτοί δικαιούνται, σύμφωνα με αυτές, τα χρηματικά ποσά που είχαν επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συμπληρωματικά επιδικάσθηκαν από το δευτεροβάθμιο για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, για επιδόματα αδείας και για αποδοχές αδείας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-12-2007 αίτηση και τους από 23-3-2010 πρόσθετους λόγους περί αναιρέσεως της 4776/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική δικονομία, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους της ΚΠολΔ 559 αρ.8 ή 14, που δεν προτείνονται κατά αποφάσεων πολυμελών πρωτοδικείων επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Ομοίως, κατά των εν λόγω αποφάσεων δεν προτείνεται ως λόγος αναίρεσης η παραβίαση δικονομικών διατάξεων ή η έλλειψη αιτιολογίας. Παρά την ακυρότητα συμβάσεων έργου που έγιναν για την κάλυψη παγίων αναγκών του εργοδότη, ΝΠΔΔ, οφείλονται δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας από τη λειτουργία απλής σχέσης εργασίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 592/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ' αριθ.259/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Σ. Γ. του Θ..
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 911/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 349 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, όμως, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, κατά το άρθρο 139 εδ. γ του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να διαλάβει στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Αν ακολούθως το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει ορθά και αιτιολογημένα το αίτημα της αναβολής, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει στην ανωτέρω πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην αρχή της διαδικασίας, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Γεώργιος Ράλλης, ως άγγελος, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής για λογαριασμό του απόντος δευτέρου εκκαλούντος κατηγορουμένου Α. Ρ. - αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα δήλωσε ότι "η Αντωνία Χουχουλιδάκη πλερεξουσία δικηγόρος του κατηγορουμένου Α. Ρ. βρίσκεται στην Αθήνα όπου υπερασπίζεται ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών άλλον πελάτη της και δε μπορεί να τον υπερασπισθεί, προσκόμισε στο δικαστήριο και το σχετικό έγγραφο της ως άνω πληρεξούσιας δικηγόρου την οποία ο πρόεδρος διάβασε στο ακροατήριο". Ακολούθως, μετά από πρόταση του εισαγγελέως για παραδοχή του αιτήματος αναβολής, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, με ωσεί παρόντα τον στη συνέχεια καταδικασθέντα δεύτερο εκκαλούντα κατηγορούμενο, με την εξής αιτιολογία. "Κατά το άρθρο 349 παρ.1 εδ.α' του ΚΠΔ το δικαστήριο μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάζει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Δεν είναι όμως παραδεκτό τέτοιο αίτημα για αναβολή της δίκης από άγγελο όχι του κατηγορουμένου, αλλά της δικηγόρου, που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο να της επιτρέψει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου (κατά τα άρθρα 340 παρ. 2 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ), ο οποίος (δικηγόρος), πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείται να προβάλει αίτημα αναβολής που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση (ΑΠ 461/2009, 2014/2004). Στην προκειμένη περίπτωση εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Γεώργιος Ράλλης, ως άγγελος της δικηγόρου Αντωνίας Χουχουλιδάκη, η οποία επρόκειτο να εκπροσωπήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο και ζήτησε την αναβολή της δίκης λόγω κωλύματος της εν λόγω δικηγόρου. Με αυτό το περιεχόμενο το αίτημα αναβολής είναι απαράδεκτο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και πρέπει ν' απορριφθεί".
Όμως, το Δικαστήριο απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης, χωρίς να το εξετάσει στην ουσία του, με την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία ότι το κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου των εκκαλούντων δεν αναγγέλθηκε και δεν υποβλήθηκε από τον ίδιο τον εκκαλούντα, που ήταν απών, καθόσον κατά την αληθή έννοια του παραπάνω άρθρου 349 ΚΠοινΔ, νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης, για κώλυμα στο πρόσωπο του πληρεξουσίου συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου - εκκαλούντος, ο υπό του συνηγόρου απεσταλμένος συνάδελφος του δικηγόρος, ως άγγελος αυτού, ανεξάρτητα από την παρουσία ή την απουσία του εκκαλούντος, αφού ο απεσταλμένος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος για να αναγγείλει το κώλυμα, είναι μεν άγγελος του διορισμένου να εκπροσωπήσει τον εκκαλούντα δικηγόρο, στην ουσία όμως το αίτημα υποβάλλεται για λογαριασμό του εκκαλούντος για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου του, που παραδεκτά μπορεί να αναγγείλει και ο άγγελος του ήδη με εξουσιοδότηση διορισμένου δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 παρ.2 β του ΚΠοινΔ και το αίτημα αυτό πρέπει να ερευνάται. Επομένως, το Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει παραδεκτό και να ερευνήσει στην ουσία το παραπάνω παραδεκτά υποβληθέν αίτημα αναβολής, πριν προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και είναι βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' και όχι Δ' του ΚΠοινΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, προβαλλόμενος συναφής τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα δεύτερο κατηγορούμενο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Επεκτατικό αποτέλεσμα, κατ'άρθρον 469 ΚΠοινΔ, δεν συντρέχει υπέρ του μη αναιρεσείοντος αυτουργού της πράξεως πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου Σ. Γ., γιατί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, καταδικασθέντος για άμεση συνεργεία στην ίδια αξιόποινη πράξη, που γίνεται δεκτός, αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 259/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Α. Ρ. του Μ..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Ν. 3037/2002 - τυχερά παίγνια. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, κατ' εκτίμηση, καθόσον κατά την αληθή έννοια του άρθρου 349 ΚΠΔ, νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήματος αναβολής της δίκης για κώλυμα στο πρόσωπο του πληρεξουσίου συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου - εκκαλούντος, ο υπό του συνηγόρου απεσταλμένος συνάδελφος του δικηγόρος, ως άγγελος αυτού, ανεξάρτητα από την παρουσία ή την απουσία του εκκαλούντος, αφού ο απεσταλμένος δικηγόρος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντος για να αναγγείλει το κώλυμα είναι μεν άγγελος του διορισμένου να εκπροσωπήσει τον εκκαλούντα δικηγόρο, στην ουσία όμως το αίτημα υποβάλλεται για λογαριασμό του εκκαλούντος για κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου του, που παραδεκτά μπορεί να αναγγείλει και ο άγγελος του ήδη με εξουσιοδότηση διορισμένου δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 παρ.2 β ΚΠΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 573/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δημητρίου Καρπέτη του Αργυρίου, κατοίκου ... και νυν κρατούμενου στο Ε.Κ.Κ.Ν. …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της υπ'αριθ.485/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Ν. του Θ., 2)Θ. Ν. του Α. και 3)Κ. Ν. του Θ., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Κούγια.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1391/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ, "αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στις περιπτώσεις των άρθρων 340 παρ.1 και 501 παρ.3 η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική, πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωση τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Αντίθετα, ουδεμία ακυρότητα επάγεται η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου καταθέσεων των μαρτύρων (ΑΠ 590/2009). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας απορρίπτοντας τις αντιρρήσεις του, που υπέβαλε δια του συνηγόρου του για να μην αναγνωστεί η κατάθεση του απολιπόμενου μάρτυρα Α. Κ., που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, το Δικαστήριο ανέγνωσε την κατάθεση αυτή, ενώ δεν προέκυπτε το ανέφικτο της εμφανίσεώς του και την έλαβε υπόψη του για την κρίση του περί της ενοχής του, στερώντας έτσι κατά το λόγο αυτό τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από τα άρθρα 171 παρ. 1δ, 333 παρ. 2 ΚΠΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ' της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η ανάγνωση της καταθέσεως του μάρτυρα Κ. που περιείχετο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, υποχρεωτική και έτσι με την ανάγνωσή της από το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβιάστηκαν τα δικαίωμα του κατηγορουμένου από τα άρθρα 333 παρ. 2, 358 ΚΠΔ και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, αφού μάλιστα το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να βεβαιώσει το ανέφικτο της εμφανίσεως του μάρτυρα τούτου (ΑΠ 590/2009, 1620/2009). Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβάσεως των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ) εκ του ότι ανέγνωσε την κατάθεση του άνω μάρτυρα χωρίς να προκύπτει το ανέφικτο της εμφανίσεώς του και παρά την αντίρρηση των πληρεξουσίων δικηγόρων του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για τον ίδιο λόγο, ήτοι διότι, ως ελέχθη, η ανάγνωση της κατάθεσης του απολιπόμενου αυτού μάρτυρα, που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης ήταν υποχρεωτική, ακόμη και στην περίπτωση που η ανάγνωση έγινε παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου ή των συνηγόρων του, το δε δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο) δεν ήταν υποχρεωμένο να βεβαιώσει το ανέφικτο της εμφανίσεως του άνω μάρτυρος ενώπιόν του. Κατά το άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠΔ, ο δικαστής που έχει συμπράξει στην έκδοση αποφάσεως κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση ή αναίρεση αποκλείεται να δικάσει στις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Από τη διάταξη αυτή και εκείνες των παραγράφων 1 και 2 του ιδίου άρθρου, που διαλαμβάνουν τους λόγους αποκλεισμού των δικαστικών προσώπων, προκύπτει ότι λόγος αποκλεισμού του δικαστή δημιουργείται όταν ο δικαστής πρόκειται να δικάσει την έφεση ή την αναίρεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης στην έκδοση της οποίας συνέπραξε. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του άνω Αναθεωρητικού Δικαστηρίου υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου τούτου, συνιστάμενης στο ότι ο Προεδρεύων Αναθεωρητής β' Νικόλαος Μακρής συμμετείχε ως πρόεδρος του Δικαστικού Συμβουλίου του Στρατοδικείου Αθηνών που εξέδωσε το 1318/2006 παραπεμπτικό βούλευμα εναντίον του (αναιρεσείοντος). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω προεδρεύων Αναθεωρητής δεν δίκασε τέτοιο ένδικο μέσο κατά απόφασης στην οποία είχε συμπράξει και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε λόγος αποκλεισμού του από το ότι συνέπραξε στην έκδοση του άνω βουλεύματος. Έτσι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του Αναθεωρητικού τούτου Δικαστηρίου (ΑΠ 744/1988, 2473/2005, 978/2004). Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει περαιτέρω ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και εκείνοι που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο α) για τέλεση της πράξης της ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, β) για μειωμένη ικανότητα αυτού προς καταλογισμό και γ) για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, καθώς και εκείνης της μετεφηβικής ηλικίας του άρθρου 133 ΠΚ. Πρέπει, όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα περιστατικά αυτά ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη 485/2009 απόφασή του, μετά από εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Ο κατηγορούμενος, κατατάχθηκε την 9-8-2005, σε ηλικία 19 ετών, στο ΚΕΜΧ, ενώ την 14-10-05 αποσπάσθηκε για εκπαίδευση στη Σχολή Μηχανικού (ΣΜΧ), στο Λουτράκι. Η μέχρι τότε ζωή του περιγράφεται από το σύνολο των μαρτύρων υπερασπίσεως που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, δηλ. από τους δύο γονείς του, την μητριά του, τη γιαγιά του και τη θεία του, ως ιδιαίτερα προβληματική, καθώς ήταν παιδί χωρισμένων γονιών, ο πατέρας εγκατέλειψε αυτόν και τα άλλα τρία αδέλφια του σε μικρή ηλικία και αργότερα ξαναπαντρεύτηκε, ενώ η μητέρα με τα οποία μεγάλωναν τα τέσσερα παιδιά φαίνεται πως ήταν αλκοολική, ευρισκόμενη δε συνεχώς υπό την επήρεια οινοπνεύματος και σε κακή οικονομική κατάσταση, ξεσπούσε σ' αυτά και τους φερόταν με βίαιο τρόπο. Κατά το διάστημα που ο κατηγορούμενος υπηρετούσε στο ΚΕΜΧ συνδέθηκε με τους Στρατιώτες Α. Γ. και Π. Σ., και λιγότερο με τον Κ. Α.. Με τον τελευταίο μάλιστα στη Σχολή Μηχανικού στρατωνίζονταν στο ίδιο θάλαμο και σύμφωνα με την κατάθεση του έδειχνε στη μονάδα ένα φυσιολογικό άτομο, με κανονική συμπεριφορά, χωρίς περιστατικά έντασης, ενώ δεν του είχε αναφέρει οτιδήποτε για την οικογενειακή του κατάσταση. Τη Δευτέρα 17-10-2005 ο κατηγορούμενος και ο Κ. έλαβαν άδεια εξόδου από τη μονάδα τους, από την 15:00 έως την 22:30 ώρα και κανόνισαν να βγουν μαζί στην πόλη της Κόρινθο. Πράγματι περί ώρα 17:00 περίπου έφυγαν από το στρατόπεδο και μετέβησαν με ταξί στην Κόρινθο. Στη συνέχεια, περί ώρα 19:45 περίπου, κάθισαν τυχαία στην καφετέρια "RΕΤRΟ", στην οδό ..., αρ. 68Α, για να πιουν καφέ. Λίγη ώρα αργότερα παράγγειλαν μπύρες, σε μπουκάλια των 330 ml, τις οποίες κατανάλωσαν. Παράλληλα έπιασαν κουβέντα και με τον Σ. Ε., που ετοίμαζε τα ποτά, στον οποίο μάλιστα είπαν ότι είναι Στρατιώτες και ότι πρόκειται να πάρουν μετάθεση. Ήδη στο κατάστημα υπήρχαν αρκετές παρέες ατόμων και Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την κατάθεση του Δ. Π., ο οποίος καθόταν στη γωνία του μπαρ, μαζί με τη φίλη του Α. Α. και την παρέα της, είχε γυρίσει την πλάτη του στο φίλο του και κοιτούσε επίμονα και με προκλητικό τρόπο στην παρέα της Α., σε σημείο ώστε έκανε τον Δ. να παραξενευτεί και να ρωτήσει την Α. αν αυτός είχε κάποιο πρόβλημα μαζί τους και αυτή του απάντησε ότι από νωρίτερα, την κοιτούσε με τον τρόπο αυτό. Άλλωστε και ο Κ. κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος του είπε σε κάποια στιγμή ότι του άρεσε μια κοπέλα που καθόταν στο μπαρ, εννοώντας προφανώς την Α., την οποία, σύμφωνα με την κατάθεση της ίδιας, συνέχισε να κοιτάζει επίμονα και προκλητικά. Οι δυο Στρατιώτες συνέχισαν να πίνουν μπύρες, ενώ ο κατηγορούμενος πήγε αρκετές φορές (περίπου έξι ή επτά) στην τουαλέτα, ενώ ο Κ. μόνο μια. Περί ώρα 21:00 περίπου οι δυο τους έφυγαν από την καφετέρια δεδομένου ότι πλησίαζε η ώρα που έπρεπε να επιστρέφουν στη μονάδα τους. Ωστόσο αυτοί, κάνοντας ένα περίπατο στην πόλη, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην ίδια καφετέρια για να πιούν ένα ακόμα ποτό. Πράγματι μετά από είκοσι περίπου λεπτά της ώρας επέστρεψαν στην ίδια καφετέρια, κάθισαν πάλι στο μπαρ και παράγγειλαν άλλες δυο μπύρες, σαν τις προηγούμενες. Να σημειωθεί ότι υπάρχει κάποια ασάφεια σχετικά με τον ακριβή αριθμό των μπουκαλιών μπύρας που κατανάλωσαν οι δύο Στρατιώτες στην πρώτη και δεύτερη επίσκεψη τους στην καφετέρια αυτή. Ωστόσο από το συνδυασμό όλων των καταθέσεων, πιθανολογείται με αρκετή βεβαιότητα, ότι συνολικά και τις δύο φορές κατανάλωσαν περίπου τέσσερα μπουκάλια μπύρας, των 330 ml, ο καθένας, καθώς και ένα ποτό που τους κέρασαν από το κατάστημα. Άλλωστε όπως ανέφερε στο Δικαστήριο ο Κ., το ποτό δεν τους είχε πειράξει καθόλου, ήταν απολύτως νηφάλιοι και οι δύο, ειδικότερα δε ο κατηγορούμενος δεν φαινόταν ζαλισμένος και μιλούσε κανονικά και με συνοχή. Στο διάστημα αυτό, εισήλθαν στο μαγαζί τρεις κοπέλες, η Ν. Θ., η αδελφή της Ν. Ά. και η φίλη τους Κ. Ε., οι οποίες κάθισαν σε ένα τραπέζι απέναντι από το μπαρ. Ο κατηγορούμενος, έχοντας γυρίσει την πλάτη στον Κ. κοιτώντας προς το μέρος των θαμώνων του καταστήματος, πρόσεξε τη Ν. Ά., η οποία φαίνεται του άρεσε και μάλιστα το είπε στον Κ. (όπως ανέφερε ο ίδιος κατά την αναπαράσταση του εγκλήματος). Στις 22:15 περίπου, η Ν. Ά. σηκώθηκε από την θέση της και κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες και ο κατηγορούμενος την ακολούθησε.
Οι τουαλέτες, όπως περιγράφεται στην από 17-10-2005 έκθεση αυτοψίας και εμφανίζεται στις ληφθείσες, κατά την διενεργηθείσα αναπαράσταση φωτογραφίες, είχαν κοινό στενόμακρο προθάλαμο για άνδρες και γυναίκες. Στο δεξιό μέρος του προθάλαμου, όπως το βλέπει αυτός που εισέρχεται, υπήρχε ένας πάγκος ξύλινος με δύο νιπτήρες, κατά μήκος του, που μείωνε το ελεύθερο πλάτος του κατά μισό μέτρο περίπου, έτσι ώστε να μην μπορούν να περάσουν δύο άνθρωποι ταυτόχρονα. Στο αριστερό μέρος του, απέναντι δηλαδή από τους νιπτήρες, ήταν δύο ξεχωριστές τουαλέτες με πόρτες που άνοιγαν προς τα μέσα, ενώ απέναντι από την είσοδο υπήρχε μια πόρτα που έβγαινε στον ακάλυπτο και η οποία ήταν κλειδωμένη. Η πόρτα που συνέδεε τις τουαλέτες με το κατάστημα δεν κλείδωνε, αλλά έκλεινε αυτόματα. Όπως περιγράφεται λεπτομερώς από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην έκθεση αναπαράστασης, όταν η Ν. Ά. μπήκε στις τουαλέτες, πήγε στην τουαλέτα των γυναικών, που ήταν η δεύτερη στη σειρά. Ο κατηγορούμενος μπήκε στην τουαλέτα των ανδρών και ανέμενε την έξοδο της Ν., στη συνέχεια στάθηκε στο νιπτήρα που βρισκόταν στο βάθος της τουαλέτας, δηλαδή μπροστά από την πόρτα του WC των γυναικών, για να πλύνει τα χέρια του. Μόλις η Ν. βγήκε από το WC και βρέθηκε στον προθάλαμο, καθώς ήταν μόνοι τους, αυτός βρήκε την ευκαιρία και την ρώτησε το όνομα της. Αυτή φαίνεται ότι του απάντησε υβριστικά, αλλά αυτός επιμένοντας την ξαναρώτησε το όνομα της, ενώ λόγω της στενότητας του χώρου και της επιθυμίας της κοπέλας να εξέλθει από τις τουαλέτες οι ώμοι τους σχεδόν ακούμπησαν, αυτός όμως με την στάση του της εμπόδιζε την έξοδο. Τότε την ρώτησε, "τελικά θα μου πεις το όνομα σου" και αυτή του είπε "ωχ, άσε μας άνθρωπε μου", κάνοντας ταυτόχρονα, με το αριστερό της χέρι, μια κίνηση απωθητική, προς το πλάι και πάνω, με τρόπο ώστε να φτάσει η ανάστροφη της παλάμης της στο ύφος του προσώπου του. Η αντίδραση της φαίνεται ότι ερέθισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος τότε την έσπρωξε βίαια με τα δυο του χέρια προς τα πίσω, με αποτέλεσμα αυτή να ωθηθεί μέσα στη γυναικεία τουαλέτα διατηρώντας όμως την ισορροπία της. Όταν αυτή προσπάθησε να φύγει, την έσπρωξε πάλι εντός της τουαλέτας, κινήθηκε προς το μέρος της και την γρονθοκόπησε στο αριστερό της μάτι με το δεξί του χέρι με τέτοια δύναμη που πλέον η κοπέλα έπεσε στο δάπεδο μπρούμυτα, με το κεφάλι κοντά στη λεκάνη όπου υπάρχει υπερυψωμένη κόγχη επενδυμένη όπως όλο το εσωτερικό με πλακάκια. Προφανώς κατά το πέσιμο αυτό χτύπησε στην κόγχη και προκλήθηκε "γραμμοειδής εκδορά με συνοδό εκχύμωση μήκους 3,5 εκ. στην μεσότητα της δεξιάς μετωπιαίας χώρας", κάκωση που περιγράφεται στην από 18-10-2005 έκθεση νεκροψίας, ενώ από τη γροθιά προκλήθηκε τραύμα στο αριστερό της μάτι που το βλέφαρο του έκλεισε και δημιουργήθηκε "εκχυμωτικό οίδημα". Ο κατηγορούμενος κατά την αναπαράσταση ισχυρίστηκε ότι η Ν. του είπε τη φράση "είσαι ανώμαλος" (θεωρώντας προφανώς η ίδια ότι υφίστατο σεξουαλική επίθεση) και ότι συνέχισε να τον εξυβρίζει, χωρίς όμως να αναφέρει τις φράσεις που του απηύθυνε. Όταν το θύμα έπεσε κάτω, ο κατηγορούμενος της έπιασε το κεφάλι και άρχισε να το χτυπά με δύναμη στο πάτωμα και στον τοίχο με το πρόσωπο προς τα κάτω. Στη συνέχεια την σήκωσε και την έφερε σε καθιστή θέση ή έλαβε μόνη της τη θέση αυτή, έτσι ώστε η πλάτη της ακουμπούσε στο τοίχο απέναντι από την πόρτα. Εκεί συνέχισε να χτυπά το κεφάλι της με δύναμη στον τοίχο, τόσο αυτόν στον οποίο ακουμπούσε η πλάτη της όσο και τον διπλανό, τον απέναντι από την λεκάνη, ενώ θα πρέπει να την χτύπησε και με γροθιές, καθόσον αυτή έφερε τραύματα τόσο στο δεξιό μάτι (εξωτερικά και εσωτερικά) όσο και στην δεξιά παρειά. Συγκεκριμένα από τα χτυπήματα του κατηγορουμένου, που ήταν σφοδρότατα (στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα χτυπήματα ήταν συμβατά με διάθεση σύνθλιψης της κεφαλής), το θύμα υπέστη πολλαπλές κακώσεις στο κεφάλι και το πρόσωπο, αφού κατά τη διενεργηθείσα νεκροψία διαπιστώθηκαν μεταξύ άλλων "διάσπαρτες εκχυμώσεις μικρών διαστάσεων στη μετωπιαία χώρα, στη δεξιά και αριστερή κροταφική χώρα, εκχυμωτικό οίδημα βλεφάρων και οφθαλμών, θλαστικό τραύμα μήκους 1,5 εκ. στην κεφαλή του αριστερού οφρύος, εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 1X3 εκ. στο αριστερό υπογνάθιο τρίγωνο, γωνιακό έλλειμμα αδαμαντίνης ουσίας του 21ου οδόντος).
Μέχρι εκείνη τη στιγμή το θύμα δεν είχε χάσει τελείως τις αισθήσεις του, όπως ισχυρίστηκε ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την αναπαράσταση, αλλά ακόμα μιλούσε, αν και κατά τη άποψη των ιατροδικαστών που πραγματοποίησαν την νεκροψία και παραβρέθηκαν κατά την αναπαράσταση, το θύμα από τα μέχρι τότε κτυπήματα θα πρέπει να είχε υποστεί πλέον αιματώματα και στους δύο κροτάφους, διάσπαρτες θλάσεις στα ημισφαίρια του εγκεφάλου, της παρεγκεφαλίδας, του στελέχους και μια μικρή εστία αιμορραγίας στο δεξιό ημισφαίριο της παρεγκεφαλίδας (κακώσεις οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τη νεκροψία) και ήδη πρέπει να έχανε τις αισθήσεις του. Ειδικά δε η θλάση του στελέχους θα επέφερε, αν δεν είχε ήδη επιφέρει, κώμα στο θύμα και όχι απλά απώλεια αισθήσεων. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος ανέφερε, κατά την αναπαράσταση, ότι σταμάτησε προς . στιγμήν και παρατήρησε πως το θύμα ήταν γεμάτο αίματα και βαριανάσαινε, όποτε συνειδητοποίησε τι είχε κάνει και σκέφτηκε να την βοηθήσει. Αντ' αυτού όμως, όπως το σώμα της ήταν πλέον ανάσκελα, με το κεφάλι στην γωνία των τοίχων, άρχισε με βία να την κλωτσάει και να την πατάει επανειλημμένα με το δεξιό του πόδι στο πρόσωπο, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα, όπως "εκχύμωση μετά πολλαπλών εκδορών σε όλη την επιφάνεια της ρινικής χώρας, εκδορά διαστάσεων 2X3 εκ. στην αριστερή κογχική χώρα, διάσπαρτες εκχυμώσεις και διασχίσεις μήκους έως 0,5 εκ. στα χείλη του στόματος, εκχυμώσεις και εκδορές στη γενιακή χώρα, διάσπαρτες εκχυμώσεις ημισεληνοειδούς σχήματος μήκους έως 1 εκ. συμμετρικής απόστασης η μια από την άλλη και ιδίας κατευθύνσεως στη δεξιά στοματική, υποκόγχιο, ζυγωματική και κογχική χώρα, στη δεξιά κογχική, μετωπιαία και κροταφική χώρα και στη γενιακή χώρα", ενώ από τα χτυπήματα αυτά έμεινε στο πρόσωπο της το αποτύπωμα του παπουτσιού του, όπως έμεινε και στο δάπεδο. Βέβαια το αποτύπωμα στο δάπεδο οφείλεται σε ρύπους (στα αίματα}, ενώ τα αποτυπώματα στο πρόσωπο του θύματος σε ιστική αντίδραση στην ασκηθείσα πίεση (μελανιές με το σχήμα του οργάνου πλήξεως), στοιχείο από το οποίο προκύπτει ότι το θύμα ζούσε ακόμα. Εκτός από το πρόσωπο, ο κατηγορούμενος χτύπησε με τον ίδιο τρόπο το μισοπεθαμένο πλέον θύμα του στον λαιμό, προκαλώντας του εξωτερικά ευμεγέθη εκχύμωση και εκδορά, που περιγράφεται στην έκθεση αυτοψίας σαν "εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 2X3,5 εκ. στον ελάσσονα και δεξιό μείζονα υπερκλείδιο βόθρο". Εσωτερικά, σύμφωνα με τους ιατροδικαστές, προκλήθηκε σπάσιμο του κέρατος του υοειδούς οστού από τη βάση του. Το οστό αυτό έχει πεταλοειδή μορφή και είναι σχετικά μαλακό αλλά αν ασκηθεί μια πίεση μεγαλύτερη της κανονικής, υπάρχει πιθανότητα να σπάσει. Η πλήξη στο σημείο αυτό έγινε είτε με τα χέρια, είτε με το πάτημα του ποδιού, ενώ η απουσία διηθήσεων των μαλακών μορίων της περιοχής φανερώνει ότι το κάταγμα αυτό έγινε "πέριξ της στιγμής του θανάτου", που επήλθε λίγες στιγμές αργότερα, από τα σφοδρά χτυπήματα του κατηγορουμένου στο στήθος πλέον του ημιθανούς θύματος του. Ένα τουλάχιστο τέτοιο ισχυρό πλήγμα με γροθιά ή με πάτημα προκάλεσε την αναφερόμενη στην έκθεση νεκροψίας "εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 7X10 εκ. στη μεσότητα της πρόσθιας θωρακικής χώρας, ισοϋψώς των μαστών". Εσωτερικά προκλήθηκαν "παρασπονδυλικά κατάγματα 3ης, 4ης, 5ης πλευράς δεξιά με αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων πέριξ αυτών, καθώς και μικρή αιμορραγική διήθηση της 6ης πλευράς δεξιά κατά τη μεσότητα αυτής". Όπως διευκρινίστηκε δε από τους ιατροδικαστές, τα παραπάνω οστά λόγω της ηλικίας του θύματος ήταν μαλακά και δεν μπορούσαν να σπάσουν εύκολα, το αποτέλεσμα δε αυτό επήλθε αφενός διότι η πλάτη εφάπτετο σε ανένδοτη επιφάνεια (δάπεδο) αφετέρου διότι το πλήγμα ήταν ισχυρό. Ομοίως προκλήθηκαν "διάσπαρτες θλάσεις του πνευμονικού παρεγχύματος". Τέλος ο κατηγορούμενος κατάφερε στο θύμα του ισχυρό πλήγμα στην αριστερή πλευρά του θώρακα, πάνω από την καρδιά, το οποίο, σύμφωνα με την έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής και τις σχετικές διευκρινίσεις των ιατροδικαστών κατά την αναπαράσταση, ήταν και το θανατηφόρο, καθώς προξένησε "μικρή διάσχιση του τοιχώματος της πνευμονικής αρτηρίας και άλλη μικρότερης έκτασης στην κορυφή της καρδιάς, η οποία ευρισκόμενη σε στιγμή διαστολής υπέστη ρήξη, με αποτέλεσμα, την έξοδο μεγάλης ποσότητας αίματος στην περικάρδιακή κοιλότητα, που επιβάρυναν σημαντικά την καρδιακή λειτουργία και επέφεραν τον θάνατο". Με το που αντελήφθη το θάνατο του θύματος του, ο κατηγορούμενος βγήκε στον προθάλαμο, τράβηξε την πόρτα της τουαλέτας, χωρίς να την κλείσει εντελώς και αφού έβρεξε μερικές χειροπετσέτες που βρήκε εκεί, σκούπισε με αυτές τα παπούτσια του που είχαν γεμίσει με τα αίματα του θύματος, καθώς και το δάπεδο που είχε ματωμένα αποτυπώματα από τα παπούτσια του. Τις ματωμένες χειροπετσέτες τις πέταξε στον πάτο του κάδου απορριμμάτων. Αμέσως μετά, περί ώρα 22:20, εξήλθε από τον χώρο της τουαλέτας και κατευθύνθηκε προς συνάντηση του με τον Κ., προς τον οποίο είπε σε έντονο ύφος "πλήρωσε και πάμε φύγουμε", καθώς επίσης του ανέφερε ότι χτύπησε την κοπέλα μέσα στην τουαλέτα και την άφησε νεκρή ή αναίσθητη, πράγμα το οποίο ο Κ. δεν πίστεψε. Ωστόσο αυτός έκανε ότι ζήτησε πληρώνοντας τα χρήματα στον Ρ. Π., ο οποίος τους έδωσε τα ρέστα και τότε έφυγαν οι δύο τους από το κατάστημα πεζή, επιβιβασθέντες στη συνέχεια σε ταξί με το οποίο και επέστρεψαν στο στρατόπεδο τους, περί ώρα 22.35'. Εκεί αμέσως μετά την νυκτερινή αναφορά, ο κατηγορούμενος, παρουσία του Κ., είπε στους φίλους του, Π. Σ. και Α. Γ., ότι σκότωσε μια κοπέλα στη …. Αυτοί δεν τον πίστεψαν και ο Κ. έλεγε πως δεν ήξερε τι είχε συμβεί. Ο κατηγορούμενος τότε επέμεινε και τους περιέγραψε, ταραγμένος και αναστατωμένος, αυτά που είχαν συμβεί νωρίτερα στην τουαλέτα της καφετέριας. Μάλιστα για να τους πείσει τους κάλεσε στα ντους, όπου τους έδειξε τις κηλίδες αίματος στο παντελόνι και τα παπούτσια του.
Στο μεταξύ, περί ώρα 22:15, η καθαρίστρια της καφετέριας, Π. Α., πήγε στις τουαλέτες για να ελέγξει την καθαρότητα του χώρου και αντίκρισε την Ν. Ά., πεσμένη ανάσκελα με το κεφάλι στην αριστερή μέσα γωνία της γυναικείας τουαλέτας και τα πόδια διπλωμένα μπροστά και δίπλα από την λεκάνη, το αριστερό χέρι της να εφάπτεται στον απέναντι από την πόρτα τοίχο, -όπως και το πέλμα του αριστερού παπουτσιού της, από το οποίο είχε αποκολληθεί το τακούνι, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα. Της μίλησε, αλλά δεν απάντησε και αμέσως ειδοποίησε τους υπεύθυνους του καταστήματος, οπότε όλοι μαζί μετέβησαν στις τουαλέτες και ευρέθησαν προ του αποτρόπαιου θεάματος. Δεν μετακίνησαν από τη θέση του το θύμα καθόσον επενέβη ο εκ των θαμώνων της καφετέριας Δ. Π., που ήταν αστυνομικός στο επάγγελμα, εκτός υπηρεσίας, ο οποίος έδωσε εντολή να μην μπει κανείς στην τουαλέτα αλλά και να μην απομακρυνθεί κανείς από το χώρο της καφετέριας. Στις 22:40 ήρθε η αστυνομία και το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ. Ο Ανθυπαστυνόμος Π. Γ. τράβηξε τις ευρισκόμενες δικογραφία, 35 φωτογραφίες του χώρου και του θύματος πριν αυτό διακομιστεί στο Νοσοκομείο Κορίνθου. Οι υποψίες όλων στράφηκαν αμέσως στους δύο στρατιώτες, που βρίσκονταν νωρίτερα στο κατάστημα, διότι ήταν άγνωστοι, ενώ όλοι οι άλλοι πελάτες ήταν γνωστοί μεταξύ τους και ήταν οι τελευταίοι που έφυγαν από την καφετέρια και μάλιστα βιαστικά, ενώ ο κατηγορούμενος φαινόταν ταραγμένος. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν αμέσως στους εξοδούχους στρατιώτες του 6ου ΣΠ που εδρεύει στην Κόρινθο. Έτσι αστυνομικά όργανα του Τ.Α Κορίνθου που επιλήφθηκαν του συμβάντος και ανέλαβαν τη συλλογή των στοιχείων και τη διερεύνηση της υπόθεσης, μαζί με τον Δ., την Α., τον Σ. και τον Β., που είχαν περιγράψει τους ύποπτους στρατιώτες και είχαν δηλώσει ότι μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν, μετέβησαν στο 6° ΣΠ όπου έγινε επιθεώρηση εξοδούχων χωρίς να αναγνωριστεί κανείς. Ακολούθως μετέβησαν στο Λουτράκι, όπου εδρεύει η ΣΜΧ, στρατιώτες της οποίας επίσης συνηθίζουν να μεταβαίνουν στην Κόρινθο, κατά την έξοδο τους. Στην ΣΜΧ έγινε αμέσως προσκλητήριο εξοδούχων, παρουσία των αστυνομικών και των μαρτύρων. Εκεί αναγνωρίστηκε πρώτα ο Κ. και μετά ο κατηγορούμενος, οι οποίοι προσήχθησαν αμέσως στην Αστυνομική Διεύθυνση Κορίνθου. Ωστόσο κατηγορούμενος, ενώ ακόμα βρισκόταν στο στρατόπεδο, ομολόγησε στους αστυνομικούς την πράξη του. Την 12:00 ώρα της επομένης (18-10-05) ο κατηγορούμενος, διακομίστηκε στο Γ.Ν. Κορίνθου και ελήφθη αίμα για τοξικολογική εξέταση, κατά την οποία ανιχνεύτηκε η παρουσία 11-nor-Δ9 τετραϋδροκανναβινοϊκού οξέος, που αποτελεί μεταβολίτη της Δ9 τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία είναι το δραστικό συστατικό της ινδικής καννάβεως, ενδεικτικό χρήσης κάνναβης σε προγενέστερο χρόνο, όχι όμως αναγκαστικά πολύ πρόσφατη. Επίσης αυτός εξετάστηκε από ιατρό, ο οποίος δεν διαπίστωσε κανένα ίχνος πάλης στο σώμα του, ενώ ούτε στα νύχια της θανούσης βρέθηκε βιολογικό υλικό του κατηγορουμένου, γεγονός που φανερώνει ότι το θύμα δεν μπόρεσε να κάνει καμιά κίνηση άμυνας. Επίσης από την τοξικολογική εξέταση που πραγματοποιήθηκε στο βιολογικό υλικό του θύματος δεν διαπιστώθηκε η παρουσία φαρμάκου, οινοπνεύματος ή δηλητηρίου. Τέλος από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει πράξη ή απόπειρα βιασμού εις βάρος του θύματος.
Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος απεδέχθη για μια ακόμη φορά την πράξη του και ανέφερε σε σχέση με τους αντίθετους ισχυρισμούς του στην πρωτοβάθμια δίκη ότι το άτυχο θύμα του δεν τον εξύβρισε, δεν τον προσέβαλε, δεν ανταπάντησε, ούτε τον κτύπησε.
Η υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες θανάτωση του θύματος από τον κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα καταφέροντας σ' αυτό αλλεπάλληλα, συστηματικά και μεθοδικά κτυπήματα, πλήττοντας ευαίσθητα σημεία του σώματος του, με ιδιαίτερη ένταση, αφού μέσα σε ελάχιστα λεπτά προκάλεσε σ' αυτό βαρύτατες και εκτεταμένες σωματικές κακώσεις, συνθλίβοντας κυριολεκτικά με την δύναμη των κτυπημάτων του το μικροκαμωμένο κορμί του, σαφώς υποδηλώνει ανθρωποκτόνο πρόθεση κατευθυνόμενη άμεσα στην αφαίρεση της ζωής του θύματος του και όχι στην πρόκληση σωματικών βλαβών και αποδεικνύει ότι αυτός ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο τη στιγμή που αποφάσισε να επιτεθεί στο θύμα του και να της καταφέρει τα βίαια αυτά κτυπήματα όσο και τη στιγμή που πραγματοποιούσε την απόφαση του αυτή με τον ειδεχθή αυτό τρόπο, που περιεγράφη ανωτέρω. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν τελούσε σε βρασμό ψυχικής ορμής τόσο κατά την λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης του απεδείχθη από το ότι δεν μεσολάβησε μέσα στο χώρο της τουαλέτας, λίγο πριν την επίθεσή του στην κοπέλα, τέτοια συμπεριφορά του θύματος ικανή να εξάψει στον κατηγορούμενο οποιοδήποτε έντονο συναίσθημα, όπως θυμό, οργή, αφού και ο ίδιος στην απολογία του ανέφερε ότι δεν του έφταιγε σε τίποτα η κοπέλα, δεν τον έβρισε, δεν τον κτύπησε, ούτε ανταπάντησε, αναιρώντας σχετικές καταθέσεις του που είχε δώσει παλιότερα. Επίσης η ήρεμη ψυχική κατάσταση στην οποία ευρίσκετο απεδείχθη και από το ότι τα κτυπήματα προς το θύμα του δεν ήταν τυχαία και τυφλά όπως με βεβαιότητα θα έκανε εάν ενεργούσε με εκνευρισμό, αλλά, όπως πιο πάνω περιγράφηκαν και πρέπει ιδιαίτερα να επισημανθεί, δηλωτικό και αυτό της ήρεμης ψυχικής κατάστασης στην οποία ευρίσκετο, ότι τη στιγμή που το θύμα του ψυχορραγούσε, σταμάτησε για λίγο την πράξη του, στάθμισε την κατάσταση και αποφάσισε να ολοκληρώσει αυτό που είχε αρχίσει, καταφέροντας τα τελειωτικά και μοιραία πλήγματα στο θύμα του, τα οποία σταμάτησε μόνο όταν διαπίστωσε ότι αυτό δεν εμφάνιζε πλέον κανένα ίχνος ζωής, αφού είχε πλέον επέλθει η ρήξη της καρδιάς της και ο θάνατος της.
Ακολούθως ήρεμος φρόντισε να σκουπίσει με χειροπετσέτες τα αίματα από το δάπεδο ώστε να εξαφανίσει προσωρινά τουλάχιστον τα ίχνη εκείνα που πιθανόν να πρόδιδαν την εγκληματική του ενέργεια σε οποιονδήποτε θα εισερχόταν τυχαία στην τουαλέτα, πριν προλάβει ο ίδιος να απομακρυνθεί και στη συνέχεια βγαίνοντας από την τουαλέτα και απευθυνόμενος στον Κ. του ζήτησε να πληρώσουν και να φύγουν γρήγορα. Επίσης δεν διαπιστώθηκε ούτε, έστω παροδική, διατάραξη της συνείδησης αυτού που να δικαιολογεί αδυναμία ή έστω μειωμένη ικανότητα του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό, αφού η διαπιστωθείσα από τους πραγματογνώμονες ψυχιάτρους διαταραχή της προσωπικότητας του δεν ήταν τέτοια που να παρεμποδίζει αυτόν στον έλεγχο της πραγματικότητας.
Επίσης ούτε η πιθανολογούμενη και όχι τελικώς αποδειχθείσα προ αρκετών ωρών χρήση ινδικής κάνναβης, ούτε η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, κυρίως ζύθου, τον επηρέασαν, αφού περπατούσε κανονικά, μιλούσε με συνοχή, αντιλαμβανόταν όσα γίνονταν γύρω του και εν συνεχεία θυμόταν όλα όσα είχαν συμβεί, ήταν ικανές να οδηγήσουν στην εκτίμηση ότι η ικανότητα του για καταλογισμό ήταν μειωμένη κατά τη στιγμή της τελέσεως της ανθρωποκτονίας, απορριπτόμενου έτσι ως αβασίμου στην ουσία του, του αυτοτελούς ισχυρισμού των συνηγόρων υπερασπίσεως για ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό (κατ' άρθρο 36 ΠΚ).
Για τον ίδιο δε λόγο (αβάσιμος στην ουσία του) πρέπει να απορριφθεί και ο προβληθείς ομοίως από την υπεράσπιση αυτοτελής ισχυρισμός μεταβολής της κατηγορίας σε θανατηφόρα βλάβη (άρθρο 311 ΠΚ) κατά τα ιστορηθέντα στο σκεπτικό.
Κατά συνέπεια ομοφώνως το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που του αποδίδεται, και κηρύχθηκε πρωτοδίκως, καθόσον αποδείχθηκε πλήρως ότι τέλεσε την πράξη αυτή τόσο κατά τα αντικειμενικά όσο και κατά τα υποκειμενικά της στοιχεία." Ακολούθως, το Δικαστήριο τούτο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και σε ήρεμη ψυχική κατάσταση με το ακόλουθο διατακτικό "Κηρύσσει αυτόν παμψηφεί ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, πράξη που τελέσθηκε την 17-10-2005, στην Κόρινθο και συγκεκριμένα του ότι: ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Στρατιώτης (ΜΧ) και υπηρετούσε στη ΣΜΧ, στην Κόρινθο, την 17-10-2005, με πρόθεση σκότωσε άλλον, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά την λήψη της απόφασης όσο και κατά την τέλεση της πράξης. Συγκεκριμένα, ευρισκόμενος με ολιγόωρη άδεια εξόδου από την Μονάδα του στην πόλη της Κορίνθου, στην επί της οδού ... 68 Α καφετέρια "ΡΕΤΡΟ", όπου διασκέδαζε, περί ώρα 22.15' ακολούθησε την άγνωστη του ιδιώτιδα Ν. Ά., θαμώνα του καταστήματος αυτού, στην τουαλέτα του καταστήματος, όπου η τελευταία μετέβη και επιδιώκοντας γνωριμία μαζί της, όταν εκείνη αντέδρασε σε σχετική προς τούτο παρενόχληση του και προσπάθησε να απομακρυνθεί, έχοντας πρόθεση να τη σκοτώσει και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εντός του πιο πάνω χώρου του καταστήματος, της κατάφερε με σφοδρότητα και ιδιαίτερη σκληρότητα αλλεπάλληλα δυνατά χτυπήματα με τα χέρια και τα πόδια του και όταν αυτή ήταν αρχικά όρθια αλλά και όταν στην συνέχεια από τα χτυπήματα κάτέρευσε στο δάπεδο της τουαλέτας και σε ανένδοτες επιφάνειες του χώρου αυτού, στο κεφάλι, στο λαιμό και στο στήθος της με αποτέλεσμα να της προκαλέσει τις παρακάτω σωματικές κακώσεις "γραμμοειδή εκδορά με συνοδό εκχύμωση, μήκους 3,5 εκ. περίπου, στη μεσότητα της δεξιάς μετωπιαίας χώρας, διάσπαρτες εκχυμώσεις μικρών διαστάσεων, στη μετωπιαία χώρα, στη δεξιά και αριστερή κροταφική χώρα, εκχυμωτικό οίδημα βλεφάρων και οφθαλμών δίκης "οματοϋλίου"", υπόσφαγμα δεξιού και αριστερού οφθαλμού, θλαστικό τραύμα, μήκους 1,5 εκ. περίπου, στη κεφαλή του αριστερού οφρύος, εκδορά διαστάσεων κατ' επιφάνεια 2X3 εκ. περίπου στην αριστερή κογχική χώρα, εκχύμωση μετά πολλαπλών μικρής διαστάσεως εκδορών, σε όλη την επιφάνεια της ρινικής χώρας, εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 2,5X4 εκ. περίπου στη δεξιά παρειά, διάσπαρτες εκχυμώσεις και διασχίσεις μήκους έως 0,5 εκ. περίπου στο άνω και κάτω χείλος του στόματος, εκχυμώσεις και διασχίσεις μήκους έως 0,5 εκ. περίπου στο άνω και κάτω χείλος του στόματος, εκχυμωτικά αποτυπώματα οδόντων, στο άνω και κάτω χείλος του στόματος, εκχυμώσεις και εκδορές, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 2X3,5 εκ. περίπου στη γενειακή χώρα, διάσπαρτες εκχυμώσεις ημισεληνοειδούς σχήματος, μήκους έως 1 εκ. περίπου, συμμετρικής απόσπασης η μία από την άλλη και ιδίας κατευθύνσεως στη δεξιά στοματική, υποκόγχιο, ζυγωματική και κογχική χώρα, δεξιά κογχική, μετωπιαία και κροταφική χώρα και στη γενειακή χώρα, εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 1X3 εκ. περίπου στο αριστερό υπογνάθιο τρίγωνο, εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 2X3,5 εκ. περίπου στον ελάσσονα και δεξιό μείζονα υπερκλεΐδιο βόθρο, εκχύμωση μετά μικροεκδορών, διαστάσεων κατ' επιφάνεια 7X10 εκ. περίπου οτη μεσότητα της πρόσθιας θωρακικής χώρας, ισοϋψώς των μαστών, μικροεκδορά στη πρώτη φάλαγγα του παράμεσου δακτύλου του αριστερού άνω άκρου, γωνιακό έλλειμα αδαμαντίνης ουσίας του 21ου οδόντος, αιμορραγικές διηθήσεις των μαλακών μορίων της κεφαλής, αιμορραγική διήθηση των κροταφικών μυών, πολλαπλές διάσπαρτες θλάσεις της εγκεφαλικής ουσίας και της παρεγκεφαλίδας, παρασπονδυλικά κατάγματα 3ης, 4ης, 5ης πλευράς δεξιά με αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων πέριξ αυτών, καθώς και μικρή αιμορραγική διήθηση της 6ης πλευράς δεξιά κατά τη μεσότητα αυτής, κάταγμα δεξιού μείζονος κέρατος του υοειδούς οστού, από τη βάση αυτού, διάσπαρτες θλάσεις του πνευμονικού παρεγχύματος, εκτεταμένη περιοχή αιμορραγικώς διηθημένη στο πρόσθιο-πλάγιο τοίχωμα της καρδιάς με μικρή διάσχιση του τοιχώματος της πνευμονικής αρτηρίας, καθώς και άλλη μικρότερης εκτάσεως στην κορυφή της καρδιάς", από τις οποίες κακώσεις και ιδιαιτέρως της κεφαλής, του λαιμού και της καρδιάς, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε εντός ολίγων λεπτών ο θάνατος της". Του επέβαλε δε, την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άνω άρθρου, την οποία ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην αιτιολογία ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος τούτου και περιέχονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και η περί του αντιθέτου αιτίαση είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, η αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί βρασμού ψυχικής ορμής, μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό και αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε τα αναγκαία για τη θεμελίωση των ισχυρισμών αυτών πραγματικά περιστατικά και ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1425/ 2010, 1090/ 2010). Παρά ταύτα το δικαστήριο κατά τις άνω παραδοχές του, απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, αβάσιμη είναι η αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας της απορριπτικής διατάξεως του αιτήματος για αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον περί τούτου το Δικαστήριο διέλαβε τα ακόλουθα: "το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος επιβολής μειωμένης ποινής λόγω μετεφηβικής ηλικίας του κατηγορουμένου (ήγε το 19ο έτος της ηλικίας του), αφού η συγκεκριμένη εγκληματική του συμπεριφορά (σφοδρή επίθεση κατά του αδύναμου θύματός του, το οποίο ήταν έρμαιο στην επιθετική μανία του και ανίκανο να αντιδράσει και θανάτωσή του κατά τρόπο πρωτόγνωρο στα εγκληματικά χρονικά) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι επηρεάστηκε από την τυχόν ανωριμότητα της μετεφηβικής ηλικίας". Η αιτιολογία αυτή είναι σαφής, πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων Κ. Ν., Α. Ν. και Θ. Ν., που παρέστησαν στην παρούσα δίκη όπως ορίζεται στο διατακτικό, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2010 αίτηση του Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Ε.Κ.Κ.Ν …, για αναίρεση της 485/ 2009 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων Κ. Ν., Α. Ν. και Θ. Ν., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ανάγνωση στην κατ’ έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σε αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν είναι υποχρεωτική. Η μη ανάγνωση όμως αυτών επάγεται ακυρότητα μόνο αν ζητηθεί η ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή. Ουδεμία ακυρότητα επάγεται η ανάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο των εμπεριεχομένων στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου καταθέσεων των μαρτύρων. Ανθρωποκτονία με πρόθεση. Προμελετημένος και απρομελέτητος δόλος - έννοια αυτών. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Παρατίθεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 572/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 222/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, και δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της αίτησης.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 348/15-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' αρθρ. 527 §§1,3, 528 §1 Κ.Π.Δ., την από 2-8-10 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του καταδικασμένου Δ. Κ. του Ι., κατά της υπ' αριθμ. 222/3-2-10 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης και εκθέτω τα εξής: α) Κατά το άρ. 525 §1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις πέντε αναφερόμενες περιοριστικά περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και αν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος, ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα, που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά, έπρεπε να είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως, καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, με την προϋπόθεση, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1277/2008 Π.Χρ. ΝΘ'449). Περαιτέρω, δεν είναι άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν ελήφθησαν υπόψιν από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, καθώς και εκείνες με τις οποίες επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 788/08, Π.Χρ. ΝΘ'250). Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1094/06, Π.Χρ. ΝΖ'411), χωρίς να ερευνηθεί τυχόν υποβληθέν υπόμνημα. (Α.Π. 1863/84, Π.Χρ. ΛΕ' 373).
β) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 222/3-2-10 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης, που κατέστη αμετάκλητη, (βλ. την από 27-7-10 βεβαίωση του Εφετείου Κρήτης και 1211/29-7-10 πιστοποιητικό Εισαγγελίας Αρείου Πάγου), ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Δ. Κ., καταδικάσθηκε με ελαφρυντικά, κατ' έφεση, σε συνολική ποινή φυλάκισης 23 μηνών για παράβαση των άρθρων 302, 277-278, 223 §2, 234 §1 Ν.Δ. 187/73, που ανεστάλη επί τριετία. Με την παρούσα αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας, προβάλλοντας ως λόγους τους εξής: "1. Εστραγγαλίσθη βάναυσα η Δικαιοσύνη με την απαλλαγή του πραγματικού ενόχου και καταδίκη εμού του πραγματικού αθώου. Λεπτομέρειες στην υποβαλλόμενη αναφορά μου. 2. Κατά την διάρκεια της δίκης δεν αναγνώσθηκε κανένα από τα δικαιολογητικά μου, που σας υποβάλω, που αποδεικνύουν το αντίθετο των κατηγοριών μου, καθώς και η τελική απόφαση της κυρίας εφέτου - Όλα όσα είπες δεν ευσταθούν και αυτά που είπες είναι όλα ψέμματα - 3. Δεν μου επετράπει ν' απολογηθώ σε όλες τις κατηγορίες που με κατηγορούν, σαν να ήμουν ερήμην, 4. Τα περιστατικά συνέβησαν σε ξένο έδαφος (πλοίο με ξένη σημαία) και σε διεθνή ύδατα, μέρη που δεν έχει κανένα δικαίωμα να επέμβει η ελληνική δικαιοσύνη, πράγμα που δεν αναφέρθηκε καθόλου και στις 2 δίκες της Κρήτης". Οι λόγοι όμως αυτοί (όλοι), ουδόλως εμπίπτουν στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του αρθρ. 525 §1 Κ.Π.Δ., αφού αυτοί δεν αναφέρονται σε νέα γεγονότα ή αποδείξεις, αλλά σε αιτιάσεις και παράπονα του κατά την έκδοση της 222/10 ανωτέρω απόφασης, επιδιώκοντας τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της ανωτέρω αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, γεγονός το οποίο δεν συνιστά λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Αλλά επί πλέον και ο λόγος, ότι με την ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο πραγματικός ένοχος και καταδικάσθηκε αυτός ο πραγματικά αθώος, είναι εντελώς αόριστος, αφού στην ίδια την αίτησή του, αφενός μεν δεν αναφέρει γεγονότα, αφετέρου δε δεν επικαλείται βεβαιωτικά (αποδεικτικά της βασιμότητας του) στοιχεία, που τον στηρίζουν (Α.Π. 1863/84, άνω).
γ) Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων νομικών και πραγματικών περιστατικών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (527 §3 εδ. α' ΚΠΔ), αφού ακουσθεί και ο αιτών (528 §1 α' Κ.Π.Δ.), χωρίς έρευνα μετά ταύτα των από 21-7-10 και άνευ ημερομηνίας δύο υπομνημάτων (Α.Π. 1863/84 άνω) αυτού, να επιβληθούν δε σε τούτον τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας. (583 §1 Κ.Π.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 2-8-10 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, του καταδικασμένου Δ. Κ. του Ι. κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 222/3-2-10 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης. Β) Να επιβληθούν τα έξοδα και τέλη της ποινικής διαδικασίας, εκ 220 ευρώ, στον ανωτέρω αιτούντα. Αθήνα 7-10-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε μετά την παραίτηση από το δικόγραφο του αιτούντος, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 475 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε. Η παραίτησή του μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο [σε Συμβούλιο], το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην επανάληψη της διαδικασίας, η οποία καταλέγεται ανάμεσα στις έκτακτες διαδικασίες και σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ διεξάγεται για το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για πλημ/μα ή κακούργημα. Επομένως, αυτός που αμετάκλητα καταδικάστηκε για πλημ/μα ή κακούργημα και υπέβαλε αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτή.
Στην κρινόμενη περίπτωση, ο αιτών με την από 2/8/2010 αίτησή του, εγχειρισθείσα αρμοδίως, κατ' άρθρο 527 παρ. 3 του ΚΠΔ, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 222/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε για παράβαση των άρθρων 302, 277-278, 223 παρ. 2 του ΠΚ και 243 παρ. 1 του ΝΔ 187/1973 σε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα τριών [33] μηνών, ανασταλείσα για τρία χρόνια, ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας, κατ' άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ. Όμως ο αιτών κατά την εμφάνισή του στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, δήλωσε, πριν αρχίσει η συζήτηση, ότι παραιτείται από την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας που υπέβαλε και η δήλωσή του αυτή καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Κατόπιν της δηλώσεως του αυτής, και σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/8/2010 αίτηση του Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 222/2010 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα [250] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη της διαδικασίας. Παραιτήθηκε ο αιτών, που παρέστη αυτοπρόσωπα στο ακροατήριο του δικαστηρίου, από την αίτησή του. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 571/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ι. Β. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 10017/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Γ. Κ. του Η., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2010 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 619/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξ άλλου κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ΚΠΔ με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμα και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 28/5//2010 και 31/5/2010 αποδεικτικά επίδοσης, του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου προς την αναιρεσείουσα και προς τον αντίκλητο δικηγόρο της Φραγκίσκο Ραγκούση, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 15/10/2010. Τότε, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1687/2010 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τη σημερινή συνεδρίαση. Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως αυτής (άρθρο 515 παρ. 1 του ΚΠΔ), η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/4/2010 αίτηση της Ι. Β. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10017/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη με υπολογιστή. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 2
|
Αριθμός 568/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνη Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 2171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1200/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την πληρότητα της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική κατ' είδος αναφορά τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, κατ' επιλογή, όπως επιβάλλεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ. Ούτε απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ειδικά ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του και για ποιο λόγο έγινε πιστευτό ή περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και γιατί δεν έγινε περισσότερο πιστευτό ένα άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και όλη την αποδεικτική διαδικασία, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο δεύτερος κατηγορούμενος Β. Π. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "UNICO Ανώνυμος Εταιρία Εμπορίου και Βιομηχανίας" που είχε έδρα τη ..., ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος Π. Κ., ουσιαστικός συνδιαχειριστής της εταιρίας αυτής, που αποτελούσε επιχείρηση της οικογένειάς του (Κ.). Στην εταιρία αυτή ήταν μέτοχος, σε ποσοστό 25% επί των μετοχών, ο Γ. Κ., που απεβίωσε στις 3-7-1998 και κληρονομήθηκε από τους ήδη εγκαλούντες Ρ. - Ρ. - Χ. -Χ.-Κ., Π. Ν. Κ. και Μ. - Χ. χήρα Π. -Γ. Κ. (που έχει ήδη και αυτή αποβιώσει), τέκνα και σύζυγο, αντίστοιχα, του αποβιώσαντος. Οι τρεις παραπάνω εγκαλούντες είχαν ασκήσει κατά της εταιρίας τη με αριθμ. κατάθ. 8193/1999 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας με αριθμό πρακτικού 31/30-6-1998,για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 35α παρ.Γ, 35β παρ.2, 35γ παρ.Γ Κ.Ν. 2190/1920, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι η γενική συνέλευση της εταιρίας κατά την παραπάνω ημερομηνία, που ενέκρινε τον ισολογισμό της διαχειριστικής χρήσης από 1-1-97 έως 31-12-97 και αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, δεν συνεκλήθη νόμιμα, αφού, παρόλο που εφέρετο ότι παρίστατο το 100% των μετόχων και του μετοχικού κεφαλαίου, ο φερόμενος ως παριστάμενος δικαιοπάροχος τους Γ. Κ. απουσίαζε εκτός … (όπου έγινε η συνέλευση). Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1672/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έτασσε αποδείξεις με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες και υποχρέωσε τους ενάγοντες (και ήδη εγκαλούντες) να αποδείξουν τον παραπάνω ισχυρισμό τους. Σε εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως εξετάσθηκε ως μάρτυρας της εναγομένης εταιρίας ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Δ., υπάλληλος της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΑΜΚΟ ΑΕ" που μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων της εκμεταλλεύεται πάρκινγκ αυτοκινήτων με την επωνυμία "Βυζάντιο" στην οδό ..., στη …, και είναι εταιρία κοινών συμφερόντων ("αδελφή εταιρία" όπως είχε καταθέσει και ο παραπάνω κατηγορούμενος ως μάρτυρας) της παραπάνω εναγομένης εταιρίας. Κατά την εξέτασή του, που έγινε στις 20-4-2004, ενώπιον του Εισηγητού Δικαστή (Παναγιώτη Παυλίδη), στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο εν λόγω κατηγορούμενος κατέθεσε τα εξής: "Είμαι υπάλληλος στη ΝΑΜΚΟ ΑΕ, εδώ και 35 χρόνια. Μια από τις δραστηριότητες της εταιρείας μου είναι και ένα πάρκινγκ αυτοκινήτων με την επωνυμία "Βυζάντιο" στην ... στη … . Από το 1994 και για 10 χρόνια, είμαι στο πάρκινγκ αυτό καθημερινά, από τις 07:00 π.μ. μέχρι 19:00 μ.μ. Εγώ, στις 30-6-98, πήγα το πρωί στην εργασία μου και κατά τις 11:00 π.μ. ήρθαν οι κ. Κ. και Γ. Κ.. Με ρώτησε ο κ. Κ. Κ., αν έχω εισπράξεις από τους πελάτες και έδωσα 300.000 δρχ. στον Κ. Κ., ο οποίος τις έδωσε στον αδερφό του Γ. και πήρε απόδειξη -στο σημείο αυτό επεδείχθη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγόμενης εταιρίας εκ νέου η από 30-6-98 απόδειξη ποσού 300.000 δρχ. και επιβεβαιώθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο.- Με φώναξε ο Κ. Κ. και λέει στον αδελφό του, το Γ., να τον πάω εγώ με το αυτοκίνητο του, στην ..., που είχε καύσωνα και ο κ Γ. δε δέχθηκε. Η εταιρεία ΟΥΝΙΚΟ είναι αδελφή εταιρεία με τη ΝΑΜΚΟ. Μπορεί τα εισιτήρια για την ... με ημερομηνία 29-6-98 να τα έβγαλε την προηγούμενη ημέρα και την επόμενη να του προέκυψε δουλειά και να μην έφυγε. Τα ... απέχουν από τη … 3 ώρες. Δε γνωρίζω πώς μπορεί να ήταν στις 12:00 μ.μ. στα λουτρά στην ..., και στις 11:00 π.μ. στη … . Ο Γ. Κ. ήταν μια χαρά στην υγεία του. Δε θυμάμαι τι ημέρα ήταν 30-6-98. Ήταν μια καθημερινή, Δευτέρα, Τρίτη. Δε γνωρίζω να σχολιάσω τις αποδείξεις από 30-6-98 από την .... Στο πάρκινγκ ήρθαν τα 2 αδέλφια με το αυτοκίνητο του Κ. Κ.. Δε θυμάμαι τι ημέρα ήταν που υπεγράφη η απόδειξη. Η ημερομηνία ήταν 30-6-98, όπως το δήλωσα πιο πάνω. Κατά τις 11:00 π.μ. (30-6-98) έφυγε ο Γ. Κ. για να πάει στην ..., αφού πήρε τα λεφτά. Μετά μου είπε ο Κ. Κ. ότι είχαν Γενική Συνέλευση στα γραφεία της ΝΑΜΚΟ. Δεν ξέρω τι ώρα είχαν Γ.Σ. Άκουσα να χαιρετάει ο Κ. Κ. τον αδελφό του, τον χαιρέτησα και εγώ. Ο Κ. Κ. δε μου είπε τι έγινε στη Γ.Σ. Όσο ήμουν στα γραφεία της ΝΑΜΚΟ στον 1ο όροφο γνώριζα πότε θα γίνουν Γ.Σ. Όταν κατέβηκα στο υπόγειο στο πάρκινγκ δεν ήξερα πλέον. Με προσέλαβε ο λογιστής κ. Κ. Ψ. για λογαριασμό του Κ. Κ., του Π., Β., Γ. Κ.. Από το 1969 μέχρι το 1974 εργαζόμουν στην εταιρεία δίχως πρόσληψη. Έχω ένσημα κανονικά μετά το 1974. Οι σχέσεις μεταξύ Κ. και Γ. Κ. ήταν πολύ καλές. Δε γνωρίζω γιατί δεν δέχτηκε ο Γ. Κ. να τον πάνε με το αυτοκίνητο στην ... . Στις 11:00 π.μ. πληροφορήθηκα ότι τελείωσε η Γ.Σ.". Τα κατατεθέντα από τον πρώτο κατηγορούμενο ως άνω γεγονότα, ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος αυτός γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή καθόσον το αληθές ήταν ότι ο δικαιοπάροχος των τότε εναγόντων και ήδη εγκαλούντων Γ. Κ. δεν βρισκόταν στις 30-6-1998 στη … και δεν μπορούσε να παρίσταται κατά την παραπάνω ημερομηνία στη γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας την επωνυμία "UNICΟ-Ανώνυμος Εταιρία Εμπορεία και Βιομηχανίας", που όπως προαναφέρθηκε έγινε στη …, αλλά ήδη από τις 29-6-1998 είχε αναχωρήσει από τη … και βρισκόταν στην ... . Αυτό προκύπτει χωρίς αμφιβολία τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Κ. Κ., που εργαζόταν σαν οικιακή βοηθός στην οικία του Γ. Κ. και με τρόπο σαφή και πειστικό καταθέτει ότι αυτός αναχώρησε (μαζί με τη σύζυγο του) για την ... στις 29-6-1998 και μάλιστα η ίδια "τον ξεπροβόδισε", αλλά και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως από τις αποδείξεις και τα λοιπά έγγραφα, που η σύζυγος του Γ. Κ. κρατούσε (όπως επίσης πειστικά καταθέτει η παραπάνω μάρτυρας) και φέρουν ημερομηνία ή και ώρα που αποκλείουν την αναχώρηση του Γ. Κ. από τη … για την ..., που, όπως και η μάρτυρας καταθέτει, απέχει από τη … περίπου 3 ώρες, στις 11 το πρωί της 30-6-1998, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος είχε καταθέσει. Πιο συγκεκριμένα, στα δύο φωτοαντίγραφα εισιτηρίων του ΚΤΕΛ Νομού Ευβοίας (το οποίο, κατά την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, χρησιμοποίησε ο Γ. Κ. με τη σύζυγο του για τη μετάβαση τους) από τη … για την ..., αναφέρεται ημερομηνία αναχώρησης η 29-6-1998 και στο θεωρημένο από την εφορία (διάτρητο) δελτίο παραγγελίας του Α. Α. που διατηρούσε πιτσαρία στην ..., αναφέρεται η ώρα 12.10' της 30-6-1998, ενώ η ίδια περίπου ώρα (12.041) αναφέρεται στην απόδειξη της ταμειακής μηχανής του ίδιου. Δεν αναιρείται, δε, η παραπάνω παραδοχή από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από την φέρουσα ημερομηνία 30-6-1008 απόδειξη ποσού 300.000 δραχμών, που φέρεται να έλαβε ο Γ. Κ. (που έχει θέσει την υπογραφή του στην παραπάνω απόδειξη, όπως και σε δύο άλλες αποδείξεις χωρίς ημερομηνία που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι) από την "UNICO ΑΕ" για "μπάνια …", καθώς η απόδειξη αυτή είναι αθεώρητη, δεν φέρει καν αριθμό και η παραπάνω ημερομηνία και η αιτιολογία μπορεί κάλλιστα να έχουν συμπληρωθεί εκ των υστέρων, κάτι που δεν μπορεί να συμβαίνει με τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, για το λόγο ότι αυτά, αντίθετα από την παραπάνω απόδειξη της "30-6-1998", προέρχονται από τρίτους και η ημερομηνία, όπως και η ώρα τους είναι βέβαιη, αλλά ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Δ. Γ., οικογενειακού γνωστού του Γ. Κ., που υποστηρίζει, μη πειστικά όμως, καθώς η κατάθεση του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα παραπάνω αναφερόμενα σαφή στοιχεία, ότι αυτός τον επισκέφθηκε το βράδυ της 29ης Ιουνίου, πριν αναχωρήσει για την .... Επομένως πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί, κατά πλειοψηφία, ένοχος για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον αναιρεσείοντα Α. Δ. για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι "το δικαστήριο παρέλειψε να αξιολογήσει και να συσχετίσει το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αλλά έλαβε υπόψη του ορισμένα από αυτά για να ενισχύσει την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, και συγκεκριμένα παρέλειψε να λάβει υπόψη της 1) τις από 13/6/2007 προτάσεις των μηνυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2) την υπ' αριθμ. 3331/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ήταν στοιχεία αξιολόγησης της αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας της εξετασθείσας μάρτυρος Κ. Κ., την οποία όφειλε να ελέγξει και αξιολογήσει το δικαστήριο, πριν δεχθεί την κατάθεσή της ως αξιόπιστη, ενώ περαιτέρω παραβίασε τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, διότι δέχθηκε ως ενδείξεις ενοχής του δύο φωτοαντίγραφα εισιτηρίων του ΚΤΕΛ Ν. Ευβοίας, ανώνυμα, καθώς και το από 30/6/1998 θεωρημένο από την Εφορία δελτίο παραγγελίας του Α. Α., που διατηρούσε πιτσαρία στην ..., επίσης ανώνυμο, χωρίς να αιτιολογήσει, λόγω της μη ονομαστικής εκδόσεώς τους, την εκδοχή που υποστήριξε ο ίδιος, ότι δηλαδή ανήκαν σε τρίτους και όχι στον Γ. Κ. και στη σύζυγό του" είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες. Και τούτο, διότι από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη, στο σύνολό τους, όλα τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) και όχι ορισμένα μόνο από αυτά κατ' επιλογή, επομένως και οι από 13/6/2007 προτάσεις των μηνυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και η 3331/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που αναγνώσθηκαν στα ακροατήριο, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδικότερη αναφορά τους και η μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Από το γεγονός δε ότι εξαίρονται στην απόφαση ορισμένα από αυτά, όπως η κατάθεση της μάρτυρος Κ. Κ., δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε εξ αυτού προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα και ούτε ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να αιτιολογήσει γιατί δέχθηκε ως αξιόπιστη την κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος, την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 3331/2008 απόφασή του είχε κρίνει λιγότερο πειστική σε σχέση με την κατάθεση άλλου μάρτυρα της υπόθεσης εκείνης. Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/9/2010 αίτηση του Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2171/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα. Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 568/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Σ.του Ι. και 2. Β. Α. του Α., κατοίκων ..., από τους οποίους ο πρώτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ράϊκο, ο οποίος ανεκάλεσε την από 2-2-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.Ο αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 9-7-2009 αίτησης κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της 351/09 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης, και κατέβαλε τα ένσημα παράστασης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου διατύπωσε αντιρρήσεις, δεν συναίνεσε στη παραίτηση του αναιρεσείοντος, και ζήτησε να του καταβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης,για την οποία έχει προκαταθέσει και έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει και
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 294, 295§1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση [άρθρ. 573§1 του ΚΠολΔ], προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως μπορεί να γίνει χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης [Ολ. ΑΠ 20/1999, ΑΠ 65/2007].
Εν προκειμένω, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως ο παριστάμενος αυτοπροσώπως αναιρεσείων δικηγόρος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 351/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε.
ΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσιβλήτου Α. Β., που υπέβαλε και προφορικά ο παριστάμενος πληρεξούσιός του μετά τη δηλωθείσα ως άνω παραίτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, για την επιβολή εις βάρος του παραιτηθέντος αναιρεσείοντος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που προκλήθηκαν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και ενόψει της συζήτησής της στο ακροατήριο, για την οποία προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις την 2-2-2011, είναι νόμιμο [άρθρ. 188§1 του ΚΠολΔ], και πρέπει να γίνει δεκτό και κατ' ουσίαν, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 9-7-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 351/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Α. Β., την οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο αναιρέσεως πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως με δήλωσή που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Θεωρείται ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε. Καταδίκη αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παρίσταται και υποβάλλει σχετικό αίτημα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 569/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου N. A. (ον.) A. (επ.) του I., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, διορισθέντα αυτεπάγγελτα με την υπ' αριθ. 14/2011 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 182/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις εταιρείες: 1."SONY BMG MUSIC ENTERTAINMENT (GREECE) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νόμιμα εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαστοράκη και 2.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε. με τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΠΙ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 693/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ,αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 περ. α (του προτέρου εντίμου βίου) και περ. β (των μη ταπεινών αιτίων) του ΠΚ. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτών, όχι μόνο δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά ούτε καν το υποχρεώνει να απαντήσει σ' αυτούς. Η αιτιολογία της απόφασης, εξ άλλου, παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, κατ' επιλογή. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκης ειδικότερης αναφοράς τους και του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΠΚ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 66 του Ν.2121/1993 "Περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας", "όποιος κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2121/1993 ή διατάξεων των με νόμο διεθνών συμβάσεων για την προστασία συγγενικών δικαιωμάτων α)..., β)..., γ)χωρίς την άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και χωρίς την άδεια του παραγωγού υλικού φορέα αναπαράγει ή θέτει σε κυκλοφορία ή κατέχει με σκοπό τη θέση σε κυκλοφορία υλικούς φορείς που περιέχουν εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1 έως 5 εκατομμυρίων δραχμών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 182/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 66 παρ. 2 περ. γ' σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν. 2121/1993, (παράνομη κατοχή 244 κλεψίτυπων ψηφιακών δίσκων CD) και επιβλήθηκε σ' αυτόν, μετά την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 1 α και β του ΠΚ, ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος συνελήφθη την 19/3/2003 να κατέχει χωρίς άδεια του παραγωγού υλικού φορέα στην οικία του στην Αθήνα (...) 244 κλεψίτυπα CD, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα στο διατακτικό, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία. Η περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε στις πολιτικώς ενάγουσες εταιρείες ανέρχεται σε 3.660 ευρώ. Δεν προκύπτει όμως ότι ενεργούσε κατ' επάγγελμα, διότι δεν είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για να κυκλοφορήσει αυτούς. Εξ άλλου, δεν έχει συλληφθεί να πωλεί άλλη φορά κλεψίτυπα CD. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται, σε βαθμό πλημμελήματος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από κακουργηματική πράξη (άρθρο 66 παρ. 2 περ. γ σε συνδυασμό με παρ. 1 του Ν. 2121/1993). Δεν πρέπει όμως να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, διότι δεν αποδεικνύεται ότι ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζη έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ούτε το ελαφρυντικό του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, διότι τα αίτια της πράξης του είναι αντίθετα στην κοινωνική τάξη". Έτσι όπως έκρινε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στην ως άνω ποινή, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην προδιαληφθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 2 περ. γ του Ν. 2121/1993, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν δε αναγκαίο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύονται και για τους 244 κλεψίτυπους ψηφιακούς δίσκους, που κατασχέθηκαν στα χέρια του, οι τίτλοι των μουσικών έργων, η επωνυμία των φωνογραφικών εταιρειών παραγωγής τους και τα ονόματα των καλλιτεχνών -ερμηνευτών- εκτελεστών. Αρκεί ότι υπήρξε η ενδεικτική παράθεση για τους δέκα (10) από αυτούς όλων των παραπάνω στοιχείων καθώς και οι λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης που προπαρατέθηκαν. Η καταδίκη δε του αναιρεσείοντος για παράβαση του άρθρου 66 παρ. 2περ.γ του Ν. 2121/1993, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε αυτός, και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων "δεν έχει συλληφθεί να πωλεί άλλη φορά κλεψίτυπα cd", στην οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να απαλείψει την επιβαρυντική περίσταση της "κατ' επάγγελμα" τέλεσης της πράξης, από την οποία αυτός είχε καταδικασθεί πρωτόδικα, και της παραδοχής ότι "τα ευρεθέντα στην κατοχή του κλεψίτυπα αντίγραφα ψηφιακών δίσκων, προορίζονταν για πώληση", η οποία αναφέρεται στο σκοπό πώλησής τους που δικαιολογείται από τον μεγάλο αριθμό των κατασχεθέντων (244) που βρέθηκαν στην κατοχή του. Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και β του ΠΚ, καθόσον αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, προβλήθηκαν εντελώς αόριστα, με την επίκληση δηλαδή μόνο της διάταξης που προβλέπει τις άνω ελαφρυντικές περιστάσεις, και, χωρίς την παράθεση πραγματικών περιστατικών που τεκμηρίωναν τους εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμούς του. Ανεξάρτητα όμως αυτού, το δικαστήριο αιτιολογημένα τους απέρριψε. Τέλος, είναι απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει καμία αιτιολογία για την βλάβη που υπέστησαν οι παθούσες εταιρείες, και τούτο διότι δεν απαιτείτο ειδικότερη αιτιολόγηση της βλάβης αυτής, αφού ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για απλή παράβαση του άρθρου 66 παρ. 2 γ' του Ν. 2121/1993 και όχι με την επιβαρυντική περίπτωση της πρόκλησης ζημίας του άρθρο 66 παρ. 3 του Ν. 2121/1993, η οποία απαιτεί όπως "το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημία που απειλήθηκε από τις πράξεις των παραγράφων 1 και 2 είναι ιδιαίτερα μεγάλα", οπότε και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή 2 έως 10 εκατομμυρίων δραχμών. Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. ε του ΚΠΔ, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά τις πολιτικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάστηκε πρωτοδίκως, όχι μόνον όταν εμφανίζεται ο πολιτικώς ενάγων ενώπιον του Εφετείου, υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και όταν αυτός απουσιάζει. Το Εφετείο στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό που επιδικάστηκε πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την παράβαση του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία, εχώρησε και στην έρευνα του εκκληθέντος κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις και επιδίκασε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία SONY MUSIK που είχε παραστεί πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγουσα και της είχε επιδικασθεί το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ως άνω ποσό. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, λόγω παράνομης επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, στην εταιρεία SONY MUSIK, η οποία δεν παρέστη ενώπιον του ως πολιτικώς ενάγουσα, και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ο οποίος σημειωτέον προβάλλεται και ως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. Η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση ηθικής βλάβης , μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, κατά το άρθρο 63 του ΚΠΔ, μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ και από άλλα πρόσωπα στα οποία ειδικώς ο νόμος παρέχει αυτή τη δυνατότητα. Η νομιμοποίηση δε του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεώς του , η οποία, κατά το άρθρο 84 του ΚΠΔ, πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, εκτός των άλλων, και τους λόγους που στηρίζει το δικαίωμά του. Από αυτά συνάγεται ότι αν από τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί ο παθών, τότε η δήλωση αυτή δεν είναι σύμφωνη με το νόμο και δεν νομιμοποιεί τον παθόντα στην παράστασή του ως πολιτικώς ενάγοντα. Εξ άλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική αγωγή αποβάλλεται μόνο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και όχι για άλλες πλημμέλειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη που υφίσταται στην περίπτωση που αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος του ζημιωθέντος από το δικαζόμενο έγκλημα δεν έχει εξουσία να τον εκπροσωπήσει. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 " οι δημιουργοί μπορεί να αναθέτουν σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης και προστασίας που έχουν αποκλειστικά αυτό τον σκοπό, τη διαχείριση ή την προστασία ή τη διαχείριση και την προστασία του περιουσιακού τους δικαιώματος ή εξουσιών που απορρέουν από αυτό ... . Οι οργανισμοί αυτοί λειτουργούν με οποιαδήποτε εταιρική μορφή ... . Η ανάθεση μπορεί να γίνεται είτε με τη μεταβίβαση του δικαιώματος ή των σχετικών εξουσιών προς το σκοπό της διαχείρισης ή της προστασίας ... . Η ανάθεση γίνεται εγγράφως ... . Εξ άλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 55 του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) να καταρτίζουν συμβάσεις με τους χρήστες για τους όρους εκμετάλλευσης των έργων, καθώς και για την οφειλόμενη αμοιβή, β) .., γ) ..., δ)..., ε) να προβαίνουν, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε κάθε διοικητική ή δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για τη νόμιμη προστασία των δικαιωμάτων των δημιουργών ή των δικαιοδόχων τους και ιδίως να ασκούν ένδικα μέσα, να υποβάλουν μηνύσεις και εγκλήσεις, να παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες ... . Να ζητούν την κατάσχεση παρανόμων αντιτύπων, κατά το άρθρο 64 του παρόντος νόμου ... . Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 55 του ως άνω νόμου "Τεκμαίρεται ότι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης ή προστασίας όλων των έργων ή όλων των πνευματικών δημιουργών για τα οποία δηλώνουν εγγράφως ότι έχουν μεταβιβασθεί σ' αυτούς οι σχετικές εξουσίες ... . Οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας ενεργούν πάντα, δικαστικώς ή εξωδίκως, στο δικό τους όνομα είτε η αρμοδιότητά τους στηρίζεται σε μεταβίβαση της εξουσίας είτε στηρίζεται σε πληρεξουσιότητα, νομιμοποιούνται δε πάντως στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων του δημιουργού που έχουν μεταβιβαστεί σ' αυτούς ή που καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα". Περαιτέρω ορίζεται στη μεν διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι "οι πνευματικοί δημιουργοί με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν πάνω σ' αυτό πνευματική ιδιοκτησία που περιλαμβάνει ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμετάλλευσης έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (πνευματικό δικαίωμα), στη διάταξη δε του άρθρου 4 παρ. 1 ορίζεται ότι "το ηθικό δικαίωμα δίνει στο δημιουργό τις ενδεικτικά αναφερόμενες εξουσίες και κατά την παράγραφο του ίδιου άρθρου "το ηθικό δικαίωμα είναι ανεξάρτητο από το περιουσιακό δικαίωμα και παραμένει στο δημιουργό ακόμη και μετά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5, 12 παρ. 1, 16 και 50 του Ν. 2121/1993, συνάγεται ότι το ηθικό δικαίωμα για το οποίο γίνεται λόγος στις διατάξεις αυτές και το οποίο είναι αμεταβίβαστο όσο ζει ο δημιουργός, και παρέχει τις αναφερόμενες εξουσίες, είναι διάφορο από το δικαίωμα του δημιουργού ή των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ή προστασίας να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε περίπτωση αδικοπραξίας σε σχέση με το περιουσιακό ή ηθικό δικαίωμα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις ανωτέρω διατάξεις. Στην προκειμένη περίπτωση με τον σχετικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, η οποία επήλθε λόγω παράνομης παράστασης της Α.Ε.Π.Ι. ως πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς η τελευταία να προσδιορίσει : 1) σε τι συνίσταται η ηθική της βλάβη, 2) τους τίτλους των μουσικών έργων που περιείχαν τα κατασχεθέντα cd με τους εκτελεστές τους, και 3) τις παραγωγούς των έργων αυτών φωνογραφικές εταιρείες, χωρίς την άδεια των οποίων ήταν απαγορευμένη η κατοχή των εν λόγω ψηφιακών δίσκων, με σκοπό την εμπορία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, η "Ελληνική εταιρεία προς προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ΑΕ" ,με το διακριτικό τίτλο Α.Ε.Π.Ι, αποτελώντας οργανισμό συλλογικής διαχείρισης και προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας στην οποία είχε ανατεθεί η συλλογική διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών, δήλωσε μεν ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης 44 ευρώ για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου, χωρίς κανένα άλλο ειδικότερο προσδιορισμό, πλην όμως η δήλωση αυτή ήταν αρκετή και πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον προσαρτημένο στη μήνυσή της κατάλογο των μουσικών έργων που προστατεύονταν από αυτήν, και είχε προδήλως την έννοια ότι καλύπτονταν από αυτήν και τα μουσικά έργα των προστατευόμενων μελών της, που είναι δημιουργοί και δικαιούχοι του αποκλειστικού δικαιώματος της κυκλοφορίας των υλικών φορέων που περιέχουν εγγραφή της ερμηνείας ή εκτέλεσης, και αποτελούσαν το αντικείμενο της δίκης περί της οποίας επρόκειτο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός και νόμιμος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων δικαστικά έξοδα και στην κοινή δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών που παρέστησαν στο ακροατήριο (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/5/2010 αίτηση του A. N. A. του I. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 182/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη κοινή δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πνευματική ιδιοκτησία (κατοχή κλεψίτυπων CD προς πώληση, άρθρο 66 παρ. 2 γ του Ν. 2121/1993). Οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται να εξειδικεύονται και για τους 244 κλεψίτυπους δίσκους οι τίτλοι των μουσικών έργων, , η επωνυμία των φωνογραφικών εταιρειών κτλ., ούτε απαιτείτο ειδικότερη αιτιολόγηση της βλάβης των εταιριών, καθόσον ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για απλή παράβαση του 66 παρ. 2γ του Ν. 2121/1993 και όχι του 66 παρ. 3 αυτού. Δεν χρειαζόταν αιτιολογία για την απόρριψη των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2α και 2β ΠΚ, διότι προβλήθηκαν εντελώς αόριστα, εν τούτοις αιτιολογημένα απορρίφθηκαν. Ο λόγος που προβάλλεται ως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας αλλά και ως υπέρβαση εξουσίας, λόγω παράνομης επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην εταιρεία Χ, που δεν παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον η επιδίκαση έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. ε του ΚΠΔ (το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις εξετάζεται από το Εφετείο και απόντος του πολιτικώς ενάγοντος). Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παράνομης παράστασης της ΑΕΠΙ ως πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς αυτή να προσδιορίσει 1) σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη, 2) τους τίτλους των μουσικών έργων που περιείχαν τα κατασχεθέντα, 3) τις παραγωγούς των έργων φωνογραφικές εταιρείες. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 565/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου -Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Δ. του Μ., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών …, η οποία δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως: 1. της υπ' αριθμ. 2557/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 2. της υπ' αριθμ. 2920/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση των αποφάσεων αυτών για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1369/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 56/28.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Β Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2557/2009 απόφασή του καταδίκασε την Ε. Δ. σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών για διακεκριμένες κλοπές, πλαστογραφία, απάτη - 374 περ. ε, 216§1, 386§§1, 3 εδ. α Ποιν. Κ. - Η απόφαση αυτή εκδόθηκε αντιμωλία και κατ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 2920/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η πρώτη ως άνω απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5-2-2010 (βλ. τη βεβαίωση του οικείου γραμματέα). Η καταδικασθείσα άσκησε η ίδια στις 13-9-2010 ενώπιον του Δ/ντού των φυλακών κρατήσεώς της την υπ' αριθμ. 75/2010 αίτηση αναίρεσης στρεφόμενη κατά των ανωτέρω (αμφοτέρων) αποφάσεων και για τους αναφερόμενους εκεί (συνημμένο έγγραφο) λόγους. Στην άνω έκθεση αναίρεσης, δεν αναφέρεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο, πολλώ μάλλον να επισυνάπτει αποδεικτικά προς τούτο μέσα.
ΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι, καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης απόφασης, απαράδεκτη διότι ασκήθηκε, μετά τη πάροδο της νόμιμης προθεσμίας - άρθρα 473, 476§1 ΚΠοιν. - καθό μέρος δε που στρέφεται κατά της δεύτερης απόφασης είναι απαράδεκτη διότι ασκήθηκε (στρέφεται) κατά απόφασης ανύπαρκτου, αφού αυτή μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης κατ' αυτής ακυρώθηκε και δεν υπάρχει πλέον ως τέτοια (άρθρα 502§4, 504 Κ.Ποιν.Δ.) - ΣΧΕΤ ΑΠ 835/2007, ΑΠ 252/2001 κ.α.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 75/2010 αίτηση αναίρεσης της Ε. Δ., κατά των υπ' αριθμ. 2557/2009 και 2920/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς και Τριμελούς Εφετείου Αθηνών - αντίστοιχα, και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατ' απόφασης είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της έκδοσης της απόφασης παρόντος του διαδίκου, άλλως από της νόμιμης επίδοσής της στον δικαιούμενο σε αναίρεση, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία αυτή, σε κάθε περίπτωση, πριν την καταχώρηση της απόφασης στο βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανιστούν απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει αυτόν που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 2557/2009 καταδικαστική για την αναιρεσείουσα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε με την παρουσία αυτής, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 5-2-2010, όπως προκύπτει από την από 4-10-2010 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Η κρινόμενη με αριθ. έκθ. 75/13-09-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα Ε. Δ. με δήλωση ενώπιον της διευθύντριας του καταστήματος κράτησης Γυναικών …, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1 και 473 ΚΠΔ, την 13-09-2010, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση στο βιβλίο τούτο, χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, ήτοι η αναίρεση αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως.
Συνεπώς η αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατά τη σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της. Απαράδεκτη επίσης είναι η αίτηση αυτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2920/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πρωτόδικης) διότι αυτή, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης κατ' έφεση απόφασης ακυρώθηκε και δεν υπάρχει πλέον (άρθρο 502 παρ. 4, 504 ΚΠΔ, ΑΠ 835/2007). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 75/13-09-2010 αίτηση της Ε. Δ. του Μ., κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης …, για αναίρεση των 2920-2007 και 2557-2009 αποφάσεων του Τριμελούς και Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη άσκηση αίτησης αναίρεσης συγχωρείται όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, με την επίκληση των περιστατικών που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Απαράδεκτη η αίτηση κατά της πρωτόδικης, διότι αυτή μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ακυρώθηκε και δεν υπάρχει πλέον. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 561/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Σ. Ε. Η., 2) Γ. Φ. Π. και 3) Κ. Σ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Χυτήρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1026/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χίου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουλίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1013/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να αναιρεθεί η κρινόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι υπ' αριθ. 1, 2 και 37 9-7-2010 αιτήσεις των Σ. Η. του Ε., Γ. Π. του Φ. και Κ. Π. του Σ. αντίστοιχα, κατοίκων ..., για αναίρεση της 1026/ 2010 ανέκκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χίου, με την οποία έκαστος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα (10) ημερών με τριετή αναστολή. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του αν. 445/ 1937, εγκατάστασις και λειτουργία κινηματογράφων ή παρεμφερών επιχειρήσεων είτε εν κλειστώ είτε εν ανοιχτώ χώρω επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας της Αστυνομικής Αρχής. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χίου, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι "Στη ... στις 19-5-2006, οι κατηγορούμενοι Σ. Η., ως πρόεδρος και Γ. Π. και Κ. Π. ως μέλη του ΔΣ της ΔΑΕΧ, ενεργούντες από κοινού, κατελήφθησαν να λειτουργούν, στην περιοχή ..., χώρο προορισμένο για ανοιχτό θέατρο, ιδιοκτησίας του Δήμου Χίου ΔΑΕΧ, ως χώρο εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου χρησιμοποιούμενο από μεγάλο αριθμό φοιτητών, χωρίς άδεια της Αστυνομικής Αρχής. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, με το ελαφρυντικό μη ταπεινών αιτιών (άρ. 84 2β ΠΚ)". Στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες με το ακόλουθο διατακτικό "
Κηρύσσει ένοχους τους κατηγορουμένους, του ότι: Στη Χίο στις 19-5-2006, οι κατηγορούμενοι Σ. Η., ως πρόεδρος και Γ. Π. και Κ. Π. ως μέλη του ΔΣ της ΔΑΕΧ, ενεργούντες από κοινού, κατελήφθησαν να λειτουργούν, στην περιοχή ..., χώρο προορισμένο για ανοιχτό θέατρο, ιδιοκτησίας του Δήμου Χίου ΔΑΕΧ, ως χώρο εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου χρησιμοποιούμενο από μεγάλο αριθμό φοιτητών, χωρίς άδεια της Αστυνομικής Αρχής. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, με το ελαφρυντικό μη ταπεινών αιτιών (άρ. 84 2β ΠΚ).". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη διότι α) αποτελεί πλήρη αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς καμία αναφορά των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία και των νομικών σκέψεων με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική ως άνω διάταξη (ΑΠ 757/2009), β) δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι συμμετείχαν στην τέλεση της πράξεως ως συναυτουργοί (ΑΠ 1176/2008) γ) δεν διευκρινίζεται γιατί φέρουν ποινική ευθύνη τα μέλη του ΔΣ και όχι ο Πρόεδρος ή ο Διευθυντής της αναφερομένης ΔΑΕΧ και δ) ενώ η υπόθεση είχε αναβληθεί για κρείσσονες αποδείξεις με την 1686/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να προσκομισθεί άδεια και οι κατηγορούμενοι στην μετ' αναβολή δίκη προσκόμισαν τη σχετική άδεια, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι κατά τούτο η προσβαλλόμενη δεν συναξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος των αιτήσεων αναίρεσης είναι βάσιμος. Όθεν, παρελκούσης της έρευνας των λόγων της αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης ως αλυσιτελούς, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1026/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χίου.
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εγκατάσταση και λειτουργία κινηματογραφικών ή παρεμφερών επιχειρήσεων σε κλειστό ή ανοικτό χώρο. Σχετικές διατάξεις. Η αιτιολογία δεν είναι ειδική αν αποτελεί πλήρη αντιγραφή του διατακτικού χωρίς καμία αναφορά των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία και των νομικών σκέψεων με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 560/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ε. Α. του Ν. και 2)Π. Α. του Ι. συζ. Ε., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ράλλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.5066/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κοτόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 16 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1453/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 25-10-2010 αίτηση και οι επ' αυτής από 16-2-2011 πρόσθετοι λόγοι των Ε. Α. του Ν. και Π. συζύγου Ε. Α., κατοίκων ... για αναίρεση της 5066/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στην μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού εφόσον προβλήθηκε κατά σαφή και ορισμένο τρόπο πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 5066/2010 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Οι κατηγορούμενοι Ε. και Π. Α. συνιδιοκτήτες οικοδομής επί της οδού Μ... στους ... ,δυνάμει του από 1/5/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμίσθωσαν στην εταιρία "Σ. Β. και Σία ΕΠΕ", εταίρος της οποίας και συνδιαχειριστής ήταν ο παθών Γ. Β. ένα υπόγειο επαγγελματικό χώρο-αποθήκη για τις λειτουργικές ανάγκες της εταιρίας που δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή εσωρούχων και συναφών ειδών και στα πλαίσια της δραστηριότητας της θα συνεργαζόταν με τον Α. Γ. και την κόρη του Ε. Γ. , ήδη πεθερό και σύζυγο του παθόντος, αντίστοιχα, που ήδη λειτουργούσαν εργαστήριο φασόν σε μισθωμένο χώρο του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής. Για το λόγο αυτό και ενόψει της επικείμενης συνεργασίας των δύο επιχειρήσεων, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων για την κατάρτιση της μίσθωσης που έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 2003, τέθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για τη σύναψη της μίσθωσης η εγκατάσταση ανελκυστήρα που θα συνέδεε το υπόγειο με τον πρώτο όροφο και θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες μεταφοράς πρώτων υλών και εμπορευμάτων μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, καθόσον ήδη προϋπήρχε εκεί αναβατόριο που συνέδεε το υπόγειο μόνο με το ισόγειο και εξυπηρετούσε τις ανάγκες μεταφοράς εμπορευμάτων του προηγούμενου μισθωτή του υπογείου χώρου, ο οποίος λειτουργούσε εκεί επιχείρηση πώλησης υαλικών. Οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να καταρτισθεί η σύμβαση της μίσθωσης, δεν προέβησαν στην εγκατάσταση ανελκυστήρα για την οποία θα απαιτούνταν σειρά ενεργειών για την ολοκλήρωση της νόμιμης διαδικασίας εγκατάστασης και λειτουργίας αυτού, αλλά επεξέτειναν την εγκατάσταση του ήδη υπάρχοντος αναβατορίου που είχε εγκατασταθεί το έτος 2001. Από τα άνω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από την αναγνωσθείσα από 18/2/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Σ. Π., αποδείχθηκε ότι η όλη άνω κατασκευή και εγκατάσταση είχε γίνει από μη εξειδικευμένους τεχνίτες χωρίς προδιαγραφές και την έκδοση μελέτης μηχανολόγου και της απαιτούμενης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας του. Στη συνέχεια δε, την 1/5/2003, όταν υπεγράφη μεταξύ τους η σύμβαση μισθώσεως, οι κατηγορούμενοι τόσο κατά την σύναψη αυτής αλλά και μεταγενέστερα διαβεβαίωσαν τον παθόντα ότι το αναβατόριο το οποίο υπήρχε στο ακίνητο και με το οποίο μετακινούνταν εμπορεύματα από το υπόγειο προς τον α' όροφο, ήταν ακίνδυνο κατά τη χρήση του, ότι δηλαδή μπορούσε να γίνει μεταφορά εμπορευμάτων δια της χρήσεως του αναβατορίου χωρίς κίνδυνο γι' αυτούς που το χρησιμοποιούν. Όμως δεν υπέδειξαν την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν και δεν προέβλεψαν το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα του τραυματισμού του άνω παθόντος στις 3/10/2003. Ειδικότερα, κατά την άνω ημεροχρονολογία ο Γ. Β. τοποθέτησε στο υπόγειο εντός του αναβατορίου ένα δέμα με υφάσματα και μετέβη στον πρώτο όροφο για να το παραλάβει. Προς τούτο αφού άνοιξε την πόρτα πάτησε με το ένα πόδι μέσα στο αναβατόριο και σκύβοντας επεχείρησε να σύρει έξω το δέμα. Κατ' εκείνη τη στιγμή από το συνδυασμένο βάρος του δέματος και του παθόντος έσπασε ο σύνδεσμος αναρτήσεως του βαρούλκου με το γάντζο του αναβατορίου ενώ το τελευταίο βρισκόταν σε ύψος 8 μέτρων, με αποτέλεσμα να απελευθερωθεί το αναβατόριο από το βαρούλκο με τον παθόντα μέσα και να πέσει. Από την ελεύθερη δε αυτή πτώση από τον πρώτο όροφο και ύψος 8 μέτρων στο υπόγειο της οικοδομής να τραυματισθεί ο εντός του αναβατορίου παθών, ο οποίος υπέστη πλήρη αισθητικοκινητική πάρεση στα κάτω άκρα και κακοποίηση της συνδεσμολογίας των σπονδύλων και κυρίως των Θ5-Θ6. Ο ανωτέρω τραυματισμός του παθόντος θα είχε αποφευχθεί εάν οι κατηγορούμενοι, όπως είχαν υποχρέωση από την ιδιότητα τους ως κύριοι του ακινήτου και εκμισθωτές, είχαν καλέσει ειδικευμένο τεχνίτη για να το επιθεωρήσει, είχαν μεριμνήσει για την ορθή και ασφαλή λειτουργία του αναβατορίου είχαν τοποθετήσει πινακίδες με οδηγίες χρήσεως και σε σχέση με την ικανότητα μεταφοράς του αναβατορίου είχαν επισημάνει ότι αυτός προορίζεται μόνο για μεταφορά εμπορευμάτων, ιδίως δε αν είχαν φροντίσει για τη συντήρηση του βαρούλκου στο σημείο που συνδεόταν με γάντζο με το αναβατόριο. Τουναντίον αποδείχθηκε ότι αυτοί όχι μόνο δεν προέβησαν σε συντήρηση αλλά παρέλειψαν αυτή παρότι γνώριζαν ότι το αναβατόριο επί μακρό χρόνο είχε καταπονηθεί για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων από τον προηγούμενο μισθωτή του υπογείου χώρου. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η παραπάνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια και από υπόχρεους που προκλήθηκε στον εγκαλούντα, το οποίο τους αποδίδεται, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι του εγκλήματος αυτού.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α για τον δεύτερο κατηγορούμενο, καθόσον αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση του εγκλήματος διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα του περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και να του επιβληθεί ποινή μειωμένη (άρθρα 83, 84 παρ. 2α ΠΚ). Αντίθετα, από τα ίδια τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη μέχρι την τέλεση του εγκλήματος διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περαιτέρω να απορριφθούν οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί της". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ακόλουθο διατακτικό: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Στους ... στις 3-10-2003, ενώ ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή από αμέλεια τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν προκάλεσαν σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψουν το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη τους. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Ε. Α. και Π. Α., τυγχάνοντες εκμισθωτές υπογείου σε οικοδομή, που βρίσκεται επί της οδού Μ..., στην οποία μισθωτής ήταν ο παθών έμπορος και βιοτέχνης Γ. Β., με τις ως άνω ιδιότητες τους και ενώ ήταν και υπεύθυνοι για την ασφάλεια των μισθωτών στο ως άνω μίσθιο και την οικοδομή τους, και έχοντας, έτσι, την υποχρέωση για επιμέλεια, δηλαδή για τη λήψη και τήρηση μέτρων ασφαλείας και προστασίας των μισθωτών στη συγκεκριμένη οικοδομή, διαβεβαίωσαν τον παθόντα για ακίνδυνη χρήση του κείμενου στην οικοδομή αναβατορίου και δεν κάλεσαν για επιθεώρηση του αναβατορίου ειδικευμένο άτομο, δεν μερίμνησαν για τη σωστή λειτουργία του μηχανισμού του αναβατορίου, δεν τοποθέτησαν πινακίδες με οδηγίες χρήσης και στοιχεία για τη μεταφορική ικανότητα του αναβατορίου και τη χρήση του μόνο για τη μεταφορά εμπορευμάτων και δεν φρόντισαν για την τακτή συντήρηση του βαρούλκου που συνδεόταν με γάντζο με το αναβατόριο, αλλά αντίθετα χρησιμοποιούσαν επί μακρόν το αναβατόριο τοποθετώντας εντός αυτού μεγάλα φορτία, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ο παθών Γ. Β. να τοποθετήσει εντός του βαρούλκου ένα δέμα με υφάσματα, να σπάσει ο σύνδεσμος ανάρτησης του βαρούλκου με το γάντζο του αναβατορίου, να απελευθερωθεί το αναβατόριο από το βαρούλκο από τον πρώτο όροφο της οικοδομής ήτοι από ύψος 8 μέτρων με τον παθόντα εντός αυτού, να πέσει το αναβατόριο στο υπόγειο της οικοδομής και να τραυματισθεί ο παθών, που υπέστη πλήρη αισθητικοκινητική πάρεση στα κάτω άκρα και συντριπτικά κατάγματα και κακοποίηση της συνδεσμολογίας των σπονδύλων ιδία του Θ5 και Θ6 στη σπονδυλική στήλη, αποτέλεσμα το οποίο οι κατηγορούμενοι δεν προέβλεψαν εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς τους. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα διαλαμβάνεται ο τρόπος τέλεσης του άνω ποινικού αδικήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας με παράλειψη, εγκειμένης στο ότι οι αναιρεσείοντες διαβεβαίωσαν τον παθόντα ότι το αναβατόριο, το οποίο υπήρχε στο ακίνητο που είχαν εκμισθώσει σε αυτόν ... ήταν ακίνδυνο κατά τη χρήση του, ότι δηλαδή μπορούσε να γίνει μεταφορά εμπορευμάτων δια της χρήσεώς του χωρίς κίνδυνο για αυτούς που το χρησιμοποιούν, ότι ο τραυματισμός του παθόντος από την πτώση του αναβατορίου θα είχε αποφευχθεί αν οι κατηγορούμενοι, όπως είχαν υποχρέωση από την ιδιότητά τους ως κύριοι και εκμισθωτές του ακινήτου, είχαν καλέσει ειδικευμένο τεχνίτη για να το επιθεωρήσει, είχαν τοποθετήσει πινακίδες με οδηγίες χρήσεως και σε σχέση με την ικανότητα μεταφοράς του αναβατορίου είχαν επισημάνει ότι αυτό προορίζεται μόνο για τη μεταφορά εμπορευμάτων και ιδίως είχαν φροντίσει για τη συντήρηση του βαρούλκου στο σημείο που συνδεόταν με γάντζο με το αναβατόριο, ενώ η προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες εξ αμελείας τους παρέλειψαν τη συντήρησή του παρότι γνώριζαν ότι το αναβατόριο επί μακρό χρόνο είχε καταπονηθεί, ήτοι δεν επέδειξαν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν και έτσι δεν προέβλεψαν το επελθόν αποτέλεσμα του τραυματισμού του παθόντος. Υπό τα δεδομένα αυτά υπήρχε πράγματι ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων προς αποτροπή του αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος, η οποία θεμελιώνεται στο σύμπλεγμα των νομικών καθηκόντων τους που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση και δη εκείνη της συμβατικής υποχρέωσής τους για παροχή του μισθίου ακινήτου και του αναβατορίου κατά τρόπο ασφαλή για τη σωματική ακεραιότητα των μισθωτών. Διαλαμβάνεται δε η άνω νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων και στην αιτιολογία, αφού κατ' αυτήν ήταν υπόχρεοι συνεπεία του επαγγέλματος και της ιδιότητάς τους αυτής ως εκμισθωτών και του αναβατορίου να παραλείψουν να διαβεβαιώσουν τον μισθωτή παθόντα περί της ασφαλούς χρήσεως αυτού (αναβατορίου) και επιπλέον παρέλειψαν, κατά τις παραδοχές, να καλέσουν ειδικευμένο τεχνίτη να το επιθεωρήσει, να μεριμνήσουν για την ορθή και ασφαλή λειτουργία του, να είχαν τοποθετήσει πινακίδες με οδηγίες χρήσεως σε σχέση με την ικανότητα μεταφοράς του αναβατορίου και να είχαν φροντίσει για τη συντήρησή του, με αποτέλεσμα να επέλθει ο τραυματισμός του παθόντος, αναφέροντας έτσι και το σχετικό τούτο επιτακτικό κανόνα δικαίου χωρίς να είναι αναγκαία και η ειδική μνεία του άρθρου 15 του ΠΚ (ΑΠ 1220/ 2008). Όθεν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι και ο πρόσθετος δεύτερος λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση στο πρόσωπο τους του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός είχε υποβληθεί εντελώς αόριστα στο Δικαστήριο με την επίκληση απλώς της νομικής διάταξης που τον προέβλεπε και όχι με την επίκληση πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν και ως εκ τούτου το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν καν υπόχρεο να απαντήσει. Όθεν, η αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικός ενάγοντος Γ. Β. και επιβληθούν σε αυτούς τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση και τους επ' αυτής από 16-2-2011 πρόσθετους λόγους των Ε. Α. του Ν. και Π. συζύγου Ε. Α., κατοίκων ..., για αναίρεση της 5066/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πολιτικός ενάγοντος Γ. Β., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ. Η ιδιαίτερη ειδική υποχρέωση του υπαιτίου προς αποτροπή του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου. Δεν είναι αναγκαία η ειδική μνεία του άρθρου 15 ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 559/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλικοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στη …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Θεοδωράτο, για αναίρεση της με αριθμό 15/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Μ. Κ. του Γ. και 2) Μ. Ο. του Γ., κατοίκους ..., που δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1236/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως, εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 15/2010 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "από την ανάγνωση των εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ανήλικος ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του (γεννήθηκε στις 3.12.1984), στις 19-7-2002, στη ... από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο του Γ. Κ., ηλικίας 16 ετών, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ. κοινό, μη ανατρεπόμενο φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρα του Γ. Ζ., χωρίς να κατέχει την ισχύουσα στην Ελλάδα άδεια οδηγήσεως αυτοκινήτου, και έχοντας σε αυτό (το όχημα) συνεπιβάτες, τους φίλους του Γ. Κ. και Σ. Κ., ηλικίας αμφοτέρων 16 ετών, μετέβη μαζί με αυτούς για μπάνιο στην παραλία του χωριού .... Την 19.00 περίπου ώρα, αναχώρησαν από την παραλία και μετέβησαν στο αθλητικό στάδιο της …, προκειμένου να συναντήσουν εκεί συνομηλίκους τους και να παίξουν μπάλα. Ωστόσο, επειδή δεν βρήκαν εκεί κανέναν, αναχώρησαν αμέσως με κατεύθυνση το κέντρο του χωριού. Κατά την αναχώρηση τους ο κατηγορούμενος, οδηγός του προαναφερόμενου οχήματος, ενεργώντας αμελώς, κατά παράβαση του άρθρου 33 του ΚΟΚ (Ν. 2696/99) και του άρθρου 3 της ΥΑ 815/35/97 (Μεταφορών), επέτρεψε στους δύο φίλους του να καθήσουν στην καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου, η οποία (καρότσα) δεν είχε προστατευτικές προσθήκες (παραπέτια). Δηλαδή, τους επέτρεψε να καθίσουν στην καρότσα του οχήματος κατά τρόπο επικίνδυνο, χωρίς να τηρήσει τους αναγκαίους όρους μεταφοράς προσώπων, ενώ σαν μέτριος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός είχε την ευθύνη και υποχρέωση να τους απαγορεύσει να καθίσουν στην καρότσα του φορτηγού, που δεν ήταν ασφαλής για τη μεταφορά ανθρώπων και να τους επιβάλει να καθίσουν στην καμπίνα, που το αυτοκίνητο αυτό διέθετε. Ειδικότερα ο θανών, Γ. Κ. κάθισε στη δεξιά κούρμπα της καρότσας και κρατιόταν πρόχειρα από το σιδερένιο πλαίσιο (μπάρα) αυτής και ο Σ. Κ. στην αριστερή (κούρμπα). Κατά την διαδρομή και ενώ το αυτοκίνητο εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη που επέτρεπαν οι περιστάσεις (40 χιλ. περίπου) σε χωμάτινο δρόμο, σε μία αριστερή, σε σχέση με την πορεία του στροφή, λόγω της φυγόκεντρης δύναμης και του κραδασμού που προκλήθηκε από την ύπαρξη λακκουβών, επί του οδοστρώματος, ο Γ. Κ. εκτινάχθηκε εκτός της καρότσας του οχήματος και έπεσε με δύναμη στο έδαφος. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο και με τη βοήθεια του Σ. Κ. τοποθέτησε τον τραυματία Γ. Κ., στην καρότσα του και τον μετέφερε στο Αγροτικό ιατρείο της …. Εν συνεχεία δε, λόγω του βαρύτατου τραυματισμού του στο κεφάλι, μεταφέρθηκε με αεροπλάνο τις μεταμεσονύκτιες ώρες στο Νοσοκομείο Αθηνών "Ευαγγελισμός", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος σε βαρειά κατάσταση, μέχρι την 29-7-2002 οπότε απεβίωσε. Ειδικότερα ο θανών, κατά την ανωτέρω πτώση του, υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση με οξύ επισκληρίδιο αιμάτωμα, κάταγμα ακανθώδους απόφυσης Θ7-Θ8 και κάταγμα 1ου και 2ου μετακαρπίου δεξιάς άκρας χειρός (βλ.σχ. Το υπ' αριθμ. πρωτ. 03/04/20533/29-5-2003 πιστοποιητικό Νοσηλείας του ως άνω Νοσοκομείου), συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του ( βλ.την από 30-7-2002 Ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Αθηνών Ν. Κ.). Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά ο θανάσιμος τραυματισμός του Γ. Κ. οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, που συνίσταται, όπως εκτίθεται και παραπάνω, στο ότι επέτρεψε στον θανόντα και τον Σ. Κ. να καθίσουν στην καρότσα του φορτηγού αυτοκινήτου που αυτός οδηγούσε, η οποία καρότσα δεν προοριζόταν και δεν ήταν κατάλληλη για την ασφαλή μεταφορά τους, κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και του άρθρου 3 της ΥΑ 815/35/97 (Μεταφορών), καθώς και στο γεγονός ότι δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη του την κατάσταση αυτής και ειδικότερα την ύπαρξη λακκουβών επί του οδοστρώματος καθώς και την ύπαρξη αριστερής στροφής εν σχέσει με την πορεία του, κατά παράβαση του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι ο θάνατος του Γ. Κ. οφείλεται σε αμέλεια του ίδιου του παθόντος, ο οποίος, όπως και ο συνεπιβάτης του Σ. Κ., κάθισε στην καρότσα του αυτοκινήτου, παρότι ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) τους ζήτησε να καθίσουν στην καμπίνα του οχήματος, στις θέσεις που αυτό διέθετε, πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, ανεξαρτήτως της τυχόν συγκλίνουσας υπαιτιότητας του ίδιου του παθόντος (κάθισε στην καρότσα του φορτηγού, αναλαμβάνοντας έτσι κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο για τη ζωή του καθώς και στο ότι δεν κρατιόταν σταθερά από τη μεταλλική μπάρα του αυτοκινήτου), αμέλεια (όπως αυτή αναλύεται ανωτέρω) βαρύνει τον κατηγορούμενο. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν ανήλικος κατά το χρόνο τέλεσης της άνω πράξης, έχει όμως ήδη συμπληρώσει το 18° έτος της ηλικίας του και ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 130 παρ.1 του Π.Κ. πρέπει να του επιβληθεί, αντί του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, η ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τέλεσε, ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 Π. Κ.., καθόσον δεν είναι σκόπιμος ο περιορισμός του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα ορθώς το Δικαστήριο υπήγαγε τις άνω ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος που συνθέτουν την αμέλεια του αφενός στο άρθρο 33 του ΚΟΚ (Ν 2096/1999) και αφετέρου στη διάταξη του άρθρου 3 της υπ' αριθμ. Β-815/35/1997 απόφασης του Υπουργού Μεταφορών "Μεταφορά προσώπων με φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης", η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η μεταφορά προσώπων με φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, αφού, όπως διαλαμβάνεται στην απόφαση, ο αναιρεσείων, κατά παράβαση της τελευταίας διάταξης μετέφερε τον παθόντα στην καρότσα του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, που οδηγούσε, το οποίο ούτε προοριζόταν ούτε διέθετε τις απαραίτητες προδιαγραφές για την ασφαλή μεταφορά προσώπων. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στην από 30-7-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Αθηνών Ν. Κ., η οποία όμως, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η ως άνω ιατροδικαστική έκθεση αντιστοιχεί στο με α.α. 4 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, με αριθμό 1584/2002, το περιεχόμενο του οποίου λήφθηκε υπόψη, το οποίο άλλωστε, προκύπτει αναμφισβήτητα και από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο του, και είχε πλέον τη δυνατότητα προσωπικά ή δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών, προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο δεν αναγνώσθηκε, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση, γιατί το δικαστήριο, στο σκεπτικό της αιτιολογίας του για την επιμέτρηση της ποινής (άρθρα 79 και 80 του Π.Κ) διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό της έλεγχο, αφού, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, για την επιμέτρηση αυτή έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, πλην άλλων, και τα αίτια που ώθησαν τον αναιρεσείοντα στην εκτέλεση του εγκλήματος και τον σκοπό που επιδίωξε, αιτιολογία όμως που προσιδιάζει σε έγκλημα που τελέστηκε από δόλο και ότι εξ αυτού του λόγου η προσβαλλόμενη απόφαση καθίσταται αναιρετέα. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως, το Δικαστήριο, στη σχετική με την επιμέτρηση της ποινής απόφασή του, μνημονεύει μεν όλα τα αναφερόμενα προς τούτο κριτήρια που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, πλην όμως, είναι προφανές ότι έλαβε υπόψη του μόνο εκείνα τα κριτήρια, που προσιδιάζουν στο εκ μη συνειδητής αμελείας έγκλημα, το οποίο δέχθηκε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και εκτίθενται στην πιο πάνω περί ενοχής αιτιολογία της αποφάσεως. Η παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, προκειμένου να εκτιμήσει την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, ότι έλαβε υπόψη του εκτός άλλων και το σκοπό που αυτός επιδίωξε, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή από την οποία σε καμία περίπτωση, δεν δημιουργείται αντίφαση, αφού όπως προαναφέρθηκε, την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, την στήριξε μόνο σε εκείνα τα στοιχεία που προσιδιάζουν στο εκ μη συνειδητής αμέλεια έγκλημα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τις αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, δεν είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Σεπτεμβρίου 2010 και με αριθμό καταθέσεως 1/2010 αίτηση του Γ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 15/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (άρθρα 28, 302 ΠΚ). Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 557/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1)Α. Ζ. του Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και 2)Γ. Σ. του Σ.. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1898/24-2-2011, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 293/2011.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 69/10-3-2011 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ, την 1898/24.2.2011 αναφορά (αίτηση) του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ΚΠΔ Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (ΑΠ 1603/2010, ΑΠ 1252/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 137 παρ.1 εδ. α' και β' περ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή μπορούν να ζητήσουν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς: α) το συμβούλιο πλημμελειοδικών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο, και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση, στην οποία υπάγεται και η παραπομπή από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών, σε άλλον ισόβαθμο εισαγγελέα, εφαρμόζονται δε αναλογικά και σ' αυτή την περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ (ΑΠ 1632/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης με την 1898/24.2.2011 αναφορά - αίτησή του, ζητάει την παραπομπή της 179/10.2.2011 εκθέσεως της επιτροπής ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως του Α. Ζ. του Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών και της συζύγου του Γ. Σ. του Σ., συμβολαιογράφου, από την οποία ανακύπτει περίπτωση ποινικής διώξεως αυτών για υποβολή ανακριβών δηλώσεων του πόθεν έσχες (άρθρα 4 παρ. 3 και 5 παρ. 1 του ν. 3213/2003, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το ν. 3849/2010), σε άλλον ισόβαθμο εισαγγελέα, καθόσον ο πρώτος τούτων υπηρετεί ως εισαγγελικός λειτουργός στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, που είναι αρμόδια καθ' ύλη και κατά τόπο για τη δίωξη της αξιόποινης πράξεως, για την οποία με την ανωτέρω έκθεση της επιτροπής ελέγχου του πόθεν έσχες καταγγέλλονται. Με τα δεδομένα αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β' περ. γ' του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω εκθέσεως της επιτροπής ελέγχου του πόθεν έσχες από τον αρμόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και τις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Δυτικής Μακεδονίας για να ενεργηθούν τα περαιτέρω νόμιμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να παραπεμφθεί η 179/10.2.2011 έκθεση της επιτροπής ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως του Α. Ζ. του Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών, και της συζύγου του Γ. Σ. του Σ., συμβολαιογράφου, στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Δυτικής Μακεδονίας. Αθήνα, 8 Μαρτίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε του Κ.Π.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος, είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρτικής εξετάσεως.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 1898/24-2-2011 αναφορά-αίτησή του ζητεί την παραπομπή της υπ' αριθμ. 179/10-2-2011 εκθέσεως της επιτροπής ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως του Αντεισαγγελέα Εφετών Α. Ζ. του Κ. και της συζύγου του Γ. Σ. του Σ., συμβολαιογράφου, από την οποία ανακύπτει περίπτωση ποινικής διώξεως αυτών, για υποβολή ανακριβών δηλώσεων του πόθεν έσχες(άρθρο 4 παρ.3 και 5 παρ.1 του Ν. 3213/2003, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση τους με το Ν. 3849/2010, σε άλλον ισόβαθμο εισαγγελέα, καθόσον ο πρώτος τούτων, υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης, με το βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδια για την ποινική δίωξη της αξιόποινης αυτής πράξεως. Μετά από αυτά, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε και 137 παρ.1 εδ. β περ. γ του Κ.Π.Δ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ως άνω εκθέσεως της επιτροπής ελέγχου του πόθεν έσχες από τον αρμόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και τις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Δυτικής Μακεδονίας, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπ' αριθμό 179/10-2-2011 έκθεση της επιτροπής ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως του Α. Ζ. του Κ., Αντεισαγγελέα Εφετών και της συζύγου του Γ. Σ. του Σ., συμβολαιογράφου, στον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν της υποβολής εκθέσεως της επιτροπής ελέγχου του πόθεν έσχες σε βάρος εισαγγελικού λειτουργού της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης και της συζύγου του. Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 556/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Δ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 3795/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Κ., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1063/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3795/2010 απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Στις 15.2.2005 και περί ώρα 6:10 πμ, οι αστυφύλακες Γ. Τ. και Γ. Κ. , που υπηρετούσαν στο αστυνομικό τμήμα ..., εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία -περιπολία στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας, ο πρώτος ως οδηγός και ο δεύτερος ως συνοδηγός του υπηρεσιακού οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ΕΑ-.... Κινούμενοι στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Λαμία, αντιλήφθηκαν στο 49° χλμ. της εθνικής οδού ένα ογκώδες αντικείμενο στο κεντρικό τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας. Στο σημείο εκείνο της Ν.Ε.Ο δεν λειτουργούσε ο τεχνητός φωτισμός. Αμέσως ο οδηγός στάθμευσε προσωρινά το περιπολικό στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης με το φάρο και τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) σε λειτουργία. Όταν οι αστυφύλακες εξήλθαν από το όχημα, διαπίστωσαν ότι το ογκώδες αντικείμενο ήταν μία πολυεστερική δεξαμενή -"σιλό", μήκους 8 μέτρων και με διάμετρο 2 μέτρα, που βρισκόταν επί του στηθαίου ασφαλείας, σε παράλληλη θέση προς το οδόστρωμα. Όπως δε αποδείχθηκε, η εν λόγω πολυεστερική δεξαμενή - "σιλό" ανήκε στον κατηγορούμενο Δ. Π., ο οποίος ήταν επιχειρηματίας επεξεργασίας αλεύρων και σιμιγδαλιών και διατηρούσε κυλινδρόμυλο άλεσης σιτηρών στο 48° χλμ της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας και στο 49ο χλμ. και σε απόσταση 200 περίπου μέτρων από την Ν.Ε.Ο. συγκρότημα αποθήκευσης "σιλό σιτηρών", στο οποίο ήταν εγκατεστημένη η δεξαμενή που παρασύρθηκε. Σε χρόνο 2-3 λεπτών από τη στιγμή που οι αστυνομικοί διαπίστωσαν την ύπαρξη της δεξαμενής, και ενώ ο αστυφύλακας Κ. προσπάθησε να χρησιμοποιήσει κώνους σήμανσης, προκειμένου να σημανθεί το ως άνω αντικείμενο και προς αποφυγή κινδύνου, λόγω των ισχυρών ανέμων η δεξαμενή άλλαξε φορά, γύρισε κάθετα ως προς το οδόστρωμα και κάλυψε τις αριστερές λωρίδες και των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Αμέσως ο αστυφύλακας Γ. Τ. μπήκε στο περιπολικό για να ενημερώσει από την ασύρματη συσκευή το κέντρο τροχαίας για την επικίνδυνη κατάσταση. Τη στιγμή που η δεξαμενή έλαβε κάθετη θέση προς το οδόστρωμα, καταλαμβάνοντας την αριστερή λωρίδα, ο πολιτικώς ενάγων Ν. Κ., ο οποίος οδηγούσε το υπ' αριθ. ... IX.Ε. αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα της Ν.Ε.Ο. στο ρεύμα προς Λαμία,, με ταχύτητα 90-100 χλμ/ώρα, είχε φθάσει σε απόσταση 25-30 μέτρων από τη δεξαμενή. Ο πολιτικώς ενάγων, βλέποντας ξαφνικά, σε αυτή την απόσταση, ένα πολύ μεγάλο αντικείμενο να του κλείνει το δρόμο, ενήργησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει το εμπόδιο πλην όμως δεν τα κατάφερε, λόγω της μικρής απόστασης, και έτσι το αυτοκίνητο του προσέκρουσε στη δεξαμενή, εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και στη συνέχεια ακυβέρνητο προσέκρουσε στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου περιπολικού, το οποίο ανέτρεψε, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν ο αστ/κας Τ. Γ., ο οποίος υπέστη μυοσκελετικές κακώσεις, και ο πολιτικώς ενάγων Κ. Ν., ο οποίος υπέστη κατάγματα μετακαρπιαίου αμφοτέρων των άνω άκρων. Οι παραπάνω τραυματισμοί προκλήθηκαν από αμέλεια του κατηγορουμένου, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ανήκε η δεξαμενή και ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα και ούτε είχε φροντίσει να γίνεται σχετικός έλεγχος για την ασφαλή στήριξη και ακινητοποίηση της δεξαμενής, στον ευρισκόμενο παραπλεύρως της ε.ο. και σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από αυτήν υπαίθριο χώρο, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να σπάσουν τα "τσέρκια" που τη στερέωναν και να μην μπορεί να παρασυρθεί αυτή ακόμα και σε περιπτώσεις που οι άνεμοι που συνήθως έπνεαν στην περιοχή είχαν εξαιρετική ένταση. Στην περιοχή πάντα πνέουν δυνατοί άνεμοι. Εκείνη την ημέρα οι άνεμοι ήταν ιδιαίτερα ισχυροί και έφτασαν και μέχρι τα 10 και πρόσκαιρα τα 11 μποφόρ. Η ύπαρξη θυελλωδών ανέμων δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να προβλεφθεί ή κάτι που δεν συμβαίνει. Όμως ο κατηγορούμενος, εάν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή, που όφειλε και μπορούσε πράγματι και λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει, θα μπορούσε να προβλέψει ότι θα μπορούσαν να συμβούν και έκτακτα καιρικά φαινόμενα και να πνεύσουν στην περιοχή και πολύ πιο ισχυροί από αυτούς που συνήθως πνέουν και ότι θα μπορούσε η μη ασφαλώς στερεωμένη πολυεστερική δεξαμενή να κυλίσει από την απόσταση των 200 μέτρων, όπου το συγκρότημά του, να υπερπηδήσει με την πίεση των ισχυρών ανέμων τα εμπόδια και τοιχία που υπήρχαν μέχρι την ε.ο και να κινηθεί μέσα στην ε.ο. με κίνδυνο για την ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των χρησιμοποιούντων αυτήν. Από αμέλειά του δεν προέβλεψε τα παραπάνω και δεν φρόντισε για τη ασφαλή στερεώσει της δεξαμενής. Μετά το ατύχημα κατήργησε τις δεξαμενές αυτού του τύπου. Εξάλλου το ατύχημα δεν οφείλεται σε αποκλειστκή υπαιτιότητα του πολιτικώς ενάγοντος Ν. Κ. λόγω υπερβολικής του ταχύτητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ο πολιτικώς ενάγων εκινείτο με ταχύτητα 90-100 χλμ την ώρα, δηλ. μικρότερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 120 χλμ., λόγω των επικρατουσών συνθηκών και δεν μπορούσε να προβλέψει την εμφάνιση μιας τέτοιας δεξαμενής στην εθνική οδό. Δεν μπόρεσε να αποφύγει τη δεξαμενή λόγω της μικρής απόστασης, από την οποία την αντιλήφθηκε ξαφνικά, και σε κάθε περίπτωση δεν οφείλεται το ατύχημα σε αποκλειστική υπαιτιότητά του. Ούτε βεβαίως σε υπαιτιότητα των αστυνομικών, οι οποίοι ενήργησαν τα δέοντα, όπως αναφέρεται παραπάνω. Με βάση τα παραπάνω οι δύο τραυματισμοί οφείλονται σε αμέλεια του κατηγορουμένου.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών του περί ανώτερης βίας και περί αποκλειστικής ευθύνης των αστυνομικών και του παθόντος". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι: Στο 42° χλμ. της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας στις 15 Φεβρουαρίου 2005, από αμέλειά του. δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ο κατηγορούμενος Π. Δ., όντας υπόχρεος από το επάγγελμα του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, προξένησε σ' άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας αυτού, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα ο κατηγ/νος Π. Δ., διατηρών κυλινδρόμυλο αλέσεως σιτηρών στο 48° χλμ ΝΕΟ Αθηνών -Λαμίας, δεν έλαβε, ως ώφειλε τα κατάλληλα μέτρα για την στήριξη και ακινητοποίηση "πολυεστερικής αποθηκευτικής δεξαμενής (σιλό) που βρισκόταν σε υπαίθριο χώρο της επιχείρησης, με αποτέλεσμα δυνατοί άνεμοι που έπνεαν στην άνω περιοχή να παρασύρουν την εν λόγω αποθηκευτική δεξαμενή και να εναποθέσουν αυτή κάθετα επί του κεντρικού στηθαίου ασφαλείας της ΝΕΟ Αθηνών-Λαμίας και έτσι να προσκρούσει σε αυτή (αποθηκευτική δεξαμενή) το υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτ/το, που οδηγούσε ο Ν. Κ. στην αριστερή λωρίδα της Ν.Ε.Ο. με κατεύθυνση προς Λαμία, να παρεκλίνει της πορείας του προς δεξιά και να προσκρούσει σε σταθμευμένο περιπολικό με αριθμό κυκλ. ΕΑ-... στην λωρίδα εκτάκτου ανάγκης. Αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγ/νου (Π. Δ.) ήταν να τραυματισθούν οι οδηγοί αμφοτέρων των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο τροχαίο ατύχημα, ο μεν πρώτος από τους οποίους (Ν. Κ.) υπέστη κάταγμα μετακαρπίων αμφοτέρων των άνω άκρων ο δε δεύτερος (Γ. Τ.) υπέστη μυοσκελετικές κακώσεις)". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άνω άρθρων, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε. Ειδικότερα διαλαμβάνεται ο τρόπος τέλεσης του άνω ποινικού αδικήματος της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κατά συρροή με μία και μόνο παράλειψη, εγκείμενη στο ότι ο αναιρεσείων κατά την τοποθέτηση του σιλό στο εργοστάσιό του δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή στήριξη και ακινητοποίηση της δεξαμενής αυτής (σιλό) με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να σπάσουν τα τσέρκια που τη στερέωναν και να μην μπορεί να παρασυρθεί αυτή από τους ανέμους που συνήθως έπνεαν στην περιοχή και είχαν στο συγκεκριμένο χρόνο εξαιρετική ένταση, ενώ εάν τη δεξαμενή αυτή την είχε στερεώσει κατά ασφαλή τρόπο αυτή δεν θα παρεσύρετο και έτσι θα αποφεύγετο το ατύχημα τούτο. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές, η ύπαρξη θυελλωδών ανέμων στην περιοχή μπορούσε να προβλεφθεί από τον αναιρεσείοντα. Υπό τις άνω παραδοχές η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη και όχι σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αξιοποίνου αποτελέσματος και έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή, για το οποίο καταδικάσθηκε, δεν απαιτείτο η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, ήτοι να διαλαμβάνεται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης ούτε απαιτείτο να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο η υποχρέωση αυτή επήγαζε. Περαιτέρω, υπό τις άνω παραδοχές, αιτιολογημένα απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί ανωτέρας βίας ως και περί αποκλειστικής ευθύνης των αστυνομικών, αφού, κατά τις παραδοχές, αυτοί ενήργησαν τα δέοντα. Πλέον δε τούτων, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο παθών, που οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα της Ν.Ε.Ο., αντιλήφθηκε τη δεξαμενή από απόσταση τριάντα μέτρων και ότι αντιλήφθηκε αυτήν ξαφνικά στην πορεία του. Οι παραδοχές αυτές δεν ενέχουν εκ πλαγίου παράβαση, αφού, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ο παθών οδηγός, ευθύς ως αντιλήφθηκε στην πορεία του την ύπαρξη της δεξαμενής ξαφνικά από απόσταση τριάντα μέτρων ενήργησε προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό, πλην όμως, επέπεσε σε αυτήν και εν συνεχεία προσέκρουσε στο σταθμευμένο στο δεξιό του οδοστρώματος περιπολικό, με αποτέλεσμα, λόγω της σφοδρότητος του ατυχήματος, να τραυματιστούν τα αναφερόμενα δύο πρόσωπα.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2010 αίτηση του Π. Δ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3795/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας. Όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος τότε για την θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ. Η ειδική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην αιτιολογία πρέπει να αναφέρεται η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 557/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Τ.- Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1048/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2406/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει σε περίπτωση κατά την οποία στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, είτε τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την κατάφαση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, είτε αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1-4, 101, 102 παρ.1, 104 παρ.1, 106 και 107 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που καταρτίσθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Α.Ν. 430/1968, εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 226698/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο υπ` αριθ. 389 ΦΕΚ Β' της 2-4-1973, κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 851/1981), προκύπτει ότι οι προαγωγές στο βαθμό του υποδιευθυντή γίνονται κατ` απόλυτη εκλογή για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων και εφόσον οι υποψήφιοι για προαγωγή έχουν συμπληρώσει στον κατεχόμενο κατώτερο βαθμό (του τμηματάρχη Α') τρία έτη υπηρεσίας και έχουν τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Οι προαγωγές αυτές γίνονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ως αρμοδίου υπηρεσιακού οργάνου αυτής, που αποφαίνεται κατόπιν προτάσεως του Διοικητή της, αφού λάβει υπόψη α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινομένου υπαλλήλου, που αφορούν στο χαρακτήρα, το ήθος, τα τυπικά επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα αυτού, τις ηθικές αμοιβές και τις εκθέσεις των προϊσταμένων του, την επιτυχή μετεκπαίδευσή του, τα φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθώς και το χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας του, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, γ) την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του [Διοικητικού Συμβουλίου], που διατυπώνονται ρητώς και λεπτομερώς στο πρακτικό και δ) κάθε γενικά χρήσιμο κατά την κρίση του στοιχείο ή έγγραφο. Ως προακτέος κατ` απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται εκείνος που διακρίθηκε μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος και επέδειξε σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και πρόσφερε με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες. Η εν λόγω κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων μόνο για κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281), η οποία υπάρχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης παραλείφθηκε η προαγωγή υπαλλήλου, που υπερείχε καταφανώς έναντι των συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο αναιρεσίβλητος έχει πτυχίο του Τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά και μεταπτυχιακό τίτλο (master) του Wagner College της Νέας Υόρκης ΗΠΑ, στα χρηματοοικονομικά και το μάρκετινγκ. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα. Προσλήφθηκε στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας την 6-3-1985, με βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, κατόπιν επιλογής λόγω των προσόντων του και, αφού εξελίχθηκε βαθμολογικά, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 30-11-1993. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε ένδεκα (11) σεμινάρια επιμόρφωσης συνολικής διάρκειας 287 ωρών (αναφέρονται ένα προς ένα στην προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ παράλληλα, κατά το διάστημα των ετών 1991 ως 1996, υπήρξε ο ίδιος εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης του προσωπικού της αναιρεσείουσας. Από το έτος 1991 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, αρχικά, ως αναπληρωτής προϊστάμενος και, κατόπιν, ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων της κεντρικής υπηρεσίας της αναιρεσείουσας στην Αθήνα (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση). Κατά καιρούς, διετέλεσε μέλος σε 28 επιτροπές ή ομάδες εργασίας που λειτούργησαν στο πλαίσιο δραστηριότητας της αναιρεσείουσας (προσδιορίζονται, επίσης). Στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται πάντοτε ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 393 έως 400 μονάδες (που είναι το ανώτατο όριο). Οι κριτές του τον χαρακτηρίζουν ως "εξαίρετο στέλεχος, με άριστη επιστημονική κατάρτιση και υπηρεσιακή συγκρότηση, εξαίρετο ήθος, μεγάλο υπηρεσιακό ενδιαφέρον, δυνάμενο να ασκήσει με επιτυχία καθήκοντα στον ανώτερο βαθμό". Στις προαγωγικές κρίσεις της 11-4-2005 για το βαθμό του Υποδιευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε πέντε (5) άλλους, προτεινόμενους με την αγωγή προς σύγκριση, συναδέλφους του. Εξ αυτών, ο Δ. Κ. έχει πτυχίο της ΠΑΣΠΕ, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, προσλήφθηκε την 1-4-1974, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-5-1988, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε ένα (1) σεμινάριο επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, αρχικά, ως αναπληρωτής προϊστάμενος θυρίδας και, κατόπιν, ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων του καταστήματος της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται πάντοτε ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 372 έως 396 μονάδες, αλλά το 1989 του έγινε "σύσταση" και το 1996 "παρατήρηση" για αντίστοιχες παραβάσεις των εγκυκλίων διαταγών κατά την άσκηση των καθηκόντων του (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση). Εκ των προς σύγκριση, ο Κ. Ξ. έχει πτυχίο της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, προσλήφθηκε την 19-3-1979, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 24-7-1992, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε δέκα (10) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων υποκαταστημάτων της αναιρεσείουσας στη Λαμία και την ευρύτερη περιοχή της, στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως λίαν επαρκής και άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 361 έως 384 μονάδες, αλλά το 1997 τιμωρήθηκε με πρόστιμο στέρησης αποδοχών ενός 15νθημέρου, για σοβαρές παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση) και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1996 ως 2001, με μικρή διακοπή, δεν πρόσφερε υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα, διότι ήταν αποσπασμένος, διαδοχικά, στο πολιτικό γραφείο βουλευτή και στο γραφείο του οικείου νομάρχη. Εκ των προς σύγκριση, ο Ν. Σ. έχει απολυτήριο Λυκείου, γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα, προσλήφθηκε την 20-10-1975, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 28-6-1995, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε έξι (6) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων υποκαταστημάτων της αναιρεσείουσας στη Βέροια και την ευρύτερη περιοχή της, στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 387 έως 391 μονάδες, αλλά το 1980 του έγινε "αυστηρή παρατήρηση", για παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Εκ των προς σύγκριση, ο Ν. Χ. έχει απολυτήριο Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, προσλήφθηκε την 12-3-1971, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-5-1991, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε οκτώ (8) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως διαχειριστής Ταμείου του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας στο Αρκαλοχώρι Κρήτης και στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως λίαν επαρκής, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 357 έως 362 μονάδες. Εκ των προς σύγκριση, ο Γ. Β. έχει πτυχίο της ΑΣΟΕΕ, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, προσλήφθηκε την 1-7-1979, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 28-6-1994, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε ένδεκα (11) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως υποδιευθυντής και διευθυντής διαφόρων υποκαταστημάτων της αναιρεσείουσας στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 383 έως 395 μονάδες. Ύστερα από τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα προαναφερθέντα συγκριτικά στοιχεία ο αναιρεσίβλητος, κατά τις κρίσεις της 11-4-2005, υπερείχε καταφανώς σε σύγκριση με τους ως άνω προαχθέντες συναδέλφους του, διότι α) εκτός από το πτυχίο ανωτάτης σχολής, που διαθέτει, έχει, επί πλέον, μεταπτυχιακό δίπλωμα σε αντικείμενο σχετικό με την υπηρεσία του, ενώ οι Δ. Κ., Κ. Ξ. και Γ. Β. έχουν μόνο πτυχίο ανωτάτης σχολής και οι Ν. Σ. και Ν. Χ. μόνο απολυτήριο Λυκείου, β) έχει άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, ενώ οι Δ. Κ., Κ. Ξ. και Ν. Σ. έχουν μέτρια ή στοιχειώδη γνώση και οι Γ. Β. και Ν. Χ. ουδεμία γνώση, γ) έχει παρακολουθήσει περισσότερα σεμινάρια επιμόρφωσης από τους άλλους και διετέλεσε ο ίδιος επιμορφωτής, δ) έχει συγκεντρώσει στα φύλα ποιότητας υψηλότερη βαθμολογία από όλους τους άλλους, ε) έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα σε σημαντικές θέσεις της κεντρικής υπηρεσίας, ενώ οι άλλοι άσκησαν τέτοια καθήκοντα σε θέσεις των περιφερειακών καταστημάτων και στ) επέδειξε ενδιαφέρον για την υπηρεσία της αναιρεσείουσας με τη συμμετοχή του σε πολλές ομάδες εργασίας και επιτροπές, χωρίς ποτέ να απασχολήσει τα πειθαρχικά όργανα αυτής, ενώ οι Δ. Κ., Κ. Ξ. και Ν. Σ. έχουν ελεγχθεί πειθαρχικά και, πέραν αυτού, ο δεύτερος έλειψε από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας για μια πενταετία περίπου. Και ότι η υστέρηση του αναιρεσίβλητου στη γενική αρχαιότητα, έναντι πάντων των προς σύγκριση συναδέλφων του και στην ειδική αρχαιότητα, έναντι των Δ. Κ., Κ. Ξ. και Ν. Χ. δεν θεωρείται αποφασιστικό κριτήριο εν προκειμένω, διότι η προαγωγή γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή και όχι κατ' αρχαιότητα. Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή τους ως άνω πέντε (5) συναδέλφους του αναιρεσίβλητου και να παραλείψει αυτόν τον ίδιο, υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, με συνέπεια να είναι καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΚ 281). Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη 1048/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί το δικαίωμα προαγωγής του αναιρεσίβλητου από προηγούμενο χρόνο (19-12-2003), δίκασε εκ νέου την αγωγή και έκρινε ότι έπρεπε να προαχθεί αυτός από 11-4-2005, αντί οποιουδήποτε από τους προς σύγκριση συναδέλφους του. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι για την κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του και την εντεύθεν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας κατά τη διενέργεια των προαγωγών με παράλειψή του. Ειδικότερα, το Εφετείο στάθμισε όλα τα προς σύγκριση πρόσφορα στοιχεία για τον καθένα από τους κρινόμενους και εκ του συνδυασμού απάντων κατέληξε στο πόρισμά του. Ως προέχοντα στοιχεία υπεροχής του αναιρεσίβλητου έναντι πάντων των προς σύγκριση συναδέλφων του αξιολόγησε το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, τη γλωσσομάθειά του και τη βαθμολογία του στα φύλλα ποιότητας. Στα στοιχεία αυτά το Εφετείο προσέθεσε τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που ο αναιρεσίβλητος παρακολούθησε, την ικανότητά του να είναι και ο ίδιος εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στην κεντρική υπηρεσία, την ικανότητά του να συμμετέχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας και την απουσία πειθαρχικών ποινών. Τα στοιχεία αυτά δεν αξιολογήθηκαν αυτοτελώς, αλλά σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα και μεταξύ τους. Και από τη σύγκριση και στάθμιση όλων αυτών, που λεπτομερώς παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξήχθη το πόρισμα περί του ότι η υπεροχή του αναιρεσίβλητου ήταν κατάδηλη. Επομένως, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία, γι` αυτό οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων υπάλληλος, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις διενεργηθείσες από τα όργανα του εναγομένου εργοδότη προαγωγές του προσωπικού αυτού, ο τελευταίος μπορεί να προτείνει νομίμως τον ισχυρισμό ότι άλλος ή άλλοι υπάλληλοι, επίσης μη προαχθέντες, υπερείχαν έναντι του ενάγοντος, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση διακωλυτική του δικαιώματος προαγωγής που ασκείται με την αγωγή (ΑΚ 281, 297, 298, 914). Η ευδοκίμηση, όμως, της ενστάσεως προϋποθέτει άρση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατάδηλης υπεροχής του ενάγοντος έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του και της προαγωγής αυτού, η οποία δεν επέρχεται όταν οι εκ μέρους του ενιστάμενου εργοδότη προτεινόμενοι προς σύγκριση υπάλληλοι είναι λιγότεροι από εκείνους, οι οποίοι αναφέρονται στην αγωγή και έναντι των οποίων διαπιστώνεται ότι ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ένσταση καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελή τον εκ μέρους της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό ότι, ακόμη και αν ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι των εκ μέρους αυτού προτεινόμενων προς σύγκριση πέντε (5) συναδέλφων του, αντί αυτών θα είχαν προαχθεί οι παραλειφθέντες, επίσης, Α. Γ. - Ε. και Σ. Χ., οι οποίοι υπερείχαν σε σχέση με τον αναιρεσίβλητο, που και πάλι δεν θα είχε προαχθεί. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, διότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε καταφανώς έναντι πέντε (5) συναδέλφων του, οπότε, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι εκ μέρους της αναιρεσείουσας προταθέντες προς σύγκριση δύο (2) άλλοι υπάλληλοι υπερτερούσαν απλώς και ήθελαν προαχθεί έναντι αυτού, πάλι θα υπήρχαν τρεις (3) κενές οργανικές θέσεις σε μια από τις οποίες θα έπρεπε να προαχθεί ο αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 2406/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο χίλια εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράλειψη προαγωγής. Ορθή εφαρμογή ΑΚ 281 και διατάξεων Οργανισμού ΑΤΕ και επαρκής αιτιολογία ως προς καταφανή υπεροχή του υπαλλήλου έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του. Διακωλυτική ένσταση. Είναι αβάσιμη, ως αλυσιτελής, όταν οι προτεινόμενοι από τον εργοδότη ως υπερέχοντες είναι ολιγότεροι εκείνων, έναντι των οποίων ο υπάλληλος υπερέχει καταφανώς. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 558/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 24242/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 870/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και από 24 Νοεμβρίου 2010, αποδεικτικό επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, προς τον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Λεωνίδα Λώρα, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 11ης Μαρτίου 2011. Ο ανωτέρω, όμως, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση με αριθμό 34 από 7 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2010, αίτηση του Α. Α. του Α. και Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 24242/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 567/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1376/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1483/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε: α) να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Π. Δ., β) να αναιρεθεί στο σύνολό της η υπ' αριθμ. 1376/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο. Τέτοια ακυρότητα όμως δεν ιδρύεται όταν το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή εάν αναφέρεται απλώς ιστορικά. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Π. Δ., για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, που του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Το δικαστήριο αυτό, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, εκτός από τα άλλα έγγραφα, και την υπ' αριθμ. 11/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αιγίου, που εκδόθηκε επί της από 16-7-2003 έγκλησης του τότε μηνυτή και τώρα κατηγορουμένου Π. Δ. κατά του τότε μηνυομένου και τώρα μηνυτή Κ. Μ., και με την οποία διάταξη, σύμφωνα με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτό ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα τα καταγγελλόμενα από τον κατηγορούμενο Π. Δ. σε βάρος του εγκαλούντα Κ. Μ.. Το έγγραφο όμως αυτό (υπ' αριθμ. 11/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αιγίου), στο οποίο το δικαστήριο στήριξε, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, την καταδικαστική του κρίση, δηλαδή το έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και όχι ιστορικώς, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, ούτε και το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να στερηθεί ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου. Επομένως επήλθε εξ αυτού του λόγου, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1376/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Αναιρείται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί ενοχής κρίση του, σε έγγραφο που δεν αναγνώστηκε. Παραπέμπει προς εκδίκαση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 566/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - πολιτικώς ενάγουσας Γ. Ζ. του Π. κατοίκου Κατερίνης, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55444/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1.Π. Σ. του Θ., 2.Ζ. Χ. του Β., 3.Β. Χ. του Ζ., 4.Α. Β. του Ι., 5.Κ. Μ. του Β., 6.Α. Σ. του Α., 7.Γ. Τ. του Ι., 8.Κωνσ Β. του Β., 9.Γ. Κ. του Δ. και 10.Χ. Π. του Δ..
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1563/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 17/31-1-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Α μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 55444/7-5-2010 απόφασή του που δίκαζε την κατά των Σ. Π. κλπ κατηγορία για παράβαση του άρθρου 17§8 ν 1337/83, διέταξε την αποβολή της "Πολιτικώς ενάγουσας" Γ. Ζ. διότι "για τη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορούμενους δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση πολιτικής αγωγής" - ήτοι για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης - με την άνω απόφασή του το δικαστήριο έκανε δεκτές σχετικές αντιρρήσεις των κατηγορουμένων. Στη συνέχεια το δικαστήριο ανέβαλλε την εκδίκαση της κατηγορίας και διέταξε τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδείξεων προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να κληθεί και προσέλθει η μάρτυρας Γ. Ζ., και κληθούν και προσέλθουν οι μάρτυρες Κ. Π. και Ε. Γ.. Η άνω απόφαση, η οποία εκδόθηκε με την παρουσία της αποβληθείσης Γ. Ζ., καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11-5-2010. Κατά της απόφασης αυτής και δη κατά το σκέλος που αφορά την αποβολή της "πολιτικώς ενάγουσας" η τελευταία άσκησε δια πληρεξουσίου - με βάση την από 15-11-2010 εξουσιοδότησή της - στις 17-11-2010 ενώπιον του γραμματέα των πλημ/κων Αθηνών την υπ' αριθμ. 75/2010 αναίρεση προβάλλουσα ότι παρά τον νόμο, απεβλήθη διότι θίγονται τα δικαιώματά της από τις πράξεις των κατηγορουμένων [άρθρα 57 εδ. α, 59 ΑΚ, 24 Συντ.].
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504§1 ΚΠοινΔ "Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης ...", κατά δε το άρθρο 505§1 ίδιου κώδικα "... αναίρεση μπορούν να ζητήσουν: α)... β)... γ) ο πολιτικώς ενάγων για την καταδικαστική απόφαση ...". Εξάλλου ο πολιτικώς ενάγων έχει δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως όταν με αυτή αποβλήθηκε από τη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο [βλ και ΑΠ 1977/2002] ή αναιρέσεως όταν μετά την απόφαση που απεβλήθη της πολιτικής αγωγής περατώθηκε η δίκη ανεκκλήτως ή απερρίφθη η έφεση [βλ. ΑΠ 1615/2002 βλ και ΑΠ 820/2006, ΑΠ 2134/2009]. Σε κάθε δηλ. περίπτωση απαιτείται όπως με την σχετική απόφαση περατωθεί η δίκη, διότι άλλως πρόκειται για απόφαση παρεμπίπτουσα καθώς δεν χωρεί αυτοτελώς αναίρεση από τους διαδίκους [άρθρο 504§4 ΚΠοινΔ] - πρβλ για αυτό ΑΠ 971/2006, ΑΠ 2227/2002 κ.α. και ειδικώς για τις αποφάσεις που διατάσσουν την αναβολή για κρείσσονες Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. Α 255 σημ 12, Ζησιάδη Ποινική τομ. γ εκδ. γ' σελ. 310, ΑΠ 504/84 κ.α.-. Έτσι δεν έχει εδώ εφαρμογή, δεν έχει δηλ. θέση το ζήτημα εάν επιτρέπεται αναίρεση ή όχι κατά της απόφασης - παρεμπίπτουσας ή όχι - που απέρριψε την πολιτική αγωγή ως μη στηριζόμενη στο νόμο [βλ. ΑΠ 2204/2004 ΑΠ 1349/84], διότι εδώ δεν έχουμε οριστική απόφαση, δηλ. απόφαση που να περατώνει τη δίκη, προϋπόθεση που έχει το άνω ζήτημα. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατ' απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση, και εφόσον ο νόμος δεν ορίζει άλλο".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 75/2010 αίτηση αναίρεσης της Γ. Ζ. κατά της υπ' αριθμ. 55444/2010 αποφάσεως του Α' μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 25-1-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 του ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη τη ποινική δίωξη (370). Απόφαση "τελειωτική επί της κατηγορίας" είναι η απόφαση που περατώνει την ποινική δίκη στο βαθμό και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε εξουσίας να επανέλθει, όπως όταν κηρύσσει ένοχο ή αθώο τον κατηγορούμενο ή παύει οριστικά ή κηρύσσει απαράδεκτη τη ποινική δίωξη.
Συνεπώς δεν είναι απόφαση "τελειωτική επί της κατηγορίας" η προπαρασκευαστική απόφαση, η απόφαση δηλαδή η οποία χωρίς να λύνει το σχετιζόμενο με την κατηγορία ζήτημα, προπαρασκευάζει απλά την τελειωτική κρίση του δικαστηρίου και δεν περατώνει οριστικά την ποινική δίκη, και τούτο διότι η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί από το ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε μέχρι την οριστική εκδίκαση της κατηγορίας. Η προπαρασκευαστική απόφαση μπορεί να αναιρεσιβληθεί μόνο μαζί με την τελειωτική απόφαση. Έτσι, δεν υπόκειται σε αυτοτελή αναίρεση η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής της δίκης, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη νόμιμης επίδοσης, διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκαση ή ο χωρισμός, αναβάλλεται η συζήτηση για κρείσσονες αποδείξεις κτλ. Κατ' εξαίρεση, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου νομιμοποιείται να ζητήσει την αναίρεση κάθε απόφασης ακόμη και των προπαρασκευαστικών ή προδικαστικών (άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 55444/2010 απόφαση του, διέταξε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των κατηγορουμένων, την αποβολή της πολιτικώς ενάγουσας Γ. Ζ. για το λόγο ότι "για την πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση πολιτικής αγωγής", ήτοι για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ανωτέρω να παρασταθεί στη δίκη ως πολιτικώς ενάγουσα. Ακολούθως δε το δικαστήριο ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης και διέταξε τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδείξεων, προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να κληθεί και προσέλθει η μάρτυρας Γ. Ζ., καθώς και οι μάρτυρες Κ. Π. και Ε. Γ.. Κατά της απόφασης αυτής και κατά το σκέλος της που αφορά την αποβολή της "πολιτικώς ενάγουσας", η τελευταία άσκησε την κρινόμενη από 17/11/2010 αναίρεση, προβάλλουσα ότι παρά το νόμο αποβλήθηκε της ποινικής διαδικασίας και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας απόφαση, κατά την έννοια που εκτέθηκε και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναίρεση αυτοτελώς. Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/11/2010 αίτηση της Γ. Ζ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 55444/2010 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης από την πολιτικώς ενάγουσα κατά του σκέλους της αναβλητικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις, που αποβλήθηκε από τη διαδικασία με το σκεπτικό ότι η πράξη του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 που αποδίδετο στους κατηγορουμένους, δεν επιτρέπεται παράσταση πολιτικής αγωγής. Η αναίρεσή της απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση δεν είναι «τελειωτική επί της κατηγορίας».
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 570/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την προσφυγή του αναιρεσείοντος-προσφεύγοντος Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως των Διατάξεων 147/2010 Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών και 151/2010 Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, με εγκαλούμενο τον Ι. Μ. του Γεωργίου.
Ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Πατρών και ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών, με τις ως άνω Διατάξεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - προσφεύγων ζητά την αναίρεση των διατάξεων αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2010 προσφυγή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1599/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 429/22-12-10, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 476 και 513 παρ. 1 α' του ΚΠΔ, την 21/26-10-2010 "αίτηση αναιρέσεως" του Ν. Γ. Α. κατοίκου ... (Χαροκόπου 13-15) κατά της 151/6-10-2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών και της 147/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών, και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 462 του ΚΠΔ, τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αναίρεση. Η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών (α. 47 ΚΠΔ) και η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Εφετών μετά από προσφυγή του εγκαλούντα κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (α. 48 του ΚΠΔ) δεν έχουν την μορφή ούτε της αποφάσεως ούτε του βουλεύματος. Κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών το μόνο ένδικο που προβλέπεται από τον Κ.Π.Δ. είναι η προσφυγή του εγκαλούντα ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών (α. 48 του ΚΠΔ) Κατά της διάταξης που εκδίδει μετά την προσφυγή αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών ο εγκαλών - προσφεύγων δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση επειδή αυτό δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις ούτε από κάποια άλλη γενική ή ειδική διάταξη του ΚΠΔ (AΠ 140/2009, ΑΠ 948/2009, ΑΠ 1445/2006 ΠΔ 2007.252, ΑΠ 1457/2005 ΠΧ 2006.249, ΑΠ 213/2003 ΠΔ 2003.1039).
ΙΙΙ. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πατρών με την 147/2010 διάταξή του απέρριψε ως αβάσιμη την από 4-5-2009 έγκληση του ήδη "αναιρεσείοντα" Ν. Α. κατά του υπαλλήλου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών Ι. Μ. για παράβαση καθήκοντος. Αυτός προσέφυγε κατά της διατάξεως αυτής στον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών ο οποίος με την 151/2010 διάταξή του απέρριψε την σχετική προσφυγή του ως αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών, που του επιδόθηκε στις 22-10-2010, αλλά και αυτής που εξέδωσε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, στρέφεται ήδη ο παραπάνω Ν. Α. με σχετική προσφυγή του ενώπιόν μας, η οποία εκτιμάται ως αναίρεση, και ζητά την εξαφάνισή τους. Επειδή η παραπάνω "αναίρεση" κατά των διατάξεων αυτών, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, δεν προβλέπεται από τον Νόμο πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1993 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, να την απορρίψει ως απαράδεκτη και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από 210 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 21/26-10-2010 "αίτηση αναιρέσεως" του Ν. Γ. Α., κατοίκου ..., κατά της 151/6-10-2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών και της 147/2010 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών και Β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 210 ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο προσφεύγων
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 462 του ΚΠΔ "τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι: 1) η έφεση, και 2) η αναίρεση". Η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Πλημ/κών, σύμφωνα με το άρθρο 47 του ΚΠΔ και η διάταξη του που εκδίδει ο Εισαγγελέας Εφετών μετά από προσφυγή του εγκαλούντα κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ίδιου κώδικα, δεν φέρουν τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως. Κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημ/κών το μόνο ένδικο μέσο που προβλέπεται από τον ΚΠΔ είναι η προσφυγή του εγκαλούντα ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών (άρθρο 48 του ΚΠΔ). Κατά της διάταξης δε που εκδίδει μετά την προσφυγή αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών, ο εγκαλών-προσφεύγων δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, επειδή αυτό δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη γενική ή ειδική διάταξη του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Πατρών με την υπ' αριθμ. 147/2010 διάταξή του απέρριψε ως αβάσιμη την από 4/5/2009 έγκληση του ήδη αναιρεσείοντα Ν. Α. κατά του υπαλλήλου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών Ι. Μ. για παράβαση καθήκοντος. Κατά της διάταξης αυτής ο ανωτέρω προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 151/2010 διάταξή του, απέρριψε την προσφυγή του ως αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, που του επιδόθηκε την 22/10/2010, αλλά και αυτής που εξέδωσε ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Πατρών, ο ανωτέρω εκκαλών άσκησε την κρινομένη αναίρεση, με την οποία ζητεί την εξαφάνισή τους. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά των διατάξεων αυτών δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης και επομένως πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 21/26-10-2010 αίτηση αναίρεσης του Ν. Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 151/6-10-2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών και κατά της υπ' αριθμ. 147/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασκήθηκε αναίρεση από τον Α: 1) κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών που απέρριψε την προσφυγή του κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απέρριψε την μήνυση του και 2) κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απέρριψε την μήνυσή του. Απορρίπτεται η αίτησή του ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 572/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. - Σ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1695/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4057/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 18-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το υπηρεσιακό γενικά καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και ειδικότερα η διαδικασία και οι προϋποθέσεις προαγωγής των υπαλλήλων της διέπονται και ρυθμίζονται από τα άρθ. 1, 3, 4, 9, 10, 15, 17, 18, 24 του Οργανισμού Προσωπικού αυτής που καταρτίσθηκε με την από 11-11-1977 ΣΣΕ, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε με την 46806/1977 ΑΥΕ (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι (α) οι προαγωγές του μόνιμου προσωπικού από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' και άνω γίνονται κατ' εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό (β) το Διοικητικό Συμβούλιο αποφαίνεται κατ' ελεύθερη κρίση μετά από εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα των στοιχείων του ατομικού του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού (γ) η παροχή εξουσιοδότησης ή "δικαιώματος" υπογραφής ή μονογραφής αποσκοπεί μόνο στην εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών της Τράπεζας, δεν συνεπάγεται δικαίωμα διατήρησης αυτής καθώς και της τυχόν σχετικής με αυτήν χρηματικής παροχής, δεν ακολουθεί τον βαθμό και μπορεί ν' ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ως υποβιβασμός ή μείωση (δ) η τράπεζα ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας έχει δικαίωμα να προβαίνει με τα αρμόδια όργανά της και κατά την διαδικασία που διαγράφεται από τον Οργανισμό στην συμπλήρωση των κενών οργανικών θέσεων κατά την πρώτη, μετά την δημιουργία κενών οργανικών θέσεων, προαγωγική κρίση. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, το οποίο είναι το αρμόδιο για την προαγωγή κρίση όργανο του εργοδότη, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του, όμως, αυτή, εφόσον υπάρχει Οργανισμός με ισχύ νόμου, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (μόνο) κατ' άρθ. 281 ΑΚ, όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του που προήχθη από τον βαθμό αυτόν. Στην περίπτωση αυτή της παράβασης από το προαναφερόμενο όργανο του εργοδότη του άρθ. 281 ΑΚ η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο και συνεπώς άκυρη (άρθ. 174, 180 ΑΚ) και διαπράττει τούτο αδικοπραξία κατ' άρθ. 914 ΑΚ. Τότε ο παραλειφθείς υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του κατ' άρθ. 70 ΚΠολΔ, καθώς και την επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης των οργάνων της εργοδότριας τράπεζας που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, σύμφωνα με τα άρθ. 71, 281, 297-299, 914 και 932 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, επί αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" διωκούσης την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του, την καταβολή διαφορών από την παράνομη παράλειψη προαγωγής του στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' κλπ., με την προσβαλλομένη 4057/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε ότι :
(Α) Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη τράπεζα την 8-2-1978, ενταχθείς στο μόνιμο προσωπικό της ως βοηθός λογιστής και εξελίχθηκε στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', τον οποίο κατέχει από 1-1-1995. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα με πιστοποιητικό και Μ.Ο.Β. 6 και έχει παρακολουθήσει 25 επιμορφωτικά σεμινάρια. Κατά την υπηρεσιακή του εξέλιξη απασχολήθηκε από 8-2-1978 στο κατάστημα ..., από 3-9-1979 στο Κεντρικό κατάστημα στην Διεύθυνση Πίστεως-Υπηρεσία Πληροφοριών, από 13-5-1982 στο κεντρικό κατάστημα στην Διεύθυνση Δημοσίων Επιχειρήσεων Τραπεζών και Μεγάλων Εταιρειών, από 1-4-1986 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Επιχειρήσεων του 4ου Τμήματος στον Τομέα Μεγ. Εταιρειών, από 1-11-1988 στην διάθεση της Δ/νσης Προσωπικού του Τομέα Κίνησης, από 10-11-1988 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Ελέγχου Παρακολούθησης Εισηγητικών ΠΔ στο Τμήμα 3ης Ομάδας Περ. Διευθύνσεων στον Τομέα Επιχειρήσεων της Δ/νσης Εργασιών και καταστημάτων, από 29-3-1995 ως Υποδιευθυντής Επιχειρήσεων στο κατάστημα ..., από 13 έως 23-8-1996 σε αναπλήρωση του Διευθυντή καταστήματος ..., από 26 έως 31-7-1987 σε αναπλήρωση του Διευθυντή καταστήματος ..., από 26-9-1997 ως Διευθυντής Επιχειρήσεων Ομάδας στο κατάστημα ..., ολόκληρο το έτος 1998 ως τακτικός αναπληρωτής του Διευθυντή Ιδιωτών Ομάδας στο κατάστημα ... (συνάσκηση), από 15/5 έως 15/8/1999 σε αναπλήρωση του Διευθυντή Ομάδας στο κατάστημα ..., από 9 έως 27-8-1999 σε αναπλήρωση του Διευθυντή Ομάδας Ιδιωτών στο κατάστημα ..., καθόλο το έτος 2000 ως τακτικός αναπληρωτής του Διευθυντή Ιδιωτών Ομάδας στο κατάστημα ... (συνάσκηση). Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998, 1999 και 2000 ήταν 8,8-8,9-8,8-9-9-8,9-8,6-8,6 και 8,9 αντίστοιχα.
(Β) Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1-1-2001 προήχθησαν (αντί του ενάγοντος) και οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του Ν. Σ. και Ι. Ν., οι οποίοι είχαν τα εξής προσόντα : 1) Ο Ν. Σ. προσλήφθηκε την 16-7-1976, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης ως κλητήρας, μετατάχθηκε σε δόκιμο ταμία από 1-1-1978 και εξελίχθηκε στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1995. Είναι απόφοιτος Λυκείου και του Ινστιτούτου της Τράπεζας (3ετούς φοίτησης), γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς πτυχίο (Μ.Ο.Β. 6) και έχει παρακολουθήσει 17 επιμορφωτικά σεμινάρια. Κατά την υπηρεσιακή του εξέλιξη απασχολήθηκε από 16-7-1976 στο κατάστημα ... ως δόκιμος λογιστής ε.ε., από 24-71980 στο κατάστημα ..., από 1-9-1986 ως Προϊστάμενος Γραφείου Εμπλοκών της Διεύθυνσης Εργασιών και καταστημάτων στο κατάστημα ..., από 1-8-1992 ως Τμηματάρχης Τμήματος Πιστοδοτήσεων-Εισπράξεων και Διαχειρίσεων στο κατάστημα ..., από 15-2-1995 ως Υποδιευθυντής Επιχειρήσεων στο ίδιο κατάστημα και καθόλο το έτος 1999 ως τακτικός αναπληρωτής Υποδιευθυντή Ιδιωτών στο ως άνω κατάστημα. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1988, 1989, 1990, 1991, 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998, 1999 και 2000 ήταν 9,2-9,2-8,7-8,6-8,8-9,2-9,4-8,6-8,4-8,7-8,7-8,7 και 8,5 αντίστοιχα. 2) Ο Ι. Ν. προσλήφθηκε την 1-6-1973 και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης ως δόκιμος λογιστής, είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς πτυχίο (Μ.Ο.Β. 6) και έχει παρακολουθήσει 18 επιμορφωτικά σεμινάρια. Κατά την υπηρεσιακή του εξέλιξη απασχολήθηκε από 1-6-1973 στο κατάστημα ... ως δόκιμος λογιστής, από 23-10-1975 στο Κεντρικό-Ηλεκτρονικό Κέντρο, από 16-2-1984 στο κατάστημα ..., από 21-12-1986 έως 6-2-1992 με απόσπαση στον Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας, από 20/2 μέχρι 31/3/1992 σε αναπλήρωση του Τμηματάρχη Πιστοδοτήσεων στο κατάστημα ... με πρόσθετα καθήκοντα Τμηματάρχη Εισπράξεων-Διαχειρίσεων, από 10-2-1992 ως Τμηματάρχης Τμήματος Πιστοδοτήσεων του Τομέα Εργασιών και Διοικητικού στο κατάστημα ... με πρόσθετα καθήκοντα κλειδ. Θησαυρ. Χρεωγράφων καταστήματος, από 27/7 έως 7/8/1992 σε αναπλήρωση του Υποδιευθυντή Τομέα Επιχειρήσεων στο κατάστημα ..., από 2 έως 13-8-1993 σε αναπλήρωση του Υποδιευθυντή Τομέα Εργασιών και Διοικητικού στο ίδιο κατάστημα, από 12 μέχρι 16-12-1993 σε αναπλήρωση του Υποδιευθυντή Τομέα Εργασιών στο αυτό ως άνω κατάστημα, από 31/1 έως 3/2/1995 σε αναπλήρωση του Υποδιευθυντή Τομέα Εργασιών στο παραπάνω κατάστημα, από 1-11-1995 έως 31-12-1996 ως τακτικός Αναπληρωτής Διευθυντής καταστημάτων της Περιφέρειας, από (α) 22-12-1995 έως 21-1-1996 (β) 9 έως 26-2-1996 και (γ) 27/2 μέχρι 1/3/1996 με απόσπαση σε αναπλήρωση του Διευθυντή καταστήματος ..., από 2 έως 30-6-1997 με απόσπαση σε αναπλήρωση του Τμηματάρχη Επιχ/σεων του καταστήματος ... ..., την 1-8-1997 και από 25/8 έως 26/9/1997 με απόσπαση σε αναπλήρωση του Τμηματάρχη Επιχειρήσεων στο κατάστημα ... ..., από 27/9 έως 27/10/1997 και από 29/10 έως 9/11/1997 με απόσπαση σε αναπλήρωση του Τμηματάρχη Πελατείας Επιχειρήσεων στο κατάστημα ... ..., από 5 έως 14 και από 17 έως 18/11/1997 με απόσπαση σε αναπλήρωση του Διευθυντή του καταστήματος ... ..., από 19/11 έως 31/12/1997 με απόσπαση στο κατάστημα θυρίδας ... ... για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, από 19-12-1997 Διευθυντής καταστήματος-θυρίδας ... ... και από 17-2-2000 ως Διευθυντής στο κατάστημα .... Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1990, 1991, 1992, 1993, 1994, 1995 1996, 1997, 1998, 1999 και 2000 ήταν 8,5-8,5-8,4-8-8,4-8,2-7,3-7,5-7,9-8,6 και 8,2 αντίστοιχα.
(Γ) Από την σύγκριση των ως άνω προσόντων, τυπικών και ουσιαστικών, του ενάγοντος με εκείνα των προαναφερομένων συναδέλφων του προκύπτει ότι (α) σε σχέση με τον Ν. Σ. ο ενάγων υπερτερεί ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, δηλ. αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό (σύμφωνα, όμως, με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης είναι ισοδύναμος προς αυτόν κατά το στοιχείο τούτο), τους τίτλους σπουδών και την υπηρεσιακή επιμόρφωση και κατά τι ως προς την βαθμολογία, υστερεί έναντι αυτού ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ενώ είναι ισοδύναμος ως προς την γνώση ξένης γλώσσας και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων (β) σε σχέση με τον Ι. Ν. ο ενάγων υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, την υπηρεσιακή επιμόρφωση και την βαθμολογία, υστερεί έναντι αυτού ως προς την γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, ενώ είναι ισοδύναμος με αυτόν ως προς την γνώση ξένης γλώσσας και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Ενόψει των ανωτέρω, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ο ενάγων δεν υπερτερεί καταφανώς έναντι των ως άνω συγκρινομένων συναδέλφων του και επομένως η παράλειψη προαγωγής αυτού στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1-1-2001 δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος, κατά την σχετική επικουρική βάση της, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 281 ΑΚ και των προαναφερθέντων άρθρων του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, διέλαβε δε σχετικά επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη όλα τ' αναφερόμενα εκεί στοιχεία και προσόντα του αναιρεσείοντος και των προς σύγκριση προταθέντων συναδέλφων του και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 19 και 8 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει ν' απορριφθούν (α) ο επικουρικά προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο, εφόσον κριθεί ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1-1-2001, ως παρανόμως παραλειφθείς κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις, κατ' αναγκαία συνέπεια έπρεπε να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2004, άλλως από 1-12005, ως υπερέχων καταφανώς των ως άνω συναδέλφων του και της Μ. Π., ως αλυσιτελής και άνευ αντικειμένου, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας ορθώς έκρινε ότι η μη προαγωγή του στον προηγούμενο βαθμό (του Υποδιευθυντή Β') δεν ήταν παράνομη ως καταχρηστική και αναγκαίως δεν ασχολήθηκε με τις προαγωγικές κρίσεις στον επόμενο βαθμό (του Υποδιευθυντή Α') από 1-1-2004, άλλως από 1-1-2005 (β) ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο, αν και δέχθηκε ως νόμιμη και ορισμένη, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την επικουρική βάση για την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να του καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2002, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσής της για την καταβολή τόκων από την επίδοση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού η αγωγή του αναιρεσείοντος τελικά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματός της (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2010 αίτηση του Σ.-Σ. Κ. για αναίρεση της 4057/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία προαγωγής των υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας διέπονται από τον έχοντα ισχύ νόμου Οργανισμό Προσωπικού αυτής. Η σχετική κρίση του ΔΣ ως αρμοδίου για την προαγωγή οργάνου υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο μόνο κατ' άρθ. 281 ΑΚ, όταν κατά προφανή υπέρβαση των εκεί ορίων στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του που προήχθη αντ' αυτού. Περίπτωση μη καταχρηστικής παράλειψης προαγωγής Τμηματάρχη Α' σε Υποδιευθυντή Β' ύστερα από σύγκριση των προσόντων αυτού και των προαχθέντων. Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 573/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "Α. και Σ. Ν. - Κ. Σ. ΟΕ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ν. του Γ., 3) Σ. Ν. του Γ. και 4) Κ. Σ. του Α., κατοίκων ..., ατομικά και ως νομίμων εκπροσώπων της ως άνω εταιρίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγεώργο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 644/2005 και 742/2006 μη οριστικές και 917/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, να απορριφθούν δε οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της, με ποινή το απαράδεκτο, επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική ανεπάρκειά της αγωγής, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν, αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα οι δικονομικές της ελλείψεις, που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της, ελέγχονται κατά τον αρ. 14 του άνω άρθρου 559. Έτσι, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής που έχει ως αίτημα, εκτός των άλλων, και την καταβολή αποδοχών για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές και την έκτη ημέρα ανάπαυσης, στην πενθήμερη εβδομάδα εργασίας (δηλαδή τα Σάββατα), αρκεί ν' αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι ημέρες αυτές (δηλαδή τα Σάββατα και οι Κυριακές) προκύπτουν από το ημερολόγιο. Επίσης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και από υπερωριακή απασχόληση πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτή πέραν των άλλων και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνεπώς οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας. Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Απαραίτητο είναι επίσης να προσδιορίζονται οι νόμιμες και οι καταβαλλόμενες αποδοχές, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου. Δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ότι ο ενάγων υποχρεώθηκε να παράσχει υπερεργασία και υπερωριακή εργασία από τον εργοδότη. Ο τελευταίος δικαιούται να προτείνει κατ' ένσταση ότι ο ενάγων αυτοβούλως παρέσχε την εργασία αυτή, οπότε και στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος θα δικαιούται ως αποζημίωση την ωφέλεια του εργοδότη, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, αν πρόκειται για αξιώσεις από παράνομη υπερωριακή εργασία και μη επιτρεπόμενη εργασία κατά το Σάββατο, στο σύστημα της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο ενάγων εργαζόμενος έχει αξίωση στην ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης, τότε στην αγωγή πρέπει ν' αναφέρονται τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις 41/1981, 54/1982, 40/1983, 102/1984 και 112/1985 αποφάσεις του ΔΔΔΔ Αθηνών, εκ των οποίων οι πρώτες τέσσερις κηρύχθηκαν εκτελεστές με τις 14481/1981, 16016/1982, 17901/1983 και 21768/1984 αποφάσεις του υπουργού Εργασίας και η πέμπτη κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την 130/1985 πράξη κατάθεσης, κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 15560/1981, 18420/1982, 12256/1984, 11452/1985 και 13650/1987 αποφάσεις του ως άνω υπουργού, οι σερβιτόροι καφενείων, ζαχαροπλαστείων κλπ. και οι βοηθοί τους αμείβονται με το οριζόμενο κάθε φορά από την οικεία αγορανομική διάταξη ποσοστό φιλοδωρήματος. Στην περίπτωση δε κατά την οποία το ποσό που προκύπτει από το ποσοστό αυτό υπολείπεται του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, υπολογιζόμενου χωρίς καμία προσαύξηση επιδομάτων, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη διαφορά. Το παραπάνω ποσοστό υποχρεωτικού φιλοδωρήματος, το οποίο παλαιότερα ορίζετο στην 102/1997 αγορανομική διάταξη, καθορίστηκε στη συνέχεια με το άρθρο 238 της 14/1989 αγορανομικής διάταξης, που κωδικοποίησε τις μέχρι τότε εκδοθείσες αγορανομικές διατάξεις. Το ποσοστό αυτό καθορίστηκε τελικά με τη διάταξη του άρθρου 54 του ν. 2224/1994. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτήν η αμοιβή που δίδεται στους σερβιτόρους των καφενείων, ζαχαροπλαστείων, γαλακτοπωλείων, μπαρ, ουζερί, αναψυκτηρίων, καφεζυθo- ζαχαροπλαστείων, κυλικείων γενικά και λοιπών παρομοίων καταστημάτων καθορίζεται σε ποσοστό 16% και υπολογίζεται στο λογαριασμό των πελατών για τα είδη που κατανάλωσαν, χωρίς τις επιβαρύνσεις από φόρους και τέλη, που αποδίδονται στο Δημόσιο ή ΟΤΑ. Ακόμη οι σερβιτόροι των πιο πάνω κατηγοριών επιχειρήσεων αμείβονται και με τον λεγόμενο συμβολικό μισθό, που συνίσταται σε ένα μικρό σταθερό ποσό που προσδιορίζεται δραχμικά και αναπροσαρμόζεται περιοδικά με τις συλλογικές ρυθμίσεις. Ο μηνιαίος συμβολικός μισθός καταβάλλεται παράλληλα με τα εισπραττόμενα κάθε φορά. Στην προκείμενη περίπτωση, από τη επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι προσελήφθη στις 1-4-1997 από την πρώτη εναγομένη, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρος στην επιχείρηση σνακ μπαρ - καφενείο - οβελιστήριο της, όπου εργάζονταν ήδη από την 1-3-1997. Ότι υπό την ανωτέρω ιδιότητα του εργάσθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση μέχρι και την 18-6-2003, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι η αμοιβή του είχε συμφωνηθεί να υπολογίζεται με το μικτό σύστημα (ποσοστό επί του λογαριασμού των πελατών και συμβολικό μισθό), κατά τα οριζόμενα στις σ.σ.ε.. Ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του όσον αφορά τα ποσοστά και το συμβολικό μισθό, ούτε τα επιδόματα γάμου και πολυετούς υπηρεσίας από την 1-4-1997, καθώς και τις προσαυξήσεις για την απασχόλησή του σε ημέρες αργίας, ώρες νυχτερινές, ώρες υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωρίας και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά τα ειδικότερα, εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το περιεχόμενο αυτό, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 66.244,18 ευρώ, τόσο κατά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, όσο και κατά την επικουρική βάση αυτής, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά των εναγομένων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, δηλαδή αναφέρει την εργασιακή του σχέση και τους όρους αυτής, τις πραγματικές (προδήλως αναφέρεται στις καθαρές), εισπράξεις του, ανά μήνα, το καθαρό ποσοστό επί του οποίου υπολογίζει τις αποδοχές του, την παροχή της εργασίας του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, τον αριθμό των ωρών που εργάσθηκε και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται. Επίσης αναφέρει αναλυτικά τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας του και τις ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής από ποια ώρα μέχρι ποιά ώρα εργάσθηκε τόσον κατά τις Κυριακές όσον και κατά τις λοιπές ημέρες. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή αν οι παραπάνω εισπράξεις είναι καθαρές δηλαδή δίχως τις επιβαρύνσεις από τέλη και φόρους, είναι απαράδεκτη, για έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης, αφού η αναφορά αυτή δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, αρκεί δηλαδή η επίκληση του ύψους των εισπράξεων, που πραγματοποίησε δίχως ειδικότερο προσδιορισμό των καθαρών, στον οποίο θα προβεί το δικαστήριο, κατά την κατ'ουσία έρευνα της υπόθεσης, όπως είναι απαράδεκτη και εκείνη, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η αιτία για την οποία έλαβε τα επί μέρους ποσά, που ο ενάγων αφαιρεί ως καταβληθέντα σ' αυτόν, διότι και το στοιχείο αυτό δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της. Την αγωγή αυτή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη. Κρίνοντας την ορισμένη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 270, 335, 338 έως 341 και 346 του KΠολΔ. το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη όσων ισχυρισµών τους ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11. Η απόφαση µπορεί να περιορίζεται σε γενική μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμώνται, χωρίς την ανάγκη εξειδικεύσεως και για καθένα χωριστά αρκεί να προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι όντως το δικαστήριο εκτίµησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν. Με τους δεύτερο και τελευταίο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, ενώ προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, ότι εξόφλησαν όλες τις απαιτήσεις του ενάγοντος, ότι δεν παρείχε υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και δεν εργάστηκε τις Κυριακές και αργίες, επικαλέστηκαν, παραδεκτώς και προσκόµισαν, μεταξύ άλλων και τα παρακάτω έγγραφα, ήτοι τις αναφερόμενες στην αίτηση αποδείξεις πληρωμής και καταστάσεις πληρωμής του ενάγοντος, τα Ζ της ταμειακής μηχανής, τους μηνιαίους πίνακες εισπράξεων, τα αντίγραφα από τα επίσημα βιβλία της εταιρείας, τα εκκαθαριστικά των αποδοχών του αναιρεσείοντος και τις αποδείξεις είσπραξης της ταμειακής μηχανής, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, βεβαιώνει ότι για τον σχηµατισµό της κρίσεώς του, σχετικά µε τον τρόπο εργασίας του ενάγοντος, το χρόνο παροχής αυτής και το ύψος των οφειλομένων στον αναιρεσείοντα αποδοχών, μετά την αφαίρεση των καταβληθεισών, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόµισαν οι διάδικοι, από τη διαβεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, συνάγεται, αναμφίβολα, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισµα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, μη αναιρουμένου τούτου εκ του ότι 1) δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά στην απόφαση για καθένα από αυτά και 2) το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, έδωσε σ' αυτά διαφορετική αποδεικτική αξία, από εκείνη που τους αποδίδουν οι αναιρεσείοντες. Εποµένως, οι ως άνω από τον αριθµό 11 του άρθρου 559 KΠολΔ. δεύτερος και τελευταίος λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιµοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που µε αυτούς αποδίδονται στο Εφετείο οι, από τους αριθµούς 8, 10, 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι διότι : α) σχετικά µε την πρώτη και δεύτερη αιτίαση, από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό για εξόφληση και τον απέρριψε και συγχρόνως προσδιορίζει στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο εν γένει πόρισμα του β) σχετικά µε την τρίτη αιτίαση, της παραμόρφωσης του περιεχομένου των εγγράφων, που προαναφέρθηκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ανωτέρω Δικαστήριο κατέληξε στο σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμά του, μετά από συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και όλων των εγγράφων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στα προαναφερόμενα έγγραφα και γ) ως προς την τέταρτη αιτίαση, με την οποία πλήττεται η απόφαση για έλλειψη σαφούς και πλήρους αιτιολογίας, σχετικά 1) με τις αναφερόμενες εισπράξεις, με βάση τις οποίες προσδιόρισε τις αποδοχές του αναιρεσίβλητου, αν δηλαδή αυτές είναι καθαρές ή ακαθάριστες και 2) το χρόνο παροχής της εργασίας του, πέραν του νομίμου ωραρίου, τις Κυριακές και αργίες, το Εφετείο, με την παραδοχή της απόφασης, ότι "ο ενάγων συμφώνησε με την πρώτη εναγομένη να αμείβεται με ποσοστό επί του λογαριασμού των πελατών για τα είδη που κατανάλωσαν, το οποίο, μετά την αφαίρεση των επιβαρύνσεων από φόρους ή τέλη που αποδίδονται στο Δημόσιο ή στους ΟΤΑ, ανέρχεται σε 12,163%, καθώς επίσης και με το μηνιαίο συμβολικό μισθό, όπως αυτός καθορίζεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών σ.σ.ε." και με τις ειδικότερες παραδοχές, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην απόφαση, περί του χρόνου που παρείχε την εργασία του ο ενάγων, του συγκεκριμένου ύψους των εισπράξεων, για τα επί μέρους χρονικά διαστήματα, σαφώς δέχεται ότι οι εισπράξεις αυτές είναι οι καθαρές ( δοθέντος ότι προσδιορίζονται στο παραπάνω ποσοστό μετά την αφαίρεση από τις ακαθάριστες των επιβαρύνσεων που προαναφέρθηκαν) και επαρκώς αιτιολογεί την κρίση του ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.
Για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου του προσωπικού εστιατορίων, ζυθεστιατορίων κλπ. όλης της χώρας, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι σερβιτόροι και βοηθοί σερβιτόροι, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπουν Διαιτητικές Αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι σερβιτόροι και οι βοηθοί τους αμείβονται με το εκάστοτε οριζόμενο από την οικεία αγορανομική διάταξη υποχρεωτικό ποσοστό φιλοδωρήματος. Στην περίπτωση δε που τα ποσοστά αυτά υπολείπονται του εκάστοτε ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτου, υπολογιζόμενου χωρίς καμία προσαύξηση επιδομάτων εκτός από την ΑΤΑ που χορηγείται κάθε φορά, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη διαφορά. Για το λόγο αυτό και με την 102/84 απόφαση του Δ. Δ. Δ. Δ. Αθηνών καθορίστηκε η ανά δίμηνο και στη συνέχεια με την 112/85 όμοια η κάθε μήνα εκκαθάριση των ποσοστών αυτών, προκειμένου ο εργοδότης να καταβάλει την τυχόν προκύπτουσα από την αιτία αυτή διαφορά. Εξάλλου το άρθρο 7 παρ. 7 της 6/79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (Εθνική Γενική ΔΑ) ορίζει ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου για την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής (25% επιπλέον του ωρομισθίου) για υπερεργασία δεν έχουν εφαρμογή στους μισθωτούς εκείνους που αμείβονται με άλλο σύστημα εκτός αυτού με μισθό ή ημερομίσθιο. Αν όμως πρόκειται για μισθωτούς που αμείβονται με μικτό σύστημα, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα με προσδιορισμό του οφειλόμενου ωρομισθίου και της επ` αυτού προσαυξήσεως επί τη βάσει του συμφωνημένου ή νομίμου, τακτικώς και περιοδικώς καταβαλλομένου μισθού ή ημερομισθίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν.435/76, σε κάθε περίπτωση μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από την πρώτη ώρα, πέρα από τις απαιτήσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, ίση προς100% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου του, πρόσθετη αποζημίωση. Την αποζημίωση αυτή, ενόψει της αδιαστίκτου διατυπώσεως της παραπάνω διατάξεως, δικαιούται και μισθωτός που αμείβεται με ποσοστά επί των εισπράξεων, άσχετα με το αν, λόγω του τρόπου τούτου της αμοιβής, δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της άλλης αξιώσεως του παρανόμως εργασθέντος υπερωριακώς για την απόδοση του πλουτισμού. Επί μισθωτού αμειβομένου με ποσοστά δεν οφείλεται μεν ο πλουτισμός για την υπερωριακή απασχόληση αυτού, καθόσον κατά την πραγματοποίηση της απασχολήσεως αυτής ο μισθωτός έλαβε τα ποσοστά, καταβάλλεται, όμως η προσαύξηση 100% για την υπερωριακή απασχόληση βάσει του Ν 435/76 (άρθρο 1 παρ. 2).Εξάλλου, δεν οφείλεται πρόσθετη αμοιβή για υπερεργασία. Έτσι οι σερβιτόροι, ή βοηθοί σερβιτόροι, που αμείβονται με ποσοστά, υποχρεωτικά, επί των λογαριασμών των πελατών και όχι με μικτό σύστημα μισθού, δεν δικαιούνται και την προσαύξηση του 25% όταν παρέχουν απλώς υπερεργασία. Στην περίπτωση όμως που αμείβονται με μικτό σύστημα τότε δικαιούνται αμοιβή για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και την προσαύξηση αυτής, πλην όμως ο υπολογισμός της αντίστοιχης αμοιβής θα γίνει με βάση και μόνο τον καταβαλλόμενο συμβολικό μισθό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, συμφώνησε με την πρώτη εναγομένη ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, να αμείβεται με ποσοστό επί του λογαριασμού των πελατών για τα είδη που κατανάλωσαν, το οποίο μετά την αφαίρεση των επιβαρύνσεων από φόρους ή τέλη που αποδίδονται στο Δημόσιο ή στους ΟΤΑ, ανέρχεται σε 12,163%, καθώς και με το μηνιαίο συμβολικό μισθό, όπως αυτός καθορίζεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών σχετικών σ.σ.ε. Με βάση τις παραδοχές αυτές, παρείχετο σ' αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει την προσαύξηση υπερεργασίας, την αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωρία και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και την προσαύξηση αυτής, σύμφωνα με τα παραπάνω. Το Εφετείο, που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να αξιώσει τις παραπάνω αμοιβές και προσαυξήσεις αυτών, πλην όμως προσδιόρισε τις αντίστοιχες αξιώσεις με βάση όχι το νόμιμο (συμβολικό) μισθό, αλλά συνυπολόγισε και το ποσοστό επί των εισπράξεων, παρεβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν 435/1976, 4 παρ.3 Ν.2874/2001 και της 6/1979 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμοι. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει η αίτηση, να γίνει δεκτή εν μέρει, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιδίκαση προσαύξησης αμοιβής για υπερεργασία, αμοιβή για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση και την προσαύξηση αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 263/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αιτίαση, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή αν οι εισπράξεις του σερβιτόρου είναι καθαρές, είναι απαράδεκτη, για έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης, αφού η αναφορά αυτή δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής. Το Εφετείο, βεβαιώνει ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν σι διάδικοι. Οι από τους αριθμούς 8, 10, 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμες, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό για εξόφληση, τον απέρριψε και συγχρόνως προσδιορίζει στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο εν γένει πόρισμά του, μετά από συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και όλων των εγγράφων και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στα έγγραφα και γ) επαρκώς αιτιολογεί την κρίση του ως προς τα κρίσιμα ζητήματα. Οι σερβιτόροι ή βοηθοί σερβιτόροι, που αμείβονται με μικτό σύστημα δικαιούνται αμοιβή για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και την προσαύξηση αυτής, πλην όμως ο υπολογισμός της αντίστοιχης αμοιβής Θα γίνει με βάση και μόνο τον καταβαλλόμενο συμβολικό μισθό. Αναιρεί εν μέρει την απόφαση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 555/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα, Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1117/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 283/22-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 26-7-2010 αίτηση του Ι. Α. Γ., κατοίκου ... με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του της 10162/2001 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών για παθητική δωροδοκία με τριετή αναστολή, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημ/μα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν, εκτός των άλλων, μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος αυτός. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.411, ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004.1325, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007. σελ. 214 και 215). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για πλημμέλημα από το Τριμελές Εφετείο είναι , σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
ΙΙ. Με την παραπάνω 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (η αναίρεση κατ' αυτής απορρίφθηκε με την 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου) ο αιτών καταδικάστηκε αμετάκλητα για παθητική δωροδοκία πράξη την οποία τέλεσε στην Αθήνα από 16 μέχρι 30 Ιανουαρίου του 1996. Το Τριμελές Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική απόφαση αφού δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε ως εφοριακός υπάλληλος στην . Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Μετείχε στο 14ον ειδικό κλιμάκιο ελέγχου, συντονιστής και επόπτης του οποίου ήτο ο Ι. Λ., υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, που υπηρετούσε τότε ως επιθεωρητής στην Δ/νση Επιθεωρήσεως του Υπουργείου αυτού. Μετά από εντολή του εν λόγω επόπτη ο κατηγορούμενος επικεφαλής τριμελούς κλιμακίου, εις το οποίον μετείχαν και οι συνάδελφοί του Α. Κ. και Ε. Ζ., διενήργησαν την 18-1-1996 και περί ώραν 19.55' έλεγχον εις την επί της οδού ... επιχείρηση καθαριστηρίου της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "Αφοι Χ. και Σία Ο.Ε."Το κλιμάκιο διαπίστωσε σε βάρος της ελεγχομένης εταιρίας φορολογική παράβαση συνισταμένη στο ότι δεν είχε χορηγήσει σε πελάτισσα εξοφλητική απόδειξη, την οποίαν παράβαση καταχώρισε στην από 31-2-1996 έκθεση ελέγχου που συνέταξε. Μετά την διενέργεια όμως του ελέγχου και πριν την σύνταξη της αναφερομένης έκθεσης, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το κατάστημα της ελεγχομένης εταιρίας και αφού συνάντησε τον εκπρόσωπό της Θ. Χ. και του συστήθηκε, ζήτησε από αυτόν να του καταβάλει το ποσόν των 100.000 δρχ. για να ενεργήσει να μη καταχωρηθεί η ανωτέρω φορολογική παράβαση σε βάρος της εταιρίας του. Ο Θ. Χ. αρνήθηκε και κατήγγειλε τηλεφωνικά το περιστατικό στον Ε. Δ. Προϊστάμενο της Δ/νσεως Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος ενημέρωσε αμέσως τον επόπτη Ι. Λ.. Ο τελευταίος κάλεσε στο γραφείο του το τριμελές κλιμάκιο που διενήργησε τον έλεγχο και ρώτησε τον κατηγορούμενο αν πράγματι απαίτησε χρήματα από τον εκπρόσωπο της εταιρίας Χ.. Ο κατηγορούμενος, παρουσία και των άλλων δύο συναδέλφων του απάντησε "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα, είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Περί των ανωτέρω σαφείς τυγχάνουν οι καταθέσεις των Ε. Δ. και Ι. Λ.".
ΙV. Ο αιτών στην παραπάνω αίτησή του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας επειδή: Α) το 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του παραπάνω Ι. Λ. για παρότρυνση υφισταμένου κατ' εξακολούθηση και το οποίο ελήφθη υπόψη για την καταδίκη του, εκδόθηκε: α) χωρίς να γίνει αυτοψία στην παραπάνω Δ.Ο.Υ όπως είχε ζητήσει αυτός ως εγκαλών β) χωρίς να αξιολογηθεί "η κατασκευασμένη" 74/96 πράξη επιβολής προστίμου στην παραπάνω επιχείρηση και γ) χωρίς να κληθεί να καταθέσει ο εκπρόσωπος αυτής Θ. Χ. Β) η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτησή του αναιρέσεως κατ' αυτής δεν αιτιολογούν το γεγονός της μη άσκηση αντίστοιχης με την δική του ποινικής δίωξης σε βάρος και των άλλων δύο μελών του κλιμακίου που επόπτευε Γ) οι 564/2007, 1682/2009 και 1682/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που απέρριψαν αντίστοιχες αιτήσεις του επαναλήψεως της διαδικασίας κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως δεν απαντούν στο ίδιο θέμα δηλ. την μη άσκηση ποινικής διώξεως κατά των άλλων δύο μελών του κλιμακίου και Δ) δεν υπάρχει στην δικογραφία το διπλότυπο καταβολής του προστίμου από την ελεγχόμενη εταιρεία Χ. αφού η 74/1996 απόφαση επιβολής του δεν είναι καταχωρημένη στο ειδικό βιβλίο παραβάσεων της παραπάνω Δ.Ο.Υ.
V. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται ο αιτών κατηγορούμενος δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ αυτού. Συγκεκριμένα οι θέσεις που διατυπώνει ο αιτών αποτελούν μόνο κριτική των δικαστικών αποφάσεων ενώ τα έγγραφα που επικαλείται (βούλευμα - πράξη επιβολής προστίμου) ήσαν στην διάθεσή του, τα γνώριζε και μπορούσε να τα προσκομίσει στο δικαστήριο που τον καταδίκασε και ταυτόχρονα να προβάλλει τις τυχόν παρατηρήσεις του για την νομιμότητά τους και το περιεχόμενό τους. Μάλιστα αντίστοιχες θέσεις για την παραπάνω πράξη επιβολής προστίμου είχε διατυπώσει και σε προηγούμενη αίτηση επαναλήψεως που απορρίφθηκε με την 1682/2009 απόφασή του δικαστηρίου Σας. Οι ίδιες θέσεις του αιτούντα αποτελούν προσβολή της καταδικαστικής κρίσης του δικαστηρίου η οποία χωρίς την προσκόμιση νέων αποδεικτικών στοιχείων είναι ανεπίτρεπτη μέσω του ενδίκου μέσου επανάληψης της διαδικασίας. Δηλαδή αυτός επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιαστική κρίση σε βάρος του χωρίς νέα στοιχεία απλά προσβάλλοντάς έμμεσα την κρίση του δικαστηρίου ως εσφαλμένη, πράγμα το οποίο είναι, όπως παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκε, δικονομικά ανεπίτρεπτο. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή του να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ , όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 27-7-2010 αίτηση του Ι. Α. Γ. κατοίκου ... με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της κατηγορίας προς το συμφέρον του της 10162/2001 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών για παθητική δωροδοκία με τριετή αναστολή και Β) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 220 ευρώ. Αθήνα 21 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία.
Συνεπώς, η υπό κρίση από 26 Ιουλίου 2010 αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθμό 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την οποία αυτός καταδικάστηκε για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ισχυριζόμενος ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της ως άνω πράξεως, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ., και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την υπ' αριθμό 10162/2001 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη, με την υπ' αριθμό 443/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για την πράξη της παθητικής δωροδοκίας και ειδικότερα, του ότι "ως δημόσιος υπάλληλος, κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-1996 έως 30-1-1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, υπηρετών στην ... Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Αθηνών, εμφανίσθηκε ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρίας "Αφοί Χ. και Σία ΟΕ", Θ. Χ. και απαίτησε από αυτόν όπως του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μη καταχωρήσει φορολογικές παραβάσεις, οι οποίες διαπιστώθηκαν από έλεγχο που διενήργησε ειδικό συνεργείο προληπτικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών προ ολίγων ημερών στην επιχείρηση του, στο οποίο συνεργείο ήταν αυτός μέλος μαζί με τους συναδέλφους του Ε. Ζ. και Α. Κ., οι οποίοι μετά τον έλεγχο στην επιχείρηση του καθαριστηρίου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρίας, συνέταξαν την από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου, κατόπιν της οποίας με την υπ' αριθμ. 74/28/4/1996 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Φ.Σ. του Προϊσταμένου της ... Δ.Ο.Υ. Αθηνών επιβλήθηκε πρόστιμο στην προαναφερθείσα εταιρία "Αφοί Χ. και Σία ΟΕ" ανερχόμενο στο χρηματικό ποσό των 120.000 δραχμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το τριμελές συνεργείο ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ενεργώντας την 18-1-1996 έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση, διαπίστωσε παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, συνίστατο δε αυτή στο ότι δεν είχε χορηγηθεί σε πελάτισσα του καθαριστηρίου απόδειξη παροχής υπηρεσιών ποσού 4.500 δραχμών. Μετά την διενέργεια του ελέγχου και ενώ δεν είχε συνταχθεί ακόμη η σχετική έκθεση, ο αιτών εμφανίσθηκε στην ως άνω επιχείρηση και απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της, Θ. Χ. να του καταβάλει το ποσόν των 100.000 δραχμών, προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να μη καταχωρηθεί στην έκθεση που επρόκειτο να συνταχθεί, η διαπιστωθείσα παράβαση. Ο Θ. Χ. όμως, δεν ενέδωσε στην απαίτηση του και ενημέρωσε τηλεφωνικά για το περιστατικό τον Ε. Δ., προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε τον επόπτη του συνεργείου Ι. Λ.. Μετά την ενημέρωση του αυτή, ο Ι. Λ. κάλεσε στο γραφείο του τα μέλη του συνεργείου και ρώτησε τον τότε κατηγορούμενο εάν επισκέφθηκε την επιχείρηση του Χ. και απαίτησε από αυτόν χρήματα, ο τελευταίος δε παρουσία των άλλων δύο συναδέλφων του, απάντησε ότι "αφού έχουν διαβρωθεί τα πάντα, είπα και εγώ να βγάλω κάτι". Ακολούθως, συντάχθηκε η από 31-1-1996 έκθεση ελέγχου που υπεγράφη και από τα τρία μέλη του συνεργείου, στην οποία καταχωρήθηκε η διαπιστωθείσα παράβαση, με βάση δε αυτήν επιβλήθηκε σε βάρος της επιχείρησης του Χ. πρόστιμο 120.000 δραχμών με την υπ' αριθμ. 74/28-4-1996 απόφαση του Προϊσταμένου της ... Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Με βάση τα στοιχεία αυτά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Χ., Ε. Δ. και Ι. Λ., κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας (δωροληψίας) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών. Ήδη με την τετάρτη κατά σειρά, από 26-10-2010, παραδεκτή αίτηση του, όπως διευκρινίστηκε με το από 25-1-2011 υπόμνημα του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτωση 3 του ΚΠΔ, ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της προαναφερθείσας 10162/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Ειδικότερα, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα στοιχεία, από τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθίσταται φανερή η αθωότητα του, για την πράξη για την οποία αυτός καταδικάσθηκε άδικα τα ακόλουθα: Α) ότι το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ι. Λ., για παρότρυνση υφισταμένου κατ' εξακολούθηση και το οποίο λήφθηκε υπόψη για την καταδίκη του, εκδόθηκε: πρώτον χωρίς να έχει γίνει αυτοψία στην παραπάνω ΔΟΥ, όπως είχε ζητήσει ο ίδιος ως εγκαλών, δεύτερον, χωρίς να αξιολογηθεί προηγουμένως "η κατασκευασμένη" 74/1996 πράξη επιβολής προστίμου στην παραπάνω επιχείρηση και τρίτο χωρίς προηγουμένως, να έχει κληθεί να καταθέσει ο εκπρόσωπος της εταιρείας Θ. Χ., Β) ότι η προσβαλλομένη και καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και η υπ' αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του, δεν αιτιολογούν το γιατί δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη και σε βάρος των άλλων δυο μελών του συνεργείου, κατ' αντίθεση με ότι συνέβη στη δική του περίπτωση, Γ) ότι οι υπ' αριθμ. 564/2007, 1682/2009 και 1182/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες απορρίφθηκαν αντίστοιχες αιτήσεις του, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά της υπ' αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν απαντούν στο ίδιο θέμα, δηλαδή της μη ασκήσεως ποινικής διώξεως και κατά των άλλων δυο μελών του οικείου συνεργείου και Δ) ότι στη σχετική δικογραφία δεν υπάρχει το διπλότυπο καταβολής του προστίμου από την ελεγχόμενη εταιρεία Χ., αφού η υπ' αριθμ. 74/1996 απόφαση επιβολής του προστίμου, δεν είναι καταχωρημένη στο τηρούμενο από την οικεία ΔΟΥ, ειδικό βιβλίο. Σε σχέση δε με όσα παραπάνω στοιχεία επικαλείται ο αιτών, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατ' αρχήν όλα τα παραπάνω στοιχεία που αυτός επικαλείται, δεν αποτελούν νέα στοιχεία και νέες αποδείξεις, που να είναι ικανά να δικαιολογήσουν την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας. Τούτο γιατί, όλα αυτά τα στοιχεία που επικαλείται ο αιτών, και ειδικότερα τόσο το βούλευμα, όσο και η σχετική πράξη επιβολής του προστίμου, ήσαν γνωστά στον αιτούντα και μπορούσε να τα προσκομίσει στο δικαστήριο εκείνο, που τον καταδίκασε και ταυτόχρονα να προβάλλει τις όποιες παρατηρήσεις του, τόσο για τη νομιμότητα τους όσο και για το περιεχόμενο τους. Θα πρέπει δε ακόμη, να σημειωθεί ότι ανάλογη τοποθέτηση σχετική με τη μη αξιολόγηση της υπ' αριθμ. 74/1996 πράξεως επιβολής προστίμου, είχε διατυπώσει ο αιτών σε προηγούμενη αίτηση του, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1682/ 2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το ότι το υπ' αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του Ι. Λ., χωρίς προηγουμένως, να διενεργηθεί αυτοψία στο χώρο της ΔΟΥ, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει, και το ότι δεν κλήθηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει ο εκπρόσωπος της εταιρείας Θ. Χ., δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση νέα γεγονότα τα οποία να είναι ικανά να δικαιολογήσουν την παραδοχή της αιτήσεως. Επίσης, τα επικαλούμενα από αυτόν γεγονότα: α) ότι τόσο η καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση 10162/2001, όσο και η με αριθμ. 443/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, καθώς, και οι με αριθμ. 564/2007, 16782/2009 και 1182/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, που απέρριψαν αντίστοιχες αιτήσεις του για επανάληψη της διαδικασίας, δεν αιτιολογούν για ποιο λόγο δεν ασκήθηκε σε βάρος των άλλων δυο μελών του συνεργείου ποινική δίωξη, και δεν απαντούν στον ισχυρισμό του ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία το σχετικό διπλότυπο καταβολής του προστίμου, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία να μπορούν να οδηγήσουν στην παραδοχή της αιτήσεως του. Αντιθέτως, με τις θέσεις που διατυπώνει με την κρινόμενη αίτηση του, επαναλαμβάνει ακριβώς τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία αυτός ήδη είχε επικαλεσθεί με τις προηγούμενες αιτήσεις του και ασκεί κριτική κατά των απορριπτικών αποφάσεων. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως ή ότι καταδικάσθηκε άδικα. Πράγματι, αξιολογώντας το Δικαστήριο τούτο τα προσκομισθέντα έγγραφα, καθώς και τα λοιπά στοιχεία που ο αιτών επικαλείται, κρίνει ότι αυτά δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τις καταθέσεις του συνόλου των μαρτύρων κατηγορίας και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν ως νέα στοιχεία, από τα οποία να γίνεται φανερό ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία αυτός καταδικάσθηκε. Το αίτημα για αναβολή της συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική εξέταση, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525 επ. ΚΠΔ_. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα, άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές, που εξέδωσαν την απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 554/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλικοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτοπαπά, για αναίρεση της με αριθμό 1558/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Μ. του Σ., κάτοικο ..., δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1334/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιάς ομοειδών πράξεων που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της δε λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, την πρωτόδική απόφαση με τα πρακτικά της που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και μνημονεύονται ανωτέρω, την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος διατηρεί επιχείρηση κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων ιματισμού στη ..., επί της οδού ... αρ. 26. Αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2003 προσέλαβε και απασχολούσε στην επιχείρηση του την εγκαλούσα Π. Μ., ως εργάτρια και συγκεκριμένα σιδερώτρια - ρεμαγιάστρια, με πενθήμερη απασχόληση της εβδομαδιαίως και με ωράριο εργασίας οκτάωρο ημερησίως. Όμως, ενεργώντας με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, στις 2-9-2003 συμπλήρωσε ειδικό έντυπο αναγγελίας πρόσληψης της ανωτέρω στην επιχείρηση του, στο οποίο, πέραν των άλλων στοιχείων, συμπλήρωσε δια ειδικής χειρόγραφης ένδειξης ότι αυτή θα εργασθεί με μερική απασχόληση στην επιχείρηση του και στο τέλος του συμπληρωθέντος αυτού εγγράφου έθεσε, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της ανωτέρω προσληφθείσας εργαζόμενης, ώστε να δίδεται πεπλανημένη εντύπωση στα αρμόδια όργανα του Ο.Α.Ε.Δ. και άλλων αρμοδίων υπηρεσιών, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους και πρόκειται αυτή να απασχοληθεί στην επιχείρηση του με μειωμένο ωράριο εργασίας της, αντί του οκταώρου, που στην πραγματικότητα είχε συμφωνηθεί και επρόκειτο να την απασχολήσει. Επίσης, στις 12-9-2003 συνέταξε την με ίδια ημερομηνία ατομική σύμβαση μερικής απασχόλησης της εγκαλούσας στην επιχείρηση του, με την οποία φερόταν, μεταξύ άλλων, να έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους η μερική απασχόληση της τελευταίας ως γαζώτριας επί τετράωρο καθημερινώς (από ώρα 9.00' έως 13.00') και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και στο τέλος της σύμβασης αυτής έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της εγκαλούσας ως συμβληθείσας δήθεν εγγράφως, ώστε να δίδεται πεπλανημένη εντύπωση σε αρμόδια όργανα της Επιθεώρησης Εργασίας και άλλων αρμοδίων περί την εξαρτημένη εργασία υπηρεσιών, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους η ανωτέρω να απασχοληθεί στην επιχείρηση του και έτσι απασχολείται πράγματι με μειωμένο ωράριο εργασίας της αντί του αληθούς όμως οκταώρου, που στην πραγματικότητα είχε συμφωνηθεί προφορικά και αυτή απασχολείτο. Ακολούθως, των ανωτέρω εγγράφων έκανε χρήση, αφού στις 3-9-2003 κατέθεσε την πλαστή αναγγελία πρόσληψης στον Ο.Α.Ε.Δ. Νέας Ιωνίας Αττικής και στις 12-9-2003 κατέθεσε την πλαστή σύμβαση εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας Νέας Ιωνίας Αττικής, γνωρίζοντας και στις δύο περιπτώσεις ότι τοιουτοτρόπως έκανε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων. Κατ' ακολουθία αυτών, στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτού, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 42, 53, 57, 61, 98 και 216 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό αναφέρει ότι ο αναιρεσείων με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων και συγκεκριμένα συμπλήρωσε χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας α) στις 2-9-2003, ειδικό έντυπο αναγγελίας πρόσληψής της στην επιχείρησή του, περί του ότι αυτή θα εργασθεί με μερική απασχόληση και στη συνέχεια έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της και β) στις 12-9-2003 ατομική σύμβαση μερικής απασχόλησης ως γαζώτριας, στην οποία φερόταν να έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους, η επί τετράωρο καθημερινή και επί πενθήμερο απασχόλησή της, θέτοντας και επ' αυτής την υπογραφή της. Περαιτέρω, προσδιορίζεται στην απόφαση με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τελέσεως από τον κατηγορούμενο της πράξης της καταρτίσεως των αναφερομένων στο αιτιολογικό και στο διατακτικό εγγράφων, ενώ, εκτίθενται οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά και ότι συντάκτης αυτών όπως επίσης, αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα πλαστά αυτά έγγραφα. Ακόμη, εκτίθεται στην απόφαση το γεγονός, ως προς το οποίο ο αναιρεσείων αποσκοπούσε με τη χρήση των πλαστών εγγράφων να παραπλανήσει τρίτους και συγκεκριμένα τα αρμόδια όργανα του ΟΑΕΔ και των άλλων αρμόδιων υπηρεσιών, ότι δηλαδή η εγκαλούσα εργαζόταν στην επιχείρηση του, όχι με πλήρες ωράριο, όπως πραγματικά συνέβαινε και είχε προφορικά συμφωνηθεί μεταξύ τους, αλλά με μειωμένο ωράριο, γεγονός που προδήλως θα μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες ως προς τα νόμιμα δικαιώματά της από την εργασιακή σύμβαση. Τέλος, η απόφαση αιτιολογεί με πληρότητα και σαφήνεια τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος και τον εγκληματικό σκοπό, με την έκθεση στο αιτιολογικό της των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση του, με την έννοια της βεβαιότητας για την πλαστότητα των επίμαχων εγγράφων.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, κατά το στοιχείο δ', το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Πρέπει δηλαδή η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως και να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1558/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης (6) μηνών για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 1 εδαφ. δ' του Π.Κ), επικαλούμενος για τη θεμελίωση του, μόνο τα εξής: "να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ.2 εδ. δ' του Π.Κ". Όπως, όμως, διατυπώθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, προεχόντως, ήταν απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά που να τον θεμελιώνουν και ειδικότερα, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις δηλωτικές του ότι ο αναιρεσείων μεταμελήθηκε ειλικρινά η ότι με συγκεκριμένες πράξεις του, επιδίωξε αυτός να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ως εκ περισσού αναφέρει ότι δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή έμπρακτη μετάνοια, αφού αρνείται την πράξη του.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Κ. Δ. του Γ. και Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 1558/12-2-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως καταδικαστικής αποφάσεως για την πράξη της πλημμεληματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς το δόλο και ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 553/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.193/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 665/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα, με αριθμό 423/16-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ.1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 10/4-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Κ. του Α. και της Σ., 44 ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., την οποία ασκεί μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σωτηρίου Μπαλτά του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (Α.Μ. 7790), κατά του υπ' αριθμ. 193/25-2-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 3/22-10-2009 έφεση του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 58/31-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Θεσσαλονίκης που θα ορισθεί από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικαστεί για βιασμό πράξη που φέρεται να έχει τελεστεί από αυτόν στην περιοχή ... στις 15-10-2008 (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 336 παρ.1 Π.Κ.). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ.1, 474 και 482 παρ.1 Κ.Π.Δ., με σχετική δήλωση στη Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης Ναοόμα Γράβα, για την οποία έχει συνταχθεί η προαναφερομένη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον μεν ίδιο στις 24-4-2010 στον δε αντίκλητό του στις 3-5-2010 και άρα η ασκηθείσα αναίρεση είναι τυπικά δεκτή. Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως την απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1δ σε συνδυασμό με το άρθρο 309 παρ.2 εδάφιο τελευταίο σε συνδυασμό με το άρθρο 484 παρ.1α του Κ.Π.Δ., καθόσο αν και η εγκαλούσα και παθούσα εν προκειμένω N. L. - N. του B. και της E. σύζυγος Ν. Τ., κάτοικος ..., υπέβαλε δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Αθηνάς Ξενιτοπούλου, κατοίκου ομοίως Σερρών, την από 14-12-2009 αίτησή της, με την ιδιότητα της εγκαλούσης παθούσης και όχι και πολιτικώς εναγούσης προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης στο οποίο εκκρεμούσε προς έκδοση βουλεύματος σχετική έφεση του αναιρεσείοντος στρεφομένη κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού για βιασμό της εν λόγω εγκαλούσης - παθούσης N. L. - N. υπ' αριθμ. 58/31-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με την οποία αίτηση ζητούσε να ληφθούν υπόψη του Συμβουλίου ορισμένα νεώτερα πραγματικά περιστατικά που τελέστηκαν σε βάρος της και που συνδέονται άμεσα όπως υποστηρίζει με τον σε βάρος της καταγγελθέντα βιασμό εκ μέρους του αναιρεσείοντος προσκομίζοντας και επικαλουμένη σχετικό φωτογραφικό υλικό, ιατρική βεβαίωση και ορισμένες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, εντούτοις το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, αν και ώφειλε κατ' ανάλογη εφαρμογή του εδαφίου β σε συνδυασμό με το εδάφιο α της παραγράφου 2 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ. να καλέσει αυτεπαγγέλτως και τον αναιρεσείοντα για να ενημερωθεί ώστε εν συνεχεία εντός ευλόγου προθεσμίας να γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις του, ουδέν έπραξε? με αποτέλεσμα να μην του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπισθεί τον εαυτό του από τα νέα σε βάρος του προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία? και έτσι κατέστη το προσβαλλόμενο βούλευμα αναιρετέο για απόλυτη ακυρότητα. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, αφού έλαβε υπόψη του όλα κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπό την κρίση του δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το θύμα και συγκεκριμένα η Δανή υπήκοος N. L. - N. του Β. και της E., ηλικίας σήμερα 30 ετών, που κατοικεί στις ... και ασκεί το επάγγελμα της σερβιτόρου, πρωτοήρθε στην Ελλάδα το έτος 2000 προκειμένου να βρει εργασία διότι ήταν άνεργη στη πατρίδα της. Αρχικά εργάστηκε στην Αθήνα ως χορεύτρια και στη συνέχεια πήγε στη ... όπου εργάστηκε επίσης ως χορεύτρια για 1 1/2 έτος περίπου. Εκεί γνωρίστηκε με τον νυν σύζυγό της Ν. Τ. του Ι., στρατιωτικό το επάγγελμα, με τον οποίο δημιούργησε ερωτική σχέση. Λόγω του επαγγέλματός του ως στρατιωτικού όταν μετατέθηκε στην ... τον ακολούθησε, όπου και παρέμειναν επί 5 έτη. Στο διάστημα αυτό τέλεσαν γάμο και απέκτησαν ένα τέκνο. Στη συνέχεια μετατέθηκε ο σύζυγός της στη ... και εγκαταστάθηκαν στις ... που είναι ο τόπος καταγωγής του. Δύο περίπου μήνες πριν από το συμβάν του βιασμού, τον Αύγουστο δηλαδή του 2008 ήλθε το θύμα σε διάσταση με τον νυν σύζυγό της, παρ' όλα αυτά όμως εξακολούθησαν να έχουν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Στο χρονικό αυτό διάστημα που ήταν σε διάσταση με τον σύζυγό της επιχείρησε να βρει εργασία ως σερβιτόρα σε καφετέρια, διότι γνώριζε την εργασία αυτή επειδή όταν ήταν στη ... είχε εργαστεί σε καφετέρια για χρονικό διάστημα δύο έως τρία έτη περίπου. Μέσω ενός γνωστού της επικοινώνησε με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο που ενδιαφερόταν να προσλάβει σερβιτόρα για την καφετέριά του στην περιοχή ..., συμφώνησαν δε να εργάζεται στην εν λόγω καφετέρια από τις 6 το απόγευμα μέχρι την 1 περίπου ώρα τα μεσάνυχτα που έκλεινε το κατάστημα. Με δική του μάλιστα πρωτοβουλία ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να την μεταφέρει με το αυτοκίνητό του από την οικία της στις ... μέχρι τον τόπο της εργασίας της στο ... και να την επιστρέφει κατόπιν πίσω μετά το πέρας της εργασίας της λόγω του ότι η συγκοινωνία μεταξύ των δύο αυτών τόπων (...-...-...) είναι δυσχερής ιδιαίτερα τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Υπηρεσία στο εν λόγω κατάστημα (καφετέρια) του αναιρεσείοντος ανέλαβε το θύμα στις 13-10-2008 όπου την μετέφερε ο ίδιος κατά τα συμφωνηθέντα με το αυτοκίνητό του και από όπου εν συνεχεία μετά το κλείσιμο του καταστήματος γύρω στις 1 τα μεσάνυκτα την επέστρεψε στην οικία της στις ... ο ίδιος δίνοντάς της συγχρόνως και την συμφωνημένη αμοιβή για την εργασία της. Όπως δε αναφέρει στην από 13-11-2008 κατάθεσή της ενώπιον της Ανακρίτριας του Πλημμελειοδικείου Σερρών Κυριακής Παπαδοπούλου, την πρώτη εκείνη ημέρα που εργάστηκε στην εν λόγω καφετέρια όταν έκλεισε γύρω στις 1 τα μεσάνυκτα και έκανε την σχετική καθαριότητα την ακολούθησε όταν μπήκε στον χώρο της τουαλέττας για να ελέγξει δήθεν - όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων - την εργασία της, αλλά δεν την ενόχλησε καθόλου. Την επομένη όμως, 14-10-2008, επαναλήφθηκε το ίδιο με την προηγουμένη σκηνικό, μόνο που την φορά αυτή τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά. Και συγκεκριμένα: Όταν γύρω στις 1 τα μεσάνυκτα της 14 προς 15 Οκτωβρίου 2008 αποχώρησε και ο τελευταίος πελάτης, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αφού κλείδωσε την κεντρική είσοδο του καταστήματος, όπως λέει το θύμα στην από 15-10-2008 κατάθεσή της - καταγγελία που έδωσε στον Ανθυπαστυνόμο Σ. Μ. της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Σερρών - προφανώς για να αποτρέψει την απρόοπτη εμφάνιση κάποιου ανεπιθύμητου πελάτη της τελευταίας στιγμής - άρχισε να παρακολουθεί από κοντά την εργασία καθαριότητος του καταστήματος από το θύμα που ήταν μέσα στα καθήκοντά του, υποτίθεται για να ελέγχει την εργασία της, πράγμα που είχε κάνει την προηγούμενη ακριβώς ημέρα. Όταν δε έφθασαν και στο χώρο της τουαλέττας και εισήλθε πρώτο το θύμα εντός αυτής για να κάνει την σχετική καθαριότητα, ακολούθησε αμέσως και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ο οποίος όμως μπαίνοντας έκλεισε πίσω του την θύρα εισόδου όπως βεβαιώνει το θύμα στην από 15-10-2008 κατάθεσή του που δόθηκε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Σερρών. Την στιγμή δε που καθάριζε την λεκάνη της τουαλέττας και μάζευε τα χαρτιά υγείας που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους πελάτες και είχαν ριφθεί στον σχετικό κάδο και άρχισε να σφουγγαρίζει το δάπεδο κινουμένη προς τα οπίσω με την ράχη της δηλαδή προς το μέρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που εστέκετο πλησίον της εξόδου - εισόδου, προφανώς κατά το χρονικό διάστημα που εκτελούσε τις προαναφερόμενες εργασίες είχε αποκαλυφθεί το εσώρουχο του θύματος καθώς και οι μηροί λόγω του ότι όπως το θύμα αναφέρει στην αυτή ως άνω προαναφερόμενη κατάθεσή του φορούσε κοντή φούστα, ο αναιρεσείων που είχε διεγερθεί όπως φαίνεται από το θέαμα αυτό μόλις τον πλησίασε το θύμα αιφνιδίως αφού προηγουμένως κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του την άρπαξε πρώτα από τον λαιμό και αμέσως εν συνεχεία από τα μαλλιά λέγοντάς της επιτακτικά να σκύψει. Το θύμα αντιλαμβανόμενο τις προθέσεις του δράστη, αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, τον ικέτευσε επανειλημμένα να μην πραγματοποιήσει τον σκοπούμενο βιασμό του. μάταια όμως διότι ο εν λόγω κατηγορούμενος αφού της ανασήκωσε την φούστα και της κατέβασε το εσώρουχό της επιχείρησε να εισάγει το μόριό του που ήταν σε στύση στον κόλπο της. Πλην όμως λόγω του ότι το θύμα έσμιξε τους μηρούς του κατέστησε την είσοδο του ανδρικού μορίου εντός του κόλπου της αδύνατη. Η ματαίωση της κατά φύση συνουσίας όπως προαναφέρθηκε δεν αποθάρρυνε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ο οποίος εκμεταλλευόμενος προφανώς την κάμψη της ραχέως του θύματος από την ασκουμένη επ' αυτής πίεση με τις καταφανώς υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις όπως καταδεικνύεται άλλωστε από το υπάρχον στη δικογραφία φωτογραφικό υλικό που τον αφορά, εισήγαγε το μόριό του που ήταν σε στύση στο απηυθησμένο του θύματος του οποίου η περιπρωκτική περιοχή λόγω της προηγηθείσης κάμψεως της ραχέως ήταν εκτεθειμένη και ευάλωτη και άρχισε να εκτελεί παλινδρομικές κινήσεις προκειμένου να ικανοποιήσει με εκσπερμάτωση την γενετήσια ορμή και επιθυμία του. Δεν τα κατάφερε όμως να ολοκληρώσει διότι το θύμα με αλλεπάλληλες ορμητικές ωθήσεις των γλουτών της προς τα οπίσω με όση σωματική δύναμη μπορούσε να κινητοποιήσει πέτυχε τελικά και μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του δράστη, διότι με τις βίαιες κινήσεις των γλουτών και της μέσης της τον έκανε να χάσει την ισορροπία του που παρεμπιδίζετο από το κατεβασμένο παντελόνι και το εσώρουχό του και να αποκολληθεί έτσι από αυτό (θύμα). Μετά την εξέλιξη αυτή ο δράστης δεν επανέλαβε την προσπάθεια βιασμού του θύματος από το απηυθησμένο, αλλά αφού έβαλε το παντελόνι και το εσώρουχό του παραιτήθηκε από τον αρχικό σκοπό του να βιάσει το θύμα. Προφανώς αιφνιδιάστηκε από την μη αναμενόμενη σφοδρή αντίσταση του θύματος, είχε όπως φαίνεται πιστέψει ότι το θύμα που ήταν αλλοδαπή με ανήλικο τέκνο να φροντίζει, ήταν σε διάσταση με τον σύζυγό της και είχε ανάγκη να εργάζεται για εξοικονομήσει τα χρήματα που της ήσαν απαραίτητα προκειμένου να επιβιώσει, δεν επρόκειτο να προβάλλει αντίσταση. Όταν όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο από ότι είχε υπολογίσει αρχικά, αιφνιδιάστηκε και δεν θέλησε να δώσει συνέχεια στη προσπάθειά του να βιάσει το θύμα διότι αναλογίστηκε προφανώς τις βαρειές συνέπειες που θα είχε για τον ίδιο και την οικογένειά του στη περίπτωση που το θύμα θα κατήγγειλε την εν λόγω πράξη. Για τον λόγο αυτό ευθύς εξ αρχής επιδίωξε να συμφιλιωθεί με το θύμα. Κατ' αρχήν ζήτησε εμμέσως πλην σαφώς συγγνώμη λέγοντας όπως αναφέρει το θύμα στις από 15-10-2008 και 13-11-2008 καταθέσεις του ότι "δεν ήθελε να γίνουν έτσι τα πράγματα". Εν συνεχεία προσφέρθηκε να μεταφέρει το θύμα στην οικία του διότι λόγω του προχωρημένου της ώρας δεν ήταν εύκολο πράγμα να βρει μεταφορικό μέσο. Αυτός άλλωστε ήταν ο κύριος λόγος που το θύμα αμέσως σχεδόν μετά το βιασμό, δέχθηκε να το μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στην οικία του ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, διότι παρά την σύγχυση και την ταραχή στην οποία είχε περιέλθει το θύμα από τον αμέσως προηγηθέντα βιασμό συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο να διατρέξει εκ νέου κίνδυνο βιασμού διότι ήταν έκδηλη όπως φαίνεται η παραίτηση του εν λόγω δράστη από τον ανωτέρω σκοπό (σκοπό βιασμού). Όταν έφτασαν στην οικία του θύματος ο δράστης (αναιρεσείων) κατέβαλε στο θύμα την συμφωνημένη αμοιβή του και της ανήγγειλε ότι την επομένη θα περνούσε το πρωί για να την πάρει να πάνε στη καφετέριά του στο ... όπου θα εργαζόταν πλέον εκεί μόνο κατά τις πρωινές ώρες, προκειμένου να συνεχιστεί η εργασιακή σχέση που τους συνέδεε. Από τις ανωτέρω ενέργειες του αναιρεσείοντος προκύπτει σαφέστατα διάθεση συμφιλιώσεως με το θύμα, επιθυμεί όπως φαίνεται το περιστατικό του βιασμού να θεωρηθεί λήξαν. Το θύμα όμως που υπέστη το sock του βιασμού επιθυμεί αντιθέτως να δώσει λόγο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για τον ισχυρό κλονισμό και τον προσωπικό εξευτελισμό που υπέστη ενώπιον της δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό αμέσως μόλις αποβιβάστηκε από το αυτοκίνητο του δράστη (αναιρεσείοντος) και εισήλθε στο διαμέρισμά της στις ... επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εν διαστάσει σύζυγό της στον οποίο ανήγγειλε κλαίγοντας το συμβάν του βιασμού της από τον κατηγορούμενο. Ο σύζυγός της Ν. Τ. την συμβούλευσε να καταγγείλει χωρίς χρονοτριβή το περιστατικό του βιασμού της στην Αστυνομία. Πράγμα το οποίο και έπραξε. Έτσι στις 02.30' μετά τα μεσάνυκτα της 15-10-2008 κατήγγειλε τον παρά φύση βιασμό που υπέστη από τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) στον Αρχιφύλακα που υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση της Ασφαλείας Σερρών Σ. Α. και ζήτησε την ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος. Ο εν λόγω αναιρεσείων - κατηγορούμενος ισχυρίζεται αντιθέτως απολογούμενος ότι το θύμα είχε την πρωτοβουλία της μεταξύ τους ερωτικής συνευρέσεως που έγινε όπως ο ίδιος ομολογεί κατά φύση και παρά φύση, αλλά και στις δύο περιπτώσεις (κατά φύση - παρά φύση) με τη συναίνεση του θύματος. Αναφέρει επίσης και αυτός (αναιρεσείων) το περιστατικό με τα μαλλιά του θύματος, αλλά δίδει διαφορετική εκδοχή: ότι δηλαδή της χάιδεψε εκείνος τα μαλλιά της και εκείνη ανταποκρινομένη στο ερωτικό του κάλεσμα γύρισε προς το μέρος του άρχισε να του δίνει ερωτικά φιλιά και έγινε εν συνεχεία ό,τι εκείνος αναφέρει προηγουμένως ότι έγινε μεταξύ τους. Επίσης αντιστρέφοντας εξολοκλήρου την εξιστόρηση των περιστατικών που επακολούθησαν του καταγγελλομένου από το θύμα βιασμού του, ότι δηλαδή κατά τη διαδρομή από τον ... προς τις ... ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) της ζήτησε εμμέσως πλην σαφώς συγγνώμη λέγοντάς της "πως δεν ήθελε να γίνουν τα πράγματα έτσι", ο εν λόγω αναιρεσείων - κατηγορούμενος ισχυρίζεται αντιθέτως ότι κατά την προαναφερόμενη διαδρομή ήταν το θύμα που έδειχνε να έχει μεταμεληθεί για ό,τι έγινε μεταξύ τους (ερωτική συνεύρεση) λέγοντάς του "ότι δεν έπρεπε να το κάνουμε αυτό", υπονοώντας την μεταξύ τους ερωτική συνεύρεση "προφανώς γιατί ένιωσε τύψεις" όπως ισχυρίζεται. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα καταδεικνύεται ότι το θύμα ό,τι εξιστόρησε σχετικά με τον βιασμό του, επιβεβαιώνεται με έμμεσο έστω τρόπο από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ο οποίος δίνει απλά διαφορετική εκδοχή από εκείνη που δίνει το θύμα. Και ναι μεν σύμφωνα με τις δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις που ελήφθησαν υπόψη και από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σερρών και από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δεν προέκυψαν τόσο από την εξέταση του θύματος όσο και από την εξέταση του δράστη (αναιρεσείοντος) ιατρικά ευρήματα που να συνηγορούν ότι ασκήθηκε βία εν προκειμένω σε βάρος του θύματος όπως το ίδιο ισχυρίζεται, πλην όμως η απουσία ευρημάτων εν προκειμένω είναι εύλογη με βάση την εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών που προηγήθηκαν, συνέβησαν αλλά και επακολούθησαν του καταγγελθέντος βιασμού του θύματος όπως εξιστορήθηκαν ανωτέρω. Ο ισχυρισμός όμως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι η καταγγελία του θύματος για βιασμό του δήθεν από αυτόν είναι εντελώς ψευδής, διότι όπως ισχυρίζεται το θύμα του είχε εμπιστευτεί ότι λόγω της διαστάσεως της με τον σύζυγό της ευρίσκετο σε άσχημη οικονομική κατάσταση, εντάσσει την εν λόγω ψευδή κατ' αυτόν καταγγελία σε βάρος του για βιασμό στο πλαίσιο ενός επιχειρούμενου εκβιασμού προς απόσπαση χρημάτων? δεν πείθει. Και τούτο διότι: εάν πράγματι το θύμα επεδίωκε να αποσπάσει κάποιο χρηματικό ποσό από τον αναιρεσείοντα καταγγέλλοντάς τον ψευδώς για βιασμό, προκειμένου να ενισχύσει με τον εκβιαστικό αυτό τρόπο την ισχνή οικονομική του κατάσταση, γιατί να επιλέξει την δύσβατη και επικίνδυνη αυτή ατραπό, καθόσο η αποκάλυψη του ψεύδους της καταγγελίας θα επισύρει σε βάρος του καταγγέλλοντος βαρύτατες ποινικές και αστικές κυρώσεις, και να μην επιλέξει την αρχαία δοκιμασμένη και ασφαλή μέθοδο της αποσπάσεως χρημάτων με την εκμετάλλευση ενός σκοπίμως δημιουργημένου ερωτικού δεσμού; Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών καθώς και των νομικών σκέψεων που συνάγονται από την αξιολόγηση αυτών (πραγματικών περιστατικών) τόσο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σερρών όσο και το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 193/25-2-2010 βούλευμα που επικύρωσε το υπ' αριθμ. 58/31-8-2009 πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς υπήγαγε τα προκύψαντα από την διαδικασία πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, και συγκεκριμένα την παράγραφο 1 του άρθρου 336 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.3500/2006, κατά την οποία στην έννοια του βιασμού δεν περιλαμβάνεται πλέον όπως παλαιότερα μόνο η έννοια της εξώγαμης συνουσίας αλλά οποιαδήποτε συνουσία εξώγαμη ή μη καθώς και οποιαδήποτε ασελγής πράξη: είσοδος του ανδρικού μορίου εντός του απηυθυσμένου του θύματος άρρενος ή θήλεος αδιάφορα, επιψαύσεις των μαστών, των μηρών, των γλουτών, του αιδείου της περιπρωκτικής περιοχής άρρενος ή θήλεος αδιάφορα με τη χρήση σωματικής βίας ή με την απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, εμπίπτει πλέον στην έννοια του βιασμού εφόσον ενεργείται με σκοπό την διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας όπως εν προκειμένω συνέβη. Σχετικά δε με την επικαλουμένη απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας διότι αν και υποβλήθηκαν από την εγκαλούσα - παθούσα N. L. - N. του B. και της E. μέσω της πληρεξουσίας της δικηγόρου Αθηνάς Χ. Ξενιτοπούλου στις 21-12-2009 μετά από αίτησή της με ημερομηνία 14-12-2009 προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, στο οποίο εκκρεμούσε προς εκδίκαση σχετική έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) στρεφομένη κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, νέα αποδεικτικά στοιχεία ενισχυτικά της κατηγορίας. Και συγκεκριμένα ότι: α) στις 27-5-2009 την σταμάτησαν στον δρόμο δύο άγνωστοι σε αυτήν πρόσωπα και αφού την ακινητοποίησαν και ο ένας από αυτούς της χάραξε το αριστερό μάγουλο καθώς και τον βραχίονα με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο προφανώς μαχαίρι, λέγοντάς στης συγχρόνως την απειλητική φράση "αν δεν πας στην Αστυνομία να τους πεις ότι είναι ψέμματα αυτά που είπες ότι έγιναν, θα σου κόψω τον λαιμό", β) ότι την μεθεπομένη 28-5-2009 κάποιο άγνωστο σε αυτήν πρόσωπο κτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματός της στις ... και άρχισε να την καλεί χαμηλόφωνα με την προσφώνηση "Δανέζα, Δανέζα, Δανέζα", γ) ότι στις 1-6-2009 άγνωστα άτομα εισήλθαν στο διαμέρισμά της στις ... και είχαν αναποδογυρίσει όλα τα έπιπλα που ευρίσκοντο εντός αυτού ενώ συγχρόνως είχαν γράψει στον τοίχο τις εξής φράσεις "ΕΙΣΑΙ ΝΕΚΡΙ" και "ΘΑ ΠΕΘΑΝΙΕΣ ΑΝ ΜΙΛΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΠΑΤΣΟΥΣ". Για τις καταγγελλόμενες δε ως άνω πράξεις έχει υποβάλλει σχετικές εγκλήσεις και έχουν σχηματιστεί αυτοτελείς δικογραφίες. Μεταξύ δε των άλλων εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης η εν λόγω παθούσα N. L.-N. ήταν και οι εξής ένορκες καταθέσεις: α) Ε. Μ., β) Ι. Τ., και, γ) Ι. Κ.. Ο πρώτος τούτων Ε. Μ. στην από 29-5-2009 κατάθεσή του που έδωσε στην Υποδιεύθυνση της Ασφάλειας Σερρών, αναφέρει ότι ένα περίπου μήνα μετά από τον καταγγελθέντα από την N. L.-N. βιασμό σε βάρος της από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, τον συνάντησαν η σύζυγος και ο αδελφός του κατηγορουμένου και του ζήτησαν επειδή γνώριζε την οικογένεια του θύματος να μεσολαβήσει ώστε να λάβει κάποια χρηματική ικανοποίηση το θύμα και να μην φθάσει η προκειμένη υπόθεση στο ακροατήριο? για να μην διασυρθεί η οικογένεια του δράστη. Ο δεύτερος τούτων Ι. Τ. που είναι ο πατέρας του συζύγου του θύματος Ν. Τ., επιβεβαιώνει στην από 5-6-2009 κατάθεση που έδωσε επίσης στην Υποδιεύθυνση της Ασφάλειας Σερρών όσα αναφέρει στην ως άνω κατάθεσή του ο πρώτος τούτων (Ε. Μ.). Ο δε τρίτος τούτων Ι. Κ., αστυνομικός υπάλληλος που υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση της Ασφάλειας Σερρών, στην από 16-6-2009 κατάθεση που έχει δώσει σε αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους της εν λόγω υπηρεσίας αναφέρει ότι του ανατέθηκε από την υπηρεσία του η ανεύρεση των αγνώστων δραστών που διέπραξαν σε βάρος της N. L.-N. τις προαναφερθείσες πράξεις βιαιοπραγίας, και ότι μέσα στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας κλήθηκε και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για να πάρει θέση στις προαναφερόμενες νεώτερες καταγγελίες της ανωτέρω, ότι δηλαδή αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός των προαναφερομένων σε βάρος της απειλητικών για την ζωή της βιαιοπραγιών, ο οποίος όμως αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε συμμετοχή σε αυτές. Από όλα τα ανωτέρω νεώτερα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε απευθυνόμενη προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης η εν λόγω εγκαλούσα - παθούσα N. L.-N., στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις του Ε. Μ. και του Ι. Τ. σχετικά με την πρωτοβουλία της συζύγου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του αδελφού του για διευθέτηση της δικαστικής διενέξεως μεταξύ αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και θύματος με την προσφορά ορισμένου χρηματικού ποσού στο θύμα ώστε να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί πλέον την διεξαγωγή δίκης για την εν λόγω υπόθεση. Το γεγονός αυτό ακριβώς επικαλείται ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ως λόγο που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, διότι δεν κλήθηκε αυτεπαγγέλτως από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης για να λάβει γνώση των προσκομισθέντων νέων στοιχείων προκειμένου να γνωστοποιήσει εν συνεχεία τις παρατηρήσεις του επ' αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ., με αποτέλεσμα να παραβιασθεί η περίπτωση δ της παραγράφου 1 του άρθρου 171 Κ.Π.Δ. που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση από αυτόν των παρεχομένων από τον νόμο δικαιωμάτων. Για την εφαρμογή όμως των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 309 Κ.Π.Δ. απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: α) αφενός, εκείνος ο οποίος προσκομίζει και επικαλείται νεώτερα αποδεικτικά στοιχεία που ενισχύουν τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς πρέπει απαραιτήτως να έχει την ιδιότητα του διαδίκου και συγκεκριμένα: να έχει είτε την ιδιότητα του κατηγορουμένου (άρθρο 72 Κ.Π.Δ.), είτε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 82 Κ.Π.Δ.), είτε την ιδιότητα του αστικώς υπευθύνου (άρθρο 98 Κ.Π.Δ.), διότι μόνο τότε μπορούν να ασκούν τα από το νόμο παρεχόμενα σε αυτούς δικαιώματα των διατάξεων των άρθρων 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 107, 108 Κ.Π.Δ., με μόνη εξαίρεση τον ανήλικο παθόντα - θύμα των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ.4, 324, 336, 337 παρ.3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α ΠΚ ο οποίος και αν ακόμη δεν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που παρέχονται στον πολιτικώς ενάγοντα με βάση τα άρθρα 101, 104 και 105 Κ.Π.Δ., όπως τούτο προβλέπεται στο άρθρο 108Α Κ.Π.Δ. που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 3625/2007 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3727/2008, και β) αφετέρου τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από έναν των διαδίκων αποδεικτικά στοιχεία να είναι από εκείνα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου.
Εν προκειμένω η εγκαλούσα - παθούσα N. L. - N. του B. και της E. με το υπ' αριθμ. .../17-7-2009 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Σερρών Μαρίας Κασάπη χορήγησε στους Δικηγόρους του Πρωτοδικείου Σερρών Δημήτριο Κολιντζίκη και Αθηνά Ξενιτοπούλου την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα για να μπορούν να λάβουν αντίγραφα της προκειμένης δικογραφίας καθώς και οποιασδήποτε άλλης που είναι συναφής με την παρούσα, να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής εν καιρώ, να ασκούν όλα τα δικαιώματα που παρέχονται στους διαδίκους, και να ασκούν όλα τα ένδικα μέσα και βοηθήματα κατά βουλευμάτων και αποφάσεων. Με βάση συνεπώς την ανωτέρω πληρεξουσιότητα η Δικηγόρος του Πρωτοδικείου Σερρών Αθηνά Ξενιτοπούλου όταν στις 21-12-2009 κατέθεσε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης την από 14-12-2009 αίτηση της εντολέως της N. L. -N. που απευθύνεται προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης αιτουμένη όπως λάβει τούτο υπόψη του νεώτερα αποδεικτικά στοιχεία που προέκυψαν σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, απευθύνεται προς το εν λόγω Συμβούλιο ως απλή εντολοδόχος της εντολέως της N. L.-N. με την ιδιότητά της ως εγκαλούσης - παθούσης και όχι και πολιτικώς εναγούσης αφού τέτοια δήλωση δεν έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα, όπως άλλωστε ρητά και κατηγορηματικά δηλώνεται στην εν λόγω αίτηση με την σχετική περικοπή "Επειδή δεν έχω δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, πλην, όμως, είμαι παθούσα και ως εκ τούτου έχω άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της υποθέσεως αυτής". Τούτο βεβαίως έχει μεγάλη σημασία διότι εφόσον δεν έχει την ιδιότητα της πολιτικώς εναγούσης, δεν μπορεί να κληθεί να παραστεί στο Συμβούλιο είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω του πληρεξουσίου της δικηγόρου για να αντικρούσει ενδεχομένως τις όποιες εξηγήσεις δώσει ο κατηγορούμενος. Δεν μπορεί όμως και στον κατηγορούμενο να μην παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί τον εαυτό του έναντι των νεωτέρων αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται στο Συμβούλιο από τον μηνυτή - παθόντα και στρέφονται εναντίον του? υπό μία όμως προϋπόθεση: ότι είναι ουσιώδη και ότι θα επηρεάσουν την κρίση του Συμβουλίου.
Εν προκειμένω από τις προσκομιζόμενες ένορκες καταθέσεις του Ε. Μ. και του Ι. Τ. που αξιολόγησε το Συμβούλιο σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και συγκεκριμένα όπως αναφέρει ο πρώτος τούτων ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου καθώς επίσης και ο αδελφός του κατηγορουμένου του ζήτησαν να μεσολαβήσει στον δεύτερο τούτων (Ι. Τ.) που είναι πατέρας του συζύγου της εν λόγω εγκαλούσης - παθούσης για να διευθετηθεί η προκειμένη υπόθεση και να μην φθάσει στο ακροατήριο υποσχόμενοι κάποιο χρηματικό ποσό στην εγκαλούσα - παθούσα N. L.-N., συνεκτιμήθηκε μεν από το εν λόγω Συμβούλιο πλην όμως δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή στη κρίση του, διότι εντάσσεται εμφανώς στην αγωνιώδη προσπάθεια της συζύγου του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του αδελφού του κατηγορουμένου να αποφύγουν πάση θυσία τον διασυρμό της οικογενείας τους από μία δημόσια δίκη που θα τους εξέθετε ανεπανόρθωτα στα μάτια της μικρής κοινωνίας όπου διαβιούν? χωρίς τούτο να σημαίνει και αποδοχή οπωσδήποτε της κατηγορίας που βαραίνει τον αναιρεσείοντα. Με αυτήν την αξιολόγηση συμπεριέλαβε το εν λόγω Συμβούλιο στο προσβαλλόμενο βούλευμα το ανωτέρω πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο και για τον λόγο αυτό δεν άσκησε ουσιώδη επιρροή στην κρίση του αλλά απλά συνεκτιμήθηκε ομού με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία όπως έχει προαναφερθεί και αναλυθεί είναι συντριπτικά σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Όσον αφορά δε τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την εν λόγω εγκαλούσα - παθούσα και δεν αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο, όπως προκύπτει από την από 16-6-2009 κατάθεση του αστυνομικού υπαλλήλου Ι. Κ. τέθηκαν υπόψη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή, και άρα για το κεφάλαιο αυτό των αποδεικτικών στοιχείων έχει ερωτηθεί και έχει απαντήσει σχετικά ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ο προτεινόμενος λόγος απολύτου ακυρότητος του προσβαλλομένου βουλεύματος υπ' αριθμ. 193/25-2-2010 είναι αβάσιμος και πρέπει για τον λόγο αυτό να απορριφθεί? και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 10/4-5-2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Κ. του Α. και της Σ., 44 ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 193/25-2-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 11-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 309 ΚΠΔ (νοείται 308 ΚΠΔ), που εφαρμόζεται αναλόγως, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους, σε εύλογη προθεσμία που την καθορίζει το ίδιο. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, κατά τα άρθρα 316 παρ.2 και 318 ΚΠΔ, έχει εφαρμογή και όταν τα νέα στοιχεία προσκομίστηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και (η οποία) εξασφαλίζει, ως προς τον κατηγορούμενο, την υπεράσπιση αυτού και την άσκηση του δικαιώματος του, όπως λάβει γνώση των αποδεικτικών στοιχείων και επιφέρει τις παρατηρήσεις του, της οποίας, επομένως, η μη τήρηση επάγεται, κατά το άρθρο 171 παρ.1δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, σαφώς προκύπτει ότι η παράβαση αυτή, δημιουργούσα τον εκ του άρθρου 484 § Ια' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το συμβούλιο αποφασίσει την παραπομπή του κατηγορουμένου λαμβάνοντας υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεως του τα ως άνω υποβληθέντα υπό άλλου διαδίκου κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία-χωρίς να καλέσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση τούτων και να επιφέρει τις παρατηρήσεις του. (ΑΠ 491/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκειμένου να ερευνηθεί η βασιμότητα ή μη του δια της ένδικης αίτησης προβαλλόμενου μοναδικού λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Δυνάμει του 58/ 31-8-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, ο αναιρεσείων Σ. Κ., κάτοικος ..., παραπέμφθηκε στο αρμοδίως ορισθησόμενο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για να δικαστεί για την αξιόποινη πράξη του βιασμού σε βάρος της εγκαλούσας Ν.-L. N., Δανέζας, κατοίκου .... Κατά του βουλεύματος τούτου, ο ανωτέρω άσκησε την υπ' αριθ. 3/ 22-10-2009 έφεση του. Επί της εφέσεως αυτής συνετάγη η υπ' αριθ. 1103/ 10-12-2009 πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία η άνω έφεση εισήχθη στο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, ήτοι μετά το πέρας της ενεργηθείσης ανακρίσεως και μετά την υποβολή στο Συμβούλιο της άνω εισαγγελικής πρότασης, η εγκαλούσα, δια της από 14-12-2009 αιτήσεως της, την οποία εγχείρισε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης την 21-12-2009, υπέβαλε στο Συμβούλιο Εφετών προς υποστήριξη της άνω κατηγορίας μεταξύ άλλων και τις από 1) 29-5-2009 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα του Ε. Μ. και 2) 5-6-2009 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα του πεθερού της εγκαλούσας Ι. Τ., τις οποίες ο Εισαγγελέας Εφετών με το 13199/22-12-2001 έγγραφο του, διεβίβασε στην Πρόεδρο του άνω Συμβουλίου, μαζί με την άνω αίτηση της εγκαλούσας. Περαιτέρω, όμως, από το φάκελο και τα έγγραφα της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο αντίκλητος του κλήθηκαν για να λάβουν γνώση των με την αίτηση αυτή της εγκαλούσας υποβληθέντων στο Συμβούλιο Εφετών εγγράφων, μεταξύ των οποίων καταλέγονται και οι άνω καταθέσεις εξ άλλης δίκης των μαρτύρων Μ. και Τ., προκειμένου αυτοί (αναιρεσείων ή ο αντίκλητος του) να εκφέρουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 193/ 2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την άνω έφεση του αναιρεσείοντος δεχόμενο ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος για τη διαληφθείσα πράξη του βιασμού, και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα.
Προκειμένου, όμως, το Συμβούλιο Εφετών να καταλήξει στην κρίση του αυτή, έλαβε υπόψη του και στήριξε την κρίση του και στις άνω μαρτυρικές καταθέσεις των Μ. και Τ., αφού διέλαβε ότι "ενισχυτικό εξάλλου της κρίσης αυτής του Συμβουλίου είναι το γεγονός ότι ένα μήνα περίπου μετά το συμβάν η σύζυγος του κατηγορουμένου και ο αδελφός αυτού Κ. επισκέφθηκαν τον Ε. Μ. που γνώριζε το σύζυγο και τον πεθερό της εγκαλούσας και του ζήτησαν να μεσολαβήσει ώστε να τα "βρούνε" ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα και να μη φτάσουν στα δικαστήρια (βλ. την από 29-5-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Ε. Μ. και την από 5-6-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Ι. Τ. που επισυνάπτονται στην από 14-12-2009 αίτηση της εγκαλούσας, η οποία με το υπ' αριθ. πρωτ. 131999/2009 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης έχει αποσταλεί στην πρόεδρο του Συμβουλίου αυτού για να συσχετιστεί στην παρούσα δικογραφία)".
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών, έλαβε υπόψη του τα κρίσιμα αυτά έγγραφα χωρίς να προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι προηγουμένως κλήθηκαν ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητος του να λάβουν γνώση αυτών και έτσι, δια της παραλείψεώς του αυτής, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, διότι με την παράλειψη αυτή θίγεται το υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να λάβει γνώση των ανωτέρω εγγράφων, προκειμένου να επιφέρει τις τυχόν παρατηρήσεις του, και ιδρύθηκε έτσι ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1α ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 193/ 2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή του εγγράφου στον Εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις του σε εύλογη προθεσμία που καθορίζει το ίδιο. Η μη τήρηση τούτων επάγεται ακυρότητα απόλυτη όταν το Συμβούλιο αποφασίσει την παραπομπή λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω υποβληθέντα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Αναιρεί βούλευμα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 551/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ. Α. Τ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στις Γυναικείες Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαυροειδή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 450/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας.
Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 768/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 288/23.9.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Συμβούλιο Σας , σύμφωνα με τα άρθρα 525 παρ. 1 αριθ. 2 , 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ , την από 2-6-2010 αίτηση της Χ. συζ. Α. Τ., κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας της κατηγορίας προς το συμφέρον του της 450/2006 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών για απάτη με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 αριθ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για πλημ/μα επαναλαμβάνεται μετά από αίτηση του καταδικασθέντος προς όφελος του αν , εκτός των άλλων , μετά την καταδίκη αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις , που ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, από τα οποία προκύπτει φανερά ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη . Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία ) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατηγορουμένου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.41 , ΑΠ 1139/2003 ΠΔ 2004.132 , Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995.673 , Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ 1 , Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας" 2007. σελ. 214 και 215 ). Αρμόδιο για την αξιολόγηση τέτοιας αιτήσεως επαναλήψεως από τον καταδικασθέντα για κακούργημα από το Πενταμελές Εφετείο είναι , σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο.
ΙΙΙ. Με την παραπάνω 450/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ( η έφεση κατ' αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 343/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας ) η αιτούσα καταδικάστηκε αμετάκλητα για απάτη με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ πράξη την οποία τέλεσε τον Μάϊο του 1998 στο ... της Γερμανίας, στα ... και την Αθήνα σε βάρος του Π. και της Α. Π. . Το Τριμελές Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική απόφαση αφού δέχθηκε τα ακόλουθα : Η πρώτη κατηγορούμενη Χ. συζ. A. Τ. το μήνα Μάιο του έτους 1998 στο ... της Γερμανίας, στα ... και στην Αθήνα, παρέστησε προς τον Π. Π. και τη θυγατέρα του Α. Π. (πολιτικώς ενάγουσα), ότι εκπροσωπεί και συνεργάζεται με την εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ στην επένδυση χρημάτων τρίτων σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και όχι απλώς ως ασφαλιστική σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας, διαθέτοντας ικανότητα και σχετικές γνώσεις, στοιχεία για τα οποία την τίμησαν, κατά τα λεγόμενα της, με την εμπιστοσύνη της εταιρίας, της οποίας η φερεγγυότητα και οικονομική ισχύς σε συνδυασμό με τις ικανότητες και τις γνώσεις της καθιστούσαν βέβαιη τη θεαματική αύξηση των χρηματικών ποσών που οι ανωτέρω θα της παρέδιδαν προς επένδυση, με αποτέλεσμα ο Π.ς Π. δρώντας για λογαριασμό και στο όνομα της πολιτικώς ενάγουσας και η τελευταία Α. Π. να παραδώσουν προς αυτή με διάφορους τρόπους (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, παράδοση σε παρένθετα πρόσωπα) σταδιακά από τον Οκτώβριο του 1998 έως τις 10-6-1999 διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία ήσαν της πολιτικώς ενάγουσας ή της είχαν δοθεί προηγουμένως ως δωρεά από τον πατέρα της Π. Π., και συνολικά το χρηματικό 38.714.617δρχ., το οποίο παρέλαβε η ίδια (κατηγορουμένη) με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στη χρήση του ανωτέρω ποσού για τη διευκόλυνση της υπ' αυτών ενασχόλησης, με παντοειδούς φύσεως χρηματιστηριακές συναλλαγές δια μέσου του γραφείου που διατηρούσε στο όνομα της, παραδίδοντας κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά στην πολιτικώς ενάγουσα (εγκαλούσα) και στον πατέρα της ως απόδοση της επενδύσεως. Τα παραπάνω γεγονότα ήσαν ψευδή , αφού στην πραγματικότητα, που αγνοούσαν οι παθόντες, 1) δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις περί τα οικονομικά και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές στερούμενη κάθε μορφής επιστημονικού τίτλου και βεβαιώσεως και 2) η συνεργασία της με την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ περιοριζόταν σε υποδείξεις καταρτίσεως ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και τρίτων, δίχως να υπάρχει συμβατική δέσμευση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ από τους όρους των συμφωνιών που κατήρτιζε ατομικά και για δικό της λογαριασμό η κατηγορουμένη. Σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα ξένη περιουσία, πείθοντας την πολιτικώς ενάγουσα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, με συνέπεια την πρόκληση σε αυτήν ζημίας ποσού 113.615 ευρώ ή 38.714.617 δρχ ,που είναι πάνω των 25.000.000 δρχ. Στις 10-6-1999 η πολιτικώς ενάγουσα και ο πατέρας της ανήσυχοι πλέον από τις συνεχείς οχλήσεις προς την κατηγορουμένη και την άρνηση της τελευταίας να αποστείλει στην πρώτη έστω και κάποιο έγγραφο που να πιστοποιεί τις "επενδύσεις" που αυτή έκανε με τα χρήματα της, εμφανίστηκαν στο γραφείο της και ζήτησαν ενημέρωση καθώς και την επιστροφή του άνω χρηματικού ποσού, που της είχαν δώσει. Η κατηγορουμένη αρνήθηκε να επιστρέψει το άνω ποσό και προς καθησυχασμό τους και αποφυγή περαιτέρω συνεπειών (μηνύσεις, αγωγές κλπ) παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα στις 10-6-1999 την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ποσού (μαζί με τους τόκους) 44.244.800 δρχ, εκδόσεως της ίδιας, σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας και λήξεως την 10-7-1999, γνωρίζοντας ότι είναι χωρίς αντίκρισμα. Η επιταγή αυτή, όταν από την πολιτικώς ενάγουσα εμφανίστηκε στον αναγραφόμενο χρόνο στην τράπεζα, δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη της κακουργηματικής απάτης, αφού το συνολικό όφελος αυτής και η προξενηθείσα αντίστοιχη ζημία της πολιτικώς ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 113.615 ευρώ ή 38.714.617 δραχμών και συνεπώς υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ.3 περ.β' του ΠΚ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, που ως επιεικέστερος νόμος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.
ΙV. Η αιτούσα στην παραπάνω αίτησή της ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ της επειδή τα χρήματα που καταδικάστηκε ότι ιδιοποιήθηκε με απάτη τα παρέδωσε στην Β. Κ. για να τα επενδύσει εκτός Ελλάδος μέσω του αμερικανού Γ. Γ. που τελικά τα ιδιοποιήθηκε όπως αυτός ομολόγησε στις Αμερικανικές Δικαστικές Αρχές . Για να αποδείξει αυτή τις θέσεις του αυτές προσκομίζει και επικαλείται: α) την από 18-6-1998 σύμβαση μεταξύ του παραπάνω αμερικανού και της Β. Κ. β) το από 4-4-2001 έγγραφο του FBI για την δραστηριότητα του ίδιου αμερικανού γ) την από 5-11-1998 σύμβαση διαχείρισης κεφαλαίων μεταξύ αυτής και της παραπάνω Β. Κ. και δ) την από 5-11-1998 απόδειξη της ΕΤΕ καταβολής ποσού 68.000.000 δρχ. αυτής προς την ίδια Β. Κ. . V. Όλα τα παραπάνω στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει η αιτούσα κατηγορουμένη δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ της. Συγκεκριμένα την ανάμιξη της Β. Κ. η αιτούσα την ανέφερε αναλυτικά στο πρωτόδικο δικαστήριο (βλ. τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της που έχουν περιληφθεί στα πρακτικά) και αυτά τα στοιχεία αξιολογήθηκαν και ελήφθησαν υπόψη για την καταδίκη της. Η συνεργασία της Β. Κ. με τον παραπάνω αμερικανό δεν αφορά την αιτούσα αφού τα χρήματα δεν δόθηκαν σ' αυτή για λογαριασμό των παθόντων μετά από σχετική δική τους εντολή . Τέλος τα δύο τελευταία έγγραφα που επικαλείται η αιτούσα για τις σχέσεις της με την Β. Κ. αυτή τα είχε στην κατοχή της και μπορούσε να τα προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δηλ. αυτά δεν αποτελούν νέα στοιχεία και αποδείξεις. Ουσιαστικά η αιτούσα τις ίδιες θέσεις που αναφέρει στην παραπάνω αίτησή της τις είχε διατυπώσει και απολογούμενη αλλά δεν έγιναν δεκτές. Δηλαδή αυτή επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιαστική κρίση σε βάρος της χωρίς νέα στοιχεία απλά προσβάλλοντας έμμεσα την κρίση του δικαστηρίου ως εσφαλμένη, πράγμα το οποίο είναι, όπως παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκε, δικονομικά ανεπίτρεπτο. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές της κατηγορουμένης δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και οδηγούν στην μετά βεβαιότητας αθώωσή της και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτησή της να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτήν τα σχετικά δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ , όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : Α) Να απορριφθεί η από 2-6-2010 αίτηση της Χ. συζ. Α. Τ. κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον της 450/2006 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών για απάτη με ζημιά ανώτερη των 73.000 ευρώ και Β) Να επιβληθούν σ' αυτήν τα σχετικά δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά της παρούσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία η αιτούσα επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτήν, για κακούργημα, υπ' αριθ. 450/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας για το λόγο ότι, από τις αναφερόμενες στην αίτηση νέες και άγνωστες στους δικαστές που την καταδίκασαν αποδείξεις, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 450/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας (αφού η κατ` αυτής έφεση απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, με την υπ` αριθ. 343/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, αίτηση δε για αναίρεση της τελευταίας απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 400/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, της οποίας είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ` αριθ. 15/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της και τώρα αιτούσας για ακύρωση της διαδικασίας κατά την οποία είχε εκδοθεί η υπ` αριθ. 343/2009 απόφαση), η αιτούσα καταδικάσθηκε αμετακλήτως για κακουργηματική απάτη, με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ, και της επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι: "Το Μάιο του έτους 1998 στο ... Γερμανίας, στα ... και στην Αθήνα, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών με συνέπεια την πρόκληση σε αυτούς ζημίας ποσού άνω των 25.000.000 δρχ. (ή 73.000 ευρώ) και ειδικότερα παρέστησε προς τον Π. Π. και τη θυγατέρα του Α. Π., ότι εκπροσωπεί και συνεργάζεται με την εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ στην επένδυση χρημάτων τρίτων δια χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και όχι απλώς ως ασφαλιστική σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας, διαθέτοντας ικανότητα και σχετικές γνώσεις, στοιχεία που την τίμησαν, κατά τα λεγόμενά της, με την εμπιστοσύνη της εταιρίας, της οποίας η φερεγγυότητα και οικονομική ισχύς σε συνδυασμό με τις ικανότητες και τις γνώσεις της καθιστούσαν βέβαιη τη θεαματική αύξηση των χρηματικών ποσών που οι ανωτέρω θα της παρέδιδαν προς επένδυση με αποτέλεσμα οι Π. και Α. Π. να παραδώσουν προς αυτή με διάφορους τρόπους (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, παράδοση σε παρένθετα πρόσωπα) χρηματικό ποσό 113.615 ευρώ ή 38.714.617 δρχ., το οποίο παρέλαβε η ίδια με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη χρήση του ανωτέρω ποσού για τη διευκόλυνση της υπ' αυτής ενασχόλησης, με παντοειδούς φύσεως χρηματιστηριακές συναλλαγές δια μέσου του γραφείου που διατηρούσε επ' ονόματί της, παραδίδοντας κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά στην εγκαλούσα και στον πατέρα της ως απόδοση της επενδύσεως, ενώ στην πραγματικότητα, που αγνοούσαν οι παθόντες, δεν είχε ιδιαίτερες γνώσεις περί τα οικονομικά και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, στερούμενη κάθε μορφής επιστημονικού τίτλου και βεβαιώσεως, ενώ η συνεργασία της με την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ περιοριζόταν σε υποδείξεις καταρτίσεως ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και τρίτων δίχως να υπάρχει συμβατική δέσμευση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ από τους όρους των συμφωνιών που κατήρτιζε ατομικώς και για δικό της λογαριασμό η κατηγορουμένη". Ήδη, επιδιώκουσα η αιτούσα την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω υπ' αριθ. 450/2006 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέα στοιχεία: 1. Την από 18 Ιουνίου 1998 Σύμβαση Περιορισμένης Κοινοπραξίας, που καταρτίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ Αμερικανών επενδυτών, μεταξύ των οποίων και ο Γ. Γ., και της Β. Κ. με τη συνεργάτιδά της Π. Τ., με σκοπό την εκτέλεση επενδυτικού προγράμματος υψηλής αποδόσεως, της τάξεως του 108% που θα επενδυόταν κάθε μήνα (δηλαδή, με βάση τη σύμβαση αυτή, προσδοκούσε η επενδυτής Κ. απόδοση της τάξεως του 108%, από το οποίο θα κρατούσε το 100% και θα απέδιδε στους αντισυμβαλλομένους της το 8%), 2. το από 4.4.2001 έγγραφο του FBI, που απευθύνεται προς την ανωτέρω συνεργάτιδα της Κ. Π. Τ., στο οποίο εμπεριέχονται α)τα από Αυγούστου 1999 Πρακτικά και Απόφαση του Δικαστηρίου της Καλιφόρνια, σε ποινική υπόθεση κατά του Γ. Γ., δηλαδή του προσώπου που συμβλήθηκε με την Β. Κ. στο συμφωνητικό της 18.6.1998, που αφορούσε την κατηγορία του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος και χρηματικές συναλλαγές μέσω μη νομίμων δραστηριοτήτων κ.λπ. και β) το από 31.1.2001 συμφωνητικό παραδοχής εγκληματικής πράξεως, δηλαδή η ομολογία του εν λόγω κατηγορουμένου Γ. Γ., το οποίο υπογράφηκε μεταξύ του Αντεισαγγελέα των ΗΠΑ Στηβ Μίλλερ, του κατηγορουμένου και του συνηγόρου υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Σέλντον Σέρμαν, 3. την από 5.11.1998 σύμβαση διαχειρίσεως κεφαλαίων με δωδεκάμηνη διάρκεια, που κατήρτισε (η αιτούσα) με τη Β. Κ., η οποία αφορά την μηνύτρια και τον πατέρα της, των οποίων τα ονόματα ρητώς αναφέρονται στη σύμβαση αυτή και 4. την από 5.11.1998 απόδειξη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, από την οποία προκύπτει ότι, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ενέβασε αυτή προς επένδυση στη Β. Κ. το ποσό των 68.000.000 δρχ. ή ευρώ 199.560, τα οποία της είχαν παραδώσει τρίτοι, εκτός της οικογένειας Π., για να επενδυθούν στο εξωτερικό προς επένδυση υψηλής αποδόσεως της Κ. στις ΗΠΑ, από τα οποία, όπως υποστηρίζει, γίνεται φανερό ότι είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, διότι ειδικότερα, από τα έγγραφα αυτά, αποδεικνύεται ότι τα χρηματικά ποσά, που της είχαν παραδώσει, για επένδυση, οι Π. και Α. Π., τα έδωσε, μετά την 31.10.1998, εν γνώσει τους, στη Β. Κ., η οποία θα τα επένδυε στο εξωτερικό με απόδοση 170%, πλην και αυτή ήταν θύμα του Γ. Γ., ο οποίος έχει ήδη ομολογήσει την ενοχή του ότι είχε καταστρώσει σχέδιο για να εξαπατήσει δύο κατοίκους της Ελλάδας και να λάβει το ποσό των 700.000 δολαρίων ΗΠΑ, και ότι, επομένως, ο ισχυρισμός, που είχε προτείνει, ότι είχε παραδώσει τα ως άνω χρηματικά ποσά στην Κ., ήταν αληθής. Ισχυρίζεται δε ότι τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν σε γνώση της μετά την έκδοση της ως άνω αμετάκλητης αποφάσεως και δη ότι στις 18 Μαΐου 2010 πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της (δικηγόρο Αθηνών Κων. Μαυροειδή) ότι σε τυχαία συνάντησή του με το δικηγόρο της Β. Κ. (δικηγόρο Λάρισας Ιωάννη Πούλιο), με τον οποίο συνεργάζονται σε άλλη υπόθεση, άσχετη με την κρινόμενη, τυχαίως του αναφέρθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ήταν σε δικογραφία της Β. Κ., άσχετη με την επίδικη, των οποίων την ύπαρξη αυτή (αιτούσα) αγνοούσε και το πρώτον πληροφορήθηκε κατά την ως άνω χρονολογία.
Από τις προαναφερθείσες νέες αποδείξεις, εκτιμώμενες καθεαυτές και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 450/2006 απόφαση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα, η οποία μετέβαινε συχνά στο ... Γερμανίας και διατηρούσε γραφείο στα ..., κατά μήνα Μάιο του έτους 1998, στο ..., στα ... και στην Αθήνα, παρέστησε προς τον Π. Π. και τη θυγατέρα του Α., ότι εκπροσωπούσε και συνεργαζόταν με την εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ στην επένδυση χρημάτων τρίτων σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και όχι απλώς ως ασφαλιστική σύμβουλος αυτής, ότι διέθετε ικανότητα και σχετικές γνώσεις, στοιχεία για τα οποία η εταιρία την τίμησε με την εμπιστοσύνη της, και ότι η φερεγγυότητα και οικονομική ισχύς της σε συνδυασμό με τις ικανότητες και τις γνώσεις της καθιστούσαν βέβαιη τη θεαματική αύξηση των χρηματικών ποσών που οι ανωτέρω θα της παρέδιδαν προς επένδυση. Αποτέλεσμα των διαβεβαιώσεων αυτών ήταν ο Π. Π., δρώντας για λογαριασμό και στο όνομα της κόρης του, και η τελευταία να παραδώσουν προς αυτή με διάφορους τρόπους (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, παράδοση σε παρένθετα πρόσωπα) σταδιακά από τον Οκτώβριο του 1998 έως τις 10-6-1999 διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στην Α. Π. ή είχαν δοθεί προηγουμένως σ` αυτήν ως δωρεά από τον πατέρα της Π. Π., και συνολικά το χρηματικό ποσό των 38.714.617 δρχ. (113.615 ευρώ), το οποίο παρέλαβε η ίδια η αιτούσα, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος. Τα παραπάνω γεγονότα ήταν ψευδή, αφού στην πραγματικότητα, την οποία αγνοούσαν οι παθόντες, δεν είχε αυτή ιδιαίτερες γνώσεις περί τα οικονομικά και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και στερείτο κάθε μορφής επιστημονικού τίτλου και βεβαιώσεως, ενώ η συνεργασία της με την ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ περιοριζόταν σε υποδείξεις καταρτίσεως ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και τρίτων, χωρίς να υπάρχει συμβατική δέσμευση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ από τους όρους των συμφωνιών που κατήρτιζε ατομικά και για δικό της λογαριασμό η αιτούσα. Στις 10-6-1999 οι παθόντες, ανήσυχοι πλέον από τις συνεχείς οχλήσεις προς την αιτούσα και την άρνηση της τελευταίας να αποστείλει στην Α. Π. έστω κάποιο έγγραφο που να πιστοποιεί τις "επενδύσεις" που αυτή έκανε με τα χρήματά της, εμφανίστηκαν στο γραφείο της και ζήτησαν ενημέρωση, καθώς και την επιστροφή του άνω χρηματικού ποσού που της είχαν δώσει. Η αιτούσα αρνήθηκε να επιστρέψει το άνω ποσό και, προς καθησυχασμό τους και αποφυγή περαιτέρω συνεπειών (μηνύσεις, αγωγές κλπ.), παρέδωσε στην Α. Π. στις 10-6-1999 την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ποσού (μαζί με τους τόκους) 44.244.800 δρχ., εκδόσεως της ίδιας, σε διαταγή της Α. Π. και λήξεως την 10-7-1999, γνωρίζοντας ότι είναι χωρίς αντίκρισμα. Η επιταγή αυτή, όταν εμφανίστηκε στον αναγραφόμενο χρόνο στην Τράπεζα, δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος. Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι είχε δώσει τα χρήματα των παθόντων, εν γνώσει τους, μετά τις 31.10.1998, για επένδυση, στην κάτοικο ... Β. Κ., η οποία θα τα επένδυε στο εξωτερικό με απόδοση 170%, αλλά έπεσε θύμα του Αμερικανού Γ. Γ., ο οποίος, μάλιστα, ομολόγησε την ενοχή του, δεν αποδείχθηκε ούτε από τα νεότερα έγγραφα που προσκομίζει η αιτούσα, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, περιήλθαν σε γνώση της μετά την αμετάκλητη καταδίκη της και δη στις 18.5.2010. Αυτό δε γιατί: α) Από τα ως άνω (νεότερα) έγγραφα δεν προκύπτει ότι οι ανωτέρω παραστάσεις της αιτούσας προς τους παθόντες (ότι αυτή εκπροσωπούσε και συνεργαζόταν με την εταιρία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ στην επένδυση χρημάτων τρίτων σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και όχι απλώς ως ασφαλιστική σύμβουλος αυτής, ότι διέθετε ικανότητα και σχετικές γνώσεις, κ.λ.π.) ήταν αληθείς. β) Δεν εξηγείται η έκδοση της ειρημένης ακάλυπτης επιταγής. γ) Η αιτούσα είχε προτείνει, αναλυτικά, τον (αρνητικό της κατηγορίας) ισχυρισμό για ανάμιξη της Β. Κ., ο οποίος αξιολογήθηκε από το Τριμελές Εφετείο και απορρίφθηκε σιωπηρά. δ) Η συνεργασία της Β. Κ. με τον ανωτέρω Αμερικανό δεν ασκεί επιρροή στην αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε η αιτούσα, με την έννοια ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή δεν τελούσε σε δόλο και δεν αποσκοπούσε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία των παθόντων, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έδωσε στην Κ., μεταξύ άλλων κεφαλαίων, και τα χρήματα των παθόντων και μάλιστα με δική τους εντολή. Και ε) η από 5.11.1998 σύμβαση διαχειρίσεως κεφαλαίων με δωδεκάμηνη διάρκεια, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της Β. Κ. και της αιτούσας, και η από 5.11.1998 απόδειξη της ΕΤΕ, από την οποία προκύπτει ότι η αιτούσα είχε εμβάσει στην Κ. το ποσό των 68.000.000 δρχ., έπρεπε, λογικά, να βρίσκονται, από την αρχή, στην κατοχή της αιτούσας και να είχαν προσκομιστεί από αυτή κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύουν ότι οι παθόντες είχαν δώσει στην αιτούσα εντολή να δώσει τα χρήματά τους στην Κ.. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται από τα αυτά αποδεικτικά μέσα ότι η αιτούσα, δια των άνω πράξεών της, δεν αποσκοπούσε να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στη χρήση του χρηματικού ποσού που έλαβε από τους παθόντες για τη διευκόλυνση της ενασχολήσεώς της με παντοειδούς φύσεως χρηματιστηριακές συναλλαγές δια μέσου του γραφείου της. Από όλα τα ανωτέρω, το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Μαΐου 2010 (με αριθ. πρωτ. 4308/2010) αίτηση της Χ. συζ. Α. Τ., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 450/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου που καταδίκασε την αιτούσα για κακουργηματική απάτη, γιατί τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσκόμισε η αιτούσα δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι η καταδικασθείσα ήταν αθώα.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 550/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Σ. του Κ. κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Λιάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 654/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Π. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1456/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στο δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του ΚΠΔ, να διαλάβει στην έκθεση ή δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεώς του περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σ' αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 654/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα για υπεξαγωγή εγγράφου και υφαίρεση (υπεξαγωγή μεταξύ συζύγων) σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών ανασταλείσα. Η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε με παρούσα την κατηγορουμένη, καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε, στο κατ' άρθρο 473 § 3 ΚποινΔ ειδικό βιβλίο αποφάσεων στις 6-9-2010, όπως προκύπτει από την από 30-9-2010 βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Κοζάνης. Η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, κάτοικος ημεδαπής, άσκησε την ένδικη αίτηση ενώπιον του Γραμματέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης την 29-9-2010. Η εν λόγω, όμως, αίτηση ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού από την ημερομηνία καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ένδικο βιβλίο μέχρι την 29-9-2010 παρήλθε η από το άρθρο 473 § 1 ΚΠοινΔ δεκαήμερη προθεσμία. Η αναιρεσείουσα προς αιτιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης της αιτήσεως, επικαλείται "ανωτέρα βία και ανυπέρβλητο κώλυμα" και δη σοβαρή ασθένεια του πατέρα της κατά το 15θήμερο προ της ασκήσεως της αναιρέσεως, στη διάρκεια της οποίας συμπαρίστατο σ' εκείνον διαρκώς, μη δυνηθείσα εκ τούτου να λάβει γνώση της καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο όταν έγινε η καταχώρηση αυτή, και ότι έλαβε γνώση της εν λόγω καταχώρησης της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την ημέρα που άσκησε την ένδικη αίτηση. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στην έκθεση αναιρέσεως ούτε προσκομίζει αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη αυτού. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2010 αίτηση της Μ. Σ. του Κ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 654/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.
| null | null | 1
|
Αριθμός 548/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητής και Ανδρέας Ξένος, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 67/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με κατηγορούμενο τον Ν. Σ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΡΟΤΑ ΚΑΠ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην Νέα Ραδαιστό Θεσσαλονίκης και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούτα.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 45/5 Νοεμβρίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Σταμάτη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1436/2010.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρ. 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, διαπράττει τοκογλυφία και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, όποιος κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ή τρίτον περιουσιακά ωφελήματα τα οποία υπερβαίνουν το θεμιτό ποσοστό τόκου που ορίζεται από το νόμο. Κατά τη διάταξη αυτή, ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων αλλά και η λήψη από το δράστη αξιογράφων στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι, χωρίς ν' απαιτείται και είσπραξη του αναφερομένου σ' αυτά ποσού. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η πράξη της τοκογλυφίας προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις.
Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την αθωωτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Ιωαννίνων κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο Ν. Σ. του Β. τοκογλυφίας κατ` εξακολούθηση, κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "..., αποδείχθηκαν,...,τα ακόλουθα:
Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρία Μεταλλικών Πωμάτων ΡΟΤΑ ΚΑΠ", με διακριτικό τίτλο "ΡΟΤΑ ΚΑΠ ΑΒΕΕ" και έδρα τη Νέα Ραιδεστό Θεσσαλονίκης, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Σ. Π., ο οποίος παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, είχε εκδώσει μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 69.932,60 ευρώ, σε διαταγή του Χ. Τ. και με ημερομηνίες έκδοσης από τον Σεπτέμβριο έως και το Νοέμβριο του έτους 2003. Ο ανωτέρω Χ. Τ., τις επιταγές αυτές, μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο, ο οποίος ασχολούνταν με το εμπόριο σιδήρου. Επειδή οι εν λόγω επιταγές δεν πληρώθηκαν στις αντίστοιχες ημεροχρονολογίες, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρίας, ο πολιτικώς ενάγων, με την ιδιότητα που προεκτέθηκε και υπόχρεος από τις επιταγές αυτές, προκειμένου να ρυθμίσει το χρέος του απ' αυτές, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στα Ιωάννινα και συμφώνησαν να αναλάβει αυτός τις παραπάνω επιταγές και να τις αντικαταστήσει με άλλες, διαφόρων προσώπων, επίσης μεταχρονολογημένες, αλλά με νεότερες ημερομηνίες έκδοσης, τις οποίες θα παρέδιδε στον κατηγορούμενο, όπως και έγινε. Παράλληλα, κατά τη συνάντησή τους αυτή, ο Σ. Π. ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας, αλλά επρόκειτο να λάβει, η εταιρία, δάνειο μεγάλου ποσού, από Τράπεζα. Επειδή λοιπόν είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να τον διευκολύνει με τη χορήγηση δανείων. Πράγματι, οι ανωτέρω προέβησαν σε σχετική συμφωνία, κατά την οποία ο κατηγορούμενος θα αναλάμβανε να τον δανειοδοτεί, χορηγώντας του ρευστό χρήμα, ενώ ο Σ. Π. θα του έστελνε επιταγές μεγαλύτερης αξίας, ώστε να εξοφλείται παράλληλα το αρχικό χρέος των 69.982,60 ευρώ και τελικά, όταν η εταιρία θα λάμβανε το δάνειο, θα γινόταν η τελική εκκαθάριση και, ανάλογα με το αποτέλεσμά της, ή ο Σ. Π. θα κατέβαλε τη διαφορά στον κατηγορούμενο, ή ο κατηγορούμενος θα επέστρεφε επιταγές, κατά το μέρος που υπερέβαιναν το ποσό του δανείου. Και είναι μεν αληθές ότι ο Σ. Π. υποστήριξε, κατά την κατάθεσή του στο ακροατήριο, ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 293.513 ευρώ, έναντι του οποίου απέστειλε επιταγές, συνολικού ποσού 430.000 ευρώ, πλην όμως, τούτο δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα, σύμφωνα με το παραπάνω μνημονευόμενο αποδεικτικό υλικό. Αντίθετα, προέκυψε ότι ο Σ. Π., έλαβε από τον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των 363.446,10 ευρώ, έναντι του οποίου κατέβαλε με επιταγές, που πληρώθηκαν, ποσό 169.248 ευρώ. Οι υπόλοιπες επιταγές δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν. Έτσι, ο Σ. Π. δεν συνομολόγησε με τον κατηγορούμενο την υποχρέωση καταβολής τοκογλυφικών τόκων, πολύ δε περισσότερο, δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε σ' αυτόν παράνομους τόκους. Επισημαίνεται ότι η χρησιμοποίηση από τον κατηγορούμενο του Π. Π. ως παρενθέτου προσώπου ως οπισθογράφου των επιταγών της εγκαλούσης εταιρίας έγινε αποκλειστικά και μόνο για να θεμελιωθεί τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Ιωαννίνων, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της συναλλαγής του κατηγορουμένου με την ανωτέρω εταιρία. Συνακόλουθα αυτών, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η ενοχή του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται η μη ύπαρξη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός αθωώθηκε και δη ότι τα ποσά των επιταγών, τις οποίες έλαβε από τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν αντιπροσώπευαν κεφάλαιο και τοκογλυφικούς τόκους, τους οποίους είχε συνομολογήσει με τον τελευταίο.
Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα είναι αβάσιμες, αφού:
α) Όπως αναφέρθηκε, συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναλύεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ το γεγονός ότι τονίζονται ορισμένα από αυτά, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρεται γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
β) Αιτιολογείται επαρκώς η συμφωνία μεταξύ κατηγορουμένου και αναιρεσείοντος ότι ο πρώτος θα δανειοδοτούσε τον δεύτερο, ο οποίος θα έστελνε στον πρώτο επιταγές μεγαλύτερης αξίας, ώστε να εξοφλείται παραλλήλως και το αρχικό του χρέος ύψους 69.982,60 ευρώ, κρίθηκε δε ότι ο πολιτικώς ενάγων έλαβε από τον κατηγορούμενο ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που κατέβαλε με επιταγές.
γ) Αιτιολογείται και ο λόγος, για τον οποίο ο κατηγορούμενος συμφώνησε να δανειοδοτεί τον πολιτικώς ενάγοντα (ότι η εταιρία του τελευταίου είχε οικονομικές δυσκολίες και επρόκειτο να λάβει δάνειο από Τράπεζα, πλην είχε άμεση ανάγκη χρημάτων).
δ) Εκτίθεται, ακόμη, ο λόγος, για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε, ως οπισθογράφος των επιταγών, το παρένθετο πρόσωπο Παύλος Πέτσιος. Και
ε) δέχεται το Δικαστήριο ότι δεν συντρέχει καμιά από τις περιπτώσεις που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της τοκογλυφίας, ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ούτε συνομολόγησε ούτε έλαβε ωφελήματα που υπερβαίνουν το νόμιμο ποσοστό του τόκου.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι εμπεριεχόμενες στον πρώτο λόγο αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας Τ., Π. και πολιτικώς ενάγοντος, κ.λπ.) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 45/5 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ` αριθ. 67/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη απαλλακτική απόφαση για τοκογλυφία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία εγκλήματος. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως Εισαγγελέα Αρείου Πάγου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 545/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6604/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Χ. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1137/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ως γεγονός θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο η από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 6604/2010 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε δεύτερο βαθμό, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση και για ψευδορκία μάρτυρος, σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών για κάθε πράξη και σε συνολική ποινή εννέα μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Εφετείο, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα παρακάτω: "Από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι: "Στα πλαίσια των οικονομικών συναλλαγών των διαδίκων, ο εγκαλών προς αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, δανείσθηκε από τον κατηγορούμενο το ποσό των 133.000 ευρώ στις 25.10.2001 και στις 29.11.2001 το ποσό των 38.151 ευρώ. Ως εγγύηση για την επιστροφή των δανείων ο εγκαλών εξέδωσε και μεταβίβαση με οπισθογράφηση στον κατηγορούμενο τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές της τράπεζας Eurobank Ergasias με ημερομηνία εκδόσεως 25.10.2002 και 28.2.2002 θέτοντας επ' αυτών την σφραγίδα της εταιρείας "Θ. Χ. ΑΒΕΕ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ" της οποίας ήταν πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. Ο εγκαλών σε εξόφληση των άνω δανείων κατέβαλε στις 25.1.2002 το ποσό των 13.294 ευρώ και σε εξόφληση του β' δανείου το ποσό των 108.800 ευρώ στις 6.2.2002, είχε συνάψει δε και άλλα δάνεια, πλην όμως κατά των εξόφληση των τελευταίων ως άνω δανείων, διαπίστωσε ότι είχε καταβάλει στον κατηγορούμενο τοκογλυφικούς τόκους, από έναν υπολογισμό στον οποίο προέβη, άνω των 100.000 ευρώ για τους οποίους γνωστοποίησε στον τελευταίο ότι θα προσφύγει στη δικαιοσύνη, αφού αυτός δεν αναγνώριζε την παράνομη αυτή είσπραξη χρημάτων και δεν συμφωνούσε στην επιστροφή τους. Πράγματι ο εγκαλών κατέθεσε σχετική μήνυση και ήδη ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων με το υπ' αριθμ. 1467/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη της τοκογλυφίας. Ο κατηγορούμενος σε μήνυση που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 28.6.2002 με αριθμό ΑΒΜ Β-2002/2254 και με συμπληρωματική μήνυση που την εγχείρησε στις 2.7.2002 στον ίδιο Εισαγγελέα με αριθμό ΑΒΜΓ-2002/2868, κατεμήνυσε τον εγκαλούντα ότι στις 12.4.2002 σε αντικατάσταση των άνω επιταγών, των οποίων την επιστροφή ζήτησε με το πρόσχημα της πρόωρης εξόφλησης του δανείου, εξέδωσε τρείς επιταγές, τις υπ' αριθμ. .../25.5.02, .../25.6.2002 και .../25.7.2002 της Ε.Τ.Ε. ποσών 50.000, 50.000 και 51.450 ευρώ αντίστοιχα, οι οποίες ήταν προϊόντα κλοπής, ότι ο εγκαλών γνώρισε τούτο και τις πλαστογράφησε θέτοντας την υπογραφή του και τη σφραγίδα της εταιρείας του, αποκρύπτοντας αυτά από τον κατηγορούμενο με σκοπό να ωφεληθεί προσπορίζοντας στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό των άνω επιταγών, οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω κλοπής και ανάκλησής τους. Με βάση τις άνω μηνύσεις ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος με βλάβη τρίτου και συνολικό όφελος και ζημία άνω των 73.000 ευρώ και γ) της κλοπής. Οι άνω μηνύσεις όμως ήταν ψευδείς, εν γνώσει δε του ψεύδους αυτών ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε τον εγκαλούντα καθόσον ο τελευταίος για τις πράξεις της πλαστογραφίας και της κλοπής με το υπ' αριθμ. 3668/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 519/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών (κατά του οποίου δεν προκύπτει ότι ασκήθηκε αναίρεση), κρίθηκε ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του (νυν εγκαλούντος) και αποφάνθηκε το Συμβούλιο ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατ' αυτού για τις πράξεις αυτές, ενώ τον παρέπεμψε για την κακουργηματική απάτη. Παρά την παραπομπή αυτή, τα όσα ο κατηγορούμενος κατήγγειλε περί αντικαταστάσεως των δύο επιταγών με τις τρείς κλαπείσες και πλαστές επιταγές της Εθνικής Τράπεζας την 12.4.2002 δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο πειστικό ότι ήταν βάσιμη, και τούτο διότι ο εγκαλών είχε εξοφλήσει τις.. μέχρι 6.2.2002 τα δάνεια που είχε λάβει από τον κατηγορούμενο με τους τόκους και δεν είχε λόγο να προβεί σε αντικατάσταση των επιταγών με άλλες. Εξ άλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο εγκαλών κατεμηνύθη από τον κατηγορούμενο με την από 5.4.2005 έγκληση για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση της από 6.3.2002 ιδιόχειρης απόδειξης είσπραξης, ήτοι για νόθευση αυτής ως προς το ποσό ήτοι από το πραγματικό 8.800 ευρώ σε 108.800 ευρώ και απάτη επί Δικαστηρίου τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση με προκληθείσα ζημία άνω των 73.00 ευρώ. Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε το 2174/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του νυν εγκαλούντος. Ο τελευταίος δε έλαβε γνώση των όσων κατήγγειλε ο κατηγορούμενος με τις δύο μηνύσεις που κατέθεσε (28.6.2002 και 2.7.2002) το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 2004, όταν τον κάλεσε ο 18ος τακτικός ανακριτής για ν' απολογηθεί, και ναι μεν στα δικόγραφα που κατατέθηκαν στα αστικά δικαστήρια, αναφέρονται ω έγγραφα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα με το σημείωμα στο Μονομελές Πρωτοδικείο και τις προτάσεις στο Πολυμελές Πρωτοδικείο στις 25.10.2002 και 12.3.2004 αντίστοιχα, όμως δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι και ο εγκαλών έλαβε τότε γνώση σαφή και συγκεκριμένη για την κατηγορία και το πρόσωπο του τότε μηνυτού (βλ. την από 8.3.2005 ανωμοτί κατάθεση μηνυτού Χ. Θ.). Οπότε, η μήνυσή του η οποία κατατέθηκε στις 3.12.2004, δεν υπερβαίνει την προβλεπόμενη από το νόμο τετράμηνη προθεσμία. Με τα ανωτέρω ψευδή κατά βάση περιστατικά που περιέλαβε ο κατηγορούμενος στις μηνύσεις του, τα οποία βεβαίωσε και ενόρκως κατά την κατάθεση των μηνύσεων, εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού ο μηνυτής δεν είχε εκδώσει τις παραπάνω τρεις επιταγές, επεδίωκε να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του εγκαλούντος, όπως και πράγματι έγινε. Επί πλέον τα περιστατικά που περιέλαβε στη μήνυσή του, των οποίων έλαβαν γνώση και τρίτα άτιμα, την αναλήθεια των οποίων εγνώριζε, ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς τον εμφάνιζαν ως άνθρωπο ανήθικο και ανέντιμο να μετέρχεται παράνομες μεθόδους στις συναλλαγές του και να διαπράττει αξιόποινες πράξεις.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1,2, 229 παρ 1 και 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1). Η παραπάνω αιτιολογία, καίτοι είναι σχεδόν ταυτόσημη με το διατακτικό, περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω τριών αξιοποίνων πράξεων αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. 2). Το παραπάνω αιτιολογικό περιλαμβάνει ίδια πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά μέσα και ουδόλως αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. 3). Αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η από ιδία αντίληψη γνώση του κατηγορουμένου περί της αναλήθειας των αναφερομένων στις δύο ψευδείς μηνύσεις του περιστατικών και ο σκοπός αυτού που ήταν η καταδίωξη του εγκαλούντος για απάτη, κλοπή και πλαστογράφηση των τριών επιταγών, πράξεις που δεν είχε τελέσει και για τις οποίες του ασκήθηκε ποινική δίωξη. 4)Δεν αναφέρεται μεν στο παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με ειδική μνημόνευσή της, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την από Νοεμβρίου 2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του αστυνόμου γραφολόγου της ΕΛΑΣ Ι. Μ., η οποία διατάχθηκε με το 1123/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, είναι το έγγραφο που αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, υπό τον α/α 22 και η οποία αποτελεί ως πραγματογνωμοσύνη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατά τα άρθρα 183 και 184 παρ. 1 ΚΠοινΔ, πλην όμως από την επισκόπηση της εκθέσεως αυτής και από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού προκύπτει σαφώς, ότι, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά της εκθέσεως αυτής στο αιτιολογικό, αξιολογείται το πόρισμά της που καταλήγει ότι οι τρεις επίδικες επιταγές είναι πλαστές και δε συμπληρώθηκαν με τη γραφή ούτε φέρουν τη γνησία υπογραφή του κατηγορούμενου και νυν εγκαλούντος Θ. Χ. στη θέση του εκδότη και της πρώτης οπισθογραφήσεως, ο δε αναιρεσείων κατηγορούμενος με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρος, διότι ισχυρίστηκε ενόρκως και καταμήνυσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ψευδώς τον άνω εγκαλούντα για τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της απάτης, κλοπής και πλαστογράφησης των ιδίων αυτών επιταγών και άρα συνάγεται βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συνεκτίμησε και την αναγνωσθείσα αλλά μη μνημονευόμενη ρητά στο αιτιολογικό του ως άνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Ι. Μ.. Ενόψει των παραπάνω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, πρώτος και τρίτος, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου ή με την απόρριψη ενός νόμιμου αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από το ίδιο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, άλλα έγγραφα κλπ).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για το λόγο ότι το Δικαστήριο, για την απόρριψη προβληθέντος νομίμου αυτοτελούς ισχυρισμού περί εκπροθέσμου της ασκηθείσας εγκλήσεως, συνεκτίμησε και την από 8-3-2005 ανώμοτη κατάθεση του μηνυτή Θ. Χ., χωρίς αυτό το έγγραφο να αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 6604/2010 αποφάσεως, το παραπάνω έγγραφο πράγματι δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και με βάση ρητή αναφορά σε αυτό, του οποίου το περιεχόμενο δεν προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, απορρίφθηκε ως αβάσιμος προβληθείς εκ μέρους του κατηγορουμένου ισχυρισμός περί εκπροθέσμου ασκήσεως της κατ' αυτού εγκλήσεως. Έτσι, όμως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως η ακυρότητα αυτή επηρεάζει μόνο την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, που διώκεται κατ' έγκληση, όχι δε και τις άλλες δύο πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, που διώκονται αυτεπαγγέλτως και δεν επηρεάζονται από την παραπάνω παραβίαση και την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον, όσον αφορά την καταδίκη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και ως προς τη διάταξη περί ποινής για αυτή και περί συνολικής ποινής, απορριφθεί δε η αίτηση, κατά τα λοιπά, ενόψει του ότι ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ, περί υποχρεωτικής αναστολής της δίκης, αφορά την ίδια ανωτέρω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και μόνον, για την οποία ήδη αναιρείται η απόφαση, γι’ αυτό και παρέλκει η εξέτασή του. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511 του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος, πράξη η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα στις 28-6-2002 και στις 2-7-2002. Το αξιόποινο των ως άνω μερικότερων πράξεων, που διώκονται σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ( 25-6-2010), αφού από την τέλεσή τους μέχρι τη διάσκεψη και δημοσίευση της παρούσας έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι η κρινόμενη αίτηση γίνεται δεκτή ως παραπάνω μόνο για την πράξη αυτή της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, πρέπει η υπόθεση να μην παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για επανασυζήτηση, αλλά να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για το παραπάνω πλημμέλημα, παραπεμφθεί όμως στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, κατ' άρθρον 519 ΚΠοινΔ, μόνο για την επιβολή συνολικής ποινής ως προς τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, που δεν αναιρείται η απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 6604/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, την επιβληθείσα γι αυτήν ποινή φυλακίσεως και τη συνολική ποινή των εννέα μηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά του αναιρεσείοντος Ν. Σ. του Π. ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι στην Αθήνα την 28-6-2002 ως και την 2-7-2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενεργώντας με πρόθεση, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, τα γεγονότα δε αυτά ήταν ψευδή και αυτός το γνώριζε και συγκεκριμένα: α) Την 28-6-2002 εμφανίστηκε ενώπιον των αρμοδίων για την παραλαβή μήνυσης Εισαγγελέα και Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και εγχείρισε την με ΑΒΜ-Β-2002/2254 μήνυση, ισχυριζόμενος ενώπιον των προσώπων αυτών τα σε αυτή αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, τελέσεως κλοπής των τριών επιταγών και απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια για τον εγκαλούντα Θ. Χ., τελώντας σε γνώση του ψεύδους τους και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς τον εμφάνιζε να έχει διαπράξει ποινικά κολάσιμες πράξεις. β) Την 2-7-2002 εμφανίστηκε ενώπιον των αρμοδίων για την παραλαβή μήνυσης Εισαγγελέα και Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και εγχείρισε την με ΑΒΜ Γ-2002/2868 μήνυση, ισχυριζόμενος ενώπιον των προσώπων αυτών τα σε αυτή αναφερόμενα ψευδή γεγονότα τελέσεως κακουργηματικής πλαστογραφίας των τριών αυτών επιταγών, για τον ανωτέρω εγκαλούντα, τελώντας σε γνώση του ψεύδους τους και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς τον εμφάνιζε να έχει διαπράξει ποινικά κολάσιμες πράξεις.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, μόνο για την επιβολή συνολικής ποινής για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση και ψευδορκίας μάρτυρος, για τις οποίες δεν αναιρείται η απόφαση. Και.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13-7-2010 αίτηση του Ν. Σ. του Π. περί αναιρέσεως της ίδιας 6604/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και δη λόγω μη συνεκτίμησης ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου αναγνωσθείσας από Νοεμβρίου 2006 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης διαταχθείσας με βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. 2. Δεκτός ως βάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, λόγω συνεκτίμησης εγγράφου, που αφορά απόρριψη ισχυρισμού εκπρόθεσμης υποβολής έγκλησης για συκοφαντική δυσφήμηση (από 8-3-2005 ανωμοτί κατάθεσης μηνυτού), που όπως προκύπτει από τα πρακτικά δεν αναγνώσθηκε. 3. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω 8ετίας (28-6-2002 ως και την 2-7-2002).
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 543/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Δ. Τ.-Κ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα, περί αναιρέσεως της 2600/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε.-Π. Φ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1128/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 121§1,2 και 122§21 ΠΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από το άρθρο 121, 2 και 3 αντίστοιχα του Ν. 3189/2003, προκύπτει ότι ανήλικοι νοούνται αυτοί που, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ του όγδοου και δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε ποινικό σωφρονισμό. Αναμορφωτικά μέτρα είναι: α) η επίπληξη του ανηλίκου ... . Τα επιβαλλόμενα στους παραβάτες ανηλίκους αναμορφωτικά μέτρα έχουν διοικητικό χαρακτήρα και αποβλέπουν όχι στην τιμώρηση, αλλά στην διαπαιδαγώγηση, στην ηθική και κοινωνική βελτίωση αυτών, ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο στην κοινωνία. Δηλαδή τα αναμορφωτικά και τα θεραπευτικά μέτρα συνιστούν αυτοτελείς κατηγορίες των εννόμων συνεπειών του ποινικού δικαίου ανηλίκων, είναι μέτρα ασφαλείας sui generis ή αναπληρωματικά της ποινής και δεν υπάγονται στην αρχή της ενοχής, ισχύει δε στα μέτρα αυτά η βασική αρχή της αναλογικότητος, κατά την οποίαν επέρχεται ένας περιορισμός των αναμορφωτικών μέτρων όχι μόνο μέσω των προσωπικών συνθηκών του δράστη, αλλά και μέσω της βαρύτητας της πράξεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 121 έως 133 του ΠΚ, επίσης προκύπτει ότι ο ανήλικος παραβάτης του ποινικού νόμου δεν κηρύσσεται "ένοχος" από το δικαστήριο, αλλά τούτο σε περίπτωση θετικής διαγνώσεως, αποφαίνεται ότι ο ανήλικος "τέλεσε την πράξη", ενώ το ίδιο το δικαστήριο που επέβαλε τα μέτρα στον ανήλικο, μπορεί οποτεδήποτε να τα αντικαταστήσει ή και να τα άρει αν κρίνει ότι εκπλήρωσαν το σκοπό τους. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η απόφαση που επιβάλλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν είναι καταδικαστική, αφού τέτοια είναι η απόφαση που κηρύσσει ενοχή και επιβάλλει ποινή, στην περίπτωση δε απαγγελίας τέτοιων αναμορφωτικών μέτρων δεν γεννάται θέμα καταδίκης έστω και αν οι δικαστικές αποφάσεις που τα επιβάλλουν καταγράφονται στο ποινικό μητρώο, κατά το άρθρο 574 παρ. 1 περ. ββ' ΚΠοινΔ. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις του δικαστηρίου ανηλίκων, οι οποίες επιβάλλουν τέτοια μέτρα, δε μπορούν να προσβληθούν με ένδικα μέσα. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα του ΚΠοινΔ, α) 463 εδ. α', ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, β) 504 παρ. 1 εδ. α', όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (αρθρ. 370) και γ) κατά το 505 παρ. 1 στοιχ. α', ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ όταν η αναίρεση, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως (ή βουλεύματος) για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2600/2010 απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων ανήλικας τέλεσε την πράξη τους εκουσίας απαγωγής με σκοπό την ακολασία και του επιβλήθηκε το αναμορφωτικό μέτρο της επίπληξης. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση, δεν είναι καταδικαστική, και ο ανήλικας στον οποίο επιβλήθηκε το άνω αναμορφωτικό μέτρο δεν δικαιούται, σε άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2010 αίτηση του Δ. Τ.-Κ. του Α. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2600/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων που επέβαλε το αναμορφωτικό μέτρο της επιπλήξεως διότι η απόφαση δεν είναι καταδικαστική.
| null | null | 0
|
Αριθμός 538/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων 1) Χ. Ψ. του Π., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούρα και 2) Δ. Ψ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, για αναίρεση της με αριθμό 443/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Μαΐου 2010, δύο (2) τον αριθμό, χωριστές αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 907/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι υπ'αριθ. 34/2010 και 35/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ. Ψ. του Π. και Δ. Ψ. του Π., αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 443/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του ΚΠΔ, ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψης του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφαση του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 7/2005), η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, του νομίμως και εμπροθέσμως κληθέντα εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ή η κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως με ωσεί παρόντα τον τελευταίο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με την μορφή της υπερβάσεως εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 443/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες οι υπ' αριθ. 469/2008 και 468/2008 εφέσεις των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων Χ. Ψ. και Δ. Ψ., αντίστοιχα, κατά της υπ'αριθ. 1995/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος κατηγορούμενος σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και δέκα (10) μηνών για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης από κοινού, υπεξαγωγή εγγράφων κατά συναυτουργία και παράνομη βία, ο δε δεύτερος τούτων σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και πέντε (5) μηνών για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης από κοινού και υπεξαγωγή εγγράφων κατά συναυτουργία.
Από την πληττόμενη απόφαση και τα πρακτικά της προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων εμφανίσθηκε μόνον ο δεύτερος Δ. Ψ., ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι "ο απολιπόμενος κατηγορούμενος Χ. Ψ. είναι αδελφός του και σήμερα εμφανίζεται στο Στρατό, γι’ αυτό το λόγο ζητά την αναβολή της δίκης". Επέδειξε δε προς τούτο στο δικαστήριο το σχετικό έγγραφο. Εν συνεχεία δήλωσε ότι έχουν διορίσει συνήγορο για να τους υπερασπισθεί τον δικηγόρο Παναγιώτη Μιχαλόλια, ο οποίος απουσιάζει και θα επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του. Το Δικαστήριο στο σημείο αυτό και περί ώρα 9.15' διέκοψε την εκδίκαση της υποθέσεως για 10 λεπτά, προκειμένου να ειδοποιήσει ο κατηγορούμενος τον ανωτέρω δικηγόρο και ο Πρόεδρος παρήγγειλε να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης. Μετά την πάροδο 10 λεπτών και περί ώρα 10.10' ο Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως ήταν απόντες. Το Δικαστήριο ακολούθως, αφού ερεύνησε το νομότυπο της κλητεύσεως των κατηγορουμένων, απέρριψε σιγή το αίτημα αναβολής που υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι, λόγω κωλύματος του συνηγόρους του Παναγιώτη Μιχαλόλια, το δε αίτημα αναβολής που υπέβαλε ο Χ. Ψ. απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναβολής του κατηγορουμένου Χ. Ψ. ως αβάσιμο, διότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των πλημμελημάτων της υπεξαγωγής εγγράφων και της παράνομης βίας, αφού φέρεται ότι τελέστηκαν την 14.3.2002 και ο χρόνος παραγραφής (8ετία) συμπληρώνεται την 12η νυκτερινή της 13 προς 14 Μαρτίου 2010 ... . Εξάλλου το ανωτέρω κώλυμά του να εμφανισθεί στη δίκη θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει με το να εξουσιοδοτήσει δικηγόρο, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει (άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Με το να απορρίψει, όμως, το Δικαστήριο σιγή (χωρίς αιτιολογία) το αίτημα αναβολής που υπέβαλαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, λόγω κωλύματος του συνηγόρου τους υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, παρεβίασε δε συνάμα και το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. γ' της Ε.Σ.Δ.Α. Αλλά και η αιτιολογία, καθόσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε ο Χ. Ψ., δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, διότι δεν μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, ούτε αναφέρονται σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, η δε αιτιολογία ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των πλημμελημάτων δεν αρκεί. Επίσης, η αιτιολογία είναι ανεπαρκής, καθόσον, από το ότι κατά το άρθρο 340 ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος επιτρέπεται σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα να εκπροσωπείται από συνήγορο τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, δεν συνάγεται ότι περιορίζεται το, από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της από 4.11.1950 Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου προς υπεράσπισή του και διατύπωση των απόψεών του. Εφόσον μετά ταύτα το παραπάνω Δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναβολή της δίκης, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και απέρριψε τις εφέσεις ως ανυποστήρικτες, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του.
Επομένως οι, κατ' εκτίμηση, του άρθρου 510 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ, δύο λόγοι της αίτησης αναιρέσεως του Χ. Ψ. και πρώτος της αίτησης αναιρέσεως του Δ. Ψ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Ψ..
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και το οποίο, αφού εξετάσει το παραδεκτό ή μη των εφέσεων θα ερευνήσει, εάν τις κρίνει παραδεκτές, και το ζήτημα της παραγραφής των πλημμελημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες (Ολ.ΑΠ 8/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 443/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε απόπειρα εκβίασης. Παραδοχή λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας με την αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής και εν συνεχεία την απόρριψη των εφέσεων ως ανυποστήρικτων. Αναιρεί και παραπέμπει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 539/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Π., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τζεφεράκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγακόπουλο και 2. Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγακόπουλο, 3. Γ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2. Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4963/2006 προδικαστική, 266/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1082/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις 1275Β και 1264Β/4-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Πειραιά ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους Γ. και Ι. Α.. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί ( άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ.) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 § 1, 558, 574 και 576 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος και όχι κατά του απλού ομοδίκου του, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15/1996), όπως επίσης απαράδεκτη είναι η αίτηση αναιρέσεως και όταν ασκείται υπό ή κατά προσώπου, μη νομιμοποιουμένου κατά νόμο ή το οποίο δεν αφορούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αυτής. Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 556 § 2 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.δικ. "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου είναι δυνατό να προκύπτει και από την αιτιολογία της αποφάσεως, λόγω δημιουργίας δεδικασμένου στην αυτή ή άλλη δίκη, ήτοι όταν η αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε και έχει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού. Ειδικότερα εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει, όταν κρίνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού κατά την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και θεμελιώνουν την από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική παράβαση (Ολ.ΑΠ 30/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον νικήσαντα διάδικο, ήτοι τον τρίτο εναγόμενο ο οποίος αγόρασε, από τους δύο πρώτους εναγομένους ήδη δύο τελευταίους αναιρεσιβλήτους, το επίδικο ακίνητο, έναντι του οποίου (αναιρεσείοντος) η αγωγή διεκδίκησης του ακινήτου και απόδοσης ωφελημάτων του, που ασκήθηκε από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους- ενάγοντες, απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αόριστη. Ο αναιρεσείων στηρίζει το έννομο συμφέρον του στο ότι, παρά την απόρριψη της σε βάρος του διεκδικητικής αγωγής, βλάπτεται από τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η κατά των δικαιοπαρόχων του δύο πρώτων εναγομένων, ήδη δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της δικαιοπραξίας, που αποτέλεσε τη (νόμιμη αιτία του κτητικού τίτλου κυριότητας αυτών για το επίδικο ακίνητο και δημιουργεί προϋποθέσεις ακυρότητας και του δικού του, (ως ειδικού διαδόχου εκείνων) κτητικού τίτλου κυριότητας για το ίδιο ακίνητο, κατόπιν ασκήσεως νέας (ορισμένης αυτή τη φορά) αγωγής εναντίον του από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους- ενάγοντες. Επομένως, εφόσον η κατά του αναιρεσείοντος αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της τόσο ως προς το κύριο ζήτημα διεκδικήσεως του επίδικου και αποδόσεως ωφελημάτων του, όσο και ως προς το προδικαστικό ζήτημα της υπάρξεως ή μη δικαιώματος κυριότητας των αμέσων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος στο επίδικο, ενώ δεν υφίστατο ως προς το προδικαστικό αυτό ζήτημα αναγκαστική ομοδικία μεταξύ του αναιρεσείοντος και των άμεσων δικαιοπαρόχων του, με κριτήρια νομικής αναγκαιότητας αποκλεισμού εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων έναντι καθενός από αυτούς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 § 1 εδ. δ' του Κ. Πολ.Δικ. (πρβλ και Ολ.ΑΠ 902/1982), έτσι ώστε να δημιουργεί η παραδοχή της αγωγής έναντι των άμεσων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος δυσμενές σε βάρος του τελευταίου δεδικασμένο (άρθρο 325 Κ.Πολ.Δικ), δεν υφίσταται έννομο συμφέρον αυτού, ως συνδεόμενου με σχέση απλής ομοδικίας με τους άμεσους δικαιοπαρόχους του, να στρέψει την αίτηση αναιρέσεως κατά των ομοδίκων του, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτών που βλάπτει τον αναιρεσείοντα, ούτε νομιμοποιείται να προβάλλει λόγους αναιρέσεως ως προς τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή έναντι των άμεσων δικαιοπαρόχων του. Περαιτέρω δεν προσδιορίζονται, με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο βλαπτικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με προσόντα διατακτικού, που θα μπορούσαν να υπαχθούν σε διαφορετικόν κανόνα δικαίου και να καταλήγουν σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, ώστε να είναι δυνατή, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ., η ορθή υπαγωγή από το αναιρετικό Δικαστήριο των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών χωρίς να μεταβάλλεται το διατακτικό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2009 αίτηση του Β. Π. Τ. για αναίρεση της 1082/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας πωλήσεως ακινήτου λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής κληρονομουμένου πωλητή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και σωρευομένη διεκδικητική αγωγή κατά ειδικού διαδόχου του πωληθέντος. Η αναγνωριστική αγωγή έναντι των δικαιοπαρόχων γίνεται δεκτή, ενώ η διεκδικητική αγωγή έναντι του ειδικού διαδόχου απορρίπτεται ως αόριστη. Αίτηση αναιρέσεως από ειδικό διάδοχο: Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον κατά το μέρος που στρέφεται κατά των απλών ομοδίκων του, εφόσον η προσβαλλόμενη δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτών που βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Δεν νομιμοποιείται να προβάλλει λόγους αναιρέσεως για την παραδοχή της αγωγής έναντι των ομοδίκων του, διότι δεν υφίσταται μεταξύ αυτών αναγκαστική ομοδικία με κριτήρια νομικής αναγκαιότητας αποκλεισμού εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ αυτών. Περαιτέρω δεν προβάλλεται ισχυρισμός σαφής ως προς ύπαρξη βλαπτικών αιτιολογιών αποφάσεως Εφετείου ώστε να θεμελιώνεται αίτημα αντικαταστάσεως αυτών (578 ΚΠολΔ).
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 548/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. της εις Βριλήσσια Αττικής εδρευούσης εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "PHARMACHEM - Φαρμακευτικά Προϊόντα Ε.Π.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης και 2. της εις Μεταμόρφωση Αττικής εδρευούσης εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "FARMING Ε.Π.Ε. - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εις LEVERKOUSEN - Γερμανίας (BAYERWERK), εδρευούσης ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "BAYER AG", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παρασκευόπουλο και 2. της εις Ασπρόπυργο Αττικής ανωνύμου εταιρίας υπό την επωνυμία "VETERIN Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Χημικών και Φαρμακευτικών Προϊόντων", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 359/1995 προδικαστική, 10315/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1784/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4 Ιουνίου 2004 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Ο παραστάς πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 6-5-2009 κλήση των αναιρεσειουσών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της ως άνω δικασίμου, τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενο και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσες και οι αναιρεσείουσες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος, με την υπ' αριθμ.359/1995 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Εισηγητού Δικαστού, οι οποίες περιέχονται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθ. 6/1997, 17/1998, 11/1998 και 9/1999 εισηγητικές εκθέσεις... ". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτό έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στις προαναφερόμενες εισηγητικές εκθέσεις που ρητώς μνημονεύει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι εκθέσεις αυτές αφορούν την ένδικη υπόθεση και ότι το Εφετείο τις έλαβε πράγματι υπόψη του, από το ότι στην απόφασή του γίνεται μνεία μόνον του αριθμού τούτων (εκθέσεων), χωρίς να αναφέρονται και οι εντεταλμένοι δικαστές ενώπιον των οποίων αυτές συνετάγησαν. Κατά την ανάλυση δε και το σχολιασμό των αποδείξεων στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει τις παραδοχές του, ρητώς μνημονεύει και την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Φ.. Έτσι, καθίσταται επίσης αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την κατάθεση του προμνημονευόμενου μάρτυρα, μολονότι παρέλειψε να αναφέρει και τα υπ' αριθμό 105/1996 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήματος διεξαγωγών), στα οποία, κατά τις αναιρεσείουσες, περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα αυτού.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως αυτά ίσχυαν πριν αντικατασταθούν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 5 και 12 του νόμου αυτού (το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 226 καταργήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3043/2002), προκύπτει ότι, στην τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως επίσης αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2915/2001, δεν είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή ελληνικής προξενικής αρχής. Περαιτέρω, από το άρθρο 406 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του πιο πάνω ν. 2915/2001, το οποίο εφαρμόζεται και στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του νόμου αυτού, προκύπτει, ότι η συνέχιση της εξέτασης του μάρτυρα, η κατάθεση του οποίου διακόπηκε για οποιοδήποτε λόγο, μπορούσε να συνεχιστεί και πέρα από την προθεσμία που είχε ταχθεί με την προδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση όμως ότί ο μάρτυρας θα εμφανιζόταν κατά την ορισθείσα, μετ' αναβολή, ημέρα και ώρα για τη συνέχιση της κατάθεσης του. Διαφορετικά, αν δηλαδή ο μάρτυρας δεν εμφανιζόταν κατά την εν λόγω, μετ' αναβολή, ορισθείσα νέα ημέρα, αποκλειόταν η περαιτέρω συνέχιση της κατάθεσής του σε άλλη μεταγενέστερη και εκτός προθεσμίας ημερομηνία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι, εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορεί να λάβει υπόψη του και την ημιτελή παραμείνασα κατάθεση μάρτυρα, όχι όμως προς άμεση αλλά προς έμμεση απόδειξη, καθόσον ως μη πλήρης έχει μόνο αποδεικτική δύναμη δικαστικού τεκμηρίου. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' και 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. ενώ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτήν, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/9θ). Επομένως, για να είναι ορισμένοι οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης" εφόσον δεν συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενο των λόγων αυτών είχαν προβληθεί νόμιμα στο εφετείο, ότι δηλαδή ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου αποδεικτικού μέσου, που ο αντίδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο και το έλαβε υπόψη του, καθώς και ο ισχυρισμός ότι κάποιο αποδεικτικό μέσο δεν έχει τη μείζονα αποδεικτική δύναμη, την οποία αποδίδει σ' αυτό ο αντίδικος που το επικαλέστηκε και προσκόμισε και την οποία απέδωσε σ' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας, είχαν προβληθεί στο Εφετείο κατά νόμιμο τρόπο, διαφορετικά οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις, α) ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη και "τη νομίμως ληφθείσα στη Γερμανία ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα K. R.", χωρίς όμως να επιτρέπεται το αποδεικτικό αυτό μέσο, αφού η ένδικη αγωγή εκδικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο εξέδωσε προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξήχθη κατά το άρθρο 341 ΚΠολΔ και ενώπιον εντεταλμένων δικαστών και β) ότι επίσης το Εφετείο εκτίμησε προς άμεση απόδειξη και την κατάθεση του μάρτυρα Π. Γ., που περιέχεται στη 17/1998 έκθεση του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, ως εντεταλμένου δικαστή και όχι μόνον για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μολονότι η κατάθεση του μάρτυρα αυτού άρχισε μεν μέσα στη νόμιμη προθεσμία και διακόπηκε για τη συμπλήρωσή της σε ημερομηνία πέραν της προθεσμίας, πλην όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά τη νέα αυτή ημέρα, αλλά συνέχισε και περάτωσε την κατάθεσή του σε άλλη μεταγενέστερη, πέραν της προθεσμίας, ημέρα, με αποτέλεσμα να μην περατωθεί νόμιμα η κατάθεσή του και να είναι αυτή ημιτελής και έτσι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου. Όμως οι αναιρεσείουσες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο, ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς, στους οποίους στηρίζουν τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είχαν προβάλει κατά τρόπο νόμιμο στο Εφετείο, στο οποίο είχαν προσκομιστεί τα δύο πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και έτσι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αόριστος.
Από τα άρθρα 1 παρ. 2 ν.δ. από 8 Ιουνίου 1926, όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. από 12.11.1927 και κυρώθηκε με το ν. 3462/1928, 45 ν. 5607/1932, 1, 5 και 34 ν. 2527/1920, συνάγεται ότι για τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται μόνον διπλώματα ευρεσιτεχνίας μεθόδου παραγωγής, οπότε, στο δικαιούχο του διπλώματος και σ' αυτούς που έλκουν από αυτό δικαιώματα παρέχεται το αποκλειστικό δικαίωμα να προβαίνουν στην παραγωγή προϊόντων με την προστατευόμενη μέθοδο, συγχρόνως δε, παρά το ότι είναι φαρμακευτικά, προστατεύονται και τα προϊόντα που παράχθηκαν με τη μέθοδο αυτή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2527/1920 "περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας", ο οποίος ίσχυε έως τις 31-12-1987 και έχει εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση (άρθρα 25 παρ/φοι 1 και 2 και 29 του ν. 1733/1987), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το ν. 3980/1929, παραχωρούνται δικαιώματα αποκλειστικά και περιορισμένα κατά χρόνο, με το όνομα "διπλώματα ευρεσιτεχνίας", σε νέες εφευρέσεις που είναι επιδεκτικές βιομηχανικής εφαρμογής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του ίδιου ν. 2527/1920, δεν θεωρούνται νέες οι εφευρέσεις εκείνες, οι οποίες τη στιγμή της δηλώσεώς τους για την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι επαρκώς γνωστές στη χώρα ή έχουν δημοσιευθεί σε δημοσιεύματα η σχέδια που βρίσκονται στην Ελλάδα, ώστε να είναι δυνατή η πρακτική εφαρμογή τους από ειδικό άνθρωπο. Κατά την έννοια της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, ως νέα εφεύρεση που προστατεύεται στην Ελλάδα, με την παροχή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, θεωρείται εκείνη που αναφέρεται είτε στην παραγωγή νέων προϊόντων, που είναι δυνατό να παραχθούν βιομηχανικώς, είτε στην ανακάλυψη νέων μέσων ή στην εφαρμογή γνωστών μέσων, ή στην εφεύρεση νέων συνδυασμών, για την παραγωγή προϊόντος ή αποτελέσματος, που είναι δυνατό να επιτευχθεί βιομηχανικώς. Το στοιχείο του "νέου" στις παραπάνω περιπτώσεις θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται δε για παραγωγή αποτελέσματος επιδεκτικού βιομηχανικής εφαρμογής, αν εμφανίζει αξιόλογη πρωτοτυπία ή αξιόλογη βελτίωση αποτελέσματος, το οποίο είναι ήδη γνωστό και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων ή μεθόδων που είναι ήδη γνωστά, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση, ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίησή του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην πρώτη εναγόμενη εταιρία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία ΒΑΥΕR ΑΕ, με βάση τις από 3-1-1986 και 23-7-1986 δηλώσεις της, απονεμήθηκαν από το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, το υπ' αριθμ. 860008/3-1-1986 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την εφεύρεση με τον τίτλο "Βασικά Παρασκευάσματα κινολοκαρβουνικού οξέος" και το υπ' αριθμ. 861925/23-7-1986 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την εφεύρεση με τον τίτλο "Βακτηριοκτόνα σκευάσματα προς εφαρμογήν εις το πεδίον της κτηνιατρικής". Η πρώτη εφεύρεση αφορά υδατικά αλκαλικά σκευάσματα κινολοκαρβουνικών οξέων σε δεδομένη περίπτωση στη μορφή συμπυκνωμάτων και στη χρησιμοποίησή τους για την παρασκευή φαρμάκων, τα οποία είναι κατάλληλα για ένεση, έγχυση ή εφαρμογή από το στόμα. Η δεύτερη αφορά σε βακτηριδιοκτόνα σκευάσματα, τα οποία περιέχουν κινολοκαρβονικά οξέα και τα παράγωγά τους για τη χρήση στον τομέα της κτηνιατρικής. Και τα δύο διπλώματα αναφέρονται στην παρασκευή σκευασμάτων (διαλυμάτων) των κινολοκαρβουνικών οξέων που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη ενός πιπεραζινικού δακτυλίου σε συγκεκριμένη θέση του σκελετού της κινολόνης και ειδικότερα δια της διαλύσεως της δραστικής ουσίας ENROFLOXACIN εντός καταλλήλου διαλυτού και προσθήκης προσθετών ουσιών, οξέων και βάσεων για τη ρύθμιση του ΡΗ κ.λ.π. Η δραστική αυτή ουσία ENROFLOXACIN είχε εφευρεθεί από την πρώτη εναγομένη φαρμακευτική εταιρεία το έτος 1980, μετά από μακροχρόνιες και επίμονες έρευνες, κατέχει δε και το σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με αριθμό 77.707/1982, Οι δραστικές ουσίες, όπως και η ENROFLOXACIN είναι δυσδιάλυτες στο νερό, γι' αυτό για την παρασκευή διαλυμάτων, απαιτείται η μετατροπή τους σε άλας, είτε με οξύ, είτε με βάση. Έτσι, μετά των οξέων είναι υδατοδιαλυτές, αλλά τα διαλύματα είναι ασταθή και με την πάροδο του χρόνου αποβάλλουν ιζήματα, ενώ κατά την αποθήκευσή τους παρατηρείται αποχρωματισμός, που αποδεικνύει την ευπάθεια τους στο φως και την περιορισμένη σταθερότητα τους. Για να επιτευχθεί η σταθεροποίηση τους, οι ερευνητές της πρώτης εναγομένης προσέθεσαν μία περίσσεια βάσεως και ρύθμισαν την τιμή του ΡΗ σε 8 έως 12,5. Το κατάλληλο ΡΗ, εκτός της διαλύσεως της ενεργού ουσίας, έχει και την ιδιότητα της διατηρήσεως της σταθερότητος του σκευάσματος, που είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για την επί μακρό χρόνο προώθηση του στο εμπόριο. Πέραν αυτών, μικρές αποκλίσεις των απαιτούμενων τιμών του, μπορούν να επιφέρουν ανήκεστες βλάβες στο όλο οικολογικό σύστημα. Ο καθορισμός της απαιτούμενης περίσσειας βάσεως και κατά συνέπεια η τιμή του ΡΗ που αυτή συνεπάγεται και εν τέλει η παρασκευή υδατικών διαλυμάτων ποσίμων και ενεσίμων, δεν έγινε εκ μέρους της πρώτης εναγομένης αυθαίρετα και με απλή διεργασία αναμείξεως, αλλά ήταν αποτέλεσμα συστηματικής πειραματικής ερεύνης και μελέτης. Τούτο, κατά την κατάθεση του μάρτυρα Π. Γ., καθηγητού της Φαρμακευτικής Τεχνολογίας και Βιοφαρμακευτικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/κης, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δοκιμάστηκαν πολλές βοηθητικές ουσίες και πολλοί διαλύτες προκειμένου η παραπάνω δραστική ουσία να διαλυματοποιηθεί και όχι απλώς να διαλυθεί, όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες. Η διαφορά έγκειται στο ότι μία ουσία διαλύεται όταν προστίθεται στο νερό με απλή ανάδευση ή θέρμανση, ενώ διαλυματοποίηση είναι όλες οι επιστημονικές ενέργειες, που απαιτούνται, προκειμένου η ουσία να μπορεί να διαλυθεί. Περαιτέρω, δεν μπορούσε να είναι εκ των προτέρων γνωστή η περίσσεια της βάσεως, η οποία εξασφαλίζει τη σταθερότητα του διαλύματος και την ανεκτικότητα των ζώων στα οποία επρόκειτο να χορηγηθεί, ούτε προέκυπτε από γενικές γνώσεις ότι η προσθήκη περίσσειας βάσεως οδηγεί σε σταθερά διαλύματα των κινολοκαρβονικών οξέων, όπως το ENROFLOXACIN. Ούτε εξάλλου, η τιμή του ελάχιστου ΡΗ μπορεί να υπολογιστεί με τη μέθοδο Henderson Hasselbach όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Κ. Δ., διότι η εφαρμογή της μεθόδου (εξισώσεως) αυτής προϋποθέτει τη γνώση της τιμής pka -αρνητικός λογάριθμος της σταθεράς διαστάσεως του Enrofloxacin και την ακριβή διαλυτότητα της μη ιονισμένης μορφής του, σταθερές οι οποίες για να προσδιοριστούν, απαιτούν εργαστηριακές μελέτες. Έτσι η προσθήκη περίσσειας βάσεως προσδίδει στη μέθοδο παρασκευής του διαλύματος το στοιχείο του νέου, δηλ. της πρωτοτυπίας, αφού προηγουμένως δεν ήταν γνωστή στη βιομηχανική εφαρμογή και εκμετάλλευση. Το δεύτερο (υπ' αριθμ. 861925) δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της πρώτης εναγομένης προστατεύει εφεύρεση που αφορά την παρασκευή ουσιών, ήτοι μέθοδο παρασκευής και όχι χρήσεως για τη θεραπεία μυκοπλασμάτων και άλλων βακτηριακών νόσων των ζώων και χορηγείται μέσα σε πόσιμο νερό. Μέχρι την κατάθεση του διπλώματος αυτού και την παρασκευή των ουσιών με την αναφερόμενη σ' αυτό μέθοδο, η καταπολέμηση των λοιμωδών αυτών νόσων γινόταν με άλλους τρόπους και ουσίες σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, που είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Η μέθοδος παρασκευής τους, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν νέα και δεν ανεφέρετο πουθενά στη βιβλιογραφία (βλ. γνωμάτευση του καθηγητού Ν. Χ.). Ακολούθως αποδείχτηκε, ότι η πρώτη εναγομένη από την πιο πάνω δραστική ουσία ENROFLOXACIN παρασκεύασε το σκεύασμα "ΒΑΥΤRIL" που διατίθεται στην Ελλάδα από τη δεύτερη εξ αυτών, μεταξύ των άλλων μορφών και σε μορφή πόσιμου διαλύματος υπό την ονομασία "BAYTRIL 10% ORAL SOLUTION" και ενέσιμου υπό την ονομασία "BAYTRIL 5% Injectable" σε διάφορες περιεκτικότητες δραστικής ουσίας από 1% έως 30%. Για την παρασκευή του μεσολάβησαν έξι έτη ερευνών στα εργαστήρια της. Τα ιδιοσκευάσματα FLUMIX, FLOMGOMINE 5%, INOXYL ORAL DOSER, τα οποία οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι προϋπήρχαν του ΒΑΥΤRIL και παρασκευάζονται με την ίδια με αυτό μέθοδο, αποδείχτηκε ότι τα μεν δύο πρώτα έχουν ως βάση τη φλουμικίνη, το δε τρίτο το οξυλινικό οξύ, τα οποία έχουν διάφορο τρόπο μορφοποίησης και δεν υπάρχει γενικός κανόνας μορφοποίησης σε φαρμακευτικά σκευάσματα για όλα τα ανήκοντα στην οικογένεια των κινολονών. Ο ισχυρισμός των εκκαλουσών, ότι στα μισά από τα σχετικά παραδείγματα που αναφέρονται στα δύο επίδικα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν υπάρχει περίσσεια, αλλά έλλειμμα βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, με την προσθήκη περίσσειας βάσεως επιτεύχθηκε κυρίως η μορφοποίηση της δραστικής ουσίας ENROFLOXACIN, την οποία είχε εφεύρει πρώτη η εταιρεία ΒΑΥΕR και από την οποία παρασκευάστηκε το σκεύασμα ΒΑΥΤRIL, κατά την κατάθεση δε του μάρτυρος Γ. Φ., στα επίδικα διπλώματα δεν αναφέρεται πάντοτε περίσσεια βάσεως όσον αφορά τα ποσά, αλλά αναφέρεται ενδεικτική τιμή ΡΗ, στην οποία θα πρέπει να φθάσει το διάλυμα. Το ΡΗ είναι ένα μέτρο της οξύτητας και της βασικότητας του διαλύματος. Τα ουδέτερα διαλύματα έχουν ΡΗ 7, τα όξινα τιμή μικρότερη του 7 και τα αλκαλικά τιμή μεγαλύτερη του 7. Το ΡΗ 11 σημαίνει ότι υπάρχει περίσσεια βάσεως, λόγω του ότι το προκύπτον διάλυμα είναι αλκαλικότερο, δηλ. βασικότερο του διαλύματος, στο οποίο έχει αναμειχθεί ένα ισοδύναμο ενροφλοξασίνης με ένα ισοδύναμο ΚΗΟ. Αυτό σημαίνει ότι τα παραδείγματα, τα οποία αναφέρονται στο επίδικο δίπλωμα, προϋποθέτουν προσθήκη της ποσότητος της βάσεως που αναφέρεται στο παράδειγμα υπό ανάδευση και εν συνεχεία την στάγδην προσθήκη διαλύματος βάσεως με σύγχρονη παρακολούθηση του ΡΗ με βοήθεια πεχαμέτρου εξ ύαλου μέχρις ότου το ΡΗ λάβει την χαρακτηριστική τιμή. Ο μάρτυρας εξάλλου Π. Γ. αναφέρει στην κατάθεσή του, ότι το πρόβλημα, της σταθερότητας είναι διαφορετικό και ειδικό για κάθε χημική ουσία φάρμακο, καθόσον η συμπεριφορά είναι διαφορετική και η δομή της διαφέρει. Ένεκα τούτου δεν υπάρχει απάντηση αν η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος σταθεροποίησης της ενροφλοξασίνης που προτείνεται με τα επίδικα διπλώματα, είναι διαφορετική, ικανοποιητική ή όχι για όλα τα κινολοκαρβονικά οξέα (μέλη της). Από όλα τα ανωτέρω περιστατικά, αποδεικνύεται πλήρως, ότι το πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (860008/1986), δεν περιγράφει απλό τρόπο παραγωγικής διαδικασίας που ήταν γνωστός σε όλους τους τεχνικούς τους ασχολούμενους με την παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά μέθοδο παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων κινολοκαρβουνικών οξέων, ότι το δεύτερο (861925/86) διεκδικεί προστασία μεθόδου παρασκευής των βακτηριοκτόνων σκευασμάτων και όχι χρήσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγουσες και ότι οι περιγραφόμενες και στα δύο μέθοδοι ήταν νέες και πρωτότυπες κατά τους χρόνους της υποβολής των δηλώσεων (3-1-1986 και 23-7-1986, αντίστοιχα), ήτοι δεν ήταν γνωστές στην Ελλάδα, ούτε στο εξωτερικό, ούτε είχαν περιγραφεί σε δημοσιεύματα ή σχέδια ευρισκόμενα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό κατά τρόπο, που η γνώση ή η περιγραφή τις καθιστούσε επιδεκτικές πρακτικής εφαρμογής στο μέσο ειδικό άνθρωπο". Ακολούθως το Εφετείο, με βάση όλες τις παραπάνω σκέψεις, έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία αυτές υποστήριζαν ότι με τα επίμαχα διπλώματα ευρεσιτεχνίας προστατεύονται όχι μέθοδοι παρασκευής κτηνιατρικών φαρμακευτικών σκευασμάτων αλλά απλοί τρόποι παραγωγικής διαδικασίας τέτοιων προϊόντων και απέρριψε επίσης ως αβάσιμη την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ως προς το ως άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, το πόρισμα από τις αποδείξεις στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά περιστατικά που εκείνο δέχτηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ότι οι εφευρέσεις, για τις οποίες χορηγήθηκαν τα παραπάνω δύο διπλώματα ευρεσιτεχνίας, είναι νέες και πρωτότυπες, κατά την προαναφερόμενη έννοια του νόμου και περιγράφουν μεθόδους παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων και όχι χρήσεως. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους που μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι "το 861925 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστατεύει εφεύρεση που αφορά την παρασκευή ουσιών, ήτοι μέθοδο παρασκευής και όχι χρήσεως για τη θεραπεία μυκοπλασμάτων και άλλων βακτηριακών νόσων των ζώων και χορηγείται μέσα σε πόσιμο νερό", υπέπεσε σε αναγνωστικό σφάλμα του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου (διπλώματος), αφού το περιεχόμενό του έχει ως εξής: "Απονέμουμε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με όλα τα έγγραφα στοιχεία που ανήκουν σ' αυτό, θεωρημένα, στην εταιρία ΒΑΥΕR ΑG, με έδρα στο LEVERKUZEN Δυτ. Γερμανίας, για την εφεύρεση με τον τίτλο Βακτηριοκτόνα σκευάσματα προς εφαρμογήν εις το πεδίον της κτηνιατρικής..." (τίτλος δικαιώματος), "Βακτηριοδιοκτόνα σκευάσματα για την χρήσιν εις τον τομέα της κτηνιατρικής. Η προκειμένη εφεύρεσις αφορά εις βακτηριοδοκτόνα σκευάσματα, τα οποία περιέχουν κινολοκαρβουνικά οξέα και τα παράγωγα τούτων, δια την χρήσιν εις τον τομέα της κτηνιατρικής... " (κείμενο διπλώματος). Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, μόρφωσε την κρίση του, ότι το πιο πάνω δίπλωμα "προστατεύει εφεύρεση που αφορά την παρασκευή ουσιών, ήτοι μέθοδο παρασκευής και όχι χρήσεως", από πλείστα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ιδιωτικές γνωματεύσεις που ρητώς και αναλυτικώς μνημονεύει και όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το πιο πάνω έγγραφο. Επομένως και ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2004 αίτηση των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης α) PHARMACHEM - Φαρμακευτικά Προϊόντα ΕΠΕ (που εδρεύει στα Βριλήσσια Αττικής) και β) FARMING ΕΠΕ Βιομηχανία Κτηνιατρικών Φαρμάκων (που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής) για αναίρεση της 1784/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 11 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή κήρυξη ακύρου δεύτερου διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως απομίμησης και αντιγραφής (φαρμακευτικού σκευάσματος). Λόγοι αναιρέσεως. -11γ αβάσιμος, -11α και 12 αόριστη και -19 αβάσιμη
| null | null | 0
|
Αριθμός 549/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Kωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Στελιάκη, για αναίρεση της με αριθμό 600-601/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 113/2011.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α' του ίδιου κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο νομάρχης, απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες κατά νόμον οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β)δόλος του δράστη που περιέχεται στη βούλησή του να παραβεί το καθήκον του και γ)σκοπός του δράστη, επιπλέον, να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς όμως να απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος και η επίτευξη του σκοπού αυτού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 43 εδ. α' του ν. 3731/2008 "Δημοτική αστυνομία, αλλοδαποί, ιθαγένεια, ΕΛΑΣ κ.λπ. θέματα αρμοδιότητας Υπ. Εσωτ.", η ισχύς του οποίου, κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, άρχισε από την κατάθεσή του στη Βουλή, "συμβάσεις μεταφοράς μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που καταρτίσθηκαν μεταξύ των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και των αστικών ή υπεραστικών ΚΤΕΛ, τουριστικών λεωφορείων ή ταξί, για τις οποίες οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις δεν τήρησαν τη διαδικασία που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚ 199 Α), όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3060/2002 (ΦΕΚ 242 Α), της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ν. 3090/2002 (ΦΕΚ 329 Α) και της παραγράφου 27 του άρθρου 12 του ν. 3310/2005 (ΦΕΚ 30 Α`) ή όμοιες συμβάσεις μεταφοράς μαθητών που καταρτίσθηκαν κατά παρέκκλιση της διαδικασίας των υπ` αριθμ. ΙΒ/6722/29.8.1996 (ΦΕΚ 794 Β) και ΙΒ/6071/26.8.1998 (ΦΕΚ 932 Β) κοινών αποφάσεων των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, θεωρούνται νόμιμες". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι Νομάρχης, ο οποίος, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατήρτισε συμβάσεις μεταφοράς μαθητών χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις νόμων και κοινών υπουργικών αποφάσεων (προκήρυξη δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού κ.λπ.), δεν μπορεί πλέον, μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω άρθρου, να διωχθεί για παράβαση καθήκοντος, αφού οι συμβάσεις αυτές θεωρούντο, πλέον, νόμιμες. Αν δε είχε προηγηθεί ποινική δίωξη κατ` αυτού, το δικαστήριο, εφαρμόζοντας, κατ` άρθρο 2§1 του ΠΚ, τον επιεικέστερο νόμο, είναι υποχρεωμένο να τον κηρύξει αθώο, εφόσον η εν λόγω πράξη έπαυσε πλέον να είναι αξιόποινη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη μη ποινική διάταξη ουσιαστικού νόμου, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όπως είναι και η ανωτέρω του άρθρου 43 του ν. 3731/2008, αφού αυτή αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 Ν.3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα.
Κατά το διατακτικό της αποφάσεως, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στο Μεσολόγγι την 7 Ιανουαρίου 2003 όντας Νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας, και εντεύθεν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του Ποιν. Κώδικα, παρέβη από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε κάποιον παράνομο όφελος, βλάπτοντας άλλον. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο και αφού κατόπιν της από 12 Σεπτεμβρίου 2002 προσφυγής του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος για υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας Ε. Μ. κατά των 2762, 2763, 2764 και 2765/4.9.2002 αποφάσεων του κατηγορουμένου "για ανάθεση μεταφοράς μαθητών Α/βάθμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης από...για το χρονικό διάστημα από 11.9.2002 έως 15.6.2003 στους Ν. Τ. και Κ. Π., ιδιοκτήτες των οπ' αριθ. ... και ... Ταξί, αντίστοιχα" στο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθ. πρωτ. 18918/15.11.2002 απόφαση, που κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο την 26.11.2002, με την οποία γίνονταν δεκτή η ως άνω προσφυγή του πολιτικώς ενάγοντος και ακυρώνονταν οι προδιαληφθείσες αποφάσεις του κατηγορούμενου Νομάρχη, αυτός (κατηγορούμενος), αφήνοντας να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 60 ημερών για άσκηση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια κατά της ως άνω ακυρωτικής απόφασης του Γ.Γ. Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την ως άνω ακυρωτική απόφαση, καίτοι η συμμόρφωσή του προς αυτήν αποτελούσε καθήκον της υπηρεσίας του, αναθέτοντας εκ νέου από 8.1.2003 έως 15.6.2003 το ίδιο μεταφορικό έργο όχι στον πολιτικώς ενάγοντα, που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την μεταφορά των μαθητών, και διέθετε κατάλληλο και ασφαλές προς τούτο μεταφορικό μέσο στον τόπο της κατοικίας των μεταφερομένων μαθητών (Διοικητικά όρια Δήμου ...), αλλά, εμμένοντας στις ήδη ακυρωθείσες αποφάσεις του ως προς τα επιλεγέντα από αυτόν πρόσωπα για την μεταφορά των μαθητών, στους Ν. Τ. και Κ. Π. , που είχαν την έδρα τους στη ... και ..., αντίστοιχα (εκτός της έδρας του ...), ανακαλώντας τυπικώς μόνο τις ως άνω ακυρωθείσες αποφάσεις του, τις οποίες ως προς το περιεχόμενο επανέλαβε αυτούσιες με τις 638, 639, 640 και 641/7.1.2003 αποφάσεις του χωρίς να έχει προηγηθεί δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4α της υπ' αριθ. 1Β/6071/31.8.1998 ΚΥΑ Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 932/τεύχος 2°), παραβαίνοντας με την συμπεριφορά του αυτήν από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στους ως άνω ωφεληθέντες Ν. Τ. και Κ. Π. παράνομο περιουσιακό όφελος". Πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προβάλει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι έπρεπε, κατ` άρθρο 43 του ν. 3731/2008, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ` αυτού.
Το Πενταμελές Εφετείο, με την παρεμπίπτουσα υπ` αριθ. 600α/2010 απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: "...Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, επειδή δεν πρόκειται περί ουσιαστικού ποινικού νόμου, οπότε κατ` εφαρμογή του άρθρου 2 του ΠΚ να έχει ως ηπιότερος (νόμος) αναδρομικά ευεργετικές γι` αυτόν συνέπειες, καθόσον με την παραπάνω διάταξη δεν καταργήθηκε το αξιόποινο της πράξης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, αλλά αφορά στη δυνατότητα εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου Δημοσίου έναντι των αναδόχων στις σχετικές συμβάσεις μεταφοράς, οι οποίοι έχουν εκτελέσει το συμφωνημένο έργο, που ανατέθηκε σ` αυτούς χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις, δηλαδή στην ικανοποίηση των αστικών τους αξιώσεων".
Με την παραδοχή αυτή, το Πενταμελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 3731/2008, αφού, κατά τη διάταξη αυτή, θεωρούνται νόμιμες οι συμβάσεις μεταφοράς μαθητών, που καταρτίσθηκαν χωρίς τις ειρημένες νόμιμες διατυπώσεις, όχι μόνο όσον αφορά το αστικό μέρος (την ικανοποίηση των αστικών αξιώσεων των αναλαβόντων τις μεταφορές), αλλά και όσον αφορά την ποινική ευθύνη των Νομαρχών, οι οποίοι προσυπέγραψαν τις σχετικές συμβάσεις, καθόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση.
Εφόσον δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη αυτή αίρει το αξιόποινο της παραβάσεως (και) της υπ' αριθ. 1Β/6071/31.8.1998 ΚΥΑ, η οποία θεμελίωνε την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, έπρεπε να εφαρμοσθεί, ως ευμενέστερος νόμος που ίσχυσε μετά την τέλεση της ένδικης πράξεως, κατ` άρθρο 2§1 του ΠΚ, από το Πενταμελές Εφετείο, το οποίο έπρεπε να κηρύξει τον κατηγορούμενο αθώο (και όχι να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αφού, μέχρι την έκδοση της αποφάσεώς του, δεν είχε συμπληρωθεί ακόμη η παραγραφή). Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 43 του ν. 3731/2008, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να μη παραπεμφθεί, όμως, η υπόθεση, αλλά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, που προπαρατέθηκε, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αθώος για την ως άνω πράξη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 600 - 601/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Δ. Σ. του Γ. ΑΘΩΟ του ότι:
στο Μεσολόγγι την 7 Ιανουαρίου 2003 όντας Νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας, και εντεύθεν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του Ποιν. Κώδικα, παρέβη από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε κάποιον παράνομο όφελος, βλάπτοντας άλλον. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο και αφού κατόπιν της από 12 Σεπτεμβρίου 2002 προσφυγής του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος για υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας Ε. Μ. κατά των 2762, 2763, 2764 και 2765/4.9.2002 αποφάσεων του κατηγορουμένου "για ανάθεση μεταφοράς μαθητών Α/βάθμιας και Β/θμιας εκπαίδευσης από τους Οικισμούς Μαραθιά - Δημ. Σχολείο Κ. Μακρυνούς, από Φλεσουργιά - Δουνέικα - Γυμνάσιο Κ. Μακρυνούς, από Πάμφιο - Δημ. Σχολείο Κ. Μακρυνούς και από Αγία Τριάδα - Μεταξά - Κ. Μακρυνούς (για Λύκειο ...ς και ΤΕΕ Παπαδάτων) για το χρονικό διάστημα από 11.9.2002 έως 15.6.2003 στους Ν. Τ. και Κ. Π., ιδιοκτήτες των οπ' αριθ. ... και ... Ταξί, αντίστοιχα" στο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθ. πρωτ. 18918/15.11.2002 απόφαση, που κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο την 26.11.2002, με την οποία γίνονταν δεκτή η ως άνω προσφυγή του πολιτικώς ενάγοντος και ακυρώνονταν οι προδιαληφθείσες αποφάσεις του κατηγορούμενου Νομάρχη, αυτός (κατηγορούμενος), αφήνοντας να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 60 ημερών για άσκηση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια κατά της ως άνω ακυρωτικής απόφασης του Γ.Γ. Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την ως άνω ακυρωτική απόφαση, καίτοι η συμμόρφωσή του προς αυτήν αποτελούσε καθήκον της υπηρεσίας του, αναθέτοντας εκ νέου από 8.1.2003 έως 15.6.2003 το ίδιο μεταφορικό έργο όχι στον πολιτικώς ενάγοντα, που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την μεταφορά των μαθητών, και διέθετε κατάλληλο και ασφαλές προς τούτο μεταφορικό μέσο στον τόπο της κατοικίας των μεταφερομένων μαθητών (Διοικητικά όρια Δήμου ...), αλλά, εμμένοντας στις ήδη ακυρωθείσες αποφάσεις του ως προς τα επιλεγέντα από αυτόν πρόσωπα για την μεταφορά των μαθητών, στους Ν. Τ. και Κ. Π. , που είχαν την έδρα τους στη ... και ..., αντίστοιχα (εκτός της έδρας του ...), ανακαλώντας τυπικώς μόνο τις ως άνω ακυρωθείσες αποφάσεις του, τις οποίες ως προς το περιεχόμενο επανέλαβε αυτούσιες με τις 638, 639, 640 και 641/7.1.2003 αποφάσεις του χωρίς να έχει προηγηθεί δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4α της υπ' αριθ. 1Β/6071/31.8.1998 ΚΥΑ Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 932/τεύχος 2°), παραβαίνοντας με την συμπεριφορά του αυτήν από πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στους ως άνω ωφεληθέντες Ν. Τ. και Κ. Π. παράνομο περιουσιακό όφελος".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Στοιχεία. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή μπορεί να αναφέρεται και σε μη ποινική διάταξη νόμου, η οποία, όμως, αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία άρθρου 43 εδ. α Ν. 3731/2008, με το οποίο νομιμοποιήθηκαν συμβάσεις μεταφοράς μαθητών που είχαν καταρτισθεί μεταξύ Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και ΚΤΕΛ, ταξί κ.λπ. χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία (προκήρυξη δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού). Ευμενέστερος νόμος που ίσχυσε μετά την τέλεση της πράξεως και πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αναίρεση και κήρυξη του αναιρεσείοντος νομάρχη αθώου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 537/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 513-514/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαΐου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 765/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. β' του ν. 1729/1987 με την ποινή του άρθρου 5 τιμωρείται ο φαρμακοποιός ή έμπορος φαρμάκων γενικά, διευθυντής ή υπάλληλος φαρμακείου ή οποιοσδήποτε άλλος στο φαρμακείο, ο οποίος εν γνώσει του χορηγεί ναρκωτικά χωρίς την προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή ή με βάση μη προσήκουσα συνταγή ή πέρα από όσα αναγράφονται σ' αυτή. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση τον προβλεπόμενο απ' αυτή κακουργήματος της καταχρήσεως ιδιότητας φαρμακοποιών απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του δράστη, ο οποίος έχει την ιδιότητα του φαρμακοποιού ή εμπόρου φαρμάκων γενικά, διευθυντή ή υπαλλήλου φαρμακείου ή άλλου στο φαρμακείο, ότι χορηγεί ναρκωτικά, χωρίς να υπάρχει η προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή ή με βάση μη προσήκουσα συνταγή ή πέρα των όσων σ' αυτήν αναγράφονται. Εξάλλου έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά η ύπαρξη της ανωτέρω μορφής του δόλου, που αφορά την προαναφερόμενη πράξη, απαιτεί την αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως ειδικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση.
Περαιτέρω για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 513-514/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, χωρίς να αντιφάσκει το περιεχόμενο του ενός των μερών αυτών της απόφασης προς το περιεχόμενο του άλλου, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη, η οποία ασκούσε νομίμως το επάγγελμα της φαρμακοποιού, στη Θεσσαλονίκη και κατά την τελευταία προ της 29-10-1999 τριετία και σε μη εξακριβωθείσες ημεροχρονολογίες, με περισσότερες πράξεις που συνιστούσαν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει της χορήγησε ναρκωτικά σε άλλον, χωρίς την προσήκουσα κατά τους όρους του νόμου ιατρική συνταγή και δη από το φαρμακείο που αυτή διατηρεί επί της οδού ... αρ. 53: α)κατά την τελευταία προ της 29-10-1999 τριετία χορήγησε στον Γ. Α. ναρκωτικά φάρμακα και δη σιρόπια JACTUS των 100 ml, δίσκια YULBEGAL, φιαλίδια σιρόπι DOYAYIXIL και χάπια ILMAN, αντί ανεξακρίβωτου τιμήματος συνολικού όμως ύψους 200.000 δραχμών, β)Περί ώραν 12.30' της 29-10-1999 χορήγησε στον ανωτέρω χωρίς την προσήκουσα ιατρική συνταγή δέκα φιαλίδια με σιρόπι JACTUS 100 ml, ένα φιαλίδιο περιέχον 30 δίσκια YULBEGAL των 2 mgr, εννέα φιαλίδια με σιρόπι DOYAYIXIL των 100 ml και ένα κουτί περιέχον 30 χάπια ILMAN των 2 mgr αντί τιμήματος 52.500 δραχμών και γ)περί ώραν 18.30'της 29-10-1999 χορήγησε και πάλιν στον ανωτέρω Γ. Α., χωρίς την προσήκουσα ιατρική συνταγή δύο κουτιά περιέχοντα 60 δίσκια HIPNOSEDON του 1 mgr αντί τιμήματος 7.500 δραχμών. Ως εκ τούτου πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της ως άνω πράξης της, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού της ότι ο Γ. Α. επρόκειτο να της προσκομίσει στο μέλλον τις απαραίτητες ιατρικές συνταγές, αφού για όσα ναρκωτικά φάρμακα αυτή είχε χορηγήσει στον ανωτέρω κατά το παρελθόν ουδέποτε προσκομίσθηκαν σ'αυτόν οι δέουσες ιατρικές συνταγές. Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη και μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξης της έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ)". Επίσης στο διατακτικό της ίδιας απόφασης προσδιορίζεται συμπληρώνοντας παραδεκτά το αιτιολογικό ότι ο Γ. Α. στη δεύτερη περίπτωση αγοράς ναρκωτικών "ενεργούσε ύστερα από πρόταση της αρμοδίας για τη δίωξη ναρκωτικών αστυνομικής υπηρεσίας". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της χορήγησης ναρκωτικών φαρμάκων χωρίς την προσκόμιση της προσήκουσας ιατρικής συνταγής και με την παραδοχή του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της, δηλονότι της συνδρομής στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' του ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μόνο ως προς την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και μόνο ως προς ορισμένες των μερικοτέρων πράξεων τέλεσης αυτού. Ειδικότερα δεν προκύπτει ανενδοίαστος, από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του για την αναιρεσείουσα και τις υπ' αριθμ.136184/29-10-1999 (που κατά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας κάλυπτε τη χορήγηση ναρκωτικών φαρμάκων την ίδια ημέρα) και 136186/3-10-1999 συνταγές του Ν. 1729/1987 του ιατρού του ΙΚΑ Ε. Κ., την υπ' αριθμ. 136182/15-10-1999 συνταγή του Ν. 1729/1987 του προαναφερόμενου ιατρού και τις υπ' αριθμ. 136015/10-2-1999 και 136019/29-5-1999 συνταγές του Ν. 1729/1987 που έχει εκδώσει ο ειδικός παθολόγος-ιατρός του ΙΚΑ Δ. Λ., από την επιτρεπτή επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι και στις πέντε (5) των συνταγών αναφέρεται η χορήγηση ναρκωτικών φαρμάκων στον Γ. Α. (συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας) και η εκτέλεση των τριών τελευταίων εκ των ανωτέρω συνταγών από το φαρμακείο της αναιρεσείουσας στη Θεσσαλονίκη. Από τα εν λόγω κρίσιμα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία (υπ' αριθμ. 13 και 19 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων), συνάγονται αντίθετα εν μέρει περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας αδιακρίτως από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς τα τελευταία να έχουν ιδιαίτερη και πλέον αυξημένη έναντι των ως άνω πέντε ιατρικών συνταγών αποδεικτική ισχύ, με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει στον ανωτέρω συγκατηγορουμενό της καθ' ολην την πριν της 29-10-1999 (ημέρα συλλήψεως τους) τριετία ναρκωτικά φάρμακα ενώ "ουδέποτε προσκομίστηκαν σ' αυτόν οι δέουσες ιατρικές συνταγές", χωρίς να αιτιολογεί γιατί δεν έλαβε παντά ... υπόψη του καμμία από τις ανωτέρω πέντε (5) ιατρικές συνταγές, η χρήση των οποίων κάλυπτε τουλάχιστον εν μέρει το σύννομο των ενεργειών της αναιρεσείουσας, δηλονότι της χορήγησης σε αντίστοιχες με τις ως άνω, ιατρικές συνταγές φορές ναρκωτικών φαρμάκων προς το Γ. Α.. Πρέπει δε να επισημανθούν τα ακόλουθα: α)οι προμνημονευόμενες πέντε (5) ιατρικές συνταγές χορήγησης ναρκωτικών φαρμάκων στο Γ. Α. δεν αναιρούνται, κατά τις παραδοχές της απόφασης, από αντιθέτου περιεχομένου άλλα αποδεικτικά μέσα και β)ότι στην περίπτωση της τέλεσης κάποιου εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, όπως στην προκειμένη, εκτός των λοιπών εννόμων συνεπειών, ως είναι η παραγραφή, για την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, δηλονότι το ύψος της επιβλητέας ποινής εξαρτάται και από τον αριθμό των μερικοτέρων πράξεων και τη βαρύτητα αυτών και συγκεκριμένα στην κρινόμενη υπόθεση της χορήγησης κατ' εξακολούθηση από την αναιρεσείουσα φαρμακοποιό ναρκωτικών φαρμάκων στο Γ. Α. χωρίς ιατρική συνταγή. Αντίθετα η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης του περιεχομένου: α)της υπ' αριθμ. πρωτ. 2895/1-11-1999 ιατροδικαστικής έκθεσης του ιατροδικαστή Δ. Ψ., αφορώσα την εξέταση του συγκατηγορούμενου της Γ. Α. ως προς την ιδιότητά του ως τοξικομανούς ή μη ατόμου και β)της υπ' αριθμ. 2895/30-10-1995 έκθεσης τοξικολογικής εξέτασης του ιδίου προσώπου από το εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσειβαλλόμενης απόφασης ως προς την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για το έγκλημα που κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, η αναφορά του περιεχομένου τους, αφού τα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση τους από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, δεν αφορούσαν την τελευταία αλλά τον ως άνω συγκατηγορούμενό της και λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου κατηγορούμενος ήταν και αυτός (βλ. σχετικό το σκεπτικό της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 1207/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης). Περαιτέρω, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής δικαιολογείται ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας, αφού αυτή επι τριετία χορηγούσε εν γνώσει της στο συγκατηγορούμενο της Γ. Α., χωρίς να προσκομίζει αυτός πάντοτε την απαιτούμενη αντίστοιχη ιατρική συνταγή, είτε κατά το χρόνο της πώλησής τους είτε αμέσως μετά, όπως εκείνος της δήλωνε. Εξάλλου σαφώς προκύπτει ότι άμεσος αυτουργός αμφοτέρων των πωλήσεων ναρκωτικών φαρμάκων από το φαρμακείο της αναιρεσείουσας προς τον Γ. Α. στις 29-10-1999 ήταν η ίδια η αναιρεσείουσα, ως πωλήτρια αυτών, και ότι στην πρώτη των πωλήσεων αυτών η θυγατέρα της Ε. Σ. που την βοηθούσε στο φαρμακείο της εκτέλεσε απλώς την εντολή αυτής της παράδοσης των ναρκωτικών αυτών στο Γ. Α. που είχε ήδη αγοράσει, γι' αυτό το λόγο άλλωστε η προαναφερόμενη θυγατέρα της αναιρεσείουσας κηρύχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προμνημονευόμενη απόφαση αθώα της σχετικής σε βάρος της κατηγορίας. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεως της αναιρεσείουσας ως προς την έλλειψη αιτιολογίας για τον άμεσον δόλο της και της μορφής τέλεσης (είδος αυτουργίας της) σε όλες τις μερικότερες πράξεις του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση που αυτή τέλεσε είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθεμένων πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 53/1974 και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου και με την οποία καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως. Ενόψει της διατάξεως αυτής, πρέπει οι πράξεις των αστυνομικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, να μη υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει να μη είναι εκείνοι, οι οποίοι παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, χωρίς να είναι αναγκαία να αποδεικνύεται, ότι αυτή θα είχε διαπραχθεί ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση των αστυνομικών. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αυτή επήλθε με την εξέταση ως μάρτυρα του αστυνομικού Α. Κ., που συμμετείχε στο σχέδιο της συγκεκαλυμένης δράσης του Γ. Α. κατά την αγοραπωλησία ναρκωτικών φαρμάκων από την αναιρεσείουσα προς το Γ. Α. στις 29-10-1999 και περί ώρα 18.30 και με τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση της ανωτέρω μαρτυρικής εξέτασης με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου για την αναιρεσείουσα για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, καθόσον παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά της δικαιώματα και δεν διεξήχθη μια δίκαιη δίκη, λόγω του ότι αυτός (αστυνομικός Α. Κ.) ενήργησε αυτόβουλα, χωρίς νόμιμη εντολή του αρμόδιου για τη δίωξη ναρκωτικών προϊσταμένου της αστυνομικής υπηρεσίας (Διεύθυνσης και Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων) και σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης που εποπτεύει της Υπηρεσίες Εσωτερικών Υποθέσεων, όπως απαιτείται από τα άρθρα 25Β του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 28 του ν.3459/2006). Όμως, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που συμπληρώνει παραδεκτά το αιτιολογικό αυτής και δεν "αποτελεί πιστή και σχεδόν κατά λέξη επανάληψη του διατακτικού", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ο κατηγορούμενος Γ. Α. που ανέπτυξε κεκαλυμμένη δράση κατά την παράνομη αγοραπωλησία ναρκωτικών φαρμάκων της 29-10-1999 και περί ώρα 18.30 "ενεργούσε ύστερα από πρόταση της αρμόδιας για τη δίωξη ναρκωτικών αστυνομικής υπηρεσίας" από την παραδοχή δε αυτή καθίσταται πρόδηλο ότι ο ανωτέρω αστυνομικός ενήργησε σύννομα, η μαρτυρική του κατάθεση ήταν ληπτέα υπόψη, η αναιρεσείουσα που τέλεσε την πράξη στις 29-10-1999 και περί ώρα 18.30 χωρίς να γνωρίζει αν ο συγκατηγορούμενός της ενεργούσε ως agent provocateur δεν στερήθηκε κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος (παρέστη στο Δικαστήριο με συνήγορο και πρόβαλε όλους τους ισχυρισμούς της που έγιναν δεκτοί ή απορρίφθηκαν και η δίκη που διεξήχθη ήταν δίκαιη. Επιπλέον, εφόσον το σχέδιο αποκάλυψης της παράνομης πράξης της αναιρεσείουσας καταστρώθηκε και εφαρμόστηκε από την αρμόδια αστυνομική υπηρεσία με τη βοήθεια και του Γ. Α., δεν απαιτείτο πριν την εκτέλεση του η καθ' οιονδήποτε τρόπο εκφερόμενη σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών. Τέλος ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις των ν. 1729/1987 και 2713/1999, ούτε από άλλη διάταξη του ΚΠΔ ή άλλου νόμου προβλέπεται η ακυρότητα της κατάθεσης του αστυνομικού οργάνου που συμμετείχε στην αποκάλυψη της αξιόποινης πράξης με τη συγκεκαλυμμένη δράση τρίτου προσώπου, χρησιμοποιηθέντος ως agents provocateur, εκ του ότι δεν προηγήθηκε η σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών που εποπτεύει της Διευθύνσης-Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων του τότε Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και ήδη Προστασίας του Πολίτη.
Συνεπώς ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού κρίθηκε βάσιμος εν μέρει ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή αυτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 513-514/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος χορήγησης ναρκωτικών φαρμάκων από φαρμακοποιό χωρίς σχετική ιατρική συνταγή. Κατ’ εξακολούθηση τέλεση της πράξης αυτής. Καταδικαστική απόφαση σε βάρος φαρμακοποιού. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη λήψης υπόψη κρίσιμων εγγράφων και για απόλυτη ακυρότητα, λόγω της λήψης υπόψη κατάθεσης μάρτυρα αστυνομικού που συμμετείχε σε σχέδιο αποκάλυψης της φαρμακοποιού με συγκεκαλυμμένη δράση του «αγοραστή», κατά της τελευταίας πώλησης των ναρκωτικών φαρμάκων. Απόρριψη δεύτερου λόγου ως αβασίμου και παραδοχή πρώτου ως βασίμου. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο της ουσίας για νέα συζήτησή της.
| null | null | 1
|
Αριθμός 536/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Ν. του Α.-Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 7785/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1526/2010.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη σε φυλάκιση έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Για να οδηγηθεί στην ως άνω καταδικαστική του κρίση, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη στη ... ενώ ήταν υπόχρεος ατομικά για την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (εισόδημα φυσικού προσώπου - προσωρινή βεβαίωση από δήλωση), τα οποία είχαν βεβαιωθεί από την Β' ΔΟΥ ... (αριθμ. βεβαίωσης 80024/2002) και ήταν καταβλητέα εφάπαξ στις 31.12.2002, με ημερομηνία παραβίασης της προθεσμίας καταβολής στις 1.5.2003, αυτή (κατηγορουμένη) από πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής και δεν κατέβαλε τα χρέη αυτά που ανέρχονται στο ποσό των 81.563, 13 ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα ..." (έπεται η παράθεση του πίνακα. Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "στη ... στις 1.5.2003, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα, το ποσό των οποίων υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ και η οποία προθεσμία αναφέρεται για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις σε καθυστέρηση καταβολής πλέον των τεσσάρων μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ ήταν υπόχρεος ατομικά για την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (εισόδημα φυσικού προσώπου - προσωρινή βεβαίωση από δήλωση), τα οποία είχαν βεβαιωθεί από την Β' ΔΟΥ ... (αριθμ. βεβαίωσης 80024/2002) και ήταν καταβλητέα εφάπαξ στις 31.12.2002, με ημερομηνία παραβίασης της προθεσμίας καταβολής στις 1.5.2003, η κατηγορουμένη παραβίασε την προθεσμία καταβολής και δεν κατέβαλε τα χρέη αυτά, που ανέρχονται στο ποσό των 81.564,13 ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα ..." (ακολουθεί ο πίνακας). Όμως, η κατά τα άνω, από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία, είναι ασαφής και αντιφατική. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή του σκεπτικού, όπως και στο διατακτικό, δέχεται η απόφαση ότι η κατηγορουμένη από πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής και δεν κατέβαλε τα προς το Δημόσιο βεβαιωμένα από την Β' ΔΟΥ ... χρέη της ποσού 81.564,13 ευρώ, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ στις 31 Δεκεμβρίου 2002 με ημερομηνία παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής την 1η Μαΐου 2003, στη συνέχεια, στον πίνακα που παραπέμπει και ο οποίος εμπεριέχεται τόσο στο σκεπτικό, όσο στο διατακτικό, εμφαίνονται αναλυτικώς τα χρέη που καταβάλλονται σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις, με χρόνο καταβολής την 30 Μαρτίου 2001 και 29 Σεπτεμβρίου 2001. Η αντίφαση αυτή στο διατακτικό, καθιστά ασαφή τον ακριβή χρόνο που τα χρέη του κατηγορουμένου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να καταβληθούν, ήτοι ασαφή την προθεσμία καταβολής που παραβίασε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν ασαφή τον χρόνο τελέσεως του άνω εγκλήματος, που ασκεί εν προκειμένω ουσιώδη επιρροή, στο ζήτημα της παραγραφής. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7.785/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναιρεί διότι η αιτιολογία είναι ασαφής. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή τον σκεπτικού όπως και στο διατακτικό, γίνεται δεκτό ότι η κατηγορουμένη από πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής και δεν κατέβαλε τα προς το Δημόσιο χρέη της, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ στις 31-12-2002, με ημερομηνία παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής την l-5-2003, στη συνέχεια, στον πίνακα που παραπέμπει και ο οποίος εμπεριέχεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό\ στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη, γίνεται δεκτόν ότι πρόκειται για χρέη που καταβάλλονται σε δυο εξαμηνιαίες δόσεις.
| null | null | 0
|
Αριθμός 535/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Π. Ρουμπή- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π.-Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1630/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ-ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ -ΙΑΜΟΣ - ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1414/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 9/24.1.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 128/2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π.-Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1630/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα :Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2292/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους: 1) Π. -Π. Μ. του Γ., 2) Γ. Μ. του Π.-Π., 3) Γ. Μ. του Π.-Π., και 4) Γ. Ζ.- Χ. του Δ., για να δικαστούν ως υπαίτιοι: α) οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος για απόπειρα απάτης ενώπιον δικαστηρίου, τελεσθείσα από κοινού και κατ' επάγγελμα, από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος των υπαιτίων και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος, υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ. β) η τέταρτη για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη, γ) η τέταρτη για ψευδορκία μάρτυρα και δ) οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Εναντίον του βουλεύματος αυτού, οι πιο πάνω παραπεμφθέντες άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 383/2009, 384/2009, 382/2009 και 393/2009 εφέσεις. Οι εφέσεις αυτές έγιναν τυπικά δεκτές με το υπ' αριθμ. 1630/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Με το ίδιο βούλευμα του το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, έκανε δεκτές και ως ουσία βάσιμες τις εφέσεις των δεύτερου, τρίτου, και τέταρτου των εκκαλούντων, εν μέρει δε βάσιμη την έφεση του πρώτου και ακολούθως αποφάνθηκε: αα) να μη γίνει κατηγορία κατά των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των εκκαλούντων, για τις πράξεις για τις οποίες είχαν κριθεί παραπεμπτέοι με το πρωτοβάθμιο βούλευμα, ββ) να μη γίνει κατηγορία κατά του πρώτου για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, και γγ) παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον Π. -Π. Μ. για την πράξη της απόπειρας κακουργηματικής απάτης ενώπιον δικαστηρίου, αναδιατυπώνοντας την κατ' αυτού κατηγορία κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό του. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος, ο παραπεμφθείς Π.-Π. Μ. άσκησε την από 15-10-2010 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, καθόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε σ' αυτόν την 14-10-2010 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 5-10-2010, όπως αυτό προκύπτει από τα συνημμένα στη δικογραφία αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων ... και ..., η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 15 Οκτωβρίου 2010 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ ), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 128/2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της, και ειδικότερα την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και ε Κ.Π.Δ). Εξάλλου, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης (15-10-2010), το προσβαλλόμενο βούλευμα υπέκειτο στο ένδικο αυτό μέσο (άρθρο 482 §1α Κ.Π.Δ), αφού παρέπεμπε τον αναιρεσείοντα για κακούργημα, καμία δε επιρροή δεν ασκεί στο παραδεκτό της το ότι με το άρθρο 34 του Ν 3904/2010 που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 218 Φ.Ε.Κ (τεύχος Α της 23-12-2010) και άρχισε να ισχύει από 23-12-2010 (άρθρο 38 του νόμου τούτου), καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 482 του Κ.Π.Δ και συνεπώς δεν παρέχεται πλέον στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ασκεί αναίρεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος, καθόσον το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων, κρίνεται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος (ολομ Α.Π 1282/1992 Ποιν Χρον ΜΒ 921). Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο, άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π 411/2007 Ποιν. Χρον ΝΗ 61). Λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης παραπλανώμενου και βλαπτόμενου προσώπου, απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, ο οποίος δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν ο υπαίτιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, παραπλανώντας έτσι τον δικαστή σε έκδοση ευνοϊκής για τα συμφέροντά του οριστικής αποφάσεως προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του (ΑΠ 1452/2006 Ποιν.Χρον.NZ 629 ΑΠ 1716/2009 ΠοινΧρον Ξ 579), ενώ αν ο δικαστής δεν πειστεί και απορρίψει τους ισχυρισμούς του αυτούς ή δεν εκδώσει οριστική απόφαση, τότε υπάρχει απόπειρα της πράξης αυτής (ΑΠ 2642/2008 ΠοινΧρον. ΝΘ 905 ΑΠ 2231/2007 ΠοινΧρον. ΝΗ 810, ΑΠ 637/1988 ΠοινΧρον. ΛΗ 739). Τονίζεται, πάντως, ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία, στην περίπτωση της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, δεν αρκεί η υποβολή ψευδών ισχυρισμών στο δικαστήριο, αλλά πρέπει αυτοί να υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 75/1999, ΠοινΧρον. ΜΘ 319, ΑΠ 137/1999, ΑΠ 227/1992 ΠοινΧρον ΜΒ 417, ΑΠ 1224/1987 ΠοινΧρον ΛΗ 49,ΑΠ 637/1988 ΠοινΧρον ΛΗ 739, ΑΠ 91/1994 ΠΟΙΝΧρον ΜΔ 319, ΑΠ 1275/1981 ΠοινΧρον ΛΒ 520). Εκτός εάν η πολιτική δίκη διεξάγεται σύμφωνα με ειδική διαδικασία, κατά την οποία δεν τηρούνται οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν τα μέσα αποδείξεως και την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί απλή πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, οπότε, στην περίπτωση αυτή, το έγκλημα της απάτης ενώπιον δικαστηρίου θεμελιώνεται με μόνη την υποβολή από τον διάδικο ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει της αναλήθειάς του, εάν αυτός οδηγήσει σε παραπλάνηση του δικαστή και τον κρίνει βάσιμο, εκδίδοντας στη συνέχεια απόφαση επιζήμια για την περιουσία του αντιδίκου του (ΑΠ 1461/1984 ΠοινΧρον ΛΕ 465, ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1610/1982). γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (ΑΠ 2098/2007 ΠοινΧρον ΝΗ 743). Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με την διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης. Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α' βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται (ΑΠ 737/2007 Ποιν.Χρον. ΝΗ 226). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά (ολομ Α.Π 2/2003 ΠοινΧρον ΝΕ 116). Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 114/2004 Ποιν.Χρον. ΝΔ 29, ΑΠ 1416/2009 ΠοινΧρον. Ξ 396, ΑΠ 1504/2009 ΠοινΧρον. Ξ 410). Σε περίπτωση όμως συνδρομής αντίθετων, αντιφατικών ή απλώς διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ή το βούλευμα, γιατί το δικαστήριο ή το συμβούλιο πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό η απλώς διαφορετικό (ΑΠ 129/2007 ΠοινΧρον. ΝΖ 595, ΑΠ 1702/2008 σε Συμβ. ΠοινΧρον ΝΘ 650, ΑΠ 1883/2008 ). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠοινΧρον. ΝΣΤ 819, ΑΠ 345/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 1082/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 373, ΑΠ 784/2009 ΠοινΧρον. Ξ 202). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ε. Κ. τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής των κατασκευαστικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΙΑΜΟΣ Ε.Π.Ε" και "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΜΠΙΤΑΤ Ε.Π.Ε". Με την από 20-50-1988 σύμβαση που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../1988 "προσύμφωνο σύμβασης μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου" της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα, μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΙΑΜΟΣ Ε.Π.Ε" και του Π. -Π. Μ., που ενεργούσε ατομικά αλλά και για λογαριασμό των παιδιών του Γ. και Γ. Μ. (δυνάμει των υπ' αριθμ. .../9-5-1988 και .../20-5-1988 ειδικών πληρεξουσίων της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου), η πιο πάνω εταιρεία ανέλαβε να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή επί οικοπέδου συγκυριότητας των Π.- Π. Μ. και των παιδιών του, κειμένου στη θέση ... του Δήμου ..., επί της συμβολής των οδών ... και ..., αντί εργολαβικού ανταλλάγματος το οποίο συνίστατο στην προς την εργολήπτρια εταιρεία ή τα πρόσωπα που θα υποδείκνυε αυτή, μεταβίβαση κατά κυριότητα των αναφερόμενων στο συμβόλαιο οριζόντιων ιδιοκτησιών και πιο συγκεκριμένα των υπό στοιχεία Υ-3, Υ-4 και Υ-5 αποθηκών του υπογείου, του υπό στοιχεία Β2 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου και ολόκληρου του τρίτου ορόφου. Κατά την πορεία όμως της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών προέκυψαν διαφορές μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων, οι οποίες αρχικά είχαν τον χαρακτήρα αστικών διαφορών, προϊόντος όμως του χρόνου, προσέλαβαν και ποινικό ενδιαφέρον. Ειδικότερα η κατασκευάστρια εταιρεία ήγειρε αρχικά την από 7-2-1992 αγωγή κατά των οικοπεδούχων, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5837/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι ήταν εικονικό το υπ' αριθμ. .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ειρήνης Ξηρόκωστα, κατά το μέρος του που αναφερόταν στο εργολαβικό αντάλλαγμα, ότι αυτό που πράγματι συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι, ήταν πως μαζί με όσα αναφέρονταν στο συμβόλαιο, οι οικοπεδούχοι έπρεπε επιπροσθέτως να καταβάλλουν στην κατασκευάστρια εταιρεία και το χρηματικό ποσό των 64.250.000 δραχμών, έτσι ώστε το εργολαβικό αντάλλαγμα να αντιπροσωπεύει το 65% της αξίας του οικοπέδου, καταδικάστηκε δε έκαστος των εναγομένων να καταβάλλει στην ενάγουσα κατά το ποσοστό της ιδανικής του μερίδας, το υπόλοιπο του οφειλόμενου τιμήματος από 28.555.0000 δραχμές. Κατά της απόφασης αυτής οι τότε εναγόμενοι άσκησαν την από 18-1-1994 έφεσή τους, με την οποία ισχυρίζονταν ότι το από 30-5-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί μεταξύ αυτών και της κατασκευάστριας εταιρείας, ήταν εικονικό και δεν αποτελούσε αντέγγραφο, είχε δε συνταχθεί αυτό προκειμένου να πειστεί ο υπεργολάβος Π. Κ. να συνεχίσει την ανέγερση της πολυκατοικίας, διότι ανησυχούσε για την δυνατότητα ικανοποίησης των αξιώσεών του κατά της εργολήπτριας εταιρείας ΙΑΜΟΣ Ε.Π.Ε και την καταβολή σ' αυτόν της συμφωνηθείσας αμοιβής του, λόγω του αναγραφόμενου στο περί ου ο λόγος προσύμφωνο μικρού ποσοστού εργολαβικού ανταλλάγματος και μεγάλου ποσοστού αντιπαροχής. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6972/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις. Στη συνέχεια, με την από 20-10-2003 κλήση της ενάγουσας και εφεσίβλητης εταιρείας, η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 2803/2005 απόφαση, με την οποία το δικαστήριο τούτο ανέβαλε να αποφασίσει επί της ουσίας και υποχρέωσε τους εναγόμενους και εκκαλούντες, να αποδείξουν με κάθε αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, όσα διέταξε στο σκεπτικό της. Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 249/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η από 20-5-1988 σύμβαση, που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../1988 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα μεταξύ της εταιρείας ΙΑΜΟΣ Ε.Π.Ε και των οικοπεδούχων, ήταν εικονική ως προς την διαλαμβανόμενη σ' αυτό εργολαβική αμοιβή, σύμφωνα με την οποία οι οικοπεδούχοι ελάμβαναν σαν αντιπαροχή το 60% των ιδιοκτησιών που επρόκειτο να ανεγερθούν και η κατασκευάστρια εταιρεία το 40%, ενώ στην πραγματικότητα η συμφωνία τους ήταν ότι το ποσοστό αντιπαροχής των οικοπεδούχων ανερχόταν στο 35% της δε κατασκευάστριας εταιρείας στο 65%, όπως είχαν συμφωνήσει με το από 30-5-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με την ίδια απόφασή του το Εφετείο Αθηνών υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλλουν στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 64.250.000 δραχμών και το σύνολο των δικαστικών εξόδων. Προς επίρρωση των διαλαμβανομένων στην έφεσή τους ισχυρισμών, οι οικοπεδούχοι επικαλούνταν ότι για το όμορο οικόπεδο επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Α. Μ. του Ν., η εργολήπτρια εταιρεία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΜΠΙΤΑΤ Ε.Π.Ε" συμφερόντων Ε. Κ., είχε δοθεί ως αντιπαροχή στην οικοπεδούχο ποσοστό 49,2%, γεγονός δηλωτικό ότι ο Κ. συνήθιζε να δίδει το μεγαλύτερο ποσοστό αντιπαροχής που είχε διαμορφωθεί κατά τον επίμαχο χρόνο στην περιοχή του ..., προκειμένου με τον τρόπο αυτό να χρηματοδοτεί τις εταιρείες του, οι οποίες αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων μάλιστα δεν πλήρωνε εργοδοτικές εισφορές στο Ι.Κ.Α στο οποίο όφειλε το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Στο πλαίσιο των ταχθεισών από το Εφετείο Αθηνών αποδείξεων, οι τότε εκκαλούντες οικοπεδούχοι εξέτασαν την 17-11-2005 ως μάρτυρα την Γ. Ζ., η οποία μεταξύ των άλλων, κατέθεσε και τα εξής: " Είχε οριστεί ποσοστό 56,8% για την ΙΑΜΟΣ. Υπάρχει αντέγγραφο που έχει μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Το έχω δει. Συνετάγη τον Μάρτιο του 90. Το ξέρω γιατί είμαστε συγγενείς. Παραδέχεται και ο πληρεξούσιος δικηγόρος Μ., ότι το έγγραφο είναι τελείως εικονικό. Δεν έγινε για να αποδείξει τα ποσοστά αντιπαροχής. Φαίνεται στο εργολαβικό γιατί μεσολάβησε μια εξώδικη δήλωση. Δεν πληρωνόταν ο Κ. που ανέλαβε να κάνει τα μπετά και επειδή του φάνηκε ότι δεν θα πληρωθεί, κατέληξε να κάνει ένα εικονικό αντέγγραφο. Ήταν 18.000.000 αυτά που του χρωστούσαν. Η ΙΑΜΟΣ είχε υποχρεώσεις και γι' αυτό δεν πλήρωνε, χρωστούσε 5.000.000 δραχμές στο Ι.Κ.Α. Θεωρώ ότι ένα εργολαβικό συμβόλαιο, απεικονίζει την πραγματικότητα. Δόθηκε αντιπαροχή το ακριβώς διπλανό, 432 χιλιοστά έδωσε στον οικοπεδούχο. Το συνηθισμένο ποσοστό του οικοπεδούχου ήταν 50%. Έχει σημασία η θέση του οικοπέδου. Θεωρώ ότι το αντέγγραφο είναι ένα απλό χαρτί, συμφώνησαν κάτι μεταξύ τους ο οικοπεδούχος και ο εργολάβος και αναφέρουν τα ποσοστά. Τον Μάρτιο του 90, κάνει εκχώρηση δικαιωμάτων η ΙΑΜΟΣ στον Κ., φαίνεται ότι ήταν καθαρά μια ενέργεια που αποσκοπεί κάπου, μεταγενέστερα έγινε η εκχώρηση, μετά το αντέγγραφο. Εάν υπάρχει αντέγγραφο, συντάσσεται ταυτόχρονα. Το 90 το έγγραφο φέρει την υπογραφή της ΙΑΜΟΣ και του Π. Μ.. Το διπλανό έγινε από τη εταιρεία ΑΜΠΙΤΑΤ. Στο ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν βάλει ψεύτικη ημερομηνία. Δεν γνωρίζω τι εργασίες κάνει ο Κ.. Η αντιπαροχή τότε ήταν 50/50 και εξαρτάται από την θέση του οικοπέδου". Ο Ε. Κ. θεωρώντας ότι οι εκτιθέμενοι στην έφεση των Π. -Π. Μ. και των παιδιών του ισχυρισμοί, ήταν ψευδείς, όπως ψευδής ήταν και η ένορκη κατάθεση της Γ. Ζ. και ότι αυτή δόθηκε μετά από παρακίνηση των εκκαλούντων, προκειμένου να εξαπατηθεί το Εφετείο Αθηνών και να οδηγηθεί στην έκδοση ευνοϊκής για τα συμφέροντα τους απόφασης, υπέβαλε εναντίον τους την 20-7-2006 έγκλησή του, με αφορμή την οποία σχηματίσθηκε η με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Δ. 2006/3176 ποινική ανακριτική δικογραφία. Μετά το πέρας της διενεργηθείσης επί της υποθέσεως κυρίας ανακρίσεως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών εκτιμώντας τα στοιχεία που προέκυψαν κατ' αυτήν, παρέπεμψε με το υπ' αριθμ. 2292/2009 βούλευμά του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων τους: 1)Π.-Π. Μ. του Γ., 2) Γ. Μ. του Π.-Π., 3) Γ. Μ. του Π.-Π., και 4) Γ. Ζ.- Χ. του Δ., για να δικαστούν ως υπαίτιοι: α) οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος για απόπειρα απάτης ενώπιον δικαστηρίου, τελεσθείσα από κοινού και κατ' επάγγελμα, από την οποία το επιδιωχθέν συνολικό όφελος των υπαιτίων και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος, υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ, β) η τέταρτη για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη, γ) η τέταρτη για ψευδορκία μάρτυρα, και δ) οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αφού παραθέτει λεπτομερώς τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων κατηγορουμένων, καταλήγει σε απαλλακτική κρίση για τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο (των κατηγορουμένων), και την εν μέρει απαλλακτική και εν μέρει παραπεμπτική κρίση για τον πρώτο, με την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Η όλη διαφορά μεταξύ του μηνυτή Ε. Κ. (και των εταιρειών του με τις επωνυμίες "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" και "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΜΠΙΤΑΤ ΕΠΕ") και των τριών εκκαλούντων - κατηγορουμένων (οι Π.-Π. Μ., Γ. Μ., Γ. Μ.) αποτελεί αστικής φύσεως διαφορά, η οποία στη συνέχεια "ποινικοποιήθηκε" με την υποβολή μηνύσεων. Οι μηνύσεις δε αυτές αφορούσαν την αμφισβήτηση (από τους ήδη μηνυτές) της αλήθειας των όσων κατέθεσαν οι μάρτυρες Ε. Μ. και Γ. Ζ., οι οποίες εξετάστηκαν ενόρκως προς υποστήριξη της "αστικής υπερασπιστικής γραμμής" των τότε εναγομένων-διαδίκων και νυν εκκαλούντων - κατηγορουμένων (Π.-Π. Μ., Γ. Μ., Γ. Μ.). Ειδικότερα δε κατά της μάρτυρος Γ. Ζ. (πρώτης εκκαλούσας) υποβλήθηκαν από τους τότε ενάγοντες (και νυν μηνυτές) δύο μηνύσεις. Η κρινόμενη υπόθεση (Α.Β.Μ. Δ-2006/3176) αποτελεί την δεύτερη μήνυση. Κατά την πρώτη μήνυση (Α.Β.Μ. Δ -2003/3550) που κατατέθηκε την 24-9-2003 οι μηνυτές (Ε. Κ. και οι εταιρίες του) είχαν στραφεί κατά των ιδίων με την παρούσα υπόθεση κατηγορουμένων (και επιπλέον κατά της συζύγου του δευτέρου Ε. Μ., η οποία όμως στη συνέχεια απεβίωσε), για τα ίδια αδικήματα με την παρούσα κρινόμενη υπόθεση, πλην όμως σε βαθμό πλημμελήματος. Με βάση την παραπάνω πρώτη μήνυση (Α.Β.Μ. Δ -2003/3550) οι τότε κατηγορούμενοι Ε. Μ. (σύζυγος του Π. -Π. Μ.), Γ. Ζ., Π.-Π. Μ., Γ. Μ. και Γ. Μ., παραπέμφθηκαν ενώπιον του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι των πράξεων, που τους είχε αποδοθεί τότε, δηλαδή για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (οι Π.-Π. Μ., Γ. Μ. και ο Γ. Μ. ) και για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο οι Π.-Π. Μ., Γ. Μ. και ο Γ. Μ. (βλέπ. σχετικώς το με αριθμό ΕΓ 29-2004/7 κατηγορητήριο στην δικογραφία). Η κατηγορία για ψευδορκία που είχε αποδοθεί στην εδώ πρώτη εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ. Ζ., συνίστατο -κατά λέξη- στο ότι: Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος: 1) Στην Αθήνα στις 19/6/2002 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατά την διεξαγωγή των διαταραχθεισών δυνάμει της υπ' αριθμ. 6972/1994 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (τμήμα 13Α) αποδείξεων, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους, μεταξύ άλλων και τα εξής: "τα ποσοστά που αναφέρονται σε σχέση μεταξύ οικοπεδούχου και εργολήπτριας στο συμβολαιογραφικό είναι αυτά που ίσχυαν στην περιοχή την εποχή υπογραφής του εργολαβικού το 1988. Συγκεκριμένα υπάρχει εργολαβικό στο δίπλα οικόπεδο (που αφορά το διπλανό οικόπεδο) με εταιρεία ΑΜΠΙΤΑΤ ΕΠΕ που έχει δώσει στον οικοπεδούχο ποσοστό 492 χιλιοστά, ανάλογα δηλαδή του αναγραφόμενου στο επίδικο εργολαβικό" και "η εργολήπτρια εταιρεία δεν είχε καταβάλει ως όφειλε τις εργολαβικές εισφορές προ το ΙΚΑ και προς άλλους εργαζομένους στην οικοδομή. Τις εισφορές στο ΙΚΑ τις κατέβαλε ο κ. Μ. τελικά, διότι πιέστηκε ακόμα και με απαγόρευση εισόδου και εξόδου από τη χώρα, διότι το ΙΚΑ στην περίπτωση που δεν πληρώνει η εργολήπτρια επιβάλει στον ιδιοκτήτη την καταβολή του οφειλομένου ποσού. Κατέβαλαν αρχικά 6.500.000 δραχμές στο ΙΚΑ, στη συνέχεια δεν ξέρω, μπορεί το ποσό να έχει φθάσει στα 18.000.000 δραχμές με 20.000.000 δραχμές. Η εργολήπτρια έχει υποβάλλει κατάσταση εργαζομένων για λίγους και όχι για όλους" ενώ αληθές ήταν: α) ότι ουδέποτε στην περιοχή τα ποσοστά αντιπαροχής υπερέβαιναν το 34%-35% και συνεπώς τα ποσοστά που αναφέρονται στο εργολαβικό συμβόλαιο είναι αυταπόδεικτα εικονικά, η δε επίκληση εργολαβικού συμβολαίου που αφορά γειτονικό ακίνητο με εργολήπτρια την εταιρία ΑΜΠΙΤΑΤ ΕΠΕ, έγινε με προφανή σκοπό παραπλάνησης, καθόσον η ως άνω κατηγορουμένη γνώριζε ότι και στην περίπτωση αυτή τα ποσοστά που αναγράφονταν στο εργολαβικό αντάλλαγμα ήταν εικονικά και η εκεί οικοπεδούχος Α. Μ., είχε καταβάλει την διαφορά μεταξύ του εικονικού και. του πραγματικού εργολαβικού ανταλλάγματος σε μετρητά χρήματα, και β) ότι η εταιρία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ- ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" υπέβαλε κατάσταση εργαζομένων για όλους τους εργαζόμενους και υπήρχε συμφωνία μεταξύ της ανωτέρω εταιρίας και των οικοπεδούχων να καταβληθούν από αυτούς οι ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ, και για τον λόγο αυτό αφαιρέθηκε το ποσό των 5.000.000 δραχμών από το οφειλόμενο στην ανωτέρω εταιρία συνολικό ποσό, 2) Στην Αθήνα την 8/7/2000 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατά την διεξαγωγή των διαταχθεισών δυνάμει της υπ' αριθμ. 6972/1994 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (τμήμα 13Α) αποδείξεων, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "μπορεί να ήταν γύρω στις 350.000 με 400.000 δρχ. το τ.μ.", Ενώ αληθές ήταν ότι δεν ήταν αυτή η αξία και ο κ. Μ. πούλησε το διαμέρισμά του σε αυτή την οικοδομή εκείνη την εποχή 165.000 δρχ. το τ.μ. γεγονός, το οποίο γνώριζε η ως άνω κατηγορούμενη. Την 28-2-2008, δηλαδή μετά την έκδοση της επίδικης 249/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αλλά και της 2059/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, εκδικάστηκε η παραπάνω (πρώτη) υπόθεση, από δε την με αριθμό 14.972/2008 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι, όλοι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι (πλην της Ε. Μ., για την οποία η ποινική δίωξη έπαυσε οριστικά, λόγω θανάτου της). Σημειωτέον δε ότι, με το σκεπτικό της παραπάνω αναφερομένης με αριθμό 14.972/2008 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γίνεται δεκτό μεταξύ των άλλων ότι η Γ. Ζ. "... στην κατάθεσή της διατυπώνει τις κρίσεις της σχετικά με το συμβολαιογραφικό έγγραφο και το αντέγγραφο, και συνεχίζει λέγοντας ότι η εργολήπτρια εταιρεία δεν είχε καταβάλλει τις εργολαβικές εισφορές στο ΙΚΑ με συνέπεια να υποχρεωθεί ο τρίτος κατηγορούμενος να καταβάλει αρχικά 6.500.000 δραχμές στο ΙΚΑ και στη συνέχεια δεν ξέρει, μπορεί το ποσό να έχει φθάσει και 18.000.000 ή 20.000.000 δραχμές. Επίσης στη σελ. 2 του 31ου φύλλου της εισηγητικής έκθεσης αναφέρει ότι το 1988, αν μπορεί να εκτιμήσει, οι τιμές μπορεί να ήταν γύρω στις 350.000 με 400.000 δρχ. το τ.μ. και ότι τα μεγέθη μπορεί να τα βρει κανείς εάν ψάξει στους πίνακες που χρησιμοποιούν οι συμβολαιογράφοι και δεν είναι κάτι που προκύπτει τυχαία. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ακόμη ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, είχε τότε καταβάλει για εισφορές εργαζομένων στο ΙΚΑ περί τα 6.150.000 δραχμές (βλ. προσκ. τριπλ. απόδειξη). Από την προσκομιζόμενη φωτοτυπία του βιβλίου ενσήμων του ΙΚΑ με την ένδειξη "παρατηρήσεις - οδηγίες" προκύπτει ότι οι εισφορές στο ΙΚΑ προσαυξάνονται μέχρι 100% αν οι καταστάσεις υποβληθούν εκπρόθεσμα.
Συνεπώς όσα κατέθεσε η τρίτη κατηγορουμένη ( Γ. Ζ.) ως μάρτυς σχετικά με τις καταβαλλόμενες εισφορές και ανεξάρτητα από το αν είχαν σχέση με το αποδεικτέο θέμα, δεν ήσαν ψευδή. Ομοίως δεν ήταν ψευδές το γεγονός ότι πιέστηκαν να καταβάλουν τις εισφορές ο τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των κατηγορουμένων (ενν. οι Π.-Π. Μ., Γ. Μ. και Γ. Μ.) με απαγόρευση εξόδου από τη Χώρα, διότι από το από 23.1.1992 έγγραφο του ΙΚΑ προς αυτούς συνάγεται ότι τους είχε πραγματικά απαγορευθεί η έξοδος από τη Χώρα εξ αυτού του λόγου, ενώ τις οφειλές επιβεβαιώνουν και οι εκθέσεις αναγκαστικής κατασχέσεως της ακινήτου περιουσίας τους, που αναγνώσθηκαν, με επισπεύδον το ΙΚΑ. Ακόμη, σε σχέση με τα ποσοστά αντιπαροχής, προέκυψε ότι τούτα καθορίζονται από τη θέση του οικοπέδου, τη μορφή, το χρόνο, το κόστος κατασκευής αλλά και τις ειδικότερες συμφωνίες μεταξύ των μερών. Τα ποσοστά που κατέθεσε η κατηγορουμένη, ως μάρτυς, για τη συγκεκριμένη περιοχή αν ληφθεί υπόψη η εκτίμηση των μεσιτών Ι. Ρ. και Π. Χ. ως και του Προέδρου και Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Κατασκευαστών "ΕΕΚΟΤΕΑ" (Κ. Δ. και Σ. Σ.), που τα υπολογίζουν σε 35% για τα έτη 1986 έως 1988, φαίνονται μεγάλα, όμως προέκυψε ότι και στο γειτονικό ακίνητο της Α. Μ. επί του οποίου ανήγειρε οικοδομή το έτος 1986 η εταιρεία ΑΜΠΙΤΑΤ του νυν μηνυτή Ε. Κ., η οικοπεδούχος έλαβε ιδιοκτησίες που αντιστοιχούσαν σε 492/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου (βλ. υπ' αριθ. .../22.10.1986 εργολαβικό συμβόλαιο). Ομοίως, στο ... α) στην οδό ... το έτος 1981 οι οικοπεδούχοι έλαβαν ιδιοκτησίες στις οποίες αναλογούσαν 595,60/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου (βλ. υπ' αριθ. 9905/81 εργολαβικό), β) στην περιοχή του ... το έτος 1982 οι οικοπεδούχοι παρακράτησαν 486/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου (βλ. υπ' αριθ. 16 συμπληρωματική πράξη έτους 1982), γ) στην οδό ..., αριθ. 126 και ... το έτος 1987 οι οικοπεδούχοι παρακράτησαν ιδιοκτησίες με 413/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, (βλ. υπ' αριθ. .../87 συμβόλαιο) δ) στην περιοχή της ... το έτος 1987 οι οικοπεδούχοι παρακράτησαν ιδιοκτησίες με αναλογία 500/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου (βλ. υπ' αριθ. .../1988 συμβόλαιο), ενώ ανάλογα ποσοστά προκύπτουν στην περιοχή του ... και από μεταγενέστερα συμβόλαια των ετών 2004 και 2007 που αναγνώσθηκαν. Από τα προαναφερόμενα, λαμβανομένου υπόψη, ότι η δευτέρα κατηγορουμένη (Γ. Ζ.) δεν ήταν η μηχανικός που επιμελήθηκε την έκδοση της άδειας της οικοδομής και δεν είχε προσωπικό συμφέρον στη μεταξύ οικοπεδούχων και εργολήπτριας, ότι στον σχηματισμό εκτίμησής της για το συγκεκριμένο ακίνητο, της ετέθησαν υπόψη οι ιδιοκτησίες και τα ποσοστά που έλαβε η Α. Μ. στο γειτονικό ακίνητο, ότι από το έτος 1988 η συγκεκριμένη περιοχή, που απέχει ελάχιστα από την Κηφισίας, είχε τη σημερινή διαμόρφωση (με εξαίρεση το κτίριο της VODAFONE), κρίνεται ότι η ως άνω κατηγορουμένη, όπως και από το σύνολο της κατάθεσής της συνάγεται, εξέφραζε την προσωπική της γνώμη και πεποίθηση για το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο αναμφισβήτητα συγκεντρώνει τα ψηλότερα ποσοστά αντιπαροχής στη συγκεκριμένη περιοχή, όπως βεβαίωσε και ο μάρτυρας Α. Π., υπεργολάβος οικοδομών. Ομοίως, την προσωπική της εκτίμηση κατέθετε, όταν ανέφερε ότι "μπορεί να ήταν γύρω στις 350.000 με 400.000 το τ.μ" . Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μόνον αυτή η κατάθεσή της δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου, γιατί η εικονικότητα του συμβολαίου, που ήταν το αποδεικτέο θέμα, είχε σχέση με την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων τις ειδικότερες υποκρυπτόμενες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και όχι με τα κρατούντα στην αγορά ακινήτων ποσοστά αντιπαροχής. Όπως δε προέκυψε, εκ των υστέρων, ουδόλως επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου, αφού εν τέλει έγινε δεκτή η αγωγή της εργολήπτριας και το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 249/2006 απόφασή του, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 2059/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, έκρινε ότι η εργολαβική σύμβαση είναι εικονική ως προς την εργολαβική αμοιβή της ενάγουσας -εργολήπτριας και περιλαμβάνει ακόμη υποχρέωση των οικοπεδούχων να καταβάλουν σε αυτήν το ποσό των 64.250.000 δραχμών, ενώ όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση η κρίση του Δικαστηρίου, βασίσθηκε κυρίως στο συμβόλαιο και το από 30.5.1988 αντέγγραφο και ως ενισχυτικό της κρίσης του αναφέρει στη σελ. 10 τα ποσοστά αντιπαροχής που βεβαιώνουν η Ένωση Κατασκευαστών και ο Σύλλογος Μεσιτών Αττικής. Εν όψει των προαναφερόμενων, η δευτέρα κατηγορουμένη (Γ. Ζ.) με όσα ανέφερε, δεν τέλεσε την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και γι' αυτό θα πρέπει να κηρυχθεί αθώα.
Συνεπώς, αθώοι θα πρέπει να κηρυχθούν και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των κατηγορουμένων (Π.-Π. Μ., Γ. Μ. και Γ. Μ.), που φέρονται κατηγορούμενοι ως ηθικοί αυτουργοί της ψευδορκίας της β' κατηγορουμένης (Γ. Ζ.). Όσον αφορά τον τέταρτο και πέμπτο των κατηγορουμένων (Γ. Μ. και ο Γ. Μ.), αθώοι θα πρέπει να κηρυχθούν και για τον πρόσθετο λόγο ότι ως τέκνα του τρίτου κατηγορουμένου, ουδεμία ενεργό συμμετοχή είχαν σε όλες αυτές τις συμφωνίες και δικαστικές διαμάχες, αφού εκπροσωπούνταν από τον πατέρα τους. Κατ' ακολουθία σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν στοιχειοθετείται και η πράξη της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίω που τους αποδίδεται, γι' αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν αθώοι ..." (βλέπ. σελ. 36 έως 40 της με αριθμό 14.972/2008 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) Από την σύγκριση και την αντιπαράθεση της κατηγορίας που είχε αποδοθεί τότε στην κατηγορουμένη Γ. Ζ. με βάση την Α.Β.Μ. Δ - 2003/3550 μήνυση, με αυτήν (την κατηγορία) που της αποδίδεται με την κρινόμενη Α.Β.Μ. Δ -2006/3176 μήνυση, προκύπτει ότι: Όσα πραγματικά περιστατικά κατέθεσε αυτή και στις δυο περιπτώσεις, αποτελούν συναφή πραγματικά περιστατικά, που αφορούν το αποδεικτέο αντικείμενο της ίδιας αστικής δίκης και διαφοράς, έχουν δε την ίδια νομική βάση και ταυτίζονται κατά το μεγαλύτερο μέρος, παρά την εν μέρει λεκτική τους διαφοροποίηση. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι: ουσιαστικώς η ήδη πρώτη εκκαλούσα Γ. Ζ. επανέλαβε (ενόρκως ως μάρτυρας), την κατάθεσή της (βλέπ. σχετικώς την 35/1995 Ξ.Δ εισηγητική έκθεση) στο ακροατήριο του αστικού δικαστηρίου (βλέπ. σχετικώς πρακτικά της 249/17-11-2005 Εφετείου Αθηνών - 13° πολιτικό τμήμα, σε συνδυασμό και με την με αριθμό 2803/2005 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου). Δεν συντρέχει βέβαια περίπτωση δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, αφού οι ένορκες καταθέσεις έλαβαν χώρα σε διαφορετικό χρόνο (19-6-2002, 8-7-2000 και 17-11-2005), βέβαιον όμως είναι ότι, η ύπαρξη της παραπάνω 14.972/2008 αθωωτικής απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την οποία σημειωτέον ουδεμία σκέψη γίνεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, "δεν μπορεί να περάσει νομικώς απαρατήρητη", χωρίς δηλαδή να συνεκτιμηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο της όλης υπόθεσης. Και αυτό γιατί, (όπως ήδη ελέχθη παραπάνω), κρίνει (από ποινικής απόψεως) για συναφή πραγματικά περιστατικά που αφορούν το αποδεικτέο αντικείμενο της ίδιας αστικής δίκης και διαφοράς, έχουν την ίδια νομική βάση και ταυτίζονται κατά το μεγαλύτερο μέρος. Βέβαιο επίσης είναι ότι, το σκεπτικό και το διατακτικό της παραπάνω αναφερομένης 14.972/2008 αθωωτικής απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν μπορεί να έρχεται σε λογική αντίθεση με το σκεπτικό και διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, δεδομένου ότι, η παραπάνω απόφαση (14.972/2008) έχει καταστεί αμετάκλητη (βλέπ. σχετικώς το με αριθμό 3620/17-9-2008 πιστοποιητικό γραμματέως Αρείου Πάγου, καθώς και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση με ημερομηνία 12-9-2008 στην πρώτη σελίδα της παραπάνω αναφερομένης 14.972/2008 αθωωτικής απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Το γεγονός επίσης ότι, και στην κρινόμενη υπόθεση η κατηγορουμένη Γ. Ζ. χρησιμοποίησε κατά την κατάθεση της τη φράση "... θεωρώ ότι ..." δυο φορές οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, και στην συγκεκριμένη κατάθεσή της με ημερομηνία 17-11-2005 ενώπιον του ακροατηρίου του 13ου πολιτικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών, η παραπάνω Γ. Ζ. (πρώτη εκκαλούσα), εξέφρασε την προσωπική της γνώμη, άποψη και πεποίθηση και επομένως δεν θεμελιώνεται το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος ως προς αυτήν. Κατά λογική δε νομική συνέπεια, δεν θεμελιώνεται και το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας από κοινού στην ως άνω ψευδορκία για τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εκκαλούντων -κατηγορουμένων, δηλαδή για τους Π.-Π. Μ., Γ. Μ. και Γ. Μ.. Γι' αυτό πρέπει το Συμβούλιό Σας να αποφανθεί ότι, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των, για τις πράξεις αυτές. Από τα στοιχεία της δικογραφίας επίσης προκύπτει ότι, ο τρίτος και ο τέταρτος των εκκαλούντων, δηλαδή ο Γ. Μ. και ο Γ. Μ., ουδεμία ουσιαστική και ενεργό συμμετοχή είχαν σε όλες τις παραπάνω αναφερόμενες συμφωνίες, διαπραγματεύσεις και δικαστικές διαμάχες, αφού εκπροσωπούνταν πάντοτε από τον πατέρα τους δεύτερο εκκαλούντα, δυνάμει των υπ' αριθ. .../9.5.1988 και .../20.5.1988 ειδικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα. Η βεβαιότητα αυτή προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του προτεινόμενου από τους μηνυτές μάρτυρα Π. Κ., ο οποίος στην από 12-2-2008 ένορκη κατάθεσή του ρητώς αναφέρει (κατά λέξη) ότι "... ο Γ. και ο Γ. Μ. που είναι παιδιά ταυ Π.-Π. Μ., δηλαδή ο τρίτος και ο τέταρτος των κατηγορουμένων, δεν εμφανιζόντουσαν καθ' όλη τη διάρκεια της ανέγερσης της οικοδομής και εγώ δεν τα είχα γνωρίσει ποτέ και ουσιαστικά ακολουθούσαν τον πατέρα τους και λειτουργούσαν κάτω από τις δικές του οδηγίες ..." (βλέπ. την από 12-2-2008 ένορκη ανακριτική κατάθεση Π. Κ.). Κατά συνέπεια δεν προκύπτουν επαρκείς και σοβαρές ενδείξεις, που να πιθανολογούν την ενοχή των, για το έγκλημα της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συναυτουργία, που το συνολικό περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Γι' αυτό πρέπει το Συμβούλιό Σας να αποφανθεί ότι, δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των, για την πράξη αυτή. Όσον αφορά όμως τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Π.-Π. Μ., με βεβαιότητα συνάγεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι: Αυτός είχε την όλη πρωτοβουλία για την σύναψη των συμφωνιών σε σχέση με την αντιπαροχή, για την υπογραφή των σχετικών εγγράφων (υπέγραφε και για λογαριασμό των υιών του), καθώς και για την "υπερασπιστική γραμμή" που ακολουθήθηκε στα αστικά δικαστήρια. Επίσης ο ίδιος ο δεύτερος εκκαλών κατηγορούμενος (Π.-Π. Μ.) αποφάσισε για το, ποια πραγματικά επιχειρήματα θα αναφέρονταν στις προτάσεις και τα λοιπά έγγραφα της αστικής διαφοράς, αφού κατά λογική συνέπεια, αυτός επικοινωνούσε και έδιδε τα σχετικά με την υπόθεση στοιχεία, στους νομικούς παραστάτες του. Προς επιβεβαίωση των παραπάνω, ενδεικτικώς αναφέρεται ότι η με αριθμό 248/194-1990 αναφορά προς τον Δ.Σ.Α κατά του Δικηγόρου του Γ. Μ., υπογράφεται μόνον από τον ίδιο και όχι και από τους συγκατηγορουμένους γιους του (βλέπ. σχετική αναφορά στην δικογραφία). Κατά συνέπεια υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του παραπάνω δευτέρου εκκαλούντα-κατηγορουμένου Π.-Π. Μ., που όχι μόνον δικαιολογούν, αλλά και επιβάλλουν την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο που τελέστηκε κατ' επάγγελμα και το συνολικό περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Και αυτό γιατί, εάν είχαν γίνει δεκτοί οι ισχυρισμοί που είχε υποβάλει (δια των προτάσεών του) στην επίδικη αστική διαφορά, είναι πλέον βέβαιο ότι, το δικαστήριο θα είχε οδηγηθεί στην αντίθετη κρίση, απ' αυτήν που τελικώς οδηγήθηκε, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ο πολιτικώς ενάγων περιουσιακή ζημία που ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 64.250.000 δραχμών (βλέπ. σχετικώς το σκεπτικό και το διατακτικό της 249/2006 αποφάσεως Εφετείου Αθηνών), δηλαδή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Σημειωτέον δε ότι η πράξη αυτή του κατηγορουμένου Π.-Π. Μ., προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 13 στοιχ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42 παρ. 1, 386 παρ.3 εδ. α', β'- 1 του ΠΚ (όττως η παρ.3 του άρθρου 386 του Π.Κ αντικ. από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999), σε συνδυασμό και με άρθρα 111 παρ.1, 119, 122 παρ.1 του Κ.Π.Δ και αρθρ. 4 παρ.1 Ν. 1756/88. Σημειωτέον επίσης ότι, η κατ' επάγγελμα τέλεση της απάτης συνάγεται από το γεγονός ότι, αυτός (δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος Π.-Π. Μ. ), κατ' επανάληψη πρόβαλε τους ίδιους πραγματικούς ισχυρισμούς, σ' όλα τα στάδια της αστικής αντιδικίας του με τους μηνυτές και ειδικότερα με τις προτάσεις του στο Εφετείο (βλέπ. σχετικές προτάσεις στην δικογραφία), οι δε προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του κρίθηκαν τελικώς ως αναληθείς. Το γεγονός δε ότι, αυτός προέβαλε τους ίδιους λόγους και ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλέπ. σχετικώς την με ημερομηνία 9-3-2006 αίτηση αναίρεσης), επιβεβαιώνει και την θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του, δεδομένου ότι αυτός γνώριζε το ψευδές των προβαλλομένων ισχυρισμών του, οι οποίοι (ισχυρισμοί του) κρίθηκαν ότι είναι ψευδείς από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 5837/1993 απόφασή του και από το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 249/2006 απόφασή του, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2059/2007 απόφασης του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Δεδομένου όμως ότι, για την διατύπωση της εναντίον του κατηγορίας, έχουν ληφθεί υπόψη (από το εκκαλούμενο βούλευμα), οι ενδείξεις ενοχής για την ψευδορκία της Γ. Ζ., καθώς και οι ενδείξεις ενοχής για την συναυτουργία των συγκατηγορουμένων υιών του (για τους οποίους ήδη προτείνεται να μην γίνει κατηγορία), θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί η εναντίον του δευτέρου εκκαλούντος κατηγορία, στο διατακτικό της παρούσης προτάσεως. Τέλος δε, όσον αφορά την άμεση συνεργεία στην ως άνω απόπειρα απάτης, που αποδίδεται στην πρώτη εκκαλούσα κατηγορουμένη Γ. Ζ., πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνάγεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι αυτή παρέσχε εν γνώσει της συνδρομή και δη κατά δόλια προαίρεση (βλέπ. νομικό μέρος παραπάνω), κατά την απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, που τέλεσε ο δεύτερος εκκαλών κατηγορούμενος Π.-Π. Μ., αφού, όπως ήδη ελέχθη παραπάνω, αυτή δεν διέπραξε το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Επιπλέον δε, όπως έχει κριθεί και με την 14.972/2008 αθωωτική απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η κατάθεση της αυτή δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου, γιατί η εικονικότητα του συμβολαίου, που ήταν το αποδεικτέο θέμα είχε σχέση με την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων, τις ειδικότερες υποκρυπτόμενες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και όχι με τα κρατούντα στην αγορά ακινήτων ποσοστά αντιπαροχής". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα, παρέπεμψε τον Π.-Π. Μ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για απόπειρα απάτης ενώπιον δικαστηρίου σε βαθμό κακουργήματος, αναδιατυπώνοντας την κατ' αυτού κατηγορία έτσι ώστε το έγκλημα αυτό, κατά το διατακτικό του βουλεύματος, φέρεται τελεσθέν από αυτόν με την εν γνώσει του υποβολή στο Εφετείο Αθηνών με το δικόγραφο της έφεσής του, καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις, των λεπτομερώς εκτιθέμενων στο διατακτικό ψευδών ισχυρισμών, στην προσπάθεια του να παραπείσει τους δικαστές και να κάνουν δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 5837/1993 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς όμως και να το επιτύχει, επειδή το δικαστήριο δεν παραπείστηκε εξαιτίας των ψευδών αυτών ισχυρισμών και απέρριψε την έφεσή του. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παράλληλα υπάρχουν ασάφειες αντιφάσεις και λογικά κενά στις παραδοχές του, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα: α) παραπέμπει τον κατηγορούμενο για απόπειρα απάτης ενώπιον δικαστηρίου, πράξη την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές του, τέλεσε αυτός με την υποβολή ψευδών και μόνο ισχυρισμών στο πολιτικό Εφετείο Αθηνών, χωρίς να διευκρινίζει εάν η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου τούτου διεξαγόταν σύμφωνα με την τακτική ή με ειδική διαδικασία, κατά την οποία αρκούσε η απλή πιθανολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων, β) ενώ στην μείζονα σκέψη της εισαγγελικής πρότασης, που υιοθετήθηκε πλήρως από το προσβαλλόμενο βούλευμα, γίνεται λόγος ότι για την κατά το νόμο θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, απαιτείται ο ψευδής ισχυρισμός που υποβάλλεται στο δικαστήριο, να υποστηρίζεται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, άποψη η οποία είναι άλλωστε και η κυρίαρχη στη νομολογία, εν τούτοις με το διατακτικό του παραπέμπει τον κατηγορούμενο για το έγκλημα αυτό, χωρίς να παραθέτει τα ψευδή αποδεικτικά μέσα, που προσήγαγε και επικαλέστηκε, προκειμένου να παραπλανήσει το δικαστήριο, αποφαινόμενο ταυτόχρονα ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος της Γ. Ζ., η οποία στήριζε την σχετική παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Μετά ταύτα και αφού γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί στο σύνολό του, να παραπεμφθεί δε για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : α) Να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. 128/2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π.-Π. Μ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ, 1630/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των δικαστών που μετείχαν στην προηγούμενη σύνθεσή του. Αθήνα 21 Ιανουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παράγραφο 3 α του ιδίου άρθρου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15000 ευρώ ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως να το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωση της. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται και έτσι υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακώς βλαπτόμενο, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη.
Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ" αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή ψευδών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατ' ειδική διαδικασία, στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας και εκείνες που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρθρ. 682 επ. Κ.Πολ.Δ.) και στις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει κατά πιθανολόγηση των προβαλλομένων ισχυρισμών, συντελούμενη με οποιοδήποτε πρόσφορα αποδεικτικά μέσα. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς που προβάλλεται ο υπαίτιος, όπως ενισχύονται από προσκομιζόμενα αναληθή αποδεικτικά μέσα, παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του. Όταν η πράξη της απάτης δεν ολοκληρώθηκε και η αγωγή ή αίτηση του υπαίτιου απερρίφθη από το δικαστήριο ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη χωρίς να επέλθει βλάβη συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως όταν ο υπαίτιος προέβη στην απατηλή συμπεριφορά με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπάρχει απόπειρα απάτης της οποίας άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενική υποστάσεως και που τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που θα συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις είτε η ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων. Όταν όμως οι τελευταίες συνδέονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Πολ.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ Κ.Πολ.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά τα περιστατικά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι επιλεκτικώς ορισμένα από αυτά, δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των αξιολογικής συσχετίσεως καθόσον πλήττεται σε τέτοιες περιπτώσεις η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ως προς την συνδρομή επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Εξάλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Πολ.Δ., συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σε τέτοια διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματική έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1630/2010 Βούλευμά του δέχθηκε με καθολική αναφορά του στην περιεχομένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες εκκαλούντων-κατηγορουμένων και υπομνήματά τους προς αυτό) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσο αφορά τον αναιρεσείοντα και κατά το μέρος που πλήττεται το Βούλευμα αυτό (παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος απόπειρας κακουργηματικής απάτης επί δικαστηρίου):
"Στην Αθήνα την 17-11-2005 έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, επιχείρησε πράξη, που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος, πλην όμως, η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του, το δε συνολικό όφελος, με αντίστοιχη ζημία των παθόντων, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, διαπράττει δε απάτες κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο της 17.11.2005 και κατά την διαδικασία εκδίκασης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών της με αριθ. κατ. 7316/1993 εφέσεως του, κατά της υπ' αριθ. 5837/1993 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών {η οποία εξεδόθη κατόπιν της από 7.2.1992 αγωγής (αριθ. εκθ. καταθ. 1645/1992) των εγκαλούντων}, με την οποία αναγνωρίστηκε ως εικονικό το υπ' αριθ. (.../20.5.1988) συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα κατά το σκέλος αυτού, που αφορά στο οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλλει στην τότε ενάγουσα και νυν μηνύτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον επίσης μηνυτή Ε. Κ., τα ποσά που αναφέρονται σε αυτή, παρέστησε στους Δικαστές του Εφετείου Αθηνών (13° πολιτικό τμήμα) με το δικόγραφο της εφέσεως του και με τις προτάσεις του, ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους, τα ακόλουθα: α)Ότι με την από 20.5.1988 εργολαβική σύμβαση, που καταρτίστηκε δια του υπ' αριθμ. .../1988 "προσυμφώνου σύμβασης μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου" της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα, ανάμεσα στην εργολήπτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα από τον εγκαλούντα Ε. Κ. και τον κατηγορούμενο ως οικοπεδούχο, η ως άνω εταιρεία ανέλαβε την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου, συγκυριότητας τους, κειμένου στη θέση ... του Δήμου ..., επί της συμβολής των οδών ... και ... και ότι ως εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε η, προς αυτήν (την εταιρεία) ή τα πρόσωπα, που θα υποδεικνύονταν από αυτή, μεταβίβαση κατά κυριότητα των αναφερόμενων σε αυτό συμβόλαιο οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα των υπό στοιχεία Υ-3, Υ-4 και Υ-5 αποθηκών του υπογείου, του υπό στοιχεία Β-2 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου και ολόκληρου του τρίτου ορόφου, μετά του αναλογούντος σε αυτές συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου ανερχόμενου σε 432/1000 (ήτοι 43,2%) και ως αντιπαροχή προς τους οικοπεδούχους, τα υπόλοιπα 568/1 000 (ήτοι 56,8%), τα οποία αντιστοιχούσαν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των υπό στοιχεία Υ-1, Υ-2 και Υ-6 αποθηκών του υπογείου, του υπό στοιχεία 1-1 καταστήματος του ισογείου, του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και του υπό στοιχεία Β-1 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, β)Ότι δεν αποτελούσε αντέγγραφο το από 30.5.1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ο ανωτέρω κατηγορούμενος και οι εγκαλούντες συμφώνησαν ότι το ποσοστό της αντιπαροχής, που θα λάμβανε αυτός ως οικοπεδούχος, ήταν 35% και το εργολαβικό αντάλλαγμα της εργολήπτριας εταιρείας "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" ήταν 65%, ότι ανταποκρινόταν το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού στην πραγματικότητα και δεν ήταν εικονικό και ότι συντάχθηκε προκειμένου να πειστεί ο υπεργολάβος Π. Κ., να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου, που είχε αναλάβει επί της αναγειρόμενης οικοδομής, δηλαδή την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών από οπλισμένο σκυρόδεμα, διότι ανησυχούσε για τη δυνατότητα ικανοποίησης των αξιώσεων του κατά της ως άνω εργολήπτριας (εγκαλούσας) εταιρείας και την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής του, γ)Ότι για το όμορο οικόπεδο, επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της Α. Μ. του Ν., δόθηκε από την εργολήπτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΑΜΠΙΤΑΤ ΕΠΕ", ως αντιπαροχή ποσοστό 49,2%, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι ο εγκαλών Ε. Κ. συνήθιζε να δίνει το μεγαλύτερο ποσοστό αντιπαροχής, που είχε διαμορφωθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1986-1988) στην περιοχή του ..., δ)Ότι εξαιτίας των διαφορών μεταξύ των μηνυτών και του ιδίου (δηλαδή του κατηγορουμένου) η εργολήπτρια εταιρεία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ", δεν υπέβαλε κατάσταση των εργαζομένων προς το ΙΚΑ και δεν πλήρωνε τις ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα να οφείλει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Όμως όλα τα παραπάνω περιστατικά ήταν ψευδή, καθόσον: α) Η από 20.5.1988 εργολαβική σύμβαση, που καταρτίστηκε δια του υπ' αριθ. .../1988 "προσυμφώνου σύμβασης μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου" της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα, ανάμεσα στην εταιρία του εγκαλούντος Ε. Κ. με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" και του Π.-Π. Μ. (ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό των υιών του Γ. Μ. και Γ. Μ.), ήταν εικονική ως προς το αναφερόμενο σε αυτήν ποσοστό της εργολαβικής αμοιβής, την δε εικονικότητα αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, κατά την αληθινή βούληση του οποίου η αμοιβή της εργολήπτριας εταιρείας ανήρχετο σε ποσοστό 65% , του υπολοίπου 35% παρακρατούμενου από αυτόν (και τους υιούς του Γ. Μ. και Γ. Μ. ως οικοπεδούχους), το οποίο αντιστοιχούσε, εκτός από την αναγραφόμενη στην εργολαβική σύμβαση αντιπαροχή και στην επιπλέον καταβολή από αυτόν στην ανωτέρω εργολήπτρια εταιρεία, συνολικού ποσού 64.250.000 δρχ. και συγκεκριμένα ποσού 55.250.000 δρχ. για το 65% της αξίας του υπό στοιχεία 1-1 ισογείου καταστήματος και ποσού 9.000.000 δρχ. για το 65% της αξίας του υπό στοιχεία Β-1 διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, τα οποία στην πραγματικότητα αγόρασε από την εγκαλούσα εταιρεία, β)το από 30-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό αποτελούσε πράγματι αντέγγραφο, όλα δε τα μέρη δήλωσαν σ' αυτό την πραγματική των βούληση, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και το οποίο επιβεβαιώθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 5837/1993 απόφαση του και το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 249/2006 απόφαση του, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2059/2007 απόφασης του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, γ)η υπ' αριθμόν .../22.10.1986 εργολαβική σύμβαση, συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα, μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΑΜΠΙΤΑΤ ΕΠΕ", (μέλος της οποίας ήταν και ο ίδιος) και της Α. Μ., με την οποία η ως άνω εταιρεία ανέλαβε την ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου κυριότητας της στο ..., επί της οδού ..., από την οποία η τελευταία θα λάμβανε ως αντιπαροχή τις αναφερόμενες σε αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, μετά του αναλογούντος σε αυτές συνολικού ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου ανερχομένου σε 492/1000 (ήτοι 49,2%), ήταν επίσης εικονική καθόσον, η Α. Μ. έλαβε ως πραγματική αντιπαροχή ποσοστό 35% και για τη διαφορά του 14,2% για την απόκτηση του οροφοδιαμερίσματός της κατέβαλε μετρητά χρήματα. Κατά το επίδικο δε χρονικό διάστημα (έτη 1986-1988) τα ποσοστά αντιπαροχής των οικοπέδων, στην περιοχή ... του Δήμου ..., σύμφωνα με τις γνωμοδοτήσεις της Ενώσεως Επιχειρηματιών Κατασκευαστών Οικοδομικών Έργων και του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αθηνών, δεν ξεπερνούν το 34% - 35%, δ)η εργολήπτρια εταιρεία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ & ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΙΑΜΟΣ ΕΠΕ" κατά τη διάρκεια ανέγερσης της οικοδομής, υπέβαλε όλες τις καταστάσεις των εργαζομένων προς το ΙΚΑ και πλήρωσε όλες τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, πλην, όμως, λόγω της κρυπτόμενης σύμβασης πωλήσεως των προαναφερθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών από την εγκαλούσα εταιρεία προς τον κατηγορούμενο (και τους γιους του Γ. Μ. και Γ. Μ.) είχε συμφωνηθεί ότι, το ποσό των 5.000.000 δρχ., το οποίο πράγματι έπρεπε να καταβάλει η εγκαλούσα στο ΙΚΑ, θα κατέβαλλε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ότι το ποσό αυτό θα συμψηφιζόταν στο οφειλόμενο τίμημα της πωλήσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών. Σκοπός δε των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων που διέλαβε ο κατηγορούμενος στις προτάσεις του ήταν να παραπλανήσει τους Δικαστές του Εφετείου Αθηνών, να γίνει δεκτή η υπ' αριθ. καταθ. 7316/1993 έφεση του, να εξαφανιστεί η υπ' αριθ. 5837/1993 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να απορριφθεί η από 7.2.1992 αγωγή των εγκαλούντων, ώστε να μην αναγνωριστεί ως εικονικό το υπ' αριθμ. .../20.5.1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ξηρόκωστα ως προς το οφειλόμενο από αυτόν εργολαβικό αντάλλαγμα συνολικού ποσού 64.250.000 δρχ. Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία των εγκαλούντων, η οποία ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 64.250.000 δρχ., ή 188.554,65 ευρώ, ενώ διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως του, που συνίσταται στο ότι, αυτός κατ' επανάληψη. προέβαλε τους ίδιους πραγματικούς ψευδείς ισχυρισμούς, σ' όλα τα στάδια της αστικής αντιδικίας του με τους μηνυτές και ειδικότερα με τις προτάσεις του στο 13° πολιτικό τμήμα του Εφετείου Αθηνών, προέκυψε σκοπός του για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος, για βιοπορισμό. Η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε από εμπόδια εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούληση του και ειδικότερα διότι, το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 249/2006 απόφαση του επικύρωσε την ορθότητα (νομική και ουσιαστική) της υπ' αριθ. 5837/1993 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχθηκε ότι η ανωτέρω εργολαβική σύμβαση είναι εικονική και ότι, εκτός από την αναφερόμενη σε αυτήν αντιπαροχή, περιλαμβάνει και την υποχρέωση του κατηγορουμένου να καταβάλει στους εγκαλούντες το ποσό των 64.250.000 δρχ., ήτοι 188.554,65 ευρώ, ζημία που θα είχαν υποστεί οι μηνυτές, εάν το Δικαστήριο είχε πειστεί ότι είναι αληθείς οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου".
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου, ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, ως προσδιοριζόμενα στο ποσό των 64.250.000 δραχμών (188.554,65 ευρώ) και για το λόγο αυτό απέρριψε ως προς το κεφάλαιο αυτό ως κατ' ουσία αβάσιμη την υπ' αριθμ. 383/18-8-2009 έφεση του αναιρεσείοντος Π.-Π. Μ. κατά του υπ' αριθμ. 2292/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε ως προς το μέρος αυτό και με το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος για την ως άνω αξιόποινη πράξη.
Με αυτά όμως που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του, με αναφορά εξ ολοκλήρου στην εμπεριεχόμενη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δεν διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ παράλληλα έχουν εμφιλοχωρήσει στο αιτιολογικό του Βουλεύματος αυτού ασάφειες και λογικά κενά στις παραδοχές του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικώς έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, οπότε το ως άνω Βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα με το προσβαλλόμενο Βούλευμα: α)παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας κακουργηματικής απάτης επί δικαστηρίου, πράξη την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές του, τέλεσε αυτός με την κατ' επανάληψη προβολή ψευδών πραγματικών ισχυρισμών σε όλα τα στάδια της αστικής αντιδικίας του με τους εγκαλούντες και πλέον συγκεκριμένα που περιέλαβε στην υπ' αριθμ. 7316/1993 έφεσή του κατά της υπ' αρ. 5837/1993 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τις έγγραφες προτάσεις του επ' αυτής ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, χωρίς να διευκρινίζεται κατά ποία διαδικασία διεξαγόταν η πολιτική δίκη και αν αρκούσε η πιθανολόγηση των προβαλλομένων ισχυρισμών του ή προσώμισε για απόδειξη τους (ισχυρισμούς του) αποδεικτικά μέσα και ποία, τα οποία ήταν αναληθή και θα παραπλανάτο το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος και σε βάρος των αντιδίκων του. Ακόμη, ενώ στη μείζονα σκέψη της εισαγγελικής προτάσεως, που υιοθετήθηκε παραδεκτά στο σύνολό της από το προσβαλλόμενο Βούλευμα, γίνεται λόγος ότι για την κατά νόμο θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίου, απαιτείται ο ψευδής ισχυρισμός που υποβάλλεται στο δικαστήριο, να υποστηρίζεται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων για παραπλάνηση του δικαστηρίου, εν τούτοις με το διατακτικό παραπέμπεται ο κατηγορούμενος αναιρεσείων για το έγκλημα αυτό χωρίς να παρατίθενται τα ψευδή αποδεικτικά μέσα που αυτός προσήγαγε και επικαλέσθηκε για να παραπλανήσει ανεπιτυχώς το δικαστήριο, ενώ αποφαίνεται ταυτόχρονα ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος της Γ. Ζ.-Χ., για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, στην οποία όμως στηρίχθηκε η σε βάρος του αναιρεσείοντος παραπλανητική κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως χρησιμοποιήσαντος ψευδές αποδεικτικό μέσο.
Μετά από όλα τα ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β και δ του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της απαιτούμενης επί της ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομικής βάσεως, ως βάσιμοι. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει το πληττόμενο βούλευμα όσον αφορά το παραπεμπτικό για τον αναιρεσείοντα μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 549 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 1630/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ειδικότερα όσον αφορά το παραπεμπτικό για τον αναιρεσείοντα Π.-Π. Μ. του Γ., μέρος του. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόπειρα κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίου. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό του παραπεμπτικού βουλεύματος (αιτιολογία της αντίστοιχης εισαγγελικής πρότασης όταν γίνεται καθολική αναφορά σ’ αυτήν) πόσα αποδεικτικά μέσα αναληθή προσκόμισε ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο για να αποδείξει στους ισχυρισμούς του και να παραπλανήσει το Δικαστήριο στην κρίση του υπέρ του απόψεών του. Επίσης στο ίδιο διατακτικό δεν πρέπει να υπάρχουν αντιφάσεις στις παραδοχές του δικαστικού συμβουλίου. Αίτηση αναίρεσης κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Παραδοχή των λόγων αυτών, μερική αναίρεση του βουλεύματος και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 532/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με την 197/28-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις τρεις (3) αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., και 3) Γ. Β. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παύλο Μάρκελλο και Αντώνιο Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4951/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Οκτωβρίου 2010 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1366/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 2, 3 και 4/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των Α. Π. του Α., Α. Π. του Α. και Γ. Β. του Γ. κατά της υπ' αριθμ. 4951/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξεταστούν περαιτέρω. Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκαν οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων για απιστία κατ' εξακολούθηση και ο τρίτος αυτών για άμεση συνέργεια στο προαναφερόμενο έγκλημα των δύο συγκατηγορουμένων του, με τις κρινόμενες δε αιτήσεις αναιρέσεως ζητούν την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης για τους σ' αυτές αναφερόμενους (τους ίδιους) λόγους αναιρέσεως. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των αρ. 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρ. 319 παρ. 5 ΚΠΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που εκδόθηκε κατά τις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, στον κατηγορούμενο και τους υπολοίπους διαδίκους, με τη φροντίδα του Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών και μόλις γίνει αμετάκλητο το βούλευμα, γίνεται η κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο κατά το αρ. 321 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των αρ. 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς αυτόν στο ακροατήριο, σύμφωνα με το αρ. 171 παρ. 1, η οποία, αν δεν ανακύπτει θέμα αναστολής της παραγραφής της πράξης, μπορεί να καλυφθεί, κατά το αρ. 174 παρ. 2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Τούτο, πολύ περισσότερο, ισχύει και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα αρ. 314 και 319 παρ. 5 ΚΠΔ, οπότε και στην περίπτωση αυτή το βούλευμα και η επίδοση τούτου είναι άκυρη. Το αμετάκλητο, όμως, του βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 και 319 § 5 τέθηκε με την έννοια του σχετικώς αμετακλήτου. Δηλαδή σε σχέση με κάθε κατηγορούμενο, για τον οποίον το παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο. Εφόσον, λοιπόν, για ένα των συγκατηγορουμένων, που συμπαραπέμπονται, το βούλευμα έχει καταστεί αμετάκλητο, κατά την § 2 του άρθρου 546 ΚΠΔ, νομίμως επιδίδεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 314 και 319 § 5 η κλήση προς εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο. Όπως, άλλωστε, δεν δύναται να προβάλει αντιρρήσεις ο κατηγορούμενος που παραπέμπεται, ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί αμετάκλητο για τον εισαγγελέα, λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων από αυτόν. Το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και της πολιτείας επιβάλλει την άμεση εκκαθάριση της εκκρεμούς ποινικής υποθέσεως και δεν έχει νόημα να αναμείνει ο εισαγγελέας να καταστεί αμετάκλητο το βούλευμα, είτε ως προς άλλους συγκατηγορουμένους, είτε, βεβαίως, και ως προς την εκπροσωπούμενη από τον ίδιο εισαγγελική αρχή, όταν, μάλιστα, σε σχέση με τον κατηγορούμενο αυτόν, επίκειται παραγραφή του αξιοποίνου της πράξεως, για την οποίαν παραπέμπεται στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 319 παρ. 1 και 5 εδ. β', 321 παρ. 2, 471 και 482 παρ. 1Α' στοιχ. α' ΚΠΔ, προκύπτει, ότι το τελεσίδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος για πλημμέλημα στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου είναι από το νόμο αμετάκλητο, πράγμα που δεν αίρεται εκ του ότι ασκήθηκε εναντίον του έφεση ή αναίρεση, ο δε αρμόδιος εισαγγελέας οφείλει να μη λάβει υπόψη την ασκηθείσα (απαραδέκτως) έφεση ή αναίρεση, αλλά να προβεί στην εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο, με επίδοση κλήσεως στον κατηγορούμενο.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 319 παρ. 1 και 5 εδ. β', 321 παρ. 2, 471 και 482 παρ. 1Α' στοιχ. α' ΚΠΔ, προκύπτει, ότι το τελεσίδικο βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος για πλημμέλημα στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου είναι από το νόμο αμετάκλητο. Επίσης, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να μνημονεύει, μεταξύ άλλων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης και το άρθρο του ποινικού νόμου, το οποίο προβλέπει την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Αντίθετα, η κλήση, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, δεν απαιτείται να περιέχει τα ανωτέρω, αλλά αρκεί να παραπέμπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία αυτά. Κατά τα λοιπά, η κλήση πρέπει να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Αν η κλήση δεν περιέχει και τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική, σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, αλλιώς καλύπτεται ο κατηγορούμενος να δύναται να λάβει πλήρη γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας, δυνάμενος να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης (ΑΠ 570/2008). Ακόμη από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 138 και 548 του ΚΠΔ προκύπτει ότι οριστικές είναι οι αποφάσεις, με τις οποίες περατώνεται η δίκη [π.χ. αυτή που κηρύσσει ένοχο ή αθώο τον κατηγορούμενο ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή κηρύσσει αναρμόδιο το δικαστήριο] και ο δικαστής απεκδύεται από κάθε εξουσία πάνω στην υπόθεση [ΑΠ 681/1989 ΠΧ Μ 86] ενώ παρεμπίπτουσες ή προδικαστικές είναι οι αποφάσεις, με τις οποίες ο δικαστής δεν αποφαίνεται τελειωτικά επί της κατηγορίας, αλλά μόνο επί κάποιου ζητήματος που αναφύεται στη διαδικασία. Επομένως, το δικαστήριο δύναται πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις, που δεν επιλύουν οριστικά ζητήματα σχετιζόμενα με την κατηγορία, για τις οποίες δεν υπάρχει δυνατότητα προσβολής τους αυτοτελώς με κανένα ένδικο βοήθημα για να αλλοιωθεί η κρίση του εκδώσαντος την απόφαση αυτή δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά τη δημοσία συνεδρίαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου την 1-9-2008 υπέβαλαν α) αντιρρήσεις ως προς το κύρος της υπ' αριθμ. ΣΤΟ8/1773 κλήσεως στο ακροατήριο, που επεδόθη σ' αυτούς την 27-5-2008 , διότι, κατά τον ισχυρισμό τους, κατά παράβαση των παρ. 2 και 4 του άρθρου 321 ΚΠΔ, δεν αναφέρεται σ' αυτή ως προς την αξιόποινη πράξη στο υπ' αριθμ. 85/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, αλλά σε έτερο βούλευμα, το υπ' αριθμ. 85/2005 του ιδίου ως άνω Συμβουλίου, το οποίο προφανώς δεν τους αφορά και ουδέποτε τους έχει επιδοθεί και β) τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως αυτής και της επιδόσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, διότι κατά τον ανωτέρω χρόνο επιδόσεως της κλήσεως δεν είχε παρέλθει η μηνιαία προθεσμία από της εκδόσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, εντός της οποίας ο Εισαγγελέας Εφετών είχε δικαίωμα να ασκήσει έφεση. Δια της υπ' αριθμ. 5500/1-9-2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου απερρίφθησαν οι ανωτέρω ισχυρισμοί-ενστάσεις των κατηγορουμένων και εν συνεχεία αναβλήθηκε η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσκομισθούν και επισυναφθούν στη δικογραφία τα αναγνωστέα έγγραφα με την επιμέλεια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κορίνθου, ορίσθηκε δε ρητή δικάσιμος η 6-10-2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή οι κατηγορούμενοι επανυπέβαλαν τον ισχυρισμό τους περί ακυρότητας της κλήσεως και της επιδόσεως αυτής καθώς και της επιδόσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος και εκδόθηκε υπ' αριθμ. 6074/6-10-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, η οποία απέρριψε την ένσταση περί ακυρότητας της κλήσεως λόγω ελλείψεως των κατά νόμο απαραιτήτων στοιχείων αυτής και διέταξε κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να προσκομισθεί με την επιμέλεια της Εισαγγελίας το πιστοποιητικό αμετακλήτου του παραπεμπτικού βουλεύματος. Στην ορισθείσα στις 3-11-2008 δικάσιμο οι κατηγορούμενοι επανυπέβαλαν την ένσταση περί ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως και του παραπεμπτικού βουλεύματος, λόγω του ότι κατά το χρόνο επιδόσεως της κλήσεως δεν είχε καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7114/3-11-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία δέχθηκε την ένσταση των κατηγορουμένων περί ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο επιδόσεως της κλήσεως, δεν είχε παρέλθει η μηνιαία προθεσμία από της εκδόσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, μέσα στην οποία ο Εισαγγελέας Εφετών και Αρείου Πάγου μπορούσε να ασκήσει έφεση και αναίρεση αντίστοιχα. Εν συνεχεία επιδόθηκε νέα κλήση στους κατηγορούμενους από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου στις 2-12-2008, με ορθή διατύπωση όσον αφορά τη χρονολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος. Στην ορισθείσα δικάσιμο της 19-12-2008 και στην μετ' αυτήν διακοπείσα της 22-12-2008 δια της εκδοθείσης υπ' αριθμ. 8634 και 8720/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου ανακλήθηκε η προπαρασκευαστική υπ' αριθμ. 7114/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι για το χρονικό διάστημα από 27-5-2003 και εντεύθεν, δεχθέν ότι οι κατηγορούμενοι δεν ηδύναντο να προβάλλουν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης για το λόγο ότι το κατά το χρόνο επιδόσεως της κλήσεως σε αυτούς, την 27-5-2008, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως από τον Εισαγγελέα Εφετών, κρίνοντας έγκυρη την επίδοση της κλήσεως την ανωτέρω ημεροχρονολογία και συνεπώς έκτοτε αρχομένης της κυρίας διαδικασίας και επερχόμενης της αναστολής της παραγραφής.
Οι κατηγορούμενοι στη συνέχεια με τις υπ' αριθμ. 977, 975 και 974/2008 εφέσεις τους κατά της 8634 και 8720/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, συμπροσβάλλοντας και τις υπ' αριθμ. 5500/1-9-2008 και 6074/ 6-10-2008 προδικαστικές αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου και ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αυτών, προέβαλαν ότι μη ορθά και μη νόμιμα απορρίφθηκε με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις η ένστασή τους που προέβαλαν περί ακυρότητας της υπ' αριθμ. ΣΤΟ8/1773 κλήσεως στο ακροατήριο, που επιδόθηκε σ' αυτούς την 27-5-2008, διότι κατά παράβαση των παρ. 2 και 4 του άρθρου 321 ΚΠΔ, δεν αναφέρεται σ' αυτή ως προς την αξιόποινη πράξη στο υπ' αριθμ. 85/2008 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου αλλά σε έτερο βούλευμα υπ' αριθμ. 85/2005 του ιδίου ως άνω Συμβουλίου, το οποίο προφανώς δεν τους αφορά και ουδέποτε τους έχει επιδοθεί. Επίσης οι κατηγορούμενοι με το δεύτερο λόγο εφέσεώς τους, συναφή προς τον πρώτο, προέβαλαν ότι μη ορθά και μη νόμιμα απορρίφθηκε η ένστασή τους, που προέβαλαν, ότι η επίδοση της ανωτέρω υπ' αριθμ. ΣΤ08/1773 κλήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου είναι άκυρη, διότι όταν τους κοινοποιήθηκε η κλήση αυτή την 27-5-2008, δεν είχε καταστεί αμετάκλητο το υπ' αριθμ. 85/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, με το οποίο παραπέμφθησαν να δικαστούν, λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων από τον Εισαγγελέα Εφετών. Πράγματι, κατά τις παραδοχές του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, από την επισκόπηση της ανωτέρω κλήσεως προκύπτει ότι σ' αυτή γίνεται αναφορά ως προς την αξιόποινη πράξη το υπ' αριθμ. 85/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου, πλην όμως τούτο οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά την αναγραφή του έτους εκδόσεως του βουλεύματος και δεδομένου ότι επιδόθηκε εγκύρως στους κατηγορουμένους το παραπεμπτικό βούλευμα [βλ. από 20-5-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του ΑΤ Βραχατίου ... ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο, από 26-5-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Κορίνθου ... ως προς το δεύτερο κατηγορούμενο και το από 27-5-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυνομικού του ΑΤ Νέας Σμύρνης ... ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο] στο οποίο περιέχεται ακριβής καθορισμός των πράξεων, έλαβαν αυτοί γνώση των πράξεων που παραπέμπονταν και ουδεμία αμφιβολία ανέκυψε σε αυτούς ως προς τις πράξεις που παραπέμπονταν να δικαστούν και είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν πλήρως την υπεράσπισή τους. Επομένως ορθώς κρίθηκε ότι δεν υφίστατο ακυρότητα της κλήσεως και απορρίφθηκε η σχετική ένσταση και κατ' επέκταση πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της εφέσεως. Περαιτέρω, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, οι κατηγορούμενοι, ως προς τους οποίους το παραπεμπτικό βούλευμα ήταν αμετάκλητο, διότι δι' αυτού διατάχθηκε ο χωρισμός των πλημμεληματικών πράξεων και η παραπομπή τους στο ακροατήριο, πλην όμως κατά το χρόνο επιδόσεως της κλήσεως δεν είχε παρέλθει η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως εκ μέρους του Εισαγγελέα Εφετών, δεν δύνανται να προβάλουν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης για το λόγο αυτό και συνεπώς δεν πάσχει από ακυρότητα η γενομένη στις 27-5-2008 επίδοση της κλήσεως. Εφόσον έτσι έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου των κρινόμενων αναιρέσεων.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο των εφέσεών τους οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι η εκκαλουμένη απόφαση μη ορθά και μη νόμιμα ανακάλεσε την υπ' αριθμ. 7114/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ως προς τη διάταξή της, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως, θεωρώντας αυτή προπαρασκευαστική ενώ ήταν οριστική και η ως άνω άκυρη πράξη επαναλήφθηκε δια της επιδόσεως νέας κλήσεως σ' αυτούς την 2-12-2008, με επαναδιατυπωμένο περιεχόμενο ως προς τη χρονολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, άλλως και αν θεωρηθεί προπαρασκευαστική και πάλι δεν δύναται να ανακληθεί, διότι λύνει οριστικά θέμα σχετιζόμενο με την κατηγορία. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου δέχθηκε ως προς τον ανωτέρω λόγο τα ακόλουθα, κατά λέξη: "Όπως προαναφέρθηκε οι κατηγορούμενοι, κατά τη δημόσια συνεδρίαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, την 1-9-2008, υπέβαλαν αντιρρήσεις ως προς το κύρος της υπ' αριθμ. ΣΤΟ8/1773 κλήσεως στο ακροατήριο λόγω μη αναφοράς σε αυτή όλων των κατά νόμο στοιχείων και λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως αυτής λόγω του ότι κατά το χρόνο επιδόσεως της δεν είχε καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα ως προς τον Εισαγγελέα Εφετών, αφού δεν είχε παρέλθει η μηνιαία προθεσμία από της εκδόσεώς του και ηδύνατο να ασκήσει έφεση, δια δε της υπ' αριθμ. 5500/1-9-2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου απερρίφθησαν οι ανωτέρω ενστάσεις των κατηγορουμένων και εν συνεχεία ανεβλήθη η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις. Τις ανωτέρω αντιρρήσεις επανυπέβαλαν οι κατηγορούμενοι στη συνεδρίαση της 6-10-2008 και εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6074/6-10-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου η οποία απέρριψε την ένσταση περί ακυρότητας της κλήσεως λόγω ελλείψεως των κατά νόμο απαραιτήτων στοιχείων αυτής και διέταξε κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να προσκομισθεί με την επιμέλεια της Εισαγγελίας το πιστοποιητικό αμετακλήτου του παραπεμπτικού βουλεύματος. Ομοίως επανυπέβαλαν τις αντιρρήσεις τους οι κατηγορούμενοι και κατά τη συνεδρίαση της 3-11-2008 περί ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως λόγω του ότι κατά το χρόνο επιδόσεως αυτής δεν είχε καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα και εξεδόθη η υπ' αριθμ. 7114/3-11-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία δέχθηκε την ένσταση των κατηγορουμένων και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο επιδόσεως της κλήσεως δεν είχε παρέλθει η μηνιαία προθεσμία από της εκδόσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, μέσα στην οποία ο Εισαγγελέας Εφετών και Αρείου Πάγου μπορούσε να ασκήσει έφεση και αναίρεση αντίστοιχα. Η επανυποβολή των ανωτέρω ενστάσεων των κατηγορουμένων εμπεριείχε το αίτημα ανακλήσεως των προηγούμενων εκδοθεισών προπαρασκευαστικών αποφάσεων, δια των οποίων απερρίφθησαν οι ενστάσεις τους, διαφορετικά αν δεν ήταν οι αποφάσεις αυτές προπαρασκευαστικές και μη δυνάμενες να ανακληθούν, απαραδέκτως επανυπέβαλαν στις μεταγενέστερες δικάσιμους τις ενστάσεις τους, αφού ούτε και η πρώτη εκδοθείσα υπ' αριθμ. 5500/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, που απέρριψε τις ενστάσεις τους, θα ηδύνατο να ανακληθεί, κρίνασα οριστικώς επ' αυτών. Η ανωτέρω λοιπόν υπ' αριθμ. 7114/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, έχει το χαρακτήρα της προπαρασκευαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου υπέκειτο σε ανάκληση, καθόσον επιλύει ζήτημα που αναφύεται στη διαδικασία, χωρίς να αποφαίνεται τελειωτικά επί της κατηγορίας, δηλαδή το δικαστήριο μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεώς του δεν απεκδύθη της εξουσίας του, βάσει κάποιας ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, ενώ δεν ηδύνατο να προσβληθεί αυτοτελώς με κάποιο ένδικο βοήθημα, αλλά συμπροσβάλλεται μόνο με την οριστική απόφαση. Η εκκαλουμένη απόφαση είχε λοιπόν τη δυνατότητα να ανακαλέσει την προαναφερομένη απόφαση και δεν παραβίασε το νόμο, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της εφέσεως. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας ορθά το νόμο εφάρμοσε και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως, ο οποίος βρίσκεται σε άμεσο συσχετισμό με τους προαναφερόμενους λόγους αυτής, οι κατηγορούμενοι ισχυρίσθηκαν ότι μη ορθά και μη νόμιμα με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε η ένστασή τους περί παραγραφής, ενώ θα έπρεπε το Δικαστήριο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου των πράξεων, σύμφωνα με τα άρθρα 111 αρ.3, 112, 113 του Π. Κ και 370 στ. β του Κ.Ποιν.Δικ., ενόψει του ότι, εγκύρως επεδόθη σ' αυτούς η κλήση την 2-12-2008, με επαναδιατυπωμένο περιεχόμενο στο ορθό όσον αφορά την χρονολογία του βουλεύματος, δια του οποίου παραπέμπονταν, κρίσιμο χρόνο ενάρξεως της κύριας διαδικασίας και άρα της αναστολής της παραγραφής, από τον φερόμενο χρόνο τελέσεως των πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεων που ανάγεται σε χρόνο πέραν της πενταετίας από την εν λόγω ημερομηνία. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ανακαλώντας ορθά την προηγούμενη προπαρασκευαστική απόφαση υπ' αριθμ. 7114/2008 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και κρίνοντας ομοίως ορθά ότι δεν υφίσταται ακυρότητα της κλήσεως και τη επιδόσεως αυτής, ορθά έλαβε υπόψη του ως έναρξη της κύριας διαδικασίας την αρχική ημεροχρονολογία επιδόσεως της κλήσεως στους κατηγορουμένους, ήτοι την 27-5-2008, η οποία ήταν έγκυρη και έκτοτε της αναστολής της παραγραφής των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αξιόποινων πράξεων και απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής αυτών για το χρονικό διάστημα από 27-5-2003 και εντεύθεν. Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο, ορθά εφαρμόζοντας το νόμο, απέρριψε και το λόγο αυτόν της εφέσεως.
Συνακόλουθα, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η δύο πρώτοι λόγοι των από 8-10-2010 αιτήσεων αναιρέσεως, κατά τους οποίους το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, λόγω του ότι η επίδοση των από 27-5-2008 κλήσεων για εμφάνιση των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου έγινε πριν καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα (λόγω μη παρόδου της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αυτού από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την περί αναστολής της παραγραφής διάταξη του άρθρου 113 του ΠΚ και στη συνέχεια, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι, λόγω ακυρότητας της κλήσης, δεν είχε ανασταλεί η προθεσμία της παραγραφής, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με την αναπτυσσόμενη στην αρχή σκέψη, αρκεί ότι το παραπεμπτικό βούλευμα κατέστη αμετάκλητο ως προς τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες, χωρίς αυτοί να δύνανται να προβάλλουν αντιρρήσεις, ότι το βούλευμα αυτό δεν έχει καταστεί τελεσίδικο και αμετάκλητο και τον Εισαγγελέα Εφετών και του Αρείου Πάγου, λόγω μη παρελεύσεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων και απ' αυτούς. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 390 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή της δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας απαιτείται ο δράστης, χωρίς να έχει σκοπό ιδιοποίησης, κατά τη διαχείριση ή επιμέλεια της περιουσίας άλλου, που έχει από το νόμο ή από δικαιοπραξία, να τη ζημιώσει με πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, η ενέργεια αυτή πρέπει να έχει εξωτερική φύση, καθώς εάν η ζημία προέλθει από εσωτερική ενέργεια, όπως η ιδιοποίηση, θα πρόκειται για υπεξαίρεση. Θα πρέπει, δηλαδή, η ζημία να επέλθει από διαχειριστική πράξη ή παράλειψη του δράστη, κατά κατάχρηση της έναντι τρίτων αντιπροσωπευτικής εξουσίας του. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας δεν θα πρέπει να ενεργεί απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Τα βασικά στοιχεία του εγκλήματος της απιστίας είναι: α) νομίμως θεμελιωμένη εξουσία αντιπροσωπεύσεως, β) εξωτερική και δικαιοπρακτική ενέργεια του αντιπροσώπου, γ) κατάχρηση της (αντιπροσωπευτικής) εξουσίας διαθέσεως, συνιστάμενη στην υπέρβαση των ορίων της επιτρεπτής δράσεως του αντιπροσώπου επί τη βάσει της εσωτερικής σχέσεως στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του να προκαλεί την παραγωγή εννόμων συνεπειών και δ) επαγωγή ζημίας στην αλλότρια περιουσία. Υποκειμενικά δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος, αφού πλέον η διατύπωση του άρθρου, μετά τον ν. 2172/1993, είναι "με γνώση" δηλαδή απαιτείται "υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση", άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη, ότι η πράξη είναι επιζήμια για την περιουσία που διαχειρίζεται ή επιμελείται και τη θέλησή του να επιφέρει τη ζημία αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλει μία ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης" συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κύριας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς τη συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή του για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4951/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1999 η εταιρεία με την επωνυμία "ΒΕΚΚΑ Α.Ε." δραστηριοποιείτο στο χώρο της βιομηχανοποίησης κρέατος και στους συναφείς με αυτούς τομείς. Ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Π. ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας, ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Π. ήταν μέλος του Δ.Σ. αυτής και Εντεταλμένος Σύμβουλος και ο τρίτος κατηγορούμενος ... Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε.". Στην Κόρινθο, κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-2003 έως και τις 31-12-2003, ο πρώτος και ο δεύτερος εκ των κατηγορουμένων επιχείρησαν πράξεις εντός της αντιπροσωπευτικής τους εξουσίας, αλλά πρόδηλα αντίθετες με τα συμφέροντα και το σκοπό της ανωτέρω εταιρείας, της οποίας υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες είχαν τη διαχείριση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εταιρεία ΒΕΚΚΑ ΑΕ από το έτος 1999 αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας. Κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο που ενεργούσε βλάπτονταν τα συμφέροντα της ανωτέρω εταιρείας και χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, προέβη σε εκτεταμένη λήψη επιταγών ευκολίας από διάφορες εταιρείες, χωρίς να αφορούν αυτές πραγματικές συναλλαγές και κυρίως επιταγών εκδόσεως των εταιρειών ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ και MARTINEGO ΑΕ, οι οποίες ήταν θυγατρικές της ΒΕΚΚΑ ΑΕ. Τις επιταγές αυτές τις προεξοφλούσε σε τράπεζες, αφαιρουμένου του προεξοφλητικού τόκου και με τον τρόπο αυτό προέβαινε σε παράνομο δανεισμό για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, καίτοι δεν δικαιολογείτο η λήψη των επιταγών ευκολίας, δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, με συνέπεια λόγω του μεγάλου ύψους των ποσών των επιταγών αυτών και της αδυναμίας εμπρόθεσμης πληρωμής τους, οι συνεργαζόμενες τράπεζες να καταγγείλουν τις συμβάσεις ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που είχαν συνάψει ως πιστώτριες μετά της εταιρείας ως πιστούχου και έτσι να αποκλειστεί η δυνατότητα περαιτέρω χρηματοδότησης της εταιρείας. Ειδικότερα παρέλαβε από την εταιρεία MARTINEGO ΑΒΕΞΤΕ μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους 14.066.261,57 ευρώ και από την εταιρεία ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους 10.619.972,99 ευρώ, ενώ οι πραγματικές συναλλαγές μεταξύ τους ανέρχονταν το ποσό των 2.418.054,74 ευρώ [βλ. την από 17-6-2005 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου της εταιρείας ΒΕΚΚΑ ΑΕ του ορκωτού ελεγκτή-λογιστή Α. Ρ.]. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, στην Κόρινθο, κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-2003 έως 26-9-2003, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρέσχε άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της ανωτέρω άδικης πράξης της απιστίας και στην εκτέλεση αυτής, καθόσον εξακολουθούσε να εκδίδει τραπεζικές επιταγές ευκολίας σε διαταγή της εταιρείας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ, τις οποίες ακολούθως παρέδιδε στον πρώτο κατηγορούμενο, καίτοι γνώριζε ότι ο τελευταίος τις εμφάνιζε στις πληρώτριες τράπεζες και τις προεξοφλούσε, αφαιρουμένου του προεξοφλητικού τόκου, προβαίνοντας κατά τον τρόπο αυτό σε παράνομο δανεισμό για λογαριασμό της ΒΕΚΚΑ ΑΕ, με αποτέλεσμα λόγω του μεγάλου ύψους των μεταχρονολογημένων επιταγών και της αδυναμίας εμπρόθεσμης εξόφλησης τους να καταγγελθούν οι συμβάσεις ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού από τις συνεργαζόμενες με αυτήν τράπεζες και να μην υπάρχει περαιτέρω δυνατότητα λειτουργίας και χρηματοδότησής της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, στην Κόρινθο, κατά το χρονικό διάστημα από 27-5-2003 έως 17-7-2003, προέβησαν στη λήψη απόφασης, χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας, για αγορά ίδιων μετοχών από μετόχους, οι οποίοι είχαν αποκτήσει τις μετοχές τους κατά τις δύο αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, που πραγματοποιήθηκαν τα έτη 1999 και 2000, η αγορά δε των ανωτέρω μετοχών έγινε με εκταμίευση από τα κεφάλαια της εταιρείας και καταβολή σε αυτούς του ποσού των 652.048,32 ευρώ [εκ του συνολικού ποσού των 2.083.730,31 ευρώ, που είχε καταβληθεί από το έτος 2002 έως 17-7-2003] στους κάτωθι: στην Α. Ε. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Α. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Α. Π. το ποσό των 792,37 ευρώ, στην Α. το ποσό των 1.584,74 ευρώ, στον Α. Ν. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Β. Ε. το ποσό των 792,37 ευρώ, στο Β. Δ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στο Β. Γ. το ποσό των 721,06 ευρώ, στη Β. Π. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Β. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Γ. Φ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Γ. Ζ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Δ. Ά. το ποσό των 1.584,74 ευρώ, στο Δ. Δ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Ζ. Μ. το ποσό των 2.211,99 ευρώ, στον Κ. Σ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Κ. Γ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Κ. Ε. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Κ. Α. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Κ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στην Κ. Ε. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Κ. Λ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Κ. Μ. το ποσό των 793 ευρώ, στην Κ. Β. το ποσό των 793 ευρώ, στη Μ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Μ. Μ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Μ. Γ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Μ. Σ. το ποσό των 1.320,62 ευρώ, στη Ν. Μ. το ποσό των 5.018,34 ευρώ, στη Ν. Σ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στο Ν. Χ. το ποσό των 5.810,71 ευρώ, στον Π. το ποσό των 2.641,23 ευρώ, στον Π. το ποσό των 793 ευρώ, στον Π. Μ. το ποσό των 1.584,44 ευρώ, στον Π. Σ. το ποσό των 1.584,74 ευρώ, στο Ρ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στο Σ. Π. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Σ. Β. το ποσό των 3.433,60 ευρώ, στη Σ. Β. το ποσό των 792,37 ευρώ, στο Σ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Τ. Π. το ποσό των 1.584,74 ευρώ, στην Τ. Α. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Τ. Φ. το ποσό των 5.810 ευρώ, στον Τ. Ι. το ποσό των 792,37 ευρώ, στον Τ. Ι. το ποσό των 792, 37 ευρώ, στην Τ. Γ. το ποσό των 2.641,23 ευρώ, στην Τ. Φ. το ποσό των 792,37 ευρώ, στη Χ. Α. το ποσό των 264,12 ευρώ, στη Χ. Α. το ποσό των 792,37 ευρώ, στην εταιρεία ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ ΑΕ το ποσό των 652.048,32 ευρώ, στον Α. το ποσό των 255.319,15 ευρώ, στο Λ. το ποσό των 147.028,61 ευρώ, στη Σ. Φ. το ποσό των 132.061,63 ευρώ, στη Σ. Μ. το ποσό των 132.061,63 ευρώ, στο Β. το ποσό των 117.388,11 ευρώ, στο Λ. το ποσό των 88.041,09 ευρώ, στη Γ.-Κ. το ποσό των 55.765,22 ευρώ, στο Μ. το ποσό των 48.936,33 ευρώ, στον Κ. Α. το ποσό των 44.020,54 ευρώ, στο Σ. Σ. το ποσό των 36.097 ευρώ, στον Σ. το ποσό των 35.334,15 ευρώ, στη ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟ ΑΕ το ποσό των 30.749,08 ευρώ, στον Π. το ποσό των 30.814,38 ευρώ, στον Κ. το ποσό των 29.347,03 ευρώ, στη Γ. το ποσό των 26.412,33 ευρώ, στο Γ. το ποσό των 26.412,33 ευρώ, στον Π. το ποσό των 26.412,33 ευρώ, στη Σ. το ποσό των 17.608,22 ευρώ, στη Β.υ το ποσό των 11.744,68 ευρώ, στο Γ. Λ. το ποσό των 11.739,40 ευρώ] ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε η ανωτέρω εταιρεία. Η ως άνω ενέργεια των κατηγορουμένων, η οποία είναι απαγορευμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2190/1920 και αντίκειται προδήλως στα συμφέροντα της εταιρείας, εφόσον με τον τρόπο αυτό επέρχεται μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, που επέφερε ισόποση ζημία στην εταιρεία, όπως κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας, ορκωτός ελεγκτής, αναφέροντας ότι "Η αγορά των ιδίων μετοχών σημαίνει τη μείωση της καθαρής θέσης της εταιρείας" "Η επιστροφή μετοχικού κεφαλαίου σε μετόχους γίνεται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και πάντα σύμφωνα με το νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ούτε ειδική αιτιολογία. Εάν η εταιρεία δεν επέστρεφε τα χρήματα στους μετόχους, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα". Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι οι ανωτέρω διαχειριστικές πράξεις ήταν πρόδηλα αντίθετες προς τα συμφέροντα της εταιρείας και ότι επέφεραν σε αυτή ζημία και σκόπευαν να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα μεμονωμένων μετόχων, στους οποίους επεστράφη δια της αγοράς των μετοχών τους η εισφορά τους και ουσιαστικά μέρος του μετοχικού κεφαλαίου. Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο κατηγορούμενο, απεδείχθη ότι τέλεσε την ανωτέρω πράξη, όπως προκύπτει και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Δ. και Π. Δ., εκ των οποίων ο πρώτος κατέθεσε ότι "Ο Α. Π. ήξερε ότι αγοράζονται μετοχές και υπέγραψε τον ισολογισμό. Εγώ είπα στον Α. γιατί αγοράζει μετοχές, χωρίς απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου" και ο δεύτερος κατέθεσε ότι "Ο Α. Π. και ο γιος του έκαναν κουμάντο στην εταιρεία και αυτός υπέγραψε του ισολογισμούς". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει οι ως άνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις ανωτέρω αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους, τους μεν δύο πρώτους για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση τον δε τρίτο αυτών γα την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην απιστία κατ' εξακολούθηση, που τέλεσαν οι δύο άλλοι και επέβαλε στον πρώτο αυτών ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς δέκα (10) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, σε καθένα δε των άλλων δύο, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για μία τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 εδ. β', 98 και 390 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 3242/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Επίσης αναφέρονται στην πληττόμενη απόφαση τα περιστατικά από τα οποία δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι θεμελιώνεται η συμμετοχή καθενός των δύο συναυτουργών στην από κοινού τέλεση του εγκλήματος της απιστίας, ανεξάρτητα του ότι η εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου αυτών ήταν πλέον έντονη εκείνης του δεύτερου (που συνεκτιμήθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής) ως και την άμεση και όχι απλή συνέργεια του τρίτου αυτών. Γι' αυτό οι σχετικές περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτιάσεις των κατηγορουμένων είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων τριών αιτήσεων αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων υπό το πρόσχημα της έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας λαμβάνοντας υπόψη του τις ανωτέρω παρεμπίπτουσες και μη αποφάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 2-12-2008 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου και τις εκθέσεις επιδόσεως προς τους κατηγορουμένους των επίμαχων κλήσεων τους στο ακροατήριο, χωρίς να αναφέρει ότι ανέγνωσε όλα αυτά τα έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του όχι για να στηρίξει την περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίση του, αλλά το νόμιμο των κλήσεων αυτών, δεν στέρησε τους κατηγορούμενους από κάποιο υπερασπιστικό τους δικαίωμα και δεν συνέβη επομένως κάποια απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από τη λήψη υπόψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου ειδικότερα των υπ' αριθμ. 5500/2008, 6074/2008 και 7114/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, της από 2-12-2008 κλήσης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου και των από 20-5-2008, 26-5-2008 και 27-5-2008 αποδεικτικά επιδόσεως του αστυφύλακα του ΑΤ Βραχατίου ..., του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Κορίνθου ... και του αστυνόμου του ΑΤ Ν. Σμύρνης ..., τα οποία άλλωστε είναι διαδικαστικά έγγραφα. Επομένως, ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως που το Δικαστήριο αυτό εξετάζει αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 ΚΠΔ), καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν τον διέλαβαν στις κρινόμενες αιτήσεις τους, αλλά το πρώτον στο κοινό υπόμνημά τους, ζητώντας την αυτεπάγγελτη εξέτασή του, αφού οι κρινόμενες αιτήσεις τους είναι παραδεκτές και αυτοί εμφανίστηκαν στον Άρειο Πάγο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά απ' όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις υπ' αριθμ. 2/2010, 3/2010 και 4/2010 αιτήσεις των 1) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ... και 3) Γ. Β. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4951/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επίδοση κλήσης για το ακροατήριο πριν καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα για τους Εισαγγελείς δικαιούμενους να ασκήσουν ένδικα μέσα κατά του βουλεύματος. Αναστολή παραγραφής με την επίδοση μιας τέτοιας κλήσης. Καταδικαστική απόφαση για απιστία κατ’ εξακολούθηση από κοινού και άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή. Αιτήσεις αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή υπέρβαση εξουσίας ως προς το ζήτημα της παραγραφής και για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η λήψη υπόψη διαδικαστικών εγγράφων από το Δικαστήριο της ουσίας δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως και των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολό τους ως αβασίμων.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 526/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1716/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καούνη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 762/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ των αναιρεσειόντων λόγω παραγραφής
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτά είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμοδία αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νομού, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνεχεία να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμοδία προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 670/1977, ήδη άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του Ν. 2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται χρησιμοποιούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρα 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτές. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση. Διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ απαρίθμηση αυτών είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνο από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος υπάγεται στις μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να είναι αναγκαία ειδικότερη μνεία αυτής. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1716/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων εργαζόταν από το έτος 1983 στην εταιρία με την επωνυμία "ΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στις αποθήκες της, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, διαθέτοντας σχετική επαγγελματική άδεια οδηγού τέτοιων αυτοκινήτων της, ενώ από το έτος 2000, μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της άνω εταιρίας με την εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ", συνέχισε να εργάζεται στο γραφείο κινήσεως της τελευταίας, που βρίσκεται στις αποθήκες … και ως οδηγός, δεδομένου ότι με συμφωνία με την εργοδότριά του, οδηγούσε και το αυτοκίνητο μεταφοράς προσωπικού από τη … στον τόπο εργασίας και το αντίθετο. Ο εν λόγω (πολιτικώς ενάγων) άσκησε κατά της εργοδότριάς του "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 13104/2001 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλλει για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 μέχρι τις 31-3-2001 για υπερεργασία και υπερωρίες, το συνολικό ποσό των 15.747.540 δραχμών. Ενόψει της συζήτησης της πιο πάνω αγωγής, η πρώτη κατηγορουμένη, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσιούλα, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του νυν εγκαλούντος προ 24 ωρών και βεβαίωσε ένορκα, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. …/29-5-2002 ένορκης βεβαίωσης, μεταξύ άλλων και ότι: "... Με την ιδιότητα με την οποία εργάσθηκα μπορώ να γνωρίζω ότι τουλάχιστον προς εμένα ο κ. Π. ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή αποζημίωσης για επί πλέον εργασία και πιστεύω ότι δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε προς τον άμεσο Προϊστάμενό του, δηλαδή τον Διευθυντή της Αποθήκης, γιατί εάν κάτι τέτοιο είχε γίνει ασφαλώς θα το γνώριζα αφού με τον Διευθυντή έχω άμεση και στενή συνεργασία για όλα τα θέματα που σχετίζονται με το προσωπικό, τους όρους και τις συνθήκες εργασίας του καθώς και τις αποδοχές του, όπως επίσης στενή συνεργασία για εργασιακά θέματα των υπό αυτόν οδηγών είχα και με τον ίδιο τον κ. Π.. Η εργοδότιδά μου ουδέποτε ανέλαβε την συμβατική υποχρέωση μεταφοράς του προσωπικού της από την κατοικία του στον τόπο της εργασίας του, όπως τούτο φαίνεται και από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας. Στον κ. Π. είχε παραχωρηθεί δωρεάν η χρήση ενός μικρού λεωφορείου 10 περίπου θέσεων και πιστεύω ότι η παραχώρηση αυτή έγινε, επειδή το ζήτησε ο ίδιος και βέβαια τον εξυπηρετούσε αφάνταστα γιατί ουσιαστικά είχε δυνατότητα μετάβασης προς την εργασία του και επιστροφής από αυτήν χωρίς την αντίστοιχη σημαντική οικονομική επιβάρυνση για καύσιμα και φθορά του αυτοκινήτου του. Το γεγονός ότι κατά την μετάβαση προς την Αποθήκη το πρωί για να αναλάβει εργασία συνέλεγε και κάποιο από το προσωπικό της εταιρείας, πιστεύω ότι οφείλεται στη διάθεση του ίδιου να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του. Γενικά η παραχώρηση της χρήσης του μικρού αυτού λεωφορείου θεωρούνταν και θεωρείται από τους μισθωτούς της εργοδότιδάς μου μεγάλο πλεονέκτημα και αυτό το καταθέτω, γιατί μετά την αποχώρηση του κ. Π. η παραχώρησή του έγινε μήλο της έριδος μεταξύ των μισθωτών μας. Μετά την προαγωγή του ο κ. Π. έπαυσε να απασχολείται ως οδηγός και να εκτελεί δρομολόγια και άρχισε να ασχολείται με καθήκοντα υπαλλήλου γραφείου και ειδικότερα οργάνωσης του γραφείου κίνησης, καθορισμού των δρομολογίων των οδηγών ανάλογα με τις ανάγκες ανεφοδιασμού των καταστημάτων, καταγραφή των τυχόν πραγματοποιούμενων υπερωριών τους, οργάνωσης της αντιμετώπισης των τυχόν βλαβών τους, συνεννόηση με τα αντίστοιχα συνεργεία κ.λ.π. δεν ήταν μέσα στις ευθύνες και τα καθήκοντά του να παρκάρει τα αυτοκίνητα στις ράμπες φόρτωσης, γιατί τη σχετική εργασία εκτελούν οι οδηγοί που κάνουν τα δρομολόγια μεταφοράς των εμπορευμάτων, εάν δε σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις έτυχε να την κάνει ο ίδιος, αυτό οφείλεται στη διάθεση να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του οδηγούς". Τα ενόρκως κατατεθέντα από τη μάρτυρα αυτή ότι: α) Ο εγκαλών κατά τη μετάβασή του στο χώρο εργασίας, μετέφερε με αυτοκίνητο το προσωπικό της εταιρίας και τούτο οφειλόταν στη διάθεση του ανωτέρω να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του" και β) "ουδέποτε ο εγκαλών διαμαρτυρήθηκε για την υπερωριακή του απασχόληση" ήταν, κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου, ψευδή και η ίδια τα βεβαίωσε ενόρκως εν γνώσει της ότι ήταν αναληθή, προκειμένου να ευνοήσει την εργοδότριά της εταιρία, με πρωτοβουλία της οποίας έγινε η ένορκη αυτή βεβαίωση, για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο των αρνητικών και καταλυτικών της εναντίον της αγωγής ισχυρισμών της, δεδομένου ότι, το αληθές, που αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως από την κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα Γ. Β., προϊσταμένου του πολιτικώς ενάγοντος κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα και Διευθυντή Αποθήκης, είναι ότι, ο ίδιος (Γ. Β.) ανέθεσε στον πολιτικώς ενάγοντα την εκτέλεση των δρομολογίων μεταφοράς του προσωπικού, εν γνώσει και κατ' εντολή της διεύθυνσης της εταιρίας, την οποία (εντολή) αν δεν εκτελούσε εκείνος (ο πολιτικώς ενάγων) θα παραβίαζε τα καθήκοντά του και για το λόγο αυτό ανατέθηκε σ' αυτόν η οδήγηση και χρήση του εν λόγω οχήματος - μικρού λεωφορείου των 10 θέσεων, η μίσθωση του οποίου από την εργοδότρια εταιρία έγινε για τον σκοπό αυτό ("να μεταφέρει το προσωπικό από την πόλη") και όχι ασφαλώς γιατί το ζήτησε ο ίδιος (πολιτικώς ενάγων) επειδή τον συνέφερε για να μετακινείται ανέξοδα, κατά προκλητική για τους υπόλοιπους συναδέλφους του εκδήλωση εύνοιας στο πρόσωπό του εκ μέρους της εργοδότριάς του εταιρίας και από απλή δική του διάθεση να εξυπηρετήσει, τους συναδέλφους του. Σύμφωνα επίσης με την κατάθεση του ιδίου ως άνω μάρτυρα η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε τα καθήκοντα του προσωπικού, γεγονός που και η ίδια παραδέχθηκε αναφέροντας στην ένορκη βεβαίωση της ότι ως εκ της θέσεώς της (Προϊσταμένη Προσωπικού της Αποθήκης) "... με τον Διευθυντή έχει άμεση και στενή συνεργασία για όλα τα θέματα που σχετίζονται με το προσωπικό, τους όρους και τις συνθήκες εργασίας τους καθώς και τις αποδοχές τους, όπως επίσης στενή συνεργασία για εργασιακά θέματα των υπό αυτόν οδηγών είχε και με τον ίδιο τον κ. Π.". Για τον ίδιο αυτό λόγο (δηλαδή της θέσεώς της ως Προϊσταμένης Προσωπικού της Αποθήκης και της συνεπεία αυτής άμεσης και στενής συνεργασίας της κλπ) γνώριζε και ότι ο πολιτικώς ενάγων διαμαρτυρόταν για το ότι δεν πληρωνόταν την υπερωριακή του απασχόληση (βλ. κατάθεσή της "... Με την ιδιότητα με την οποία εργάσθηκα μπορώ να γνωρίζω ότι τουλάχιστον προς εμένα ο κ. Π. ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή αποζημίωσης για επί πλέον εργασία και πιστεύω ότι δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε προς τον άμεσο Προϊστάμενό του, δηλαδή τον Διευθυντή της Αποθήκης, γιατί εάν κάτι τέτοιο είχε γίνει ασφαλώς θα το γνώριζα αφού ..."). Το ότι δε ο τελευταίος διαμαρτυρόταν συνεχώς για το λόγο αυτό και επομένως ασφαλώς το γνώριζε και αυτή, αφενός βεβαίωσαν οι μάρτυρες κατηγορίας και αφετέρου έγινε δεκτό και από την υπ' αριθμ. 309/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα αποδοχές υπερεργασίας και απέρριψε τον ισχυρισμό της εργοδότριάς του εταιρίας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέσθηκε αυτή (εναγομένη) πλην άλλων και έλλειψη διαμαρτυρίας του, τον οποίο ισχυρισμό και αποσκοπούσε ιδίως να αποδείξει αυτό το σημείο της ένορκης βεβαίωσης της κατηγορουμένης. Η κρίση της πλειοψηφούσας άποψης του Δικαστηρίου αυτού περί του άμεσου δόλου της πρώτης κατηγορουμένης δεν αναιρείται εκ του ότι αυτή ισχυρίσθηκε με την ένορκη βεβαίωσή της ότι "πιστεύει" ότι η παραχώρηση αυτή έγινε, επειδή το ζήτησε ο ίδιος κλπ, και από διάθεση να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του, δεδομένου ότι η χρήση του ρήματος αυτού στην κατάθεση της δεν έχει την έννοια του έκρινε-φρονούσε-εκτιμούσε, αλλά έχει την έννοια της ακράδαντης πεποίθησής της, όπως από την εκτίμηση του συνόλου της κατάθεσης της προκύπτει, εφόσον αφενός του "πιστεύω" της αυτού ακολουθεί επιχειρηματολογία, την οποία αναπτύσσει για να καταστήσει αναμφίβολη την αλήθεια όσων υποστηρίζει και αφετέρου δεν κάνει χρήση άλλων λέξεων σε όλη της την κατάθεση, αλλά ιδίως στα επίμαχα σημεία, που να εκφράζουν ενδοιασμό, επιφύλαξη, προσωπική της εκτίμηση. Αποδείχθηκε εξάλλου ότι, και ο δεύτερος κατηγορούμενος εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής, προταθείς από την εναγομένη-εργοδότριά του εταιρία, κατέθεσε ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειας, για την απόδειξη, ιδίως, του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του πολιτικώς ενάγοντος, ότι ο τελευταίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για υπερωρίες, ενώ το αληθές είναι, όπως προεκτέθηκε, ότι αυτός διαμαρτυρόταν για μη λήψη αμοιβής για υπερωρίες, (κατά τη χρήση του όρου αυτού από το μη νομικό-απλό εργαζόμενο άνθρωπο περιλαμβάνεται, κατά την κρίση της πλειοψηφούσας γνώμης, κάθε εργασία πέραν του νομίμου ημερήσιου ωραρίου, γιατί η διάκριση υπερεργασίας-υπερωρίας είναι έννοιες νομικές). Το ότι δε ο δεύτερος κατηγορούμενος γνώριζε ότι, ο πολιτικώς ενάγων διαμαρτυρόταν για τη μη λήψη αμοιβής για υπερωρίες και παρά ταύτα κατέθεσε το αντίθετο, αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Β., που κατέθεσε ότι, ο ίδιος το είχε αναφέρει σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο). Κατ' ακολουθία, εφόσον, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου τούτου, αποδείχθηκε ότι, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας, που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, συνισταμένης (της ψευδορκίας) στην εν γνώσει τους κατάθεση των προαναφερομένων, αποκλειστικά, ψευδών περιστατικών (ενόψει του ότι για τα λοιπά περιστατικά του κατηγορητηρίου αθωώθηκαν με τη μη εκκληθείσα, κατά το αθωωτικό μέρος, πρωτόδικη απόφαση), πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχους αμφότερους τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και καταδίκασε καθένα αυτών σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για μία τριετία, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα των κατηγορουμένων και τότε εκκαλούντων περί χορηγήσεως της αναστολής επί τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 6728/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε χορηγήσει την αναστολή της αντίστοιχης ποινής τους, η οποία είχε διατηρηθεί με την υπ' αριθμ. 5512/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί σχετικών εφέσεων των κατηγορουμένων κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης, πλην όμως η προαναφερόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 57/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 224 παρ. 2 και 1 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Θ. Π..
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο", χωρίς να μνημονεύεται και η κατάθεση του χωρίς όρκο εξετασθέντος στο ίδιο Δικαστήριο πολιτικώς ενάγοντος Θ. Π., ούτε καμία άλλη αναφορά αυτής (καταθέσεώς του) να γίνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1716/2010 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης μνημονεύεται, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται με την αιτίαση σε ποια σημεία η κατάθεση αυτή ωφελεί τους αναιρεσείοντες και ποια η βλάβη του, από τη μη λήψη υπόψη της καταθέσεως αυτής, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, διότι εφόσον το Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιόν του, παρέπεται ότι έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο, ως του κατ' εξοχήν μάρτυρα κατηγορίας, από την παραδεκτή επισκόπηση της οποίας, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι με αυτήν κατατίθενται ιδιαιτέρως επιβαρυντικά για τους αναιρεσείοντες στοιχεία, η δε αντίθετη μνεία στο σκεπτικό περί "ενόρκως" εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας πρέπει να αποδοθεί σε προφανή από αβλεψία μη συμπλήρωση του τυποποιημένου αυτού τμήματος της αποφάσεως. Ακόμη εκτίθενται με επάρκεια και σαφήνεια τα ψευδή πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε ο πρώτος αναιρεσείων ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος κατά της εργοδότριάς του εταιρείας "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε." και περιλαμβάνονται στην ως άνω ένορκη βεβαίωση της δεύτερης αναιρεσείουσας αντίστοιχα και αιτιολογείται ο άμεσος δόλος αυτών ως προς το έγκλημα που καταδικάσθηκαν αμφότεροι, αφού παρατίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, των αναιρεσειόντων των ψευδών γεγονότων α) της μεταφοράς του προσωπικού της εταιρίας εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή του για την πρόσθετη αυτή εργασία του (λόγω της διαθέσεως του λεωφορείου αυτοκινήτου από την εργοδότρια εταιρία και για τη δική του εξυπηρέτηση-μεταφορά για την προσέλευση και αποχώρηση από τον τόπο εργασίας του) και β) ότι ο πολιτικώς ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τις υπερωρίες που αναφέρονται στην επίμαχη ένορκη βεβαίωση της δεύτερης αναιρεσείουσας με την ιδιότητά της ως υπεύθυνης του λογιστηρίου της εταιρίας όπου εργαζόταν μαζί με τον πολιτικώς ενάγοντα και στην ένορκη κατάθεση του πρώτου αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την εκδίκαση σχετικής αγωγής καταβολής αμοιβής για υπερεργασία-υπερωρίες του πολιτικώς ενάγοντος κατά της εργοδότριας εταιρίας ενώ αυτός (πρώτος αναιρεσείων) γνώριζε ότι ο πολιτικώς ενάγων διαμαρτυρόταν για τις υπερωρίες, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τον είχε πληροφορήσει σχετικά ο μάρτυρας Γ. Β..
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος ως δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα ως θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος της ψευδομαρτυρίας που τέλεσαν οι δύο αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον στην περίπτωση αυτή προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 99 του Π,Κ., κατά την οποία "η αναστολή εκτέλεσης της ποινής, δίδεται για ορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη", συνάγεται με σαφήνεια, ότι ο χρόνος έναρξης της αναστολής της ποινής που επιβάλλεται από το δικαστήριο, δεν μπορεί να είναι διαφορετικός, από εκείνον της επιβολής της και ότι το αίτημα του κατηγορούμενου για την έναρξη της αναστολής σε χρόνο διαφορετικό, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος, για δυσμενέστερη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μεταχείριση του κατηγορούμενου, όταν είχε ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και το δευτεροβάθμίο, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή εφέσεως του κατηγορούμενου, την πρωτόδικη απόφαση (και την ποινή), επέβαλε νέα ποινή (συμπίπτουσα με αυτήν της πρωτόδικης), την εκτέλεση της οποίας επίσης ανέστειλε, με τον ίδιο χρόνο έναρξης της αναστολής, δηλαδή εκείνον της επιβολής της νέας ποινής.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, παραδεκτά επισκοπούμενα κατά την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της αναίρεσης προκύπτει, ότι το δικαστήριο είχε αναστείλει την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των έξι (6) μηνών επί τριετία, κατά το άρθρο 99 του Π.Κ., ενώ από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι μετά και την επιβολή της ποινής, οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων ζήτησαν "... την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και ο χρόνος έναρξης της αναστολής, να τρέχει από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης ..." και το δικαστήριο ανέστειλε επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 του ΠΚ, την ποινή των έξι (6) μηνών που επιβλήθηκε σε καθένα των αναιρεσειόντων επί τριετία, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το ως άνω αίτημα των εκκαλούντων - κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο χρόνος ενάρξεως της αναστολής εκτελέσεως της ποινής ορίζεται στο νόμο, είναι δε εκείνος της επιβολής της και το αίτημα των κατηγορουμένων για τον καθορισμό από το δικαστήριο διαφορετικού (προγενέστερου) χρόνου έναρξης της αναστολής δεν είναι νόμιμος, όπως ορθά έκρινε το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Επομένως, τα υποστηριζόμενα με τον τελευταίο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περί υπερβάσεως της εξουσίας του, λόγω χειροτέρευσης της θέσης των εκκαλούντων - κατηγορουμένων ως προς το χρόνο έναρξης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 180 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαΐου 2010 αίτηση των 1) Α. Β. του Ν., κατοίκου ... και 2) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1716/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και συμμέτρως στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας (μη αναφοράς λήψης υπόψη της κατάθεσης του πολιτικώς ενάγοντος, μη αναφοράς περιστατικών θεμελίωσης του δόλου των αναιρεσειόντων). Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου. Απόρριψη του λόγου αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας λόγω μη αποδοχής αιτήματος κατηγορουμένων ως προς το χρόνο έναρξης της αναστολής της ποινής (εκείνο που εκδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση), αφού ο χρόνος αυτός (έναρξης της αναστολής της ποινής) συμπίπτει πάντοτε με το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως που επέβαλε την ποινή αυτήν. Απόρριψη μετά ταύτα της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
| null | null | 0
|
Αριθμός 524/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Λ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.109/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 722/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 Ν. 3386/2005, Πλοίαρχοι ... ή ... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα .... Aπό τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με έκαστον εκ των ανωτέρω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας απαιτείται υποκειμενικώς δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην γνώση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την υπ' αριθμ. 109/2010 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της προώθησης στην Ελληνική Επικράτεια αλλοδαπών προσώπων, αφού δέχθηκε ότι από την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι τις απογευματινές ώρες της 27-2-2006 συνοριοφύλακες του Τ.Σ. ..., έχοντας πληροφορίες ότι το αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAI, κινείτο ύποπτα στο ..., διενήργησαν έλεγχο στο με αριθμ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που είχε τα χαρακτηριστικά αυτά. Το αυτοκίνητο αυτό οδηγείτο από τον κατηγορούμενο ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι παρακολουθείται στάθμευσε αυτό και προσπάθησε να διαφύγει, πλην όμως συνελήφθη κατά τον έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι μετέφερε στο εσωτερικό της χώρας εννέα Αλβανούς οι οποίοι στερούντο εγγράφων και είχαν εισέλθει λάθρα από αφύλαχτη διάβαση της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Το αυτοκίνητο αυτό είχε μισθωθεί από την εδρεύουσα στο ... με την επωνυμία "Κ.Κ.-Π.Κ. ΕΠΕ" μετά από προηγούμενη συνεννόηση με άγνωστο Αλβανό υπήκοο, τα ακριβή στοιχεία της ταυτότητας του οποίου δεν έχουν διαπιστωθεί. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι βρέθηκε στην περιοχή της Κ., μετά από παράκληση του Αλβανού φίλου του, και ότι παρουσιάστηκε ένας Αλβανός και του είπε να μεταφέρει τα παρακάτω στο διατακτικό αναφερόμενα εννέα άτομα τα οποία στερούντο νομίμων εγγράφων τα οποία είχαν εισέλθει λάθρα στη χώρα, παρόλα αυτά δέχθηκε να τους μεταφέρει στο εσωτερικό της χώρας, αποδεικνύει ότι αυτός μετέβη στην περιοχή με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια της προώθησης των αλλοδαπών στη χώρα μετά από προσυνεννόηση του με το προαναφερόμενο άγνωστα άτομα, τακτική, άλλωστε που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές από κυκλώματα μεταφοράς και παράνομης προώθησης λαθρομεταναστών. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, όπως αυτή περιγράφεται στο διατακτικό χωρίς το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, αφού τέτοιο ελαφρυντικό δεν μπορεί να αποτελέσει η δήλωση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι δεν θα το ξανακάνει ποτέ στη ζωή του, ούτε και το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξης, αφού ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε. Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της προώθησης λαθρομεταναστών στη Χώρα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και έντεκα (11) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 10 ευρώ την ημέρα και σε συνολική χρηματική ποινή 21.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ.1β του Ν. 3386/2005, την οποία ορθώς εφάρμοσε. Ειδικότερα η απόφαση αιτιολογεί το δόλο του αναιρεσείοντος, με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πρόσωπα που αυτός μετέφερε με το μισθωμένο αυτοκίνητο ήσαν αλλοδαποί και συγκεκριμένα αλβανοί υπήκοοι και ότι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, στην οποία είχαν εισέλθει παράνομα, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της επιχείρησης και δη από την οργάνωση της μεταφοράς, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναχώρησε από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του στο χωριό ... και αφού μετέβη στο ..., παρέλαβε τους εννέα (9) αλλοδαπούς. Ακόμη, η ίδια κρίση του δικαστηρίου αιτιολογείται με την παραδοχή, ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε συνεννόηση με άγνωστο ομοεθνή τους, μέσω του κινητού τηλεφώνου, προκειμένου να παραλάβει τους αλλοδαπούς υπηκόους.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και ειδικότερα, γιατί δεν εκτίθεται σ' αυτήν η γνώση του για την παράνομη είσοδο και για την ιδιότητα τους, ως αλλοδαπών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, κατά το στοιχείο δ', το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του και κατά το στοιχείο ε', το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Όσον αφορά την πρώτη από τις περιστάσεις αυτές, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του. Όσον αφορά δε τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να παρατίθενται θετικά στοιχεία, ως προς τον τρόπο διαβίωσης του, υπό καθεστώς ελευθερίας του στην κοινωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 109/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών και 11 μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 21.000 ευρώ, για την πράξη της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της Χώρας, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 1 εδαφ. δ' και ε' του Π. Κ, αντίστοιχα), επικαλούμενος για τη θεμελίωση τους, μόνο "ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' και ε' του Π.Κ". Όπως, όμως, διατυπώθηκαν οι σχετικοί αυτοί ισχυρισμοί, προεχόντως, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, δεδομένου ότι δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικά περιστατικά που να τους θεμελιώνουν και ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις δηλωτικές του ότι αυτός μεταμελήθηκε ειλικρινά η ότι με συγκεκριμένες πράξεις του, επιδίωξε αυτός να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, όσον αφορά δε το δεύτερο, γιατί δεν παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, θεμελιωτικά του ισχυρισμού του. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς του, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη τους με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ως εκ περισσού αναφέρει το μεν ότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι είναι ειλικρινής η μετάνοια του, αφού τέτοιο ελαφρυντικό δεν μπορεί να αποτελέσει η δήλωση του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δεν θα το ξανακάνει, το δε ότι ο ισχυρισμός του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ, και κατά το δεύτερο σκέλος του, που προβάλλει ότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του, είναι αβάσιμος.
Κατά την παρ. 3 του άρθρου 82 Π.Κ., ορίζει στο εδάφιο α' ότι "το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου" και στο εδάφιο β' ότι "κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε χίλιες πεντακόσιες (ήδη 4,40) ευρώ έως είκοσι χιλιάδες δραχμές (ήδη 59,00 )ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης, για να εξισορροπήσει τις οικονομικές επιβαρύνσεις, που πηγάζουν από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, σε περίπτωση επιτρεπόμενης από το νόμο μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, προσδιορίζει κατώτατο και ανώτερο όριο του ποσού της μετατροπής, μέσα στα οποία θα διακυμανθεί η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου. Έτσι, αυτό λαμβάνοντας υπόψη του τις οικονομικές δυνατότητες του καταδικασθέντος, προσδιορίζει το ακριβές ύψος της μετατροπής για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Η δε αναφορά στη δικαστική απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη για τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος θεωρείται ως ενέχουσα την κατά νόμο επιβαλλόμενη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η συνολικώς καταγνωσθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) ετών και έντεκα (11) μηνών, για την υπ'αυτού διάπραξη του προαναφερθέντος και τελεσθέντος κατά την 27-2-2006 εγκλήματος, μετατράπηκε σε χρηματική ποινή και υπολογίσθηκε η κάθε ημέρα φυλακίσεως σε δέκα (10) ευρώ. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, για τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής, ερεύνησε τον χαρακτήρα του αναιρεσείοντος και τις λοιπές περιστάσεις, έκρινε δε, ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να αποτρέψει τον ίδιο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων και έλαβε υπόψη του και τους οικονομικούς όρους του αναιρεσείοντος. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη και διέλαβε την απαιτούμενη σαφή και πλήρη αιτιολογία. Έτσι, ο σχετικός από το άρθρο 510 πρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, και κατά το τρίτο σκέλος του, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα. Συνίσταται δε αυτή στο ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου στην απολογία του, η οποία δόθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η οποία αναγνώσθηκε, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ' και δ του Κ.Π.Δ, και η οποία δεν έπρεπε να αναγνωσθεί και να ληφθεί υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης με αριθμό 365/2006 (φύλλο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στα οποία αναμφισβήτητα περιλαμβάνεται και η απολογία του κατηγορουμένου, που δόθηκε ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου κατά τη συνεδρίαση της 2 Μαρτίου 2006. Η λήψη λοιπόν υπόψη και η αξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της απολογίας του, που δόθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν επάγεται ακυρότητα, αφού αυτή (απολογία) εμπίπτει στην κατηγορία των αναγνωστέων εγγράφων του άρθρου 364 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 502 παρ.1 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, η αιτίαση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί της ενοχής του, αποκλειστικά στην απολογία που αυτός έδωσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι αβάσιμη. Τούτο γιατί, από τις παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε την καταδικαστική του κρίση όχι μόνο στην ως άνω απολογία του αναιρεσείοντος αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει η απόφαση.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, και τελευταίος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα ( 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ,) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2010 αίτηση του Γ. Λ. του Χ. και Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 109/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα(2500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προώθηση αλλοδαπών στη Χώρα. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσης, και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, β) απόλυτης ακυρότητας γιατί έλαβε υπόψη του την απολογία του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επάρκεια αιτιολογίας- Δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το γεγονός ότι το δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του, την απολογία του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 1
|
Αριθμός 523/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Β. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΑΤ6540/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αντώνιο Αντωνίου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 742/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη.
Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ.1, 4 του Ν. 2523/1997, για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της εκδόσεως ή αποδοχής των εικονικών τιμολογίων. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό ΑΤ 6540/2009 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, της πράξεως της αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δυο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 5 ευρώ την ημέρα. Ειδικότερα, το δικαστήριο, δέχθηκε ότι από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου(διαχειριστή) της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία " ΒΑΣ. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ" Τεχνική Εταιρεία Ναυπηγική Βιομηχανική, που εδρεύει στον … (οδός ...) με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 23-11-1998 έως 30-6-2000, όπως αυτό αναλυτικότερα εξειδικεύεται κατωτέρω, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, αρχομένης της παραγραφής του από 23-11-2004 ημερομηνία θεωρήσεως της εκθέσεως ελέγχου με το άρθρο 2 παρ. 8,9 του ν. 2959/1997 και συγκεκριμένα με πρόθεση ζήτησε έλαβε και καταχώρησε στα τηρούμενα από την ανωτέρω εταιρεία βιβλία τα παρακάτω αναφερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής εκδόσεως της επιχείρησης Κ. Γ. κλπ για τις χρήσεις των ετών 1998, 1999 και 2000. Ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του Α) για τη χρήση του οικονομικού έτους 1998 ζήτησε έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία τα εξής 18 εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών εκδόσεως Κ. Γ.:
1) Το υπ' αρ.153/23-1-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (36.580.000)
2) Το υπ' αρ.154/30-11-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (30.680.000)
3) Το υπ' αρ.156/20-11-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (14.100.000)
4) Το υπ' αρ.158/4-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (56.640.000)
5) Το υπ' αρ.159/4-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (56.640.000)
6) Το υπ' αρ.160/10-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (56.640.000)
7) Το υπ' αρ.161/10-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (56.640.000)
8) Το υπ' αρ.162/10-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (20.780.000)
9) Το υπ' αρ.163/10-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (20.780.000)
10) Το υπ' αρ.164/14-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (20.780.000)
11) Το υπ' αρ.165/18-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (29.500.000)
12) Το υπ' αρ.166/29-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (16.520.000)
13) Το υπ' αρ.167/29-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (16.520.000)
14) Το υπ' αρ.168/29-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (16.520.000)
15) Το υπ' αρ.169/29-12-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (16.520.000)
16) Το υπ' αρ.151/20-11-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (36.580.000)
17) Το υπ' αρ.152/23-11-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (73.160.000)
18) Το υπ' αρ.155/30-11-98 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (46.020.000)
Σύνολο 521.624.000 δρχ. Οι συναλλαγές όμως που αναγράφονται στα ως άνω φορολογικά στοιχεία δεν είναι πραγματικές γιατί ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν. Ο Γ. Κ. κατά το διάστημα έκδοσης των Τ.Π.Υ. υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και δεν γνώριζε τίποτα για την έκδοση των Τ.Π.Υ. στη λήπτρια εταιρεία με την επωνυμία ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ ΕΠΕ. ουδέποτε ασχολήθηκε με την επιχείρηση και καμιά γνώση δεν είχε για τη δραστηριότητα αυτής, ενώ όλες τις συναλλαγές και συμφωνίες τις έκανε ο πατέρας του, Ν. Κ., δυνάμει του υπ' αρ. .../26-5-97 πληρεξουσίου. Ο Ν. Κ., ο οποίος, λειτουργούσε για όλες τις δραστηριότητες της επιχείρησης του υιού του δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου, δεν γνώριζε για την ύπαρξη του στελέχους από Νο 151-200 από το οποίο έχουν εκδοθεί τα Τ.Π.Υ. προς την εταιρεία ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ ΕΠΕ, το ανακάλυψε λίγο πριν την ακύρωση του κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 1999 όταν διαπίστωσε ότι στο τελευταίο φύλλο έγραφε ότι θεωρήθηκαν στοιχεία έως το Νο 200 και πληροφορήθηκε την ύπαρξη του από τη λογίστρια του Α. Π., η οποία όπως του είπε για λόγους ευκολίας χρόνου, είχε θεωρήσει τρία μπλοκ μεταξύ αυτών και το μπλοκ από Νο 151-200. Η λογίστρια του Γ. Κ. συμπλήρωσε τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για λογαριασμό του Γ. Κ. προς τη λήπτρια εταιρεία ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητα του την παραπλάνησε λέγοντας της ότι οι εργασίες έχουν εκτελεσθεί και ότι αυτή απλώς πρέπει να συμπληρώσει τα φορολογικά στοιχεία για λογαριασμό του πελάτη της, χωρίς ο Γ. Κ. να έχει λάβει γνώση και να γνωρίζει την ύπαρξη τους. Οι δύο δε εταιρείες είχαν παλαιότερη συνεργασία.
Β) Για τη χρήση του οικονομικού έτους 1999 ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία τα εξής εικονικά φορολογικά στοιχεία, α) εκδόσεως Σ. Α.: 1) το υπ' αρ. 28/22-12-1999 Τ.Δ.Α. συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 3.056.140 δρχ., 2) το υπ' αρ. 29/22-12-1999 Τ.Δ.Α. συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 71.980.000 δρχ.. Τα ανωτέρω Τ.Δ.Α. αναγράφουν τη διακίνηση και πώληση διαφόρων εμπορευμάτων (σιδηρές σκαλωσιές, ατσάλι συμπαγές για κατασκευή καλουπιών και λαμαρίνες γαλβάνιζε, λαμαρίνες σκεπής τραπεζοειδείς, κυλοδοκούς) προς την έδρα της επιχείρησης ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ. Για τη χρήση όμως 1999 ο ως άνω επιτηδευματίας έχει υποβάλει εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ μηδενική. Επίσης επί των ως άνω στοιχείων δεν αναγράφεται ο αριθμός κυκλοφορίας του μεταφορικού μέσου, ο τόπος παράδοσης που αναγράφεται επί των στοιχείων είναι "... στον Πειραιά" στην οποία διεύθυνση είναι η έδρα της εταιρείας με την επωνυμία ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ ΕΠΕ, πλην όμως εκεί δεν υπάρχει αποθηκευτικός χώρος, ούτε ποτέ κατά δήλωση της εταιρείας υπήρχε, αλλά ούτε και προκύπτει κάποιο άλλο στοιχείο διακίνησης των πιο πάνω εμπορευμάτων σε άλλο χώρο, ή τιμολόγιο πώλησης αυτών. Επίσης προκύπτει οτι η πληρωμή και εξόφληση των Τ-Δ.Α. στον εκδότη έγινε με μετρητά και με την έκδοση αντίστοιχων Αποδείξεων Πληρωμής. Κατόπιν τούτων προκύπτει ότι τα ως άνω Δ.Α-Τ 28/22-12-1999 και 29/22-12-1999 είναι εικονικά και τα αναγραφόμενα επ' αυτών είδη-εμπορεύματα δεν διακινήθηκαν ούτε πωλήθηκαν ποτέ από το πρόσωπο που αναφέρεται στα παραπάνω φορολογικά στοιχεία. Επομένως, τα ως άνω Δ.Α-Τ είναι εικονικά ως προς το πρόσωπο του εκδότη και κατά συνέπεια και ως προς τη συναλλαγή, αφού τα είδη δεν διακινήθηκαν ούτε πουλήθηκαν ποτέ, ούτε από τον φερόμενο ως εκδότη των φορολογικών στοιχείων αλλά ούτε και από άλλο πρόσωπο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΒΑΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧ/ΣΕΙΣ ΕΠΕ είναι λήπτρια εικονικών τιμολογίων, εκδόσεως της επιχείρησης "Σ. Α.", αφού ποτέ δεν αγόρασε τα αναγραφόμενα επί των Δ.Α-Τ είδη η αξία των οποίων ανέρχεται ως άνω. β) εκδόσεως της εταιρείας "ΤΗΕ DOMET GROUP Ε.Π.Ε.". 1) Το υπ'αρ.13/21-12-99 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (25.370.000) δρχ. 2) Το υπ'αρ.14/22-12-99 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (56.640.000) δρχ. 3) Το υπ'αρ.15/23-12-99 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (56.640.000)δρχ. 4) Το υπ'αρ.16/23-12-99 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (28.320.000)δρχ. 5) Το υπ'αρ.80/22-12-99 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας πλέον Φ.Π.Α. (23.529.000)δρχ. 99/28-11-99 Δ.Α. Η δραστηριότητα της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΤΗΕ DOMET GROUP ΕΠΕ (συστήματα-μέσα προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών) δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την παροχή υπηρεσίας και πώληση αγαθών που αναφέρεται επί των εκδιδομένων στοιχείων, ήτοι (κατασκευή 25 προκατ οικισμών στο εργοτάξιο της ΒΑΣ ΙΝΤ ΕΠΕ για λογαριασμό ΥΠΕΧΩΔΕ -VAS Τ.Π.Υ 14 και 15. τοποθέτηση πάνελ πολυουρεθάνης 8000 Μ2 με υλικά της εταιρείας νΑδ στο κτίριο της ΕΑΒΙΦΥΑ στη ΒΙΠΕ Αλεξανδρούπολης Τ.Π.Υ. 16. κατασκευή και εγκατάσταση διώροφων μεταλλικών γραφείων στο υποκατάστημα της ΥΑS συνολικής επιφάνειας 80 μ2 επί της Εθνικής Αντιστάσεως 87 Τ.Π.Υ 13. καθώς και το Τιμολόγιο Πώλησης Νο 80/22-12-1999 και το Δ. Αποστ. 99/28-11-1999 για είδη γύψοσανίδας, στρατζαριστα, λαμαρίνες γαλβάνιζε, κυλοδοκοί βαρέως τύπου, υποδομή γυψοσανίδας, πάνελ πολυουρεθάνης ΗΤΑ ΙΡΕ). Οι εργασίες που αναφέρονται στα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία (Τ.Π.Υ.). καθώς και οι πωλήσεις των ειδών που αναγράφονται επί του υπ' αρ. 80/22-12-1999 Τιμολογίου Πώλησης προς την εταιρεία "Β.Α.Σ. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", δεν έγιναν ποτέ από την εταιρεία "ΤΗΕ DOMET GROUP ΕΠΕ" διότι είναι ανύπαρκτη φορολογικά, και πέραν της ενάρξεως λειτουργίας της, καμία φορολογική υποχρέωση δεν πραγματοποίησε προς την αρμόδια ΔΟΥ. Άρα τα εκδοθέντα ως άνω στοιχεία από την εταιρεία "ΤΗΕ DOMET GROUP ΕΠΕ" Τ.Π.Υ. (13/21-12-1999, 14/22-12-1999, 15/23-12-1999, 16/23-12-1999), Τ.Π. (80/22-12-1999) και Δ.Α. (99/28-11-1999) είναι εικονικά ως προς το πρόσωπο της εκδότριας και κατά συνέπεια και ως προς την συναλλαγή, αφού οι εργασίες καθώς και οι πωλήσεις που αναγράφονται επ'αυτών δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, ούτε από την φερόμενη ως εκδότρια των φορολογικών στοιχείων, αλλά ούτε και από άλλο πρόσωπο, η δε εταιρεία "Β.Α.Σ. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", είναι λήπτρια εικονικών στοιχείων. Γ)γ)Για την χρήση του οικονομικού έτους 2000 ζήτησε έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία τα εξής εικονικό φορολογικό στοιχείο εκδόσεως του Δ. Κ. το υπ'αρ.22/30-6-200 Τ.Π.Υ. συνολ. αξίας πλέον Φ.Π.Α. ποσού (30.680.000)δρχ. Η επιχείρηση του Δ. Κ. τον Ιούνιο του έτους 2000 που εξέδωσε το προαναφερθέν Τ.Π.Υ. δεν διέθετε επαγγελματική έδρα. Ως εκ τούτου οι αναφερόμενες επί του Τ.Π.Υ εργασίες δεν πραγματοποιήθηκαν από την επιχείρηση Δ. Κ. προς την εταιρεία "Β.Α.Σ. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ". Κατόπιν τούτων προκύπτει ότι το Τ.Π.Υ. 22/30-6-2000 είναι εικονικό και οι αναγραφόμενες επ' αυτού εργασίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ από το πρόσωπο που αναφέρεται στο παραπάνω φορολογικό στοιχείο. Άρα το ανωτέρω Τ.Π.Υ. είναι εικονικό ως προς το πρόσωπο του εκδότη και κατά συνέπεια και ως προς την συναλλαγή, αφού το έργο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ούτε από τον φερόμενο ως εκδότη του φορολογικού στοιχείου, αλλά ούτε και από άλλο πρόσωπο. Τα ανωτέρω εικονικά τιμολόγια πώλησης-τιμολόγια παροχής υπηρεσιών-δελτία αποστολής, αποδέχθηκε και καταχώρησε ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, στα τα τηρούμενα από την ανωτέρω εταιρεία βιβλία, επιδιώκοντας με την πράξη του αυτή, παράνομο όφελος αυτής(εταιρείας) με την εμφάνιση δαπανών, με μείωση των κερδών και έκπτωση του αναλογούντος σ' αυτήν ΦΠΑ. Όσον αφορά όμως τα φορολογικά στοιχεία εκδόσεως Δ. Δ., ήτοι 1) το υπ' αριθμ. 78/30-10-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 71.645.000 δρχ, 2) το υπ' αριθμ. 79/5-11-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 41.170.000 δρχ, 3) το υπ' αριθμ. 80/22-11-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ, 20.125.000 δρχ, 4) το υπ' αριθμ. 81/28-12-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 31.683.000 δρχ, 5) το υπ' αριθμ. 82/28-12-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 33.630.000 δρχ, 6) το υπ' αριθμ. 83/28-12-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 112.867.000 δρχ, 7) το υπ' αριθμ. 86/30-12-99 ΤΠΥ συνολικής αξίας πλέον ΦΠΑ 188.800.000 δρχ, που αφορούν χρήση του οικονομικού έτους 1999 ως προς τα οποία το παρόν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την εικονικότητα αυτών. Ειδικότερα και δεδομένου ότι υφίστανται τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας, το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες περί του ότι δεν εκτελέσθηκαν οι αναφερόμενες σ' αυτά εργασίες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος ως προς τη μερικότερη πράξη που αφορά τα ΤΠΥ εκδόσεως Δ. Δ. και να κηρυχθεί ένοχος κατά τα λοιπά, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσης". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο της πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 1, 4 και 21 του Ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε(5) ευρώ την ημέρα. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 51, 53, και 98 του Π.Κ, και 19 παρ.1, 4, 21 του Ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 21 παρ.10 αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 8,9 του Ν. 2954/2001. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου περί ενοχής του αναιρεσείοντος με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων, στο επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 23-11-1998 έως 30-6-2000, στον Πειραιά, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εδρεύουσας στον Πειραιά Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, με μερικότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε σειρά εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων, δελτίων αποστολής), τα οποία δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές, που να είχαν πραγματοποιηθεί και τα οποία (εικονικά στοιχεία) στη συνέχεια καταχώρησε στα βιβλία της άνω εταιρείας και ότι με την καταχώριση των ανύπαρκτων συναλλαγών επιδίωκε να επιτύχει παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού η εταιρεία θα εμφάνιζε αυξημένες δαπάνες και κατά συνέπεια, αφενός μεν μείωση των κερδών της, αφετέρου δε έκπτωση του αναλογούντος να καταβάλει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου Φ.Π.Α.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με το λόγο, αυτό πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, το δε δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από το ότι εφόσον, το δικαστήριο τον κήρυξε αθώο της μερικότερης πράξεως και συγκεκριμένα για την αποδοχή (7) εικονικών τιμολογίων, ... ότι ως προς αυτά διατηρεί αμφιβολίες ως προς την εικονικότητά τους, ενόψει του ότι για τις συγκεκριμένες αυτές συναλλαγές υφίστανται σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας, ... εξ' αυτού του λόγου, να μην τον κηρύξει ένοχο για τις λοιπές συναλλαγές, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο, γιατί, την κρίση του το δικαστήριο περί τη ενοχής του κατηγορουμένου για τις λοιπές μερικότερες πράξεις, την στήριξε σε διαφορετικά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία διατηρούσαν την αυτοτέλειά τους, σε σχέση με εκείνα στα οποία το ίδιο δικαστήριο στήριξε την κρίση του περί της απαλλαγής του κατηγορουμένου. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δικ, και 583 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαΐου 2010 αίτηση του Γ. Β. του Λ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό ΑΤ 6540/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αναίρεση με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας- Απορρίπτει αναίρεση. Έξοδα και υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος.
| null | null | 1
|
Αριθμός 522/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου A. I. του A., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.126/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 701/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτός ο προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 510 περ.1δ ΚΠΔ) και η προκειμένη υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου επί της ουσίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 Ν. 3386/2005, Πλοίαρχοι ...ή... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ... . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με έκαστον εκ των ανωτέρω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας απαιτείται υποκειμενικώς δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην γνώση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 126/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, τούτο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απόπειρας προώθησης λαθρομεταναστών στο εσωτερικό, που αποδίδεται σ' αυτόν και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι αυτός στην ... στις 25 Μαρτίου 2008, έχοντας ήδη αποφασίσει να εκτελέσει την πράξη μεταφοράς λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της χώρας, ενώ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, είχε επιβιβάσει στο ανωτέρω αυτοκίνητο τους Αλβανούς υπηκόους: 1) I. B. του A. και 2) B. F. του M., που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου και παραμονής στη χώρα και οι οποίοι είχαν εισέλθει λάθρα από αφύλαχτη διάβαση Ε/Α μεθορίου Θεσπρωτίας την ίδια ημέρα, τους οποίους είχε παραλάβει στην Γέφυρα με σκοπό να τους μεταφέρει στα Ιωάννινα, έναντι αγνώστου χρηματικού ποσού, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του θέληση, αλλά επειδή έγινε αντιληπτός και συνελήφθη από τα αρμόδια διοικητικά όργανα, που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία στην περιοχή αυτή". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της απόπειρας προώθησης λαθρομεταναστών στη Χώρα και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ.1β του Ν. 3386/2005, την οποία ορθώς εφάρμοσε. Ειδικότερα η απόφαση αιτιολογεί το δόλο του αναιρεσείοντος, αφού δέχεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα πρόσωπα που αυτός μετέφερε με το αυτοκίνητό του ήσαν αλλοδαποί και συγκεκριμένα αλβανοί υπήκοοι και ότι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, στην οποία είχαν εισέλθει παράνομα, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της επιχείρησης και δη από την οργάνωση της μεταφοράς, αφού ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναχώρησε από τον τόπο της κατοικίας του στο χωριό ... και μετέβη στη ..., αλλά και από το ότι ήλθε σε συνεννοήσεις με αυτούς μέσω του κινητού του τηλεφώνου, και συμφωνήθηκε η καταβολή ανταλλάγματος γι' αυτή τη μεταφορά τους.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν η γνώση του παρανόμου της εισόδου των αλλοδαπών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου και με την οποία καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως. Ενόψει της διατάξεως αυτής, πρέπει οι πράξεις των αστυνομικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, να μη υπερβαίνουν τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει να μη είναι εκείνοι, οι οποίοι παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, χωρίς να είναι αναγκαία να αποδεικνύεται, ότι αυτή θα είχε διαπραχθεί ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επέμβαση των αστυνομικών. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως μιας δίκαιης διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, είχε προβάλλει παραδεκτώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς α) ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που προήλθε από το ότι την πράξη για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, την τέλεσε κατόπιν προτροπών του αστυνομικού οργάνου να μεταφέρει τους ομοεθνείς του στην ελληνική Επικράτεια, το οποίο και τον καθοδηγούσε μέχρι του σημείου που αυτός (κατηγορούμενος) συνελήφθη, β) ότι προέβη στην πράξη για την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος, γιατί ευρισκόταν σε κατάσταση ανάγκης. Προς τούτο και σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό του, ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι με τον τρόπο που ενήργησε το αστυνομικό όργανο, υπερέβη τα όρια της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης του, αφού αυτός του προκάλεσε την απόφαση να μεταβεί στο συγκεκριμένο τοπικό σημείο, προκειμένου να παραλάβει τους δυο ομοεθνείς του, και στη συνέχεια να τους μεταφέρει στα Ιωάννινα, παραπείθοντας με τον παραπάνω τρόπο, να πράξει ότι αυτός έπραξε, θεωρώντας ότι ενεργεί κατά πάντα σύννομα. Ως προς το δεύτερο ισχυρισμό του είχε επικαλεσθεί, ότι μετέβη εκεί, προκειμένου να παραλάβει τον ομοεθνή συγγενή του I. B., ο οποίος του είχε δηλώσει "ότι ήταν βρεγμένος και ότι είχε σπάσει το πόδι του και ότι έπρεπε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο". Όσον αφορά τον πρώτο αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος ας σημειωθεί, βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί, πράγμα το οποίο, όμως, δεν έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας, ότι ο αστυνομικός ενήργησε, ως agent provocateur, δεν υφίσταται εκ μέρους του υπέρβαση της επιτρεπομένης κεκαλυμμένης δράσης του και η ποινική ευθύνη του, κατ' αυτόν τον τρόπο, παροτρυνομένου (για να καταληφθεί υπό του παροτρύνοντος ενώ προσπαθούσε να τελέσει το έγκλημα), δεν παύει να υφίσταται. Περαιτέρω, όσον αφορά το δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος προέβη στην πράξη αυτή, γιατί ευρισκόταν σε κατάσταση ανάγκης, προεχόντως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα ως άνω περιστατικά, δεν συνιστούν αντικειμενικά την κατάσταση ανάγκης, η οποία να αποκλείει τον καταλογισμό αυτής της πράξεως. Το Δικαστήριο λοιπόν, που απέρριψε τους άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του περί τούτων, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε, στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, πλημμέλεια, οι δε αντίθετες περί τούτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του ιδίου ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. συζύγου Α. Ι. και X. A., τις οποίες εκτίμησε και αξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. Πρωτ. 3477 από 30-4-2010 αίτηση του A. I. του A. και D., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 126/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προώθηση αλλοδαπών στη Χώρα. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς το στοιχείο της γνώσης, και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών ότι τέλεσε την πράξη κατόπιν παροτρύνσεων του αστυνομικού οργάνου, που ενήργησε ως agent provokateur και λόγω καταστάσεως ανάγκης (25 Π.Κ). Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 525/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Β.-Ρ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, για αναίρεση της υπ'αριθ.234/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Γ. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1352/2010.
Αφού άκουσε
Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς, και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται δηλαδή ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως, γιατί αν ο υπάλληλος τελεί εν γνώσει ότι βεβαιώνει ψευδώς, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 242 του ΠΚ και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Δεν τελείται δε η πράξη αυτή, αν ο υπάλληλος απλώς καταχωρεί τη δήλωση του εμφανισθέντος, χωρίς να βεβαιώνει κάτι επί πλέον τούτου διαπιστωτικό περί της αληθείας, όπως όταν ο συμβολαιογράφος στηρίχτηκε απλώς στη δηλωθείσα βούληση των εμφανισθέντων ενώπιόν του να συνάψουν κάποια δικαιοπραξία. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί για οποιοδήποτε λόγο.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξεως, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Γ. Β. - Ρ. του Γ., δικηγόρος στο επάγγελμα, κατά την κατωτέρω αναφερομένη χρονική περίοδο ασχολείτο, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, και με τη διεκπεραίωση υποθέσεων αλλοδαπών με αντικείμενο την έκδοση ή ανανέωση αδειών παραμονής και εργασίας αυτών στην Ελλάδα. Στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής ήλθε σε επαφή με τους Αλβανούς υπηκόους A. C., T. S., K. L., B. E. και L. S. και ανέλαβε αντί αμοιβής να υποβάλει για λογαριασμό τους (και του ομοεθνή τους N. Q.) τα αναγκαία δικαιολογητικά προς έκδοση ή ανανέωση των ως άνω νομιμοποιητικών της παραμονής των στη χώρα ή της εργασίας αυτών εγγράφων. Η συνάντηση και η συμφωνία τους έγινε στο χώρο έμπροσθεν της Νομαρχίας Πειραιώς, όπου ανέμεναν πολλοί αλλοδαποί ενδιαφερόμενοι για την υποβολή των δικαιολογητικών τους. Εκεί ο κατηγορούμενος τους πλησίασε και προσφέρθηκε να αναλάβει ο ίδιος αντί αμοιβής την διεκπεραίωση της ως άνω υποθέσεως των. Οι αλλοδαποί, προκειμένου να επιτύχουν ταχύτερη και καλύτερη εξυπηρέτηση τους, δέχθηκαν την πρόταση του, του ανέθεσαν τις υποθέσεις τους και του παρέδωσαν τα δικαιολογητικά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους. Στη συνέχεια για να καλύψει την αναγκαία προς αυτόν εξουσιοδότηση των Ν. Q., T. S. και L. S. προέβη, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει σχετικά με αυτούς και να έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση τους, στην κατάρτιση των αναφερομένων στο διατακτικό αντιστοίχων υπευθύνων δηλώσεων του ν. 1599/1986, με τις οποίες αυτοί φέρονται να τον εξουσιοδοτούν για την κατάθεση και παραλαβή των νομίμων εγγράφων για την έκδοση αδείας εργασίας από τη Νομαρχία Πειραιώς. Στις υπεύθυνες αυτές δηλώσεις, τις οποίες κατάρτισε ο εν λόγω κατηγορούμενος και τις συμπλήρωσε ως προς όλο το περιεχόμενο αυτών, έθεσε, κατ' απομίμηση της γνήσιας, την υπογραφή των φερομένων ως συντακτών αυτών, χωρίς δικαίωμα, αφού αυτοί, όταν δέχθηκαν την πρόταση του και του ανέθεσαν τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους, δεν του έδωσαν τέτοια εντολή, αλλά γενική εντολή να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την εξασφάλιση των ως άνω εγγράφων. Επί πλέον ο ίδιος για τη θεώρηση της γνησιότητας των ως άνω πλαστών υπογραφών έθεσε επί των υπευθύνων δηλώσεων πλαστή σφραγίδα με τα στοιχεία του υπαλλήλου του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) Πειραιώς και πολιτικώς ενάγοντος Κ. Γ. και υπογραφή τούτου κατ' απομίμηση της γνήσιας, καθώς και πλαστή σφραγίδα της ανωτέρω υπηρεσίας, έτσι ώστε να φαίνεται ότι ο εν λόγω υπάλληλος βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής των αλλοδαπών, χωρίς αυτό να έχει συμβεί και να παραπλανήσει με τον τρόπο αυτό τους αρμόδιους υπαλλήλους της Νομαρχίας Πειραιώς ότι δήθεν οι ανωτέρω δηλώσεις είναι γνήσιες και ότι έχει νομίμως βεβαιωθεί επ' αυτών το γνήσιο των υπογραφών των φερομένων ως συντακτών αυτών. Ακολούθως ο κατηγορούμενος υπέβαλε στην Υπηρεσία Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιώς για λογαριασμό των προαναφερομένων αλλοδαπών, αιτήσεις προς έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας, επισυνάπτοντας σ' αυτές, εκτός των άλλων εγγράφων, και τις προδιαληφθείσες πλαστές υπεύθυνες δηλώσεις εξουσιοδοτήσεως του ιδίου. Επίσης πλαστές, ως προς τη βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του δηλούντος, ήταν και οι υποβληθείσες σχετικές δηλώσεις των Κ. L. και Β. Ε. και τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Α. C. (που αφορούσαν - οι τελευταίες - τη μη τέλεση εκ μέρους του αξιοποίνων πράξεων, την απώλεια της προσωρινής αδείας παραμονής του και την εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου για την υποβολή των δικαιολογητικών του) και είχαν πλαστογραφηθεί από τον Α. C., ο οποίος επίσης είχε νοθεύσει μια προσωρινή άδεια παραμονής, που είχε εκδοθεί από τη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφερείας Κ. Μακεδονίας Ν. Ημαθίας στο όνομα αγνώστου αλλοδαπού υπηκόου, τα στοιχεία του οποίου έσβησε συμπληρώνοντας τα δικά του στοιχεία στη θέση τους. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στην αρμόδια Υπηρεσία Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πειραιώς τις αιτήσεις όλων των προαναφερθέντων αλλοδαπών με τα συνοδευτικά έγγραφα αυτών, μεταξύ των οποίων και όλα τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα. Σκοπός του δε ήταν η εξαπάτηση των υπαλλήλων ότι δήθεν τα έγγραφα αυτά ήταν γνήσια, ώστε να βεβαιώσουν σε δημόσιο έγγραφο το αναληθές περιστατικό που έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι είχαν υποβάλει νομίμως σχετικές αιτήσεις και δικαιολογητικά και διέθεταν τις προϋποθέσεις για να τους χορηγηθεί άδεια εργασίας για παροχή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου και επίσης να τους ανανεωθεί η εξάμηνη προσωρινή άδεια παραμονής. Όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από εξωτερικά εμπόδια ανεξάρτητα από τη βούληση του, διότι η πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων έγινε αντιληπτή από τη Διευθύντρια του Τμήματος Αλλοδαπών της Ν.Α. Πειραιώς. Ο κατηγορούμενος αρνείται την ενοχή του, ισχυριζόμενος ότι η συμμετοχή του στις συγκεκριμένες υποθέσεις είχε απλώς διεκπεραιωτικό χαρακτήρα, συνισταμένη στην παραλαβή των εγγράφων από τους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι τα είχαν συμπληρώσει ως προς όλα τα στοιχεία τους, και στην κατάθεση τους για λογαριασμό των πελατών του στην αρμόδια ως άνω Διεύθυνση της Ν.Α. Πειραιώς, χωρίς αυτός να προβεί στη σύνταξη αλλά ούτε και στον έλεγχο των εγγράφων αυτών. Οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν κρίνονται πειστικοί, αναιρούμενοι από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα οι αλλοδαποί με υπεύθυνες δηλώσεις τους προς τη Ν.Α. Πειραιώς, όπου κλήθηκαν αμέσως μετά τον εντοπισμό των πλαστών ως άνω εγγράφων, δήλωσαν απερίφραστα ότι δεν αναγνωρίζουν τις υπογραφές τους στα έγγραφα αυτά. Οι δηλώσεις τους αυτές κρίνονται πειστικές, διότι δόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο και αυτοί δεν θα είχαν λόγο να αρνηθούν τις υπογραφές τους στις επίμαχες εξουσιοδοτήσεις, αν πράγματι τις είχαν θέσει οι ίδιοι, ή, έστω, να δηλώσουν ότι είχαν εξουσιοδοτήσει τον κατηγορούμενο να υπογράψει για λογαριασμό τους, κάτι που δεν επικαλείται ούτε ο ίδιος. Περαιτέρω από τη διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 7/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, προέκυψαν καταλυτικά στοιχεία σε βάρος του κατηγορουμένου, που ενισχύουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτός έχει τελέσει την πράξη της πλαστογραφίας που του αποδίδεται και συνδέεται με τα έγγραφα των Ν. Q., Τ. S. και L. S.. Ειδικότερα στην συνταχθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται, σε σχέση με τα τεθέντα στον πραγματογνώμονα ερωτήματα τα εξής: Η γραφή των χειρογράφων συμπληρώσεων των υπευθύνων δηλώσεων των αλλοδαπών, πλην του Α. C., είναι πλήρως όμοια με την γραφή του κατηγορουμένου στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού, ως προς την εμφάνιση, το ρυθμό και την ποιότητα της χάραξης, τα γενικά χαρακτηριστικά, τη δομή και τα επί μέρους χαρακτηριστικά όλων των κοινών μεταξύ τους γραμμάτων, ελληνικών, λατινικών, μικρών και κεφαλαίων, και αριθμητικών ψηφίων, χωρίς διαφορές και επομένως η V γραφή στη συμπλήρωση των υπευθύνων δηλώσεων είναι του κατηγορουμένου. Το στοιχείο αυτό αναιρεί το βασικό ισχυρισμό του τελευταίου, ότι ο ίδιος παρέλαβε έτοιμες και πλήρως συμπληρωμένες τις εν λόγω υπεύθυνες δηλώσεις, τις οποίες υπέβαλε στη Ν.Α. Πειραιώς, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε συμπλήρωση επ' αυτών. Αναφορικά με τις υπογραφές των φερομένων ως υπευθύνως δηλούντων αλλοδαπών, ο πραγματογνώμων αναφέρει ότι οι υπογραφές δεν είναι γνήσιες αυτών, αλλά έχουν χαραχθεί από άλλο πρόσωπο, ως τέτοιο δε, σχετικά με τη χάραξη των υπογραφών των τριών προαναφερομένων αλλοδαπών, κατονομάζεται με μεγάλη πιθανότητα ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε στην κατοχή του τις εν λόγω υπεύθυνες δηλώσεις, που αφορούσαν στη νομιμοποίηση του. Τέλος στην αυτή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως προς τις υπογραφές του φερομένου ως βεβαιώσαντος τη γνησιότητα των υπογραφών των υπευθύνως δηλούντων Κ. Γ., αναφέρονται τα εξής: Οι υπογραφές δεν είναι γνήσιες αυτού και, αυτές των τριών προαναφερθέντων αλλοδαπών, έχουν κατά πάσα πιθανότητα χαραχθεί από τον κατηγορούμενο Γ. Ρ. - Β., δεδομένου ότι έχουν ομοιότητες στα γενικά χαρακτηριστικά τους (ρυθμό χάραξης, αναλογίες μεγέθους, κλίση κλπ) και στη δομή των μερών του με αντίστοιχες υπογραφές και μονογραφές αυτού στα έγγραφα του συγκριτικού υλικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι ως προς τους αλλοδαπούς S. και S., οι οποίοι αποδεδειγμένα είχαν αναθέσει προφορικά στον κατηγορούμενο τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους (έκδοση αδειών εργασίας και ανανέωση αδειών παραμονής στη Χώρα), η συμπλήρωση από τον κατηγορούμενο των στοιχείων τους στις αντίστοιχες υπεύθυνες δηλώσεις δεν συνιστά πλαστογραφία (όπως κατηγορείται) διότι αυτός είχε την εντολή να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την έκδοση των ως άνω εγγράφων, στα όρια δε της συμφωνίας αυτής ασφαλώς περιλαμβάνεται και η προετοιμασία των δηλώσεων, τις οποίες οι αλλοδαποί έπρεπε να υπογράψουν. Ως προς τις ενέργειες αυτές πρέπει να κηρυχθεί αθώος του αδικήματος της πλαστογραφίας, την οποία στοιχειοθετούν σε βάρος του η υπογραφή από των ίδιο των δηλώσεων αυτών (αντί των ως άνω εντολέων του), η χάραξη επ'αυτών της υπογραφής του Κ. Γ., ως βεβαιούντος τη γνησιότητα των υπογραφών και η θέση της πλαστής σφραγίδας του εν λόγω υπαλλήλου του ΚΕΠ Πειραιώς.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, όπως οι πράξεις αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο των πράξεων: α) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και β) της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27, 42, 53, 57, 61, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 220 παρ.2-1 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων συγκεκριμένα, ότι ο αναιρεσείων με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων, αλλά και σε νόθευση άλλων και συγκεκριμένα υπευθύνων δηλώσεων του ν. 1599/1988, σχετικών με την άδεια παραμονής και εργασίας αλλοδαπών προσώπων στη ημεδαπή, όπως αυτά αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ταυτόχρονα δε, επί των σχετικών αυτών υπευθύνων δηλώσεων, έθεσε εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή των αναφερομένων σ' αυτές προσώπων, την υπογραφή τους και στη συνέχεια, προκειμένου να επιτύχει τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής των προσώπων αυτών, έθεσε επί των υπευθύνων αυτών δηλώσεων πλαστή σφραγίδα του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πελατών (ΚΕΠ) του Δήμου Πειραιώς, καθώς και την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου Κ. Γ., επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να παραπλανήσει στη συνέχεια την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Πειραιώς, ότι οι δηλώσεις αυτών είναι γνήσιες και ότι έχει βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής τους, από το αρμόδιο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πελατών και μετά ταύτα να επιδιώξει την έκδοση των αντίστοιχων αδειών παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών υπηκόων στην Ελληνική Επικράτεια, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό θα εξασφάλιζαν την ελεύθερη παραμονή τους στην ημεδαπή.
Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων περιστατικών, σχετικά με τη γνώση του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι αυτός είχε άμεση και ιδία αντίληψη της πραγματικής καταστάσεως. Επιπρόσθετα, από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την, από 2 Ιουνίου 2006, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., η οποία διατάχθηκε με την υπ' αριθμό 8/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία σ' αυτήν, αφού στο αιτιολογικό της αποφάσεως γίνεται ρητή μνεία και αναφορά στο περιεχόμενό της (σελίδα 9 της αποφάσεως), και ως εκ τούτου, δεν έκανε επιλεκτική χρήση αυτής, αλλά συνεκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, το γεγονός που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συγκεκριμένα το μεν, ότι στην περίπτωση του αλλοδαπού N. Q., η υπογραφή του στην από 23-6-2003 υπεύθυνη δήλωσή του, διαφέρει πλήρως από την υπογραφή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, το δε ότι στην περίπτωση της υπογραφής των T. L. και B. E., η υπάρχουσα επί των από 23-6-2003 και 10-4-2003 υπευθύνων δηλώσεών υπογραφή τους, κατά πάσα πιθανότητα, έχει χαραχθεί από τον κατηγορούμενο, είναι απαράδεκτη, προεχόντως, γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου. Σε κάθε όμως, περίπτωση το γεγονός ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης αξιολογήθηκε από το δικαστήριο κατά τρόπο διαφορετικό, από εκείνο που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη και ότι δεν εκτιμήθηκε δεόντως.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Γ. Ρ.-Β. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 234/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως καταδικαστικής αποφάσεως για τις πράξεις της πλημμεληματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς το δόλο και ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (πραγματογνωμοσύνη). Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 527/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Κ. Λ. του Α., 2) Σ. Λ. του Π. και 3) Χ. Λ.-Λ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 81639/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1210/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 § 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του αν. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του αν. ν. 1846/1951,όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 § 4 Ν. 2217/1994, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί επί δε των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα πρέπει να καταβάλλει στο τέλος Φεβρουαρίου και Ιουνίου αντίστοιχα. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτόν εργαζόμενους, και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, που τελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα στις 3-10-2003, ως υπεύθυνοι της εργοδότριας επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", με αντικείμενο εργασιών την κλωστοϋφαντουργία και με την ιδιότητα ο μεν πρώτος Κ. Λ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, η δευτέρα Χ. Λ. ως αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλος και ο τρίτος Σ. Λ. ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, αν και απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο έτους 2002 μέχρι και Δεκέμβριο έτους 2002 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλουν στον ασφαλιστικό φορέα τις παρακάτω εισφορές, συνολικά 609.254,29 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, με πρόθεση οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν αυτές. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι με την παραπάνω ιδιότητά τους και έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την εργοδότρια ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) συνολικού ποσού 406.169,53 ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν οι εισφορές απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (εργατικών) συνολικού ποσού 203.084,76 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές (γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση). Για τη μη καταβολή των προαναφερομένων εισφορών συντάχθηκε η υπ' αρ. 77881 Π.Ε.Ε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αρ. 1584/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας), η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-12-2005 και ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών προγενέστερο των δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης, από την οποία συνάγεται χρόνος παύσης πληρωμών 27-12-2003, ενώ στο αιτιολογικό τμήμα της απόφασης αναφέρεται ότι η "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" έχει περιέλθει σε αδυναμία αντιμετώπισης των απαιτητών χρεών της από 29-1-2003. Με βάση δε τα ανωτέρω ζητούν οι κατηγορούμενοι να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 82 παρ. 2 περ. β ΠΚ, των μη ταπεινών αιτίων, αφού (κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών δεν έγινε από κακοβουλία, αλλά εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία που την οδήγησαν στην πτώχευση, επικαλούμενοι την ημερομηνία 23-1-2003 ως χρόνο παύσης πληρωμών, παράλληλα δε ισχυρίζονται ότι και προ του οριζομένου ως χρόνου παύσης πληρωμών η επιχείρηση παρέπαιε οικονομικά και ότι οι μετέχοντας στο Δ.Σ. επιχειρούσαν να την διασώσουν με κάθε τρόπο καλύπτοντας κατά το δυνατόν μέρος των τεραστίων οφειλών προς τους τρίτους (εργαζομένους, Δημόσιο, τράπεζες), που έπρεπε να καλυφθούν για την εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρίας. Αποδείχθηκε, όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ότι οι εισφορές ήσαν απαιτητές και σε χρόνο που δεν ανάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση σε χρόνο παύσης πληρωμών, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι πράγματι εγίνοντο προσπάθειες και ενέργειες από την πλευρά των κατηγορουμένων για κάλυψη των τεραστίων οφειλών προς τρίτους, που άλλωστε αορίστως αναφέρονται (προσπάθειες και ενέργειες) στους εγγράφως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς. Από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες δεν οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι από μεγάλη ένδεια δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες εισφορές, που μάλιστα αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ο μάρτυρας υπεράσπισης αναφέρει 600 εργαζομένους. Από το στοιχείο τούτο σε συνδυασμό με την έλλειψη αποδεικτικού στοιχείου περί της προσπάθειας των κατηγορουμένων περί κάλυψης οφειλών προς άλλους πιστωτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του έτους 2002 που ερευνάται στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του ΠΚ. Περαιτέρω, με τους έγγραφους ισχυρισμούς τους, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι όλες οι εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης ασκούντο μόνο από τη δευτέρα κατηγορουμένη, σύμφωνα με το τελευταίο δημοσιευμένο στο ΦΕΚ πρακτικό Δ.Σ., υπ' αρ. 9481/00 ΦΕΚ, ότι αυτή και μόνον είχε δικαίωμα πρόσληψης ή απόλυσης εργαζομένων, διεκπεραίωνε πληρωμές εργαζομένων, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος είχε αναλάβει τον τομέα πωλήσεως της εταιρίας, απουσίασε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, αναπλήρωνε κατά το καταστατικό τη δευτέρα κατηγορουμένη σε περίπτωση κωλύματός της και μόνον, γεγονός που δεν συνέβη και ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, σύζυγος της δευτέρας είχε τυπική και μόνον συμμετοχή στο Δ.Σ. της εταιρίας. Όμως, από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ υπ' αρ. 9481/16-10-2000 προκύπτει ότι το Δ.Σ. της εταιρίας εξελέγη στις 29-8-2000 για θητεία 3 ετών και αποτελείτο από τους 1) Κ. Λ. ως Πρόεδρο, 2) Χ. Λ.-Λ. ως Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, 3) Σ. Λ. ως μέλος, δηλαδή και τους τρεις κατηγορουμένους. Περαιτέρω, αναφέρει στο κεφάλαιο εκπροσώπηση της εταιρίας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 20 του καταστατικού αναθέτει στην Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών στο σύνολό τους και σε περίπτωση κωλύματός της στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και στο κεφάλαιο παροχή δικαιώματος υπογραφής δυνάμει του άρθρου 20 του καταστατικού παρέχει δικαίωμα υπογραφής 1. στον Κ. Λ. και 2. στην Χ. Λ. - Λ. με δικαίωμα με τη σφραγίδα της εταιρίας και με μία από τις παραπάνω υπογραφές να εκδίδουν επιταγές, οπισθογραφούν αυτές, αναλαμβάνουν χρήματα, χρηματόγραφα, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια, παραλαμβάνουν φορτωτικές, συμβάλλονται με τις τράπεζες για άνοιγμα ενεγγύων πιστώσεων, τη σύναψη ή τροποποίηση συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού, την έκδοση εγγυητικών επιστολών, να δίδουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της εταιρίας, να συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις και να κάνουν χρήση αυτών, εξουσιοδοτούν υπαλλήλους εταιρίας για παραλαβή χρημάτων και αντικειμένων από το Δημόσιο, Τράπεζες, Οργανισμούς κλπ. Επίσης, στην κατάθεσή του ο μάρτυρας υπεράσπισης, τέκνο των δευτέρας και τρίτου κατηγορουμένων αναφέρει ότι τη διοίκηση την είχε η μητέρα του, η οποία έπαιρνε τις αποφάσεις για τους εργαζομένους, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν σχέση με τη διοίκηση, είχαν τις δημόσιες σχέσεις, επισκέπτονταν πελάτες, πήγαιναν στα εργοστάσια για επίβλεψη, ενώ επίσης καταθέτει για καθημερινή παρουσία και των τριών κατηγορουμένων στα γραφεία της επιχείρησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρίας, μάλιστα οι δύο εξ αυτών (πρώτος και δευτέρα) από το καταστατικό ενεργούσαν όλες τις οικονομικές, διαχειριστικές πράξεις, ενώ η αναφερομένη στους αυτοτελείς ισχυρισμούς δέσμευση της εταιρίας από τη δευτέρα κατηγορουμένη και σε περίπτωση κωλύματός της από τον πρώτο κατηγορούμενο αφορά, όπως αποδείχθηκε, την εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνον και όχι διαχειριστικές - οικονομικές ενέργειες. Το γεγονός δε, ότι κάθε κατηγορούμενος από τους πρώτο και τρίτο ενεργούσε σε άλλο πεδίο, όπως ενασχόληση με πελάτες, επίβλεψη εργοστασίων, δημόσιες σχέσεις, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ευθύνης όλων για την αναφερομένη στο διατακτικό πράξη, αφού όλοι μαζί, καθημερινά, ασχολούντο με όλα τα διαχειριστικά, οικονομικά ζητήματα,ο καθένας σε διαφορετικό πεδίο, καθόσον είναι δυσχερές ένας άνθρωπος και μόνον να περαιώνει όλα τα ζητήματα σε επιχείρηση μεγάλου μεγέθους, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Είναι, λοιπόν, απορριπτέος ο ισχυρισμός των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένου ότι η συμμετοχή τους στο Δ.Σ. της εταιρίας ήταν τυπική και μόνον. Κατόπιν των ανωτέρω και απορριπτόμενων και των αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατωτέρω". Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, χωρίς το αιτηθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες των αξιόποινων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα την 3-10-03 τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", είδος επιχείρησης κλωστοϋφαντουργία, μαζί με τους άλλους ως ανωτέρω κατηγορούμενους και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1/02 έως 12/02 στην επιχείρησή τους αυτή, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στο ΙΚΑ τις παρακάτω εισφορές 609.254,29 ευρώ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 406.169,53 ευρώ δεν κατέβαλλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. Και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 203.084,76 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση". Όμως, με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την, κατά την παραπάνω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων ως προς τις παραδοχές σχετικά με το χρόνο τέλεσης της πράξης, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί κρίσιμο για την παραγραφή στοιχείο. Και τούτο, διότι ενώ στο σκεπτικό και το διατακτικό γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες απασχόλησαν, κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο 2002 έως και Δεκέμβριο 2002, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλουν στον ασφαλιστικό φορέα εισφορές, συνολικού ποσού 609.254,29 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, ήτοι όφειλαν να καταβάλουν τις εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) στο τέλος των μηνών Φεβρουαρίου 2002 μέχρι το τέλος του μηνός Ιανουαρίου 2003, και συνεπώς η διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος είναι η πρώτη ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου 2003, εντούτοις το Τριμελές Πλημμελειοδικείο εντελώς αντιφατικά και χωρίς οποιαδήποτε σκέψη και ειδικότερη αιτιολογία, δέχεται τόσο στο διατακτικό όσο και στο σκεπτικό ότι η πράξη τελέστηκε στις 3-10-2003. Ενόψει τούτων, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 2408/1996 και η παράγραφος 3 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3346/2005, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει μετά την αναίρεση της απόφασης που προσβάλλεται να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι ήδη αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (Α.Ν. 86/1967), που, όπως πιο πάνω εξηγείται, αυτές τελέστηκαν την 1 Φεβρουαρίου 2003. Από το χρόνο, όμως, τέλεσης των εν λόγω πράξεων μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση της παρούσας απόφασης παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή αυτός των πέντε ετών που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων και τα τρία έτη που είναι ο χρόνος αναστολής αυτών. Έτσι το αξιόποινο των πιο πάνω πλημμεληματικών πράξεων έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, για τις προδιαληφθείσες πράξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 81639/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων α) Κ. Λ. του Α., β) Χ. Λ.-Λ. του Α. και γ) Σ. Λ. του Π., κατοίκων ..., για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής 1) εργοδοτικών και 2) εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, που φέρεται ότι αυτοί τέλεσαν στην Αθήνα την 1 Φεβρουαρίου 2003, ήτοι του ότι εργοδότες τυγχάνοντες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", είδος επιχείρησης "κλωστοϋφαντουργία" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1/2002 έως και 12/2002 στην επιχείρησή τους αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), όφειλαν για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις πιο κάτω εισφορές, συνολικού ποσού -609.254,29- ευρώ (εργοδοτικές και εργατικές εισφορές), μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού -406.169,53- ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές) ποσού -203.084,76- ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσουν στον προδιαληφθέντα Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές (κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Α.Ν. 86/1967. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος είναι βάσιμος. Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 528/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Κ. Λ. του Α., 2) Σ. Λ. του Π. και 3) Χ. Λ.-Λ. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειδαρά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 81638/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1209/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 § 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του αν. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του αν. ν. 1846/1951, όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 10§4 Ν2217/1994, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί επί δε των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα πρέπει να καταβάλλει στο τέλος Φεβρουαρίου και Ιουνίου αντίστοιχα. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους σ' αυτόν εργαζόμενους, και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίον είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που τελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠολΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Αθήνα στις 3-10-2003 ως υπεύθυνοι της εργοδότριας επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" με αντικείμενο εργασιών την κλωστοϋφαντουργία και με την ιδιότητα ο μεν πρώτος Σ. Λ. ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, η δευτέρα Χ. Λ. ως αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος και ο τρίτος Λ. Κ. ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, αν και απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από Ιανουάριο έτους 2002 μέχρι και Δεκέμβριο έτους 2002 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλουν στον ασφαλιστικό φορέα τις παρακάτω εισφορές που αντιστοιχούν στο δώρο Χριστουγέννων, συνολικά 89.817 ευρώ, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία με πρόθεση οι κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν αυτές. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι με την παραπάνω ιδιότητα τους και έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την εργοδότρια ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) και ποσό για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων των απασχοληθέντων και βάσει των ημερών απασχόλησης συνολικού ποσού 59.878 ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον ως άνω οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν οι εισφορές απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση (εργατικών) συνολικού ποσού 29.939 ευρώ με σκοπό να τις αποδώσουν στον ως άνω οργανισμό δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές (γι αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση). Πα τη μη καταβολή των προαναφερομένων εισφορών συντάχθηκε η υπ' αρ. 77967 Π.Ε.Ε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της υπ' αρ. 1584/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-12-2005 και ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών προγενέστερο των δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης, από την οποία συνάγεται χρόνος παύσης πληρωμών 27-12-2003, ενώ στο αιτιολογικό τμήμα της απόφασης αναφέρεται ότι η "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ" έχει περιέλθει σε αδυναμία αντιμετώπισης των απαιτητών χρεών της από 29-1-2003. Με βάση δε τα ανωτέρω ζητούν οι κατηγορούμενοι να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 82 παρ. 2 περ. β ΠΚ, των μη ταπεινών αιτίων, αφού (κατά τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών δεν έγινε από κακοβουλία, αλλά εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία που την οδήγησαν στην πτώχευση, επικαλούμενοι την ημερομηνία 23-1-2003 ως χρόνο παύσης πληρωμών, παράλληλα δε ισχυρίζονται ότι και προ του οριζομένου ως χρόνου παύσης πληρωμών η επιχείρηση παρέπαιε οικονομικά και ότι οι μετέχοντας στο Δ.Σ. επιχειρούσαν να την διασώσουν με κάθε τρόπο καλύπτοντας κατά το δυνατόν μέρος των τεραστίων οφειλών προς τους τρίτους (εργαζομένους, Δημόσιο, τράπεζες), που έπρεπε να καλυφθούν για την εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρίας. Αποδείχθηκε, όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ότι οι εισφορές ήσαν απαιτητές και σε χρόνο που δεν ανάγεται από την προαναφερθείσα απόφαση σε χρόνο παύσης πληρωμών, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι πράγματι εγίνοντο προσπάθειες και ενέργειες από την πλευρά των κατηγορουμένων για κάλυψη των τεραστίων οφειλών προς τρίτους, που άλλωστε αορίστως αναφέρονται (προσπάθειες και ενέργειες) στους εγγράφως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς. Από το γεγονός και μόνον ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες δεν οδηγεί στην πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι από μεγάλη ένδεια δεν κατέβαλαν τις οφειλόμενες εισφορές, που μάλιστα αφορούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, ο μάρτυρας υπεράσπισης αναφέρει 600 εργαζομένους. Από το στοιχείο τούτο σε συνδυασμό με την έλλειψη αποδεικτικού στοιχείου περί της προσπάθειας των κατηγορουμένων περί κάλυψης οφειλών προς άλλους πιστωτές κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του έτους 2002 που ερευνάται στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του ΠΚ. Περαιτέρω, με τους εγγράφους ισχυρισμούς τους οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι όλες οι εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης ασκούντο μόνο από τη δευτέρα κατηγορουμένη, σύμφωνα με το τελευταίο δημοσιευμένο στο ΦΕΚ πρακτικό Δ.Σ., υπ' αρ. 9481/00 ΦΕΚ, ότι αυτή και μόνον είχε δικαίωμα πρόσληψης ή απόλυσης εργαζομένων, διεκπεραίωνε πληρωμές εργαζομένων, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος είχε αναλάβει τον τομέα πωλήσεως της εταιρίας, απουσίασε μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό, αναπλήρωνε κατά το καταστατικό τη δευτέρα κατηγορουμένη σε περίπτωση κωλύματος της και μόνον, γεγονός που δεν συνέβη και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, σύζυγος της δευτέρας είχε τυπική και μόνον συμμετοχή στο Δ.Σ. της εταιρίας. Όμως, από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ τεύχος ΤΑΕ & ΕΠΕ υπ' αρ. 9481/16-10-2000 προκύπτει ότι το Δ.Σ. της εταιρίας εξελέγη στις 29-8-2000 για θητεία 3 ετών και αποτελείτο από τους 1)Κ. Λ. ως Πρόεδρο, 2)Χ. Λ. - Λ. ως Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο, 3)Σ. Λ. ως μέλος, δηλαδή και τους τρεις κατηγορουμένους. Περαιτέρω, αναφέρει στο κεφάλαιο εκπροσώπηση της εταιρίας, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 20 του καταστατικού αναθέτει στην Αντιπρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο την ενάσκηση των δικαιωμάτων αυτών στο σύνολο τους και σε περίπτωση κωλύματος της στον Πρόεδρο του Δ.Σ. και στο κεφάλαιο παροχή δικαιώματος υπογραφής δυνάμει του άρθρου 20 του καταστατικού παρέχει δικαίωμα υπογραφής 1.στον Κ. Λ. και 2.στην Χ. Λ.-Λ. με δικαίωμα με τη σφραγίδα της εταιρίας και με μία από τις παραπάνω υπογραφές να εκδίδουν επιταγές, οπισθογραφούν αυτές, αναλαμβάνουν χρήματα, χρηματόγραφα, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια, παραλαμβάνουν φορτωτικές, συμβάλλονται με τις τράπεζες για άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων, τη σύναψη ή τροποποίηση συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού, την έκδοση εγγυητικών επιστολών, να δίδουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της εταιρίας, να συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις και να κάνουν χρήση αυτών, εξουσιοδοτούν υπαλλήλους της εταιρίας για παραλαβή χρημάτων και αντικειμένων από το Δημόσιο, Τράπεζες, Οργανισμούς κλπ. Επίσης, στην κατάθεση του ο μάρτυρας υπεράσπισης, τέκνο των δευτέρας και πρώτου κατηγορουμένων αναφέρει ότι τη διοίκηση την είχε η μητέρα του η οποία έπαιρνε τις αποφάσεις για τους εργαζομένους, ενώ οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι δεν είχαν σχέση με τη διοίκηση, είχαν τις δημόσιες σχέσεις, επισκέπτονταν πελάτες, πήγαιναν στα εργοστάσια για επίβλεψη, ενώ επίσης καταθέτει για καθημερινή παρουσία και των τριών κατηγορουμένων στα γραφεία της επιχείρησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι είχαν ενεργό ρόλο στις διοικητικές και οικονομικές αποφάσεις της εταιρίας, μάλιστα οι δύο εξ αυτών (τρίτος και δευτέρα) από το καταστατικό ενεργούσαν όλες τις οικονομικές, διαχειριστικές πράξεις, ενώ η αναφερομένη στους αυτοτελείς ισχυρισμούς δέσμευση της εταιρίας από τη δευτέρα κατηγορουμένη και σε περίπτωση κωλύματος της από τον τρίτο κατηγορούμενο αφορά, όπως αποδείχθηκε, την εκπροσώπηση της εταιρίας και μόνον και όχι διαχειριστικές - οικονομικές ενέργειες. Το γεγονός, δε, ότι κάθε κατηγορούμενος από τους πρώτο και τρίτο ενεργούσε σε άλλο πεδίο, όπως ενασχόληση με πελάτες, επίβλεψη εργοστασίων, δημόσιες σχέσεις, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ευθύνης όλων για την αναφερομένη στο διατακτικό πράξη, αφού όλοι μαζί, καθημερινά, ασχολούντο με όλα τα διαχειριστικά, οικονομικά ζητήματα, ο καθένας σε διαφορετικό πεδίο, καθόσον είναι δυσχερές ένας άνθρωπος και μόνον να περαιώνει όλα τα ζητήματα σε επιχείρηση μεγάλου μεγέθους, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Είναι, λοιπόν, απορριπτέος ο ισχυρισμός των πρώτου και τρίτου κατηγορουμένου ότι η συμμετοχή τους στο Δ.Σ. της εταιρίας ήταν τυπική και μόνον. Κατόπιν των ανωτέρω και απορριπτόμενων και των αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατωτέρω." Στη συνέχεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε, χωρίς το αιτηθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, ενόχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες των αξιόποινων πράξεων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα την 3-10- 2008 τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", και ΑΜΕ ... (ΑΓΜ ...) ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ, είδος επιχείρησης "κλωστοϋφαντουργία", και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο για Δώρο Χριστουγέννων του έτους 2002, στην επιχείρηση τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 89817 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για το Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 59878 €, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 29939€ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση". Όμως, με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την, κατά την παραπάνω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων ως προς τις παραδοχές σχετικά με το χρόνο τέλεσης της πράξης, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί κρίσιμο για την παραγραφή στοιχείο. Και τούτο, διότι ενώ στο σκεπτικό και το διατακτικό γίνεται δεκτό ότι οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες απασχόλησαν, κατά τη χρονική περίοδο για Δώρο Χριστουγέννων του έτους 2002, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, και όφειλαν για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού να καταβάλουν στον ασφαλιστικό φορέα εισφορές, συνολικού ποσού 89.817 ευρώ, μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, ήτοι όφειλαν να καταβάλουν τις εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου 2003, και συνεπώς η διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος είναι η πρώτη ημέρα του μηνός Μαρτίου 2003, εντούτοις το Τριμελές Πλημμελειοδικείο εντελώς αντιφατικά, δέχεται τόσο στο διατακτικό όσο και στο σκεπτικό ότι η πράξη τελέστηκε στις 3-10-2003. Ενόψει τούτων, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, μετά την αντικαταστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 ν. 2408/1996 και η παράγραφος 3 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3346/2005, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β', 370 στοιχ.β' και 511, όπου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ.5 του ν.3160/2003, του ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπάγγελτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης οφείλει μετά την αναίρεση της απόφασης που προσβάλλεται να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 ΚΠΔ ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι ήδη αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ (ΑΝ 86/1967), που, όπως πιο πάνω εξηγείται, αυτές τελέστηκαν την 1 Μαρτίου 2003. Από το χρόνο, όμως, τέλεσης των εν λόγω πράξεων μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση της παρούσας απόφασης παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας, δηλαδή αυτός των πέντε ετών που είναι ο χρόνος παραγραφής των πλημμελημάτων και τα τρία έτη που είναι ο χρόνος αναστολής αυτών. Έτσι το αξιόποινο των προδιαληφθεισών πλημμεληματικών πράξεων έχει εξαλειφθεί, λόγω παραγραφής. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, για τις πιο πάνω πράξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 81638/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων α)Κ. Λ. του Α., β)Χ. Λ.-Λ. του Α. και γ)Σ. Λ. του Π., κατοίκων ..., για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής 1)εργοδοτικών και 2)εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, που φέρεται ότι αυτοί τέλεσαν στην Αθήνα την 1 Μαρτίου 2003, ήτοι το ότι εργοδότες τυγχάνοντες της επιχείρησης με την επωνυμία "ΚΟΤΤΟΝΦΙΛ ΑΒΕΕ", είδος επιχείρησης, "κλωστοϋφαντουργία" και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο για Δώρο Χριστουγέννων του έτους 2002 στην επιχείρησή τους αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), όφειλαν για την ασφάλιση του παραπάνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις πιο κάτω εισφορές, συνολικού ποσού -89.817-ευρώ (εργοδοτικές και εργατικές) μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για της δημόσιες υπηρεσίες του μηνός Φεβρουαρίου 2003. 1)Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού -59.878-ευρώ δεν κατέβαλαν αυτές στον πιο πάνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές και 2)έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (εργατικές) ποσού -29.939-ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσουν στον προδιαληφθέντα Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές (κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του Α.Ν. 86/1967. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος είναι βάσιμος. Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί προσβαλλόμενη απόφαση. Παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 534/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 21/27-1-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με την 197/28-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μουζάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.7819/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Α. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 9/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Ε' Τριμελές Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Όσα περιέλαβε ο κατηγορούμενος σε βάρος του Κ. Α. στην από 30-4-2003 έγκλησή του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει με βεβαιότητα από την υπ' αριθμό 85621/2008 απόφαση του Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη και το υπ' αριθμό 1796/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επίσης έχει καταστεί αμετάκλητος με τα οποία (απόφαση και βούλευμα) κρίθηκε ότι ο Κ. Α. δεν ετέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις. Η ύπαρξη πρόθεσης του κατηγορουμένου εξάλλου, δηλαδή η επίγνωση αυτού ότι τα καταγγελόμενα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα προκύπτει εξάλλου τόσο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία όσο και από την περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία αυτού στην οποία αναφέρει ότι σκοπός της υπό κρίση έγκλησης αυτού ήταν ο εξαναγκασμός του Κ. Α. να παύσει να καταγγέλει τον ίδιο (κατηγορούμενο) για τις χρηματιστηριακές τους δραστηριότητες και όχι για να ελεγχθεί ο πρώτος για τις καταγγελόμενες παράνομες ενέργειες του. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδούς καταμήνυσης κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό πραγματικά περιστατικά".
Στη συνέχεια το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης εφτά μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Ε' Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ.α' , 27 παρ.1 εδ.α', 2 και 229 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται σ'αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον εγκαλούντα και είναι ψευδείς, η γνώση από τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, της αναλήθειάς τους, καθώς και ότι αυτός, με τη ψευδή καταγγελία του απόβλεπε στο να διωχθεί ποινικά ο εγκαλών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μόνος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση, εξάλλου, του λόγου αυτού ότι το Δικαστήριο δεν έκανε συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των απ' αυτά προκυψάντων περιστατικών, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ.1, 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 24 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της 7819/2010 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 516/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητής, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τζανή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 684/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον το Ίδρυμα με την επωνυμία "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στο Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρου.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του Ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παρανόμως ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου η χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Περαιτέρω, από το άρθρο 263α του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1738/1987, προκύπτει, ότι για την εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτό άρθρων, στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 258 ΠΚ, ως υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 εδ. α' ΠΚ και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα, εκτός άλλων περιπτώσεων και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου ή από Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Τέτοια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου είναι και τα ορφανοτροφεία, τα οποία κατά το άρθρο μόνο του αν. 143/1967 επιχορηγούνται από το κράτος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 684/2010 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Ο κατηγορούμενος, Γ. Β. του Θ., στο … και κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2003 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του 2005 υπηρετώντας ως Διευθυντής στο Ορφανοτροφείου Βόλου και ενώ του είχε ανατεθεί από το Δ.Σ. η αρμοδιότητα να εισπράττει τα έσοδα του άνω Ιδρύματος που προέρχονταν από τις μισθώσεις ακινήτων, τροφεία και δωρεές, αυτός παρόλο που εισέπραξε κατά τα κάτωθι χρονικά διαστήματα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, δεν τα κατέθεσε στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό του Ιδρύματος που τηρούνταν στις Τράπεζες Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα: 1) το μήνα Απρίλιο του 2003 ποσό 293,47 ευρώ, 2) το μήνα Ιούνιο του 2003 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 3) το μήνα Ιούλιο του 2003 ποσό 1867.36 ευρώ από ενοίκια, 4) το μήνα Ιανουάριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια και ποσό 500 ευρώ από δωρεές, 5) το μήνα Φεβρουάριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 6) το μήνα Μάρτιο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 7) το μήνα Ιούνιο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 8) το μήνα Ιούλιο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 9) το μήνα Νοέμβριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 10) το μήνα Δεκέμβριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια και ποσό 911,40 ευρώ από επιχορήγηση ΟΑΕΔ, 11) το μήνα Ιανουάριο του 2005 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 12) το μήνα Φεβρουάριο του 2005 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 13) το μήνα Ιούλιο του 2005 ποσό 1071 ευρώ από δωρεές και 14) το μήνα Αύγουστο του 2005 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, ήτοι συνολικά ποσό 25.184,19 ευρώ που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τελέσεως της ανωτέρω πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.
Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 α και ε Π. Κ. καθώς και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2δ Π.Κ. που αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως.". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, στο … και κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2003 μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του 2005 με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος, παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που έλαβε λόγω της ιδιότητας του: Ειδικότερα, υπηρετώντας ως Διευθυντής στο Ορφανοτροφείο Βόλου, κι ενώ του είχε ανατεθεί από το Δ.Σ. η αρμοδιότητα να εισπράττει τα έσοδα του άνω Ιδρύματος που προέρχονταν από μισθώσεις ακινήτων, τροφεία και δωρεές, αυτός παρόλο που εισέπραξε κατά τα κάτωθι χρονικά διαστήματα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, δεν τα κατέθεσε στον ειδικό τραπεζικό Λογαριασμό του Ιδρύματος που τηρούνταν στις Τράπεζες Εθνική. Τράπεζα της Ελλάδος και ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα: 1) το μήνα Απρίλιο του 2003 ποσό 293,47 ευρώ, 2) το μήνα Ιούνιο του 2003 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 3) το μήνα Ιούλιο του 2003 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 4) το μήνα Ιανουάριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια και ποσό 500 ευρώ από δωρεές, 5) το μήνα Φεβρουάριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 6) το μήνα Μάρτιο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 7) το μήνα Ιούνιο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 8) το μήνα Ιούλιο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 9) το μήνα Νοέμβριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 10) το μήνα Δεκέμβριο του 2004 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια και ποσό 911,40 ευρώ από επιχορήγηση ΟΑΕΔ, 11) το μήνα Ιανουάριο του 2005 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 12) το μήνα Φεβρουάριο του 2005 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, 13) το μήνα Ιούλιο του 2005 ποσό 1071 ευρώ από δωρεές και 14) τον Αύγουστο του 2005 ποσό 1867,36 ευρώ από ενοίκια, ήτοι συνολικά ποσό 25.184,19 ευρώ που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 § 2α Π.Κ.) και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 § 2 ε Π.Κ.).".
Στη συνέχεια του επέβαλε φυλάκιση πέντε μηνών με τριετή αναστολή. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρία αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού και ορθώς εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στο αιτιολογικό ως και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με την ιδιότητα του διευθυντή του Ορφανοτροφείου Βόλου, το Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου τού είχε αναθέσει και την αρμοδιότητα να εισπράττει τα έσοδα του ορφανοτροφείου από μισθώσεις ακινήτων, τροφεία και δωρεές. Διαλαμβάνεται ειδικότερα ότι ενήργησε ως υπάλληλος του ορφανοτροφείου τούτου, το οποίο ιδρύθηκε με το βδ. 16/ 1973, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, και περαιτέρω επιχορηγείται από το Ελληνικό Κράτος, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο μόνο του άνω αν. 143/ 1967, περί συστάσεως ειδικού λαχείου υπέρ κοινωνικής αντιλήψεως, κατά το οποίο, το καθαρό προϊόν του λαχείου τούτου περιέρχεται εις το Δημόσιον και διατίθεται δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικής Πρόνοιας εν όλω και αποκλειστικώς δια σκοπούς Κοινωνικής Αντιλήψεως και πράγματι το ορφανοτροφείο τούτο κατά τα έτη 2003, 2004 και 2005 επιχορηγήθηκε από το καθαρό δημόσιο αυτό προϊόν όπως προκύπτει από τις Π2Β/ ΓΠ/ 114424/ 10-12-2003, την Π2Β/ ΓΠ/ οικ/ 17180/ 1-12-2003 και Π2Β/ ΓΠ/ οικ 48920/ 2004 κοινές αποφάσεις των άνω Υπουργών και τις από 26-9-2003 και 8-2-2005 αποφάσεις του Διευθυντή Πρόνοιας της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Μαγνησίας κατά τον ν. 2218/1994 (ίδρυση Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης).
Συνεπώς, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων ως ενεργητικό υποκείμενο του άρθρου 258 σε συνδυασμό με το άρθρο 263α στοιχ. δ' ΠΚ και όχι του εγκλήματος του άρθρου 375 ΠΚ. Επομένως, οι συναφείς περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν έρευνα στην πριν την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, ήτοι με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Συνεπώς, κάθε ακυρότητα ή άλλη πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, διότι μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και παύει να ισχύει, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας ή άλλης πλημμέλειας της πρωτόδικης δίκης και έτσι δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 2075/ 2008, 203/ 2004). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου) ο αναιρεσείων προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της έμπρακτης μετάνοιας (άρθρο 379 παρ. 32 ΠΚ). Το Πλημμελειοδικείο τούτο με την πρωτόδικη 1468/2008 απόφασή του απέρριψε τον αυτοτελή τούτο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την διαλαμβανόμενη σε αυτή αιτιολογία. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση χωρίς όμως να παραπονείται ειδικώς για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του.
Συνεπώς, κάθε πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης καλύφθηκε με την παραδοχή της έφεσης. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό του. Έτσι το Εφετείο Λάρισας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ανωτέρω μη υποβληθέντα ενώπιόν του αυτοτελή ισχυρισμό της έμπρακτης μετάνοιας. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς δέχτηκε ότι η πράξη αυτή του αναιρεσείοντος φέρει το χαρακτήρα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ. Όθεν, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου παρ. 1 στοιχ. Η' τελευταίος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ιδρύματος "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥ" και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. Α ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2010 αίτηση του Γ. Β. του Θ., κατοίκου ... για αναίρεση της 684/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ιδρύματος με την επωνυμία "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ ΒΟΛΟΥ" εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Ως υπάλληλος θεωρείται, είναι εκείνος που εργάζεται στα ορφανοτροφεία, τα οποία κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 143/1967 επιχορηγούνται από το κράτος. Μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για την κατ’ ουσία έρευνα στην πριν την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς κάθε ακυρότητα ή άλλη πλημμέλεια της πρωτόδικης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διότι, με την τυπική παραδοχή της έφεσης η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και παύει να ισχύει, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 514/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Mιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.3214/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Χ. Β. του Φ., 2)Ε. Μ. του Γ., 3)Λ. Σ. του Π., 4)Γ. Κ. του Γ. και 5)Χ. Γ. του Ε..
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 19/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 38/9-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3214/2010 βούλευμά του παρέπεμψε τον Π. Ε. Γ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως παράβασης καθήκοντος από κοινού (άρθρ. 45, 259 ΠΚ), που τέλεσε στο ... την 24-12-2005. Το βούλευμα επιδόθηκε σ' αυτόν στις 8-12-2010 και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 3-12-2010, ενώπιον του γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την υπ' αριθμ. 2/2010 αίτηση αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ. 1, 484 παρ. 1α' ΚΠΔ ) -βλ. έκθεση αναίρεσης- . Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ -όπως αντικ. και ισχύει με το άρθρο 41 παρ. 1 ν. 3160/2003 ΦΕΚ 165Α/30-6-2003 "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: (α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ...". Επομένως στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναίρεσης μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα (ή και για κακούργημα) - βλ. και ΑΠ 1401/2004 - χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρα 4, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 αυτού), στο άρθρο 6 παρ. 1 Ευρ ΣΔΑ ή το άρθρο 14 παρ. 5 Διεθνούς συμφώνου και 2 παρ. 1 του 7ου πρωτοκόλλου της Ευρ ΣΔΑ (βλ. ΑΠ 209/2005, ΑΠ 2000/92, ΑΠ 786/93, ΑΠ 1377/2005 κ.α.). Επειδή το έγκλημα για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων είναι πλημμέλημα ( αρ. 18, 19, 45, 259 ΠΚ). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σ' αναίρεση.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθ. 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως (α) κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 2/2010 αίτηση αναίρεσης του Π. Γ. του Ε., κατοίκου ..., κατά του 3214/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και (β) Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 482 ΚΠΔ όπως ίσχυε πριν το ν. 3094/ 2010 (έναρξη ισχύος του τελευταίου από 23-12-2010) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προσβαλλόμενο 3214/2010 βούλευμα του παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως παράβασης καθήκοντος από κοινού που φέρεται ότι τέλεσε στο ... στις 24-12-2005, ήτοι για πλημμέλημα. Όθεν, η υπό κρίση αναίρεση του ανωτέρω στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνεπώς ενόψει και του ότι ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων κατά τη σχετική σημείωση του Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας πρέπει η αίτηση του να απορριφθεί ως απαράδεκτη και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/3-12- 2010 αίτηση του Π. Γ. του Ε., κατοίκου ... για αναίρεση του 3214/ 2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πριν το Ν. 3094/2010 ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος όταν τον παρέπεμπε για κακούργημα και όχι για πλημμέλημα. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για πλημμέλημα.
| null | null | 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 513/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Π. Ι. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, περί αναιρέσεως της 5254/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1399/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικ. με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως του. Κατά της αποφάσεως δε που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνος της έλλειψης αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξ άλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το χρόνο της άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερα προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερη βία, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία ασκήσεώς της (άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτίνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει υποχρεωτικά να προβάλλονται με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, υποχρεωτικά πρέπει να προβάλλεται με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας δικαιολογούντα το εκπρόθεσμο της άσκησης της εφέσεώς του. Αν με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως ακόμη και σε άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενοι στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ προσώπων, προς τον Δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο Δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ. Τόπος δε της κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που έχει τυχόν ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί σ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται αυτός που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ 5254/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του εκκαλούντος- κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από συνήγορο, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. ΑΜ 2523/20088 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Από τη σχετική υπ' αριθμ. 561/30-3-2010 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλλει με αυτή ότι η εκκαλούμενη απόφαση ακύρως επιδόθηκε σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής, αφού εκείνος κατά τον χρόνο της επίδοσης είχε γνωστή κατοικία και διαμονή στην ..., οδός ... 43. Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση του ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Προς απόδειξη δε του παραπάνω ισχυρισμού του εξέτασε μάρτυρα στα ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσκόμισε έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν. Το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο απέρριψε την έφεση του ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την εξής αιτιολογία: " Από τη σχετική με την απόδειξη αιτιολογία, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με όσα ισχυρίσθηκε η συνήγορος του απολειπόμενου εκκαλούντος, προκύπτουν τα κάτωθι: Με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. ΑΜ 2523/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για παράβαση του Ν. 1882/1990, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίους. Η απόφαση αυτή του επιδόθηκε στις 17/6/2008 ως αγνώστου διαμονής (βλ. το από 17/6/2008 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της εισαγγελίας Πειραιά ...) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 30/3/2010 (βλ. την υπ' αριθμ. 561/2010 έκθεση έφεσης), δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρο 473 παρ. 1 εδ β του ΚΠΔ). Ο κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης ισχυρίζεται στη σχετική έκθεση ότι "ουδέποτε έλαβα γνώση της εκκαλούμενης απόφασης έως την 29/3/2010 οπότε και συνελήφθη από το ΑΤ .... Επίσης δεν έλαβα γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος, ενώ ουδέποτε υπήρξα αγνώστου διαμονής, αλλά γνωστής και συγκεκριμένα κατοικώ τουλάχιστον τα τελευταία 10 έτη στην ως άνω δηλωθείσα διεύθυνση". Όμως από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι ορθώς και νομίμως επιδόθηκε στον κατηγορούμενο η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής στην οδό ... στον ..., που προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας (αναγραφόταν στην μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ...), εν όψει του ότι ο ίδιος δεν είχε απολογηθεί κατά την προανάκριση. Σημειώνεται ότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο διεύθυνση επί της οδού ... 43 στη ..., δεν ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης (17/6/2008) γνωστή στην Εισαγγελική αρχή που την παρήγγειλε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ΑΜ 2523/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, παρατίθενται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη (κατάθεση του μάρτυρα και τα αναγνωσθέντα έγγραφα) που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι νομίμως έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 α του ΚΠΔ στην επί της οδού ... στον ... τελευταία γνωστή διαμονή του στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση, η οποία (τελευταία διαμονή) προέκυπτε από την μηνυτήρια αναφορά που είχε υποβάλλει εναντίον του ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ .... Επίσης παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος επίδοσης της απόφασης, που είναι η 17/6/2008, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση καθώς και ο χρόνος άσκησης της έφεσης, που είναι η 30/3/2010.
Κατ' ακολουθίαν των αναφέρω, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ως εκπρόθεσμη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/10/2010 αίτηση του Π. Ι. του Λ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 5254/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 502/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ.Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουκοδήμο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 70502/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 66/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε: α) να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 70502/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε κατ' έφεση σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών για ανέγερση κτίσματος, χωρίς άδεια της αρμοδίας πολεοδομικής αρχής (άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983), πράξη που τέλεσε στο ... από τις αρχές Ιουνίου 2003 έως 26 Ιουνίου 2003. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης σε σχέση με την απόρριψη του περί παραγραφής αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέτεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων που του απεδίδοντο μεταξύ των οποίων και της άνω πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, ισχυριζόμενος ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς αυτόν ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, ότι η ακυρότητα αυτή που προτάθηκε και με την έφεσή του δεν καλύφθηκε, αφού ουδέποτε έλαβε γνώση της δικάσιμου κατά την οποία εκδόθηκε ερήμην του η πρωτοβάθμια απόφαση για να εναντιωθεί στην πρόοδο της δίκης και συνεπώς κατά τον ισχυρισμό του ουδέποτε ανεστάλη η παραγραφή της πράξεως αυτής κατά το άρθρο 113 παρ. 2 ΠΚ, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επί του αυτοτελούς τούτου ισχυρισμού του, ο οποίος προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο με την επίκληση των περιστατικών που τον στήριζαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του ουδεμία αιτιολογία διέλαβε.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι βάσιμος. Μάλιστα δε, καίτοι η ασκηθείσα έφεσή του ήταν εκπρόθεσμη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε καμία αιτιολογία χαρακτηρίζοντας την έφεση ως εμπρόθεσμη.
Συνεπώς, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου της αίτησης περί εσφαλμένης ερμηνείας των περί παραγραφής διατάξεων ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 70502/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Έννοια αυτών. Έλλειψη αιτιολογίας επί τοιούτου ισχυρισμού. Αναιρεί.
| null | null | 2
|
Αριθμός 521/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Νικόλαο Λεοντή (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, για αναίρεση της με αριθμό 291/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κλειδαρά.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει μετά το Ν.1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το 216 για την πλαστογραφία, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών (όπως αυξήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν.2408/1996), επιβάλλεται η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ποινή. Κατά δε το άρθρο 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ'εξακολούθηση, με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον, κατά το αυτό άρθρο, προσδιορισμό του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263α ΠΚ και συνεπώς προστατεύονται από την ανωτέρω διάταξη του Ν.1608/1950, υπό την έννοια ότι τα κατ' αυτών διαπραττόμενα εγκλήματα τιμωρούνται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων του Ν.1608/1950, κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, είναι και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, εφόσον το όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από το δράστη των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν.5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 291/2007 απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, αναφέροντας κατά κατηγορία τα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα για το αποδιδόμενο στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση: "ο κατηγορούμενος διέθετε στην κατοχή του τις παρακάτω αναφερόμενες τρείς λευκές επιταγές, οι οποίες είχαν αφαιρεθεί με κλοπή από το δικαιούχο αυτών Α, κάτοικο ..... . Ο κατηγορούμενος τις λευκές αυτές επιταγές συμπλήρωσε κατά τα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα στοιχεία τους, χωρίς εντολή ή συναίνεση του δικαιούχου αυτών Α, από το "μπλόκ" του οποίου είχαν αφαιρεθεί....και ειδικότερα α) στην ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία εκδόσεως την 13.4.1993, ποσό 18.470.000 δρχ. ... σε διαταγή Β και υπέγραψε στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου, β) στη ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία εκδόσεως την 8.4.1993, ποσό 14.950.000 δρχ. .... σε διαταγή Γ και υπέγραψε στην θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου και γ) στη ..... επιταγή έθεσε ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία εκδόσεως την 13.4.1993, ποσό 22.600.000 δρχ. .... σε διαταγή Δ και υπέγραψε στη θέση του εκδότη και πρώτου οπισθογράφου. Με την κατάρτιση των πλαστών αυτών επιταγών, συμπληρώνοντας αυτές καθόλα αυτά τα στοιχεία, επεδίωξε και επέτυχε να εμφανισθεί ως νόμιμος κομιστής και δικαιούχος αυτών. Ειδικότερα, τις εν λόγω πλαστές επιταγές εμφάνισε στο κατάστημα ..... της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERBANK EΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία κατά το καταστατικό της έχει την έδρα της στην Ελλάδα (Λεωφ. Κηφισίας 117 - Μαρούσι). Με τη χρησιμοποίηση και εμφάνιση των εν λόγω πλαστών επιταγών, έπεισε τους υπαλλήλους της Τράπεζας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα "ERG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία", η οποία ομοίως εδρεύει στην ημεδαπή, ότι είναι νόμιμος κομιστής και δικαιούχος αυτών. Με την παραπλάνησή τους με τον τρόπο αυτό, επεδίωξε και επέτυχε να εισπράξει το ποσό των εν λόγω επιταγών, συνολικού ποσού ... 56.020.000 δρχ. και κατά την κατηγορία 55.970.000 δρχ., με αντίστοιχο αυτού περιουσιακό όφελος και ισόποση ζημία σε βάρος της περιουσίας της Τράπεζας ΙΝΤΕRNBANK. Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές στηρίζουν ασφαλώς την κρίση του Δικαστηρίου για ενοχή του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, όπως στο διατακτικό της παρούσας ...". Με βάση τα ανωτέρω το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος δια βλάβης της περιουσίας της ως άνω Τράπεζας, υπερβαίνουσας τα 50.000.000 δρχ. με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 του Ν.1608/1950, αφού δε αναγνώρισε σ'αυτόν το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προμνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια η οποία προεκτέθηκε. Ειδικότερα, εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την εν λόγω κρίση του και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 ΠΚ και 1 παρ. 1 Ν.1608/1950, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου, λόγω ασαφών ή αντιφατικών αιτιολογιών. Περισσότερο συγκεκριμένα, με σαφήνεια και χωρίς οποιαδήποτε αντίφαση, δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ότι το ποσόν της ζημίας που προκλήθηκε στην Τράπεζα ήταν κατά κεφάλαιο ίσο με το άθροισμα του ποσού των τριών επιταγών, ήτοι 18.470.000 + 14.950.000 + 22.600.000=56.020.000 δραχμές, δηλαδή μεγαλύτερο των 50.000.000 δραχμών, παραδοχή κατόπιν της οποίας, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ήταν εφαρμοστέος ο Ν.1608/1950, διότι, τόσον στη μήνυση όσον και στο παραπεμπτικό βούλευμα, ως ζημία της Τράπεζας αναφέρεται το ποσόν των 50.014.639 δραχμών κατά κεφάλαιο και τόκους, εκ των οποίων ποσόν μεγαλύτερο των 14.639 δραχμών αντιστοιχεί σε τόκους, είναι αβάσιμος, καθόσον κρίσιμο μέγεθος ζημίας εν προκειμένω δεν είναι το αναφερόμενο στη μήνυση ή το παραπεμπτικό βούλευμα αλλά εκείνο που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω η απόφαση. Η περαιτέρω, ενυπάρχουσα στα προεκτεθέντα, αιτίαση, ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπολόγισε στην προσβαλλόμενη απόφαση το ποσόν της ζημίας στο προεκτεθέν ποσόν αντί ποσού μικρότερου των 50.000.000 δραχμών, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, καθόσον με την αιτίαση αυτή, προβαλλόμενη υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ δύο λόγοι της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 291/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, το ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία στρεφόμενη κατά Τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή, με ζημία που υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια δρχ. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για την άνω πράξη με εφαρμογή και του Ν. 1608/1950. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 501/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ι. Θ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τεντομά, περί αναιρέσεως της 347/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγων τον Ε. Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1054/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρισή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, ενώ, τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 347/15-1-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και της υπεξαγωγής εγγράφων και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα μηνών (10), την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 10 ευρώ την ημέρα. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2010, με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο συνήγορό του Βασίλειο Τεντόμα και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 14 Απριλίου 2010, με αύξοντα αριθμό 3715 σύμφωνα με την, επί του σώματος της απόφασης, υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα, με χρονολογία 16-6-2010. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, την 11 Ιουνίου 2010, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 10 ημερών, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, ο οποίος συνομολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, επικαλείται ότι για λόγους ανώτερης βίας δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Προκειμένου δε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του αυτό, επικαλείται το γεγονός ότι ο παραστάς κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Βασίλειος Τεντόμας, τον διαβεβαίωσε ψευδώς, ότι είχε ασκήσει εμπρόθεσμα αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως. Ο προβαλλόμενος όμως, λόγος ανώτερης βίας, κρίνεται ως αβάσιμος. Τούτο, γιατί, ναι μεν η από μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου ψευδής διαβεβαίωση του εντολέως του, ότι άσκησε εμπροθέσμως το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, κατά της υφιστάμενης σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως, συνιστά λόγο ανώτερης βίας, όμως, θα πρέπει με την άσκηση του ενδίκου μέσου να παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα που να αποδεικνύουν τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία (ΑΠ 542/2001). Στην προκειμένη δε περίπτωση ο αναιρεσείων, δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ούτε προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο στοιχείο αποδεικτικό του ως άνω ισχυρισμού του. Το πρώτο μόνο, με το από 1-2-2011 υπόμνημά του, ενσωματώνει γραπτή δήλωσή του, που θεωρήθηκε νόμιμα από το ΚΕΠ ..., και στην οποία ο ίδιος επαναλαμβάνει το γεγονός αυτό, δηλαδή την από μέρους του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ψευδή διαβεβαίωση για την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, κατά της προσβαλλομένης με αυτήν αποφάσεως.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2010 αίτηση του Ι. Θ. του Β. και Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 347/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, (άρθρα 476, 473 ΚΠΔ). Δεν προκύπτει η ύπαρξη του λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Απορρίπτει την αίτηση. Επιβάλλει έξοδα.
| null | null | 0
|
Αριθμός 500/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχάλη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 231/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1)Ε. Λ. του Κ., 2)Κ. Λ. του Ε. και 3)Θ. Μ. του Χ..
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 593/2010. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 291/2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, κατ' αρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με τη σχετική δικογραφία, την υπ' αρ. 9/26-3-2010 αίτηση του Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 231/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η υπ' αρ. 103/09 έφεσή του κατά του υπ' αρ. 947/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσ/νίκης για (1) απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, με συνολικό περιουσιακό όφελος και συνολική προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και (2) πλαστογραφία με χρήση από κοινού, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ (αρ. 13 στ', 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1-3 β', 216 παρ. 1-3 β' Π.Κ.). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο (δυνάμει της από 23-3-10 εξουσιοδοτήσεως) του κατηγορουμένου, Βασιλική Τρίκα, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς (βλ. την υπ' αρ. 9/26-3-2010 έκθεση αναίρεσης και τα από 16-3-10 και 23-3-10 αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στο κατηγορούμενο και την αντίκλητο δικηγόρο του αντίστοιχα), σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482 παρ. 1-3 Κ.Π.Δ., με προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139 και 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ.) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης (βλ. αναλυτικά την 9/2010 έκθεση αναίρεσης).
ΙΙ. Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (π.χ. μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε ποιο ή ποια από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. Α.Π. 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.α.). Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 -όπως ισχύει - Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών ) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. Α.Π. 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη - δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.α.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η Εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006,7 ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα - εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ.ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού (αρ. 87 επ. Συντ.). Σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 216 ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλο σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Για την στοιχειοθέτηση, δηλαδή του εγκλήματος, της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλο ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων (ΑΠ 325/1989 Ποιν.Χρον. 39 σελ. 896, ΑΠ 446/89 ΕλΔ 30 σελ. 1421). Με την ως άνω διάταξη δηλαδή προβλέπονται και τιμωρούνται δύο αυτοτελείς και διακρινόμενες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις και δη (α) η κατάρτιση εγγράφου, δηλαδή η σύνθεση εγγράφου, που δεν υπήρχε πριν, από την αρχή από το ενεργητικό υποκείμενο που το εμφανίζει ως προερχόμενο από άλλο πρόσωπο και (β) η νόθευση εγγράφου ή αλλοίωση της εννοίας του, η απόδοση δηλαδή από το ενεργητικό υποκείμενο στο έγγραφο έννοιας διαφορετικής από το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως το είχε συνθέσει ο εκδότης του. Υποκειμενικά, απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 1316/2001 ΠΧρ ΝΒ/531). Επιπλέον, η παρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ μορφοποιεί το έγκλημα της πλαστογραφίας σε κακούργημα ορίζοντας ότι ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Περαιτέρω, από το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ όπως η παρ. 3 αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 προκύπτει ότι για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και μετά την νέα αντικατάσταση της παρ. 3 από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Επιπλέον από την διάταξη του άρθρου 13 στ του ΠΚ προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 692/2000-Σε συμβούλιο Ποιν.Χρον. ΝΑ /2001 σελ. 47). Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής χωρίς να απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες (ΑΠ 1368/2003 Ποιν.Χρον. ΝΔ /2004 σελ.544) Επιπλέον στην διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν 2721/1999, η δεύτερη παράγραφος, κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που, ανάλογα με το αν το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Τέλος, μεταξύ των εγκλημάτων πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα αδίκημα από το άλλο, δεδομένου ότι το καθένα είναι αυτοτελές, εφόσον η αντικειμενική του υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης.(ΑΠ 1368/2003).
ΙΙΙ. Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Θεσ/νίκης με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 2464/05 Π. Χρ. ΝΣΤ'/626 ) στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετηθείσα Εισαγγελική πρόταση και των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι προέκυψαν τα εξής: Από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της προδικασίας και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, και την απολογία του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) και με βάση την Αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρ. 177 Κ.Π.Δ.) ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της κατηγορίας, προέκυψαν τα εξής: Η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση ξεκίνησε με την έκδοση του πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας με φερόμενο αριθμό ... (αριθμός ο οποίος είναι χρεωμένος στην Αστυνομική Διεύθυνση Ρεθύμνου και δεν είχε ακόμη χορηγηθεί σε πολίτη) από τον Α. Α., ο οποίος κατασκευάζοντας το εν λόγω πλαστό έγγραφο στο οποίο έθεσε τη δική του ταυτότητα ουσιαστικά δημιούργησε ένα ανύπαρκτο πρόσωπο με στοιχεία "Π. Κ. του Ά.", πρόσωπο το οποίο φυσικά ήταν "καθαρό" στον Τειρεσία και στα αρχεία της Εφορίας και των τραπεζών καθώς δεν εκκρεμούσαν σε βάρος του επιβαρυντικά οικονομικά στοιχεία σε αντίθεση με τον ίδιο τον Α. Α. στο όνομα του οποίου, κατ' ομολογία του, εμφανίζονταν δυσμενή στοιχεία από προηγούμενες δραστηριότητες του. Έτσι, μετά την έκδοση του ως άνω πλαστού Δ.Α.Τ. την απόδοση ΑΦΜ και την έναρξη στην εφορία για την ατομική επιχείρηση του "Π. Κ. του Α.", πράξεις που έλαβαν χώρα από τον Α. Α. με την προσκόμιση της πλαστής ταυτότητας την 9.6.2005, ακολούθησε και πάλι από τον ίδιο κατηγορούμενο και με τα ίδια ψευδή στοιχεία που προέκυπταν από την πλαστή ταυτότητα, η έκδοση μπλοκ επιταγών της Τράπεζας "Eurobank-Ergasias", και δη από το υποκατάστημα αυτής που βρίσκεται στην ... και στην οδό .... Η έκδοση της πλαστής ταυτότητας αποσκοπούσε ακριβώς στην έκδοση του μπλοκ αυτού καθώς ο Α., για τον προαναφερθέντα λόγο, δεν θα μπορούσε να εκδώσει μπλοκ επιταγών στο δικό του όνομα. Φυσικά, με τον τρόπο αυτό παρέμενε άγνωστο και το εγκληματικό του παρελθόν. Στη συνέχεια μίσθωσε γραφεία στη ..., επί της οδού ... (βλ. το από 8.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης), αυτή δε ήταν και η έδρα της επιχείρησης του "Κ. Π." που δηλώθηκε στην εφορία καθώς και μια αποθήκη σε παράδρομο της περιφερειακής οδού ..., στο ύψος του .... Μετά από τα παραπάνω ήταν όλα έτοιμα για την έναρξη της δραστηριότητας της επιχείρησης η οποία εξ αρχής αποσκοπούσε όχι βέβαια στο χονδρικό εμπόριο, αλλά στην εξαπάτηση διαφόρων εμπόρων, από τους οποίους η επιχείρηση αγόραζε διάφορα προϊόντα ανεξαρτήτου είδους (συμπεριλαμβανομένων σε αυτά από φορτηγά αυτοκίνητα μέχρι και καλαμπόκι), τα οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους πληρώνονταν με επιταγές προερχόμενες από το παραπάνω μπλοκ και αμέσως μετά μεταπωλούνταν σε άλλους, ανυποψίαστους επίσης αγοραστές σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. Έτσι, καθώς όλες οι εκδοθείσες επιταγές του "Κ. Π." ήταν εξ αρχής ακάλυπτες και φυσικά ουδέποτε πληρώθηκαν, οι κατηγορούμενοι αποκόμιζαν τεράστια συνολικά κέρδη από τις (μετα)πωλήσεις των εν λόγω προϊόντων. Σε αυτό έγκειται και η κύρια πράξη της εξαπάτησης που έπραξαν από κοινού άπαντες οι κατηγορούμενοι και ήταν κοινή πρακτική για όλες τις επιμέρους περιπτώσεις: Αφού εντόπιζαν σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας το υποψήφιο θύμα -έμπορο, έρχονταν σε επαφή μαζί του παριστάνοντάς του ψευδώς ότι συνομιλεί και συζητά το ενδεχόμενο συνεργασίας είτε με τον ίδιο τον "Κ. Π." είτε με κάποιον συνεργάτη του προσώπου αυτού και ότι η επιχείρηση του είναι απολύτως φερέγγυα, εύρωστη και υγιής, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο κατά τα προαναφερθέντα για την επιχείρηση ενός προσώπου ανύπαρκτου. Έτσι έπειθαν τους εμπόρους αυτούς να τους πουλήσουν τα εμπορεύματα τους δεχόμενοι να πληρωθούν με μεταχρονολογημένες επιταγές ανύπαρκτου αντικρίσματος, καθώς μάλιστα μέχρι τότε κανένα δυσμενές οικονομικό στοιχείο δεν υπήρχε στον Τειρεσία για τον φερόμενο αγοραστή και εκδότη των επιταγών "Κ. Π.", συνεπώς κάθε σχετική έρευνα των εμπόρων -πωλητών δεν ήταν δυνατόν να αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβαινε. Βεβαίως, πέραν του Α. και όλοι οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, η συμμετοχή των οποίων στις υπό κρίση πράξεις αρχίζει τον Ιούνιo του 2005, γνώριζαν εξαρχής την πλαστοπροσωπία πάνω στην οποία είχε στηριχθεί όλη η επιχείρηση. Χαρακτηριστικές είναι ως προς αυτό οι από 19.12.2005 και 30.3.2006 καταθέσεις της μάρτυρος Α. Μ., η οποία εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως γραμματέας στην επιχείρηση: Ο Κ. Λ., Ε. Λ. (οι οποίοι είναι κάτοικοι Αττικής) καθώς και έτερο άτομο με το όνομα "Χ.", αρχικά της παρουσιάσθηκαν και αυτοί με ψευδή ονόματα, δήθεν σαν συγγενείς του Κ. Π. και έχοντες το ίδιο επώνυμο, μάλιστα όταν ο Ε. Λ. (υιός του Κ.) της αποκάλυψε την πραγματική τους ταυτότητα, δηλ. το πραγματικό τους επώνυμο, ο πατέρας του εξοργίσθηκε και ζήτησε από την Μ. να καταστρέψει τη σχετική της σημείωση. Αναφέρει επίσης η μάρτυρας ότι "αφεντικά" της επιχείρησης ήταν ο "Κ. Π." (δηλ. ο Α. Α.) και ο Κ. Λ., ο οποίος είναι άτομο σεσημασμένο από την ΕΛ.ΑΣ. και η παρουσία του στα γραφεία της οδού ... επιβεβαιώνεται και από το ανευρεθέν δακτυλικό αποτύπωμα (βλ. το με αριθμ. πρωτ. 200501089785-γ'/28.6.2006 έγγραφο της Υ.Ε.Ε.Β.Ε.) ενώ ο Θ. Μ. ήταν εκείνος που κυρίως έβρισκε πωλητές και έδινε παραγγελίες μέσω FAX, όλοι δε οι κατηγορούμενοι όταν συνομιλούσαν με πελάτες, ανέφεραν το όνομα του Π.. Έτσι οι πωλητές και αγοραστές της εταιρίας, ανεξάρτητα από το πρόσωπο με το οποίο πραγματοποιούσαν την τελική συναλλαγή ή παρέδιδε εις χείρας τους τις επιταγές ή παραλάμβανε τα προϊόντα, θεωρούσαν καταρχήν ότι έχουν συνομιλήσει και συμφωνήσει με τον "Κ. Π.". Η ανεύρεση λοιπόν και πρώτη επαφή με τους εξαπατηθέντες εμπόρους γινόταν από τους Κ. Λ., Ε. Λ. και Θ. Μ. ενώ η συναλλαγή ολοκληρωνόταν τελικά από τον Κ. Π. ο οποίος συχνά συνοδευόταν από έναν εκ των ανωτέρω. Επίσης, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. 1020/449671/3-ιδ/12.3.2007 έγγραφο του Τμήματος Οικονομικών Εγκλημάτων της ΕΛ.ΛΑΣ, ο Θ. Μ. ο οποίος είχε εντοπισθεί και εξετασθεί ήδη από την 15.12.2005, αρνήθηκε τότε να αποκαλύψει τα ονόματα των υπολοίπων συμμετόχων και νυν κατηγορουμένων, γεγονός που φυσικά συνέβαλε και στην καθυστέρηση της αποκάλυψης αυτών και στην καθυστέρηση της κατ' αρθρ. 243 § 2 ΚΠΔ προανάκρισης η οποία, λόγω και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης είχε διάρκεια περίπου 1,5 έτος (από το Δεκέμβριο του 2005 μέχρι και την 12.3.2007 οπότε και υποβλήθηκε η δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης). Ακόμη όμως και σήμερα δύο εκ των κατηγορουμένων και δη τα άτομα με τα ονόματα "Β." και "Κ." παραμένουν άγνωστα, καθώς κατ' ουσία δεν δόθηκαν καθόλου στοιχεία από τους κατηγορουμένους για τα πρόσωπα αυτά κατά τη διάρκεια της προδικασίας ώστε να καθίσταται εφικτός ο εντοπισμός τους. Μόνον για τον "Β." ο κατηγορούμενος Α. αναφέρει ότι πρόκειται για κάποιov "Β. Μ." α.λ.σ. χωρίς όμως να δίδεται οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση ικανή για την εξατομίκευση του προσώπου αυτού και χωρίς καν να είναι βέβαιο ότι έστω και τα στοιχεία αυτά είναι πραγματικά. Συνολικά, εξιχνιάστηκαν οι εξής περιπτώσεις εμπόρων που εξαπατήθηκαν από τους κατηγορούμενους: (1) η περίπτωση του Α. Κ. από τον οποίο και την επιχείρηση του "Πράσινο Μονοπάτι" οι κατηγορούμενοι αγόρασαν στην ..., την 6.9.2005 εμπορεύματα - αγροτικά προϊόντα (ντοματοπολτούς, σάλτσες, χυλοπίτες,) αξίας ποσού 6.964,20 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα την υπ' αριθμ. ... ισόποση επιταγή της τράπεζας Eurobank η οποία ήταν ακάλυπτη (2) η περίπτωση του Μ. Μ. από τον οποίο και την επιχείρηση του "MM Ελλάς ΕΠΕ" με έδρα το ... αγόρασαν στη ... την 19.10.2005 εμπορεύματα (ελαιόπανα, δίχτυα ελιάς ) αξίας συνολικού ποσού 25.000 ευρώ, έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα την υπ' αριθμ. ... ισόποση επιταγή της τράπεζας Eurobank. Μέρος, (δείγματα) της ποσότητας των ελαιόπανων βρέθηκε και κατασχέθηκε αργότερα και δη την 24.12.2005 στη ... στην επιχείρηση του Ε. Μ. (3) η περίπτωση της εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Σ. Α. Α.Ε." από την οποία αγόρασαν στη ..., την 3.11.2005 με παρακράτηση της κυριότητας δύο μεταχειρισμένους ελκυστήρες (τράκτορες) μάρκας Scania και Volvo αντίστοιχα και ένα μεταχειρισμένο επικαθήμενο όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων μάρκας Traitor, αξίας συνολικού (και υπολειπομένου μετά την καταβολή 1700 € μετρητοίς) ποσού 34.000 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα τις υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Eurobank ποσού 4.000 €, ... επιταγή της τράπεζας Eurobank ποσού 15.000 €, και ... επιταγή της τράπεζας Eurobank ποσού 15.000 €. (4) η περίπτωση του Σ. Μ. από τον οποίο αγόρασαν στη ..., την 17.11.2005 με παρακράτηση κυριότητας ένα φορτηγό αυτοκίνητο αξίας ποσού 29.040 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα την υπ' αριθμ. ... ισόποση επιταγή της τράπεζας Eurobank. To παραπάνω όχημα, ανεβρέθηκε τελικά στον ..., καθώς παρά το γεγονός ότι κατά την πώληση του στον "Κ. Π." είχε γίνει παρακράτηση κυριότητας, οι κατηγορούμενοι το πούλησαν την 12.1.2006 στον Π. Μ. έναντι ποσού 19.635 €, για το σκοπό δε αυτό είχαν προηγουμένως πλαστογραφήσει το βιβλίο μεταβολών του αυτοκινήτου κατά τα προαναφερθέντα, ώστε να φαίνεται ότι δεν υπήρχε παρακράτηση της κυριότητας από τον Μ.. (5) η περίπτωση του Δ. Κ. από τον οποίο και την επιχείρηση "Μ. Α. - Α. Π. - Α. Λ. ΟΕ" της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος αγόρασαν στα ... την 22.11.2005 έναν μεταχειρισμένο ελκυστήρα για οδούς (τράκτορα) και ένα μεταχειρισμένο επικαθήμερο όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων (καρότσα) αξίας 15.000 € ενώ την 27.11.2005 άλλο ένα μεταχειρισμένο επικαθήμενο όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων (καρότσα) συνολικής αξίας όλων των ανωτέρω ποσού 23.000 € έναντι του οποίου κατέβαλαν στον ως άνω παθόντα ισόποσες επιταγές οι oποίες ήταν επίσης ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (6) η περίπτωση του Ε. Β. από τον οποίο (που εκπροσωπούσε την έμπορο αυτοκινήτων σύζυγο του Σ. Π.) αγόρασαν στα ... την 28.11.2005 ένα φορτηγό αυτοκίνητο μάρκας Scania καθώς και μία επικαθήμενη πλατφόρμα μάρκας CRONE , καταβάλλοντος αντίστοιχα ισόποσες υπ' αριθμ. ... της τράπεζας Eurobank εκδόσεως του Κ. Π., καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Alpha Bank έκδοσης του Δ. Δ. του Ν., oι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (7) η περίπτωση του Ι. Α. από τον οποίο αγόρασαν στο ... περί τα τέλη Νοεμβρίου 2005 110 τόνους καλαμποκιού, αξίας συνολικού ποσού 17.360 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα κατόπιν οπισθογράφησης του "Κ. Π." τις υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 5.000 και 12.360 € αντίστοιχα έκδοσης της εταιρίας "Μακεδόνες" -Π. και Σια ΟΕ oι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες, καθώς μάλιστα η παραπάνω εκδότρια εταιρία είχε εκδώσει σωρεία άλλων ακάλυπτων επιταγών (8) του Κ. Β. από τον οποίο αγόρασαν στο ... την 3.12.2005 187 τόνους καλαμποκιού, αξίας συνολικού ποσού 25.044 € έναντι του οποίου παρέδωσαν στον ως άνω παθόντα κατόπιν οπισθογράφησης του "Κ. Π." τις υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς έκδοσης ίδιας ως άνω εταιρίας "Μακεδόνες" - Π. και Σια ΟΕ καθώς και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 10.794 € και 14.250 € αντίστοιχα οι οποίες ήταν επίσης ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (9) η περίπτωση του Ν. Μ., νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "Ν. Μ. και Σία Ο,Ε." με έδρα τη ... από την οποία αγόρασαν στη ... με διαδοχικές παραγγελίες τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 2005 βαζάκια τα οποία πούλησαν την 3.12.2005 έναντι ποσού μόλις 3.000 € στον Γ. Β., ο οποίος ακολούθως το μεταπώλησε στην αλβανική εταιρία "Scania Cargo". Ας σημειωθεί και πάλι ότι ο Μ. εντόπισε τον Ιούνιο του 2006 μέρος της ποσότητας του μελιού που είχε πουλήσει στον Π.; στις εγκαταστάσεις του Δ. Δ. στην ... στον οποίο ο Π. είχε πουλήσει μέρος της ποσότητας (μαζί με άλλα προϊόντα) έναντι ποσού 3.723,30 € που πληρώθηκαν μετρητοίς. Η ποσότητα που ανεβρέθηκε - 420 βαζάκια - κατασχέθηκε και αποδόθηκε στον Ν. Μ. ως μεσεγγυούχο. (10) οι κατηγορούμενοι Α. Α. και Θ. Μ., στην ..., τον Σεπτέμβριο του 2005 εξαπάτησαν με τον ίδιο τρόπο και τον Γ. Τ., καθώς με τον ίδιο τρόπο αγόρασαν από αυτόν ένα φορτηγό αυτοκίνητο αξίας 45.000 € το οποίο παρέλαβε ο Α. καταβάλλοντος το ποσό των 8.500 € σε μετρητά ενώ έναντι του υπολοίπου του παρέδωσαν δύο επιταγές η υπ' αριθμ. ... της Eurobank ποσού 16.440 € η πρώτη και η υπ' αριθμ. ... ποσού 27.500 € της Τράπεζας Probank η δεύτερη εκδόσεως αμφότερες του "Κ. Π." oι οποίες ήταν ακάλυπτες και δεν πληρώθηκαν. (11) Τέλος, επίσης οι κατηγορούμενοι Α. Α. και. Θ. Μ., στον ... τον Σεπτέμβριο του 2005 εμφανίσθηκαν στην Κ. Σ. (συζύγου του αναφερόμενου υπό στοιχ. (1) εμπόρου Α. Κ. ) από την οποία αγόρασαν 9.400 κιλά ακτινίδια συνολικής αξίας 9.500 Ευρώ, έναντι δε του τιμήματος επρόκειτο να της παραδώσουν ισόποση επιταγή την οποία ωστόσο δεν της παρέδωσαν. Οι παραπάνω πράξεις, που προκύπτουν αβίαστα από τις καταθέσεις των παθόντων, λόγω της ομοιότητας του τρόπου τέλεσης αλλά και του μικρού σχετικά χρονικού διαστήματος εντός του οποίου έλαβαν χώρα αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ενότητα δόλου καθώς εξαρχής η επιχείρηση του Κ. Π. "στήθηκε" με την έκδοση της πλαστής ταυτότητας, την έκδοση ΑΦΜ και την έναρξη στην εφορία, τη μίσθωση του γραφείου και της αποθήκης και την έκδοση του μπλοκ των επιταγών από την τράπεζα Eurobank (μάλιστα αναφέρεται παραπάνω και μία επιταγή του Κ. Π. της τράπεζας Probank), με μοναδικό σκοπό την εξεύρεση και την εξαπάτηση πωλητών και αγοραστών διαφόρων - αγροτικών κατά βάση -προϊόντων με την πληρωμή μεταχρονολογημένων επιταγών. Η μικρή διάρκεια της όλης επιχείρησης ήταν εξαρχής αποφασισμένη ώστε να μην υπάρχει επαρκής χρόνος για την έγκαιρη ανακάλυψη από τις αρχές και τους ιδιώτες της μεγάλης απάτης που είχε σχεδιαστεί και τελεστεί, να μην γίνουν γνωστά τα πραγματικά ονόματα των συμμετοχών και νυν κατηγορουμένων και κυρίως να μην γίνει αντιληπτό ότι οι επιταγές (λήξης από τα τέλη του 2005 και εντεύθεν), με τις οποίες οι κατηγορούμενοι πλήρωναν τα προϊόντα που αγόραζαν, ήταν όλες ακάλυπτες. Είναι επίσης χαρακτηριστική η ευελιξία που επέδειξαν οι κατηγορούμενοι ως προς τα επιμέρους μέσα που χρησιμοποιούσαν καθώς πέραν των επιταγών εκδόσεως του Κ. Π., διέθεταν και άλλες (επίσης εξαρχής ακάλυπτες) επιταγές, κατάφεραν δε με "περίτεχνο" τρόπο να πλαστογραφήσουν δημόσια έγγραφα τα οποία χρησιμοποίησαν όποτε αυτό τους ήταν απαραίτητο, εξαπατώντας ακόμη και τις αρμόδιες αρχές, όλα δε τα παραπάνω στοιχεία, που χαρακτηρίζουν την άρτια οργάνωση του εγκληματικού τους σχεδίου δεικνύουν αναμφισβήτητα σκοπό για πορισμό εισοδήματος και την σταθερή τους ροπή στη διάπραξη εγκλήματος.
Συνεπώς ορθώς έκρινε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ότι υπάρχουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριo του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθεί για τις παραπάνω πράξεις. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. Συντ. και 139 Κ.Π.Δ), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικά δε και εμπεριστατωμένα αιτιολογούνται όλοι οι προβληθέντες ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατ/νου και ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484§1δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: (Α) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία η υπ'αρ. 9/2010 αίτηση του Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αριθ. 231/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης και (Β) να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 484 παρ.1, 509 και 510 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει, στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά στο άρθρο 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, αναφερόμενους η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (άρθρο 476 παρ.1, 513 Κ.Π.Δ). Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή επίκληση του στο αναιρετήριο, αλλά προσαπαιτείται συγκεκριμένη μνεία των νομικών πλημμελειών σε σχέση με αυτόν. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ, προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, της έλλειψης της από το Σύνταγμα και από το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Ως προς δε τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ποιά είναι η αληθινή έννοια της διάταξης αυτής και σε τι συνίσταται η παραβίαση της.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό 9/26 Μαρτίου 2010 έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 231/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο, ύστερα από έφεση του κατηγορούμενου κατά του υπ' αριθμό 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και επικύρωση του τελευταίου από αυτό, με την απόρριψη της, τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος των πράξεων α) της απάτης με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα. Ως λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος( άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα) και β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β'του Κ.Π.Δ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εκθέσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι: " το ως άνω βούλευμα είναι αναιρετέο για έλλειψη της κατά νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως επαρκούς αιτιολογίας της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο πείστηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Με τη διατύπωση αυτή, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, αφού, ενόψει της κατά τα ανωτέρω κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών, ως προς μεν την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως προς δε την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, δεν προσδιορίζεται παντελώς σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής και ποια η αληθής έννοια της.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και την ειδοποίηση της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος, κατά την επί του φακέλου επισημείωση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Πολ. Δικ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. Α. του Ι. και της Ν., κατοίκου ..., και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης βουλεύματος με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία για το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως. Αοριστία λόγων αναιρέσεως. Όταν οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 499/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ι. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 70562/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1549/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 23/01.02.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1α', 476 §1α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ 78/10 αίτηση αναίρεσης του Ι. Ζ. του Δ. και της Α., ετών 55, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 70562/27-9-10 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476 §1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν αυτή ασκείται εκπροθέσμως. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Τμήμα Ποινικό ως Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751).
β) Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 507 §1 α' και 473 §§ 1, 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως για τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρ. 504 §1 α' Κ.Π.Δ., αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό για τούτο βιβλίο (Ολ. Α.Π. 6/02, Π.Χρ. ΝΒ' 702). Η προθεσμία αυτή, προκειμένου περί καταδικαστικής απόφασης κατ' έφεση εκδοθείσας, είναι για τον καταδικασθέντα κατ/νο δεκαήμερη, όταν αυτός δικάστηκε ως παρών, (473 §1 α' Κ.Π.Δ.), μη αντικειμένη (προθεσμία) στις διατάξεις των άρθρων 4 και 20 του Συντάγματος ως και 6 της ΕΣΔΑ. (Α.Π. 1999/09, Π.Χρ. Ξ' 662). Παρών στην κατ' έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών - κατ/νος και όταν προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του (άρθρ. 340 §2, 501 §1α', 502 § 1 α' ΚΠΔ), τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του, για να τον εκπροσωπήσει. (Ολ. Α.Π. 8/06, Ποιν. Δ/νη 2006- 1116). Κατά γενική δε του δικαίου αρχή, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην εξαιρετική αυτή όμως περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 §2, 474 §2, 509 § 1 α' Κ.Π.Δ., εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, (εν προκειμένω της αναίρεσης) οφείλει να αναφέρει στην δήλωση ασκήσεώς του τον λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρου 476 §1Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. (Α.Π. 1999/09, Π.Χρ. Ξ' 662)). γ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινόμενης αιτήσεως, με την προσβαλλόμενη 70562/10 απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που εκδόθηκε παρόντος του κατ/νου (εκπροσωπήθηκε δια πληρεξουσίου) και ήδη αναιρεσείοντος, αυτός καταδικάσθηκε για κατ' εξακολούθηση έκδοση ακάλυπτης επιταγής (98 Π.Κ., 79 § 1 Ν. 5960/33), σε φυλάκιση 10 μηνών ανασταλείσα επί τριετία και Χ.Π. 900 ευρώ. Η προσβαλλόμενη ανωτέρω 70562/10 απόφαση, εκδόθηκε την 27-9-10 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων του άρθρ. 473 §3 Κ.Π.Δ., την 2-11-10. Ο αναιρεσείων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω (70562/10) αποφάσεως εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα την 19-11-10 (Παρασκευή), με δήλωσή του ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η 78/10 σχετική έκθεση αναίρεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 474 §1 Κ.Π.Δ. Στην έκθεση αυτή αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την οριζόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, δεκαήμερη προθεσμία αναιρέσεως, ( 2-11-10/12-11-10, Παρασκευή = 10 ημέρες), δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, ούτε γίνεται επίκληση αποδεικτικών μέσων από τα οποία να αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Επομένως η αίτηση αυτή είναι εκπρόθεσμη. δ) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 70562/10 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο), αφού ακούσει τον διάδικο τούτον, ν' απορριφθεί, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, ως απαράδεκτη. Επίσης πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1, 583 §1 Κ.Π.Δ., να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ 78/10 αίτηση αναίρεσης του Ι. Ζ. του Δ. και της Α., ετών 55, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 70562/27-9-10 απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών Β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 1-2-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1 , 473, 474 504, 505 και 510 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκήσει ο κατηγορούμενος είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης αν ήταν παρών στη δίκη. Παρών στην κατ' έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών κατηγορούμενος και όταν προς υποστήριξη της εφέσεως του δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως αλλά δια του συνηγόρου του (άρθρο 340 παρ. 2, 501 παρ.1α, 502 παρ.1α ΚΠΔ, Ολ.ΑΠ 8/2006). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, πλην άλλων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου συνεπώς και της αναίρεσης όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεως του το δικαιολογητικό λόγο της εκπρόθεσμης άσκησής του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία εμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως και ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 15 και 763/ 1987). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 70562/ 27-9-2010, καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που απαγγέλθηκε εκπροσωπηθέντος του κατηγορουμένου δια του πληρεξούσιου του δικηγόρου Αθανασίου Γκόρτσου, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, στις 2-11-2010, όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέως επί της απόφασης αυτής. Η κρινόμενη με αριθ. έκθ. 78/19-11-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα Ι. Ζ. του Δ. με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1 και 473 ΚΠΔ, την 19-11-2010, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση στο βιβλίο τούτο, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, ήτοι η αναίρεση αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως.
Συνεπώς η αίτηση, για τη συζήτηση της οποίας κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατά τη σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της. Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 78/19-11-2010 αίτηση του Ι. Ζ. του Δ., για αναίρεση της 70562/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2001. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παρών στην κατ’ έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών κατηγορούμενος όταν εμφανίσθηκε δια του συνηγόρου του. Είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Έννοια τούτων. Ο ασκών το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει το δικαιολογητικό λόγο της εκπρόθεσμης άσκησής του καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους, άλλως είναι απαράδεκτο. Απορρίπτει αίτηση ως εκπρόθεσμη.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 498/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου,
Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 459-460/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με συγκατηγορούμενο τον Α. Ι. του Ι..
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1583/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 11/28-1-11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 476 §1, 513§ 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 71/14-10-10 αίτηση αναίρεσης του Γ. Δ., κρατουμένου στις φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμ. 459-460/7-10-10 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 4 ετών και 1 μηνός για ληστεία και κλοπή και εκθέτω τα εξής:
1) Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα (473 §1 ΚΠΔ) την 14-10-10, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο (473 § 3 ΚΠΔ) την 2-12-10. Ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα (465 § 1 ΚΠΔ), ενώπιον του Διευθυντή των Φυλακών Πατρών (474 § 1 ΚΠΔ) και περιλαμβάνει ως λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (474 § 2, 510 § 1 Δ' ΚΠΔ). 2) Όμως, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 §2, 474 §2, 476 §1, 509 §1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο αρθρ. 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (αρθρ. 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/02 Π.Χρ. ΝΒ' 691).
3) Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 459-460/7-10-10 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών και 1 μηνός, για ληστεία και κλοπή. Ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Δ/ντή των Φυλακών Πατρών, έχει κατά λέξη ως εξής: «αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του». Ο ανωτέρω λόγος είναι ασαφής, αφού στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται υπό του αναιρεσείοντος, σε ποιο ή ποια συγκεκριμένα σημεία - κεφάλαια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία αφορά τις δύο ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, στρέφεται, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν τηρήθηκαν οι υπό του νόμου για την άσκηση της αναίρεσης νόμιμες διατυπώσεις (474 §2, 476§1 ΚΠΔ).
4) Κατόπιν των προεκτεθέντων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (513§1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 71/14-10-10 αίτηση αναίρεσης του Γ. Δ., κρατουμένου στις φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμ. 459-460/7-10-10 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 4 ετών και 1 μηνός για ληστεία και κλοπή.
Β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα τέλη και έξοδα της ποινικής διαδικασίας. Αθήνα 27-1-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (βλ. Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 459- 460/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων Γ. Δ. καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και ενός (1) μηνός για ληστεία και κλοπή. Ο με την αίτηση αυτή προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης έχει κατά λέξη ως εξής: "Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Ο λόγος αυτός είναι ασαφής, διότι δεν αναφέρεται σε ποιό ή ποιά συγκεκριμένα σημεία της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης στρέφεται ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι κατά τα ανωτέρω, αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν τηρήθηκαν οι υπό του νόμου για την άσκηση της αναίρεσης νόμιμες προϋποθέσεις (άρθρο 474 παρ. 2, 476. παρ 1 ΚΠΔ).
Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ) και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 71/ 14-10-2010 αίτηση του Γ. Δ. του Π., κρατουμένου στις φυλακές ..., για αναίρεση της 459-460/ 2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για το κύρος και το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή παράθεση του κειμένου της διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Για το ορισμένο του λόγου εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 497/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Τ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 6425/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1339/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 τταρ.1 εδ.γ του Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 3 Νοεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και από το με ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως της ..., δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, προς τον αντίκλητο δικηγόρο, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 18-2-2011. Ο ανωτέρω, όμως, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό πρωτ. 12 από 7 Ιουνίου 2010, αίτηση του Ι. Κ. του Τ. και Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 6425/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
| null | null | 0
|
Αριθμός 497/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΡΙΤΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Αναστασιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλακάκι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2008 αίτησή της και τους από 28-7-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 2-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο λόγος αναίρεσης, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι και να απορριφθούν οι υπόλοιποι πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ , 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Είναι δε άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, τα δικαιώματά του. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955, 1, 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατάγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως. Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα περιστατικά: Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία προσέλαβε τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο ), την 1-12-1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολήσει ως διευθυντή στρατηγικού σχεδιασμού, ενώ στη συνέχεια εξαιτίας της σημαντικής του απόδοσης στην εργασία του, τοποθετήθηκε στη θέση του Γενικού διευθυντή αυτής, με αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της λειτουργίας της, τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας κατά το καταστατικό και τις αποφάσεις των οργάνων της. Η εναγομένη μίσθωσε, καταβάλλοντας εξ ιδίων το μίσθωμα, ένα διαμέρισμα στην οδό ... στη ..., όπου και εγκαταστάθηκε ο ενάγων. Παράλληλα, του παραχώρησε τη χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκινήτου μάρκας ΒΜW. Τις παροχές αυτές απολάμβανε ο ενάγων μέχρι τις 10-3-2005, ημερομηνία κατά την οποία η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, αφού προηγουμένως του είχε αφαιρέσει τη πρόσβασή του στο μηχανογραφικό σύστημα αυτής, που αποτελούσε βασικό εργαλείο της εργασίας του, το προσωπικό του e-mail και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χειριζόταν αποκλειστικά ο ίδιος στο γραφείο της στη Αθήνα, ενώ είχε ζητήσει από την ALPHA BANK τη μη περαιτέρω λειτουργία των εταιρικών πιστωτικών καρτών, που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν. Η ανωτέρω καταγγελία κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη ως καταχρηστική με την υπ' αριθμ. 729/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Ο αναιρεσίβλητος τον Ιούλιο του 2005 καταδικάστηκε πρωτοδίκως από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου σε ποινή κάθειρξης 13 ετών για το τροχαίο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 13-4-2003 στην περιοχή των Τεμπών μεταξύ τουριστικού λεωφορείου, που μετέφερε μαθητές, και φορτηγού αυτοκινήτου (ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου), που μετέφερε προϊόντα της εναγομένης και είχε ως συνέπεια το θάνατο 21 μαθητών και τον τραυματισμό άλλων 33 ατόμων. Ενόψει εκδικάσεως εφέσεως του ενάγοντος κατά της ανωτέρω ποινικής αποφάσεως η εναγομένη πρότεινε στο ενάγοντα να εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της στην ποινική δίκη, ακολουθώντας κοινή υπερασπιστική γραμμή με την ίδια, πλην όμως ο τελευταίος δεν συναίνεσε στην πρόταση αυτή. Μετά την άρνηση αυτή του ενάγοντος επακολούθησε η από 7-4-2006 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, η οποία έγινε επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος της εναγομένης από την προηγούμενη καταγγελία και με το σκοπό να αρθεί η υπερημερία της. Είναι αληθές ότι λόγω της αντιδικίας αναφορικά με την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας δημιουργήθηκε κάποια οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων, πασίδηλο όμως είναι ότι κάθε αντιδικία προκαλεί αναπόφευκτα όξυνση μεταξύ αυτών. Εφόσον όμως η όξυνση αυτή δεν υπερέβη τα θεμιτά όρια, μέσα στα οποία πρέπει να εκφράζεται, ήτοι σε πνεύμα ευπρέπειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι καθιστά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, αδύνατη ή δυσχερή την περαιτέρω συνεργασία των μερών. Ειδικότερα, ο ενάγων διεξήγαγε τη σχετική δίκη με κοσμιότητα και κανένα περιστατικό δεν αποδείχθηκε εξαιτίας του οποίου βάσιμα να μπορεί να υποστηριχθεί ότι δημιουργήθηκε τέτοια οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων, που διατάραξε τη μεταξύ τους εμπιστοσύνη και κατέστησε αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία τους. Ενώ μαζί με τον ενάγοντα κατηγορήθηκαν και εν τέλει καταδικάστηκαν και άλλοι υπάλληλοι της εναγομένης, οι οποίοι δεν απολύθηκαν εκ των υστέρων, έχοντας όμως παραστεί στα δικαστήρια με συνηγόρους της επιλογής της εναγομένης, δηλαδή με ενιαία υπεράσπιση. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν επαναπροσλήφθηκε από την εναγομένη μετά την πρώτη καταγγελία, ώστε από τη συμπεριφορά του στην εργασία του να προκύψουν λόγοι που να δικαιολογούν την εκ νέου απόλυσή του με τη δεύτερη επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Η μόνη επαφή που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ήταν η πρόταση εκ μέρους του δικηγόρου της εναγομένης Δημ. Αυγητίδη, το Φεβρουάριο του 2006, όπως ο ενάγων και οι λοιποί υπάλληλοι της εναγομένης, ως κατηγορούμενοι, ακολουθήσουν κοινή υπερασπιστική γραμμή ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, όπου θα εκδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό η υπόθεση του τροχαίου ατυχήματος, πρόταση όμως που ο ενάγων αρνήθηκε. Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι εξαιτίας της προηγηθείσας αντιδικίας διαταράχθηκε η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, είναι απορριπτέος ως προσχηματικός, σε κάθε περίπτωση η τυχόν έλλειψη πνεύματος συνεργασίας οφείλεται στην εργοδότιδα και δεν ανάγεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 42/19-4-2005 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης καταργήθηκε η θέση του ενάγοντος από το οργανόγραμμα της εταιρείας και ότι έτσι δικαιολογείται η μεταγενέστερη απόλυση αυτού. Αντίθετα, η κατάργηση αυτή της θέσης επήλθε ακριβώς γιατί είχε προηγηθεί η από 10-3-2005 (πρώτη) καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ελήφθη η αντίστοιχη απόφαση την 19-4-2005, ήτοι αμέσως μετά την έναρξη της δίκης (21-3-2005) στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου, όπου ήταν κατηγορούμενος ο ενάγων, στοιχεία που προσεπιβεβαιώνουν ότι η κατάργηση της θέσης ήταν προσχηματική, δοθέντος επιπλέον ότι ο κανονισμός εργασίας της εταιρείας που είχε εγκριθεί με το υπ' αριθμ. 320 πρακτικό του ΔΣ, δεν υπέστη αντίστοιχη τροποποίηση και εξακολουθεί να ισχύει. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι: α) συνεπεία των ανωτέρω κατέστη αδύνατη η συνέχιση της συνεργασίας του ενάγοντος με τη διοίκηση της εταιρείας ενόψει και της θέσης αυτού ως Γενικού Διευθυντή της εταιρείας και β) από 19-4-2005 με απόφαση του ΔΣ της εταιρείας καταργήθηκε η θέση του Γενικού Διευθυντή, είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, διότι ή είναι αδύνατη η συνεργασία με τον ενάγοντα ή καταργήθηκε η θέση του Γενικού Διευθυντή, οπότε θα μπορούσε ο ενάγων να επιλεγεί να απασχοληθεί σε άλλη θέση με αντικειμενικά κριτήρια, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, η αναδιοργάνωση της εταιρείας έγινε για πραγματικούς λόγους και όχι προσχηματικά. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εκ μέρους της εναγομένης από 7-4-2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υποκινήθηκε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του τελευταίου, είναι άκυρη ως καταχρηστική και ως άκυρη θεωρείται σαν να μην έγινε. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διάταξης και ειδικότερα, δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ. Μόνη η επιλογή του αναιρεσιβλήτου για διαφορετική υπερασπιστική γραμμή στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, ενόψει και των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αντιδικία των διαδίκων αναφορικά με την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου δημιούργησε όξυνση, η οποία όμως, κατά την ίδια απόφαση δεν υπερέβη τα θεμιτά όρια και δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι καθιστά, κατ' αντικειμενική εκτίμηση, αδύνατη ή δυσχερή την περαιτέρω συνεργασία των μερών, δεν αποτελεί λόγο εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου από την πλευρά των οργάνων της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, το Εφετείο αρκέστηκε για τον χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής και εντεύθεν άκυρης εις μόνο τα ως άνω δεκτά από αυτό γενόμενα περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ότι η καταγγελία αυτή υποκινήθηκε από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, χωρίς, περαιτέρω, να εκτίθενται στην απόφασή του περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η εχθρότητα και η εκδίκηση, ώστε αυτά σε συνδυασμό με τα άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα να καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική υπό την έννοια της προφανούς υπερβάσεως των ανωτέρω αξιολογικών ορίων. Εφόσον, λοιπόν, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, δεν δικαιολογείτο η κατ' εφαρμογή αυτού αποδοχή της περί τούτου ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί του ότι η καταγγελία οφείλεται σε έχθρα και λόγους εκδικήσεως προς το πρόσωπό του και η παραδοχή, εντεύθεν, της ένδικης αγωγής του. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από την παραπάνω διάταξη είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε, ύστερα από αυτά, η έρευνα των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας. Κατά την διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεσή της, ο Άρειος Πάγος, μετά από αίτηση του διαδίκου, που υποβάλλεται είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελείς δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εξοφλητικές αποδείξεις, κατέβαλε αυτή στον αναιρεσίβλητο αφενός το ποσό των 73.857,73 ευρώ στις 12-4-2007 σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 28/2007 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή αφετέρου στις 12-7-2006 το ποσό των 15.382,58 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 889/20067 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Ήδη με αίτηση της αναιρεσείουσας που υποβάλλεται με τις προτάσεις της ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση των άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το αίτημα αυτό της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ειδικής εδώ διάταξης του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που αναιρέθηκε αλλά για εκτέλεση της κηρυχθείσας προσωρινά εκτελεστής πρωτόδικης απόφασης και απόφασης ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα για ποσά που καταβλήθηκαν πριν τη δημοσίευση στις 15-5-2008 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ακόμη δεν είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 236/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο εργοδότης που κατάγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας και έτσι περιήλθε σε υπερημερία μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. - Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με τον σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, είναι νόμω επιτρεπτή και επιφέρει την λύση της εργασιακής συμβάσεως. - Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από τους λόγους ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή κατά τον χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει στην λύση της εργασιακής συμβάσεως και άρση της υπερημερίας του.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 494/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. H. του M. K., κρατουμένου στο Γενικό κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 2964/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/2011.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 15/31.01.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την υπ' αριθ 5913/12-10-2010 αίτηση αναίρεσης του A. H. του M. K. και της B. N., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ' αριθ 2964/18-11-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι εννέα (29) ετών - εκ των οποίων εκτιτέα τα (25) έτη και συνολική χρημ. Ποινή (100.000 €) για ληστεία, βιασμό, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία, οπλοχρησία, αντίσταση, παράνομη είσοδο στη χώρα, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 και 473 §§ 1 και 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι οπουδήποτε διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δέκα ημέρες, και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε, που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα επιδοθεί η καταχωρημένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, όταν, μεταξύ άλλων, σ' αυτό αναφερομένων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που είχε προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, εκείνος που το ασκεί οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του (άρθρο 474§. 2 ΚΠΔ). Ως ανωτέρα βία δε, νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικώς επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 15/1987 και 763/1987, ΑΠ 183/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2964/18-9-2009 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας, του βιασμού, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της οπλοφορίας, της οπλοχρησίας, της αντίστασης, και της παράνομης εισόδου στη χώρα. Η πληττόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του αρθρ 9 Ν 969/79, στις 16/12/2009, οπότε και άρχισε η προθεσμία προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο προαναφερθείς την υπό κρίση αίτηση άσκησε στις 12-10-2010, ήτοι εκπροθέσμως δια δηλώσεως του -, ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματός του που ενδεχομένως θα δικαιολογούσαν την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Επομένως, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 §. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί αυτή, ως απαράδεκτη. Επικουρικά όμως,- για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση ως εμπροθέσμως ασκηθείσα- , αυτή και πάλι θα πρέπει να απορριφθεί για τους παρακάτω λόγους: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται -ως προς το παραδεκτό του -από τους άλλους λόγους αναίρεσης , ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν, από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.Ολ. 19/2001 - ΑΠ.ΟΛ. 2/2002 - ΑΠ 360/2006 -ΑΠ 1842/2007). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει την 2964/18-9-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για έλλειψη αιτιολογίας, και δη κατά λέξη: "επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επιβαλλόμενη Νόμο, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία". Δεν αναφέρονται όμως σ' αυτήν, σε ποιο ή σε ποια συγκεκριμένα κεφάλαια της αιτιολογίας της αποφάσεως, ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε εξειδικεύεται ποια πραγματικά περιστατικά δεν αναφέρονται σ' αυτήν κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις. Έτσι όμως -όπως διατυπώνεται η αίτηση αυτή- είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αόριστος και -ως εκ τούτου- απαράδεκτος. Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων είκοσι (220) €- δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθ.476§1 και 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ 5913/12-10-2010 αίτηση αναίρεσης του A. H. του M. K. και της B. N., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ' αριθ 2964/18-11-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 27-1-2011. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ1 αποφάσεως είναι 10ήμερη και αρχίζει από την έκδοση της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ, ενώ, τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ, συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 2964/18-11-2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε για τις πράξεις της ληστείας, βιασμού, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, οπλοφορίας, οπλοχρησίας, αντίστασης, παράνομης εισόδου στη Χώρα, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 29 ετών -εκ των οποίων εκτιτέα τα 25 έτη- και σε συνολική χρηματική ποινή 10.500 ευρώ. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2009, με παρόντα τον κατηγορούμενο, και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16 Δεκεμβρίου 2009, με αύξοντα αριθμό 2701 σύμφωνα με την, επί του σώματος της απόφασης, υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα, με χρονολογία 3-11-2010. Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως, με δήλωση ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ... την 12 Οκτωβρίου 2010, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 10 ημερών, που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Όμως, στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο ανώτερης βίας, ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε αυτός να ασκήσει την αναίρεση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα (10) ημερών.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του A. H. του M. K. και της B. N., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2964/18-11-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησης (άρθρα 476 και 473 ΚΠΔ). Δεν επικαλείται λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Απορρίπτει την αίτηση.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 495/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου W. A. του F., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 62505/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2010 αίτησή του μετά της από 2 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσης παραίτησής του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 971/2010.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 9 Φεβρουαρίου 2011 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου του Βασιλείου Μίγα, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 1/2011 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από τη με αριθμό 39/2010 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της με αριθ. 62505/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη με αρ. 39 από 1 Ιουλίου 2010 αίτηση του W. A. του F. και Ά.-Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ. 62505/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη.
| null | null | 0
|
Αριθμός 495/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Δ. και 2) Α. Μ. του Π., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούκουτου.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΔΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ", που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρούζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 988/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3770/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρ. 14 § 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της αρχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις, χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Περαιτέρω, με το άρθρ. 24 § 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται.
Συνεπώς, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 946/2010). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 § 3 και 49 του Ν.Δ.496/1974, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό (για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια) είναι δυο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (ΟλΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ 9/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη από 20-12-2005 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από 16-5-1996, ότι αμείβονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και ότι η μη χορήγηση σ' αυτούς της μηνιαίας παροχής των 176 ευρώ δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του Συντάγματος περί ισότητας και ίσης αμοιβής. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την πρόσθετη μηνιαία μισθολογική αυτή παροχή ανερχόμενη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και τις 30-11-2005 στο ποσό των 7.350 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την πιο πάνω αγωγή διαφορές αποδοχών των αναιρεσειόντων του διαστήματος από 1-1-2003 έως και τις 31-12-2003 έχουν παραγραφεί από 16-12-2003, καθώς η άνω αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 22-12-2005 λόγω συμπληρώσεως διετίας από τη γένεσή τους και όχι από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές. Με την κρίση του αυτή παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις 48 § 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, αφού από τις 31-12-2003 (τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές) μέχρι τις 22-12-2005 που επιδόθηκε στο εναγόμενο η ένδικη αγωγή δεν είχε παρέλθει διετία. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι για τις αξιώσεις των εναγόντων που δεν έχουν παραγραφεί, ήτοι από 1-1-2004 μέχρι 30-11-2005 η αγωγή είναι αόριστη, εφόσον δεν αναφέρονται ρητώς σ' αυτήν αν και ποια επιδόματα λάμβαναν οι ενάγοντες στο επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και το ύψος των επιμέρους ποσών, ώστε να γίνει ο υπό του νόμου προβλεπόμενος συμψηφισμός για να κριθεί αν υπερβαίνουν ή υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ μηνιαίως. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 24 § 2 του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή περιέχει τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 118 ΚΠολΔ στοιχεία, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, αφού αυτά είναι θέματα που θα προκύψουν από τις αποδείξεις, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3770/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραγραφή διετής αξιώσεων υπαλλήλων ν.π.δ.δ. - αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν. Δ/τος 496/1975 δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Δεν αποτελούν στοιχεία της αγωγής για καταβολή χρηματικής παροχής ύψους 176 ευρώ η αναφορά σ΄ αυτήν των επιδομάτων που λάμβανε ο ενάγων στο επίδικο χρονικό διάστημα και του ύψους των επιμέρους ποσών, αφού αυτά είναι θέματα που θα προκύψουν από τις αποδείξεις.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 492/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 86716/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 741/2010.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/1/1/2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων χρεών στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία, χρεών προς το Δημόσιο, το νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ. α του Ν. 1882/1990" στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες , στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών , εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα , ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή..." Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η ύπαρξη δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, τούτων, εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Επίσης η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση του αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκπροσωπήσας τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα πληρεξούσιος δικηγόρος του, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ισχυρίστηκε ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια προαίρεσή του, αλλά στην κήρυξή του σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθμ. 777/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε την 6/4/2000, δηλαδή πριν την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, με χρόνο παύσης των πληρωμών την 1/6/1998, όπως και στην κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας που εκπροσωπούσε με την υπ' αριθμ. 1685/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 20/12/2001, με την οποία ορίσθηκε ως χρόνος παύσεως των πληρωμών της η 1/1/2000, οι οποίες του στέρησαν τη διαχείριση τόσο της εταιρικής όσο και της προσωπικής του περιουσίας και στην αδυναμία πληρωμής των χρεών εν όψει και της διάταξης του άρθρου 679 του Εμπ. Νόμου, με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών. Περί του ισχυρισμού του αυτού, αλλά και για την περί ενοχής κρίση του, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την εξής αιτιολογία: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στα ακροατήριο, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στα ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του Ν 2523/1997 και άρθρο 34 παρ. 1 γ' ν. 3220/2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ο κατηγορούμενος ... ενεργώντας με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τα οποία (χρέη) ήσαν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "… ΑΕΒΕ Επεξεργασία-Εμπορία Πατωμάτων-Ξύλινης Σκάλας και Ξυλείας" με έδρα το Δήμο ... Με την παραπάνω ιδιότητα του, που είχε τόσο κατά το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης των χρεών, όσο και κατά το χρόνο που αυτά κατέστησαν απαιτητά, από πρόθεση δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, διάφορα χρέη, που είχαν βεβαιωθεί στις 3/12/2003 με τις υπ' αριθμ. ... (πρώτο έως και ένατο χρέος του πίνακα χρεών), ... (δέκατο χρέος του πίνακα χρεών), ... (ενδέκατο έως και δέκατο ένατο χρέος του πίνακα χρεών) βεβαιώσεις από τη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών σε βάρος της εταιρίας που εκπροσωπούσε, λόγω άσκησης προσφυγών από αυτήν, ήτοι λοιπούς φόρους και χρέη, τα οποία δεν κατέβαλε α) ποσό 207.222,84 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, β) ποσό 409.563 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, γ) ποσό 583.915,37 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, δ) ποσό 642.560,99 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ε) ποσό 653.863,32 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, στ) ποσό 523.796,63 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ζ) ποσό 491.197,91 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, η) ποσό 324.285,39 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, θ) ποσό 299.569,05 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ι) ποσό 663,96 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ια) ποσό 117.006,12 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιβ) ποσό 220.910.9 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιγ) ποσό 204.330,06 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιδ) ποσό 231.486,26 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιε) ποσό 247.212,41 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιστ)ποσό 248.719,68 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιζ) ποσό 181.210.9 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ιη) ποσό 136.902,15 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, και ιθ) ποσό 110.991,87 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο εφάπαξ στις 30/1/2004, ήτοι δεν κατέβαλε συνολικά ποσό 5.835.407,20 ευρώ, του οποίου ο κατηγορούμενος καθυστέρησε την καταβολή πέραν των τεσσάρων μηνών, από την λήξη του χρόνου καταβολής εκάστου των επιμέρους χρεών, ήτοι από 1/6/2004. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αιτιολογημένα τον δόλο του, ισχυριζόμενος ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια προαίρεσή του, αλλά στην κήρυξή του σε κατάσταση πτωχεύσεως, με την υπ' αριθ. 777/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6.4.2000, δηλαδή πριν την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, με χρόνο παύσης πληρωμών την 1/6/1998, όπως και στην κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως της εταιρίας που εκπροσωπούσε με την υπ' αριθμ. 1685/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 20/12/2001, με την οποία ορίσθηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών της η 1/1/2000, οι οποίες του στέρησαν τη διαχείριση τόσο της εταιρικής, όσο και της προσωπικής του περιουσίας, προσεκόμισε δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του και πιστοποιητικά του έτους 2001 της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, από τα οποία δεν προκύπτει η πορεία της πτώχευσης της οφειλέτιδος εταιρίας μετά το έτος 2002, οπότε εισήχθη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με έκθεση του εισηγητή πτωχεύσεων για παύση εργασιών (βλ. απόσπασμα μερίδας με αριθμό ... του Τμήματος Πτωχεύσεων). Ο παραπάνω ισχυρισμός, ο οποίος όπως προεκτέθηκε δεν είναι αυτοτελής, τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον ο δόλος του κατηγορουμένου δεν αναιρείται από την κήρυξη της εταιρίας που εκπροσωπούσε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την προεκτεθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε ορισθεί χρόνος παύσεως των πληρωμών η 1/1/2000, αφού δεν προκύπτει ποια ήταν η πορεία της πτωχευτικής υπόθεσης μετά το έτος 2002 και ποια ήταν η κατάσταση της εταιρίας το έτος 2004, όταν κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι οφειλές της, ώστε να κριθεί αν είχε τη δυνατότητα πληρωμής των χρεών ο κατηγορούμενος, αντιθέτως δε προκύπτει ότι το Δεκέμβριο του έτους 2003 υποβλήθηκαν από αυτόν προσφυγές, για τις οποίες βεβαιώθηκαν τα επίδικα χρέη.
Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης που του αποδίδεται, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε την 1/6/2004, να αναγνωρισθεί δε ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ, καθώς αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την παραπάνω πράξη του λόγω της οικονομικής αδυναμίας του να καταβάλει τα βεβαιωθέντα ποσά, που ανέρχονταν σε ποσό πλέον των πέντε εκατομμυρίων ευρώ, εξαιτίας της οποίας άλλωστε είχε οδηγηθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως τόσο ο ίδιος ατομικά όσο και η εταιρία που εκπροσωπούσε το έτος 2001, ενώ επίσης το έτος 2009 επιδοτείτο ως άνεργος με επίδομα ανεργίας, και όχι από ταπεινά αίτια.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν οφείλονται σε δόλια προαίρεσή του, αλλά στην κήρυξη σε κατάσταση πτωχεύσεως τόσον του ιδίου ατομικά, όσον και της εκπροσωπούμενης από αυτόν ανώνυμης εταιρείας, με τις υπ' αριθμ. 777/2000 και 1685/2001 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 1/6/1998 και 1/1/2000, πριν δηλαδή τη βεβαίωση των χρεών, και στην ένεκα αυτής αδυναμία πληρωμής τους, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 679 του Εμπ. Νόμου με την οποία καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχού για την πληρωμή των πιστωτών μετά την παύση των πληρωμών, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο χρεών, έτσι όπως προτάθηκε, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Και τούτο, διότι δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 και είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως ο ίδιος ατομικά και η εκπροσωπούμενη από αυτόν ανώνυμη εταιρεία με ημέρα παύσεως των πληρωμών προγενέστερη της ως άνω αξιόποινης πράξεως, αφού και στην περίπτωση αυτή ο απαιτούμενος για την υποκειμενική θεμελίωση της αξιόποινης αυτής πράξης δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια αυτής. Ανεξαρτήτως αυτών το δικαστήριο ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ,ότι δηλαδή ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αναιρετικό στοιχείο του δόλου του αναιρεσείοντα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/12/2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 86716/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 17 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως για έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα όσον αφορά το στοιχείο του δόλου, λόγω κήρυξης της Α.Ε. και του ιδίου σε πτώχευση σε χρόνο προγενέστερο. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
| null | null | 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.