text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 491/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου A. D. του A. κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον P. S. του S.. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1363/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 396/29-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την υπ' αριθ 44/5-7-2010 αίτηση αναίρεσης του D. A. του A. και της L. , κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ' αριθ 78/25-72010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρημ. Ποινή (100000€) για κατοχή και πώληση ναρκωτικών κατά συναυτουργία, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: -Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται -ως προς το παραδεκτό του -από τους άλλους λόγους αναίρεσης , ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν, από το δικαστήριο της ουσίας(Α.Π.Ολ. 19/2001-ΑΠ.Ολ. 2/2002-ΑΠ 360/2006 -ΑΠ1 842/2007). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. -Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει την 78/25-72010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρημ. Ποινή (100000€) για κατοχή και πώληση ναρκωτικών κατά συναυτουργία, για έλλειψη αιτιολογίας, και δη κατά λέξη "για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας, η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου", Δεν αναφέρονται όμως σ' αυτήν, σε ποιο ή σε ποια συγκεκριμένα κεφάλαια της αιτιολογίας της αποφάσεως, ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ούτε εξειδικεύεται ποια πραγματικά περιστατικά δεν αναφέρονται σ' αυτήν κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις. Έτσι όμως -όπως διατυπώνεται η αίτηση αυτή- είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αόριστος και -ως εκ τούτου- απαράδεκτος. - Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων είκοσι (220)€- δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρθ.476§1 και 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ 44/5-7-2010 αίτηση αναίρεσης του D. A. του A. και της L., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ'αριθ 78/25-72010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 29-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Με την κρινόμενη με αριθμό 44 από 5 Ιουλίου 2010 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 78/25-5-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε κάθειρξη δώδεκα(12) ετών και σε χρηματική ποινή 100.000 ευρώ, για παράβαση του νόμου περί Ναρκωτικών(κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών από κοινού με σκοπό την εμπορία), ζητεί την αναίρεση αυτής για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει και ειδικότερα " αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Έτσι, όμως, όπως έχει διατυπωθεί γενικά και αόριστα ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω παντελούς αοριστίας αυτού. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνιση του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό 44 από 5 Ιουλίου 2010 αίτηση του D. A. του A. και της L., ήδη κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 78/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 490/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειουσών - πολιτικώς εναγουσών: 1. Δ. Γ. του Π. και 2. Χ.-Γ. Γ. χήρα Π., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 223/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με κατηγορούμενους τους: 1.Α. Γ. του Α. και 2. Ν. Γ. του Σ.. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείουσες - πολιτικώς ενάγουσες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1248/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 419/13-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 485§1, σε συνδ. προς άρθρ. 476§1 εδ. α', 513§1 εδ. α' Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 14/10 αίτηση αναιρέσεως των πολιτικώς εναγουσών Χ. - Γ. χήρας Π. Γ. και της Δ. Γ. του Π., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 223/10 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 485§1, 513§1α' και 476§1α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Τμήμα Ποινικό ως Συμβούλιο), απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης (κατά βουλεύματος), όταν ο ασκών αυτή δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα (δεν νομιμοποιείται) να την ασκήσει. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την (κατά βουλεύματος) αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). Επί πλέον δε μπορεί το ίδιο (ως συμβούλιο) Δικαστήριο, να καταδικάσει τον ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης σε χρηματική ποινή έως 100 ευρώ. β) Κατά το άρθρ. 482§1 εδ. Β' Κ.Π.Δ., (πριν την αντικατάστασή του με τον Ν. 3160/03), ο πολιτικώς ενάγων νομιμοποιούνταν ν' ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος, που αποφαίνονταν να μην γίνει κατηγορία κατά του κατ/νου, ή που κήρυττε την κατ' αυτού ποινική δίωξη απαράδεκτη, ή που έπαυε οριστικά ή προσωρινά την εναντίον του ποινική δίωξη. Με το άρθρο 41§1 Ν. 3160/03 όμως, αντικαταστάθηκε το ανωτέρω άρθρο (482§1 Κ.Π.Δ.) και έτσι πλέον παρέχεται αυτό το δικαίωμα μόνον στον κατ/νο ν' ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο για κακούργημα, ή που έπαυσε προσωρινά την κατ' αυτού ποινική δίωξη. Με βάση τα ανωτέρω, ο πολιτικώς ενάγων, δεν νομιμοποιείται πλέον (δεν δικαιούται) ν' ασκήσει αναίρεση κατά βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, που αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του κατ/νου (Α.Π. 121/10, Ποιν.Δ/νη τ. 13ος, 1077), ή που κήρυξε την κατ' αυτού ποινική δίωξη απαράδεκτη, ή που έπαυσε οριστικά (Α.Π. 1700/09, Π.Χρ. Ξ' 575) ή προσωρινά την εναντίον του ποινική δίωξη. γ) Από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προέκυψαν τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Πειραιώς με το 960/09 βούλευμά του, παρέπεμψε αρμοδίως τους κατηγορουμένους Α. Γ. του Α. και Ν. Α. του Σ., για να δικασθούν για τα κακουργήματα της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης στο δικαστήριο (ο πρώτος - 216§§1 και 3α' 386§§1 και 3β' Π.Κ.) και της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική απάτη (ο δεύτερος - 416§1β' ΠΚ). Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι άσκησαν τις υπ' αριθμ. 101/09 και 102/09 εφέσεις, κατ' άρθρ. 478 Κ.Π.Δ., το δε Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το 223/10 βούλευμά του, δέχθηκε τυπικά και στην ουσία αυτές, και εξαφανίζοντας το πρωτόδικο (960/09 - εκκαλούμενο) βούλευμα, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατ' αυτών, για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Κατά του εφετειακού τούτου βουλεύματος (223/10) στρέφονται οι και σήμερα πολιτικώς ενάγουσες Χ. - Γ. Γ. και Δ. Γ. με την υπό κρίση 14/10 αναίρεσή τους, ζητώντας την αναίρεση τούτου. δ) Με βάση τα ανωτέρω υπό β' εκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως των ανωτέρω πολιτικώς εναγουσών ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθούν αυτές ως διάδικοι, διότι αυτή ασκήθηκε από πρόσωπα που δεν δικαιούνται σε τούτο. Τέλος πρέπει, αφενός μεν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στις ανωτέρω αναιρεσείουσες, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτές και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 14/10 αίτηση αναιρέσεως των πολιτικών εναγουσών Χ. - Γ. χήρας Π. Γ. και Δ. Γ. του Π., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 223/10 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Β) Να επιβληθούν, αφενός μεν τα δικαστικά έξοδα στην καθεμία αναιρεσείουσα, αφετέρου δε να επιβληθεί ομοίως στην καθεμία χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. Αθήνα 23-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ, πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 41 παρ.1 του Ν 3160/30-6-2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων, περιλάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ.2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση, όμως, της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, από το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ' αριθμό 960/2009 βούλευμα, που εξέδωσε, παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς τους κατηγορουμένους Α. Γ. του Α. και Ν. Α. του Σ., για να δικασθούν για τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης ο πρώτος και της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική απάτη ο δεύτερος. Κατά του ως άνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις υπ' αριθμ. 101 και 102/2009 εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθμό 223/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο αφού δέχθηκε τυπικά και στην ουσία τις εφέσεις τους, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με αριθμό 223/2010, άσκησαν οι πολιτικώς ενάγουσες, Χ.-Γ. Γ. και Δ. Γ., την υπ' αριθμό 14 από 10-9-2010 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το βούλευμα, για τους αναφερόμενους στην αναίρεση λόγους, και ειδικότερα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Β, δ και στ του Κ.Π.Δ. Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ Α'/65 της 30-6-2003), από τη χρονολογία ισχύος του παραπάνω νόμου, δεν προβλέπεται πλέον η δυνατότητα του πολιτικώς ενάγοντος να ασκεί αναίρεση κατά βουλευμάτων. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (30-6-2003), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε, από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα (άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, (άρθρ. 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ), τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για την καθεμιά απ' αυτές. Σημειώνεται, ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσεις τις απόψεις της, στο Συμβούλιο τούτο η αντίκλητος των αναιρεσειουσών (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο Κ.Ποιν.Δ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμό 14 από 10-9-2010, αίτηση των πολιτικώς εναγουσών Χ.-Γ. χήρας Π. Γ. και Δ. Γ. του Π., κατοίκων ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 223/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς . Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για καθεμία απ' αυτές. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αναίρεση από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά βουλεύματος μετά την 30-6-2003 (Ν. 3160, άρθρο 41 παρ. 1). Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 489/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Τ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 67261/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, καθώς και στο από 21 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1474/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 10 Δεκεμβρίου 2010 και 16 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Ανδριάνας Σκορδάκη, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως προς αυτόν με θυροκόλληση στη δηλωθείσα στην έκθεση αναιρέσεως διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ..., στην ..., και στον αντίκλητό του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, δικηγόρο Αθηνών και κάτοικο Γλυφάδας (Διαδόχου Παύλου 36), επίσης με θυροκόλληση, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ`αριθ. 71/8 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Π. Τ. του Δ., για αναίρεση της υπ`αριθ. 67261/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 488/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-πολιτικώς ενάγουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΑΘΕΝΣ-ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ-ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο συμβούλιο δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Α. Μ. του Α., κάτοικο .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-πολιτικώς ενάγουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1593/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 46/15.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, της με αριθμό 150/25-11-2010 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΑΘΕΝΣ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ" (ασκηθείσας διά της πληρεξουσίας της δικηγόρου Ευαγελίας Βαμβακοπούλου κατόπιν της 36/19-11-2010 σχετικής εξουσιοδότησης) κατά του με αριθμό 2143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί ν' ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου, από το άρθρο 482§1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλευμάτων είναι 10ήμερη και αρχίζει από την επίδοσή του. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1011/2010 βούλευμά του αποφάνηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της Α. Μ. του Δ. για κακουργηματική απάτη και εξακολούθηση. Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία άσκησε έφεση. Η έφεση αυτό απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο με αριθμό 2143/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά του βουλεύματος αυτού εστρέφεται πλέον η πολιτικώς ενάγουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. ΙΙΙ. Όμως, σύμφωνα με τ' ανωτέρω εκτεθέντα, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη το μεν διότι ασκήθηκε στο πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα και το δε γιατί ασκήθηκε μετά την παρέλευση της 10ήμερης προθεσμίας από την επίδοση του βουλεύματος (το βούλευμα επιδόθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα και τον αντίκλητο δικηγόρο της αντίστοιχα στις 20/10/2010 και 11/10/2010 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 25/11/2010). Ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρα 476§1 - 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 150/2010 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΑΘΕΝΣ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ κατά του με αριθμό 2143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. Αθήνα 24/1/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιο Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό. Μετά δε την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠοινΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ισχύει, κατά το άρθρο 61 αυτού, από 30.6.2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί ...". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας "Π. ΑΘΕΝΣ - ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προσβάλλεται το υπ' αριθ. 2143/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η υπ αριθ. 130/30.4.2010 έφεση της κατά του υπ' αριθ. 1011/2010 απαλλακτικού για την κατηγορουμένη Α. Μ. του Δ. βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σύμφωνα, όμως, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 482§1 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως από την πολιτικώς ενάγουσα. Πρέπει, επομένως, και αφού ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας δικηγόρος Παναγιώτης Μουντζουρώνης, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση της αρμόδιας Γραμματέως, ειδοποιήθηκε στις 15.2.2011 να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και δεν εμφανίσθηκε, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 150/25.11.2010 αίτηση εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΑΘΕΝΣ- ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ-ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση του υπ' αριθ. 2143/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αίτηση αναιρέσεως πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε έφεσή του κατά απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών είναι απαράδεκτη.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 487/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Τ. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, περί αναιρέσεως της 3683/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Α. Ε. του Ε.. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Αυγούστου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1096/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 130§3 εδ α και β του ΚΠοινΔ, "αν κάποιος από αυτούς που συμμετείχαν στο έγκλημα είναι ανήλικος, η ποινική δίωξη γι` αυτόν χωρίζεται, και ο ανήλικος δικάζεται από το δικαστή ανηλίκων. Στα πλημμελήματα, αν ο εισαγγελέας στην περίπτωση της εισαγωγής με απευθείας κλήση και αιτιολογημένη απόφασή του που μνημονεύει τους συγκεκριμένους λόγους ή το δικαστικό συμβούλιο κρίνουν ότι δεν ενδείκνυται ο χωρισμός για λόγους που αφορούν το συμφέρον της δικαιοσύνης, την υπόθεση τη δικάζει το κατά την παρ.1 αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο μετέχει αν είναι δυνατό σε κάθε βαθμό ο ειδικός δικαστής ανηλίκων". Ως ανήλικοι δε νοούνται, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 121 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1§2 του ν. 3189/2003 (η ισχύς του οποίου άρχισε από τις 21.10.2003 που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως - άρθρο 10 αυτού), αυτοί που, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, έχουν ηλικία μεταξύ του όγδοου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων. Όταν τελέσθηκε αξιόποινη πράξη από δράστη ανήλικο και η εκδίκαση της υποθέσεως λαμβάνει χώρα μετά την ενηλικίωσή του, αρμόδιο προς εκδίκαση της υποθέσεως είναι και πάλι το δικαστήριο ανηλίκων, αφού εφαρμόζεται άμεσα ο δικονομικός κανόνας του άρθρου 113 ΚΠοινΔ, ο οποίος έχει αναδρομική ισχύ και ανατρέχει στο παρελθόν, καταλαμβάνοντας την εκκρεμή υπόθεση, ενώ ταυτόχρονα εφαρμόζεται αναδρομικά και ο ευμενέστερος ουσιαστικός ποινικός κανόνας του άρθρου 121 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, που καθορίζει το όριο της ανηλικότητας και αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 113 του ΚΠοινΔ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λοιπόν, ενώπιον του οποίου εισήχθη η υπόθεση, κατόπιν εφέσεως, για έγκλημα στο οποίο συμμετείχαν περισσότεροι, από τους οποίους ο ένας ήταν, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ανήλικος, διαπιστώνοντας και αυτεπαγγέλτως την καθ` ύλην αναρμοδιότητά του ως προς τον ανήλικο, ακυρώνει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ανηλίκων, εκτός αν ο εισαγγελέας, με διάταξή του, έκρινε, για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 130§3 του ΚΠοινΔ, ότι δεν ενδείκνυται ο χωρισμός. Σε αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το ότι είναι καθ` ύλην αναρμόδιο για τον ανήλικο, προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και αχθεί σε καταδικαστική γι` αυτόν κρίση, δημιουργεί τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ζ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όχι, όμως, αυτόν της (αρνητικής) υπερβάσεως εξουσίας (στοιχ. Η), ο οποίος δημιουργείται όταν το δικαστήριο, ενώ ήταν καθ` ύλην αρμόδιο, εν τούτοις, παρά το νόμο, κηρύχθηκε αναρμόδιο. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει ένσταση του κατηγορουμένου περί αναρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3683/2010 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο διαταράξεως κοινής ειρήνης και εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών και δέκα (10) ημερών, ανασταλείσα. Οι πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, ο αναιρεσείων, φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 16.4.2003, ο δε αναιρεσείων, ο οποίος είχε εισαχθεί στη δίκη με άλλους ενηλίκους συγκατηγορουμένους του, κατά το χρόνο τελέσεώς τους ήταν ανήλικος, αφού, ως γεννηθείς στις 17.6.1986, δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το 18ο έτος της ηλικίας του. Η ποινική δίωξη για τον εν λόγω ανήλικο δεν χωρίσθηκε, ώστε να δικασθεί αυτός από το Δικαστήριο Ανηλίκων, γιατί ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την από 20.5.2003, διάταξή του, έκρινε ότι "για το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης δεν πρέπει να χωρισθεί η δίκη, όσον αφορά τον από τους κατηγορουμένους ανήλικο Τ. Μ., επειδή το παραπάνω έγκλημα (της διαταράξεως κοινής ειρήνης και της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης - όπως είχε εισαχθεί αρχικά) τελέστηκε από όλους τους κατηγορουμένους από κοινού στον ίδιο τόπο και χρόνο". Η απόφαση αυτή του Εισαγγελέα είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού μνημονεύει το λόγο για τον οποίο δεν ήταν ενδεδειγμένος ο χωρισμός, ο οποίος συνίστατο στο ότι, ακριβώς γιατί τα αποδιδόμενα στους κατηγορουμένους εγκλήματα τελέσθηκαν από κοινού και στον ίδιο τόπο και χρόνο, το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτούσε να δικασθούν αυτοί μαζί. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πρόβαλε (τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), δια της συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η δίκη έπρεπε να χωρισθεί, ως προς αυτόν, λόγω της ανηλικότητάς του, η δε απόφαση του Εισαγγελέα, με την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί μαζί με τους συμμέτοχους, ήταν αναιτιολόγητη. Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι: ".... Εν προκειμένω ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών με την από 20-5-2003 διάταξή του, έχοντας υπόψη ότι σχηματίστηκε ποινική δικογραφία κατά των κατηγορουμένων, οι οποίοι φέρεται ότι διέπραξαν όλοι συγχρόνως στον ίδιο τόπο και χρόνο κατά το αντιπολεμικό συλλαλητήριο που έλαβε χώρα στην Πλατεία Συντάγματος στις 16-4-2003 το αδίκημα της διατάραξης κοινής ειρήνης κ.λπ., έκρινε ότι για το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης δεν πρέπει να χωρισθεί η δίκη όσον αφορά τον από τους κατηγορουμένους Τ. Μ. και όλοι οι κατηγορούμενοι εισήχθησαν για να δικαστούν στο Τριμελές Πλη/κείο Αθηνών. Μετά από αυτά πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις του νόμου, εφόσον για τη συνεκδίκαση της υπόθεσης του άνω ανηλίκου, ο οποίος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης δεν είχε συμπληρώσει το 17° έτος της ηλικίας του (ημερομηνία γέννησης 17-6-1986), υπάρχει αιτιολογημένη διάταξη του εισαγγελέα για κοινή αντιμετώπιση της περίπτωσης, η οποία νομιμοποιεί την κοινή εκδίκαση. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου Τ. να παραπεμφθεί η υπόθεσή του στο αρμόδιο δικαστήριο ανηλίκων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται, με σαφήνεια και πληρότητα, ότι για την κοινή εκδίκαση της υποθέσεως ως προς όλους τους κατηγορουμένους, ήτοι και ως προς τον τότε ανήλικο αναιρεσείοντα, υπήρχε αιτιολογημένη διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέα, ο οποίος έκρινε ότι για το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης δεν έπρεπε να χωρισθεί η δίκη ως προς τον ανήλικο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ζ και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος και πρώτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Τριμελές Εφετείο αφενός, με το να μη κηρυχθεί, ως προς τον τότε ανήλικο αναιρεσείοντα καθ` ύλην αναρμόδιο και να μην παραπέμψει την υπόθεση, ως προς αυτόν, στο καθ` ύλην αρμόδιο Δικαστήριο Ανηλίκων, υπέπεσε στην πλημμέλεια της καθ` ύλην αναρμοδιότητας και αφετέρου απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος που στηρίζεται και στο στοιχ. Η, είναι απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αρμόζει μόνο στην περίπτωση που δικαστήριο καθ` ύλην αρμόδιο κηρύχθηκε αναρμόδιο, όχι, όμως, και στην αντίστροφη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3 Αυγούστου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 6351/2010) αίτηση του Μ. Τ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3683/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τέλεση πλημμελήματος από δράστη, ο οποίος κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ήταν ανήλικος. Ποιος θεωρείται ανήλικος. Αιτιολογημένη εισαγγελική διάταξη ότι δεν ενδείκνυτο ο χωρισμός από τους συμμετόχους ενηλίκους. Ορθά και αιτιολογημένα το δικάσαν τριμελές εφετείο δεν διέταξε το χωρισμό και την παραπομπή στο δικαστήριο ανηλίκων. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 486/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 508α, 513α,β,γ, και 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ε. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 4 Φεβρουαρίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 157/2011. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί κατά τα λοιπά καθώς να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως μπορεί να προταθούν με έγγραφο, που κατατίθεται στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναιρέσεως ημέρα, ενώ αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Η ημέρα ενάρξεως της δεκαπενθήμερης αυτής προθεσμίας είναι μόνο προσδιοριστική της αφετηρίας του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η πρόταση προσθέτων λόγων είναι απαράδεκτη. Ούτε η ανωτέρω ούτε άλλη διάταξη θεσπίζουν προθεσμία προτάσεως των πρόσθετων λόγων, η οποία να έχει αφετηρία ορισμένο χρονικό σημείο. Αλλά ούτε και συνδέεται η έναρξη της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών προς άσκηση πρόσθετων λόγων με την κατ` άρθρο 166 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προθεσμία κλητεύσεως του αναιρεσείοντος από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη συζήτηση της αναιρέσεως ή με την κατ` άρθρο 169 παρ. 1 ΚΠοινΔ σύντμησή της. Και τούτο διότι η προθεσμία κλητεύσεως είναι και αυτή δεκαπέντε ημερών πριν από τη δικάσιμο, εκτός αν ο καλούμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, οπότε η τυχόν κλήτευση κατά την τελευταία επιτρεπόμενη ημέρα δεν παρέχει χρονική ευχέρεια για την μετά ταύτα εμπρόθεσμη (προ 15 ημερών) πρόταση πρόσθετων λόγων. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να προτείνονται, κατά την παραπάνω διαδικασία, από την ημέρα ασκήσεως της αναιρέσεως και εφεξής, αλλά δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, άλλως είναι απαράδεκτοι. Διαφορετική είναι η περίπτωση, που από το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως μέχρι τη συζήτηση (η οποία επισπεύδεται με σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως, λόγω κινδύνου παραγραφής ή άλλου εξαιρετικού λόγου), μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των δεκαπέντε ημερών, οπότε τίθεται θέμα παραδεκτής προτάσεώς τους πριν από τη δέκατη πέμπτη ημέρα πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, καθόσον υπάρχει αντικειμενική αδυναμία για την εμπρόθεσμη άσκησή τους και, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να πράξει τα αδύνατα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως την από 10.1.2011 (με αριθ. πρωτ. 180/11.1.2011) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ` αριθμ. 508 α, 513 α, β, γ και 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 16.2.2011. Αυτός την 4.2.2011, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη καταθέσεως, κατέθεσε στη Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου δικόγραφο προσθέτου λόγου αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Έτσι, μεταξύ της ημέρας καταθέσεως του προσθέτου λόγου και της συζητήσεως της αναιρέσεως μεσολαβεί χρονικό διάστημα μόνο έντεκα ημερών. Όμως, ο αναιρεσείων είχε την ευχέρεια να προτείνει πρόσθετους λόγους αναιρέσεως από την 12.1.2011 μέχρι την 31.1.2011, που ήταν η δέκατη πέμπτη ημέρα πριν από τη δικάσιμο της 16.2.2011. Το γεγονός ότι, κατά σύντμηση της προθεσμίας, λόγω κινδύνου παραγραφής, η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 3.2.2011 (βλ. από 3.2.2011 αποδεικτικό του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ιωάννη Γεωργίου) δεν συνιστά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανωτέρα βία, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση του δικογράφου του προσθέτου λόγου μετά την επίδοση της κλήσεως για τη συζήτηση της αιτήσεως, ήτοι χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη δεκαπενθήμερη προθεσμία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 17Β§1 εδ. α του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών", όπως αντικ. από το άρθρο 5 του ν. 1868/1989 και, στη συνέχεια, από το άρθρο 4§2 του ν. 2172/1993, "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών [στα οποία περιλαμβάνεται και το Εφετείο Πειραιώς] και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 17§7 εδ. α του ίδιου νόμου, όπως αντικ. από το άρθρο 2§2 του ν. 3327/2005, "αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5 για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17§10 του ίδιου ν. 1756/1988, "η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της συνθέσεως του Πενταμελούς Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την απόφαση αυτή, προήδρευσε ο Πρόεδρος Εφετών Χαράλαμπος Καλαματιανός σε αναπλήρωση της Προέδρου Εφετών Ευρυδίκης Μανωλοπούλου, οι οποίοι είχαν ορισθεί κατόπιν κληρώσεως (βλ. σελ. 16, όπου αναφέρεται τούτο στα πλαίσια παρεμπίπτουσας αποφάσεως επί αιτήσεως του πληρεξουσίου της πολιτικής αγωγής περί εξαιρέσεως, για άλλο λόγο, του Προέδρου). Και ναι μεν στα πρακτικά και δη στην προμετωπίδα αυτών δεν αναγράφεται ούτε ότι ο πρώτος είχε αναπληρώσει τη δεύτερη ούτε ο λόγος της αναπληρώσεως, όμως, η μη τήρηση της σχετικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 17§7 εδ. α του ν. 1756/1988 δεν προτάθηκε πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της επίδικης υποθέσεως και, επομένως, η ακυρότητα, την οποία συνεπάγεται αυτή, έχει καλυφθεί και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι από την μη αναγραφή στα πρακτικά του γεγονότος της αναπληρώσεως δικαστού και του λόγου για τον οποίο αυτή έγινε παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση των δικαστηρίων και στερήθηκε ο αναιρεσείων το δικαίωμα να δικασθεί από το φυσικό του δικαστή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τού άλλου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 367 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή του κατηγορουμένου για την πράξη της δυσφημήσεως, εφόσον, βεβαίως, προηγηθεί μεταβολή της κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ` εξακολούθηση σε βάρος του Ε. Κ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Μ. Π. είναι δικηγόρος ... και συστεγάζεται σε κοινό γραφείο με τη σύζυγό του Π. Π. - Β.. Με τον πολιτικώς ενάγοντα Ε. Κ., ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα από το εξωτερικό, όπου ζούσε επί πολλά έτη, το 1995, συναντήθηκε το έτος 1996, όταν, μετά από σύσταση του κοινού τους πνευματικού - εξομολόγου Β. Λ., ο τελευταίος του ανέθεσε τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων προς ικανοποίηση ή εξασφάλιση οικονομικών αξιώσεων του (εγκαλούντος) έναντι τρίτων, είτε δια της δικαστικής οδού είτε με επίτευξη συμβιβασμού. Αργότερα (το 1999) τον διόρισε γενικό πληρεξούσιο και αντίκλητο με το υπ' αριθμ. .../1999 γενικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Π. Π. - Β. (συζύγου του κατηγορουμένου). Με την πάροδο του χρόνου αναπτύχθηκαν μεταξύ τους φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, πέραν των επαγγελματικών, δεδομένου ότι είχαν και ορισμένα κοινά ενδιαφέροντα (στενή σχέση με την εκκλησία και το Άγιο Όρος). Στα πλαίσια αυτών των σχέσεων ο εγκαλών κατά το Νοέμβριο του 2000 χορήγησε στον κατηγορούμενο δάνειο 20.000.000 δρχ., προκειμένου να καλύψει δαπάνες αποπεράτωσης μίας οικοδομής του στο ... της .... Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί τη λήψη του ως άνω ποσού, υποστηρίζει όμως (όχι πειστικά) ότι το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε ως προκαταβολή έναντι μη προσδιοριζόμενων δεδουλευμένων και μελλοντικών αμοιβών για υπηρεσίες που είχε προσφέρει ή θα προσέφερε στο μέλλον στον εναγόμενο για διάφορες υποθέσεις του. Από την άνοιξη του έτους 2002 οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Ο μηνυτής αποδίδει τη διατάραξη στο γεγονός ότι αυτός αρνήθηκε αφενός να χορηγήσει στον κατηγορούμενο νέο δάνειο μεγάλου ποσού, το οποίο ζητήθηκε, και αφετέρου να συναινέσει στην παράταση του χρόνου απόδοσης του δανείου, καθώς και στην προσπάθεια του κατηγορουμένου να το συμψηφίσει με διογκωμένες αμοιβές για υπηρεσίες που δεν προσέφερε, ενώ ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι ο εγκαλών άρχισε να προετοιμάζει το έδαφος, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής των δικηγορικών αμοιβών του, και για το σκοπό αυτό τον μαγνητοφωνούσε παράνομα. Αργότερα ο κατηγορούμενος πρόβαλε και άλλη εκδοχή, ισχυριζόμενος κατά την απολογία του σε άλλη δίκη, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1142/2008 απόφαση αυτού, ότι ο εγκαλών "... ήταν αυτόκλητος γαμπρός για την κόρη μου και επειδή αυτό δεν τελεσφόρησε έγιναν όλα" (βλ. αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 95/2009 απόφαση Εφετείου Πειραιώς, όπου μνημονεύεται η ως άνω περικοπή). Η οριστική ρήξη στις σχέσεις τους επήλθε στις 28-12-2002, τρεις ημέρες πριν από το χρόνο που είχε συμφωνηθεί η απόδοση του δανείου, όταν πραγματοποιήθηκε προγραμματισμένη συνάντησή τους στο γραφείο του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί ο χρόνος αποπληρωμής του. Η συνάντηση απέβη άκαρπη, διότι ο μηνυτής δεν αποδέχθηκε συμβιβαστική πρόταση του κατηγορουμένου να του παραδώσει τέσσερις επιταγές, τις οποίες θα μπορούσε να αντικαταστήσει, αν καθίστατο ανέφικτη η αποπληρωμή τους. Το αμέσως επόμενο διάστημα (Ιανουάριο 2003) ο κατηγορούμενος διαπραγματευόταν τηλεφωνικά με τον δικηγόρο και παιδικό φίλο του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Κ., στον οποίο υποσχόταν ότι θα επιστρέψει σύντομα το δάνειο των 20.000.000 δρχ., χωρίς οι συζητήσεις να καταλήξουν σε συμφωνία. Ο μηνυτής στις 4-2-2003 ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο και τον κάλεσε να απέχει από οποιαδήποτε πράξη αντιπροσωπεύσεως και να του αποδώσει διάφορα έγγραφα (μετοχικούς τίτλους δύο εταιρειών, την ιδιόγραφη διαθήκη του κ.λπ.). Ακολούθως ο κατηγορούμενος την 30-4-2003, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την υπ' αριθμ. εκθ. καταθέσεως 3723/2003 αγωγή του κατά του εγκαλούντος, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε αυτός από αδικοπραξία, συνισταμένη στην κατ' εξακολούθηση παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών του, τηλεφωνικών και προσωπικών. Ειδικότερα στην αγωγή αυτή ιστορούσε ότι ο μηνυτής, κατά την από 28-12-2002 συνάντησή τους μαγνητοφώνησε εν αγνοία του παρά τη θέλησή του τη συνομιλία τους, το ίδιο δε έπραττε, μαγνητοφωνούσε δηλαδή παράνομα τις συνομιλίες που είχαν σε τακτά χρονικά διαστήματα στο γραφείο του και τις τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, από τα τέλη Μαρτίου 2002, με μαγνητόφωνο που είχε κρυμμένο στο μπουφάν του. Στη συνέχεια, ισχυριζόταν στην αγωγή ότι ο Ε. Κ. υπέβαλλε στον κατηγορούμενο ερωτήσεις τέτοιας μορφής, για να υφαρπάσσει απαντήσεις που θα τον διευκόλυναν στους σκοπούς του ή δίδοντας ο ίδιος απαντήσεις στα ερωτήματά του, ώστε να δίδεται η εντύπωση στον ακροατή των ηχογραφημένων συνομιλιών ότι ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με όσα ο εγκαλών έλεγε, αποσκοπώντας στον επαγγελματικό, κοινωνικό, ηθικό και οικονομικό εκβιασμό του κατηγορουμένου. Τα ανωτέρω περιστατικά, των οποίων έλαβαν γνώση στις 30-4-2003 ο Δικαστής και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Πειραιώς και στις 2-5-2003 ο δικαστικός επιμελητής που θυροκόλλησε την αγωγή, καθώς και οι αστυνομικοί του Α.Τ. ... και οι ένοικοι της πολυκατοικίας, όπου κατοικούσε, επί της οδού ..., στη ..., και τα οποία ήταν πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον παρουσίαζαν ως άτομο που προβαίνει στην τέλεση αξιόποινων πράξεων, για να αποφύγει την εκπλήρωση ειλημμένων υποχρεώσεών του, συνιστούν την αξιόποινη πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία ο μηνυτής έχει κηρυχθεί αμετάκλητα αθώος με την υπ` αριθ. 103/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, λόγω αμφιβολιών. Επομένως παράγεται νόμιμο αμάχητο τεκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων, που αποτελούν το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφήμησης, και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω 3723/2003 αγωγή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως από τον τελευταίο. Επίσης ο κατηγορούμενος, η σύζυγός του και ο δικηγόρος και συνεργάτης τους Ν. Σ. παραπέμφθηκαν ύστερα από μήνυση του εναγομένου και καταδικάσθηκαν σε πρώτο βαθμό, ο πρώτος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και οι άλλοι δύο για ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσαν στα πλαίσια της προκειμένης δίκης και της συναφούς ποινικής δίκης, με την υπ' αριθμ. 1142/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (κατά της οποίας, πάντως, οι καταδικασθέντες έχουν ασκήσει έφεση). Ο κατηγορούμενος, ο οποίος προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι είχε και έχει την πεποίθηση ότι τα γεγονότα που διέλαβε στην αγωγή του ήταν αληθή και όχι ψευδή, αφού του τα μετέφεραν ως αληθή η σύζυγός του, ο συνάδελφός του Ν. Σ. και η γραμματέας του, και συνεπώς πρέπει να γίνει μεταβολή κατηγορίας σε απλή δυσφήμηση, η οποία έγινε για την προστασία δικαιώματός του, δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για μια σειρά από ζητήματα. Ειδικότερα: 1) Για ποιο λόγο η σύζυγος του κατηγορουμένου και ο Ν. Σ., οι οποίοι υποτίθεται ότι στις 28-12-2002, ευρισκόμενοι στο χώρο των κοινών γραφείων του κατηγορουμένου και της συζύγου του που χρησιμοποιείται ως αποθήκη (αν και ο μηνυτής αμφισβητεί την παρουσία τους εκεί), αντιλήφθηκαν τον εγκαλούντα να θέτει σε λειτουργία το μαγνητόφωνο στο χώρο (γραφείο) της Συμβολαιογράφου Π. Π. πριν εισέλθει στο γραφείο του Μ. Π., δεν ειδοποίησαν το οικείο Αστυνομικό Τμήμα που βρίσκεται πλησίον των ως άνω γραφείων, έτσι ώστε να συλληφθεί "επ` αυτοφώρω" ο εγκαλών και να κατασχεθεί το επίμαχο μαγνητόφωνο και η τυχόν υπάρχουσα κασέτα, όταν, κατά τους ισχυρισμούς του, μαγνητοφωνούσε τη συνομιλία τους, δεδομένου μάλιστα ότι από το καλοκαίρι του ιδίου έτους ο κατηγορούμενος εξέφραζε στο περιβάλλον των συνεργατών του "υπόνοιες", ότι μπορεί ο Κ. να τον μαγνητοφωνεί και ενόψει του ότι, όπως είχε καταθέσει η σύζυγός του (κατηγορουμένου) σε προανακριτική κατάθεσή της, στις 15-5-2003, ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, η οποία δόθηκε στα πλαίσια της συναφούς ποινικής υπόθεσης με κατηγορούμενο τον μηνυτή για παραβίαση απορρήτου των τηλεφωνημάτων κ.λπ., η συνάντηση της 28-12-2002 έγινε με πρόφαση την υπογραφή του συμφωνητικού παράτασης του χρόνου απόδοσης του δανείου των 20.000.0000 δραχμών, ενώ πραγματικός σκοπός του συζύγου της ήταν να αποδειχθεί το γεγονός της παράνομης χρήσης μαγνητοφώνου από τον εγκαλούντα (βλ. σκεπτικό υπ` αρ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς). 2. Τι όφελος θα αποκόμιζε ο μηνυτής από τυχόν μαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους, ώστε να αποκρούσει απαιτήσεις του κατηγορούμενου για καταβολή αμοιβών, πώς θα μπορούσε αυτός να οδηγήσει τον κατηγορούμενο (έμπειρο δικηγόρο) να δώσει απαντήσεις που, αν οι κασέτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, θα ήταν επιβαρυντικές για τον ίδιο και θα ενίσχυαν τους όποιους ισχυρισμούς του μηνυτή και ποια ανάγκη είχε για πρόσθετα (μη νόμιμα) αποδεικτικά μέσα αυτός (μηνυτής), για την απόδειξη του δανείου, αφού υπήρχε έγγραφο συμφωνητικό γι` αυτό. 3. Γιατί ο ίδιος (κατηγορούμενος) δεν υπέβαλε τις αμέσως επόμενες ημέρες, μετά την 28-12-2002, έγκληση κατά του μηνυτή, για τη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών και τηλεφωνικών συνδιαλέξεών του, αλλά ανέμενε να παρέλθει χρονικό διάστημα 2 μηνών και 28 ημερών, προκειμένου να καταγγείλει αρμοδίως την ως άνω πράξη με την από 26-3-2003 έγκλησή του και αφού στο μεταξύ α) είχαν αποβεί άκαρπες οι διαπραγματεύσεις του με τον δικηγόρο και φίλο του μηνυτή Δ. Κ. για απόδοση του δανείου και συμψηφισμό των τυχόν εκκαθαρισμένων ανταπαιτήσεών του και β) είχε προηγηθεί, όπως προαναφέρθηκε, η από 4-2-2003 ανάκληση εντολής και πληρεξουσιότητας προς αυτόν από τον εν λόγω εγκαλούντα. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι σε διάφορες καταθέσεις σε συναφείς δίκες του κατηγορουμένου, της συζύγου του και του Ν. Σ. υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις, ειδικά ως προς το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι η Π. Π. αποκάλυψε στον σύζυγό της το περιστατικό της υποτιθέμενης μαγνητοφώνησης. Ήτοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έλλειψη οποιασδήποτε αντίδρασης από την πλευρά τους έχουν καταθέσει: Ο Ν. Σ. στην υπ' αριθμ. .../2003 ένορκη βεβαίωση ότι κατά τη συνάντηση της 28-12-2002 ο ενάγων (κατηγορούμενος) αγνοούσε την παράνομη από τον εναγόμενο (μηνυτή) μαγνητοφώνηση και ότι για το γεγονός αυτό "βεβαιώθηκε" αυτός (κατηγορούμενος) από τον ίδιο και τη σύζυγό του μετά την αποχώρηση του εναγομένου. Η Π. Π. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς σε άλλη συναφή δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 103/2008 απόφαση, ότι "την ημέρα εκείνη ήμουν πολύ ταραγμένη και δεν είπα τίποτα στο σύζυγό μου για ... το μαγνητόφωνο". Ο κατηγορούμενος στην ίδια δίκη ότι "όταν αντιλήφθηκα το μαγνητόφωνο με συγκράτησε η σύζυγός μου για να μη σκοτωθούμε" (βλ. σχετικό απόσπασμα της υπ' αριθμ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω, ας σημειωθεί ότι το τρίτο των προσώπων, που υποτίθεται ότι του μετέφερε ως αληθές το περιστατικό της μαγνητοφώνησης, η υπάλληλος του γραφείου Γ. Γ. στην υπ' αριθμ. .../2003 ένορκη βεβαίωση δεν κάνει λόγο για την κρίσιμη συνάντηση της 28-12-2002, αλλά για υπόνοιες που υπήρχαν σε βάρος του εναγομένου (μηνυτή) για μαγνητοφώνηση από αυτόν των συνομιλιών του με τον ενάγοντα (κατηγορούμενο), επειδή ο εναγόμενος από το τέλος Μαρτίου 2002 και εφεξής, πριν εισέλθει στο γραφείο του ενάγοντος "...κάτι έφτιαχνε βάζοντας το χέρι στην τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του ..." και διότι αυτός και το καλοκαίρι του 2002 φορούσε δερμάτινο μπουφάν. Αλλά και ο κατηγορούμενος καταθέτοντας απολογούμενος σε άλλη συναφή ποινική δίκη αναφέρει ως πιθανές τις μαγνητοφωνήσεις, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις (και στην παρούσα δίκη) καταθέτουν με βεβαιότητα (βλ. και περί των ανωτέρω την 95/2009 απόφαση). Ο μηνυτής εξάλλου υποστηρίζει ότι τα περί μαγνητοφώνησης γεγονότα της αγωγής τα κατασκεύασε ο κατηγορούμενος, αρχικά για να παρατείνει επ' αόριστον το χρόνο αποπληρωμής του δανείου και να ματαιώσει αυτήν, στη συνέχεια δε, όταν αυτός (μηνυτής) ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα, ο κατηγορούμενος άσκησε την αγωγή προκειμένου να κριθεί αδικαιολόγητη η ανάκληση και αυτός, επικαλούμενος συμφωνία εργολαβικής αμοιβής να μπορεί να διεκδικήσει πλήρη τη συμφωνημένη αμοιβή, κατ` άρθρο 170 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως και έπραξε. Την άποψη ότι ο κατηγορούμενος επινόησε τις μαγνητοφωνήσεις υιοθετεί και ο μάρτυς Δ. Κ., δικηγόρος, ο οποίος προσπάθησε να εξυπηρετήσει φιλικά τον Κ. και επικοινώνησε κατ' επανάληψη τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο τον Ιανουάριο του 2003 προκειμένου να διαπραγματευθεί τον τρόπο εξόφλησης του δανείου. Αυτός έλαβε αρχικά τη διαβεβαίωση ότι θα εξοφληθεί σε δέκα ημέρες, μετέπειτα όμως διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος άλλαξε στάση και έτσι συμβούλευσε τον μηνυτή να κάνει αγωγή διότι δεν πρόκειται να εισπράξει τα χρήματα. Ο ίδιος μάρτυς επιβεβαιώνει, ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, σε κάποιες τηλεφωνικές τους συνδιαλέξεις, ο κατηγορούμενος τον ρωτούσε αν είναι δίπλα ο Κ. και μαγνητοφωνεί, χωρίς να υπάρχει λόγος, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβη. Με την ίδια βεβαιότητα κατέθεσε ότι αποκλείεται ο μηνυτής να έκανε παράνομες μαγνητοφωνήσεις και ο μάρτυς Αντ Ζ., ο οποίος είχε μεταβεί μαζί του μία φορά στο γραφείο του κατηγορουμένου στις 31-5-2002 (μέσα στο επίδικο διάστημα), ενώ η μάρτυς υπερασπίσεως Γ. Κ. ουδέν γνωρίζει για την υπόθεση. Ενόψει όλων των προεκτεθέντων το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε, ότι τα προαναφερθέντα γεγονότα που διέλαβε στην αγωγή του ήταν ψευδή και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, όπως κατηγορείται, απορριπτόμενου του προδιαληφθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή δυσφήμηση και άρσης του αδίκου αυτής". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό για τον εγκαλούντα γεγονός, που περιλαμβάνεται στην υπ` αριθ. καταθ. 3723/2003 αγωγή, η οποία κατατέθηκε στις 30.4.2003 και επιδόθηκε στις 2.5.2003, το οποίο προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ότι δηλαδή ο τελευταίος μαγνητοφωνούσε παράνομα τις μεταξύ αυτού και του κατηγορουμένου προφορικές και τηλεφωνικές συνομιλίες, πράγμα το οποίο ήταν ψευδές, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας του εν λόγω γεγονότος. Απέρριψε δε, αιτιολογημένα, και τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου για μεταβολή της κατηγορίας σε απλή δυσφήμηση, συνακόλουθα δε και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 του ΠΚ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού, το οποίο αποτελεί επανάληψη του κατηγορητηρίου, πληρούται η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, όπως συμβαίνει και εν προκειμένω. β) Η γνώση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ως προς το ότι το ως άνω γεγονός ήταν ψευδές αιτιολογείται επαρκώς με την παραδοχή ότι, όπως προέκυψε από αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. την κατάθεση του μάρτυρα Δ.Κ., δικηγόρου), ο κατηγορούμενος επινόησε τις μαγνητοφωνήσεις, δηλαδή αυτός είχε προσωπική αντίληψη ότι αυτά που ανέφερε στην αγωγή για τον εγκαλούντα ήταν ψευδή, οπότε γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. γ) Όπως αναφέρθηκε, έχει αιτιολογηθεί πλήρως και η απορριπτική του ισχυρισμού περί μεταβολής της κατηγορίας κρίση, παρά το ότι δεν απαιτείτο πρόσθετη αιτιολογία, εφόσον το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στοιχειοθετείτο η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι, επομένως, δεν επρόκειτο για απλή δυσφήμηση, στην οποία και μόνο θα μπορούσε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 367§1 του ΠΚ για την άρση του αδίκου (άρθρο 367§2 στοιχ. α ΠΚ). Και δ) το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομιστεί, το γεγονός δε ότι τονίστηκαν ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανέκυπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξάρθηκαν τα άλλα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του και την υπ` αριθ. 1142/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την από 15.5.2003 προανακριτική κατάθεση της συζύγου του κατηγορουμένου ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, την υπ` αριθ. .../2003 ένορκη βεβαίωση του Ν. Σ. και την υπ` αριθ. .../2003 ένορκη βεβαίωση της Γ. Γ.. Και ναι μεν τα έγγραφα αυτά δεν φέρονται ως αναγνωσθέντα, το περιεχόμενό τους, όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αναφέρεται στο σκεπτικό της υπ` αριθ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, η οποία αναγνώσθηκε και μνημονεύεται, μάλιστα, επανειλημμένως, και στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και το υπ` αριθ. 880/2007 βούλευμα του Αρείου Πάγου και το υπ` αριθ. 788/2005 βούλευμα του Εφετείου Πειραιά, τα οποία φέρονται ότι είχαν προσκομιστεί από τον τελευταίο και προσδιορίζονται, στη σελίδα 35 των πρακτικών, με τους αύξ. αριθμούς 7 και 8 αντιστοίχως. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας με τους αριθμούς 880/2007 και 788/2005 είχαν προσκομιστεί και αναγνώσθηκαν μια απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και μια απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η αναγραφή των αποφάσεων ως "βουλευμάτων", με τους ίδιους αριθμούς, οφείλεται σε παραδρομή και ότι, στην πραγματικότητα, αναγνώσθηκαν οι αποφάσεις αυτές. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος, κατά τα υπ` αριθ. 1 έως 4 και 6 σημεία του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα συνιστάμενη στο ότι το Πενταμελές Εφετείο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη και τα ως άνω τέσσερα έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν, καθώς και ότι δεν είχαν προσκομιστεί και άρα δεν αναγνώστηκαν τα ως άνω βουλεύματα, ενώ δεν αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν οι με τους αυτούς αριθμούς αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του πολιτικού Εφετείου Πειραιά, αντιστοίχως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α του άρθρου 364 του ΚΠοινΔ, διαβάζονται, στο ακροατήριο, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Η διάταξη, όμως, αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών. Έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά. Η έλλειψη ακροάσεως προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αιτήσεως, που πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, με τον αυτό ως άνω δεύτερο, κατά το υπ` αριθ. 5 σημείο αυτού, λόγο αναιρέσεως, έλλειψη ακροάσεως, γιατί το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε, κατά το άρθρο 364 του ΚΠοινΔ, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί από τη δικάσιμο της 8.7.2010. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Πενταμελές Εφετείο δεν ανέγνωσε μεν τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, πλην, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων είχε ζητήσει, είτε ο ίδιος είτε δια των συνηγόρων του, την ανάγνωση των πρακτικών αυτών, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β λόγος αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, η ακυρότητα επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που τους παρέχεται ρητά από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Τέτοιο είναι και το από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει ανάγνωση εγγράφου, που προσκομίσθηκε από τον ίδιο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η μη ανάγνωση τέτοιου εγγράφου συνιστά έλλειψη ακροάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 2 αυτών), ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Χάρης Ιεροδιακόνου πρόβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής και κατέθεσε την έκθεση του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα (δικάσιμος 20.9.2010, αρ. πιν. 36), ο δε έτερος συνήγορος αυτού Κων. Σταθακόπουλος πρόβαλε, μεταξύ άλλων, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί απαράδεκτου της ποινικής διώξεως λόγω δεδικασμένου. Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, χωρίς να μνημονεύει την ως άνω εισηγητική έκθεση. Όμως, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή οι συνήγοροί του ζήτησαν, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, να αναγνωσθεί η έκθεση αυτή, η οποία, για το λόγο αυτό, δεν αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη συνεδρίαση της 25.11.2010, κατά την οποία επαναλήφθηκε η διαδικασία μετά από διακοπές από τις 27.10.2010 και 3.11.2010, απολογήθηκε ο κατηγορούμενος, ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν χρειάζονταν κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και, όταν απάντησαν αρνητικά, κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς ο κατηγορούμενος ή οι συνήγοροί του να θέσουν θέμα μη αμετακλήτου της ως άνω υπ` αριθ. 95/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ακολούθως, αγόρευσαν ο Εισαγγελέας, οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής και υπερασπίσεως και, τελευταίος, έλαβε το λόγο ο κατηγορούμενος, ο οποίος και πάλι δεν πρόβαλε τέτοιο ζήτημα, εκδόθηκε δε, στη συνέχεια, η απόφαση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του και συγκεκριμένα γιατί α) δεν αναγνώσθηκε η έκθεση του εισηγητή Αρεοπαγίτη Δ. Τίγγα που είχε προσκομιστεί και β) δεν αναγνώστηκε κατά τη δικάσιμο της 25.11.2010 το υπ` αριθ. πρωτ. 276/23.11.2010 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, το οποίο είχε προσκομιστεί και βεβαίωνε ότι είχε εν τω μεταξύ εκδοθεί η υπ` αριθ. 1484/1.11.2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρείτο η υπ` αριθ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, είναι απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος ως αβάσιμος (αφού δεν ζητήθηκε η ανάγνωση της εισηγητικής εκθέσεως κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας) και κατά το δεύτερο ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως (αφού το πιστοποιητικό δεν είχε προσκομιστεί). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Ιανουαρίου 2011 (υπ' αριθ. πρωτ. 180/2011) αίτηση του Μ. Π. του Κ. μετά του από 4 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτου λόγου αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 508 α, 513 α, β, γ και 528/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλήματος. Ορθώς λήφθηκαν υπόψη έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε από άλλο έγγραφο που αναγνώσθηκε. Η μη ανάγνωση των πρακτικών της ίδιας δίκης που είχε αναβληθεί δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη ακροάσεως υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε να αναγνωσθεί έγγραφο και το δικαστήριο δεν επέτρεψε την ανάγνωση ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος. Μη αναγραφή στα πρακτικά ότι ο πρόεδρος είχε αναπληρώσει τον ορισθέντα με κλήρωση, καθώς και του λόγου της αναπληρώσεως. Η ακυρότητα καλύφθηκε γιατί δεν προτάθηκε πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Απόρριψη της αιτήσεως. Πρόσθετοι λόγοι απαράδεκτοι γιατί δεν τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 509§2 ΚΠΔ. Η σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως δεν ασκεί επιρροή.
null
null
0
Αριθμός 489/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ξ. - ΧΡ. Ξ. ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου ... και 3) Χ. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1523/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7147/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 § 1 εδ. β' του αυτού Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι και η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού, αποτελούσα εν ευρεία εννοία αντάλλαγμα παρασχεθείσας εργασίας, πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 11 § 1 περ. Γ' και Δ' του ν. 1351/83, όπως τούτο αντικατεστάθη με το ν. 1566/85, ορίσθηκε ότι μέχρι να ρυθμισθούν με νόμο τα θέματα της γενικής ιδιωτικής εκπαιδεύσεως, κανείς ιδιωτικός εκπαιδευτικός με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν απολύεται παρά μόνο με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και ότι κατ' εξαίρεση των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου είναι επιτρεπτή και έγκυρη η απόλυση ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τους ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων: 1) για κατάργηση σχολείων, 2) για κατάργηση τάξεων, οπότε είναι επιτρεπτή η απόλυση των εχόντων τη μικρότερη υπηρεσία στην εκπαίδευση, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταργηθεί σ αυτούς η προβλεπόμενη από το άρθρο 30 του ν.682/1977 αποζημίωση και 3) για συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του τελευταίου τούτου νόμου ορίζεται ότι "η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως μετά πράξιν του οικείου επιθεωρητού (ήδη Προϊσταμένου Διευθύνσεως Πρωτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νομού). Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 30 §§ 1, 5, 6 και 8 του ιδίου ν. 682/1977 ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί τελούν επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα"(§ 1), "Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθεί υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι' έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ορισμένου χρόνου" (§ 5), "Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του 70ου έτους της ηλικίας των, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το ήμισυ της προβλεπομένης υπό της προηγουμένης παραγράφου διά την περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας" (§ 6) και "Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και απολυόμενοι, ένεκα καταργήσεως του σχολείου εις το οποίον υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως" (§ 8). Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι, ενώ θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του (κατά τη βούληση του εργοδότη ή λόγω καταργήσεως τάξεων του σχολείου ή ένεκα συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του ορίου ηλικίας), εισάγεται εξαίρεση γι αυτόν, μη δικαιούμενου καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της ισότητας, διότι εισάγει για την κατηγορία των απολυομένων λόγω καταργήσεως του σχολείου ιδιωτικών εκπαιδευτικών δυσμενή διάκριση επί καταστάσεως ουσιωδώς όμοιας προς τις ανωτέρω, καταλαμβανόμενες από τον κανόνα, περιπτώσεις όχι εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, οι εν λόγω ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δικαιούνται, όταν απολύονται λόγω καταργήσεως του σχολείου, την αποζημίωση του άρθρου 30 § 5 του v. 682/77 (Ολ. Α.Π 30/2005). Πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, εξακολουθεί να αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας και μετά την ισχύ του άρθρου 13 παρ. 4 εδ 2 του ν. 2986/2002 και του άρθρου 5 του ν. του ν. 3194/2003 κατά την οποία, "οι απολυόμενοι εκπαιδευτικοί όλων των κλάδων και ειδικοτήτων των ιδιωτικών σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων, που απολύονται αποκλειστικά και μόνο για κατάργηση των ιδιωτικών σχολικών μονάδων, τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας προσλαμβάνονται στη δημόσια εκπαίδευση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εφόσον έχουν υπηρετήσει μέχρι την απόλυσή τους επί έξι σχολικά έτη με δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για κάθε σχολικό έτος ή σε περίπτωση μειωμένου ωραρίου διδασκαλίας συμπληρώνουν, με αναγωγή αυτού, δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για τέσσερα τουλάχιστον σχολικά έτη, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Ν. 1566/1985".Kαι τούτο διότι η ως άνω ρύθμιση δεν αφορά μόνο τους απολυόμενους για κατάργηση σχολείων, αλλά περιλαμβάνει και τους απολυόμενους για κατάργηση τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή αποζημιώσεως του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 13-12-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με αυτήν, ότι είναι φιλόλογος και προσλήφθηκε από τον Μ. Ξ., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το έτος 1997 προσέφερε δε τις υπηρεσίες της ως εκπαιδευτικός στην ως άνω ατομική επιχείρηση αυτού μέχρι το έτος 2001, οπότε συστήθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη και της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερος και τρίτος εκ των αναιρεσειόντων. Ότι στις 13-7-2005 η πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση βάσει του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. Ζήτησε δε με την αγωγή να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το αναφερόμενο ποσό, ως αποζημίωση απολύσεως επικαλούμενη ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 682/1977, κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί που απολύονται λόγω καταργήσεως του σχολείου στο οποίο υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως, αντίκειται στο Σύνταγμα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 αντίκειται στην καθιερωμένη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη, η οποία απολύθηκε λόγω καταργήσεως του σχολείου, δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 30 παρ. 5 του ίδιου νόµου (682/1977). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερµήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος από τον αριθµό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόµιµης βάσης, γιατί περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αντισυνταγματικότητα της προαναφερόμενης διατάξεως είναι απαράδεκτος, αφού µ' αυτόν δεν πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά η μείζων πρόταση του, επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. µε τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα µε τον πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων ισχυρισµό, ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 682/1977 έπαυσε να αντίκειται στο Σύνταγµα µετά την, ισχύ του ν. 2986/2002 µε την οποία καθιερώθηκε ο διορισµός όσων απολύονται από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στο Δηµόσιο, καθώς και το δεύτερο λόγο εφέσεως µε τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977, που αφορά τον υπολογισµό της απολύσεως των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι ισχυρισµοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγµατα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, κατά την οποία ως "πράγµατα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισµοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτηµα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. ΑΠ 3/1997), όχι δε οι νοµικοί ισχυρισµοί και η νοµική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωµα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστηµα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσείουσα άσκησε την αγωγή κατά κατάχρηση δικαιώµατος καθόσον γνώριζε τη δεινή οικονοµική τους κατάσταση, εξαιτίας της οποίας έπαυσε η λειτουργία του ιδιωτικού τους εκπαιδευτηρίου, διορίστηκε σε δηµόσιο σχολείο από το Σεπτέμβριο 2005 σε µικρή απόσταση από την οικία της, λόγος για τον οποίο δεν ζηµιώθηκε από τη λύση της συµβάσεως εργασίας της. Με το ως άνω περιεχόμενο ο εν λόγω ισχυρισµός είναι µη νόµιµος, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώµατος της αναιρεσίβλητης αδικαιολόγητη κατά την έννοια της ΑΚ 281. Με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει οµοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως µη νόµιµη και δεν υπεισήλθε στην ουσία. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 7147/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της διακιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του, εισάγεται δε εξαίρεση γι΄ αυτόν, μη δικαιούμενου καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως είναι απαράδεκτος, αφού μ΄ αυτόν πλήττεται η μείζων πρόταση, επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.
null
null
0
Αριθμός 490/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ξ. - ΧΡ. Ξ. ΟΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου ...και 3) Χ. Ξ. του Μ., ως ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., και 8) ..., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1524/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7148/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενωπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 § 1 εδ. β' του αυτού Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εκ του συνδυασμού των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι και η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού, αποτελούσα εν ευρεία εννοία αντάλλαγμα παρασχεθείσας εργασίας, πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, τους οποίους ελέγχουν τα δικαστήρια. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 11 § 1 περ. Γ' και Δ' του ν. 1351/83, όπως τούτο αντικατεστάθη με το ν. 1566/85, ορίσθηκε ότι μέχρι να ρυθμισθούν με νόμο τα θέματα της γενικής ιδιωτικής εκπαιδεύσεως, κανείς ιδιωτικός εκπαιδευτικός με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δεν απολύεται παρά μόνο με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και ότι κατ' εξαίρεση των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου είναι επιτρεπτή και έγκυρη η απόλυση ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τους ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων: 1) για κατάργηση σχολείων, 2) για κατάργηση τάξεων, οπότε είναι επιτρεπτή η απόλυση των εχόντων τη μικρότερη υπηρεσία στην εκπαίδευση, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταργηθεί σ αυτούς η προβλεπόμενη από το άρθρο 30 του ν.682/1977 αποζημίωση και 3) για συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 33 § 1 του τελευταίου τούτου νόμου ορίζεται ότι "η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως μετά πράξιν του οικείου επιθεωρητού (ήδη Προϊσταμένου Διευθύνσεως Πρωτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νομού). Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 30 §§ 1, 5, 6 και 8 του ιδίου ν. 682/1977 ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί τελούν επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα"(§ 1), "Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθεί υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι' έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ορισμένου χρόνου" (§ 5), "Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του 70ου έτους της ηλικίας των, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το ήμισυ της προβλεπομένης υπό της προηγουμένης παραγράφου διά την περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας" (§ 6) και "Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και απολυόμενοι ένεκα καταργήσεως του σχολείου εις το όποιον υπηρετούν δεν δικαιούνται αποζημιώσεως" (§ 8). Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι, ενώ θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του (κατά τη βούληση του εργοδότη ή λόγω καταργήσεως τάξεων του σχολείου ή ένεκα συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του ορίου ηλικίας), εισάγεται εξαίρεση γι αυτόν, μη δικαιούμενο καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην ανωτέρω αρχή της ισότητας, διότι εισάγει για την κατηγορία των απολυομένων λόγω καταργήσεως του σχολείου ιδιωτικών εκπαιδευτικών δυσμενή διάκριση επί καταστάσεως ουσιωδώς όμοιας προς τις ανωτέρω, καταλαμβανόμενες από τον κανόνα, περιπτώσεις όχι εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Επoμένως, οι εν λόγω ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δικαιούνται, όταν απολύονται λόγω καταργήσεως του σχολείου, την αποζημίωση του άρθρου 30 § 5 του v. 682/77 (Ολ. Α.Π 30/2005).Η ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977, εξακολουθεί να αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας και μετά την ισχύ του άρθρου 13 παρ. 4 εδ 2 του ν. 2986/2002 και του άρθρου 5 του ν. του ν. 3194/2003 κατά την οποία, "οι απολυόμενοι εκπαιδευτικοί όλων των κλάδων και ειδικοτήτων των ιδιωτικών σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών εκπαιδευτηρίων, που απολύονται αποκλειστικά και μόνο για κατάργηση των ιδιωτικών σχολικών μονάδων, τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας προσλαμβάνονται στη δημόσια εκπαίδευση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις, που συνιστώνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, εφόσον έχουν υπηρετήσει μέχρι την απόλυσή τους επί έξι σχολικά έτη με δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για κάθε σχολικό έτος ή σε περίπτωση μειωμένου ωραρίου διδασκαλίας συμπληρώνουν, με αναγωγή αυτού, δεκαοκτάωρη εβδομαδιαία διδασκαλία για τέσσερα τουλάχιστον σχολικά έτη, κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Ν. 1566/1985".Kαι τούτο διότι η ως άνω ρύθμιση δεν αφορά μόνο τους απολυόμενους για κατάργηση σχολείων, αλλά περιλαμβάνει και τους απολυόμενους για κατάργηση τάξεων ή τμημάτων ή με καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή αποζημιώσεως του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/197. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 13-10-2005 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν µε αυτήν, ότι προσλήφθηκαν από τον Μ. Ξ., ο οποίος διατηρούσε ατοµική επιχείρηση ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, µε συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο πρώτος κατά το έτος 1983, η δεύτερη κατά το έτος 1993, η τρίτη κατά το έτος 1998, η τέταρτη κατά το έτος 1993, η έκτη κατά το έτος 1991, ο έβδοµος κατά το έτος 2000, η όγδοη κατά το έτος 1997 και η πέµπτη µε σύµβαση ορισμένου χρόνου κατά το έτος 1991 αρχικά µε σύµβαση ορισμένου χρόνου δύο ετών και στη συνέχεια µε σύµβαση ορισμένου χρόνου τεσσάρων ετών, µε τη λήξη της οποίας μετατράπηκε σε σύµβαση αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως εκπαιδευτικοί στην ως άνω ατοµική επιχείρηση αυτού µέχρι το έτος 2001, οπότε συστήθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα η οποία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη και της οποίας ομόρρυθμα µέλη είναι οι δεύτερος και τρίτος εκ των αναιρεσειόντων. Ότι στις 13-7-2005 η πρώτη αναιρεσείουσα κατήγγειλε τις συµβάσεις εργασίας τους χωρίς να τους καταβάλει αποζημίωση βάσει του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. Ζήτησαν δε µε την αγωγή να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση απολύσεως επικαλούμενοι ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977 αντίκειται στο Σύνταγµα. Το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ως άνω διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 αντίκειται στην καθιερωμένη από το Σύνταγµα αρχή της ισότητας και ως εκ τούτου οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι απολύθηκαν λόγω καταργήσεως του σχολείου δικαιούνται την αποζημίωση του άρθρου 30 παρ. 5 του ίδιου νόµου (682/1977). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερµήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ. είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος από τον αριθµό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόµιµης βάσης, γιατί περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αντισυνταγματικότητα της ως άνω διατάξεως, είναι απαράδεκτος, αφού µ' αυτόν δεν πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά η μείζων πρόταση του επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αριθ. 8 KΠολΔ. µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα µε τον πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων ισχυρισµό, ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 682/1977 έπαυσε να αντίκειται στο Σύνταγµα µετά την ισχύ του ν. 2986/2002 µε την οποία καθιερώθηκε ο διορισµός όσων απολύονται από τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια στο Δηµόσιο, καθώς και τον δεύτερο λόγο εφέσεως µε τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 682/1977 που αφορά τον υπολογισµό της απολύσεως των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι ισχυρισµοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγµατα" δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και θεμελιώνουν το αίτηµα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, αλλά νομικούς ισχυρισµούς και νοµική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωµα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστηµα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ασκούν την αγωγή κατά κατάχρηση δικαιώµατος καθόσον γνώριζαν τη δεινή οικονοµική τους κατάσταση, εξαιτίας της οποίας έπαυσε η λειτουργία του ιδιωτικού τους εκπαιδευτηρίου, διορίστηκαν πλην του εβδόμου σε δημόσια σχολεία πλησίον της οικίας των, λόγος για τον οποίο δεν ζημιώθηκαν από η λύση της συμβάσεως τους. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο εν λόγω ισχυρισµός είναι µη νόµιµος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώµατος των αναιρεσιβλήτων αδικαιολόγητη κατά την έννοια της ΑΚ 281. Με βάση τα παραπάνω απέρριψε τον σχετικό λόγος εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει οµοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ είναι αβάσιµος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως µη νόµιµη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του KΠολΔ., επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη του πράγµατα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγµατα" υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισµοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόµιµης πρότασης τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτηµα της αγωγής, ανταγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως. Αντίθετα δεν είναι "πράγµατα" ισχυρισµοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόµο ή την εκτίµηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση µε τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του KΠολΔ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το μέρος που επιδίκασε στην όγδοη αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.040,98 ευρώ µετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης µε την οποία είχε επιδικαστεί σ' αυτήν το ποσό των 5.440,32 ευρώ, προέβη σε εσφαλμένο υπολογισµό αυτού, γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισµό των αναιρεσειόντων ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν δικαιούνταν κανένα ποσό, γιατί εργαζόταν µε μειωμένο ωράριο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού ο εν λόγω αρνητικός της αγωγής ισχυρισµός δεν αποτελεί "πράγµα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως. Με το δεύτερο µέρος του ίδιου λόγου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε στην όγδοη αναιρεσίβλητη ποσό μεγαλύτερο του αιτηθέντος και δη αν και η εν λόγω αναιρεσίβλητη ζητούσε µε την αγωγή να της επιδικαστεί το ποσό των 13.605,76 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως το Εφετείο επιδίκασε σ' αυτήν ποσό μείζων του αιτηθέντος και δη το ποσό των 19.040,98 ευρώ. Ο λόγος αυτός, όπως εκτιμήθηκε και από την εισηγήτρια, αληθώς από τον αριθµό 9 του άρθρου 559 του KΠολΔ. και όχι από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, όπως προκύπτει τόσο από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και από την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και η όγδοη αναιρεσίβλητη ζήτησε να της επιδικαστεί ως αποζημίωση το ποσό των 13.605,76 ευρώ,. το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση µε την οποία είχε επιδικαστεί σ' αυτήν το ποσό των 5.440,32 ευρώ, της επιδίκασε το ποσό των 19.040,98 ευρώ, δηλαδή επιδίκασε σ' αυτήν πλέον του αιτηθέντος ποσό 5435,22 ευρώ. Μετά από αυτά και δοθέντος ότι 1)η Εισηγήτρια ορθώς εκτίμησε τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως και 2) οι αναιρεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον για την αναίρεση της απόφασης ως προς αυτή την αναιρεσίβλητη, μη αναιρούμενο (όπως αβάσιμα προβάλλει η ίδια αναιρεσίβλητη), εκ του ότι αυτή εισέπραξε μόνο το δικαιούμενο ποσό των 13.605,76 ευρώ και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της δήλωσε ότι παραιτείται του επιπλέον, εκ παραδρομής, επιδικασθέντος, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως 1) να γίνει δεκτή ως προς την όγδοη αναιρεσίβλητη, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτήν, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση,στα δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν, ως ηττώμενοι, (άρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ), α) η όγδοη αναιρεσίβλητη, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων και β) οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 7148/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την όγδοη αναιρεσίβλητη Ε. Θ. Ξ. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την παραπάνω αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ. Απορρίπτει την από 10-2-2009 αίτηση αναιρέσεως της ίδιας αποφάσεως, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα αυτών των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αποζημίωση του απολυομένου μισθωτού πρέπει να ρυθμίζεται βάσει της αρχής της ισότητας, εκτός εάν η διαφοροποίησή της διακιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Θεσπίζεται ως γενικός κανόνας η αποζημίωση του ιδιωτικού εκπαιδευτικού, ο οποίος απολύεται όχι από υπαιτιότητά του, εισάγεται δε εξαίρεση γι΄ αυτόν, μη δικαιούμενου καμιά αποζημίωση, όταν απολύεται λόγω καταργήσεως του σχολείου. Η εξαίρεση αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως είναι απαράδεκτος, αφού μ΄ αυτόν πλήττεται η μείζων πρόταση, επί της οποίας δεν στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Δεκτός λόγος αναιρέσεως για επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος.
null
null
0
Αριθμός 491/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε.", που εδρεύει στις Στερνίζες Κορωπίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βλάχου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1819/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6405/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ΝΔ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν' αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται. Σ' αυτή την μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κλπ., για τον λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στην διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες. Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με τον ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας. Τέλος, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (ΟλΑΠ 10/2009).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Κατά τα έτη 2000 - 2005 ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, ως οδηγός σχολικών λεωφορείων της, µε διαδοχικές έγγραφες συµβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν περίπου µε την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου (αρχές Σεπτεμβρίου) και έληγαν µε το πέρας αυτής. Για κάθε σύµβαση ορισμένου χρόνου καταρτιζόταν μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύµβαση ορισμένου χρόνου, µε την οποία καθοριζόταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας του ενάγοντος. Έτσι για το ένδικο διάστηµα είχε συμφωνηθεί ότι ο ενάγων θα εργαζόταν µε το σύστηµα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας επί 38 ώρες εβδομαδιαίως και ως εξής: Α) το διάστηµα από 7-9-2000 µέχρι 15-6-2001 Δευτέρα και Τετάρτη από 7:30 πµ. µέχρι 5:00 µ.µ. Τρίτη Πέµπτη 7:30 πµ. µέχρι 8:30 πµ. και 2:00 µ.µ. µέχρι 5:00 µµ. και Παρασκευή από 7:30 πµ. µέχρι 8:30 πµ. και 2:00 µ.µ. µέχρι 7:30 µ.µ., µε μηνιαίες αποδοχές 250.800 δραχµές ή 736,02 ευρώ Β) το διάστηµα από 1-9-2001 µέχρι 15-6-2002 Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη από 7:30 πµ, µέχρι 8:30 πµ. και από 13:30 µ.µ. µέχρι 17:00, Πέµπτη από 7:30 π.µ. µέχρι 13:00 και από 13:15 µέχρι 17:00 και Παρασκευή από 7:30 µέχρι 8:30 και από 13:30 έως 17:00 µε μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 774,78 € (264.005 δραχµές) Γ) το διάστηµα από 2-9-2002 µέχρι 15-6-2003 Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή από 7:30 πµ. µέχρι 8:30 πµ, και από 13:30 µ.µ. µέχρι 17:30, και την Πέµπτη από 7:30 πµ, µέχρι 17:30 µε μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 802,90 € Δ) το διάστηµα από 1-9-2003 µέχρι τέλους σχολικού έτους 2003 - 2004 την Τετάρτη από 7.00 µέχρι 17:30 και τις Δευτέρα, Τρίτη, Πέµπτη και Παρασκευή από 7.00 µέχρι 8:30 και από 13:30 µ.µ. έως 17:30, µε μηνιαίο μισθό το ποσό των 882,96 € Ε) το διάστηµα από 1-9-2004 µέχρι 15-6-2005 τις ίδιες ώρες όπως και το αµέσως προηγούμενο και µε μηνιαίο μισθό 930,47 Ευρώ. Τις τρεις τελευταίες από τις παραπάνω συµβάσεις η εναγομένη προσκόµισε και θεώρησε στις αρµόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας την 16-9-2002, 15-9-2003 και 15-9-2004, όπως αυτό προκύπτει από βεβαιώσεις µε αριθµό πρωτοκόλλου 1870/16-9-2002, 2216/15-9-2003 και 2210/15-9-2004 της υπηρεσίας αυτής σε αντίγραφα των συµβάσεων. Αλλά και τις δύο πρώτες προσκόµισε και θεώρησε, όπως αυτό προκύπτει από το υπ' αριθµό 417/2-2-2007 έγγραφο της ιδίας υπηρεσίας (Επιθεώρηση Εργασίας). Όµως, ανεξάρτητα από την ως άνω γνωστοποίηση, αλλά και τις επιµέρους συμφωνίες των διαδίκων για το ωράριο του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι αυτός καθ' όλα τα έτη απασχολήθηκε στην εναγομένη επί ένδεκα ώρες κατά μέσο, όρο ημερησίως ήτοι από 6:30 έως 17:30. Συγκεκριμένα ο ενάγων, οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της εναγομένης, πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης, που βρίσκονται στις Στερνίζες Κορωπίου κατά τις ώρες 6:30 π.μ. έως 8:30, ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 13:30 έως 17:30, ενόψει ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 13:30 και άλλοι στις 16:00. Σημειώνεται ότι στο άνω ημερήσιο ωράριο του ενάγοντος δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης αυτού από την κατοικία του στο σημείο από όπου παραλάμβανε τον πρώτο μαθητή, ούτε και ο χρόνος επιστροφής του, από το σημείο όπου άφηνε μετά την λήξη των μαθημάτων τον τελευταίο μαθητή, στην κατοικία του. Κατά τις ενδιάμεσες ώρες ήτοι από 8:30 που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών μέχρι τις 13:30 που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ο ενάγων παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εξωτερικές εργασίες της εναγομένης. Τις υπόλοιπες ώρες κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα της ημέρας μεταξύ των δύο μεταφορών των μαθητών, ο ενάγων, όπως και οι άλλοι οδηγοί της εναγομένης, απασχολείτο με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και την συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή του από την εναγομένη, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο Λαύριο, στην Χαλκίδα κλπ.) καθώς και σε επισκέψεις, στα θέατρα, στα μουσεία, τα ιδρύματα και όπου αλλού η διεύθυνση του σχολείου της εναγομένης αποφάσιζε χάριν της γενικής παιδείας και της ενημέρωσης των μαθητών σε θέματα τεχνών και επιστήμης. Έτσι κατά τις ώρες αυτές ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία εξομοιώνεται με κανονική εργασία και εφαρμόζονται σ' αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας. Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του εκάστοτε καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου της παροχής εργασίας (απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία), κατά το από 7.9.2000 έως 15.6.2005 επίδικο χρονικό διάστημα, συνολική αμοιβή από 38.819,45 ευρώ, την οποία και του επιδίκασε. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ότι, κατά τις ενδιάμεσες ώρες ήτοι από 8:30 που ολοκληρωνόταν η προσέλευση μαθητών μέχρι τις 13:30 που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών, ο ενάγων παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εξωτερικές εργασίες της εναγομένης, τις υπόλοιπες δε ώρες κατά το ενδιάμεσο αυτό διάστημα της ημέρας μεταξύ των δύο μεταφορών των μαθητών, ο ενάγων, απασχολείτο με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και την συντήρηση του λεωφορείου τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή του από την εναγομένη, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα, ποιές ειδικότερα εργασίες, εάν παρίστατο ανάγκη, ο ενάγων όφειλε να εκτελέσει, ποιές, απ'αυτές, ειδικότερα, εκτέλεσε, το συγκεκριμένο χρόνο που απασχολήθηκε με καθεμία εργασία, κατά το ενδιάμεσο του ωραρίου του χρονικό διάστημα, κατά το οποίο βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως βασίμου, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στα δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 6405/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος, δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν΄ αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμ,η διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται. Το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς ζήτημα, ποιές ειδικότερα εργασίες, εάν παρίστατο ανάγκη, ο ενάγων όφειλε να εκτελέσει, ποιές, απ΄ αυτές, ειδικότερα, εκτέλεσε, το συγκεκριμένο χρόνο που απασχολήθηκε με καθεμία εργασία, κατά το διάστημα, κατά το οποίο βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα προς εργασία.
null
null
0
Αριθμός 492/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Σκουτάρεως (πρώην ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Σκουτάρεως"), που εδρεύει στο Σκούταρι Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Χατζηχαραλάμπους. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 4) Γ. Π. του Μ., κατοίκου ... και 5) Β. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ιωαννίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2483/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα µε βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση µε βάση τους, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από το σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεως της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174,180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ), δηλαδή όλους τους μισθούς μέχρι τη λήξη της σύμβασης μαζί με τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας. Επί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελούν στοιχεία αυτής η καταγγελία και ο σπουδαίος λόγος, γιατί αυτά συνιστούν καταλυτική ένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο εναγόμενος εργοδότης. Συνεπώς, αν ο εργαζόμενος ασκήσει αγωγή για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταγγέλθηκε πρόωρα, στην αγωγή του πρέπει να αναφέρει για το ορισμένο αυτής, την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τον καταβαλλόμενο μισθό του (συμβατικό ή νόμιμο) και την καταγγελία της σύμβασης αυτής πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, δίχως να είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με την αγωγή του και την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης, με αριθμό 1106 ΕΡΓ 16/2007 αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι οι ενάγουσες διαλαμβάνουν στο δικόγραφο της, ότι η εναγομένη συνήψε με κάθε μία από αυτές, στις 5-5-2006, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (24μηνη), προκειμένου να τις απασχολήσει επί 24μηνο δηλαδή από 5-5-2006 έως 4-5-2008. Ότι εις εκτέλεση των άνω συμβάσεων τις απασχόλησε, αντί του μηνιαίου μισθού, που για καθεμία, ειδικότερα, προσδιορίζεται στην αγωγή, έως 13-3-2007, δηλαδή πριν από τη λήξη τους, κατά την οποία κατάγγειλε, εγγράφως, τις ως άνω συμβάσεις τους, με βάση δε αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις μέχρι την καταγγελία δεδουλευμένες αποδοχές, τους μισθούς υπερημερίας, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα. Επομένως, διέλαβαν στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία και η αγωγή ήταν ορισμένη, αφού, για την πληρότητα της, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβουν σ' αυτήν και πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν και την καταχρηστικότητα της καταγγελίας, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε 1)την ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του με ειδικό λόγο εφέσεως και 2) στη συνέχεια, ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 90/208 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων. Κρίνοντας έτσι, δηλαδή απορρίπτοντας την, περί αοριστίας, ένσταση της αναιρεσίβλητης και δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο, για το ορισμένο της και συνεπώς δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 8,14 (αληθώς και όχι 1) ΚπολΔ, πλημμέλεια. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ακόμη και μεμονωμένα, τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης. Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ` αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Τέτοιος λόγος συντρέχει και σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, ή συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει, βάσει των παραπάνω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή από αυτόν. Πρέπει όμως ο εργοδότης να επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά, β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως ... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων ... τις καταθέσεις των μαρτύρων ...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, (όπως είναι και η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου), προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 527 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 269. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν τα πράγματα που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, προτάθηκαν παραδεκτώς και συνιστούν νόμιμους ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφερθέντα ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό, περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και των από 5-5-2008 προτάσεων της, τις οποίες κατέθεσε κατά τη συζήτηση της αγωγής, η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι "η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστης των εναγουσών καταγγέλθηκε από την Δ.Ε.Α.Σ. την 7-3-2007, λόγω υπάρξεως σπουδαίου λόγου, που συνίστατο στο ότι η συνέχιση της απασχόλησης των εργαζομένων, χωρίς επιδότηση από το αντίστοιχο πρόγραμμα του Ο.Α.Ε.Δ., απειλούσε με οικονομική καταστροφή την ήδη οικονομικά επιβαρυμένη Δημοτική Επιχείρηση". Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, εμμέσως πλην σαφώς, ισχυρίστηκε, ειδικότερα, ότι προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων διότι 1) εΙχε οικονομικές δυσχέρειες, εξ αιτίας των οποίων αδυνατούσε να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές των εναγουσών στο ΙΚΑ, για τους μήνες Μάιο έως Δεκέμβριο του 2006 και καθυστερούσε την καταβολή των μισθών τους για το άνω χρονικό διάστημα και 2) δεν έλαβε κανένα ποσό επιχορήγησης εκ του επιδοτούμενου προγράμματος μέχρι την λήξη του 2006 από τον Ο.Α.Ε.Δ., λόγω απόρριψης υπό του τελευταίου, με τις υπ' αριθ. 9 και 10/25-1-2007 αποφάσεις του, των αιτημάτων της για την καταβολή επιχορήγησης για τους ανωτέρω μήνες, εξ αιτίας της εκπρόθεσμης υποβολής των αιτήσεων. Τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε και στο Εφετείο με ειδικό λόγο εφέσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγόμενη δεν πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με δήλωσή της που έπρεπε να καταχωρηθεί στα εν λόγω πρακτικά, έστω και συνοπτικά, την ένσταση σπουδαίου λόγου. Μόνο, με τις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας, κάνει μνεία περί σπουδαίου λόγου, στο κεφάλαιο άρνησης της αγωγής (βλ. σελίδες 3-7 προτάσεων), αλλά και πάλι δεν προτείνει σαφώς και ορισμένως (άρθρο 262 ΚΠολΔ) την ένσταση αυτή, η οποία πάντως και σαφής να ήταν, πάλι απαράδεκτα θα προτείνονταν μόνο με τις προτάσεις. Τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό προβάλλει με το 2ο λόγο της έφεσης, χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Τα περιστατικά που επικαλείται με τον ανωτέρω λόγο έφεσης, ήταν γνωστά κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι απαράδεκτα η εκκαλούσα προβάλλει τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό, οψίμως, ενώπιον του και απέρριψε το λόγο αυτό, ως απαράδεκτο. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε οι προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον που πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχουν τον ισχυρισμό αυτό, κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και συνεπώς παραδεκτά αυτός προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου. Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο δεν ήταν νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά, δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, και επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να τον λάβει υπόψη του. Επομένως, μη λαμβάνοντας τον υπόψη, έστω και εσφαλμένα, ως απαραδέκτως προταθέντα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ και είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 2483/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελούν στοιχεία αυτής η καταγγελία και ο σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ακόμη και μεμονωμένα, τα οποία καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης. 0 σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ’ αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 493/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοτύλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 53968/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1282/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιοι κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και στην "πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά και τα έγγραφα", που μνημονεύονται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ως αναγνωστέα έγγραφα με αύξοντα αριθμό 1, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. β του ΚΠΔ, κατά το οποίο "σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364 ...". Από την αναφορά αυτή "και τα έγγραφα", επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, ότι δηλαδή πρόκειται προδήλως για τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364 του ΚΠΔ, τα οποία καταχωρήθηκαν ως αναγνωστέα στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους (όπως το περιεχόμενό τους, ο συντάκτης, η χρονολογία κτλ), αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα έγγραφα στην συνήγορο του κατηγορουμένου που τον εκπροσώπησε στη δίκη, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να αναφέρεται ο αριθμός τους και να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί της δυνατότητας να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ, σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 2, 358 και 368 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ή την ανάγνωση εγγράφου, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σ' αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο των εγγράφων και τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία αυτών και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος, του λόγου σ' αυτόν, μετά την κατάθεση του μάρτυρα και την ανάγνωση των εγγράφων, για να εκθέσει τις απόψεις και τις παρατηρήσεις του, σχετικά με το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώστηκαν και την αξιοπιστία του μάρτυρα, και γι' αυτό ο προβαλλόμενος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α του ΚΠΔ, λόγος της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/9/2010 αίτηση του Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34316/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του ΑΝ 690/45 και ΑΝ 539/45. Λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (510 παρ. 1 στοιχΑ του ΚΠΔ, α) λόγω μη προσδιορισμού της ταυτότητας των αναγνωστέων εγγράφων. Απορρίπτεται ως αβάσιμος, β) λόγω του ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε το λόγο στο συνήγορο του αναιρεσείοντος να προβεί σε δηλώσεις, και παρατηρήσεις, μετά την κατάθεση του μάρτυρα και την ανάγνωση των εγγράφων. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από τη μη παροχή του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτησης, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτηση του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
Αριθμός 493/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ι. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1046/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-12-2007 αίτησή του. Εκδόθηκε η 192/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1046/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 150/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", "κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα)", παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα. H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την, από 20-4-1999, αγωγή και, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε την καταψήφιση μισθών υπερημερίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 281/2006 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής άσκησε την, από 30-10-2006, έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της. Επί της έφεσης εξεδόθη η 1046/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που την απέρριψε κατ' ουσία. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο ηττηθείς εκκαλών άσκησε την από 8-12-2007 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εξεδόθη η 192/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε ότι "Το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατάγγειλε τη μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος εργασιακή σχέση, χωρίς να προβληθεί σχετική ένσταση από την πλευρά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων δηλαδή ισχυρισμός τους ότι κατήγγειλαν τη σύμβαση και να θεωρήσει ως αποσβεσθείσα την απαίτηση του αναιρεσείοντος λόγω της παρόδου της τρίμηνης, αποσβεστικής προθεσμίας, έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης", αναίρεσε εν όλω την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών, προκειμένου, με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει, περαιτέρω. Με την προσβαλλόμενη απόφαση (150/2010) το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος, κατά της 281/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε αυτήν και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε. Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολο της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να γίνει δεκτή η άνω αγωγή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτήν ουσιαστικών διατάξεων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεως του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων µε την ίδια ιδιότητα µόνο για το δικαίωµα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νοµική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισµό βάσει του oπoiou το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή µη αναγνώριση της επίδικης έννοµης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωµα που κρίθηκε, β) τη νοµική αιτία, ήτοι το νοµικό χαρακτηρισµό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στην εφαρµοσθείσα διάταξη του νόµου και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, πού έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννοµης σχέσης. Εξάλλου, τα καθ' υπέρβαση του αντικειμένου της δίκης (αιτήµατος ή ιστορικής αιτίας) κριθέντα, εφόσον και αυτά περιλαμβάνονται στο πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε και δεν κρίθηκαν πλεοναστικώς, καλύπτονται επίσης από το δεδικασμένο που παράγεται από την απόφαση, ανεξάρτητα από το δικονοµικό σφάλµα αυτής, ενώ, κατά το άρθρο 333 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 544 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν για την αυτή έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων, αν δεν χωρεί κατ' αυτών αναίρεση ή αναψηλάφηση, δεν καθίστανται ανενεργείς αλλά ισχύει το δεδικασμένο εκείνο που προέρχεται από τη νεότερη, κατ' έκδοση, απόφαση. Όμως θα πρέπει να γίνει, κατ' εξαίρεση, δεκτό ότι το δεδικασμένο της απόφασης, η οποία κρίνει ένα ζήτημα ως κύριο, πρέπει να υπερισχύσει της απόφασης η οποία κρίνει το αυτό ζήτημα παρεμπιπτόντως, έστω και αν η πρώτη είναι προγενέστερη της δεύτερης (Δ. Κονδύλης, Το δεδικασμένο, έκδ. β', σελ. 695). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, στις 5-12-1984, ο εκκαλών - αναιρεσείων προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως εφεδρικός οδηγός (έκτακτο προσωπικό) και απασχολήθηκε έως τις 26-5-1996 με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι από τις 26-5-1996 η πρώτη εναγομένη έπαυσε να τον απασχολεί. Ότι για τη μορφή της σχέσης εργασίας του εκκαλούντος έχουν εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων αυτών, τρεις αντιφάσκουσες μεταξύ τους τελεσίδικες αποφάσεις, οι οποίες παράγουν δεδικασμένο α) η 69/28-1-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος είναι άκυρη και η σχέση που τον συνδέει με τη δεύτερη εφεσίβλητη είναι αυτή της απλής σχέσης εργασίας, β) η 931/15-11-1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία επικύρωσε την 273/13-12-1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών και έκρινε ότι ο εκκαλών απασχολήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και γ) η 265/30-3-1995 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία επικύρωσε την 927/29-11-1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επί αγωγής του εκκαλούντος περί αναγνώρισης ότι η σχέση που τον συνδέει με την πρώτη εφεσίβλητη είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκρινε ότι ο εκκαλών ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της πρώτης εφεσίβλητης και η σχέση εργασίας που τον συνδέει με την πρώτη εφεσίβλητη είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Εκ των ως άνω αποφάσεων, κατά των οποίων δεν χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση, νεώτερη είναι η 931/15-11-1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία δέχθηκε, τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της πρώτης εφεσίβλητης, διότι σε αυτή ενσωματώθηκε η προσβληθείσα απόφαση και από αυτήν κρίνεται η τελεσιδικία και το δεδικασμένο (Ολ. ΑΠ 40/1996). Όμως οι αποφάσεις 931/1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 69/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών έκριναν, παρεμπιπτόντως, το θέμα του κύρους και τη μορφή της εργασίας του εκκαλούντος. Αντίθετα η απόφαση 265/1995 του Εφετείου Πατρών, έκρινε κυρίως το ζήτημα της μορφής της σχέσης εργασίας του εκκαλούντος επί αγωγής του τελευταίου, και, ως εκ τούτου, το δεδικασμένο της απόφασης αυτής το δεσμεύει. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, έχει κριθεί, με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο το δεσμεύει, ότι ο εκκαλών προσελήφθη και ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της πρώτης εφεσίβλητης, κατά το διάστημα που αναφέρεται στην παραπάνω αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 265/1995 απόφαση, συνδέεται δε με την τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 του ΚΠολΔ, την οποία προβάλλει ο αναιρεσείων και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 2, 5 § 3, 6 §1, 8 και 9 §1 του ν. 3148/1955 προκύπτει ότι επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται την παρά του μισθωτού παρεχόμενη εργασία, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, με συνέπεια να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 εδ. 1 ΑΚ και 1 του νόμου 2112/1920 συνάγεται, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι και εκείνη ως προς την οποία συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, ότι θα λήξει σε ορισμένο χρονικό σημείο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των ΚΤΕΛ, τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπωλειακώς) της επιβατικής δια λεωφορείων συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης (μεταφοράς) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών. Με το Π.Δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός-Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΓΚΠ.-ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του, ως άνω Ν.Δ. 102/1973( Oλ. AΠ 15/2002) και ισχύει από 20-8-1994, ορίζεται: α) στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των ΚΤΕΛ, αστικών και υπεραστικών και ορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, στο άρθρο, 2 παρ. 1 και 5 ορίζεται ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του ΚTEΛ, (που λειτουργεί με βάση το ΝΔ 102/1973), διακρίνεται σε: α) τακτικό και β) έκτακτο. Τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται γιο εκτέλεση περιορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (π.χ. εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας, κλπ.), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ. ε' και στ', ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το Δ.Σ. του ΚΤΕΛ χωρίς διαγωνισμό, για την αντιμετώπιση δε έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ, μετά από έγκριση του οικείου Νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντα του έκτακτου προσωπικού. Όμοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 6, 7 και 5 του Π.Δ. 257/1989, που ίσχυσε από 1- 7-1989 μέχρι 15-4-1991 και τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 5, 6 και 7,και 5 του Π.Δ. 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994 με την διαφορά ότι με το τελευταίο π.δ. (133/1991) δεν απαγορευόταν η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού με σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς και το άρθρα 2 παρ. 5, 6 και 7 του προγενέστερα ισχύοντος β. δ/τος 235/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεώς του από 25-6/6.8.1956 β.δ. περί εκδόσεως Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ κλπ.". Με το άρθρο 5 του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", που ισχύει από 20-8-1994, καθορίζονται οι όροι πρόσληψης του τακτικού και έκτακτου προσωπικού του ΚΤΕΛ, ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο (που είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου, Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσλαμβάνεται από το Δ.Σ. χωρίς διαγωνισμό και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις μπορεί το Δ.Σ του -ΚΤΕΛ να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση •ότι θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση εντός διμήνου, (άρθρο. 6 ΠΔ 229/1994). Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π.Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της .διοίκησης του ΚΤΕΛ, που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό, είναι ακυρώσιμες (άρθρ. 9 του Ν.Δ.102/1973), ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 Π.Κ, για τους ,παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994. Συνεπώς ο εργαζόμενος στο ΚΤΕΛ, που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, δεν μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των ως άνω. προϋποθέσεων του άρθρου 5. του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους .έξι• •μήνες, ότι: η τέτοια: για, ορισμένο. χρόνο, πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες: ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του έκτακτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε, κατ': εξαίρεση, η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας .αόριστης διάρκειας..Η τέτοια δε σύμβαση του προσληφθέντος ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν καθίσταται αόριστου χρόνου εκ- μόνου του λόγου ότι αυτός χρησιμοποιήθηκε προς εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ. Διότι σημασία στην περίπτωση αυτή έχει όχι το είδος της εργασίας αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο αυτής. Τούτο δε δεν αντίκειται στην Οδηγία 1999/70 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28-6-1999, για την επίτευξη του στόχου της οποίας, που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (Ολ ΑΠ 20/2007). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 3 παρ. 1 περ. δ' του ως άνω π.δ/τος 229/1994 "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα ... 1. Γενικά Προσόντα ... α) .... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρία, η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚTEΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του (αρθρ. 1, 2, 3 παρ. 1, 6, 10 του ν. 2963/2001), προκύπτει ότι για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία. Η καταλληλότητά του πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί του Υπ. Μεταφορών ή από ιατρούς του ΙΚΑ. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς τους. Έτσι, αν δεν εκδοθεί, και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις πιο πάνω διατάξεις δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και θεωρείται σαν μη έγινε (άρθρ. 174, 180 του ΑΚ). Αλλά και εάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο οδηγός δεν υποβάλλεται ανά 12μηνο στις ιατρικές (κατά τα παραπάνω), εξετάσεις και έχει λήξει η 12μηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού και πάλι ή σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει και, όπως προελέχθη, εάν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται την παρά του μισθωτού παρεχόμενη εργασία, λόγω της ακυρότητας της συµβάσεως εργασίας, δεν περιέρχεται σε υπερημερία. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ.1 ΑΚ η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύµβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν αν η σύµβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλαδή η επικύρωση άκυρης ενοχικής σύµβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδροµικά αποτελέσµατα. Κατά τις διατάξεις αυτές απαιτείται συνεπώς για την επικύρωση άκυρης σύµβασης, νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των µερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο από την αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Εξάλλου η για την επικύρωση δήλωση βούλησης των μερών µπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εµφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης, λόγω έλλειψης αρχικά του ως άνω πιστοποιητικού υγείας, σύµβασης εργασίας των άνω µισθωτών, εµφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών αυτών από τον εργοδότη, τελούντα εν γνώσει της απόκτησης μεταγενεστέρως του πιστοποιητικού. Αν όμως εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί απόκρουσης της επικύρωσης παρά τη γνωστοποιηθείσα στον εργοδότη επίκληση του ως άνω πιστοποιητικού, τότε αποκλείεται η επικύρωση με αναδρομική ισχύ, κατά το άρθρο 183 παρ. 2 AK. Mπoρεί μόνο η συνέχιση της αποδοχής των υnηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη να εμφαίνει βούληση του τελευταίου περί επικύρωσης της σύμβασης για το μέλλον, αλλά βεβαίως μόνο υπό το περιεχόμενο υπό το οποίο αποδέχεται ήδη ο εργοδότης την υπηρεσία του μισθωτού και όχι εκείνο υπό το οποίο είχε λειτουργήσει ("εν τοις πράγμασι") κατά το παρελθόν η εργασιακή σχέση. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση του δικαιώµατος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό. Καταχρηστική όμως επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας οδηγού των ΚΤΕΛ, εξαιτίας ανυπαρξίας πιστοποιητικού υγείας, κατά την πρόσληψή του και σε όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, δεν είναι αυτή που γίνεται από τον εργοδότη μετά πάροδο μακρού χρόνου λειτουργίας της σύμβασης, έστω και χωρίς εναντίωσή του, διότι μόνο τα γεγονότα αυτά δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στο μέσης ηθικής συναλλασσόμενο, ο οποίος παρά τη νοµοθετική επιταγή, παρέλειψε να προσκοµίσει τέτοιο πιστοποιητικό, την πεποίθηση ότι δεν ήταν αναγκαίο για το κύρος της σύµβασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του έκτακτου προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Η διάρκεια της τελευταίας ορισμένου χρόνου σύμβασης του εκκαλούντος με την πρώτη εφεσίβλητη έληξε στις 26-5-1996. 'Εκτοτε δεν προκύπτει ανανέωση της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος με νέα ορισμένου χρόνου σύμβαση, ούτε απασχόληση του εκκαλούντος. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η μη κατάρτιση μετά τις 26-5-1996, νέας ορισμένης χρόνου σύμβασης εργασίας οφείλεται στη συνδικαλιστική δραστηριότητα του εκκαλούντος. Ο εκκαλών στις 18-9-1995 επιμελήθηκε την έκδοση πιστοποιητικού υγείας, αλλά η πρώτη εφεσίβλητη με εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις 17-10-1995 δήλωσε ρητά ότι δεν συμφωνεί στην επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας. Επίσης ο εκκαλών επικαλείται και προσκομίζει τα υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1430/20-2-1996, 1761/19-2-1997, 2007/20-2-1998, πιστοποιητικά υγείας της Πρωτοβάθμιας Υγ/κής Επιτροπής Νομαρχιακής Αυτ/σης Αχαΐας, τα οποία όμως, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, αφενός, διότι δεν προκύπτει σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, για το μετά τις 26-5-1996 χρονικό διάστημα, αφετέρου διότι δεν προκύπτει ότι κατατέθηκαν στην πρώτη εφεσίβλητη. Ανεξάρτητα από το κύρος ή όχι της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος δεν αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για το μετά τις 26-5-1996 χρονικό διάστημα ή απασχόληση του εκκαλούντος από την πρώτη εφεσίβλητη για το μετά τις 26-5-1996 χρονικό διάστημα και συνακόλουθα δεν νοείται υπερημερία της πρώτης εφεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας του εκκαλούντος. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Πατρών, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την 281/2006 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του εκκαλούντος για την επιδίκαση του ποσού των 10.495.835 δραχμών ως μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-1996 έως και 31-3-1999, στη συνέχεια απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή. Με την κρίση του αυτή, η οποία στηρίζεται στην ανέλεγκτη, καθό περί πραγμάτων, ως άνω παραδοχή περί αρνήσεως και ρητής μάλιστα, της αναιρεσίβλητης να στέρξει στην ανωτέρω επικύρωση, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 183 και 281 Α.Κ., και η με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ., περί του αντιθέτου, αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η σύμβαση εργασίας παρέμεινε άκυρη καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, διότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δήλωσε ρητά ότι δεν συμφωνεί στην επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας, απάντησε στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η κατά το άρθρο 183 Α.Κ. επικύρωση συντελέσθηκε σιωπηρά με μόνη τη συνέχιση της σχέσεως εργασίας, μετά την επίδοση των πιστοποιητικών υγείας, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκή αιτιολογία και πρέπει ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου κατά τις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 KΠολΔ. περί του αντιθέτου αιτιάσεις να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω απορριπτέος είναι στο σύνολο του και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο 1) δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι "δεν υπήρξε εργασιακή μου σχέση με το ΚΤΕΛ, που αργότερα μετεξελίχθηκε πράγματι, όπως έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη, σε ανώνυμη εταιρία, αλλά με την 1η αναιρεσίβλητη εταιρεία που είναι αμιγώς ιδιωτική", 2) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 5 του Κανονισμού Προσωπικού του ΚΤΕΛ και 3)δεν διέλαβε στην απόφαση του αιτιολογία ως προς την εφαρμογή στην περίπτωση του της παραπάνω διάταξης διότι, 1) ο παραπάνω ισχυρισμός είναι αρνητικός και όχι αυτοτελής 2) με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν και διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη, και 3) επίσης, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον ανωτέρω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της παραπάνω διατάξεως, που εφάρμοσε. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, δίχως αίτημα, απέρριψε την αγωγή, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο, δεχθέν το λόγο εφέσεως που προαναφέρθηκε, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή, με βάση τη διάταξη του άρθρου 535 παρ.1, η οποία δεν τάσσει ως προϋπόθεση την υποβολή αιτήματος από τους διαδίκους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7-6-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 150/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η έκταση της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το δεδικασμένο της απόφασης, η οποία κρίνει ένα ζήτημα ως κύριο, πρέπει να υπερισχύσει της απόφασης η οποία κρίνει το αυτό ζήτημα παρεμπιπτόντως, έστω και αν η πρώτη είναι προγενέστερη της δεύτερης. Το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες. Για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς τους. Αν δεν εκδοθεί, και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, είναι άκυρη.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 496/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3217α και 3532/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1543/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 14/31-1-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513§1 Κ.Π.Δ., της από 19/11/2010 με αριθμό πρωτ. 9600 με δήλωση κατ' άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ. ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης του Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 3532/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα, ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ., που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εξαιρετική και αφορά μόνο την αναίρεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης. Τέτοια όμως απόφαση δεν είναι εκείνη που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 473§1 Κ.Π.Δ., "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση στης απόφασης, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, το μεν ανέβαλε την εκδίκασή της σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία για απόπειρα εκβίασης και διέταξε το χωρισμό της, το δε έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω παραγραφής για το αδίκημα της παράνομης βίας. Η απόφαση αυτή όμως δεν είναι καταδικαστική και ως εκ τούτου ο τρόπος ασκήσεως της αίτησης αναίρεσης από τον κατηγορούμενο κατ' άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ. δηλαδή με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν ήταν νόμιμος. Ακόμη η ίδια αίτηση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι ενώ η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογεγραμμένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 19/10/2010 αυτός άσκησε την κρινόμενη αίτηση στις 19/11/2010 δηλαδή μετά την πάροδο της από τον νόμο τασσομένης προθεσμίας, χωρίς να δηλώνει στην αίτηση ότι από ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα εμποδίσθηκε να προβεί στην εμπρόθεσμη άσκησή της. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476§1 - 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 9600/19-11-2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Α. του Ι., κατά της με αριθμό 3532/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 26/1/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ίδιου Κώδικα, "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνον με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 474ττροσώπων και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία προβλέπεται ως τρόπος άσκησης της αναίρεσης μόνο όταν αφορά καταδικαστική απόφαση. Τέτοια όμως, απόφαση δεν είναι εκείνη που παύει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 3532/2010 απόφαση του, το μεν ανέβαλε την εκδίκαση της σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία, για τις πράξεις της απόπειρας εκβίασης και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της απόπειρας εκβίασης, για τη δικάσιμο της 21-10-2010 και διέταξε το χωρισμό της, το δε έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του ίδιου κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, για την πράξη της παράνομης βίας. Η απόφαση, όμως, αυτή δεν είναι καταδικαστική και εξ' αυτού του λόγου ο τρόπος με τον οποίο ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο, κατ' άρθρο 473 παρ.1 Κ.Π.Δ, δηλαδή με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν είναι σύννομη. Συνεπώς, η κρινόμενη από 18-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω κατηγορουμένου, κατά της εν λόγω μη καταδικαστικής, κατά τα προεκτεθέντα, 3532/2010 αποφάσεως, ασκηθείσα με επίδοση δηλώσεως της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα και τη μη εμφάνιση του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Κ. Α. του Ι. και της Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3532/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση τον Εισαγγελέα του Α. Π. κατά της αποφάσεως που το μεν ανέβαλε την εκδίκαση της κατηγορίας για της πράξη της απόπειρας εκβίασης και διέταξε το χωρισμό, το δε έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για το αδίκημα της παράνομης βίας, αφού δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 496/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ (ΑΝΕΚ) ΑΕ", που εδρεύει στο Δήμο Ελευθερίου Βενιζέλου Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πιέρρο Πλαγιανάκο. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωλέττη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-6-2006 και 2-11-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 2 του Συντάγματος "Οι 'Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 116 § 2 αυτού "Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 6 περ. α' του Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των 75/117/10-2-1975 και 76/207/9-2-1976 Οδηγιών του Συμβουλίου της ΕΟΚ, "απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία" ( 5 § 1) και "απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας για λόγους που αναφέρονται στο φύλο" (6 περ. α'). Επιπλέον, το άρθρο 15 του ως άνω νόμου ορίζει ότι "διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, Σ.Σ.Ε., διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καταργούνται". Από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Ν. 1414/1984, ερμηνευόμενες υπό το φως των προαναφερόμενων κοινοτικών οδηγιών, συνάγεται γενικότερα ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές, διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου (ΟλΑΠ 7/1993). Ειδικότερα, ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσης, διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τους άνδρες συναδέλφους τους, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, χωρίς να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας (ΟλΑΠ 31/1993, Ολ ΑΠ 7/1993). Περαιτέρω, το άρθρο 28 § 1 εδ. β' του Α.Ν. 1846/1951 ορίζει ότι "ο ασφαλισμένος, που συμπλήρωσε το 62ο έτος της ηλικίας του ή η ασφαλισμένη το 57ο έτος, δικαιούται σύνταξη λόγω γήρατος, αν πραγματοποίησε δέκα χιλιάδες (10.000) ημέρες εργασίας κατά την υποβολή της αίτησης". Η δε διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζει ότι "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, οι οποίοι συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δύνανται, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, λαμβάνοντας σε όλες τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη". Υπό τα δεδομένα αυτά, η ως άνω διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, κατά το μέρος που παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να απομακρύνει από την εργασία τις γυναίκες υπαλλήλους του για μόνο τον λόγο ότι δικαιούνται να λάβουν σύνταξη γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, εξαιτίας της συμπληρώσεως ορίου ηλικίας μικρότερου από εκείνο που ορίζεται για τους άνδρες, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει καταργηθεί από το άρθρο 15 του Ν. 1414/1984. Διότι η εν λόγω διάταξη, αν συνδυασθεί με τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 28 § 1 β' του ΑΝ 1846/1951, επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των γυναικών, δηλαδή τον τερματισμό, παρά τη θέλησή τους, της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους, υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που ισχύουν για τους άνδρες, αντιβαίνοντας έτσι προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και προς εκείνες των άρθρων 5 § 1 και 6 περ. α' του Ν. 1414/1984, αφού εισάγει διάκριση, η οποία δεν εμπίπτει σε καμιά από τις προβλεπόμενες από το Ν. 1414/1984 και την οδηγία 76/207 εξαιρέσεις, αλλά βασίζεται μόνο στο φύλο. Σημειώνεται ότι η 79/7/19-12-1978 οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ για την προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των δύο φύλων σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης, παρέχει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσουν διαφορετικές ηλικίες για τη θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως στους άνδρες και στις γυναίκες (άρθρ. 7 § 1α'), δεν επιτρέπει όμως την απόλυση σε διαφορετική ηλικία της γυναίκας, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς της. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ την υπόθεση: Η εναγόμενη ναυτιλιακή εταιρεία προσέλαβε την ενάγουσα την 11-8-1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως υπάλληλο γραφείου και έκτοτε την απασχόλησε στο πρακτορείο έκδοσης εισιτηρίων, που διατηρεί στην πόλη των Χανίων, έως την 10-4-2006, οπότε της επέδωσε την υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφη καταγγελία της μετ' αυτής συμβάσεως εργασίας και την απέλυσε, ως πληρούσα τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως λόγω γήρατος από το ΙΚΑ, καταβάλλοντάς της ως αποζημίωση το 40% της πλήρους αποζημιώσεως που προβλέπεται για την απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου από τον εργοδότη, λόγω του ότι ήταν επικουρικώς ασφαλισμένη, ήτοι το ποσό των 29.307,97 ευρώ. Κατά το χρόνο της καταγγελίας (10-4-2006) η ενάγουσα είχε συμπληρώσει: α) το 61ο έτος της ηλικίας, δεδομένου ότι είχε γεννηθεί στις 27-12-1944, όχι όμως και το 62ο, για τη συμπλήρωση του οποίου απέμειναν οκτώ μήνες και δεκαοκτώ ημέρες, και β) 9.914 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του ΙΚΑ, είχε δε δικαίωμα να αναγνωρίσει και 93 ακόμη ημέρες εργασίας της χρονικής περιόδου από τον 6/1969 έως και τον 9/1969 για τις οποίες είχε ασφαλιστεί στο μετέπειτα συγχωνευθέν με το ΙΚΑ Ταμείο Ασφάλισης Ηθοποιών Σκηνοθετών Τεχνιτών Θεάτρου (ΤΑΗΣΤΘ), δικαίωμα το οποίο όμως έως τότε δεν είχε ασκήσει. Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας, ήτοι την 10-4-2006, η ενάγουσα δεν είχε θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδοτήσεώς της λόγω γήρατος από το ΙΚΑ, διότι δεν είχε συμπληρώσει ούτε το όριο ηλικίας των 62 ετών, αφού ήταν μόνο 61 ετών, προκειμένου να καταγγελθεί εγκύρως, λόγω συνταξιοδοτήσεως, η σύμβαση εργασίας της ούτε τον ελάχιστο αριθμό ημερών εργασίας στην ασφάλιση του ΙΚΑ, αφού είχε μόνο 9.914 ημέρες εργασίας έναντι των 10.000 απαιτουμένων, και συνεπώς η καταγγελία με καταβολή της μειωμένης στο 40% της πλήρους αποζημίωσης είναι άκυρη και περιήγαγε την εναγομένη σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και την κατέστησε υπόχρεο να της καταβάλλει τους μισθούς υπερημερίας της και για το μετά την άσκηση της αγωγής και έως την κατά τινα νόμιμο τρόπο άρση της διάστημα. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άκυρη την καταγγελία, αν και με ελλιπή αιτιολογία, αφού δέχθηκε μόνο τη μη συμπλήρωση του ελάχιστου αριθμού ημερών εργασίας και παρέλειψε ολοσχερώς να αναφερθεί και στη συμπλήρωση του ελάχιστου ορίου ηλικίας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, της ελλιπούς αιτιολογίας της εκκαλουμένης συμπληρωμένης με την παρούσα και συνεπώς οι μεν πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 3-12-2007 έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ο δε μοναδικός λόγος της δια των προτάσεων ασκούμενης αντεφέσεως της ενάγουσας ότι η εκκαλουμένη παρέλειψε να αποφανθεί και για την μη συμπλήρωση του ελάχιστου ορίου ηλικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας είναι μεν βάσιμος πλην όμως η παραδοχή του ούτε το διατακτικό ούτε το δεδικασμένο της εκκαλουμένης, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας, διαφοροποιεί και συνεπώς δεν συντρέχει νόμιμος λόγος εξαφανίσεώς της αλλά συμπληρώσεως της ελλιπούς αιτιολογίας της με εκείνη της παρούσας και απορρίψεως της αντεφέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ. Και καταλήγει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεν αντέφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, της ελλιπούς αιτιολογίας της εκκαλουμένης ως προς την ακυρότητα της απολύσεως συμπληρωμένης με την παρούσα, οι δε αντίθετες εφέσεις και ο πρόσθετος λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της: α) για την απόρριψη της από 2-11-2006 παρεμπίπτουσας αγωγής της ενάγουσας ως απαράδεκτης και β) για την καταβολή των μισθών υπερημερίας ποσού 48.958,86 ευρώ. Και, τέλος, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες και κατ' ουσίαν αμφότερες τις ένδικες αγωγές, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-4-2006 έως και 31-12-2006 το συνολικό ποσό των 31.562,92 ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα τις αποδοχές υπερημερίας της και για το επέκεινα της 31-12-2006 χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2007 και εωσότου η εναγομένη άρει κατά τινα νόμιμο τρόπο την υπερημερία της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς το γεγονός της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και των συνεπειών της ακυρότητας αυτής, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα του ως άνω υπαγωγικού συλλογισμού. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος αληθώς από τον αριθμό 1 και όχι 14 του ίδιου Κώδικα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι όμως και από τον αρ. 12 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κρίνονται ενιαία, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του αγωγικού ισχυρισμού της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης κατά τις Κυριακές και του αιτήματος περί επιδικάσεως αποδοχών κατ' αυτές, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του άνω ισχυρισμού και για τη βασιμότητα του σχετικού αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της χωρίς όρκο στο ακροατήριο εξέτασης της αναιρεσίβλητης, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης. Επίσης, "πράγματα" κατά την έννοια της αυτής διάταξης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσής της για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούσε την άρνησή της ως προς το αίτημα της ένδικης αγωγής για μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και επέκεινα και συγκεκριμένα, για εσφαλμένη εκτίμηση της υπ' αριθμ. 616/2007 απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Συντάξεων του ΙΚΑ, από την οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε, ύστερα από ανάκληση προηγούμενης αίτησής της, νέα αίτηση για συνταξιοδότησή της στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Χανίων στις 15-1-2007 και βάση αυτής έλαβε πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα, της εφέσεως της αναιρεσείουσας και των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε προτείνει παραδεκτώς, κατά τρόπο ευσύνοπτο, τον ως άνω ισχυρισμό. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτόν τον ισχυρισμό, αφού επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και εωσότου η αναιρεσείουσα άρει κατά τινα τρόπο την υπερημερία της. Αν εκτιμούσε το άνω έγγραφο σε συνάρτηση με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και σε συνδυασμό με τη νομοθεσία περί ΙΚΑ (άρθρα 12 § 2 ν. 4476/65, 29 § 7 ΑΝ 1846/1551 και 63 ν. 2676/1999), κατά την οποία δεν απαγορεύεται η εργασία στους συνταξιούχους του ΙΚΑ, προβλέπεται όμως η αναστολή της πληρωμής της συντάξεως σε περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό ορισμένους όρους και θέτει κάποιες άλλες υποχρεώσεις για όλους τους εργαζόμενους συνταξιούχους, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται απλώς την αναζήτηση των συντάξεων που καταβλήθηκαν, θα διαλάμβανε στην απόφασή του σχετική κρίση περί του αν η άνω αίτηση της αναιρεσίβλητης υποδήλωνε ή όχι την πρόθεση αυτής να μην εργάζεται πλέον, ώστε να μη δικαιούται μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και επέκεινα, με συνέπεια την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αγωγής της για το χρονικό αυτό διάστημα. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το αναφερόμενο ανωτέρω κεφάλαιο, ήτοι όσον αφορά τους μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και επέκεινα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (ΚΠολΔ 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 317/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές, διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου. Ειδικότερα, ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσης, διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τους άνδρες συναδέλφους τους, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, χωρίς να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.
null
null
2
Αριθμός 485/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Χ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 1092/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1385/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξουσία δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 9.11.2010 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης … Α. Κ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση στον ίδιο κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11.5.2010 αίτηση του Α. Χ. του Ν., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1092/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 484/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Ν. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6006/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Αυγούστου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1136/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 303/27.9.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525§1 περίπτ. 5, 527 και 528§1 του Κ.Π.Δ., την από 20-8-2010 αίτηση του Ν. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 6006/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρο 525§1 περίπτ. 5 του Κ.Π.Δ., όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 11 Ν. 2865/2000, "η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής περιορίζεται μόνο στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μετά από προσφυγή σ' αυτό του καταδικασθέντος και αιτούντος την επανάληψη (Α.Π. 1431/2008, Π.Χρ. ΝΘ. 533, Α.Π., 1674/2007 Π.Χρ. ΝΗ. 539). Αμετάκλητη είναι η απόφαση, όταν αυτή δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, είτε, α) διότι τα επιτρεπόμενο ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία, β) διότι ασκήθηκε και απερρίφθη, γ) διότι παραιτήθηκε από αυτό ο δικαιούμενος και δ) διότι, όπως εκδόθηκε η απόφαση, δεν υπόκειται εξ αρχής σε κανένα ένδικο μέσο (Α.Π. 2134/2007 Π.Χρ. ΝΗ. 799). Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει ότι με την υπ' αριθμ. 6006/2006 κατ' έφεση, (απόντος αυτού αλλ' εκπροσωπηθέντος υπό του πληρεξουσίου δικηγόρου του), εκδοθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων) κατεδικάσθη, διότι στην Αθήνα στις 23-11-1999, "κατελήφθη να κατέχει το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής CRYSLER....., χωρίς να έχει καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 3.909.335 δραχμών ή 11.472,74 €". Δια την εν λόγω πράξη λαθρεμπορίας του επεβλήθη ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών δεν άσκησε αίτηση αναιρέσεως, κατάστασης, ήδη, αυτής αμετακλήτου. Ως λόγο επαναλήψεως της άνω διαδικασίας, ο αιτών επικαλείται την άσκηση της υπ' αριθμ. C-156/19-3-2004 προσφυγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την οποία εζητείτο να αναγνωρισθεί ότι η Ελλάδα δεν εφαρμόζει, το άρθρο 90 ΕΚ και την υπ' αριθμ. 83/182 Οδηγία της ΕΟΚ, ως προς την προσωρινή χρήση στο έδαφός της οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα Κράτη - μέλη, επιβάλλοντας φόρους και τέλη, τα οποία προβλέπονται από την τελωνειακή της νομοθεσία και τα οποία επιβάλλονται στους κατόχους οχημάτων τρίτων χωρών. Και προσθέτει ο αιτών, ότι κατά την δευτεροβάθμια εκδίκαση της υποθέσεώς του, δεν εγνώριζε ότι είχε ασκηθεί η προαναφερθείσα προσφυγή και, ότι, εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο ώφειλε να εφαρμόσει το άρθρο 90 της Ε.Κ. και την αναφερθείσα οδηγία, αθωώνοντας αυτόν. Σύμφωνα, όμως, με τα άνω εκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτος, διότι ο αιτών δεν επικαλείται προσφυγή αυτού στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δια την άνω υπόθεση, δια την οποία κατεδικάσθη με την απόφαση του Εφετείου, της οποίας ζητεί την επανάληψη. Αλλά και εάν, υποστηριχθεί, ότι ανεξαρτήτως της μη προσφυγής αυτού στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την μη έκδοση από τούτο αποφάσεως, με την οποία να αποφαίνεται, ότι επί της άνω υποθέσεως, το Εφετείο Αθηνών, παρεβίασε την άνω διάταξη της Ε.Κ., καθώς και την 83/182/ΕΟΚ Οδηγία, και σ' αυτή την περίπτωση, η αίτηση είναι αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι ο αιτών διέμενε σε άλλο Κράτος - μέλος της ΕΟΚ και ότι προσωρινώς έκανε χρήση του άνω αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Αντιθέτως προκύπτει ότι από το 1994 που εισήγαγε το αυτοκίνητο στην χώρα, μέχρι το 1999 που το ΣΔΟΕ εδέσμευσε αυτό, διέμενε και κυκλοφορούσε με αυτό στην Ελλάδα. Τέλος, ο κατηγορούμενος εκπροσωπούμενος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ουδένα συναφή ισχυρισμό προέβαλε. Κατ' ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω, Προτείνομεν α) Να απορριφθεί η από 20-8-2010 αίτηση του Ν. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6006/2006 αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, Και β) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν είναι, όμως, νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κυρία διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 525§1 αρ. 5 ΚΠοινΔ, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 11 Ν. 2865/2000, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση η οποία παραδεκτά εισάγεται, κατ' άρθρα 528§1 εδ.α' και 527§3 ΚΠοινΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] ζητεί ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 6006/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα [10] μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή διότι: "στου Ζωγράφου Αττικής στις 23 Νοεμβρίου 1999, κατείχε εμπόρευμα υποκείμενο σε δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις, το οποίο είχε εισαχθεί εντός του Ελληνικού τελωνειακού εδάφους κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατελήφθη να κατέχει το με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής CRYSLER, χρώματος πράσινου με αριθμό πλαισίου ..., χωρίς να έχει καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 3.909.335 δραχμών και ήδη σε ευρώ. 11.472,74". Ο αιτών επικαλείται, ως νέο γεγονός, το οποίο δεν γνώριζε κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του στον δεύτερο βαθμό, την άσκηση προσφυγής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι η Ελλάδα δεν εφαρμόζει και παραβαίνει το άρθρο 90 ΕΚ και την 83/182 ΕΟΚ οδηγία, ως προς την προσωρινή χρήση στο έδαφος της οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη-μέλη, επιβάλλοντας φόρους και τέλη, τα οποία προβλέπονται από την τελωνειακή της νομοθεσία και οι οποίοι [φόροι, τέλη] επιβάλλονται στους κατόχους οχημάτων τρίτων, εκτός Ε.Ε., χωρών. Ότι οι δικάσαντες δικαστές έπρεπε να γνώριζαν την άνω προσφυγή και να εφήρμοζαν την οδηγία 83/182/ΕΟΚ, ώστε να καταλήξουν σε απαλλακτική για αυτόν απόφαση. Σύμφωνα, όμως με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, η μη γνώση προσφυγής της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελλάδος και η μη εφαρμογή της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ, από τους δικάσαντες δικαστές, δεν είναι γεγονότα, αλλά επιδιώκεται με την αίτηση αυτή ο έλεγχος, από νομικής πλευράς, της προσβαλλόμενης αποφάσεως. εξάλλου, ο αιτών δεν επικαλείται ότι κατέθεσε προσφυγή κατά της Ελλάδος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όπως και απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία να καταδικάσθηκε η Ελλάδα για παραβίαση των δικαιωμάτων του, ώστε να συντρέχει λόγος επανάληψης της διαδικασίας κατ' άρθρο 525§1 του αριθ. 5 του ΚΠοινΔ, όπως διατείνεται, αορίστως, ο αιτών, είναι δε αδιάφορο το ότι η Ελλάδα καταδικάσθηκε, όπως επικαλείται, από το άνω Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής τρίτου για παρόμοια υπόθεση. Επομένως, η άνω αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-8-2010 αίτηση του Ν. Ρ. του Δ., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 6006/2006 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα [250] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση διότι ο αιτών δεν επικαλείται νέα γεγονότα.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 483/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Τιτίκα Νικέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3622/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πάσχο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 951/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι αυτός καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας αυτού δια μεταβολής του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, σκοπό του δράστη να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενό του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που εκθεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ο δόλος δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως επί πλημμεληματικής πλαστογραφίας ο σκοπός παραπλανήσεως άλλου, οπότε πρέπει τα πρόσθετα αυτά στοιχεία να αιτιολογούνται ειδικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3622/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για πλαστογραφία με χρήση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων είναι πολιτικός μηχανικός με σημαντική επαγγελματική δραστηριότητα, μετά δε το σεισμό του έτους 1999 είχε αναλάβει ικανό αριθμό υποθέσεων. Έτσι, για την αντιμετώπιση του φόρτου εργασίας αναζήτησε βοηθούς για την αντιμετώπιση των εξωτερικών εργασιών, μεταξύ δε αυτών ήταν και η κατηγορουμένη, την οποία του συνέστησε υπάλληλος της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Η τελευταία είναι τεχνολόγος τοπογράφος μηχανικός και παράλληλα ήταν εν ενεργεία μόνιμη υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας (Απασχολήσεως). Μετά ταύτα την 20-10-2003 ο εγκαλών πληροφορήθηκε από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Β. Π. ότι προκειμένου να προβεί σε σύνταξη συμβολαίου συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών της παρεδόθησαν από την κατηγορουμένη τοπογραφικό διάγραμμα και κατόψεις ορόφων ακινήτου επί της οδού ... αριθ. 13 και ... στο ..., τα οποία ήσαν εντελώς λανθασμένα, εφέροντο δε ότι υπογράφησαν απ' αυτόν (εγκαλούντα). Ο τελευταίος ερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, κατόψεις και πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας με την υπογραφή του είχε παραδώσει στην ως άνω συμβολαιογράφο η κατηγορουμένη, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει απολύτως τίποτε και χωρίς βεβαίως να της έχει δώσει οποιαδήποτε σχετική εντολή ή εξουσιοδότηση. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στα ως άνω έγγραφα που παρέδωσε η κατηγορουμένη στην ως άνω συμβολαιογράφο ήσαν λανθασμένα και τα τηλέφωνα του εγκαλούντος στη σχετική σφραγίδα αυτού, αυτή δε ανεύρε το τηλέφωνό του από τον κατάλογο του Ο.Τ.Ε.. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη κατάρτισε τα κάτωθι αναφερόμενα πλαστά έγγραφα θέτοντας την σφραγίδα και κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος Χ. Α., πολιτικού μηχανικού, χωρίς την συναίνεση και εντολή του προς τούτο, ήτοι: Α) ένα (1) έγγραφο-"Πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας" των ιδιοκτητών ακινήτων της οικοδομής επί της οδού ... αρ. 13 και ..., στο ... με ημερομηνία Ιούνιος 2003, στο οποίο αφού ανέγραψε τα στοιχεία των ιδιοκτητών, το διαμέρισμα του καθενός κατά θέση (όροφος, ισόγειο Ι, II, κοινόχρηστοι χώροι), το εμβαδόν σε τετραγωνικά μέτρα και το ποσοστό συνιδιοκτησίας, στο τέλος το υπέγραψε θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος και την σφραγίδα αυτού ως πολιτικού μηχανικού, χωρίς βέβαια την οιαδήποτε συναίνεση και εντολή του προς τούτο. Και Β) Δύο (2) κατόψεις ισόγειας οικοδομής και ένα (1) τοπογραφικό διάγραμμα με ημερομηνίες Ιούνιος 2003 όπου, αφού συμπλήρωσε αυτό κατά περιεχόμενο με όλα τα απαιτούμενα στοιχεία (έργο, θέση, εργοδότης, κλίμακα, εμβαδόν, χρόνος συντάξεως, μηχανικό) στο τέλος έθεσε κατά τον ίδιο τρόπο την υπογραφή και την σφραγίδα του παραπάνω εγκαλούντος, ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι τα έγγραφα αυτά είναι γνήσια και συνετάγησαν από αυτόν ως αρμόδιο μηχανικό. Επιπλέον, έκανε χρήση των παραπάνω υπό στοιχεία Α και Β πλαστών εγγράφων, αφού τα παρέδωσε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Β. Π., προκειμένου να προβεί σε σύνταξη συμβολαίου συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών ακινήτου επί της οδού ... αριθ. 13 και ... στο ...". Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη διότι στην Αθήνα, τον Ιούνιο 2003, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών και συγκεκριμένα κατήρτισε "Α) ένα (1) έγγραφο-"Πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας" των ιδιοκτητών ακινήτων της οικοδομής επί της οδού ... αρ. 13 και ..., στο ... με ημερομηνία Ιούνιος 2003, στο οποίο αφού ανέγραψε τα στοιχεία των ιδιοκτητών, το διαμέρισμα του καθενός κατά θέση (όροφος, ισόγειο Ι, II, κοινόχρηστοι χώροι), το εμβαδόν σε τετραγωνικά, μέτρα και το ποσοστό συνιδιοκτησίας, στο τέλος το υπέγραψε θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος και την σφραγίδα αυτού ως πολιτικού μηχανικού, χωρίς την οιαδήποτε συναίνεση και εντολή του προς τούτο. Β) Δύο (2) κατόψεις ισόγειας οικοδομής και ένα (1) τοπογραφικό διάγραμμα με ημερομηνίες Ιούνιος 2003 όπου, αφού συμπλήρωσε αυτό κατά περιεχόμενο με όλα τα απαιτούμενα στοιχεία (έργο, θέση, εργοδότης, κλίμακα, εμβαδόν, χρόνος συντάξεως, μηχανικό) στο τέλος έθεσε κατά τον ίδιο τρόπο την υπογραφή και την σφραγίδα του παραπάνω εγκαλούντος, ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι τα έγγραφα αυτά είναι γνήσια και συνετάγησαν από αυτόν ως αρμόδιο μηχανικό. Επιπλέον, έκανε χρήση των παραπάνω υπό στοιχεία Α και Β πλαστών εγγράφων, αφού τα παρέδωσε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Β. Π., προκειμένου να προβεί σε σύνταξη συμβολαίου συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών ακινήτου επί της οδού ... αριθ. 13 και ... στο ...". Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ως άνω άρθρου 216 § 1, 2 ΠΚ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση α) υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσον ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος, συνιστάμενο στην εξ υπαρχής κατάρτιση των αποτελούντων το αντικείμενο της πλαστογραφίας μετά χρήσεως εγγράφων, όσον και ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό συνιστάμενο, κατά τις σαφείς αλληλοσυμπληρούμενες ως άνω παραδοχές της αποφάσεως, στην παραπλάνηση της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πούλια, στην οποία τα έγγραφα αυτά παραδόθηκαν προκειμένου να συνταχθεί απ' αυτήν συμβολαιογραφική πράξη συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών στο μνημονευόμενο ακίνητο και β) μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από τον εκπροσωπήσαντα την αναιρεσείουσα συνήγορό της οποιασδήποτε ισχυρισμός, αυτοτελής ή υπερασπιστικός γενικώς. Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά μεν το πρώτο σκέλος του για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το πρόσθετο στοιχείο της υπόψη πλαστογραφίας του σκοπού παραπλάνησης άλλου, κατά δε τα λοιπά για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα και ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Ιουνίου 2010 αίτηση της Α. Τ. του Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3622/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχονται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
null
null
0
Αριθμός 482/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, σύμφωνα με την 197/ 28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Α.-Ι. Μ. του Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 840/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1317/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 43/15.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την υπ' αριθμ. πρωτ. 49/25-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. - Ι. Μ. του Β. και Α., 63 ετών, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 840/19-3-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών για διακεκριμένη κλοπή (άρθρα 13 στ, 26 παρ. 1α, 27, 98 και 374ε σε συνδ. με το άρθρο 372 Π.Κ.), και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 3 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως είναι δέκα (10) ημερών από την δημοσίευση της αποφάσεως όταν ο δικαιούμενος είναι παρών, εάν δε δεν είναι παρών η ως άνω προθεσμία είναι επίσης δέκα (10) ημερών, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Σχετικά δε με την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τον Γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου. Εξυπακούεται βεβαίως ότι και πριν από την ανωτέρω καταχώρηση και κατά το χρονικό διάστημα από την δημοσίευση της αποφάσεως έως την καταχώρηση και δέκα (10) ημέρες μετά από αυτήν, ο δικαιούμενος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έστω και αν στη περίπτωση αυτή διατρέχει τον κίνδυνο να μην επισημάνει ορθά τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω της μη καταχωρήσεώς της ενδεχομένης ακόμη καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο τελεσιδίκων αποφάσεων. Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μέσω του πληρεξουσίου του Δικηγόρου Αθηνών Στάθη Σουλιώτη, κατοίκου ομοίως Αθηνών, οδός …, στις 25 Ιουνίου 2010, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση που δημοσιεύτηκε στις 19 Μαρτίου 2010 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσιδίκων αποφάσεων στις 28 Μαΐου 2010. Ως εκ τούτου είναι εκπρόθεσμη αφού δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει λόγο ανώτερης βίας και πρέπει για τον λόγο αυτό να κηρυχτεί απαράδεκτη και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 476 Κ.Π.Δ. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 49/25-6-2010 αίτηση αναιρέσεως του Α. - Ι. Μ. του Β. και Α., 63 ετών, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 840/19-3-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. 2) Να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 24/1/2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ1 αποφάσεως είναι δεκαήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της στο δικαιούμενο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 47 3 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 του Κ.Π.Δ., να διαλάβει στην έκθεση ή δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεως του περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σ' αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναίρεσης, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 840/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, καταχωρήθηκε στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο αποφάσεων την 28-5-2010. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κάτοικος ημεδαπής άσκησε την ένδικη αίτηση στις 25 Ιουνίου 2010 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 49/25-6-2009 έκθεση αναίρεσης. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, αφού από την ημερομηνία καταχωρήσεως της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο μέχρι την 25-6-2010 όταν ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης είχε παρέλθει η από το άρθρο 473§1 ΚΠοινΔ δεκαήμερο προθεσμία, χωρίς να επικαλείται ο αναιρεσείων λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [άρθρο 476§1 ΚΠοινΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-6-2010 αίτηση του Α.-Ι. Μ. του Β., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 840/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα [250] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση ως εκπροθέσμως ασκηθείσας (απαράδεκτη).
null
null
1
Αριθμός 478/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28.2.11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε συμβούλιο στις 15 και 17 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος -εκζητουμένου Α.Κ. του Α.υπηκόου ..., κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 7/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 7/2011 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 96 και ημερομηνία 4 Φεβρουαρίου 2011 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 256/2011. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα-εκζητούμενο, δια της διερμηνέως του, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί, και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στο κράτος της Αλβανίας. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που έχει εφαρμογή κατ' άρθρο 22 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως (Ν. 4165/1962), κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, αποφαίνεται δε ο Άρειος Πάγος, όπως ορίζει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, μέσα σε οκτώ ημέρες. Από τη διάταξη αυτή, που είναι ειδική στη διαδικασία της εκδόσεως και ορίζει ότι η έφεση από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών ασκείται ενώπιον του Γραμματέως Εφετών, ο οποίος συντάσσει τη σχετική έκθεση, προκύπτει ότι, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού της ταχείας περατώσεως της διαδικασίας της εκδόσεως, ο τρόπος αυτός της ασκήσεως της εφέσεως είναι αποκλειστικός και δεν έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που προβλέπει την άσκηση εφέσεως και με δήλωση ενώπιον του διευθυντή των φυλακών, όπου κρατείται ο δικαιούμενος. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση έφεση του εκζητουμένου Κ.Α. του Α. και της Ν. ή Ν., Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου προσωρινά στο Κατάστημα Κρατήσεως ... κατά της 7/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος στο Κράτος της Αλβανίας, ασκήθηκε από εκείνον ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως ..., στην οποία εκρατείτο, και όχι ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την ως άνω απόφαση. Ο εκκαλών, για να δικαιολογήσει τη μη νομότυπη άσκηση της εφέσεως, ισχυρίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, άγνοια ως αλλοδαπού των νομίμων διατυπώσεων ασκήσεως της και μη ενημέρωση του γι' αυτές από τον Διευθυντή των φυλακών. Ο ισχυρισμός αυτός, ενόψει του ότι ο εκκαλών είχε παραστεί στο Εφετείο με συνήγορο που μάλιστα αυτός είχε διορίσει, δεν δικαιολογεί τη μη νομότυπη άσκηση της εφέσεως, διότι μπορούσε να ενημερωθεί από εκείνον για τις νόμιμες διατυπώσεις ασκήσεως της εφέσεως και ότι είχε δικαίωμα να ζητήσει τη μεταγωγή του από την ως άνω φυλακή στην οποία εκρατείτο ενώπιον του Γραμματέως Εφετών για την νομότυπη άσκηση της εφέσεως του ή να ασκήσει αυτή δι' αντιπροσώπου, σύμφωνα με το 6 άρθρο 465 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επομένως η κρινόμενη έφεση, ένεκα μη τηρήσεως των διατυπώσεων που ορίζει ο νόμος για την άσκηση της, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την 96/4.2.2011 έφεση του εκζητουμένου -εκκαλούντος Κ.Α. του Α.και της Ν. ή Ν., Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου προσωρινά στο Κατάστημα Κρατήσεως ... κατά της 7/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα ευρώ (250). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση αλλοδαπού (Αλβανού) στην Αλβανία για να εκτίσει ποινή που του επιβλήθηκε από Αλβανικό Δικαστήριο. Απαράδεκτη η έφεση, διότι ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή της Φυλακής και όχι ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου.
null
null
0
Αριθμός 476/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γ. Αδαμόπουλο, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Χ. του Σ., 2. Κ. Μ. του Ι., κατοίκων ... και 3. Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 406/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Π. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 90/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την ύπαρξη δε τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 406/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων μόνο) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις αποδιδόμενες σε καθένα των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων αξιόποινες πράξεις: "Α) Ο πρώτος από αυτούς Κ. Μ., με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα: α) στη ..., στις 9-4-2003, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πύλου Αγγέλου Σκουφάκη, κατέθεσε ενόρκως, όπως προέκυψε από την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση, εξ αφορμής της από 22-7-2001 εφέσεως του τρίτου κατηγορουμένου Π. Α. και της τέταρτης κατηγορουμένης Μ. Μ., εναντίον του εδώ εγκαλούντος Θ. Π. και της υπ' αριθμ. 49/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, προκειμένου η ένορκη αυτή βεβαίωση να χρησιμοποιηθεί από τους τρίτο και τέταρτη των κατηγορουμένων, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, για την απόδειξη της ως άνω εφέσεως τους και τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι με τον Π. ήταν γείτονας στη θέση ... - ... και ότι τον γνώριζε περίπου από το έτος 1990. Ότι το χωράφι το είχε σπείρει το έτος 1991 ή 1992 τριφύλλι. Ότι κάνα δυο χρόνια μπορεί να πήρε εισόδημα. Από εκεί και πέρα δεν είχε νερό να το ποτίσει. Ότι το πότιζε με κάτι λαστιχάκια και δεν χόρταινε νερό, το οποίο το είχανε καταστρέψει τα ποντίκια. Από εκεί και πέρα είχε λογγώσει. Είχε αγριέψει με καλάμια και χορτάρια και ότι ο Α., όταν παρουσιάστηκε δεν υπήρχε τριφύλλι και ότι ο Α. πήγε, χωρίς να ξέρει ότι δούλευε μέσα ο Π.. Επίσης, στην Καλαμάτα, στις 23-5-2005, κατά την ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας κατέθεσε, ως μάρτυρας επί θεμάτων, που αφορούσαν στους περιεχόμενους ισχυρισμούς, στην από 22-7-2001 έφεση του τρίτου κατηγορουμένου Π. Α. και της τέταρτης κατηγορουμένης, Μ. Μ., εναντίον του ήδη εγκαλούντος Θ. Π. και της υπ' αριθμ. 49/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, μεταξύ άλλων ότι τα τελευταία χρόνια ο εφεσίβλητος είχε σταματήσει να καλλιεργεί το κτήμα και το τριφύλλι είχε χαλάσει, την πρώτη χρονιά που το σπέρνει βγάζει τριφύλλι, μετά πρέπει να το ξανασπείρει. Ότι, όταν το αγόρασε το κτήμα, ο εκκαλών είχε χορτάρια, βάτα, καλάμια, ύψους 1-1,5 μέτρα. Τα παραπάνω τα κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδή, διότι ήταν εν γνώσει του ότι ο Θ. Π. είχε σπείρει το επίδικο ακίνητο με τριφύλλι τα έτη 1994 και 1995. Επίσης ότι το καλοκαίρι του 1995 είχε κάνει δύο γεωτρήσεις με δικά του έξοδα και είχε άφθονο νερό, όταν αγόρασε το ακίνητο ο Π. Α., δηλαδή ήταν καλλιεργημένο και χωρίς ίχνος χορταριών και καλαμιών, αλλά αντίθετα ήταν καλλιεργημένο με τριφύλλι, του οποίου η καλλιέργεια ήταν πολυετής, από 6 έως 12 έτη και δεν χρειάζεται να το σπέρνει κάθε έτος. Β) ο δεύτερος εξ αυτών Δ. Χ., ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα στη ..., στις 9-4-2003, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πύλου Αγγέλου Σκουφάκη κατέθεσε, στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση εξ αφορμής της από 22-7-2001 εφέσεως του τρίτου κατηγορουμένου Π. Α. και της τέταρτης κατηγορουμένης Μ. Μ., εναντίον του εδώ εγκαλούντος, Θ. Π. και της υπ' αριθμ. 49/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, προκειμένου η ένορκη αυτή βεβαίωση να χρησιμοποιηθεί από τους τρίτο και τέταρτη των κατηγορουμένων, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη της ως άνω εφέσεως τους και τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους, μεταξύ άλλων ότι αγόρασε το κτήμα ο Α., το οποίο, όταν ήρθε η σαιζόν να το καλλιεργήσει προέβη στην καλλιέργεια, επειδή το χορτάρι ήταν 2 μέτρα. Το κτήμα περιείχε ακόμη χόρτα, βάτα και αγριοκάλαμο, το οποίο το καλλιέργησε για λόγους αποφυγής πυρκαγιάς το καλοκαίρι και ότι δεν υπήρχε τριφύλλι μέσα, που λέει ο μάρτυρας, που ορκίστηκε. Τα παραπάνω κατέθεσε, αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδή, διότι τελούσε σε γνώση ότι στο επίδικο ακίνητο, δεν υπήρχε χορτάρι, ούτε βάτα, ούτε αγριοκάλαμο, ούτε υπήρχε κίνδυνος πυρκαγιάς, αφού το επίδικο ήταν καλλιεργημένο από τον Θ. Π., με τριφύλλι. Στον τρίτο των κατηγορουμένων αποδίδεται ότι προκάλεσε σε άλλους και μάλιστα στους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων να εκτελέσουν την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία και μάλιστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: στην ..., στις 12-8-1993 οι συμβαλλόμενοι, Γ. Τ., αφενός και Θ. Π., αφετέρου κατήρτισαν σύμβαση μισθώσεως αγρού. Ειδικότερα δε συμφώνησαν ότι ο πρώτος συμβαλλόμενος, ο εκμισθωτής, έχοντας στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή ένα αγρόκτημα (ελαιοπερίβολο), εκτάσεως περίπου 50 στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν, στη θέση "... ή ..." το οποίο περιεγράφη στο συμβόλαιο επακριβώς, κατά όρια, το εκμίσθωσε στον δεύτερο συμβαλλόμενο, με τους όρους, τους οποίους διέλαβαν στο συμφωνητικό. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε για 4 χρόνια, αρχομένη τον Αύγουστο του 1993 και λήγουσα στις 31 Ιουλίου 1997. Το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 150000 δραχμών, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί, εντός του πρώτου μηνός του κάθε μισθωτικού έτους. Το μίσθιο ακίνητο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια τριφυλλιού και όλες οι δαπάνες καλλιέργειας του τριφυλλιού, θα βάρυναν τον μισθωτή. Επίσης συμφωνήθηκε ο μισθωτής να μην έχει κανένα απολύτως δικαίωμα επί των ελαιοδένδρων, που υπήρχαν μέσα στο αγρόκτημα. Περαιτέρω, ρητά συνομολογήθηκε ότι κάθε δαπάνη για την κατασκευή επί του μισθίου, εκ μέρους του μισθωτή νέας γεώτρησης, θα παρέμενε προς όφελος του μισθίου, χωρίς καμία αξίωση αποζημίωσης του μισθωτή από τον εκμισθωτή. Ρητά απαγορεύθηκε στο μισθωτή οποιαδήποτε υπομίσθωση ή παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτο. Επίσης απαγορεύθηκε η σιωπηρά αναμίσθωση του μισθίου, ενώ κάθε παράταση ή ανανέωση της μίσθωσης θα έπρεπε να γίνει μόνο με την έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή. Στη συνέχεια ο μισθωτής παρέλαβε το ακίνητο και άρχισε να το αξιοποιεί. Συγκεκριμένα, μετά τη σύναψη της μισθωτικής σύμβασης ο εγκαλών, από το χειμώνα του 1994, μαζί με τον Π. Σ., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, στις 6-10-2006, ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Π. Α. ότι ξεριζώσανε τις βερικοκιές, που υπήρχαν στο κτήμα του Τ., προκειμένου ο Π. να το σπείρει τριφύλλι. Αφού δε ξερίζωσαν τις βερικοκιές. Περίπου 2000 -3000 βερικοκιές, όπως ανέφερε ο εγκαλών και η μάρτυρας Σ. Α., στη συνέχεια τις έκαψαν και μετά ο μάρτυρας Π. Σ. όργωσε το χωράφι. Την άνοιξη το έσπειρε και ο Π. βοήθησε στο πότισμα. Μέσα στο κτήμα υπήρχε μία γεώτρηση, η οποία δεν κάλυπτε τις ανάγκες και έτσι ο Π. έκανε γεώτρηση με δικά του χρήματα. Όπως δε ανέφερε ο προαναφερόμενος μάρτυρας και ο ίδιος πολλές φορές πότιζε το τριφύλλι. Ακολούθως η μάρτυρας Σ. Α., πρώην σύζυγος το Τ. Γ., ιδιοκτήτη του κτήματος, τόσο την προανακριτική της κατάθεση, όσο και στο ακροατήριο ανέφερε ότι γνώριζε το κτήμα αυτό, το οποίο πουλήθηκε στον Α. Π., κάτοικο .... Η μάρτυρας γνώριζε ότι το κτήμα αυτό, το οποίο βρίσκεται στη θέση ... ..., ο πρώην σύζυγός της το αγόρασε το έτος 1980 και το καλλιεργούσε συνέχεια και πολλές φορές και η ίδια επιστατούσε σε γεωργικές εργασίες. Το σύστημα αυτό ήταν ποτιστικό, αρδευόμενο με υπόγειο σύστημα άρδευσης και εκεί η οικογένεια Τ. καλλιεργούσε βερικοκιές. Όμως μετά το 1990 οι βερικοκιές δεν απέδιδαν και έτσι αποφάσισαν να το νοικιάσουν στον Π. Θ. και αυτός ξερίζωσε τις βερικοκιές και απέμειναν οι ελιές, όπως είχε συμφωνηθεί με το συμφωνητικό, έκανε δεύτερη γεώτρηση με περισσότερο νερό και έσπειρε τριφύλλι και αυτό γινόταν έως την ημέρα, που πωλήθηκε. Το κτήμα ήταν συνολικά 58 στρέμματα και ανήκε το μισό στο Γ. Τ. και το άλλο μισό στον αδελφό του Ι. Τ.. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις καταθέσεις της άνω μάρτυρα το έτος 1996 πωλήθηκε μόνο η ιδιοκτησία του Γ. Τ. στον Α. Π., ο οποίος έδιωξε τον ενοικιαστή αυθαίρετα, αφού σύμφωνα με το συμφωνητικό που είχε συναφθεί μεταξύ τους έπρεπε να μείνει στο κτήμα και να το καλλιεργεί. Ο νέος ιδιοκτήτης γνώριζε τη μίσθωση η οποία είχε συναφθεί και όλα αυτά τα οποία κατέθεσαν οι μάρτυρες του αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδή. Η διάρκεια της μίσθωσης είχε συμφωνηθεί τετραετής, αλλά η αγροτική μίσθωση δεν είναι δυνατόν να συμφωνηθεί για μικρότερο διάστημα των 4 ετών, διότι και εάν ακόμη τυχόν συμφωνηθεί για μικρότερο διάστημα ισχύει για 4 έτη, σύμφωνα με το άρθρο 634 ΑΚ. Το γεγονός δε ότι ο Γ. Τ. είχε υποσχεθεί το ακίνητο ελεύθερο παντός βάρους δεν σημαίνει ότι είχε αποκρύψει την μίσθωση του κτήματος την οποία γνώριζαν οι πάντες την περιοχή, αφού ο μισθωτής έκανε έργα επί σειρά ετών. Επίσης ο Α. Κ. κατέθεσε ότι είχε αγοράσει ο ίδιος τριφύλλι από τον Π. το 1994 και τον Αύγουστο του 1995. Ότι ο ίδιος του είχε πάει στο κτήμα τους σωλήνες για τη γεώτρηση, οι οποίοι ήταν μεγάλοι. Ότι του είχε πάει σωλήνες και όχι λάστιχα. Ότι το κτήμα ήταν καλλιεργημένο με πολυετές τριφύλλι και δεν είχε μέσα άγρια χόρτα, βάτα ή καλάμια. Επίσης ανέφερε ότι το τριφύλλι καλλιεργείται συνήθως μέχρι τον Οκτώβρη και μετά δεν χάνεται, αλλά μένει σε μικρό ύψος, σαν γκαζόν. Ότι στα πρώτα κρύα σταματά η ανάπτυξη και αρχίζει το τριφύλλι να ληθαργεί, αλλά αυτό εξακολουθεί να φαίνεται. Τέλος ο Γ. Τ., ο ιδιοκτήτης του κτήματος, ο οποίος εξετάστηκε κατόπιν προτάσεως της κ. Εισαγγελέως στην ένορκη κατάθεση του, ενώπιον του ακροατηρίου ανέφερε ότι είχε νοικιάσει το κτήμα στον Π. για 4 χρόνια. Ότι ο Α., ο νέος αγοραστής γνώριζε από τον ίδιο ότι το κτήμα ήταν νοικιασμένο στον Π.. Ανέφερε μάλιστα ότι του είχε πει ότι ο ενοικιαστής επρόκειτο να μείνει μέσα και αυτός συμφώνησε και ότι η συζήτηση αυτή έγινε μέσα στο χωράφι. Παρόλα αυτά πήγε και όργωσε το κτήμα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όλοι στη περιοχή γνώριζαν ότι το κτήμα ήταν νοικιασμένο στον Π.. Επίσης ότι ήταν περιφραγμένο και το πιο καθαρό κτήμα της περιοχής, χωρίς καλάμια και χόρτα. Ακολούθως δε ανάφερε ότι αρχικά έκανε προσύμφωνο και στη συνέχεια μετά από δύο ημέρες έγινε το κανονικό συμβόλαιο πώλησης και μάλιστα ότι βιαζόταν να πωλήσει το κτήμα, επειδή επρόκειτο να βγει σε πλειστηριασμό. Από την εκτίμηση των προαναφερομένων στοιχείων συνάγεται αβίαστα ότι και οι δυο μάρτυρες κατέθεσαν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα και ότι τους έπεισε στην κατάθεση τους αυτή ο τρίτος κατηγορούμενος ο οποίος είχε συμφέρον από την κατ1 έφεση έκβαση της δίκης. Επομένως θα πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ο τρίτος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθησης". Ακολούθως, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους παραπάνω τρεις (3) κατηγορουμένους και επέβαλε στον καθένα αυτών, με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2α του ΠΚ, ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία. Δεν αναφέρεται όμως πουθενά στην αιτιολογία αυτή, ούτε από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε με τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και τις απολογίες όλων των κατηγορουμένων, αφού αυτές ουδόλως αναφέρονται μεταξύ αυτών, καίτοι αυτοί, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέστησαν μετά του συνηγόρου τους δικηγόρου Καλαμάτας Χρήστου Παναγιωτόπουλου κατά τη διάρκεια αυτής και όταν κλήθηκαν σε απολογία από τη διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς κατηγορία για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Έτσι όμως δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του τόσο για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα (το οποίο στοιχειοθετείται και με τη σύνταξη ψευδούς ένορκης βεβαίωσης μετά νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που επιμελήθηκε για τη σύνταξή της και στη συνέχεια την προσκόμισε στο πολιτικό δικαστήριο) όσο και για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, έλαβε υπόψη και τις απολογίες των κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα η απόφασή του να στερείται της απαιτουμένης από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, παρέλκει δε μετά τούτο η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς όλους τους αναιρεσείοντες για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 406/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Και Παραπέμπει την υπόθεση ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους-κατηγορουμένους για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και απλά. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρεται και να προκύπτει ή να προκύπτει εκ του όλου περιεχομένου της ότι λήφθηκαν υπόψη και οι απολογίες των κατηγορουμένων, αλλιώς αυτή είναι αναιρετέα κατ’ άρθρο 510§1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Αίτηση αναίρεσης για τον ως άνω λόγο. Παραδοχή του ως βάσιμου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 473/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Π. του Π., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκο, περί αναιρέσεως της 133-134/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Θ. Φ. του Χ.. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1384/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διατάξη του άρθρου 187 παρ.1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν. 2928/2001, "Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 216 (πλαστογραφία) κλπ ". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται : α) Η εξ αρχής δημιουργία [για την εγκληματική μορφή της "συγκρότησης"] ή η προηγούμενη ύπαρξη [για την εγκληματική μορφή της "ένταξης"] ομάδας με δράση διαρκή, ήτοι ενός συνόλου προσώπων που έχει ως σκοπό την ανάπτυξη δραστηριότητας σε βάθος χρόνου και όχι με τρόπο ευκαιριακό ή παροδικό. β) Η συμμετοχή κάποιου στην ίδρυση της ομάδας ή η εκ των υστέρων ένταξή του σ' αυτή, ως μέλους. γ) Τα μέλη της ομάδας να είναι τουλάχιστον τρία. δ) Η ομάδα να έχει εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, με την έννοια ότι τα νεότερα ή κατώτερα μέλη υποτάσσουν τη βούλησή τους στα παλιότερα ή ανώτερα και όλοι μαζί, αδιαφόρως αν αυτό επιτυγχάνεται ελεύθερα ή με την καλλιέργεια σχέσεων επιβολής - υποταγής, διαμορφώνουν μια νέα, ενιαία βούληση, αυτήν της οργάνωσης, που κατευθύνεται στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού. ε) Ο κοινός σκοπός, που μπορεί να έχει οποιοδήποτε κίνητρο οικονομικό, αλλά και ιδεολογικό ή άλλο, να αναφέρεται στην τέλεση κάποιου ή κάποιων από τα κακουργήματα που απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτήν και στ) Τα κακουργήματα αυτά, που δεν χρειάζεται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένα ως προς το είδος ή τις λεπτομέρειες και, κυρίως, ως προς το αντικείμενο εκάστης πράξεως, να προβλέπονται με τρόπο που η αφηρημένη επιδίωξή τους αφ' ενός χαρακτηρίζει τη συγκρότηση ή τη λειτουργία της ομάδας και αφ' ετέρου εμπίπτει στη γνώση και στη θέληση ενός εκάστου από αυτούς που τη συγκροτούν ή εντάσσονται σ' αυτήν. Ακόμη, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι για να γίνει ή να παραμείνει κάποιος μέλος της ομάδας απαιτείται και αρκεί η εκ μέρους αυτού αποδοχή του σκοπού της, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του σε επί μέρους πράξεις, οι οποίες άγουν στην επίτευξη του σκοπού. Και ότι για την αποχώρησή του από την ομάδα απαιτείται η εξωτερίκευση βούλησης αντίθετης, από εκείνη που είχε εκδηλωθεί κατά τη συγκρότησή της ή την ένταξη σ' αυτήν. Διότι, με δεδομένο το ότι πρόκειται για έγκλημα διαρκές, η αξιόποινη συμπεριφορά παρατείνεται από την αρχική εκδήλωσή της, κατά τη συγκρότηση της ομάδας ή την ένταξη σ' αυτήν, μέχρι την εξάρθρωση της ομάδας ή τη με κάποιον εμφανή τρόπο προηγούμενη διάλυσή της ή αποχώρηση μέλους από αυτήν. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 133, 134/2010 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Θ. Φ., α) συγκρότησης ομού με άλλα τέσσερα πρόσωπα εγκληματικής οργάνωσης για διάπραξη κακουργήματος πλαστογραφίας και πλημμεληματικών παραβάσεων λαθρεμπορίας τσιγάρων του Τελωνειακού Κώδικα, β) κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και γ) παραβάσεως κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας των άρθρων 155 και 157 του ν. 2960/2001 περί Τελωνειακού Κώδικα, πράξεις που ο από αυτούς αναιρεσείων τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι Κ. Π. και Θ. Φ. από κοινού με τους Κ. Δ., Γ. Π., Ν. Α. και Π. Κ., α] Στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Θεσσαλονίκης και δη στις αγροτικές περιοχές Καβαλαρίου, Αγίου Αθανασίου και Καλοχωρίου, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-6-2004 μέχρι και τις 29-8-2005, όντας περισσότεροι των τριών και ενεργώντας από κοινού οι έξι προαναφερθέντες και ο Μολδαβός υπήκοος με το όνομα Ά. ή Α., αγνώστων λοιπών στοιχείων, συγκρότησαν εγκληματική ομάδα με δομημένη και διαρκή δράση προς επίτευξη οικονομικού οφέλους των μελών της και δη ενεργώντας μετά συναπόφαση, συγκρότησαν εγκληματική ομάδα με ιεραρχική διάρθρωση, της οποίας επικεφαλής ήταν ο κατηγορούμενος Κ. Δ. και μέλη με διακριτούς ρόλους οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, επιδιώκοντας, με την κάτωθι περιγραφόμενη, διαρκή και σχεδιασμένη δράση της συγκεκριμένης ομάδας, παράνομο περιουσιακό όφελος. Στα πλαίσια δε της εγκληματικής δραστηριότητας της εν λόγω ομάδας, διέπραξαν από κοινού τα αδικήματα 1)της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού οφέλους για τον εαυτό τους, με βλάβη τρίτου, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, 2)της λαθρεμπορίας και δη της εισαγωγής λαθρεμπορευμάτων χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκαν με ιδιαίτερα τεχνάσματα και είχαν ως συνέπεια να στερηθεί το ελληνικό δημόσιο δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ, Β)Στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Θεσσαλονίκης, και δη στις αγροτικές περιοχές Καβαλαρίου, Αγίου Αθανασίου και Καλοχωρίου, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-6-2004 μέχρι και τις 29-8-2005, ενεργώντας από κοινού όλοι οι κατηγορούμενοι, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα κατά την έννοια του νόμου, ήτοι γραπτά που προορίζονται και είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομες συνέπειες, καθώς και σημεία που προορίζονται να αποδείξουν τέτοια γεγονότα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με τα γεγονότα αυτά και έκαναν χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, ενεργώντας μετά συναπόφαση, προέβησαν στην κατάρτιση και έκαναν χρήση των κάτωθι πλαστών εγγράφων, ήτοι: 1)Κατάρτησαν εξ υπαρχής πλαστές ετικέτες - ταινίες σήμανσης αφορολόγητων, και προοριζομένων για εξαγωγή τσιγάρων με την ένδειξη "FOR EXPORT ONLY", έτσι ώστε να εμφανίζεται ότι τα τσιγάρα, που κατασκεύαζαν και συσκεύαζαν κατά τα κάτωθι εκτιθέμενα, είχαν παραχθεί, ελεγχθεί καταγραφεί και σημανθεί νομίμως από τις αρμόδιες υπηρεσίες που φέρονται πλασματικά να εξέδωσαν τις εν λόγω πλαστές ταινίες και να παραπλανώνται τόσο οι κρατικές αρχές περί της δυνατότητας νόμιμης εξαγωγής των ως άνω εμπορευμάτων, όσο και οι μετέπειτα καταναλωτές ως προς την προέλευση αυτών. Εκ των ανωτέρω δε παραποιημένων ετικετών - ταινιών, 2.396.660 τεμάχια χρησιμοποίησαν και επέθεσαν σε ισάριθμα πακέτα τσιγάρων που κατασκεύασαν κατά τα ακόλουθα, ενώ τέσσερα (4) δέματα με αδιευκρίνιστο εισέτι αριθμό ίδιων ετικετών-ταινιών κατείχαν έτοιμα προς τοποθέτηση σε πακέτα τσιγάρων, τα οποία επρόκειτο αντιστοίχως να κατασκευάσουν με την ποσότητα 96.750 κιλών λαθραίου βιομηχανικού καπνού, που φύλασσαν κατά τα κάτωθι εκτιθέμενα σε αποθήκες στο Καβαλάρι, τον Άγιο Αθανάσιο και το Καλοχώρι Θεσσαλονίκης. 2)Κατάρτησαν εξυπαρχής πλαστά πακέτα και υλικά συσκευασίας τσιγάρων, με τα διακριτικά γνωρίσματα, τους τίτλους και τα σήματα νομίμων εταιριών παρασκευής και εμπορίας προϊόντων καπνού, έτσι ώστε να παραπλανήσουν με τη χρήση τους το καταναλωτικό κοινό περί της γνησιότητας και νόμιμης παραγωγής των εν λόγω προϊόντων από τις συγκεκριμένες καπνοβιομηχανίες. Συγκεκριμένα δε, για το λόγο και με το σκοπό αυτό παραποίησαν α)2.396.660 πακέτα τσιγάρων με τα διακριτικά γνωρίσματα και τους τίτλους "MARLBORO" και "ASSOS INTERNATIONAL", που κατασκευάζονται από την εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΩΝ" για λογαριασμό της δικαιούχου των συγκεκριμένων σημάτων αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "PHILIP MORRIS INTERNATIONAL S.A.", β)δύο φύλλων χαρτονιού, στα οποία αποτύπωσαν με τη μέθοδο της μεταξοτυπίας σε απροσδιόριστο μέχρι σήμερα αριθμό χαρτοκιβωτίων συσκευασίας τσιγάρων, τον διακριτικό τίτλο "ASSOS INTERNATIONAL", καθώς και 140 επιπλέον χαρτοκιβώτια με την ίδια ένδειξη και γ)290 ρολά κολλητικής ταινίας συσκευασίας τσιγάρων με την ένδειξη "ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ" και 3)Κατάρτησαν εξυπαρχής μία πλαστή άδεια κυκλοφορίας και δύο ζεύγη πλαστών πινακίδων κυκλοφορίας φορτηγών αυτοκινήτων με σκοπό να παραπλανήσουν τις αρμόδιες αρχές ως προς την ταυτότητα των κατόχων και το είδος χρήσης των εν λόγω οχημάτων ώστε να επιτύχουν τη διακίνηση μ' αυτά των ως άνω παράνομων προϊόντων και λαθρεμπορευμάτων. Ειδικότερα α)κατάρτησαν, με τη μέθοδο αναπαραγωγής με χρήση Η/Υ, μία πλαστή άδεια κυκλοφορίας, η οποία φέρεται ότι χορηγήθηκε στις 24-9-2004 υπέρ της Α. Μ. του Γ. για το υπ' αριθμ. ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής. MERCEDES BENZ και β)κατασκεύασαν με τη μέθοδο της ανάγλυφης εκτύπωσης με τη χρήση μεταλλικών μήτρων, δύο ζεύγη πλαστών πινακίδων κυκλοφορίας με αριθμούς ... και ..., που φέρουν απομίμηση της ανάγλυφης σφραγίδας του κράτους με το εθνόσημο και με την ένδειξη "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΥΠΣ" και τις οποίες τοποθέτησαν σε δύο φορτηγά αυτοκίνητα εργοστασίου κατασκευής MERCEDES BENZ που βρέθηκαν στην κατοχή τους. Με τις ανωτέρω πράξεις σκόπευαν, όλοι οι κατηγορούμενοι να πορισθούν παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας άλλους, καθόσον, αφενός μεν με την επίδοση των πλαστών ετικετών - ταινιών επί των πακέτων τσιγάρων που κατασκεύασαν ή επρόκειτο να κατασκευάσουν παράνομα και θα εμπορεύονταν λαθραία, θα αποκόμιζαν, με αντίστοιχη ζημία του ελληνικού δημοσίου, τους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 5.559.343,47 ευρώ, αφετέρου δε με τη θέση σε κατανάλωση, τη διακίνηση και πώληση των τσιγάρων που κατασκεύασαν και θα κατασκεύαζαν παράνομα θα αποκόμιζαν, με αντίστοιχη βλάβη των ανωτέρω εταιριών νόμιμης παραγωγής του συγκεκριμένου τύπου τσιγάρων, την αξία αυτών, που για μεν τα ήδη κατασκευασθέντα παρανόμως πακέτα τσιγάρων ανέρχεται στο ποσό των 7.118.080,20 ευρώ (2.396.660 πακέτα Χ 2,97 ευρώ) και υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό αυτό, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα επακριβώς προσδιοριστεί, για τα τσιγάρα που επρόκειτο να κατασκευασθούν με την ποσότητα 96.750 κιλών λαθραίου βιομηχανικού καπνού που βρέθηκε στην κατοχή τους. Γ)Στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Θεσσαλονίκης και δη στις αγροτικές περιοχές Καβαλαρίου, Αγίου Αθανασίου και Καλοχωρίου, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-6-2004 μέχρι και τις 29-8-2005, ενεργώντας από κοινού όλοι οι κατηγορούμενοι, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος 1)εισήγαγαν επανειλημμένα στο ελληνικό έδαφος εμπορεύματα υποκείμενα σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τα τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας αρχής και 2)κατείχαν τα εν λόγω λαθρεμπορεύματα, μεταχειριζόμενα σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα τεχνάσματα και στερώντας το ελληνικό δημόσιο από τους εισπρακτέους εκ μέρους του δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ. Ειδικότερα, την 1η Ιουνίου 2004, ο κατηγορούμενος Κ. Δ., ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών μελών της εγκληματικής ομάδας, που κατά τα προεκτιθέμενα είχαν συγκροτήσει οι κατηγορούμενοι, συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο Θ. Φ., μίσθωσε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Σ. Α.Β.Ε.Ε." το με αριθμό 409 αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Αγίου Αθανασίου Θεσσαλονίκης, συνολικής εκτάσεως 8.652 τ.μ., στο οποίο υπάρχει βιομηχανική οικοδομή συνολικού εμβαδού 1.600 τ.μ. περίπου, αποτελούμενη από υπόγειο όροφο, εμβαδού 800 τ.μ. και ισόγειο όροφο εμβαδού επίσης 800 τ.μ., με συμφωνηθέν μίσθωμα το ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως, δηλώνοντας ψευδώς ότι θα χρησιμοποιηθεί ως έδρα επιχείρησης ξυλείας ακολούθως, στις 23 Οκτωβρίου 2004, ο κατηγορούμενος Κ. Π., ενεργώντας για λογαριασμό όλων των κατηγορουμένων, μίσθωσε από τον Γ. Κ. έναν ισόγειο αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 500 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης, με συμφωνηθέν μίσθωμα 1.800 ευρώ μηνιαίως, δηλώνοντας ψευδώς ότι θα χρησιμοποιηθεί επίσης ως αποθηκευτικός χώρος εμπορίας ξυλείας, περαιτέρω δε, την 1η Ιουνίου 2005, ο κατηγορούμενος Κ. Π. και ο αδελφός του, επίσης κατηγορούμενος Γ. Π., ενεργώντας καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου Κ. Δ. και για λογαριασμό όλων των μελών της εγκληματικής ομάδας που οι κατηγορούμενοι είχαν συγκροτήσει, μίσθωσε από τον Γ. Κ. με το ίδιας ημερομηνίας ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο αυτός υπέγραψε ως μισθωτής και ο αδελφός του ως εγγυητής, έναν αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 1500 τ.μ., που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή Καβαλαρίου Θεσσαλονίκης, εντός του με αριθμό ... αγρού, συνολικής έκτασης 5.937 τ.μ., δηλώνοντας ψευδώς ότι θα χρησιμοποιηθεί ομοίως ως χώρος εμπορίας ξύλου και αντιπροσώπευσης συναφών εμπορικών οίκων του εξωτερικού, με συμφωνημένο καταβαλλόμενο μίσθωμα το ποσό των 1.850 ευρώ μηνιαίως. Στους προπεριγραφέντες αποθηκευτικούς χώρους, υπό το πρόσχημα λειτουργίας επιχείρησης εμπορίας ξυλείας στο όνομα του κατηγορουμένου Κ. Δ. και με εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο και διευθύνοντα την υποτιθέμενη επιχείρηση τον κατηγορούμενο Θ. Φ., αφού προηγουμένως προέβησαν στην αγορά του απαιτούμενου μηχανολογικού εξοπλισμού, διαμόρφωσαν σε συγκεκαλυμμένο χώρο του ισογείου της αποθήκης του Αγίου Αθανασίου μία πλήρως εξοπλισμένη μονάδα παραγωγής, συσκευασίας και δεματοποίησης τσιγάρων, με αυτόνομο σύγχρονο σύστημα εξαερισμού, κλιματισμού, θέρμανσης, πυρόσβεσης και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης των εξωτερικών χώρων με κάμερες, καθώς και οκτώ υπνοδωμάτια, τραπεζαρία, παρασκευαστήριο φαγητού και λουτρά που προορίζονταν για τους εργαζόμενος στη συγκεκριμένη μονάδα, ενώ στις αποθήκες Καβαλαρίου και Καλοχωρίου διαμόρφωσαν αντιστοίχως αυτοτελείς χώρους αποθήκευσης και φύλαξης καπνού και υλικών κατασκευής και συσκευασίας τσιγάρων. Κατόπιν τούτου, με αλλεπάλληλα δρομολόγια φορτηγών διεθνών μεταφορών, που οργάνωσε ο κατηγορούμενος Ν. Α., μετέφεραν από την Ολλανδία, υπό την κάλυψη νόμιμων εισαγωγών βάζων μαρμελάδας, πολλαπλά φορτία λαθραίου καπνού, τα οποία παραλάμβαναν ο κατηγορούμενος Κ. Π. και ο αδελφός του κατηγορούμενος Γ. Π. και αποθήκευαν στις ανωτέρω εγκαταστάσεις. Με τον τρόπο αυτό εισήγαγαν κατά το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα από την Ολλανδία, χωρίς σχετική άδεια των αρμόδιων τελωνειακών αρχών, απροσδιόριστες ποσότητες βιομηχανικού (τριμμένου) καπνού, εκ των οποίων την 30-8/1-9-2005 βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων 774 χαρτοκιβώτια καπνού μικτού βάρους 125 κιλών το καθένα και συνολικού βάρους 96.750 κιλών που απέκρυπταν στις προαναφερθείσες αποθήκες. Παράλληλα, με τη χρήση του ως άνω εξοπλισμού και χρησιμοποιώντας τις αδιευκρίνιστες ποσότητες καπνού που είχαν προηγουμένως εισαγάγει, κατασκεύασαν και συσκεύασαν στην προπεριγραφείσα παράνομη μονάδα παραγωγής, πλαστογραφώντας κατά τα προεκτιθέμενα τα διακριτικά γνωρίσματα, τους τίτλους και τα σημεία νομίμως εταιριών παρασκευής και εμπορίας προϊόντων καπνού, 2.396.660 πακέτα τσιγάρων "MARLBORO" και "ASSOS INTERNATIONAL", που φύλασσαν εντός των ανωτέρω αποθηκών και μέρος αυτών είχαν ήδη φορτώσει προς εντεύθεν διακίνηση στα φορτηγά που έφεραν τις πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμούς ... και .... Με τις εν λόγω δε πράξεις λαθρεμπορίας, που μετήλθαν δια των ανωτέρω ιδιαίτερων τεχνασμάτων, στέρησαν το ελληνικό δημόσιο από τους αναλογούντες στα συγκεκριμένα εμπορεύματα δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 5.559.47 ευρώ". Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις μαρτυρικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και ειδικότερα τις καταθέσεις των αστυνομικών του Τμήματος Οικονομικών εγκλημάτων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Π. Δ., Σ. Ξ., Σ. Τ. και Κ. Τ., καθώς και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία (εκθέσεις κατασχέσεως, πραγματογνωμοσύνης, μισθωτήρια κ.λ.π.), σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε, ότι πράγματι συγκρότησαν οι κατηγορούμενοι από κοινού με τους Κ. Δ., Γ. Π., Ν. Α. και Π. Κ. εγκληματική ομάδα με αρχηγό τους τον Κ. Δ. όπως καταθέτουν με σαφήνεια οι ανωτέρω μάρτυρες αστυνομικοί. Επίσης ο μάρτυς Π. Δ. αναφέρει, ότι από την ανεύρεση ενός φακέλου με στοιχεία "Δ. - Αγιος Αθανάσιος" στην οικία του πρώτου κατηγορουμένου Κ. Π., ως και την ανεύρεση των κλειδιών του εργοστασίου, ανακαλύφθηκε το εν λόγω κύκλωμα. Ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος ομολόγησε την ύπαρξη του εργοστασίου στον Άγιο Αθανάσιο και το Καλοχώρι, καθώς και τη συμμετοχή του στην οργάνωση. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Θ. Φ. ήταν επίσης μέλος αυτής και παρουσιαζόταν ως Σ., αναγνωρίστηκε δε από όλους τους προμηθευτές (βλ. κατάθεση μάρτυρος Κ. Τ.), ενώ παρήγγειλε ο ίδιος ανυψωτικά μηχανήματα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται, ήτοι α)της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, β)της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και γ)της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση όπως στο διατακτικό, δεχόμενου του δικαστηρίου ότι συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 εδ.2α' του Π.Κ.". Με βάση τα παραπάνω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την προεκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, ήτοι α)σύστασης εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό διάπραξης κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, β)διακεκριμένης πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και γ)λαθρεμπορίας εισαχθέντος καπνού και κατοχή λαθραίων πακέτων τσιγάρων κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες πράξεις κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 98, 187 παρ.1, 216 παρ.1,3 α του ΠΚ, 155 παρ.1 Α 2 στ.3, 157 παρ. 1 στ.3,4 του ν. 2960/2001, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Αιτιολογείται δε ιδιαίτερα ο δόλος των έξι μελών της δομημένης αυτής εγκληματικής οργάνωσης που ενώθηκαν σε ομάδα δομημένη, με αρχηγό και με διαρκή δράση και με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος, η γνώση, η οργάνωση και ο σκοπός όλων των μελών σε βάθος χρόνου και ειδικότερα ο δόλος συμμετοχής του αναιρεσείοντος από της συγκροτήσεώς της ομάδος αυτής στην περιγραφείσα εγκληματική οργάνωση και ο διακριτός ενεργός ρόλος και δράση αυτού στη διάπραξη όλων των αξιοποίνων πράξεων που καταδικάστηκε, ιδία με την παραλαβή και αποθήκευση πολλαπλών φορτίων, μαζί με τον αδελφό του Γ. Π., του παρανόμως εισαγομένου λαθραίου καπνού, υπό την κάλυψη νομίμως εισαγομένων βάζων μαρμελάδας και με τη για λογαριασμό όλων των μελών μίσθωση στο όνομά του ισόγειου αποθηκευτικού χώρου εμβαδού 500 τ.μ., στην περιοχή Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης και επίσης με τη μίσθωση ετέρου αποθηκευτικού χώρου εμβαδού 1500 τ.μ., στην αγροτική περιοχή Καβαλαρίου Θεσσαλονίκης, δηλώνοντας μάλιστα στους εκμισθωτές ψευδώς ότι τα μίσθια θα χρησιμοποιηθούν για αποθήκευση ξυλείας, ενώ στα μίσθια αυτά κατασκεύασαν και διαμόρφωσαν, όλα τα μέλη της οργάνωσης από κοινού, πλήρως οργανωμένη και εξοπλισμένη εργοστασιακή μονάδα παραγωγής, συσκευασίας πακέτων τσιγάρων, δεματοποίησης παρανόμως εισαχθέντος καπνού και αποθήκευσης πακέτων τσιγάρων και εμπορίας στη συνέχεια τεραστίων ποσοτήτων λαθραίων αφορολογήτων τσιγάρων, με πλαστογραφία των διακριτικών γνωρισμάτων εταιρειών καπνού και ετικετών - ταινιών σήμανσης αφορολογήτων που έθεταν πάνω στα πακέτα και με μεταφορά των τσιγάρων με φορτηγά αυτοκίνητα που έφεραν πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας στις αγορές, χωρίς καταβολή των αναλογούντων δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων καπνού που απώλεσε το Δημόσιο. Αναφέρεται ακόμη ότι ο αστυνομικός μάρτυρας Π. Δ. ανεύρε, μετά από έρευνα στην οικία του αναιρεσείοντος, φάκελο με στοιχεία "Δ. - Άγιος Αθανάσιος", (Δ. ήταν ο αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης), όπως ανεύρε και τα κλειδιά του παραπάνω εργοστασίου τσιγάρων, στοιχεία από τα οποία αποκαλύφθηκε το εν λόγω κύκλωμα, ενώ ο αναιρεσείων ομολόγησε την ύπαρξη του εργοστασίου στον Άγιο Αθανάσιο και στο Καλοχώρι, στο οποίο βρέθηκαν από τις αστυνομικές αρχές τα κατασχεθέντα λαθραία τσιγάρα, πλαστές ταινίες, εργαλεία, μηχανήματα, αυτοκίνητα κλπ, ομολόγησε δε ο αναιρεσείων και τη συμμετοχή του στην άνω εγκληματική οργάνωση. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο αιτιολογημένα απάντησε σαφώς και στον προβληθέντα εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αυτοτελή ισχυρισμό αυτού, όπως διατυπώθηκε στα πρακτικά της δίκης, "για έλλειψη καταλογισμού συνεπεία πραγματικής πλάνης, διότι αυτός ουδέποτε υπήρξε αληθινός μισθωτής της αποθήκης, αλλά ο Δ. που του απέστειλε και το ένα και μοναδικό μίσθωμα, αυτός δε αγνοούσε τις παράνομες πράξεις και δεν αποκόμισε κανένα περιουσιακό όφελος από την εν λόγω εγκληματική οργάνωση....". Σημειώνεται ότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, πλην της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ, που του αναγνωρίστηκε, δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του άλλης ελαφρυντικής περιστάσεως και δη του άρθρου 84 παρ.2 εδ.β ΠΚ, ότι "τέλεσε τις πράξεις από μη ταπεινά αίτια", όπως αβάσιμα αιτιάται με το β' σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Επομένως, όλες οι αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις και οι λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα για ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων διατάξεων και εντεύθεν έλλειψη νόμιμης βάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Κ. Π. του Π., περί αναιρέσεως της με αριθμό 133, 134/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εγκληματική Οργάνωση - Διακεκριμένη Πλαστογραφία - Λαθρεμπορία. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
null
null
1
Αριθμός 473/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 434/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4911/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. -Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 §§1, 2 και 3, 568 §§ 1 και 4 και 498 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο από το παριστάμενο αναιρεσείον αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το οποίο και επιδόθηκε σ' αυτό, σύμφωνα με την επ' αυτού επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, η επίσπευση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο έγινε με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης. Αυτή, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. ΙΙ. -Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 §§ 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 §§ 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της. Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 § 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας. Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 § 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή. Με το άρθρο 12 § 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής: α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με τον ν. 1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και τον νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού. Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος). Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, OλΑΠ 6/2001). Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 § 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της § 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 700/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 20-12-2002 αγωγή της η αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι είχε προσληφθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να εργασθεί στο ΤΑΣ …, ότι κατά το διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2002 το αναιρεσείον δεν της κατέβαλε την οικογενειακή παροχή την οποία ως έγγαμη δικαιούταν, ενώ την ίδια παροχή ελάμβανε μόνο ο σύζυγός της. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 5.175 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 434/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-6-2002. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κρίνοντας ότι το επίδομα οικογενειακών βαρών αποτελεί μέρος της αμοιβής για την παρεχόμενη εργασία και ότι η θεσπιζόμενη με τις διατάξεις των ν. 1505/1984 και 2470/1997 απαγόρευση της χορηγήσεως του επιδόματος αυτού στην αναιρεσίβλητη, εκ του λόγου ότι το επίδομα αυτό λάμβανε ο σύζυγός της, αποτελεί ανεπίτρεπτη διάκριση αυτής έναντι όλων των άλλων εγγάμων εργαζομένων στο αναιρεσείον που λάμβαναν το επίδομα αυτό, γι' αυτό και οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες στη διάταξη του άρθρου 22 § 1 εδ. β' Συντάγματος. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙΙ. -Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' του αυτού Ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η περί παραγραφής ένσταση του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αξίωση της ενάγουσας για το έτος 2000 δεν υπέκυψε στη διετή παραγραφή, εφόσον η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 30-12-2002. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, διότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-12-2000 έχουν υποπέσει στη διετή, κατά τα ανωτέρω, παραγραφή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από την οικογενειακή παροχή του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 έως 30-12-2000, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 § 1 του ν. 3693/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 § 12 του ν. 1738/87. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4911/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το οικογενειακό επίδομα παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, έχει δε χαρακτήρα μισθού.- Η διάταξη του άρθρου 12 § 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα.- Η διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, κατά την οποία η αναφερόμενη σ’ αυτήν απαίτηση οποιουδήποτε παραγράφεται μετά διετία από τη γέννησή της, είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του νόμου αυτού, και ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας διάταξης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 472/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Θ. Χ. του Μ., κάτοικο ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 699, 700, 714 και 715/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Χ. χήρα Ν. Χ., 2.Κ. Χ. του Ν., 3.Μ. Χ. του Ν., 4.Μ. Χ. του Ν., κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ζησιμόπουλο, και 5.Χ. Π. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2010 αίτησή του, καθώς και στο από 31 Ιανουαρίου 2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1088/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308§1 εδ. α', 310§§1, 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, κατά την έννοια του εδ. β' του άρθρου 311 ΠΚ, το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται, εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος, και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος. Κατά το άρθρο 28 ΠΚ, για τη θεμελίωση αμέλειας ως προς το τελευταίο αποτέλεσμα απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, β) ότι αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες, ως εκ της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αποτέλεσμα, το οποίο είτε δεν προείδε, είτε το προέβλεψε μεν, πίστευε όμως ότι θα απεφεύγετο και γ) ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα θανατηφόρου σωματικής βλάβης του εδ. β' του άρθρου 311 ΠΚ σε βάρος του Ν. Χ., παράνομης οπλοφορίας, παράνομης κατοχής όπλου και οπλοχρησίας, πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και έξι (6) μηνών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: ".. .αποδείχθηκαν τα εξής: Στο ... και επί της οδού … αρ. 8 είχε την έδρα της η βιομηχανία υποδημάτων, με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Μ. Χ. ΑΕΒΕ", νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας και αποκλειστικά υπεύθυνοι για την όλη λειτουργία της επιχειρήσεως ήταν ο κατηγορούμενος ... και ο θανών αδελφός του Ν. Χ. ... Στις 19.5.2007 τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο αδελφός του (παθών) ευρίσκοντο από νωρίς το πρωί, ..., στο εργοστάσιο της άνω επιχειρήσεώς τους, στο … . Περί ώρα 11.00 πρωινή της ίδιας ημέρας, ευρισκόμενοι οι αδελφοί Θ. και Ν. Χ. στο χώρο του εργοστασίου, όπου ήταν τα γραφεία τους, άρχισαν, με αφορμή την αντιγνωμία που είχαν μεταξύ τους ως προς την κοστολόγηση κάποιων προϊόντων (υποδημάτων), να λογομαχούν σε έντονο ύφος. Η λογομαχία γρήγορα εξελίχθηκε σε πραγματική συμπλοκή μεταξύ των δύο αδελφών, κατά την οποία αλληλοκτυπήθηκαν, με γροθιές και κλωτσιές, μάλιστα δε ο Ν. Χ. (παθών) κτύπησε και με το κεφάλι του (κουτουλιά) τον αδελφό του Θ. στο πρόσωπο, και παλεύοντας έπεσαν και οι δύο στο πάτωμα. Το επεισόδιο έληξε, με την επέμβαση των παρευρισκομένων υπαλλήλων της επιχειρήσεως Χ. Π. ... και Γ. Κ. ...(εξετασθέντες μάρτυρες), οι οποίοι κατάφεραν να χωρίσουν τους δύο άνδρες και να απομακρύνουν τον ένα από τον άλλο, προσωρινά όμως, γιατί ο κατηγορούμενος, ο οποίος έφυγε εν τω μεταξύ από το χώρο των γραφείων τους, όπου έγινε το επεισόδιο, στον οποίο παρέμεινε ο αδελφός του Ν. Χ. μαζί με τους Χ. Π. και Γ. Κ., οι οποίοι προσπαθούσαν να τον ηρεμήσουν, επανήλθε (ο κατηγορούμενος) στον ίδιο χώρο, κρατώντας στα χέρια του μεταλλική ράβδο (σιδηρολοστό) και κατευθύνθηκε απειλητικά προς τον αδελφό του, ο οποίος τότε πήρε και αυτός στα χέρια του μία μεταλλική ράβδο (σιδηρολοστό) που βρήκε εκεί κοντά και κινήθηκε και αυτός απειλητικά εναντίον του αδελφού του, εξυβρίζοντας ο ένας τον άλλο, πλην όμως επενέβησαν και πάλι οι Γ. Κ. και Χ. Π., ο οποίος (Π.) κατόρθωσε με δυσκολία να αποσπάσει από τα χέρια και των δύο αδελφών τις μεταλλικές ράβδους, τις οποίες στη συνέχεια πέταξε από παράθυρο έξω στον προαύλιο χώρο του εργοστασίου. Την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος πήρε στα χέρια του μία μεταλλική καρέκλα και, κρατώντας την, κινήθηκε εναντίον του αδελφού του, επενέβη όμως ο Γ. Κ. και του πήρε την καρέκλα από τα χέρια, φωνάζοντας δυνατά, απευθυνόμενος και στους δύο αδελφούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να αλληλοϋβρίζονται, ότι έπρεπε να ηρεμήσουν. Τότε ο κατηγορούμενος, λέγοντας στον αδελφό του με κακεντρέχεια "τώρα θα δεις", πήρε μία καρέκλα, ανέβηκε πάνω σ` αυτή και αφού μετακίνησε τμήμα της ψευδοροφής της αίθουσας (...), έβγαλε από εκεί ένα πιστόλι, το όπλισε, κατέβηκε από την καρέκλα, φώναξε στον Γ. Κ. να φύγει από μπροστά του και έστρεψε το πιστόλι, σημαδεύοντας στα πόδια τον αδελφό του, ο οποίος (Ν. Χ.), θέλοντας να δείξει ότι δεν φοβάται, άρχισε να κινείται προς το μέρος του αδελφού του, χωρίς να κρατάει τίποτα στα χέρια του, πιστεύοντας προφανώς ότι δεν θα τον πυροβολήσει. Όταν ο Ν. Χ. πλησίασε σε απόσταση 1,5 μέτρου περίπου, τότε ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τέσσερις συνεχόμενες φορές, τραυματίζοντας και στα δύο πόδια τον αδελφό του, ... και ενώ ο παθών Ν. Χ. ήταν έτοιμος να καταρρεύσει, αδύναμος να προβάλλει οποιαδήποτε αντίσταση, ο κατηγορούμενος τον κτύπησε με τη λαβή του πιστολιού στο κεφάλι. Τότε επενέβη με ορμή ο Χ. Π. και άρπαξε το πιστόλι από τα χέρια του κατηγορουμένου και το πέταξε στο δάπεδο και στη συνέχεια μαζί με τον Γ. Κ. και τον επίσης υπάλληλο της επιχειρήσεως Γ. Μ., ο οποίος είχε ακούσει τους πυροβολισμούς και έσπευσε στον συγκεκριμένο χώρο, μετέφεραν τον Ν. Χ., ο οποίος αιμορραγούσε από τα τραύματά του, στην είσοδο του εργοστασίου και τον ξάπλωσαν στο πλατύσκαλο, όπου μαζί με τον κατηγορούμενο και μέχρι να έλθει το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, που κλήθηκε εν τω μεταξύ, προσπάθησαν να του προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες, ενώ αυτός είχε χάσει πλέον τις αισθήσεις του. Ο παθών διεκομίσθη στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Κατά την έρευνα του χώρου, που διενεργήθηκε, την 19.5.2007, από τον Αστυνόμο Α' Α. Λ. του Α' Τ.Α. Αιγάλεω, ..., βρέθηκαν πέριξ των δύο γραφείων (επίπλων), του κατηγορουμένου και του παθόντος, και κατασχέθηκαν, ένα πιστόλι, μάρκας BERETTA, με αριθμό …, διαμετρήματος 9 mm, μετά κενής γεμιστήρος και ενός φυσιγγίου εντός της θαλάμης, τέσσερις κάλυκες πυροβόλου όπλου ιδίου διαμετρήματος, ένα χαρτοκιβώτιο και ένα κουτί, περιέχον ζεύγος γυναικείων υποδημάτων, τα οποία έφεραν ίχνη διελεύσεως βολίδας, ενώ έγινε αντιληπτή επί του δαπέδου και πλησίον του γραφείου του παθόντος λίμνη αίματος, διαμέτρου 50 εκατ. περίπου, κηλίδες αίματος υπήρχαν επίσης στον προθάλαμο της εισόδου του κτιρίου και στην έξοδο αυτού πλησίον της κλίμακας, έξω δε από το κτίριο και δεξιά της κλίμακας βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο μεταλλικές ράβδοι, μήκους 50 εκατοστών εκάστη. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ειδικότερα από ..., οι οποίες (καταθέσεις) επιβεβαιώνονται από την από 19.5.2007 Έκθεση Αυτοψίας και Κατάσχεσης μετά πρόχειρου σκαριφήματος, ..., και τις Ιατροδικαστικές Εκθέσεις Νεκροψίας - Νεκροτομής (...) και δεν αναιρούνται, ούτε αποδυναμώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Στην από 25.7.2007 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής του διορισθέντος από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Δυτικής Αττικής ιατροδικαστή Η. Μ., καθώς και στην από 26.7.2007 Ιατροδικαστική Έκθεση του ιατροδικαστή Δ. Μ., που διορίσθηκε ως τεχνικός σύμβουλος από πλευράς κατηγορουμένου και παρέστη κατά τη νεκροψία - νεκροτομή, η οποία διενεργήθηκε στις 21.5.2007 από τον παραπάνω ιατροδικαστή Η. Μ., αναφέρεται ότι ο νεκροτομηθείς Ν. Χ. έφερε στο κεφάλι θλαστικό τραύμα μεσότητας αριστερής βρεγματικής χώρας μήκους 3,5 εκατοστών περίπου και θλαστικό τραύμα αριστερής βρεγματικής περιοχής μήκους 3 εκατοστών περίπου (ο ιατροδικαστής Δ. Μ. προσδιορίζει τα τραύματα αυτά ως αιμορραγικές διηθήσεις στην αριστερή και μέση βρεγματική χώρα σύστοιχα), έφερε ακόμη δύο διαμπερή τραύματα από βλήματα πυροβόλου όπλου, ένα στο αριστερό κάτω άκρο και ένα στο δεξιό άκρο πόδα. Στο πρώτο τραύμα η πύλη εισόδου είναι στην έσω επιφάνεια του μηρού και στο κάτω τριτημόριο αυτού, ενώ η πύλη εξόδου είναι στην έξω επιφάνεια της κνήμης συστοίχως και στο άνω τριτημόριο αυτής, αμέσως κάτωθεν της κατά γόνυ αρθρώσεως. Στο δεύτερο τραύμα η πύλη εισόδου είναι από το τρίτο δάκτυλο του δεξιού άκρου ποδός και η έξοδος από το μικρό δάκτυλο συστοίχως. Ενώ και στις δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις αναφέρεται ότι ο θανών έφερε ουλή στην αριστερή υποκλείδια περιοχή από τοποθέτηση βηματοδότη. Το συμπέρασμα δε το οποίο διατυπώνουν και οι δύο ιατροδικαστές στο τέλος των εν λόγω ιατροδικαστικών εκθέσεών τους είναι ότι από τα ευρήματα της νεκροψίας και νεκροτομής και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων προκύπτει ότι ο θάνατος επήλθε από ισχαιμία μυοκαρδίου σε στεφανιαία νόσο και επί εδάφους δύο διαμπερών τραυμάτων (αριστερού μηρού - κνήμης και δεξιού άκρου ποδός) από βλήματα πυροβόλου όπλου. Δηλαδή και οι δύο ιατροδικαστές συνδέουν άμεσα τον θάνατο του Ν. Χ. με τα διαμπερή τραύματα στον αριστερό μηρό - κνήμη και στον δεξιό άκρο πόδα από βλήματα πυροβόλου όπλου. Μάλιστα δε ο τεχνικός σύμβουλος Δ. Μ., προβαίνοντας σε μία περαιτέρω αξιολόγηση - εκτίμηση των ως άνω ευρημάτων, αναφέρει στην ιατροδικαστική έκθεσή του ότι, η ύπαρξη καρδιακού προβλήματος, με βηματοδότη και με ευρήματα από την ιστολογική εξέταση, που υποδηλώνουν πρόσφατη καρδιακή προσβολή, μας οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι το θύμα βρισκόταν σε έντονο stress από το εμφανές επεισόδιο μεταξύ των αδελφών, που τεκμηριώνεται από την πολλαπλότητα των κακώσεων, οπότε η ισορροπία που είχε επιτευχθεί με την τοποθέτηση βηματοδότη και την όποια φαρμακευτική αγωγή, που υποβαλλόταν, ανετράπη με αποτέλεσμα να επέλθει το μοιραίο. Αλλά και από τις καταθέσεις των παραπάνω ιατροδικαστών, στο ακροατήριο ..., όπως και από την κατάθεση του ιατροδικαστή Δ. Ψ., ..., σαφώς προκύπτει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ισχαιμία μυοκαρδίου επί στεφανιαίας νόσου από μόνη της δεν θα μπορούσε να προκαλέσει τον θάνατο του Ν. Χ.. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται πλήρως η ύπαρξη του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της σωματικής βλάβης που προξένησε ο κατηγορούμενος στον αδελφό του και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του τελευταίου, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και ότι το αποτέλεσμα του θανάτου μπορεί να καταλογισθεί στον δράστη (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οφειλόταν σε αμέλειά του) και αν η σωματική βλάβη δεν ήταν καθεαυτή θανατηφόρα, υπήρξε όμως η αιτία περαιτέρω δυσμενούς εξελίξεως και θανάτου του θύματος. Μετά ταύτα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και της υπερασπίσεως αυτού ότι ο θάνατος του αδελφού του επήλθε αποκλειστικά και μόνο ως συνέπεια του βαρέος καρδιακού νοσήματος από το οποίο έπασχε είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να προξενήσει στον αδελφό του Ν. Χ. βαριά σωματική βλάβη, δηλαδή να περιάγει αυτόν σε κίνδυνο ζωής και οπωσδήποτε να του προκαλέσει πάθηση, η οποία θα τον εμπόδιζε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του. Ο σκοπός του αυτός προκύπτει όχι μόνο από το γεγονός ότι ηθελημένα χρησιμοποίησε πυροβόλο όπλο, δηλαδή μέσο πρόσφορο για να επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά και από το ότι πυροβόλησε τέσσερις συνεχόμενες φορές, από πολύ κοντινή απόσταση, τον, παντελώς άοπλο, αδελφό του στα πόδια, όπου και τον έπληξε. Και σαν να μην έφθανε αυτό, αμέσως μετά κτύπησε τον τραυματισμένο και αιμορραγούντα αδελφό του, που ήταν ανίκανος να αντισταθεί και να αντιδράσει, στο κεφάλι με τη λαβή του όπλου, προξενώντας σ` αυτόν τα παραπάνω θλαστικά τραύματα στην αριστερή και μέση βρεγματική χώρα. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και της υπερασπίσεώς του ότι και οι τέσσερις βολές που έριξε ήταν εκφοβιστικές, προκειμένου να σταματήσει την απειλητική προς αυτόν κίνηση του αδελφού του, δεν ευσταθεί και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον εάν πράγματι ήθελε ο κατηγορούμενος να φοβίσει τον αδελφό του, ανεξαρτήτως του ότι ο τελευταίος ήταν άοπλος, αλλά και εμφανώς εξουθενωμένος από την προηγηθείσα μεταξύ τους συμπλοκή, θα πυροβολούσε, κατά την κοινή πείρα και λογική, στον αέρα και σε κάθε περίπτωση δεν θα έστρεφε το όπλο εναντίον του αδελφού του, σημαδεύοντας και πυροβολώντας αυτόν στα πόδια, ..., απορριπτομένου μετά ταύτα ως αβασίμου και του ισχυρισμού του κατηγορουμένου και της υπερασπίσεώς του ότι ο τραυματισμός (στα πόδια) του αδελφού του ήταν απότοκος της ανακρούσεως του όπλου, σε συνδυασμό με την ταχεία προς το μέρος του (κατηγορουμένου) κίνηση του αδελφού του. Δεν είχε όμως πρόθεση ο κατηγορούμενος να προκαλέσει τον θάνατο του αδελφού του, αλλά μόνο βαριά σωματική βλάβη σ` αυτόν. Το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα, δηλαδή ο θάνατος, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία συνίσταται στο ότι, μολονότι όφειλε και μπορούσε από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ιδίως από το ότι γνώριζε πολύ καλά ότι ο αδελφός του αντιμετώπιζε καρδιακό πρόβλημα και ότι είχε τοποθετηθεί σ’ αυτόν βηματοδότης και συνεπώς κάθε ανάρμοστη κακομεταχείριση αυτού και έντονη ψυχολογική φόρτισή του θα μπορούσε να επιφέρει καταλυτική διαταραχή της λειτουργίας της καρδιάς του, να προβλέψει σαν πιθανό και πολύ ενδεχόμενο το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου του αδελφού του, δεν το προείδε, γιατί δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή, την οποία ως ώριμος άνδρας και με βάση την κοινή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική μπορούσε και όφειλε, ενόψει των παραπάνω περιστάσεων, να καταβάλει. Τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της θανατηφόρου σκοπούμενης σωματικής βλάβης, το οποίο τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος του αδελφού του Ν. Χ.. Πρέπει, επομένως, ..., να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος του εγκλήματος τούτου, ... . Πρέπει επίσης να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις της παράνομης κατοχής όπλου και της παράνομης οπλοφορίας ... Πρέπει, τέλος, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και για την πράξη της οπλοχρησίας, ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών αφενός παρέθεσε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την εν λόγω κρίση του, και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει και αιτιολογείται πλήρως τόσο η πρόθεση του αναιρεσείοντος για την πρόκληση στο θύμα βαριάς σωματικής βλάβης, όσο και η αμέλειά του ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου. Αιτιολογείται, επίσης, η ύπαρξη της αναγκαίας συνάφειας μεταξύ της σωματικής βλάβης από πρόθεση και του βαρύτερου αποτελέσματος του θανάτου του θύματος, καθώς και το ότι το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται στην αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, εξειδικεύεται και προσδιορίζεται πλήρως. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το σκεπτικό της αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, ανεξαρτήτως του ότι, και στην τελευταία περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, δεν θα υπήρχε έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον και το διατακτικό περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίστατο περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. β) Το γεγονός ότι στο σκεπτικό εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα (π.χ. ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομής, καταθέσεις μαρτύρων Χ. Π., κ.λπ., έκθεση αυτοψίας κ.λπ.), δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανέκυπτε ανάγκη να αιτιολογηθεί γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. γ) Αιτιολογείται επαρκώς γιατί η ισχαιμία μυοκαρδίου επί στεφανιαίας νόσου, από την οποία έπασχε το θύμα, δεν θα μπορούσε από μόνη της να προκαλέσει το θάνατό του και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι ο θάνατος του αδελφού του επήλθε από το εν λόγω καρδιακό πρόβλημα. δ) Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με τον (αδόκιμο και μη υπάρχοντα στον Ποινικό Κώδικα) όρο "σκοπούμενη" θανατηφόρα σωματική βλάβη, τον οποίο αναφέρει, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό πλεοναστικώς, δεν δημιουργεί καμιά ασάφεια ή αντίφαση, αλλά υπονοεί ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος του αδελφού του τη θανατηφόρα σωματική βλάβη της διατάξεως του εδ. β του άρθρου311 του ΠΚ, ότι, δηλαδή, η σωματική βλάβη που προκάλεσε αυτός στον παθόντα είχε ως επακόλουθο το θάνατό του, ο οποίος οφειλόταν σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο τελευταίος, όμως, "επιδίωκε" τη βαριά σωματική βλάβη αυτού, πράγμα, το οποίο προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, στην οποία (στο σκεπτικό και στο διατακτικό) αναφέρεται ρητά ότι "σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να προξενήσει στον αδελφό του βαριά σωματική βλάβη". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία, που απαριθμούνται [ενδεικτικώς] στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του Εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 31.1.2011) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι στα πρακτικά της δίκης μνημονεύονται, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, και οι με αριθμούς 5, 6, 8 και 10 εκθέσεις, οι οποίες προσδιορίζονται ως "5. η με αριθμό πρωτοκόλλου 1341/16.7.2007 Έκθεση Τοξικολογικής Εξέτασης αίματος του Ν. Χ. της Καθηγήτριας Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ά. Ν., 6. η με αριθμό πρωτοκόλλου 1341/24.7.2007 Έκθεση Ιστολογικής Εξέτασης βιολογικών υλικών του Ν. Χ. του Καθηγητή Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Β., 8. η με αριθμό έκθεσης 954 και πρωτοκόλλου 1173/21.5.2007 Ιατροδικαστική Έκθεση της Ιατροδικαστού Αθηνών Σ. Μ. επί του Θ. Χ. και 10. η με αριθμό πρωτοκόλλου 3022/13/17661-γ'/18.5.2008 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών" και, ενώ είναι πραγματογνωμοσύνες, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εν λόγω Εκθέσεων και των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι από αυτές υπ’ αριθ. 5 και 6, οι οποίες, αμφότερες, αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, δεν είναι πραγματογνωμοσύνες, γιατί δεν διατάχθηκε η διενέργειά τους από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αλλά διενεργήθηκαν κατόπιν παραγγελίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά και, επομένως, ορθώς δεν αναφέρονται, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Οι δε υπ’ αριθ. 8 και 10, οι οποίες, επίσης, αναφέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, αφορούν η μεν πρώτη τις σωματικές κακώσεις που έφερε ο κατηγορούμενος και οι οποίες ήταν αποτέλεσμα της συμπλοκής του με τον παθόντα που είχε προηγηθεί του συμβάντος, η δε δεύτερη την εξέταση των πειστηρίων που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος (πιστολιού, φυσιγγίου, καλύκων, κ.λπ.). Αυτές, πράγματι, δεν μνημονεύονται ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, πλην όσα βεβαιώνονται στις Εκθέσεις αυτές και δη στην υπ` αριθ. 8 ότι και ο κατηγορούμενος είχε υποστεί σωματικές κακώσεις (γιατί είχε προηγηθεί του συμβάντος συμπλοκή μεταξύ αυτού και του θύματος, κατά την οποία οι συμπλεκόμενοι αλληλοκτυπήθηκαν με γροθιές και κλωτσιές, το δε θύμα κουτούλησε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο) και στην υπ’ αριθ. 10 η περιγραφή του όπλου και των φυσιγγίων που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος όταν πυροβόλησε τον αδελφό του, έγιναν δεκτά και παρατίθενται στην αιτιολογία της αποφάσεως, αντληθέντα από τα πορίσματα των Εκθέσεων αυτών, έτσι ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως. Η αιτίαση ότι η απόρριψη του λόγου αυτού θα προσέβαλε τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, γιατί δεν είναι δυνατόν σε πανομοιότυπες, μεταξύ τους, περιπτώσεις να δίδονται από το παρόν Δικαστήριο διακριτές λύσεις (ήτοι άλλοτε να αναιρούνται αποφάσεις, γιατί δεν μνημονεύονται, ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, και άλλοτε όχι), είναι αβάσιμη, γιατί από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του Συνταγματικού Δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους, δεδομένης και της αυτοτέλειας κάθε υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Ιουλίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 5992/2010) αίτηση του Θ. Χ. του Μ. μετά των από 31 Ιανουαρίου 2011 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 699, 700, 714, 715/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Χ. χήρας Ν. Χ., Κ. Χ. του Ν., Μ. Χ. του Ν. και Μ. Χ. του Ν. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Θανατηφόρος σωματική βλάβη (άρθρο 311 εδ. β ΠΚ). Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για θανατηφόρο σωματική βλάβη του αναιρεσείοντος, ο οποίος πυροβόλησε το θύμα τέσσερις φορές στα πόδια και, στη συνέχεια, το κτύπησε με τη λαβή του πιστολιού στο κεφάλι, επιδιώκοντας να του προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος του, ο οποίος οφειλόταν σε αμέλεια του δράστη. Η πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από ανακριτικό υπάλληλο είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στο σκεπτικό μεταξύ των αποδεικτικών μέσων για την βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά υπάρχει-έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εκτός αν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει τέτοια βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που τα δεκτά γενόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως αντλήθηκαν από τα πορίσματα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Μη προσβολή αρχών ισότητας και αναλογικότητας από την απόρριψη λόγου αναιρέσεως. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτου λόγου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 469/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πανταζή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 75610/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 29/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς Το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δυο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό όχι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, εφαρμόζονται ως ευμενέστερες οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά}, ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη και διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση, ανάλογα με το ύψος του χρέους. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από τα άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 75610/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσίο, κατ' εξακολούθηση, του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ και του επιβλήθηκε μία ποινή φυλακίσεως δύο ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εδρεύουσας στον ... ομορρύθμου εταιρίας υπό την επωνυμία "Σ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Υπό την προαναφερομένη ιδιότητά του εκ προθέσεως στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 29.6.2003 έως την 1.6.2006 καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μείζον των τεσσάρων μηνών τα κάτωθι ληξιπρόθεσμα χρέη (πληρωτέα σε μηνιαίες δόσεις ή εφάπαξ) της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας, όπως αυτά αναφέρονται στο συνημμένο στο κατηγορητήριο πίνακα χρεών της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. ...: 1) Εισόδημα ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 21 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.4.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 1 του πίνακος χρεών), ποσού 13.011,24 €, 2) Εισόδημα ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 21 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.4.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 2 του πίνακος χρεών), ποσού 59,124,56 €, 3) Εισόδημα ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 22 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.4.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 3 του πίνακος χρεών), ποσού 18.519, 24 €, 4) Εισόδημα ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 23 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 4 του πίνακος χρεών), ποσού 85.030,83 €, 5) Εισόδημα ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 23 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 5 του πίνακος χρεών), ποσού 35.212,83 €, 6) Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 20 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 29.10.2004 - αριθ. 6 του πίνακος χρεών), ποσού 4.368,43 €, 7) Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 23 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.1.2005 - αριθ. 7 του πίνακος χρεών), ποσού 12.831,69 €, 8) Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.3.2003 - αριθ. 8 του πίνακος χρεών), ποσού 319,13 €, 9) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 9 του πίνακος χρεών, ποσού 1.042,64 €, 10) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 10 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 11) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31,3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 11 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 12) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 12 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 13) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 13 του πίνακος χρεών ), ποσού 1.042,64 €, 14) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 31.3.2003 - αριθ. 14 του πίνακος χρεών), ποσού 92,34 €, 15) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 13 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 27.2.2004 - αριθ. 15 του πίνακος χρεών), ποσού 2.742,17 €, 16) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακας χρεών), ποσού 88,19 €, 17) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακος χρεών), ποσού 219,65 €, 18) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.4.2003 -αριθ. 18 του πίνακος χρεών), ποσού 529,63 €, 19) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 9 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.10.2003 - αριθ. 19 του πίνακος χρεών), ποσού 2.065,04 €, 20) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 7 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 29.8.2003 - αριθ. 20 του πίνακος χρεών), ποσού 1.575,60 €, 21) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 21 του πίνακος χρεών, ποσού 109,82 €, 22) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.4.2003 - αριθ. 22 του πίνακος χρεών), ποσού 315,81 €, 23) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 23 του πίνακος χρεών), ποσού 523,53 €, 24) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις μ£ πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 24 του πίνακος χρεών), ποσού 749,78 €, 25) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 25 του πίνακος χρεών), ποσού 838,59 €, 26) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 26 του πίνακος χρεών), ποσού 764,75 €, 27) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. - Προσφυγή (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 1.7.2004 εφάπαξ πληρωτέο την 30.7.2004 - αριθ. 27 του πίνακος χρεών), ποσού 46,95 €, 28) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. - Προσφυγή (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 1.7.2004 εφάπαξ πληρωτέο την 30.7.2004 - αριθ. 28 του πίνακος χρεών), ποσού 2.381,21 €, 29) Πρόστιμο Φ.Π.Α. (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 23.2.2005 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2005 και τελευταία την 29.4.2005 - αριθ. 29 του πίνακος χρεών), ποσού 1.480,05 € και 30) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. - Δικαστική Απόφαση (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 23.2.2005 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 30.12.2005 και τελευταία την 31.1.2006 - αριθ. 30 του πίνακος χρεών), ποσού 3.958,51 €, συνολικού ύψους 252.114,77 €, χωρίς να έχει γίνει καταβολή οποιουδήποτε οφειλομένου επιμέρους ποσού. Ενόψει των ανωτέρω, ο εκκαλών κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν δια του κατηγορητηρίου πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, αναγνωριζομένου όμως σ' αυτόν του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ (τέλεση της πράξεως εκ μη ταπεινών αιτίων), καθ' όσον απεδείχθη ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο σοβαρά οικονομικά προβλήματα". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών α) προς τις υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 επί μέρους πράξεις (του αιτιολογικού) του πιο πάνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, με χρόνο τελέσεως το 2003, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος νόμου 1882/1990, όπως τροπ. με ν. 2523/1997, λόγω ποσών, μη συναθροιζομένων σε συνολικό ποσό, αλλά υπερβαινόντων όλων, χωριστά υπολογιζόμενων, το κατώτερο όριο του προβλεπόμενου τότε ορίου αξιοποίνου (2.000.000 δραχμών), και ως προς τις υπό στοιχεία 27, 28, 29 και 30 επί μέρους πράξεις μη καταβολής χρεών, με χρόνο τελέσεως μετά την 1-1-2004, υπό την ισχύ του εφαρμοστέου νέου Ν. 3220/2004, που κατά τα προεκτεθέντα για το αξιόποινο της πράξεως λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό όλων των επί μέρους χρεών, υπερβαινόντων το κατώτερο όριο του αξιοποίνου, διέλαβε το Δικαστήριο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27, 98 ΠΚ, 25 παρ 1,7. 8 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και όπως η ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στο αιτιολογικό, η φορολογική Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος των χρεών κατά περίπτωση (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, πρόστιμα ΚΒΣ), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, εφάπαξ και σε δόσεις, που προσδιορίζονται κατά ποσά και ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται ο χρόνος βεβαιώσεως των χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της συγκεκριμένης Ο. Ε., εξειδικεύεται περαιτέρω το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος ειδοποίησης του υπόχρεου από την αρμόδια φορολογική αρχή για την βεβαίωση των άνω χρεών. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως προς τις ως άνω επί μέρους πράξεις είναι αβάσιμος και απορριπτέος. β) Όμως, όσον αφορά τις με τα στοιχεία 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25 και 26 ως άνω αναφερόμενες στο αιτιολογικό επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, είναι πράξεις του έτους 2003, υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος τότε νόμου 2523/1997, λόγω επί μέρους ποσών μικρότερων των 2.000.000 δραχμών, δηλαδή ποσών μικρότερων εκείνων, των οποίων η μη καταβολή ορίζεται κατά τα προεκτεθέντα ως αξιόποινη με τον άνω νόμο, το Δικαστήριο, το οποίο, κατά παραβίαση του άρθρου 2 παρ. 2 του ΠΚ, εφήρμοσε τις δυσμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1, 2 το Ν. 3220/2004, λαμβάνοντας υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του όλου χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους για το προ της 1-1-2004 χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες στην προκείμενη περίπτωση επιεικέστερες αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 23 του Ν. 2523/1997, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές αυτές ποινικές διατάξεις, και συνεπώς, είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώος, κατ' άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές, λόγω του ανεγκλήτου αυτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και κηρύσσεται αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για τις ανωτέρω και στο διατακτικό αναφερόμενες πράξεις, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, αφού για τον καθορισμό αυτής λήφθηκαν υπόψη και οι άνω μερικότερες πράξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση και τον καθορισμό της εκτιτέας ποινής, στο ίδιο Δικαστήριο, ενόψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει, κατά τα στο σκεπτικό, τη με αριθμ. 75610/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο Π. Π. του Α., κάτοικο ... για το ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 29-6-2003 έως 31-12-2003, με πρόθεση καθυστέρησε, την καταβολή, παρελθούσας της προθεσμίας καταβολής της τρίτης δόσεως χρεών που η εξόφληση τους είχε ρυθμιστεί σε δόσεις και την καταβολή, εφάπαξ καταβλητέων χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών αντίστοιχα, των εξής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία ήταν βεβαιωμένα στη ΔΟΥ ... ήτοι ηθελημένα δεν κατέβαλε τα παρακάτω επί μέρους βεβαιωμένα χρέη: "1) Φ.Π.Α. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.3.2003 - αριθ. 8 του πίνακος χρεών), ποσού 319,13 €, 2) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 9 του πίνακος χρεών, ποσού 1.042,64 €, 3) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 10 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 4) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31,3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 11 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 5) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 12 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 6) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 31.7.2003 - αριθ. 13 του πίνακος χρεών), ποσού 1.042,64 €, 7) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 31.3.2003 - αριθ. 14 του πίνακος χρεών), ποσού 92,34 €, 8) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 13 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 27.2.2004 - αριθ. 15 του πίνακος χρεών), ποσού 2.742,17 €, 9) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακας χρεών), ποσού 88,19 €, 10) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 16 του πίνακος χρεών), ποσού 219,65 €, 11) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.4.2003 -αριθ. 18 του πίνακος χρεών), ποσού 529,63 €, 12) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 9 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 31.10.2003 - αριθ. 19 του πίνακος χρεών), ποσού 2.065,04 €, 13) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 7 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 29.8.2003 - αριθ. 20 του πίνακος χρεών), ποσού 1.575,60 €, 14) Πρόστιμο Κ.Β.Σ. ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 εφάπαξ πληρωτέο την 28.2.2003 - αριθ. 21 του πίνακος χρεών, ποσού 109,82 €, 15) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 2 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.4.2003 - αριθ. 22 του πίνακος χρεών), ποσού 315,81 €, 16) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 3 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 23 του πίνακος χρεών), ποσού 523,53 €, 17) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις μ£ πρώτη την 31.3.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 24 του πίνακος χρεών), ποσού 749,78 €, 18) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 5 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.6.2003 - αριθ. 25 του πίνακος χρεών), ποσού 838,59 €, 19) Λοιποί Έμμεσοι Φόροι ΠΟΛ 1144/98 (χρέος οριστικώς βεβαιωθέν την 27.1.2003 σε 4 μηνιαίες δόσεις με πρώτη την 28.2.2003 και τελευταία την 30.5.2003 - αριθ. 26 του πίνακος χρεών), ποσού 764,75 €". Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, όσον αφορά την ιδία πράξη κατ' εξακολούθηση, που κηρύχθηκε ως άνω ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, για τα λοιπά επί μέρους χρέη, για τα οποία δεν αναιρείται η απόφαση, αναφερόμενα στον πίνακα χρεών και στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, από στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 27, 28, 29 και 30, συνολικού ποσού 235.965,54 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος τα 120.000 ευρώ. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση - δήλωση του Π. Π. του Α., περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω 75610/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν.2523/1997 και 34 παρ.1 Ν. 3220/2004. Δέχεται ως βάσιμο τον από 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για τα προ της 1-1-2004 επί μέρους χρέη, που είναι κατά ποσό κατώτερα του κατωτάτου ορίου του αξιοποίνου, όπως οριζόταν στον εφαρμοστέο ως έχοντα ισχύ τότε επιεικέστερο κατά τούτο Ν. 2523/1997 και κηρύσσει λόγω ανεγκλήτου αθώο τον κατηγορούμενο γι’ αυτά τα χρέη. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για τα λοιπά χρέη. Παραπέμπει μόνο για νέα ποινή.
null
null
0
Αριθμός 468/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Τ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δημοσθένους, περί αναιρέσεως της 7/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενο τον Ν. Δ. του Θ.. Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 20 Ιανουαρίου 2011 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1129/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής ή και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν από τον κατηγορούμενο για παράβαση του ν. περί ναρκωτικών, είναι και οι: 1). Ισχυρισμός προμήθειας ή κατοχής ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά δικές του ανάγκες, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 1729/1987 και ήδη 29 παρ. 1 του ΚΝΝ (Ν. 3459/2006), ότε και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. 2). Ισχυρισμός τοξικομανίας του δράστη, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, ήτοι απόκτησης της έξης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δε μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 1729/1987 και ήδη 30 του ΚΝΝ. Για να είναι σαφής και ορισμένος ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, αρκεί να αναφερθεί ότι "τυγχάνει τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών". Το δικαστήριο, αν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό οφείλει να αιτιολογήσει ιδιαίτερα και να αντικρούσει το τυχόν αντίθετο πόρισμα σχετικής εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. 3). Η τοξικομανία από μόνη της, δεν αποτελεί στοιχείο για να θεωρηθεί ο δράστης, κατ' άρθρο 36 ΠΚ, ως ελαττωμένου καταλογισμού, μπορεί όμως να θεμελιώσει τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό, αν ο εξαρτημένος τοξικομανής, συνεπεία της χρήσης ή της κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών, εμφανίζει ψυχιατρικές διαταραχές, παρανοϊκές εκδηλώσεις ή ψυχωσικά επεισόδια, που του επιφέρουν διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και τον καθιστούν άτομο σημαντικά μειωμένου καταλογισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 7/2010 αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, υπέβαλε στο ακροατήριο τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξε ο συνήγορος και προφορικά και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά: "1ος) Αυτοτελής ισχυρισμός περί προμήθειας και κατοχής της ακατέργαστης ινδικής κάνναβης που ευρέθη για ιδία αποκλειστικά χρήση (άρθρο 12 παρ. 1.2 Ν. 1729/87 όπως έχει τροποποιηθεί από τον 29 παρ.1 Ν. 3459/2006). Την εν τω κατηγορητηρίω αναφερομένη ποσότητα των 121,6 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που κατηγορούμαι ότι αγόρασα από τρίτο πρόσωπο και κατείχα, την προμηθεύτηκα για δική μου αποκλειστική χρήση, διότι έκανα χρήση ινδικής κάνναβης (χασίς), χαπιών αλλά και άλλων ναρκωτικών ουσιών από ηλικίας δεκαεπτά (17) ετών και μέχρι προσφάτως ήμουν εξαρτημένος χρήστης από την παραπάνω ουσία και δεν μπορούσα να αποβάλλω την έξη αυτή με τις δικές μου δυνάμεις. Τούτο προκύπτει, εκτός των άλλων και από την από 22-04-03 Διενεργηθείσα Πραγματογνωμοσύνη του Διευθυντή του Κρατικού Θεραπευτηρίου Κέντρο Υγείας Λέρου Α' και Β' ΨΥΧ/ΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ Ψυχιάτρου Τ. Α.. Ούτε μεγάλη ποσότητα βρέθηκε, ούτε είχε επιμεριστεί σε ιδιαίτερες συσκευασίες, ούτε ζυγαριά ακριβείας ανευρέθη, περιστατικά που να δηλώνουν δηλαδή προπαρασκευαστικές πράξεις προθέσεως πώλησης, επιπλέον δε ο τόπος όπου ανευρέθη η ινδική κάνναβη στην οικία μου, δίπλα δηλαδή στο κρεβάτι μου συγκλίνει προς τον ισχυρισμό μου περί αποκλειστικής χρήσεως. Σημειωτέον δε ότι η ποσότητα αυτή που οικειοθελώς παρέδωσα στις αρχές δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει πρόθεση διάθεσης αφού ήταν ακατέργαστη-σύμφωνα με την έκθεση εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Ρόδου ήταν φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρους 119 gr γεγονός που σημαίνει η απομένουσα ποσότητα μετά την κατεργασία της είναι σημαντικά μικρότερη ικανή αποδεδειγμένα να εξυπηρέτηση ιδίαν χρήση δεδομένης της πραγματογνωμοσύνης του Α. Τ. σύμφωνα με την οποία "ο ανωτέρω χρήστης κάνει καθημερινή χρήση περίπου 12 τσιγαριλίκια την ημέρα ...", "ο βαθμός Εξάρτησης είναι αρκετά μεγάλος και το συνήθως χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό είναι η κάνναβη με ημερήσια δόση 10-12 τσιγαριλίκια". 2ος) Αυτοτελής ισχυρισμός "περί τοξικομανίας". Κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσα τις ως άνω πράξεις ήμουν εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών καθώς δεν μπορούσα να αποβάλω την έξη αυτή με τις δικές μου δυνάμεις, όπως αυτό προκύπτει σαφώς από την ως άνω από 12.4.2003 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Διευθυντή του Νοσοκομείου Λέρου Ψυχιάτρου Τ. Α.. Η έκθεση αυτή έχει γίνει αμετάκλητος δεκτή τόσο από το Τριμελή Εφετείο Δωδεκανήσου με την υπ' αριθμ. 87/2003 απόφασή του όσο και από την κατ' έφεση υπ' αριθμ. 19/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, οι οποίες δέχτηκαν τον πλημμεληματικό χαρακτήρα των πράξεών μου δηλ. την κατοχή και χρήση από άτομο εξαρτημένο. 3ος) Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου "περί μειωμένου καταλογισμού" (36 Π.Κ). Ισχυρίζομαι ότι λόγω της μακράς χρήσεως από εμένα της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, δηλαδή της Ινδικής κάνναβης και του πάθους μου γι' αυτήν αλλά σε συνδυασμό με το γεγονός της ταραγμένης οικογενειακής μου ζωής δεδομένου του ατυχήματος του παιδιού μου αλλά και της εγκατάλειψής μου από την σύζυγό μου που είχαν λάβει χωρά κατά το κρίσιμο διάστημα και τα οποία και είχαν καταρρακώσει την προσωπικότητά μου (λόγω της καταστάσεως αυτής είναι προφανές ότι εστερούμην της πλήρους ικανότητας του κρίνειν και αποφασίζειν υπό το φως του λογικού ώστε να καταστεί εφικτή με ίδιες δυνάμεις η αποσκοράκιση της έξεως "Ν. Χωραφάς"), επήλθε δε σημαντική διατάραξη της συνείδησης μου κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι και συνεπώς μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά μου για καταλογισμό. Επομένως θα πρέπει να τύχει εφαρμογής το άρθρο 36 Π.Κ. Σύμφωνα δηλαδή με το άρθρο 36 Π.Κ. και λόγω του γεγονότος ότι είμαι τοξικομανής, υφίσταται μειωμένος καταλογισμός για τις αποδιδόμενες σε εμένα κατηγορίες και θα πρέπει να επιβληθεί ποινή ελαττωμένη". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 7/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ο αναιρεσείων Β. Τ. κηρύχθηκε ένοχος, για αγορά, κατοχή και πώληση ινδικής κάνναβης, κατ' εξακολούθηση, του αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ, 2 α του ΠΚ και του επιβλήθηκε μία ποινή καθείρξεως επτά ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που συνιστά πλήρη αντιγραφή του διατακτικού, δέχθηκε το Δικαστήριο, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, ότι από τα μνημονευόμενα σε αυτή κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Τ. με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, χωρίς να είναι τοξικομανής αγόρασε στην Κω σε ημερομηνία προγενέστερη της 14-4-2002 από άγνωστο άτομο 680 γραμμάρια ινδικής κάνναβης την οποία πώλησε στον συγκατηγορούμενό του Ν. Δ.. Επίσης, 1) στην Κω την 14-4-2002, χωρίς να είναι τοξικομανής κατείχε 680 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. 2) Στην Κω στις 20-4-2002 κατελήφθη να κατέχει δύο νάυλον συσκευασίες περιέχουσες η δε μία 119 γραμμάρια ινδικής κάνναβης η δε άλλη 2,6 γραμμάρια ινδικής κάνναβης. 3) Στην Κω στις 20-4-2002 αγόρασε από άγνωστο άτομο ναρκωτική ουσία, χωρίς να είναι τοξικομανής και ειδικότερα αγόρασε 680 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης την οποία στη συνέχεια πώλησε στον Δ. 2ο κατηγορούμενο. Θα πρέπει όμως να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του 1ου κατ/νου η ελαφρυντική περίσταση του ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης των πράξεων έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να απορριφθούν οι λοιποί ισχυρισμοί του ως αβάσιμοι". Με τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως αιτιολόγησε και μάλιστα ειδικά και εμπεριστατωμένα, όπως όφειλε, την απόρριψη των παραπάνω παραδεκτά και ορισμένα προβληθέντων τριών αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Β. Τ. περί τοξικομανίας, περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό και περί προμήθειας και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών αποκλειστικά για ιδίαν αυτού χρήση, αφού δεν αντέκρουσε τα επικαλεσθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα στοιχεία και ιδία την επικαλεσθείσα και αναγνωσθείσα από 22-4-2003 έκθεση Ψυχιατρικής Πραγματογνωμοσύνης και τα αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά του Νευρολόγου - Ψυχίατρου Κω Δ. Γ. και του Γ.Ν. Παίδων Πεντέλης, αλλά αρκέστηκε μόνο, στη γενική αναφορά ότι "ο κατηγορούμενος αγόρασε, κατείχε και πώλησε ναρκωτικά ..., χωρίς να είναι τοξικομανής ..., και θα πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του ως αβάσιμοι". Επομένως οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, δεύτερος και τρίτος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων, που επηρεάζουν την όλη κατηγορία του αναιρεσείοντος αυτού, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους από 20-1-2011 προσθέτους λόγους αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 7/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Β. Τ. του Θ.. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δέχεται ως βάσιμο τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης για μη ειδική αιτιολόγηση της απόρριψης των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών τοξικομανίας, μειωμένου καταλογισμού και προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών για ιδία αποκλειστική χρήση.
null
null
0
Αριθμός 469/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ", ΝΠΔΔ, που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σκλιβάγκου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Κ., 2) Θ. Κ. και 3) Δ. Τ., όλων κατοίκων .... Ο 1ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Τσάντη. Οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1474/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 8322/2006 και 5357/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I.- Κατά το άρθρο 94 § 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παρά πόδας της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από 24-7-2009 πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 20-4-2010, ενώ με την υπ' αριθμ. 10665Γ'/3-3-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με την επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από παραγγελία του φερόμενου ως πληρεξουσίου αυτών δικηγόρου Αθηνών Επαμεινώνδα Τσάντη, κλητεύθηκε ο αναιρεσείων Δήμος Νέας Σμύρνης για τη δικάσιμο εκείνη. Κατά τη δικάσιμο όμως εκείνη, όπως προκύπτει από τα με την ίδια ημερομηνία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 15-2-2011 με αίτημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο ως άνω δικηγόρος παραστάθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε. Χ., ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι Θ. Κ. και Δ. Τ. δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο. Ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν αποδεικνύει, με τους προαναφερθέντες συστατικούς τύπους του άρθρου 96 § 1 του ΚΠολΔ, χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας από τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο. Κατ' ακολουθίαν, είναι άκυρη η επίσπευση αυτή και η από την δικάσιμο εκείνη αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 15-2-2011 δεν ισχύει ως κλήτευση των ως άνω αναιρεσιβλήτων για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Ωστόσο, προσκομίζονται από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οι υπ' αριθμ. 11650Γ'/19-11-2010 και 11652Γ'/19-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ύστερα από παραγγελία του παραπάνω δικηγόρου, που δόθηκε στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή μετά την αναβολή, επιδόθηκε στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση αυτών να παραστούν στην παρούσα μετά από αναβολή δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν, ούτε δικηγόρος τους κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών. ΙΙ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση του διαδίκου, ο οποίος προκαλεί με αγωγή, αίτηση, ένδικο μέσο ή βοήθημα ή εν γένει ένσταση την έναρξη κύριας ή παρεμπίπτουσας δίκης και γενικά την ενέργεια πράξεων του δικαστηρίου. Αν παρά ταύτα προβεί αυτό αυτεπαγγέλτως σε εκδίκαση της υπόθεσης και έκδοση αποφάσεως αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη. Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν το δικαστήριο δέχεται, ότι έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή ενδίκου μέσου, η οποία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 ΚΠολΔ, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή ή το ένδικο μέσο θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου, που έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο εκείνου που παραιτήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο) κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Χ., που παρίσταται στην παρούσα δίκη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Τσάντη, με την απευθυνόμενη προς τον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών από 5-4-2006 εξώδικη δήλωση παραιτήθηκε από το δικόγραφο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 1474/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εξώδικη αυτή δήλωση, που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στις 17-4-2006, όπως προκύπτει από την επί του επιδοθέντος σ' αυτόν εγγράφου αυτής επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, υπογράφεται από το δικηγόρο Αθηνών Λουκά Χριστολουκά, στον οποίο κατά τα αναγραφόμενα στη δήλωση, είχε χορηγηθεί ειδική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-3-2006 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ελατείας Καλομοίρας συζ. Σπύρου Λιγνού - Πόγκα. Όμως, δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο και έτσι δεν αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητα του δηλώσαντος την παραίτηση δικηγόρου, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η νομιμότητα της εν λόγω παραίτησης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφο αυτής του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε. Χ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, κατά δε το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Στην υπόθεση που κρίνεται, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παράβαση των άρθρων 321 και 322 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 1977/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 1361/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν επί της από 15-7-1998, προηγούμενης της ένδικης, αγωγής των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με το αίτημα αυτής να διαταχθεί ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) να τους κατατάξει σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου που κατείχαν από 27-1-1998 και εφεξής. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-7-1998 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (προηγούμενη της ένδικης αγωγής) οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ιστορώντας ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο Ν. Σμύρνης με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που ο εναγόμενος τις ονόμασε κατ' επίφαση "ορισμένου χρόνου", ενώ επρόκειτο για συμβάσεις αόριστου χρόνου, ζήτησαν, εκτός άλλων, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους κατατάξει σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στις ειδικότητες που κατείχαν από 27-1-1998 και εφεξής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1977/1999 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, στην οποία δεν υπάρχει διάταξη για το άνω αίτημα της αγωγής. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1361/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Με την ένδικη από 22-9-2000 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την ίδια ιστορική αιτία, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, εκτός άλλων, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους κατατάξει σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στις ειδικότητες που κατείχαν από 27-1-1998 και εφεξής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το αίτημα αυτό, κρίθηκε ότι από τις υπ' αριθμ. 1977/1999 και 1361/2000 ως άνω αποφάσεις δεν προκύπτει δεδικασμένο για το προαναφερόμενο αίτημα, διότι το αίτημα αυτό παρέμεινε αδίκαστο από το Δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω 1977/1999 απόφαση. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο και ως προς το αίτημα αυτό, το οποίο επαναφέρθηκε προς εκ νέου κρίση με την ένδικη από 22-9-2000 αγωγή, και το απέρριψε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτο, έσφαλε. Ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εκτός άλλων, υποχρέωσε τον εναγόμενο να κατατάξει τους ενάγοντες σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από 27-1-1998. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις περί δεδικασμένου προαναφερόμενες διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη παντελώς αναιτιολόγητα της νομίμως προταθείσας ένστασής του περί υπάρξεως δεδικασμένου από τις προαναφερόμενες αποφάσεις για το ανωτέρω ζήτημα, που αποτελεί αίτημα και της ένδικης αγωγής. Όμως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο δεδικασμένο (ΚΠολΔ 321 επ.). Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Νέας Σμύρνης, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων με αντικείμενο, εκτός άλλων, και την κατάταξή τους σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ισχυρίστηκε με τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του, όπως από αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ. 2493/2001 και 2747/2002 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (που δίκασε αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων κατά παραπομπή του Συμβουλίου της Επικρατείας), οι οποίες απέρριψαν την υπ' αριθμ. 726/2000 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, ως και την από 19-12-1997 αίτησή τους περί ακυρώσεως της υπ' αριθμ. 3786/1997 πράξης του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Αττικής, με την οποία αυτός δεν επικύρωσε την υπ' αριθμ.125/1997 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος. Ότι με την τελευταία αυτή απόφαση είχε αποφασιστεί η κατάταξή τους, η οποία έτσι ακυρώθηκε αμετάκλητα ως μη νόμιμη. Και ότι κωλύεται το πολιτικό δικαστήριο να εξετάσει παρεπιμπτόντως τη νομιμότητα της σχετικής πράξης της διοικήσεως. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των άνω αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η μεν 2747/2002 απόφαση δεν αφορά αίτηση των αναιρεσιβλήτων, η δε 2493/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί αιτήσεως, εκτός άλλων, και των αναιρεσιβλήτων Θ. Κ. και Ε. Χ. (όχι και του Δ. Τ.), απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω μη νομιμοποιήσεως του υπογράψαντος αυτήν δικηγόρου Νικολάου Αντωνοπούλου. Επομένως, το Εφετείο που δεν απάντησε στον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις παραπάνω αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι οι αποφάσεις αυτές αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα και όχι αποδεικτικά έγγραφα. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία περί λήψεως υπόψη και εκτιμήσεως από το Εφετείο και των κατωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, ήτοι: της υπ' αριθμ. 125/1997 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ν. Σμύρνης, της υπ' αριθμ. 3786/1997 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, του από 15-1-1998 πορίσματος - έκθεσης ελέγχου του Επιθεωρητού Συμβούλου του ΑΣΕΠ Ε. Β., της υπ' αριθμ. πρωτ. 23325/1997 προσφυγής του άνω Δήμου κατά της υπ' αριθμ. 3786/1997 ως άνω απόφασης, της από 19-12-1997 αίτησης των αναιρεσιβλήτων Θ. Κ., Ε. Χ. και άλλων προσώπων, της από 19-12-1997 αίτησης 19 καταταχθέντων συμβασιούχων περί ακυρώσεως της πιο πάνω απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, της υπ' αριθμ. 255/2001 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Ν. Σμύρνης, των από 2244 και 2245/2003 αποφάσεων του Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, καθώς και βεβαιώσεων του Διοικητικού Τμήματος του Δήμου Ν. Σμύρνης. Επομένως, ο αντίθετος αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, και όχι από τον αρ. 1, λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 § 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-2-2009 αίτηση του Δήμου Νέας Σμύρνης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5357/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε. Χ., τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο δεδικασμένο. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης.
null
null
1
Αριθμός 470/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1059/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2321/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ και 297, 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε για αγωγή αποζημίωσης λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου αποτελεί δεδικασμένο (με την θετική και αρνητική λειτουργία αυτού) για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία που υπέστη ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στη πρώτη αγωγή, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, διότι αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και όχι και στην μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε. Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αποζημίωσης στον τραυματισθέντα σε ατύχημα δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω αποζημίωσης. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι ότι οι περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγουμένη αποζημίωση. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη αποζημίωση, έστω και αν στην προηγούμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή του (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων ενάγων εξέθεσε, ότι την 2-8-1964 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τους ΣΕΚ, των οποίων η αναιρεσίβλητη εναγομένη ΟΣΕ ΑΕ είναι καθολική διάδοχος, ότι την 16-1-1972 ενώ εκτελούσε εντεταλμένη υπηρεσία τροχοπεδητού στην 121 αμαξοστοιχία Πειραιά-Λαμίας-Θεσσαλονίκης τραυματίσθηκε βαρύτατα κατά την σύγκρουση αυτής με την υπερταχεία αμαξοστοιχία "Ακρόπολις" Μονάχου-Αθήνας, ότι συγκεκριμένα υπέστη βαρεία εγκεφαλική διάσειση, θλάσεις αριστερού ισχίου, σπονδυλικής στήλης και βρεγματικής χώρας, ότι εξαιτίας των παθήσεων αυτών κατέστη μονίμως ανάπηρος και παρουσίασε πολύ έντονες υποκειμενικές ενοχλήσεις επί νευρωτικού εδάφους, ότι στην συνέχεια εμφάνισε αγχώδη αντίδραση με καταθλιπτικά σημεία, έχοντας ανάγκη παρακολούθησης από νευρολόγο, ότι από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές της εναγομένης κρίθηκε ως πάσχων από βαρεία μεταδιασειστική συνδρομή μετ' αντιδραστικής νευρωτικής καταθλίψεως χωρίς καμία βελτίωση, ότι πρόκειται για χρόνια νόσο μετ' αντιδραστικών ψυχονευρωτικών και καταθλιπτικών στοιχείων, ότι με τη 1198/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την 6252/1974 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε (επί προηγουμένης αγωγής του) με δύναμη δεδικασμένου το έναντι της εναγομένης δικαίωμα αποζημίωσης σχετικά με κάθε απαίτησή του από το ως άνω ατύχημα κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου (άρθ. 929 ΑΚ. 16§1 ν. 551/1915) και του επιδικάσθηκε αποζημίωση για απώλεια αντιμισθίας το ποσό των 10.000 δρχ. κατά μήνα από 1-1-1974 μέχρι 31-12-1991, όταν λύθηκε η σύμβαση εργασίας του και διεκόπη η καταβολή αυτού, ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε σοβαρά από το έτος 2003 με έντονη κεφαλαλγία, ζάλη-ιλίγγους, τάσεις λιποθυμίας και χρόνια καταθλιπτική συνδρομή μετά ψυχονευρωσικών στοιχείων (ως συνέπεια του ως άνω ατυχήματος), παθήσεις που χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής, ιατρικής παρακολούθησης και συνοδού προσώπου λόγω της λειτουργικής αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, ότι λόγω της κατάστασης αυτής έχει ανάγκη οικιακής βοηθού, μετά μάλιστα τον θάνατο το 2003 της συζύγου του και την αδυναμία των δύο γυιών του να τον συνδράμουν, ενώ έχει και ανάγκη ψυχιατρικής παρακολούθησης τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει από 1-1-2003 και εφόρου ζωής αυτού για την αντιμετώπιση των δαπανών για την απασχόληση οικιακής βοηθού, την αμοιβή ψυχιάτρου και τις αναγκαίες μετακινήσεις του για την ιατρική παρακολούθησή του το συνολικό ποσό των 1.470 €. Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ' από έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος με τη προσβαλλομένη 2321/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση επί προηγουμένης αγωγής του κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, υπό την αρνητική λειτουργία του, το σύνολο των εννόμων συνεπειών που επήλθαν σε βάρος του ενάγοντος και οι οποίες, πλην άλλων, αφορούσαν την προαναφερθείσα παθολογική κατάσταση από τον τραυματισμό του, δηλ. την χρόνια ψυχονευρωτική κατάθλιψή του, στα δυσμενή από ιατρική άποψη επακόλουθα της οποίας, για επόμενο της πρώτης δίκης χρονικό διάστημα, αφορούσαν οι τώρα επίδικες αξιώσεις αποζημίωσης, και ότι επομένως το κριθέν τελεσίδικα δικαίωμα του ενάγοντος, που αποτελεί το κύριο αντικείμενο και της δίκης αυτής, δεν μπορεί να επανεξετασθεί κατ' αυτήν, στην συνέχεια δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποί η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, και απέρριψε αυτήν για την παραπάνω αιτία. Με τη κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, δεχθέν ότι είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο, υπό την αρνητική λειτουργία του, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα, οι περαιτέρω επιζήμιες για τον ενάγοντα συνέπειες από το ως άνω ατύχημα, που αποτελούν την βάση των επιδίκων αξιώσεών του, δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την εξέταση της πρώτης αγωγής του, αλλά εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο που επεδίκασε σ' αυτόν την προηγουμένη αποζημίωση. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2321/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η επιδίκαση με τελεσίδικη απόφαση αποζημίωσης στον τραυματισθέντα σε ατύχημα δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης, εφόσον οι περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο που επεδίκασε στον παθόντα την προηγουμένη αποζημίωση, ούτε προβλήθηκαν σ΄ αυτό και επομένως, στην περίπτωση αυτή, από την πρώτη τελεσίδικη απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο με την αρνητική λειτουργία του (άρθ. 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, 297, 298, 914, 929 ΑΚ. Αναιρεί την 2321/2007 απόφαση του Εφ. Αθηνών).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 471/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.Α. Ρ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2.Α. Ν. του Β., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μυταλούλη, περί αναιρέσεως της 1401/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Ιουλίου 2010 και 19 Ιουλίου 2010 δυο αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1085/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δεύτερου αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 21 Ιουλίου 2010 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, καθώς και να απορριφθεί και η αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ του ΚΠοινΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 20-9-2010 αποδεικτικό επιδόσεως της Υ/Β γραμματέως του ΑΤ. Ν. Ιωνίας Αττικής Α. Μ., ο πρώτος αναιρεσείων Α. Ρ. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 16/2/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 21-7-2010 αίτηση του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο ανωτέρω αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως του στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2. 358, 364 παρ.1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όμως, η ανάγνωση του εγγράφου, δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία στο οικείο μέρος των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή (ανάγνωση) από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κλπ). Επίσης το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποίο έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε, με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ. ε' του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι " προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας", δεν απαγγέλλει μεν ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της προανακριτής καταθέσεως του κατηγορουμένου ως υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και του δικαιώματος του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά γι αυτόν στοιχεία έχει καταθέσει κατά την ανώμοτη ή ένορκη εξέτασή του στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα, η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ένορκης προανακριτικής καταθέσεως του ως μάρτυρος, που δόθηκε κατά το στάδιο της προανακρίσεως, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για τους λόγους: 1) ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση και στα παρακάτω έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν: α) ... και β) Γνωμοδοτήσεις -Διατάξεις - Αναφορές, αναφερόμενα αορίστως χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα τους και στερήθηκε έτσι του κατ' άρθρο 258 του ΚΠοινΔ δικαιώματος του να αντικρούσει αυτά και να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά, και 2) ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε στο αιτιολογικό του για να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση και την έκθεση γραφολογικής εξέτασης αστυνομικών της Διεύθυνσης Εγκληματικών Ερευνών της ΕΛΑΣ και την προανακριτική κατάθεση αυτού (του αναιρεσείοντος) ως μάρτυρος, έγγραφα όμως που από τα πρακτικά προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, επί πλέον δε με την επίκληση της παραπάνω προανακριτικής του καταθέσεως ως μάρτυρος, παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως, κατά το άρθρο 31 του ΚΠοινΔ. Επί των λόγων αυτών αναιρέσεως, λεκτέα τα εξής: Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1401/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αναγνώσθηκαν, πλην άλλων εγγράφων, με α/α 21 " Γνωμοδοτήσεις - Διατάξεις - Αναφορές". Η κατά τον παραπάνω τρόπο γενική και αόριστη κατά αριθμό, είδος, ποσότητα και χρόνο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω με α/α 21 αναγνωσθέντων εγγράφων, δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται επακριβώς η ταυτότητα τους στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και έτσι ο παριστάμενος συνήγορος του αναιρεσείοντος, δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ' αυτών και να προβεί , κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αναγνωσθέντα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενο τους. Η Έκθεση Γραφολογικής Εξέτασης Αστυνομικών της Δ/σης Εγκληματικών Ερευνών της ΕΛΑΣ και η προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος ως μάρτυρος στην προδικασία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, πράγματι δεν περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα, ούτε και προκύπτουν αυτές και το περιεχόμενο τους από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα. Όσον αφορά την προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος ως μάρτυρος, αυτή όχι μόνον δεν αναγνώσθηκε, αλλά έγινε και αξιολόγηση της από το Δικαστήριο για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, κατά παράβαση του άρθρου 31 παρ.2 του ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ, αφού στο αιτιολογικό το Δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου για πλαστογραφία αναιρεσείοντος, ότι στη θέση της πλαστής υπογραφής των δύο συναδέλφων του αστυνομικών είχαν συναινέσει οι τελευταίοι, γίνεται ρητή αναφορά σε αυτή την προανακριτική κατάθεση και συγκεκριμένα αναφέρεται, "αν ήταν αλήθεια τα όσα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος περί συναίνεσης των συναδέλφων του, θα το ανέφερε από την πρώτη στιγμή που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενόρκως για την εν λόγω υπόθεση και όχι μετέπειτα, που προφανώς φοβούμενος την αποκάλυψη της αλήθειας με την γραφολογική εξέταση ισχυρίστηκε τα περί συναίνεσης των συναδέλφων του". Συνεπώς, οι από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σχετικοί προβαλλόμενοι για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος Α. Ν., πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα αυτόν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-7-2010 αίτηση του Α. Ρ. του Ι., περί αναιρέσεως της 1401/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 1401/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Α. Ν. του Β.. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κατά το μέρος αυτό συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρώτου αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης του κλητευθέντος αναιρεσείοντος. Δέχεται αίτηση αναίρεσης δεύτερου αναιρεσείοντος ως βάσιμη. 1) Δεκτός ο από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για μη επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας ορισμένων αναγνωσθέντων εγγράφων, ως ουσία βάσιμος. 2) Βάσιμος και ο από τα άρθρα 171 αρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προβαλλόμενος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος αναιρέσεως, διότι το δικαστήριο αξιολόγησε αποδεικτικά την προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος ως μάρτυρος, η οποία, όχι μόνο δεν αναγνώσθηκε, πλην, κατά παράβαση του άρθρου 31 παρ.2 του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, προέβη και σε αξιολόγησή της για να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του.
null
null
1
Αριθμός 471/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ", που εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από το Γενικό Διευθυντή της Ελληνογαλλικής Σχολής ... J. M., κάτοικο .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσέλιο. Της αναιρεσίβλητης: Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βερώνη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 966/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5193/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η Π. Π. (ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 19-4-2007 αίτησή της. Εκδόθηκε η 1008/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 5193/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5725/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 "περί Ιδιωτικών Σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως", όπως είχαν πριν την αντικατάστασή τους από την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2986/2002 και εφαρμόζονται στην προκείμενη υπόθεση με επίδικο χρόνο το έτος 2001, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί, τελούν επί σχέσει εργασίας ωρισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 2. Οι εγγεγραμμένοι εις τον πίνακα Α' της επετηρίδος, προτείνονται προς πρόσληψιν υπό των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων. Μετά την έγκρισιν της γενομένης προτάσεως υπό του οικείου Επιθεωρητού καταρτίζεται σύμβασις ωρισμένου χρόνου, αρχομένη από της ημέρας παροχής των υπηρεσιών υπό του εκπαιδευτικού και λήγουσα την 31ην Αυγούστου του έκτου έτους από της προσλήψεώς του. Μετά την λήξιν της συμβάσεως η σχέσις εργασίας μετατρέπεται εις αορίστου χρόνου τοιαύτην, μετά πρότασιν του ιδιοκτήτου του σχολείου. 4. Κατά την διάρκειαν της εξαετίας ή της τετραετίας δια τους εκπαιδευτικούς της προηγουμένης παραγράφου η σύμβασις εργασίας δύναται να καταγγελθή υπό του ιδιοκτήτου του ιδιωτικού σχολείου, καταβαλλομένης εις τον εργαζόμενον αποζημιώσεως, ίσης προς τας αποδοχάς, αι οποίαι αντιστοιχούν εις τον υπολειπόμενον χρόνον και πάντως ουχί μικροτέρας των αποδοχών εξ μηνών. Η αυτή αποζημίωσις καταβάλλεται και εις την περίπτωσιν καθ' ην δεν υποβληθή πρότασις μετατροπής της σχέσεως εργασίας μετά την λήξιν της εξαετίας, τούτου ανακοινουμένου εγγράφως εις τον οικείον Επιθεωρητήν και τον εργαζόμενον, 10 ημέρας προ της λήξεως της συμβάσεως". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Η ενάγουσα στις 8-9-1995 προσελήφθη από το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου σωματείου (στο οποίο ανήκει η Ελληνογαλλική Σχολή ...) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθηγήτριας φιλολόγου μέσης εκπαίδευσης και να διδάξει τα μαθήματα του κλάδου ΠΕ2 (φιλολογικά μαθήματα) στο Γυμνάσιο -Λύκειο του Ελληνικού Τμήματος της Σχολής την οποία διατηρεί και λειτουργεί το εναγόμενο στην Ελλάδα. Η εν λόγω σύμβαση της ενάγουσας ορίστηκε 6/της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 του ν. 782/1977, δηλαδή έληξε στις 31-8-2001, δεδομένου ότι αυτή (ενάγουσα) ήταν εγγεγραμμένη στον Α' πίνακα της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών, που τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι πριν λήξει η ανωτέρω σύμβαση της ενάγουσας, η τελευταία το μήνα Ιούνιο του 2001, με επιστολή που απηύθυνε προς το Γ. Διευθυντή της Ελληνογαλλικής Σχολής, ζήτησε να πληροφορηθεί αν είχε την πρόθεση να ανανεώσει την εξαετή σύμβαση εργασίας της και να τη μετατρέψει σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου (άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 682/1977). Το εναγόμενο όμως, παρά την προαναφερόμενη όχλησή του, δεν προέβη, όπως όφειλε, σε πρόταση μετατροπής της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε κοινοποίησε παρόμοια πρόταση στην ίδια ή στον οικείο Επιθεωρητή 10 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της εργασιακής της σύμβασης με το εναγόμενο, που κατά τα προαναφερθέντα έληγε στις 31-8-2001. Επομένως, η ενάγουσα, που μέχρι τις 31-8-2001 δεν συνήψε νέα σύμβαση παροχής εργασίας σε άλλον εργοδότη, δικαιούται ως αποζημίωση τις αποδοχές έξι (6) μηνών, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 3.324.900 δρχ. ή 9.757,59 ευρώ. Ακολούθως, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 966/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 30 §§ 2 και 4 εδ. β' του ν. 682/1977, διότι από την τελευταία διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η προβλεπόμενη αποζημίωση δεν προϋποθέτει καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ιδιωτικού εκπαιδευτικού από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου (όπως η διάταξη του εδ. α' της ίδιας παραγράφου), αλλά μη πρόταση μετατροπής της σχέσεως εργασίας μετά την λήξη της εξαετίας με κοινοποίηση του σχετικού εγγράφου στον οικείο Επιθεωρητή και την αναιρεσίβλητη, 10 ημέρας πριν τη λήξη της συμβάσεως, ώστε να συνεχισθεί η σύμβαση αυτής ως αόριστου χρόνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 33 § 3 του ν. 682/1977 "Παραίτησις ιδιωτικού εκπαιδευτικού κατά την διάρκειαν του διδακτικού έτους επιτρέπεται μόνον τη συναινέσει του ιδιοκτήτου ή δι' αποχρώντα λόγον εκτιμώμενον υπό του οικείου Επιθεωρητού. Η παραίτησις υποβάλλεται προς τον Επιθεωρητήν δια του ιδιωτικού σχολείου, η δε αποδοχή αυτής κοινοποιείται αμέσως προς τον ιδιοκτήτη, όστις υποχρεούται εντός 5 ημερών να υποβάλει πρότασιν περί διορισμού αντικαταστάτου. Ο παραιτηθείς δεν δύναται να αποχωρήση του σχολείου, προ της αναλήψεως των καθηκόντων του αντικαταστάτου, εκτός εάν παρήλθε μην από της υποβολής της παραιτήσεώς του και δεν του εγένετο κοινοποίησις της αποδοχής της. Οι διοριζόμενοι εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λογίζονται αυτοδικαίως παραιτούμενοι εκ του ιδιωτικού σχολείου εις το οποίον υπηρετούν, άμα τη αναλήψει υπηρεσίας εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν". Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αφενός παρήλθε σιγή τον ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη συνέχισε αμέσως να εργάζεται ως καθηγήτρια στο Δημόσιο και ότι θεωρείται αυτοδικαίως παραιτηθείσα από την υπηρεσία του, αφού από 31-8-2001 είχε διοριστεί στη δημόσια εκπαίδευση και είχε αναλάβει υπηρεσία στις 7-9-2001 στην ... αφετέρου, αναφορικά με τον ίδιο ισχυρισμό, ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 § 3 του ν. 682/1977. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά τα ανωτέρω, οι διοριζόμενοι στη δημόσια εκπαίδευση ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λογίζονται αυτοδικαίως παραιτούμενοι από το ιδιωτικό σχολείο στο οποίο υπηρετούν "άμα τη αναλήψει υπηρεσίας εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν" και όχι από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του διορισμού τους στο ΦΕΚ. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του ως εναγομένου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια της άνω διάταξης αλλά άρνηση της βάσεως της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης και δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 1008/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 5193/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 966/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με βάση την αναιρετική εκείνη απόφαση το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμευόταν από την κρίση ότι η αγωγή είναι νόμιμη και ειδικότερα, από τη σκέψη ότι αποζημίωση προβλέπεται και όταν η ορισμένου χρόνου εργασιακή σύμβαση λήξει, όπως στις παραγράφους 3 εδ. α' και 4 εδ. β' του ανωτέρω άρθρου 30 του ν. 682/1977 και τούτο διότι ο νόμος θέλει να εξασφαλίσει στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό την ικανοποίηση των βασικών του αναγκών μέχρις ότου αυτός ανεύρει αλλού εργασία, περίπτωση όμως που δεν συντρέχει όταν ο εκπαιδευτικός συνεχίσει χωρίς διακοπή να εργάζεται είτε στον ίδιο ιδιοκτήτη μετά από πρόταση του τελευταίου, είτε για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε άλλον ιδιοκτήτη ιδιωτικού σχολείου ή το Δημόσιο, όχι όμως και ως προς το ότι η συνέχιση της εργασίας του εκπαιδευτικού αρχίζει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του διορισμού τους στο ΦΕΚ, αφού τέτοια σκέψη δεν διαλαμβάνεται στην άνω αναιρετική απόφαση, ενόψει και της ανωτέρω διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 682/1977. Συνεπώς, το Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία την ένδικη αγωγή συμμορφώθηκε προς την προαναφερόμενη 1008/2008 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη ανωτέρω απόφασή του παραβίασε τα όρια που διέγραψε η παραπάνω αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-4-2010 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5725/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Οι διοριζόμενοι στη δημόσια εκπαίδευση ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λογίζονται αυτοδικαίως παραιτούμενοι από το ιδιωτικό σχολείο στο οποίο υπηρετούν "άμα τη αναλήψει υπηρεσίας εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν" και όχι από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του διορισμού τους στο ΦΕΚ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.
null
null
0
Αριθμός 474/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) α. Μ. χας Μ. Π., το γένος Γ. Π., η οποία ενεργεί για τον εαυτό της και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Ζ. Π. του Μ., ως ασκούσα νόμιμα την γονική μέριμνα αυτής, κατοίκων ... και β. Θ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3) Θ. συζ. Ι. Π., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 4) Ν. Π. του Ι., κατοίκου ..., 5) α. Ζ. χας Γ. Π., το γένος Ν. Β., β. Μ. χας Μ. Π., το γένος Γ. Π., γ. Α. Π. του Γ. και δ. Ε. Π. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 14-4-2006 αρχικού ενάγοντος Γ. Π. του Ε. και 6) Ζ. χας Γ. Π., το γένος Ν. Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δε, με τις από 17-2-2011 προτάσεις του δήλωσε, ότι η Θ. Π. του Μ., της οποίας τη γονική μέριμνα ασκούσε η μητέρα της Μ. χα Μ. Π., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν. Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "DODONI MARITIME COMPANY LIMITED", πλοιοκτήτριας του με Κυπριακή σημαία πλοίου "M… A…", που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "PACIFIC & ATLANTIC CORPORATION", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ραψομανίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2003 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 3ης, 4ου, και 6ης αναιρεσιβλήτων, καθώς και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π. του Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4879/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 384/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικώς ενάγοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 958/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2008 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 308/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-7-2010 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ η αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται συμπλεκτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου. Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης που άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμ. 958/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επικαλούμενοι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, νέα έγγραφα που βρήκαν και έλαβαν στην κατοχή τους μετά από την έκδοση της απόφασης αυτής και που αποδείκνυαν την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας. Την ως άνω απορριπτική του κρίση στήριξε το Εφετείο στην αιτιολογία ότι τα ειδικά αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων δεν ήταν κρίσιμα υπό την ανωτέρω έννοια, ώστε αν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση αυτό θα κατέληγε σε διαφορετική από αυτή που κατέληξε κρίση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αναφερόμενων κρίσιμων νέων εγγράφων αφενός με το να αποδώσει σε ορισμένα από αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτά ο νόμος αφετέρου παραβίασε την από το νόμο αποδιδόμενη στο καθένα από τα κρίσιμα έγγραφα απόλυτη δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη με αυτά του αποδεικτέου θέματος και εν προκειμένω της ύπαρξης της έννομης σχέσης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ότι τα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αν αυτό υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος με το να αποδώσει σε έγγραφο αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο καταφανώς διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό μόνο ή κυρίως σ' αυτό, στην περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά περιεχόμενο έγγραφο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε κρίσιμη λέξη ή φράση του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 13-5-2003 αγωγή οι σ' αυτήν ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι ο Μ. Π., συγγενής τους, με σύμβαση ναυτικής εργασίας που συνήψε στις 12-1-2001 με την εναγομένη ναυτολογήθηκε στο πλοίο "M… A… " ως ηλεκτρολόγος και υπηρέτησε σ' αυτό έως τις 14-1-2001 που αποβίωσε εξαιτίας εργατικού ατυχήματος που οφείλεται σε υπαιτιότητα (δόλο) της εναγομένης και του προστηθέντος πλοιάρχου της. Ότι η πρώτη ενάγουσα, ενεργώντας και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, υπέγραψε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά πρακτικό συμβιβασμού με την εναγομένη, με βάση το οποίο έλαβε ως αποζημίωση, λόγω του θανάτου του συζύγου της, το ποσό των 71.313,27 ευρώ, ευρισκόμενη σε ψυχική διαταραχή και μη έχοντας επίγνωση του περιεχομένου και της ουσίας της δικαιοπραξίας του συμβιβασμού. Ζήτησαν δε την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω δικαιοπραξίας, την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή αιτίες, την αναγνώριση ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση κατά μήνα για τη στέρηση των υπηρεσιών του συζύγου της και της οφειλόμενης από το νόμο διατροφής των τέκνων της και την αναγνώριση ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα αναφερόμενα, επίσης, χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 4879/2003 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί εφέσεως των εναγόντων εκδόθηκε η 384/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αφού κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του Μ. Π.. Οι ενάγοντες άσκησαν την από 19-1-2006 αίτηση αναψηλάφησης ισχυριζόμενοι με αυτήν ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, περιήλθαν στην κατοχή τους τα αναφερόμενα κρίσιμα έγγραφα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει η ύπαρξη της ως άνω σύμβασης. Ειδικότερα, στο υπό τον τίτλο "Πρακτικό γνωστοποίησης συμβάντων" της τοπικής διοίκησης του Λιμενικού Σώματος Λισσαβόνας αναγράφεται, μεταξύ άλλων: "Κατά την 14η Ιανουαρίου 2001 και περί ώρα 13.45' και ενώ εγώ ο υπογραφόμενος, N. S. B., υπάλληλος Β' βαθμού του Λιμενικού Σώματος, ευρισκόμουν εν υπηρεσία έλαβα τηλεφώνημα από το Κέντρο της Υπηρεσίας Ιατρικών Εκτάκτων Περιστατικών -112- από τον υπάλληλο της P.S.P. κ. P. ... ζητώντας όπως μεταβούμε εις το υπό κυπριακή σημαία πλοίο "M… A… "... Λόγος για τον οποίο είχε αποσταλεί και όχημα της ΙΝΕΜ, προκειμένου να παρασχεθεί βοήθεια σε κάποιο μέλος του πληρώματος του εν λόγω πλοίου, το οποίο (μέλος του πληρώματος) σύμφωνα με πληροφορίες του προσωπικού του ασθενοφόρου ήταν ήδη νεκρό ... επικοινώνησα μετά του ιατρού ... ο οποίος βεβαίωσε το θάνατο του εν λόγω μέλους του πληρώματος έχοντας αναφέρει ως αιτία θανάτου αναπνευστική ανεπάρκεια. Αποβιώσας ήταν ο Μ. - Ά. Π., γεννηθείς την 14η Ιουλίου 1966, άγαμος, ηλεκτρονικός, ... μέλος του πληρώματος του προαναφερθέντος πλοίου ...". Επίσης, στην "για κάθε ενδιαφερόμενο" "δήλωση καπετάνιου", η οποία, όπως φαίνεται από τις από 22-2-2005 προτάσεις των ήδη αιτούντων είχε προσκομισθεί με επίκληση ως "σχετικό 3" ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου) κατά τη συζήτηση της εφέσεώς τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση απόφαση αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ".... Ότι στις 11 Ιανουαρίου 2001 και γύρω στις 17.00' τοπική ώρα Κεντρικό μας Σύστημα Ηλεκτρονικού Υπολογιστή είχε κάποιο τεχνικό πρόβλημα, γι' αυτό ζήτησα ένα Έλληνα ηλεκτρολόγο να επιβιβασθεί στο πλοίο ως μέλος πληρώματος για το ταξίδι από το λιμάνι της Λισσαβόνας προς Antwerp Βέλγιο, έτσι ώστε να αποκαταστήσει το πρόβλημα, με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στο μηχανοστάσιο. Ότι στις 13 Ιανουαρίου 2001 και γύρω στις 12.00' τοπική ώρα, ο Μ. Π. Έλληνας υπήκοος, ηλεκτρολόγος, επιβιβάστηκε στο πλοίο και ξεκίνησε την εργασία του μετά από μια ώρα ξεκούρασης και φαγητού ... Ότι στις 14 Ιανουαρίου και γύρω στις 09.00' του ζήτησα να κοιτάξει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή εν αδρανεία στο μηχανοστάσιο ... Έφυγα από το πλοίο για να πάω στην εκκλησία για να παρακολουθήσω τη Λειτουργία, ενώ εκείνος μου ζήτησε να προσευχηθώ και γι' αυτόν, κι εγώ του είπα ότι θα το κάνω καθώς ως μέλος του πληρώματος θεωρείται οικογένειά μας ...". Σημειώνεται ότι άλλο έγγραφο με τον τίτλο "προς πάντα ενδιαφερόμενο" πλην του παραπάνω δεν προσκομίστηκε και δεν υπάρχει στο φάκελο της υπόψη δικογραφίας. Στο από 15-1-2001 "πρακτικό κατάθεσης μάρτυρος με τη σύμπραξη διερμηνέως", που προσάγεται ως νέο, επίσης, έγγραφο περιέχεται κατάθεση του ίδιου πλοιάρχου ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου της τοπικής διοίκησης Λισσαβόνας του Λιμενικού Σώματος της Πορτογαλίας, όπου, μεταξύ άλλων, ο εν λόγω πλοίαρχος αναφέρει "... Δεδομένου ότι κανένα από τα μέλη του πληρώματος δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την ανωμαλία η οποία δημιουργήθηκε στον εν λόγω υπολογιστή αυτός ήρθε σε επαφή με την έχουσα τη διαχείριση του πλοίου εταιρεία ... η οποία έχει την έδρα της στον Πειραιά ζητώντας την παρέμβαση ενός εξειδικευμένου τεχνίτη της εταιρείας προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα. Έτσι περί ώρα 12.00' της 13ης και για τον προαναφερθέντα λόγο επιβιβάστηκε επί το πλοίου ο Μ. - Ά. Π. ... ηλεκτρονικός της εταιρείας η οποία έχει τη διαχείριση του πλοίου. Ο προαναφερθείς ηλεκτρονικός, αφού ξεκουράστηκε ... κατά την επόμενη ημέρα ο ως άνω ηλεκτρονικός είπε ότι είχε προβλήματα δεδομένου ότι ο υπολογιστής ήταν αρκετά παλιός ... ο εν λόγω τεχνικός αφού ήλεγξε ... Εργάστηκε στον υπολογιστή μέχρι την ώρα του φαγητού ... Ο αποβιώσας θα παρέμεινε στο πλοίο μέχρι το Λιμένα της Αμβέρσας, προκειμένου να ελέγξει και εξασφαλίσει την καλή λειτουργία της συσκευής την οποία επισκεύασε ...". Στο νέο προσκομιζόμενο από τους αιτούντες προς υποστήριξη της υπό κρίση αιτήσεώς τους, επίσης, έγγραφο του Εθνικού Ινστιτούτου Επειγουσών ιατρικών Υπηρεσιών περιγράφεται το περιστατικό και τα στοιχεία "παθόντος/θύματος" και αναγράφεται μεταξύ άλλων "... ενδείξεις και συμπτώματα παθόντος: έλληνας πολίτης ο οποίος είχε επιβιβαστεί στο ως άνω πλοίο 24 ώρες πριν προς διενέργεια επισκευών στο πλοίο ... ο παθών μετά το μεσημεριανό γεύμα παραπονέθηκε για επιγαστραλγία ...". Στο επίσης νέο έγγραφο - επιστολή της διαχειρίστριας του πλοίου της εναγομένης επί του οποίου απεβίωσε ο ως άνω συγγενής των εναγόντων προς τον πράκτορα του πλοίου στη Λισσαβόνα στις 12-1-2001, αναφέρεται: "βεβαιώνουμε ότι ο Έλληνας μηχανικός μας Μ. Π. θα ταξιδέψει στη Λισσαβόνα για την επιθεώρηση - έλεγχο του πλοίου υπό τη διαχείρισή μας και ότι αναλαμβάνουμε την ευθύνη για οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν ...". Προσκομίζονται, ακόμη, από τους αιτούντες ως νέα έγγραφα και τα: υπ' αριθμ. 9287/10-12-2001 τιμολόγιο ιατροδικαστικής νεκροψίας "από ένα μόνο ιατροδικαστή και έκθεση" του παραρτήματος Λισσαβόνας του Εθνικού Ιατροδικαστικού Ινστιτούτου, 11-1-2002 υπ' αριθμ. 0094/2001-C αναφορά με θέμα "Αποστολή Έκθεσης Νεκροψίας", όπου ουδέν (αναφέρεται) περί της ιδιότητας του εν λόγω συγγενούς των αιτούντων ως μέλους του πληρώματος του ενδίκου πλοίου της καθ' ης εταιρείας και το από 14-1-2001 "ΤΕΛΕΦΑΞ" της τοπικής διοίκησης του Λιμενικού Σώματος Λισσαβόνας προς τον Αναπληρωτή Εισαγγελέα Υπηρεσίας D.I.A.P. Λισσαβόνας, όπου αναφέρεται "...περί ώρα 13.55' της σήμερον και επί του υπό Κυπριακή σημαία πλοίου "M…" το οποίο ευρίσκεται αγκυροβολημένο στην προβλήτα Santa Apolonia Λισσαβόνα απεβίωσε ο Μ. - Ά. Π. Έλληνας πολίτης, μέλος του πληρώματος του εν λόγω πλοίου λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας το θάνατο του οποίου βεβαίωσε ιατρός του ΙΝΕΜ ...". Από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα για τη θεμελίωση της αναψηλαφήσεως νέα έγγραφα πρέπει να προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έγιναν αντικείμενο απόδειξης και αν είχε αυτά υπόψη το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση θα κατέληγε σε διαφορετική, από αυτή στην οποία κατέληξε, κρίση. Τέτοια έγγραφα, όμως, δεν είναι τα παραπάνω. Και τούτο διότι, τα μεν έγγραφα: 1) με τίτλο "Πρακτικό γνωστοποίησης συμβάντος", 2) έγγραφο του Εθνικού Ινστιτούτου Επειγουσών ιατρικών Υπηρεσιών, 3) υπ' αριθμ 9287/10-12-2001 τιμολόγιο ιατροδικαστικής νεκροψίας "από έναν και μόνο ιατροδικαστή και έκθεση" του Παραρτήματος Λισσαβόνας του Εθνικού Ιατροδικαστικού Ινστιτούτου, 4) από 11-1-2002 υπ' αριθμ. 0094/2001-C αναφορά με θέμα "Αποστολή Έκθεσης Νεκροψίας" και 5) το από 14-1-2001 "ΤΕΛΕΦΑΞ" της τοπικής διοίκησης του Λιμενικού Σώματος Λισσαβόνας προς τον Αναπληρωτή Εισαγγελέα Υπηρεσίας D.I.A.P. Λισσαβόνας, αποτελούν έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών του Λιμενικού Σώματος της Λισσαβόνας, στα οποία γίνεται αναφορά των εν γένει συνθηκών θανάτου του ανωτέρω συγγενούς των εναγόντων στην περιοχή της ευθύνης τους και την τήρηση από αυτές των προβλεπομένων, σε τέτοιες περιπτώσεις, τυπικών διαδικασιών και ενεργειών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί από αυτά να συναχθεί άμεση και πλήρης απόδειξη της επικαλούμενης από τους ενάγοντες σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ του συγγενούς τους και της εναγομένης ναυτικής εταιρείας. Τα δε: 1) η "για κάθε ενδιαφερόμενο", δήλωση καπετάνιου", είχε τεθεί υπόψη του Εφετείου κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβλήθηκε με την αναψηλάφηση, 2) το με ημερομηνία 15-1-2001 "πρακτικό κατάθεσης μάρτυρος με τη σύμπραξη διερμηνέως", 3) η επιστολή της διαχειρίστριας του πλοίου της εναγομένης επί του οποίου απεβίωσε ο ως άνω συγγενής των εναγόντων προς τον πράκτορα του πλοίου στη Λισσαβόνα στις 12-1-2001, στην οποία αναφέρεται: "βεβαιώνουμε ότι ο Έλληνας μηχανικός μας Μ. Π. θα ταξιδέψει στη Λισσαβόνα για την επιθεώρηση - έλεγχο του πλοίου υπό τη διαχείρισή μας και ότι αναλαμβάνουμε την ευθύνη για οποιαδήποτε έξοδα τυχόν προκύψουν", ανεξαρτήτως του ότι τέτοια απόδειξη, άμεση και πλήρης, ως προς τη σύναψη και ύπαρξη κατά τον ένδικο χρόνο του συγγενούς των εναγόντων σύμβασης ναυτικής εργασίας μεταξύ αυτού και της εναγομένης δεν μπορεί να συναχθεί, αφού από κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτουν άμεσα η σύναψη ναυτικής συμβάσεως μεταξύ των ανωτέρω, ο χρόνος και ο τόπος συνάψεώς της, η διάρκειά της, ο συμφωνηθείς μισθός ως ναυτικού του εν λόγω συγγενούς των εναγόντων στο άνω πλοίο ως ναυτικού, η προβλεπόμενη για τη σύνθεση του πληρώματος του εν λόγω πλοίου ειδικότητα με την οποία αυτός ναυτολογήθηκε. Όλα δε τα παραπάνω έγγραφα (ως "νέα και κρίσιμα") για τη θεμελίωση της αναψηλαφήσεως δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην έκδοση διαφορετικής απόφασης από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση, αν και αυτά είχαν τεθεί υπόψη του". Και καταλήγει το Εφετείο "ενόψει, λοιπόν των ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη (με την αναψηλάφηση) απόφαση είναι εσφαλμένη, με την έννοια ότι αν είχαν τεθεί υπόψη του Εφετείου που την εξέδωσε και αυτά τα έγγραφα αυτό θα κατέληγε σε διαφορετική, από αυτή που κατέληξε, κρίση και συγκεκριμένα θα έκρινε ότι κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω συγγενούς των εναγόντων στο ένδικο πλοίο υφίστατο μεταξύ αυτού και της εναγομένης πλοιοκτήτριας σύμβαση ναυτικής εργασίας και ότι αυτός ήταν ναυτολογημένος στο προαναφερθέν πλοίο της". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 αιτίαση για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων: 1) του "πρακτικού γνωστοποίησης συμβάντος του Λιμενικού Σώματος" του Λιμενικού Σώματος της Λισαβόνας Πορτογαλίας, 2) του εγγράφου με τίτλο "ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΔΙΕΡΜΗΝΕΩΣ", 3) του εγγράφου - επιστολής της διαχειρίστριας του πλοίου της εναγομένης εταιρείας και 4) του από 14-1-2001 εγγράφου με το τίτλο "ΤΕΛΕΦΑΞ" και δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτών άκρως αντίθετο και διάφορο του αληθινού και κατέληξε σε πόρισμα που είναι καταδήλως διάφορο από εκείνο που προκύπτει από αυτά ως προς την ύπαρξη των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, στο πρώτο παρέθεσε τμήμα αυτού και παρέλειψε να αναφέρει και να λάβει υπόψη του ουσιώδες και κρίσιμο σημείο αυτού, από το οποίο αποδεικνύεται άμεσα και πλήρως η έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας που συνέδεε την εναγομένη με το θανόντα και οι συνθήκες του θανάτου του που συνιστούν εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε αμέλεια του προστηθέντος από την εναγομένη πλοιάρχου του πλοίου της, ενώ με το δεύτερο αποδεικνύεται, εκτός άλλων, και ότι η εναγομένη ήταν διαχειρίστρια. Στο τρίτο και το τέταρτο έγγραφο απέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη με την παραδοχή ότι δεν μπορούν να αποδείξουν άμεσα και πλήρως τη σύναψη και ύπαρξη της ανωτέρω σύμβασης. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση, με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, αποδιδομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωσή τους. Πράγματι, από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες πιο πάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμάται, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας της προβαλλόμενης πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύεται αμέσως και πλήρως, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στην πρώτη αιτιολογία, η έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας και η αμέλεια του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη πλοιάρχου του πλοίου. Δεν αρκεί μόνο η αναφορά στο πρώτο και στο τέταρτο από τα πιο πάνω έγγραφα της φράσης "μέλους του πληρώματος", ενόψει και των όσων αναφέρονται στη μείζονα πρόταση και η ιδιότητα της τελευταίας ως διαχειρίστριας του πλοίου, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, η πρόσληψή του θανόντος έγινε ειδικώς και αποκλειστικώς για όσο χρόνο το πλοίο είναι προσδεδεμένο στο λιμάνι για επισκευή. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδίως του περιεχομένου εγγράφου, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιστάσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της αναφερόμενης παραμορφώσεως των παραπάνω εγγράφων, δεν περιέχει αιτιολογίες στα ζητήματα που προκύπτουν από το αληθινό περιεχόμενο των παραλειφθέντων τμημάτων του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανάγονται στην έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας και την αμέλεια του προστηθέντος από την αναιρεσίβλητη πλοιάρχου του πλοίου. Όμως, τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ώστε η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, ενόψει του αποκλεισμού από την έννοια του εγγράφου κατά το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ της αρχής της έγγραφης απόδειξης και της συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων και των ανέλεγκτων παραπάνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά τις οποίες τα άνω ζητήματα δεν αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από τα φερόμενα από τους αναιρεσείοντες ως κρίσιμα παραπάνω έγγραφα, καθώς και ότι, αν είχαν αυτά τεθεί υπόψη του Εφετείου που εξέδωσε την απόφαση η οποία προσβλήθηκε με την αναψηλάφηση, δεν θα κατέληγε αυτό σε διαφορετική απόφαση, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του, στην πραγματικότητα πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης και δη την εκτίμηση των αποδείξεων και κυρίως του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-2-2008 αίτηση των αναφερομένων στην αρχή της απόφασης αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 958/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναψηλαφήσεως από το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ πρέπει το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη.- Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.- Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ’ άρθρο 561 § 1 ΚΠ0λΔ.- Το περιεχόμενο του εγγράφου εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας προβαλλόμενων πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ.
null
null
0
Αριθμός 475/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις (δύο) των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Παναγιωτόπουλο και 2. Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσάκο, περί αναιρέσεως της 4038/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Π. Ε. και 2. Ι. Π. του Γ. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Κ. του Κ., 2. Ε. σύζ. Α. Κ. και 3. Κ. Κ. Ανδρέα, κατοίκους …, που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Ιουλίου 2010 και 7 Ιουλίου 2010, αντίστοιχα, δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 8.7.2010 (με αριθ. πρωτ. 5520/2010) του Π. Σ. του Λ. και 2) η από 7.7.2009 (με αριθ. πρωτ. 5704/2010) του Σ. Φ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4038/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 314 παρ. 1 εδ. α' και 315 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας άλλου από αμέλεια του υπαίτιου που ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και αφετέρου ότι μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, και ιδίως εξ αιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Κατά δε την έννοια της διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία αυτός προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτό τον τρόπο τελούμενη σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου από αμέλεια, η οποία τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 του ΠΚ, αλλά και του άρθρου 15 του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Όταν όμως το έγκλημα της σωματικής βλάβης είναι απότοκο της συντρέχουσας αμέλειας περισσότερων από ένα προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται ως προς την ευθύνη του αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 17 του ΠΚ, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 20§5β του ν. 2331/1995, "χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενέργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος εκτός αν ορίζεται άλλως". Τέλος, το άρθρο 286 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20§5α του ν. 2331/1995, ορίζει ότι: "1. Όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 2. Η παραγραφή της άνω πράξεως αρχίζει από την ημέρα της επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης". Περίπτωση παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής συντρέχει και επί κακής κατασκευής ανελκυστήρα. Το έγκλημα αυτό είναι στιγμιαίο, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και ουσιαστικό. Τούτο σημαίνει ότι η αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνει αφενός μεν ορισμένη ενέργεια και αφετέρου ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο, ενόψει της φύσεως του εγκλήματος ως συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, είναι η πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου και όχι η πραγματοποίησή του. Η τελευταία κείται εκτός της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, γι' αυτό αν ο κίνδυνος για τη ζωή ανθρώπου που προκλήθηκε από αυτό πραγματωθεί, τότε τελείται το οικείο έγκλημα βλάβης με τη μορφή της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης. Τα εγκλήματα, όμως, βλάβης απορροφούν τα εγκλήματα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως του ίδιου έννομου αγαθού. Συνεπώς, αν από την πτώση πλημμελώς κατασκευασθέντος ανελκυστήρα επέλθει ο τραυματισμός προσώπου, ο κατασκευαστής αυτού υπέχει ευθύνη μόνο για σωματική βλάβη, η οποία τελείται όχι με θετική πράξη, τουτέστιν με την κατασκευή του ανελκυστήρα κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων, αλλά με την παράλειψη αποτροπής του κινδύνου που προκλήθηκε από αυτήν. Έτσι, μεταξύ των εγκλημάτων της παραβιάσεως των κανόνων της οικοδομικής (ΠΚ 286) και της σωματικής βλάβης που συντελείται με τον ανωτέρω τρόπο (ΠΚ 15, 314) υπάρχει φαινομένη συρροή, όπου η σωματική βλάβη απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 και το καθιστά μη τιμωρητή προτέρα πράξη (ΑΠ 8/2005, Πλήρης Ολομ). Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις που προπαρατέθηκαν, η παραγραφή της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που προκλήθηκε από την πτώση του ανελκυστήρα, αρχίζει όχι από τότε που κατασκευάστηκε αυτός, αλλά από τότε που επήλθε το αποτέλεσμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει ασκηθεί κατά του υπαιτίου ποινική δίωξη και για το έγκλημα του άρθρου 286 ΠΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως των αποφάσεων αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο προχώρησε σε καταδικαστική κρίση, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, για την πράξη που φέρεται ότι τέλεσε, λόγω παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες (και τους συγκατηγορουμένους τους Π. Ε. και Ι. Π.) σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά παραυτουργία και συρροή σε βάρος των Α. Κ., Κ. Κ. και Ε. Κ. - Δ. και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, συνίσταται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι: "Στη …, την 1-7-2003, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη τους και προκάλεσαν σωματικές κακώσεις στους Κ. Α. του Κ., Κ. Κ. του Α. και Κ. - Δ. Ε. του Α.. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντες οι μεν 1ος και 2ος διαχειριστές της ενταύθα εδρευούσης εταιρίας με την επωνυμία "MEKANEL LTD - Ν. Ε… ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", η οποία εκμεταλλεύεται επιχείρηση κατασκευής εξαρτημάτων ανελκυστήρων, δεν μερίμνησαν, κατά την κατασκευή σασί θαλάμου ανελκυστήρα, για την κανονική και εύστοχη συγκόλληση στο κάτω τμήμα του σασί των μεταλλικών βάσεων, στις οποίες προσδένονται τα άκρα μιας πλευράς των συρματόσχοινων, που χρησιμοποιούνται για τη μετακίνηση του θαλάμου εντός του φρεατίου, στο οποίο ήταν εγκατεστημένος ο ανελκυστήρας, οι δε 3ος και 4ος (αναιρεσείοντες) διαχειριστής της εργολάβου κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ… - Σ…", υπεύθυνης για την ανέγερση της επί της οδούς … οικοδομής, όπου λειτουργούσε ο ανωτέρω ανελκυστήρας, και εγκαταστάτης - συντηρητής αυτού, αντίστοιχα, εγκατέστησαν, παρακάμπτοντας την απαιτούμενη διαδικασία έκδοσης από την Διεύθυνση Βιομηχανίας πιστοποιητικού καλής λειτουργίας, απαραίτητου για την οριστική ηλεκτροδότηση του ανελκυστήρα από τη ΔΕΗ, χωρίς να ελέγξουν την ασφάλεια των συγκολλήσεων που υπήρχαν στη βάση του σασί και δεν μερίμνησαν για την ασφαλή λειτουργία του, παρά τη συχνή εμφάνιση βλαβών, όπως έντονοι κραδασμοί κατά την κίνηση του θαλάμου και στάση αυτού μεταξύ των ορόφων. Απότοκος της προπεριγραφείσης αμελούς συμπεριφοράς ήταν να αποκολληθούν από το σασί οι μεταλλικές βάσεις, να καταπέσει ο θάλαμος στο κάτω μέρος του φρεατίου από το ύψος του 3ου ορόφου της παραπάνω οικοδομής και να τραυματιστούν οι χρησιμοποιήσαντες αυτόν ανωτέρω παθόντες - ένοικοι της οικοδομής, υποστάντες ...". Κατά δε τις παραδοχές της αποφάσεως, όπως θα εκτεθεί και παρακάτω, ο κακότεχνος ανελκυστήρας είχε εγκατασταθεί στην πολυκατοικία στις 20.12.2000. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων των σωματικών βλαβών των ως άνω παθόντων από αμέλεια είναι ο χρόνος της επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, κατά τον οποίο, δηλαδή, προκλήθηκαν οι σωματικές βλάβες (1.7.2003), και όχι εκείνος, κατά τον οποίο εγκαταστάθηκε ο ανελκυστήρας, αφού προηγήθηκε η αμελής συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, όπως ορθά έκρινε το Τριμελές Εφετείο και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτών ότι οι ένδικες πράξεις έχουν παραγραφεί, γιατί από το χρόνο της εγκαταστάσεως του ανελκυστήρα, ο οποίος θεωρείται και χρόνος τελέσεώς τους, ή έστω από την τελευταία φορά που ο από αυτούς Σ. Φ. επιλήφθηκε της συντηρήσεως αυτού (έτος 2001) μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως (15.10.2009) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της οκταετίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της πρώτης και πέμπτος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε σε καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την εναντίον τους ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (ο πρώτος λόγος στηρίζεται, επικουρικά, και στο στοιχ. Ε, ότι, δηλαδή, εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις για την παραγραφή), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Όταν ένα έγγραφο ήταν συντεταγμένο και αναγνώστηκε στο ακροατήριο σε ξένη γλώσσα, χωρίς να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του και δεν διερμηνεύτηκε στην ελληνική, θεωρείται ότι δεν αναγνώστηκε και δημιουργείται η ίδια ακυρότητα. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα αριθμούμενα με στοιχ. 5 και 8 έγγραφα και προσδιοριζόμενα ως "δύο (2) υπεύθυνες δηλώσεις" και "υπεύθυνη δήλωση" αντιστοίχως. Όμως, δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των υπευθύνων αυτών δηλώσεων και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται η χρονολογία υποβολής τους, ποιος τις υπέβαλε, προς ποιον απευθύνονται, καθώς και το περιεχόμενό τους, το οποίο δεν προκύπτει ούτε από το σκεπτικό ούτε από το διατακτικό της αποφάσεως. Ο προσδιορισμός δε της ταυτότητάς τους ήταν αναγκαίος, αφού οι δηλώσεις ήταν περισσότερες από μία. Ακόμη, στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται και τα αριθμούμενα με στοιχ. 18 και 27, τα οποία προσδιορίζονται ως "ξενόγλωσσο έγγραφο", χωρίς άλλο προσδιορισμό και χωρίς να αναφέρεται ότι αυτά αναγνώσθηκαν μεταφρασμένα ή να βεβαιώνεται ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι κατανοούσαν το περιεχόμενο αυτών στη γλώσσα, στην οποία ήταν συντεταγμένα. Και στην περίπτωση αυτή, ο προσδιορισμός της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων ήταν αναγκαίος, καθόσον, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι στη δικογραφία υπάρχουν πέντε (και όχι δύο) ξενόγλωσσα έγγραφα, τα οποία, μάλιστα, δεν συνοδεύονται από μετάφραση στην ελληνική, και συγκεκριμένα 1) το με τίτλο "CERTIFICATO DI CONFORMITA CE / EC DECLATION OF CONFORMITY", γραμμένο στην ιταλική και αγγλική γλώσσα, με τόπο και χρονολογία εκδόσεως "Modena 24.7.2000", 2) το με τίτλο "TUV SUDDEUTSHLAND EG-Baumusterprufbescheinigung", γραμμένο στη γερμανική γλώσσα, 3) το με τίτλο "TUV cert EG-Baumusterprufbescheinigung/ EC type-examination/Attention d' examen CE de type", γραμμένο στη γερμανική γλώσσα, 4) το με τίτλο "EC - Declation of Conformity", γραμμένο στη γερμανική και αγγλική γλώσσα, με χρονολογία εκδόσεως "August 17, 1999" και 5) το χωρίς τίτλο γραμμένο στη γερμανική γλώσσα έγγραφο, το οποίο απεικονίζει ένα σχεδιάγραμμα και δύο πίνακες με επεξηγήσεις κάτωθι αυτών. Έτσι, όμως, οι αναιρεσείοντες στερήθηκαν το δικαίωμα να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σε σχέση με τα ως άνω έγγραφα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Φ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το Πενταμελές Εφετείο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη, για την καταδικαστική του κρίση, και τα ανωτέρω έγγραφα, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, επί πλέον δε τα ξενόγλωσσα χωρίς να βεβαιώνει ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50§5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Η της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Στην προκειμένη περίπτωση, η απόλυτη ακυρότητα που αναφέρθηκε ανωτέρω καταλαμβάνει και την καταδικαστική κρίση ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Σ., εφόσον δεν προκύπτει ότι τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη μόνον όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Σ. Φ.. Επομένως, εφόσον η αίτηση του Π. Σ. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η (ο οποίος απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως αβάσιμος) και Δ του ΚΠοινΔ, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτόν και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4038/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια κατά παραυτουργία και συρροή (από πτώση ανελκυστήρα). Η παραγραφή αρχίζει από την επέλευση του αποτελέσματος και όχι από την εγκατάσταση του ελαττωματικού ανελκυστήρα. Η σωματική βλάβη απορροφά το έγκλημα του άρθρου 286 ΠΚ. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Απόλυτη ακυρότητα από ανάγνωση εγγράφων, των οποίων δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα, καθώς και ξενόγλωσσων χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορος του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενο τους. Δεκτή η αίτηση του ενός αναιρεσείοντος και, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα όσον αφορά το λόγο περί απόλυτης ακυρότητας, και αυτή του άλλου (άρθρο 511 ΚΠΔ) και παραπομπή.
null
null
0
Αριθμός 481/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.07.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως - Εισηγητή, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Λ. - Γ. του Κ., κατοίκου εν ζωή ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 2505/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Α. Χ. του Σ.. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ν. Τ. του Ι., 2) Κ. Β., αμφότερους ... και 3) Α. Τ., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1059/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά, λόγω θανάτου, η ασκηθείσα κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 514 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν ο αναιρεσείων αποβιώσει μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης ο Άρειος Πάγος οφείλει, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 370 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Α. Λ. - Γ., η οποία με την ένδικη από 12.7.2010 αίτηση αναίρεσης πλήττει, για τους σ’ αυτή αναφερόμενους λόγους, την υπ' αριθ. 2505/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που είχε δικάσει σε δεύτερο βαθμό, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα, για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, απεβίωσε στις 18.7.2010, δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../23.7.2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου της που έχει συνταχθεί από την Ληξίαρχο του Δήμου Κρωπίας. Συνεπώς, πρέπει, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας για την άνω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2505/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Παύει οριστικά την κατά της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας Α. Λ. - Γ. ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 7.10.2003 σε βάρος του Β. Π.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως, παύει οριστικά ποινική δίωξη λόγω θανάτου της αναιρεσείουσας μετά την άσκηση της αίτησης.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 458/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου J.-K. K. ή T. του F. κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1349/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 32/3.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 5/23-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. ή T. J. - K. του F., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη κλειστή φυλακή ..., κατά της υπ' αριθ. 29/2-2-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών και οκτώ (8) μηνών, καθώς και σε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, για τις πράξεις της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, της παράνομης εισόδου στη χώρα και της κατοχής πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 479 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρ. 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος αναιρέσεως, που διατυπώνεται αορίστως στην σχετική αίτηση, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως, για έλλειψη δηλαδή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολομ.ΑΠ 2/2002, ΑΠ 1095/2008). Περαιτέρω, για το οριζόμενο του προβλεπομένου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, αυτού δηλαδή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάσθηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή (ΑΠ 294/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω υπ' αριθ. 5/23-2-2010 αίτησή του ο αναιρεσείων ζητάει την αναίρεση της υπ' αριθ. 29/2-2-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων εκθέτοντας, ότι κάνει αναίρεση εναντίον της αποφάσεως αυτής για τους παρακάτω αναφερόμενους λόγους: 1. Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ' ΚΠΔ. Και 2) Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάσθηκε (άρθρο 510 παρ. Ε' ΚΠΔ).Έτσι όμως όπως είναι διατυπωμένοι στην οικεία έκθεση οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση των επικαλουμένων πλημμελειών της προσβαλλομένης αποφάσεως και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι επικαλούμενοι λόγοι αναιρέσεως, ενόψει μάλιστα του ότι υπάρχει αιτιολογία την προσβαλλομένη απόφαση, καθιστούν την αίτηση αυτή απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 5/23-2-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου K. ή T. J. - K. του F., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη κλειστή φυλακή ..., κατά της υπ' αριθ. 29/2-2-2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω, για το ορισμένο του προβλεπομένου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή (ΑΠ 294/ 2010). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 29/2-2-2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων J. K., κάτοικος ... και ήδη κρατούμενος στην κλειστή φυλακή ..., καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και οχτώ μηνών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών κλπ. Οι με την αίτηση αυτή προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης έχουν κατά λέξη ως εξής: "1) διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ' ΚΠΔ και 2) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης των προβλεπόμενων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ)". Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι ασαφής διότι δεν αναφέρεται σε ποιο ή ποια συγκεκριμένα σημεία της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης στρέφεται ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι κατά τα ανωτέρω, αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν τηρήθηκαν οι υπό του νόμου για την άσκηση της αναίρεσης νόμιμες προϋποθέσεις (άρθρο 474 παρ. 2, 476. παρ 1 ΚΠΔ). Απαράδεκτος επίσης είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης καθόσον, όπως είναι διατυπωμένος, είναι αόριστος αφού δεν εκτίθεται στην αίτηση ούτε ποια ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε ουδέ σε τι ακριβώς συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τέτοιας διάταξης Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ) και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 5/ 23-2-2010 αίτηση του J.-K. K. ή T. του F., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην κλειστή φυλακή ..., για αναίρεση της 29/2-2-2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για το κύρος και το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης. Πότε είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 457/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ... και β) Σ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 124037/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουνίου 2010, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1071/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνίες 5.10.2010, 18.10.2010 αποδεικτικά επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... και τα από 6.10.2010 και 20.10.2010 αποδεικτικά του ιδίου επιμελητή, οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν, προσωπικώς και δια του αντικλήτου τους Ανδρέα Τζαβέλλα δικηγόρου, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σε έκαστο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 36/9.6.23010 και 35/9.6.2010 αιτήσεις των Ε. Σ. του Ι. και Σ. Π. του Μ., για αναίρεση της 124.037/2009 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει έκαστο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 455/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Βασίλειο Φράγγο, σύμφωνα με την 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, Ε. Π. του Ν., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7264/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1624/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 50/22.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ., την από 14-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία στρέφεται κατά της με αριθμό 7264/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (λόγω εκπρόθεσμης άσκησης) η υπ' αριθμ. 3607/2010 έφεσή του κατά της με αριθμό 17865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. ι Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι κατά γενική αρχή, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου ενώπιον των οριζόμενων από την τελευταία διάταξη οργάνων, στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η κατ' εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μπορεί να γίνει μόνο εναντίον καταδικαστικής απόφασης, όχι δε και εναντίον οποιασδήποτε άλλης, όπως είναι και η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (ΑΠ 266/2008, ΑΠ 41/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 7264/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η με αριθμό 3667/24-6-2010 έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου κατά της με αριθμό 17865/13-3-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για παράβαση του Ν 3037/2002. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 23-11-2010. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη, δεν είναι καταδικαστική. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η από 23-11-2010 αίτηση αναίρεσης του Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... (Κύπρου 13), κατά της με αριθμό 7264/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, και β) να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση απόφασης, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί και διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και δεν επιβάλλει ποινικό αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, εκτός άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται και χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 22-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Π. του Ν. προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 7264/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 24-6-2010 έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 17865/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτή καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε [5] μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων [5.000] ευρώ για παράβαση του νόμου 3037/2002. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση ανεπιτρέπτως ασκήθηκε με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και είναι απαράδεκτη, πρέπει δε να απορριφθεί μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο Συμβούλιο του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και να καταδικασθεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 583 παρ. του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7264/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα [250] ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης λόγω ασκήσεώς της με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν καταδικαστική αλλά απορριπτική της εφέσεως του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ).
null
null
0
Αριθμός 450/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Γ. Μ. του Λ., 2)Δ. Λ. του Σ., 3)Κ. Μ. του Θ., 4)Κ. Τ. του Α., 5)Ν. Γ. του Β., 6)Π. Π. του Σ., 7)Σ. Α. του Δ. και 8)Τ. Α. του Κ. εκ των οποίων η Κ. Μ. του Θ. εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Σταυρή, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.1000/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Θ. Κ. του Μ., 2) Ε. Β. του Ο., 3) Ν. Μ. του Δ., 4) Π. Φ. του Δ., 5) Β. Κ. του Ε., 6) Θ. Π. του Α., 7. Β. Γ. του Α. και 8) Σ.- Π. Κ. του Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις με αριθ.86/2-7-2010, 79/25-6-2010, 81/30-6-2010, 80/30-6-2010, 76/25-6-2010, 77/25-6-2010, 75/25-6-2010 και 88/7-7-2010 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 933/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την κύρια και συμπληρωματική προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με υπ'αριθμούς πρωτ.431/23-12-2010 και 37/8-2-2010, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: 431/23-12-2010 "Εισάγουμε, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, τις με αριθμούς 86/2.7.2010, 79/25.6.2010, 81/30.6.2010, 80/30.6.2010, 76/25.6.2010, 77/25.6.2010, 75/25.6.2010 και 88/7.7.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των κατηγορουμένων: 1) Κ. Μ. του Θ., 2) Τ. Α. του Κ., 3) Π. Π. του Σ., 4) Κ. Τ. του Α., 5) Ν. Γ. του Β., 6) Δ. Λ. του Σ., 7) Γ. Μ. του Λ. και 8) Σ. Α. του Δ., αντιστοίχως, για αναίρεση του 1000/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν: 1) Η Κ. Μ., για α) κατάχρηση εξουσίας και β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιο που ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δικαστού και της καταχρήσεως εξουσίας, 2) οι Τ. Α., Π. Π. και Κ. Τ., για α) απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιους που ασκούν τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα και στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση κακουργηματικής απάτης, επί πλέον δε ο πρώτος τούτων (Τ. Α.) και για γ) ηθική αυτουργία σε κατάχρηση εξουσίας και δ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιο που ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δικαστού και της καταχρήσεως εξουσίας, και 3) οι Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α., για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιους που ασκούν τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση κακουργηματικής απάτης. Α. Αίτηση αναιρέσεως Κ. Μ.. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' του ΚΠΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ... και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 285, 286, 287 παρ. 2 και 5, 288 και 291 του ίδιου Κώδικα, που προβλέπουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά του εντάλματος για την προσωρινή κράτηση, τη διάρκεια (εξακολούθηση και παράταση) της προσωρινής κρατήσεως και την αντικατάσταση αυτής, μετά το παραπεμπτικό βούλευμα, με περιοριστικούς όρους, και πως επιλύεται κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κρατήσεως, προκύπτει ότι το βούλευμα που αποφαίνεται επί της προσφυγής ή επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με άλλους, δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 906/2010, ΑΠ 2061/2009, ΑΠ 1047/2009). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον...βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται...το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση...του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως, η αναιρεσείουσα Κ. Μ. στρέφεται κατά του 1000/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτό η από 25.12.2009 αίτησή της για αντικατάσταση, με περιοριστικούς όρους, της προσωρινής κρατήσεως, που της επιβλήθηκε με το 22/2009 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή και προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 287 και 288 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 4 του Συντάγματος, 5 παρ. 1, 3 και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, καθώς και την έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανεξαρτήτως του ότι ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απορριπτική της αιτήσεως της αναιρεσείουσας διάταξή του), δεν υπόκειται κατά το προαναφερόμενο μέρος του, αυτοτελώς, σε αναίρεση, αφού για την περίπτωση αυτή δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο. Άλλωστε και οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις (αντιρρήσεις), αναφορικά με τη νομιμότητα του ως άνω εντάλματος προσωρινής κρατήσεως, εκρίθησαν ήδη αβάσιμες κατ' ουσία με το 942/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η 59/30.3.2009 προσφυγή που άσκησε αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 285 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά του εν λόγω εντάλματος. Επομένως, πρέπει, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Β. Αιτήσεις αναιρέσεως Τ. Α., Π. Π., Κ. Τ., Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α.. Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των ως άνω αναιρεσειόντων (2ου έως και 8ου), οι οποίες συνεκδικάζονται λόγω συνάφειας, είναι εμπρόθεσμες, νομότυπες και παραδεκτές, ασκηθείσες από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επί πλέον οι αιτήσεις των Τ. Α., Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α. την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρα 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ) κι επομένως, πρέπει, να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω κατ' ουσία. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεώς τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως (ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 1308/2010). Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα, από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1428/2010, ΑΠ 1004/2010, ΑΠ 439/2010). Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, προστέθηκε στο άρθρο 98 του ΠΚ και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (Ολ.ΑΠ 50/1990). ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 του ΠΚ, "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων: α)... β) "αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Η διάταξη αυτή του εδ. β' προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως 2 είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή i) με την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνον από πρόσωπο που δικαιούται στην άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) και ii με την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή προανακριτικό υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με τη μορφή της "προκλήσεως απαλλαγής" του υπαίτιου από την τιμωρία, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος "απαλλαγή" τίθεται εδώ με τη "γενική" και όχι την "ποινική" του σημασία, η οποία άλλωστε κατά κυριολεξία προϋποθέτει απόφαση δικαστηρίου ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία νοείται καθ' οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για "απαλλαγή" από την "ποινή", η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως, αλλά για "απαλλαγή από την "τιμωρία". Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η "απαλλαγή" προϋποθέτει προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και επί ελλείψεως αυτής θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρθρου 259 του ΠΚ, προσκρούει στην αντίληψη, ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της διώξεως συμπεριφορά του να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιοποίνων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως. Υποκείμενο του εγκλήματος της καταχρήσεως εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως "απαλλαγής" του υπαίτιου από την "τιμωρία", μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό την μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) προανακριτικός υπάλληλος, αφού ως "ανάκριση" νοείται και η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση και, επομένως, στην έννοια του "υπαλλήλου" στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η ανάκριση αξιόποινων πράξεων, εντάσσεται και ο προανακριτικός υπάλληλος, όπως είναι και ο αξιωματικός και υπαξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος είναι, κατά το άρθρο 33 παρ. 1 του ΚΠΔ, γενικός προανακριτικός υπάλληλος. Υποκειμενικώς απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στη γνώση με την έννοια της επίγνωσης (πλήρους - εντελούς γνώσης) της τελέσεως αξιοποίνου πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση, ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή (ΑΠ 1118/2010, ΑΠ 1663/2009, ΑΠ 1646/2008, ΑΠ 1611/2007). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (ΑΠ 1234/2010, ΑΠ 379/2010, ΑΠ 1863/2009). ΙV. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 "για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ' Π. Κ., όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε και προστέθηκε σ' αυτήν στοιχ. δ' με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου αυτής. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέκυψαν από αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή εκάστου υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέκυψαν από αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποιήσεως από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Σε περίπτωση εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β. Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έγκλημα της απάτης, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια (άρθρ. 386 παρ. 1β' και 3 του ΠΚ), καθώς και τα εγκλήματα που προβλέπονται από τα άρθρα 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 1 παρ. α' περ. αη' και αιζ' του Ν. 2331/1995, όπως η περ. αιζ' προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/1997). Η εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς, αν δε συνίσταται στην παράβαση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 237 παρ. 1 ΠΚ (δωροδοκία δικαστή), πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες υποθέσεις, επί των οποίων ο δράστης άσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα με το δράστη του επόμενου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και τούτο γιατί αναφέροντας ο νόμος την παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς εννοεί τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας από τις πράξεις του άρθρου 1 του νόμου αυτού, με αποτέλεσμα να αποκλείεται εκ των πραγμάτων η ταύτιση του δράστη του βασικού εγκλήματος με το δράστη του επόμενου εγκλήματος της νομιμοποιήσεως. Επομένως σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και επιπλέον χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, οπότε στην περίπτωση αυτή πρόκειται για πραγματική συρροή μεταξύ του βασικού εγκλήματος και του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι πράξεις της νομιμοποιήσεως αποτελούν μη τιμωρητές ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλά βασικά εγκλήματα τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Ούτε, όμως, και περί απορροφήσεως μπορεί να γίνει λόγος, γιατί η αρχή αυτή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη και συνιστά απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του με την προηγούμενη πράξη κτηθέντος, χωρίς να προσβάλλονται άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί τότε μόνο η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Το ότι ακολούθως οι Ν. 3424/2005 και 3691/2008 όρισαν, ο μεν πρώτος στο άρθρο 3 παρ. 1δ', ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των εδαφίων α', β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσεως, ο δε δεύτερος στο άρθρο 45 παρ. 1ε', ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων για τις πράξεις των εδαφίων α', β' και γ', εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των πράξεων νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος, δεν σημαίνει ότι οι ανωτέρω νόμοι θέσπισαν για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις ταυτίσεως του δράστη του βασικού εγκλήματος με το δράστη της νομιμοποιήσεως, αλλά απλώς οι νόμοι αυτοί περιέλαβαν ρητώς στις διατάξεις τους τις ως άνω προϋποθέσεις, οι οποίες υπό την προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 θεωρούνταν αυτονόητες. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει, αντικειμενικώς μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικώς δε δόλο έστω και ενδεχόμενο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκαλύψεως της αληθούς προελεύσεως της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα και αποκτήσαντα από αυτήν περιουσία, για τη συγκάλυψη της αληθούς προελεύσεως της περιουσίας αυτής. Πρόκειται δηλαδή και εδώ για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη κερδοσκοπίας ή συγκαλύψεως της προελεύσεως της περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για κερδοσκοπία ή συγκάλυψη. Η πράξη της νομιμοποιήσεως έχει αυτοτελές άδικο (εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. δ' εδ. τελευταίο του άρθρου 2 του ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 3 του ν. 3424/2005) έναντι της πρότερης πράξεως, δηλαδή του βασικού εγκλήματος. Έτσι είναι αδιάφορο αν το βασικό έγκλημα έχει υποκύψει σε παραγραφή και δη μετά την τέλεση της πράξεως της νομιμοποιήσεως (επιχείρημα και από το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2331/1995). Αρκεί επομένως ότι το βασικό έγκλημα περιλαμβάνεται σ' αυτά που ανήκουν στην εγκληματική δραστηριότητα, χωρίς να απαιτείται ο δράστης αυτής να είναι και τιμωρητέος, αφού ο νόμος απαιτεί τέλεση εγκλήματος που υπάγεται στην εγκληματική δραστηριότητα, όχι και καταδίκη υπαιτίου. Η ποινή εδώ επιβάλλεται για την πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων και όχι για την πράξη της εγκληματικής δραστηριότητας. Στο νόμο διευκρινίζεται αναλυτικά τι νοείται με τους όρους "εγκληματική δραστηριότητα" και "περιουσία", στην έννοια δε της τελευταίας περιλαμβάνεται και το χρήμα υπό υλική ή άυλη μορφή, ενώ στην έννοια της πρώτης περιλαμβάνονται τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 (βασικά εγκλήματα), στα οποία περιλαμβάνονται όπως αναφέρθηκε (στοιχ. α' περ. αιζ') και αυτά των άρθρων 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα (παθητική δωροδοκία, ενεργητική δωροδοκία, δωροδοκία δικαστή (παθητική και ενεργητική), ενώ τα ίδια εγκλήματα περιλήφθηκαν και στο άρθρο 3 περ. γ', δ' και ε' του Ν. 3691/2008. Με την αντικατάσταση του άρθρου 1 στοιχ. α' του Ν. 2331/1995 με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005, περιλήφθηκε στα βασικά εγκλήματα μόνο η παθητική δωροδοκία (άρθρο 2 περ. α' εδ. δδ'), στην έννοια, όμως της οποίας περιλαμβάνεται και η παθητική δωροδοκία δικαστή (άρθρ. 237 του ΠΚ), ως ειδικότερη μορφή παθητικής δωροδοκίας (δωροληψία), η αναφορά δε μόνο της παθητικής δωροδοκίας έγινε για να αποκλειστεί η ενεργητική δωροδοκία, προφανώς ως μη αποφέρουσα εισόδημα στον δράστη αυτής και όχι για να αποκλειστεί και άλλη (ειδικότερη) μορφή παθητικής δωροδοκίας. Απαλείφθηκαν όμως ορισμένα από τα εκεί περιοριστικά αριθμούμενα βασικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση αη' που αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης και προστέθηκε περίπτωση ii, σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ". Έτσι, το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης ή αυτής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς και το έγκλημα της καταχρήσεως εξουσίας (άρθρο 239 περ. α' και β' του ΠΚ), εφόσον από την τέλεσή τους προέκυψε περιουσία και αντίστοιχη ζημία τουλάχιστον 15.000 ευρώ, εντάσσονται μεταξύ των βασικών εγκλημάτων που αναφέρονται στην πιο πάνω περίπτωση ii, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3424/2005. Για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι διεθνές έγκλημα, εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι κατά ημεδαπών και αλλοδαπών, σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχ. α' του ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πέμπτο του ν. 2655/1998, ανεξάρτητα για το τι προβλέπουν για το ως άνω έγκλημα οι νόμοι του τόπου τέλεσής του στην αλλοδαπή (ΑΠ 407/2010, ΑΠ 1161/2010, ΑΠ 696/2010, ΑΠ 2035/2009). V. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 του ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δυο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από κάθε μία απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (ΑΠ 1272/2010, ΑΠ 935/2010, ΑΠ 1702/2009, 932/2007). Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα (10) ετών, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2331/1995 επιβαρυντικές περιστάσεις και συγκεκριμένα, "αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3424/2005 και ορίστηκε ότι "ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες... τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργανώσεως". Από τη σύγκριση των άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία, από την οποία απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση "αν ο δράστης είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος", κατά το μέρος που καθιστά διακεκριμένη τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες "αν ο υπαίτιος έδρασε στα πλαίσια εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργανώσεως" είναι δυσμενέστερη, σε σχέση με την προηγούμενη πριν την αντικατάστασή της. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3424/2005, κατά το μέρος που αφορά την ανωτέρω επιβαρυντική περίσταση δε μπορεί να τύχει εφαρμογής επί εγκλήματος που τελέστηκε προ της ισχύος αυτής (13.12.2005), διότι επιβαρύνεται ο κατηγορούμενος και εφαρμοστέα είναι μόνο η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2331/1995, που ίσχυσε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (δηλαδή μόνο εκείνη της τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα). Προκύπτει επίσης από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 2 εδ. β' του Ν. 2331/1995 και 3 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3424/2005), ότι δεν προβλέπεται ως επιβαρυντική περίσταση η κατά συνήθεια τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, η οποία προστέθηκε το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν. 3691/2008. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 518 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του Ν. 3160/2003, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και επί βουλευμάτων (άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ) "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη..." και διορθώνει το βούλευμα σύμφωνα και με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 313, 318, 484 παρ. 2 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 2515/2009, ΑΠ 494/2007, ΑΠ 829/2006). VΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στα εγκλήματα της απάτης και της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ΑΠ 1359/2010). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1362/2010, ΑΠ 1234/2010). Η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (Ολ.ΑΠ 1227/1979, ΑΠ 1356/2010). Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 9/2001, ΑΠ 1471/2010, ΑΠ 1448/2010). VΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στις ενσωματωμένες σε αυτό προτάσεις του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων γενικά κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά τους, τα εξής: "..Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, την από 16.2.2001 λογιστική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τον ορκωτό ελεγκτή Δημ. Ζ., την από 21.3.2001 όμοια αυτής (διευκρινιστική) που διενεργήθηκε με παραγγελία της τότε Ανακρίτριας Κ. Μ., τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως), τις απολογίες και όλα τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρονται στις εισαγγελικές προτάσεις, στις οποίες και το Συμβούλιο τούτο, πλήρως αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Με βάση τα περιστατικά αυτά και για τους λόγους που αναφέρονται στις ως άνω εισαγγελικές προτάσεις, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των παρακάτω κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για τις ακόλουθες αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις, όπως αυτές λεπτομερώς αναφέρονται κατά τόπο, χρόνο, και ειδικότερες περιστάσεις και κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση στις ως άνω εισαγγελικές προτάσεις. Συνεπώς, πρέπει να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι: 1) Ο Τ. Α. του Κ. για: α) απάτη τελεσθείσα από κοινού κατ' εξακολούθηση και από υπαίτιους που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας (της διαπραχθείσας κακουργηματικής απάτης) με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση της κακουργηματικής απάτης, γ) ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας, δ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τελεσθείσα από κοινού, από υπαίτιους που ενεργούν κατ επάγγελμα και στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δικαστού και καταχρήσεως εξουσίας, 2) Π. Π. του Σ., 3) Κ. Τ. του Α., 4) Θ. Κ. του Μ., 5) Ε. Β. του Ο., 6) Ν. Μ. του Δ., 7) Π. Φ. του Δ., για τις ίδιες υπό στοιχεία α' και β' ως άνω πράξεις που αποδίδονται στον Τ. Α., 8) Ν. Γ. του Β., 9) Δ. Λ. του Σ., 10) Γ. Μ. του Λ., 11) Β. Κ. του Ε., 12) Σ. Α. του Δ., 13) Θ. Π. του Α. και 14) Β. Γ. του Α. (οι επτά τελευταίοι) για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τελεσθείσα από κοινού και κατ' επάγγελμα στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, προερχόμενη από την πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τέλεσε ο Τ. Α., από κοινού, με σκοπό την απόκρυψη της προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση της κακουργηματικής απάτης, 15) Κ. Μ., για: α) κατάχρηση εξουσίας και β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τελεσθείσα από κοινού στα πλαίσια εγκληματικής ομάδας, με σκοπό την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δικαστού και καταχρήσεως εξουσίας, 16) Σ.-Π. Κ. για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τελεσθείσα στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας. Οι ως άνω πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 8, 13 περ. στ, 14 παρ. 1 26 παρ. 1, 27, 45, 46 παρ. 1α, 51, 52, 60, 79, 94 παρ. 1, 2, 98, 239 περ. β', 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, και άρθρα 1 παρ. 1α εδ. Α, αιζ, 2 παρ. 1 του Ν. 2331/95, όπως το εδ. αιζ προστ. με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/97 και άρθρο 6 του Ν. 2656/98, όπως ίσχυε πριν και μετά από την αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 και 2 επ. του Ν. 3424/05". Περαιτέρω, στην επί της ουσίας 473/2010 πρόταση της Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία το Συμβούλιο επιτρεπτώς εξολοκλήρου αναφέρεται προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εκείνα δε που αφορούν τους αναιρεσείοντες είναι επί λέξει τα ακόλουθα: "Η Κ. Μ. από το Σεπτέμβριο του έτους 1998 έως το Σεπτέμβριο του 2002 εξετέλεσε καθήκοντα Ανακρίτριας στο 19ο τακτικό τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Αρχές του 2000, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, σχετικά με τη συντελεσθείσα από οργανωμένες ομάδες επιτήδειων κερδοσκόπων εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού, με παράνομες μεθοδεύσεις και παραπλανητικές πληροφορίες επί των συναλλαγών μετοχών εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ....Μετά το πέρας της κατά τα άνω διεξαχθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως, με την υπ' αριθ. Α99/2742/19.4.2000 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ασκήθηκε αρχικά και συμπληρωματικά ποινική δίωξη in rem για: 1) απάτη από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό 25.000.000 δρχ. τελεσθείσα από υπαίτιους που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 2) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσας το ποσό των 25.000.000 δρχ. που το είχαν εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, 3) πλαστογραφία με χρήση πλαστών εγγράφων, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., 4) παράβαση αρθρ 2 παρ. 1, σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ. 1α, του Ν. 2331/95, 5) παράβαση άρθρου 34 εδ. α' και β' του Ν. 3632/1928, 6) διασπορά ψευδών ειδήσεων, 7) παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση κλπ, και παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως ανατεθείσα στην ανακρίτρια του 19ου τακτικού τμήματος Αθηνών. Από τις υποθέσεις που αφορούσαν το χρηματιστήριο, με αντίστοιχες δικογραφίες οι οποίες είχαν ανατεθεί στην άνω ανακρίτρια αφού περαιώθηκαν οι περισσότερες, παρέμειναν στο ανακριτικό γραφείο έξι (6) δικογραφίες που αφορούσαν ισάριθμες εταιρίες εισηγμένες στο ΧΑΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η εταιρία "Σ... ΑΤΕ". Η ανακρίτρια (Κ. Μ.), στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί, σύμφωνα με τα ερωτήματα που είχε θέσει, εάν το Δ.Σ. της εταιρίας, είχε εξαπατήσει το επενδυτικό κοινό ή είχε υπεξαιρέσει το αντληθέν από την αύξηση ποσό, σε περίπτωση που είχε λάβει χώρα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μέσω του χρηματιστηρίου και δεν είχε διαθέσει τα χρήματα από την αύξηση σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο προς το χρηματιστήριο. Επίσης, ζητήθηκε να διακριβωθεί ποια ήταν η θέση της εταιρίας κατά τα έτη 1997-1998 και ποια ήταν η επιχειρηματική της δραστηριότητα κατά τις χρήσεις 1997, 1998, 1999, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ετελέσθη το αδίκημα της απάτης και τέλος εάν έλαβε χώρα χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της παραπάνω εταιρίας. Για την πληρέστερη κατανόηση της υποθέσεως, αναφέρουμε ότι: ο Π. Π., είναι εκτός των άλλων πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", που έχει έδρα στην Αθήνα. Το αντικείμενο εμπορίας της ως άνω εταιρίας είναι η ανάληψη και η εκτέλεση δημοσίων έργων και ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών της χώρας. Ο Κ. Τ. είναι επίσης μέτοχος, διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής της ίδιας εταιρίας. Γενικός διευθυντής και άμεσος οικονομικός σύμβουλος της ΑΤΤΙΚΑΤ ήταν ο Κ. Π., ο οποίος απεβίωσε την 5-6-08. Η ανώνυμος τεχνική εταιρία "Σ... ΑΤΕ", ως εισηγμένη στο ΧΑΑ κατασκευαστική εταιρία, συμμετείχε σε δημόσιους και ιδιωτικούς διαγωνισμούς, διευθύνων δε σύμβουλος αυτής ήταν: από 1-1-99 έως 21-7-99 ο Σ. Σ., από 22-7-99 έως 6-12-99 ο Γ. Λ. και από 6-12-99 έως 30-2-00 ο Ι. Μ., αδερφός της συζύγου του Π.Π.. Ο Ι. Μ. εφέρετο επίσης ως νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιωτικής μετοχικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με το διακριτικό τίτλο "Algore SERVICES LIMITED", με έδρα την Κύπρο, συμφερόντων Π.Π., για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω. Την 5-2-99 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των βασικών μετόχων της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, Σ., Ζ., Ε. και Ε. Σ. και της ATTIKAT ATE, συμφερόντων Π. και Τ., να εξαγοράσει η τελευταία το 70% των μετοχών της εταιρίας Σ... ΑΤΕ και συγκεκριμένα επί συνόλου 4.443.680. μετοχών που είχε η Σ..., να αγοράσει 3.110.580 αντί του ποσού των 337 δρχ. ανά μετοχή. Η εξαγορά έλαβε χώρα τον Απρίλιο-Μάιο του ίδιου έτους. Αμέσως μετά τη σύναψη της συμφωνίας αυτής η μετοχή της εταιρίας Σ... ΑΤΕ άρχισε να ανεβαίνει με ταχύτατους ρυθμούς. Από την με ημερομηνία 10-2-01 έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή Δ. Ζ. και την από 21-3-01 διευκρινιστική όμοια προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-97 έως 31-3-2000 δεν είχε λάβει χώρα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας Σ... ΑΤΕ μέσω του χρηματιστηρίου Αθηνών. Ο ίδιος Ορκωτός Ελεγκτής, ο οποίος σημειωτέον είχε ορισθεί με το υπ' αριθ. 55/00/13-5-2000 έγγραφο της ανακρίτριας του 19ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, αναφέρει στο συμπέρασμά του, ότι τα μέλη της διοικήσεως της εν λόγω εταιρίας δεν είχαν διενεργήσει χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-99 έως 31-3-2000, ή όσες διενήργησαν ήταν πολύ μικρού ύψους οι οποίες δε θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της τιμής της μετοχής. Οι λοιποί μέτοχοι, όπως διαπίστωσε ο Ελεγκτής, από τα δεδομένα του ηλεκτρονικού υπολογιστή της εταιρίας που τέθηκαν υπόψη του και τις σχετικές καταστάσεις, είχαν διενεργήσει χρηματιστηριακές συναλλαγές σημαντικού ύψους, μερικοί δε εξ αυτών είχαν πραγματοποιήσει τις χρηματιστηριακές συναλλαγές τους εν όλω ή εν μέρει κατά το πέρας των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου και μπορεί να επέδρασαν αυτές στη διαμόρφωση της τιμής της μετοχής της συγκεκριμένης εταιρίας. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι η θέση της εταιρίας κατά την 31-12-97 και 31-12-98 ήταν θετική και παρατίθενται τα στοιχεία των μετόχων που πραγματοποίησαν τις επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές. Αυτοί είναι, εκτός από τους Τ. Α., Π. Π., Π. Β. και οι εταιρίες VEGA INTERNATIONAL, PLEXUS CORPORATION και ALGORE SERVICE LTD, οι δύο πρώτες φέρονται με έδρα την ..., (off shore εθνικότητας Λιβερίας) και στην ίδια διεύθυνση φέρεται και στο μετοχολόγιο της εταιρίας ο Τ. Α.. Η τρίτη είναι με έδρα τη Λευκωσία της Κύπρου. Περισσότερα στοιχεία δεν είχαν δοθεί για τις εταιρίες αυτές από τον Ορκωτό Ελεγκτή. Από το περιεχόμενο της 10/Α/177/7-12-99 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προκύπτει ότι η Διεύθυνση Εποπτείας και Ελέγχου της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, πραγματοποίησε ελέγχους για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές σε μετοχές Σ... ΑΕ κατά το χρονικό διάστημα 11-2-99 έως 18-6-99 και διαπιστώθηκε ότι ο Τ. Α. και οι δύο off shore εταιρίες που εκπροσωπούσε (PLEXUS και VEGA INTERNATIONAL) είχαν πραγματοποιήσει μεθοδευμένες συναλλαγές για τον τεχνητό επηρεασμό της τιμής της μετοχής και για το λόγο αυτό με την ως άνω απόφαση, του επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 12.000.000δρχ. Η κατηγορουμένη, τότε ανακρίτρια, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα παραπάνω στοιχεία, χωρίς να προβεί περαιτέρω σε βάθος έρευνα, απήγγειλε κατηγορία κατά του Τ. Α. μόνο για παράβαση του άρθρου 34 εδ. α' του Ν. 3632/28, για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 15-3-99 έως 24-3-2000. Για τους εκπροσώπους της ίδιας εταιρίας και δη για τους Σ. Σ., Γ. Λ. και Ι. Μ., εξέδωσε τις από 16-10-01 τυπικές κλήσεις για τις κακουργηματικές πράξεις της απάτης και υπεξαίρεσης άνω των 25.000.000 δρχ. και για την πλημ/κή παράβαση του άρθρου 34 του Ν. 3632/28. Για τους λοιπούς μετόχους της εταιρίας Σ... (Ε., Ζ., Ε. Σ., Π. Β., Π. Π. και Ι. Μ. (ο τελευταίος φέρεται εδώ ως εκπρόσωπος της Algore service) εξέδωσε επίσης τις από 16-10-01 τυπικές κλήσεις για την ίδια πλημ/κή παράβαση του άρθρου 34 Ν. 3632/28. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. 4959/01 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, διατάχθηκε ο χωρισμός της υποθέσεως που αφορούσε τη μετοχή Σ... ΑΕ από τις λοιπές λόγω κινδύνου παραγραφής των πλημ/των και με το υπ' αριθ. 5810/02 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών ο Τ. Α. παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος της παραβάσεως του άρθρου 34 Ν. 3632/29. Τελικώς, κρίθηκε ένοχος με την υπ' αριθ. 23402/06 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως, εξεδόθη η υπ' αριθ. 8069/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 1280/07 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τον χρηματιστηριακό και τραπεζικό έλεγχο των λογαριασμών που διατηρούσε ο Α.ς στις χρηματιστηριακές εταιρίες "Μidland και Ελληνική", διαμέσου των οποίων πραγματοποιούσε τις αγορές, αλλά και των λοιπών, που πραγματοποίησε ο Ε.Ε. Ανακριτής, διαπιστώθηκε ότι ο Τ. Α., χρησιμοποιώντας τους κωδικούς του ιδίου και των δύο off shore εταιριών (VEGA και PLEXUS), διαμόρφωνε τεχνητά ανοδικά τις τιμές ανοίγματος και κλεισίματος της μετοχής Σ..., λόγω του μεθοδευμένου τρόπου διεξαγωγής τους. Συγκεκριμένα, πραγματοποιούσε αγορές μεγάλου όγκου σε υψηλές τιμές, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση μεγάλης ζήτησης για τη μετοχή, πραγματοποιούσε σε λίγες περιπτώσεις συναλλαγές μεταξύ των τριών κωδικών (του ιδίου και των εταιριών του), οι οποίες χαρακτηρίζονται εικονικές δοθέντος ότι δεν άλλαζε στην πραγματικότητα ο δικαιούχος των μετοχών. Στο πλαίσιο των μεθοδευμένων συναλλαγών ο Α. πραγματοποίησε "γύρισμα" μετοχών με αντισυμβαλλόμενο του Θ. Κ., δηλαδή πώληση μετοχών και επαναγορά τους μέσα σε τρεις ημέρες. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε εικονική εμπορευσιμότητα και επηρεάσθηκε η τιμή της μετοχής κατά τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις. Οι μεγάλες σε όγκο εντολές αγοράς και τιμή ή χωρίς όριο τιμής, κατά τις ευαίσθητες περιόδους διαμόρφωσης των τιμών ανοίγματος και κλεισίματος που τοποθετήθηκαν στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης (ΟΑΣΗΣ), δεν εκτελέστηκαν πολλές φορές στο σύνολό τους, δημιούργησαν όμως την εντύπωση αυξημένης ζήτησης της μετοχής Σ.... Επίσης, πολλές συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν με αντισυμβαλλόμενα πρόσωπα συνδεόμενα με τον ίδιο (εταιρίες VEGA και PLEXUS), και μεγάλες επίσης αγορές έγιναν στην πραγματικότητα για λογαριασμό του Π.Π., δια παρενθέτων προσώπων ή off shore εταιριών, συμφερόντων Π., για να μην αποκαλυφθεί δια της διασποράς των αγορών αυτών σε πολλά πρόσωπα (αχυρανθρώπους), η ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων των μετοχών αγοραστών. Ο Α.ς, με τις συναλλαγές του, εκτός του ότι διαμόρφωνε τεχνητά την τιμή της μετοχής σε υψηλά επίπεδα με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν, συγκέντρωσε επιπλέον στα χέρια του το μεγαλύτερο ποσοστό των ελεύθερα διαπραγματεύσιμων μετοχών της εταιρίας Σ... (flee float), δηλαδή το ποσοστό που ήταν διεσπαρμένο στο ευρύ επενδυτικό κοινό, το οποίο ήταν ήδη χαμηλό, αφού το 70% των μετοχών της εταιρίας Σ... ήταν στα χέρια της ΑΤΤΙΚΑΤ (όσο μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών μιας εταιρίας ελέγχεται από την ομάδα των μεγαλομετόχων, οι τελευταίοι μπορούν ανεμπόδιστα να διαμορφώσουν την τιμή της μετοχής στο επίπεδο του επιθυμητού, δοθέντος ότι δεν υπάρχουν άλλοι επενδυτές με σημαντικό αριθμό μετοχών ώστε να οδηγήσουν την τιμή της μετοχής σε αντίθετη πορεία, όπως τούτο επιτυγχάνεται με την πώληση σημαντικού αριθμού μετοχών και μείωση της τιμής της μετοχής). Το μεγαλύτερο μέρος των αγορών του Α. πραγματοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 16-2-99 έως 18-6-99, κατά το οποίο η τιμή της μετοχής Σ... σημείωσε άνοδο 788,89%. Από τον ίδιο έλεγχο προέκυψε επίσης ότι τις αγορές μετοχών Σ... που πραγματοποιούσε για λογαριασμό των εταιριών του ο Α.ς, χρηματοδοτούσε ο Π. Π. κύριος μέτοχος της ΑΤΤΙΚΑΤ και η ΑΤΤΙΚΑΤ κύριος μέτοχος της Σ.... Επομένως, ο Α. ενεργούσε ως αχυράνθρωπος του Π. και της ΑΤΤΙΚΑΤ. Είναι τεράστια η οικονομική ωφέλεια που είχε η ΑΤΤΙΚΑΤ από την υπερτίμηση της μετοχής Σ..., διότι την αγόρασε στην τιμή των 337 δρχ. και στις 18-6-99 η τιμή της μετοχής ανερχόταν σε 2.999 δρχ. και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η τιμή κυμαινόταν από 33,5 έως 42,8 € ανά μετοχή. Όταν ολοκληρώθηκε η εξαγορά των μετοχών και η Σ... περιήλθε στα χέρια της ΑΤΤΙΚΑΤ, αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας Σ... με διανομή δωρεάν μετοχών (split). Διανεμήθηκαν δύο νέες μετοχές για καθεμιά παλαιά. Μέχρι την 18-6-99, οι Α.ς και οι εταιρίες συμφερόντων του (VEGA και PLEXUS), καθώς και οι εταιρίες συμφερόντων Π. (Algore και ΑΤΤΙΚΑΤ), αλλά και ο ίδιος ο Π.ς και διάφοροι τρίτοι, προέβησαν στην αγορά 926.400 μετοχών Σ... (2.779.200 μετοχές μετά το Split), οι οποίες αποτελούσαν το 57,29% των ελεύθερων μετοχών επί του συνόλου των 1.617.100 μετοχών (μετά το Split 4.851.300 μετοχές), ήτοι 20,85% των εισηγμένων μετοχών. Έτσι, στην ήδη υπερτιμημένη λόγω αγορών Α. μετοχή Σ..., δόθηκε περαιτέρω ώθηση με την αύξηση του κεφαλαίου. Με τις πράξεις αυτές αγοράς, περιορίσθηκε η προσφορά των μετοχών Σ... στο ευρύ επενδυτικό κοινό, το οποίο είχε στη διάθεσή του μόνο το 15,54% των εισηγμένων μετοχών ή το 42,71% των ελεύθερων μετοχών και έτσι διαμορφώθηκε η τιμή της μετοχής ανοδικά ακόμα και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, βοηθούντος και του ευνοϊκού χρηματιστηριακού κλίματος που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Λίγες ημέρες, όμως, πριν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (Split) πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές πακέτων μετοχών μεγάλης αξίας, ανερχόμενες σε 2.429.574.760 δρχ., με τις οποίες μεταβιβάστηκαν 366.000 μετοχές Σ... από την ΑΤΤΙΚΑΤ στην off shore εταιρία συμφερόντων Π. με την επωνυμία Algore και στις Π. Β. και Σ. Τ., σύντροφο και θυγατέρα αντίστοιχα του Κ. Τ., κυρίου μετόχου, Διευθύνοντος Συμβούλου και Γενικού Διευθυντή της ΑΤΤΙΚΑΤ, οι οποίες είχαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον Τ.. Σημειωτέον ότι, όπως προέκυψε, τις συναλλαγές για λογαριασμό των ανωτέρω πραγματοποιούσε ο Κ. Τ.. Ο έλεγχος επίσης των τραπεζικών και χρηματιστηριακών λογαριασμών που πραγματοποιήθηκε από τον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή, απέδειξε ότι η πωλήτρια των ανωτέρω πακέτων μετοχών Σ... ΑΤΤΙΚΑΤ, κατέβαλε στους αγοραστές το τίμημα, προκειμένου οι τελευταίοι να το καταβάλλουν στη χρηματιστηριακή εταιρία για να εξοφλήσουν την υποχρέωσή τους από την εξαγορά των μετοχών. Δηλαδή, οι μετοχές μεταβιβάστηκαν με τον τρόπο αυτό στους προαναφερθέντες αγοραστές, χωρίς στην πραγματικότητα να καταβληθεί το τίμημα, γεγονός που δεν ήταν γνωστό στο ευρύ επενδυτικό κοινό, με αποτέλεσμα το τελευταίο να παραπλανηθεί ως προς την πραγματική τιμή μεταβίβασης των ανωτέρω πακέτων μετοχών. Η διεξαγωγή πακέτων εικονικών ως προς το τίμημα, όπως τα ανωτέρω, δημιουργούν την πίστη στο ευρύ επενδυτικό κοινό, λόγω του μεγάλου όγκου τους και συνεπώς επηρεάζουν τις προσδοκίες τους σχετικά με την περαιτέρω τιμή της μετοχής. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της Algore που διεκπεραίωσε όλες τις επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές και τραπεζικές δοσοληψίες, ήταν ο Ι. Μ., αδελφός της συζύγου του Π. και μετέπειτα διευθύνων σύμβουλος της Σ... με υπόδειξη του Π. Π.. Οι αγοραστές αυτών των πακέτων φέρονται ότι ωφελήθηκαν σημαντικά από την αναμενόμενη μεγάλη αύξηση της τιμής που εύλογα ήταν ν' ακολουθήσει μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Πράγματι μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η τιμή της μετοχής Σ... κυμαινόταν από 13.500 έως 14.400 δρχ. Ακολούθως οι αγοραστές των ανωτέρω πακέτων πώλησαν στην τρέχουσα αγορά το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών που αγόρασαν και αποκόμισαν τεράστιο κέρδος. Εκτός των ανωτέρω προσώπων που συνδέονται άμεσα με τους κυρίους μετόχους της ΑΤΤΙΚΑΤ υπήρξαν και άλλοι επενδυτές που πραγματοποίησαν αγορές μετοχών Σ..., με χρηματοδότηση του Π. και της ΑΤΤΙΚΑΤ και συγκεκριμένα οι Ν. Μ., Ε. Β. και Π. Γ.. Ο τελευταίος, όπως θα αναφερθεί και στη συνέχεια, είναι εξάδελφος του Β. και τις εντολές για αγορές και πωλήσεις στο όνομά του έδινε ο Β.. Από τα χρήματα που εισέπραξαν από τις πωλήσεις οι ανωτέρω επενδυτές, ένα μέρος κράτησαν για λογαριασμό τους και το υπόλοιπο το επέστρεψαν στον Π., ενήργησαν δε κατ' αυτόν τον τρόπο, ως παρένθετα πρόσωπα για να μην αποκαλυφθεί ότι η ΑΤΤΙΚΑΤ και ο Π. διενεργούσαν σημαντικές συναλλαγές μετοχών Σ.... Ο Κ. Τ., η ΑΤΤΙΚΑΤ, ο Π.ς, η Μ. Π. και η εταιρία Algore κατέβαλαν συνολικά 5.016.828.386 δρχ. σε παρένθετα πρόσωπα. Στον Α. 1.928.004.258 δρχ., στην εταιρία VEGA 667.784.346 δρχ., στην PLEXUS 111.784.346 δρχ., στις φερόμενες ως ενεργούσες για λογαριασμό τους, στην ουσία όμως γι' αυτές ενεργούσε ο Κ. Τ., Π. Β. 544.921.520 δρχ. και Σ. Τ. 108.457.440 δρχ., στο Ν. Μ. 115.782.000 δρχ., στον Ε. Β. 200.000.000 δρχ., στον Π. Γ., στην ουσία στον Ε. Β. 609.607.447 δρχ., την εταιρία Algore από 1-6-99 έως 22-6-99 η ΑΤΤΙΚΑΤ χρηματοδότησε με το ποσό 1.546.674.680 δρχ. και στον Π. Φ. 24.565.920 δρχ. για αγορές μετοχών Σ... και έλαβαν από τα πρόσωπα αυτά 14.396.001.007 δρχ. από τις πωλήσεις των μετοχών. Ο Π. έλαβε 9.477.852.626 δρχ., η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 246.282.911 δρχ., η Algore 473.717.085 δρχ., δύο κοινοπραξίες της ΑΤΤΙΚΑΤ 80.000.000 δρχ., ο Α. Π. 2.618.615.960 δρχ., ο Κ. Π. 45.000.000 δρχ. (ο Π. απεβίωσε την 14.9.05 - βλ. την από 15-9-05 ληξιαρχική πράξη θανάτου - και ο Π. την 5.6.08), ο Π. Γ. και για λογαριασμό του ο Β. 164.987.421 δρχ., διάφοροι μεσάζοντες και διαχειριστές το ποσό του 1.289.545 δρχ. Επιπλέον, ο Π.Π. και η εταιρία συμφερόντων του Algore διενήργησαν σε ορισμένες συνεδριάσεις της ελεγχθείσας περιόδου, συναλλαγές στην τρέχουσα αγορά, οι οποίες είχαν τεχνητή ανατιμητική επίδραση στην τιμή (αγορές στο κλείσιμο, αγορές μεγάλου όγκου σε υψηλή τιμή). Το Σεπτέμβριο του έτους 1999 και σε συγκεκριμένες ημερομηνίες (14-9-99, 15-9-99, 16-9-99) οι Τ. Α., Π. Π. και η εταιρία VEGA, πώλησαν μετοχές με πακέτα σε θεσμικούς επενδυτές και μεγάλους ιδιώτες επενδυτές. Τα έσοδα από τις πωλήσεις των ανωτέρω πακέτων τα οποία ήταν πολύ υψηλά και προσδιορίζονται επακριβώς στις απαγγελθείσες κατηγορίες, κατέληξαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, στους λογαριασμούς του Π., ένα άλλο τμήμα στον Τ. Α., καθώς και στα στελέχη της εταιρίας ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ Ν. Γ., Σ. Α., μελών του Δ.Σ. και Ν. Μ.. Ο τελευταίος ήταν διευθυντής της διεύθυνσης έργων κατασκευαστικών εταιριών της Εμπορικής Τράπεζας. Η πώληση μετοχών από τον Π. μέσω του Α., με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών, δηλαδή μεγάλων σε αξία συναλλαγών εκτός του OΑΣΗΣ σε γνωστούς εκ των προτέρων αγοραστές, εξυπηρετούσε την ανάγκη να μη μειωθεί η τιμή της μετοχής. Η πτώση της τιμής θα ήταν αναπόφευκτη, συνεπεία πωλήσεως μεγάλου αριθμού μετοχών στο ευρύ επενδυτικό κοινό στην τρέχουσα αγορά, δηλαδή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαπραγμάτευσης. Προκειμένου λοιπόν ο Π. να βρει αγοραστές με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, οι οποίοι θα ήταν διατεθειμένοι να καταβάλλουν σημαντικά χρηματικά ποσά για να αγοράσουν μετοχές Σ... σε υψηλή τιμή, δηλαδή σ' αυτή που είχε διαμορφωθεί τον Σεπτέμβριο του έτους 1999, στράφηκε σε διαμεσολαβητές - υπαλλήλους χρηματιστηριακών εταιριών, οι οποίοι γνώριζαν τη χρηματιστηριακή αγορά και μπορούσαν να πλησιάσουν θεσμικούς επενδυτές ή μεγάλους ιδιώτες επενδυτές που διέθεταν σημαντικά κεφάλαια για επενδύσεις. Για την υπηρεσία αυτή που προσέφεραν στον Π. οι διαμεσολαβητές, δηλαδή με το να πείσουν μεγάλους επενδυτές να αγοράσουν μετοχές Σ... στην ήδη διαμορφωθείσα υψηλή τιμή, έλαβαν από τον Π. με συγκαλυμμένο τρόπο (κρυφά) χρηματικά ποσά που προέρχονταν από τις πωλήσεις των μετοχών Σ.... Ενδεικτικά μετά από όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, αναφέρουμε ότι : A) H off shore εταιρία VEGA INTERNATIONAL του Τ. Α.: 1) Την 16-2-99 τοποθέτησε εντολές αγοράς μετοχών Σ... 50.000 στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή των 1733 δρχ. ανά μετοχή και πραγματοποιήθηκαν αγορές 17.850 μετοχών Σ... συνολικής αξίας 30.959.352 δρχ. 2) Στις 9-3-99 η ίδια εταιρία τοποθέτησε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών Σ... στην ανώτατη τιμή των 1.922 δρχ. ανά μετοχή και σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 4.850 μετοχών συνολικής αξίας 9.320.876 δρχ. Και στις δύο περιπτώσεις η τιμή κλεισίματος της συνεδρίασης της ημέρας εκείνης, διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή, με άνοδο 8% για κάθε συνεδρίαση. 3) Την 10-3-99 η ίδια εταιρία τοποθέτησε εντολή αγοράς 35.150 μετοχών Σ... στην ανώτατη τιμή την 2.075 δρχ. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε στο σύνολο της κατά το άνοιγμα της συνεδρίασης και η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 7,92%. 4) Την 12-3-99 η ίδια εταιρία τοποθέτησε κατά την προσυνεδρίαση εντολή αγοράς μετοχών Σ... 20.000 στην ανώτατη τιμή των 2.419 δρχ. ανά μετοχή. Ακολούθως η εντολή εκτελέστηκε κατά το ποσό την 18.730 μετοχών και η τιμή κλεισίματος της μετοχής της ημέρας εκείνης σημείωσε αύξηση 8%. 5) Την 29-3-99 η ίδια εταιρία τοποθέτησε εντολή αγοράς μετοχών Σ... 57.110 αντί 3.705 δρχ. ανά μετοχή. Η συναλλαγή αυτή αντιστοιχούσε στο 53% του συνόλου των αγορών της ανωτέρω συνεδριάσεως και η πρώτη εντολή της ανωτέρω συνεδριάσεως των 30.000 μετοχών αγοράσθηκε προς 3.765 δρχ. ανά μετοχή (limit up). Η τιμή κλεισίματος της προηγούμενης ημέρας ήταν 3.487 δρχ. Η εντολή αγοράς 20.000 μετοχών Σ... που εισήχθη το τελευταίο λεπτό της συνεδριάσεως χωρίς όριο τιμής, εκτελέστηκε κατά το ποσό των 1.000 μετοχών και η VEGA διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος με άνοδο 7,92%. 6) Την 21-4-99 η ίδια εταιρία αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 3.000 μετοχές Σ... αντί 2.897 δρχ. ανά μετοχή. Το σύνολο των αγορών αυτών πραγματοποιήθηκε τα τελευταία δευτερόλεπτα της συνεδριάσεως με όριο 2.910 δρχ. 7) Την 6-5-99 η ίδια εταιρία τοποθέτησε εντολή αγοράς 41.700 μετοχών Σ... προς 4.713 δρχ. ανά μετοχή και την ίδια ημέρα η PLEXUS που είναι και αυτή συμφερόντων του Α., εξαγόρασε 25.000 μετοχές Σ... προς 4.791 δρχ. ανά μετοχή. Κατά την συνεδρίαση της ημέρας αυτής τοποθετήθηκαν εντολές αγοράς 25.000 μετοχών Σ... για κάθε μια από τις πιο πάνω εταιρίες χωρίς όριο τιμής. 8) Ο Θ. Κ., επίσης κατά την προσυνεδρίαση τοποθέτησε εντολή πώλησης 40.000 μετοχών Σ... στην ανώτατη τιμή (limit up). Οι παραπάνω εντολές αγοράς και πώλησης διασταυρώθηκαν μεταξύ τους δίνοντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής από την αρχή της συνεδριάσεως. Με τις συναλλαγές αυτές των VEGA-PLEXUS και Κ., οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο 76,83% των συνολικών διακινήσεων των μετοχών Σ... της ημέρας εκείνης, αντιστράφηκε η συναλλαγή μεταξύ Α. και Κ. που είχε πραγματοποιηθεί την 3-5-99. Η τιμή της μετοχής με τον παραπάνω μεθοδευμένο τρόπο αυξήθηκε κατά 4,6% την συγκεκριμένη συνεδρίαση και η εμπορευσιμότητα της κατά 60% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα. 9) Την 12-5-99 και 22-5-99 η ίδια εταιρία προέβη σε αγορά μετοχών Σ... 5.700 και 7.790 αντίστοιχα αντί 5.558 δρχ. η πρώτη και 6.250 δρχ. η δεύτερη ανά μετοχή. Β) Η εταιρία PLEXUS πραγματοποίησε επίσης αγορές με τον ίδιο μεθοδευμένο τρόπο, της μετοχής Σ..., όπως και η VEGA και οδήγησε τη διαμόρφωση της τιμής της μετοχής σε άνοδο 8% σε κάθε συνεδρίαση. 1) Ειδικότερα η PLEXUS έδωσε εντολή αγοράς μετοχών Σ... την 15-3-99 120.000 προς 2.612 δρχ. ανά μετοχή και την 17-3-99 δόθηκε στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης εντολή αγοράς 10.000 μετοχών Σ... χωρίς όριο τιμής. Τελικά αγόρασε συνολικά 48.590 μετοχές αντί 2.828 δρχ. ανά μετοχή και την ίδια ημέρα πώλησε στον εαυτό της δια της διασταυρώσεως εντολών αγοράς και πώλησης δημιουργώντας εικονική εμπορευσιμότητα. 2) Επίσης, την 22-3-99 αγόρασε 23.470, την 23-03-99 αγόρασε 30.870, την 24-3-99 αγόρασε 15.000, στις 7-4-99 17.200, την 7-5-99 45.000 αντί του ποσού των 2.612 δρχ. ανά μετοχή πού ήταν η αρχική αγορά έως 3.315 δρχ. που είχε η τελευταία. 3) Την 21-5-99 η PLEXUS αγόρασε από τον Α., κατά την διαδικασία χειροκίνητων πακέτων 50.000 μετοχές Σ... προς 5.898 δρχ. ανά μετοχή. Γ) Ο ίδιος ο Α., με τον ίδιο μεθοδευμένο τρόπο που αναφέραμε πιο πάνω αγόρασε : 1) Στις 16-3-99 75.000 μετοχές Σ..., 2) την 18-3-99 78.730 μετοχές Σ... προς 2.731,48 δρχ. ανά μετοχή. Στην τελευταία περίπτωση είχε αντισυμβαλλόμενους τις δύο εταιρίες VEGA και PLEXUS και τοποθετήθηκαν οι εντολές στην ίδια στιγμή και στην ίδια τιμή και όγκο, 3) την 3-5-99 ο Α.ς πώλησε 30.000 μετοχές Σ... αντί του συνολικού ποσού των 103.474.856 δρχ., για την αξία της οποίας εκδόθηκε επιταγή αντίστοιχη, την οποία παρέλαβε ο Ε. Π., 4) με τον ίδιο τρόπο αγόρασε μετοχές Σ... την 11-5-99, την 17-5-99, την 20-5-99, την 25-5-99, την 27-5-99, την 1-6-99, την 2-6-99, την 3-6-99 και 4-6-99, συνολικής ποσότητος 110.460 και η τιμή αγοράς κυμαινόταν από 5.015 αρχικά και 8.025 δρχ. η τελευταία, και 5) ακόμη προέβη μέσω του χρηματιστηρίου σε αγορές μετοχών Σ... την 17-6-99, 18-8-98, 19-8-99, 20-8-99 και 26-8-99. Οι αγορές που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 16-3-99 έως 29-3-99, από τον Α. και τις εταιρίες του που προαναφέρθηκαν, της μετοχής Σ..., καλύφθηκαν κατά την αξία τους σε σημαντικό ποσό από τον Π. Π. διά της εκδόσεως επιταγών ποσού 250.000.000 δρχ. και 50.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Για αγορές ακόμα που πραγματοποίησε ο Α.ς και οι εταιρίες του, μετοχών Σ..., κατά το χρονικό διάστημα από 6-5-99 έως 15-5-99 ύψους 500.000.000 δρχ., την αξία κατέβαλε η ΑΤΤΙΚΑΤ και ο Π. Π.. Οι αξία των αγορών που πραγματοποιήθηκαν την 23-3-99 συνολικού ποσού 100.464.699 δρχ. καταβλήθηκε από τον Κ. Τ. και την Μ. Π., με τη διακίνηση ποσών από σχετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω. Η αξία 91.100 περίπου μετοχών Σ... που ο Α. αγόρασε ο ίδιος την 10-8-99 έως 26-8-99, συνολικού ποσού 991.135.400 δρχ. μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗ AXE. Πληρώθηκαν κατά το ποσό των 471.135.400 δρχ. από την ΑΤΤΙΚΑΤ και κατά το ποσό των 520.000.000 δρχ. από την Algore. Tο συνολικό ποσό μετοχών Σ... που αγόρασε ο Α. και οι εταιρίες του από 16-2-99 έως 17-5-99 ανέρχεται σε 2.818.640 συνολικής αξίας 5.800.455.500 δρχ. Δ) Κατά το χρονικό διάστημα από 11-6-99 έως 8-11-99, ο ίδιος ο Α. και οι εταιρίες του πώλησαν με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων μετοχές Σ... σε διάφορα νομικά και φυσικά πρόσωπα σε τιμή ανά μετοχή που κυμαινόταν από 7.401 δρχ. αρχικά και 17.600 δρχ. η τελική πώληση ανά μετοχή. Ενδεικτικά η πώληση χειροκίνητων πακέτων μετοχών Σ... έλαβε χώρα την 11-6-99 από την VEGA και PLEXUS αλλά και από τον ίδιο τον Α. με αγοραστή την Algore SERVICES, αξίας 185.027.250 δρχ. + 185.027.250 δρχ. + 183.371.980 δρχ. = 503.274.120 δρχ. και το ποσό αυτό δεν καταβλήθηκε από την αγοράστρια Algore SERVICES αλλά από την ΑΤΤΙΚΑΤ με ισόποση επιταγή. Ε) Ακολούθως τη 19-4-99 η VEGA πώλησε με την ίδια διαδικασία 500.000 μετοχές Σ... στους Γ. Β. (250.000), στην ING Πειραιώς (100.000), στη Γενική Τράπεζα (50.000), στην INTERNATIONAL Ομολόγων Εσωτ. 30.000, στην INTER. ΜΕΙΚΤΟ ΕΣΩΤ. 30.000 και στην INTER ΑΝΑΠΤΥΞ. ΕΣΩΤ. 40.000 μετοχών Σ... αντί 13.500 δρχ. ανά μετοχή και συνολικά 6.750.257.500 δρχ. Ένα μέρος του άνω προϊόντος από την πώληση, ήτοι 5.000.000.000 δρχ., μεταφέρθηκε διά της εκδόσεως επιταγής της ΕΛΛΗΝΙΚΗ AXE σε λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν ο Π.. Το υπόλοιπο μαζί με άλλα ποσά ανερχόμενο συνολικά σε 1.020.400.000 δρχ., μετατράπηκε σε GBP (2.000.000) και εμβάσθηκε με εντολή της VEGA στο εξωτερικό. Η εξόφληση του ποσού που όφειλε ο Β. στην ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ έλαβε χώρα την 17-9-99 διά της μεταφοράς όχι από λογαριασμό του ιδίου αλλά από λογαριασμό που τηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα η Δ. Κ. και ο Α. Α.. ΣΤ) Στις 15-9-99 ο Α. με τον ίδιο μεθοδευμένο τρόπο, πώλησε 370.000 μετοχές Σ... αντί 14.400 δρχ. ανά μετοχή και δη στον Α. Κ. 50.000 στα Α/Κ INTER ΑΝΑΠΤ. ΕΣΩΤ. 50.000, στη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ 25.000, στην ΑΣΠΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ 25.000, στη ΛΑΪΚΗ Α/Κ ΜΕΤΟΧ. ΕΣΩΤ. 50.000, στη FRAM House INTERN. LTD 5.000, στην ΕΤΒΑ 15.000, στην ALICO A/K. MET. ΕΣΩΤ. 30.000, στην INERN. MΕIKTO EΣΩΤ. 50.000, στο Α/Κ ΑΑΑ Β. ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΣΩΤ. 20.000, στο Α/Κ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤ. 20.000, στο Α/Κ ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝ. ΜΕΤΟΧ. ΕΣΩΤ. 30.000. Το συνολικό ποσό πώλησης 5.295.232.800 δρχ. το έλαβε ο Α. διά της εκδόσεως επιταγών από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, τις οποίες είχε αποδεχθεί ο Π. και χωρίς να τις οπισθογραφήσει παρέδωσε στον Γ. και εκείνος στον Α. και οι οποίες, αφού οπισθογραφήθηκαν από τον ανωτέρω, διατέθηκαν ως εξής: 1.000.000.000 δρχ. κατέληξε σε λογαριασμό του Π. στην Τράπεζα Πειραιώς, άλλα 2.000.000.000 δρχ. κατέληξαν σε λογαριασμό που τηρούσε ο Π. στην Τράπεζα Πειραιώς, διά της εκδόσεως δύο επιταγών, άλλο ποσό 1.005.687.800 δρχ. κατέληξε σε λογαριασμό που τηρούσε επίσης ο Π. στην Τράπεζα Πειραιώς. Τρεις ακόμα επιταγές ποσού 89.545.000, 150.000.000, 50.000.000 δρχ., οι οποίες εισπράχθηκαν από τον Υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, Γ. Β.. Επίσης, ποσό 50.000.000 δρχ. παραδόθηκε στον Β. Κ. διαχειριστή Α/Κ της ΙΝΤΕRΝ. ΑΕΔΑΚ ποσό 110.000.000 εισπράχθηκε από τον Υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Χ. Μ., ποσό 600.000.000 δρχ. κατέληξε στο λογαριασμό του Γ. Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Τέλος ποσό 240.000.000 δρχ. κατέληξε στον κοινό λογαριασμό που τηρούσαν στην EUROBANK και άνοιξε για το σκοπό αυτό την 5-10-99 οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ.. Την 8-11-99 ο Α. με το γνωστό μεθοδευμένο τρόπο και η εταιρία του VEGA, πώλησαν στον Α. Π. αντίστοιχα 67.000 και 83.000 μετοχές Σ... αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή. Το συνολικό ποσό των πωλήσεων αυτών 2.639.960.626 δρχ. μεταφέρθηκε διά της εκδόσεως επιταγών την 12-11-99 στον ίδιο αγοραστή σε λογαριασμό που τηρούσε στην CAPITAL AXE. Ο Α. πώλησε με τον περιγραφόμενο τρόπο 2.800.270 μετοχές Σ... συνολικής αξίας 24.044.324.333 δρχ.. Οι θεσμικοί επενδυτές πώλησαν τις μετοχές που αγόρασαν με πακέτο, στο ευρύ επενδυτικό κοινό με αποτέλεσμα να πέσει η τιμή της μετοχής. Η περιουσιακή βλάβη που υπέστησαν οι μεριδιούχοι των Α/Κ ενδεικτικά ανέρχεται ως εξής: α) Για την ALICO A/K ΜΕΤΟΧ. ΕΣΩΤ. σε 135.959.250 δρχ., β) για την Α/Κ INTERN. ΑΝΑΠΤ. ΕΣΩΤ. σε 153.030.825 δρχ., γ) για το A/K INTERN. ΜΕΙΚΤΟ ΕΣΩΤ. 257.061.800 δρχ., δ) για το A/K ομολόγων ΕΣΩΤ. σε 1.022.250 δρχ., ε) για την ΑΣΠΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ σε 37.081.778 δρχ., στ) για το Α/Κ ΛΑΪΚΗΣ ΕΣΩΤ. σε 403.175.540 δρχ. και ζ) για το Α/Κ της METROLIFE σε 110.266.700 δρχ.. Ο Α.ς με τον παραπάνω τρόπο που ενήργησε αποσκοπούσε να προσπορίσει στον εαυτό του και τους συγκατηγορούμενούς του παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο ποσό των 18.243.868.783 δρχ., διότι οι επενδυτές παραπλανήθηκαν από την τεχνητά διαμορφωθείσα τιμή της μετοχής Σ... σε ανοδικό ρυθμό και η ζημιά τους συνίσταται στην διαφορά που προέκυψε μεταξύ της τιμής της αγοράς και πώλησης των προαναφερθέντων μετοχών. Ο Π. Π. ήταν ο κύριος διοργανωτής αυτής της μεθοδεύσεως με σκοπό την εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού με τη διαδικασία των εικονικών πακέτων πώλησης των μηνών Μαΐου - Ιουνίου, τις μεθοδευμένες συναλλαγές διά της χρησιμοποιήσεως παρενθέτων προσώπων και των εταιριών συμφερόντων του (Algore, Roseleich, Κ..., ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ) και τις παράνομες αμοιβές και προμήθειες που κατέβαλε σε στελέχη και συνεργάτες της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, στον διαχειριστή της INTERN. LIFE AEΔΑΚ κλπ και με τον τρόπο αυτό αποκόμισε τεράστια κέρδη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι κατά τις ημερομηνίες 10-6-99, 7-9-99, 10-9-99, 13-9-99 και 15-9-99 η εταιρία συμφερόντων του Π. Algore και ο ίδιος, διά της διαδικασίας κινήσεως των χρηματικών λογαριασμών που τηρούσε στις χρηματιστηριακές εταιρίες CAPITAL ΕΛΛΗΝΙΚΗ κτλ. Αγόρασε αντίστοιχα: 39.950 μετοχές Σ... προς 9.387,7 δρχ. ανά μετοχή, 58.480 μετοχές προς 12.529 δρχ. ανά μετοχή, 10.060 μετοχές προς 13.468 δρχ. ανά μετοχή και 49.390 προς 14.611 δρχ. ανά μετοχή. Οι αγορές αυτές πραγματοποιήθηκαν με εντολές που δόθηκαν άλλοτε κατά την προσυνεδρίαση και άλλοτε κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, μερικές δε που δόθηκαν στο τέλος της συνεδριάσεως έμειναν ανεκτέλεστες και περιελήφθησαν στα ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ του ΧΑΑ, με αποτέλεσμα να δημιουργείται πλασματική ζήτηση της μετοχής. Επίσης, οι εντολές που δόθηκαν για την αγορά μετοχών Σ..., σε ορισμένες συνεδριάσεις, ξεπερνούσαν το 50% (ήτοι ανέρχονταν σε 78,44% και 68,30% κατά την 7-9-99 και 15-9-99) του συνόλου της διακίνησης της μετοχής κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες και δόθηκαν χωρίς όριο τιμής αγοράς. Περαιτέρω η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΤΕ, την οποία είχε εξαγοράσει ο Π. κατά ποσοστό 56,64%, πραγματοποίησε αγορές μετοχών Σ... κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2000, 1-2-2000, 2-2-2000 και 15-2-2000 με αντισυμβαλλόμενη την Algore. Συγκεκριμένα, την 31-1-00 η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛ. αγόρασε 100.000 μετοχές Σ..., προς 10.746 δρχ. ανά μετοχή, την 1-2-2000 με τον ίδιο τρόπο αγόρασε 70.000 μετοχές Σ... αντί 11.161 δρχ. ανά μετοχή, την 2-2-00 αγόρασε ίδιες μετοχές 50.000 αντί 11.139 και την 15-2-00 160.000 μετοχές Σ... προς 11.200 δρχ. ανά μετοχή. Οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν με εντολές αγοράς και πώλησης που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων, στην ίδια τιμή και όγκο και διασταυρώθηκαν. Στην τελευταία περίπτωση, η ΕΤΑΝΕ (15-2-00), αντί να πληρώσει την οφειλή της στην CAPITAL AXE, ύψους 1.792.072.400 δρχ. παρέδωσε στο Θ. Π. (Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ), στις 8-2-00, την επιταγή ποσού 1.884.199.055 δρχ. η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ΕΤΑΝΕ στη EUROBANK και εκείνος την κατέθεσε στο χρημ. λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ και Roseleich ENTERPRISES Ltd, εταιρία συμφερόντων Π., για να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της που προήλθε από αγορά την 2-2-00 και 3-2-00 και 4-2-00 μετοχών ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, συνολικής αξίας 1.884.199.055 δρχ. και οι αγορές αυτές της Roseleich έγιναν με αντισυμβαλλόμενους τους Α. και Π. μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ. Το ανωτέρω ποσό που διέθεσε η ΕΤΑΝΕ προοριζόταν για εξαγορά ομοειδών επιχειρήσεων και το είχε αντλήσει από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Με αυτό εξαγόρασε το 2,85% του μετοχικού κεφαλαίου της Σ..., της οποίας η τιμή της μετοχής είχε τεχνηέντως υπερτιμηθεί. Συνεπεία των απατηλών ενεργειών, προκλήθηκε ζημία στους μικρομετόχους της εταιρίας ΕΤΑΝΕ. Σημειώνεται ότι η ΑΤΤΙΚΑΤ αγόρασε το 70% της εταιρίας Σ... αντί 3.089.212.581 δρχ., ενώ η ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ για την αγορά του 2,85% της εταιρίας Σ... κατέβαλε 4.191.777.186 δρχ. Τα κέρδη που προέκυψαν από συναλλαγές του Π., της ΑΤΤΙΚΑΤ και της Algore ανέρχονται συνολικά σε 14.642.735.783 δρχ. Συγκεκριμένα, τις μετοχές Σ... που απέκτησε η Algore με τον προαναφερθέντα τρόπο από τον Α.-ΑΤΤΙΚΑΤ και τις εταιρίες του Α., καθώς και άλλες που αγόρασε στην τρέχουσα αγορά από 15-7-99 έως 24-3-2000 και συνολικά 940.760, πώλησε από αυτές 824.970 μέσω της τρέχουσας αγοράς και με πακέτα και απέκτησε κέρδος 6.111.299.388 δρχ. Τα κέρδη της ΑΤΤΙΚΑΤ από τις προαναφερθείσες συναλλαγές (πώλησε 1.451.110 μετοχές Σ... έως 9-2-00), ανήλθαν σε 8.391.178.243 δρχ.. Τα κέρδη του Π. που εισπράχθηκαν από την πώληση μετοχών Σ... μέσω πακέτου αλλά και σε θεσμικούς επενδυτές και στην τρέχουσα αγορά από 20-9-99 έως 17-12-99 ανήλθαν σε 140.258.153 δρχ. Ζ) Οι ως άνω κατηγορούμενοι, Π. Π. και Τ. Α., κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-99 έως 16-10-00, αποσκοπώντας να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση των χρημάτων που αποκτήθηκαν με την εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού για μεγάλο χρονικό διάστημα με τις μεθοδευμένες συναλλαγές που περιγράφησαν πιο πάνω, αποδέχθηκαν, μεταβίβασαν και παρείχαν συνδρομή στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προκειμένου να προσδώσουν σε αυτά νομιμοφανή υπόσταση, ως δήθεν προερχόμενα από νόμιμες συναλλαγές μέσω του χρηματιστηριακού και τραπεζικού συστήματος. Συγκεκριμένα, 1) την 20-9-99 ο Τ. Α. μεταβίβασε μέσω της εταιρίας συμφερόντων του (VEGA), στον Π. Π., ο οποίος το αποδέχτηκε, το ποσό των 5.000.000.000 δρχ. διά της εκδόσεως της υπ' αριθ. 94982 επιταγή της τράπεζας HSBC (σε διαταγή της ελληνικής ΑΧΕ) και με αυτό το ποσό πιστώθηκε ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε σε αυτήν ο Π.ς. 2) Την 28-9-99 ο Α. μεταβίβασε διά της παραδόσεως με οπισθογράφηση των υπ' αριθ. ..., ..., ... και .../28-9-99 επιταγών, συνολικό ποσό 4.005.687.800 δρχ. στον Π. Π., οι οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος του σχετικού λογαριασμού που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα και ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Τις ανωτέρω επιταγές ο Π. κατέθεσε την 29-9-99 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς. 3) Την 28-9-99 ο Α. παρέδωσε με οπισθογράφηση στον Π. και εκείνος στη συνέχεια με λευκή οπισθογράφηση μεταβίβασε στον Ν. Γ. τις υπ' αριθ. ..., ... και .../28-9-99 επιταγές, συνολικού ποσού 289.545.000 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή Α. και σε βάρος του ίδιου λογαριασμού που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ίδια τράπεζα. Ο Ν. Γ. παρέδωσε τις επιταγές προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑ Χ. Β.. 4) Την 28-9-99 επίσης ο Α. παρέδωσε στον Π. την υπ' αριθ. .../28-9-99 επιταγή ποσού 50.000.000 δρχ., η οποία είχε εκδοθεί σε βάρος λογαριασμού που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ίδια Τράπεζα (ΕΓΝΑΤΙΑ). Την επιταγή αυτή ο Π., αφού αποδέχτηκε, μεταβίβασε στη συνέχεια στον Ν. Γ. και ο τελευταίος στον Β. Κ., Διαχειριστή της INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ και την 6-10-99 εισπράχθηκε μέσω της Γενικής Τραπέζης για να διατεθεί το ποσό για αγορά μεριδίων Α/Κ ομολόγων INTERN. Εσωτ. 5) Την 28-9-99 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε διά των νομίμων εκπροσώπων της (Γ. και Δ. Κ.) την υπ' αριθ. .../28-9-99 επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ. σε διαταγή Τ. Α. σε βάρος του ίδιου λογαριασμού που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα. Αυτή η επιταγή παραδόθηκε από τον Α. στον Π. με οπισθογράφηση, ο οποίος την αποδέχθηκε και στη συνέχεια την παρέδωσε με λευκή οπισθογράφηση στον Γ. και εκείνος την έδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ Χ. Μ.. 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-99 έως 6-10-99 ο Α. παρέδωσε με οπισθογράφηση στον Π. τις υπ' αριθ. ... και .../28-9-99 επιταγές ποσού 240.000.000 δρχ., οι οποίες είχαν εκδοθεί της ίδιας ΑΧΕ από την ίδια τράπεζα, στη συνέχεια ακυρώθηκαν και σε αντικατάστασή τους εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... επιταγή ιδίου ποσού και κατατέθηκε από τον Γ. στον κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε αυθημερόν στην EUROBANK για τους Ν. Γ., Δ. Λ. και Γ. Μ.. Ο πρώτος είναι Γενικός Διευθυντής και υπεύθυνος θεσμικών επενδυτών της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, ο δεύτερος Διευθύνων Σύμβουλος και ο τρίτος συνεργάτης της ίδιας εταιρίας. 7) Την 28-9-99 ο Α. παρέδωσε στον Π. την υπ' αριθ. ... επιταγή 220.000.000 δρχ., η οποία είχε εκδοθεί σε διαταγή Α. και σε βάρος του ίδιου πιο πάνω λογαριασμού της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, ο Π. με τον ίδιο τρόπο την παρέδωσε στον Γ. και ο τελευταίος στον Γεώργιο Μ., πιστώνοντας τον χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε στην ίδια ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους και αναλήφθηκε διά διαφόρων επιταγών. Ειδικότερα η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στις 5-10-99 εξέδωσε τις υπ' αριθ. ...-3 και ...-2 επιταγές συνολικού ποσού 31.725.000 δρχ. Η πρώτη ποσού 28.925.000 δρχ. εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και η δεύτερη με το υπόλοιπο ποσό από τον Γ. Κ., διευθυντή επενδύσεων της ALICO. Τα ποσά των παραπάνω επιταγών προέρχονταν από χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην ίδια ΑΧΕ. 8) Την ίδια ημερομηνία, η ίδια ΑΧΕ με χρέωση του ίδιου λογαριασμού του Μ. εξέδωσε τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ. και δη την υπ' αριθ. ... ποσού 28.925.000 δρχ. και κατετέθη στον λογαριασμό του Σ. Α. στην EUROBANK, την υπ' αριθ. ... ιδίου ποσού, η οποία κατετέθη στην ίδια τράπεζα σε λογαριασμό του Δ. Λ. και την υπ' αριθ. ... ίδιου ποσού, που κατετέθη υπέρ αγνώστων. Το υπόλοιπο ποσό (101.500.000 δρχ. που προέρχεται από την επιταγή ποσού 220.000.000 δρχ. που είχε λάβει ο Α. από πώληση πακέτων μετοχών την 28-9-99 μεταφέρθηκε στον κοινό λογαριασμό που τηρούσαν στην EUROBANK οι Γ., Μ. και Λ., διά της εκδόσεως της υπ' αριθ. ...-01 επιταγής της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, ποσού 509.501.503 δρχ. και σε χρέωση λογαριασμού του Γ. Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε με άλλα ποσά ανερχόμενος συνολικά σε 754.536.635 δρχ.. 9) Από το ποσό αυτό διάφορα ποσά μεταβιβάστηκαν διά της εκδόσεως τεσσάρων επιταγών εκ των οποίων 24.750.000 δρχ. εισέπραξε ο Γ., άλλα ποσά ο Γ., καθώς και διάφοροι άλλοι. Επίσης, και διά μεταφοράς, την 26-11-99, 100.800.000 δρχ., 105.135.000 δρχ., 30.000.000 καθώς και άλλων μικρότερων ποσών κλπ. Από τα παραπάνω ποσά 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό Λ., Μ., Γ.. Στις 4-1-2000 από τον αρχικό λογαριασμό ο Μ. έλαβε 23.730.000 δρχ. 10) Στις 28-9-99 ο Α.ς παρέδωσε στον Π., ο οποίος τις αποδέχθηκε, τις υπ' αριθ. ... και .../28-9-99 επιταγές ποσού 200.000.000 και 80.000.000 δρχ., αντίστοιχα, σε βάρος λογαριασμού που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζα και ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, προκειμένου να εξοφληθεί απαίτηση του Τ. Α. από πωλήσεις μετοχών που πραγματοποίησε την 15-9-99. Το ποσό αυτό κατέληξε με τη μεσολάβηση του Γ. στο λογαριασμό του Γ. Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ και χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές σε διάφορους τίτλους και ένα μέρος αναλήφθηκε από τους Γ., Α., Λ. διά της γνωστής μεθόδου της εκδόσεως διαφόρων επιταγών και 130.000.000 από τον Γ. Β.. 11) Την 5-5-99 ο Τ. Α. έλαβε από τη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE 103.474.856 δρχ. σε εξόφληση μέρους της απαίτησής του που προήλθε από την πώληση μετοχών Σ... με αντισυμβαλλόμενο τον Κ. διά της εκδόσεως της υπ' αριθ. ...-1/6-5-99 επιταγής σε βάρος λογαριασμού που τηρούσε η ως άνω ΑΧΕ στην Alpha Τράπεζα. Περαιτέρω, ο Α. την επιταγή αυτή μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Ε. Π., κατόπιν εντολής του Π.. Ο Π. την παρέδωσε στον λογιστή της εταιρίας K... A.E. και κατέληξε σε λογαριασμό της τελευταίας εταιρίας που τηρούσε στην EUROBANK. Η εταιρία Κ... είναι συμφερόντων Π. και το παραπάνω ποσό μαζί με άλλα κατέληξε στην ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. 12) Περαιτέρω ο Π. Π. αποδέχθηκε με σκοπό να συγκαλυφθεί η παράνομη προέλευσή του, το ποσό των 473.717.089 δρχ., το οποίο προέκυψε από την πώληση κατ' εντολή του Κ. Τ., στο όνομα της Π. Β., μετοχών Σ... με τον προαναφερθέντα τρόπο συνολικού ποσού 2.145.465.021 δρχ. Για το ποσό των 473.717.089 δρχ. εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../5 επιταγή σε διαταγή της CAPITAL AXE και πιστώθηκε αντίστοιχα ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην CAPITAL η εταιρία συμφερόντων Π. Algore, για να εξοφλήσει οφειλή της από αγορά άλλων μετοχών πλην της Σ.... Ο Θ. Κ. ήταν φίλος του Α. και τηρούσε κοινό λογαριασμό με τον Π. και τη Μ. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς (υπ' αριθ. ...). Από το λογαριασμό αυτό εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 306.894.715 δρχ. και το ποσό κατατέθηκε στην τράπεζα HSBC υπέρ του λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν η Midland για να καλύψει την αξία αγοράς μετοχών Σ... που είχε πραγματοποιήσει ο Α. την 23-3-99 και 29-3-99. Οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν την 3-5-99 με εντολές αγοράς από τον Κ. 30.000 μετοχών Σ... και από τον Α. με αντίστοιχες εντολές πώλησης έλαβαν χώρα κατά την προσυνεδρίαση στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή. Ακολούθως, την 6-5-99, όπως έχει αναφερθεί, ο Κ. πούλησε τις μετοχές αυτές με αντισυμβαλλόμενους την VEGA και PLEXUS και ακόμα 10.000 μετοχές, δηλαδή σύνολο 40.000 και έτσι επηρεάσθηκε η τιμή της μετοχής, αφού και στην περίπτωση αυτή χρησιμοποιήθηκε ο ίδιος τρόπος πώλησης και αγοράς και αντιστράφηκε η πώληση. Την 6-5-99 οι αγορές που πραγματοποίησαν η VEGA και η PLEXUS αντιπροσώπευαν το 76,83% των συνολικών διακινηθεισών μετοχών εκείνης της συνεδριάσεως. Η εμπορευσιμότητα της μετοχής Σ... κατά τη συνεδρίαση αυτή αυξήθηκε με τη μεθόδευση που αναφέρθηκε στο 60% σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση και έτσι παραπλανήθηκε το επενδυτικό κοινό. Την 1-6-99 ο ίδιος ο Κ., συμμετέχοντας στο οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης του επενδυτικού κοινού, πώλησε με αντισυμβαλλόμενο τον Α. 6.720 μετοχές Σ... με εντολές αγοράς και πώλησης που δόθηκαν σε χρονική απόσταση 3 δευτερολέπτων μεταξύ τους, και αφορούσαν την ίδια τιμή και όγκο και συνολικού ποσού 43.008.000 δρχ. Συνολικά, ο Κ. πώλησε με τον ως άνω μεθοδευμένο τρόπο 172.290 μετοχές Σ... (προσαρμοσμένος όγκος μετοχών), αντί 374.902.469 δρχ. Από το ποσό αυτό το μεγαλύτερο μέρος διατέθηκε για την αγορά μετοχών, ενώ 57.362.750 δρχ. κατετέθη τμηματικά και δη την 19-3-99 ποσό 7.772.900 δρχ., την 12-5-99 5.473.395 δρχ., την 16-6-99 5.738.000, την 22-6-99 18.053.410 δρχ., την 5-7-99 4.066.975 δρχ., την 12-7-99 6.834.515 δρχ. και στις 18-8-99 9.423.525 δρχ., στο λογαριασμό που τηρούσε η Midland στην EUROBANK, με σκοπό να συγκαλυφθεί η αληθινή προέλευση του ως προϊόντος εγκληματικής πράξης. Ο Θ. Π., Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ. Ο ανωτέρω φέρεται να εξέδωσε την υπ' αριθ. 33691642 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.884.199.055 δρχ. σε βάρος της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ και υπέρ της εταιρίας ROSELEICH ENTERPRISES LTD, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και την κατέθεσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Σκοπός της επιταγής αυτής ήταν να εξοφλήσει η Roseleich ισόποση οφειλή της που προήλθε από αγορές μετοχών ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ της 2/2, 3/2 και 4/2 - 00 με αντισυμβαλλόμενους τον Π. και Α.. Η Roseleich είναι offshore συμφερόντων Π. και στο υπόμνημά του ο Π. αναφέρει ότι είχε δώσει και ο ίδιος εντολή αγοράς μετοχών για τη Roseleich, για την οποία υποστηρίζει ότι είναι δικών του συμφερόντων και όταν η ΕΓΝΑΤΙΑ τον ειδοποίησε να πληρώσει νόμιζε ότι αφορούσε τη δική του εντολή. Το λάθος αντελήφθη λίγες ημέρες αργότερα, όταν η CAPITAL παρέδωσε στο λογιστήριο της ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ πινακίδιο αγοράς μετοχών Σ... και παρακάλεσε τον Π. να το καλύψει λόγω πρόσκαιρης ταμειακής δυσχέρειας δικής του, όπως και έγινε και εν συνεχεία εκείνος επέστρεψε τα χρήματα. Από τα στοιχεία της χρηματιστηριακής εταιρίας ΕΓΝΑΤΙΑ προέκυψε ότι ποσό 7.983.100.125 δρχ. μεταφέρθηκε από τον χρημ. λογαριασμό της Roseleich σε χρημ. λογαριασμό του Π. και έτσι ανατρέπεται ο ισχυρισμός του Π., περί εταιρίας δικών του συμφερόντων. Την 31/1, 1/2, 2/2 και 15/2 - 2000 η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ στο πλαίσιο τοποθέτησης κεφαλαίων που προήλθαν από την αύξηση κεφαλαίου αγοράς σε μετοχές Σ... από την Algore (160.000 με πακέτο) και συνολικά 214.000 και συνεπεία των απατηλών μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν, προκλήθηκε ζημία στους μικρομετόχους. Ο Κ. Τ., με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου και κυρίου μετόχου της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ (κατείχε την 12-3-99 το 13,78%) προέβη, κατόπιν κοινής απόφασης με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του (Π. - Α. - Μ. - Β. - Φ.), σε συγκεκριμένες ενέργειες, με απώτερο σκοπό την εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού και την αποκόμιση από αυτή παράνομου κέρδους. Ειδικότερα, λίγες ημέρες πριν το split της 18-6-99, η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ προέβη σε πωλήσεις με πακέτο 268.000 μετοχών Σ.... Συγκεκριμένα, αυτός διατηρούσε με τη σύντροφό του Π. Β. στην EUROBANK τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό και με τη θυγατέρα του Σ. Τ. διατηρούσε επίσης στην ίδια τράπεζα τον υπ' αριθ. 038/104384-00010/09 κοινό λογαριασμό. Χρησιμοποιώντας τους κωδικούς της συντρόφου και θυγατέρας του αγόρασε μετοχές Σ.... Ειδικότερα, ακόμα την 26-5-99 η ΑΤΤΙΚΑΤ πώλησε στους Π. Β., Algore, Π. Φ. και Π. 168.000 μετοχές. Από αυτές 50.000 πώλησε στην Π. Β. (150.000 μετά το split) αντί του συνολικού τιμήματος των 308.361.000 δρχ. Την 1-6-99 πώλησε επίσης η ΑΤΤΙΚΑΤ συνολικά 100.000 μετοχές και από αυτές 35.000 στην Β. αντί 236.560.520 δρχ. Την ίδια ημερομηνία η Σ. Τ., με ενέργειες του Κ. Τ. φέρεται να αγόρασε από την ΑΤΤΙΚΑΤ 12.000 μετοχές Σ... (36.000 μετά το split) αντί του συνολικού τιμήματος 109.217.190 δρχ. Οι ανωτέρω πωλήσεις ήταν εικονικές ως προς το τίμημα, δεδομένου ότι το προϊόν της πωλήσεως επιστράφηκε μέσω της CAPITAL στους αγοραστές για να καλύψουν την υποχρέωση της αγοράς. Για την εξόφληση της πρώτης απαίτησης από το προϊόν των 168.000 μετοχών εξεδόθη από την CAPITAL η υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς και για την εξόφληση της δεύτερης απαίτησης της ΑΤΤΙΚΑΤ συνολικού ποσού 670.090.800 δρχ. (περιλαμβανομένων και άλλων), έλαβε από την CAPITAL ισόποση επιταγή υπ' αριθ. ...-6/7-6-99 της Εμπορικής Τράπεζας. Για την εξόφληση της απαίτησης από τη Σ. Τ., η ΑΤΤΙΚΑΤ έλαβε από τον κοινό λογαριασμό που τηρούσε στην EUROBANK η Τ. με τον πατέρα της 1.157.520 δρχ. και τα υπόλοιπα καλύφθηκαν με ισόποση επιταγή της CAPITAL υπ' αριθ. ... σε βάρος λογαριασμού που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εισπράχθηκα αυθημερόν από την EUROBANK και πιστώθηκε ο λογαριασμός της Σ. Τ. στην CAPITAL. Μέρος των ανωτέρω μετοχών η Σ. Τ. πώλησε στην τρέχουσα αγορά (25.000) κατά το χρονικό διάστημα από 5-7-99 έως 25-11-99 αντί του συνολικού ποσού των 401.395.021 δρχ. και ποσό 390.106.824 δρχ. μεταφέρθηκε στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε στην EUROBANK με τον Κ. Τ.. Το υπόλοιπο ποσό 120.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε σε λογαριασμό που τηρούσε στην EUROBANK η ΑΤΤΙΚΑΤ. Περαιτέρω, η Π. Β., εκτός από τις μετοχές που αγόρασε με τον παραπάνω τρόπο, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά την 4-2-00 40.000 μετοχές Σ... αντί 478.229.165 δρχ. Από αυτές 29.260 πραγματοποιήθηκε με εντολές αγοράς και πώλησης (ήτοι 21.000 μετοχές) που δόθηκαν με χρονική απόσταση ολίγων δευτερολέπτων και διασταυρώθηκαν μεταξύ τους στην ανώτατη τιμή της ημέρας εκείνης. Κατά τη συνεδρίαση αυτή η τιμή έκλεισε με άνοδο 6,08%. Από τις μετοχές που η Β. φέρεται να αγόρασε (255.000 προσαρμοσμένου όγκου) και 1.000 ακόμα που αγόρασε στην τρέχουσα αγορά την 24-6-99, πώλησε 130.901, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ, από 24-6-99 έως 22-12-99 και εισέπραξε 1.870.955.978 δρχ. Από το ποσό αυτό έλαβε την 8-2-99, 481.062.488 δρχ. για να εξοφλήσει την οφειλή της από την αγορά των 40.000 μετοχών. Δηλαδή, η συνολική αξία των μετοχών που αγόρασε η Β. (296.000) από 26-5-99 έως 4-2-00 συνήλθε σε 1.030.089.120 δρχ. και η συνολική αξία των μετοχών που η ανωτέρω επώλησε από 5-7-99 έως 16-10-2000 ανήλθε σε 2.145.465.021 δρχ. Δηλαδή αποκόμισε κέρδος 1.115.465.021 δρχ. Ένα μέρος από το ποσό αυτό διατέθηκε για την εξόφληση μετοχών Σ... που είχε αγοράσει η Algore, ήτοι 473.717.089 δρχ. και ποσό 126.282.911 δρχ. μεταφέρθηκε στον κοινό λογαριασμό με τον Κ. Τ.......Την 20-8-99 ο Ν. Μ., τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν διευθυντής της Διεύθυνσης έργων και κατασκευαστικών εταιριών της Εμπορικής Τράπεζας με αντικείμενο τη χρηματοδότηση των μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών, αγόρασε 10.000 μετοχές Σ... με πακέτο με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ, αντί συνολικού τιμήματος 115.003.125 δρχ. Το ποσό αυτό πληρώθηκε με διακίνηση επιταγών μέσω των τραπεζών Πειραιώς, Alpha και EUROBANK από την ΑΤΤΙΚΑΤ. Δηλαδή η αγορά αυτή ήταν εικονική ως προς το τίμημα. Τις μετοχές αυτές ο ανωτέρω πώλησε μετά από δύο ημέρες στην τρέχουσα αγορά αντί 117.120.856 δρχ. και από αυτό το ποσό 45.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε σε λογαριασμό του Κ. Π. και τα υπόλοιπα, οικειοποιήθηκε ο ίδιος, δέχθηκε δε και το ποσό των 13.704.572 δρχ. του Φ.. Η εικονική συναλλαγή αυτή είχε ως συνέπεια να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό ως προς την εμπορευσιμότητα του τιμήματος της μετοχής Σ... κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο. Ο Π. Φ., αγόρασε πάλι για λογαριασμό του Μ., την 26-5-99 4.000 μετοχές Σ... αντί 24.400.000 δρχ. με εντολές αγοράς και πώλησης που τοποθετήθηκαν την ίδια στιγμή, στην ίδια τιμή και όγκο και την αξία αυτής της αγοράς κατέβαλε η ΑΤΤΙΚΑΤ. Στις 19-7-99 ο Φ., αφού μετά το split είχε λάβει 8.000 ακόμα μετοχές Σ..., πώλησε για λογαριασμό του Μ., 4.000 μετοχές και από το συνολικό τίμημα ανερχόμενο σε 15.860.000 δρχ. κατετέθη σε λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα και ο ανωτέρω έλαβε την 27-7-99 ποσό 13.704.572 δρχ. και το κατέθεσε σε λογαριασμό του Μ. στην Εμπορική Τράπεζα. Έτσι λειτούργησε ως παρένθετο πρόσωπο ο Κ. Π., οικονομικός και φοροτεχνικός σύμβουλος της ΑΤΤΙΚΑΤ και του ομίλου των εταιριών του Π.. Ο ανωτέρω φέρεται να αγόρασε με πακέτο την 26-5-99 18.000 μετοχές Σ..., αξίας 111.009.960 δρχ. χωρίς να καταβάλει το τίμημα το οποίο εξοφλήθηκε από την ΑΤΤΙΚΑΤ και τις πώλησε μετά από δύο ημέρες στην Algore. Παράλληλα έλαβε και 45.000.000 δρχ. που προερχόταν από πώληση εικονικών πακέτων μετοχής Σ... προς τον Ν. Μ....Ο Εμμ. Β. είναι μέλος του Δ.Σ και μέτοχος των εταιριών ΑΤΤΙΚΗ ΑΚΤΗ ΑΛΙΜΟΥ και ΑΤΤΙΚΗ ΑΚΤΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ, θυγατρικές της ΑΤΤΙΚΑΤ. Ο ανωτέρω λειτούργησε ως παρένθετο πρόσωπο προκειμένου να πραγματοποιήσει συναλλαγές ο Π.ς και επίσης έδινε εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών Σ... στο όνομα του εξαδέλφου του Π. Γ.. Ο τελευταίος, φέρεται να αγόρασε κατά το χρονικό διάστημα από 19-8-99 έως 24-8-99, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω 51.200 μετοχές Σ..., αντί του συνολικού τιμήματος 609.607.447 δρχ. και τις πώλησε σε δύο ημέρες. Το ποσό της αγοράς κατέβαλε ο Π. και η Algore και από το ποσό της πωλήσεως το μεγαλύτερο μέρος επέστρεψε στον Π.. Ο ίδιος ο Β. στις 11-8-99 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 35.036 μετοχές Σ... αντί του συνολικού τιμήματος 324.013.150 δρχ. μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ. Για την αγορά των ανωτέρω μετοχών χρηματοδοτήθηκε από την ΑΤΤΙΚΑΤ με 200.000.000 δρχ. Από τις ανωτέρω μετοχές, πώλησε 20.000 στις 31-8-99, αντί του συνολικού τιμήματος 263.000.000 δρχ. Η χρηματοδότηση έλαβε χώρα δια τις εκδόσεως επιταγής της EUROBANK που εξέδωσε η ΑΤΤΙΚΑΤ σε διαταγή Ν. Κ.. Από το ποσό της πώλησης 123.037.421 δρχ. μεταφέρθηκε στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ AXE. Ακόμη 41.950.000 δρχ. μεταφέρθηκαν επίσης στο λογαριασμό του Γ. και τα χρήματα αυτά προέρχονταν από αγοραπωλησίες μετοχών πού διενεργήθηκαν στη συνέχεια. Από το παραπάνω συνολικό ποσό φέρεται να κράτησε ο Β. 33.219.193 δρχ. Γ) Ο Ν. Γ., Γενικός Διευθυντής και υπεύθυνος θεσμικών επενδυτών της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, o Δ. Λ. Διευθύνων Σύμβουλος της ίδιας χρηματιστηριακής εταιρίας, ο Σ. Α., στέλεχος της ίδια εταιρίας (υπεύθυνος του trading desk των θεσμικών και εταιρικών πελατών), ο Β. Κ. , διαχειριστής της International ΑΕΔΑΚ στο Α/Κ, ο Β. Γ. υπεύθυνος στον τομέα διαχείρισης Α/Κ της ΑΣΠΙΣ ΜΕΔΑ και ο Γ. Μ. πελάτης της ΕΓNΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, όλοι οι ανωτέρω συνεργάστηκαν με τον Γ. (1ο) για την αγορά των μετοχών Σ... από διάφορους επενδυτές, με την μεσολάβηση τους, και για την συνεργασία τους αυτή, με το να πείσουν δηλαδή τους διάφορους επενδυτές μέσω του Γ. να αγοράσουν τις παραπάνω μετοχές αποδέχθηκαν διάφορα χρηματικά ποσά, προερχόμενα από την τέλεση της κακουργηματικής απάτης που είχαν τελέσει οι Π., Α. και άλλοι, με την κατάθεση σε διάφορους λογαριασμούς τραπεζικούς, συγκαλύπτοντας με τον τρόπο αυτό την προέλευση τους και εμφανίζοντας αυτά ως δήθεν προερχόμενα από νόμιμες συναλλαγές. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, ο Π.ς ανέθεσε στον Ν. Γ. να βρει θεσμικούς επενδυτές, αλλά και ιδιώτες μεγάλους επενδυτές, προκειμένου να τους πείσει να προβούν στην αγορά μετοχών Σ... στην ανώτατη τιμή που είχε διαμορφωθεί τον Σεπτέμβριο του έτους 1999 και ήταν 45 € περίπου ανά μετοχή. Αυτός πράγματι, προκειμένου να λάβει σχετική αμοιβή βρήκε τέτοιους, οι οποίοι την 15-9-99 αγόρασαν μέσω της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ 370.000 μετοχές Σ..., αντί του συνολικού τιμήματος των 5.328.000.000 δρχ. Οι θεσμικοί επενδυτές δεν αγόρασαν τις παραπάνω μετοχές επειδή αξιολόγησαν οι ίδιοι την αγορά αυτή ως συμφέρουσα και ότι η τιμή της μετοχής ήταν σε αυτό το επίπεδο σύμφωνα με την κανονική πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς αλλά διότι πείστηκαν από τους παραπάνω ειδικούς και υπεύθυνους της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ για την πραγματοποίηση των συναλλαγών γιατί οι τελευταίοι είχαν συμφωνήσει να λάβουν σχετική αμοιβή για το σκοπό αυτό. Από το συνολικό ποσό της αξίας των 370.000 μετοχών Σ... που πωλήθηκαν παραπάνω, 4.005.687.800 δρχ. κατέληξαν στον Π. δια της εκδόσεως των υπ' αριθ. ..., ..., .../28-9-99 επιταγών και από το εναπομείναν, διάφορα χρηματικά ποσά κατέληξαν στους λογαριασμούς των προαναφερθέντων κατηγορουμένων, οι οποίοι τα αποδέχτηκαν με σκοπό να τα εμφανίσουν ως νόμιμα έσοδα τους. Συγκεκριμένα, ο Α. εξέδωσε την υπ' αριθ. .../28-9-99 επιταγή της ΕΓΝΑΤΙΑΣ Τράπεζας, η οποία παραδόθηκε στον Α. και αφού οπισθογραφήθηκε από τον τελευταίο, ποσό 50.00.000 δρχ. εισπράχθηκε από τον Καλούδη, διαχειριστή της International ΑΕΔΑΚ , η οποία την 15-9-99 είχε αγοράσει μετοχές Σ.... Ακολούθως, το ποσό ο Κ. το διέθεσε για αγορά μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων και Ομολόγων εσωτερικού. Ο Σ. Α., μεσολάβησε, όπως και οι λοιποί για την αγορά μετοχών Σ... από διαφόρους επενδυτές και κατετέθησαν σε προσωπικούς τους λογαριασμούς στην EUROBANK δια της εκδόσεως επιταγών και συγκεκριμένα, 28.925.000 δρχ., 4.798.000 δρχ., 3.126.250 δρχ., 6.050.000 δρχ. σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα εντός του Οκτωβρίου 1999, ήτοι 6-10-99, 19-10-99 και 20-10-99 αντίστοιχα και με χρέωση του λογαριασμού του Γ.Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Περαιτέρω, ο Α. φέρεται ότι αποδέχθηκε και το ποσό των 100.800.000 δρχ. που μεταφέρθηκε στον προσωπικό του λογαριασμό στην EUROBANK από τον κοινό λογαριασμό των Γ. -Μ. - Λ. και προέρχονται από τη είσπραξη του τιμήματος των 370.000 μετοχών Σ.... Κατά το στάδιο της απολογίας του ο Α. διατείνεται ότι από τους συγκατηγορουμένους του γνωρίζει μόνο τους Γ., Μ. και Λ., λόγω προηγούμενης συνεργασίας τους στην ΤΕΛΕΣΙΣ ΑΧΕ και στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ ο ίδιος εργάστηκε από το έτος 1997 ως υπεύθυνος ξένων επενδυτών. Το σύνολο των ποσών που εισέπραξε αποτελεί τμήμα συμμετοχής του στα κέρδη από αγοραπωλησίες μετοχών που διενεργούσαν από κοινού με τους Γ., Μ., Λ., από τον χρηματιστηριακό λογαριασμό του Μ. που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Σε κάθε περίπτωση δεν γνώριζε ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από προκληθείσα διάπραξη απάτης με τις εικονικές αγοραπωλησίες μετοχών Σ... και εν συνεχεία της πώλησης στους θεσμικούς επενδυτές. Για το ποσό των 50.000.000 δρχ. που φέρεται να εισέπραξε ο Κ., αυτός διατείνεται ότι συνιστά νόμιμη άτυπη αμοιβή για σύσταση πελατείας προς την ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ και συγκεκριμένα είχε συστήσει ιδιώτες επενδυτές. Την συγκεκριμένη επιταγή έφερε στο γραφείο του σε φάκελο ο Γ. και είναι το μόνο πρόσωπο που γνωρίζει από τους συγκατηγορουμένους του. Ισχυρίζεται δε ότι όταν διαπίστωσε πως οπισθογράφος της επιταγής ήταν άγνωστο σ' αυτόν πρόσωπο με το όνομα Α.ς, τηλεφώνησε στο Γ. και ζήτησε σχετικές διευκρινήσεις, λαμβάνοντας ταυτόχρονα διαβεβαιώσεις από τον Γ. ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα και έτσι την εισέπραξε. Πέραν της αοριστίας των όσων διατείνεται ο Κ., από τον έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι την 14-9-99 έλαβε χώρα αγορά με πακέτο μετοχών Σ... 100.000 από την International ΑΕΔΑΚ και την 15-9-99 αγοράστηκε δεύτερο πακέτο μετοχών Σ... από την ίδια εταιρία της οποίας αυτός ήταν υπεύθυνος. Ο Γ. φέρεται επίσης ότι έλαβε το ποσό των 24.000.750 δρχ. από τον Γ. ως αμοιβή, το οποίο προερχόταν από τον κοινό λογαριασμό Γ., Μ., Λ., και εκδόθηκε σχετική επιταγή υπ' αριθ. ...-2/ 25-11-99. Ο ανωτέρω, όπως έχει εκτεθεί παραπάνω, ήταν διευθυντής επενδύσεων της ΑΣΠΙΣ ΑΕΔΑΚ και αγοράστηκαν από την εταιρία αυτή 20.000 μετοχές Σ... αντί συνολικού τιμήματος 288.959.400 δρχ. Αυτός, πέραν του ότι αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε γνωριμία με τους Α., Π. κλπ αλλά και με τους υπαλλήλους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, εκτός από τον Γ., δηλώνει ότι το ποσό που εισέπραξε αποτελεί νόμιμη αμοιβή για υπηρεσίες που προσέφερε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ με το να συστήσει σ' αυτή πελάτες επενδυτικούς οίκους του εξωτερικού. Στο υπόμνημα του μάλιστα απαριθμεί μερικούς από αυτούς που είναι τράπεζες του Λονδίνου. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως κρίνονται παντελώς αβάσιμοι και ανατρέπονται από τη διακίνηση που φαίνεται να έγινε των χρημάτων μέσω των τραπεζικών λογαριασμών που ήδη έχουν αναφερθεί και αποτελούν προϊόν της εγκληματικής πράξεως της απάτης. Ο Γ. Μ. και ο Δ. Λ., οι οποίοι φέρονται ότι αποδέχθηκαν τα ποσά που κατετέθησαν στο κοινό λογαριασμό, όπως αναφέρουν στο υπόμνημα τους, ήταν γνωστοί με τους Γ. και Α. και ο κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε, όχι με σκοπό να δεχθεί τα παρανόμως αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία από την πώληση 370.000 μετοχών Σ..., αλλά επειδή οι τρεις πρώτοι σκόπευαν να συνεργαστούν μελλοντικά και να ιδρύσουν εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου και προς τούτο υπέγραψαν σχετικό προσύμφωνο την 21-12-99. Επίσης, στις αρχές του έτους 2000 ο Γ. και ο Μ. ανέλαβαν την δημιουργία και οργάνωση μιας εταιρίας διαχείρισης εναλλακτικών επενδύσεων. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας είχαν συζητήσει και για το άνοιγμα κοινού λογαριασμού για την υποβοήθηση της κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας που είχαν σχεδιάσει. Αφορμή δόθηκε για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού η επιταγή 240.000.000 δρχ. που έφθασε στα χέρια του Γ. την 5-10-99. Επειδή δεν είχε αρχίσει να πραγματοποιείται ακόμη η συνεργασία που αναφέρθηκε, σκέφθηκαν να χρησιμοποιήσουν το λογαριασμό αυτό για τη διανομή κερδών από χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργούσαν από κοινού μέσω του κωδικού του Γ. Μ.. Το ποσό των 240.000.000 δρχ. αποτελούσε άτυπη αλλά καθόλα νόμιμη αμοιβή για τη διαμεσολάβηση προς ανεύρεση θεσμικών επενδυτών προς τον Π. για την αγορά μετοχών Σ… . Ο Γ. Μ., την 6-10-99, κατέθεσε προς ενίσχυση του σκοπού της συνεργασίας το ποσό των 506.000.000 δρχ. το οποίο προέρχεται από νόμιμες συναλλαγές. Ακόμη στο χρηματικό λογαριασμό του Μ. τοποθετήθηκαν χρηματικά ποσά 220.000.000 δρχ. και 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. την 5-10-99 και 1-10-99 δι' εκδόσεως προς τούτο σχετικών επιταγών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Α., αλλά και των Γ. και Λ., για τη διανομή των κερδών από τις κοινές χρηματιστηριακές συναλλαγές που δήθεν είχαν πραγματοποιήσει μέσω του κωδικού του Μ. εκδόθηκαν οι σχετικές επιταγές μικρότερων ποσών (βλ. παραπάνω για τον Α.). Τα παραπάνω ποσά, όπως εκτενώς έχουν αποδοθεί και στις απαγγελθείσες κατηγορίες, προέρχονται από το προϊόν της πώλησης των 370.000 μετοχών Σ..., της οποίας μετοχής είχε αυξηθεί η τιμή με τις παράνομες διενεργηθείσες εικονικές συναλλαγές και ανάλογες μεθοδεύσεις και κατέληξαν στους λογαριασμούς των κατηγορουμένων, οι οποίοι τα αποδέχθηκαν με σκοπό να τα εμφανίσουν ως προερχόμενα από νόμιμες συναλλαγές και δήθεν νόμιμες αμοιβές για ανύπαρκτες εργασίες που δήθεν προσέφεραν. Ούτε προβλέπεται πέραν της νόμιμης προμήθειας καμιά πρόσθετη αμοιβή στους υπαλλήλους των χρηματιστηριακών εταιριών. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί τους ότι δε γνώριζαν την προέλευση των χρημάτων, ούτε τους Α. και Π. αλλά και κάποιους άλλους από τους κατηγορουμένους, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη διακίνηση των επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν από τον Α. και μέσω του Π. διοχετεύθηκαν στους λογαριασμούς που προεκτέθηκαν. Ο Δ. Γ. εκτός από το ποσό των 240.000.000 δρχ. που φέρεται να έχει κατατεθεί στον κοινό λογαριασμό, φέρεται να εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, στις 28-9-99, την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ. σε διαταγή του Α., η οποία επαναμεταβιβάστηκε από τον Α. στην ΕΓΝΑΤΙΑ και εν συνεχεία ο Γ. την μεταβίβασε για είσπραξη με οπισθογράφηση στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ Χ. Μ.. Επίσης, φέρεται να έχει εισπράξει κι άλλες επιταγές με μικρότερα ποσά, όπως και ο Λ.......Ανακεφαλαιώνοντας όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι: 1) Π. Π., 2) Κ. Τ., 3) Τ. Α., 4) Θ. Κ., 5) Ε. Β., 6) Ν. Μ. και 7) Π. Φ., ενεργώντας από κοινού και με τους μετέπειτα αποβιώσαντες Κων/νο Π. και Α. Π., εξαπάτησαν το επενδυτικό κοινό του ΧΑΑ με σκοπό να αποκομίσουν για τον εαυτό τους, αλλά και για τους συγκατηγορουμένους τους, παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ταυτόχρονα ξένη περιουσία και δη εκείνη του επενδυτικού κοινού. Ειδικότερα, με την περιγραφείσα συμπεριφορά τους, όπως η συμμετοχική δράση ενός εκάστου μορφοποιείται από τα στοιχεία που προεκτέθηκαν, οι ανωτέρω, αφού ήταν γνώστες της λειτουργίας του χρηματιστηρίου, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, ότι οι συμβάσεις αγοραπωλησίας μετοχών της εταιρίας Σ... ΑΤΕ που καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-99 έως 10-10-2000 μεταξύ του Π. Π. ατομικώς και ως εκπροσώπου των εταιριών του Αlgore SERVICES LTD και ΑΤΤΙΚΑΤ, του Τ. Α. ατομικώς και ως εκπροσώπου των εταιριών του VEGA και PLEXUS, της Π. Β., Σ. Τ., Ν. Μ., Θ. Κ.υ, Ε. Β., Π. Γ., Π. Φ., Α. Π. και Κ. Π., αλλά και άλλων έγιναν σπουδαίως, ενώ αυτές ήταν εικονικές και η τιμή των μετοχών αυτών δεν ήταν η πραγματική αλλά είχε διαμορφωθεί ανοδικά με τεχνητούς τρόπους και με τις μεθόδους που έχουν αναφερθεί, αποκρύπτοντας από τους επενδυτές - αγοραστές των μετοχών όσα είχαν προηγηθεί για να αυξηθεί η τιμή της μετοχής. Τις παραπάνω πράξεις τους, ενήργησαν οργανωμένα και μεθοδικά για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να εδραιωθεί η πίστη στο ευρύ επενδυτικό κοινό ότι οι παραπάνω συναλλαγές ελάμβαναν χώρα σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη χρηματιστηριακή αγορά και η τιμή της μετοχής Σ... ανταποκρινόταν στα δεδομένα της εποχής εκείνης, σύμφωνα με την πραγματική διακίνηση αυτών των μετοχών αλλά και άλλων της αγοράς. Αποκλειστικός σκοπός αυτής της μεθόδευσης ήταν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο επέτυχαν με το ξεφόρτωμα των μετοχών Σ... στην περίοδο που επακολούθησε, αφού αγόρασαν αυτές οι διάφοροι επενδυτές και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 €. Οι ως άνω κατηγορούμενοι, στις απολογίες τους και τα συνοδεύοντα υπομνήματά τους, αρνούνται την κατηγορία και υποστηρίζουν ότι δε διέπραξαν καμιά αξιόποινη πράξη και ότι στην παρούσα περίπτωση δε στοιχειοθετείται το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης που τους αποδίδεται για τους εξής λόγους: 1) Ότι δε νοείται η τέλεση του ως άνω αδικήματος αορίστως σε βάρος του επενδυτικού κοινού, χωρίς την ύπαρξη συγκεκριμένου αποδέκτη, με τον οποίο ο δράστης να έχει σχέση συγκεκριμένης επικοινωνίας. Η άποψη όμως αυτή δε στηρίζεται ούτε στη διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά ούτε και στην πρακτική των συναλλαγών μέσω του Χρηματιστηρίου. Και τούτο διότι η οποιαδήποτε ανακοίνωση, η οποία επιδρά δυσμενώς επί της αξίας μιας μετοχής, απευθύνεται το επενδυτικό κοινό, δηλαδή σε άδηλο αριθμό προσώπων, χωρίς βεβαίως να προσαπαιτείται για την κατάφαση του αδικήματος, σε περίπτωση παραπλάνησης, η προσωπική επικοινωνία μεταξύ του δράστη και του βλαπτομένου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για συγκεκριμένους επενδυτές που προέβησαν, όπως έχει αναφερθεί και στις απαγγελθείσες κατηγορίες, κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-99 έως 10-10-00 στην αγορά μετοχών Σ... και υπέστησαν σημαντική ζημία. Επί νομικών προσώπων απατώμενα πρόσωπα που δεν απαιτείται να ταυτίζονται με τα ζημιωθέντα είναι τα φυσικά πρόσωπα που έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν πράξεις διαθέσεως περιουσίας αυτού, χωρίς να απαιτείται να καθορίζονται ειδικώς (βλ. ΑΠ 487/07, ΑΠ 1155/00, ΑΠ 2285/02 κλπ). 2) Ότι δεν εξατομικεύονται οι παθόντες παραπλανηθέντες και το περιουσιακό όφελος με την αντίστοιχη βλάβη από την περιουσία των παθόντων, δηλαδή δεν υπάρχει υλική αντιστοιχία μεταξύ του σκοπουμένου περιουσιακού οφέλους και της βλάβης που επήλθε σε βάρος του επενδυτικού κοινού. Και ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος διότι στην προκειμένη περίπτωση προσδιορίζεται σαφώς ο σκοπός που επιδίωκαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, να περιποιήσουν δηλαδή στους εαυτούς τους, αλλά και στους συγκατηγορουμένους τους παράνομο περιουσιακό όφελος που συνίσταται στο τίμημα που εισέπραξαν από την πώληση των μετοχών της προαναφερθείσης εταιρίας, προερχόμενο μετά την τεχνητά αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής που εκείνοι είχαν διαμορφώσει. Τούτο αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης των επενδυτών και αποκτήθηκε από τους κατηγορουμένους, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, πράγμα που αντιστρατεύεται προς την ουσιαστική τάξη της κυριότητας (ΑΠ 88/03, ΑΠ 1795/00, ΑΠ 1641/01, ΑΠ 1058/08). Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της πλάνης, καθώς και της περιουσιακής διάθεσης των συγκεκριμένων επενδυτών που αγόρασαν τις μετοχές Σ... προκύπτει αβίαστα, αφού επιλογή των αγορών αυτών ήταν το αποτέλεσμα του σχεδίου των κατηγορουμένων εξαπάτησης του επενδυτικού κοινού, το οποίο δε θα προέβαινε στις εν λόγω αγορές εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, την οποία οι κατηγορούμενοι τεχνηέντως είχαν αποκρύψει. Επί περισσοτέρων παθόντων, δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται το ποσό της ζημίας που αντιστοιχεί στον καθένα (ΑΠ 374/94). 3) Ότι οι πωλήσεις πακέτων σε θεσμικούς επενδυτές, κατά τις ημερομηνίες που έχουν αναφερθεί παραπάνω δεν μπορεί να θεμελιώσουν απάτη, διότι οι θεσμικοί επενδυτές είναι εξ ορισμού επαγγελματίες ανεπίδεκτοι παραπλανήσεως. Και αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, διότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης δεν απαιτείται η πλάνη του απατηθέντος να είναι η μοναδική αιτία της περιουσιακής διάθεσης, αφού η έστω ελαφρά αμέλεια του θύματος στη δημιουργία της πλάνης δεν αποκλείει την απάτη. Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι θεσμικοί επενδυτές που προέβησαν στις συγκεκριμένες αγορές δεν αξιολόγησαν οι ίδιοι την πραγματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή αγορά κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά πείσθηκαν και αγόρασαν τις μετοχές Σ..., σύμφωνα με όσα τους διαβεβαίωσαν οι υπάλληλοι της χρηματιστηριακής εταιρίας και οι συνεργάτες τους, οι οποίοι είχαν λάβει κρυφά χρήματα από τους Π. - Α. για το σκοπό αυτό. Σ' αυτήν την περίπτωση οι παθόντες θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας έναντι των δραστών της απάτης (βλ. Μπουρ. ΕρμΠοινΚ υπό άρθρο 386, ΑΠ 165/85 ΠΧ ΛΕ/683), 4) Ότι τα περιστατικά που περιγράφονται στο σκέλος του κατηγορητηρίου για την απάτη, θα μπορούσαν να έχουν νομικό ενδιαφέρον, εφόσον κριθούν αληθινά, μόνον ως παράβαση των διατάξεων που ισχύουν για την χειραγώγηση της τιμής της μετοχής και μάλιστα η σχετική διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 3340/05 έχει θεσπισθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον κατά το άρθρο 34 παρ. α του Ν. 3632/1928 "περί Χρηματιστηρίου Αξιών", όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 3340/05, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του ιδίου νόμου "όστις επί σκοπώ αθεμίτου ωφελείας εν γνώσει του μεταχειρίζεται μέσα επιτήδεια προς παραπλάνηση του κοινού χάριν επηρεασμού των τιμών του χρηματιστηρίου, τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής μέχρι 50.000δρχ. ή δια της ετέρας των ποινών τούτων". Περαιτέρω κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 3340/05 ορίζεται επίσης ότι 1) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όποιος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου, προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος: α) διενεργεί συναλλαγές χρησιμοποιώντας εν γνώσει του παραπλανητικές μεθόδους ή απατηλά μέσα ή β) διαδίδει εν γνώσει του δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φήμες, 2) επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα ετών σε όποιον διαπράττει κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια το αδίκημα της προηγούμενης παραγράφου και εφόσον: α) η αξία των παράνομων συναλλαγών υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο € ή β) αποκομίζει ο ίδιος ή προσπόρισε σε τρίτον περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει τις 300.000 €. Οι παραπάνω διατάξεις έχουν θεσπισθεί για να προστατεύσουν τη συναλλακτική πίστη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ προστατεύει την περιουσία των συναλλασσομένων. Πρόκειται δηλαδή για διαφορετικά αδικήματα με διακεκριμένη και διαφορετική απαξία το καθένα, αφού με τις άνω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 386 ΠΚ προστατεύονται διαφορετικά έννομα αγαθά. Ούτε τα στοιχεία του ενός εγκλήματος αποτελούν μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του άλλου και υπάρχει ως εκ τούτου αληθής συρροή των παραπάνω αδικημάτων. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αντιμετώπισης της περιγραφείσας εγκληματικής συμπεριφοράς με τη νέα διάταξη (άρθρο 30 του Ν. 3340/05) που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι... Αβάσιμοι κρίνονται και οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι προέβησαν στις επίμαχες συναλλαγές και αγόρασαν μετοχές Σ..., επειδή στηρίχθηκαν στις διάχυτες πληροφορίες που υπήρχαν στη χρηματιστηριακή αγορά περί δήθεν μετατροπής της Σ... σε HOLDING εταιρία, αφού η μεθόδευση που χρησιμοποιήθηκε με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ανατρέπουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Απορριπτέοι είναι τέλος και οι ισχυρισμοί των Π. Π. και Κ. Τ. περί δήθεν καταθέσεως εκ των προτέρων χρηματικών ποσών σημαντικού ύψους στο δανειακό λογαριασμό της εταιρίας λόγω δανείου, για να καλυφθούν ταμειακές ανάγκες της και εκ των υστέρων έλαβαν τα χρήματα από τις πωλήσεις των μετοχών με τις διαδρομές που προαναφέρθηκαν, διότι δεν προκύπτει η προέλευση αυτών των χρημάτων. Μάλιστα ο Κ. Τ. όταν ρωτήθηκε από τον Ε.Ε. Ανακριτή από ποιο λογαριασμό έχει αντλήσει ένα τόσο μεγάλο ποσό (857.000.000 δρχ.), απήντησε ότι δεν ενθυμείται. Το ποσό δε που διατείνεται ότι κατέθεσε για το σκοπό αυτό ο Π.Π. είναι υπερδιπλάσιο (2.333.996.895 δρχ.). Ο ισχυρισμός του Α., για να απεμπλακεί από την κοινή σκοπιμότητα που υπήρχε, ότι δήθεν διενεργούσε συναλλαγές για λογαριασμό του Π., επειδή ο τελευταίος δε διέθετε χρόνο λόγω της επαγγελματικής του απασχόλησης πολλές φορές και εκτός Αθηνών, για να παρακολουθεί την πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς καθημερινά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, διότι σε πολλές άλλες περιπτώσεις φέρεται να έδινε συγκεκριμένες εντολές, για συγκεκριμένες ενέργειες, χωρίς να επικαλείται πρόβλημα χρόνου. Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της απάτης με κοινό δόλο, τόσο ως προς την απόφαση για εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού και το σκοπούμενο όφελος όσο και στις μετέπειτα ενέργειες που ακολουθήθηκαν για τη συγκάλυψη του παράνομου οφέλους. Χωρίς τη σύμπραξη όλων των ανωτέρω δε θα είχε τελεσθεί το έγκλημα της κακ/κης απάτης, όπως περιγράφεται με τα παρένθετα πρόσωπα και τις διαδρομές των χρημάτων που ακολουθήθηκαν αλλά και την προετοιμασία που προηγήθηκε για να πετύχουν να λάβουν από τις πωλήσεις των μετοχών Σ... το επιδιωκόμενο εισόδημα. Με τα στοιχεία που προεκτέθηκαν, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη κακ/κή απάτη, στην οποία υπάρχει η ενότητα του δόλου εκ μέρους των συμπραττόντων προσώπων για όλες τις μερικότερες κατ' ιδίαν πράξεις. Τα χρηματικά ποσά που αποκόμισαν οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι, καθώς και οι λοιποί (Γ., Μ., Λ., Α., Κ., Π. και Γ.), εμφανίσθηκαν μέσω τραπεζικών λογαριασμών ως δήθεν προερχόμενα από νόμιμες συναλλαγές μέσω του χρηματιστηριακού συστήματος και κατέληξαν άλλα στην περιουσία των ανωτέρω, άλλα χρησιμοποιήθηκαν για περαιτέρω χρηματιστηριακές συναλλαγές και άλλα διοχετεύθηκαν μέσω του τραπεζικού συστήματος σε πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, στα οποία μερικοί εξ αυτών ήταν δικαιούχοι σχετικών λογαριασμών. Άμεσα συνδεδεμένη με τη διάπραξη της κακουργηματικής απάτης που περιγράφεται παραπάνω ως βασικό έγκλημα, είναι και η νομιμοποίηση εσόδων καθώς και η συνδρομή για τη νομιμοποίηση εσόδων που έδωσαν ορισμένοι, τα οποία προέρχονται από την προαναφερθείσα εγκληματική δραστηριότητα που τελέστηκε τόσο από τους αυτουργούς και συμμετόχους της απάτης όσο και από τους λοιπούς κατηγορούμενους, των οποίων η δραστηριότητα έχει αναλυτικά εκτεθεί στο οικείο κεφάλαιο. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων (Γ., Μ. κλπ.) ότι δε γνώριζαν τους αυτουργούς της απάτης και αγνοούσαν τις σχετικές μεθοδεύσεις για τεχνητή αύξηση της τιμής της μετοχής Σ..., επειδή αυτές είχαν προηγηθεί και πραγματοποιηθεί αρκετό χρόνο πριν τη δική τους ανάμειξη, κρίνονται εντελώς αβάσιμοι, διότι αυτοί ήταν γνώστες της χρηματιστηριακής πρακτικής αλλά και στα πλαίσια της εργασίας τους είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν και να αξιολογήσουν την πορεία της μετοχής μέσω του χρηματιστηρίου. Άλλωστε, οι βασικοί πρωταγωνιστές αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας (Α., Π., Τ. κλπ.) δε θα επιχειρούσαν να συνεργασθούν με εντελώς άγνωστα άτομα για να επιτύχουν τους παράνομους σκοπούς τους. Κατόπιν όλων όσων ανωτέρω εκτέθηκαν, προκύπτουν περισσότερες από αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος των προαναφερθέντων κατηγορουμένων για τις πράξεις που προεκτέθηκαν και θα πρέπει να παραπεμφθούν για να δικασθούν γι' αυτές. Όπως έχει αναφερθεί στην αρχή της παρούσας, η ανακρίτρια Κ. Μ., όταν είχε επιληφθεί της ανωτέρω υποθέσεως, δεν είχε απαγγείλει κατηγορία κατά του Τ. Α. για κακ/κή απάτη αλλά μόνο για χειραγώγηση της μετοχής Σ..., υποστηρίζοντας στο υπόμνημά της και κατά την απολογία της ότι δε στοιχειοθετείται το έγκλημα της απάτης αλλά μόνον η ως άνω πλημ/κή παράβαση, παρά το γεγονός ότι υπήρχε ποινική δίωξη για το έγκλημα αυτό. Κατά το στάδιο της κυρίας ανακρίσεως διατάχθηκε το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσε η Κ. Μ. στην Ελβετία και τότε διαπιστώθηκε ότι στην τράπεζα UBS ήταν αυτή δικαιούχος του υπ' αριθ. ... λογαριασμού σε ευρώ. Στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκαν από τον Τ. Α., την 31-7-01, 217.000 € μέσω της τράπεζας EUROBANK LONDON B. Στον ίδιο λογαριασμό, στις 7-9-01 κατατέθηκε από την offshore εταιρία VEGA INTERN. CORPORATION, συμφερόντων Α., ο κωδικός της οποίας ελεγχόταν απολύτως από τον ως άνω κατηγορούμενο 88.000 € και την 31-10-01 κατατέθηκε επίσης από την ίδια off shore εταιρία το ποσό των 73.000 €. Συνολικά δε κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-01 έως 31-10-01 κατατέθηκαν από τον Α. στο λογαριασμό της Κ. Μ. στη UBS 378.000 €. Τα άνω ποσά είναι προϊόν εγκληματικής πράξεως και δη παθητικής δωροδοκίας, σύμφωνα με την απαγγελθείσα κατηγορία, καθόσον ο Α. απολογήθηκε ενώπιον της τότε ανακρίτριας την 11-6-01 για την προαναφερθείσα πλημ/κή παράβαση. Τα χρήματα αυτά είχε απαιτήσει η Ανακρίτρια προκειμένου να μην απαγγελθεί σε βάρος του ανωτέρω κατηγορία για κακ/κή απάτη και να μην κριθεί προφυλακιστέος γι' αυτήν και εκείνος το αποδέχθηκε, εκπληρώνοντας την παράνομη υπόσχεσή του στο επόμενο χρονικό διάστημα. Ο έλεγχος επίσης απέδειξε ότι στις 10-9-01 στην ίδια τράπεζα είχε ανοιχθεί κοινός τραπεζικός λογαριασμός (υπ' αριθ. ...) με δικαιούχους την Κ. Μ. και τον δικηγόρο Θεσ/νίκης Σ. - Π. Κ.. Σημειωτέον ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος στην υπόθεση με κατηγορούμενο τον Π. Κ., την οποία διερευνούσε το ίδιο χρονικό διάστημα η τότε ανακρίτρια Κ. Μ.. Όπως έχει αναφερθεί...η τότε ανακρίτρια είχε αναπτύξει συναισθηματικό δεσμό με τον ως άνω δικηγόρο και είχαν πραγματοποιήσει από κοινού ταξίδια στο εξωτερικό. Στις 10-9-01 στον κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε κατατέθηκαν 59.000 € και στις 11-10-01 κατατέθηκαν επίσης 29.200 €. Τα ποσά αυτά αναλήφθηκαν από τον αρχικό λογαριασμό (υπ' αριθ. ...) που διατηρούσε η Κ. Μ. στην ίδια τράπεζα. Την 11-10-01 ο Σ.-Π. Κ. άνοιξε στην ίδια τράπεζα τον υπ'αριθ.... λογαριασμό με μοναδικό δικαιούχο τον ίδιο και από τον κοινό λογαριασμό που είχε με την Κ. Μ. αναλήφθηκε το ποσό των 29.200 € και κατατέθηκε στο νέο λογαριασμό του Κ.. Όταν έγινε γνωστό πλέον με τη διαδικασία της δικαστικής συνδρομής ότι υπήρχαν στην τράπεζα UBS οι παραπάνω λογαριασμοί και η προέλευση των χρημάτων από τον Τ. Α., η Κ. Μ. θέλοντας να εμφανίσει την απόκτηση των χρημάτων με νόμιμο τρόπο, δήλωσε ότι αποτελούσαν κληρονομιά από τον πατέρα της, ο οποίος απεβίωσε το Μάρτιο του έτους 2001 και σε ειδική κρύπτη της πατρικής οικίας υπήρχαν 3.000 χρυσές λίρες, καθώς και νομίσματα σε συνάλλαγμα εξωτερικού. Τις χρυσές λίρες και το συνάλλαγμα παρέδωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στην Ελλάδα στον Τ. Α., ο οποίος προσφέρθηκε λόγω των φιλικών σχέσεων που είχαν αναπτύξει, μετά την απολογία του, να την εξυπηρετήσει καταθέτοντας το ισόποσο σε ευρώ στην τράπεζα UBS. Τους ισχυρισμούς αυτούς επιβεβαιώνει ο Τ. Α. με το απολογητικό του υπόμνημα, αρνούμενος ότι παρέδωσε τα ποσά για να κριθεί ευνοϊκώς η υπόθεσή του, όπως πράγματι έλαβε χώρα με τη μη απαγγελία κατηγορίας για κακ/κή απάτη. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων δε συμπορεύονται με τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας. Η κατηγορουμένη Κ. Μ. δεν ήταν μοναδική κληρονόμος της πατρικής περιουσίας αλλά ό, τι κληρονόμησε από την άνω οικία ανήκε και στα δύο ακόμα συγγενικά της πρόσωπα, ήτοι τη μητέρα της και την αδελφή της. Η τελευταία, όπως αναφέρεται στη δικογραφία, διέμενε στη Γαλλία και τα ποσά του συναλλάγματος θα μπορούσε με απόλυτα εύκολο τρόπο να τα αξιοποιήσουν και να τα μεταφέρουν στο εξωτερικό, χωρίς να απαιτείται η παρέμβαση ενός άγνωστου μέχρι τότε προσώπου, το οποίο είχε εκκρεμότητες με την ποινική δικαιοσύνη της Ελλάδας, γεγονός που απόλυτα εγνώριζε η κατηγορουμένη. Άλλωστε, το ποσό των 3.000 λιρών, σύμφωνα με την αξία που είχε κατά το χρόνο εκείνο σε ευρώ η χρυσή λίρα, δεν αγγίζει το ποσό σε ευρώ που κατατέθηκε στον παραπάνω λογαριασμό (σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας η χρυσή λίρα την 31-7-01 αντιστοιχούσε σε 70,87 € ανά λίρα και την 13-10-01 αντιστοιχούσε σε 72,81 €). Η τότε ανακρίτρια κατηγορουμένη, εκτός από το διορισμό του Ορκωτού Ελεγκτή Δ. Ζ., από την έκθεση του οποίου είχαν προκύψει στοιχεία χειραγώγησης της μετοχής Σ..., δε συνέχισε περαιτέρω την έρευνα για να αποκαλυφθούν τα στοιχεία και η εμπλοκή των άλλων προσώπων, όπως έχει εκτεθεί παραπάνω με την άρση του απορρήτου και γι' αυτό δεν απαγγέλθηκε και η κατηγορία για κακ/κή απάτη. Η ενέργεια αυτή στοιχειοθετεί αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της καταχρήσεως εξουσίας, αφού ήταν στα καθήκοντα της η απαγγελία κατηγορίας και συνδέεται άμεσα με την κατάθεση των χρημάτων στο λογαριασμό της που επακολούθησε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 247, 248 ΚΠΔ ο ανακριτής οφείλει να ενεργεί όλες τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για την εξακρίβωση του εγκλήματος και των υπαιτίων και προσδιορίζεται σε ποιες περιπτώσεις έχει το δικαίωμα να μην εκτελέσει την παραγγελία του Εισαγγελέα για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως. Η άποψη της κατηγορούμενης ότι από την έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή δεν προέκυψαν περισσότερα στοιχεία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, διότι ο Ελεγκτής απήντησε σε συγκεκριμένα ερωτήματα που είχαν τεθεί, χωρίς να επεκταθεί περαιτέρω η έρευνα και σε άλλα στοιχεία, τα οποία έχουν ήδη προκύψει από την έρευνα του Ε.Ε. Ανακριτή. Τα κατατεθέντα χρήματα από τον Α. με τη μεσολάβηση και του Σ. - Π. Κ., η κατηγορούμενη εμφάνισε ως δήθεν προερχόμενα από νόμιμη πηγή. Δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ηθικός αυτουργός στην παραπάνω πράξη της κατάχρησης εξουσίας είναι ο Τ. Α., ο οποίος ήταν άμεσα ωφελούμενος από την πράξη αυτή. Ειδικότερα, αφού πληροφορήθηκε την ποινική διαδικασία που εκκρεμούσε σε βάρος του, πριν κληθεί σε απολογία με τη συνεννόηση και την υπόσχεση οικονομικής παροχής, την οποία άλλωστε η ανακρίτρια είχε αποδεχθεί και απαιτήσει προηγουμένως, έπεισε την τελευταία να μην απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία για κακουργηματική απάτη, εκπληρώνοντας εκ των υστέρων την υπόσχεσή του αυτή, όπως αβίαστα προκύπτει με τις συγκεκριμένες καταθέσεις χρημάτων που επακολούθησαν στην τράπεζα UBS. Συνεργός στη νομιμοποίηση των παράνομων αυτών εσόδων που περιήλθαν στην Κ. Μ., ήταν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε ο Σ. Π. Κ., ο οποίος στην απολογία του αρνείται την κατηγορία. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού με την Κ. Μ. στην τράπεζα UBS και η κατάθεση του αρχικού ποσού που προερχόταν από το λογαριασμό της συγκατηγορουμένης του, έγινε για δική του εξυπηρέτηση, επειδή όπως τον είχε πληροφορήσει ο αρμόδιος υπάλληλος της UBS, χρειαζόταν, για να ανοίξει λογαριασμό στο όνομά του η κατάθεση ενός σημαντικού ποσού και εκείνη τη χρονική στιγμή αυτός δε διέθετε τέτοιο ποσό στο εξωτερικό. Τελικά, το ποσό των 29.000 € που είχε μεταφερθεί από τον κοινό λογαριασμό του Κ., ο τελευταίος τον επέστρεψε στη συγκατηγορουμένη του τμηματικά στην Αθήνα. Ισχυρίζεται ακόμη ότι δε γνώριζε ότι το ποσό των 59.000 € που κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό ήταν προϊόν δωροδοκίας, διότι όπως τον είχε διαβεβαιώσει η Κ. Μ. και το οικογενειακό της περιβάλλον, αυτό προερχόταν από κληρονομιά του πατέρα της. Οι ισχυρισμοί του αυτοί κρίνονται αβάσιμοι και όλες οι ενέργειες που ακολουθήθηκαν ήταν μεθοδευμένες και κατόπιν συνεννοήσεως με τη συγκατηγορουμένη του, σκοπός τους δε ήταν να συγκαλυφθεί η παράνομη προέλευση των χρημάτων κατά το άνω ποσό και η εντεύθεν κερδοσκοπία από αυτήν. Η μεθοδικότης και η υποδομή που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγκάλυψη του παραπάνω ποσού μαρτυρεί ότι οι ανωτέρω έδρασαν επαγγελματικά και οργανωμένα για να αποκομίσουν κέρδος από αυτές τις ενέργειες ...". Ακολούθως, στην ως άνω επί της ουσίας πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών προσδιορίζονται λεπτομερώς κατά τόπο, χρόνο, και ειδικότερες περιστάσεις και κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση οι κακουργηματικές πράξεις, για τις οποίες κρίθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων ικανές να στηρίξουν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, οι οποίες (κατά το μέρος που αφορούν τους ως άνω αναιρεσείοντες κατηγορουμένους) συνίστανται, κατά πιστή μεταφορά τους, στα εξής: "Οι επτά πρώτοι κατηγορούμενοι [μεταξύ αυτών και οι αναιρεσείοντες Τ. Α., Π. Π. και Κ. Τ.], στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-99 έως 16-10-99, με περισσότερες πράξεις πραγμάτωσαν την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων του ενός εγκλημάτων, που τιμωρούνται κατά νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα δε με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος από κοινού με άλλους, ως και άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση πρόσωπα με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι αλλά και άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, την αθέμιτη απόκρυψη αλλά και παρασιώπηση των αληθινών γεγονότων, το δε συνολικό όφελος που επιδίωξαν με αντίστοιχη βλάβη των τρίτων αντισυμβληθέντων υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 €. Συγκεκριμένα: 1) Ο Τ. Α. : Α) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος μετά των συγκατηγορούμενων του παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε μετ' αυτών, εν γνώσει, ψευδώς στο ευρύ επενδυτικό κοινό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), ότι οι συμβάσεις αγοραπωλησίας μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "Σ.Σ... ΑΤΕ", που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού ατομικώς και ως εκπροσώπου των εταιριών VEGA INTERNATIONAL CORPORATION και PLEXUS CORPORATION, και των Π. Π., Α. Π., ALGORE SERVICES LTD, ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, ως και διαφόρων τρίτων, έγιναν σπουδαίως, ενώ οι αγοραπωλησίες αυτές έγιναν κατ' επίφαση, ήσαν εικονικές και η τιμή των μετοχών αυτών ήταν ψευδής, διαμορφωθείσα ανοδικά με τεχνητούς τρόπους. Ειδικότερα δε αμέσως μετά τη σύναψη συμφωνίας, που καταρτίστηκε στις 5/2/1999 μεταξύ των Σ. Σ., Ζ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., βασικών μετόχων της εταιρίας "Σ... ΑΤΕ", και της Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο συγκατηγορούμενός του Π. Π., και τη μεταβίβαση στην ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, 3.110.576 μετοχών, που αντιστοιχούσαν στο 70% του συνόλου των 4.443.680 μετοχών της εταιρίας "Σ... ΑΤΕ", προέβη προσωπικώς, αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος των εταιριών συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, από κοινού μετά των Π. Π. και Α. Π., ως και των εταιριών, συμφερόντων του Π. Π., Algore Services Ltd και ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, ως και διαφόρων τρίτων, στην αγορά μέχρι της 18-6-1999, ήτοι μέχρι της ημέρας κατά την οποία έγινε "κόψιμο" (split) της μετοχής και διανεμήθηκαν δύο νέες μετοχές για κάθε μία παλαιά, 926.400 μετοχών (2.779.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99), οι οποίες αποτελούσαν το 20,85% των εισηγμένων μετοχών της ή το 57,29% των ελευθέρων μετοχών επί του συνόλου 1.617.100 (4.851.300 μετοχές μετά το split της 18.06.99). Συνεπεία των πράξεων αυτών το ευρύ επενδυτικό κοινό είχε στη διάθεσή του μόνο το 15,54% των εισηγμένων μετοχών ή το 42,71% των ελευθέρων μετοχών. Κατά τον τρόπο αυτό περιόρισαν την προσφορά των μετοχών της εν λόγω εταιρίας και αξιοποίησαν τη δυνατότητα διαμορφώσεως της τιμής της μετοχής, ακόμη και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, είτε ανοδικά στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (limit up), είτε συγκρατώντας την υφιστάμενη τιμή σε υψηλό επίπεδο, είτε αποτρέποντας μεγάλη πτώση της, εκμεταλλευόμενοι και το ευνοϊκό χρηματιστηριακό περιβάλλον που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, η οποία χαρακτηρίζονταν από αυξημένη ζήτηση γενικά μετοχών και ειδικά μετοχών του κατασκευαστικού κλάδου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν, η τιμή της μετοχής, από 05.02.99 μέχρι 18.06.99, να αυξηθεί κατά 788,89 %, καθόσον η τιμή της μετοχής ανερχότανε αρχικώς μεν στο ποσό των 337 δρχ., στη συνέχεια δε στο ποσό των 2.999 δρχ. (18-6-1999). Οι περισσότερες από τις ανωτέρω αγορές πραγματοποιήθηκαν με εντολές αγοράς, οι οποίες δημιούργησαν την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της τιμής με συνέπεια να επηρεάσουν ανοδικά την τιμή της μετοχής. Ειδικότερα: α) διαμόρφωναν τεχνητά την τιμή ανοίγματος και κλεισίματος της μετοχής στο ανώτατο επιτρεπόμενο επίπεδο (limit up) σε πολλές συνεδριάσεις της περιόδου αυτής μέσω της τοποθέτησης, στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης (ΟAΣΗΣ), μεγάλων σε όγκο και τιμή (ή χωρίς όριο τιμής) εντολών αγοράς κατά τις ευαίσθητες περιόδους διαμόρφωσης των τιμών ανοίγματος και κλεισίματος. Ορισμένες από τις εντολές αυτές, τις οποίες τοποθετούσαν, είτε κατά την έναρξη της προσυνεδρίασης, είτε στα τελευταία λεπτά της συνεδρίασης, δεν εκτελέστηκαν, δημιούργησαν όμως την εντύπωση αυξημένης ζήτησης για την μετοχή, β) πραγματοποιούσαν συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενα πρόσωπα συνδεόμενα με αυτούς (συναλλαγές μεταξύ αυτού του ιδίου, της VEGA και Plexus κλπ), με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν τεχνητή εμπορευσιμότητα και να επηρεάζουν τεχνητά την τιμή της μετοχής. Οι συναλλαγές αυτές εκτελέστηκαν, συνεπεία εντολών αγοράς και πώλησης, οι οποίες εισήχθησαν στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης του ΧΑΑ με χρονική απόσταση ελάχιστων δευτερολέπτων και σε τέτοια τιμή και όγκο, ώστε να διασταυρωθούν μεταξύ τους και γ) πραγματοποιούσαν σε πολλές συνεδριάσεις της περιόδου αυτής όγκο συναλλαγών, που ανήλθε σε σημαντικό ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης, με αποτέλεσμα τον τεχνητό επηρεασμό της εμπορευσιμότητας και της τιμής της μετοχής και τη δημιουργία εντυπώσεων δυναμικής ανοδικής πορείας της μετοχής. Εξάλλου μεγάλο μέρος των ανωτέρω αγορών έγινε στην πραγματικότητα για λογαριασμό της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και του Π. Π., δια παρενθέτων προσώπων ή offshore εταιριών των συμφερόντων του Π. Π., προκειμένου να μην αποκαλυφθεί, δια της διασποράς των αγορών αυτών σε πολλά πρόσωπα (αχυρανθρώπους), η ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων των μετοχών - αγοραστών, ως και το εγκληματικό τους σχέδιο. Περαιτέρω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα προέβησαν, με τον αυτό σκοπό, σε εικονικές αγοραπωλησίες πακέτων συναλλαγών 366.000 μετοχών, προσαρμοσμένου όγκου 1.098.000 μετοχών, συνολικής αξίας 2.429.574.760 δρχ., δοθέντος ότι για την κατάρτιση των ως άνω αγοραπωλησιών των πακέτων μετοχών δεν καταβλήθηκε στην πραγματικότητα τίμημα, αφού τα χρήματα τα οποία εισέπραξαν οι πωλητές από την πώληση των ανωτέρω πακέτων μετοχών από τη Χρηματιστηριακή εταιρία, σε εξόφληση της απαίτησής τους, τα κατέβαλαν στη συνέχεια στους αγοραστές, οι οποίοι τα απέδωσαν μετά από αυτό στην Χρηματιστηριακή εταιρία, για να εξοφλήσουν την οφειλή τους από την αγορά των πακέτων μετοχών. Εξάλλου το "κόψιμο - split" της μετοχής, με τη δωρεάν διανομή δύο νέων μετοχών για κάθε μία παλαιά που πραγματοποιήθηκε στις 18-6-1999 (ημερομηνία αποκοπής δικαιώματος), δημιούργησε περαιτέρω ανοδική τάση στην πορεία της μετοχής κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα μετά την 18.6.1999. Ιδιαίτερα δε, κατά το χρονικό διάστημα 12.8.99 έως 26.8.99, περίοδο κατά την οποία επίσης διακρατούσαν στο χαρτοφυλάκιό τους μεγάλο αριθμό μετοχών της Σ... ΑΤΕ, αγόρασαν επί πλέον 229.820 μετοχές και διαμόρφωσαν την τιμή της μετοχής, ακόμη και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, είτε ανοδικά στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (limit up), είτε συγκρατώντας την υφιστάμενη τιμή σε υψηλό επίπεδο, είτε αποτρέποντας μεγάλη πτώση της, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο προ της 18/6/1999, που έγινε το split. Κατά την αμέσως επόμενη περίοδο και συγκεκριμένα από τις 20-8-99 έως τις 12-10-99 πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις 1.190.000 μετοχών σε τιμές που κυμαίνονταν από 33,75 έως 42,85 €, συνολικής αξίας 16.333.510.500 δρχ., με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών. Οι πωλήσεις αυτές έγιναν προς θεσμικούς επενδυτές, ως και σημαντικούς ιδιώτες. Το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που εισπράχθηκαν, έναντι των πωλήσεων αυτών, καταβλήθηκε στον Π. Π., ενώ μικρότερο μέρος του εισπραχθέντος ποσού καταβλήθηκε σε διαχειριστές θεσμικών επενδυτών, καθώς και σε διαμεσολαβητές, ως παράνομη προμήθεια και αμοιβή για την πραγματοποίηση των ανωτέρω σημαντικών πακέτων συναλλαγών. Τα πακέτα αυτά, τα οποία αφορούσαν σε μεγάλο αριθμό μετοχών, οι οποίες μεταβιβάστηκαν σε πολύ υψηλή τιμή, δημιούργησαν ψευδείς εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό, ως προς τις πραγματικές προθέσεις ορισμένων εκ των θεσμικών αγοραστών, οι οποίοι δεν αγόρασαν επειδή αξιολόγησαν τις αγορές αυτές ως συμφέρουσα επένδυση, αλλά επειδή τα φυσικά πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων εκ μέρους των θεσμικών επενδυτών, έλαβαν ανεπιτρέπτως κρυφά προμήθειες για την πραγματοποίηση των αγορών αυτών. Από την πώληση των πακέτων αυτών υπέστησαν ζημία όχι μόνο το ευρύ επενδυτικό κοινό, του οποίου υποτιμήθηκε το χαρτοφυλάκιό του μετά τις αθρόες πωλήσεις (ξεφόρτωμα) των θεσμικών προς τρίτους, αλλά και οι επενδυτές που τοποθέτησαν τα χρήματά τους στα αμοιβαία κεφάλαια. Τέλος στις 8/11/1999, πραγματοποιήθηκε πώληση από αυτόν και την Vega International Corporation προς τον Α. Π. του Γ., κύριο μέτοχο της χρηματιστηριακής εταιρίας Capital ΑΧΕ, μέσω της οποίας διενεργούσε σημαντικής αξίας συναλλαγές ο Π.Π.ς, η Algore Services Ltd και άλλα συνδεόμενα με τον Π.Π. πρόσωπα, 150.000 μετοχών αντί του δήθεν τιμήματος των 2.639.960.626 δρχ., δοθέντος ότι το σύνολο του ποσού αυτού επιστράφηκε από αυτόν και την Vega International Corporation στον αγοραστή. Το πακέτο αυτό δημιούργησε ψευδείς εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό ως προς το τίμημα μεταβίβασης των μετοχών. Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω ενεργειών, η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής έπεσε, επειδή σταμάτησαν να διενεργούν μεθοδευμένες συναλλαγές και να διαμορφώνουν την τιμή της μετοχής. Αναλυτικά: 1) Στις 16/2/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 50.000 μετοχών της εταιρίας "Σ. Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (1.733 δρχ.), στο σύστημα κατά την προσυνεδρίαση, δηλαδή στις 10:15:00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 17.850 μετοχών (53.550 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 30.959.352 δρχ., ποσό με το οποίο, πλέον εξόδων, ήτοι 31.113.667 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 500 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 2) Στις 9/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Vega International τοποθέτησε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (1.922 δρχ.), στο σύστημα στις 11:00:42 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 4.850 μετοχών (14.550 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 9.320.876 δρχ., ποσό με το οποίο, πλέον εξόδων, ήτοι 9.375.846 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 400 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 3) Στις 10/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 35.150 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (2.075 δρχ.), στο σύστημα κατά την προσυνεδρίαση, δηλαδή στις 10:15:00 ώρα. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά το άνοιγμα της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή ανοίγματος στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. Έτσι, πραγματοποιήθηκαν αγορές 35.150 μετοχών (105.450 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 72.942.138 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 270.348.010 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Μέρος δε των ανωτέρω μετοχών, ήτοι 5.850 μετοχές αγόρασε η Vega International από την επίσης συμφερόντων του εταιρία PLEXUS CORP. Η ανωτέρω αγορά των 35.150 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 27,62% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Την ημέρα αυτή η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 7,92%. 4) Στις 12/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 20.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10:29:40 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 18.730 μετοχών (56.190 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.419 δρχ.) συνολικής αξίας 45.313.957 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 82.262.115 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ. Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 39,66% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 200 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 5) Στις 15/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 120.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10:15:00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 27.580 μετοχών (82.740 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.612 δρχ.) συνολικής αξίας 72.081.778 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 143.122.680 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 88,74% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Plexus Corporation 400 μετοχών, στις 13:20:20, η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 6) Στις 16/3/1999, έδωσε εντολή αγοράς 75.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10:15:00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 36.400 μετοχών (109.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.820 δρχ.) συνολικής αξίας 102.699.324 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι 103.243.459 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 78,45% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς εκ μέρους του 300 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 7,81%). Επίσης την ίδια ημέρα η Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 60.000 μετοχών στο limit up στις 13:15:59 ώρα, η οποία έμεινε ανεκτέλεστη με αποτέλεσμα τη δημιουργία εντυπώσεων ως προς την αυξημένη ζήτηση της μετοχής. 7) Στις 17/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation, στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:59), τοποθέτησε ανοικτή (χωρίς όριο τιμής) εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ανοδικά την τιμή κλεισίματος. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 480 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, σε τιμή χαμηλότερη κατά 0,36% σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης, διότι διασταυρώθηκε με προηγούμενη εντολή πώλησης τρίτου προσώπου σε χαμηλότερη τιμή. Την ίδια ημέρα η Plexus Corporation αγόρασε συνολικά στην τρέχουσα αγορά 48.590 μετοχές (145.770 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι το 29,74% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής, προς δρχ. 2.828 ανά μετοχή ήτοι αντί 138.435.855 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με 139.238.380 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. Την ίδια ημέρα η εταιρία Plexus Corporation πούλησε 2.000 μετοχές στην τρέχουσα αγορά προς δρχ. 2.811,19 ανά μετοχή ήτοι αντί 5.622.375 δρχ. στον εαυτό της, δια διασταυρώσεως εντολών αγοράς και πώλησης της ιδίας, δημιουργώντας εικονική εμπορευσιμότητα στη μετοχή. Με την αξία της πώλησης αυτής (5.622.375 δρχ.), προσαυξημένης με την αξία άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και μειωμένης κατά το ποσό των εξόδων, πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρεί η Plexus Corporation στην Midland AXE. 8) Στις 18/3/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 78.730 μετοχές (236.190 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς δρχ. 2.731,48 ανά μετοχή ήτοι αντί 215.049.063 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 216.243.459 δρχ. χρεώθηκε στις 18/3/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 78.730 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ, η οποία αντιστοιχούσε στο 60,49% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ έγινε με αντισυμβαλλόμενους τις εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation (η πρώτη με αγορά μετοχών 18.730 και η δεύτερη με αγορά 60.000 μετοχών). Με τις συναλλαγές αυτές μεταξύ του δικού του κωδικού και των κωδικών των δύο εταιριών συμφερόντων του, οι οποίες ανήλθαν στο 60,49% του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής και εκτελέστηκαν συνεπεία εντολών που τοποθετήθηκαν στο ΧΑΑ ταυτόχρονα και στην ίδια τιμή και όγκο, επηρέασε τεχνητά την εμπορευσιμότητα της μετοχής και την τιμή της, αφού η μέση τιμή των συναλλαγών αυτών προσεγγίζει τη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης αυτής (μέγιστη τιμή 2.791 δρχ., ελάχιστη τιμή 2.586 δρχ.). 9) Στις 22/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 23.470 μετοχές (70.410 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς δρχ. 2.770,30 ανά μετοχή ήτοι αντί 65.018.882 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 65.389.690 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 23.470 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 70,48% των συνολικών αγορών στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς της Plexus Corporation για 30.000 μετοχές στην ανώτατη τιμή της ημέρας (limit up) δηλαδή στις 2.770 δρχ., που εισήχθη στο σύστημα στις 10:51:22 και εκτελέστηκε με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης κατά την ποσότητα των 200 μετοχών, η εντολέας διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος της μετοχής, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97%. 10) Στις 23/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.870 μετοχές (92.610 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.982,66 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 92.074.671 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 92.633.539 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Επίσης ο ίδιος προσωπικά αγόρασε την ίδια ημερομηνία (23/3/1999) στην τρέχουσα αγορά 40.000 μετοχές (120.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.991,79 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 119.671.400 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.334.792 δρχ. χρεώθηκε στις 23/3/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 30.870 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε η Plexus Corporation αντιστοιχούσε στο 14,14% των συνολικών αγορών της στο ΧΑΑ, μαζί δε με την αγορά που πραγματοποίησε ο ίδιος, ανήλθε στο 32,46% των συνολικών αγορών στο ΧΑΑ. Οι ανωτέρω αγορές πραγματοποιήθηκαν σε τιμές που προσέγγιζαν τη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης (η οποία ήταν 2.991 δρχ., δηλαδή limit up σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης). Η εντολέας Plexus Corporation με εντολή αγοράς 50.000 μετοχών στην ανώτατη τιμή της συνεδρίασης (limit up), που εισήχθη στο σύστημα στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:57) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 2.000 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 8%, σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης. Η τελευταία αυτή εντολή έμεινε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανεκτέλεστη και περιελήφθη στα "ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης" της συνεδρίασης αυτής (46.400 τεμάχια), που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ του ΧΑΑ, δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. 11) Στις 24/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 15.000 μετοχές (45.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.186,43 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 47.796.423 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά και άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή της η Plexus Corporation, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 73.080.660 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:57) η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 180 μετοχών με τελευταία πράξη της συνεδρίασης, η Plexus Corporation διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,85 %. 12) Στις 29/3/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 57.110 μετοχές (171.330 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 3.705,50 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 211.621.050 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 212.327.414 χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 57.110 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 53,22% των συνολικών αγορών της μετοχής αυτής στο ΧΑΑ. Η πρώτη εντολή αγοράς για λογαριασμό της Vega International Corporation, για 30.000 μετοχές, εισήχθη το πρώτο λεπτό της προσυνεδρίασης (10:15:00) στη μέγιστη επιτρεπόμενη τιμή (limit up) δηλαδή στις 3.765 δρχ. (η τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης ήταν 3.487 δρχ.), διαμορφώνοντας την τιμή ανοίγματος στο limit up και δημιουργώντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής. Με εντολή αγοράς 20.000 μετοχών που εισήχθη στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:30:00) σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 1.000 μετοχών στην τελευταία πράξη της συνεδρίασης η Vega International Corporation, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,92% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα (limit up). Σημαντικό μέρος, ήτοι 1.206.983.699 δρχ., της αξίας των αγορών της μετοχής "Σ.Σ... ΑΤΕ" (450.230 μετοχές περίπου πριν το split ή 1.422.220 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο ίδιος και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά το χρονικό διάστημα από 16/3/1999 μέχρι και 29/3/1999, δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές, από αυτόν τον ίδιο ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από τον Π. Π. και την εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ ως εξής: α) 250.000.000 δρχ., στις 18/03/1999, δια της καταθέσεως, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσες στη Midland AXE, της ισόποσης τραπεζικής επιταγής ..., η οποία εκδόθηκε στις 18/03/1999 σε βάρος του κοινού λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς ο Π. Π., που χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 250.257.500 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής πλέον εξόδων έκδοσής της 257.500 δρχ., κατατέθηκε δε, στις 19/03/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, β) στις 19/03/1999, δια της καταθέσεως, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE, ποσού 50.000.000 δρχ. προερχομένου από την ιδιωτική επιταγή .../12-3-1999 συνολικού ποσού 60.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε σε βάρος του κοινού λογαριασμού ..., που τηρούσαν στη Eurobank οι Γ. Δ., Γ. Ά. και Γ. Π., οπισθογραφήθηκε στη συνέχεια υπέρ του Π. Π., εισπράχθηκε από το Ν. Κ. και κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE με την αιτιολογία Τ. Α., γ) Σημαντικό μέρος ήτοι 100.464.699 δρχ. της αξίας αγορών μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ (33.390 μετοχές πριν το split ή 100.170 μετοχές μετά το split της 18/6/1999) που πραγματοποίησε στις 23/3/1999 δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές από αυτόν τον ίδιο, αλλά από ποσό 66.809.025 δρχ. από την Π. Μ. και ποσό 33.655.674 δρχ. από τον Κ. Τ. ως εξής: i) στις 29/3/99 κατέβαλε στο χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE το ποσό των 66.809.025 δρχ. δια καταθέσεως σε αυτή της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν, με κάλυμμα την υπ' αριθ. ...-5 επιταγή η οποία εκδόθηκε από την Capital AXE σε βάρος του λογαριασμού της που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς την Π. Μ., η οποία προήλθε από πωλήσεις μετοχών της, ii) στις 29/3/99 κατέβαλε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE το ποσό των 33.655.674 δρχ. δια καταθέσεως σε αυτή της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν, με κάλυμμα την υπ' αριθ. ... επιταγή η οποία εκδόθηκε από την Capital AXE σε βάρος του λογαριασμού της που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς τον Κ. Τ., η οποία προήλθε από πωλήσεις μετοχών του, δ) στις 31/03/1999 δια της καταθέσεως στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation 153.259.500 δρχ. και 15.544.426 δρχ. και στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε η Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation 137.715.074 δρχ., ήτοι ποσό 306.519.000 δρχ. (153.259.500 δρχ. + 15.544.426 δρχ. + 137.715.074 δρχ.) προερχόμενο από την ισόποση τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ..., η οποία εκδόθηκε στις 31/03/1999 σε βάρος του κοινού με αριθ. ... κοινού λογαριασμού, που τηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς οι Π. και Μ. Π., που χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 306.894.715 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής, πλέον εξόδων έκδοσής της, 375.715 δρχ., κατατέθηκε δε στον με αριθμό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE μαζί με άλλες επιταγές συμποσούμενες σε 4.471.220.569 δρχ., και ε) στις 31/03/1999 δια της καταθέσεως ποσού 500.000.000 δρχ. στον με αριθμό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας) η Midland AXE, προερχομένου από ισόποση ανάληψη από το λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας) η εταιρία συμφερόντων του Π. Π., ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, το οποίο η Midland AXE κατέθεσε αυθημερόν (31/03/1999) τμηματικά, και δη ποσό 250.000.000 δρχ. στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation και ποσό 250.000.000 δρχ. στο λογαριασμό που τηρούσε επίσης στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation. 13) Στις 7/4/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 13.200 μετοχές (39.600 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.315 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 43.762.182 δρχ.. Με το ποσό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 44.023.904 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 13.200 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 78,11% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧAΑ. Η εντολέας με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών στην ανώτατη τιμή της συνεδρίασης (limit up), που εισήχθη στο σύστημα στο τελευταίο λεπτό (13:29:43) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 2.000 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97% (limit up). 14) Στις 13/4/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές (15.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.422 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 17.108.103 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 17.206.099 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Οι αγορές αυτές ανήλθαν στο 25,48% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης και πραγματοποιήθηκαν στο σύνολό τους το τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης, κατόπιν εντολής αγοράς 5.000 μετοχών σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:56. Μέρος της εντολής αυτής (που αφορά ποσότητα 870 μετοχών) εκτελέστηκε με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος η οποία αυξήθηκε κατά 1,18% σε σχέση με την τιμή της προηγούμενης συνεδρίασης. 15) Στις 22/4/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 3.000 μετοχές (9.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 2.897 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 8.689.807 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων ήτοι με το συνολικό ποσό των 8.738.994 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 19,3% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης. Το σύνολο των ανωτέρω αγορών πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία δευτερόλεπτα της συνεδρίασης, κατόπιν εντολής αγοράς 3.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στις 13:29:58 με όριο τιμής 2.910, που είναι και η μέγιστη τιμή της συνεδρίασης. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 600 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 0,12%. 16) Στις 3/5/1999, πούλησε 30.000 μετοχές (90.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 4.186 δρχ. ανά μετοχή (η οποία είναι η ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας, δηλαδή limit up) ήτοι αντί 125.580.000 δρχ. Με το ποσό αυτό, μείον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 124.474.856 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Τις μετοχές αυτές πούλησε στο σύνολό τους στον Θ. Κ.. Από τις μετοχές αυτές, ποσότητα 25.000 μετοχών μεταβιβάστηκε από αυτόν στον Θ. Κ., κατόπιν εντολών που τοποθετήθηκαν κατά την προσυνεδρίαση, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης, με χρονική απόσταση δευτερολέπτων. Οι συναλλαγές μεταξύ αυτού και του Θ. Κ.υ πραγματοποιήθηκαν στις 10:46:10 (25.000 μετοχές) και 10:47:45 (5.000 μετοχές) και αντιπροσώπευαν το 49% του όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής. Για την αξία πώλησης των ανωτέρω μετοχών εκδόθηκε εκ μέρους της Midland ΑΧΕ στις 5/5/1999 η με αριθ. ...-1 επιταγή 103.474.856 δρχ. την οποία παρέλαβε ο Ε. Π., το υπόλοιπο δε της αξίας των μετοχών αυτών εκ 21.000.000 δρχ., κατατέθηκε στις 6/5/1999, απ' ευθείας, από την Χρηματιστηριακή Εταιρία Midland στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην HSBC η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation. Στις 6/5/1999 οι εταιρίες συμφερόντων του Plexus Corporation και Vega International αγόρασαν από τον Θ. Κ. 40.000 μετοχές, αντιστρέφοντας τις προηγούμενες συναλλαγές μεταξύ αυτού και του Θ. Κ.υ που πραγματοποιήθηκαν στις 3/5/1999. Με τον τρόπο αυτό επηρεάστηκε τεχνητά η εμπορευσιμότητα της μετοχής. Επί πλέον στο τέλος της συνεδρίασης, ήτοι στις 13:28:43 τοποθετήθηκε για λογαριασμό του εντολή αγοράς 40.000 μετοχών στο limit up για λογαριασμό της εταιρίας συμφερόντων του Plexus Corporation. Η εντολή αυτή δημιούργησε την εντύπωση μεγάλης ζήτησης για τη μετοχή και περιελήφθη στα "ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης" της συνεδρίασης αυτής (85.060 τεμάχια), που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ του ΧΑΑ, δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. Η συνεδρίαση αυτή έκλεισε με limit up (άνοδος τιμής κλεισίματος 8%). 17) Στις 6/5/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 41.700 μετοχές (125.100 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 4.713 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 196.521.770 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 197.632.917 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Την ίδια ημερομηνία ακόμη η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 25.000 μετοχές (75.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 4.791 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 119.773.625 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.444.890 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η αγορά των μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε η Vega International Corporation αντιστοιχούσε στο 48,04% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή, μαζί δε με τις αγορές, που πραγματοποίησε η Plexus Corporation και ανήλθαν στο 28,80% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, αγοράστηκε το 76,83% των συνολικών διακινηθεισών μετοχών της συνεδρίασης αυτής. Κατά την προσυνεδρίαση της ημέρας αυτής τοποθετήθηκαν δύο εντολές αγοράς 25.000 μετοχών εκάστης, χωρίς όριο τιμής, για λογαριασμό των δύο εταιριών συμφερόντων του Vega International και Plexus Corporation. Ο Θ. Κ., επίσης κατά τη διάρκεια της προσυνεδρίασης τοποθέτησε εντολή πώλησης 40.000 μετοχών στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up). Οι ανωτέρω εντολές αγοράς των εταιριών συμφερόντων του Vega και Plexus, οι οποίες επηρέασαν την διαδικασία ανοίγματος ανοδικά λόγω του μεγάλου όγκου τους (50.000 μετοχές συνολικά) και της τιμής τους (τοποθετήθηκαν χωρίς όριο τιμής) καθώς και η εντολή του Θ. Κ., η οποία λόγω του μεγάλου όγκου της και της μεγάλης τιμής της (limit up) επηρέασε επίσης ανοδικά την διαδικασία ανοίγματος, διασταυρώθηκαν μεταξύ τους, στις 10:45:43, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up) δίνοντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής από την αρχή της συνεδρίασης. Με τις συναλλαγές μεταξύ του Θ. Κ. και των εταιριών Vega και Plexus αντιστράφηκε η συναλλαγή μεταξύ αυτού και του Θ. Κ. που είχε πραγματοποιηθεί στις 3/5/1999. Οι συναλλαγές αυτές αποτέλεσαν το 46% του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής. Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:59) τοποθετήθηκε για λογαριασμό του εντολή αγοράς 5.740 μετοχών, χωρίς όριο τιμής, για λογαριασμό της εταιρίας Vega International Corporation, η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 770 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι διαμόρφωσε την τιμή και εμπορευσιμότητα της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατά την οποία η τιμή αυξήθηκε κατά 4,60% και η εμπορευσιμότητα κατά 60% σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση. 18) Στις 7/5/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 45.000 μετοχές (135.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 4.690 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 219.141.777 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 220.406.821 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 54,18% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης. Κατά την προσυνεδρίαση τοποθετήθηκε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών χωρίς όριο τιμής για λογαριασμό της εταιρίας Plexus Corporation με την οποία διαμορφώθηκε η τιμή ανοίγματος στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up). Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:52) τοποθετήθηκε για λογαριασμό της Plexus εντολή αγοράς 5.000 μετοχών στην τιμή των 4.800 δρχ. η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 250 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, σε τιμή 4.700 δρχ. (λόγω της διασταύρωσής της με προγενέστερη εντολή πώλησης στην τιμή αυτή) διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος της μετοχής της συνεδρίασης αυτής. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι διαμόρφωσε την τιμή και εμπορευσιμότητα της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατά την οποία η μεν τιμή αυξήθηκε κατά 1,03%, η δε εμπορευσιμότητα κυμάνθηκε στο υψηλό επίπεδο της προηγούμενης συνεδρίασης, το οποίο είχε επίσης διαμορφώσει. 19) Στις 11/5/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.750 μετοχές (92.250 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 5.015 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 119.671.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.334.792 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Επίσης στις 11/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 600 μετοχές (1.800 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 5.078 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 3.046.986,50 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 3.065.216 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Με την ανωτέρω αγορά των 30.750 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε ο ίδιος και αντιστοιχούσε στο 62,58% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ καθώς και με την αγορά των 600 μετοχών που πραγματοποίησε η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation, πραγματοποίησες το 63,80% των συνολικών αγορών μετοχών στο ΧΑΑ. Με τις αγορές που πραγματοποίησε για λογαριασμό του και για λογαριασμό της Vega International Corporation και οι οποίες ανήλθαν συνολικά στο 63,80% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης αυτής και πραγματοποιήθηκαν σε τιμές από 5.000 έως 5.100 δρχ. (μέγιστο συνεδρίασης 5.140 δρχ., ελάχιστο 5.000 δρχ., μέση σταθμική τιμή συνεδρίασης 5.036 δρχ.), διαμορφώθηκε ανοδικά η πορεία της μετοχής, η τιμή κλεισίματος της οποίας σημείωσε αύξηση 8%. 20) Στις 12/5/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.700 μετοχές (17.100 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 5.558 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 31.678.505 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 31.858.935 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 27% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης αυτής. Κατά τη προσυνεδρίαση (10:35:54) τοποθετήθηκε για λογαριασμό της Vega εντολή αγοράς 30.000 μετοχών, σε τιμή αυξημένη κατά 5%, σε σχέση με την ως άνω τιμή κλεισίματος της προηγουμένης ημέρας, προκειμένου να επηρεάσει ανοδικά την τιμή ανοίγματος, δεδομένου ότι η εντολή αυτή δεν εκτελέστηκε, την ακύρωσε στις 11:00:30, για να τοποθετηθούν για λογαριασμό της Vega, αμέσως μετά, (11:00:49 και 11:00:57) δύο εντολές αγοράς 10.000 μετοχών εκάστης, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή (limit up), η πρώτη εξ αυτών εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 300 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος της συνεδρίασης στις 5.558 δρχ. με άνοδο 8%. Σημαντικό μέρος, ήτοι 500.000.000 δρχ., της αξίας των αγορών της μετοχής "Σ.Σ... ΑΤΕ" (101.850 μετοχές περίπου πριν το split ή 305.550 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο ίδιος και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά το χρονικό διάστημα από 6/5/1999 μέχρι και 13/5/1999, δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές, από αυτόν τον ίδιο ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από τον Π. Π. ως εξής: α) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ ποσού 100.000.000 δρχ., β) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ η Vega International Corporation ποσού 200.000.000 δρχ. και γ) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ η Plexus Corporation ποσού 200.000.000 δρχ.. Τόσο το ποσό των 100.000.000 δρχ. που κατέβαλε ο ίδιος, όσο και τα ποσά των 200.000.000 δρχ. που κατέβαλε εκάστη των εταιριών Vega International Corporation και Plexus Corporation, ήτοι το συνολικό των 500.000.000 δρχ., μεταφέρθηκε στην Midland ΑΧΕ από το λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSΒC η Vega International Corporation. Ο λογαριασμός αυτός όμως, πιστώθηκε στις 14/5/1999 με ποσό 636.417.000 δρχ., προερχόμενο από την κατάθεση της υπ' αριθ. ... επιταγής, η οποία εκδόθηκε, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, υπέρ του Π. Π., προκειμένου η τελευταία να του καταβάλει μέρος της οφειλής της η οποία προήλθε από την πώληση από αυτόν άλλων μετοχών πλην "Σ.Σ... ΑΤΕ". 21) Στις 17/5/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές (15.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 6.506 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 32.527.654 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 32.714.951 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρεί στην Midland AXE. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 2.900 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:47, αγόρασε 730 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 0,32% λόγω της τιμής στην οποία είχε τοποθετηθεί η εντολή πώλησης. 22) Στις 20/5/1999 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 24.210 μετοχές (72.630 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 6.116 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 148.061.531 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 148.921.350 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 24.210 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 66,33% των συνολικών αγορών των μετοχών στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών στις 6.185 δρχ., που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:56, αγόρασε 270 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 1,17%. 23) Στις 21/5/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 7.790 μετοχές (23.601 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.254 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 48.718.288 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 48.998.167 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Η αγορά των μετοχών αυτών αντιστοιχούσε στο 32,80% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω όγκο συναλλαγών, αλλά και την εντολή της Vega International για αγορά 5.000 μετοχών που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:56 σε τιμή 6.250 δρχ. και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 300 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, η Vega International διαμόρφωσε την τιμή της μετοχής, η οποία αυξήθηκε κατά 1,10%. 24) Στις 25/5/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 9.400 μετοχές (28.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.132 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 57.641.440 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή του, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 57.973.384 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 9.400 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 42,81% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, με εντολή αγοράς δε 4.900 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:57, σε τιμή 6.250 δρχ. αγόρασε 900 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 1,61%. 25) Στις 27/5/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 6.500 μετοχές (19.500 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.091 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 39.593.889 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή του, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 122.151.228 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 6.500 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 36,31% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (14:29:56) έδωσε εντολής αγοράς 3.200 μετοχών σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) η οποία διαμόρφωσε ανοδικά την τιμή κλεισίματος με άνοδο 1,51%. Σημαντικό μέρος, ήτοι 604.365.000 δρχ. της αξίας των αγορών μετοχών (107.890 μετοχές περίπου πριν το split ή 323.670 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο ίδιος και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά μήνα Μάιο του έτους 1999, δεν καταβλήθηκε στη Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές από αυτόν τον ίδιο ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από τον Π. Π., δια της παραδόσεως στη Midland AXE ισόποσης τραπεζικής επιταγής, η οποία εκδόθηκε στις 28/05/1999 σε βάρος του κοινού λογαριασμού υπ' αριθ. ..., που τηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς οι Παναγιώτη και Μ. Π., ο οποίος χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 604.365.000 δρχ., κατατέθηκε δε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE. Το ποσό αυτό των 604.356.000 δρχ. η Midland AXE καταχώρησε σε πίστωση του χρηματικού του λογαριασμού και του χρηματικού λογαριασμού των δύο εταιριών συμφερόντων του στις 28/05/1999 ως εξής: 506.404.159 δρχ. σε πίστωση του δικού του λογαριασμού, 48.980.420 δρχ. σε πίστωση της Vega International Corporation και 48.980.421 δρχ. σε πίστωση της Plexus Corporation. 26) Στις 1/6/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 8.500 μετοχές (25.500 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.456 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 54.874.200 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 55.192.630 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 8.500 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 20,27% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, η τιμή δε της μετοχής έκλεισε με άνοδο 7,86%. Στη συνεδρίαση αυτή αγόρασε από τον Θ. Κ. 6.720 μετοχές, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 16% του συνολικού όγκου της συνεδρίασης με εντολές που τοποθετήθηκαν με χρονική απόσταση 3 δευτερολέπτων (11:09:01 και 11:09:04) και αφορούσαν την ίδια τιμή και όγκο (6.720 μετοχές στις 6.400 δρχ.). 27) Στις 2/6/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 2.100 μετοχές (6.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.191 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 15.100.166 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 79.079.050 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 2.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:58, πραγματοποίησε αγορά 40 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 7,44%. 28) Στις 3/6/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.000 μετοχές (30.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.637 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 76.369.401 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 76.813.422 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 10.000 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 31,94% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, η τιμή δε της μετοχής έκλεισε με άνοδο 6,35%. Στις 13:29:58 τοποθετήθηκε για λογαριασμό του εντολή ανοικτή (ελεύθερη) αγοράς 3.190 μετοχών, η οποία εκτελέστηκε στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης σε τιμή 7.700 δρχ. περίπου, δηλαδή στην τιμή κλεισίματος. 29) Στις 4/6/1999, αγόρασε μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών Midland AXE και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ στην τρέχουσα αγορά 14.000 μετοχές (42.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 8.029 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 112.410.086 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που αγόρασε, πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν με το ποσό των 36.329.654 δρχ. ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE και με το ποσό των 76.552.942 δρχ. ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 14.000 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 32,41% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με εντολή του αγοράς 3.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:50 στην τιμή των 8.000 δρχ. διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 3,89%. 30) Στις 17/8/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.480 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 10.389 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 316.660.747 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 317.792.713 δρχ. χρεώθηκε στις 17/8/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 30.480 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 27,89% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:50 και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 40 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97% Την ημερομηνία αυτή διαμόρφωσε επίσης και την τιμή ανοίγματος της συνεδρίασης ανοδικά (με άνοδο 6,22% σε σχέση με το κλείσιμο της προηγούμενης συνεδρίασης). 31) Στις 18/8/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 2.520 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς δρχ. 11.291 ανά μετοχή ήτοι αντί 28.453.307 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 28.556.296 δρχ. χρεώθηκε στις 18/8/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με εντολή αγοράς 2.360 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα στις 13:29:55 χωρίς όριο τιμής, και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 1.030 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 8,00%. 32) Στις 19/8/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 22.580 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.232 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 253.624.484 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 254.523.240 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Όλες σχεδόν τις αγορές αυτές πραγματοποιήθηκαν με εντολές χωρίς όριο τιμής (ελεύθερες) επηρεάζοντας ανοδικά την τιμή της μετοχής. 33) Στις 20/8/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 17.420 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.906 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 207.404.950 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 208.149.355 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Επίσης στις 20/8/1999 η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 4.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.988 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 47.951.396 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων , ήτοι με το συνολικό ποσό των 48.225.957 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στη Midland AXE. H αγορά 17.420 μετοχών που αγόρασε ο ίδιος αντιστοιχούσε στο 16,19% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή, μαζί δε με τις αγορές που πραγματοποίησε η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation και ανήλθαν στο 3,72% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, αγοράστηκε το 19,90% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο. Με δύο εντολές του αγοράς 5.000 μετοχών εκάστης, που εισήχθησαν στο σύστημα στις 13:29:22 και 13:29:59 χωρίς όριο τιμής, καθώς και με εντολή αγοράς της Vega International 5.000 μετοχών, χωρίς όριο τιμής, που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:55, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,73%. 34) Στις 26/8/1999, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.443 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 57.216.184 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 57.416.878 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με εντολή αγοράς 5.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα, χωρίς όριο τιμής στις 13:29:56 διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 1,78%. Η αξία 91.100 περίπου μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που αγόρασε ο ίδιος την περίοδο 10/08/1999 έως 26/8/1999, συνολικού ποσού 991.135.400 δρχ., μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ, πληρώθηκε, στις 17/8/1999 κατά 471.135.400 δρχ. από την εταιρία συμφερόντων του Π. Π. με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" και κατά 520.000.000 δρχ. από την εταιρία επίσης συμφερόντων του Π. Π. με την επωνυμία "Algore Services Ltd" ως εξής: i) η εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" εξέδωσε, σε βάρος του με αριθμού 17/60934 00000/80 λογαριασμού της, που τηρούσε στη Τράπεζα Εργασίας (ήδη Eurobank), την υπ' αριθ. .../18-08-1999 επιταγή ποσού 730.381.400 δρχ., από τη ρευστοποίηση της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../6 τραπεζική επιταγή της τραπέζης ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ήδη Eurobank) ποσού 471.135.400 δρχ., η οποία κατατέθηκε στις 18/08/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ για να πληρωθεί μέρος της οφειλής σου σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών και ii) στις 24/08/1999 και στις 25/08/1999 η εταιρία με την επωνυμία "Algore Services Ltd" πούλησε άλλες μετοχές, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και εισέπραξε την απαίτησή της στις 26/08/1999 με την υπ' αριθ. 12456566 επιταγή ποσού 700.000.000 δρχ., σε διαταγή της Algore Services Ltd, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του με αριθ. ... λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα την επιταγή αυτή η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε την υπ' αριθ. ... ισόποση (τραπεζική) επιταγή σε διαταγή του Ι. Μ., ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν (στις 26/08/1999) στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. Το ποσό αυτό μαζί με άλλα διαθέσιμα, συνολικού ποσού 707.649.371 δρχ. μεταφέρθηκε αυθημερόν στο λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd και επανακατατέθηκε, στις 27/08/1999, μαζί με άλλα διαθέσιμα συνολικού ποσού 1.460.229.200 δρχ. στο λογαριασμό της .... Σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd), η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε, στις 27/08/1999, την υπ' αριθ. ... επιταγή 258.249.862 δρχ. σε διαταγή NEXUS AXE καθώς την υπ' αριθ. ... επιταγή 520.000.000 δρχ. σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ. Η τελευταία επιταγή κατατέθηκε στις 27/08/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ για να πληρωθεί το υπόλοιπο μέρος της οφειλής του σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών. 35) Στις 21/5/1999, η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation αγόρασε από αυτόν τον ίδιο, κατά την διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγής, 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 5.898 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 294.919.125 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 296.711.020 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρεί η Plexus Corporation στη Midland AXE. Επίσης με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 292.403.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Με τον τρόπο αυτό αφενός δημιούργησε τεχνητά αυξημένη εμπορευσιμότητα στη μετοχή και αφετέρου "έκλεισε" μέρος της οφειλής του στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μεταφέροντας την οφειλή αυτή στην εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation. Κατά το χρονικό διάστημα από 16/2/1999 μέχρι 17/5/2000, πέραν των ως άνω αγορών 2.308.420 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών, προέβη και στην αγορά 510.220 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", ήτοι συνολικά αγόρασε 2.818.640 προσαρμοσμένου όγκου μετοχές, συνολικής αξίας 5.800.455.500 δρχ. Από τις ανωτέρω μετοχές που αγοράστηκαν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, από αυτόν και από τις εταιρίες συμφερόντων του (Vega International Corporation και Plexus Corporation), κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Μαρτίου του έτους 1999 μέχρι του μηνός Αυγούστου του έτους 1999, πούλησε στη συνέχεια με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών κατά το χρονικό διάστημα από 11/06/1999 έως 08/11/1999, σε διάφορα νομικά και φυσικά πρόσωπα τις κατωτέρω αναφερόμενες μετοχές. Ειδικότερα δε 1) Στις 11/6/1999, α) η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation πούλησε στην Algore Services Ltd 25.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 185.027.250 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων , ήτοι με το ποσό των 183.371.980 δρχ., πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρεί η Vega International Corporation στην Midland AXE, β) η εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation πούλησε στην Algore Services 25.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 185.027.250 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 183.371.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρεί η Plexus Corporation στην Midland AXE και γ) πούλησε ο ίδιος προσωπικά στην Algore Services 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 133.219.620 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 132.327.540 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με την συνολική αξία αγοράς του χειροκίνητου πακέτου συναλλαγής 503.274.120 δρχ. (185.027.250 + 185.027.250 + 133.219.620), προσαυξημένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 505.615.360 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν (11/6/1999) ο λογαριασμός της αγοράστριας εταιρίας "Algore Services" που τηρούσε στην Capital AXE. Το ποσό αυτό των 505.615.360 δρχ. δεν εξοφλήθηκε από την αγοράστρια εταιρία Algore Services αλλά από την εταιρία συμφερόντων του Π. Π. με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", με τον εξής τρόπο: Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στις 22/6/1999 εξέδωσε σε διαταγή της, σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank την με αριθμό ... επιταγή 505.615.360 δρχ.. Από τη ρευστοποίηση της επιταγής αυτής εκδόθηκε αυθημερόν με εντολή του Ι. Μ., η υπ' αριθ. .../7 ισόποση επιταγή, σε διαταγή Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η Algore Services LTD. Οι χρηματικοί λογαριασμοί που τηρούσαν στη Midland ΑΧΕ οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, πριν τη πώληση προς την Algore του ανωτέρω πακέτου, εμφάνιζαν χρεωστικά υπόλοιπα σχεδόν ισόποσα με την αξία των μετοχών που πουλήθηκαν. Συγκεκριμένα η Vega International Corporation είχε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 182.154.717 δρχ., η δε αξία πώλησης του πακέτου των μετοχών προς την Algore, ανήλθε σε 183.371.980 δρχ., με αποτέλεσμα το συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου και τον μηδενισμό της υποχρέωσης προς την ΑΧΕ. Η Plexus Corporation είχε χρεωστικό υπόλοιπο (υποχρέωση) ποσού 189.277.246 δρχ., η δε αξία πώλησης του πακέτου των μετοχών προς την Algore ανήλθε σε 183.371.980 δρχ., με αποτέλεσμα το συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου και τον (σχεδόν) μηδενισμό της υποχρέωσης προς την ΑΧΕ. Τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα των δύο εταιριών συμφερόντων του είχαν δημιουργηθεί λόγω αγορών μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, κατά τις προηγούμενες του πακέτου ημερομηνίες. Επομένως με την πώληση των ανωτέρω μετοχών στις 11/6/1999 από τις δύο εταιρίες συμφερόντων του στην Algore, μεταβίβασε σε αυτήν μέρος των μετοχών που είχαν αγοράσει και συγχρόνως την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος αγοράς, το οποίο τελικά κατέβαλε για λογαριασμό της Algore, η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. 2) Στις 14/9/1999, η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation πούλησε 500.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 250.000 μετοχές στο Γ. Β., 100.000 μετοχές στην ING Πειραιώς (Nationale Nederlanden), 50.000 μετοχές στη Γενική Τράπεζα, 30.000 μετοχές στην International Ομολόγων εσωτ., 30.000 μετοχές στην International Μικτό Εσωτ., και 40.000 μετοχές International Αναπτ. Εσωτ., αντί 13.500 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 6.750.257.500 δρχ. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 6.714.224.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στη Midland AXE. Το ποσό των 6.714.224.980 δρχ. που προήλθε από την πώληση των μετοχών, μεταφέρθηκε στις 17/9/99 στο λογαριασμό ... που τηρούσε η Vega International στην HSBC και διατέθηκε ως εξής: α) Στις 17/9/1999 ποσό 1.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η Vega International Corporation και χρησιμοποιήθηκε από αυτή για την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, β) στις 20/9/1999 ποσό 5.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε, δια της εκδόσεως σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρεί η Vega International Corporation στην HSBC) της υπ' αριθ. ... ισόποσης τραπεζικής επιταγής, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Π.. Μέρος του ποσού αυτού, ο τελευταίος, ήτοι 2.150.000.000 δρχ. χρησιμοποίησε για να πληρώσει την αξία μετοχών που αγόρασε, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 2.850.000.000 δρχ. μετέφερε, στις 30.09.1999 στο λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας), από όπου ανέλαβε αυθημερόν 2.800.000.000 δρχ. και γ) στις 8/10/1999 το υπόλοιπο ποσό των 714.224.980 δρχ. μαζί με άλλα ποσά που προήλθαν από την πώληση άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι συνολικό ποσό 1.020.400.000 δρχ. μετατράπηκε σε 2.000.000 GBP και εμβάσθηκε, με εντολή της Vega International Corporation, στο εξωτερικό. Τέλος, στις 14.09.1999 ο χρηματικός λογαριασμός του Γ. Β. στην ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ χρεώθηκε για την αγορά των 250.000 μετοχών με 3.394.575.000 δρχ. Η εξόφληση του ποσού αυτού έγινε στις 17.09.1999 δια της ισόποσης μεταφοράς στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα η ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ, όχι από διαθέσιμα του ιδίου, αλλά από το λογαριασμό ... που τηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα η Δ. Κ. και ο Α. Α.. 3) Στις 15/9/1999, πούλησε 370.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 14.400 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 5.328.000.000 δρχ. στους 1) Α. Κ. 50.000 μετοχές, συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., 2) Α/Κ INTERNATIONAL ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., 3) ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ 25.000 μετοχές συνολικής αξίας 360.000.000 δρχ., 4) "ΑΣΠΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ" 25.000 μετοχές συνολικής αξίας 360.000.000 δρχ., 5) ΛΑΪΚΗ Α/Κ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., 6) FARM HOUSE INTERNATIONAL LTD. 5.000 μετοχές συνολικής αξίας 72.000.000 δρχ., 7) Ε.Τ.Β.Α., 15.000 μετοχές συνολικής αξίας 216.000.000 δρχ., 8) ALICO Α/Κ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 30.000 μετοχές συνολικής αξίας 432.000.000 δρχ., 9) INTERNATIONAL ΜΙΚΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., 10) Α/Κ ΑΑΑΒ ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 20.000 μετοχές συνολικής αξίας 288.000.000 δρχ., 11) Α/Κ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 20.000 μετοχές συνολικής αξίας 288.000.000 δρχ., και 12) ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ Α/Κ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 30.000 μετοχές συνολικής αξίας 432.000.000 δρχ.. Με τη συνολική αξία πώλησης (5.328.000.000 δρχ.) μειωμένη κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 5.295.232.800 δρχ., πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό των 5.295.232.800 δρχ. έλαβε από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, δια της εκδόσεως από αυτή των κάτωθι επιταγών, σε βάρος του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε, η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν από αυτόν και τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά διατέθηκαν ως εξής: α) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς, η επιταγή δε αυτή εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, β) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, γ) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, δ) ποσό 1.005.687.800 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ε) ποσό 89.545.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία εισπράχθηκε, στις 14/10/1999, από τον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., στ) ποσό 150.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία εισπράχθηκε, στις 11/10/1999, από τον Γ. Β., ζ) ποσό 50.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία εισπράχθηκε, στις 14/10/1999, από τον ίδιο ως άνω Γ. Β., η) ποσό 50.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία οπισθογραφήθηκε αρχικά από αυτόν και στη συνέχεια παραδόθηκε στον διαχειριστή των αμοιβαίων κεφαλαίων της INTERNATIONAL ΑΕΛΔΕ, Β. Κ. του Ε., ο οποίος την εισέπραξε, στις 06/10/199, από τη Γενική Τράπεζα για να καταθέσει το ως άνω ποσό στο Α/Κ International ομολόγων εσωτερικού προκειμένου να αγοράσει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων International Ομολόγων Εσωτερικού, θ) ποσό 110.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία εισπράχθηκε, στις 06/10/1999, από τον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Χ. Μ., ι) ποσό 220.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία οπισθογραφήθηκε αρχικά από αυτόν και στη συνέχεια από τον Γ. Μ., που την παρέδωσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα, στις 05/10/1999, το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή, ια) ποσό i) των 200.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, και ii) των 180.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν αρχικά από αυτόν και στη συνέχεια από το Γ. Μ., ο οποίος τις παρέδωσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 11/10/1999, με το ποσό των 380.000.000 δρχ., το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Δηλαδή ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ ο Γ. Μ. πιστώθηκε, όπως προαναφέρεται, στις 30/9/1999 με 220.000.000 δρχ. και στις 11/10/1999 με 380.000.000 δρχ. , ήτοι συνολικά με ποσό 600.000.000 δρχ., ιβ) ποσό 240.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως των με αριθ. ... και ... επιταγών, συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ., οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα η Εγνατία ΑΧΕ. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό. 4) Στις 08/11/1999, πούλησε ο ίδιος προσωπικά στον Α. Π. 67.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.179.182.413 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.169.648.460 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Στις 8/11/1999 επίσης η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation πούλησε στον ως άνω Α. Π. 83.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.460.778.213 δρχ.. Με το ποσό αυτό, απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.448.967.500 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρεί η Vega International στην Midland AXE. Ο λογαριασμός που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE χρεώθηκε αυθημερόν με 2.639.960.626 δρχ. (1.179.182.413 + 1.460.778.213) πλέον εξόδων, ήτοι με συνολικό ποσό 2.645.544.000 δρχ.. Στις 11/11/99 το ποσό των 1.169.648.460 δρχ. που προήλθε από την πώληση των ανωτέρω μετοχών του, προσαυξημένο με το προϊόν που προήλθε από την πώληση και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που είχε στην κατοχή του, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.182.862.537 δρχ. μεταφέρθηκε από τη Midland AXE στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC, με χρέωση του οποίου εκδόθηκε τραπεζική επιταγή 1.169.648.460 δρχ., η οποία κατατέθηκε στις 12.11.99 στο λογαριασμό που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE, δηλαδή το συνολικό ποσό που εισέπραξε από την πώληση των 67.000 μετοχών το επέστρεψε στον αγοραστή. Στις 11/11/99 το ποσό των 1.448.967.500 δρχ. που προήλθε από την πώληση των ανωτέρω μετοχών της Vega International Corporation, μεταφέρθηκε από τη Midland AXE στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC, με χρέωση του οποίου εκδόθηκε ισόποση τραπεζική επιταγή, η οποία κατατέθηκε στις 12.11.99 στο λογαριασμό που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE. Δηλαδή και το ποσό που εισέπραξε η Vega International Corporation από την πώληση των 83.000 μετοχών το επέστρεψε στον αγοραστή. Κατά το χρονικό διάστημα από 16/2/1999 μέχρι 17/5/2000 πέραν των ως άνω πωλήσεων μετοχών προσαρμοσμένου όγκου 1.770.600 προέβη και στην πώληση 1.089.670 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών, ήτοι συνολικά πούλησε 2.860.270 μετοχές, συνολικής αξίας 24.044.324.333 δρχ.. Με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και τους συγκατηγορουμένους του, παράνομο περιουσιακό όφελος 18.243.868.783 δρχ., το οποίο προέκυψε εκ της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος πωλήσεως και αγοράς των προαναφερθεισών μετοχών, με αντίστοιχη βλάβη τόσο του επενδυτικού κοινού, όσο και των μεριδιούχων των αμοιβαίων κεφαλαίων, που αγόρασαν, παραπλανηθέντες, σε τεχνητά αυξημένη τιμή μετοχές της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ". Ενδεικτικά δε αναφέρεται, ότι η βλάβη των αμοιβαίων κεφαλαίων ανήλθε α) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ALICO Μετοχικό Εσωτερικού σε 135.959.250 δρχ., β) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Αναπτυξιακό Εσωτερικού σε 153.030.825 δρχ., γ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Μεικτό Εσωτερικού σε 257.061.800 δρχ., δ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Ομολόγων Εσωτερικού σε 1.022.250 δρχ., ε) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της METROLIFE Εμπορική Ασφαλιστική ΑΕ ΑΕΖ σε 110.266.700 δρχ., στ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ΑΣΠΙΣ Επενδυτική ΑΕΕΧ σε 37.081.778 δρχ. και ζ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ΛΑΪΚΗΣ Αμοιβαίο Κεφάλαιο Εσωτερικού σε 403.175.540 δρχ.. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια προς πορισμό εισοδήματος, εκ δε της επανειλημμένης τέλεσής τους, επί μακρό χρόνο, προκύπτει σταθερή ροπής του στη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Β) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 17/9/1999 έως 30/11/1999, εκ κερδοσκοπίας και με σκοπό να συγκαλύψει από κοινού με άλλους, την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση της πράξεως της κακουργηματικής απάτης (άρθρο 386 παρ. 1-3 ΠΚ), ήτοι εγκληματικής δραστηριότητος του άρθρου 1 παρ. 1α περ. αη' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005 και ισχύει σήμερα, που είχε τελεσθεί κατά τους προπεριγραφόμενους, ως ανωτέρω τρόπους, μεταβίβασε περιουσία εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην, ως άνω, παράνομη δραστηριότητα, συγκεκριμένα δε: 1) Στις 20/9/1999, μεταβίβασε δια της εταιρίας συμφερόντων του Vega International Corporation στον Π. Π. το ποσό των 5.000.000.000 δρχ., για το σκοπό δε αυτό η Vega International Corporation έδωσε στην τράπεζα HSBC την εντολή να εκδώσει την υπ' αριθ. ... ισόποση τραπεζική επιταγή, την οποία και εξέδωσε, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ και σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην τράπεζα αυτή. Με το ποσό της επιταγής αυτής η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Π., 2) Στις 28/9/1999 μεταβίβασε στον Π. Π. το συνολικό ποσό των 4.005.687.800 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, σε αυτόν των επιταγών .../28.09.99, .../28.09.99 και .../28.09.99 ποσού 1.000.000.000 δρχ. εκάστης, καθώς και της επιταγής .../28.09.99 ποσού 1.005.687.800 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, τις επιταγές δε αυτές ο Π. Π. κατέθεσε στη συνέχεια (στις 29/9/1999) στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, 3) Στις 28/9/1999 μεταβίβασε στον Γ. Β., υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, σε αυτόν συνολικό ποσό 289.545.000 δρχ., δια της εκδόσεως των επιταγών .../28.09.99 ποσού 89.545.000 δρχ., .../28.09.99 ποσού 150.000.000 δρχ. και .../28.09.99 ποσού 50.000.000 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, 4) Στις 28/9/1999 μεταβίβασε στον Β. Κ. του Ε., διαχειριστή των αμοιβαίων κεφαλαίων της INTERNATIONAL ΑΕΛΔΕ, ποσό 50.000.000 δρχ., δια μεταβιβάσεως δι' οπισθογραφήσεως σε αυτόν της επιταγής .../28.09.99, η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή σου, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στη συνέχεια, ο ως άνω Β. Κ., την εισέπραξε, στις 06/10/1999, από τη Γενική Τράπεζα για να καταθέσει το ως άνω ποσό στο Α/Κ International ομολόγων εσωτερικού προκειμένου να αγοράσει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων International Ομολόγων Εσωτερικού, 5) Στις 28/9/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε, δια των νομίμων εκπροσώπων της Ν. Γ. και Δ. Κ., την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ., σε διαταγή του, εις βάρος του λογ/μού ... που τηρούσε αυτή (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από αυτόν στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία στη συνέχεια τη μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον υπάλληλό της Χ. Μ., 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 28/9/1999 μέχρι 6/10/1999 μεταβίβασε ποσό 240.000.000 δρχ. δι' οπισθογραφήσεως των με αριθ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 7) Στις 28/9/1999 μεταβίβασε στον Γ. Μ., ποσό 220.000.000 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, της υπ' αριθ. επιταγής .../28.09.99 ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή σου, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στη συνέχεια, η ως άνω επιταγή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον Γ. Μ., στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000+2.800.000) σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) ο Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ...-3 επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 28.925.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ., ο οποίος την κατέθεσε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ...-2 επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ. , σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Alpha Τράπεζα. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος (Σ. Α.) στην Eurobank. ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 28.925.000 δρχ. εκάστης, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε μαζί με άλλα διαθέσιμα του Γ. Μ. που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στο λογαριασμό με αριθ. ... που τηρούσαν στη Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ...-1 επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Ν. Γ. και Δ. Κ., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ.. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ., που αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό 101.500.000 δρχ. προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ. που είχε γίνει στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ.. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Σ. Α., vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Δ. Λ., vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Γ. Μ.. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 238.130.000 δρχ. (150.000.000 + 88.130.000), ποσό 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον ανωτέρω κοινό τραπεζικό λογαριασμό των Μ., Λ. και Γ. στις 4/1/2000, δηλαδή από το λογαριασμό αυτό ο Γ. Μ. έλαβε το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 8) Στις 28/9/1999 μεταβίβασε στον Γ. Μ. με την παράδοση δι' οπισθογραφήσεως των υπ' αριθ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγών ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή του εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησής του από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Μία εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν. Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, άλλη εξ' αυτών, κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον Δ. Λ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, άλλη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank. Τέλος άλλη εξ' αυτών εισπράχθηκε, στις 21/10/1999, από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 18/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της ιδίας τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σ' αυτήν ο Γ. Μ. και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός ... πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ. με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ.. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στο λογ/σμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 130.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. Μ. στις 27/10/1999, ο οποίος την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ που τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ... 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ... 4.500.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ., στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ.. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ. Μ., ο οποίος την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ που τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999. iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.845.000 δρχ. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. 9) Στις 17/9/1999 ποσό 1.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε από το λογαριασμό ... που τηρούσε η Vega International στην HSBC στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE και χρησιμοποιήθηκε από αυτή για την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, 10) στις 8/10/1999 ποσό 714.224.980 δρχ. μαζί με άλλα ποσά που προήλθαν από την πώληση άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι συνολικό ποσό 1.020.400.000 δρχ., μετατράπηκε σε 2.000.000 GBP και εμβάσθηκε από το λογαριασμό ... που τηρούσε η Vega International στην HSBC με εντολή της, στο εξωτερικό, 11) στις 11/11/1999 ποσό 2.352.510.997 δρχ. μεταβιβάστηκε στον Α. Π., δι' εκδόσεως, κατόπιν εντολής του, δύο τραπεζικών επιταγών εκ 1.169.648.460 δρχ. και 1.182.862.537 δρχ., σε βάρος του με αριθ. ... λογαριασμού του που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC και του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε η εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation στην ίδια ως άνω Τράπεζα. Ο Α. Π. κατέθεσε τις επιταγές αυτές στην Capital AXE σε πίστωση του δικού του χρηματικού λογαριασμού. 12) Σημαντικό μέρος της αξίας των μετοχών που πούλησε, συνολικού αντιτίμου 3.541.214.664 δρχ., ήτοι 5.804.590 GBP και 1.450.050 USD, μετέφερε, μέσω των λογαριασμών που τηρούσαν οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, στο εξωτερικό ως εξής: α) στις 25/6/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 144.326,88 GBP αντιτίμου 72.029.216 δρχ., για λογαριασμό σου, β) στις 21/7/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 180.000 GBP αντιτίμου 90.316.800 δρχ., στη Eurobank Λονδίνου, γ) στις 11/11/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 1.000.000.000 GBP αντιτίμου 513.320.000 δρχ., για λογαριασμό του Γ. Φ., δ) στις 12/11/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 400.000 GBP αντιτίμου 205.536.000 δρχ., στη Eurobank Λονδίνου, ε) στις 17/12/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 330.000 GBP αντιτίμου 174.065.100 δρχ., για λογαριασμό του G. D., στ) στις 30/12/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 500.000 GBP αντιτίμου 263.895.000 δρχ., για λογαριασμό του Γ. Φ., ζ) στις 12/1/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 500.000 GBP αντιτίμου 264.490.000 δρχ., στο λογαριασμό υπ' αριθ. ..., η) στις 18/1/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 700.000 GBP αντιτίμου 375.480.000 δρχ., στο λογαριασμό ..., θ) στις 3/3/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 15.000 GBP αντιτίμου 8.196.750 δρχ., για λογαριασμό A. και N. S., ι) στις 22/3/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 250.000 GBP αντιτίμου 135.220.000 δρχ., στο λογαριασμό ..., ια) στις 13/4/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 250.000 GBP αντιτίμου 138.567.500 δρχ., στο λογαριασμό ..., ιβ) στις 9/5/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 30.193,48 GBP αντιτίμου 16.735.345 δρχ., στο λογαριασμό C. Z., ιγ) στις 9/5/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 903.542,6 GBP αντιτίμου 520.937.486 δρχ., στο λογαριασμό ..., ιδ) στις 17/5/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 341.527,51 GBP αντιτίμου 190.261.558 δρχ., στο λογαριασμό ..., ιε) στις 17/5/2000, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Plexus Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 20.000 GBP αντιτίμου 11.141.800 δρχ., στο λογαριασμό E. P. και ιστ) στις 16/9/1999, μέσω του λογαριασμού ... που τηρούσε η Vega International Corporation στην Τράπεζα HSBC, ποσό 1.450.050 USD αντιτίμου 444.005.309 δρχ., σε λογαριασμό της. 13) Στις 5/5/1999 έλαβε από τη χρηματιστηριακή του εταιρία Midland AXE το ποσό των 103.474.856 δρχ. σε εξόφληση μέρους της απαίτησής του η οποία προήλθε από την πώληση μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ με αντισυμβαλλόμενο το Θ. Κ.. Το ποσό αυτό έλαβε δια της υπ' αριθ. ... 1/6.5.1999 επιταγής, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού 027080 που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα η Midland ΑΧΕ. Την επιταγή αυτή μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον Ε. Π.. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. 2) Ο Π. Π. : Γ) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο με σκοπό να αποκομίσει μετά των συγκατηγορουμένων του παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε μετ' αυτών, εν γνώσει, ψευδώς στο ευρύ επενδυτικό κοινό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), ότι οι συμβάσεις αγοραπωλησίας μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "Σ.Σ... ΑΤΕ", που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού ατομικώς, των εταιριών συμφερόντων του ALGORE SERVICES LTD και ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, του Τ. Α., ατομικώς και ως εκπροσώπου των εταιριών VEGA INTERNATIONAL CORPORATION και PLEXUS CORPORATION, Α. Π., Π. Β., Κ. Π., Σ. Τ., Ν. Μιχαλιού, Ε. Β., Π. Γ., Θ. Κ. ως και διαφόρων τρίτων, έγιναν σπουδαίως, ενώ οι αγοραπωλησίες αυτές έγιναν κατ' επίφαση, ήσαν εικονικές και η τιμή των μετοχών αυτών ήταν ψευδής, διαμορφωθείσα ανοδικά με τεχνητούς τρόπους. Ειδικότερα δε στις 5/2/1999 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των Σ. Σ., Ζ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., βασικών μετόχων της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", και της Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", σε εκτέλεση της οποίας μεταβιβάστηκαν στην ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 3.110.580 μετοχές, που αντιστοιχούσαν στο 70% του συνόλου των 4.443.680 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", τον Απρίλιο και Μάιο του 1999. Λίγες ημέρες μετά την εξαγορά της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ μεταβίβασε το 6,39% του συνόλου των μετοχών σε πρόσωπα συνδεόμενα με αυτόν και τον Κ. Τ. δηλαδή στην offshore εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd., στην Π. Β., στον Κ. Π. και στη Σ. Τ.. Αμέσως μετά τη σύναψη της συμφωνίας και συγκεκριμένα από της 16/2/1999, ο Τ. Α. από κοινού με αυτόν, προέβη προσωπικώς, αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος των εταιριών συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, από κοινού μετά της εταιρίας συμφερόντων του Π.Π. Algore Services Ltd, και του Θ. Κ.υ μέχρι της 18/6/1999, ήτοι μέχρι της ημέρας κατά την οποία έγινε "κόψιμο" (split) της μετοχής και διανεμήθηκαν δύο νέες μετοχές για κάθε μία παλαιά, στην αγορά 642.400 μετοχών (1.927.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99), οι οποίες αποτελούσαν το 14,46% των εισηγμένων μετοχών της ή το 39,72% των ελευθέρων μετοχών επί συνόλου 1.617.100 μετοχών (4.851.300 μετοχές μετά το split της 18.06.99). Συνεπεία των πράξεων αυτών το ευρύ επενδυτικό κοινό είχε στη διάθεσή του μόνο το 15,54% των εισηγμένων μετοχών ή το 42,71% των ελευθέρων μετοχών. Κατά τον τρόπο αυτό περιόρισαν την προσφορά των μετοχών της εν λόγω εταιρίας και αξιοποίησαν τη δυνατότητα διαμορφώσεως της τιμής της μετοχής, ακόμη και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, είτε ανοδικά στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (limit up), είτε συγκρατώντας την υφιστάμενη τιμή σε υψηλό επίπεδο, είτε αποτρέποντας μεγάλη πτώση της, εκμεταλλευόμενοι και το ευνοϊκό χρηματιστηριακό περιβάλλον που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, η οποία χαρακτηριζόταν από αυξημένη ζήτηση γενικά μετοχών και ειδικά μετοχών του κατασκευαστικού κλάδου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν, η τιμή της μετοχής, από 05.02.99 μέχρι 18.06.99, να αυξηθεί κατά 788,89 %, καθόσον η τιμή της ανερχόταν αρχικώς μεν στο ποσό των 337 δρχ., στη συνέχεια δε στο ποσό των 2.999 δρχ. (18-6-1999). Οι περισσότερες από τις ανωτέρω αγορές πραγματοποιήθηκαν με εντολές αγοράς, οι οποίες δημιούργησαν την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της τιμής με συνέπεια να επηρεάσουν ανοδικά την τιμή της μετοχής. Ειδικότερα α) διαμόρφωναν τεχνητά την τιμή ανοίγματος και κλεισίματος της μετοχής στο ανώτατο επιτρεπόμενο επίπεδο (limit up) σε πολλές συνεδριάσεις της περιόδου αυτής μέσω της τοποθέτησης, στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης (ΟAΣΗΣ), μεγάλων σε όγκο και τιμή (ή χωρίς όριο τιμής) εντολών αγοράς κατά τις ευαίσθητες περιόδους διαμόρφωσης των τιμών ανοίγματος και κλεισίματος. Ορισμένες από τις εντολές αυτές, τις οποίες ο Τ. Α. έδινε, στα πλαίσια του εγκληματικού τους σχεδίου, είτε για δικό του λογαριασμό είτε για λογαριασμό των εταιριών συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, είτε κατά την έναρξη της προσυνεδρίασης, είτε στα τελευταία λεπτά της συνεδρίασης, δεν εκτελέστηκαν, δημιούργησαν όμως την εντύπωση αυξημένης ζήτησης για την μετοχή, β) πραγματοποιούντο συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενα πρόσωπα συνδεόμενα μεταξύ τους (συναλλαγές μεταξύ του Τ. Α., της VEGA και Plexus κλπ), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τεχνητή εμπορευσιμότητα και να επηρεαστεί τεχνητά η τιμή της μετοχής. Οι συναλλαγές αυτές εκτελέστηκαν, συνεπεία εντολών αγοράς και πώλησης, οι οποίες εισήχθησαν στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης του ΧΑΑ με χρονική απόσταση ελάχιστων δευτερολέπτων και σε τέτοια τιμή και όγκο, ώστε να διασταυρωθούν μεταξύ τους και γ) ο Τ. Α. και οι εταιρίες Vega και Plexus, και σε ορισμένες περιπτώσεις η Algore και αυτός ο ίδιος, πραγματοποιούσαν όγκο συναλλαγών, που ανερχόταν σε σημαντικό ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών της συγκεκριμένης συνεδρίασης, με αποτέλεσμα τον τεχνητό επηρεασμό της εμπορευσιμότητας και της τιμής της μετοχής και τη δημιουργία εντυπώσεων δυναμικής ανοδικής πορείας της μετοχής. Εξ άλλου μεγάλο μέρος των αγορών που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 16/2/1999 έως 16/10/1999, από αυτόν ως παρένθετο πρόσωπο και από τα παρένθετα πρόσωπα Τ. Α., Π. Γ., Ν. Μ., Ε. Β., Π. Φ., Π. Β., Κ. Π., ή offshore εταιριών συμφερόντων του ή συμφερόντων του Τ. Α., έγινε στην πραγματικότητα για λογαριασμό του και της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, προκειμένου να μην αποκαλυφθεί, δια της διασποράς των αγορών αυτών σε πολλά πρόσωπα (αχυρανθρώπους), η ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων των μετοχών - αγοραστών, ως και το εγκληματικό τους σχέδιο. Περαιτέρω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και λίγες ημέρες πριν το split της μετοχής, προέβησαν, με τον αυτό σκοπό, σε εικονικές αγοραπωλησίες πακέτων 366.000 μετοχών, προσαρμοσμένου όγκου 1.098.000 μετοχών, συνολικής αξίας 2.429.574.760 δρχ., δοθέντος ότι για την κατάρτιση των ως άνω αγοραπωλησιών των πακέτων μετοχών δεν καταβλήθηκε στην πραγματικότητα τίμημα, αφού τα χρήματα τα οποία εισέπραξαν οι πωλητές από την πώληση των ανωτέρω πακέτων μετοχών από τη Χρηματιστηριακή εταιρία, σε εξόφληση της απαίτησής τους, τα κατέβαλαν στη συνέχεια στους αγοραστές, οι οποίοι τα απέδωσαν μετά από αυτό στην Χρηματιστηριακή εταιρία, για να εξοφλήσουν την οφειλή τους από την αγορά των πακέτων μετοχών. Στα ως άνω πακέτα συναλλαγών πωλητές ήταν η ΑΤΤΙΚΑΤ, ο Τ. Α. με τις εταιρίες συμφερόντων του και ο Κ. Π., αγοραστές δε, ήταν πρόσωπα συνδεόμενα με αυτόν και την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, ήτοι η Algore Services Ltd, η Π. Β., ο Κ. Π. , που μεταβίβασε το αγορασθέν πακέτο στην Algore Services Ltd και η Σ. Τ.. Η Π.Β. και η Σ. Τ. κατ' εντολή του Κ.Τ. μετά το split της μετοχής οι αγοραστές των ως άνω πακέτων απέκτησαν δωρεάν άλλες 732.000 μετοχές (366.000Χ2). Εξ άλλου το "κόψιμο - split" της μετοχής, με τη δωρεάν διανομή δύο νέων μετοχών για κάθε μία παλαιά που πραγματοποιήθηκε στις 18/6/1999 (ημερομηνία αποκοπής δικαιώματος), δημιούργησε περαιτέρω ανοδική τάση στην πορεία της μετοχής κατά το αμέσως επόμενο της ημερομηνίας αυτής χρονικό διάστημα. Το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών που απέκτησαν οι αγοραστές των ανωτέρω πακέτων, πούλησαν στο ευρύ επενδυτικό κοινό κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη. Τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτές, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, οι ανωτέρω επενδυτές διέθεσαν στην ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στην εταιρία συμφερόντων του Algore και σε αυτόν τον ίδιο. Κατά το χρονικό διάστημα από 10.8.99 έως 17.4.00, περίοδο κατά την οποία επίσης οι Α., Vega, Plexus, διακρατούσαν στο χαρτοφυλάκιό τους μεγάλο αριθμό μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ, αγόρασαν επί πλέον 229.820 μετοχές και διαμόρφωσαν την τιμή της μετοχής, ακόμη και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, είτε ανοδικά στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (limit up), είτε συγκρατώντας την υφιστάμενη τιμή σε υψηλό επίπεδο, είτε αποτρέποντας μεγάλη πτώση της, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο προ της 18/6/1999, που έγινε το split. Κατά την περίοδο από τις 20/8/99 έως τις 12/10/99 πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις 1.190.000 μετοχών σε τιμές που κυμαίνονταν από 33,75 έως 42,85 ευρώ, συνολικής αξίας 16.333.510.500 δρχ., με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών. Οι πωλήσεις αυτές έγιναν προς θεσμικούς επενδυτές, ως και μεγάλους ιδιώτες επενδυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που εισπράχθηκε από τις πωλήσεις αυτές, καταβλήθηκε σε αυτόν τον ίδιο καθώς και στις εταιρίες συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ, Algore και Roseleich, ενώ μικρότερο μέρος του εισπραχθέντος ποσού καταβλήθηκε σε διαχειριστές θεσμικών επενδυτών, καθώς και σε διαμεσολαβητές, ως παράνομη προμήθεια και αμοιβή για την πραγματοποίηση των ανωτέρω πακέτων συναλλαγών. Τα πακέτα αυτά, τα οποία αφορούσαν σε μεγάλο αριθμό μετοχών, οι οποίες μεταβιβάστηκαν σε πολύ υψηλή τιμή, δημιούργησαν ψευδείς εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό, ως προς τις πραγματικές προθέσεις ορισμένων εκ των θεσμικών αγοραστών, οι οποίοι δεν αγόρασαν επειδή αξιολόγησαν τις αγορές αυτές ως συμφέρουσα επένδυση, αλλά επειδή τα φυσικά πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων εκ μέρους των θεσμικών επενδυτών, έλαβαν ανεπιτρέπτως κρυφά προμήθειες για την πραγματοποίηση των αγορών αυτών. Από την πώληση των πακέτων αυτών υπέστησαν ζημία όχι μόνο το ευρύ επενδυτικό κοινό, του οποίου υποτιμήθηκε το χαρτοφυλάκιό του μετά τις αθρόες πωλήσεις (ξεφόρτωμα) των θεσμικών προς τρίτους, αλλά και οι επενδυτές που τοποθέτησαν τα χρήματά τους στα αμοιβαία κεφάλαια. Επίσης, στις 8/11/1999, πραγματοποιήθηκε πώληση από τον Τ. Α. και την Vega International Corporation προς τον Α. Π. του Γ., κύριο μέτοχο της χρηματιστηριακής εταιρίας Capital ΑΧΕ, μέσω της οποίας διενεργούσε σημαντικής αξίας συναλλαγές αυτός ο ίδιος, η Algore Services Ltd και άλλα συνδεόμενα με αυτόν πρόσωπα, 150.000 μετοχών αντί του δήθεν τιμήματος των 2.639.960.626 δρχ., δοθέντος ότι το σύνολο του ποσού αυτού επιστράφηκε από τον Τ. Α. και την Vega International Corporation στον αγοραστή. Το πακέτο αυτό δημιούργησε ψευδείς εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό ως προς το τίμημα μεταβίβασης των μετοχών. Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω ενεργειών, η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής έπεσε, επειδή σταματήσατε να διενεργούν συστηματικά μεθοδευμένες συναλλαγές και να διαμόρφωναν την τιμή της. Αυτός ο ίδιος και η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd., διενήργησαν χρηματιστηριακές συναλλαγές σε συγκεκριμένες ημερομηνίες με σκοπό την στήριξη ή την τεχνητή άνοδο της τιμής και μάλιστα λίγες ημέρες πριν ή ακόμη και την ίδια ημέρα της πραγματοποίησης μεγάλης αξίας πακέτων συναλλαγών. Συνολικά, από 18/3/1999 μέχρι 13/08/1999 ο ίδιος προσωπικά, η Μ. Π., ο Κ. Τ. καθώς και οι εταιρίες συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και Algore Services Ltd χρηματοδοτήσατε με το συνολικό ποσό των 5.016.828.386 δρχ. τα κάτωθι παρένθετα πρόσωπα για την αγορά μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ και ειδικότερα τον Τ. Α. με 1.998.004.258 δρχ., την εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation με 667.784.346 δρχ., την εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation με 636.695.495 δρχ., τον Κ. Π. με 111.009.960 δρχ., την Π. Β. με 544.921.520 δρχ., τη Σ. Τ. με 108.457.440 δρχ., το Ν. Μ. με 115.782.000 δρχ., τον Π. Γ. για λογαριασμό του Ε. Β. με 609.607.447 δρχ. , τον Ε. Β. με 200.000.000 δρχ., και τον Π. Φ. με 24.565.920 δρχ. Πέραν αυτών η εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ χρηματοδότησε την επίσης συμφερόντων του εταιρία Algore Services Ltd από 01/06/1999 μέχρι 22/06/1999 με 1.546.674.680 δρχ. Εκ της πωλήσεως των ανωτέρω μετοχών, που είχαν αγορασθεί, όπως προαναφέρθηκε, με χρηματοδότηση, καταβλήθηκε μέρος του εισπραχθέντος τιμήματος 14.396.001.007 δρχ., σε αυτόν τον ίδιο και στην εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, σε δύο κοινοπραξίες της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd και επίσης στον Α. Π., σε άλλους διαμεσολαβητές, σε διαχειριστές, στον Π. Γ. και στον Κ. Π. και ειδικότερα σε αυτόν τον ίδιο 9.477.852.626 δρχ., στην εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 246.282.911 δρχ., στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd 473.717.089 δρχ., σε δύο κοινοπραξίες της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 80.000.000 δρχ., στον Α. Π. 2.618.615.960 δρχ., στον Π. Γ. για λογαριασμό του Β. 164.987.421 δρχ., στον Κ. Π. 45.000.000 δρχ.. Επί πλέον καταβλήθηκε και το ποσό του 1.289.545.000 δρχ.. στους Ν. Γ., ως και τους κατωτέρω λεπτομερώς αναφερομένους τρίτους (Γ. Μ., Δ. Λ., Γ. Β., Χ. Μ. κλπ). Κατά τις ημερομηνίες 31/1/2000, 1/2/2000, 2/2/2000 η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd. μέσω προσυνεννοημένων συναλλαγών στην τρέχουσα αγορά, πούλησε στην εισηγμένη εταιρία συμφερόντων του ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, της οποίας απέκτησε το ποσοστό 56,64% του μετοχικού κεφαλαίου της στις 17/6/1999, 214.400 μετοχές "Σ.Σ... ΑΤΕ" συνολικής αξίας 2.399.704.786 δρχ. και στις 15/2/2000 επίσης η Algore πούλησε με πακέτο, 160.000 μετοχές συνολικής αξίας 1.792.072.400 δρχ. στην ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ. Τις μετοχές αυτές η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ αγόρασε, στο πλαίσιο τοποθέτησης μέρους των κεφαλαίων της (29,7% των αντληθέντων κεφαλαίων) που προήλθαν από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Εξάλλου, την αξία αγοράς του ανωτέρω πακέτου των 160.000 μετοχών (ήτοι 1.792.072.400 δρχ. πλέον εξόδων και προμηθειών) η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ δεν κατέβαλε στη χρηματιστηριακή εταιρία Capital AXE σε εξόφληση της υποχρέωσής της από την αγορά του πακέτου, αλλά στη χρηματιστηριακή εταιρία ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕΠΕΥ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η off shore εταιρία συμφερόντων του, Roseleich Enterprises Ltd. Με το ποσό αυτό η ως άνω offshore εταιρία εξόφλησε αγορές μετοχών της εταιρίας ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ που είχε πραγματοποιήσει κατά τις προηγούμενες ημερομηνίες με αντισυμβαλλόμενους τον Τ. Α. και αυτόν τον ίδιο. Κατά συνέπεια το ανωτέρω ποσό η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ διέθεσε στην πραγματικότητα για να καλύψει ταμιακές ανάγκες του που προήλθαν από χρηματιστηριακές συναλλαγές. Επισημαίνεται ότι τα κεφάλαια (4.191.777.186 δρχ. ήτοι 2.399.704.786 +1.792.072.400) που η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ διέθεσε για την αγορά μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προορίζονταν, σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, για την εξαγορά ομοειδών επιχειρήσεων που θα ενίσχυαν τη δραστηριότητα της. Αντί γι' αυτό η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ διέθεσε τα ανωτέρω κεφάλαια για την απόκτηση κυρίως από την εταιρία συμφερόντων του Algore, 380.000 μετοχών "Σ.Σ... ΑΤΕ" (220.000 μετοχών μέσω της τρέχουσας αγοράς, εκ των οποίων 214.400 μετοχές αγόρασε με αντισυμβαλλόμενη την Algore + 160.000 μετοχών με πακέτο με αντισυμβαλλόμενη επίσης την Algore) δηλαδή ποσοστό μόλις 2,85% του μετοχικού κεφαλαίου της Σ.Σ... ΑΤΕ, της οποίας η χρηματιστηριακή τιμή είχε διαμορφωθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα με τεχνητούς τρόπους από αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του. Τελικά, το ανωτέρω χρηματικό ποσό εκ 4.191.777.186 δρχ. (2.399.704.786 + 1.792.072.400) που προορίζονταν για την ανάπτυξη της εταιρίας ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ δεν χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό αλλά κατέληξε στις offshore εταιρίες συμφερόντων του Algore και Roseleich. Συνεπεία δε των ως άνω απατηλών ενεργειών, σχετικά με τις αγοραπωλησίες των μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που καταρτίστηκαν κατά τα προεκτεθέντα, προκλήθηκε ζημία στους μικρομετόχους της εταιρίας ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, για το λόγο ότι η τελευταία εταιρία (ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ) αγόρασε μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ σε πολύ υψηλή τεχνητά διαμορφωμένη τιμή, μάλιστα δε προέβη στην αγορά αυτή αντίθετα με όσα προέβλεπε το ενημερωτικό δελτίο της αύξησης κεφαλαίου, δυνάμει του οποίου η ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, όφειλε να εξαγοράσει ομοειδή επιχείρηση. Σημειώνεται δε ότι η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ αγόρασε το 70% της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 3.089.212.581 δρχ., ενώ η ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ για την αγορά του 2,85% της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ κατέβαλε 4.191.777.186 δρχ.. Αναλυτικά: I.1) Στις 16/6/1999 η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 39.950 μετοχές (μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 9.387,71 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 375.039.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 376.839.187 δρχ. χρεώθηκε, στις 16/6/1999, ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Algore στην Capital AXE. Το σύνολο των συναλλαγών της Algore έγιναν στο τέλος της συνεδρίασης (13:29:01 και 13:29:02) σε εκτέλεση εντολής αγοράς 50.000 μετοχών στο limit-up που δόθηκε στις 13:29:01. Μία από τις πράξεις αγοράς της Algore (η τελευταία πράξη της συνεδρίασης) διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος με άνοδο 8%. H Algore έδωσε άλλη μία εντολή αγοράς 30.000 μετοχών στο limit-up στις 13:29:59 η οποία έμεινε ανεκτέλεστη και περιελήφθη στα ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης της συνεδρίασης αυτής, τα οποία ανήλθαν σε 40.050, δημιουργώντας την εντύπωση υπερβάλλουσας ζήτησης για τη μετοχή. 2) Στις 07/9/1999 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 58.480 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 12.529 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 732.637.440 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 734.872.004 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι ανωτέρω αγορές των 58.480 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσαν στο 78,44% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ και πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση εντολής αγοράς 100.000 μετοχών, που είχε εισαχθεί στο σύστημα προσυνεδριακά (στις 10:34:56) στο limit-up, διαμορφώνοντας και την τιμή κλεισίματος της μετοχής στην εν λόγω συνεδρίαση με άνοδο 8%. 3) Στις 10/9/1999 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.060 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 13.468 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 135.473.900 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ πλέον εξόδων , ήτοι με το συνολικό ποσό των 453.674.490 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 10.060 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 10,18% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑ, με εντολή αγοράς δε 50.000 μετοχών, που είχε εισαχθεί στο σύστημα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης (12:46:22) στο limit-up, πραγματοποίησες το κλείσιμο της μετοχής στην εν λόγω συνεδρίαση, κατά την οποία η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 8%. 4) Στις 13/9/1999 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 49.390 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 14.611 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 721.686.680 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.827.703.183 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι ανωτέρω αγορές των 49.930 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσαν στο 68,30% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑ και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολής αγοράς 100.000 μετοχών, που είχε εισαχθεί στο σύστημα, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης (10:53:18) στο limit up, μέρος δε της εντολής αυτής διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος της εν λόγω συνεδρίασης με άνοδο 7,98%. 5) Στις 15/9/1999 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 14.866 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 721.012.500 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.265.432.884 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 27% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι συναλλαγές πακέτων μετοχών. Με εντολή αγοράς 35.000 μετοχών που τοποθέτησε στις 13:29:56 σε τιμή 14.850 δρχ. διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος της μετοχής στις 14.500 δρχ.. 6) Στις 12/01/2000 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 53.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 10.792 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 572.002.600 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 625.966.147 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούν στο 33,57% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής. Οι περισσότερες από τις αγορές του πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση ελεύθερων (χωρίς όριο τιμής) εντολών αγοράς, εκ των οποίων η τελευταία (που αφορούσε 1.000 τεμάχια) τοποθετήθηκε στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης ήτοι στις 13:29:42. 7) Στις 31/01/2000 η εταιρία συμφερόντων του ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 100.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 10.746 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.074.590.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 1.077.626.286 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Η αγορά των ανωτέρω 100.000 μετοχών έγινε με αντισυμβαλλόμενο την επίσης συμφερόντων του εταιρία Algore Services Ltd και με το ποσό των 1.074.590.000 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 1.062.124.756 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Οι συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας ΕΤΑΝΕ-Ευκλείδης και της Algore αντιστοιχούσαν στο 39,7% του συνολικού όγκου συναλλαγών της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολών αγορών και πωλήσεων που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων στην ίδια τιμή και όγκο. Η τιμή της μετοχής έκλεισε με άνοδο 4,90%. 8) Στις 01/02/2000 η εταιρία συμφερόντων του ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 70.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.161 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 781.262.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 783.418.136 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Η αγορά των 64.460 μετοχών έγινε επίσης με αντισυμβαλλόμενο την Algore Services Ltd. Επίσης με το ποσό 768.101.500 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 759.191.522 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Οι συναλλαγές αυτές αντιστοιχούσαν στο 24,8% των συνολικών συναλλαγών της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή και πραγματοποιήθηκαν, όπως και στην προηγούμενη συνεδρίαση, κατόπιν εντολών αγορών και πωλήσεων που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων στην ίδια τιμή και όγκο. Η τιμή της μετοχής έκλεισε με άνοδο 2,23%. 9) Στις 02/02/2000 η εταιρία συμφερόντων του ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.139 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 556.955.875 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 558.555.619 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Και η αγορά των ανωτέρω 50.000 μετοχών έγινε με αντισυμβαλλόμενο την Algore Services Ltd. Επίσης με το ποσό 556.975.000 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 550.514.090 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Οι συναλλαγές αυτές οι οποίες αντιστοιχούσαν στο 30% των συνολικών συναλλαγών της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή πραγματοποιήθηκαν, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, κατόπιν εντολών αγορών και πωλήσεων που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων στην ίδια τιμή και όγκο. Για την εξόφληση της οφειλής της, η οποία προήλθε από την αγορά των ανωτέρω 220.000 μετοχών συνολικού ποσού 2.419.600.041 δρχ. (1.077.626.286 δρχ.+ 783.418.136 δρχ. + 558.555.619 δρχ.) η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ κατέβαλε στις 01/02/2000 το ποσό των 3.000.000.000 δρχ. με επιταγή, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του λογαριασμού της 037/60720-00000/70 που τηρούσε στη Eurobank. To εναπομείναν ποσό των 580.399.959 δρχ. (3.000.000.000 δρχ. - 2.419.600.041 δρχ.) επεστράφη από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ στην ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, στις 07/06/2000. 10) Στις 15/02/2000 η εταιρία συμφερόντων του ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε από την επίσης συμφερόντων του εταιρία Algore Services Ltd 160.000 μετοχές Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.200 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.792.000.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 1.802.035.200 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην Capital AXΕ. Επίσης με το ποσό των 1.792.000.000 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 1.771.212.800 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Έναντι της ανωτέρω απαίτησής της, που προήλθε από την πώληση των 160.000 μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ και άλλης απαίτησής της, που προήλθε από την πώληση άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ η Algore Services Ltd. έλαβε, στις 21/02/2000, από την Capital AXΕ, το ποσό των 1.802.035.200 δρχ., το οποίο χρησιμοποιήθηκε αυθημερόν για την εξόφληση της οφειλής της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, η οποία προήλθε από την αγορά των μετοχών. Δηλαδή η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ δεν εξόφλησε την οφειλή της που προέκυψε από την αγορά των 160.000 μετοχών με δικά της διαθέσιμα, αλλά με διαθέσιμα της Algore Services Ltd, τα οποία έλαβε από την πώληση των μετοχών. Η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αντί να πληρώσει την ανωτέρω υποχρέωσή της, από την αγορά των 160.000 μετοχών στην Capital AXE, παρέδωσε στο Θ. Π. του Α., στις 08/02/2000, την υπ' αριθ. ... επιταγή, 1.884.199.055 δρχ., η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ ... που τηρούσε στη Eurobank. Στη συνέχεια ο Θ. Π. κατέθεσε την επιταγή αυτή στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ η εταιρία συμφερόντων του Π.Π. Roseleich Enterprises Ltd, προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της, η οποία προήλθε από την αγορά στις 02/02/2000, στις 03/02/2000 και στις 04/02/2000, μετοχών της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, συνολικής αξίας 1.884.199.055 δρχ.. Οι αγορές αυτές της εταιρίας Roseleich Enterprises Ltd έγιναν με αντισυμβαλλόμενους αυτόν τον ίδιο και τον Τ. Α., που διενήργησαν τις πωλήσεις αυτές μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας Ελληνική ΑΧΕ. Τα κέρδη που προέκυψαν από συναλλαγές δικές του, της ΑΤΤΙΚΑΤ και της ALGORE, ανέρχονται συνολικά σε 14.642.735.783 δρχ. (6.111.299.388 δρχ. + 8.391.178.243 δρχ. + 140.258.152 δρχ.) και αναλύονται ως εξής: α) Η εταιρία συμφερόντων του Algore, τις μετοχές που απέκτησε, με τον τρόπο που αναφέρεται παρακάτω, από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ (κυρίως μέσω πακέτων εικονικών ως προς το τίμημα), από τον Τ. Α. και τις εταιρίες συμφερόντων του Vega και Plexus καθώς και άλλες 67.510 μετοχές που αγόρασε στην τρέχουσα αγορά κατά το χρονικό διάστημα 15/7/99 έως 24/3/2000, πούλησε i) με πακέτο 100.000 μετοχών στις 12/10/99 στους Γ. και Τ. επίσημος εκπρόσωπος της CAPITAL ii) μέσω της τρέχουσας αγοράς και μέσω πακέτου 374.400 μετοχών στην εταιρία ΕΤΑΝΕ-ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, όπως αναλυτικά περιγράφηκε ανωτέρω (στις 31/1/00, 1/2/00, 2/2/2000 μετοχές 214.400 μέσω της τρέχουσας αγοράς + 160.000 μετοχές με πακέτο στις 15/2/2000) και iii) στο ευρύ επενδυτικό κοινό 346.120 μετοχές κατά το χρονικό διάστημα 22/10/99 έως 31/5/2000. Η Algore αγόρασε συνολικά 940.760 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) μέσω της τρέχουσας αγοράς (187.760 μετοχές) και μέσω πακέτων (753.000 μετοχές) και πούλησε 824.970 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) μέσω της τρέχουσας αγοράς (564.970 μετοχές) και μέσω πακέτων (260.000 μετοχές). Τα κέρδη της ALGORE από τις συναλλαγές αυτές ανήλθαν σε 6.111.299.388 δρχ.. β) Η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ μετά την αγορά του 70% των μετοχών της εταιρίας Σ... ΑΤΕ που αντιστοιχούσαν σε 9.331.740 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών), πούλησε συνολικά 1.451.110 μετοχές αξίας αγοράς 479.631.760 δρχ. αντί συνολικού ποσού 8.870.810.003 δρχ. ως εξής: i) 850.000 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) με πακέτα στους Algore Services Ltd, Π. Β., Κ. Π., Τ. Σ. και Ν. Μ. κατά το χρονικό διάστημα 26/5/99 έως 20/8/99 και ii) 601.110 μετοχές στην τρέχουσα αγορά κατά το χρονικό διάστημα 31/1/2000 έως 9/2/2000. Τα κέρδη της από τις ανωτέρω συναλλαγές ανήλθαν σε 8.391.178.243 δρχ. γ) Αυτός ο ίδιος αγόρασε συνολικά 386.260 μετοχές μέσω της τρέχουσας αγοράς και πούλησε i) μέσω πακέτου στις 16/9/99 130.000 μετοχές σε θεσμικούς επενδυτές και ii) 127.260 μετοχές στην τρέχουσα αγορά. Τα κέρδη του από τις ανωτέρω συναλλαγές ανήλθαν σε 140.258.152 δρχ.. Εξάλλου ποσό 14.396.001.007 δρχ., που εισπράχθηκε, την περίοδο από 20/9/1999 μέχρι 17/12/1999, από αυτόν, τις εταιρίες συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ και ALGORE, από διαχειριστές και διαμεσολαβητές ως και από παρένθετα πρόσωπα, εκ της πωλήσεως των μετοχών "Σ.Σ... ΑΤΕ" μεταφέρθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, στους λογαριασμούς της ΑΤΤΙΚΑΤ και ALGORE, του Κ. Π., του Π. Γ., καθώς και διαχειριστών και διαμεσολαβητών. Επίσης ποσό 5.016.828.386 δρχ., καταβλήθηκε από αυτόν και τις εταιρίες συμφερόντων του "ΑΤΤΙΚΑΤ" και "ALGORE", τη Μ. Π., τον Κ. Τ., κατά το χρονικό διάστημα από 18/3/1999 μέχρι 1/9/1999, σε παρένθετα πρόσωπα για τη διενέργεια αγορών μετοχών "Σ.Σ... ΑΤΕ". ΙΙ.1) Στις 16/2/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 50.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (1.733 δρχ.), στο σύστημα κατά την προσυνεδρίαση, δηλαδή στις 10.15.00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 17.850 μετοχών (53.550 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 30.959.352 δρχ., ποσό με το οποίο, πλέον εξόδων, ήτοι 31.113.667 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 500 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 2) Στις 9/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International τοποθέτησε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (1.922 δρχ.), στο σύστημα στις 11.00.42 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 4.850 μετοχών (14.550 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 9.320.876 δρχ., ποσό με το οποίο, πλέον εξόδων, ήτοι 9.375.846 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 400 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 3) Στις 10/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 35.150 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (2.075 δρχ.), στο σύστημα κατά την προσυνεδρίαση, δηλαδή στις 10.15.00 ώρα. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά το άνοιγμα της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή ανοίγματος στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. Έτσι, πραγματοποιήθηκαν αγορές 35.150 μετοχών (105.450 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 72.942.138 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 270.348.010 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Μέρος δε των ανωτέρω μετοχών, ήτοι 5.850 μετοχές αγόρασε η Vega International από την επίσης συμφερόντων του Τ. Α. εταιρία PLEXUS CORP. Η ανωτέρω αγορά των 35.150 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 27,62% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Την ημέρα αυτή η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 7,92%. 4) Στις 12/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 20.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit-up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10.29.40 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 18.730 μετοχών (56.190 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.419 δρχ.) συνολικής αξίας 45.313.957 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 82.262.115 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 39,66% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 200 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 5) Στις 15/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 120.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit-up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10.15.00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 27.580 μετοχών (82.740 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.612 δρχ.) συνολικής αξίας 72.081.778 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 143.122.680 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 88,74% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Plexus Corporation 400 μετοχών, στις 13.20.20, η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 6) Στις 16/3/1999 έδωσε εντολή αγοράς 75.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit-up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10.15.00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 36.400 μετοχών (109.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.820 δρχ.) συνολικής αξίας 102.699.324 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι 103.243.459 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 78,45% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς εκ μέρους του 300 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 7,81%). Επίσης την ίδια ημέρα η Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 60.000 μετοχών στο limit up στις 13.15.59 ώρα, η οποία έμεινε ανεκτέλεστη με αποτέλεσμα τη δημιουργία εντυπώσεων ως προς την αυξημένη ζήτηση της μετοχής. 7) Στις 17/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation, στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:59), τοποθέτησε ανοικτή (χωρίς όριο τιμής) εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ανοδικά την τιμή κλεισίματος. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 480 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, σε τιμή χαμηλότερη κατά 0,36% σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης, διότι διασταυρώθηκε με προηγούμενη εντολή πώλησης τρίτου προσώπου σε χαμηλότερη τιμή. Την ίδια ημέρα η Plexus Corporation αγόρασε συνολικά στην τρέχουσα αγορά 48.590 μετοχές (145.770 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι το 29,74% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής, προς 2.828 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 138.435.855 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με 139.238.380 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. Την ίδια ημέρα η εταιρία Plexus Corporation πούλησε 2.000 μετοχές στην τρέχουσα αγορά προς 2.811,19 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 5.622.375 δρχ. στον εαυτό της, δια διασταυρώσεως εντολών αγοράς και πώλησης της ιδίας, δημιουργώντας εικονική εμπορευσιμότητα στη μετοχή. Με την αξία της πώλησης αυτής (5.622.375 δρχ.), προσαυξημένης με την αξία άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και μειωμένης κατά το ποσό των εξόδων, πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. 8) Στις 18/3/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 78.730 μετοχές (236.190 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 2.731,48 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 215.049.063 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 216.243.459 δρχ. χρεώθηκε στις 18/3/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 78.730 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ, η οποία αντιστοιχούσε στο 60,49% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ έγινε με αντισυμβαλλόμενους τις εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation και Plexus Corporation (η πρώτη με αγορά μετοχών 18.730 και η δεύτερη με αγορά 60.000 μετοχών). Με τις συναλλαγές αυτές μεταξύ του κωδικού του Τ. Α. και των κωδικών των δύο εταιριών συμφερόντων του, οι οποίες ανήλθαν στο 60,49% του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής και εκτελέστηκαν συνεπεία εντολών που τοποθετήθηκαν στο ΧΑΑ ταυτόχρονα στην ίδια τιμή και όγκο, επηρεάστηκε τεχνητά η εμπορευσιμότητα της μετοχής και η τιμή της, αφού η μέση τιμή των συναλλαγών αυτών προσεγγίζει τη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης αυτής (μέγιστη τιμή 2.791 δρχ., ελάχιστη τιμή 2.586 δρχ.). 9) Στις 22/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 23.470 μετοχές (70.410 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.770,30 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 65.018.882 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 65.389.690 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 23.470 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 70,48% των συνολικών αγορών στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς της Plexus Corporation για 30.000 μετοχές στην ανώτατη τιμή της ημέρας (limit-up) δηλαδή στις 2.770 δρχ., που εισήχθη στο σύστημα στις 10:51:22 και εκτελέστηκε με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης κατά την ποσότητα των 200 μετοχών, η εντολέας διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος της μετοχής, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97%. 10) Στις 23/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.870 μετοχές (92.610 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.982,66 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 92.074.671 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 92.633.539 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Επίσης ο Τ. Α. αγόρασε την ίδια ημερομηνία (23/3/1999) στην τρέχουσα αγορά 40.000 μετοχές (120.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.991,79 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 119.671.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.334.792 δρχ. χρεώθηκε στις 23/3/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 30.870 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε η Plexus Corporation αντιστοιχούσε στο 14,14% των συνολικών αγορών της ημέρας στο ΧΑΑ, μαζί δε με την αγορά που πραγματοποίησε ο ίδιος, ανήλθε στο 32,46% των συνολικών αγορών στο ΧΑΑ. Οι ανωτέρω αγορές πραγματοποιήθηκαν σε τιμές που προσέγγιζαν τη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης (η οποία ήταν 2.991 δρχ., δηλαδή limit up σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης). Η εντολέας Plexus Corporation με εντολή αγοράς 50.000 μετοχών στην ανώτατη τιμή της συνεδρίασης (limit-up), που εισήχθη στο σύστημα στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:57) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 2.000 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 8%, σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης. Η τελευταία αυτή εντολή έμεινε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανεκτέλεστη και περιελήφθη στα "ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης" της συνεδρίασης αυτής (46.400 τεμάχια), που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ του ΧΑΑ, δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. 11) Στις 24/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 15.000 μετοχές (45.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.186,43 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 47.796.423 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που είχε στην κατοχή της η Plexus Corporation, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 73.080.660 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:57), η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 180 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, η Plexus Corporation διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,85%. 12) Στις 29/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 57.110 μετοχές (171.330 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 3.705,50 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 211.621.050 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 212.327.414 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 57.110 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 53,22% των συνολικών αγορών της μετοχής αυτής στο ΧΑΑ. Η πρώτη εντολή αγοράς για λογαριασμό της Vega International Corporation, για 30.000 μετοχές, εισήχθη το πρώτο λεπτό της προσυνεδρίασης (10:15:00) στη μέγιστη επιτρεπόμενη τιμή (limit up) δηλαδή στις 3.765 δρχ. (η τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης ήταν 3.487 δρχ.), διαμορφώνοντας την τιμή ανοίγματος στο limit up και δημιουργώντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής. Με εντολή αγοράς 20.000 μετοχών που εισήχθη στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:30:00) σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 1.000 μετοχών στην τελευταία πράξη της συνεδρίασης η Vega International Corporation, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,92% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα (limit up). Σημαντικό μέρος, ήτοι 1.206.983.699 δρχ., της αξίας των αγορών της μετοχής "Σ.Σ... ΑΤΕ" (450.230 μετοχές περίπου πριν το split ή 1.422.220 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά το χρονικό διάστημα από 16/3/1999 μέχρι και 29/3/1999, δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές, από τον Τ. Α. ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από αυτόν τον ίδιο και την εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ της οποίας ήταν κύριος μέτοχος και Πρόεδρος του ΔΣ ως εξής: α) 250.000.000 δρχ., στις 18/03/1999, δια της καταθέσεως, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Τ. Α. στη Midland AXE, της ισόποσης τραπεζικής επιταγής ..., η οποία εκδόθηκε στις 18/03/1999 σε βάρος του κοινού λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς αυτός ο ίδιος με τη Μ. Π., ο οποίος χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 250.257.500 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής πλέον εξόδων έκδοσής της 257.500 δρχ., κατατέθηκε δε, στις 19/03/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, β) στις 19/03/1999, δια της καταθέσεως, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Τ. Α. στη Midland AXE, ποσού 50.000.000 δρχ. προερχομένου από την ιδιωτική επιταγή .../12-3-1999 συνολικού ποσού 60.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε σε βάρος του κοινού λογαριασμού ..., που τηρούσαν στη Eurobank οι Γ. Δ., Γ. Ά. και Γ. Π., οπισθογραφήθηκε στη συνέχεια υπέρ αυτού του ιδίου, εισπράχθηκε από το Ν. Κ. και κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE με την αιτιολογία Τ. Α., γ) Σημαντικό μέρος ήτοι 100.464.699 δρχ. της αξίας αγορών μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ (33.390 μετοχές πριν το split ή 100.170 μετοχές μετά το split της 18/6/1999) που πραγματοποίησε στις 23/3/1999 δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές από τον Τ. Α., αλλά ποσό 66.809.025 δρχ. από την Π. Μ. και ποσό 33.655.674 δρχ. από τον Κ. Τ. ως εξής: i) στις 29/3/99 ο Τ. Α. κατέβαλε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE το ποσό των 66.809.025 δρχ. δια καταθέσεως σε αυτή της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν, με κάλυμμα την υπ' αριθ. ...-5 επιταγή η οποία εκδόθηκε από την Capital AXE σε βάρος του λογαριασμού της που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς την Π. Μ., η οποία προήλθε από πωλήσεις μετοχών της, ii) στις 29/3/99 ο Τ. Α. κατέβαλε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE το ποσό των 33.655.674 δρχ. δια καταθέσεως σε αυτή της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν, με κάλυμμα την υπ' αριθ. ... επιταγή η οποία εκδόθηκε από την Capital AXE σε βάρος του λογαριασμού της που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς τον Κ. Τ., η οποία προήλθε από πωλήσεις μετοχών του, δ) στις 31/03/1999 δια της καταθέσεως στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation 153.259.500 δρχ. και 15.544.426 δρχ. και στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation 137.715.074 δρχ., ήτοι ποσό 306.519.000 δρχ. (153.259.500 δρχ. + 15.544.426 δρχ. + 137.715.074 δρχ.) προερχόμενο από την ισόποση τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ..., η οποία εκδόθηκε στις 31/03/1999 σε βάρος του με αριθ. ... κοινού λογαριασμού, που τηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς αυτός ο ίδιος και η Μ. Π., που χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 306.894.715 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής, πλέον εξόδων έκδοσής της, 375.715 δρχ., κατατέθηκε δε στον με αριθμό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE μαζί με άλλες επιταγές συμποσούμενες σε 4.471.220.569 δρχ., και ε) στις 31/03/1999 δια της καταθέσεως ποσού 500.000.000 δρχ. στον με αριθμό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας) η Midland AXE, προερχομένου από ισόποση ανάληψη από το λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας) η εταιρία συμφερόντων του, ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, το οποίο η Midland AXE κατέθεσε αυθημερόν (31/03/1999) τμηματικά, και δη ποσό 250.000.000 δρχ. στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation και ποσό 250.000.000 δρχ. στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε επίσης στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α., Plexus Corporation. 13) Στις 7/4/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 13.200 μετοχές (39.600 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.315 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 43.762.182 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 44.023.904 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 13.200 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 78,11% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧAΑ. Η εντολέας με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών στην ανώτατη τιμή της συνεδρίασης (limit up), που εισήχθη στο σύστημα στο τελευταίο λεπτό (13:29:43) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 2.000 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97% (limit up). 14) Στις 13/4/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές (15.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.422 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 17.108.103 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 17.206.099 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Οι αγορές αυτές ανήλθαν στο 25,48% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης και πραγματοποιήθηκαν στο σύνολό τους το τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης, κατόπιν εντολής αγοράς 5.000 μετοχών σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:56. Μέρος της εντολής αυτής (που αφορά ποσότητα 870 μετοχών) εκτελέστηκε με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 1,18% σε σχέση με την τιμή της προηγούμενης συνεδρίασης. 15) Στις 22/4/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 3.000 μετοχές (9.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 2.897 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 8.689.807 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων ήτοι με το συνολικό ποσό των 8.738.994 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 19,3% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης. Το σύνολο των ανωτέρω αγορών πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία δευτερόλεπτα της συνεδρίασης, κατόπιν εντολής αγοράς 3.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στις 13:29:58 με όριο τιμής 2.910, που είναι και η μέγιστη τιμή της συνεδρίασης. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 600 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 0,12%. 16) Στις 3/5/1999 ο Τ. Α. πούλησε 30.000 μετοχές (90.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 4.186 δρχ. ανά μετοχή (η οποία είναι η ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας, δηλαδή limit up) ήτοι αντί 125.580.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό, μείον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 124.474.856 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Τις μετοχές αυτές ο Τ. Α. πούλησε στο σύνολό τους στον Θ. Κ.. Από τις μετοχές αυτές, ποσότητα 25.000 μετοχών μεταβιβάστηκε από τον Τ. Α. στον Θ. Κ., κατόπιν εντολών που τοποθετήθηκαν κατά την προσυνεδρίαση, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης, με χρονική απόσταση δευτερολέπτων. Οι συναλλαγές μεταξύ του Τ. Α. και του Θ. Κ.υ πραγματοποιήθηκαν στις 10:46:10 (25.000 μετοχές) και 10:47:45 (5.000 μετοχές) και αντιπροσώπευαν το 49% του όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής. Για την αξία πώλησης των ανωτέρω μετοχών εκδόθηκε εκ μέρους της Midland ΑΧΕ στις 5/5/1999 η με αριθ. ...-1 επιταγή 103.474.856 δρχ. την οποία παρέλαβε ο Ε. Π. (η επιταγή αυτή κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας Κοροντζής ΑΕ), το υπόλοιπο δε της αξίας των μετοχών αυτών εκ 21.000.000 δρχ., κατατέθηκε στις 6/5/1999, απ' ευθείας, από την Χρηματιστηριακή Εταιρία Midland στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην HSBC η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation. Στις 6/5/1999 οι εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation και Vega International αγόρασαν από τον Θ. Κ. 40.000 μετοχές, αντιστρέφοντας τις προηγούμενες συναλλαγές μεταξύ του Τ. Α. και του Θ. Κ.υ που πραγματοποιήθηκαν στις 3/5/1999. Με τον τρόπο αυτό επηρεάστηκε τεχνητά η εμπορευσιμότητα της μετοχής. Επί πλέον στο τέλος της συνεδρίασης, ήτοι στις 13:28:43 τοποθετήθηκε για λογαριασμό του Τ. Α. εντολή αγοράς 40.000 μετοχών στο limit up για λογαριασμό της εταιρίας συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation. Η εντολή αυτή δημιούργησε την εντύπωση μεγάλης ζήτησης για τη μετοχή και περιελήφθη στα "ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης" της συνεδρίασης αυτής (85.060 τεμάχια), που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ. του ΧΑΑ, δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. Η συνεδρίαση αυτή έκλεισε με limit-up (άνοδος τιμής κλεισίματος 8%). 17) Στις 6/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 41.700 μετοχές (125.100 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 4.713 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 196.521.770 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 197.632.917 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Την ίδια ημερομηνία ακόμη η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 25.000 μετοχές (75.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 4.791 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 119.773.625 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.444.890 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η αγορά των μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε η Vega International Corporation αντιστοιχούσε στο 48,04% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή, μαζί δε με τις αγορές, που πραγματοποίησε η Plexus Corporation και ανήλθαν στο 28,80% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, αγοράστηκε το 76,83% των συνολικών διακινηθεισών μετοχών της συνεδρίασης αυτής. Κατά την προσυνεδρίαση της ημέρας αυτής τοποθετήθηκαν δύο εντολές αγοράς 25.000 μετοχών εκάστης, χωρίς όριο τιμής, για λογαριασμό των δύο εταιριών συμφερόντων του Τ. Α. Vega International και Plexus Corporation. Ο Θ. Κ., επίσης κατά τη διάρκεια της προσυνεδρίασης τοποθέτησε εντολή πώλησης 40.000 μετοχών στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up). Οι ανωτέρω εντολές αγοράς των εταιριών συμφερόντων του Τ. Α. Vega και Plexus, οι οποίες επηρέασαν την διαδικασία ανοίγματος ανοδικά λόγω του μεγάλου όγκου τους (50.000 μετοχές συνολικά) και της τιμής τους (τοποθετήθηκαν χωρίς όριο τιμής) καθώς και η εντολή του Θ. Κ.υ, η οποία λόγω του μεγάλου όγκου της και της μεγάλης τιμής της (limit up) επηρέασε επίσης ανοδικά την διαδικασία ανοίγματος, διασταυρώθηκαν μεταξύ τους, στις 10.45.43, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up) δίνοντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής από την αρχή της συνεδρίασης. Με τις συναλλαγές μεταξύ του Θ. Κ.υ και των εταιριών Vega και Plexus αντιστράφηκε η συναλλαγή μεταξύ του Τ. Α. και του Θ. Κ.υ που είχε πραγματοποιηθεί στις 3/5/1999. Οι συναλλαγές αυτές αποτέλεσαν το 46% του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής. Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:59) τοποθετήθηκε εντολή αγοράς 5.740 μετοχών, χωρίς όριο τιμής, για λογαριασμό της εταιρίας Vega International Corporation, η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 770 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι διαμόρφωσε την τιμή και εμπορευσιμότητα της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατά την οποία η τιμή αυξήθηκε κατά 4,60% και η εμπορευσιμότητα κατά 60% σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση. 18) Στις 7/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 45.000 μετοχές (135.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 4.690 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 219.141.777 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 220.406.821 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 54,18% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης. Κατά την προσυνεδρίαση τοποθετήθηκε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών χωρίς όριο τιμής για λογαριασμό της εταιρίας Plexus Corporation με την οποία διαμορφώθηκε η τιμή ανοίγματος στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up). Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:52) τοποθετήθηκε για λογαριασμό της Plexus εντολή αγοράς 5.000 μετοχών στην τιμή των 4.800 δρχ., η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 250 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, σε τιμή 4.700 δρχ. (λόγω της διασταύρωσής της με προγενέστερη εντολή πώλησης στην τιμή αυτή) διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος της μετοχής της συνεδρίασης αυτής. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι διαμόρφωσε την τιμή και εμπορευσιμότητα της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατά την οποία η μεν τιμή αυξήθηκε κατά 1,03%, η δε εμπορευσιμότητα κυμάνθηκε στο υψηλό επίπεδο της προηγούμενης συνεδρίασης, το οποίο είχε επίσης διαμορφώσει. 19) Στις 11/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.750 μετοχές (92.250 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 5.015 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 119.671.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.334.792 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Επίσης στις 11/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 600 μετοχές (1.800 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 5.078 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 3.046.986,50 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 3.065.216 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Με την ανωτέρω αγορά των 30.750 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και αντιστοιχούσε στο 62,58% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ καθώς και με την αγορά των 600 μετοχών που πραγματοποίησε η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation, πραγματοποιήθηκε το 63,80% των συνολικών αγορών μετοχών στο ΧΑΑ. Με τις αγορές που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του Α. και για λογαριασμό της Vega International Corporation και οι οποίες ανήλθαν συνολικά στο 63,80% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης αυτής και πραγματοποιήθηκαν σε τιμές από 5.000 έως 5.100 δρχ. (μέγιστο συνεδρίασης 5.140 δρχ., ελάχιστο 5.000 δρχ., μέση σταθμική τιμή συνεδρίασης 5.036 δρχ.), διαμορφώθηκε ανοδικά η πορεία της μετοχής, η τιμή κλεισίματος της οποίας σημείωσε αύξηση 8%. 20) Στις 12/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.700 μετοχές (17.100 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 5.558 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 31.678.505 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 31.858.935 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 27% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης αυτής. Κατά τη προσυνεδρίαση (10.35.54) τοποθετήθηκε για λογαριασμό της Vega εντολή αγοράς 30.000 μετοχών, σε τιμή αυξημένη κατά 5%, σε σχέση με την ως άνω τιμή κλεισίματος της προηγουμένης ημέρας, προκειμένου να επηρεαστεί ανοδικά η τιμή ανοίγματος, δεδομένου ότι η εντολή αυτή δεν εκτελέστηκε, ακυρώθηκε στις 11.00.30, για να τοποθετηθούν για λογαριασμό της Vega, αμέσως μετά, (11.00.49 και 11.00.57) δύο εντολές αγοράς 10.000 μετοχών εκάστης, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή (limit up), η πρώτη εξ αυτών εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 300 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος της συνεδρίασης στις 5.558 δρχ. με άνοδο 8%. Σημαντικό μέρος, ήτοι 500.000.000 δρχ., της αξίας των αγορών της μετοχής "Σ.Σ... ΑΤΕ" (101.850 μετοχές περίπου πριν το split ή 305.550 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά το χρονικό διάστημα από 6/5/1999 μέχρι και 13/5/1999, δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές, από τον Τ. Α. ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από αυτόν τον ίδιο ως εξής: α) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Τ. Α. στην Midland ΑΧΕ ποσού 100.000.000 δρχ., β) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ η Vega International Corporation ποσού 200.000.000 δρχ. και γ) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ η Plexus Corporation ποσού 200.000.000 δρχ.. Τόσο το ποσό των 100.000.000 δρχ. που κατέβαλε ο Τ. Α., όσο και τα ποσά των 200.000.000 που κατέβαλε εκάστη των εταιριών Vega International Corporation και Plexus Corporation, ήτοι το συνολικό των 500.000.000 δρχ., μεταφέρθηκε στην Midland ΑΧΕ από το λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSΒC η Vega International Corporation. Ο λογαριασμός αυτός όμως, πιστώθηκε στις 14/5/1999 με ποσό 636.417.000 δρχ., προερχόμενο από την κατάθεση της υπ' αριθ. ... επιταγής, η οποία εκδόθηκε, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, υπέρ αυτού του ιδίου, προκειμένου η τελευταία να του καταβάλει μέρος της οφειλής της η οποία προήλθε από την πώληση, από αυτόν, άλλων μετοχών πλην "Σ.Σ... ΑΤΕ". 21) Στις 17/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές (15.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 6.506 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 32.527.654 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 32.714.951 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 2.900 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:47, ο Τ. Α. αγόρασε 730 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 0,32% λόγω της τιμής στην οποία είχε τοποθετηθεί η εντολή πώλησης. 22) Στις 20/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 24.210 μετοχές (72.630 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 6.116 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 148.061.531 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 148.921.350 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 24.210 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 66,33% των συνολικών αγορών των μετοχών στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών στις 6.185 δρχ., που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:56, ο Τ. Α. αγόρασε 270 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 1,17%. 23) Στις 21/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 7.790 μετοχές (23.601 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.254 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 48.718.288 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 48.998.167 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Η αγορά των μετοχών αυτών αντιστοιχούσε στο 32,80% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω όγκο συναλλαγών, αλλά και την εντολή της Vega International για αγορά 5.000 μετοχών που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:56 σε τιμή 6.250 δρχ. και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 300 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, η Vega International διαμόρφωσε την τιμή της μετοχής, η οποία αυξήθηκε κατά 1,10%. 24) Στις 25/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 9.400 μετοχές (28.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.132 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 57.641.440 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή του, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 57.973.384 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 9.400 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 42,81% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, με εντολή αγοράς δε 4.900 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:57, σε τιμή 6.250 δρχ. ο Τ. Α. αγόρασε 900 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 1,61%. 25) Στις 27/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 6.500 μετοχές (19.500 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.091 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 39.593.889 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή του, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 122.151.228 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 6.500 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 36,31% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (14:29:56) έδωσε εντολή αγοράς 3.200 μετοχών σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής), η οποία διαμόρφωσε ανοδικά την τιμή κλεισίματος με άνοδο 1,51%. Σημαντικό μέρος, ήτοι 604.365.000 δρχ. της αξίας των αγορών μετοχών (107.890 μετοχές περίπου πριν το split ή 323.670 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά μήνα Μάιο του έτους 1999, δεν καταβλήθηκε στη Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές από τον Τ. Α. ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από αυτόν τον ίδιο, δια της παραδόσεως στη Midland AXE ισόποσης τραπεζικής επιταγής, η οποία εκδόθηκε στις 28/05/1999 σε βάρος του κοινού λογαριασμού υπ' αριθ. ..., που τηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς αυτός ο ίδιος και η Μ. Π., ο οποίος χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 604.365.000 δρχ., κατατέθηκε δε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE. Το ποσό αυτό των 604.356.000 δρχ. η Midland AXE καταχώρησε σε πίστωση του χρηματικού λογαριασμού του Τ. Α. και του χρηματικού λογαριασμού των δύο εταιριών συμφερόντων του, στις 28/05/1999, ως εξής: 506.404.159 δρχ.. σε πίστωση του λογαριασμού του Α., 48.980.420 δρχ.. σε πίστωση της Vega International Corporation και 48.980.421 δρχ.. σε πίστωση της Plexus Corporation. 26) Στις 1/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 8.500 μετοχές (25.500 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.456 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 54.874.200 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 55.192.630 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 8.500 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 20,27% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, η τιμή δε της μετοχής έκλεισε με άνοδο 7,86%. Στη συνεδρίαση αυτή ο Τ. Α. αγόρασε από τον Θ. Κ. 6.720 μετοχές, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 16% του συνολικού όγκου της συνεδρίασης με εντολές που τοποθετήθηκαν με χρονική απόσταση 3 δευτερολέπτων (11:09:01 και 11:09:04) και αφορούσαν την ίδια τιμή και όγκο (6.720 μετοχές στις 6.400 δρχ.). 27) Στις 2/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 2.100 μετοχές (6.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.191 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 15.100.166 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 79.079.050 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 2.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:58, πραγματοποίησε αγορά 40 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 7,44%. 28) Στις 3/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.000 μετοχές (30.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.637 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 76.369.401 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 76.813.422 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 10.000 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 31,94% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, η τιμή δε της μετοχής έκλεισε με άνοδο 6,35%. Στις 13:29:58 τοποθετήθηκε για λογαριασμό του Α. εντολή ανοικτή (ελεύθερη) αγοράς 3.190 μετοχών, η οποία εκτελέστηκε στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης σε τιμή 7.700 δρχ. περίπου, δηλαδή στην τιμή κλεισίματος. 29) Στις 4/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών Midland AXE και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ στην τρέχουσα αγορά 14.000 μετοχές (42.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 8.029 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 112.410.086 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που ο Τ. Α. αγόρασε, πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν με το ποσό των 36.329.654 δρχ. ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE και με το ποσό των 76.552.942 δρχ. ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 14.000 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 32,41% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς 3.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:50 στην τιμή των 8.000 δρχ. διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 3,89%. 30) Στις 17/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.480 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 10.389 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 316.660.747 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 317.792.713 δρχ. χρεώθηκε, στις 17/8/1999, ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 30.480 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 27,89% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:50 και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 40 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97% Την ημερομηνία αυτή διαμόρφωσε επίσης και την τιμή ανοίγματος της συνεδρίασης ανοδικά (με άνοδο 6,22% σε σχέση με το κλείσιμο της προηγούμενης συνεδρίασης). 31) Στις 18/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 2.520 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.291 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 28.453.307 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 28.556.296 δρχ. χρεώθηκε, στις 18/8/1999, ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με εντολή αγοράς 2.360 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα στις 13:29:55 χωρίς όριο τιμής, και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 1.030 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 8,00%. 32) Στις 19/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 22.580 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.232 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 253.624.484 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 254.523.240 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Όλες σχεδόν τις αγορές αυτές πραγματοποίησε με εντολές χωρίς όριο τιμής (ελεύθερες) επηρεάζοντας ανοδικά την τιμή της μετοχής. 33) Στις 20/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 17.420 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.906 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 207.404.950 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 208.149.355 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Επίσης στις 20/8/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 4.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.988 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 47.951.396 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 48.225.957 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στη Midland AXE. H αγορά 17.420 μετοχών του Τ. Α. αντιστοιχούσε στο 16,19% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή, μαζί δε με τις αγορές που πραγματοποίησε η Vega International Corporation και ανήλθαν στο 3,72% των συνολικών αγορών, αγοράστηκε το 19,90% των συνολικών μετοχών που διακινήθηκαν την ημέρα αυτή. Με δύο εντολές αγοράς του Α. 5.000 μετοχών εκάστης, που εισήχθησαν στο σύστημα στις 13:29:22 και 13:29:59 χωρίς όριο τιμής, καθώς και με εντολή αγοράς της Vega International 5.000 μετοχών, χωρίς όριο τιμής, που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:55, διαμορφώθηκε η τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,73%. 34) Στις 26/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.443 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 57.216.184 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 57.416.878 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με εντολή αγοράς 5.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα, χωρίς όριο τιμής στις 13:29:56 διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 1,78%. Η αξία 91.100 περίπου μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που ο Τ. Α. αγόρασε ο ίδιος την περίοδο 10/08/1999 έως 26/8/1999, συνολικού ποσού 991.135.400 δρχ., μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ, πληρώθηκε, στις 17/8/1999 κατά 471.135.400 δρχ.. από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" της οποίας ήταν κύριος μέτοχος και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, και κατά 520.000.000 δρχ. από την εταιρία επίσης συμφερόντων του με την επωνυμία "Algore Services Ltd" ως εξής: i) η εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" εξέδωσε, σε βάρος του με αριθμό 17/60934 00000/80 λογαριασμού της, που τηρούσε στη Τράπεζα Εργασίας (ήδη Eurobank), την υπ' αριθ. .../18.08.1999 επιταγή ποσού 730.381.400 δρχ., από τη ρευστοποίηση της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../6 τραπεζική επιταγή της τραπέζης ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ήδη Eurobank) ποσού 471.135.400 δρχ., η οποία κατατέθηκε, στις 18/08/1999, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ για να πληρωθεί μέρος της οφειλής του Τ. Α. σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών και ii) στις 24/08/1999 και στις 25/08/1999 η εταιρία με την επωνυμία "Algore Services Ltd" πούλησε άλλες μετοχές, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και εισέπραξε την απαίτησή της στις 26/08/1999 με την υπ' αριθ. 12456566 επιταγή ποσού 700.000.000 δρχ., σε διαταγή της Algore Services Ltd, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του με αριθ. ... λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα την επιταγή αυτή η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε την υπ' αριθ. ... ισόποση (τραπεζική) επιταγή σε διαταγή του Ι. Μ., νομίμου εκπροσώπου της Algore, ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν (στις 26/08/1999) στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. Το ποσό αυτό μαζί με άλλα διαθέσιμα, συνολικού ποσού 707.649.371 δρχ. μεταφέρθηκε αυθημερόν στο λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd και επανακατατέθηκε, στις 27/08/1999, μαζί με άλλα διαθέσιμα συνολικού ποσού 1.460.229.200 δρχ. στο λογαριασμό της .... Σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd), η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε, στις 27/08/1999, την υπ' αριθ. ... επιταγή 258.249.862 δρχ. σε διαταγή NEXUS AXE, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Γ. καθώς και την υπ' αριθ. ... επιταγή 520.000.000 δρχ. σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ. Η τελευταία επιταγή κατατέθηκε στις 27/08/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ ο Τ. Α. για να πληρωθεί το υπόλοιπο μέρος της οφειλής του σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών. 35) Στις 21/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε από τον ίδιο τον Α., κατά την διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγής, 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 5.898 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 294.919.125 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 296.711.020 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Επίσης με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 292.403.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Με τον τρόπο αυτό αφενός δημιουργήθηκε τεχνητά αυξημένη εμπορευσιμότητα στη μετοχή και αφετέρου ο Α. "έκλεισε" μέρος της οφειλής του στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μεταφέροντας την οφειλή αυτή στην εταιρία Plexus Corporation συμφερόντων του ιδίου. Κατά το χρονικό διάστημα από 16/2/1999 μέχρι 17/5/2000, πέραν των ως άνω αγορών 2.308.420 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών, ο Τ. Α. προέβη και στην αγορά 510.220 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", ήτοι συνολικά ο Τ. Α. αγόρασε 2.818.640 προσαρμοσμένου όγκου μετοχές, συνολικής αξίας 5.800.455.500 δρχ.. Από τις ανωτέρω μετοχές που αγοράστηκαν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, από τον Τ. Α. και τις εταιρίες συμφερόντων του (Vega International Corporation και Plexus Corporation), κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Μαρτίου του έτους 1999 μέχρι του μηνός Αυγούστου του έτους 1999, πουλήθηκαν στη συνέχεια με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών κατά το χρονικό διάστημα από 11/06/1999 έως 08/11/1999, σε διάφορα νομικά και φυσικά πρόσωπα οι κατωτέρω αναφερόμενες ποσότητες μετοχών. Ειδικότερα δε 1) Στις 11/6/1999 α) η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation πούλησε στην Algore Services Ltd 25.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 185.027.250 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων , ήτοι με το ποσό των 183.371.980 δρχ., πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE, β) η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation πούλησε στην Algore Services 25.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 185.027.250 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 183.371.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE και γ) ο ίδιος ο Α.ς πούλησε στην Algore Services Ltd. 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 133.219.620 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 132.327.540 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με την συνολική αξία αγοράς του χειροκίνητου πακέτου συναλλαγής 503.274.120 δρχ.. (185.027.250 + 185.027.250 + 133.219.620), προσαυξημένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 505.615.360 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν (11/6/1999) ο λογαριασμός της αγοράστριας εταιρίας "Algore Services" που τηρούσε στην Capital AXE. Το ποσό αυτό των 505.615.360 δρχ. δεν εξοφλήθηκε από την αγοράστρια εταιρία Algore Services αλλά από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", της οποίας ήταν κύριος μέτοχος και πρόεδρος του ΔΣ, με τον εξής τρόπο: 1) Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στις 22/6/1999 εξέδωσε σε διαταγή της, σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank την με αριθμό ... επιταγή 505.615.360 δρχ.. Από τη ρευστοποίηση της επιταγής αυτής εκδόθηκε αυθημερόν με εντολή του Ι. Μ., η υπ' αριθ. .../7 ισόποση επιταγή, σε διαταγή Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η Algore Services LTD. Οι χρηματικοί λογαριασμοί που τηρούσαν στη Midland ΑΧΕ οι εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation και Plexus Corporation, πριν τη πώληση προς την Algore του ανωτέρω πακέτου, εμφάνιζαν χρεωστικά υπόλοιπα σχεδόν ισόποσα με την αξία των μετοχών που πουλήθηκαν. Συγκεκριμένα η Vega International Corporation είχε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 182.154.717 δρχ., η δε αξία πώλησης του πακέτου των μετοχών προς την Algore, ανήλθε σε 183.371.980 δρχ., με αποτέλεσμα το συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου και τον μηδενισμό της υποχρέωσης προς την ΑΧΕ. Η Plexus Corporation είχε χρεωστικό υπόλοιπο (υποχρέωση) ποσού 189.277.246 δρχ., η δε αξία πώλησης του πακέτου των μετοχών προς την Algore ανήλθε σε 183.371.980 δρχ., με αποτέλεσμα το συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου και τον (σχεδόν) μηδενισμό της υποχρέωσης προς την ΑΧΕ. Τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα των δύο εταιριών συμφερόντων του Τ. Α. είχαν δημιουργηθεί λόγω αγορών μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, κατά τις προηγούμενες του πακέτου ημερομηνίες. Επομένως με την πώληση των ανωτέρω μετοχών στις 11/6/1999 από τις δύο εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. στην Algore, μεταβίβασαν σε αυτήν μέρος των μετοχών που είχαν αγοράσει και συγχρόνως την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος αγοράς, το οποίο τελικά κατέβαλε για λογαριασμό της Algore, η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. 2) Στις 14/9/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation πούλησε 500.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 250.000 μετοχές στο Γ. Β., 100.000 μετοχές στην ING Πειραιώς (Nationale Nederlanden), 50.000 μετοχές στη Γενική Τράπεζα, 30.000 μετοχές στην International Ομολόγων εσωτ., 30.000 μετοχές στην International Μικτό Εσωτ. και 40.000 μετοχές International Αναπτ. Εσωτ., αντί 13.500 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 6.750.257.500 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 6.714.224.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στη Midland AXE. Το ποσό των 6.714.224.980 δρχ. που προήλθε από την πώληση των μετοχών, μεταφέρθηκε στις 17/9/99 στο λογαριασμό ... που τηρούσε η Vega International στην HSBC και διατέθηκε ως εξής: α) Στις 17/9/1999 ποσό 1.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η Vega International Corporation και χρησιμοποιήθηκε από αυτή για την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, β) στις 20/9/1999 ποσό 5.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε, δια της εκδόσεως σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε η Vega International Corporation στην HSBC) της υπ' αριθ. ... ισόποσης τραπεζικής επιταγής, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Μέρος του ποσού αυτού, ήτοι 2.150.000.000 δρχ. χρησιμοποίησε για να πληρώσει την αξία μετοχών που αγόρασε, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 2.850.000.000 δρχ. μετέφερε, στις 30.09.1999 στο λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας), από όπου ανέλαβε αυθημερόν 2.800.000.000 δρχ. και γ) στις 8/10/1999 το υπόλοιπο ποσό των 714.224.980 δρχ. μαζί με άλλα ποσά που προήλθαν από την πώληση άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι συνολικό ποσό 1.020.400.000 δρχ. μετατράπηκε σε 2.000.000 GBP και εμβάσθηκε, με εντολή της Vega International Corporation, στο εξωτερικό. Τέλος, στις 14.09.1999 ο χρηματικός λογαριασμός του Γ. Β. στην ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ χρεώθηκε για την αγορά των 250.000 μετοχών με 3.394.575.000 δρχ. Η εξόφληση του ποσού αυτού έγινε στις 17.09.1999 δια της ισόποσης μεταφοράς στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα η ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ, όχι από διαθέσιμα του ιδίου, αλλά από το λογαριασμό ... που τηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα η Δ. Κ. και ο Α. Α.. 3) Στις 15/9/1999 ο Τ. Α. πούλησε 370.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 14.400 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 5.328.000.000 δρχ. στους α) Α. Κ. 50.000 μετοχές, συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., β) Α/Κ INTERNATIONAL ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., γ) ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ 25.000 μετοχές συνολικής αξίας 360.000.000 δρχ., δ) "ΑΣΠΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ" 25.000 μετοχές συνολικής αξίας 360.000.000 δρχ., ε) ΛΑΪΚΗ Α/Κ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., στ) FARM HOUSE INTERNATIONAL LTD. 5.000 μετοχές συνολικής αξίας 72.000.000 δρχ., ζ) ΕΤΒΑ, 15.000 μετοχές συνολικής αξίας 216.000.000 δρχ., η) ALICO Α/Κ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 30.000 μετοχές συνολικής αξίας 432.000.000 δρχ., θ) INTERNATIONAL ΜΙΚΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., ι) Α/Κ ΑΑΑΒ ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 20.000 μετοχές συνολικής αξίας 288.000.000 δρχ., ια) Α/Κ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 20.000 μετοχές συνολικής αξίας 288.000.000 δρχ., και ιβ) ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ Α/Κ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 30.000 μετοχές συνολικής αξίας 432.000.000 δρχ.. Με τη συνολική αξία πώλησης (5.328.000.000 δρχ..) μειωμένη κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 5.295.232.800 δρχ., πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ ο Τ. Α.. Το ποσό αυτό των 5.295.232.800 δρχ. έλαβε, από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, δια της εκδόσεως από αυτή των κάτωθι επιταγών, σε βάρος του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε, η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν από τον Τ. Α. και τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά διατέθηκαν ως εξής: α) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός ο Π.Π.ς ο ίδιος στην Τράπεζα Πειραιώς, η επιταγή δε αυτή εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, β) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής 64345/28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός ο ίδιος στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, γ) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός ο ίδιος στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, δ) ποσό 1.005.687.800 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός ο ίδιος ο Π.Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ε) ποσό 89.545.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 14/10/1999, στ) ποσό 150.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 11/10/1999, ζ) ποσό 50.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 14/10/1999, η) ποσό 50.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε στον διαχειριστή των αμοιβαίων κεφαλαίων της INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ, Β. Κ. του Ε., ο οποίος την εισέπραξε, στις 06/10/199, από τη Γενική Τράπεζα για να καταθέσει το ως άνω ποσό στο Α/Κ International ομολόγων εσωτερικού προκειμένου να αγοράσει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων International Ομολόγων Εσωτερικού, θ) ποσό 110.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Χ. Μ., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 06/10/1999, ι) ποσό 220.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε στον Γ. Μ., ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα, στις 05/10/1999, το χρηματικό του λογαριασμό (του Γ. Μ.) που τηρούσε σε αυτή, ια) ποσό i) των 200.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, και ii) των 180.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής, τις οποίες αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος τις παρέδωσε στο Γ. Μ., ο οποίος αφού τις οπισθογράφησε τις παρέδωσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 11/10/1999, με το ποσό των 380.000.000 δρχ., το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Δηλαδή ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ ο Γ. Μ. πιστώθηκε, όπως προαναφέρεται, στις 30/9/1999 με 220.000.000 δρχ. και στις 11/10/1999 με 380.000.000 δρχ., ήτοι συνολικά με ποσό 600.000.000 δρχ., ιβ) ποσό 240.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως των με αριθ. ... και ... επιταγών, συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ., οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα η Εγνατία ΑΧΕ. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό. 4) Στις 08/11/1999 ο Τ. Α. πούλησε στον Α. Π. 67.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.179.182.413 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.169.648.460 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε ο Τ. Α. στη Midland AXE. Στις 8/11/1999 επίσης η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation πούλησε στον ως άνω Α. Π. 83.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.460.778.213 δρχ.. Με το ποσό αυτό, απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.448.967.500 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Ο λογαριασμός που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE χρεώθηκε αυθημερόν με 2.639.960.626 δρχ. (1.179.182.413 + 1.460.778.213) πλέον εξόδων, ήτοι με συνολικό ποσό 2.645.544.000 δρχ.. Στις 11/11/99 το ποσό των 1.169.648.460 δρχ. που προήλθε από την πώληση των ανωτέρω μετοχών του Τ. Α., προσαυξημένο με το προϊόν που προήλθε από την πώληση και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που είχε στην κατοχή του, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.182.862.537 δρχ. μεταφέρθηκε από τη Midland AXE στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC, με χρέωση του οποίου εκδόθηκε τραπεζική επιταγή 1.169.648.460 δρχ., η οποία κατατέθηκε στις 12.11.99 στο λογαριασμό που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE, δηλαδή το συνολικό ποσό που εισέπραξε από την πώληση των 67.000 μετοχών το επέστρεψε στον αγοραστή. Στις 11/11/99 το ποσό των 1.448.967.500 δρχ. που προήλθε από την πώληση των ανωτέρω μετοχών της Vega International Corporation, μεταφέρθηκε από τη Midland AXE στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC, με χρέωση του οποίου εκδόθηκε ισόποση τραπεζική επιταγή, η οποία κατατέθηκε στις 12.11.99 στο λογαριασμό που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE. Δηλαδή και το ποσό που εισέπραξε η Vega International Corporation από την πώληση των 83.000 μετοχών το επέστρεψε στον αγοραστή. Κατά το χρονικό διάστημα από 16/2/1999 μέχρι 17/5/2000 πέραν των ως άνω πωλήσεων μετοχών, προσαρμοσμένου όγκου 1.770.600, ο Τ. Α. προέβη και στην πώληση 1.089.670 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών, ήτοι συνολικά πούλησε 2.860.270 μετοχές, συνολικής αξίας 24.044.324.333 δρχ.. Με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, σε αυτόν (Π.Π.) και τους άλλους συγκατηγορουμένους τους, παράνομο περιουσιακό όφελος 18.243.868.783 δρχ., το οποίο προέκυψε εκ της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος πωλήσεως και αγοράς των προαναφερθεισών μετοχών, με αντίστοιχη βλάβη τόσο του επενδυτικού κοινού, όσο και των μεριδιούχων των αμοιβαίων κεφαλαίων, που αγόρασαν, παραπλανηθέντες, σε τεχνητά αυξημένη τιμή μετοχές της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ". Ενδεικτικά δε αναφέρεται, ότι η βλάβη των αμοιβαίων κεφαλαίων ανήλθε α) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ALICO Μετοχικό Εσωτερικού σε 135.959.250 δρχ., β) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Αναπτυξιακό Εσωτερικού σε 153.030.825 δρχ., γ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Μεικτό Εσωτερικού σε 257.061.800 δρχ., δ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Ομολόγων Εσωτερικού σε 1.022.250 δρχ., ε) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της METROLIFE Εμπορική Ασφαλιστική ΑΕ ΑΕΖ σε 110.266.700 δρχ., στ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ΑΣΠΙΣ Επενδυτική ΑΕΕΧ σε 37.081.778 δρχ. και ζ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ΛΑΪΚΗΣ Αμοιβαίο Κεφάλαιο Εσωτερικού σε 403.175.540 δρχ.. III.1) Λίγες ημέρες πριν το split της μετοχής που έγινε στις 18/6/1999, ήτοι από τις 26/5/1999 έως τις 16/6/1999 μεταβιβάστηκαν πακέτα 298.000 μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ συνολικής αξίας 1.926.300.640 δρχ. από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και τον Κ. Π. στους: Π. Β., Algore Services Ltd, Τ. Σ. και Κ. Π.. Οι εν λόγω συναλλαγές πακέτων ήταν εικονικές ως προς το τίμημα, δεδομένου ότι το προϊόν των πωλήσεων επιστράφηκε από την πωλήτρια ΑΤΤΙΚΑΤ στους αγοραστές προκειμένου αυτοί να εξοφλήσουν την υποχρέωσή τους από τις αγορές. Η Π. Β. κατ' εντολή του Κ.Τ. αγόρασε με τον ανωτέρω τρόπο 85.000 μετοχές. Ειδικότερα: α) Η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ πούλησε, στις 26/5/1999, συνολικά 168.000 μετοχές (504.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) Σ. Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 100.000 μετοχές (300.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd, 18.000 μετοχές (54.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στον Κ. Π. και 50.000 μετοχές (150.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην Π. Β., αντί 6.150,54 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.033.290.300 δρχ.. Με το ποσό αυτό καθώς και με την αξία 4.000 μετοχών ( 12.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) Σ... ΑΤΕ που πούλησε (η ΑΤΤΙΚΑΤ) στην τρέχουσα αγορά, με αντισυμβαλλόμενο τον Π. Φ., μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 1.051.465.920 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 616.722.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 100.000 μετοχών που αγόρασε η Algore Services Ltd πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 111.009.960 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 18.000 μετοχών που αγόρασε ο Κ. Π. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 308.361.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 50.000 μετοχών (150.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) που αγόρασε η Π. Β. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 24.565.920 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 4.000 μετοχών που αγόρασε, στην τρέχουσα αγορά, ο Π. Φ. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ σε εξόφληση της απαίτησης της των 1.051.465.920 δρχ. από την πώληση, στις 26/05/1999, των ανωτέρω 172.000 μετοχών (100.000 μετοχές + 18.000 μετοχές + 50.000 μετοχές + 4.000 μετοχές), έλαβε, δια χειρός Κ. Π., από την Capital ΑΧΕ, την υπ' αριθ. 12434715 ισόποση επιταγή, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η Capital ΑΧΕ στην Τράπεζα Πειραιώς. β) Η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ πούλησε, στις 01/6/1999, συνολικά 100.000 μετοχές (300.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) Σ. Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 65.000 μετοχές (195.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd και 35.000 μετοχές (105.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην Π. Β., αντί 6.740,04 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 674.000.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 679,090.800 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 844.377.656 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία των 65.000 μετοχών Σ. Σ... ΑΤΕ (438.100.000 δρχ.) πλέον εξόδων καθώς και στην αξία άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που αγόρασε η Algore Services Ltd, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 236.560.520 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 35.000 μετοχών που αγόρασε η Π. Β. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ για την εξόφληση της απαίτησής της 670.090.800 δρχ., από την πώληση των ανωτέρω 100.000 μετοχών (65.000 μετοχές + 35.000 μετοχές), έλαβε, από την Capital ΑΧΕ, την υπ' αριθ. 7322580-6/07.06.1999 ισόποση επιταγή, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα . Το ποσό των 670.090.800 δρχ. που εισέπραξε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, δια του Ι. Μ., κατ' εντολή του Π.Π. στις 09.06.1999, από τη ρευστοποίηση της επιταγής αυτής το χρησιμοποίησε για την έκδοση, από την Εμπορική Τράπεζα, της υπ' αριθ. 71804/09.06.1999 ισόποσης επιταγής, σε διαταγή της Capital ΑΧΕ. Η Capital ΑΧΕ κατέθεσε την τελευταία επιταγή στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, και πίστωσε αυθημερόν με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με το ποσό των 401.577.264 δρχ., ήτοι με 1.071.668.064 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε (στην Capital ΑΧΕ) η Algore Services Ltd. Δηλαδή το ποσό των 670.090.800 δρχ. που έλαβε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ από την πώληση, στις 1/6/1999, 100.000 μετοχών το διέθεσε εξ ολοκλήρου για την εξόφληση μετοχών της Σ. Σ... ΑΤΕ ,που αγόρασε η Algore Services Ltd. γ) Τις ανωτέρω 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ ο Κ. Π. πούλησε, στις 28/5/1999 (δύο ημέρες μετά την αγορά τους), στην Algore Services Ltd., αντί 6.100 δρχ.. ανά μετοχή, ήτοι αντί 109.800.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 109.163.160 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός του Κ. Π. που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 109.800.000 δρχ. πλέον εξόδων, ήτοι με 110.000.000 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός της Algore που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Το ποσό των 109.163.160 δρχ. πλέον ποσού 26.241.812 δρχ. που όφειλε η Capital ΑΧΕ στον Κ. Π. μετέφερε η Capital ΑΧΕ, στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε ο Κ. Π. στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την οφειλή της, προς την Capital ΑΧΕ, η οποία προήλθε από την αγορά των ανωτέρω 85.000 μετοχών (50.000 μετοχές στις 26/5/1999 και 35.000 μετοχές στις 01/6/1999) η Π. Β. δεν πλήρωσε με δικά της διαθέσιμα, αλλά με διαθέσιμα της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τον εξής τρόπο: Την προαναφερθείσα επιταγή υπ' αριθ. 12434715 1.051.465.920 δρχ. της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εισέπραξε ο Κ. Π., στις 03/06/1999, και το ποσό που έλαβε το διέθεσε με τον εξής τρόπο: i) 111.009.960 δρχ. επανακατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν ο Κ. Π.. ii) 24.565.920 δρχ. επανακατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν ο Π. Φ.. iii) 370.968.520 δρχ. κατέβαλε στην Τράπεζα Πειραιώς για την έκδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, σε διαταγή Ι. Μ., ο οποίος την οπισθογράφησε και την κατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. iv) 544.921.520 δρχ. (308.361.000 δρχ. + 236.560.520 δρχ.) επανακατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η Π. Β.. Δηλαδή το ποσό των 1.051.465.920 δρχ. που η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εισέπραξε από την πώληση των ανωτέρω 172.000 μετοχών στις 26/5/1999, το διέθεσε στους αγοραστές των μετοχών ως ανωτέρω για την εξόφληση της υποχρέωσης τους που προέκυψε από την αγορά των μετοχών. Η Π. Β. κατ' εντολή του Κ.Τ. στις 04/02/2000 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 40.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.956 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 478.229.165 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό 481.062.488 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Ολυμπιακή ΑΧΕ η Π. Β.. Από τις μετοχές αυτές ποσότητα 29.260 μετοχών αγόρασε με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Το μεγαλύτερο μέρος των ανωτέρω αγορών με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, ήτοι αγορές 21.070 μετοχών έγιναν κατόπιν εντολών που τοποθετήθηκαν με χρονική απόσταση λίγων δευτερολέπτων στην ίδια τιμή ώστε να διασταυρωθούν μεταξύ τους. Οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν στη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης (11.980 δρχ.). Κατά τη συνεδρίαση αυτή η τιμή έκλεισε με άνοδο 6,08%. Από τις 255.000 μετοχές (150.000 + 105.000 προσαρμοσμένος όγκος, δηλαδή μετοχές μετά το split της 18.06.99) που η Π. Β. αγόρασε με τον προαναφερθέντα τρόπο, καθώς και τις 1000 μετοχές που αγόρασε στην τρέχουσα αγορά στις 24/6/99, πούλησε στην τρέχουσα αγορά 130.901 μετοχές, μέσω της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΧΕ, από 24/06/1999 μέχρι 22/12/1999 και εισέπραξε το ποσό των 1.870.955.978 δρχ. Μικρό μεν μέρος του ποσού που έλαβε έναντι των ανωτέρω πωλήσεων χρησιμοποίησε για την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, σημαντικό δε μέρος μετέφερε και κατέθεσε από 24.08.1999 μέχρι 13.01.2000 στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank με τον Κ. Τ.. Από το λογαριασμό αυτό, που το υπόλοιπό του στις 7/2/2000 ανερχόταν σε 1.046.755.366 δρχ. και είχε δημιουργηθεί από την είσπραξη του τιμήματος από την πώληση μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ και τους τόκους που προέκυψαν από τα ποσά που κατατέθηκαν, ανέλαβε, στις 8/2/2000, ποσό 481.062.488 δρχ., το οποίο μετέφερε στην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΧΕ για να εξοφλήσει την οφειλή της που προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω 40.000 μετοχών της εταιρίας Σ... ΑΤΕ. Η συνολική αξία των 296.000 μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που η Π. Β. αγόρασε από 26/5/1999 μέχρι 4/2/2000 ανήλθε σε 1.030.089.120 δρχ. (308.361.000 δρχ. + 236.560.520 δρχ. + 4.105.112 δρχ. + 481.062.488 δρχ.). Η συνολική αξία των 225.001 μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που η Β. πούλησε από 5/7/1999 μέχρι 16/10/2000 ανήλθε σε 2.145.465.021 δρχ. και το κέρδος που αποκόμισε σε 1.115.375.901 δρχ. (2.145.465.021 δρχ. - 1.030.089.120 δρχ.), πέραν των 70.999 μετοχών που της απέμειναν. Το μεγαλύτερο μέρος από το κέρδος αυτό η Π. Β. με εντολή του Κ.Τ. διέθεσε ως εξής: Από τον με αριθμό ... κοινό με τον Κ. Τ. λογαριασμό που η Π. Β. τηρούσε στη Eurobank, ανέλαβε: α) στις 20/10/1999 ποσό 600.000.000 δρχ., το οποίο κατά 473.717.089 δρχ. το χρησιμοποίησε, με εντολή Κ. Τ., για την έκδοση της υπ' αριθ. .../5 τραπεζικής επιταγής σε διαταγή της Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή (την Capital AXE) η Algore Services Ltd, προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει την οφειλή της, η οποία προέκυψε από την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ ενώ ποσό 126.282.911 δρχ. το μετέφερε, όπως προαναφέρθηκε, στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και β) στις 02.03.2000 απέστειλε στο εξωτερικό έμβασμα 305.373.097 δρχ. IV) Στις 16/06/1999, η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ πούλησε στην Σ. Τ., συγγενικό πρόσωπο του Κ. Τ., κυρίου μετόχου, Γενικού Διευθυντή και Διευθύνοντος Συμβούλου της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, 12.000 μετοχές (36.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 9.101,43 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 109.217.190 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 108.457.440 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Με το ποσό των 109.217.190 δρχ. πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 109.614.960 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ η Σ. Τ.. Η Σ. Τ., έναντι της οφειλής της των 109.614.960 δρχ. κατέβαλε, στις 25/6/1999, 1.157.520 δρχ. από δικά της διαθέσιμα, δια μεταφοράς από το λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank με τον Κ. Τ. και την Ε. Τ., στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Capital ΑΧΕ και το υπόλοιπο μέρος των 108.457.440 δρχ., δεν κατέβαλε από δικά της διαθέσιμα, αλλά από διαθέσιμα της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τον εξής τρόπο: Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ έλαβε από την Capital AXE το ποσό των 108.457.440 δρχ. με ισόποση χρέωση του χρηματικού της λογαριασμού που τηρούσε σε αυτή, στις 24/6/1999, δια της ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην τράπεζα Πειραιώς, σε διαταγή της (της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ), την οποία εισέπραξε και από το προϊόν της οποίας: α) εκδόθηκε αυθημερόν από την Τράπεζα Πειραιώς επιταγή ποσού 108.000.000 δρχ., η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 25/6/1999, το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ.. β) η Σ. Τ. και για λογαριασμό της ο Κ.Τ. ανέλαβε ποσό 457.440 δρχ., επίσης στις 24/6/1999, σε μετρητά και το κατέθεσε μεταγενέστερα, στις 29/6/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα στις 30/6/1999 το χρηματικό της λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Μέρος των ανωτέρω μετοχών, ήτοι σύνολο 25.000 μετοχών, η Σ. Τ. πούλησε, μέσω της Ολυμπιακής ΑΧΕ, στην τρέχουσα αγορά, από τις 5/7/1999 έως τις 25/11/1999, αντί συνολικού ποσού 401.395.021 δρχ.. Από την πώλησή τους έλαβε μεταξύ άλλων, από 12/11/1999 μέχρι 18/11/1999, το συνολικό ποσό των 390.106.824 δρχ. ως εξής: στις 12/11/1999 33.297.245 δρχ., στις 15/11/1999 140.856.368 δρχ., στις 16/11/1999 172.795.307 δρχ. και στις 18/11/1999 43.157.904 δρχ., ήτοι συνολικά ποσό 390.106.824 δρχ.. Με τα ποσά αυτά πιστώθηκε ο λογαριασμός ... που τηρούσε η Σ. Τ. με τον Κ. Τ. και την Ε. Τ. στη Eurobank. Από το ποσό αυτό μετέφερε με εντολή του Κ.Τ. στις 17/12/99 120.000.000 δρχ. στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ μαζί με άλλα δύο ποσά 40.000.000 δρχ. έκαστο που μετέφερε σε λογαριασμούς που τηρούσαν στη Eurobank δύο κοινοπραξίες τεχνικών έργων. V) Στις 26/5/1999 ο Κ. Π., φοροτεχνικός, επενδυτικός και οικονομικός σύμβουλος της ΑΤΤΙΚΑΤ αγόρασε, όπως προαναφέρθηκε, από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με πακέτο, 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αξίας, πλέον εξόδων, 111.009.960 δρχ. και το τίμημα αγοράς των μετοχών αυτών δεν κατέβαλε ο ίδιος αλλά η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, η οποία ήταν και ο πωλητής του πακέτου. Το πακέτο των 18.000 μετοχών, ο Κ. Π. πούλησε δύο ημέρες αργότερα στην Algore Services Ltd., η οποία δεν κατέβαλε το τίμημα της αγοράς από τα διαθέσιμά της αλλά αντί γι' αυτήν πλήρωσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Εκτός των ανωτέρω συναλλαγών, ο Κ. Π. καρπώθηκε επίσης μέρος των κερδών του Ν. Μ., ήτοι 45.000.000 δρχ., που προέρχονται από εικονική ως προς το τίμημα αγορά πακέτου μετοχών με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. VI) Στις 20/08/1999 ο Μ. Ν. αγόρασε από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, 10.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.500,31 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 115.003.125 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 115.782.000 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν (στις 20/08/1999) ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXE. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 114.390.500 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ στην Capital ΑΧΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ για την είσπραξη της απαίτησής της, από την πώληση των ανωτέρω 10.000 μετοχών έλαβε, από την Capital ΑΧΕ, την ... επιταγή, 114.390.500 δρχ., η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η Capital ΑΧΕ στην Τράπεζα Πειραιώς. Την υπ' αριθ. ... επιταγή, που έλαβε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, κατέθεσε, στις 27/08/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στις 01/09/1999 η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εξέδωσε σε βάρος του ανωτέρω λογαριασμού της (... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ) την υπ' αριθ. ... επιταγή 115.782.000 δρχ. και την παρέδωσε στην Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και την κατέθεσε στο λογαριασμό της ... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στις 01/09/1999 η Capital ΑΧΕ εξέδωσε σε βάρος του ανωτέρω λογαριασμού της ... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ την υπ' αριθ. ... επιταγή 115.782.000 δρχ. σε διαταγή της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και χρέωσε με το ποσό αυτό το χρηματικό λογαριασμό της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ οπισθογράφησε την ανωτέρω επιταγή υπέρ του Ν. Μ. ο οποίος, αφού την έλαβε, την παρέδωσε στην Capital ΑΧΕ. Η Capital ΑΧΕ στη συνέχεια πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Ν. Μ. εισπράττοντας την απαίτησή της από την αγορά των 10.000 μετοχών που πραγματοποίησε, και την κατέθεσε στο λογαριασμό της ... που τηρούσε στη EUROBANK. Δηλαδή το ποσό των 115.782.000 δρχ. που κατέβαλε ο Ν. Μ. για την εξόφληση της οφειλής του από την αγορά, στις 20/08/1999, 10.000 μετοχών Σ. Σ... ΑΤΕ δεν προήλθε από δικά του διαθέσιμά αλλά από διαθέσιμά της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, μέρος των οποίων, ήτοι 114.390.500 δρχ. προήλθε από την είσπραξη της αξίας των μετοχών που του πούλησε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και το υπόλοιπο ποσό 1.392.500 δρχ. από άλλα διαθέσιμά της. Τις ανωτέρω 10.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, ο Ν. Μ. πούλησε στην τρέχουσα αγορά, με το προϊόν δε που προήλθε από την πώλησή τους πιστώθηκε ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXE στις 24/08/1999 με 59.045.626 δρχ., ποσό προερχόμενο από την πώληση 5.000 μετοχών, στις 01/09/1999 με 23.180.582 δρχ., ποσό προερχόμενο από την πώληση 2.000 μετοχών, στις 03/09/199 με 23.363.769 δρχ., ποσό προερχόμενο επίσης από την πώληση 2.000 μετοχών, και στις 06/09/199 με 11.530.879 δρχ., ποσό προερχόμενο από την πώληση των υπολοίπων 1.000 μετοχών, ήτοι πιστώθηκε συνολικά με 117.120.856 δρχ. Το ποσό αυτό των 117.120.856 δρχ., που έλαβε ο Ν. Μ. από την Capital AXE, διέθεσε για την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, στις 03/09/1999 αξίας 23.559.120 δρχ. και στις 07/09/1999 αξίας 14.466.102 δρχ., το δε υπόλοιπο κατέθεσε στο λογαριασμό του ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, τμηματικά στις 06/09/1999 59.045.626 δρχ. και στις 14/09/1999 20.550.008 δρχ. Σημαντικό μέρος των 79.595.634 δρχ. (59.045.626 δρχ.+20.550.008 δρχ.) μετέφερε, από τον λογαριασμό του ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, ήτοι ποσό, 15.000.000 δρχ., στις 23/09/1999, στο λογαριασμό ... του Κ. Π. που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, και ποσό 30.000.000 δρχ., στις 6/10/1999, υπέρ του Κ. Π. στο λογαριασμό ... που τηρούσε η Capital AXE στην Εμπορική Τράπεζα. Η Capital AXE πίστωσε, στις 07/10/1999 το χρηματικό λογαριασμό του Κ. Π. με το ποσό αυτό. Το ποσό αυτό μαζί με επιπλέον ποσό 20.000.000 δρχ. που όφειλε η Capital ΑΧΕ στον Κ. Π., κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό υπ' αριθ. ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. VII) Κατά το χρονικό διάστημα 19/08/1999 μέχρι 24/08/1999, ο Π. Γ., με εντολή του Ε.Β. αγόρασε από το ευρύ επενδυτικό κοινό (στην τρέχουσα αγορά) 51.200 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ έναντι συνολικού ποσού 609.607.447 δρχ. Το ποσό αυτό δεν κατέβαλε ο ίδιος ο Π. Γ. από δικά του διαθέσιμα, αλλά ποσό 337.730.159 δρχ. κατέβαλε ο Π.Π.ς ο ίδιος και 271.877.288 δρχ. η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd. Στις 07/09/1999 ο Π. Γ. με τον ίδιο τρόπο πούλησε σε θεσμικούς επενδυτές και στους Π. Χ. και στο Β. Μ. 50.000 μετοχές αντί 621.670.641 δρχ.. Από το συνολικό αυτό ποσό 472.164.826 δρχ. κατέβαλε, στις 21/09/1999, στον Π.Π. τον ίδιο. Ειδικότερα, στις 19/08/1999 ο Π. Γ. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 20.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 11.549,65 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 230.993.300 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 232.391.450 δρχ. (681.999,85€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Στις 20/08/1999 ο Π. Γ. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 11.824.78 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 118.250.300 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 118.966.135 δρχ. (349.130,26€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ . Επίσης στις 23/08/1999 ο Π. Γ. κατ' εντολή του Ε.Β. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 16.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 12.262,25 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 196.196.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 197.089.292 δρχ. (578.398,51€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Στις 24/08/1999 ο Π. Γ. αγόρασε στη τρέχουσα αγορά 5.200 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 11.708,69 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 60.883.350 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων , ήτοι με το συνολικό ποσό των 61.160.570 δρχ. (179.488,10€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ . Για την πληρωμή των ανωτέρω 51.200 μετοχών ( 20.000 +10.000 +16.000 +5.200) συνολικής αξίας 609.607.447 δρχ. (232.391.450 + 118.966.135 +197.089.292 + 61.160.570) ή 1.789.016,72€ (681.999,85 + 349.130,26 + 578.398,51 + 179.488,10) καταβλήθηκε τμηματικά ποσό 351.357.585 δρχ. (1.031.130,11€), στις 23/08/1999, και 258.249.862 δρχ. (757.886,60€), στις 27/08/1999. Το ποσό των 351.358.185 δρχ. δεν καταβλήθηκε από διαθέσιμα του Π. Γ. αλλά κατά 337.730.159 δρχ. από διαθέσιμά του Π.Π. και κατά 13.627.426 δρχ. από διαθέσιμα της εταιρίας συμφερόντων του Algore Services Ltd, ως εξής: Στις 23/08/1999 έλαβε, από την Capital AXE, σε εξόφληση της απαίτησής του, η οποία προήλθε από πώληση άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, το ποσό των 337.730.159 δρχ. δια της παραδόσεως σε αυτόν της υπ' αριθ. ... 4 ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή της Capital AXE και σε βάρος του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Επίσης στις 23/08/1999 η Algore Services Ltd έλαβε από την Capital AXE σε εξόφληση της απαίτησής της, η οποία προήλθε από πώληση άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, το ποσό των 13.627.426 δρχ. δια της παραδόσεως σε αυτήν της υπ' αριθ. ... 2 ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή της Capital AXE και σε βάρος του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα τις επιταγές αυτές (υπ' αριθ. ... 4 και υπ' αριθ. ... 2), τις οποίες εισέπραξε ο Ι. Μ., νόμιμος εκπρόσωπος της Algore, η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε, στις 23/08/1999 την υπ' αριθ. ... επιταγή 351.357.585 δρχ. (337.730.159 δρχ. + 13.627.426 δρχ.) σε διαταγή Ι. Μ., ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Nexus ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Π. Γ. που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕ με 1.031.130,11€ (351.357.585 δρχ.) για να πληρωθεί η οφειλή του σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ. Το ποσό των 258.249.862 δρχ. δεν καταβλήθηκε από διαθέσιμα του Π. Γ. αλλά από διαθέσιμα της εταιρίας συμφερόντων του Π.Π. Algore Services Ltd, ως εξής: Στις 24/08/1999 και στις 25/08/1999 η Algore Services Ltd πούλησε άλλες μετοχές, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και εισέπραξε την απαίτησή της στις 26/08/1999 με την υπ' αριθ. ... 6 επιταγή 700.000.000 δρχ., σε διαταγή της Algore Services Ltd, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα την επιταγή αυτή η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή σε διαταγή του Ι. Μ., ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν (στις 26/08/1999) στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. Το ποσό αυτό μαζί με άλλα διαθέσιμα, ήτοι συνολικό ποσό δρχ. 707.649.371 μεταφέρθηκε αυθημερόν στο ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd και επανακατατέθηκε μαζί με άλλα διαθέσιμα, ήτοι συνολικό ποσό 1.460.229.200 δρχ., στις 27/08/1999 , στο λογαριασμό της .... Σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd), η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή 520.000.000 δρχ. σε διαταγή ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ, η οποία κατατέθηκε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή (την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ) ο Τ. Α. καθώς και την υπ' αριθ. ... επιταγή 258.249.862 δρχ. σε διαταγή Νexus AXE, η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Nexus ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα (757.886,60€), στις 27/08/1999, το χρηματικό λογαριασμό του Π. Γ. που τηρούσε σε αυτή για να πληρωθεί η οφειλή του, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών. Στις 07/09/1999 ο Π. Γ. με τον ίδιο τρόπο πούλησε 20.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ στη Γενική Τράπεζα, 10.000 μετοχές στο Α/Κ Γενική επιλεγμένων αξιών μετοχών εσωτερικού και 10.000 μετοχές στη Metrolife Εμπορική, δηλαδή συνολικά 40.000 μετοχές, αντί 12.528 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 501.120.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 497.336.524 δρχ.( 1.459.534,92€) πιστώθηκε αυθημερόν (07/09/1999) ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Στις 07/09/1999 ο Π. Γ. πούλησε επίσης 7.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ στο Β. Μ. και 3.000 μετοχές στον Π. Χ. δηλαδή συνολικά 10.000 μετοχές, αντί δρχ. 12.528 ανά μετοχή, ήτοι αντί 125.280.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 124.334.116 δρχ.. (364.883,69€) πιστώθηκε αυθημερόν (07/09/1999) ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Με το συνολικό ποσό των 621.670.641 δρχ. (497.336.524 + 124.334.116) ή 1.824.418,61€ (1.459.534,92 + 364.883,69) ο Π. Γ. εξόφλησε προϋφιστάμενη οφειλή του 149.552.040 δρχ. (438.890,80€) στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ και το υπόλοιπο ποσό 452.118.600 δρχ. (1.385.527,80€) έλαβε από αυτή, τη Nexus ΑΧΕΠΕΥ, τμηματικά, δια της καταθέσεως στο λογαριασμό του ..., που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, 236.059.300 δρχ. ( 692.763,90 €) στις 16/09/1999 και 236.059.300 δρχ. ( 692.763,90) € στις 17/09/1999.Στη συνέχεια σε βάρος του ανωτέρω λογαριασμού (με αριθ. ... του Π.Γ.) η ALPHA Τράπεζα εξέδωσε, σε διαταγή του Π. Γ., στις 21/09/1999, την ... επιταγή 472.164.826 δρχ. την οποία οπισθογράφησε για λογαριασμό του ο Β. και παρέδωσε στον Π.Π. τον ίδιο, ο οποίος την κατέθεσε, στις 23/09/1999, στον τραπεζικό του λογαριασμό ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς. VΙII) Στις 11/08/1999 ο Ε. Β., αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 35.030 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 9.250 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 324.013.150 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ με 326.005.972 δρχ. Το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής του από την αγορά των μετοχών αυτών, ήτοι 200.000.000 δρχ. δεν κατέβαλε ο ίδιος αλλά η εταιρία συμφερόντων του Π.Π. ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τον εξής τρόπο: στις 13/8/1999 η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή 200.000.000 δρχ. σε διαταγή Ν. Κ. και σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Το ποσό που εισέπραξε, αυθημερόν, από την επιταγή αυτή, ο Ν. Κ. το έδωσε στον Ε. Β., με αίτηση του οποίου η Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας), εξέδωσε την με αριθμό ... ισόποση τραπεζική επιταγή σε διαταγή ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΕΠΕΥ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ε. Β.. Στις 31/08/1999, ο τελευταίος πούλησε 20.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ στο Α/Κ Γενική επιλεγμένων αξιών εσωτερικού αντί 13.150 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 263.000.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 261.119.550 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ. Έναντι της απαίτησής του αυτής, που δημιουργήθηκε από την πώληση των 20.000 μετοχών, έλαβε από τη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, στις 03/09/1999, το ποσό των 200.000.000 δρχ., το οποίο μετέφερε στο με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα. Στη συνέχεια, στις 09/09/1999 , από το λογαριασμό αυτό ανέλαβε 156.256.614 δρχ., εκ των οποίων κατέθεσε 33.219.193 δρχ. στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα η ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή και 123.037.421 δρχ. στον ως άνω λογαριασμό της ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Γ.. Με το εναπομείναν ποσό 43.743.386 δρχ. (200.000.000 - 156.256.614) καθώς και με άλλα ποσά που μετέφερε, από 09/09/1999 μέχρι 30/09/1999, στο χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, από τον με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα, διενήργησε αγοραπωλησίες μετοχών και στις 06/10/1999 έλαβε από τον ίδιο ως άνω χρηματικό λογαριασμό του που τηρούσε στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ 41.950.000 δρχ., το οποίο μετέφερε στο με αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα. Από το λογαριασμό αυτό το ως άνω ποσό μετέφερε στο με αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα η ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Γ.. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε ο Π.Π.ς κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια προς πορισμό εισοδήματος, εκ δε της επανειλημμένης τέλεσής τους, επί μακρό χρόνο, προκύπτει σταθερή ροπή του στη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. και Δ): Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 5/2/1999 έως 16/10/2000, εκ κερδοσκοπίας και με σκοπό να συγκαλύψει από κοινού με άλλους, την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση της πράξεως της κακουργηματικής απάτης (άρθρο 386 παρ. 1-3 ΠΚ), ήτοι εγκληματικής δραστηριότητος του άρθρου 1 παρ. 1α περ. αη' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005 και ισχύει σήμερα, που είχε τελεσθεί κατά τους προπεριγραφόμενους, ως ανωτέρω, υπό στοιχείο (Γ) τρόπους, παρέσχε συνδρομή, μεταβίβασε και αποδέχθηκε, περιουσία εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην, ως άνω, παράνομη δραστηριότητα, συγκεκριμένα δε: I. 1) Στις 20/9/1999 ο Τ. Α. μεταβίβασε, δια της εταιρίας συμφερόντων του Vega International Corporation, στον Π.Π. το ποσό των 5.000.000.000 δρχ., το οποίο και αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό. Προς πραγμάτωση δε αυτών η Vega International Corporation έδωσε στην τράπεζα HSBC την εντολή να εκδώσει την υπ' αριθ. 94982 ισόποση τραπεζική επιταγή, την οποία και εξέδωσε, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ και σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην τράπεζα αυτή η Vega International Co. Με το ποσό της επιταγής αυτής η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε σ' αυτή, 2) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. μεταβίβασε σε αυτόν τον ίδιο Π.Π. το συνολικό ποσό των 4.005.687.800 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως των επιταγών .../28.09.99, 64345/28.09.99 και .../28.09.99 ποσού 1.000.000.000 δρχ. εκάστης, καθώς και της επιταγής .../28.09.99 ποσού 1.005.687.800 δρχ., το οποίο (ποσό των 4.005.687.800 δρχ.) και αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό. Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν, σε διαταγή του Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, τις επιταγές αυτές στη συνέχεια κατέθεσε ο Π.Π.ς (στις 29/9/1999) στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, 3) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε σε αυτόν (Π.Π.) τρεις επιταγές και δη τις με αριθ. .../28.09.99 ποσού 89.545.000 δρχ., .../28.09.99 ποσού 150.000.000 δρχ. και .../28.09.99 ποσού 50.000.000 δρχ., συνολικού ποσού 289.545.000 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τις επιταγές αυτές, οι οποίες είχαν οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε (ο Π.Π.ς) με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς των, και στη συνέχεια τις παρέδωσε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος τις παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., 4) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π.Π. την με αριθ. .../28.09.99 επιταγή, ποσού 50.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή Α. του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την επιταγή αυτή, η οποία είχε οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε ο Π.Π.ς με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς της, και στη συνέχεια την παρέδωσε, χωρίς να την οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος την εγχείρισε περαιτέρω στον Β. Κ. του Ε., διαχειριστή των αμοιβαίων κεφαλαίων της INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ. Ο τελευταίος στις 06/10/1999 την εισέπραξε από τη Γενική Τράπεζα για να καταθέσει το ως άνω ποσό στο Α/Κ International ομολόγων εσωτερικού προκειμένου να αγοράσει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων International Ομολόγων Εσωτερικού, 5) Στις 28/9/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε, δια των νομίμων εκπροσώπων της Ν. Γ. και Δ. Κ., την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ., σε διαταγή του Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε αυτή (η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την επιταγή αυτή, που είχε οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε ο Π.Π.ς με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς της, στη συνέχεια δε την παρέδωσε, χωρίς να την οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος την παρέδωσε, δι' οπισθογραφήσεως, προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ Χ. Μ., 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 28/9/1999 μέχρι 6/10/1999 ο Τ. Α. του παρέδωσε τις με αριθ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγές ποσού 240.000.000 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τις επιταγές αυτές, που είχαν οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς των, στη συνέχεια δε τις παρέδωσε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Οι ως άνω επιταγές ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, μετά από αυτά δε κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 7) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π.Π. την με αριθ. .../28.09.99 επιταγή, ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή του Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την επιταγή αυτή, η οποία είχε οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε ο Π.Π.ς με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς της, και στη συνέχεια την παρέδωσε, χωρίς να την οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος την εγχείρισε περαιτέρω, στον Γ. Μ.. Ο τελευταίος δε την μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000+2.800.000) σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) ο Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ...-3 επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 28.925.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ., ο οποίος την κατέθεσε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ...-2 επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε, στις 7/10/1999, από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος (Σ. Α.) στην Eurobank. ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 28.925.000 δρχ., η οποία κατατέθηκε, στις 6/10/1999, μαζί με άλλα ποσά συνολικού ύψους 74.942.838 δρχ. στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank ο Δ. Λ. και την υπ' αριθ. 986856 επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ., η οποία κατατέθηκε στη ΣΙΓΜΑ ΑΧΕΠΕΥ, υπέρ αγνώστου στην ανάκριση προσώπου. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε μαζί με άλλα διαθέσιμα του Γ. Μ. που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στο λογαριασμό με αριθ. ... που τηρούσαν στη Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ...-1 επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Ν. Γ. και Δ. Κ., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ.. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ., που αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό 101.500.000 δρχ. προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ. που είχε γίνει στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ.. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., ο οποίος την οπισθογράφησε υπέρ του Β. Γ.. Ο τελευταίος την εισέπραξε στο κατάστημα Λ. Αλεξάνδρας της Τράπεζας Κύπρου iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ.. Τελικώς η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Γ. Κ. στο Κεντρικό Κατάστημα της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Σ. Α., vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Δ. Λ., vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Γ. Μ.. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 238.130.000 δρχ. (150.000.000 + 88.130.000), ποσό 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον ανωτέρω κοινό τραπεζικό λογαριασμό των Μ., Λ. και Γ. στις 4/1/2000, δηλαδή από το λογαριασμό αυτό ο Γ. Μ. έλαβε το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 8) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π.Π. τις με αριθ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγές, ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του ιδίου (Τ. Α.υ) εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησης του Τ. Α. από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Τις επιταγές αυτές, οι οποίες είχαν οπισθογραφηθεί από αυτόν (Τ. Α.), αποδέχθηκε ο Π.Π.ς με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς των, και στη συνέχεια τις παρέδωσε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος τις μεταβίβασε περαιτέρω, δι' οπισθογραφήσεως, στον Γ. Μ.. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Μία εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν. Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, άλλη εξ' αυτών, κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον Δ. Λ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, άλλη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank. Τέλος άλλη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 19/10/1999, στον κοινό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα ο Γ. Μ. με την McF. E.. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 18/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα, σε διαταγή της ιδίας, τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σ' αυτήν ο Γ. Μ. και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός ... πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ. με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε, στις 19/10/1999, στον κοινό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα ο Γ. Μ. με την McF. E. . γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 130.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. 103070 επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. Μ. στις 27/10/1999, ο οποίος την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ που τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ... 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ... 4.540.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ., στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ.. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ. Μ., ο οποίος την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ που τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999. iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.865.000 δρχ. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. 9) Στις 5/5/1999 ο Τ. Α. έλαβε από τη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE το ποσό των 103.474.856 δρχ. σε εξόφληση μέρους της απαίτησής του, η οποία προήλθε από την πώληση μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ με αντισυμβαλλόμενο το Θ. Κ.. Το ποσό αυτό έλαβε δια της υπ' αριθ. .../6.5.1999 επιταγής, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα η Midland ΑΧΕ. Την επιταγή αυτή ο Τ. Α. μεταβίβασε, δι' οπισθογραφήσεως και κατόπιν εντολής του Π.Π., στον Ε. Π.. Ο τελευταίος (Ε. Π.) μεταβίβασε την επιταγή αυτή, δι οπισθογραφήσεως, στον λογιστή της εταιρίας "Κ... ΑΕ" Α. Π., ο οποίος την εισέπραξε, στη συνέχεια δε με εντολή αυτού (Α. Π.) εκδόθηκε, σε διαταγή του, η με αριθ. ... ισόποση τραπεζική επιταγή της Alpha Bank, η οποία κατατέθηκε στις 6/5/1999 στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η εταιρία "Κ... ΑΕ". Το ποσό αυτό, μαζί με άλλα διαθέσιμα, συνολικού ύψους από κοινού 346.250.000 δρχ., κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. ΙΙ.) Η Π. Β. με εντολή του Κ.Τ. εισέπραξε από την πώληση των αναφερομένων στο υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου 225.001 μετοχών, το ποσό των 2.145.465.021 δρχ.. Εκ του ως άνω ποσού των 2.145.465.021 δρχ. αποδέχθηκε ο Π.Π.ς να λάβει με σκοπό συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς του, το ποσό των 473.717.089 δρχ., για το οποίο εκδόθηκε με εντολή Κ. Τ., η υπ' αριθ. .../5 τραπεζική επιταγή σε διαταγή της Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή (την Capital AXE) η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd, προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει την οφειλή της, η οποία προέκυψε από την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, III) Ο Π. Γ. με εντολή του Ε.Β. εκ της πωλήσεως των αναφερομένων στο αντίστοιχο του κατηγορητηρίου κεφάλαιο 50.000 μετοχών εισέπραξε το ποσό των 621.670.641 δρχ.. Εκ του ποσού αυτού, το οποίο αποτελεί το προϊόν της προαναφερθείσας εγκληματικής δραστηριότητας, δέχθηκε να λάβει ο Π.Π.ς, με σκοπό συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς του, στις 23/9/1999 ποσό 472.164.826 δρχ.. Σε εξόφληση του ποσού αυτού εκδόθηκε, στις 21/9/1999, σε διαταγή του Π. Γ., από την Nexus ΑΧΕΠΕΥ, η με αριθ. ... τραπεζική επιταγή 472.164.826 δρχ., την οποία οπισθογράφησε ο Ε.Β. για λογαριασμό του Π.Γ. και παρέδωσε στον Π.Π. τον ίδιο, που την κατέθεσε, στις 23/09/1999, στον τραπεζικό του λογαριασμό ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. 3) Ο Κ. Τ.. Ε) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσει μετά των συγκατηγορουμένων του παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε μετ' αυτών, εν γνώσει, ψευδώς στο ευρύ επενδυτικό κοινό του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), ότι οι συμβάσεις αγοραπωλησίας μετοχών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "Σ.Σ... ΑΤΕ", θυγατρικής της εταιρίας ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, της οποίας ήταν κύριος μέτοχος (στις 12/3/1999 κατείχε ποσοστό 13,78%) και επίσης νόμιμος εκπρόσωπος, Διευθύνων Σύμβουλος και Γενικός Διευθυντής, που καταρτίστηκαν μεταξύ της Π. Β., με την οποία διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, του Π. Π., των εταιριών συμφερόντων του ALGORE SERVICES LTD και ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, του Τ. Α., ατομικώς και ως εκπροσώπου των εταιριών VEGA INTERNATIONAL CORPORATION και PLEXUS CORPORATION, Α. Π., Κ. Π., Σ. Τ., συγγενικού του προσώπου, Ν. Μ., Ε. Β., Π. Γ., Θ. Κ. ως και διαφόρων τρίτων, έγιναν σπουδαίως, ενώ οι αγοραπωλησίες αυτές έγιναν κατ' επίφαση, ήσαν εικονικές και η τιμή των μετοχών αυτών ήταν ψευδής, διαμορφωθείσα ανοδικά με τεχνητούς τρόπους. Ειδικότερα δε στις 5/2/1999 καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των Σ. Σ., Ζ. Σ., Ε. Σ. και Ε. Σ., βασικών μετόχων της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", και της Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", της οποίας ήταν κύριος μέτοχος (στις 12/3/1999 κατείχε ποσοστό 13,78%) και επίσης νόμιμος εκπρόσωπος, Διευθύνων Σύμβουλος και Γενικός Διευθυντής, σε εκτέλεση της οποίας μεταβιβάστηκαν στην ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 3.110.580 μετοχές, που αντιστοιχούσαν στο 70% του συνόλου των 4.443.680 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", τον Απρίλιο και Μάιο του 1999. Λίγες ημέρες μετά την εξαγορά της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ μεταβίβασε το 6,39% του συνόλου των μετοχών σε πρόσωπα συνδεόμενα με αυτόν και τον Π. Π. δηλαδή στην offshore εταιρία συμφερόντων του Π.Π. Algore Services Ltd., στην Π. Β., με την οποία διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, στον Κ. Π. και στη Σ. Τ., συγγενικό του πρόσωπο του Κ.Τ.. Αμέσως μετά τη σύναψη της συμφωνίας και συγκεκριμένα από της 16/2/1999, ο Τ. Α. προέβη προσωπικώς, αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος των εταιριών συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, από κοινού με τον Π. Π. την εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd, και τον Θ. Κ. μέχρι της 18/6/1999, ήτοι μέχρι της ημέρας κατά την οποία έγινε "κόψιμο" (split) της μετοχής και διανεμήθηκαν δύο νέες μετοχές για κάθε μία παλαιά, στην αγορά 642.400 μετοχών (1.927.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99), οι οποίες αποτελούσαν το 14,46% των εισηγμένων μετοχών της ή το 39,72% των ελευθέρων μετοχών επί συνόλου 1.617.100 μετοχών (4.851.300 μετοχές μετά το split της 18.06.99). Συνεπεία των πράξεων αυτών το ευρύ επενδυτικό κοινό είχε στη διάθεσή του μόνο το 15,54% των εισηγμένων μετοχών ή το 42,71% των ελευθέρων μετοχών. Κατά τον τρόπο αυτό περιόρισαν την προσφορά των μετοχών της εν λόγω εταιρίας και αξιοποίησαν τη δυνατότητα διαμορφώσεως της τιμής της μετοχής, ακόμη και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, είτε ανοδικά στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (limit up), είτε συγκρατώντας την υφιστάμενη τιμή σε υψηλό επίπεδο, είτε αποτρέποντας μεγάλη πτώση της, εκμεταλλευόμενοι και το ευνοϊκό χρηματιστηριακό περιβάλλον που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, η οποία χαρακτηριζόταν από αυξημένη ζήτηση γενικά μετοχών και ειδικά μετοχών του κατασκευαστικού κλάδου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν, η τιμή της μετοχής, από 05.02.99 μέχρι 18.06.99, να αυξηθεί κατά 788,89 %, καθόσον η τιμή της ανερχόταν αρχικώς μεν στο ποσό των 337 δρχ., στη συνέχεια δε στο ποσό των 2.999 δρχ. (18-6-1999). Οι περισσότερες από τις ανωτέρω αγορές πραγματοποιήθηκαν με εντολές αγοράς, οι οποίες δημιούργησαν την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της τιμής με συνέπεια να επηρεάσουν ανοδικά την τιμή της μετοχής. Ειδικότερα, α) διαμορφωνόταν τεχνητά η τιμή ανοίγματος και κλεισίματος της μετοχής στο ανώτατο επιτρεπόμενο επίπεδο (limit up) σε πολλές συνεδριάσεις της περιόδου αυτής μέσω της τοποθέτησης, στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης (ΟAΣΗΣ), μεγάλων σε όγκο και τιμή (ή χωρίς όριο τιμής) εντολών αγοράς κατά τις ευαίσθητες περιόδους διαμόρφωσης των τιμών ανοίγματος και κλεισίματος. Ορισμένες από τις εντολές αυτές, τις οποίες ο Τ. Α. έδινε, στα πλαίσια του εγκληματικού τους σχεδίου, είτε για δικό του λογαριασμό είτε για λογαριασμό των εταιριών συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, είτε κατά την έναρξη της προσυνεδρίασης, είτε στα τελευταία λεπτά της συνεδρίασης, δεν εκτελέστηκαν, δημιούργησαν όμως την εντύπωση αυξημένης ζήτησης για την μετοχή, β) πραγματοποιούντο συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενα πρόσωπα συνδεόμενα μεταξύ τους (συναλλαγές μεταξύ του Τ. Α., της VEGA και Plexus κλπ), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί τεχνητή εμπορευσιμότητα και να επηρεαστεί τεχνητά η τιμή της μετοχής. Οι συναλλαγές αυτές εκτελέστηκαν συνεπεία εντολών αγοράς και πώλησης, οι οποίες εισήχθησαν στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης του ΧΑΑ με χρονική απόσταση ελάχιστων δευτερολέπτων και σε τέτοια τιμή και όγκο, ώστε να διασταυρωθούν μεταξύ τους και γ) ο Τ. Α. και οι εταιρίες Vega και Plexus, και σε ορισμένες περιπτώσεις η Algore και ο Π. Π., πραγματοποιούσαν όγκο συναλλαγών, που ανερχόταν σε σημαντικό ποσοστό του συνολικού όγκου συναλλαγών της συγκεκριμένης συνεδρίασης, με αποτέλεσμα τον τεχνητό επηρεασμό της εμπορευσιμότητας και της τιμής της μετοχής και τη δημιουργία εντυπώσεων δυναμικής ανοδικής πορείας της μετοχής. Εξ άλλου μεγάλο μέρος των αγορών που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 16/2/1999 έως 16/10/1999, από τα παρένθετα πρόσωπα Τ. Α., Π. Γ., Ν. Μ., Ε. Β., Π. Φ., ή offshore εταιριών συμφερόντων του Π. Π. ή συμφερόντων του Τ. Α., έγινε στην πραγματικότητα για λογαριασμό του Π. Π. και της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, προκειμένου να μην αποκαλυφθεί, δια της διασποράς των αγορών αυτών σε πολλά πρόσωπα (αχυρανθρώπους), η ταυτότητα των πραγματικών δικαιούχων των μετοχών - αγοραστών, ως και το εγκληματικό τους σχέδιο. Περαιτέρω, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και λίγες ημέρες πριν το split της μετοχής, προέβησαν, με τον αυτό σκοπό, σε εικονικές αγοραπωλησίες πακέτων 366.000 μετοχών, προσαρμοσμένου όγκου 1.098.000 μετοχών, συνολικής αξίας 2.429.574.760 δρχ., δοθέντος ότι για την κατάρτιση των ως άνω αγοραπωλησιών των πακέτων μετοχών δεν καταβλήθηκε στην πραγματικότητα τίμημα, αφού τα χρήματα τα οποία εισέπραξαν οι πωλητές από την πώληση των ανωτέρω πακέτων μετοχών από τη Χρηματιστηριακή εταιρία, σε εξόφληση της απαίτησής τους, τα κατέβαλαν στη συνέχεια στους αγοραστές, οι οποίοι τα απέδωσαν μετά από αυτό στην Χρηματιστηριακή εταιρία, για να εξοφλήσουν την οφειλή τους από την αγορά των πακέτων μετοχών. Στα ως άνω πακέτα συναλλαγών πωλητές ήταν η ΑΤΤΙΚΑΤ, ο Τ. Α. με τις εταιρίες συμφερόντων του και ο Κ. Π., αγοραστές δε, ήταν πρόσωπα συνδεόμενα με τον Κ.Τ., τον Π. Π. και την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, ήτοι η Algore Services Ltd, η Π. Β., με την οποία ο Κ.Τ. διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ο Κ. Π., που μεταβίβασε το αγορασθέν πακέτο στην Algore Services Ltd και η Σ. Τ., συγγενικό του πρόσωπο. Μετά το split της μετοχής οι αγοραστές των ως άνω πακέτων απέκτησαν δωρεάν άλλες 732.000 μετοχές (366.000Χ2). Εξ άλλου το "κόψιμο - split" της μετοχής, με τη δωρεάν διανομή δύο νέων μετοχών για κάθε μία παλαιά που πραγματοποιήθηκε στις 18/6/1999 (ημερομηνία αποκοπής δικαιώματος), δημιούργησε περαιτέρω ανοδική τάση στην πορεία της μετοχής κατά το αμέσως επόμενο της ημερομηνίας αυτής χρονικό διάστημα. Το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών που απέκτησαν οι αγοραστές των ανωτέρω πακέτων, πούλησαν στο ευρύ επενδυτικό κοινό κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη. Τα έσοδα από τις πωλήσεις αυτές, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, οι ανωτέρω επενδυτές διέθεσαν στην ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στην εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Algore και στον Π. Π.. Κατά το χρονικό διάστημα από 10.8.99 έως 17.4.00, περίοδο κατά την οποία επίσης οι Α., Vega, Plexus, διακρατούσαν στο χαρτοφυλάκιό τους μεγάλο αριθμό μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ, αγόρασαν επί πλέον 229.820 μετοχές και διαμόρφωσαν την τιμή της μετοχής, ακόμη και με αγορά μικρού αριθμού μετοχών, είτε ανοδικά στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (limit up), είτε συγκρατώντας την υφιστάμενη τιμή σε υψηλό επίπεδο, είτε αποτρέποντας μεγάλη πτώση της, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο προ της 18/6/1999, που έγινε το split. Κατά την περίοδο από τις 20/8/99 έως τις 12/10/99 πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις 1.190.000 μετοχών σε τιμές που κυμαίνονταν από 33,75 έως 42,85€, συνολικής αξίας 16.333.510.500 δρχ., με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών. Οι πωλήσεις αυτές έγιναν προς θεσμικούς επενδυτές, ως και μεγάλους ιδιώτες επενδυτές. Το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που εισπράχθηκε από τις πωλήσεις αυτές, καταβλήθηκε στον Π. Π. καθώς και στις εταιρίες συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ, Algore και Roseleigh, ενώ μικρότερο μέρος του εισπραχθέντος ποσού καταβλήθηκε σε διαχειριστές θεσμικών επενδυτών, καθώς και σε διαμεσολαβητές, ως παράνομη προμήθεια και αμοιβή για την πραγματοποίηση των ανωτέρω πακέτων συναλλαγών. Τα πακέτα αυτά, τα οποία αφορούσαν σε μεγάλο αριθμό μετοχών, οι οποίες μεταβιβάστηκαν σε πολύ υψηλή τιμή, δημιούργησαν ψευδείς εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό, ως προς τις πραγματικές προθέσεις ορισμένων εκ των θεσμικών αγοραστών, οι οποίοι δεν αγόρασαν επειδή αξιολόγησαν τις αγορές αυτές ως συμφέρουσα επένδυση, αλλά επειδή τα φυσικά πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για τη λήψη των επενδυτικών αποφάσεων εκ μέρους των θεσμικών επενδυτών, έλαβαν ανεπιτρέπτως κρυφά προμήθειες για την πραγματοποίηση των αγορών αυτών. Από την πώληση των πακέτων αυτών υπέστησαν ζημία όχι μόνο το ευρύ επενδυτικό κοινό, του οποίου υποτιμήθηκε το χαρτοφυλάκιό του μετά τις αθρόες πωλήσεις (ξεφόρτωμα) των θεσμικών προς τρίτους, αλλά και οι επενδυτές που τοποθέτησαν τα χρήματά τους στα αμοιβαία κεφάλαια. Επίσης, στις 8/11/1999, πραγματοποιήθηκε πώληση 150.000 μετοχών από τον Τ. Α. και την Vega International Corporation προς τον Α. Π. του Γ., κύριο μέτοχο της χρηματιστηριακής εταιρίας Capital ΑΧΕ, αντί του δήθεν τιμήματος των 2.639.960.626 δρχ., δοθέντος ότι το σύνολο του ποσού αυτού επιστράφηκε από τον Τ. Α. και την Vega International Corporation στον αγοραστή. Μέσω της Capital AXE ο ίδιος προσωπικά, ο Π. Π., η Algore Services Ltd και άλλα συνδεόμενα με τον Π. Π. και με τον Κ.Τ. πρόσωπα, διενεργούσατε σημαντικής αξίας συναλλαγές. Το πακέτο αυτό δημιούργησε ψευδείς εντυπώσεις στο επενδυτικό κοινό ως προς το τίμημα μεταβίβασης των μετοχών. Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω ενεργειών, η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής έπεσε, επειδή σταματήσατε να διενεργούν συστηματικά μεθοδευμένες συναλλαγές και να διαμορφώνουν την τιμή της. Ο Π. Π. και η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd., διενήργησαν χρηματιστηριακές συναλλαγές σε συγκεκριμένες ημερομηνίες με σκοπό την στήριξη ή την τεχνητή άνοδο της τιμής και μάλιστα λίγες ημέρες πριν ή ακόμη και την ίδια ημέρα της πραγματοποίησης μεγάλης αξίας πακέτων συναλλαγών. Συνολικά, από 18/3/1999 μέχρι 13/08/1999 ο ίδιος προσωπικά, η Μ. Π., ο Π. Π., καθώς και οι εταιρίες συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και Algore Services Ltd χρηματοδότησαν με το συνολικό ποσό των 5.016.828.386 δρχ. τα κάτωθι παρένθετα πρόσωπα για την αγορά μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ και ειδικότερα τον Τ. Α. με 1.998.004.258 δρχ., την εταιρία συμφερόντων του Vega International Corporation με 667.784.346 δρχ., την εταιρία συμφερόντων του Plexus Corporation με 636.695.495 δρχ., τον Κ. Π. με 111.009.960 δρχ., την Π. Β. με 544.921.520 δρχ., τη Σ. Τ. με 108.457.440 δρχ. ( οι δύο τελευταίες κατόπιν εντολής του Κ.Τ.), το Ν. Μ. με 115.782.000 δρχ., τον Π. Γ. με 609.607.447 δρχ., τον Ε. Β. με 200.000.000 δρχ., και τον Π. Φ. με 24.565.920 δρχ.. Πέραν αυτών η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ χρηματοδότησε την επίσης εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd από 01/06/1999 μέχρι 22/06/1999 με 1.546.674.680 δρχ.. Εκ της πωλήσεως των ανωτέρω μετοχών, που είχαν αγορασθεί, όπως προαναφέρθηκε, με χρηματοδότηση, καταβλήθηκε μέρος του εισπραχθέντος τιμήματος εκ 14.396.001.007 δρχ., στον Π. Π. και στην εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, σε δύο κοινοπραξίες της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd και επίσης στον Α. Π., σε άλλους διαμεσολαβητές, σε διαχειριστές, στον Π. Γ. και στον Κ. Π. και ειδικότερα στον Π. Π. 9.477.852.626 δρχ., στην εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 246.282.911 δρχ., στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd 473.717.089 δρχ., σε δύο κοινοπραξίες της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ 80.000.000 δρχ., στον Α. Π. 2.618.615.960 δρχ., στον Π. Γ. 164.987.421 δρχ. για λογαριασμό του Ε.Β., στον Κ. Π. 45.000.000 δρχ.. Επί πλέον καταβλήθηκε και το ποσό του 1.289.545.000 δρχ. στους Ν. Γ., ως και τους κατωτέρω λεπτομερώς αναφερομένους τρίτους (Γ. Μ., Δ. Λ., Γ. Β., Χ. Μ. κλπ). Κατά τις ημερομηνίες 31/1/2000, 1/2/2000, 2/2/2000 η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Algore Services Ltd. μέσω προσυνεννοημένων συναλλαγών στην τρέχουσα αγορά, πούλησε στην εισηγμένη εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, της οποίας απέκτησε το ποσοστό 56,64% του μετοχικού κεφαλαίου της στις 17/6/1999, 214.400 μετοχές "Σ.Σ... ΑΤΕ" συνολικής αξίας 2.399.704.786 δρχ. και στις 15/2/2000 επίσης η Algore πούλησε με πακέτο, 160.000 μετοχές συνολικής αξίας 1.792.072.400 δρχ. στην ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ. Τις μετοχές αυτές η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ αγόρασε, στο πλαίσιο τοποθέτησης μέρους των κεφαλαίων της (29,7% των αντληθέντων κεφαλαίων) που προήλθαν από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Εξάλλου, την αξία αγοράς του ανωτέρω πακέτου των 160.000 μετοχών (ήτοι 1.792.072.400 δρχ. πλέον εξόδων και προμηθειών) η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ δεν κατέβαλε στη χρηματιστηριακή εταιρία Capital AXE σε εξόφληση της υποχρέωσής της από την αγορά του πακέτου, αλλά στη χρηματιστηριακή εταιρία ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕΠΕΥ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η offshore εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Roseleigh Enterprises Ltd. Με το ποσό αυτό η ως άνω offshore εταιρία εξόφλησε αγορές μετοχών της εταιρίας ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ που είχε πραγματοποιήσει κατά τις προηγούμενες ημερομηνίες με αντισυμβαλλόμενους τον Τ. Α. και τον Π. Π.. Κατά συνέπεια το ανωτέρω ποσό η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ διέθεσε στην πραγματικότητα για να καλύψει ταμιακές ανάγκες του Π. Π. που προήλθαν από χρηματιστηριακές συναλλαγές. Επισημαίνεται ότι τα κεφάλαια (4.191.777.186 δρχ. ήτοι 2.399.704.786 + 1.792.072.400) που η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ διέθεσε για την αγορά μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προορίζονταν, σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, για την εξαγορά ομοειδών επιχειρήσεων που θα ενίσχυαν τη δραστηριότητα της. Αντί γι' αυτό η εταιρία ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ διέθεσε τα ανωτέρω κεφάλαια για την απόκτηση κυρίως από την εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Algore, 380.000 μετοχών "Σ.Σ... ΑΤΕ" (220.000 μετοχών μέσω της τρέχουσας αγοράς, εκ των οποίων 214.400 μετοχές αγόρασε με αντισυμβαλλόμενη την Algore + 160.000 μετοχών με πακέτο με αντισυμβαλλόμενη επίσης την Algore) δηλαδή ποσοστό μόλις 2,85% του μετοχικού κεφαλαίου της Σ.Σ... ΑΤΕ, της οποίας η χρηματιστηριακή τιμή είχε διαμορφωθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα με τεχνητούς τρόπους από τον Κ. Τσέλο και τους συγκατηγορουμένους του. Τελικά, το ανωτέρω χρηματικό ποσό εκ 4.191.777.186 δρχ. (2.399.704.786 + 1.792.072.400) που προορίζονταν για την ανάπτυξη της εταιρίας ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, δεν χρησιμοποιήθηκε για το σκοπό αυτό αλλά κατέληξε στις offshore εταιρίες συμφερόντων του Π. Π. Algore και Roseleigh. Συνεπεία δε των ως άνω απατηλών ενεργειών, σχετικά με τις αγοραπωλησίες των μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που καταρτίστηκαν κατά τα προεκτεθέντα, προκλήθηκε ζημία στους μικρομετόχους της εταιρίας ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, για το λόγο ότι η τελευταία εταιρία (ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ) αγόρασε μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ σε πολύ υψηλή τεχνητά διαμορφωμένη τιμή, μάλιστα δε προέβη στην αγορά αυτή αντίθετα με όσα προέβλεπε το ενημερωτικό δελτίο της αύξησης κεφαλαίου, δυνάμει του οποίου η ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ, όφειλε να εξαγοράσει ομοειδή επιχείρηση. Σημειώνεται δε ότι η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ αγόρασε το 70% της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 3.089.212.581 δρχ., ενώ η ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΕΤΑΝΕ ΑΕ για την αγορά του 2,85% της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ κατέβαλε 4.191.777.186 δρχ.. Αναλυτικά: I.1) Στις 16/6/1999 η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Algore Services Ltd αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 39.950 μετοχές (μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 9.387,71 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 375.039.000 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 376.839.187 δρχ. χρεώθηκε, στις 16/6/1999, ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Algore στην Capital AXE. Το σύνολο των συναλλαγών της Algore έγιναν στο τέλος της συνεδρίασης (13:29:01 και 13:29:02) σε εκτέλεση εντολής αγοράς 50.000 μετοχών στο limit-up που δόθηκε στις 13:29:01. Μία από τις πράξεις αγοράς της Algore (η τελευταία πράξη της συνεδρίασης) διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος με άνοδο 8%. H Algore έδωσε άλλη μία εντολή αγοράς 30.000 μετοχών στο limit-up στις 13:29:59 η οποία έμεινε ανεκτέλεστη και περιελήφθη στα ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης της συνεδρίασης αυτής, τα οποία ανήλθαν σε 40.050, δημιουργώντας την εντύπωση υπερβάλλουσας ζήτησης για τη μετοχή. 2) Στις 07/9/1999 ο Π. Π. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 58.480 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 12.529 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 732.637.440 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 734.872.004 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι ανωτέρω αγορές των 58.480 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσαν στο 78,44% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑ και πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση εντολής αγοράς 100.000 μετοχών, που είχε εισαχθεί στο σύστημα προσυνεδριακά (στις 10:34:56) στο limit up, διαμορφώνοντας και την τιμή κλεισίματος της μετοχής στην εν λόγω συνεδρίαση με άνοδο 8%. 3) Στις 10/9/1999 ο Π. Π. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.060 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 13.468 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 135.473.900 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 453.674.490 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 10.060 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 10,18% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑ, με εντολή αγοράς δε 50.000 μετοχών, που είχε εισαχθεί στο σύστημα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης (12:46:22) στο limit up, πραγματοποίησε το κλείσιμο της μετοχής στην εν λόγω συνεδρίαση, κατά την οποία η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 8%. 4) Στις 13/9/1999 ο Π. Π. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 49.390 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 14.611 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 721.686.680 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.827.703.183 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι ανωτέρω αγορές των 49.930 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσαν στο 68,30% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑ και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολής αγοράς 100.000 μετοχών, που είχε εισαχθεί στο σύστημα, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης (10:53:18) στο limit up, μέρος δε της εντολής αυτής διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος της εν λόγω συνεδρίασης με άνοδο 7,98%. 5) Στις 15/9/1999 ο Π. Π. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 14.866 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 721.012.500 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.265.432.884 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 27% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι συναλλαγές πακέτων μετοχών. Με εντολή αγοράς 35.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στις 13:29:56 σε τιμή 14.850 δρχ. διαμορφώθηκε η τιμή κλεισίματος της μετοχής στις 14.500 δρχ.. 6) Στις 12/01/2000 ο Π. Π. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 53.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ, προς 10.792 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 572.002.600 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 625.966.147 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούν στο 33,57% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής. Οι περισσότερες από τις αγορές του πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση ελεύθερων (χωρίς όριο τιμής) εντολών αγοράς, εκ των οποίων η τελευταία (που αφορούσε 1.000 τεμάχια) τοποθετήθηκε στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης ήτοι στις 13:29:42. 7) Στις 31/01/2000 η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 100.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 10.746 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.074.590.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 1.077.626.286 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Η αγορά των ανωτέρω 100.000 μετοχών έγινε με αντισυμβαλλόμενο την επίσης συμφερόντων του εταιρία Algore Services Ltd και με το ποσό των 1.074.590.000 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 1.062.124.756 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Οι συναλλαγές μεταξύ της εταιρίας ΕΤΑΝΕ - Ευκλείδης και της Algore αντιστοιχούσαν στο 39,7% του συνολικού όγκου συναλλαγών της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή και πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολών αγορών και πωλήσεων που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων στην ίδια τιμή και όγκο. Η τιμή της μετοχής έκλεισε με άνοδο 4,90%. 8) Στις 01/02/2000 η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 70.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.161 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 781.262.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 783.418.136 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Η αγορά των 64.460 μετοχών έγινε επίσης με αντισυμβαλλόμενο την Algore Services Ltd. Επίσης με το ποσό των 768.101.500 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 759.191.522 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Οι συναλλαγές αυτές αντιστοιχούσαν στο 24,8% των συνολικών συναλλαγών της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή και πραγματοποιήθηκαν, όπως και στην προηγούμενη συνεδρίαση, κατόπιν εντολών αγορών και πωλήσεων που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων στην ίδια τιμή και όγκο. Η τιμή της μετοχής έκλεισε με άνοδο 2,23%. 9) Στις 02/02/2000 η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.139 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 556.955.875 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 558.555.619 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ. Και η αγορά των ανωτέρω 50.000 μετοχών έγινε με αντισυμβαλλόμενο την Algore Services Ltd. Επίσης με το ποσό των 556.975.000 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 550.514.090 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Οι συναλλαγές αυτές οι οποίες αντιστοιχούσαν στο 30% των συνολικών συναλλαγών της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή πραγματοποιήθηκαν, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, κατόπιν εντολών αγορών και πωλήσεων που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά δευτερολέπτων στην ίδια τιμή και όγκο. Για την εξόφληση της οφειλής της, η οποία προήλθε από την αγορά των ανωτέρω 220.000 μετοχών συνολικού ποσού 2.419.600.041 δρχ. (1.077.626.286 δρχ. + 783.418.136 δρχ. + 558.555.619 δρχ.) η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ κατέβαλε στις 01/02/2000 το ποσό των 3.000.000.000 δρχ. με επιταγή, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του λογαριασμού της 037/60720-00000/70 που τηρούσε στη Eurobank. To εναπομείναν ποσό των 580.399.959 δρχ. (3.000.000.000 δρχ. - 2.419.600.041 δρχ.) επεστράφη από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡ/ΚΗ ΑΕ στην ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, στις 07/06/2000. 10) Στις 15/02/2000 η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αγόρασε από την επίσης συμφερόντων του εταιρία Algore Services Ltd 160.000 μετοχές Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.200 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.792.000.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με 1.802.035.200 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ στην Capital AXΕ. Επίσης με το ποσό των 1.792.000.000 δρχ. μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 1.771.212.800 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXΕ η Algore Services Ltd. Έναντι της ανωτέρω απαίτησής της, που προήλθε από την πώληση των 160.000 μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ και άλλης απαίτησής της, που προήλθε από την πώληση άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ η Algore Services Ltd. έλαβε, στις 21/02/2000, από την Capital AXΕ, το ποσό των 1.802.035.200 δρχ., το οποίο χρησιμοποιήθηκε αυθημερόν για την εξόφληση της οφειλής της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, η οποία προήλθε από την αγορά των μετοχών. Δηλαδή η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ δεν εξόφλησε την οφειλή της που προέκυψε από την αγορά των 160.000 μετοχών με δικά της διαθέσιμα, αλλά με διαθέσιμα της Algore Services Ltd , τα οποία έλαβε από την πώληση των μετοχών. Η ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ αντί να πληρώσει την ανωτέρω υποχρέωσή της, από την αγορά των 160.000 μετοχών στην Capital AXE, παρέδωσε στο Θ. Π. του Α., στις 08/02/2000, την υπ' αριθ. ... επιταγή, 1.884.199.055 δρχ., η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ ... που τηρούσε στη Eurobank. Στη συνέχεια ο Θ. Π. κατέθεσε την επιταγή αυτή στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Roseleigh Enterprises Ltd, προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της, η οποία προήλθε από την αγορά στις 02/02/2000, στις 03/02/2000 και στις 04/02/2000, μετοχών της ΕΤΑΝΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, συνολικής αξίας 1.884.199.055 δρχ.. Οι αγορές αυτές της εταιρίας Roseleigh Enterprises Ltd έγιναν με αντισυμβαλλόμενους τον Π. Π. και τον Τ. Α., που διενήργησαν τις πωλήσεις αυτές μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας Ελληνική ΑΧΕ. Τα κέρδη που προέκυψαν από συναλλαγές του Π. Π., της ΑΤΤΙΚΑΤ και της ALGORE, ανέρχονται συνολικά σε 14.642.735.783 δρχ. (6.111.299.388 δρχ. + 8.391.178.243 δρχ. + 140.258.152 δρχ.) και αναλύονται ως εξής: α) Η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Algore, τις μετοχές που απέκτησε, με τον τρόπο που αναφέρεται παρακάτω, από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ (κυρίως μέσω πακέτων εικονικών ως προς το τίμημα), από τον Τ. Α. και τις εταιρίες συμφερόντων του Vega και Plexus καθώς και άλλες 67.510 μετοχές που αγόρασε στην τρέχουσα αγορά κατά το χρονικό διάστημα 15/7/99 έως 24/3/2000, πούλησε i) με πακέτο 100.000 μετοχών στις 12/10/99 στους Γ. και Τ. ii) μέσω της τρέχουσας αγοράς και μέσω πακέτου 374.400 μετοχών στην εταιρία ΕΤΑΝΕ-ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΕ, όπως αναλυτικά περιγράφηκε ανωτέρω (στις 31/1/00, 1/2/00, 2/2/2000 μετοχές 214.400 μέσω της τρέχουσας αγοράς + 160.000 μετοχές με πακέτο στις 15/2/2000) και iii) στο ευρύ επενδυτικό κοινό 346.120 μετοχές κατά το χρονικό διάστημα 22/10/99 έως 31/5/2000. Η Algore αγόρασε συνολικά 940.760 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) μέσω της τρέχουσας αγοράς (187.760 μετοχές) και μέσω πακέτων (753.000 μετοχές) και πούλησε 824.970 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) μέσω της τρέχουσας αγοράς (564.970 μετοχές) και μέσω πακέτων (260.000 μετοχές). Τα κέρδη της ALGORE από τις συναλλαγές αυτές ανήλθαν σε 6.111.299.388 δρχ.. β) Η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ μετά την αγορά του 70% των μετοχών της εταιρίας Σ... ΑΤΕ που αντιστοιχούσαν σε 9.331.740 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών), πούλησε συνολικά 1.451.110 μετοχές αξίας αγοράς 479.631.760 δρχ. αντί συνολικού ποσού 8.870.810.003 δρχ. ως εξής: i) 850.000 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) με πακέτα στους Algore Services Ltd., Π. Β., Κ. Π., Τ. Σ. και Ν. Μ. κατά το χρονικό διάστημα 26/5/99 έως 20/8/99 και ii) 601.110 μετοχές (προσαρμοσμένος αριθμός μετοχών) στην τρέχουσα αγορά κατά το χρονικό διάστημα 31/1/2000 έως 9/2/2000. Τα κέρδη της από τις ανωτέρω συναλλαγές ανήλθαν σε 8.391.178.243 δρχ. γ) Ο Π. Π. αγόρασε συνολικά 386.260 μετοχές μέσω της τρέχουσας αγοράς και πούλησε i) μέσω πακέτου στις 16/9/99 130.000 μετοχές σε θεσμικούς επενδυτές και ii) 127.260 μετοχές στην τρέχουσα αγορά. Τα κέρδη του από τις ανωτέρω συναλλαγές ανήλθαν σε 140.258.152 δρχ. Εξάλλου ποσό 14.396.001.007 δρχ. που εισπράχθηκε την περίοδο από 20/9/1999 μέχρι 17/12/1999 από τον Π. Π., τις εταιρίες συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ και ALGORE, από διαχειριστές και διαμεσολαβητές ως και από παρένθετα πρόσωπα, εκ της πωλήσεως των μετοχών "Σ.Σ... ΑΤΕ" μεταφέρθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς, στους λογαριασμούς της ΑΤΤΙΚΑΤ και ALGORE, του Κ. Π., του Π. Γ., καθώς και διαχειριστών και διαμεσολαβητών. Επίσης ποσό 5.016.828.386 δρχ., καταβλήθηκε από τον Π. Π. και τις εταιρίες συμφερόντων του "ΑΤΤΙΚΑΤ" και "ALGORE", τη Μ. Π. και από τον Κ.Τ., κατά το χρονικό διάστημα από 18/3/1999 μέχρι 1/9/1999, σε παρένθετα πρόσωπα για τη διενέργεια αγορών μετοχών "Σ.Σ... ΑΤΕ". ΙΙ.1) Στις 16/2/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 50.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (1.733 δρχ.), στο σύστημα κατά την προσυνεδρίαση, δηλαδή στις 10.15.00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 17.850 μετοχών (53.550 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 30.959.352 δρχ., ποσό με το οποίο, πλέον εξόδων, ήτοι 31.113.667 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 500 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 2) Στις 9/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International τοποθέτησε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (1.922 δρχ.), στο σύστημα στις 11.00.42 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 4.850 μετοχών (14.550 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 9.320.876 δρχ., ποσό με το οποίο, πλέον εξόδων, ήτοι 9.375.846 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 400 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 3) Στις 10/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 35.150 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (2.075 δρχ.), στο σύστημα κατά την προσυνεδρίαση, δηλαδή στις 10.15.00 ώρα. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά το άνοιγμα της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή ανοίγματος στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. Έτσι, πραγματοποιήθηκαν αγορές 35.150 μετοχών (105.450 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας συνολικής αξίας 72.942.138 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 270.348.010 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Μέρος δε των ανωτέρω μετοχών, ήτοι 5.850 μετοχές αγόρασε η Vega International από την επίσης συμφερόντων του Τ. Α. εταιρία PLEXUS CORP. Η ανωτέρω αγορά των 35.150 μετοχών της Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 27,62% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Την ημέρα αυτή η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 7,92%. 4) Στις 12/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 20.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10.29.40 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 18.730 μετοχών (56.190 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.419 δρχ.) συνολικής αξίας 45.313.957 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 82.262.115 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 39,66% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Vega International 200 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 5) Στις 15/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 120.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10.15.00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 27.580 μετοχών (82.740 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.612 δρχ.) συνολικής αξίας 72.081.778 δρχ. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, καθώς και εξόδων, ήτοι 143.122.680 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 88,74% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς της Plexus Corporation 400 μετοχών, στις 13.20.20, η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 8%). 6) Στις 16/3/1999 έδωσε εντολή αγοράς 75.000 μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ" στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας (limit up), στο σύστημα, κατά την προσυνεδρίαση, στις 10.15.00 ώρα, με σκοπό να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επενδυτικό κοινό αυξημένης ζήτησης της μετοχής αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής πραγματοποιήθηκαν αγορές 36.400 μετοχών (109.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην ανώτατη τιμή της ημέρας (2.820 δρχ.) συνολικής αξίας 102.699.324 δρχ. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι 103.243.459 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η αγορά των ανωτέρω μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 78,45% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με την τελευταία δε πράξη αγοράς εκ μέρους του 300 μετοχών η τιμή κλεισίματος διαμορφώθηκε στην ανώτατη τιμή της ημέρας (με άνοδο 7,81%). Επίσης την ίδια ημέρα η Vega International Corporation τοποθέτησε εντολή αγοράς 60.000 μετοχών στο limit up στις 13.15.59 ώρα, η οποία έμεινε ανεκτέλεστη με αποτέλεσμα τη δημιουργία εντυπώσεων ως προς την αυξημένη ζήτηση της μετοχής. 7) Στις 17/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation, στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:59), τοποθέτησε ανοικτή (χωρίς όριο τιμής) εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ανοδικά την τιμή κλεισίματος. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 480 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, σε τιμή χαμηλότερη κατά 0,36% σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης, διότι διασταυρώθηκε με προηγούμενη εντολή πώλησης τρίτου προσώπου σε χαμηλότερη τιμή. Την ίδια ημέρα η Plexus Corporation αγόρασε συνολικά στην τρέχουσα αγορά 48.590 μετοχές (145.770 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι το 29,74% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης αυτής, προς 2.828 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 138.435.855 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με 139.238.380 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. Την ίδια ημέρα η εταιρία Plexus Corporation πούλησε 2.000 μετοχές στην τρέχουσα αγορά προς 2.811,19 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 5.622.375 δρχ. στον εαυτό της, δια διασταυρώσεως εντολών αγοράς και πώλησης της ιδίας, δημιουργώντας εικονική εμπορευσιμότητα στη μετοχή. Με την αξία της πώλησης αυτής (5.622.375 δρχ.), προσαυξημένης με την αξία άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και μειωμένης κατά το ποσό των εξόδων, πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE. 8) Στις 18/3/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 78.730 μετοχές (236.190 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 2.731,48 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 215.049.063 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 216.243.459 δρχ. χρεώθηκε στις 18/3/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 78.730 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ, η οποία αντιστοιχούσε στο 60,49% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ έγινε με αντισυμβαλλόμενους τις εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation και Plexus Corporation (η πρώτη με αγορά μετοχών 18.730 και η δεύτερη με αγορά 60.000 μετοχών). Με τις συναλλαγές αυτές μεταξύ του κωδικού του Τ. Α. και των κωδικών των δύο εταιριών συμφερόντων του, οι οποίες ανήλθαν στο 60,49% του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής και εκτελέστηκαν συνεπεία εντολών που τοποθετήθηκαν στο ΧΑΑ ταυτόχρονα στην ίδια τιμή και όγκο, επηρεάστηκε τεχνητά η εμπορευσιμότητα της μετοχής και η τιμή της, αφού η μέση τιμή των συναλλαγών αυτών προσεγγίζει τη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης αυτής (μέγιστη τιμή 2.791 δρχ., ελάχιστη τιμή 2.586 δρχ.). 9) Στις 22/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 23.470 μετοχές (70.410 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.770,30 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 65.018.882 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 65.389.690 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 23.470 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 70,48% των συνολικών αγορών στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς της Plexus Corporation για 30.000 μετοχές στην ανώτατη τιμή της ημέρας (limit-up) δηλαδή στις 2.770 δρχ., που εισήχθη στο σύστημα στις 10:51:22 και εκτελέστηκε με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης κατά την ποσότητα των 200 μετοχών, η εντολέας διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος της μετοχής, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97%. 10) Στις 23/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.870 μετοχές (92.610 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.982,66 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 92.074.671 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 92.633.539 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Επίσης ο Τ. Α. αγόρασε την ίδια ημερομηνία (23/3/1999) στην τρέχουσα αγορά 40.000 μετοχές (120.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 2.991,79 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 119.671.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.334.792 δρχ. χρεώθηκε στις 23/3/1999 ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 30.870 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε η Plexus Corporation αντιστοιχούσε στο 14,14% των συνολικών αγορών της ημέρας στο ΧΑΑ, μαζί δε με την αγορά που πραγματοποίησε ο ίδιος, ανήλθε στο 32,46% των συνολικών αγορών στο ΧΑΑ. Οι ανωτέρω αγορές πραγματοποιήθηκαν σε τιμές που προσέγγιζαν τη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης (η οποία ήταν 2.991 δρχ, δηλαδή limit up σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης). Η εντολέας Plexus Corporation με εντολή αγοράς 50.000 μετοχών στην ανώτατη τιμή της συνεδρίασης (limit up), που εισήχθη στο σύστημα στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:57) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 2.000 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 8%, σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης. Η τελευταία αυτή εντολή έμεινε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανεκτέλεστη και περιελήφθη στα "ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης" της συνεδρίασης αυτής (46.400 τεμάχια), που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ του ΧΑΑ, δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. 11) Στις 24/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation, αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 15.000 μετοχές (45.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.186,43 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 47.796.423 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που είχε στην κατοχή της η Plexus Corporation, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 73.080.660 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:57), η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 180 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, η Plexus Corporation διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,85%. 12) Στις 29/3/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 57.110 μετοχές (171.330 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 3.705,50 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 211.621.050 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 212.327.414 χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 57.110 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 53,22% των συνολικών αγορών της μετοχής αυτής στο ΧΑΑ. Η πρώτη εντολή αγοράς για λογαριασμό της Vega International Corporation, για 30.000 μετοχές, εισήχθη το πρώτο λεπτό της προσυνεδρίασης (10:15:00) στη μέγιστη επιτρεπόμενη τιμή (limit up) δηλαδή στις 3.765 δρχ. (η τιμή κλεισίματος της προηγούμενης συνεδρίασης ήταν 3.487 δρχ.), διαμορφώνοντας την τιμή ανοίγματος στο limit up και δημιουργώντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής. Με εντολή αγοράς 20.000 μετοχών που εισήχθη στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:30:00) σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 1.000 μετοχών στην τελευταία πράξη της συνεδρίασης η Vega International Corporation, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,92% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα (limit up). Σημαντικό μέρος, ήτοι 1.206.983.699 δρχ., της αξίας των αγορών της μετοχής "Σ.Σ... ΑΤΕ" (450.230 μετοχές περίπου πριν το split ή 1.422.220 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά το χρονικό διάστημα από 16/3/1999 μέχρι και 29/3/1999, δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές, από τον Τ. Α., αλλά και από τον Π. Π. και την εταιρία συμφερόντων του ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ της οποίας ήταν κύριος μέτοχος και Πρόεδρος του ΔΣ ως εξής: α) 250.000.000 δρχ., στις 18/03/1999, δια της καταθέσεως, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Τ. Α. στη Midland AXE, της ισόποσης τραπεζικής επιταγής ..., η οποία εκδόθηκε στις 18/03/1999 σε βάρος του κοινού λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς ο Π. Π. με τη Μ. Π., ο οποίος χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 250.257.500 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής πλέον εξόδων έκδοσής της 257.500 δρχ., κατατέθηκε δε, στις 19/03/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, β) στις 19/03/1999, δια της καταθέσεως, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Τ. Α. στη Midland AXE, ποσού 50.000.000 δρχ. προερχομένου από την ιδιωτική επιταγή .../12-3-1999 συνολικού ποσού 60.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε σε βάρος του κοινού λογαριασμού ..., που τηρούσαν στη Eurobank οι Γ. Δ. Γ. Ά. και Γ. Π., οπισθογραφήθηκε στη συνέχεια υπέρ του Π. Π., εισπράχθηκε από το Ν. Κ. και κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE με την αιτιολογία Τ. Α., γ) Σημαντικό μέρος ήτοι 100.464.699 δρχ. της αξίας αγορών μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ (33.390 μετοχές πριν το split ή 100.170 μετοχές μετά το split της 18/6/1999) που πραγματοποίησε στις 23/3/1999 δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές από τον Τ. Α., αλλά ποσό 66.809.025 δρχ. από την Π. Μ. και ποσό 33.655.674 δρχ. από τον Κ.Τ. τον ίδιο ως εξής: i) στις 29/3/99 ο Τ. Α. κατέβαλε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE το ποσό των 66.809.025 δρχ. δια καταθέσεως σε αυτή της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν, με κάλυμμα την υπ' αριθ. ... επιταγή η οποία εκδόθηκε από την Capital AXE σε βάρος του λογαριασμού της που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς την Π. Μ., η οποία προήλθε από πωλήσεις μετοχών της, ii) στις 29/3/99 ο Τ. Α. κατέβαλε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE το ποσό των 33.655.674 δρχ. δια καταθέσεως σε αυτή της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε αυθημερόν, με κάλυμμα την υπ' αριθ. ... επιταγή η οποία εκδόθηκε από την Capital AXE σε βάρος του λογαριασμού της που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, προκειμένου να εξοφλήσει ισόποση οφειλή της προς αυτόν, η οποία προήλθε από πωλήσεις μετοχών του, δ) στις 31/03/1999 δια της καταθέσεως στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation 153.259.500 δρχ. και 15.544.426 δρχ. και στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation 137.715.074 δρχ., ήτοι ποσό 306.519.000 δρχ. (153.259.500 δρχ. + 15.544.426 δρχ. + 137.715.074 δρχ.) προερχόμενο από την ισόποση τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. 10578131, η οποία εκδόθηκε στις 31/03/1999 σε βάρος του με αριθ. ... κοινού λογαριασμού, που τηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς ο Π. Π. και η Μ. Π., που χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 306.894.715 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής, πλέον εξόδων έκδοσής της, 375.715 δρχ., κατατέθηκε δε στον με αριθμό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE μαζί με άλλες επιταγές συμποσούμενες σε 4.471.220.569 δρχ., και ε) στις 31/03/1999 δια της καταθέσεως ποσού 500.000.000 δρχ. στον με αριθμό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας) η Midland AXE, προερχομένου από ισόποση ανάληψη από το λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας) η εταιρία συμφερόντων του Π. Π., ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, το οποίο η Midland AXE κατέθεσε αυθημερόν (31/03/1999) τμηματικά, και δη ποσό 250.000.000 δρχ. στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation και ποσό 250.000.000 δρχ. στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε επίσης στη Midland AXE η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α., Plexus Corporation. 13) Στις 7/4/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 13.200 μετοχές (39.600 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.315 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 43.762.182 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 44.023.904 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 13.200 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 78,11% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧAΑ. Η εντολέας με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών στην ανώτατη τιμή της συνεδρίασης (limit up), που εισήχθη στο σύστημα στο τελευταίο λεπτό (13:29:43) και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 2.000 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97% (limit up). 14) Στις 13/4/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές (15.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 3.422 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 17.108.103 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 17.206.099 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Οι αγορές αυτές ανήλθαν στο 25,48% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης και πραγματοποιήθηκαν στο σύνολό τους το τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης, κατόπιν εντολής αγοράς 5.000 μετοχών σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής) που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:56. Μέρος της εντολής αυτής (που αφορά ποσότητα 870 μετοχών) εκτελέστηκε με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 1,18% σε σχέση με την τιμή της προηγούμενης συνεδρίασης. 15) Στις 22/4/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 3.000 μετοχές (9.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 2.897 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 8.689.807 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων ήτοι με το συνολικό ποσό των 8.738.994 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 19,3% των συνολικών αγορών της συνεδρίασης. Το σύνολο των ανωτέρω αγορών πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία δευτερόλεπτα της συνεδρίασης, κατόπιν εντολής αγοράς 3.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στις 13:29:58 με όριο τιμής 2.910, που είναι και η μέγιστη τιμή της συνεδρίασης. Η εντολή αυτή εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 600 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 0,12%. 16) Στις 3/5/1999 ο Τ. Α. πούλησε 30.000 μετοχές (90.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 4.186 δρχ. ανά μετοχή (η οποία είναι η ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της ημέρας, δηλαδή limit up) ήτοι αντί 125.580.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό, μείον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 124.474.856 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Τις μετοχές αυτές ο Τ. Α. πούλησε στο σύνολό τους στον Θ. Κ.. Από τις μετοχές αυτές, ποσότητα 25.000 μετοχών μεταβιβάστηκε από τον Τ. Α. στον Θ. Κ., κατόπιν εντολών που τοποθετήθηκαν κατά την προσυνεδρίαση, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης, με χρονική απόσταση δευτερολέπτων. Οι συναλλαγές μεταξύ του Τ. Α. και του Θ. Κ. πραγματοποιήθηκαν στις 10:46:10 (25.000 μετοχές) και 10:47:45 (5.000 μετοχές) και αντιπροσώπευαν το 49% του όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής. Για την αξία πώλησης των ανωτέρω μετοχών εκδόθηκε εκ μέρους της Midland ΑΧΕ στις 5/5/1999 η με αριθ. ... επιταγή 103.474.856 δρχ. την οποία παρέλαβε ο Ε. Π. (η επιταγή αυτή κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας Κ... ΑΕ), το υπόλοιπο δε της αξίας των μετοχών αυτών εκ 21.000.000 δρχ., κατατέθηκε στις 6/5/1999, απ' ευθείας, από την Χρηματιστηριακή Εταιρία Midland στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην HSBC η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation. Στις 6/5/1999 οι εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation και Vega International αγόρασαν από τον Θ. Κ. 40.000 μετοχές, αντιστρέφοντας τις προηγούμενες συναλλαγές μεταξύ του Τ. Α. και του Θ. Κ. που πραγματοποιήθηκαν στις 3/5/1999. Με τον τρόπο αυτό επηρεάστηκε τεχνητά η εμπορευσιμότητα της μετοχής. Επί πλέον στο τέλος της συνεδρίασης, ήτοι στις 13:28:43 τοποθετήθηκε για λογαριασμό του Τ. Α. εντολή αγοράς 40.000 μετοχών στο limit up για λογαριασμό της εταιρίας συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation. Η εντολή αυτή δημιούργησε την εντύπωση μεγάλης ζήτησης για τη μετοχή και περιελήφθη στα "ανεκτέλεστα τεμάχια ζήτησης" της συνεδρίασης αυτής (85.060 τεμάχια), που δημοσιεύονται στο ΗΔΤ του ΧΑΑ, δημιουργώντας την εντύπωση αυξημένης ζήτησης και δυναμικής ανόδου της μετοχής. Η συνεδρίαση αυτή έκλεισε με limit up (άνοδος τιμής κλεισίματος 8%). 17) Στις 6/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 41.700 μετοχές (125.100 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 4.713 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 196.521.770 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 197.632.917 δρχ., χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Την ίδια ημερομηνία ακόμη η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 25.000 μετοχές (75.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 4.791 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 119.773.625 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.444.890 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Η αγορά των μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε η Vega International Corporation αντιστοιχούσε στο 48,04% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή, μαζί δε με τις αγορές, που πραγματοποίησε η Plexus Corporation και ανήλθαν στο 28,80% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, αγοράστηκε το 76,83% των συνολικών διακινηθεισών μετοχών της συνεδρίασης αυτής. Κατά την προσυνεδρίαση της ημέρας αυτής τοποθετήθηκαν δύο εντολές αγοράς 25.000 μετοχών εκάστης, χωρίς όριο τιμής, για λογαριασμό των δύο εταιριών συμφερόντων του Τ. Α. Vega International και Plexus Corporation. Ο Θ. Κ., επίσης κατά τη διάρκεια της προσυνεδρίασης τοποθέτησε εντολή πώλησης 40.000 μετοχών στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up). Οι ανωτέρω εντολές αγοράς των εταιριών συμφερόντων του Τ. Α. Vega και Plexus, οι οποίες επηρέασαν την διαδικασία ανοίγματος ανοδικά λόγω του μεγάλου όγκου τους (50.000 μετοχές συνολικά) και της τιμής τους (τοποθετήθηκαν χωρίς όριο τιμής) καθώς και η εντολή του Θ. Κ.υ, η οποία λόγω του μεγάλου όγκου της και της μεγάλης τιμής της (limit up) επηρέασε επίσης ανοδικά την διαδικασία ανοίγματος, διασταυρώθηκαν μεταξύ τους, στις 10.45.43, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up) δίνοντας την εντύπωση δυναμικής ανόδου της μετοχής από την αρχή της συνεδρίασης. Με τις συναλλαγές μεταξύ του Θ. Κ. και των εταιριών Vega και Plexus αντιστράφηκε η συναλλαγή μεταξύ του Τ. Α. και του Θ. Κ. που είχε πραγματοποιηθεί στις 3/5/1999. Οι συναλλαγές αυτές αποτέλεσαν το 46% του συνολικού όγκου συναλλαγών της συνεδρίασης αυτής. Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:59) τοποθετήθηκε εντολή αγοράς 5.740 μετοχών, χωρίς όριο τιμής, για λογαριασμό της εταιρίας Vega International Corporation, η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 770 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι διαμόρφωσε την τιμή και εμπορευσιμότητα της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατά την οποία η τιμή αυξήθηκε κατά 4,60% και η εμπορευσιμότητα κατά 60% σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση. 18) Στις 7/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 45.000 μετοχές (135.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 4.690 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 219.141.777 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 220.406.821 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 54,18% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης. Κατά την προσυνεδρίαση τοποθετήθηκε εντολή αγοράς 25.000 μετοχών χωρίς όριο τιμής για λογαριασμό της εταιρίας Plexus Corporation με την οποία διαμορφώθηκε η τιμή ανοίγματος στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή της συνεδρίασης (limit up). Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (13:29:52) τοποθετήθηκε για λογαριασμό της Plexus εντολή αγοράς 5.000 μετοχών στην τιμή των 4.800 δρχ., η οποία εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 250 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, σε τιμή 4.700 δρχ. (λόγω της διασταύρωσής της με προγενέστερη εντολή πώλησης στην τιμή αυτή) διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος της μετοχής της συνεδρίασης αυτής. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, προκύπτει ότι διαμόρφωσε την τιμή και εμπορευσιμότητα της μετοχής κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατά την οποία η μεν τιμή αυξήθηκε κατά 1,03%, η δε εμπορευσιμότητα κυμάνθηκε στο υψηλό επίπεδο της προηγούμενης συνεδρίασης, το οποίο είχε επίσης διαμορφώσει. 19) Στις 11/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.750 μετοχές (92.250 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 5.015 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 119.671.400 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 120.334.792 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Επίσης στις 11/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 600 μετοχές (1.800 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 5.078 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 3.046.986,50 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 3.065.216 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Με την ανωτέρω αγορά των 30.750 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και αντιστοιχούσε στο 62,58% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ καθώς και με την αγορά των 600 μετοχών που πραγματοποίησε η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation, πραγματοποιήθηκε το 63,80% των συνολικών αγορών μετοχών στο ΧΑΑ. Με τις αγορές που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του Α. και για λογαριασμό της Vega International Corporation και οι οποίες ανήλθαν συνολικά στο 63,80% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης αυτής και πραγματοποιήθηκαν σε τιμές από 5.000 έως 5.100 δρχ (μέγιστο συνεδρίασης 5.140 δρχ., ελάχιστο 5.000 δρχ., μέση σταθμική τιμή συνεδρίασης 5.036 δρχ.), διαμορφώθηκε ανοδικά η πορεία της μετοχής, η τιμή κλεισίματος της οποίας σημείωσε αύξηση 8%. 20) Στις 12/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.700 μετοχές (17.100 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 5.558 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 31.678.505 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 31.858.935 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Οι αγορές αυτές αντιστοιχούσαν στο 27% των συνολικών αγορών της μετοχής της συνεδρίασης αυτής. Κατά τη προσυνεδρίαση (10.35.54) τοποθετήθηκε για λογαριασμό της Vega εντολή αγοράς 30.000 μετοχών, σε τιμή αυξημένη κατά 5%, σε σχέση με την ως άνω τιμή κλεισίματος της προηγουμένης ημέρας, προκειμένου να επηρεαστεί ανοδικά η τιμή ανοίγματος, δεδομένου ότι η εντολή αυτή δεν εκτελέστηκε, ακυρώθηκε στις 11.00.30, για να τοποθετηθούν για λογαριασμό της Vega, αμέσως μετά, (11.00.49 και 11.00.57) δύο εντολές αγοράς 10.000 μετοχών εκάστης, στην ανώτατη επιτρεπόμενη τιμή limit up, η πρώτη εξ αυτών εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 300 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης διαμορφώνοντας την τιμή κλεισίματος της συνεδρίασης στις 5.558 δρχ. με άνοδο 8%. Σημαντικό μέρος, ήτοι 500.000.000 δρχ., της αξίας των αγορών της μετοχής "Σ.Σ... ΑΤΕ" (101.850 μετοχές περίπου πριν το split ή 305.550 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά το χρονικό διάστημα από 6/5/1999 μέχρι και 13/5/1999, δεν καταβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές, από τον Τ. Α. ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από τον Π. Π. ως εξής: α) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Τ. Α. στην Midland ΑΧΕ ποσού 100.000.000 δρχ., β) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ η Vega International Corporation ποσού 200.000.000 δρχ. και γ) με την κατάθεση στις 14/5/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην Midland ΑΧΕ η Plexus Corporation ποσού 200.000.000 δρχ.. Τόσο το ποσό των 100.000.000 δρχ. που κατέβαλε ο Τ. Α., όσο και τα ποσά των 200.000.000 δρχ. που κατέβαλε εκάστη των εταιριών Vega International Corporation και Plexus Corporation, ήτοι το συνολικό των 500.000.000 δρχ., μεταφέρθηκε στην Midland ΑΧΕ από το λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSΒC η Vega International Corporation. Ο λογαριασμός αυτός όμως, πιστώθηκε στις 14/5/1999 με ποσό 636.417.000 δρχ., προερχόμενο από την κατάθεση της υπ' αριθ. ... επιταγής, η οποία εκδόθηκε, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, υπέρ του Κ.Τ.υ, προκειμένου η τελευταία να του καταβάλει μέρος της οφειλής της η οποία προήλθε από την πώληση, από αυτόν, άλλων μετοχών πλην "Σ.Σ... ΑΤΕ". 21) Στις 17/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές (15.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 6.506 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 32.527.654 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 32.714.951 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 2.900 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:47, ο Τ. Α. αγόρασε 730 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 0,32% λόγω της τιμής στην οποία είχε τοποθετηθεί η εντολή πώλησης. 22) Στις 20/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 24.210 μετοχές (72.630 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 6.116 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 148.061.531 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 148.921.350 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 24.210 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 66,33% των συνολικών αγορών των μετοχών στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς 10.000 μετοχών στις 6.185 δρχ., που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:56, ο Τ. Α. αγόρασε 270 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 1,17%. 23) Στις 21/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 7.790 μετοχές (23.601 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.254 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 48.718.288 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 48.998.167 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE. Η αγορά των μετοχών αυτών αντιστοιχούσε στο 32,80% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω όγκο συναλλαγών, αλλά και την εντολή της Vega International για αγορά 5.000 μετοχών που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:56 σε τιμή 6.250 δρχ. και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 300 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, η Vega International διαμόρφωσε την τιμή της μετοχής, η οποία αυξήθηκε κατά 1,10%. 24) Στις 25/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 9.400 μετοχές (28.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.132 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 57.641.440 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή του, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 57.973.384 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 9.400 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 42,81% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, με εντολή αγοράς δε 4.900 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:57, σε τιμή 6.250 δρχ. ο Τ. Α. αγόρασε 900 μετοχές με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 1,61%. 25) Στις 27/5/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 6.500 μετοχές (19.500 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.091 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 39.593.889 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που είχε στην κατοχή του, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 122.151.228 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 6.500 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 36,31% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης (14:29:56) έδωσε εντολή αγοράς 3.200 μετοχών σε τιμή ελεύθερη (χωρίς όριο τιμής), η οποία διαμόρφωσε ανοδικά την τιμή κλεισίματος με άνοδο 1,51%. Σημαντικό μέρος, ήτοι 604.365.000 δρχ. της αξίας των αγορών μετοχών (107.890 μετοχές περίπου πριν το split ή 323.670 μετά το split της 18/06/1999) που πραγματοποίησε ο Τ. Α. και οι εταιρίες συμφερόντων του Vega International Corporation και Plexus Corporation, κατά μήνα Μάιο του έτους 1999, δεν καταβλήθηκε στη Midland AXE, μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι αγορές από τον Τ. Α. ή τις εταιρίες συμφερόντων του, αλλά από τον Π. Π., δια της παραδόσεως στη Midland AXE ισόποσης τραπεζικής επιταγής, η οποία εκδόθηκε στις 28/05/1999 σε βάρος του κοινού λογαριασμού υπ' αριθ. ..., που τηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς ο Π. Π. και η Μ. Π., ο οποίος χρεώθηκε αυθημερόν με ποσό 604.365.000 δρχ., κατατέθηκε δε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC η χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE. Το ποσό αυτό των 604.356.000 δρχ. η Midland AXE καταχώρησε σε πίστωση του χρηματικού λογαριασμού του Τ. Α. και του χρηματικού λογαριασμού των δύο εταιριών συμφερόντων του, στις 28/05/1999, ως εξής: 506.404.159 δρχ. σε πίστωση του λογαριασμού του Α., 48.980.420 δρχ. σε πίστωση της Vega International Corporation και 48.980.421 δρχ. σε πίστωση της Plexus Corporation. 26) Στις 1/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 8.500 μετοχές (25.500 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 6.456 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 54.874.200 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 55.192.630 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 8.500 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 20,27% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, η τιμή δε της μετοχής έκλεισε με άνοδο 7,86%. Στη συνεδρίαση αυτή ο Τ. Α. αγόρασε από τον Θ. Κ. 6.720 μετοχές, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 16% του συνολικού όγκου της συνεδρίασης με εντολές που τοποθετήθηκαν με χρονική απόσταση 3 δευτερολέπτων (11:09:01 και 11:09:04) και αφορούσαν την ίδια τιμή και όγκο (6.720 μετοχές στις 6.400 δρχ.). 27) Στις 2/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 2.100 μετοχές (6.200 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.191 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 15.100.166 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αξία αγοράς και άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 79.079.050 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 2.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:58, πραγματοποίησε αγορά 40 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης και διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 7,44%. 28) Στις 3/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.000 μετοχές (30.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.637 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 76.369.401 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 76.813.422 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE. Η ανωτέρω αγορά των 10.000 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 31,94% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ, η τιμή δε της μετοχής έκλεισε με άνοδο 6,35%. Στις 13:29:58 τοποθετήθηκε για λογαριασμό του Α. εντολή ανοικτή (ελεύθερη) αγοράς 3.190 μετοχών, η οποία εκτελέστηκε στο τελευταίο λεπτό της συνεδρίασης σε τιμή 7.700 δρχ. περίπου, δηλαδή στην τιμή κλεισίματος. 29) Στις 4/6/1999 ο Τ. Α. αγόρασε μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών Midland AXE και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ στην τρέχουσα αγορά 14.000 μετοχές (42.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 8.029 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 112.410.086 δρχ.. Με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ που ο Τ. Α. αγόρασε, πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν με το ποσό των 36.329.654 δρχ. ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στη Midland AXE και με το ποσό των 76.552.942 δρχ. ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 14.000 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 32,41% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με εντολή αγοράς 3.000 μετοχών που τοποθετήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:50 στην τιμή των 8.000 δρχ. διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 3,89%. 30) Στις 17/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 30.480 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 10.389 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 316.660.747 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 317.792.713 δρχ. χρεώθηκε, στις 17/8/1999, ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Η ανωτέρω αγορά των 30.480 μετοχών της Σ.Σ... ΑΤΕ αντιστοιχούσε στο 27,89% των συνολικών αγορών της μετοχής στο ΧΑΑ. Με ανοικτή (ελεύθερη) εντολή αγοράς 10.000 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης στις 13:29:50 και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 40 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 7,97% Την ημερομηνία αυτή διαμόρφωσε επίσης και την τιμή ανοίγματος της συνεδρίασης ανοδικά (με άνοδο 6,22% σε σχέση με το κλείσιμο της προηγούμενης συνεδρίασης). 31) Στις 18/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 2.520 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.291 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 28.453.307 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 28.556.296 δρχ. χρεώθηκε, στις 18/8/1999, ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με εντολή αγοράς 2.360 μετοχών, που εισήχθη στο ηλεκτρονικό σύστημα στις 13:29:55 χωρίς όριο τιμής, και εκτελέστηκε κατά την ποσότητα των 1.030 μετοχών με την τελευταία πράξη της συνεδρίασης, διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 8,00%. 32) Στις 19/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 22.580 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.232 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 253.624.484 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 254.523.240 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Όλες σχεδόν τις αγορές αυτές πραγματοποίησε με εντολές χωρίς όριο τιμής (ελεύθερες) επηρεάζοντας ανοδικά την τιμή της μετοχής. 33) Στις 20/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 17.420 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.906 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 207.404.950 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 208.149.355 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Επίσης στις 20/8/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 4.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.988 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 47.951.396 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων , ήτοι με το συνολικό ποσό των 48.225.957 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στη Midland AXE. H αγορά 17.420 μετοχών του Τ. Α. αντιστοιχούσε στο 16,19% των συνολικών αγορών της μετοχής που έγιναν στο Χρηματιστήριο, την ημέρα αυτή, μαζί δε με τις αγορές που πραγματοποίησε η Vega International Corporation και ανήλθαν στο 3,72% των συνολικών αγορών, αγοράστηκε το 19,90% των συνολικών μετοχών που διακινήθηκαν την ημέρα αυτή. Με δύο εντολές αγοράς του Α. 5.000 μετοχών εκάστης, που εισήχθησαν στο σύστημα στις 13:29:22 και 13:29:59 χωρίς όριο τιμής, καθώς και με εντολή αγοράς της Vega International 5.000 μετοχών, χωρίς όριο τιμής, που εισήχθη στο σύστημα στις 13:29:55, διαμορφώθηκε η τιμή κλεισίματος, η οποία αυξήθηκε κατά 7,73%. 34) Στις 26/8/1999 ο Τ. Α. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.443 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 57.216.184 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 57.416.878 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με εντολή αγοράς 5.000 μετοχών, που εισήχθη στο σύστημα, χωρίς όριο τιμής στις 13:29:56 διαμόρφωσε την τιμή της, η οποία αυξήθηκε κατά 1,78%. Η αξία 91.100 περίπου μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που ο Τ. Α. αγόρασε ο ίδιος την περίοδο 10/08/1999 έως 26/8/1999, συνολικού ποσού 991.135.400 δρχ., μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ, πληρώθηκε, στις 17/8/1999 κατά 471.135.400 δρχ. από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" και κατά 520.000.000 δρχ. από την εταιρία με την επωνυμία "Algore Services Ltd" ως εξής: i) η εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ" εξέδωσε, σε βάρος του με αριθμό ... λογαριασμού της, που τηρούσε στη Τράπεζα Εργασίας (ήδη Eurobank), την υπ' αριθ. .../18.08.1999 επιταγή ποσού 730.381.400 δρχ., από τη ρευστοποίηση της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή της τραπέζης ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ήδη Eurobank) ποσού 471.135.400 δρχ., η οποία κατατέθηκε, στις 18/08/1999, στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ για να πληρωθεί μέρος της οφειλής του Τ. Α. σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών και ii) στις 24/08/1999 και στις 25/08/1999 η εταιρία με την επωνυμία "Algore Services Ltd" πούλησε άλλες μετοχές, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και εισέπραξε την απαίτησή της στις 26/08/1999 με την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 700.000.000 δρχ., σε διαταγή της Algore Services Ltd, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του με αριθμ. ... λογαριασμού, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα την επιταγή αυτή η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε την υπ' αριθ. ... ισόποση (τραπεζική) επιταγή σε διαταγή του Ι. Μ., νομίμου εκπροσώπου της Algore, ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν (στις 26/08/1999) στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. Το ποσό αυτό μαζί με άλλα διαθέσιμα, συνολικού ποσού 707.649.371 δρχ. μεταφέρθηκε αυθημερόν στο λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd και επανακατατέθηκε, στις 27/08/1999, μαζί με άλλα διαθέσιμα συνολικού ποσού 1.460.229.200 δρχ. στο λογαριασμό της .... Σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd), η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε, στις 27/08/1999, την υπ' αριθ. ... επιταγή 258.249.862 δρχ. σε διαταγή NEXUS AXE, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Γ. καθώς και την υπ' αριθ. ... επιταγή 520.000.000 δρχ. σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ. Η τελευταία επιταγή κατατέθηκε στις 27/08/1999 στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ ο Τ. Α. για να πληρωθεί το υπόλοιπο μέρος της οφειλής του σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών. 35) Στις 21/5/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation αγόρασε από τον ίδιο τον Α., κατά την διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγής, 50.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 5.898 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 294.919.125 δρχ.. Με το ποσό αυτό, πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 296.711.020 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στη Midland AXE. Επίσης με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 292.403.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Midland AXE. Με τον τρόπο αυτό αφενός δημιουργήθηκε τεχνητά αυξημένη εμπορευσιμότητα στη μετοχή και αφετέρου ο Α. "έκλεισε" μέρος της οφειλής του στη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE, μεταφέροντας την οφειλή αυτή στην εταιρία Plexus Corporation συμφερόντων του ιδίου. Κατά το χρονικό διάστημα από 16/2/1999 μέχρι 17/5/2000, πέραν των ως άνω αγορών 2.308.420 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών, ο Τ. Α. προέβη και στην αγορά 510.220 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ", ήτοι συνολικά ο Τ. Α. αγόρασε 2.818.640 προσαρμοσμένου όγκου μετοχές, συνολικής αξίας 5.800.455.500 δρχ.. Από τις ανωτέρω μετοχές που αγοράστηκαν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, από τον Τ. Α. και τις εταιρίες συμφερόντων του (Vega International Corporation και Plexus Corporation), κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Μαρτίου του έτους 1999 μέχρι του μηνός Αυγούστου του έτους 1999, πουλήθηκαν στη συνέχεια με τη διαδικασία χειροκίνητων πακέτων συναλλαγών κατά το χρονικό διάστημα από 11/06/1999 έως 08/11/1999, σε διάφορα νομικά και φυσικά πρόσωπα οι κατωτέρω αναφερόμενες ποσότητες μετοχών. Ειδικότερα δε 1) Στις 11/6/1999 α) η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation πούλησε στην Algore Services Ltd 25.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 185.027.250 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 183.371.980 δρχ., πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στην Midland AXE, β) η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Plexus Corporation πούλησε στην Algore Services 25.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 185.027.250 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 183.371.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Plexus Corporation στην Midland AXE και γ) ο ίδιος ο Α. πούλησε στην Algore Services Ltd. 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ αντί 7.401 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 133.219.620 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 132.327.540 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ. Με την συνολική αξία αγοράς του χειροκίνητου πακέτου συναλλαγής 503.274.120 δρχ. (185.027.250 + 185.027.250 + 133.219.620), προσαυξημένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 505.615.360 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν (11/6/1999) ο λογαριασμός της αγοράστριας εταιρίας "Algore Services" που τηρούσε στην Capital AXE. Το ποσό αυτό των 505.615.360 δρχ. δεν εξοφλήθηκε από την αγοράστρια εταιρία Algore Services αλλά από την εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ", με τον εξής τρόπο: 1) Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, στις 22/6/1999 εξέδωσε σε διαταγή της, σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank την με αριθμό ... επιταγή 505.615.360 δρχ.. Από τη ρευστοποίηση της επιταγής αυτής εκδόθηκε αυθημερόν με εντολή του Ι. Μ., η υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή, σε διαταγή Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η Algore Services LTD. Οι χρηματικοί λογαριασμοί που τηρούσαν στη Midland ΑΧΕ οι εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation και Plexus Corporation, πριν τη πώληση προς την Algore του ανωτέρω πακέτου, εμφάνιζαν χρεωστικά υπόλοιπα σχεδόν ισόποσα με την αξία των μετοχών που πουλήθηκαν. Συγκεκριμένα η Vega International Corporation είχε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 182.154.717 δρχ., η δε αξία πώλησης του πακέτου των μετοχών προς την Algore, ανήλθε σε 183.371.980 δρχ., με αποτέλεσμα το συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου και τον μηδενισμό της υποχρέωσης προς την ΑΧΕ. Η Plexus Corporation είχε χρεωστικό υπόλοιπο (υποχρέωση) ποσού 189.277.246 δρχ., η δε αξία πώλησης του πακέτου των μετοχών προς την Algore ανήλθε σε 183.371.980 δρχ., με αποτέλεσμα το συμψηφισμό του χρεωστικού υπολοίπου και τον (σχεδόν) μηδενισμό της υποχρέωσης προς την ΑΧΕ. Τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα των δύο εταιριών συμφερόντων του Τ. Α. είχαν δημιουργηθεί λόγω αγορών μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, κατά τις προηγούμενες του πακέτου ημερομηνίες. Επομένως με την πώληση των ανωτέρω μετοχών στις 11/6/1999 από τις δύο εταιρίες συμφερόντων του Τ. Α. στην Algore, μεταβίβασαν σε αυτήν μέρος των μετοχών που είχαν αγοράσει και συγχρόνως την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος αγοράς, το οποίο τελικά κατέβαλε για λογαριασμό της Algore, η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. 2) Στις 14/9/1999 η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation πούλησε 500.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 250.000 μετοχές στο Γ. Β., 100.000 μετοχές στην ING Πειραιώς (Nationale Nederlanden), 50.000 μετοχές στη Γενική Τράπεζα, 30.000 μετοχές στην International Ομολόγων εσωτ., 30.000 μετοχές στην International Μικτό Εσωτ., και 40.000 μετοχές International Αναπτ. Εσωτ., αντί 13.500 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 6.750.257.500 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 6.714.224.980 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International Corporation στη Midland AXE. Το ποσό των 6.714.224.980 δρχ. που προήλθε από την πώληση των μετοχών, μεταφέρθηκε στις 17/9/99 στο λογαριασμό ... που τηρούσε η Vega International στην HSBC και διατέθηκε ως εξής: α) Στις 17/9/1999 ποσό 1.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε στη Midland AXE η Vega International Corporation και χρησιμοποιήθηκε από αυτή για την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, β) στις 20/9/1999 ποσό 5.000.000.000 δρχ. μεταφέρθηκε, δια της εκδόσεως σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε η Vega International Corporation στην HSBC) της υπ' αριθ. ... ισόποσης τραπεζικής επιταγής, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε ο Π. Π. σε αυτή. Μέρος του ποσού αυτού, ήτοι 2.150.000.000 δρχ. χρησιμοποίησε για να πληρώσει την αξία μετοχών που αγόρασε, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 2.850.000.000 δρχ. μετέφερε, στις 30.09.1999 στο λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας), από όπου ανέλαβε αυθημερόν 2.800.000.000 δρχ. και γ) στις 8/10/1999 το υπόλοιπο ποσό των 714.224.980 δρχ. μαζί με άλλα ποσά που προήλθαν από την πώληση άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, ήτοι συνολικό ποσό 1.020.400.000 δρχ. μετατράπηκε σε 2.000.000 GBP και εμβάσθηκε, με εντολή της Vega International Corporation, στο εξωτερικό. Τέλος, στις 14.09.1999 ο χρηματικός λογαριασμός του Γ. Β. στην ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ χρεώθηκε για την αγορά των 250.000 μετοχών με 3.394.575.000 δρχ.. Η εξόφληση του ποσού αυτού έγινε στις 17.09.1999 δια της ισόποσης μεταφοράς στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα η ΚΑΠΠΑ ΑΧΕ, όχι από διαθέσιμα του ιδίου, αλλά από το λογαριασμό ... που τηρούσαν στην Εμπορική Τράπεζα η Δ. Κ. και ο Α. Α.. 3) Στις 15/9/1999 ο Τ. Α. πούλησε 370.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 14.400 δρχ. ανά μετοχή ήτοι αντί 5.328.000.000 δρχ. στους α) Α. Κ. 50.000 μετοχές, συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., β) Α/Κ INTERNATIONAL ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., γ) ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ 25.000 μετοχές συνολικής αξίας 360.000.000 δρχ., δ) "ΑΣΠΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΕΧ" 25.000 μετοχές συνολικής αξίας 360.000.000 δρχ., ε) ΛΑΪΚΗ Α/Κ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., στ) FARM HOUSE INTERNATIONAL LTD. 5.000 μετοχές συνολικής αξίας 72.000.000 δρχ., ζ) Ε.Τ.Β.Α., 15.000 μετοχές συνολικής αξίας 216.000.000 δρχ., η) ALICO Α/Κ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 30.000 μετοχές συνολικής αξίας 432.000.000 δρχ., θ) INTERNATIONAL ΜΙΚΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 50.000 μετοχές συνολικής αξίας 720.000.000 δρχ., ι) Α/Κ ΑΑΑΒ ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 20.000 μετοχές συνολικής αξίας 288.000.000 δρχ., ια) Α/Κ ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 20.000 μετοχές συνολικής αξίας 288.000.000 δρχ., και ιβ) ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ Α/Κ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, 30.000 μετοχές συνολικής αξίας 432.000.000 δρχ. Με τη συνολική αξία πώλησης (5.328.000.000 δρχ.) μειωμένη κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 5.295.232.800 δρχ., πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ ο Τ. Α.. Το ποσό αυτό των 5.295.232.800 δρχ. έλαβε, από την ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, δια της εκδόσεως από αυτή των κάτωθι επιταγών, σε βάρος του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε, η ως άνω χρηματιστηριακή εταιρία (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν από τον Τ. Α. και τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά διατέθηκαν ως εξής: α) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς, η επιταγή δε αυτή εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, β) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, γ) ποσό 1.000.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, δ) ποσό 1.005.687.800 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, η οποία κατατέθηκε στις 29.09.1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Π. Π. στην Τράπεζα Πειραιώς και εξοφλήθηκε, στις 30/09/199, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ε) ποσό 89.545.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 14/10/1999. στ) ποσό 150.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 11/10/1999, ζ) ποσό 50.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 14/10/1999, η) ποσό 50.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε στον διαχειριστή των αμοιβαίων κεφαλαίων της INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ, Β. Κ. του Ε., ο οποίος την εισέπραξε, στις 06/10/199, από τη Γενική Τράπεζα για να καταθέσει το ως άνω ποσό στο Α/Κ International ομολόγων εσωτερικού προκειμένου να αγοράσει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων International Ομολόγων Εσωτερικού, θ) ποσό 110.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Χ. Μ., ο οποίος και την εισέπραξε, στις 06/10/1999, ι) ποσό 220.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, την οποία ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να την οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος την παρέδωσε στον Γ. Μ., ο οποίος την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα, στις 05/10/1999, το χρηματικό του λογαριασμό (του Γ. Μ.) που τηρούσε σε αυτή, ια) ποσό i) των 200.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της επιταγής .../28.09.99, και ii) των 180.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής, τις οποίες ο Π. Π. αποδέχθηκε και εγχείρισε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Ο τελευταίος τις παρέδωσε στο Γ. Μ., ο οποίος αφού τις οπισθογράφησε τις παρέδωσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 11/10/1999, με το ποσό των 380.000.000 δρχ., το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Δηλαδή ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ ο Γ. Μ. πιστώθηκε, όπως προαναφέρεται, στις 30/9/1999 με 220.000.000 δρχ. και στις 11/10/1999 με 380.000.000 δρχ., ήτοι συνολικά με ποσό 600.000.000 δρχ., ιβ) ποσό 240.000.000 δρχ. δια της εκδόσεως των με αριθ. ... και ... επιταγών, συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ., οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα η Εγνατία ΑΧΕ. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί το ως άνω χρηματικό ποσό. 4) Στις 08/11/1999 ο Τ. Α. πούλησε στον Α. Π. 67.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.179.182.413 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.169.648.460 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε ο Τ. Α. στη Midland AXE. Στις 8/11/1999 επίσης η εταιρία συμφερόντων του Τ. Α. Vega International Corporation πούλησε στον ως άνω Α. Π. 83.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 17.600 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.460.778.213 δρχ.. Με το ποσό αυτό, απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 1.448.967.500 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η Vega International στην Midland AXE. Ο λογαριασμός που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE χρεώθηκε αυθημερόν με 2.639.960.626 δρχ. (1.179.182.413 + 1.460.778.213) πλέον εξόδων, ήτοι με συνολικό ποσό 2.645.544.000 δρχ.. Στις 11/11/99 το ποσό των 1.169.648.460 δρχ. που προήλθε από την πώληση των ανωτέρω μετοχών του Τ. Α., προσαυξημένο με το προϊόν που προήλθε από την πώληση και άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που είχε στην κατοχή του, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.182.862.537 δρχ. μεταφέρθηκε από τη Midland AXE στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC, με χρέωση του οποίου εκδόθηκε τραπεζική επιταγή 1.169.648.460 δρχ., η οποία κατατέθηκε στις 12.11.99 στο λογαριασμό που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE, δηλαδή το συνολικό ποσό που εισέπραξε από την πώληση των 67.000 μετοχών το επέστρεψε στον αγοραστή. Στις 11/11/99 το ποσό των 1.448.967.500 δρχ. που προήλθε από την πώληση των ανωτέρω μετοχών της Vega International Corporation, μεταφέρθηκε από τη Midland AXE στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα HSBC, με χρέωση του οποίου εκδόθηκε ισόποση τραπεζική επιταγή, η οποία κατατέθηκε στις 12.11.99 στο λογαριασμό που τηρούσε ο Α. Π. στην Capital AXE. Δηλαδή και το ποσό που εισέπραξε η Vega International Corporation από την πώληση των 83.000 μετοχών το επέστρεψε στον αγοραστή. Κατά το χρονικό διάστημα από 16/2/1999 μέχρι 17/5/2000 πέραν των ως άνω πωλήσεων μετοχών, προσαρμοσμένου όγκου 1.770.600, ο Τ. Α. προέβη και στην πώληση 1.089.670 προσαρμοσμένου όγκου μετοχών, ήτοι συνολικά πούλησε 2.860.270 μετοχές, συνολικής αξίας 24.044.324.333 δρχ.. Με τις πράξεις του αυτές σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, στον Κ.Τ. και τους άλλους συγκατηγορουμένους του, παράνομο περιουσιακό όφελος 18.243.868.783 δρχ., το οποίο προέκυψε εκ της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος πωλήσεως και αγοράς των προαναφερθεισών μετοχών, με αντίστοιχη βλάβη τόσο του επενδυτικού κοινού, όσο και των μεριδιούχων των αμοιβαίων κεφαλαίων, που αγόρασαν, παραπλανηθέντες, σε τεχνητά αυξημένη τιμή μετοχές της εταιρίας "Σ.Σ... ΑΤΕ". Ενδεικτικά δε αναφέρεται, ότι η βλάβη των αμοιβαίων κεφαλαίων ανήλθε α) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ALICO Μετοχικό Εσωτερικού σε 135.959.250 δρχ., β) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Αναπτυξιακό Εσωτερικού σε 153.030.825 δρχ., γ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Μεικτό Εσωτερικού σε 257.061.800 δρχ., δ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της INTERNATIONAL Ομολόγων Εσωτερικού σε 1.022.250 δρχ., ε) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της METROLIFE Εμπορική Ασφαλιστική ΑΕ ΑΕΖ σε 110.266.700 δρχ., στ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ΑΣΠΙΣ Επενδυτική ΑΕΕΧ σε 37.081.778 δρχ. και ζ) για το αμοιβαίο κεφάλαιο της ΛΑΪΚΗΣ Αμοιβαίο Κεφάλαιο Εσωτερικού σε 403.175.540 δρχ.. III.1) Λίγες ημέρες πριν το split της μετοχής που έγινε στις 18/6/1999, ήτοι από τις 26/5/1999 έως τις 16/6/1999 μεταβιβάστηκαν πακέτα 298.000 μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ συνολικής αξίας 1.926.300.640 δρχ. από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και τον Κ. Π. κατόπιν συνεργασίας με τον Κ.Τ. στους: Π. Β., με την οποία διατηρούσε ο Κ.Τ. κοινό τραπεζικό λογαριασμό, Algore Services Ltd, Τ. Σ., συγγενικό πρόσωπο του Κ.Τ. και Κ. Π.. Οι εν λόγω συναλλαγές πακέτων ήταν εικονικές ως προς το τίμημα, δεδομένου ότι το προϊόν των πωλήσεων επιστράφηκε από την πωλήτρια ΑΤΤΙΚΑΤ στους αγοραστές προκειμένου αυτοί να εξοφλήσουν την υποχρέωσή τους από τις αγορές. Η Π. Β. με εντολές που έδωσε εν αγνοία της ο Κ.Τ. αγόρασε με τον ανωτέρω τρόπο 85.000 μετοχές. Ειδικότερα: α) Η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ πούλησε, στις 26/5/1999, συνολικά 168.000 μετοχές (504.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) Σ. Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 100.000 μετοχές (300.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd, 18.000 μετοχές (54.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στον Κ. Π. και 50.000 μετοχές (150.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην Π. Β., αντί 6.150,54 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 1.033.290.300 δρχ.. Με το ποσό αυτό καθώς και με την αξία 4.000 μετοχών ( 12.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) Σ... ΑΤΕ που πούλησε (η ΑΤΤΙΚΑΤ) στην τρέχουσα αγορά, με αντισυμβαλλόμενο τον Π. Φ., μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 1.051.465.920 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 616.722.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 100.000 μετοχών που αγόρασε η Algore Services Ltd πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 111.009.960 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 18.000 μετοχών που αγόρασε ο Κ. Π. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 308.361.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 50.000 μετοχών (150.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) που αγόρασε με τον άνω τρόπο η Π. Β. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 24.565.920 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 4.000 μετοχών που αγόρασε, στην τρέχουσα αγορά, ο Π. Φ. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ σε εξόφληση της απαίτησης της των 1.051.465.920 δρχ. από την πώληση, στις 26/05/1999, των ανωτέρω 172.000 μετοχών (100.000 μετοχές + 18.000 μετοχές + 50.000 μετοχές + 4.000 μετοχές), έλαβε, δια χειρός Κ. Π., από την Capital ΑΧΕ, την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η Capital ΑΧΕ στην Τράπεζα Πειραιώς. β) Η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ πούλησε, στις 01/6/1999, συνολικά 100.000 μετοχές (300.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) Σ. Σ... ΑΤΕ, εκ των οποίων 65.000 μετοχές ( 195.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd και 35.000 μετοχές ( 105.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) στην Π. Β., αντί 6.740,04 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 674.000.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 670.090.800 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 844.377.656 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία των 65.000 μετοχών Σ. Σ... ΑΤΕ (438.100.000 δρχ.) πλέον εξόδων καθώς και στην αξία άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, που αγόρασε η Algore Services Ltd, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 236.560.520 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αξία 35.000 μετοχών που αγόρασε με τον άνω τρόπο η Π. Β. πλέον εξόδων, χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός της λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ για την εξόφληση της απαίτησής της 670.090.800 δρχ., από την πώληση των ανωτέρω 100.000 μετοχών (65.000 μετοχές + 35.000 μετοχές), έλαβε, από την Capital ΑΧΕ, την υπ' αριθ. ...-6/07.06.1999 ισόποση επιταγή, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα . Το ποσό των 670.090.800 δρχ. που εισέπραξε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, δια του Ι. Μ., στις 09.06.1999, από τη ρευστοποίηση της επιταγής αυτής το χρησιμοποίησε για την έκδοση, από την Εμπορική Τράπεζα, της υπ' αριθ. .../09.06.1999 ισόποσης επιταγής, σε διαταγή της Capital ΑΧΕ. Η Capital ΑΧΕ κατέθεσε την τελευταία επιταγή στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, και πίστωσε αυθημερόν με το ποσό αυτό προσαυξημένο και με το ποσό των 401.577.264 δρχ., ήτοι με 1.071.668.064 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε (στην Capital ΑΧΕ) η Algore Services Ltd. Δηλαδή το ποσό των 670.090.800 δρχ. που έλαβε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ από την πώληση, στις 1/6/1999, 100.000 μετοχών το διέθεσε εξ ολοκλήρου για την εξόφληση μετοχών της Σ. Σ... ΑΤΕ ,που αγόρασε η Algore Services Ltd. γ) Τις ανωτέρω 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ ο Κ. Π. πούλησε, στις 28/5/1999 (δύο ημέρες μετά την αγορά τους), στην Algore Services Ltd., αντί 6.100 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 109.800.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό απομειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 109.163.160 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός του Κ. Π. που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Με το ποσό των 109.800.000 δρχ. πλέον εξόδων, ήτοι με 110.000.000 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός της Algore που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ. Το ποσό των 109.163.160 δρχ. πλέον ποσού 26.241.812 δρχ. που όφειλε η Capital ΑΧΕ στον Κ. Π. μετέφερε η Capital ΑΧΕ, στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε ο Κ. Π. στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την οφειλή της, προς την Capital ΑΧΕ, η οποία προήλθε από την αγορά των ανωτέρω 85.000 μετοχών (50.000 μετοχές στις 26/5/1999 και 35.000 μετοχές στις 01/6/1999) η Π. Β. δεν πλήρωσε με δικά της διαθέσιμα, αλλά με διαθέσιμα της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τον εξής τρόπο: Την προαναφερθείσα επιταγή υπ' αριθ. ... 1.051.465.920 δρχ. της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εισέπραξε ο Κ. Π., στις 03/06/1999, και το ποσό που έλαβε το διέθεσε με τον εξής τρόπο: i) 111.009.960 δρχ. επανακατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν ο Κ. Π.. ii) 24.565.920 δρχ. επανακατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν ο Π. Φ.. iii) 370.968.520 δρχ. κατέβαλε στην Τράπεζα Πειραιώς για την έκδοση της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, σε διαταγή Ι. Μ., ο οποίος την οπισθογράφησε και την κατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. iv) 544.921.520 δρχ. (308.361.000 δρχ. + 236.560.520 δρχ.) επανακατέθεσε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτήν η Π. Β.. Δηλαδή το ποσό των 1.051.465.920 που η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εισέπραξε από την πώληση των ανωτέρω 172.000 μετοχών στις 26/5/1999, το διέθεσε στους αγοραστές των μετοχών ως ανωτέρω για την εξόφληση της υποχρέωσης τους που προέκυψε από την αγορά των μετοχών. Η Π. Β. κατ' εντολή του Κ.Τ. στις 04/02/2000 αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 40.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 11.956 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 478.229.165 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 481.062.488 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Ολυμπιακή ΑΧΕ η Π. Β.. Από τις μετοχές αυτές ποσότητα 29.260 μετοχών αγόρασε με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Το μεγαλύτερο μέρος των ανωτέρω αγορών με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, ήτοι αγορές 21.070 μετοχών έγιναν κατόπιν εντολών που τοποθετήθηκαν με χρονική απόσταση λίγων δευτερολέπτων στην ίδια τιμή ώστε να διασταυρωθούν μεταξύ τους. Οι συναλλαγές αυτές πραγματοποιήθηκαν στη μέγιστη τιμή της συνεδρίασης (11.980 δρχ.). Κατά τη συνεδρίαση αυτή η τιμή έκλεισε με άνοδο 6,08%. Από τις 255.000 μετοχές (150.000 + 105.000 προσαρμοσμένος όγκος, δηλαδή μετοχές μετά το split της 18.06.99) που η Π. Β. αγόρασε με τον προαναφερθέντα τρόπο, καθώς και τις 1000 μετοχές που αγόρασε στην τρέχουσα αγορά στις 24/6/99, πούλησε στην τρέχουσα αγορά 130.901 μετοχές, μέσω της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΧΕ, από 24/06/1999 μέχρι 22/12/1999 και εισέπραξε το ποσό των 1.870.955.978 δρχ.. Μικρό μεν μέρος του ποσού που έλαβε έναντι των ανωτέρω πωλήσεων χρησιμοποίησε ο Κ.Τ. για την αγορά άλλων μετοχών πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, σημαντικό δε μέρος μετέφερε και κατέθεσε από 24.08.1999 μέχρι 13.01.2000 στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank με αυτόν. Από το λογαριασμό αυτό, που το υπόλοιπό του στις 7/2/2000 ανερχόταν σε 1.046.755.366 δρχ. και είχε δημιουργηθεί από την είσπραξη του τιμήματος από την πώληση μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ και τους τόκους που προέκυψαν από τα ποσά που κατατέθηκαν, ανέλαβε, στις 8/2/2000, ποσό 481.062.488 δρχ., το οποίο μετέφερε στην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΧΕ για να εξοφλήσει την οφειλή της που προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω 40.000 μετοχών της εταιρίας Σ... ΑΤΕ. Η συνολική αξία των 296.000 μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που η Π. Β. αγόρασε από 26/5/1999 μέχρι 4/2/2000 με τον προαναφερθέντα τρόπο ανήλθε σε 1.030.089.120 δρχ. (308.361.000 δρχ. + 236.560.520 δρχ. + 4.105.112 δρχ. + 481.062.488 δρχ.). Η συνολική αξία των 225.001 μετοχών Σ.Σ... ΑΤΕ που η Β. με τον προαναφερθέντα τρόπο πούλησε από 5/7/1999 μέχρι 16/10/2000 ανήλθε σε 2.145.465.021 δρχ. και το κέρδος που αποκόμισε σε 1.115.375.901 δρχ. (2.145.465.021 δρχ. - 1.030.089.120 δρχ.), πέραν των 70.999 μετοχών που της απέμειναν. Το μεγαλύτερο μέρος από το κέρδος αυτό η Π. Β. διέθεσε ως εξής: Από τον με αριθμό ... κοινό με τον Κ.Τ. λογαριασμό που η Π. Β. τηρούσε στη Eurobank, ανέλαβε στις 20/10/1999 ποσό 600.000.000 δρχ., το οποίο κατά 473.717.089 δρχ. το χρησιμοποίησε, με εντολή του Κ.Τ.υ, για την έκδοση της υπ' αριθ. .../5 τραπεζικής επιταγής σε διαταγή της Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή (την Capital AXE) η Algore Services Ltd, προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει την οφειλή της, η οποία προέκυψε από την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ ενώ ποσό 126.282.911 δρχ. το μετέφερε, όπως προαναφέρθηκε, στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. IV) Στις 16/06/1999, η εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τη συνεργασία του Κ.Τ. πούλησε στην Σ. Τ., συγγενικό του πρόσωπο, 12.000 μετοχές (36.000 μετοχές μετά το split της 18.06.99) της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ προς 9.101,43 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 109.217.190 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 108.457.440 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Με το ποσό των 109.217.190 δρχ. πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 109.614.960 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital ΑΧΕ η Σ. Τ. . Η Σ. Τ., έναντι της οφειλής της των 109.614.960 δρχ. κατέβαλε, στις 25/6/1999, 1.157.520 δρχ. από δικά της διαθέσιμα, δια μεταφοράς από το λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank με τον Κ.Τ. και την Ε. Τ., στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Capital ΑΧΕ και το υπόλοιπο μέρος των 108.457.440 δρχ., δεν κατέβαλε από δικά της διαθέσιμα, αλλά από διαθέσιμα της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τον εξής τρόπο: Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ έλαβε από την Capital AXE το ποσό των 108.457.440 δρχ. με ισόποση χρέωση του χρηματικού της λογαριασμού που τηρούσε σε αυτή, στις 24/6/1999, δια της ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην τράπεζα Πειραιώς, σε διαταγή της (της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ), την οποία εισέπραξε και από το προϊόν της οποίας: α) εκδόθηκε αυθημερόν από την Τράπεζα Πειραιώς επιταγή ποσού 108.000.000 δρχ., η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 25/6/1999, το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ.. β) η Σ. Τ. ανέλαβε ποσό 457.440 δρχ., επίσης στις 24/6/1999, σε μετρητά και το κατέθεσε μεταγενέστερα, στις 29/6/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα στις 30/6/1999 το χρηματικό της λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Μέρος των ανωτέρω μετοχών, ήτοι σύνολο 25.000 μετοχών, η Σ. Τ. πούλησε κατ' εντολή του Κ.Τ., μέσω της Ολυμπιακής ΑΧΕ, στην τρέχουσα αγορά, από τις 5/7/1999 έως τις 25/11/1999, αντί συνολικού ποσού 401.395.021 δρχ. Από την πώλησή τους έλαβε μεταξύ άλλων, από 12/11/1999 μέχρι 18/11/1999, το συνολικό ποσό των 390.106.824 δρχ. ως εξής: στις 12/11/1999. 33.297.245 δρχ., στις 15/11/1999 140.856.368 δρχ., στις 16/11/1999 172.795.307 δρχ. και στις 18/11/1999 43.157.904 δρχ., ήτοι συνολικά ποσό 390.106.824 δρχ.. Με τα ποσά αυτά πιστώθηκε ο λογαριασμός ... που τηρούσε η Σ. Τ. με τον Κ.Τ. και την Ε. Τ. στη Eurobank. Από το ποσό αυτό μεταφέρθηκε με εντολές και ενέργειες του Κ.Τ. στις 17/12/99 ποσό 120.000.000 δρχ. στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ μαζί με άλλα δύο ποσά 40.000.000 δρχ. έκαστο που μεταφέρθηκε σε λογαριασμούς που τηρούσαν στη Eurobank δύο κοινοπραξίες τεχνικών έργων. V) Στις 26/5/1999 ο Κ. Π., φοροτεχνικός, επενδυτικός και οικονομικός σύμβουλος της ΑΤΤΙΚΑΤ αγόρασε, όπως προαναφέρθηκε, από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με πακέτο, 18.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αξίας, πλέον εξόδων, 111.009.960 δρχ. και το τίμημα αγοράς των μετοχών αυτών δεν κατέβαλε ο ίδιος αλλά η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, η οποία ήταν και ο πωλητής του πακέτου. Το πακέτο των 18.000 μετοχών, ο Κ. Π. πούλησε δύο ημέρες αργότερα στην Algore Services Ltd., η οποία δεν κατέβαλε το τίμημα της αγοράς από τα διαθέσιμά της αλλά αντί γι' αυτήν πλήρωσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Εκτός των ανωτέρω συναλλαγών, ο Κ. Π. καρπώθηκε επίσης μέρος των εσόδων εκ των πωλήσεων μετοχών του Ν. Μ., ήτοι 45.000.000 δρχ., που προέρχονται από εικονική ως προς το τίμημα αγορά πακέτου μετοχών με αντισυμβαλλόμενη την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. VI) Στις 20/08/1999 ο Μ. Ν. αγόρασε από την ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, 10.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 11.500,31 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 115.003.125 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 115.782.000 δρχ. χρεώθηκε αυθημερόν (στις 20/08/1999) ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXE. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 114.390.500 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός λογαριασμός που τηρούσε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ στην Capital ΑΧΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ για την είσπραξη της απαίτησής της, από την πώληση των ανωτέρω 10.000 μετοχών έλαβε, από την Capital ΑΧΕ, την ... επιταγή, 114.390.500 δρχ., η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η Capital ΑΧΕ στην Τράπεζα Πειραιώς. Την υπ' αριθ. ... επιταγή, που έλαβε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, κατέθεσε, στις 27/08/1999, στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στις 01/09/1999 η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εξέδωσε σε βάρος του ανωτέρω λογαριασμού της (... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ) την υπ' αριθ. ... επιταγή 115.782.000 δρχ. και την παρέδωσε στην Capital ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και την κατέθεσε στο λογαριασμό της ... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στις 01/09/1999 η Capital ΑΧΕ εξέδωσε σε βάρος του ανωτέρω λογαριασμού της ... που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ την υπ' αριθ. ... επιταγή 115.782.000 δρχ. σε διαταγή της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και χρέωσε με το ποσό αυτό το χρηματικό λογαριασμό της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. Η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ οπισθογράφησε την ανωτέρω επιταγή υπέρ του Ν. Μ. ο οποίος, αφού την έλαβε, την παρέδωσε στην Capital ΑΧΕ. Η Capital ΑΧΕ στη συνέχεια πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Ν. Μ. εισπράττοντας την απαίτησή της από την αγορά των 10.000 μετοχών που πραγματοποίησε, και την κατέθεσε στο λογαριασμό της ... που τηρούσε στη EUROBANK. Δηλαδή το ποσό των 115.782.000 δρχ. που κατέβαλε ο Ν. Μ. για την εξόφληση της οφειλής του από την αγορά, στις 20/08/1999, 10.000 μετοχών Σ. Σ... ΑΤΕ δεν προήλθε από δικά του διαθέσιμά αλλά από διαθέσιμά της ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, μέρος των οποίων, ήτοι 114.390.500 δρχ. προήλθε από την είσπραξη της αξίας των μετοχών που του πούλησε η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ και το υπόλοιπο ποσό 1.392.500 δρχ. από άλλα διαθέσιμά της. Τις ανωτέρω 10.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ, ο Ν. Μ. πούλησε στην τρέχουσα αγορά, με το προϊόν δε που προήλθε από την πώλησή τους πιστώθηκε ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην Capital AXE στις 24/08/1999 με 59.045.626 δρχ., ποσό προερχόμενο από την πώληση 5.000 μετοχών, στις 01/09/1999 με 23.180.582δρχ., ποσό προερχόμενο από την πώληση 2.000 μετοχών, στις 03/09/199 με 23.363.769 δρχ., ποσό προερχόμενο επίσης από την πώληση 2.000 μετοχών, και στις 06/09/199 με 11.530.879 δρχ., ποσό προερχόμενο από την πώληση των υπολοίπων 1.000 μετοχών, ήτοι πιστώθηκε συνολικά με 117.120.856 δρχ.. Το ποσό αυτό των 117.120.856 δρχ., που έλαβε ο Ν. Μ. από την Capital AXE, διέθεσε για την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, στις 03/09/1999 αξίας 23.559.120 δρχ. και στις 07/09/1999 αξίας 14.466.102 δρχ., το δε υπόλοιπο κατέθεσε στο λογαριασμό του ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, τμηματικά στις 06/09/1999 59.045.626 δρχ. και στις 14/09/1999 20.550.008 δρχ.. Σημαντικό μέρος των 79.595.634 δρχ. ( 59.045.626 δρχ.+20.550.008 δρχ.) μετέφερε, από τον λογαριασμό του ... που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, ήτοι ποσό, 15.000.000 δρχ., στις 23/09/1999, στο λογαριασμό ... του Κ. Π. που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα, και ποσό 30.000.000 δρχ., στις 6/10/1999, υπέρ του Κ. Π. στο λογαριασμό ... που τηρούσε η Capital AXE στην Εμπορική Τράπεζα. Η Capital AXE πίστωσε, στις 07/10/1999 το χρηματικό λογαριασμό του Κ. Π. με το ποσό αυτό. Το ποσό αυτό μαζί με επιπλέον ποσό 20.000.000 δρχ. που όφειλε η Capital ΑΧΕ στον Κ. Π., κατατέθηκε στον τραπεζικό του λογαριασμό υπ' αριθ. ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. VII) Κατά το χρονικό διάστημα 19/08/1999 μέχρι 24/08/1999, με εντολή του Ε.Β. ο Π. Γ., αγόρασε από το ευρύ επενδυτικό κοινό (στην τρέχουσα αγορά) 51.200 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ έναντι συνολικού ποσού 609.607.447 δρχ. Το ποσό αυτό δεν κατέβαλε ο ίδιος ο Π. Γ. από δικά του διαθέσιμα, αλλά ποσό 337.730.159 δρχ. κατέβαλε ο Π. Π. και 271.877.288 δρχ. η εταιρία συμφερόντων του Algore Services Ltd. Στις 07/09/1999 ο Π. Γ. με τον ίδιο ως άνω τρόπο πούλησε σε θεσμικούς επενδυτές και στους Π. Χ. και στο Β. Μ. 50.000 μετοχές αντί 621.670.641 δρχ. Από το συνολικό αυτό ποσό 472.164.826 δρχ. κατέβαλε, στις 21/09/1999, στον Π. Π.. Ειδικότερα, στις 19/08/1999 ο Π. Γ. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 20.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 11.549,65 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 230.993.300 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 232.391.450 δρχ. (681.999,85€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Στις 20/08/1999 ο Π. Γ. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 10.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 11.824.78 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 118.250.300 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 118.966.135 δρχ. (349.130,26€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Επίσης, στις 23/08/1999, ο Π. Γ. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 16.000 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 12.262,25 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 196.196.000 δρχ. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 197.089.292 δρχ. (578.398,51€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ . Στις 24/08/1999 ο Π. Γ. αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 5.200 μετοχές της εταιρίας Σ... ΑΤΕ προς 11.708,69 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 60.883.350 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων, ήτοι με το συνολικό ποσό των 61.160.570 δρχ. (179.488,10€) χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ . Για την πληρωμή των ανωτέρω 51.200 μετοχών ( 20.000 +10.000 +16.000 +5.200) συνολικής αξίας 609.607.447 δρχ. (232.391.450 + 118.966.135 +197.089.292 + 61.160.570) ή 1.789.016,72€ (681.999,85 + 349.130,26 + 578.398,51 + 179.488,10) καταβλήθηκε τμηματικά ποσό 351.357.585 δρχ. (1.031.130,11€), στις 23/08/1999, και 258.249.862 δρχ. (757.886,60€), στις 27/08/1999. Το ποσό των 351.358.185 δρχ. δεν καταβλήθηκε από διαθέσιμα του Π. Γ. αλλά κατά 337.730.159 δρχ. από διαθέσιμα του Π. Π. και κατά 13.627.426 δρχ. από διαθέσιμα της εταιρίας συμφερόντων του Π. Π. Algore Services Ltd, ως εξής: Στις 23/08/1999 ο Π. Π. έλαβε, από την Capital AXE, σε εξόφληση της απαίτησής του, η οποία προήλθε από πώληση άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, το ποσό των 337.730.159 δρχ. δια της παραδόσεως σ' αυτόν της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή της Capital AXE και σε βάρος του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Επίσης στις 23/08/1999 η Algore Services Ltd έλαβε από την Capital AXE σε εξόφληση της απαίτησής της, η οποία προήλθε από πώληση άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, το ποσό των 13.627.426 δρχ. δια της παραδόσεως σε αυτήν της υπ' αριθ. ... ισόποσης επιταγής, η οποία εκδόθηκε σε διαταγή της Capital AXE και σε βάρος του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα τις επιταγές αυτές (υπ' αριθ. ... και υπ' αριθ. ...), τις οποίες εισέπραξε ο Ι. Μ., νόμιμος εκπρόσωπος της Algore, η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε, στις 23/08/1999 την υπ' αριθ. ... επιταγή 351.357.585 δρχ. (337.730.159 δρχ. + 13.627.426 δρχ.) σε διαταγή Ι. Μ., ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Nexus ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Π. Γ. που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕ με 1.031.130,11€ (351.357.585 δρχ.) για να πληρωθεί η οφειλή του σε αυτή, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ. Το ποσό των 258.249.862 δρχ. δεν καταβλήθηκε από διαθέσιμα του Π. Γ. αλλά από διαθέσιμα της εταιρίας συμφερόντων του Π. Π. Algore Services Ltd, ως εξής: Στις 24/08/1999 και στις 25/08/1999 η Algore Services Ltd πούλησε άλλες μετοχές, πλην Σ.Σ... ΑΤΕ, και εισέπραξε την απαίτησή της στις 26/08/1999 με την υπ' αριθ. 1245656 6 επιταγή 700.000.000 δρχ., σε διαταγή της Algore Services Ltd, η οποία εκδόθηκε σε βάρος του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς η Capital AXE. Με κάλυμμα την επιταγή αυτή η Τράπεζα Πειραιώς εξέδωσε την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή σε διαταγή του Ι. Μ., ο οποίος την κατέθεσε αυθημερόν (στις 26/08/1999) στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd. Το ποσό αυτό μαζί με άλλα διαθέσιμα, ήτοι συνολικό ποσό 707.649.371 δρχ. μεταφέρθηκε αυθημερόν στο ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd και επανακατατέθηκε μαζί με άλλα διαθέσιμα, ήτοι συνολικό ποσό 1.460.229.200 δρχ., στις 27/08/1999 , στο λογαριασμό της .... Σε βάρος του λογαριασμού αυτού (... που τηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα η Algore Services Ltd), η Λαϊκή Τράπεζα εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή 520.000.000 δρχ. σε διαταγή ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ, η οποία κατατέθηκε στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή (την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ) ο Τ. Α. καθώς και την υπ' αριθ. ... επιταγή 258.249.862 δρχ. σε διαταγή Νexus AXE, η οποία κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η Nexus ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα (757.886,60€), στις 27/08/1999, το χρηματικό λογαριασμό του Π. Γ. που τηρούσε σε αυτή για να πληρωθεί η οφειλή του, η οποία προέκυψε από την αγορά των ανωτέρω μετοχών. Στις 07/09/1999 ο Π. Γ. πούλησε 20.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ στη Γενική Τράπεζα, 10.000 μετοχές στο Α/Κ Γενική επιλεγμένων αξιών μετοχών εσωτερικού και 10.000 μετοχές στη Metrolife Εμπορική, δηλαδή συνολικά 40.000 μετοχές, αντί 12.528 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 501.120.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 497.336.524 δρχ. (1.459.534,92€) πιστώθηκε αυθημερόν (07/09/1999) ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Στις 07/09/1999 ο Π. Γ. πούλησε επίσης 7.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ στο Β. Μ. και 3.000 μετοχές στον Π. Χ. δηλαδή συνολικά 10.000 μετοχές, αντί 12.528 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 125.280.000 δρχ. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με το ποσό των 124.334.116 δρχ. (364.883,69€) πιστώθηκε αυθημερόν (07/09/1999) ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ. Με το συνολικό ποσό των 621.670.641 δρχ. (497.336.524 + 124.334.116) ή 1.824.418,61€ (1.459.534,92 + 364.883,69) ο Π. Γ. εξόφλησε προϋφιστάμενη οφειλή του 149.552.040 δρχ. (438.890,80€) στη Nexus ΑΧΕΠΕΥ και το υπόλοιπο ποσό 452.118.600 δρχ. (1.385.527,80€) έλαβε από αυτή, τη Nexus ΑΧΕΠΕΥ, τμηματικά, δια της καταθέσεως στο λογαριασμό του ..., που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, 236.059.300 δρχ. (692.763,90 €) στις 16/09/1999 και 236.059.300 δρχ. ( 692.763,90€) στις 17/09/1999.Στη συνέχεια σε βάρος του ανωτέρω λογαριασμού (με αριθμ. ... του Π.Γ.) η ALPHA Τράπεζα εξέδωσε, σε διαταγή του Π. Γ., στις 21/09/1999, την ... επιταγή 472.164.826 δρχ. την οποία ο τελευταίος οπισθογράφησε και παρέδωσε στον Π. Π., ο οποίος την κατέθεσε, στις 23/09/1999, στον τραπεζικό του λογαριασμό ..., που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς. VΙII) Στις 11/08/1999 ο Ε. Β., αγόρασε στην τρέχουσα αγορά 35.030 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ αντί 9.250 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 324.013.150 δρχ.. Με το ποσό αυτό πλέον εξόδων χρεώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στην ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ με 326.005.972δρχ.. Το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής του από την αγορά των μετοχών αυτών, ήτοι 200.000.000 δρχ. δεν κατέβαλε ο ίδιος αλλά η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ με τον εξής τρόπο: στις 13/8/1999 η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή 200.000.000 δρχ. σε διαταγή Ν. Κ. και σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Το ποσό που εισέπραξε, αυθημερόν, από την επιταγή αυτή, ο Ν. Κ. το έδωσε στον Ε. Β., με αίτηση του οποίου η Eurobank (πρώην Τράπεζα Εργασίας), εξέδωσε την με αριθμό ... ισόποση τραπεζική επιταγή σε διαταγή ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΕΠΕΥ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ε. Β.. Στις 31/08/1999, ο τελευταίος πούλησε 20.000 μετοχές της εταιρίας Σ.Σ... ΑΤΕ στο Α/Κ Γενική επιλεγμένων αξιών εσωτερικού αντί 13.150 δρχ. ανά μετοχή, ήτοι αντί 263.000.000 δρχ.. Με το ποσό αυτό μειωμένο κατά το ποσό των εξόδων, ήτοι με 261.119.550 δρχ. πιστώθηκε αυθημερόν ο χρηματικός του λογαριασμός που τηρούσε στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ. Έναντι της απαίτησής του αυτής, που δημιουργήθηκε από την πώληση των 20.000 μετοχών, έλαβε από τη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, στις 03/09/1999, το ποσό των 200.000.000 δρχ., το οποίο μετέφερε στο με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα. Στη συνέχεια, στις 09/09/1999 , από το λογαριασμό αυτό ανέλαβε 156.256.614 δρχ., εκ των οποίων κατέθεσε 33.219.193 δρχ. στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα η ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή και 123.037.421 δρχ. στον ως άνω λογαριασμό της ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Γ.. Με το εναπομείναν ποσό 43.743.386 δρχ. (200.000.000 - 156.256.614) καθώς και με άλλα ποσά που μετέφερε, από 09/09/1999 μέχρι 30/09/1999, στο χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, από τον με αριθμό ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα, διενήργησε αγοραπωλησίες μετοχών και στις 06/10/1999 έλαβε από τον ίδιο ως άνω χρηματικό λογαριασμό του που τηρούσε στη ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ 41.950.000 δρχ., το οποίο μετέφερε στο με αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα. Από το λογαριασμό αυτό το ως άνω ποσό μετέφερε στο με αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην Άλφα Τράπεζα η ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Π. Γ.. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια προς πορισμό εισοδήματος, εκ δε της επανειλημμένης τέλεσής τους, επί μακρό χρόνο, προκύπτει σταθερή ροπή του στη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Και ΣΤ) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 5/2/1999 έως 16/10/2000, εκ κερδοσκοπίας και με σκοπό να συγκαλύψει από κοινού με άλλους, την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προερχομένων από την τέλεση της πράξεως της κακουργηματικής απάτης (άρθρο 386 παρ. 1-3 ΠΚ), ήτοι εγκληματικής δραστηριότητος του άρθρου 1 παρ. 1α περ. αη' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3424/2005 και ισχύει σήμερα, που είχε τελεσθεί κατά τους προπεριγραφόμενους, ως ανωτέρω, υπό στοιχείο (Ε) τρόπους, παρέσχε συνδρομή, μεταβίβασε και αποδέχθηκε, περιουσία εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό να προσδώσεις νομιμοφανή υπόσταση στην, ως άνω, παράνομη δραστηριότητα, συγκεκριμένα δε: I. 1) Στις 20/9/1999 ο Τ. Α. μεταβίβασε, δια της εταιρίας συμφερόντων του Vega International Corporation, στον Π. Π. το ποσό των 5.000.000.000 δρχ., το οποίο και αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό. Προς πραγμάτωση δε αυτών η Vega International Corporation έδωσε στην τράπεζα HSBC την εντολή να εκδώσει την υπ' αριθ. ... ισόποση τραπεζική επιταγή, την οποία και εξέδωσε, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΧΕ και σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην τράπεζα αυτή η Vega International Co. Με το ποσό της επιταγής αυτής η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΧΕ πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε σ' αυτή ο Π. Π., 2) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. μεταβίβασε στον Π. Π. το συνολικό ποσό των 4.005.687.800 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως των επιταγών .../28.09.99, .../28.09.99 και .../28.09.99 ποσού 1.000.000.000 δρχ. εκάστης, καθώς και της επιταγής .../28.09.99 ποσού 1.005.687.800 δρχ., το οποίο (ποσό των 4.005.687.800 δρχ.) και αποδέχθηκε ο Π. Π. με τον προαναφερθέντα σκοπό. Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν, σε διαταγή του Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, τις επιταγές αυτές στη συνέχεια ο Π. Π. κατέθεσε (στις 29/9/1999) στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, 3) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π. Π. τρεις επιταγές και δη τις με αριθ. .../28.09.99 ποσού 89.545.000 δρχ., .../28.09.99 ποσού 150.000.000 δρχ. και .../28.09.99 ποσού 50.000.000 δρχ., συνολικού ποσού 289.545.000 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τις επιταγές αυτές, οι οποίες είχαν οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε ο Π. Π. με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς των, και στη συνέχεια τις παρέδωσε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος τις παρέδωσε προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Γ. Β., 4) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π. Π. την με αριθ. .../28.09.99 επιταγή, ποσού 50.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την επιταγή αυτή, η οποία είχε οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς της, και στη συνέχεια την παρέδωσε, χωρίς να την οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος την εγχείρισε περαιτέρω στον Β. Κ. του Ε., διαχειριστή των αμοιβαίων κεφαλαίων της INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ. Ο τελευταίος στις 06/10/1999 την εισέπραξε από τη Γενική Τράπεζα για να καταθέσει το ως άνω ποσό στο Α/Κ International ομολόγων εσωτερικού προκειμένου να αγοράσει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων International Ομολόγων Εσωτερικού, 5) Στις 28/9/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε, δια των νομίμων εκπροσώπων της Ν. Γ. και Δ. Κ., την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ., σε διαταγή του Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε αυτή (η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την επιταγή αυτή, που είχε οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., αποδέχθηκε ο Π. Π. με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς της, στη συνέχεια δε την παρέδωσε, χωρίς να την οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος την παρέδωσε, δι' οπισθογραφήσεως, προς είσπραξη στον υπάλληλο της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ Χ. Μ., 6) Κατά το χρονικό διάστημα από 28/9/1999 μέχρι 6/10/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π. Π. τις με αριθμ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγές ποσού 240.000.000 δρχ., οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Τις επιταγές αυτές, που είχαν οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., ο Π. Π. αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς των, στη συνέχεια δε τις παρέδωσε, χωρίς να τις οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ.. Οι ως άνω επιταγές ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ, μετά από αυτά δε κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 7) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Π. Π. την με αριθμ. .../28.09.99 επιταγή, ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή του, εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Την επιταγή αυτή, η οποία είχε οπισθογραφηθεί από τον Τ. Α., ο Π. Π. αποδέχθηκε με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς της, και στη συνέχεια την παρέδωσε, χωρίς να την οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος την εγχείρισε περαιτέρω, στον Γ. Μ.. Ο τελευταίος δε την μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000+2.800.000) σε χρέωση του λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) ο Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού δρχ. 28.925.000 σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ., ο οποίος την κατέθεσε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε, στις 7/10/1999, από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος (Σ. Α.) στην Eurobank. ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 28.925.000 δρχ., η οποία κατατέθηκε, στις 6/10/1999, μαζί με άλλα ποσά συνολικού ύψους 74.942.838 δρχ. στο με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank ο Δ. Λ. και την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ., η οποία κατατέθηκε στη ΣΙΓΜΑ ΑΧΕΠΕΥ, υπέρ του Γ. Μ.. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε μαζί με άλλα διαθέσιμα του Γ. Μ. που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στο λογαριασμό με αριθμ. ... που τηρούσαν στη Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ... επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Ν. Γ. και Δ. Κ., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ.. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ., που αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό δρχ. 101.500.000 προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ. που είχε γίνει στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ.. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., ο οποίος την οπισθογράφησε υπέρ του Β. Γ.. Ο τελευταίος την εισέπραξε στο κατάστημα Λ. Αλεξάνδρας της Τράπεζας Κύπρου iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ.. Τελικώς η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Γ. Κ. στο Κεντρικό Κατάστημα της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Σ. Α., vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Δ. Λ., vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Γ. Μ.. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 238.130.000 δρχ. (150.000.000 + 88.130.000), ποσό 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον ανωτέρω κοινό τραπεζικό λογαριασμό των Μ., Λ. και Γ. στις 4/1/2000, δηλαδή από το λογαριασμό αυτό ο Γ. Μ. έλαβε το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 8) Στις 28/9/1999 ο Τ. Α. παρέδωσε στον Κ.Τ. τις με αριθμ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγές, ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή του ιδίου (Τ. Α.) εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησης του Τ. Α. από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Τις επιταγές αυτές, οι οποίες είχαν οπισθογραφηθεί από αυτόν (Τ. Α.), αποδέχθηκε ο Κ.Τ. με τον προαναφερθέντα σκοπό της συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς των, και στη συνέχεια τις παρέδωσες, χωρίς να τις οπισθογραφήσει ο ίδιος, στον συγκατηγορούμενό του Ν. Γ., ο οποίος τις μεταβίβασε περαιτέρω, δι' οπισθογραφήσεως, στον Γ. Μ.. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Μία εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν. Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, άλλη εξ' αυτών, κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον Δ. Λ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, άλλη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank. Τέλος άλλη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 19/10/1999, στον κοινό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα ο Γ. Μ. με την McF. E.. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 18/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε βάρος του λογαριασμού της ... 3 που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα, σε διαταγή της ιδίας, τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σ' αυτήν ο Γ. Μ. και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός ... πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ. με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ.. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ.. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε, στις 19/10/1999, στον κοινό λογαριασμό ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα ο Γ. Μ. με την McF. E.. γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 130.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. Μ. στις 27/10/1999, ο οποίος την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ που τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ..., 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ..., 4.540.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ., στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ.. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ. Μ., ο οποίος την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ που τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999. iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.865.000 δρχ. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. 9) Στις 5/5/1999 ο Τ. Α. έλαβε από τη χρηματιστηριακή εταιρία Midland AXE το ποσό των 103.474.856 δρχ. σε εξόφληση μέρους της απαίτησής του, η οποία προήλθε από την πώληση μετοχών Σ.ΣΙΓΑΛΑΣ ΑΤΕ με αντισυμβαλλόμενο το Θ. Κ.. Το ποσό αυτό έλαβε δια της υπ' αριθ. .../6.5.1999 επιταγής, η οποία εσύρετο σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα η Midland ΑΧΕ. Την επιταγή αυτή ο Τ. Α. μεταβίβασε, δι' οπισθογραφήσεως και κατόπιν εντολής του Π. Π., στον Ε. Π.. Ο τελευταίος (Ε. Π.) μεταβίβασε την επιταγή αυτή, δι οπισθογραφήσεως, στον λογιστή της εταιρίας "Κ… ΑΕ" Α. Π., ο οποίος την εισέπραξε, στη συνέχεια δε με εντολή αυτού (Α. Π.) εκδόθηκε, σε διαταγή του, η με αριθ. ... ισόποση τραπεζική επιταγή της Alpha Bank, η οποία κατατέθηκε στις 6/5/1999 στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η εταιρία "Κ… ΑΕ". Το ποσό αυτό, μαζί με άλλα διαθέσιμα, συνολικού ύψους από κοινού 346.250.000 δρχ., κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ. ΙΙ.) Η Π. Β., με την οποία ο Κ.Τ. διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, εισέπραξε από την πώληση των αναφερομένων στο υπό στοιχείο Ε του κατηγορητηρίου 225.001 μετοχών, το ποσό των 2.145.465.021 δρχ.. Εκ του ως άνω ποσού ο Κ.Τ. μεν μεταβίβασε, ο δε Π. Π. αποδέχθηκε να λάβει με σκοπό συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς του, το ποσό των 473.717.089 δρχ., για το οποίο εκδόθηκε με εντολή του, η υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή σε διαταγή της Capital AXE, η οποία πίστωσε ισόποσα το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή (την Capital AXE) η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. Algore Services Ltd, προκειμένου η τελευταία να εξοφλήσει την οφειλή της, η οποία προέκυψε από την αγορά άλλων μετοχών, πλην Σ.Σ… Σ ΑΤΕ. Άλλα δε ποσά συνολικού ύψους 1.217.709.469 δρχ. η Π. Β. μετέφερε κατ' εντολή του Κ.Τ. από το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε στην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΧΕ στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που τηρούσε με αυτόν στη Eurobank, ως εξής: στις 10/11/1999 ποσό 167.276.845 δρχ., στις 11/11/1999 ποσό 83.792.536 δρχ., στις 15/11/1999 ποσό 88.035.235 δρχ., στις 16/11/1999 ποσό 165.622.193 δρχ., στις 22/11/1999 ποσό 67.590.580 δρχ., στις 24/11/1999 ποσό 461.710.332 δρχ., στις 1/12/1999 ποσό 40.008.415 δρχ., στις 22/12/1999 ποσό 135.126.018 δρχ., στις 23/12/1999 ποσό 2.746.739 δρχ. και στις 13/1/2000 ποσό 5.800.576 δρχ. ΙΙΙ.) Η Σ. Τ., συγγενικό του πρόσωπο με την οποία επίσης διατηρούσε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, από την πώληση των αναφερομένων στο υπό στοιχείο Ε του κατηγορητηρίου 25.000 μετοχών εισέπραξε το ποσό των 390.106.824 δρχ. Εκ του ως άνω ποσού, η εταιρία συμφερόντων του Π. Π. ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ αποδέχθηκε να λάβει με σκοπό συγκαλύψεως της παρανόμου προελεύσεώς του, το ποσό των 120.000.000 δρχ., το οποίο μεταφέρθηκε στις 17/12/1999 από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό ... που τηρούσε με αυτόν και την Ε. Τ. στην Eurobank στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank η ΑΤΤΙΚΑΤ ΑΤΕ, μαζί με άλλα δύο ποσά 40.000.000 δρχ. έκαστο, που μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς που τηρούσαν στην Eurobank δύο κοινοπραξίες τεχνικών έργων. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. ... Οι κατηγορούμενοι 8ος, 9ος, 10ος, 11ος ... (Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α.) κατά το χρονικό διάστημα από 18-9-99 έως τέλος Οκτωβρίου 1999 ... στον ίδιο τόπο, με σκοπό να συγκαλύψουν την αληθή προέλευση περιουσίας (χρημάτων) που προήρχοντο από εγκληματική δραστηριότητα του άρθρου 1α περ. αη' του Ν. 2331/95, ήτοι της πράξεως της απάτης που τελέστηκε από κοινού κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό της των 5.000.000 δρχ. ή 15.000€, παρείχαν συνδρομή, δέχθηκαν στην κατοχή τους εκ προθέσεως και μεταβίβασαν σε τρίτους περιουσιακά στοιχεία με σκοπό να αποκρύψουν την αληθή προέλευση αυτών ως προϊόντων απάτης, ήτοι πράξη την οποία είχε τελέσει ο συγκατηγορούμενος τους Τ. Α. κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-99 έως 17-5-00 από κοινού με άλλους, ως και με άγνωστα μέχρι τώρα στην ανάκριση πρόσωπα, όπως αναλυτικά η πράξη αυτή περιγράφεται στο υπό στοιχείο (1Α) του παρόντος κατηγορητηρίου και από τον Π. Π. και επίσης η πράξη αυτή περιγράφεται στο υπό στοιχ. (2Γ) του ίδιου κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα : 8) Ο Ν. Γ., από κοινού με άλλους, προκειμένου να προσδώσει εν γνώσει του νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα του Τ. Α.. 1) Έλαβε από κοινού μετά των Γ. Μ. και Δ. Λ. (δέχθηκε να λάβει) ποσό 240.000.000 δρχ., δι' οπισθογραφήσεως των με αριθμ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσε στην Eurobank από κοινού με τους Δ. Λ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 2) Στις 28/9/1999 εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή ποσού 110.000.000 δρχ., σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε αυτή (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον Τ. Α. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία στη συνέχεια τη μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον υπάλληλό της Χ. Μ., 3) Στις 28/9/1999 ο συγκατηγορούμενός του Γ. Μ. έλαβε (δέχθηκε να λάβει) το ποσό 220.000.000 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, της υπ' αριθ. επιταγής .../28.09.99 ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στη συνέχεια, η ως άνω επιταγή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον συγκατηγορούμενό του Γ. Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε μεταβιβάστηκε περαιτέρω από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000 + 2.800.000) σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) ο Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 28.925.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. και κατατέθηκε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Alpha Τράπεζα. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος (Σ. Α.) στην Eurobank. ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 28.925.000 δρχ. εκάστης, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε, μαζί με άλλα διαθέσιμα του Γ. Μ. που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, στο λογαριασμό με αριθμ. ... που τηρούσε στη Eurobank από κοινού με τους Δ. Λ. και Γ. Μ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ... επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον Γ. ως νόμιμο εκπρόσωπο της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ ως και τη ..., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. στην Eurobank από κοινού με τους Δ. Λ. και Γ. Μ.. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ., που αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό 101.500.000 δρχ. προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ. που είχε γίνει στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ.. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν.Γ., iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν.Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν.Γ., v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Σ. Α., vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Δ. Λ., vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. σε αυτή. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των δρχ. 238.130.000 (150.000.000 + 88.130.000), ποσό δρχ. 214.400.000 επανακατατέθηκε στον ως άνω κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό, δηλαδή από το λογαριασμό αυτό ο Γ. Μ. έλαβε το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 4) Στις 28/9/1999 ο Γ. Μ. έλαβε (δέχθηκε να λάβει) με την παράδοση δι' οπισθογραφήσεως των υπ' αριθ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγών ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή Τ. Α. εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησής του από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε - μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Η πρώτη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν.Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, αποδεχόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο το, προερχόμενο από την τέλεση της απάτης, προϊόν του εγκλήματος, η δεύτερη κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον Δ. Λ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η τρίτη κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank και η τέταρτη εξ' αυτών εισπράχθηκε, στις 21/10/1999, από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 18/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της ιδίας τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σ' αυτήν ο Γ. Μ. και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός ... πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ., με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν.Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσες στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 130.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε (εγένετο αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του Τ. Α.) από τον Ν.Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. Μ. στις 27/10/1999, που την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999, iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν.Γ., που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ... 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ... 4.500.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ, στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ. Μ., που την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999, iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.845.000 δρχ., iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. 9) Ο Δ. Λ., στον ίδιο τόπο και χρόνο, στην τέλεση της ως άνω εγκληματικής δραστηριότητας του Τ. Α., παρείχε συνδρομή από κοινού με άλλους, αποδέχθηκε και μεταβίβασε περιουσία, με σκοπό να προσδώσει εν γνώσει του νομιμοφανή υπόσταση και δη: 1) Κατά το χρονικό διάστημα από 28/9/1999 μέχρι 6/10/1999, έλαβε από κοινού μετά των Γ. Μ. και Ν. Γ. (δέχθηκαν να λάβουν) ποσό 240.000.000 δρχ., δι' οπισθογραφήσεως των με αριθμ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσε στην Eurobank από κοινού με τους Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 2) Στις 28/9/1999 ο συγκατηγορούμενός του Γ. Μ. έλαβε (δέχθηκε να λάβει) το ποσό 220.000.000 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, της υπ' αριθ. επιταγής .../28.09.99 ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στη συνέχεια, η ως άνω επιταγή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον συγκατηγορούμενό του Γ. Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε -μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000 + 2.800.000) σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) ο Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 28.925.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Ν. Γ. και κατατέθηκε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Alpha Τράπεζα. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος (Σ. Α.) στην Eurobank. ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 28.925.000 δρχ. εκάστης, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε, μαζί με άλλα διαθέσιμα του Γ. Μ. που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, στο λογαριασμό με αριθ. ... που τηρούσε ο Δ.Λ. στη Eurobank από κοινού με τους Ν. Γ. και Γ. Μ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ... επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Ν. Γ. και ..., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε ο Δ.Λ. στην Eurobank από κοινού με τους Ν. Γ. και Γ. Μ.. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ, που αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό 101.500.000 δρχ προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ που είχε γίνει στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ.. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Σ. Α., vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Δ.Λ. στην Eurobank, vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. σε αυτή. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 238.130.000 δρχ. (150.000.000 + 88.130.000), ποσό 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον ως άνω κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό, δηλαδή από το λογαριασμό αυτό ο Γ. Μ. έλαβε το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 3) Στις 28/9/1999 ο Γ. Μ. έλαβε (δέχθηκε να λάβει) με την παράδοση δι' οπισθογραφήσεως των υπ' αριθ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγών ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή Τ. Α. εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησής του από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε - μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Η πρώτη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν. Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η δεύτερη κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον ... (αποδεχόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο το, προερχόμενο από την τέλεση της απάτης, προϊόν του εγκλήματος), στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η τρίτη κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank και η τέταρτη εξ' αυτών εισπράχθηκε, στις 21/10/1999, από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 18/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της ιδίας τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σ' αυτήν ο Γ. Μ. και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός ... πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ., με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον ... και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού δρχ. 130.000.000, σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε (εγένετο αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του Τ. Α.) από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον ... και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσες το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. Μ. στις 27/10/1999, που την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999, iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ., που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ... 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ... 4.500.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ, στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ. Μ., που την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999, iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από εσένα και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσες στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.845.000 δρχ. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. 10) Ο Γ. Μ., στον ίδιο τόπο και χρόνο από κοινού με άλλους, παρείχε συνδρομή, αποδέχθηκε και μεταβίβασε περιουσία με σκοπό να προσδώσει εν γνώσει του νομιμοφανή υπόσταση στην προαναφερθείσα παράνομη δραστηριότητα του συγκατηγορουμένου του Τ. Α. και δη: έλαβε από κοινού μετά των Ν. Γ. και Δ. Λ. (δέχθηκε να λάβει) ποσό 240.000.000 δρχ., δι' οπισθογραφήσεως των με αριθμ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσε στην Eurobank από κοινού με τους Δ. Λ. και Ν. Γ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 2) Στις 28/9/1999, έλαβε (δέχθηκε να λάβει) το ποσό 220.000.000 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, της υπ' αριθ. επιταγής .../28.09.99 ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στη συνέχεια, η ως άνω επιταγή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον Γ.Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό του λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε -μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό του λογαριασμό στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000 + 2.800.000) σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 28.925.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ., ο οποίος την κατέθεσε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank, ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., σε χρέωση του χρηματικού του λογαριασμού και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Alpha Τράπεζα. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε ο ίδιος (Σ. Α.) στην Eurobank. ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 28.925.000 δρχ. εκάστης, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε, μαζί με άλλα διαθέσιμα που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, στο λογαριασμό με αριθμ. ... που τηρούσε στη Eurobank από κοινού με τους Δ. Λ. και Ν. Γ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ... επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Ν. Γ. και ..., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε στην Eurobank από κοινού με τους Δ. Λ. και Ν. Γ.ς. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ.Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ, που αναλήφθηκε από το χρηματικό του λογαριασμό στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό 101.500.000 δρχ προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ που είχε γίνει στο χρηματικό του λογαριασμό με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ.. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή Ν. Γ., v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Σ. Α., vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε στην Eurobank ο Δ. Λ., vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Γ.Μ.ς. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 238.130.000 δρχ. (150.000.000 + 88.130.000), ποσό 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον ως άνω κοινό τους τραπεζικό λογαριασμό, δηλαδή από το λογαριασμό αυτό έλαβε ο Γ.Μ. το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 3) Στις 28/9/1999, έλαβε (δέχθηκε να λάβει) με την παράδοση δι' οπισθογραφήσεως των υπ' αριθ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγών ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή Τ. Α. εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησής του από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ.Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε - μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό λογαριασμό του Γ.Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Η πρώτη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν. Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η δεύτερη κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον Δ. Λ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η τρίτη κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank και η τέταρτη εξ' αυτών εισπράχθηκε, στις 21/10/1999, από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ.Μ.ς στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 18/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της ιδίας τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσες σ' αυτήν και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός ... πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ., με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ.Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 130.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ.Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ.Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ.Μ. στις 27/10/1999, που την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ αυτού. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό του λογαριασμό στις 26/10/1999, iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ... 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ... 4.500.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ, στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού του λογαριασμού, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ.Μ., που την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ αυτού. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ.Μ. στις 26/10/1999, iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.845.000 δρχ., iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. 11) Ο Σ. Α., ενεργώντας από κοινού με τους πιο πάνω συγκατηγορουμένους του, παρείχε συνδρομή, αποδέχθηκε και μεταβίβασε περιουσία, με σκοπό να προσδώσει εν γνώσει του νομιμοφανή υπόσταση στην προαναφερθείσα παράνομη δραστηριότητα του Τ. Α. και δη: Κατά το χρονικό διάστημα από 28/9/1999 μέχρι 6/10/1999, οι Γ. Μ., Ν. Γ. και Δ. Λ. έλαβαν από κοινού (δέχθηκαν να λάβουν) ποσό 240.000.000 δρχ., δι' οπισθογραφήσεως των με αριθ. .../28.9.1999 και .../28.9.1999 επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ οι οποίες ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με την τραπεζική επιταγή υπ' αριθ. ... ποσού 240.000.000 δρχ. σε βάρος του ως άνω λογαριασμού. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε στις 5/10/1999 στο λογαριασμό ..., που τηρούσαν στην Eurobank από κοινού οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., ο οποίος (λογαριασμός) ανοίχθηκε αυθημερόν, προκειμένου να κατατεθεί η ως άνω επιταγή. 2) Στις 28/9/1999 ο συγκατηγορούμενός του ..Γ. Μ. έλαβε (δέχθηκε να λάβει) το ποσό 220.000.000 δρχ., με την παράδοση, δι' οπισθογραφήσεως, της υπ' αριθ. επιταγής .../28.09.99 ποσού 220.000.000 δρχ., η οποία εκδόθηκε, σε διαταγή Τ. Α., εις βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ. Στη συνέχεια, η ως άνω επιταγή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τον συγκατηγορούμενό του Γ. Μ. στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε, στις 05/10/1999, με 220.000.000 δρχ. το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρούσε σε αυτή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για την πραγματοποίηση διαφόρων συναλλαγών σε μετοχές και άλλους τίτλους, αναλήφθηκε δε -μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ ως εξής: α) Στις 5/10/1999, η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε δύο επιταγές, συνολικού ποσού 31.725.000 (28.925.000 + 2.800.000) σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σε αυτήν (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ) ο Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 28.925.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό του λογαριασμό που τηρούσε στη Eurobank. ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, σε διαταγή της ιδίας (ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ), ποσού 2.800.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στη Eurobank. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Γ. Κ. στον λογαριασμό του που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς (αρ. λογαριασμού ...). β) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, τρεις επιταγές συνολικού ποσού 86.775.000 δρχ., σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 28.925.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Alpha Τράπεζα. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε από τον Σ. Α. στις 6/10/1999 στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην Eurobank, κατ' αυτόν τον τρόπο αποδέχθηκε εν γνώσει του το, προερχόμενο από την τέλεση της ως άνω πράξεως της απάτης, προϊόν του εγκλήματος). ii) Στις 5/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές, ποσού 28.925.000 δρχ. εκάστης, σε βάρος του λογαριασμού ... που τηρούσε στην Alpha Τράπεζα. Οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα. γ) Το υπόλοιπο ποσό που προέρχεται από την επιταγή των 220.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό των 101.500.000 δρχ., (220.000.000 - 31.725.000 - 86.775.000) μεταφέρθηκε, μαζί με άλλα διαθέσιμα του Γ. Μ. που είχε στον χρηματικό του λογαριασμό στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, στο λογαριασμό με αριθ. ... που τηρούσαν στη Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ., με τον εξής τρόπο: Στις 6/10/1999 η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της, την υπ' αριθ. ... επιταγή 509.501.503 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Eurobank. Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε δι' οπισθογραφήσεως από τους νομίμους εκπροσώπους της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΑΧΕ Ν. Γ. και ..., στον Χ. Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εισέπραξε, ως νόμιμος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής για να καταθέσει ακολούθως το ποσό των 506.850.000 δρχ. στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσαν στην Eurobank οι Δ. Λ., Ν. Γ. και Γ. Μ.. Το ποσό των 506.850.000 δρχ. η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ καταχώρησε σε χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ. ταυτοχρόνως με την έκδοση της επιταγής. Επομένως, από το ποσό των 506.850.000 δρχ., που αναλήφθηκε από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ, ποσό 101.500.000 δρχ. προέρχεται από την κατάθεση των 220.000.000 δρχ. που είχε γίνει στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. με την υπ' αριθ. .../28.09.99 επιταγή (την οποία είχε λάβει ο Τ. Α. στις 28/9/1999 έναντι των πωλήσεων πακέτων μετοχών στις 15/9/1999). Ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με 240.000.000 δρχ. στις 5/10/1999 και με 506.850.000 δρχ. στις 6/10/1999, καθώς και με τόκους που προήλθαν από την τοποθέτησή τους σε αμοιβαία κεφάλαια με 7.686.635 δρχ., ήτοι συνολικά με 754.536.635 δρχ. Από το ποσό αυτό των 754.536.635 δρχ., ποσό 341.500.000 δρχ. (240.000.000 + 101.500.000) διατέθηκαν - μεταβιβάστηκαν: i) στις 25/11/1999 26.000.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., ii) στις 25/11/1999 24.750.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθμ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., iii) στις 25/11/1999 14.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., iv) στις 25/11/1999 7.500.000 δρχ. δι' εκδόσεως της υπ' αριθ. ... επιταγής σε βάρος του ιδίου ως άνω λογαριασμού, σε διαταγή του Ν. Γ., v) στις 26/11/1999 100.800.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Σ. Α. στην Eurobank, κατ' αυτόν τον τρόπο αποδέχθηκε εν γνώσει του, το προερχόμενο από την τέλεση της ως άνω πράξεως της απάτης, προϊόν του εγκλήματος, vi) στις 26/11/1999 105.135.000 δρχ. δια μεταφοράς του ποσού στο λογαριασμό ... που τηρούσε ο Δ. Λ. στην Eurobank, vii) στις 25/11/1999 30.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή ο Ν. Κ., viii) στις 25/11/1999 6.750.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η R. S., ix) στις 25/11/1999 3.000.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε σε αυτή η Σ. Τ., x) στις 12/11/1999 150.000.000 δρχ. και στις 26/11/1999 88.130.000 δρχ. σε πίστωση του με αριθ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην Eurobank η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ, η οποία πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. σε αυτή. Από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 238.130.000 δρχ. (150.000.000 + 88.130.000), ποσό 214.400.000 δρχ. επανακατατέθηκε στον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό των Δ. Λ., Γ. Μ. και Ν. Γ., δηλαδή από το λογαριασμό αυτό ο Γ. Μ. έλαβε το ποσό των 23.730.000 δρχ. (238.130.000-214.400.000). 3) Στις 28/9/1999 ο Γ. Μ. έλαβε (δέχθηκε να λάβει) με την παράδοση δι' οπισθογραφήσεως των υπ' αριθ. .../28.09.99 και .../28.09.99 επιταγών ποσού 200.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή Τ. Α. εις βάρος του λογαριασμού με αριθμό ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ σε εξόφληση απαίτησής του από πωλήσεις πακέτων μετοχών στις 15/9/1999. Το συνολικό ποσό των 380.000.000 δρχ. πιστώθηκε στις 11/10/1999 στο χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. που τηρείτο στην ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για συναλλαγές αρχικά σε διάφορους τίτλους, ενώ μέρος αυτού αναλήφθηκε - μεταβιβάστηκε περαιτέρω - από το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. ως εξής: α) στις 13/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές εκ 3.126.250 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 12.505.000 δρχ. σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην πρώην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος (Marfin-Εγνατία Τράπεζα). Η πρώτη εξ' αυτών κατατέθηκε, στις 14/10/1999, από τον Ν. Γ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η δεύτερη κατατέθηκε, στις 18/10/1999, από τον Δ. Λ., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του που τηρούσε στη Eurobank, η τρίτη κατατέθηκε, στις 19/10/1999, από τον Σ. Α., στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του τον οποίο τηρούσε στη Eurobank κατ' αυτόν τον τρόπο αποδέχθηκε εν γνώσει του, το προερχόμενο από την τέλεση της ως άνω πράξεως της απάτης, προϊόν του εγκλήματος, και η τέταρτη εξ αυτών εισπράχθηκε, στις 21/10/1999, από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. Οι ανωτέρω τέσσερις επιταγές που εξέδωσε η Εγνατία ΑΧΕ στις 13/10/1999, συνολικού ποσού 12.505.000, χρεώθηκαν στο χρηματικό λογαριασμό που τηρούσε ο Γ. Μ. στην Εγνατία ΑΧΕ. β) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε σε διαταγή της ιδίας τέσσερις επιταγές ποσού 4.798.000 δρχ. εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 19.192.000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού που τηρούσε σ' αυτήν ο Γ. Μ. και δη i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε η ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΧΕ στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank. Δηλαδή ο λογαριασμός του πιστώθηκε με το συνολικό ποσό των 7.924.250 δρχ. με την κατάθεση των επιταγών που προαναφέρθηκαν 3.126.250 και 4.798.000 δρχ.. Κατ' αυτόν τον τρόπο αποδέχθηκε εν γνώσει του, το προερχόμενο από την τέλεση της ως άνω πράξεως της απάτης, προϊόν του εγκλήματος, ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Ν. Γ. και κατατέθηκε στο λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με άλλο ποσό 50.000.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 25/10/1999 στο λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.798.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο. γ) Στις 19/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 130.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Γ. Β., υπάλληλο της Εγνατίας ΑΧΕ, δ) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., σε διαταγή της ιδίας, την υπ' αριθ. ... επιταγή, συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε (εγένετο αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του Τ. Α.) από τον Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, ε) Στις 22/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε, σε διαταγή της ιδίας, με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 24.200.000 δρχ., εκ 6.050.000 δρχ. εκάστης, και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Σ. Α. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, κατ' αυτόν τον τρόπο αποδέχθηκε εν γνώσει του, το προερχόμενο από την τέλεση της ως άνω πράξεως της απάτης, προϊόν του εγκλήματος, ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Δ. Λ. και κατατέθηκε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, δηλαδή την ημερομηνία αυτή κατέθεσε πέραν της επιταγής αυτής και την υπ' αριθ. ... επιταγή 4.798.500 δρχ., ήτοι κατέθεσε το συνολικό ποσό των 10.848.000 δρχ., iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Γ. Μ. στις 27/10/1999, που την επανακατέθεσε την ίδια ημέρα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999, iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.050.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον Ν. Γ., που την κατέθεσε στις 27/10/1999 στον λογαριασμό του ... που τηρούσε στη Eurobank, μαζί με την επιταγή υπ' αριθ. ... 5.000.000 δρχ. και την υπ' αριθ. ... 4.500.000 δρχ., ήτοι κατέθεσε συνολικό ποσό 15.590.000 δρχ., στ) Στις 25/10/1999 η Εγνατία ΑΧΕ εξέδωσε τέσσερις επιταγές συνολικού ποσού 22.620.0000 δρχ., με χρέωση του χρηματικού λογαριασμού του Γ. Μ., και δη: i) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.000.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε μετρητοίς από τον Ν. Μ., ii) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε στις 27/10/1999 από τον Γ. Μ., που την επανακατέθεσε αμέσως στον τραπεζικό λογαριασμό της Εγνατία ΑΧΕ, ο οποίος τηρείται στην Εγνατία Τράπεζα, υπέρ του ιδίου. Με το ποσό αυτό η Εγνατία ΑΧΕ πίστωσε το χρηματικό λογαριασμό του Γ. Μ. στις 26/10/1999, iii) την υπ' αριθ. ... επιταγή ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Δ. Λ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε στη Eurobank, η επιταγή αυτή κατατέθηκε μαζί με ποσό 11.325.000 δρχ., ήτοι κατά την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 15.845.000 δρχ., iv) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 4.540.000 δρχ., σε βάρος του λογαριασμού της ... που τηρούσε στην Εγνατία Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από το Ν. Γ. και κατατέθηκε στον λογαριασμό ... που τηρούσε αυτός στη Eurobank. Τις ως άνω πράξεις του τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας, με σκοπό να αποκρύψει την αληθή προέλευση των χρημάτων αυτών, προσδίδοντας, κατά τον άνω τρόπο, αλλά και δια των χρηματιστηριακών εταιριών ως και του τραπεζικού συστήματος, νομιμοφανή υπόσταση στην ως άνω εγκληματική του δραστηριότητα. ... 17) Ο Τ. Α., εκτός των ως άνω προπεριγραφόμενων πράξεων, τέλεσε και τα εγκλήματα της ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας και της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη: Α) Στην Αθήνα κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουνίου του έτους 2001, με πρόθεση προκάλεσε σε κάποιον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, συγκεκριμένα δε με συνεχείς προτροπές και υποσχέσεις παροχής, κατά τα ανωτέρω, οικονομικής υποστηρίξεως, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση τελέσεως της άδικης πράξεως της καταχρήσεως εξουσίας, ειδικότερα δε προκάλεσε στην Κ. Μ., ως Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών, την απόφαση να μην απαγγείλει εναντίον του κατηγορία για την πράξη της απάτης, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., ήτοι για πράξη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά μόνον για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 34 εδ. α Ν. 3632/1928, και έτσι να μην υφίσταται δυνατότητα επιβολής, κατά νόμο, προσωρινής κρατήσεως, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του ενώπιόν της, στις 11/6/2001, παρά το γεγονός ότι αυτή γνώριζε ότι ήταν υπαίτιος της πράξεως, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ήτοι της κακουργηματικής πράξεως της απάτης. Την, ως άνω, δε πράξη της η Κ. Μ. τέλεσε εν γνώσει της ότι ήταν υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως, δοθέντος ότι είχε δωροδοκηθεί από αυτόν με το ως άνω ποσό των τριακοσίων εβδομήντα οκτώ χιλιάδων ευρώ (378.000€). Β) στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουνίου του έτους 2001 έως και 31/10/2001, με σκοπό να συγκαλύψει, από κοινού μετ' άλλων, την αληθή προέλευση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων), προερχομένων από την τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστού, ήτοι εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1α, περ. αιζ' του ν. 2331/1995, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 2 και 3 επ. του ν. 3424/2005, που είχε τελεσθεί δια της εκ μέρους της συγκατηγορουμένης του Κ. Μ., Πρωτοδίκου Αθηνών, απαιτήσεως από αυτόν χρημάτων, παρέσχε τη συνδρομή του και στη συνέχεια, μεταβίβασε σε αυτήν (Κ. Μ.) χρηματικά ποσά, προκειμένου να κριθεί ευνοϊκώς η υπόθεσή του, που εκκρεμούσε ενώπιον αυτής (Κ. Μ.), ως ανακριτρίας του 19ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδιώκοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση, στα προερχόμενα από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα έσοδα, συγκεκριμένα δε κατέβαλε (μεταβίβασε) στην Κ. Μ., α) στις 31/7/2001 το ποσό των διακοσίων δέκα επτά χιλιάδων (217.000€), μέσω του Υποκαταστήματος Λονδίνου της EUROBANK, β) στις 7/9/2001 το ποσό των ογδόντα οκτώ χιλιάδων (88.000€) και γ) στις 31/10/2001 το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000€) , ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "VEGA INTERNATIONAL CORPORATION", στον με αριθμό ... λογαριασμό που τηρούσε η ανωτέρω, στην Ελβετική Τράπεζα UBS, που είχε απαιτήσει προγενέστερα η ως άνω δικαστική λειτουργός και είχε αποδεχθεί να της καταβάλει κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουνίου του έτους 2001, προκειμένου να κριθεί ευνοϊκώς η υπόθεσή του, που εκκρεμούσε ενώπιον αυτής, ως ανακριτρίας του 19ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, και συγκεκριμένα να μην απαγγελθεί εναντίον του κατηγορία για την πράξη της απάτης, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., ήτοι για πράξη για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, αλλά μόνον για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 34 εδ. α Ν. 3632/1928, και έτσι να μην υφίσταται δυνατότητα επιβολής, κατά νόμο, προσωρινής κρατήσεως, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος χωρίς περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του στις 11/6/2001, επιδιώκοντας έτσι να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση, στα προερχόμενα από την ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα έσοδα, παρέχοντας την συνδρομή του για την τέλεση της εν λόγω πράξεως, δια της καταβολής, κατά τα προαναφερθέντα, του συνολικού ποσού των τριακοσίων εβδομήντα τριών χιλιάδων (378.000€). Την ως άνω δε πράξη του, τέλεσε κατ' επάγγελμα επί τη βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή και ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αδικημάτων που συνιστούν την κατά το άρθρο 1 περ. αιζ' του ν. 2331/1995 εγκληματική δραστηριότητα, επί πλέον δε έδρασε, από κοινού μετά της Κ. Μ., ως και αγνώστων μέχρι τώρα στην ανάκριση δραστών, στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας για την τέλεση διαφόρων εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνοντο και τα εγκλήματα της δωροδοκίας δικαστού ως και της καταχρήσεως εξουσίας". Ακολούθως, με βάση τα εκτεθέντα στην ως άνω επί της ουσίας εισαγγελική πρόταση πραγματικά περιστατικά και τον λεπτομερή προσδιορισμό σε αυτή κατά τόπο, χρόνο, και ειδικότερες περιστάσεις και κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των κακουργηματικών πράξεων που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και με το προσβαλλόμενο βούλευμά του παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι τούτων. VIIΙ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όσον αφορά το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3424/2005, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, κατά το μέρος που η διάταξη αυτή αφορά την επιβαρυντική περίσταση τελέσεως του άνω εγκλήματος από υπαίτιο που "έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας", η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, δεν ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως αυτού και ως δυσμενέστερη κατά τούτο δε μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, η δε επιβαρυντική περίσταση τελέσεως του ίδιου εγκλήματος από υπαίτιο που ασκεί τέτοιου είδους πράξεις "κατά συνήθεια" δεν προβλεπόταν από τις παραπάνω διατάξεις και προστέθηκε το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 στοιχ. γ' του Ν. 3691/2008. Επομένως, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά το σημείο αυτό, κατά παραδοχή του προβαλλόμενου από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους (5ο έως και 8ο) και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ) και να επεκταθεί το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 469 εδ. 1 του ΚΠΔ, και στους λοιπούς αναιρεσείοντες που δεν προέβαλαν με τις αιτήσεις τους το λόγο αυτό, καθώς και στους μη ασκήσαντες αναίρεση συμπαραπεμφθέντες με το ίδιο βούλευμα και για το ίδιο έγκλημα κατηγορουμένους, εφόσον ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, που έγινε δεκτός, δεν αρμόζει μόνο στο πρόσωπο αυτών για τους οποίους έγινε δεκτή η αναίρεση. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως για νέα κρίση στο Συμβούλιο που το εξέδωσε, γιατί όλοι οι κατηγορούμενοι παραπέμπονται στο ακροατήριο και με την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3424/2005, επιβαρυντική περίσταση της "κατ' επάγγελμα" τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και προβλέπεται γι' αυτήν η ίδια ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα (10) ετών και σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 313, 318, 484 παρ. 2, 485 παρ. 1 και 518 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του Ν. 3160/2003, πρέπει, να εφαρμοσθεί από τον Άρειο Πάγο η παραπάνω ορθή διάταξη και να διαταχθεί η διόρθωση κατά τούτο του διατακτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και του αμέσως προηγηθέντος αυτού σκεπτικού του Συμβουλίου Εφετών, με την απάλειψη των αναφερόμενων εκεί λοιπών επιβαρυντικών περιστάσεων, ήτοι της τελέσεως του παραπάνω εγκλήματος από υπαίτιους που "έδρασαν στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας" και "ασκούν τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια", που δεν ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος, καθώς και με την απάλειψη και αντικατάσταση φράσεων που εντάσσονται στην ίδιες αυτές επιβαρυντικές περιστάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης αναφερόμενα. IΧ. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε κατά τα λοιπά το παραπάνω Συμβούλιο, διέλαβε στο πληττόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, ήτοι των άρθρων 1, 12, 13στ, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 98, 239 περ. β', 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με άρθρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, άρθρα 1 παρ. 1 στοιχείο α', περ. αη' και αιζ', 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως η περ. αιζ' προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν. 2479/1997, άρθρα 2 παρ. 1.α.ι.δδ και ii, 3 παρ. 1 στοιχ. β' (περίπτωση "κατ' επάγγελμα" τελέσεως) του Ν. 3424/2005, και οι οποίες δεν παραβιάστηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με λογικά κενά και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους ως άνω αναιρεσείοντες κατηγορουμένους (2ο έως και 8ο) επί μέρους αιτιάσεις: α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Συμβούλιο που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, μάρτυρες, απολογίες, λογιστική πραγματογνωμοσύνη κλπ), τα οποία μνημονεύει γενικά κατά το είδος τους και δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύσει τι προκύπτει από το καθένα από αυτά ξεχωριστά, β) επιτρεπτώς το συμβούλιο αναφέρεται εξολοκλήρου στην επί της ουσίας πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, που είναι ενσωματωμένη στο βούλευμα, αφού εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν εντελώς περιττή η επανάληψη των ίδιων περιστατικών και σκέψεων, γ) δεν δημιουργείται αντίφαση, ούτε έλλειψη νόμιμης βάσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος από την παράλειψη αναφοράς στο σκεπτικό, μεμονωμένου αριθμού μετοχών και του ύψους των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν σε αυτές, με αποτέλεσμα την αναντιστοιχία μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς το συνολικό αριθμό των μετοχών Σ… που διακινήθηκαν και το ύψος των χρηματικών ποσών που εισπράχθηκαν, η οποία οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, λόγω του πλήθους των αριθμών και των επιμέρους χρηματιστηριακών πράξεων, αφού, όπως προεκτέθηκε, το σκεπτικό με το διατακτικό επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 1500/2009), δ) αιτιολογείται η από κοινού τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τους αναιρεσείοντες, με την εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων και την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές ότι αυτοί ενήργησαν κατόπιν συναποφάσεως και με κοινό δόλο "οργανωμένα και μεθοδικά για μεγάλο χρονικό διάστημα" και ότι από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων απάτης προκύπτει o σκοπός τους "να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πέτυχαν με το "ξεφόρτωμα" των μετοχών της εταιρίας "Σ… ATE" στην περίοδο που ακολούθησε", καθώς και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτών, ε) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των άνω αναιρεσειόντων και της πλάνης, καθώς και της περιουσιακής διαθέσεως, των συγκεκριμένων επενδυτών που αγόρασαν τις μετοχές Σ…, με την παραδοχή ότι "η επιλογή των αγορών αυτών ήταν το αποτέλεσμα του σχεδίου των κατηγορουμένων εξαπατήσεως του επενδυτικού κοινού, το οποίο δεν θα προέβαινε στις εν λόγω αγορές αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, την οποία τεχνηέντως είχαν αποκρύψει" και εν όψει του ότι οι παθόντες ήταν περισσότεροι δεν ήταν αναγκαίο να καθοριστεί το ποσό της ζημίας που αντιστοιχεί σε καθένα από αυτούς, στ) παρατίθενται τα περιστατικά και οι σκέψεις που θεμελιώνουν τις παραδοχές και την κρίση του συμβουλίου ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν από κοινού εκ κερδοσκοπίας και κατ' επάγγελμα το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων (χρημάτων) προερχόμενων από την τέλεση της κακουργηματικής απάτης, ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως και κοινού δόλου, επί τη βάσει σχεδίου, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή και ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των αδικημάτων που συνιστούν την κατά το άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 εγκληματική δραστηριότητα, αναφέρονται δε λεπτομερώς οι μερικότερες πράξεις που έλαβαν χώρα "με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και τη συγκάλυψη της αληθούς προελεύσεως των χρημάτων που αποκτήθηκαν με την εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού, με τις περιγραφόμενες, κατά περίπτωση, μεθοδευμένες συναλλαγές με τις οποίες αποδέχθηκαν, μεταβίβασαν και παρείχαν συνδρομή στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) προκειμένου να προσδώσουν σε αυτά νομιμοφανή υπόσταση, ως προερχόμενα δήθεν από νόμιμες συναλλαγές μέσω χρηματιστηριακού και τραπεζικού συστήματος", ζ) προσδιορίζεται, στην επί της ουσίας εισαγγελική πρόταση, στην οποία το Συμβούλιο επιτρεπτώς αναφέρεται, η κακουργηματική πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από την πράξη της δωροδοκίας δικαστή, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Τ. Α., με λεπτομερή παράθεση, εκτός των τυπικών στοιχείων της κατηγορίας, των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν, κατά τόπο, χρόνο, και ειδικότερες περιστάσεις και κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, η οποία με τον ίδιο σαφή και πλήρη τρόπο επαναλαμβάνεται και στο διατακτικό του βουλεύματος, χωρίς να δημιουργείται εκ τούτου καμία έλλειψη αιτιολογίας, η) προσδιορίζεται επίσης η προηγηθείσα της νομιμοποιήσεως εσόδων αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας δικαστή, (βασικό έγκλημα), που υπέκυψε σε παραγραφή, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος Τ. Α. σε εκπλήρωση υποσχέσεώς του "κατέθεσε σταδιακά, από 11.6.2001, που απολογήθηκε ενώπιον της τότε Ανακρίτριας Κ. Μ. για το πλημμέλημα της χειραγωγήσεως της μετοχής Σ…, μέχρι 31.10.2001, το συνολικό ποσό των 378.000 ευρώ, στον ... λογαριασμό της τελευταίας στην Τράπεζα UBS στην Ελβετία, το οποίο αυτή είχε απαιτήσει προκειμένου να μην απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία για κακουργηματική απάτη και να μην κριθεί προσωρινά κρατούμενος για την πράξη αυτή", θ) αιτιολογείται ιδιαίτερα η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως της νομιμοποιήσεως από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, με την παράθεση της όλης εγκληματικής του δράσεως και την παραδοχή ότι είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή και ετοιμότητα με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεση αδικημάτων που συνιστούν την κατά το άρθρο 1 του ν. 2331/1995 εγκληματική δραστηριότητα (ενεργώντας βάσει οργανωμένου σχεδίου από κοινού με την ως άνω Ανακρίτρια και άλλους, μεταξύ των οποίων και ο Σ. - Π. Κ.), από την οποία προκύπτουν τόσο ο σκοπός του για συγκάλυψη του παραπάνω ποσού (378.000 ευρώ), καθώς και ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από την προηγηθείσα κακουργηματική πράξη της απάτης την οποία είχε διαπράξει, για την οποία έπεισε την Ανακρίτρια με την υπόσχεση καταβολής του άνω ποσού να διαπράξει το έγκλημα της καταχρήσεως εξουσίας, ι) επίσης, αιτιολογείται ιδιαίτερα ο δόλος, που απαιτείται για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τη γνώση όλων των κατηγορουμένων ως προς την αληθή προέλευση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων) και το σκοπό τους να προσδώσουν σε αυτά νομιμοφανή υπόσταση με τις ενέργειές τους, κ) προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων Τ. Α. προκάλεσε την απόφαση στην Ανακρίτρια Κ. Μ. να εκτελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας που αυτή διέπραξε, με την παραδοχή ότι αυτός με πειθώ και φορτικότητα, αλλά και με την υπόσχεση καταβολής χρηματικού ποσού τουλάχιστον 378.000 ευρώ, έπεισε την άνω Ανακρίτρια να μην απαγγείλει εναντίον του κατηγορία για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, για το οποίο είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη. Μετά από αυτά, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά περίπτωση, που προβάλλονται με τις κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων (2ου έως και 8ου), πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις των αυτών αναιρεσειόντων, με τις οποίες, υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει, να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμες, οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων 2ου, 3ου και 4ου και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), να απορριφθούν δε επίσης ως αβάσιμες κατά τα λοιπά (δηλαδή εκτός του μέρους που γίνεται δεκτή η αναίρεση) και οι αιτήσεις των αναιρεσειόντων 5ου έως και 8ου. Χ. Τέλος, κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 485, και στον Άρειο Πάγο, το συμβούλιο με αίτηση ενός των διαδίκων είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη και να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα (ΑΠ 1234/2010, ΑΠ 251/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος Τ. Α., όπως διατυπώνεται κατά λέξη στο από 8.10.2010 υπόμνημά του "δηλώνω επίσης την επιθυμία μου (αίτημα) να κληθώ από το Συμβούλιό Σας προς παροχή εξηγήσεων, μετά των υπογραφόντων το παρόν υπόμνημά μου πληρεξουσίων μου δικηγόρων", ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινίσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως και το από 144 σελίδες υπόμνημά του, μετά των εγγράφων που επισυνάπτει σ' αυτό, διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί το αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) του αναιρεσείοντος Τ. Α. του Κ.. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 86/2.7.2010 αίτηση (δήλωση) της Κ. Μ. του Θ., για αναίρεση του 1000/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Να απορριφθούν οι με αριθμούς 79/25.6.2010, 81/30.6.2010 και 80/30.6.2010 αιτήσεις (δηλώσεις) των αναιρεσειόντων Τ. Α. του Κ., Π. Π. του Σ. και Κ. Τ. του Α., αντιστοίχως, για αναίρεση του 1000/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Να αναιρεθεί εν μέρει, και ειδικότερα κατά το κατωτέρω αναφερόμενο μέρος του, το 1000/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά μερική παραδοχή των αντίστοιχων 76/25.6.2010, 77/25.6.2010, 75/25.6.2010, 88/7.7.2010 αιτήσεων (δηλώσεων) των αναιρεσειόντων Ν. Γ. του Β., Δ. Λ. του Σ., Γ. Μ. του Λ. και Σ. Α. του Δ. και να απορριφθούν οι αιτήσεις αυτών κατά τα λοιπά. Να διαταχθεί η εφαρμογή της ορθής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. β' του Ν. 3424/2005, με τη συνδρομή μόνο της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από υπαίτιο που ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα. Να διαταχθεί η διόρθωση του διατακτικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθώς και του προηγηθέντος αυτού σκεπτικού του Συμβουλίου Εφετών, με την απάλειψη από τις σχετικές κρίσεις και διατάξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα των εξής φράσεων: 1) "και στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας", στους στίχους 22-23 της οπισθίας όψεως του 433ου φύλλου, στους στίχους 1-2 και 20-21 της προσθίας όψεως και στους στίχους 5-6 και 11-12 της οπισθίας όψεως του 434ου φύλλου, 2) "και κατάχρησης εξουσίας" στους στίχους 5-6 της προσθίας όψεως και στους στίχους 8-9 της οπισθίας όψεως του 434ου φύλλου, 3) "και κατά συνήθεια στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας" στους στίχους 3-4 της οπισθίας όψεως του 471ου φύλλου, στους στίχους 9-10 της προσθίας όψεως του 523ου φύλλου, στους στίχους 6-7 της οπισθίας όψεως του 575ου φύλλου, στους στίχους 17-18 της προσθίας όψεως του 603ου φύλλου, στους στίχους 18-19 της προσθίας όψεως του 655ου φύλλου, στους στίχους 12-13 της οπισθίας όψεως του 707ου φύλλου, στους στίχους 17-18 της προσθίας όψεως του 752ου φύλλου, στους στίχους 7-8 της προσθίας όψεως του 758ου φύλλου, στους στίχους 25-26 της προσθίας όψεως του 763ου φύλλου, στους στίχους 7-8 της οπισθίας όψεως του 768ου φύλλου, στους στίχους 7-8 της προσθίας όψεως και 7-8 της οπισθίας όψεως του 774ου φύλλου και στους στίχους 4-5 της οπισθίας όψεως του 782ου φύλλου, 4) "αφετέρου δε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας" στους στίχους 13-14 της οπισθίας όψεως του 786ου φύλλου, 5) "στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας για την τέλεση διαφόρων εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα εγκλήματα της δωροδοκίας δικαστού ως και της καταχρήσεως εξουσίας" στους στίχους 14-18 της προσθίας όψεως του 788ου φύλλου, στους στίχους 12-15 της οπισθίας όψεως του 789ου φύλλου, στους στίχους 19-23 της προσθίας όψεως του 791ου φύλλου και 6) της φράσεως "των πράξεων" στους στίχους 5-6 της προσθίας όψεως και στο στίχο 7 του 434ου φύλλου, σε αντικατάσταση της οποίας να τεθεί η φράση "της πράξεως". Να επεκταθεί το αναιρετικό αυτό αποτέλεσμα και στους αναιρεσείοντες, των οποίων οι αιτήσεις απορρίφθηκαν, καθώς και στους μη ασκήσαντες αναίρεση, αλλά συμπαραπεμφθέντες με το ίδιο βούλευμα κατηγορουμένους, Θ. Κ. του Μ., Ε. Β. του Ο., Ν. Μ. του Δ., Π. Φ. του Δ., Β. Κ. του Ε., Θ. Π. του Α. και Β. Γ. του Α.. Αθήνα, 23 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" 37/8-2-2010 "Σε συνέχεια της 431/23.12.2010 προτάσεως μας, εισάγουμε και το αίτημα του αναιρεσείοντος Τ. Α., που διατυπώνεται εκ νέου στο από 4.2.2011 υπόμνημα του, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού, μετά του συνηγόρου του, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του αρθρ. 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 3904/2010 "εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης" και ισχύει από 23.1.22010 "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση του συνηγόρου του ενώπιον του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτρέψει και την ενώπιον του εμφάνιση του αιτούντος διαδίκου. Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Επί υποθέσεων σε βαθμό κακουργήματος αν ο αιτών δεν έχει συνήγορο, διατάσσεται υποχρεωτικά η εμφάνιση του. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους ή του συνηγόρου του, οφείλει να καλέσει και να ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους, αναλόγως". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Τ. Α. επαναφέρει το αίτημα του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού, μετά του συνηγόρου του, ενώπιον του Συμβουλίου για την παροχή εξηγήσεων και διευκρινίσεων, λόγω των εξειδικευμένων θεμάτων της υποθέσεως. Το Συμβούλιο είναι πλέον υποχρεωμένο, βάσει της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 παρ. 2 του ΚΠΔ, να διατάξει την εμφάνιση του συνηγόρου του αιτούντος ενώπιον του για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Δεν συντρέχει όμως εξαιρετική περίπτωση για την εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου και του αιτούντος διαδίκου, αφού αυτός ήδη με το δικόγραφο της αναιρέσεως και το από 144 σελίδες υπόμνημα του, μετά των εγγράφων που επισυνάπτει σ' αυτό, διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, όπως εκθέτουμε στην παραπάνω πρόταση μας, στην οποία και αναφερόμαστε. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η εμφάνιση του συνηγόρου του αιτούντος ενώπιον του Συμβουλίου Σας, με την ταυτόχρονη εμφάνιση και των συνηγόρων των λοιπών διαδίκων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να διαταχθεί η εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) του συνηγόρου του αιτούντος αναιρεσείοντος Τ. Α. του Κ..- Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 2011 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας" Αφού άκουσε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Κ. Μ., έπειτα αποχώρησε ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο οι με αριθ. 86/2-7-2010, 79/25-6-2010, 81/20-6-2010, 80/30-6-2010, 76/25-6-2010, 77/25-6-2010, 75/25-6-2010 και 88/7-7-2010 αιτήσεις των κατηγορουμένων: α) Κ. Μ. του Θ., β) Τ. Α. του Κ., γ) Π. Π. του Σ. δ) Κ. Τ. του Α., ε) Ν. Γ.του Β., στ) Δ. Λ. του Σ. ζ) Γ. Μ. του Λ. και η) Σ. Α. του Δ. αντιστοίχως, για αναίρεση του 1000/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, Αθηνών με το οποίο οι αναιρεσείοντες μαζί με άλλους, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν: 1) Η Κ. Μ. για α) κατάχρηση εξουσίας και β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιο που ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δικαστού και της καταχρήσεως εξουσίας, 2) οι Τ. Α., Π. Π. και Κ. Τ. για α) απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιους που ασκούν τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα και στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση κακουργηματικής απάτης επιπλέον δε, ο Τ. Α. και για γ) ηθική αυτουργία σε κατάχρηση εξουσίας και δ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιο που ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προελεύσεως περιουσιακών στοιχείων προερχομένων από την τέλεση των πράξεων της παθητικής δωροδοκίας δικαστού και της καταχρήσεως εξουσίας και 3) οι Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α. για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, τελεσθείσα από υπαίτιους που ασκούν τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ομάδας με σκοπό την απόκρυψη της αληθούς προσελεύσεως περιουσιακών στοιχείων, προερχομένων από την τέλεση κακουργηματικής απάτης. Συνεπώς πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Α. Επί της αίτησης αναίρεσης της Κ. Μ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α ΚΠΔ "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα αυτό", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/ 2003 "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ... και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 285, 286, 287 παρ. 2 και 5, 288 και 291 του ίδιου Κώδικα, που προβλέπουν τη δυνατότητα προσφυγής κατά του εντάλματος για την προσωρινή κράτηση, τη διάρκεια (εξακολούθηση και παράταση) της προσωρινής κρατήσεως και την αντικατάσταση αυτής, μετά το παραπεμπτικό βούλευμα, με περιοριστικούς όρους, και πώς επιλύεται κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης, προκύπτει ότι το βούλευμα που αποφαίνεται επί της προσφυγής ή επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους ή την αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με άλλους, δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 906/ 2010, 2061/ 2009, 1047/ 2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον ... βουλεύματος για το οποίο δεν προ βλέπεται ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση ... του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Η άνω αίτηση αναιρέσεως της Κ. Μ., που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, στρέφεται κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτό η από 25-12-2009 αίτηση της για αντικατάσταση με περιοριστικούς όρους της προσωρινής κράτησης, που της επιβλήθηκε με το 22/ 2009 ένταλμα προσωρινής κράτησης του ειδικού Εφέτη ανακριτή και προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 287 και 288 ΚΠΔ.σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 παρ. 1, 3 και 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, καθώς και την έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται κατά το προαναφερόμενο μέρος του αυτοτελώς σε αναίρεση, αφού για την περίπτωση αυτή δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο. Επομένως, η αίτηση της άνω αναιρεσείουσας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ) και πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Β. Επί των αιτήσεων των Τ. Α., Π. Π., Κ. Τ., Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 18 του ν. 3904/ 2010, το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση του συνηγόρου του ενώπιον του με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσει κάθε διευκρίνηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το συμβούλιο, μπορεί να επιτρέψει και την ενώπιον του εμφάνιση του αιτούντος διαδίκου. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Επί υποθέσεων σε βαθμό κακουργήματος, εάν ο αιτών δεν έχει συνήγορο, διατάσσεται υποχρεωτικά η εμφάνιση του. Πάντοτε όμως, όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους ή του συνηγόρου του, οφείλει να καλέσει και ακούσει συγχρόνως και τους υπολοίπους αναλόγως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι από της 23- 12-2010, ημέρας ισχύος του ν. 3904/ 2010, καθιερώνεται ρητώς υποχρέωση του οικείου δικαστικού συμβουλίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση προς έκδοση του βουλεύματος, σε περίπτωση υποβολής σχετικού αιτήματος να διατάξει την εμφάνιση ενώπιόν του συνηγόρου του κατηγορουμένου, προκειμένου αυτός να παράσχει διευκρινήσεις για την υπόθεση. Εφόσον δε το Συμβούλιο κρίνει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, μπορεί να επιτρέχει και την εμφάνιση ενώπιόν του αιτούντος διαδίκου προκειμένου αυτός να παράσχει διευκρινήσεις επί της σε βάρος του κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. 1000/ 2010 ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παρεπέμφθησαν, ως ελέχθη, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και οι άνω επτά αναιρεσείοντες προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι των πιο πάνω κακούργηματικων πράξεων. Κατά του βουλεύματος αυτού, οι άνω επτά αναιρεσείοντες άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις πιο πάνω αιτήσεις για αναίρεση τούτου. Η συζήτηση των αναιρέσεων των κατηγορουμένων τούτων εχώρησε κατά την παρούσα συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 2011, όμως ο εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Τ. Α. υπέβαλε προς το Συμβούλιο τούτο το από 8-12-2010 υπόμνημα του ως και το από 4-2-2011 υπόμνημα του, με τα οποία ζητεί την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον αυτού του Συμβουλίου ως και του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Συνεπώς, ενόψει της άνω δικονομικής διάταξης πρέπει να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του δικηγόρου του αιτούντος αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και. λόγω της πολυπλοκότητας του αντικειμένου και της φύσεως της κρινόμενης υποθέσεως, και η εμφάνιση του ίδιου του αιτούντος προκειμένου να δοθούν οι αναγκαίες διευκρινήσεις για τις σε βάρος του κατηγορίες. Επίσης, πρέπει κατά την άνω διάταξη να κληθούν και εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου και οι λοιποί διάδικοι (λοιποί αναιρεσείοντες) μετά των πληρεξουσίων συνηγόρων τους. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 86/ 2-7-2010 αίτηση της Κ. Μ. του Θ. για αναίρεση του 1000/ 2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Διατάσσει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντος αναιρεσείοντος Τ. Α. και του πληρεξουσίου συνηγόρου του καθώς και την κλήση των λοιπών διαδίκων, ήτοι των Π. Π., Κ. Τ., Ν. Γ., Δ. Λ., Γ. Μ. και Σ. Α. καθώς και συνηγόρων τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου στη δικάσιμο της 20ης Μαΐου 2011 ημέρα Παρασκευή και ώρα τη συνήθη των συνεδριάσεων για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το βούλευμα που αποφαίνεται επί της προσφυγής ή επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους ή την αντικατάσταση τω περιοριστικών όρων με άλλους, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση με τη νέα διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ.
null
null
0
Αριθμός 456/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 9508/2009 αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 631/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 24 Αυγούστου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Υπαρχ/κα του Α.Τ. Αλιβερίου - Εύβοιας ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 19 Οκτωβρίου 2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 21.4.2010, αίτηση του Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 9508/2009 αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 459/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2115/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Φ.-Θ. Ο. του Κ., κάτοικο .... Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ACADIA DIGITAL S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1421/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 22/1.2.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 145/1-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2115/2010 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ασκηθείσα έφεσή του κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 852/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αποφάσισε την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος κατά συναυτουργία και της απάτης κατά συναυτουργία σε βαθμό επίσης κακουργήματος, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 479 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο λόγος αναιρέσεως, που διατυπώνεται αορίστως στη σχετική αίτηση, να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως κατά βουλεύματος, για έλλειψη δηλαδή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί αποφάσεων, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (Ολομ.ΑΠ 2/2002, ΑΠ 1095/2008 ). Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 145/1-11-2010 αίτησή του ο αναιρεσείων ζητάει την αναίρεση του υπ' αριθμ. 2115/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτοντας ότι "αναιρεσιβάλλει ως κατηγορούμενος ενώπιον του Αρείου Πάγου το βούλευμα με αριθμ. 2115/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από έφεσή του κατά του βουλεύματος με αριθμό 852/2010 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τους ακόλουθους λόγους: για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επιφυλάσσομαι να καταθέσω υπόμνημα ενώπιόν σας". Έτσι όμως, όπως είναι διατυπωμένος στην οικεία έκθεση ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά περιστατικών προς θεμελίωση των επικαλουμένων πλημμελειών του προσβαλλομένου βουλεύματος και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως, ενόψει του ότι υπάρχει αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα, καθιστά την αίτηση αυτή απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 145/1-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 2115/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης ένδικου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης ή βουλεύματος είναι να περιέχεται σ' αυτή λόγος αναίρεσης διατυπούμενος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί αλλιώς η αίτηση είναι άκυρη και ως τέτοια απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Απλή επίκληση της οικείας διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης χωρίς αναφορά σχετικών περιστατικών και ειδικότερα, χωρίς προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 1.11.2010, αίτηση αναίρεσης πλήττεται το 2115/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε το 852/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος των πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος κατά συναυτουργία και της απάτης κατά συναυτουργία σε βαθμό, επίσης κακουργήματος. Ζητείται δε η αναίρεσή του, όπως, κατά λέξη αναφέρεται στη σχετική έκθεση: "για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και επιφυλάσσομαι να καταθέσω υπόμνημα ενώπιόν σας", χωρίς, όμως αναφορά σχετικών περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως, η ένδικη αίτηση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, μετά την ειδοποίηση του αντίκλητου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την περί τούτου επί του φακέλου επισημείωση του Γραμματέα, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 1 Νοεμβρίου 2010, αίτηση του Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 2115/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακούργημα. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απορρίπτεται, ως παντελώς αόριστος. Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 441/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ν. Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1192/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ELCO Β. ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπουμένη. Με συγκατηγορούμενους τους: 1.Ν. Τ. του Αναστασίου, 2.Ν. Γ. του Ιωάννη και 3.Ε. Ζ. του Βασιλείου. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1292/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ν.ς Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 414/9-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 ΚΠΔ, την με αριθμό 116/24-9-2010, αίτηση αναίρεσης του κατηγορούμενου Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Ιωάννη Πάσχου, δυνάμει της από 8/7/2010 σχετικής εξουσιοδότησης) κατά του με αριθμό 1192/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 3133/2009 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προκειμένου αυτός να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 €. Κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε το με αριθμό 1192/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και στον αντίκλητο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο, στις 17/9/2010 και στις 16/9/2010 αντίστοιχα και αυτός άσκησε την αίτηση αναίρεσης στις 24/9/2010 (εντός της 10ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με το νόμο) ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από τον τελευταίο η με αριθμό 116/2010 σχετική έκθεση στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ). Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης από τον κατηγορούμενο, αφού τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα (άρθρο 482§1α ΚΠΔ). Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε όλα υπόψη και τα εκτίμησε και όχι μόνο μερικά από αυτά. (Ολ ΑΠ 1/2005). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, στην οποία όμως εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1649/08, ΑΠ 1596/07). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386§1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του σκέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 €, ή και όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 € (ΑΠ 545/2009). ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις αλλά και αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα: Οι εκκαλούντες και ο συμπαραπεμφθείς κατηγορούμενος Δ. Τ. ήταν για πολλά χρόνια υπάλληλοι της εγκαλούσας εταιρείας "ELCO Β. Α.Ε." και συγκεκριμένα ο Δ. Τ. ήταν Προϊστάμενος Προσωπικού, ο Α. Α. Προϊστάμενος λογιστηρίου και από το 1982 Οικονομικός Διευθυντής της Εταιρείας ο Ν. Γ. Προϊστάμενος μηχανογράφησης και ο Ε. Ζ. λογιστής - ταμίας. Η διοίκηση της εγκαλούσας εταιρείας είχε προς αυτούς απεριόριστη εμπιστοσύνη αφού εργαζόταν σ' αυτήν ο μεν πρώτος πάνω από 25 χρόνια, ο δεύτερος πάνω από 30 χρόνια, ο τρίτος πλέον από 15 χρόνια και ο τέταρτος τριάντα χρόνια περίπου. Αρμόδιοι για την καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων ήταν και ο Δ. Τ. και ο Α. Α. σύμφωνα με το Πρακτικό αριθμ. 693/23.12.1999 (ΦΕΚ 2104/20.3.2000) σύμφωνα με το οποίο "το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ομοφώνως χορηγεί και τις παρακάτω αρμοδιότητες και καθήκοντα σε μέλη και μη μέλη αυτού, υπαλλήλους ή μη της εταιρείας μας τους εξής: Α) Διορίζει Διευθυντές της Εταιρείας τους: 1) Α. Κ. Α. κάτοικο ..., οδός ... αρ. 15 ΑΔΤ ... και 2) Δ. Τ., κάτοικο ..., οδός ... αρ. 101, ΑΔΤ ... και σύμφωνα με το άρθρο 19 του καταστατικού, ως τούτο τροποποιηθέν ισχύει σήμερον, αναθέτει όλες τις αρμοδιότητες και καθήκοντα αυτού, που έχει ο Διευθύνων Σύμβουλος και η Αναπληρώτρια Διευθύνοντος Συμβούλου, οι οποίοι να ενεργούν και να δεσμεύουν την εταιρεία από κοινού δι' αμφοτέρων των υπογραφών αυτών Β)Για την καταβολή της μισθοδοσίας ακολουθείτο η εξής διαδικασία. Συντάσσονται πρώτα από τον Δ. Τ. (Προϊστάμενο Προσωπικού) πρόχειρες χειρόγραφες καταστάσεις που περιελάμβαναν τις συνολικές ακαθάριστες αποδοχές (κανονικές αποδοχές Νυκτερινά, Υπερωρίες, Πριμ. Ειδικά Έκτακτα κλπ), τις οποίες στη συνέχεια ο ανωτέρω τις παρέδιδε στον Ν. Γ. (εκκαλούντα Προϊστάμενο και υπεύθυνο Μηχανογράφησης για την μηχανογραφική επεξεργασία (υπολογισμό ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικών κρατήσεων, πληρωτέου ποσού και μηχανογραφική άθροιση των συνολικών ανά κατηγορία ποσών), ώστε βάσει αυτής να συνταχθεί το σχετικό λογιστικό άρθρο της μισθοδοσίας. Δεν υπήρχε έγγραφη διαδικασία ελέγχου των συνταχθέντων μισθοδοτικών καταστάσεων μετά την καταχώρηση τους αλλά αυτή γινόταν από τους Διευθυντές της Εταιρείας Α. Α. και Δ. Τ.. Η καταχώρηση του σχετικού λογιστικού άρθρου της μισθοδοσίας γινόταν από την υπάλληλο του λογιστηρίου Ά. Μ.. Με βάση το παραδοθέν στη συνέχεια στον κατηγορούμενο Ε. Ζ. λογιστικό άρθρο ο ανωτέρω που εκτελούσε καθήκοντα λογιστή - ταμία εξέδιδε ισόποσο επιταγή την οποία προσυπέγραψε ο ίδιος και ο εκκαλών Α. Α.. Η επιταγή κατατίθετο στον τροφοδότη υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας στην Εθνική Τράπεζα και από εκεί στη συνέχεια εγίνετο η καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων με πίστωση των προσωπικών τραπεζικών λογαριασμών των εργαζομένων στην πιο πάνω Τράπεζα. Το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό του κάθε εργαζόμενου γινόταν βάσει στοιχείων που έδιδε η Εταιρεία με μηχανογραφική δισκέτα, που ετοιμάζετο από το Τμήμα Μηχανογράφησης και συνοδευόταν στην Τράπεζα με σχετική διαβιβαστική επιστολή - εντολή της εταιρείας προς την Τράπεζα, που υπεγράφετο από τον Α. Α.. Σε μερικές περιπτώσεις η πληρωμή γινόταν με μετρητά από το ταμείο της εταιρείας και σε αρκετές από τις περιπτώσεις αυτές μέσω του Δ. Τ.. Η εγκαλούσα εταιρεία δια του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Π. Β., λόγω ψιθύρων που υπέπεσαν στην αντίληψή τους για ανωμαλίες που αφορούσαν τις μισθοδοσίες του προσωπικού ζήτησε τον Ιούνιο του 2003 την διενέργεια σχολαστικού και εμπεριστατωμένου ελέγχου και τον ανέθεσε σε Ορκωτούς Λογιστές. Ο κατηγορούμενος και εκκαλών Α. Α., ο οποίος σημειωτέον είχε συνταξιοδοτηθεί το έτος 2000 αμειβόμενος μέχρι τον Απρίλιο 2000 με μισθό, όπως προκύπτει από τις μισθοδοτικές καταστάσεις, που ο ίδιος ως Διευθυντής είχε εγκρίνει και είχε συνεχίσει έκτοτε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην ίδια θέση και να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα αμειβόμενος με δελτίο παροχής υπηρεσιών, εναντιώθηκε στον έλεγχο, αρνούμενος να συνεργαστεί επικαλούμενος δήθεν φόρτο εργασίας και όταν η Διεύθυνση επέμεινε στην διενέργεια του ελέγχου αυτός εγκατέλειψε την θέση του και απεχώρησε χωρίς να διευκολύνει τον έλεγχο όπως έπρεπε και είχε υποχρέωση ως Οικονομικός Διευθυντής. Επίσης και ο υπεύθυνος προσωπικού Δ. Τ. από το οποίο ζητήθηκαν εξηγήσεις για σοβαρές παρατυπίες στην μισθοδοσία, εγκατέλειψε την θέση του και αποχώρησε από την εταιρεία, αφού πρώτα συνέταξε και παρέδωσε στον Π. Β. μία ιδιόχειρη επιστολή με ημερομηνία 26.6.2003, στην οποία ανέφερε τα κάτωθι "Προς Κον Π. Β.. Κ. Β. Για τις οτιδήποτε διαφορές προκύψουν από τον έλεγχο την ευθύνη και το προϊόν έχω εισπράξει εγώ και ουδείς άλλος. Διότι καθώς γνωρίζετε την ευθύνη της μισθοδοσίας από εποχής Κ. την είχε το Γραφ. Προσωπικού στο δε Λογιστήριο εδίδετο μόνο μία λογιστική εγγραφή".Ο έλεγχος των Ορκωτών Λογιστών απέβη αδύνατος ως προς το στοιχείο της διασταύρωσης σύγκρισης των στοιχείων των αποδοχών που ήταν καταγεγραμμένες στις μηνιαίες (Μ.Κ) μισθοδοτικές καταστάσεις και στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας (ΚΕΕ) με τα πιστούμενα ποσά τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εργαζομένων που περιείχοντο στην αποστελλόμενη δισκέτα, διότι οι κατηγορούμενοι δεν ζητούσαν από την Τράπεζα κατάσταση αντιπαραβολής των στοιχείων της δισκέτας (που περιείχε το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό για κάθε εργαζόμενο) και ούτε φυλάσσοντο από τον κατηγορούμενο Ν. Γ., Προϊστάμενο Μηχανογράφησης, με την έγκριση των Διευθυντών της Εταιρείας Δ. Τ. και Α. Α., σε Αρχείο τα δεδομένα της δισκέτας αυτής, με αποτέλεσμα εξαιτίας της έλλειψης αυτής να είναι αδύνατος ο έλεγχος των πληρωτέων ποσών κάθε εργαζόμενου. Επιπρόσθετα δεν υπήρχαν αποδείξεις αναλύσεις πληρωμής της μισθοδοσίας ανά εργαζόμενο με την αντίστοιχη υπογραφή από αυτόν. Το μοναδικό αντίγραφο αναλυτικής καταστάσεως που είχε στην διάθεσή της η εταιρεία όπου εμφανίζοντο τα ποσά με τα οποία πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των εργαζομένων ήταν για το μήνα Μάϊο 2003 και αυτή ετέθη υπόψιν των Ορκωτών Λογιστών. Οι ανωτέρω συγκρίνοντας την πιο πάνω κατάσταση της Τράπεζας με τις Μ.Κ διαπίστωσαν ότι στον λογαριασμό Ν. Γ. κατατέθηκαν επιπλέον 10.450 ευρώ και στον λογαριασμό του Δ. Τ. επιπλέον ποσά 10.449,91 ευρώ. Περαιτέρω από την αντιπαραβολή των αποδοχών που αναγράφοντο στις μισθοδοτικές καταστάσεις (Μ.Κ) με τις αποδοχές που αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας προέκυψαν για το διάστημα που αφορούσε ο έλεγχος ήτοι από 1.7.2002 μέχρι 30.6.2003 διαφορές αποδοχών ύψους 475.219,30 € σύμφωνα με την από Οκτώβριο του 2003 έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή Α. Γ. και ύψος 491.262 ευρώ, σύμφωνα με την από Δεκέμβριο 2004 έκθεση Ελέγχου των Ορκωτών Ελεγκτών Δ. Μ. και Κ. Ν.. Τα ποσά αυτά αφορούσαν επί πλέον αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές οκτώ συγκεκριμένα εργαζομένων και συγκεκριμένα των κατηγορουμένων Τ., Ζ., Γ. και των εργαζομένων Ε. Α., Ν. Μ., Μ. Τ., Ε. Κ., Β. Β.. Από έλεγχο που διενήργησε περαιτέρω το λογιστήριο της εγκαλούσας όπως αναφέρεται στην από 22.12.2004 έγκληση, προέκυψε από την αντιπαραβολή των μισθοδοτικών καταστάσεων (ΜΚ) με τις αποδοχές που αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας οι οποίες και ήταν και οι συμφωνηθείσες και πράγματι οφειλόμενες από την εταιρεία, ότι από το χρονικό διάστημα από 1998 μέχρι 2003 υπάρχουν διαφορές που ανερχόταν στο συνολικό ύψος 1.455.444,46 ευρώ ή 495.942.701 δρχ., καθόσον τα ποσά των ΜΚ ήταν κατά πολύ διογκωμένα από τα πράγματι συμφωνηθέντα οφειλόμενα και δηλωθέντα στην Επιθεώρηση Εργασίας. Οι επιπλέον αυτές αποδοχές όπως προσδιορίζοντο στην μήνυση ήταν καταχωρημένες στη ΜΚ για τους κατηγορουμένους Α. Α. για τα έτη από 1998 έως 2000, του Δ. Τ. και Ν. Γ. για τα έτη από 1998 έως 2003, του Ε. Ζ. από 1999 έως 2003, αλλά και για τους εργαζόμενους Ε. Α. για το έτος 2003, Ν. Μ. για το 2003, Ε. Κ. για τα έτη 2000 έως 2003 Ν. Κ. από 1999 έως 2001, Μ. Τ. από 1999 μέχρι 2003 και Ι. Β. για το έτος 2000. Η μήνυση όμως δεν εστράφη κατά των πιο πάνω έξι (6) εργαζομένων διότι η Διοίκηση της Εταιρείας είχε πεισθεί ότι οι ανωτέρω δεν έλαβαν τα περισσότερα χρήματα που ανεγράφοντο στις ΜΚ γι' αυτούς, αλλά τα νόμιμα και συμφωνηθέντα στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας και ότι τα επιπλέον χρήματα τα έλαβαν οι τέσσερις πιο πάνω κατηγορούμενοι οι οποίοι έχοντας την υποδομή ως εκ της θέσεως που κατείχαν μεθόδευσαν σχέδιο εξαπάτησης της διοίκησης της εγκαλούσας και της Εθνικής Τράπεζας παρουσιάζοντας αυξημένα ποσά αποδοχών στην ΜΚ και για τους ίδιους και για τους πιο πάνω εργαζόμενους, τα οποία όμως στη συνέχεια από κοινού ενεργώντας και συντονισμένα τα πίστωναν μέσω της δισκέτας που έστελναν στην Τράπεζα, αντίγραφο της οποίας φρόντισαν να μην υπάρχει στο Αρχείο Μηχανογράφησης (σκληρού δίσκου) της εταιρείας στους προσωπικούς τους λογαριασμούς επιδιώκοντας με κοινό δόλο να αποκομίσουν οι ίδιοι και ένας έκαστος για τους συγκατηγορουμένους του, το συνολικό ποσό των 1.455.444,46 ευρώ στο οποίο ανήρχετο σύμφωνα με την μήνυση η συνολική ζημία της εγκαλούσας, το οποίο στη συνέχεια κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των (κατηγορουμένων) επιμερίζετο στον καθένα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην μήνυση και πιστωθέντα στον λογαριασμό τους ποσά της συνολικής βλάβης της εγκαλούσας για το ως άνω συνολικό ποσό επελθούσης δια των συντονισμένων και από κοινού ενεργειών όλων των κατηγορουμένων, λόγος και για τον οποίο ασκήθηκε εις βάρος τους η από 25.8.2005 ποινική δίωξη για από κοινού και κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για την από κοινού δράση τους για όλο το χρονικό διάστημα από 1998 έως 2003 κατά το οποίο επέφεραν όλοι συνολική ζημία στην εγκαλούσα ύψους 1.455.444,16 ευρώ (βάσει της μήνυσης), ανεξαρτήτου όντος του ποσού που στην συνέχεια κατά την μεταξύ τους συμφωνία ωφελήθηκε ο καθένας κατά τον επιμερισμό του συνολικού παρανόμου περιουσιακού οφέλους ύψους 1.455.444,16 ευρώ στο οποίο όλοι απέβλεπαν και πέτυχαν με τις επιμέρους τους ως προεκτέθη έκαστος συγκλίνουσες ενέργειές τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές στις οποίες προέβηκαν καθ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Κατά την διάρκεια της κυρίας ανάκρισης εξεδόθη το υπ' αριθμ. 279/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που διέταξε την άρση του τραπεζικού απορρήτου των λογαριασμών των κατηγορουμένων. Στη συνέχεια το ίδιο ως άνω Συμβούλιο με το υπ' αριθμ. 2062/2008 βούλευμά του διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, που θα διευκρίνιζε μεταξύ άλλων, τα ποσά που οι κατηγορούμενοι έχουν λάβει ως μηνιαίες αποδοχές, καθώς και αν τα ποσά αυτά υπερβαίνουν ή όχι τις αποδοχές τους που αναγράφονται στις μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και τις καταστάσεις αποδοχών που αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Έτσι κατόπιν της από 18.2.2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Π. Ν., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 915/2008 διάταξη του Ανακριτή 1ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, προέκυψε ότι ο εκκαλών Α. Α. για τα έτη 1998, 1999 και 2000 ενώ πράγματι έλαβε συνολικά το ποσό των 179.530,58 ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας φαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές 95.381,36 € ενώ στη μισθοδοτική κατάσταση φαίνεται ότι έλαβε 151.849,56 € έχοντας ωφεληθεί παράνομα το ποσό των 84.149,22 ευρώ (που εξευρίσκεται εάν από τα ποσά που πράγματι έλαβε βάσει πιστώσεων στο λογαριασμό του αφαιρεθούν τα πραγματικά ποσά που δικαιούτο να λάβει σύμφωνα με την συμφωνία με την Διοίκηση και τις καταστάσεις στην Επιθεώρηση Εργασίας, ήτοι 179.530,58 - 95.381,36=84.149,22 €), το οποίο και ως άνω ποσό ωφέλειάς του παράνομης, επιμερίζεται για το έτος 1998 σε 17.801,48 € για το 1999 σε 19.465,53 € και για το έτος 2000 και συγκεκριμένα μέχρι τον Απρίλιο 2000 ότε και έπαυσε να πληρώνεται βάσει μισθοδοτικών καταστάσεων σε 46.882,20 €. Ο εκκαλών Ν. Γ. ενώ πράγματι για τα έτη από 1998 έως 2003 έλαβε συνολικά 380.248,25 ευρώ στην κατάσταση επιθεώρησης εργασίας φαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές από 115.333,44 € ενώ στη ΜΚ φαίνεται ότι έλαβε 339.295,01 € ωφελουμένου αυτού παράνομα για όλα τα πιο πάνω έτη του συνολικού ποσού των 264.914,81 € (380.248,25 - 115.333,44 €) το οποίο και ως άνω ποσό επιμερίζεται για το έτος 1998 σε 12.427,57 €, για το 1999 σε 28.111,59 €, για το έτος 2000 σε 26.272,14 €, για το έτος 2001 σε 40.353,99 €, για το 2002 σε 94.551,86 € και για το έτος 2003 σε 63.197,60 €. Ο εκκαλών Ε. Ζ. ενώ πράγματι για τα έτη από 1998 έως 2003 έλαβε συνολικά 105.244,15 € στην κατάσταση εργασίας στην Επιθεώρηση φαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές 83.173,72 € και στην ΜΚ φαίνεται ότι έλαβε 173.042,41 € ωφελουμένου αυτού παράνομα συνολικά του ποσού 22.070,43 ευρώ, που επιμερίζεται για το έτος 1999 σε 1.422,82 € για το 2000 σε 3034,89 €, για το 2001 σε 1.512,60 €, για το 2002 σε 6091,95 € για το έτος 2003 σε 11.060,76 €, αφαιρουμένου και του ποσού των 1.052,59 € που έλαβε λιγότερα από τον κανονικά οφειλόμενο σ' αυτόν μισθό το 1998. Ο κατηγορούμενος Δ. Τ. ενώ πραγματικά έλαβε από 1998 έως 2003 το συνολικό ποσό των 807.762,32 ήτοι 424.956,79 € βάσει πιστώσει στην Τράπεζα και 382.805,53 βάσει επιταγής πληρωμής, ήτοι εμφανίζεται στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας να λαμβάνει συνολικά 156.700,85 € στις δε ΜΚ 459.322,31 ευρώ ωφελουμένου αυτού παράνομα κατά το ποσό των 651.061,47 ευρώ. 'Οπως δε προέκυψε από την πιο πάνω από 8.2.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και επιβεβαιώθηκε και από τους μάρτυρες οι εργαζόμενοι Μ. Τ., Ι. Β., Ε. Κ., Ν. Κ., Ν. Μ. και Ε. Α. ελάμβαναν πράγματι τα ποσά που αναφέρονται γι' αυτούς στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας δια της πιστώσεως των λογαριασμών τους και όχι τα αυξημένα ποσά που αναφέρονται για αυτούς στις μισθοδοτικές καταστάσεις, τα οποία και πιστώνοντο μέσω της δισκέτας που στελνόταν στην Τράπεζα, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων, εν αγνοία της εγκαλούσης εταιρείας και των πιο πάνω εργαζομένων στους οποίους όπως και στους λοιπούς εργαζόμενους οι κατηγορούμενοι μεθοδευμένα και δολίως δεν απέδιδαν αναλυτικό φύλλο μηνιαίας μισθοδοσίας, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι παράνομες πράξεις τους, λόγος για τον οποίο και δεν είχαν αποθηκεύσει στο Αρχείο (σκληρό δίσκο) μηχανογράφησης της Εταιρείας και τα δεδομένα της δισκέτας, που έστελναν στην Τράπεζα. Οι εκκαλούντες και ο κατηγορούμενος Δ. Τ. αρνούμενοι τις κατηγορίες, υπεστήριξαν ότι το πιο πάνω σχέδιο εξυφάνθη καθ' υπόδειξη του Προέδρου της εγκαλούσας Π. Β., προκειμένου δι' αυτού του τεχνάσματος να καταβάλλοντο οι αποδοχές σε εργαζόμενους στην εταιρεία συνταξιούχους και παράνομους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν εφαίνοντο στις καταστάσεις που στέλνοντο στην Επιθεώρηση Εργασίας ούτε στις καταστάσεις μισθοδοσίας της Εταιρείας. Τα δε επιπλέον χρήματα που πιστώνοντο οι λογαριασμοί τους στην συνέχεια εδίνοντο στους πιο πάνω εργαζόμενους. Επιπλέον ο εκκαλών Α. Α. ισχυρίζεται ότι το ποσό που έλαβε των 179.530,58 € ανταποκρινόταν στις πραγματικές συμφωνηθείσες με τη Διοίκηση αμοιβές του και λανθασμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν περιελήφθησαν και οι αποδοχές του για το διάστημα από 6.4.2000 μέχρι 7.8.2000 που φέρεται να συνταξιοδοτήθηκε, ώστε ν' αφαιρεθούν και αυτά τα κονδύλια από τις καταθέσεις του. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι πιστώνοντο οι λογαριασμοί τους με περισσότερα χρήματα τα οποία στη συνέχεια εδίδοντο σε αλλοδαπούς και συνταξιούχους εργαζομένους στην εταιρεία, είναι αναπόδεικτοι και αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει ν' απορριφθούν, καθόσον διατυπώνονται αόριστα και γενικά χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς όλοι οι αριθμοί των δήθεν παρανόμως απασχολουμένων στην εταιρεία, τα στοιχεία ταυτότητας και οι δ/νσεις ενός εκάστου εξ αυτών, ο ακριβής χρόνος εργασίας εκάστου παρανόμως εργαζόμενος στην εταιρεία, οι μηνιαίες αυτού αποδοχές και ο τρόπος συγκεκριμένα εξόφλησης ενός εκάστου δι' έκαστο δήθεν οφειλόμενο σ' αυτό ποσό. Άλλωστε εάν πράγματι ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί αυτών θα υπήρχαν και άλλα έγγραφα (όπως αποδείξεις πληρωμής κλπ), τα οποία θα πιστοποιούσαν την καταβολή των δεδουλευμένων προς αυτούς τους εργαζόμενους που θα έπρεπε να τηρούντο στην εταιρεία για την εξασφάλιση αυτής και των κατηγορουμένων έναντι των απαιτήσεων των εργαζομένων αυτών, τα οποία οι κατηγορούμενοι ως εκ της θέσεώς των στην εταιρεία θα τα εγνώριζαν και θα τα επικαλούντο αν υπήρχαν. Επιπλέον εάν ο εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας Π. Β. ήταν ο σχεδιαστής και υποκινητής του πιο πάνω σχεδίου, δεν θα παρήγγελνε ενέργεια διαχειριστικού ελέγχου εξ αιτίας του οποίου αμέσως αποχώρησαν από την εταιρεία οι κατηγορούμενοι Δ. Τ. και Α. Α., αρνούμενοι να παράσχουν την βοήθειά τους στον έλεγχο. Εξάλλου ο εκκαλών Ε. Ζ. υποστηρίζει ότι πίστευε ότι τα επιπλέον χρήματα που αναφέρονται στις ΜΚ που τον αφορούσαν τα έπαιρνε ο συνταξιούχος Κ. Δ., ο οποίος όμως σύμφωνα με την απολογία του εκκαλούντος Α. Α. είχε εργασθεί για ένα έτος μετά την συνταξιοδότηση του, ενώ ο λογαριασμός του Ε. Ζ. σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη πιστώνεται από το έτος 1999 έως και 2003 με μη οφειλόμενα προς αυτόν ποσά. Ο δε όψιμα και δια των λόγων εφέσεως αυτού επικαλούμενος ισχυρισμός του Ε. Ζ. ότι τα επιπλέον καταβληθέντα ποσά αφορούσαν το ποσό των 300 ευρώ που του καταβάλλετο μηνιαίως ως bonus και ήτο συμφωνηθέν είναι επίσης αναπόδεικτο και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον ακόμα και αν ήταν αληθής και τα ποσά που του κατατίθεντο επιπλέον αφορούσαν το bonus θα έπρεπε να ήταν ισόποσα κατανεμημένα δια έκαστο έτος, γεγονός όμως που δεν προέκυψε από την πραγματογνωμοσύνη. Επιπρόσθετα δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος Α. Α., με βάση την από 1.8.2000 σε φωτ/φο προσκομισθείσα καταγγελία συμβάσεως εργασίας αυτού, με την οποία φέρεται να απολύεται από την εταιρεία (ως εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας) στις 1.8.2000 με ποσό αποζημιώσεως 63.756.000 δρχ., αφού αφενός μεν προκύπτει από τις μισθοδοτικές καταστάσεις της εγκαλούσας ότι εργαζόταν σ' αυτήν με την πιο πάνω σχέση μέχρι αρχές Απριλίου 2000 γεγονός που εάν δεν αλήθευε, δεν θα το ενέκρινε και ο ίδιος, ο οποίος και μετά την συνταξιοδότησή του συνέχιζε να εργάζεται στην ίδια θέση ως Δ/ντής Οικονομικού, αφετέρου η εγκαλούσα με την μήνυσή της, του αποδίδει μομφή ότι έλαβε επιπλέον αποζημίωσης για την ανάλυσή του ποσό 15.939.000 δρχ. με ένταλμα πληρωμής που φέρνει την υπογραφή του, εν αγνοία της διοικήσεως, γεγονός που οδηγεί σε αμφισβήτηση και του χρόνου απόλυσης αλλά και του συμφωνηθέντος μεταξύ των μερών ακριβούς ποσού αποζημίωσης απόλυσης, λόγος για τον οποίο πρέπει ν' απορριφθούν τα δια των λόγων εφέσεώς του αιτήματα για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Ωσαύτως πρέπει ν' απορριφθούν και τα δια των λόγων εφέσεων υποβληθέντα αιτήματα και των άλλων δύο εκκαλούντων, για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, προκειμένου ν' αποδειχθούν οι ισχυρισμοί τους ως και δια να προσκομισθούν πρόσθετα έγγραφα και για να εξεταστούν και άλλοι μάρτυρες, καθόσον αυτά δεν κρίνονται αναγκαία, ούτε και φαίνονται ικανά να διαφωτίσουν έτι περαιτέρω την υπόθεση, η οποία έχει διαλευκανθεί αρκούντως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και κυρίως την από 18.2.2009 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε στα πλαίσια διαταχθείσας συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης. Επίσης και το αίτημα του εκκαλούντος Ν. Γ. για να κληθούν να καταθέσουν ενώπιόν Σας μάρτυρες, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον δεν προβλέπεται από σχετική διάταξη. Ωσαύτως και το αίτημα του ανωτέρω για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο δια διευκρινίσεις πρέπει ν' απορριφθεί, διότι με τα απολογητικά του υπομνήματα έχει αρκούντως αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και τις θέσεις του. Επιπλέον ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ε. Ζ. ότι δεν εκτελούσε και ταμειακές πράξεις και ήταν μόνον λογιστής, καταρρίπτεται πλην των άλλων και από την κατάθεση της μάρτυρος Ε.-Μ. Μ., επίσης ταμία της εταιρείας, που καταθέσει ότι ο ανωτέρω την βοηθούσε στις πληρωμές και από την απολογία του εκκαλούντος Οικονομικού Δ/ντή Α. Α., ότι ο ανωτέρω έκοβε και προσυπέγραψε την επιταγή μισθοδοσίας όλων των εργαζομένων, με την οποία πιστώνετο ο τροφοδότης λογαριασμός της εγκαλούσας εταιρείας στην Τράπεζα, από τον οποίο κατεβάλλοντο οι αποδοχές των εργαζομένων. Ουδεμία δε άγνοια δύνανται να επικαλούνται οι εκκαλούντες αφού αντίγραφα των καταστάσεων μισθοδοσίας φυλάσσοντο και στο Λογιστήριο της εταιρείας δια τον φορολογικόν έλεγχο των δαπανών από ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών ή ΥΕΕ (ΣΔΟΕ) και ήταν ευχερής η αντιπαραβολή των στοιχείων αυτών με τα ποσά των επιταγών που δεν συνέπιπταν, τα δε ποσά με τα οποία πιστώνοντο επιπλέον οι τραπεζικοί λογαριασμοί όλων των κατηγορουμένων καταχωρούντο στις δισκέτες που στέλνοντο στην Τράπεζα, από τον εκκαλούντα Ν. Γ. Προϊστάμενο Μηχανογράφησης, με την σύμφωνο γνώμη και αποδοχή της πράξης του απ' όλους τους κατηγορουμένους που τελικά αποκόμιζαν τα παράνομα περιουσιακά οφέλη, ενεργώντας επανειλημμένα, μεθοδευμένα και συστηματικά βάσει σχεδίου και υποδομής που είχαν διαμορφώσει για να πορίζονται επιπλέον εισόδημα σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας που ανέρχεται συνολικά βάσει της από 18.2.2009 λογιστικής πραγματογνωμοσύνης στο ποσό των 1.022.195,93 ευρώ, το οποίο και περιλαμβάνετο στην αρχικώς ασκηθείσα ποινική δίωξη και στο οποίο ποσό θα πρέπει να διορθωθεί το αναγραφόμενο στο εκκαλούμενο βούλευμα ποσό των 831.965,46 ευρώ, ως συνολική ζημία, διορθουμένου και του οφέλους του κατηγορουμένου Δ. Τ. από το αναγραφόμενο στο βούλευμα ποσό των 460.831 ευρώ στο ορθό 651.061,47 ευρώ καθόσον εσφαλμένα υπέλαβε το βούλευμα ότι για το ως άνω παραπάνω ποσό δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη ενώ η ποινική δίωξη αφορούσε συνολική ζημία ύψους 1.455.444,46 ευρώ για το σύνολο της οποίας είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος όλων των κατηγορουμένων ανεξαρτήτως του οφέλους που έκαστος απεκόμισε, αφού ο καθένας ενεργούσε ώστε και ο ίδιος και οι άλλοι να αποκομίσουν το παραπάνω συνολικό όφελος, μη επελθούσης μεταβολής της πράξεως κατά τα στην αρχή αναφερόμενα, δια τον σαφέστερον προσδιορισμόν της πράξεως, άνευ μεταβολής της βάσης των γεγονότων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Επειδή από τα προεκτεθέντα προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων για την πράξη που παραπέμφθηκαν με το εκκαλούμενο βούλευμα να δικαστούν, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις των ν' απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να προσδιοριστεί όπως προεκτέθη σαφέστερα η κατηγορία διορθωμένου του ποσού της συνολικής ζημίας της εγκαλούσας και του περιουσιακού οφέλους του κατηγορουμένου Δ. Τ. και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες έκαστος στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε 220 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση και κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου από το συλλεγέν κατά την διάρκεια της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως αποδεικτικό υλικό προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, που δικαιολογούν την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, ήτοι για πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 13 περ. γ και στ, 45, 98 και 386 παρ. 1β, 3α Π.Κ. όπως αντικ. με το αρθρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και δη για τους λόγους που εκτίθενται στην Εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς και νομίμους και προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται, προς επίρρωση των οποίων σημειωτέον επιβάλλεται να προστεθούν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Ότι οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες: α) Α. Α., β) Ν. Γ. και γ) Ε. Ζ. με τις ιδιότητές των, του Προϊσταμένου λογιστηρίου και από το έτος 1982 του οικονομικού διευθυντού ο πρώτος, του προϊσταμένου μηχανογράφησης ο δεύτερος και του λογιστή - ταμία ο τρίτος, τυγχάνοντες αρμόδιοι για την κατάρτιση και τον έλεγχο των μισθοδοτικών καταστάσεων του προσωπικού της εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "ΕLCO Β. Α.Ε.", κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους επέτυχαν να ωφεληθούν παρανόμως τα κατωτέρω ειδικώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά με τον τρόπο που με λεπτομέρεια εκτίθεται στην Εισαγγελική πρόταση, και ειδικότερα δια της αναγραφής στις πρόχειρες χειρόγραφες καταστάσεις μισθοδοσίας του προσωπικού της άνω εταιρείας, επί τη βάσει των οποίων συνετάσσετο εν συνεχεία το σχετικό λογιστικό άρθρο της μισθοδοσίας, το οποίο, καταχωρούμενο σε δισκέτα, διαβιβάζετο ακολούθως με εντολή -επιστολή της εταιρείας προς την τράπεζα, στην οποία ετηρείτο τροφοδότης λογαριασμός της, προκειμένου να πιστωθούν οι λογαριασμοί των δικαιούχων μισθωτών δια των αναφερομένων σ' αυτή (δισκέτα) χρηματικών ποσών, τα οποία όμως ήσαν κατά πολύ μεγαλύτερα εκείνων, τα οποία εδικαιούντο ούτοι (μισθωτοί) να λάβουν και πράγματι ανεγράφοντο στις καταστάσεις μισθοδοσίας, οι οποίες υπεβάλλοντο υπό των ιδίων κατηγορουμένων στην Επιθεώρηση Εργασίας και έτσι ηδυνήθησαν δια του τρόπου τούτου να καρπωθούν την εντεύθεν μεταξύ των ποσών των αναγραφομένων στις δύο αυτές καταστάσεις προκύπτουσα διαφορά, η οποία επιστώνετο στους ίδιους αυτών λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, με την μέθοδο αυτή: α) ο εκκαλών Α. Α. ενώ κατά έτη 1998, 1999 και 2000, έλαβε πράγματι για καθαρές αποδοχές συνολικά το ποσό των 179.530,58 Ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας εμφανίζεται ότι έλαβε ως καθαρές αποδοχές το ποσό των 95.381,36 Ευρώ και στη μισθοδοτική κατάσταση εμφανίζεται ότι έλαβε το ποσό 151.849,56 Ευρώ, έχοντας έτσι ωφεληθεί παράνομα το ποσό των (179.530,58 - 95.381,36=) 84.149,22 Ευρώ, το οποίο ανέρχεται για το έτος 1998 στο ποσό των 17.801,48 Ευρώ, για το έτος 1999 στο ποσό των 19.465,53 και για το έτος 2000 και δη μέχρι τον Απρίλιο του ιδίου έτους, οπότε έπαυσε να πληρώνεται βάσει μισθοδοτικών καταστάσεων, στο ποσό 46.882,20 Ευρώ. β) Ο κατηγορούμενος - εκκαλών Ν. Γ. ενώ κατά τα έτη 1998 έως 2003 έλαβε πράγματι για την ίδια αιτία, ήτοι για καθαρές αποδοχές συνολικά το ποσό των 380.248,25 Ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας εμφαίνεται ότι έλαβε για καθαρές αποδοχές το ποσό των 115.333,44 Ευρώ και στην μισθολογική κατάσταση εμφαίνεται ότι έλαβε το ποσό των 339.295,01 Ευρώ, επιτυχών ούτω να ωφεληθεί το ποσό των (380.248,25 - 115.333,44=) 264.914,81 Ευρώ, το οποίο ανέρχεται για κάθε ένα από τα παραπάνω έτη στο ποσό των 12.427,57 Ευρώ για το έτος 1998, σε 28.111,59 Ευρώ για το έτος 1999, σε 26.272,14 Ευρώ για το έτος 2000, σε 40.353,99 Ευρώ για το έτος 2001, σε. 94.551,86 Ευρώ για το έτος 2002 και σε 63.197,60 Ευρώ για το έτος 2003 και γ) Ο εκκαλών Ε. Ζ., ενώ πράγματι κατά τα έτη 1998 έως 2003 έλαβε συνολικά για την αυτή ως άνω αιτία το ποσό των 105.244,15 Ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας εμφαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 83.173,72 και στις μισθολογικές καταστάσεις εμφαίνεται ότι έλαβε 173.042,41 Ευρώ, επιτυχών ούτω να ωφεληθεί παρανόμως το ποσό των (105.244,15 - 83.172,72=) 22.070,43 Ευρώ, το οποίο ανέρχεται για το έτος 1999 σε 1.422,82 Ευρώ, για το έτος 2000 σε 3.034,89 Ευρώ, για το έτος 2001 σε 1.512,60 Ευρώ για το έτος 2002 σε 6.091,95 Ευρώ και για το έτος 2003 σε 11.060,76 Ευρώ, αφού αφαιρεθεί και το ποσό των 1.052,59 που έλαβε λιγότερα από τον κανονικό οφειλόμενο σ' αυτόν μισθό το έτος 1998. Τέλος και ο έτερος κατηγορούμενος και μη ών ήδη εκκαλών Δ. Τ., ενώ πράγματι για το από το έτος 1998 μέχρι 2003 χρονικό διάστημα έλαβε για την ιδία ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 807.762,32 Ευρώ, ήτοι 424.956,79 Ευρώ κατόπιν πιστώσεως του ατομικού του λογαριασμού του στην Τράπεζα και 382.805,53 Ευρώ βάσει επιταγής πληρωμής, στις καταστάσεις Επιθεώρησης Εργασίας εμφανίζεται να λαμβάνει συνολικά το ποσό των 156.700,85 Ευρώ και στις μισθολογικές καταστάσεις το ποσό των 459.322,31 Ευρώ, επιτυχών ούτω να ωφεληθεί παράνομα κατά το ποσό των 651.061,47 Ευρώ. Όλα δε τα ανωτέρω επί μέρους χρηματικά ποσά επέτυχαν να αποκομίσουν οι κατηγορούμενοι με τον ως άνω περιγραφόμενο απατηλό τρόπο με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης εταιρείας. Τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν κατά νόμο την αποδιδομένη στους κατηγορουμένους ως άνω αξιόποινη πράξη, της απάτης, την οποία τέλεσαν από κοινού ούτοι και δη επί τη βάσει οργανωμένου εκ των προτέρων σχεδίου, επιβεβαιώνονται τόσο από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι εργαζόμενοι στην εταιρεία Μ. Τ., Ι. Β., Ε. Κ., Ν. Κ., Ν. Μ. και Ε. Α. ελάμβαναν πράγματι μόνον τα ποσά που αναφέρονται γι' αυτούς στις καταστάσεις Επιθεώρησης Εργασίας, με τα οποία και επιστώνοντο οι τραπεζικοί των λογαριασμοί, και όχι τα αυξημένα χρηματικά ποσά, τα οποία ανεγράφοντο στις μισθοδοτικές καταστάσεις και στις δισκέτες, που αποστέλλετο στην εντεταλμένη προς πληρωμήν των Τράπεζα προκειμένου να πιστωθούν οι τηρούμενοι σ' αυτή προσωπικοί των λογαριασμοί καθώς και ότι όλα αυτά ελάμβαναν χώρα εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρείας και των ανωτέρω δικαιούχων εργαζομένων, στους οποίους οι κατηγορούμενοι σκοπίμως απέφευγαν να αποδώσουν αναλυτικό φύλλο μηνιαίας μισθοδοσίας των, προκειμένου να μη είναι ευχερής η από μέρους των αποκάλυψη της ως άνω παρανόμου δραστηριότητος των, όσο και από την από 18.2.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονος Π. Ν., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 915/2008 διάταξη του Ανακριτού του 1ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, ο οποίος αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενεργούντες υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές των, και χρησιμοποιώντας τα ανωτέρω εν λεπτομερεία περιγραφόμενα τεχνάσματα, επέτυχαν να ωφεληθούν παρανόμως με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσης εταιρείας τα προεκτεθέντα χρηματικά ποσά. 2) "Οτι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι η αναγραφή στις μισθοδοτικές καταστάσεις του προσωπικού, που υποβάλλοντο στην Επιθεώρηση Εργασίας, χρηματικών ποσών διαφορετικών από εκείνα που αναγράφοντο στις μισθοδοτικές καταστάσεις και στις δισκέτες που απεστέλλοντο στην εντεταλμένη προς πληρωμή των δικαιούχων μισθωτών τράπεζα, και δη η αναγραφή στις τελευταίες ποσών μεγαλυτέρων των αναγραφομένων στις πρώτες, εγένετο καθ' υπόδειξη του Προέδρου της εγκαλούσης εταιρείας Π. Β., προκειμένου δια του τεχνάσματος αυτού να καθίσταται εφικτή η ανεπίσημη καταβολή αποδοχών σε εργαζομένους στην εταιρεία συνταξιούχους και παρανόμως απασχολουμένους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν αναγράφοντο στις καταστάσεις που απεστέλλοντο στην Επιθεώρηση Εργασίας ούτε στις καταστάσεις μισθοδοσίας της εταιρείας ενώ εν συνεχεία επιστώνοντο οι λογαριασμοί τους και τα χρήματα αυτά εδίδοντο στους ανωτέρω εργαζομένους και να αποφεύγεται δια του τρόπου αυτού η επιβάρυνση της εταιρείας με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ελέγχονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των ως άνω φερομένων ως παρανόμως απασχοληθέντων μισθωτών, ούτε μνημονεύονται τα στοιχεία ταυτότητος και οι διευθύνσεις κατοικίας εκάστου εξ αυτών, ούτε τέλος αναφέρεται ο χρόνος εργασίας εκάστου τούτων στην εταιρεία και τέλος δεν αναφέρονται οι μηνιαίες αποδοχές των και ο τρόπος εξοφλήσεως του οφειλομένου για κάθε ένα εξ αυτών χρηματικού ποσού. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, δεν επικαλούνται ούτε οπωσδήποτε προσκομίζουν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι αποδεικτικά στοιχεία ή άλλα έγγραφα, όπως αποδείξεις πληρωμής από τα οποία να προκύπτουν ότι οι ανωτέρω εργαζόμενοι έλαβαν πράγματι τις δεδουλευμένες αποδοχές των, τα οποία (έγγραφα) είναι πρόδηλο ότι θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί, αν ήσαν έτσι τα πράγματα, προεχόντως για την διασφάλιση των συμφερόντων της εγκαλούσης εταιρείας, αλλά και των ιδίων των κατηγορουμένων. Είναι εξάλλου προφανές ότι εάν πράγματι ο ανωτέρω εκπρόσωπος της εταιρείας, είχε πείσει τους κατηγορουμένους να ενεργήσουν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και για τον προεκτεθέντα σκοπό, όπως αυτοί ήδη διατείνονται, δεν θα είχε λόγο και δεν θα παρήγγειλε την διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν οικονομικές ατασθαλίες εις βάρος της εγκαλούσης εταιρείας, κατά την διάρκεια του οποίου (ελέγχου) μάλιστα οι εκ των κατηγορουμένων Δ. Τ. και Α. Α. ηρνήθησαν να συνεργαστούν με τον ορισθέντα προς τούτο λογιστή και να παράσχουν την βοήθειά τους, αλλά αντιθέτως απεχώρησαν από την εταιρεία. 3) Ότι ομοίως ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Α. Α. ότι το ποσό των 179.530,58 Ευρώ, που έλαβε ανταπεκρίνετο στις πραγματικές συμφωνηθείσες με την Διοίκηση αμοιβές του και ότι λανθασμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν περιελήφθησαν οι αποδοχές του για το διάστημα από 6.4.2000 μέχρι 7.8.2000, κατά το οποίο, καίτοι συνταξιούχος, παρά ταύτα εργάστηκε στην εγκαλούσα εταιρεία, ώστε να αφαιρεθούν και τα χρηματικά αυτά ποσά των αποδοχών του από τις καταθέσεις του, όπως τούτο προκύπτει από την από 1.8.2000 προσκομισθείσα καταγγελία της συμβάσεως του, με την οποία φέρεται να απολύεται από την εταιρεία (ως εργαζόμενος με σχέση εξηρτημένης εργασίας) με ποσό αποζημιώσεως 63.756.000 δραχμές, ελέγχεται αβάσιμος κατ' ουσίαν και εντεύθεν απορριπτέος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις μισθοδοτικές καταστάσεις της εγκαλούσης εταιρείας, ούτος εργάστηκε στην τελευταία με την πιο πάνω σχέση μέχρι τις αρχές του μηνός Απριλίου 2000, γεγονός που εάν δεν ανταπεκρίνετο στην αλήθεια, δεν θα ενέκρινε και ο ίδιος τις μισθοδοτικές καταστάσεις, στις οποίες αναφέρεται ότι εργάστηκε μέχρι του ανωτέρω χρόνου της καταγγελίας της συμβάσεώς του. Και ναι μεν εξηκολούθησε να παρέχει ούτος τις υπηρεσίες του στην εγκαλούσα εταιρεία και κατά το μεταγενέστερο της άνω καταγγελίας της συμβάσεώς του και μέχρι της αποχωρήσεώς του ως άνω χρονικό διάστημα, κατά το διάστημα όμως αυτό δια την παροχή των άνω υπηρεσιών του αυτών αμοίβονταν με την από μέρους του έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, ώστε έτσι να μη καθίστατο απαραίτητη η αναφορά του ονόματός του στις μισθοδοτικές καταστάσεις. Εν όψει αυτών καθίσταται προφανές ότι το αίτημα του εκκαλούντος τούτου, που διαλαμβάνεται στην κρινομένη έφεσή του και στο ενώπιον του Συμβουλίου τούτου υποβληθέν υπόμνημά του για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών του ελέγχεται αβάσιμο στην ουσία του και εντεύθεν απορριπτέο, και τέλος 4) "Οτι ο ισχυρισμός του ετέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Ε. Ζ. σύμφωνα με τον οποίο τελούσε ούτος σε δεδικαιολογημένη πλάνη ότι τα επιπλέον χρηματικά ποσά, που έναντι του ονόματός του αναγράφοντο στις υποβαλλόμενες στην τράπεζα μισθοδοτικές του καταστάσεις προωρίζονταν να δοθούν στον συνταξιούχο Κ. Δ. και γι' αυτό απεδέχετο να πιστώνεται με αυτά ο προσωπικός του λογαριασμός, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι σύμφωνα με όσα εξέθεσε ο εκ των κατηγορουμένων Α. Α. και διαλαμβάνονται στην ανακριτική του απολογία, ο ανωτέρω Κ. Δ. εργάστηκε στην εγκαλούσα εταιρεία μόνο για ένα έτος μετά την συνταξιοδότησή του, ενώ με τα επιπλέον ως άνω χρηματικά ποσά επιστώνετο ο λογαριασμός του κατηγορουμένου τούτου κατά τα έτη 1999 μέχρι 2003, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο ο ανωτέρω Κ. Δ. δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στην εγκαλούσα εταιρεία, γεγονός το οποίο επιβεβαιούται κατά τούτο και από το περιεχόμενο της ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Επίσης και ο όψιμα το πρώτο δια της εφέσεώς του επικαλούμενος ισχυρισμός του ότι τα επιπλέον καταβληθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά αποτελούσαν στην πραγματικότητα το ποσό των 300 Ευρώ, που του κατεβάλλετο μηνιαίως ως ΒΟΝUS, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον θα έπρεπε τα ανωτέρω ποσά να ήταν ισόποσα κατενεμημένα δι' έκαστον έτος, γεγονός όμως που δεν προέκυψε από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ιδίου ως άνω εκκαλούντος ότι δεν εκτελούσε και ταμειακές πράξεις και ότι ήταν μόνο λογιστής τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος, όπως τούτο επιβεβαιούται εκτός των άλλων και από την κατάθεση της μάρτυρος Ε.-Μ. Μ., επίσης ταμία της εταιρείας, που καταθέτει ότι ο ανωτέρω την βοηθούσε στις πληρωμές, αλλά και από την απολογία του εκκαλούντος Α. Α., που ισχυρίζεται ότι ούτος (Ε. Ζ.) "έκοβε και προσυπέγραψε την επιταγή μισθοδοσίας όλων των εργαζομένων", με την οποία πιστώνετο ο τροφοδότης λογαριασμός της εγκαλούσης εταιρείας στην Τράπεζα. Τέλος από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι στις ανωτέρω πράξεις προέβησαν οι κατηγορούμενοι κατόπιν οργανωμένου σχεδίου, προς τον σκοπό όπως αποκομίσουν αθέμιτο όφελος με βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσης εταιρείας και ότι η συνολική ζημία, την οποία υπέστη η τελευταία από την προεκτεθείσα παραβατική συμπεριφορά των ανέρχεται στο ποσό των 1.022.195,93 Ευρώ και όχι στο ποσό των 831.965,46 Ευρώ, το οποίο δέχτηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο με το εκκαλούμενο βούλευμα του, και επίσης ότι εκ του ποσού αυτού ο κατηγορούμενος Δ. Τ. ωφελήθηκε το ποσό των 651.061,47 Ευρώ και όχι το ποσό των 460.831, που εσφαλμένα δέχτηκε το εκκαλούμενο βούλευμα, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η διόρθωση κατά τούτο του εκκαλουμένου βουλεύματος, της διορθώσεως αυτής μη συνιστώσης ανεπίτρεπτη μεταβολή της ως άνω κατά των κατηγορουμένων απαγγελθείσης κατηγορίας επί απάτη, δεδομένου ότι με την διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται η αντικειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στους κατηγορουμένους ως άνω αξιοποίνου πράξεως της απάτης, αλλά προσδιορίζονται σαφέστερα τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτής πραγματικά περιστατικά. Τέλος, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμα και τα διαλαμβανόμενα στις εφέσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Ν. Γ. και Ε. Ζ. αιτήματα για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης προκειμένου να ελεγχθούν οι προαναφερόμενοι και ως αβάσιμοι ως άνω κριθέντες ισχυρισμοί των και δη με την προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων και την εξέταση και άλλων μαρτύρων των, δεδομένου ότι κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου εκ των συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων η υπόθεση έχει επαρκώς διαλευκανθεί και δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ούτε και λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο και το αίτημα του εκ των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Ν. Γ. για αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου τούτου εμφάνιση του προς παροχή διευκρινίσεων επί της προκειμένης υποθέσεως, δεδομένου ότι, ούτος με την κρινομένη έφεση του έχει επαρκώς αναπτύξει τις απόψεις του, ώστε να μη είναι πλέον αναγκαία η εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων. Μετά ταύτα πρέπει, αφού προσδιοριστεί σαφέστερα η αποδιδομένη στους κατηγορουμένους κατηγορία, κατά τον εις το διατακτικό του παρόντος αναφερόμενο τρόπο και διορθωθεί κατά τούτο το εκκαλούμενο βούλευμα, να απορριφθούν εν συνεχεία ως κατ' ουσία αβάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του παρόντος, τα οποία ανέρχονται για κάθε ένα εξ αυτών στο ποσό των 220 Ευρώ. IV. Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι: α) δεν εξειδικεύει με ποιόν από τους τρεις τρόπους τέλεσης, του υπαλλακτικού εγκλήματος της απάτης πληρώθηκε η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, αλλά αφού περιγράφεται ο τρόπος κατάρτισης των μισθολογικών καταστάσεων, καταλήγει ότι μ' αυτόν τον "απατηλό" τρόπο πέτυχαν οι κατηγορούμενοι να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος. β) δεν προσδιορίζεται σαφώς, πώς προκλήθηκε η βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας, αλλ' ούτε και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου ο οποίος παρεπείσθη από την συμπεριφορά αυτή. Οι πλημμέλειες αυτές όμως, ιδρύουν τον από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ως εκ τούτου πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ, αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη του ενός κατηγορούμενου εξαρτάται, σύμφωνα με το νόμο, από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορούμενους, ακόμα και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται ειδικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην προκειμένη περίπτωση εφ' όσον κατά παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, δηλαδή για λόγο που δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, πρέπει να ωφεληθούν και να έχει η αναίρεση αυτή αποτέλεσμα και για τους τρεις παραπεμπόμενους συγκατηγορούμενούς του για την ίδια πράξη, οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση. V. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 116/24-9-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Α. Α. του Κ., κατά του με αριθμό 1192/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό, ως προς όλους τους κατηγορούμενους και να παραπεμφθεί για νέα κρίση, στο ίδιο συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 2 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα-που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως. ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει αν είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Ειδικότερα, ως προς τον τρόπο τελέσεως της πράξεως αυτής, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα τούτο τελείται είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τους τρεις αυτούς υπαλλακτικούς τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών γεγονότων συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σε αυτόν είτε από το νόμο είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργεια του. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 3133/ 2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελεσθείσα από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Μετά από εφέσεις του αναιρεσείοντος και των λοιπών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1192/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις τους κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με δικές του σκέψεις και επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Οι εκκαλούντες και ο συμπαραπεμφθείς κατηγορούμενος Δ. Τ. ήταν για πολλά χρόνια υπάλληλοι της εγκαλούσας εταιρείας "ELCO Β. Α.Ε." και συγκεκριμένα ο Δ. Τ. ήταν Προϊστάμενος Προσωπικού, ο Α. Α. Προϊστάμενος λογιστηρίου και από το 1982 Οικονομικός Διευθυντής της Εταιρείας, ο Ν. Γ. Προϊστάμενος μηχανογράφησης και ο Ε. Ζ. λογιστής - ταμίας. Η διοίκηση της εγκαλούσας εταιρείας είχε προς αυτούς απεριόριστη εμπιστοσύνη αφού εργαζόταν σ' αυτήν ο μεν πρώτος πάνω από 25 χρόνια, ο δεύτερος πάνω από 30 χρόνια, ο τρίτος πλέον από 15 χρόνια και ο τέταρτος τριάντα χρόνια περίπου. Αρμόδιοι για την καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων ήταν και ο Δ. Τ. και ο Α. Α. σύμφωνα με το Πρακτικό αριθμ. 693/23.12.1999 (ΦΕΚ 2104/20.3.2000), σύμφωνα με το οποίο "το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ομοφώνως χορηγεί και τις παρακάτω αρμοδιότητες και καθήκοντα σε μέλη και μη μέλη αυτού, υπαλλήλους ή μη της εταιρείας μας τους εξής: Α) Διορίζει Διευθυντές της Εταιρείας τους: 1) Α. Κ. Α. κάτοικο ..., οδός ... αρ. 15 ΑΔΤ ... και 2) Δ. Τ., κάτοικο ..., οδός ... αρ. 101, ΑΔΤ ... και σύμφωνα με το άρθρο 19 του καταστατικού, ως τούτο τροποποιηθέν ισχύει σήμερον, αναθέτει όλες τις αρμοδιότητες και καθήκοντα αυτού, που έχει ο Διευθύνων Σύμβουλος και η Αναπληρώτρια Διευθύνοντος Συμβούλου, οι οποίοι να ενεργούν και να δεσμεύουν την εταιρεία από κοινού δι' αμφοτέρων των υπογραφών αυτών Β) Για την καταβολή της μισθοδοσίας ακολουθείτο η εξής διαδικασία. Συντάσσονται πρώτα από τον Δ. Τ. (Προϊστάμενο Προσωπικού) πρόχειρες χειρόγραφες καταστάσεις που περιελάμβαναν τις συνολικές ακαθάριστες αποδοχές (κανονικές αποδοχές Νυκτερινά, Υπερωρίες, Πριμ. Ειδικά Έκτακτα κλπ), τις οποίες στη συνέχεια ο ανωτέρω τις παρέδιδε στον Ν. Γ. (εκκαλούντα Προϊστάμενο και υπεύθυνο Μηχανογράφησης για την μηχανογραφική επεξεργασία (υπολογισμό ασφαλιστικών εισφορών, φορολογικών κρατήσεων, πληρωτέου ποσού και μηχανογραφική άθροιση των συνολικών ανά κατηγορία ποσών), ώστε βάσει αυτής να συνταχθεί το σχετικό λογιστικό άρθρο της μισθοδοσίας. Δεν υπήρχε έγγραφη διαδικασία ελέγχου των συνταχθέντων μισθοδοτικών καταστάσεων μετά την καταχώρηση τους αλλά αυτή γινόταν από τους Διευθυντές της Εταιρείας Α. Α. και Δ. Τ.. Η καταχώρηση, του σχετικού λογιστικού άρθρου της μισθοδοσίας γινόταν από την υπάλληλο του λογιστηρίου Ά. Μ.. Με βάση το παραδοθέν στη συνέχεια στον κατηγορούμενο Ε. Ζ. λογιστικό άρθρο ο ανωτέρω που εκτελούσε καθήκοντα λογιστή - ταμία εξέδιδε ισόποσο επιταγή την οποία προσυπέγραψε ο ίδιος και ο εκκαλών Α. Α.. Η επιταγή κατατίθετο στον τροφοδότη υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας στην Εθνική Τράπεζα και από εκεί στη συνέχεια εγίνετο η καταβολή των αποδοχών των εργαζομένων με πίστωση των προσωπικών τραπεζικών λογαριασμών των εργαζομένων στην πιο πάνω Τράπεζα. Το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό του κάθε εργαζόμενου γινόταν βάσει στοιχείων που έδιδε η Εταιρεία με μηχανογραφική δισκέτα, που ετοιμάζετο από το Τμήμα Μηχανογράφησης και συνοδευόταν στην Τράπεζα με σχετική διαβιβαστική επιστολή - εντολή της εταιρείας προς την Τράπεζα, που υπεγράφετο από τον Α. Α.. Σε μερικές περιπτώσεις η πληρωμή γινόταν με μετρητά από το ταμείο της εταιρείας και σε αρκετές από τις περιπτώσεις αυτές μέσω του Δ. Τ.. Η εγκαλούσα εταιρεία δια του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής Π. Β., λόγω ψιθύρων που υπέπεσαν στην αντίληψη τους για ανωμαλίες που αφορούσαν τις μισθοδοσίες του προσωπικού ζήτησε τον Ιούνιο του 2003 την διενέργεια σχολαστικού και εμπεριστατωμένου ελέγχου και τον ανέθεσε σε Ορκωτούς Λογιστές. Ο κατηγορούμενος και εκκαλών Α. Α., ο οποίος σημειωτέον είχε συνταξιοδοτηθεί το έτος 2000 αμειβόμενος μέχρι τον Απρίλιο 2000 με μισθό, όπως προκύπτει από τις μισθοδοτικές καταστάσεις, που ο ίδιος ως Διευθυντής είχε εγκρίνει και είχε συνεχίσει έκτοτε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην ίδια θέση και να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα αμειβόμενος με δελτίο παροχής υπηρεσιών, εναντιώθηκε στον έλεγχο, αρνούμενος να συνεργαστεί επικαλούμενος δήθεν φόρτο εργασίας και όταν η Διεύθυνση επέμεινε στην διενέργεια του ελέγχου αυτός εγκατέλειψε την θέση του και απεχώρησε χωρίς να διευκολύνει τον έλεγχο όπως έπρεπε και είχε υποχρέωση ως Οικονομικός Διευθυντής. Επίσης και ο υπεύθυνος προσωπικού Δ. Τ. από τον οποίο ζητήθηκαν εξηγήσεις για σοβαρές παρατυπίες στην μισθοδοσία, εγκατέλειψε την θέση του και αποχώρησε από την εταιρεία, αφού πρώτα συνέταξε και παρέδωσε στον Π. Β. μία ιδιόχειρη επιστολή με ημερομηνία 26.6.2003, στην οποία ανέφερε τα κάτωθι "Προς Κον Π. Β.. Κ. Β. Για τις οτιδήποτε διαφορές προκύψουν από τον έλεγχο την ευθύνη και το προϊόν έχω εισπράξει εγώ και ουδείς άλλος. Διότι καθώς γνωρίζετε την ευθύνη της μισθοδοσίας από εποχής Κ. την είχε το Γραφ. Προσωπικού στο δε Λογιστήριο εδίδετο μόνο μία λογιστική εγγραφή". Ο έλεγχος των Ορκωτών Λογιστών απέβη αδύνατος ως προς το στοιχείο της διασταύρωσης σύγκρισης των στοιχείων των αποδοχών που ήταν καταγεγραμμένες στις μηνιαίες (Μ.Κ) μισθοδοτικές καταστάσεις και στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας (ΚΕΕ) με τα πιστούμενα ποσά τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εργαζομένων που περιείχοντο στην αποστελλόμενη δισκέτα, διότι οι κατηγορούμενοι δεν ζητούσαν από την Τράπεζα κατάσταση αντιπαραβολής των στοιχείων της δισκέτας (που περιείχε το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό για κάθε εργαζόμενο) και ούτε φυλάσσοντο από τον κατηγορούμενο Ν. Γ., Προϊστάμενο Μηχανογράφησης, με την έγκριση των Διευθυντών της Εταιρείας Δ. Τ. και Α. Α., σε Αρχείο τα δεδομένα της δισκέτας αυτής, με αποτέλεσμα εξαιτίας της έλλειψης αυτής να είναι αδύνατος ο έλεγχος των πληρωτέων ποσών κάθε εργαζόμενου. Επιπρόσθετα δεν υπήρχαν αποδείξεις αναλύσεις πληρωμής της μισθοδοσίας ανά εργαζόμενο με την αντίστοιχη υπογραφή από αυτόν. Το μοναδικό αντίγραφο αναλυτικής καταστάσεως που είχε στη διάθεση της η εταιρεία όπου εμφανίζοντο τα ποσά με τα οποία πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των εργαζομένων ήταν για το μήνα Μάϊο 2003 και αυτή ετέθη υπόψιν των Ορκωτών Λογιστών. Οι ανωτέρω συγκρίνοντας την πιο πάνω κατάσταση της Τράπεζας με τις Μ.Κ διαπίστωσαν ότι στον λογαριασμό Ν. Γ. κατατέθηκαν επιπλέον 10.450 ευρώ και στον λογαριασμό του Δ. Τ. επιπλέον ποσά 10.449,91 ευρώ. Περαιτέρω από την αντιπαραβολή των αποδοχών που αναγράφοντο στις μισθοδοτικές καταστάσεις (Μ.Κ) με τις αποδοχές που αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας προέκυψαν για το διάστημα που αφορούσε ο έλεγχος ήτοι από 1.7.2002 μέχρι 30.6.2003 διαφορές αποδοχών ύψους 475.219,30 € σύμφωνα με την από Οκτώβριο του 2003 έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή Α. Γ. και ύψος 491.262 ευρώ, σύμφωνα με την από Δεκέμβριο 2004 έκθεση Ελέγχου των Ορκωτών Ελεγκτών Δ. Μ. και Κ. Ν.. Τα ποσά αυτά αφορούσαν επί πλέον αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές οκτώ συγκεκριμένα εργαζομένων και συγκεκριμένα των κατηγορουμένων Τ., Ζ., Γ. και των εργαζομένων Ε. Α., Ν. Μ., Μ. Τ., Ε. Κ., Β. Β.. Από έλεγχο που διενήργησε περαιτέρω το λογιστήριο της εγκαλούσας όπως αναφέρεται στην από 22.12.2004 έγκληση, προέκυψε από την αντιπαραβολή των μισθοδοτικών καταστάσεων (Μ.Κ) με τις αποδοχές που αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας οι οποίες και ήταν και οι συμφωνηθείσες και πράγματι οφειλόμενες από την εταιρεία, ότι από το χρονικό διάστημα από 1998 μέχρι 2003 υπάρχουν διαφορές που ανερχόταν στο συνολικό ύψους 1.455.444,46 ευρώ ή 495.942.701 δρχ., καθόσον τα ποσά των Μ.Κ ήταν κατά πολύ διογκωμένα από τα πράγματι συμφωνηθέντα οφειλόμενα και δηλωθέντα στην Επιθεώρηση Εργασίας. Οι επιπλέον αυτές αποδοχές όπως προσδιορίζοντο στην μήνυση ήταν καταχωρημένες στη Μ.Κ για τους κατηγορουμένους Α. Α. για τα έτη από 1998 έως 2000, του Δ. Τ. και Ν. Γ. για τα έτη από 1998 έως 2003, του Ε. Ζ. από 1999 έως 2003, αλλά και για τους εργαζόμενους Ε. Α. για το έτος 2003, Ν. Μ. για το 2003, Ε. Κ. για τα έτη 2000 έως 2003 Ν. Κ. από 1999 έως 2001, Μ. Τ. από 1999 μέχρι 2003 και Ι. Β. για το έτος 2000. Η μήνυση όμως δεν εστράφη κατά των πιο πάνω έξι (6) εργαζομένων διότι η Διοίκηση της Εταιρείας είχε πεισθεί ότι οι ανωτέρω δεν έλαβαν τα περισσότερα χρήματα που ανεγράφοντο στις Μ.Κ γι' αυτούς, αλλά τα νόμιμα και συμφωνηθέντα στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας και ότι τα επιπλέον χρήματα τα έλαβαν οι τέσσερις πιο πάνω κατηγορούμενοι οι οποίοι έχοντας την υποδομή ως εκ της θέσεως που κατείχαν μεθόδευσαν σχέδιο εξαπάτησης της διοίκησης της εγκαλούσας και της Εθνικής Τράπεζας παρουσιάζοντας αυξημένα ποσά αποδοχών στην Μ.Κ και για τους ίδιους και για τους πιο πάνω εργαζόμενους, τα οποία όμως στη συνέχεια από κοινού ενεργώντας και συντονισμένα τα πίστωναν μέσω της δισκέτας που έστελναν στην Τράπεζα, αντίγραφο της οποίας φρόντισαν να μην υπάρχει στο Αρχείο Μηχανογράφησης (σκληρού δίσκου) της εταιρείας στους προσωπικούς τους λογαριασμούς επιδιώκοντας με κοινό δόλο να αποκομίσουν οι ίδιοι και ένας έκαστος για τους συγκατηγορουμένους του, το συνολικό ποσό των 1.455.444,46 ευρώ στο οποίο ανήρχετο σύμφωνα με την μήνυση η συνολική ζημία της εγκαλούσας, το οποίο στη συνέχεια κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των (κατηγορουμένων) επιμερίζετο στον καθένα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην μήνυση και πιστωθέντα στον λογαριασμό τους ποσά της συνολικής βλάβης της εγκαλούσας για το ως άνω συνολικό ποσό επελθούσης δια των συντονισμένων και από κοινού ενεργειών όλων των κατηγορουμένων, λόγος και για τον οποίο ασκήθηκε εις βάρος τους η από 25.8.2005 ποινική δίωξη για από κοινού και κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, για την από κοινού δράση τους για όλο το χρονικό διάστημα από 1998 έως 2003 κατά το οποίο επέφεραν όλοι συνολική ζημία στην εγκαλούσα ύψους 1.455.444,16 ευρώ (βάσει της μήνυσης), ανεξαρτήτου όντος του ποσού που στην συνέχεια κατά την μεταξύ τους συμφωνία ωφελήθηκε ο καθένας κατά τον επιμερισμό του συνολικού παρανόμου περιουσιακού οφέλους ύψους 1.455.444,16 ευρώ στο οποίο όλοι απέβλεπαν και πέτυχαν με τις επιμέρους τους ως προεκτέθη έκαστος συγκλίνουσες ενέργειες τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές στις οποίες προέβηκαν καθ' όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Κατά την διάρκεια της κυρίας ανάκρισης εξεδόθη το υπ' αριθμ. 279/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που διέταξε την άρση του τραπεζικού απορρήτου των λογαριασμών των κατηγορουμένων. Στη συνέχεια το ίδιο ως άνω Συμβούλιο με το υπ' αριθμ. 2062/2008 βούλευμα του διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, που θα διευκρίνιζε μεταξύ άλλων, τα ποσά που οι κατηγορούμενοι έχουν λάβει ως μηνιαίες αποδοχές, καθώς και αν τα ποσά αυτά υπερβαίνουν ή όχι τις αποδοχές τους που αναγράφονται στις μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις και τις καταστάσεις αποδοχών που αναγγέλθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Έτσι κατόπιν της από 18.2.2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Π. Ν., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 915/2008 διάταξη του Ανακριτή 1ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, προέκυψε ότι ο εκκαλών Α. Α. για τα έτη 1998, 1999 και 2000 ενώ πράγματι έλαβε συνολικά το ποσό των 179.530,58 ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας φαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές 95.381,36 € ενώ στη μισθοδοτική κατάσταση φαίνεται ότι έλαβε 151.849,56 € έχοντας ωφεληθεί παράνομα το ποσό των 84.149,22 ευρώ (που εξευρίσκεται εάν από τα ποσά που πράγματι έλαβε βάσει πιστώσεων στο λογαριασμό του αφαιρεθούν τα πραγματικά ποσά που δικαιούτο να λάβει σύμφωνα με την συμφωνία με την Διοίκηση και τις καταστάσεις στην Επιθεώρηση Εργασίας, ήτοι 179.530,58 - 95.381,36=84.149,22 €), το οποίο και ως άνω ποσό ωφέλειας του παράνομης, επιμερίζεται για το έτος 1998 σε 17.801,48 € για το 1999 σε 19.465,53 € και για το έτος 2000 και συγκεκριμένα μέχρι τον Απρίλιο 2000 ότε και έπαυσε να πληρώνεται βάσει μισθοδοτικών καταστάσεων σε 46.882,20 €. Ο εκκαλών Ν. Γ. ενώ πράγματι για τα έτη από 1998 έως 2003 έλαβε συνολικά 380.248,25 ευρώ στην κατάσταση επιθεώρησης εργασίας φαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές από 115.333,44 € ενώ στη Μ.Κ φαίνεται ότι έλαβε 339.295,01 € ωφελουμένου αυτού παράνομα για όλα τα πιο πάνω έτη του συνολικού ποσού των 264.914,81 € (380.248,25 - 115.333,44 €) το οποίο και ως άνω ποσό επιμερίζεται για το έτος 1998 σε 12.427,57 €, για το 1999 σε 28.111,59 €, για το έτος 2000 σε 26.272,14 €, για το έτος 2001 σε 40.353,99 €, για το 2002 σε 94.551,86 € και για το έτος 2003 σε 63.197,60 €. Ο εκκαλών Ε. Ζ. ενώ πράγματι για τα έτη από 1998 έως 2003 έλαβε συνολικά 105.244,15 € στην κατάσταση εργασίας στην Επιθεώρηση φαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές 83.173,72 € και στην Μ.Κ φαίνεται ότι έλαβε 173.042,41 € ωφελουμένου αυτού παράνομα συνολικά του ποσού 22.070,43 ευρώ, που επιμερίζεται για το έτος 1999 σε 1.422,82 € για το 2000 σε 3034,89 €, για το 2001 σε 1.512,60 €, για το 2002 σε 6091,95 € για το έτος 2003 σε 11.060,76 €, αφαιρουμένου και του ποσού των 1.052,59 € που έλαβε λιγότερα από τον κανονικά οφειλόμενο σ' αυτόν μισθό το 1998. Ο κατηγορούμενος Δ. Τ. ενώ πραγματικά έλαβε από 1998 έως 2003 το συνολικό ποσό των 807.762,32 ήτοι 424.956,79 € βάσει πιστώσει στην Τράπεζα και 382.805,53 βάσει επιταγής πληρωμής, ήτοι εμφανίζεται στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας να λαμβάνει συνολικά 156.700,85 € στις δε Μ.Κ 459.322,31 ευρώ ωφελουμένου αυτού παράνομα κατά το ποσό των 651.061,47 ευρώ. Όπως δε προέκυψε από την πιο πάνω από 8.2.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και επιβεβαιώθηκε και από τους μάρτυρες οι εργαζόμενοι Μ. Τ., Ι. Β., Ε. Κ.. Ν. Κ., Ν. Μ. και Ε. Α. ελάμβαναν πράγματι τα ποσά που αναφέρονται γι' αυτούς στις καταστάσεις της Επιθεώρησης Εργασίας δια της πιστώσεως των λογαριασμών τους και όχι τα αυξημένα ποσά που αναφέρονται για αυτούς στις μισθοδοτικές καταστάσεις, τα οποία και πιστώνοντο μέσω της δισκέτας που στελνόταν στην Τράπεζα, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων, εν αγνοία της εγκαλούσης εταιρείας και των πιο πάνω εργαζομένων στους οποίους όπως και στους λοιπούς εργαζόμενους οι κατηγορούμενοι μεθοδευμένα και δολίως δεν απέδιδαν αναλυτικό φύλλο μηνιαίας μισθοδοσίας, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι παράνομες πράξεις τους, λόγος για τον οποίο και δεν είχαν αποθηκεύσει στο Αρχείο (σκληρό δίσκο) μηχανογράφησης της Εταιρείας και τα δεδομένα της δισκέτας, που έστελναν στην Τράπεζα. Οι εκκαλούντες και ο κατηγορούμενος Δ. Τ. αρνούμενοι τις κατηγορίες, υπεστήριζαν ότι το πιο πάνω σχέδιο εξυφάνθη καθ' υπόδειξη του Προέδρου της εγκαλούσας Π. Β., προκειμένου δι' αυτού του τεχνάσματος να καταβάλλοντο οι αποδοχές σε εργαζόμενους στην εταιρεία συνταξιούχους και παράνομους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν εφαίνοντο στις καταστάσεις που στέλνοντο στην Επιθεώρηση Εργασίας ούτε στις καταστάσεις μισθοδοσίας της Εταιρείας. Τα δε επιπλέον χρήματα που πιστώνοντο οι λογαριασμοί τους στην συνέχεια εδίνοντο στους πιο πάνω εργαζόμενους. Επιπλέον ο εκκαλών Α. Α. ισχυρίζεται ότι το ποσό που έλαβε των 179.530,58 € ανταποκρινόταν στις πραγματικές συμφωνηθείσες με τη Διοίκηση αμοιβές του και λανθασμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν περιελήφθησαν και οι αποδοχές του για το διάστημα από 6.4.2000 μέχρι 7.8.2000 που φέρεται να συνταξιοδοτήθηκε, ώστε ν' αφαιρεθούν και αυτά τα κονδύλια από τις καταθέσεις του. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι πιστώνοντο οι λογαριασμοί τους με περισσότερα χρήματα τα οποία στη συνέχεια εδίδοντο σε αλλοδαπούς και συνταξιούχους εργαζομένους στην εταιρεία, είναι αναπόδεικτοι και αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει ν' απορριφθούν, καθόσον διατυπώνονται αόριστα και γενικά χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς όλοι οι αριθμοί των δήθεν παρανόμως απασχολουμένων στην εταιρεία, τα στοιχεία ταυτότητας και οι δ/νσεις ενός εκάστου εξ αυτών, ο ακριβής χρόνος εργασίας εκάστου παρανόμως εργαζόμενος στην εταιρεία, οι μηνιαίες αυτού αποδοχές και ο τρόπος συγκεκριμένα εξόφλησης ενός εκάστου δι' έκαστο δήθεν οφειλόμενο σ' αυτό ποσό. Άλλωστε εάν πράγματι ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί αυτών θα υπήρχαν και άλλα έγγραφα (όπως αποδείξεις πληρωμής κλπ), τα οποία θα πιστοποιούσαν την καταβολή των δεδουλευμένων προς αυτούς τους εργαζόμενους που θα έπρεπε να τηρούντο στην εταιρεία για την εξασφάλιση αυτής και των κατηγορουμένων έναντι των απαιτήσεων των εργαζομένων αυτών, τα οποία οι κατηγορούμενοι ως εκ της θέσεως των στην εταιρεία θα τα εγνώριζαν και θα τα επικαλούντο αν υπήρχαν. Επιπλέον εάν ο εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας Π. Β. ήταν ο σχεδιαστής και υποκινητής του πιο πάνω σχεδίου, δεν θα παρήγγελνε ενέργεια διαχειριστικού ελέγχου εξ αιτίας του οποίου αμέσως αποχώρησαν από την εταιρεία οι κατηγορούμενοι Δ. Τ. και Α. Α., αρνούμενοι να παράσχουν την βοήθεια τους στον έλεγχο. Εξάλλου ο εκκαλών Ε. Ζ. υποστηρίζει ότι πίστευε ότι τα επιπλέον χρήματα που αναφέρονται στις Μ.Κ που τον αφορούσαν τα έπαιρνε ο συνταξιούχος Κ. Δ., ο οποίος όμως σύμφωνα με την απολογία του εκκαλούντος Α. Α. είχε εργασθεί για ένα έτος μετά την συνταξιοδότηση του, ενώ ο λογαριασμός του Ε. Ζ. σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη πιστώνεται από το έτος 1999 έως και 2003 με μη οφειλόμενα προς αυτόν ποσά. Ο δε όψιμα και δια των λόγων εφέσεως αυτού επικαλούμενος ισχυρισμός του Ε. Ζ. ότι τα επιπλέον καταβληθέντα ποσά αφορούσαν το ποσό των 300 ευρώ που του καταβάλλετο μηνιαίως ως bonus και ήτο συμφωνηθέν είναι επίσης αναπόδεικτο και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον ακόμα και αν ήταν αληθής και τα ποσά που του κατατίθεντο επιπλέον αφορούσαν το όοηυ8 θα έπρεπε να ήταν ισόποσα κατανεμημένα δια έκαστο έτος, γεγονός όμως που δεν προέκυψε από την πραγματογνωμοσύνη. Επιπρόσθετα δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος Α. Α., με βάση την από 1.8.2000 σε φωτ/φο προσκομισθείσα καταγγελία συμβάσεως εργασίας αυτού, με την οποία φέρεται να απολύεται από την εταιρεία (ως εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας) στις 1.8.2000 με ποσό αποζημιώσεως 63.756.000 δρχ., αφού αφενός μεν προκύπτει από τις μισθοδοτικές καταστάσεις της εγκαλούσας ότι εργαζόταν σ' αυτήν με την πιο πάνω σχέση μέχρι αρχές Απριλίου 2000 γεγονός που εάν δεν αλήθευε, δεν θα το ενέκρινε και ο ίδιος, ο οποίος και μετά την συνταξιοδότηση του συνέχιζε να εργάζεται στην ίδια θέση ως Δ/ντής Οικονομικού, αφετέρου η εγκαλούσα με την μήνυση της, του αποδίδει μομφή ότι έλαβε επιπλέον αποζημίωση για την απόλυσή του ποσό 15.939.000 δρχ. με ένταλμα πληρωμής που φέρνει την υπογραφή του, εν αγνοία της διοικήσεως, γεγονός που οδηγεί σε αμφισβήτηση και του χρόνου απόλυσης αλλά και του συμφωνηθέντος μεταξύ των μερών ακριβούς ποσού αποζημίωσης απόλυσης, λόγος για τον οποίο πρέπει ν' απορριφθούν τα δια των λόγων εφέσεως του αιτήματα για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Ωσαύτως πρέπει ν' απορριφθούν και τα δια των λόγων εφέσεων υποβληθέντα αιτήματα και των άλλων δύο εκκαλούντων, για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, προκειμένου ν' αποδειχθούν οι ισχυρισμοί τους ως και δια να προσκομισθούν πρόσθετα έγγραφα και για να εξεταστούν και άλλοι μάρτυρες, καθόσον αυτά δεν κρίνονται αναγκαία, ούτε και φαίνονται ικανά να διαφωτίσουν έτι περαιτέρω την υπόθεση, η οποία έχει διαλευκανθεί αρκούντως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και κυρίως την από 18.2.2009 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ,που διενεργήθηκε στα πλαίσια διαταχθείσας συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης. Επίσης και το αίτημα του εκκαλούντος Ν. Γ. για να κληθούν να καταθέσουν ενώπιον Σας μάρτυρες, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον δεν προβλέπεται από σχετική διάταξη. Ωσαύτως και το αίτημα του ανωτέρω για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο δια διευκρινίσεις πρέπει ν' απορριφθεί, διότι με τα απολογητικά του υπομνήματα έχει αρκούντως αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και τις θέσεις του. Επιπλέον ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ε. Ζ. ότι δεν εκτελούσε και ταμειακές πράξεις και ήταν μόνον λογιστής, καταρρίπτεται πλην των άλλων και από την κατάθεση της μάρτυρος Ε. - Μ. Μ., επίσης ταμία της εταιρείας, που καταθέσει ότι ο ανωτέρω την βοηθούσε στις πληρωμές και από την απολογία του εκκαλούντος Οικονομικού Δ/ντή Α. Α., ότι ο ανωτέρω έκοβε και προσυπέγραψε την επιταγή μισθοδοσίας όλων των εργαζομένων, με την οποία πιστώνετο ο τροφοδότης λογαριασμός της εγκαλούσας εταιρείας στην Τράπεζα, από τον οποίο κατεβάλλοντο οι αποδοχές των εργαζομένων. Ουδεμία δε άγνοια δύνανται να επικαλούνται οι εκκαλούντες αφού αντίγραφα των καταστάσεων μισθοδοσίας φυλάσσοντο και στο Λογιστήριο της εταιρείας δια τον φορολογικόν έλεγχο των δαπανών από ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών ή ΥΕΕ (ΣΔΟΕ) και ήταν ευχερής η αντιπαραβολή των στοιχείων αυτών με τα ποσά των επιταγών που δεν συνέπιπταν, τα δε ποσά με τα οποία πιστώνοντο επιπλέον οι τραπεζικοί λογαριασμοί όλων των κατηγορουμένων καταχωρούντο στις δισκέτες που στέλνοντο στην Τράπεζα, από τον εκκαλούντα Ν. Γ. Προϊστάμενο Μηχανογράφησης, με την σύμφωνο γνώμη και αποδοχή της πράξης του απ' όλους τους κατηγορουμένους που τελικά αποκόμιζαν τα παράνομα περιουσιακά οφέλη, ενεργώντας επανειλημμένα, μεθοδευμένα και συστηματικά βάσει σχεδίου και υποδομής που είχαν διαμορφώσει για να πορίζονται επιπλέον εισόδημα σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας που ανέρχεται συνολικά βάσει της από 18.2.2009 λογιστικής πραγματογνωμοσύνης στο ποσό των 1.022.195,93 ευρώ, το οποίο και περιλαμβάνετο στην αρχικώς ασκηθείσα ποινική δίωξη και στο οποίο ποσό θα πρέπει να διορθωθεί το αναγραφόμενο στο εκκαλούμενο βούλευμα ποσό των 831.965,46 ευρώ, ως συνολική ζημία, διορθουμένου και του οφέλους του κατηγορουμένου Δ. Τ. από το αναγραφόμενο στο βούλευμα ποσό των 460.831 ευρώ στο ορθό 651.061,47 ευρώ καθόσον εσφαλμένα υπέλαβε το βούλευμα ότι για το ως άνω παραπάνω ποσό δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη ενώ η ποινική δίωξη αφορούσε συνολική ζημία ύψους 1.455.444,46 ευρώ για το σύνολο της οποίας είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος όλων των κατηγορουμένων ανεξαρτήτως του οφέλους που έκαστος απεκόμισε, αφού ο καθένας ενεργούσε ώστε και ο ίδιος και οι άλλοι να αποκομίσουν το παραπάνω συνολικό όφελος, μη επελθούσης μεταβολής της πράξεως κατά τα στην αρχή αναφερόμενα, δια τον σαφέστερον προσδιορισμόν της πράξεως, άνευ μεταβολής της βάσης των γεγονότων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Επειδή από τα προεκτεθέντα προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων για την πράξη που παραπέμφθηκαν με το εκκαλούμενο βούλευμα να δικαστούν, πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις των ν' απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να προσδιοριστεί όπως προεκτέθη σαφέστερα η κατηγορία διορθωμένου του ποσού της συνολικής ζημίας της εγκαλούσας και του περιουσιακού οφέλους του κατηγορουμένου Δ. Τ. και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες έκαστος στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε 220 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση και κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου από το συλλεγέν κατά την διάρκεια της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως αποδεικτικό υλικό προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, που δικαιολογούν την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς ως άνω αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ, ήτοι για πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 13 περ. γ και στ, 45, 98 και 386 παρ. 1β, 3α Π.Κ. όπως αντικ. με το αρθρ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και δη για τους λόγους που εκτίθενται στην Εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς και νομίμους και προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων και το Συμβούλιο τούτο αναφέρεται, προς επίρρωση των οποίων σημειωτέον επιβάλλεται να προστεθούν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Ότι οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες α)Α. Α., β)Ν. Γ. και γ)Ε. Ζ. με τις ιδιότητες των, του Προϊσταμένου λογιστηρίου και από το έτος 1982 του οικονομικού διευθυντού ο πρώτος, του προϊσταμένου μηχανογράφησης ο δεύτερος και του λογιστή - ταμία ο τρίτος, τυγχάνοντες αρμόδιοι για την κατάρτιση και τον έλεγχο των μισθοδοτικών καταστάσεων του προσωπικού της εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "ELCO Β. Α.Ε.", κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους επέτυχαν να ωφεληθούν παρανόμως τα κατωτέρω ειδικώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά με τον τρόπο που με λεπτομέρεια εκτίθεται στην Εισαγγελική πρόταση, και ειδικότερα δια της αναγραφής στις πρόχειρες χειρόγραφες καταστάσεις μισθοδοσίας του προσωπικού της άνω εταιρείας, επί τη βάσει των οποίων συνετάσσετο εν συνεχεία το σχετικό λογιστικό άρθρο της μισθοδοσίας, το οποίο, καταχωρούμενο σε δισκέτα, διαβιβάζετο ακολούθως με εντολή -επιστολή της εταιρείας προς την τράπεζα, στην οποία ετηρείτο τροφοδότης λογαριασμός της, προκειμένου να πιστωθούν οι λογαριασμοί των δικαιούχων μισθωτών δια των αναφερομένων σ' αυτή (δισκέτα) χρηματικών ποσών, τα οποία όμως ήσαν κατά πολύ μεγαλύτερα εκείνων, τα οποία εδικαιούντο ούτοι (μισθωτοί) να λάβουν και πράγματι ανεγράφοντο στις καταστάσεις μισθοδοσίας, οι οποίες υπεβάλλοντο υπό των ιδίων κατηγορουμένων στην Επιθεώρηση Εργασίας και έτσι ηδυνήθησαν δια του τρόπου τούτου να καρπωθούν την εντεύθεν μεταξύ των ποσών των αναγραφομένων στις δύο αυτές καταστάσεις προκύπτουσα διαφορά, η οποία επιστώνετο στους ίδιους αυτών λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, με την μέθοδο αυτή: α) ο εκκαλών Α. Α. ενώ κατά έτη 1998, 1999 και 2000, έλαβε πράγματι για καθαρές αποδοχές συνολικά το ποσό των 179.530,58 Ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας εμφανίζεται ότι έλαβε ως καθαρές αποδοχές το ποσό των 95.381,36 Ευρώ και στη μισθοδοτική κατάσταση εμφανίζεται ότι έλαβε το ποσό 151.849,56 Ευρώ, έχοντας έτσι ωφεληθεί παράνομα το ποσό των (179.530,58 - 95.381,36=) 84.149,22 Ευρώ, το οποίο ανέρχεται για το έτος 1998 στο ποσό των 17.801,48 Ευρώ, για το έτος 1999 στο ποσό των 19.465,53 και για το έτος 2000 και δη μέχρι τον Απρίλιο του ιδίου έτους, οπότε έπαυσε να πληρώνεται βάσει μισθοδοτικών καταστάσεων, στο ποσό 46.882,20 Ευρώ. β) Ο κατηγορούμενος - εκκαλών Ν. Γ. ενώ κατά τα έτη 1998 έως 2003 έλαβε πράγματι για την ίδια αιτία, ήτοι για καθαρές αποδοχές συνολικά το ποσό των 380.248,25 Ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας εμφαίνεται ότι έλαβε για καθαρές αποδοχές το ποσό των 115.333,44 Ευρώ και στην μισθολογική κατάσταση εμφαίνεται ότι έλαβε το ποσό των 339.295,01 Ευρώ, επιτυχών ούτω να ωφεληθεί το ποσό των (380.248,25 -115.333,44=) 264.914,81 Ευρώ, το οποίο ανέρχεται για κάθε ένα από τα παραπάνω έτη στο ποσό των 12.427^,57 Ευρώ για το έτος 1998, σε 28.111,59 Ευρώ για το έτος 1999, σε 26.272,14 Ευρώ για το έτος 2000, σε 40.353,99 Ευρώ για το έτος 2001, σε. 94.551,86 Ευρώ για το έτος 2002 και σε 63.197,60 Ευρώ για το έτος 2003 και γ) Ο εκκαλών Ε. Ζ., ενώ πράγματι κατά τα έτη 1998 έως 2003 έλαβε συνολικά για την αυτή ως άνω αιτία το ποσό των 105.244,15 Ευρώ, στην κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας εμφαίνεται ότι έλαβε καθαρές αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των 83.173,72 και στις μισθολογικές καταστάσεις εμφαίνεται ότι έλαβε 173.042,41 Ευρώ, επιτυχών ούτω να ωφεληθεί παρανόμως το ποσό των (105.244,15 - 83.172,72=) 22.070,43 Ευρώ, το οποίο ανέρχεται για το έτος 1999 σε 1.422,82 Ευρώ, για το έτος 2000 σε 3.034,89 Ευρώ, για το έτος 2001 σε 1.512,60 Ευρώ για το έτος 2002 σε 6.091,95 Ευρώ και για το έτος 2003 σε 11.060,76 Ευρώ, αφού αφαιρεθεί και το ποσό των 1.052,59 που έλαβε λιγότερα από τον κανονικό οφειλόμενο σ' αυτόν μισθό το έτος 1998. Τέλος και ο έτερος κατηγορούμενος και μη ών ήδη εκκαλών Δ. Τ., ενώ πράγματι για το από το έτος 1998 μέχρι 2003 χρονικό διάστημα έλαβε για την ιδία ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 807.762,32 Ευρώ, ήτοι 424.956,79 Ευρώ κατόπιν πιστώσεως του ατομικού του λογαριασμού του στην Τράπεζα και 382.805,53 Ευρώ βάσει επιταγής πληρωμής, στις καταστάσεις Επιθεώρησης Εργασίας εμφανίζεται να λαμβάνει συνολικά το ποσό των 156.700,85 Ευρώ και στις μισθολογικές καταστάσεις το ποσό των 459.322,31 Ευρώ, επιτυχών ούτω να ωφεληθεί παράνομα κατά το ποσό των 651.061,47 Ευρώ. Όλα δε τα ανωτέρω επί μέρους χρηματικά ποσά επέτυχαν να αποκομίσουν οι κατηγορούμενοι με τον ως άνω περιγραφόμενο απατηλό τρόπο με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσης εταιρείας. Τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν κατά νόμο την αποδιδομένη στους κατηγορουμένους ως άνω αξιόποινη πράξη, της απάτης, την οποία τέλεσαν από κοινού ούτοι και δη επί τη βάσει οργανωμένου εκ των προτέρων σχεδίου, επιβεβαιώνονται τόσο από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίοι κατέθεσαν ότι οι εργαζόμενοι στην εταιρεία Μ. Τ., Ι. Β., Ε. Κ., Ν. Κ., Ν. Μ. και Ε. Α. ελάμβαναν πράγματι μόνον τα ποσά που αναφέρονται γι' αυτούς στις καταστάσεις Επιθεώρησης Εργασίας, με τα οποία και επιστώνοντο οι τραπεζικοί των λογαριασμοί, και όχι τα αυξημένα χρηματικά ποσά, τα οποία ανεγράφοντο στις μισθοδοτικές καταστάσεις και στις δισκέτες, που αποστέλλετο στην εντεταλμένη προς πληρωμήν των Τράπεζα προκειμένου να πιστωθούν οι τηρούμενοι σ' αυτή προσωπικοί των λογαριασμοί καθώς και ότι όλα αυτά ελάμβαναν χώρα εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρείας και των ανωτέρω δικαιούχων εργαζομένων, στους οποίους οι κατηγορούμενοι σκοπίμως απέφευγαν να αποδώσουν αναλυτικό φύλλο μηνιαίας μισθοδοσίας των, προκειμένου να μη είναι ευχερής η από μέρους των αποκάλυψη της ως άνω παρανόμου δραστηριότητος των, όσο και από την από 18.2.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονος Π. Ν., που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 915/2008 διάταξη του Ανακριτού του 1ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, ο οποίος αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενεργούντες υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητες των, και χρησιμοποιώντας τα ανωτέρω εν λεπτομέρεια περιγραφόμενα τεχνάσματα, επέτυχαν να ωφεληθούν παρανόμως με αντίστοιχη βλάβη της εγκαλούσης εταιρείας τα προεκτεθέντα χρηματικά ποσά. 2) Ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι η αναγραφή στις μισθοδοτικές καταστάσεις του προσωπικού, που υποβάλλοντο στην Επιθεώρηση Εργασίας, χρηματικών ποσών διαφορετικών από εκείνα που αναγράφοντο στις μισθοδοτικές καταστάσεις και στις δισκέτες που απεστέλλοντο στην εντεταλμένη προς πληρωμή των δικαιούχων μισθωτών τράπεζα, και δη η αναγραφή στις τελευταίες ποσών μεγαλυτέρων των αναγραφομένων στις πρώτες, εγένετο καθ' υπόδειξη του Προέδρου της εγκαλούσης εταιρείας Π. Β., προκειμένου δια του τεχνάσματος αυτού να καθίσταται εφικτή η ανεπίσημη καταβολή αποδοχών σε εργαζομένους στην εταιρεία συνταξιούχους και παρανόμως απασχολουμένους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν αναγράφοντο στις καταστάσεις που απεστέλλοντο στην Επιθεώρηση Εργασίας ούτε στις καταστάσεις μισθοδοσίας της εταιρείας ενώ εν συνεχεία επιστώνοντο οι λογαριασμοί τους και τα χρήματα αυτά εδίδοντο στους ανωτέρω εργαζομένους και να αποφεύγεται δια του τρόπου αυτού η επιβάρυνση της εταιρείας με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ελέγχονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των ως άνω φερομένων ως παρανόμως απασχοληθέντων μισθωτών, ούτε μνημονεύονται τα στοιχεία ταυτότητος και οι διευθύνσεις κατοικίας εκάστου εξ αυτών, ούτε τέλος αναφέρεται ο χρόνος εργασίας εκάστου τούτων στην εταιρεία και τέλος δεν αναφέρονται οι μηνιαίες αποδοχές των και ο τρόπος εξοφλήσεως του οφειλομένου για κάθε ένα εξ αυτών χρηματικού ποσού. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, δεν επικαλούνται ούτε οπωσδήποτε προσκομίζουν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι αποδεικτικά στοιχεία ή άλλα έγγραφα, όπως αποδείξεις πληρωμής από τα οποία να προκύπτουν ότι οι ανωτέρω εργαζόμενοι έλαβαν πράγματι τις δεδουλευμένες αποδοχές των, τα οποία (έγγραφα) είναι πρόδηλο ότι θα έπρεπε να είχαν τηρηθεί, αν ήσαν έτσι τα πράγματα, προεχόντως για την διασφάλιση των συμφερόντων της εγκαλούσης εταιρείας, αλλά και των ιδίων των κατηγορουμένων. Είναι εξάλλου προφανές ότι εάν πράγματι ο ανωτέρω εκπρόσωπος της εταιρείας, είχε πείσει τους κατηγορουμένους να ενεργήσουν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και για τον προεκτεθέντα σκοπό, όπως αυτοί ήδη διατείνονται, δεν θα είχε λόγο και δεν θα παρήγγειλε την διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν οικονομικές ατασθαλίες εις βάρος της εγκαλούσης εταιρείας, κατά την διάρκεια του οποίου (ελέγχου) μάλιστα οι εκ των κατηγορουμένων Δ. Τ. και Α. Α. ηρνήθησαν να συνεργαστούν με τον ορισθέντα προς τούτο λογιστή και να παράσχουν την βοήθεια τους, αλλά αντιθέτως απεχώρησαν από την εταιρεία. 3) Ότι ομοίως ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Α. Α. ότι το ποσό των 179.530,58 Ευρώ, που έλαβε ανταπεκρίνετο στις πραγματικές συμφωνηθείσες με την Διοίκηση αμοιβές του και ότι λανθασμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν περιελήφθησαν οι αποδοχές του για το διάστημα από 6.4.2000 μέχρι 7.8.2000, κατά το οποίο, καίτοι συνταξιούχος, παρά ταύτα εργάστηκε στην εγκαλούσα εταιρεία, ώστε να αφαιρεθούν και τα χρηματικά αυτά ποσά των αποδοχών του από τις καταθέσεις του, όπως τούτο προκύπτει από την από 1.8.2000 προσκομισθείσα καταγγελία της συμβάσεως του, με την οποία φέρεται να απολύεται από την εταιρεία (ως εργαζόμενος με σχέση εξηρτημένης εργασίας) με ποσό αποζημιώσεως 63.756.000 δραχμές, ελέγχεται αβάσιμος κατ' ουσίαν και εντεύθεν απορριπτέος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις μισθοδοτικές καταστάσεις της εγκαλούσης εταιρείας, ούτος εργάστηκε στην τελευταία με την πιο πάνω σχέση μέχρι τις αρχές του μηνός Απριλίου 2000, γεγονός που εάν δεν ανταπεκρίνετο στην αλήθεια, δεν θα ενέκρινε και ο ίδιος τις μισθοδοτικές καταστάσεις, στις οποίες αναφέρεται ότι εργάστηκε μέχρι του ανωτέρω χρόνου της καταγγελίας της συμβάσεως του. Και ναι μεν εξηκολούθησε να παρέχει ούτος τις υπηρεσίες του στην εγκαλούσα εταιρεία και κατά το μεταγενέστερο της άνω καταγγελίας της συμβάσεως του και μέχρι της αποχωρήσεως του ως άνω χρονικό διάστημα, κατά το διάστημα όμως αυτό δια την παροχή των άνω υπηρεσιών του αυτών αμοίβονταν με την από μέρους του έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, ώστε έτσι να μη καθίστατο απαραίτητη η αναφορά του ονόματος του στις μισθοδοτικές καταστάσεις. Εν όψει αυτών καθίσταται προφανές ότι το αίτημα του εκκαλούντος τούτου, που διαλαμβάνεται στην κρινομένη έφεση του και στο ενώπιον του Συμβουλίου τούτου υποβληθέν υπόμνημα του για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης προς απόδειξη των ως άνω ισχυρισμών του ελέγχεται αβάσιμο στην ουσία του και εντεύθεν απορριπτέο, και τέλος 4) Ότι ο ισχυρισμός του ετέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Ε. Ζ. σύμφωνα με τον οποίο τελούσε ούτος σε δεδικαιολογημένη πλάνη ότι τα επιπλέον χρηματικά ποσά, που έναντι του ονόματος του αναγράφοντο στις υποβαλλόμενες στην τράπεζα μισθοδοτικές του καταστάσεις προωρίζονταν να δοθούν στον συνταξιούχο Κ. Δ. και γι' αυτό απεδέχετο να πιστώνεται με αυτά ο προσωπικός του λογαριασμός, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι σύμφωνα με όσα εξέθεσε ο εκ των κατηγορουμένων Α. Α. και διαλαμβάνονται στην ανακριτική του απολογία, ο ανωτέρω Κ. Δ. εργάστηκε στην εγκαλούσα εταιρεία μόνο για ένα έτος μετά την συνταξιοδότηση του, ενώ με τα επιπλέον ως άνω χρηματικά ποσά επιστώνετο ο λογαριασμός του κατηγορουμένου τούτου κατά τα έτη 1999 μέχρι 2003, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο ο ανωτέρω Κ. Δ. δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στην εγκαλούσα εταιρεία, γεγονός το οποίο επιβεβαιούται κατά τούτο και από το περιεχόμενο της ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Επίσης και ο όψιμα το πρώτο δια της εφέσεως του επικαλούμενος ισχυρισμός του ότι τα επιπλέον καταβληθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά αποτελούσαν στην πραγματικότητα το ποσό των 300 Ευρώ, που του κατεβάλλετο μηνιαίως ως BONUS, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον θα έπρεπε τα ανωτέρω ποσά να ήταν ισόποσα κατενεμημένα δι' έκαστον έτος, γεγονός όμως που δεν προέκυψε από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ιδίου ως άνω εκκαλούντος ότι δεν εκτελούσε και ταμειακές πράξεις και ότι ήταν μόνο λογιστής τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος, όπως τούτο επιβεβαιούται εκτός των άλλων και από την κατάθεση της μάρτυρος Ε.-Μ. Μ., επίσης ταμία της εταιρείας, που καταθέτει ότι ο ανωτέρω την βοηθούσε στις πληρωμές, αλλά και από την απολογία του εκκαλούντος Α. Α., που ισχυρίζεται ότι ούτος (Ε. Ζ.) "έκοβε και προσυπέγραψε την επιταγή μισθοδοσίας όλων των εργαζομένων", με την οποία πιστώνετο ο τροφοδότης λογαριασμός της εγκαλούσης εταιρείας στην Τράπεζα. Τέλος από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι στις ανωτέρω πράξεις προέβησαν οι κατηγορούμενοι κατόπιν οργανωμένου σχεδίου, προς τον σκοπό όπως αποκομίσουν αθέμιτο όφελος με βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσης εταιρείας και ότι η συνολική ζημία, την οποία υπέστη η τελευταία από την προεκτεθείσα παραβατική συμπεριφορά των ανέρχεται στο ποσό των 1.022.195,93 Ευρώ και όχι στο ποσό των 831.965,46 Ευρώ, το οποίο δέχτηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο με το εκκαλούμενο βούλευμα του, και επίσης ότι εκ του ποσού αυτού ο κατηγορούμενος Δ. Τ. ωφελήθηκε το ποσό των 651.061,47 Ευρώ και όχι το ποσό των 460.831, που εσφαλμένα δέχτηκε το εκκαλούμενο βούλευμα, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η διόρθωση κατά τούτο του εκκαλουμένου βουλεύματος, της διορθώσεως αυτής μη συνιστώσης ανεπίτρεπτη μεταβολή της ως άνω κατά των κατηγορουμένων απαγγελθείσης κατηγορίας επί απάτη, δεδομένου ότι με την διόρθωση αυτή δεν μεταβάλλεται η αντικειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στους κατηγορουμένους ως άνω αξιοποίνου πράξεως της απάτης, αλλά προσδιορίζονται σαφέστερα τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτής πραγματικά περιστατικά. Τέλος, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμα και τα διαλαμβανόμενα στις εφέσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Ν. Γ. και Ε. Ζ. αιτήματα για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης προκειμένου να ελεγχθούν οι προαναφερόμενοι και ως αβάσιμοι ως άνω κριθέντες ισχυρισμοί των και δη με την προσκομιδή πρόσθετων εγγράφων και την εξέταση και άλλων μαρτύρων των, δεδομένου ότι κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου εκ των συλλεγέντων αποδεικτικών στοιχείων η υπόθεση έχει επαρκώς διαλευκανθεί και δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ούτε και λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο και το αίτημα του εκ των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Ν. Γ. για αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου τούτου εμφάνιση του προς παροχή διευκρινίσεων επί της προκειμένης υποθέσεως, δεδομένου ότι, ούτος με την κρινομένη έφεση του έχει επαρκώς αναπτύξει τις απόψεις του, ώστε να μη είναι πλέον αναγκαία η εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων. Μετά ταύτα πρέπει, αφού προσδιοριστεί σαφέστερα η αποδιδομένη στους κατηγορουμένους κατηγορία, κατά τον εις το διατακτικό του παρόντος αναφερόμενο τρόπο και διορθωθεί κατά τούτο το εκκαλούμενο βούλευμα, να απορριφθούν εν συνεχεία ως κατ' ουσία αβάσιμες οι κρινόμενες εφέσεις και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του παρόντος, τα οποία ανέρχονται για κάθε ένα εξ αυτών στο ποσό των 220 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον σε αυτή αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άνω άρθρου που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως παρά του αναιρεσείοντος του εγκλήματος που, δι' αυτού, του αποδίδεται, διαλαμβάνοντας τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τούτου υπό την άνω κακουργηματική του μορφή κατά επαρκή αιτιολογία. Συγκεκριμένα διαλαμβάνονται τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το έγκλημα τούτο, αφού αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων από κοινού με άλλους, ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της εγκαλούσας ΑΕ με την επωνυμία "ELCO Β.", μετά τη σύνταξη των πρόχειρων χειρόγραφων καταστάσεων της μισθοδοσίας του προσωπικού της εταιρείας και της δικής του, που συνέτασσε ως προϊστάμενος του προσωπικού ο Δ. Τ., τις οποίες ο τελευταίος παρέδιδε στο Ν. Γ., προϊστάμενο και υπεύθυνο μηχανογράφησης, ώστε βάσει αυτών να συνταχθεί το σχετικό λογιστικό άρθρο της μισθοδοσίας, στη συνέχεια εκδίδετο ισόποση επιταγή την οποία προσυπέγραφε και ο αναιρεσείων και κατετίθετο στον τροφοδότη λογαριασμό της εγκαλούσας. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται ότι η επιταγή αυτή κατετίθετο στον τροφοδότη λογαριασμό της εγκαλούσας στην Εθνική Τράπεζα και στη συνέχεια γινόταν καταβολή στους εργαζομένους με πίστωση των προσωπικών τους λογαριασμών κατόπιν εντολής-επιστολής της εγκαλούσας προς την Τράπεζα που υπέγραφε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω διαλαμβάνεται ότι από την αντιπαραβολή των μισθοδοτικών καταστάσεων με τις αποδοχές που αναγγέλλοντο στην Επιθεώρηση εργασίας οι οποίες ήσαν και οι πράγματι οφειλόμενες προκύπτου επιπλέον διαφορές, αφού οι πρώτες ήσαν παρανόμως διογκωμένες. Συγκεκριμένα και ο αναιρεσείων, από κοινού με τους λοιπούς κατηγορουμένους παρουσίαζαν τις διογκωμένες μισθοδοτικές καταστάσεις εξαπατώντας την διοίκηση της εγκαλούσας και τους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας και έτσι επορίζοντο την διαφορά των χρημάτων, την οποία δεν εδικαιούντο. Έτσι κατά τις παραδοχές αυτές ο υπαλλακτικός τρόπος τέλεσης του εγκλήματος αυτού είναι η παράσταση ψευδών γεγονότων στη διοίκηση της άνω ΑΕ και στους υπαλλήλους της άνω τράπεζας, αφού σύμφωνα με αυτές (παραδοχές), ο αναιρεσείων και οι λοιποί κατηγορούμενοι παρουσίαζαν σ' αυτούς τις εν μέρει ψευδείς μισθοδοτικές καταστάσεις, με σκοπό να ποριστούν παράνομα τη διαφορά των αποδοχών που πράγματι οφείλονταν από την παροχή της εργασίας τους και έτσι ο αναιρεσείων πέτυχε να ποριστεί κατά τα έτη 1998 έως το 2000 το μη οφειλόμενο σε αυτόν ποσό των 84.149,22 ευρώ και ειδικότερα, κατά τις παραδοχές, έλαβε παρανόμως από την εγκαλούσα για το έτος 1998 17.801,48 ευρώ, για το έτος 1999 19.465,53 ευρώ και για το έτος 2000 μέχρι τον Απρίλιο του έτους τούτου το ποσό των 46.882,20 ευρώ. Συνεπώς, η αιτίαση με την οποία αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια ότι δεν διαλαμβάνεται ο υπαλλακτικός τρόπος τέλεσης του εγκλήματος τούτου και από τον αναιρεσείοντα, ως συμμέτοχο της πράξης αυτής, είναι αβάσιμη. Περαιτέρω διαλαμβάνεται και ο τρόπος συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην τέλεση της πράξεως αυτής και δεν ασκεί επιρροή η ιδιότητά του ως προϊσταμένου του Λογιστηρίου της εγκαλούσας ή οι εξ αυτής αρμοδιότητες του, αφού αρκεί η άνω συγκεκριμένη απατηλή συμπεριφορά του. Πλέον τούτων διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ποιος παραπλανήθηκε από την ανωτέρω κοινή απατηλή συμπεριφορά, αφού εκτίθεται σ' αυτό ότι παραπλανήθηκαν η διοίκηση της εγκαλούσας ΑΕ, καθώς και η άνω Εθνική Τράπεζα, δηλονότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι αυτής, οι οποίοι προέβησαν στην πίστωση και του δικού του λογαριασμού εκ χρημάτων της εγκαλούσας ύψους 84.149,22 ευρώ, τα οποία αυτός δεν δικαιούτο, αλλά παρανόμως εισέπραξε. Εξάλλου, στο έγκλημα της απάτης μπορεί άλλος να είναι ο πλανηθείς και άλλος ο ζημιωθείς εξ αυτής. Περαιτέρω, προσδιορίζεται το ύψος της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας, η οποία τελεί σε αντιστοιχία προς το παράνομο όφελος που αποκόμισε ο αναιρεσείων εκ της πράξεως αυτής, ενώ, εξάλλου, σαφώς διαλαμβάνεται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς (πλην άλλων) του αναιρεσείοντος και της πλάνης που προκλήθηκε στη διοίκηση της εγκαλούσας και στους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτιών και της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας, η οποία, κατά τις παραδοχές, υπήρξε το άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της πιστώσεως και του λογαριασμού του αναιρεσείοντος από τους άνω πλανηθέντες. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται και ο χρόνος τελέσεως εξακολουθητικά της πράξεως αυτής από τον αναιρεσείοντα, ήτοι ο χρόνος παροχής των υπηρεσιών του στην εγκαλούσα μέχρι τον Απρίλιο του 2000 μέχρις ότου και πιστωνόταν παρανόμως ο λογαριασμός του, ενώ περαιτέρω αναφέρεται με σαφήνεια ότι το άνω ποσό των 84.149,22 ευρώ αυτός δεν το εδικαιούτο και παρανόμως το ωφελήθηκε σε βάρος τη εγκαλούσας. Τέλος, αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση διενέργειας συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, αφού έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε μέχρι τον Απρίλιο του 2000, ενώ μέχρι την απόλυσή του (1-8-2000) δεν αμειβόταν με μισθοδοτικές τέτοιες ψευδείς καταστάσεις, αλλά με την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών και έτσι δεν καθίστατο απαραίτητη η αναφορά του ονόματος του σε μισθοδοτικές καταστάσεις. Συνεπώς, το ποσό των 63.756.000 δρχ, ποσό της αποζημίωσης του είναι άλλο. Όθεν, οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 δ και β ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (άρθρο 386 παρ. 1, 3 ΠΚ) είναι αβάσιμοι και συνακολούθως η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 116/ 24-9-2010 αίτηση του Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση του 1192/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη. Έννοια. Γεγονότα νοούνται αυτά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Η περιουσιακή βλάβη θα πρέπει ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως παράλειψης ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προηγήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης. Η δόλια παραπλάνηση πραγματώνεται με τους αναφερόμενους τρεις υπαλλακτικούς τρόπους, που διαφέρουν εννοιολογικά και δη οι δύο πρώτοι (ψευδής παράσταση, αθέμιτη απόκρυψη) συνιστούν θετική απατηλή συμπεριφορά, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως των αληθινών, που η υποχρέωση προκύπτει από το νόμο, τη σύμβαση ή από προηγούμενη ενέργεια του δράστη. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 439/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. B. του A., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Λυκούδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 120, 121/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 27 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1178/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 30-8-2010 αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής από 27-12-2010 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του A. B. του A. κατά της 120 και 121/ 2010 απόφασης του ΜΟΕ Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και ληστείας από κοινού σε συνολική ποινή καθείρξεως 12 ετών. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 365 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ 1δ ΚΠΔ), που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης γιατί έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε παρατηρήσεις ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην άνω προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι στήριξε την περί ενοχής κρίση της στις προανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις των Ν. και Κ. Κ., παραθέτοντας στο σκεπτικό της ότι "τόσο ο παθών, όσο και ο αδελφός του Κ. Κ. αναγνώρισαν ήδη από το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπήρξε και πελάτης του καταστήματός τους σε φωτογραφίες που αρχικά τους υπέδειξαν οι αστυνομικοί αλλά μεταγενέστερα σε όλα τα στάδια της μέχρι τώρα διαδικασίας", ενώ οι καταθέσεις αυτών δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο ούτε γίνεται μνεία αναγνώσεως περικοπών τούτων κατά την εξέτασή τους στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα να στερηθεί ο αναιρεσείων και οι συνήγοροί του τού δικαιώματος να προβούν σε εξηγήσεις και διευκρινήσεις, ως είχαν δικαίωμα κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι Ν. Κ. και Κ. Κ. κατέθεσαν στο ακροατήριο όσα είχαν καταθέσει και στις καταθέσεις τους στην προδικασία και αναφέρθηκαν στην αναγνώριση του κατηγορουμένου από φωτογραφίες που τους επιδείχτηκαν στην αστυνομία και στη συνέχεια κατέθεσαν ότι αυτός (αναιρεσείων) ήταν πελάτης του καταστήματός τους. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώστηκαν στο Ν. Κ. σχετικές περικοπές των καταθέσεών του την προδικασία και του επιδείχθηκαν οι φωτογραφίες που υπήρχαν στη δικογραφία. Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματός του να προβεί σε εξηγήσεις, διευκρινίσεις, δηλώσεις κλπ σε σχέση με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και έτσι δεν ιδρύθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. Κατά το άρθρο 178 περ. β' και γ' ΚΠΔ στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη, που διατάσσονται κατά τα άρθρα 180-182 και 183 ΚΠΔ υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του Εισαγγελέα. Η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη, ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη, τούτο δε συμβαίνει όχι μόνο όταν μνημονεύονται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της αυτοψίας και της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά (ΑΠ 1129/ 2010, 396/2010, 1437/2009). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα α) της από 16-10-2002 εκθέσεως αυτοψίας και κατασχέσεως του Υ/Α Α. Κ., β) της 3022/ 13/ 12262- α/ 5-12-2002 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Εργαστηρίων της ΕΛΑΣ, που διενεργήθηκαν στην προδικασία, και τα οποία, ενώ αναγνώστηκαν και έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά δεν μνημονεύονται στα αποδεικτικά μέσα, ούτε προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη, και γ) με τους πρόσθετους λόγους ότι δεν ελήφθησαν υπόψη η 2459/ 20-11-2002 (αρ. Πρωτ. 7334/ 15-10-2002) ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού Σ. Μ., καθώς και η 2737/ 27-12-2002 (με τον ίδιο αριθ. πρωτ.) συμπληρωματική έκθεση της ίδιας ιατροδικαστού. Από τις παραδοχές όμως της απόφασης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, αφού το περιεχόμενό τους και τα πορίσματά τους αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ούτε είναι αντίθετα με αυτά, ο δε αναιρεσείων δεν υποστηρίζει το αντίθετο. Ειδικότερα, η άνω έκθεση αυτοψίας και κατασχέσεως, στην οποία περιγράφονται οι χώροι του καταστήματος, όπου τελέστηκαν οι πιο πάνω εγκληματικές πράξεις δεν αποτελεί καθεαυτή αποδεικτικό μέσο αλλά ενέργεια του άνω προανακριτικού υπαλλήλου που σκοπούσε στη συλλογή αποδεικτικού υλικού. Σε κάθε δε περίπτωση το δικαστήριο ανέγνωσε την έκθεση αυτή και την έλαβε υπόψη του, οι παραδοχές δε της εκθέσεως αυτής δεν είναι αντίθετες με εκείνες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 590/2009, 1411/2008). Περαιτέρω, την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Εργαστηρίων της ΕΛΑΣ, που αποτελεί πραγματογνωμοσύνη κατά την ανωτέρω έννοια, και η οποία διαλαμβάνει ότι εξετάστηκε ένας κάλυκας προερχόμενος από πυροδοτημένο φυσίγγιο διαμετρήματος 2Χ18 mm Makaron, την έλαβε υπόψη του το δικαστήριο που την ανέγνωσε, οι δε παραδοχές της προσβαλλομένης δεν είναι αντίθετες με το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής. Εξάλλου, οι άνω ιατροδικαστικές εκθέσεις της Σ. Μ., που αποτελούν επίσης πραγματογνωμοσύνες κατά την ανωτέρω έννοια, αναφέρουν το διάστημα νοσηλείας και τις σωματικές βλάβες που υπέστη από τον πυροβολισμό ο Ν. Κ., όπως ακριβώς μνημονεύονται και στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε αναιρεσείων δεν υποστηρίζει το αντίθετο. Συνεπώς, και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ προκύπτει ότι, τέλεση της αξιόποινης πράξεως από κοινού, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην τέλεση της πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη αιτιολογίας ή νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση των ενεργειών του καθενός συναυτουργού (Ολ.ΑΠ 50/1990). Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.ΑΠ 1716/1990). Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και ο ισχυρισμός του περί χορηγήσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 του ΠΚ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης εκ του ότι υπάρχουν ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού όσον αφορά την τέλεση της πράξης της ληστείας από κοινού, διότι στο διατακτικό φέρεται ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη αυτή "από κοινού με άλλα δύο, αγνώστων στοιχείων άτομα", ενώ σε πολλά σημεία του σκεπτικού χαρακτηρίζονται τα δύο αυτά άτομα ως "συνεργοί του" και έτσι προκαλείται αμφιβολία αναφορικά με το αν τέλεσε την πράξη αυτή από κοινού με τα δύο άγνωστα άτομα ή αν πρόκειται για μοναδικό αυτουργό, τον οποίο συνέδραμαν κατά την τέλεση της ληστείας τρία άγνωστα άτομα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την αιτιολογία της απόφασης, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικούς και του διατακτικού της, αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει σαφώς ότι η πράξη της ληστείας τελέστηκε από κοινού και δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από την εκ παραδρομής αναφορά στην αιτιολογία των δύο άγνωστων δραστών ως συνεργών, αφού προσδιορίζεται πλήρως η συναυτουργική τους δράση, με τις παραδοχές της απόφασης ότι "ο κατηγορούμενος με δύο άλλα άγνωστα άτομα άρπαξαν το Ν. Κ., τον έσπρωξαν βίαια μέσα στο κατάστημα ... ο κατηγορούμενος, ο οποίος κρατούσε στο χέρι του ένα πιστόλι, φώναξε "ληστεία" και ακινητοποίησε με την απειλή του όπλου αυτού τον Κ. Κ. και το Μ. Α., ενώ ο ένας από τους συνεργούς του έριξε το Ν. Κ. στο δάπεδο και τον κρατούσε ακινητοποιημένο, χτυπώντας τον με γροθιές και κλωτσιές. Μετά την ακινητοποίηση, ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του, αφαίρεσαν ...". Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ και δη διότι δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του και συγκεκριμένα "ότι είναι παντρεμένος και έχει ένα παιδί, ότι εργάζεται, ότι είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του, καταθέτει φορολογικές δηλώσεις και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τη νόμιμη παραμονή του στη χώρα και ότι έδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε", καθόσον από το σκεπτικό της προσβαλλομένης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του αυτός απορρίφθηκε με την αιτιολογία "περαιτέρω δεν συντρέχουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιστατικά που να δικαιολογούν την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρο 84 παρ. 1 στοιχ. ε' ΠΚ, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται ... Ειδικότερα, δεν αποδεικνύονται θετικά στοιχεία μετά τις πράξεις του από τα οποία να προκύπτει καλή συμπεριφορά αυτού για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις αυτές, κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, δηλαδή στοιχεία που να δείχνουν σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του (η μη κακή συμπεριφορά δεν αρκεί). Η αιτιολογία δε αυτή είναι πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-8-2010 αίτηση και τους επ' αυτής προσθέτους λόγους του A. B. του A. για αναίρεση της 120-121/ 2010 απόφασης του ΜΟΕ Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Η αυτοψία και η πραγματογνωμοσύνη, ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, πρέπει να προκύπτουν από την αιτιολογία ότι λήφθησαν υπόψη. Τούτο συμβαίνει όχι μόνο όταν μνημονεύονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές ότι τα πορίσματα της αυτοψίας και της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτά. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 437/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη στο Συμβούλιο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζατζάνη, για αναίρεση της με αριθμό 6762/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενη τη ..., κάτοικο .... Με έτερο πολιτικώς ενάγοντα τον .... Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 418/13.12.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1. Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 313 παρ.1 ΚΠΔ, τη 16/11-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της 6762/10 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορουμένη ..., κάτοικος ..., από την κατηγορία για πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση[άρθρα 98, 216 παρ,242 παρ.1 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις, που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 468 παρ.1 περ. β και 506 περ. γ του ΚΠΔ συνάγεται ότι ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να προσβάλει την απόφαση με το ένδικο μέσο που του χορηγεί ο νόμος στις περιπτώσεις που, αν αθωωθεί ο κατηγορούμενος, καταδικάζεται σε αποζημίωση και στα έξοδα και, αν αποβληθεί η πολιτική αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο και μόνο ως προς τα κεφάλαια αυτά [ΑΠ 473/84 Π.Χ. ΛΔ/907, ΑΠ 948/98, Π.Δικ.98/ 658]. 3. Στην προκειμένη περίπτωση από την αίτηση αναιρέσεως και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Κατά την εκδίκαση της κατηγορίας κατά της κατηγορουμένης Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 216 παρ.1 και 242 παρ.1 ΠΚ], εμφανίσθηκε ο εγκαλών Α. Κ. του Κ., πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, και δήλωσε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Παναγιώτη Σαπουντζάκη παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη 6762/10 αθωωτική για την κατηγορουμένη απόφασή του απέβαλε την πολιτική αγωγή του για το λόγο ότι δεν στηριζόταν στο νόμο και δη γιατί αυτός δεν νομιμοποιούταν ενεργητικώς να εγείρει κατά το αστικό δίκαιο αγωγή σε βάρος της, ως μη άμεσα βλαπτόμενος απ' αυτές [άρθρο 63 ΚΠΔ]. Ειδικότερα. Στη μεν πλαστογραφία, που συνίστατο στο ότι η κατηγορουμένη υπό την ιδιότητά της δικαστικής επιμελήτριας κατάρτισε πλαστή έκθεση επιδόσεως δικογράφων στη Σ. Σ., έκρινε ότι νομιμοποιούμενη για την έγερση τέτοιας αγωγής είναι μόνο αυτή, την υπογραφή της οποίας έθεσε κατ' απομίμηση στη θέση της παραλήπτριας. Στη δε ψευδή βεβαίωση σε τρεις εκθέσεις επιδόσεως, τις οποίες συνέταξε η κατηγορουμένη υπό των ανωτέρω ιδιότητά της, που συνίστατο στο ότι βεβαίωσε σ' αυτές ότι παρέδωσε δικόγραφα, κατά σειρά, στη Σ. Σ., στην Ε. Κ. και στον Α. Κ. [ήδη αναιρεσείοντα], αντίστοιχα, έκρινε ότι νομιμοποιούμενοι για την έγερση τέτοιας αγωγής είναι οι ανωτέρω, τους οποίους εμφάνισε εν γνώσει ψευδώς ότι παρέλαβαν τα δικόγραφα. Συνεπώς, ο αναιρεσείων ούτε ως πολιτικώς ενάγων παρέστη στην προσβαλλόμενη ανωτέρω αθωωτική απόφαση, ώστε να αποβληθεί από τη διαδικασία, επειδή η αγωγή του δεν στηριζόταν στο νόμο, ούτε καταδικάσθηκε σε αποζημίωση και σε δικαστικά έξοδα, ώστε να του χορηγείται το δικαίωμα να ασκήσει κατά της απόφασης αίτηση αναιρέσεως, κατά τα άρθρα 468 παρ1 και 506 περ.γ του ΚΠΔ. 4.Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, πρέπει το μεν να απορρίψει την αναίρεση ως απαράδεκτη, το δε να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α-Να απορριφθεί η 16/11-11-2010 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της 6762/10 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Πειραιώς, Και Β-Να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των 220 €. Αθήνα 13-12-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα ... . Κατά δε το άρθρο 506 του ιδίου Κώδικα, την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος, αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας, β) Ο εισαγγελέας του πλημμελειοδικείου, του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου ή του εφετείου (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 505 παρ. 1 στοιχ. δ' ) αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και την προσβαλλόμενη 16/ 11-11-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία αθωώθηκε η κατηγορημένη Χ. Τ. του Δ., δικαστική επιμελήτρια, για τις πράξεις της πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Α. Κ. δεν καταδικάστηκε ως μηνυτής ή εγκαλών σε αποζημίωση ή στα δικαστικά έξοδα ούτε δήλωσε ή παρέστη ως πολιτικώς ενάγων (παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ατομικώς μόνο ο Α. Κ.). Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση αυτή, για τη συζήτηση της οποίας κλήθηκε ο αντίκλητος πληρεξούσιος δικηγόρος του, ως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του Γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συνεπώς, κατά το άνω άρθρο (476 παρ. 1α ΚΠΔ) πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 16/11-11-2010 αίτηση του Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 6762/ 2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση κατά αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν ο κατηγορούμενος, αν αθωώθηκε λόγο έμπρακτης μετάνοιας, ο εισαγγελέας του Πλημμελειοδικείου, του ΜΟΔ ή του Εφετείου κατά της διακρίσεως του άρθρου 505 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 436/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Α. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 206, 215,216/2010 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ε. Π. του Δ., κάτοικο ..., 2)Θ. Π. του Ι., κάτοικο ... και 3)Ι. Π. του Θ., κάτοικο .... Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Αυγούστου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1193/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 391/26-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 του Κ.Π.Δ., την 78/16-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Η. Α. Α. που κρατείται στις φυλακές ... κατά της 206, 215, 216/15-3-2010 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Μ.Ο.Ε. Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε κατ' έφεση τον ήδη αναιρεσείοντα σε ισόβια κάθειρξη και φυλάκιση δέκα πέντε μηνών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία και παράνομη οπλοχρησία πράξεις τις οποίες τέλεσε στο ... στις 8-1-2006. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96,όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1885/2009, ΑΠ 401/2006). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 1533/2003, ΑΠ 278/2002). ΙV. Η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση: α) εκδόθηκε στις 15-3-2010 όπου ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος ήταν παρών και β) καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 19-7-2010. Ο αναιρεσείων άσκησε την παραπάνω αναίρεσή του ενώπιον του Διευθυντή των Φυλακών ... στις 16-8-2010 δηλ. μετά την λήξη της προβλεπόμενης δεκαημέρου προθεσμίας που άρχισε στις 20-7-2010 και έληξε στις 29-7-2010 χωρίς να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση. Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ΕΥΡΩ,: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 78/16-8-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Η. Α. Α. που κρατείται στις φυλακές ... κατά της 206, 215, 216/15-3-2010 αποφάσεως του Μ.Ο.Ε. Αθηνών Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ.1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκήσει ο κατηγορούμενος είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο της Γραμματείας του ποινικού δικαστηρίου, αν ήταν παρών στη δίκη. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο πλην άλλων και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεως του το δικαιολογητικό λόγο της εκπρόθεσμης άσκηση του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος από τα οποία εμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα τους, άλλως το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας κει συνέσεως και ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ.ΑΠ 15 και 763/ 1987). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 206, 215, 216/15-03-2010 καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, που απαγγέλθηκε παρουσία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ στις 19-07-2010, όπως προκύπτει από την από 8-09-2010 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Η κρινόμενη με αριθ. έκθ. 78/ 16-08-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα Α. Η. με δήλωση ενώπιον του διευθυντή του καταστήματος κράτησης ... σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1 και 473 ΚΠΔ την 16-08-2010 ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση στο βιβλίο τούτο, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, ήτοι η αναίρεση αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως. Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποίας κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο ίδιος προσωπικά κατά τη σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης της. Τα δικαστικά έξοδα βαρύνουν τον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 78/16-08-2010 αίτηση του Η. Α. του Α., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης ..., για αναίρεση της 206, 215, 216 / 2010 απόφασης του ΜΟΕ Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011.Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η αίτηση αναίρεσης ασκείται εντός δέκα ημερών από την καταχώρησης της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο. Εκπρόθεσμη άσκησή της είναι επιτρεπτή σε περίπτωση ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Έννοια αυτών. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 435/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Παραστατίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 88/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1125/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 2Α και 5Α του ν. 2801/2000 για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών ... Η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση εφόσον αυτή απαιτείται ... τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή από εφτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) έως τριάντα οχτώ χιλιάδες (38.000) ευρώ. Κατά δε το άρθρο 321 παρ. 1δ του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία (ο κατηγορούμενος) κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται η διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη για αυτό ποινή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η τήρηση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ακυρότητα η οποία είναι σχετική και δημιουργεί, αν δεν καλυφθεί, ήτοι αν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος στη δίκη και προβάλει αντιρρήσεις τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Β ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 165/ 2009, 808/ 2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το 2006/ 322/ 1-6-2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Νάξου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου (μεταβατικής έδρας Θήρας) για να δικαστεί, κατά το ακριβές περιεχόμενό του ως υπαίτιος του "ότι στο λόφο του Προφήτου Ηλία Θήρας Ν. Κυκλάδων, την 6-9-2005, υπό την ιδιότητα του υπευθύνου εκπροσώπου για θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών βάσης της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "CΟSΜΟΤΕ - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", προέβη στην κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που εξυπηρετεί το δίκτυο της ανωτέρω εταιρίας κινητής τηλεφωνίας, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, ήτοι της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.). Για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1Δ', 2Α' και 5Α' Ν. 2801/2000, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 12, 14, 16, 17, 18 β', 19, 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 51, 53, 56, 57 και 79 Ποινικού Κώδικα". Επί της άνω κατηγορίας εκδόθηκε η 273/2008 απόφαση του άνω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και κατ' έφεση του αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη 88/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, η οποίες απέρριψαν την προβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για το λόγο ότι αρκεί για την τυποποίηση του άνω εγκλήματος η παράθεση των παραπάνω ποινικών διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 28010/2000 και δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση και των διατάξεων εκείνων βάσει των οποίων χορηγείται η σχετική άδεια για την τοποθέτηση της άνω κεραίας. Όθεν, η μη παράθεση των τελευταίων τούτων διατάξεων δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα των στοιχείων του κλητηρίου τούτου θεσπίσματος, αρκούσης της παραθέσεως των άνω ποινικών διατάξεων για την πληρότητα τούτου κατ' άρθρο 321 παρ. 1δ' ΚΠΔ. Συνεπώς, δεν εχώρησε σχετική ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη καταδικαστική σε βάρος του αναιρεσείοντος απόφαση και οι περί του αντιθέτου πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1Β'ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Όσον αφορά τις αποδείξεις, αρκεί ο προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων κατ' είδος, ως και ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Η ύπαρξη του δόλου δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία καθόσον ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και κατά συνέπεια εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 88/2010 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνος εκπρόσωπος για θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών βάσης της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "CΟSΜΟΤΕ - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στις 6-9-2005 στο λόφο του Προφήτη Ηλία Θήρας Ν. Κυκλάδων προέβη στην εγκατάσταση κεραίας σταθμού στην ξηρά, που εξυπηρετεί το δίκτυο της ανωτέρω εταιρίας τηλεφωνίας στερούμενος αδείας, η οποία εκδίδεται από την Εθνική Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Μάλιστα η σχετική αίτηση για λήψη αδείας είχε απορριφθεί δυνάμει της υπ' αρ. 349/10/22-4-2005 απόφαση της ανωτέρω αρχής και επιβλήθηκε σε βάρος της C0SΜΟΤΕ διοικητικό πρόστιμο ύψους 14.674 ευρώ για τη παράνομη εγκατάσταση της κεραίας. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, πρέπει όμως να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και δ Π Κ, καθώς αφενός ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης έζησε έντιμο βίο, αφετέρου μετά την τέλεση της πράξης προσπάθησε να άρει τις συνέπειες των πράξεών του και να συμμορφωθεί με το νόμο, απευθυνόμενος σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες (2η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας), προκειμένου να λάβει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1Δ', 2Α' και 5Α' του ν. 2801/ 2000 με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και δ Π.Κ, του ότι: Στο λόφο του Προφήτου Ηλία Θήρα Ν. Κυκλάδων, την 06-09-2005, υπό την ιδιότητα του υπευθύνου εκπροσώπου για θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών βάσης της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "CΟSΜΟΤΕ - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", προέβη στην κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που εξυπηρετεί το δίκτυο της ανωτέρω εταιρίας κινητής τηλεφωνίας, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, ήτοι της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.)." και του επέβαλε φυλάκιση τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως του άνω εγκλήματος και ειδικότερα διαλαμβάνεται με πληρότητα και σαφήνεια ότι ο αναιρεσείων στο λόφο του Προφήτη Ηλία Θήρας Ν. Κυκλάδων, την 6-9-2005,υπό την ιδιότητα του υπευθύνου εκπροσώπου για θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών βάσης της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας με την επωνυμία "COSMOTE- ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προέβη στην κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που εξυπηρετεί το δίκτυο της ανωτέρω εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, ήτοι της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.). Περαιτέρω, η αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη η κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι ελήφθη υπόψη η κατάθεση του μάρτυρος του κατηγορητηρίου , ο οποίος όμως δεν εξετάσθηκε, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον εκ παραδρομής αναφέρεται ότι ελήφθη υπόψη η κατάθεση του μάρτυρος του κατηγορητηρίου, ενώ πρέπει να γίνει δεκτό αναγκαίως ότι ελήφθη υπόψη η κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως αφού άλλος μάρτυρας δεν εξετάσθηκε. Τέλος και η αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη αφού, ενόψει του ότι αρκεί και ενδεχόμενος δόλος για το έγκλημα τούτο, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, δοθέντος ότι ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέλησή του να πραγματώσει τα περιστατικά εκείνα που συγκροτούν το έγκλημα τούτο. Επομένως, και οι από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Όθεν, ελλείψει άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-6-2010 αίτηση του Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 88/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2011. Και, Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κλητήριο θέσπισμα. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται η διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη για αυτό ποινή. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος είναι σχετική και δημιουργεί, αν δεν καλυφθεί, ήτοι αν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος και προβάλλει αντιρρήσεις τον εκ του άρθρου 510§1Β ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 434/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Χ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 781/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Δ. του Π. και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Μ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, 2. Ά. Γ. του Θ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη, και 3. Σ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μηνακάκη. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά τα λόγο της αμέλειας που επιδείχτηκε από αυτό και εφ' όσον, πάντως, το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως. Τούτο δε γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά την αστική ευθύνη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και τον συγκατηγορούμενό του Π. Δ.) ανθρωποκτονίας της Γ. Κ. από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχτηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Η. Χ., ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΤΕΝΤΟΤΕΧΝΙΚΗ Η. Χ. Ο.Ε.", η οποία λειτουργούσε κατάστημα πώλησης των εμπορευμάτων της στην …, επί της οδού … αρ. 82, για τις ανάγκες λειτουργίας αυτού του καταστήματος, στις αρχές του 2003 (Φεβρουάριος) ανέθεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, Π. Δ., ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης επιχείρησης κατασκευής, εμπορίας και τοποθέτησης διαφημιστικών επιγραφών, την τοποθέτηση διαφημιστικής επιγραφής, ύψους 2 μέτρων περίπου, στον κοινόχρηστο χώρο έμπροσθεν του καταστήματος, δηλ. στο πεζοδρόμιο. Ο 2ος κατηγορούμενος με δικό του συνεργείο τοποθέτησε την επιγραφή αυτή. Για την τοποθέτηση αυτής δεν λήφθηκε άδεια από τον Δήμο Κορινθίων, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, γεγονός που γνώριζαν και οι δύο. Η ως άνω πινακίδα κατέλαβε το ήμισυ του πεζοδρομίου, ενώ ο απολειπόμενος χώρος δεν επαρκούσε για την ασφαλή διέλευση των πεζών. Συγκεκριμένα, στην εσωτερική πλευρά του πεζοδρομίου αφέθηκε χώρος 1,5 περίπου μέτρων, ενώ στην εξωτερική του πλευρά μικρότερος του μισού μέτρου. Ένα περίπου μέτρο πριν τη διαφημιστική πινακίδα προεξείχαν τέσσερις βίδες από παλαιότερη διαφημιστική πινακίδα, η οποία είχε αφαιρεθεί. Συνεπώς, στο σημείο εκείνο η διέλευση των πεζών ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Παρά ταύτα οι κατηγορούμενοι δεν έλαβαν άδεια από το Δήμο Κορινθίων ή μια μελέτη από ειδικό μηχανικό, ώστε να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή ασφάλεια στην κίνηση των πεζών, ούτε κάλυψαν τις βίδες που προεξείχαν, ώστε να μην να μην υπάρχει κίνδυνος για τους πεζούς σε περίπτωση πτώσης τους στο έδαφος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 19-9-2005 και περί ώρα 13.30 η Γ. Κ., ηλικίας 82 ετών, βάδιζε στο πεζοδρόμιο της οδού …, στην …, και όταν προσέγγισε το χώρο, όπου βρίσκεται η ως άνω διαφημιστική επιγραφή, λόγω πρόσκρουσής της στις βίδες που υπήρχαν ένα μέτρο πριν από την επιγραφή απώλεσε την ισορροπία της και στη συνέχεια έπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι της στη βάση της προαναφερόμενης πινακίδας και συγκεκριμένα σε μία βίδα της βάσης και να υποστεί κάκωση αυχένος, συνεπεία της οποίας επήλθε ακαριαία ο θάνατός της. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο θάνατος της ανωτέρω Γ. Κ. οφείλεται στην αμέλεια των δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι τοποθέτησαν διαφημιστική επιγραφή (ο πρώτος την εντολή και ο δεύτερος τοποθέτησε) σε σημείο που προκαλούσε σοβαρούς κινδύνους για διέλευση των πεζών, χωρίς να λάβουν άδεια από τον οικείο Δήμο, όπως ρητά επιβάλλεται από τις διατάξεις ... και χωρίς να λάβουν κανένα απολύτως μέτρο για την αποτροπή του αποτελέσματος αυτού παρά το ότι η λήψη τέτοιων μέτρων ήταν επιβεβλημένη ως εκ των συνθηκών που προαναφέρθηκαν αλλά και εφικτή, δεδομένου ότι ήταν εύκολο να καλυφθούν οι κοχλίες της βάσης της διαφημιστικής πινακίδας. Για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 και 28 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση α) σε τι συνίστατο η αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (στο ότι έδωσε εντολή να τοποθετηθεί διαφημιστική πινακίδα, χωρίς άδεια του οικείου Δήμου, επί του πεζοδρομίου, σε τρόπο ώστε ο χώρος που απέμενε δεν επαρκούσε για την ασφαλή διέλευση των πεζών και χωρίς να καλυφθούν οι κοχλίες στους οποίους είχε στερεωθεί η πινακίδα και οι οποίοι προεξείχαν από τη βάση αυτής), β) ότι το θύμα προσέκρουσε σε βίδες από παλαιότερη πινακίδα που είχε αφαιρεθεί, οι οποίες υπήρχαν ένα μέτρο πριν από την νέα πινακίδα, έπεσε κάτω και χτύπησε το κεφάλι της σε μια βίδα της βάσεως της πινακίδας, με αποτέλεσμα να υποστεί κάκωση αυχένος, από την οποία επήλθε αμέσως ο θάνατός της και γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπάρχει μεταξύ της αμέλειας του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του θύματος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ναι μεν το θύμα προσέκρουσε σε βίδες από προηγούμενη πινακίδα που είχε αφαιρεθεί και έχασε την ισορροπία της, πλην οι κακώσεις, οι οποίες είχαν ως συνέπεια το θάνατό της, προκλήθηκαν από την πρόσκρουση της κεφαλής της στη βάση της νέας, παράνομα τοποθετημένης, πινακίδας, και συγκεκριμένα σε μια βίδα της βάσεως, η οποία δεν είχε καλυφθεί. Δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας εμμέσως πλην σαφώς ότι χωρίς την ως άνω πρόσκρουση στη βάση της νέας πινακίδας δεν θα επερχόταν το αποτέλεσμα αυτό, ενώ, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, δεν ασκεί επιρροή το ότι συνέβαλαν σ` αυτό και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως, το ότι, δηλαδή, είχε προηγουμένως προσκρούσει το θύμα σε βίδες από πινακίδα που είχε αφαιρεθεί, τις οποίες είχαν αφήσει ακάλυπτες άγνωστοι δράστες. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αμελείας του αναιρεσείοντος και επελθόντος αποτελέσματος και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του ΠΚ και έλλειψη, ως εκ τούτου, νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Σ. Κ. του Θ. (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Σεπτεμβρίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 8142/2010) αίτηση του Η. Χ. του Η., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 781/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Σ. Κ. του Θ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 10 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Προς θεμελίωση της ευθύνης, αρκεί η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας).
null
null
1
Αριθμός 432/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 23η Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αντιγόνης Κίσσα, η οποία κατέθεσε υπόμνημα. ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ι. συζ. Κ. Μ., 2) Ε. Σ. του Α., 3) Μ. συζ. Π. Κ., 4) Μ. συζ. Κ. Κ., 5) Ε. συζ. Α. Μ., 6) Β. συζ. Μ. Μ., 7) Σ. συζ. Ι. Χ., 8) Γ. συζ. Ι. Δ., 9) Σ. συζ. Χ. Τ., 10) Γ. συζ. Ι. Φ., 11) Μ. συζ. Ι. Λ., 12) Χ. συζ. Γ. Μ., 13) Μ. συζ. Μ. Λ., 14) Γ. Ο., ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων του Ζ., Μ. και Χ. και 15) Δ. συζ. Μ. Δ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 574/2002 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και αντεφέσεως, η 27/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-9-2007 κατατεθείσα αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις 11721/12-2-2009, 11770/23-2-2009, 11746/17-2-2009, 11723/12-2-2009, 11740/17-2-2009, 11760/18-2-2009, 11739/17-2-2009, 11738/17-2-2009, 11781/24-2-2009, 11722/12-2-2009, 11769/20-2-2009, 11737/16-2-2009, 11736/16-2-2009, 11741/17-2-2009 και 11825/3-3-2009 εκθέσεις επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Κρήτης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν στη δικάσιμο της 24-11-2009, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες, αφού η εκ νέου αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ’ αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση γι’ αυτούς (ΚΠολΔ 226 παρ. 4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2). ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ.15 και 17, 251 και 253 ΑΚ συνάγεται ότι οι αξιώσεις των τόκων και των κάθε είδους μισθών παραγράφονται σε πέντε χρόνια, ότι η παραγραφή αρχίζει, γενικώς, από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και ότι η παραγραφή των αξιώσεων του άρθρου 250, ειδικώς, αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξή της. Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, συνιστάμενη στο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο και, μετά από εξαφάνιση της 574/2002 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, έκρινε εκ νέου την από 20-12-2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και επιδίκασε τόκους επί του συνολικού ποσού (οικογενειακού επιδόματος του χρονικού διαστήματος των ετών 1993 ως 1998), το οποίο με την ήδη αμετάκλητη 794/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου είχε επιδικασθεί στον καθένα από τους αναιρεσίβλητους σύμφωνα με την προηγηθείσα, από 22-12-1998 αγωγή αυτών (στην οποία δεν είχε περιληφθεί αίτημα επιδικάσεως τόκων), ενώ θα έπρεπε, κατά παραδοχή του τότε υποβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, να έχει δεχθεί ότι οι νόμιμοι τόκοι, οι οποίοι ζητούντο για το μέρος του κεφαλαίου που αντιστοιχούσε στα έτη 1993 ως 1995, είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είχε συμπληρωθεί από το τέλος του έτους 1995 μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (28-12-2001). Ο λόγος αυτός, όμως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 27/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου προκύπτει ότι δεν επιδικάσθηκαν τόκοι υπερημερίας του χρονικού διαστήματος των ετών 1993 ως 1995, αλλά τόκοι ως παρακολούθημα της επίδοσης της πρώτης, από 22-12-1998 αγωγής (ΑΚ 346), για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 ως 20-12-2001. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, στο άρθρο 340 ΑΚ ορίζεται ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, συνιστάμενη στο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, επιδίκασε τόκους για απαίτηση (ήτοι τους κεφαλαιοποιημένους τόκους από 1-1-1999 ως 20-12-2001), η οποία δεν είχε καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμη, υπό την έννοια ότι τα συνολικά ποσά του οικογενειακού επιδόματος, επί των οποίων υπολογίσθηκαν οι νόμιμοι τόκοι για τον καθένα από τους αναιρεσίβλητους, είχαν μεν επιδικασθεί με οριστική απόφαση, αλλά όχι με αμετάκλητη, δοθέντος ότι η σχετική δίκη ολοκληρώθηκε με την έκδοση της 1055/2005 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, που επακολούθησε. Και ο λόγος αυτός, όμως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι οι τόκοι επί των κεφαλαιοποιημένων τόκων δεν είχαν ως προϋπόθεση την υπερημερία αυτής, αλλά την επίδοση της από 20-12-2001 νέας, καταψηφιστικής αγωγής (ΑΚ 346), από της οποίας και επιδικάσθηκαν. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 27/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τόκοι δικονομικοί. Ο χρόνος της παραγραφής τους άρχεται από την επίδοση της αγωγής που αποτέλεσε την αιτία της τοκογονίας και δεν συνδέονται με το χρόνο κατά τον οποίο είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωση, επί της οποίας οφείλονται. Όταν οι δικονομικοί τόκοι ζητούνται με νέα αγωγή, από την επίδοση προηγούμενης με την οποία δεν είχαν ζητηθεί, είναι αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίο θα καταστεί τελεσίδικη η απόφαση με την οποία επιδικάζεται το κεφάλαιο.
null
null
0
Αριθμός 430/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου L. S. του S., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 428,429/2010 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1111/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30.7.2010, αίτηση του L. (Λ.) S. (Σ.) του S., για αναίρεση της 428-429/2010 απόφασης του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως ανυποστήρικτη, ως εκ της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 431/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-πολιτικώς εναγόντων: 1.Π. Μ. του Α. και 2.Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1738/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους 1.Δ. Σ. του Θ., 2.Θ. Σ. του Δ. και 3.Κ. Σ. του Δ.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Οκτωβρίου 2010 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1418/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 34/4.2.11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 485§1, 476§1 και 513§1α Κ.Π.Δ., της με αριθμ. 136 και 137/από 20-10-2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των α)Π. Μ. και β)Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., δηλώσαντες ότι ως πολιτικώς ενάγοντες, ασκούν αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα : ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Ι. Κατά των 1) Δ. Σ. του Θ., 2) Θ. Σ. του Δ.., 3) Κ. Σ. του Δ., ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ΕΥΡΩ), από κοινού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. ΙΙ. Εκδόθηκε από το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών το με αριθμό 1775/2008 βούλευμα, το οποίο απεφάνθη, να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις που κατηγορούνται, και κατηργήθη ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου για τους Θ. και Κ. Σ. που είχε επιβληθεί με τις 36 και 37/2006 διατάξεις της 22ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών. ΙΙΙ. Κατά του ως άνω βουλεύματος οι αυτοί πολιτικώς ενάγοντες Π. και Π. Μ., άσκησαν εφέσεις (331, 332, από 10-7-2008 ζητούντες να εξαφανισθεί το επικαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι-εφεσίβλητοι. Διετάχθη συμπληρωματική κυρία ανάκριση μετά την οποία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εδέχθη τις εφέσεις τυπικά και απέρριψε αυτές στην ουσία τους, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα, επέβαλε δικαστικά έξοδα στον καθένα και διέταξε την εκτέλεσή του. ΙV. Κατά του ως άνω απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αριθμό 1738/2010, άσκησαν τις υπό κρίση δύο (2) αναιρέσεις τους, οι πολιτικώς ενάγοντες, ζητούντες την εξαφάνιση του ως άνω βουλεύματος, για α)έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. και 510§1Δ), και β)εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρα 386§§1,3 Π.Κ. και 510§1 Ε' Κ.Π.Δ.). V. Σύμφωνα με το άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ., "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο. Το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος, που έχει προσβληθεί, ως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 482§1 Κ.Π.Δ. ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν : α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα, και β) όταν παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Ως προς τους άλλους διαδίκους, πέραν του κατηγορουμένου, όπως για τον πολιτικώς ενάγοντα, δεν προβλέπεται πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, μετά την αντικατάσταση του παρόντος άρθρου (482§1 Κ.Π.Δ.) με το άρθρο 41§1 του Ν. 3160/2003 (Βλεπ. ΑΠ 1263/2006, Ποιν.Δνη 2007, Σελίς 118 και ΑΠ. 1760/2006, Ποιν.Δνη 2007, Σελίς 397). IV. Kατά συνέπεια, οι κρινόμενες αναιρέσεις των πολιτικώς εναγόντων που στρέφονται κατά απαλλακτικού βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, λόγω άσκησής των από μη δικαιούμενα πρόσωπα προς τούτο, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482§1 Κ.Π.Δ. από το άρθρο 41§1 του Ν. 3160/2003 (Βλεπ. άρθρα 463, 476§1, 482§1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. και άρθρο 41§1 Ν. 3160/2003). Κατά τα άρθρα δε 476§1 και 583§1 Κ.Π.Δ. να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του καθένα που άσκησαν την αναίρεση. "ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ" Προτείνω στο Συμβούλιό Σας : Α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι δύο (2) αναιρέσεις με αριθμ. 136,137/2010 των πολιτικώς εναγόντων, α) Π. Μ. του Α.. και β) Π. Μ. του Α.. κατοίκων .... Β) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον καθένα από αυτούς (220 ΕΥΡΩ). Αθήνα 22-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων-πολιτικώς εναγόντων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/30.6.2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της κυβερνήσεως (άρθρο 61 αυτού), μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιελάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούνταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, β) αποφαίνονταν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση, όμως, του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον, από την έναρξη της ισχύος του (30.6.2003), να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, με τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διάταξης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ. α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24 ωρών, από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1775/2008 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων: 1)Δ. Σ., 2)Θ. Σ. και 3)Κ. Σ. για την πράξη της απάτης ιδιαίτερης μεγάλης αξίας από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, με το συνολικό όφελος και την αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν, ξεχωριστά, οι αναιρεσείοντες-πολιτικώς ενάγοντες Π. Μ. του Α. και Π. Μ. του Α. έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το 1738/2010 βούλευμά του απέρριψε τις εφέσεις, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, και επικύρωσε στο σύνολό του το προδιαληφθέν (απαλλακτικό) πρωτόδικο βούλευμα. Οι πιο πάνω αναιρεσείοντες, με την ιδιότητά τους, ως πολιτικώς ενάγοντες, κατά του παραπάνω βουλεύματος 1738/2010 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άσκησαν, αντιστοίχως, τις με αριθμό 136/20.10.2010 και 137/20.10.2010 αιτήσεις αναίρεσης. Οι αιτήσεις, όμως, αυτές ασκούμενες από διαδίκους που δε δικαιούνται πλέον, κατά τα προεκτεθέντα, ν' ασκήσουν το ένδικο τούτο μέσο κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό 136/20.10.2010 και 137/ 20.10.2010 αιτήσεις των 1) Π. Μ. του Α. και 2) Π. Μ. του Α., κατοίκων ..., αντιστοίχως, για αναίρεση του 1738/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βούλευμα, που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, εφόσον ασκήθηκε από μη δικαιούμενους προς τούτο διαδίκους (πολιτικώς ενάγοντες) .
null
null
2
Αριθμός 433/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 467/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3103/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατ' αυτής ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 2078/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Κατόπιν, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5169/2008 απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 24-2-2009 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ... στο προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της από 10-11-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν κλήση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο αυτού, Μαριάννα Παπαδάκη, προς την αναιρεσίβλητη για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-12-2009, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (14-12-2010), η επίσπευση της συζήτησης γίνεται από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, παρά την απουσία αυτού, που δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί σαν και αυτός να ήταν παρών (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ.4, 576 παρ.2). ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει εντολές και οδηγίες, που δεσμεύουν τον εργαζόμενο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζόμενου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης, η οποία ενδέχεται μεν να είναι χαλαρή σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας, όπως λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων αυτού, πρέπει, όμως, να διατηρείται έστω εν μέρει για να θεωρηθεί η παρεχόμενη εργασία ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και, ειδικότερα, αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε καμιά νομική ή προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή η ασφάλιση στο ΙΚΑ. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι το ότι οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα και όχι σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την επίτευξή του. Αντικείμενο της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του. Τέλος, ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίδεται σε αυτή από τους συμβαλλόμενους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την περί αυτού κρίση από το σύνολο των περιστατικών που αποδεικνύονται σε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη εσφαλμένα στην υπαγωγή ή μη των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα αυτού ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής ουσιώδη: Με το από 2-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέθεσε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) το έργο της είσπραξης ασφαλίστρων από τους πελάτες της, έξω από τους στεγασμένους χώρους και τις εγκαταστάσεις αυτής. Οι εισπράξεις διενεργούνταν σε περιοχές που εκάστοτε καθόριζε η εναγομένη, η οποία είχε επιφυλάξει το δικαίωμα να τις προσδιορίζει ελεύθερα, σύμφωνα με τις ανάγκες της. Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί αποδείξεις της εναγομένης, με τις οποίες αυτή τον εφοδίαζε και να μη διενεργεί τις εισπράξεις στο δικό του όνομα. Ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό καθημερινά και να καταθέτει τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας στο αρμόδιο όργανο της εναγόμενης, με απειλή ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ο ενάγων έπρεπε να εκτελεί το έργο με επιμέλεια, προσοχή και ταχύτητα, επιβαρυνόμενος προσωπικά με κάθε δαπάνη για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (όπως τα έξοδα των μετακινήσεών του). Ο ίδιος, μέσα στην καθορισμένη περιοχή της δραστηριότητάς του, ήταν απολύτως ελεύθερος να καθορίζει το χρόνο και τον τρόπο επισκέψεως των οφειλετών, σύμφωνα με την εμπειρία και τις γνώσεις του, χωρίς να έχει υποχρέωση ούτε να απασχολείται καθημερινώς ούτε να πραγματοποιεί ορισμένο ύψος εισπράξεων σε συγκεκριμένο χρόνο. Η εναγόμενη έπρεπε να καταβάλλει στον ενάγοντα, ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, αμοιβή καθοριζόμενη σε ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων, επί της οποίας γίνονταν οι κατά νόμο κρατήσεις, που η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να αποδίδει αρμοδίως. Για την είσπραξη της αμοιβής, ο ενάγων εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ως ελεύθερος επαγγελματίας με έδρα στην περιοχή του Δήμου ... (στην οδό ... αρ. 63). Σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, ο Εφετείο έκρινε ότι στο πλαίσιο της εν λόγω συμβάσεως η είσπραξη των ασφαλίστρων είχε ανατεθεί στον ενάγοντα εργολαβικώς, διότι, αν και γινόταν με αποδείξεις της εναγομένης και σε περιοχή που αυτή καθόριζε, δεν είχαν προσδιορισθεί ούτε τα χρονικά όρια ούτε ο τρόπος της απασχόλησης του ενάγοντος, αλλ' αυτός ήταν ελεύθερος να ενεργεί κατά το δοκούν, χωρίς να λαμβάνει συγκεκριμένες οδηγίες ή εντολές από την εναγομένη και χωρίς να υπόκειται σχετικώς σε έλεγχο ή εποπτεία, εκτός από τη συμμόρφωση στην υποχρέωση απόδοσης των εισπράξεων σε ημερήσια βάση. Και ακόμη, διότι οι συμβληθέντες είχαν αποβλέψει όχι στην εργασία ενάγοντος καθ' εαυτή, αλλά στην επίτευξη της εισπράξεως των οφειλόμενων ασφαλίστρων, ως αποτελέσματος. Κατόπιν αυτού, ο Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν παρείχε εξαρτημένη εργασία, περιστατικό το οποίο δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι είχε ασφαλισθεί στο ΙΚΑ, διότι αυτό έγινε για να μην μείνει ανασφάλιστος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 του ν. 1305/1982, κατά την οποία στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται και πρόσωπα που παρέχουν εργασία ή υπηρεσία με αμοιβή με οποιαδήποτε άλλη σχέση (δηλαδή, εκτός της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας), εφόσον δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα, αλλά παρείχε ανεξάρτητες υπηρεσίες με σύμβαση έργου και, συνακόλουθα, αφού έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις κρίσεις αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε εκείνες των άρθρων 649, 653, 654 και 655 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα, γι' αυτό και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να εκτιμήσει αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε επίκληση και προσκομιδή από τους διαδίκους, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, αλλά εκείνον εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη μια σειρά διαφόρων κατηγοριών εγγράφων (όπως καταστάσεις μισθοδοσίας, καθημερινές εντολές προϊσταμένων, αποζημιώσεις πελατών, καταθέσεις χρημάτων στην Τράπεζα κλπ), τα οποία, μάλιστα, δεν προσδιορίζονται ούτε ως προς τα στοιχεία ούτε ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης περιεχόμενο αυτών Επομένως, εφ' όσον δεν πρόκειται για "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, αλλά για αποδεικτικά μέσα αορίστως επικαλούμενα, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν γεννάται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ` είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την κατάθεση της μάρτυρα του αναιρεσείοντος Μ. Δ., διότι το αποδεικτικό του πόρισμα υπήρξε τελείως διαφορετικό από τα όσα η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Από την υπάρχουσα, όμως, στην απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και "από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και την κατάθεση της μάρτυρα αυτής, την οποία ρητώς μνημονεύει και την αξιολόγησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, που ήδη έχει προεκτεθεί. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ενώ κατά τα λοιπά πλήττει απαραδέκτως τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας. ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση αυτή δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-10-1987 γραπτής συμβάσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και χαρακτήριζε τη μεταξύ τους σχέση ως μίσθωση έργου, ενώ από όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε ότι επρόκειτο για μίσθωση εξαρτημένης εργασίας. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ανέγνωσε ορθώς το ως άνω έγγραφο, το οποίο είχε ονομασθεί από τα μέρη σύμβαση έργου και, προκειμένου να οδηγηθεί κυριαρχικά στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, δεν στηρίχθηκε μόνο στην ονομασία που είχε δοθεί από τους ενδιαφερόμενους, αλλά αξιολόγησε το έγγραφο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και κατέληξε στο πόρισμα, που έχει προεκτεθεί. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή αν δεν ακολούθησε, ως προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτή δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά. Αν από τη διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών θεμελιώνονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως δεν θεμελιώνει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της παραπομπής στην περίπτωση αυτή λειτουργεί αυτόνομα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 2078/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 3103/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της, για τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η επίμαχη από 2-10-1987 έγγραφη σύμβαση των διαδίκων έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτιμώντας κυριαρχικά τις αποδείξεις, έκρινε ότι η ως άνω σύμβαση που συνδέει τους διαδίκους δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά συμβάσεως μισθώσεως έργου. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της παραπομπής μη συμμόρφωση προς την άνω αναιρετική απόφαση, είναι απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 10-11-2008 αίτηση αναιρέσεως.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια εκατό (1.100) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2011. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 22α Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διάκριση από σύμβαση έργου. Επαρκής αιτιολογία. Η μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών εγγράφων δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της μη λήψεως υπ’ όψη «πραγμάτων». Αβάσιμοι αναιρετικοί λόγοι για μη λήψη υπ’ όψη αποδεικτικών μέσων και για παραμόρφωση εγγράφου. Επί αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, δεν τίθεται ζήτημα συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση.
null
null
0
Αριθμός 438/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά, για αναίρεση της υπ'αριθ.2604/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 994/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 24 περ. ιβ' του Ν. 2429/1996, στα πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλουν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής τους καταστάσεως, περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του ίδιου Ν. 2429/1996, η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται: α) Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, β) Τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, γ) Η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, δ) Τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα, ε) Τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 27 του ιδίου Ν. 2429/1996, ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις και γενικώς όλες οι ρυθμίσεις που περιείχαν τα άρθρα 24 έως και 29 του πιο πάνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του Ν. 3213/2003 "Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών κ.λ.π.", του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31.12.2003) και ο οποίος με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρθρα 24 έως και 29 του πρώτου νόμου (Ν. 2429/1996). Έτσι στο νέο Ν. 3213/2003, με το άρθρο 1 παρ, 1 περ. ια' ορίστηκε, ότι δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης και της περιουσιακής κατάστασης των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, με το άρθρο 2 παρ. 1α αυτού προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να περιέχει, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι, ιδίως, τα έσοδα από κάθε πηγή κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις, τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, οι μετοχές, τα ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι καταθέσεις σε τράπεζες ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα και η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση. Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ίδιου Ν. 3213/2003 ορίστηκε ότι ελεγχόμενος, που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ.2 εδ. α' του ΠΚ, "όπου ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος". Από τις παραπάνω διατάξεις και ειδικότερα, εκείνη του άρθρου 27 παρ. 3 εδ. τελ. Ν. 2429/96} σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 27 παρ.2 α ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως με εν γνώσει ανακριβή στοιχεία απαιτείται, αντικειμενικώς, η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), ότι τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία δεν έχουν συμπεριληφθεί στην ανωτέρω δήλωση του σύμφωνα προς την ενδόμυχη πεποίθηση του και τη θέληση του υπόχρεου προς δήλωση να προβεί στην πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, στο εν λόγω έγκλημα της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, στην οποία ο υπόχρεος δράστης δήλωσε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, η αιτιολογία, της καταδικαστικής αποφάσεως^ εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια του εγκλήματος και την τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, διότι απαιτείται άμεσος δόλος από μέρους του υπαιτίου και δεν αρκεί απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή της ανακρίβειας και παραλείψεως δηλώσεως περιουσιακών στοιχείων, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση και την ηθελημένη ενέργεια αποκρύψεως περιουσιακών στοιχείων εν γνώσει του δράστη ότι υποβάλλει ανακριβή δήλωση περιουσιακής καταστάσεως. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2604/ 2009 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι "Ο κατηγορούμενος, ενώ όφειλε ως δικαστικός λειτουργός να υποβάλει κάθε έτος δήλωση περιουσιακής κατάστασης των ν. 2424/1996 και 3213/2003, που να περιέχει λεπτομερώς τα υπάρχοντα κατά το χρόνο υποβολής περιουσιακά του στοιχεία, αυτός υπέβαλε στον αρμόδιο για τον έλεγχο των δηλώσεων Αντεισαγγελέα του ΑΠ δήλωση περιουσιακής κατάστασης με χρονολογίες 20-5-2003, 25-5-2004 και 24-5-2005 για τα αντίστοιχα έτη 2003, 2004 και 2005 οι οποίες εν γνώσει του είχαν ανακριβές περιεχόμενο και ειδικότερα: Α)Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2003, την οποία υπέβαλε ως Πρωτοδίκης Αθηνών στις 20-5-2003, δεν διέλαβε τις εξής οικονομικές ενισχύσεις και καταθέσεις : Τα ποσά των 500, 300 και 1.000 ευρω που εμβάστηκαν στις 4-7-2002, 24-7-2002 και 13-12-2002, αντίστοιχα, από τον Α. Π. στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αρ. ... (εφεξής 1ος λογαριασμός ΑΤΕ). Τα ποσά των 2.500 και και 2.000 ευρώ που εμβάστηκαν στις 17-1-2003 και 30-1-2003, αντίστοιχα, από την Α. Π. στον ίδιο λογαριασμό. Επίσης δήλωσε καταθέσεις στην ΑΤΕ συνολικού ποσού 102.000 ευρώ, ενώ διατηρούσε στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αρ. ... (εφεξής 2ος λογαριασμός ΑΤΕ) καταθέσεις συνολικού ποσού 160.004 ευρώ. Δεν όφειλε δε να δηλώσει τις καταθέσεις του κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της ΑΤΕ με αρ. ... (εφεξής 3ος λογαριασμός ΑΤΕ), γιατί δεν είχε ακόμη εισέλθει σ' αυτόν ως συγκαταθέτης. Β). Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2004, την οποία υπέβαλε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Χανίων στις 25-5-2004, δεν διέλαβε : Κατάθεση προσωπικού δανείου της ΑΤΕ ύψους 14.550 ευρώ στον λογαριασμό του με αρ. .... Καταθέσεις στον 1° λογαριασμό ΑΤΕ ποσού 4.000 ευρώ από Δ. Δ. την 1-10-2003, ποσού 3.200 ευρώ από Ν. Κ. στις 2-10-2003, ποσού 300 ευρώ από Ν. στις 16-10-2003, ποσού 10.000 ευρώ από Α. Γ. στις 14-11-2003 και ποσού 4.000 ευρώ από Ε. Β. στις 6-5-2004. Επίσης δήλωσε καταθέσεις στην ΑΤΕ συνολικού ποσού 116.000 ευρώ, που υπερκαλύπτει το κατατεθειμένο ποσό του 2ου λογαριασμού ΑΤΕ, ενώ δεν όφειλε να δηλώσει τις καταθέσεις του 3ου λογαριασμού ΑΤΕ, στον οποίο δεν είχε ακόμη εισέλθει κατά την υποβολή της δήλωσης. Γ). Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2005, την οποία υπέβαλε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Χανίων στις 24-5-2005, δεν διέλαβε : Κατάθεση στον 1° λογαριασμό ΑΤΕ ποσού 5.000 ευρώ από Ε. Π. στις 28-5-2004. Από καταθέσεις ποσών 3.000 ευρώ, 8.000 ευρώ, 27.000 ευρώ, 1.000 ευρώ και 4.000 ευρώ από Ε. Β. στις 14-7-2004, 3-8-2004, 30-8-2004, 21-10-2004 και 3-12-2004, αντίστοιχα, δεν δήλωσε καθόλου ποσό 7.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 40.000 ευρώ το δήλωσε ως άτοκο δάνειο. Επίσης δεν διέλαβε κατάθεση ποσού 300 ευρώ από Α. Π. στις 3-12-2004 και καταθέσεις του ίδιου του κατηγορουμένου στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ ποσών 3.000 ευρώ στις 2-8-2004 και 22.000 εορώ στις 31-8-2004. Τις καταθέσεις στον 3° λογαριασμό ΑΤΕ ποσών 6.000 ευρώ στις 6-9-2004, 7.600 ευρώ στις 21-12-2004 και 2.300 ευρώ την 1-2-2005 δεν ώφειλε ο κατηγορούμενος να διαλάβει, επειδή εν γνώσει του προέρχονταν από τον πατέρα του, Α. Κ. - κύριο καταθέτη του σχετικού λογαριασμού, όπως έχει γίνει δεκτό και από το 219/2007 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Δ]. Κατά την υποβολή των παραπάνω δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης στις 20-5-2003, 25-5-2004 και 24-5-2005 δεν διέλαβε σ' αυτές την κατά έτος προκύπτουσα διαφορά των καταθέσεων του, δεδομένου ότι : α) Κατά το έτος 2003 στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου ΑΤΕ με αρ. ... (4ος λογαριασμός ΑΤΕ), στον οποίο μετείχε ως συγκαταθετης και ο κατηγορούμενος, υπήρχε υπόλοιπο 3.042,15 ευρώ και στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 155.050,8 ευρώ (το υπόλοιπο του 3ου λογαριασμού ΑΤΕ ποσού 15.993,58 ευρώ δεν συνυπολογίζεται γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε ακόμη εισέλθει σ' αυτόν), β) Κατά το έτος 2004 στον 4° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 3.212.35 ευρώ και στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 106.015,27 ευρώ (το υπόλοιπο του 3ου λογαριασμού ΑΤΕ ποσού 72.059 ευρώ δεν συνυπολογίζεται για τον ίδιο λόγο). Και γ) Κατά το έτος 2005 στον 4° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 143.900 ευρώ, στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 101.705 ευρώ και στον 3° λογαριασμό ΑΤΕ (στον οποίο είχε εισέλθει και ο κατηγορούμενος από 4-6-2004) υπήρχε υπόλοιπο 97.407 ευρώ, στο οποίο όμως δεν πρέπει να συνυπολογιστούν οι καταθέσεις των ποσών 3.849 ευρώ, 1.116 ευρώ, 1.700 ευρώ, 2.800 ευρώ, 9.038 ευρώ, 4.400 ευρώ, 18.598.653 δρχ., 1.251.000, δρχ., 1.180.000 δρχ., 350.000 δρχ. και.735.000 δρχ., που έγιναν στις 23-8-2003, 24-10-2003, 17-11-2003, 27-5-2004, 3-2-2003, 16-5-2003, 13-11-2000, 27-11-2000, 12-9-2001, 31-10-2001 και 27-12-2001, αντίστοιχα, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε 87.803 ευρώ, ανάγονται σε χρονικό διάστημα πριν εισέλθει ο κατηγορούμενος ως συγκαταθετης στον σχετικό λογαριασμό και προέρχονται από τον κύριο καταθέτη, Α. Κ.. Κατόπιν όλων αυτών, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της εν γνώσει του υποβολής ανακριβούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2003, 2004 και 2005 κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα το αντικειμενικό σκέλος της προσδιορίστηκε στο σκεπτικό και διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης με ανακριβή στοιχεία κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Α]. Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2003, την οποία υπέβαλε ως Πρωτοδίκης Αθηνών στις 20-5-2003, δεν διέλαβε τις εξής οικονομικές ενισχύσεις και καταθέσεις :Τα ποσά των 500, 300 και 1.000 ευρώ που εμβάστηκαν στις 4-7-2002, 24-7-2002 και 13-12-2002, αντίστοιχα, από τον Α. Π. στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αρ. ... (εφεξής 1ος λογαριασμός ΑΤΕ). Τα ποσά των 2.500 και 2.000 ευρώ που εμβάστηκαν στις 17-1-2003 και 30-1-2003, αντίστοιχα, από την Α. Π. στον ίδιο λογαριασμό. Επίσης δήλωσε καταθέσεις στην ΑΤΕ συνολικού ποσού 102.000 ευρώ, ενώ διατηρούσε στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αρ. ... (εφεξής 2ος λογαριασμός ΑΤΕ) καταθέσεις συνολικού ποσού 160.004 ευρώ. Δεν όφειλε δε να δηλώσει τις καταθέσεις του κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της ΑΤΕ με αρ. ... (εφεξής 3ος λογαριασμός ΑΤΕ), γιατί δεν είχε ακόμη εισέλθει σ' αυτόν ως συγκαταθέτης. Β]. Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2004, την οποία υπέβαλε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Χανίων στις 25-5-2004, δεν διέλαβε : Κατάθεση προσωπικού δανείου της ΑΤΕ ύψους 14.550 ευρώ στον λογαριασμό του με αρ. .... Καταθέσεις στον 1° λογαριασμό ΑΤΕ ποσού 4.000 ευρώ από Δ. Δ. την 1-10-2003, ποσού 3.200 ευρώ από Ν. Κ. στις 2-10-2003, ποσού 300 ευρώ από Ν. στις 16-10-2003, ποσού 10.000 ευρώ από Α. Γ. στις 14-11-2003 και ποσού 4.000 ευρώ από Ε. Β. στις 6-5-2004. Επίσης δήλωσε καταθέσεις στην ΑΤΈ συνολικού ποσού 116.000 ευρώ, που υπερκαλύπτει το κατατεθειμένο ποσό του 2ου λογαριασμού ΑΤΕ, ενώ δεν όφειλε να δηλώσει τις καταθέσεις του 3ου λογαριασμού ΑΤΕ, στον οποίο δεν είχε ακόμη εισέλθει κατά την υποβολή της δήλωσης. Γ]. Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης του έτους 2005, την οποία υπέβαλε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Χανίων στις 24-5-2005, δεν διέλαβε : Κατάθεση στον 1° λογαριασμό ΑΤΕ ποσού 5.000 ευρω από Ε. Π. στις 28-5-2004. Από καταθέσεις ποσών 3.000 ευρώ, 8.000 ευρώ, 27.000 ευρώ, 1.000 ευρώ και 4.000 ευρώ από Ε. Β. στις 14-7-2004, 3-8-2004, 30-8-2004, 21-10-2004 και 3-12-2004, αντίστοιχα, δεν δήλωσε καθόλου ποσό 7.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 40.000 ευρώ το δήλωσε ως άτοκο δάνειο. Επίσης δεν διέλαβε κατάθεση ποσού 300 ευρώ από Α. Π. στις 3-12-2004 και καταθέσεις του ίδιου του κατηγορουμένου στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ ποσών 3.000 ευρώ στις 2-8-2004 και 22.000 ευρώ στις 31-8-2004. Τις καταθέσεις στον 3° λογαριασμό ΑΤΕ ποσών 6.000 ευρώ στις 6-9-2004, 7.600 ευρώ στις 21-12-2004 και 2.300 ευρώ την 1-2-2005 δεν ώφειλε ο κατηγορούμενος να διαλάβει, επειδή εν γνώσει του προέρχονταν από τον πατέρα του, Α. Κ. - κύριο καταθέτη του σχετικού λογαριασμού, όπως έχει γίνει δεκτό και από το 219/2007 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Δ]. Κατά την υποβολή των παραπάνω δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης στις 20-5-2003, 25-5-2004 και 24-5-2005 δεν διέλαβε σ' αυτές την κατά έτος προκύπτουσα διαφορά των καταθέσεων του, δεδομένου ότι: α) Κατά το έτος 2003 στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου ΑΤΕ με αρ. ... (4ος λογαριασμός ΑΤΕ), στον οποίο μετείχε ως συγκαταθετης και ο κατηγορούμενος, υπήρχε υπόλοιπο 3.042,15 ευρώ και στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 155.050,8 ευρώ (το υπόλοιπο του 3 υ λογαριασμού ΑΤΕ ποσού 15.993,58 ευρώ δεν συνυπολογίζεται γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε ακόμη εισέλθει σ' αυτόν), β) Κατά το έτος 2004 στον 4° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 3.212.35 ευρώ και στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 106.015,27 ευρώ (το υπόλοιπο του 3ου λογαριασμού ΑΤΕ ποσού 72.059 ευρώ δεν συνυπολογίζεται για τον ίδιο λόγο). Και γ) Κατά το έτος 2005 στον 4° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 143.900 ευρώ, στον 2° λογαριασμό ΑΤΕ υπήρχε υπόλοιπο 101.705 ευρώ και στον 3° λογαριασμό ΑΤΕ (στον οποίο είχε εισέλθει και ο κατηγορούμενος από 4-6-2004) υπήρχε υπόλοιπο 97.407 ευρώ, στο οποίο όμως δεν πρέπει να συνυπολογιστούν οι καταθέσεις των ποσών 3.849 ευρώ, 1.116 ευρώ, 1.700 ευρώ, 2.800 ευρώ, 9.038 ευρώ, 4.400 ευρώ, 18.598.653 δρχ., 1.251.000 δρχ., 1.180.000 δρχ., 350.000 δρχ. και 735.000 δρχ., που έγιναν στις 23-8-2003, 24-10-2003, 17-11-2003, 27-5-2004, 3-2-2003, 16-5-2003, 13-11-2000, 27-11-2000, 12-9-2001, 31-10-2001 και 27-12-2001, αντίστοιχα, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε 87.803 ευρώ, ανάγονται σε χρονικό διάστημα πριν εισέλθει ο κατηγορούμενος ως συγκαταθετης στον σχετικό λογαριασμό και προέρχονται από τον κύριο καταθέτη, Α. Κ.." Με τις παραδοχές αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, ασαφής, αντιφατική και τυπική. Ειδικότερα, από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό της προκύπτει αναμφισβήτητα ότι το σκεπτικό δεν συμπληρώνεται από το διατακτικό αλλά αποτελεί πιστή αντιγραφή του, ενώ, εξάλλου, από όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό δεν μπορούν να αναπληρωθούν οι ελλείψεις ως προς ουσιώδη στοιχεία της αξιόποινης αυτής πράξης. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογία της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά των πραγματικών περιστατικών εκείνων που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικός το έγκλημα τούτο, με την έννοια που αυτά αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, δεν αναφέρονται κατά σαφή τρόπο τα συνολικά δηλωθέντα και μη δηλωθέντα επί μέρους ποσά των τραπεζικών λογαριασμών του αναιρεσείοντος στην ΑΤΕ, καθώς και η δηλωθείσα προέλευση αυτών, ώστε να γίνεται καταληπτό σε τι συνίσταται η ανακριβής δήλωση των στοιχείων τούτων κατά το χρόνο της δηλώσεως. Εξάλλου, ενώ αναφέρεται ότι στις δηλώσεις του των ετών 2003 και 2004 δεν όφειλε να δηλώσει τις καταθέσεις κοινού λογαριασμού της ΑΤΕ ..., διότι δεν είχε εισέλθει σ' αυτόν ως συγκαταθέτης, δεν παρατίθεται το περιεχόμενο των δηλώσεων του ως προς το κεφάλαιο τούτο, προκειμένου να κριθεί η ανακρίβεια τους. Περαιτέρω, ως προς τη δήλωση του έτους 2005, αναφέρεται ότι δεν όφειλε να δηλώσει τις καταθέσεις στον τρίτο λογαριασμό ΑΤΕ "επειδή εν γνώσει του προέρχονταν από τον πατέρα του Α. Κ., όπως δέχτηκε το 219/ 2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών", πλην όμως, στη συνέχεια γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων είχε εισέλθει στο λογαριασμό αυτό στις 4-6-2004, γεγονός που δημιουργεί την υποχρέωση του αναιρεσείοντος κατά το νόμο να προβεί στη δήλωση τους. Τέλος, δεν αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που αποδείχτηκαν και θεμελιώνουν την πρόθεση του αναιρεσείοντος (άμεσο δόλο), ενόψει μάλιστα και του ότι αυτός, στις δηλώσεις του διέλαβε και εισοδήματα που δεν όφειλε, μεγαλύτερα συνολικά από εκείνα που πραγματικά είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους, χωρίς να γίνονται καθόλου σκέψεις ως προς αυτό. Όθεν, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβάσεως είναι βάσιμοι και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2604/ 2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πόθεν έσχες. Στη δήλωση της περιουσιακής τους καταστάσεως περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Περιεχόμενο της δήλωσης. Σχετικές διατάξεις. Περιεχόμενο του δόλου. Απαιτείται άμεσος δόλος, δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 442/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, Κ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 410/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Χ.-Τ. του Θ., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2010 αίτησή του, καθώς και στους επ' αυτής από 15 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 686/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 6 Μαϊου 2010 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Κ. Κ. του Γ. και οι επ' αυτής με χρονολογία 15 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετοι λόγοι, κατά της υπ' αριθμό 410/5-2-2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών. Η δόλια δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών γεγονότων συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του. Έτσι, η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ. Δεν δημιουργείται όμως, τέτοια ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι υπαλλακτικοί τρόποι τέλεσης της απάτης, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά απλώς προσδιορίζει (εξειδικεύει) το δόλο του δράστη (ΑΠ 181/2009, 1229/2008). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 410/2010 απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχτηκε, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, και οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα Α. Τ. σύζυγος Ι. Χ. είναι επιχειρηματίας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος των εταιρειών με τις επωνυμίες "ΙΠΠΟΤΟΥΡ ΑΕ" και "ΜΠΟΝΟ ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΑΕΒΕ", η πρώτη από τις οποίες είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Επίσης επιχειρηματίας, πλοιοκτήτης, είναι και ο σύζυγός της Ι. Χ.. Στις αρχές του έτους 1999 η εγκαλούσα και ο σύζυγός της γνωρίστηκαν, μέσω φίλων τους, με τον κατηγορούμενο, ο οποίος, βλέποντας ότι αυτοί έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στον κοινωνικό τους περίγυρο, επεδίωκε να έχουν συχνές κοινωνικές επαφές, κατά τις οποίες με κάθε ευκαιρία εκδήλωνε φιλικά αισθήματα απέναντί τους και πέτυχε έτσι να τους προσεγγίσει περισσότερο και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, δημιουργώντας σ'αυτούς την εντύπωση ότι επρόκειτο για ένα καθόλα αξιοπρεπή άνθρωπο και επιτυχημένο επιχειρηματία, καθόσον εμφανιζόταν στην εγκαλούσα και στον σύζυγό της ως μεγαλομέτοχος σε εταιρίες εκμετάλλευσης εστιατορίων με τον διακριτικό τίτλο "New York" και "Jakson" στην ..., στο ..., στο ... και στην ... και ως μεγαλομέτοχος της εταιρείας "Volk Eastment Ingrasttructure Limited", η οποία διατηρεί καταστήματα συνδιαίτησης (εστιατόρια-καφετέριες-σνακ μπαρ) ανά την Ελλάδα (..., ... - ...), αλλά και ως ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Στις 12-6-1999 ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εγκαλούσα και τον σύζυγό της και ζήτησε να τους συναντήσει για επείγουσα προσωπική του υπόθεση. Κατά την συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στις 16-6-1999 στο γραφείο του συζύγου της εγκαλούσας, παρουσία και της ίδιας, ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι αυτός και ο εξάδελφος και συνέταιρός του Ι. Κ. αντιμετωπίζουν προσωρινή οικονομική δυσχέρεια και ότι χρειάζονται ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο για να αντιμετωπίσουν προσωπικά τους έξοδα και έξοδα της επιχειρήσεώς τους και ότι το ποσό του δανείου θα επέστρεφε ο ίδιος εντός του επόμενου εξαμήνου από χρήματα που θα εισέπραττε από την πώληση ακινήτου που είχε στη Μ., η οποία ήταν ήδη (τότε) συμφωνημένη και αναμενόταν η ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου στον αγοραστή και η είσπραξη του τιμήματος. Επικαλέσθηκε δε ακόμη την φερεγγυότητά του ως επιχειρηματία, ότι είναι μεγαλομέτοχος των προαναφερθεισών εταιρειών και ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας στην ... και στη ..., η οποία εξασφάλιζε την ικανοποίηση οποιαδήποτε απαιτήσεώς τους. Η εγκαλούσα αλλά και ο σύζυγός της πεισθέντες από τις παραπάνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου δέχθηκαν να τον διευκολύνουν προσωρινά και του κατέβαλαν ως δάνειο το ποσό των 125.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα ο Ι. Χ. του κατέβαλα 45.000.000 δραχμές σε μετρητά και η εγκαλούσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο 80.000.000 δραχμές, παραδίδοντας σ'αυτόν, στις 18-6-1999, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, εκδόσεως της εγκαλούσας, σε διαταγή "ΕΜΟΥ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ". Συρόμενη εκ του υπ' αριθμ. ... προσωπικού λογαριασμού της, που διατηρούσε αυτή στην Τράπεζα ASPIS BANK, ποσού 80.000.000 δραχμών, το οποίο εισέπραξε αυθημερόν (18-6-1999) ο κατηγορούμενος. Παρήλθε, όμως, άπρακτο το εξάμηνο, εντός του οποίου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, θα ολοκληρωνόταν η διαδικασία της πώλησης του ακινήτου του στη ... και θα εισέπραττε το τίμημα, με το οποίο θα απέδιδε το δάνειο στην εγκαλούσα καις τον σύζυγό της, και ο κατηγορούμενος, με την δικαιολογία ότι ο αγοραστής που είχε συμφωνήσει να αγοράσει το ακίνητο υπαναχώρησε και ότι ήδη διαπραγματευόταν την πώλησή του με άλλους, νέους, υποψήφιους αγοραστές, ζήτησε από την εγκαλούσα και από τον σύζυγό της να κάνουν μερικούς μήνες ακόμη υπομονή ώστε να πωληθεί το ακίνητο και να μπορέσει έτσι να τους αποδώσει το δάνειο. Όταν όμως παρήλθε άπρακτο και το καλοκαίρι του έτους 2000, η εγκαλούσα κυρίως, αντέδρασε και άρχισε, από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2000, να ζητάει εξηγήσεις από τον κατηγορούμενο γιατί καθυστερεί την εξόφληση της οφειλής του προς αυτήν και προς τον σύζυγό της. ενόψει των πιέσεων αυτών της εγκαλούσας αλλά και του συζύγου της, ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με αυτός, στις 24-11-2000, και τους διαβεβαίωσε ότι εντός της επόμενης εβδομάδας θα τους κατέβαλε, έναντι της συνολικής οφειλής του (125.000.000 δραχμές), το ποσό των 105.000.000 δραχμών και ότι το υπόλοιπο ποσό θα το κατέβαλε εντός συντόμου χρονικού διαστήματος. Προς πιστοποίηση δε των ανωτέρω τους παρέδωσε την από 24-11-2000 ιδιόχειρη έγγραφη Δήλωση Αναγνώρισης Χρέους συνολικού ποσού 125.000.000 δραχμών, στην οποία ανέφερε ακόμη ότι είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει τουλάχιστον τα 105.000.000 δραχμές έως τις 30-11-2000, διαφορετικά θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα σε εμπράγματη κάλυψη όλης της οφειλής. Παρήλθε όμως και η 30-11-2000 και ο κατηγορούμενος, ο οποίος ουδέν ποσό είχε καταβάλει μέχρι τότε στην εγκαλούσα, αλλά ούτε και στον σύζυγό της, υποσχέθηκε σ' αυτούς ότι θα εξοφλούσε τελικά την οφειλή του με μια μεταχρονολογημένη επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 16-12-2000, της εταιρείας του, ποσού 105.000.000 δραχμών, που θα τους παρέδιδε και ότι το υπόλοιπο ποσό των 20.000.000 δραχμών θα το κατέβαλε σε μετρητά εντός μηνός από της ημερομηνίας εκδόσεως της άνω επιταγής, της οποίας επιταγής όμως ο κατηγορούμενος μόνο τηλεομοιοτυπία απέστειλε με fax στην εγκαλούσα και στον σύζυγό της, χωρίς ποτέ να τους παραδώσει την ίδια την επιταγή. Στις αρχές του έτους 2002 ο κατηγορούμενος, πληροφορηθείς προφανώς ότι η εγκαλούσα είχε απευθυνθεί πλέον σε δικηγόρους, στους οποίους ανέθεσε να προβούν σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την είσπραξη του δανείου, υποσχέθηκε στην εγκαλούσα ότι θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό έως το καλοκαίρι του 2002. Τον Ιούλιο του 2002 ο κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα εννέα συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 255.200 ευρώ, το οποίο κάλυπτε μέρος της οφειλής του. Τις συναλλαγματικές αυτές η εγκαλούσα κατέθεσε σε λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Πίστεως, πλην όμως καμία από τις εν λόγω συναλλαγματικές δεν πληρώθηκε από τον κατηγορούμενο. Έτσι τελικά ο κατηγορούμενος, ενεργώντας, όπως σαφώς προκύπτει από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) κατά το ποσό των 80.000.000 δραχμών, με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του ίδιου, επιτυγχάνοντας έτσι τον σκοπό του. Η βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας είναι αναντίρρητη, αφού αυτή παρέδωσε στον κατηγορούμενο την ως άνω τραπεζική επιταγή, εκδόσεως της ίδιας συρόμενη στον προσωπικό της λογαριασμό, που διατηρούσε στην Τράπεζα ASPIS BANK, ποσού 80.000.000 δραχμών, το οποίο ποσό εισέπραξε αυθημερόν ο κατηγορούμενος, συντελεσθείσης έτσι άμεσης περιουσιακής διάθεσης. Το παραπάνω ποσό δόθηκε από την εγκαλούσα στον κατηγορούμενο ως δάνειο, γεγονός άλλωστε που δεν αρνείται και ο ίδιος, δηλαδή ότι δανείσθηκε το ποσό των 80.000.000 δραχμών, εφόσον λοιπόν δε απέδωσε το ποσό του δανείου (ούτε μέρος αυτού), το περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, μη στηριζόμενο σε νόμιμη αξίωσή του κατά της εγκαλούσας, είναι παράνομο. Περαιτέρω, όλες οι βεβαιώσεις και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκε η εγκαλούσα και πείσθηκε να δανείσει στον κατηγορούμενο το ποσό των 80.000.000 δραχμών, εκδίδοντας και παραδίδοντας σ' αυτόν την ως άνω τραπεζική επιταγή, ήταν εν γνώσει του ψευδείς, αφού αυτός δεν ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας, ούτε είχε ακίνητη περιουσία στη ... ή αλλού, που μπορούσε να εξασφαλίσει την ικανοποίηση οποιασδήποτε απαιτήσεως της εγκαλούσας, πολύ δε περισσότερο δεν διαπραγματευόταν την πώληση ακινήτου στη ..., από το τίμημα της οποίας θα επέστρεφε το ποσό που δανείσθηκε και ακόμη δεν ήταν μέτοχος των εταιρειών που εκμεταλλεύονταν τα εστιατόρια με τον διακριτικό τίτλο "NEW YORK" και "JAKSON", ούτε μέτοχος της εταιρείας "Volk Eastment Ingrasttructure Limited", ενώ αξιοσημείωτο είναι και ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας ειλημμένη την απόφαση να μη επιστρέψει το ποσό του δανείου, συνέχισε, με ψευδείς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις, να διατηρεί την παραπλάνηση της εγκαλούσας, δημιουργώντας σ' αυτήν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης της υποχρέωσής του έναντι αυτής. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε μόνιμο οικονομικό πρόβλημα, που επιδεινώθηκε από το τελευταίο τρίμηνο του έτους 1998 και είχε αποδεχθεί συναλλαγματικές ύψους πολλών εκατομμυρίων δραχμών που δεν πληρώθηκαν κατά την λήξη τους και πριν από τον μήνα Ιούνιο του έτους 1999 είχαν εκδοθεί εις βάρος του διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για συνολικό ποσό 45.000.000 δραχμών, για συναλλαγματικές που δεν πληρώθηκαν κατά την λήξη τους και για ακάλυπτες επιταγές, συνεχίστηκε δε και μετά τον μήνα Ιούνιο, του έτους 1999 η έκδοση διαταγών πληρωμής εις βάρος του κατηγορουμένου για τις ίδιες αιτίες, ενώ και το ακίνητο που πωλήθηκε τον Απρίλιο του έτους 2001 από τον κατηγορούμενο στην ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΙ-ΟΥΑΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νομίμως εκπροσωπουμένη από τον εξάδελφό του Ι. Κ., αντί του ποσού των 131.253.550 δραχμών, βαρυνόταν με κατασχέσεις που προσέγγιζαν την αξία του (βλ. την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 335/1999 πρώτη επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδεικνύονται από τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων της κατηγορίας, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς να προκύπτει κάτι διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, συγκροτείται πλήρως η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της ανωτέρω πράξεως για την οποία κατηγορείται και τέλεσε, όπως στο διατακτικό, απορριπτομένων όλων των αντιθέτων ισχυρισμών αυτού και της υπερασπίσεώς του ως αβάσιμων. Οι προβληθέντες από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων δ' και ε' της παρ. 2 του άρθρου 84 Ποιν.Κώδ. πρέπει να απορριφθούν και τούτο γιατί δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και μεταμελήθηκε για την πράξη του, την οποία άλλωστε ουδέποτε παραδέχθηκε ότι τέλεσε, ούτε επιδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, για να επιτύχει επιεική μεταχείριση από το Δικαστήριο, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, ούτε επίσης αποδείχθηκαν περιστατικά καλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου μετά την πράξη του, ενόψει μάλιστα και του ότι αυτός υπήρξε φυγόποινος (βλ. και την 1560/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναστολή εκτελέσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, κατ' άρθρο 497 παρ. 7 του ΚΠΔ). Στη συνέχεια το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι "στην ..., στις 18 Ιουνίου 1999, με πρόθεση τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα, ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Το συνολικό δε όφελος του και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτόν του παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησε ψευδώς στη μηνύτρια ότι είναι μεγαλομέτοχος αλυσίδας εστιατορίων με τον διακριτικό τίτλο "NEW YORK" και "JAKSON", με έδρα κεντρικά σημεία των Αθηνών και των προαστίων αλλά και της εταιρείας "VOLK EASTMENT INFRESTRUCTURE LIMITED" η οποία διατηρεί καταστήματα (εστιατόρια, καφετέριες, σνάκ-μπάρ) στην ..., ... και ... και ότι μαζί με τον συνέταιρο και εξάδελφο του Ι. Κ., χρειαζόταν άμεσα 80.000.000 δραχμές προκειμένου να καλύψει προσωπικά έξοδα, καθώς και έξοδα των ως άνω επιχειρήσεων του, ότι αντιμετώπιζε προσωρινή οικονομική δυσχέρεια και για το λόγο αυτό ζήτησε από τη μηνύτρια ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο, λέγοντας σε αυτήν ότι ήταν σε θέση να της το επιστρέψει εντός έξι μηνών, δεδομένου ότι είχε πωλήσει ακίνητο του στη ... και επρόκειτο άμεσα με την ολοκλήρωση των διαδικασιών της μεταβίβασης του, να εισπράξει το τίμημα. Έτσι, παρέπεισε την εγκαλούσα να του δανείσει το προαναφερόμενο ποσό. Ειδικότερα, του παρέδωσε την υπ' αρ. ... επιταγή της ASPIS BANK την οποία ο κατηγορούμενος εισέπραξε αυθημερόν (18-6-1999). Εν τούτοις όσα της παρέστησε ήταν αναληθή, καθόσον δεν ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη ακίνητη περιουσία, ούτε μεγαλομέτοχος της ως άνω εταιρείας και των καταστημάτων, αλλά αντιθέτως είχε δημιουργήσει πλήθος χρεών προς τρίτους, γεγονότα που αν τα γνώριζε η εγκαλούσα δεν θα προέβαινε στη σύναψη του δανείου, καταβάλλοντος του το παραπάνω ποσό, το οποίο ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει. Είχε δε σκοπό εξαρχής να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της μηνύτριας ίσο με το ποσό των 80.000.000 δραχμών, το οποίο απέσπασε πείθοντας την με τις πιο πάνω απατηλές παραστάσεις", και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Με τις παραπάνω παραδοχές του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος ένοχος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, που εφάρμοσε, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, α) τόσο από το σκεπτικό, όσο και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ανενδοίαστα ότι το έγκλημα της απάτης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τελέσθηκε απ' αυτόν με την "εν γνώσει παράσταση προς την εγκαλούσα ψευδών γεγονότων σαν αληθινών", η δε απλή αναφορά στην αρχή του διατακτικού της απόφασης και των τριών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης της απάτης, η οποία έγινε εκ περισσού με τη χρησιμοποίηση της διατύπωσης της οικείας ποινικής διάταξης, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ή αντίφαση, αφού όλα τα πραγματικά περιστατικά που εν συνεχεία παρατίθενται στο διατακτικό συνιστούν αποκλειστικά τον δια παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τρόπο τέλεσης της απάτης, τον οποίο δέχεται το εφετείο ως μοναδικό τρόπο διάπραξης αυτής, β) εκτίθενται σαφώς στο σκεπτικό της απόφασης τα ψευδή γεγονότα σε παράσταση των οποίων προήλθε στις 12-6-1999 ο αναιρεσείων προς την εγκαλούσα. Συνίστανται δε αυτά στο ότι ο αναιρεσείων ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και μεγαλομέτοχος σε εταιρείες εκμετάλλευσης εστιατορίων-καφετεριών - σνάκ μπαρ, που διατηρούσαν τέτοια καταστήματα σε σημαντικά σημεία της ..., της ... και της ..., ότι ο ίδιος τύγχανε ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ότι αυτός και ο εξάδελφος του, συνέταιρος του, Ι. Κ. αντιμετώπιζαν προσωρινή οικονομική δυσχέρεια και ότι χρειάζονταν ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο για να αντιμετωπίσουν προσωπικά τους έξοδα και έξοδα της επιχείρησης τους και ότι το ποσό του δανείου ήταν σε θέση να το επιστρέψει εντός του επόμενου εξαμήνου με χρήματα που θα εισέπραττε από την πώληση ακινήτου του στη Μ., η οποία ήταν τότε ήδη συμφωνημένη και επέκειτο η ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας του ακινήτου και η είσπραξη του τιμήματος. Περαιτέρω, αιτιολογείται στο σκεπτικό, γιατί όλες οι παραπάνω διαβεβαιώσεις και ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκε η εγκαλούσα και πείσθηκε να δανείσει σ αυτόν το ποσό των 80.000.000 δραχμών, ήταν εν γνώσει του ψευδείς. Συγκεκριμένα, αναφορικά με την παράσταση των γεγονότων, ότι αυτός τύγχανε ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας και ότι θα ήταν σε θέση να επιστρέψει το ποσό του δανείου με χρήματα που θα εισέπραττε από την εκποίηση ακινήτου του στη ..., διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι και οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν εν γνώσει του ψευδείς, διότι αυτός δεν είχε ακίνητη περιουσία στη ... ή αλλού, η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ικανοποίηση οποιασδήποτε απαίτησης της εγκαλούσας. Αντίφαση δε ή ασάφεια δεν δημιουργείται από το ότι δέχθηκε περαιτέρω το δικαστήριο ότι "και το ακίνητο που πωλήθηκε τον Απρίλιο του έτους 2001 από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αντί του ποσού των 131.253.550 δραχμών βαρυνόταν με κατασχέσεις που προσήγγιζαν την αξία του", αφού και η παραδοχή αυτή συμβαδίζει προ της πρώτη, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν είχε ακίνητο που θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας για απόδοση του δανείου, γ) προσδιορίζεται με σαφήνεια τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό το ύψος της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας, ποσού 80.000.000 δραχμών, ήδη 235.173 ευρώ η οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης, υπήρξε το άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της παραπλάνησης της εγκαλούσας και της συνεπεία αυτής καταβολής στον αναιρεσείοντα, ως δανείου, του εν λόγω ποσού με την παράδοση σ' αυτόν ισόποσης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεως της, την οποία και εισέπραξε αυθημερόν ο αναιρεσείων. Το διαλαμβανόμενο δε στο σκεπτικό της απόφασης ότι και ο σύζυγος της εγκαλούσας Ι. Χ., πεισθείς από τις ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος, κατέβαλε σ' αυτόν ως δάνειο το ποσό των 45.000.000 δραχμών σε μετρητά" ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση δημιουργεί αναφορικά με το ύψος της προκληθείσας στην περιουσία της εγκαλούσας βλάβης, αφού ερευνώμενη στην προκείμενη υπόθεση από το Εφετείο πράξη, ήταν μόνο η σε βάρος της εγκαλούσας τελεσθείσα από τον αναιρεσείοντα απάτη, η δε αναφορά στο σύζυγο της έγινε εκ περισσού μόνο διηγηματικώς, και δ) αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός του αναιρεσείοντος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η εγκαλούσα, πεισθείσα από τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, δέχθηκε να τον διευκολύνει προσωρινά και να του δώσει ως δάνειο το ποσό των 80.000.000 δραχμών ήδη 235.173 ευρώ και εφόσον αυτός δεν απέδωσε σ' αυτήν το ποσό του δανείου, ούτε μέρος αυτού, το περιουσιακό όφελος του, μη στηριζόμενο σε νόμιμη αξίωση του κατά της εγκαλούσας, είναι παράνομο". Δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας ότι ο αναιρεσείων με τη μη απόδοση στην εγκαλούσα του διαληφθέντος χρηματικού ποσού, το οποίο αυτή συνεπεία της παραπλάνησης της, του είχε δώσει ως δάνειο, πέτυχε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, κατά το οποίο ποσό και έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας και όχι, ότι η απαίτηση της εγκαλούσας προέρχεται από νόμιμη σύμβαση δανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Μετά ταύτα ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ.1 και 3 του Π.Κ., καθώς και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, περί ελλείψεως της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξ’ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) και το παραπάνω έγγραφο που' δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της πράξεως της κακουργηματικής απάτης, (άρθρο 386 παρ. 1-3 του ΠΚ), για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του περί ενοχής για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, στην παραδοχή ότι αυτός είχε εκδώσει ακάλυπτες επιταγές, οι οποίες όμως, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, δεν είχαν αναγνωσθεί. Όμως, από το αιτιολογικό της ίδιας της απόφασης προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων (επιταγών), προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και συγκεκριμένα από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τις οποίες και έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το Δικαστήριο εκείνο, ώστε να θεωρηθεί ότι η αναφορά αυτή γίνεται απλώς ιστορικά. Έτσι, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και ο σχετικός περί τούτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως (άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος, ως πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 583 ΚΠΔ και 176, 183 Κ.Πολ.Δικ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Μαΐου 2010 αίτηση αναίρεσης και τους επ' αυτής από 15 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, του Κ. Κ. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 410/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κακουργηματική απάτη. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με επίκληση των λόγων: α) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) απόλυτης ακυρότητας. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την παράσταση των ψευδών γεγονότων. Η δόλια παραπλάνηση για την απάτη πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά τρόπους και δημιουργείται αντίφαση και ασάφεια στην περίπτωση της παραδοχής δύο ή τριών τρόπων, γιατί η παραδοχή του ενός αναιρεί τον άλλο, εκτός εάν στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων απλώς προσδιορίζει το δόλο του δράστη, και ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα στο ακροατήριο, στην περίπτωση που λήφθηκε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, όταν το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (π.χ. μάρτυρες, κλπ). Απορρίπτει αίτηση και επιβάλλει έξοδα και υπέρ πολιτικώς ενάγοντος.
null
null
0
Αριθμός 429/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 316/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1022/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα με θυροκόλληση για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτή, αντίγραφο δε της κλήσεως επιδόθηκε και στην αντίκλητο δικηγόρο Φιόρη Τομαρά (βλ. από 30.9.2010 αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγελίας Αρείου Πάγου ...), πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδο (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.6.2010 αίτηση του Α. Λ. του Χ. για αναίρεση της 316/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
Αριθμός 428/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 39/28.2.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 165/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "SYNGENTA HELLAS A.E.B.E.", που εδρεύει στην Ανθούσα και εκπροσωπείται νόμιμα και που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 513/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 1.6.2010 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Κιλκίς ..., σε συνδυασμό με το υπό ημερομηνία 18.5.2010 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 12.10.2010. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (βλ. την υπ' αριθμ. 1619/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση του Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης λόγω μη εμφάνισης αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο. (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 426/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ξ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 16264/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 18 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε, με παράδοση της κλήσεως στον ίδιο, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 2011. Τότε, με την υπ` αριθ. 189/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπειαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ` αριθ. 108/28.6.2010 αίτηση του Ξ. Ρ. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 16264/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 423/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 2487/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1138/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 8 Οκτωβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και το από 21 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως, προς τον αντίκλητο του αναιρεσείοντος Ευάγγελο Γαλετζά της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2010 αίτηση του Κ. Π. του Ε., για αναίρεση της 2487/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 422/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ρ.-Β. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 231/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγουσα την L. D. του S., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1105/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Eισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 11-10-2010 δύο αποδεικτικά επιδόσεως της …, επιμελήτριας της Eισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο ίδιος με θυροκόλληση και ο αντίκλητος δικηγόρος του Γεώργιος Σκούτας, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 16/2/2011, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 28-7-2010 αίτησή του. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2010 αίτηση - δήλωση του Γ. Ρ.-Β. του Γ. περί αναιρέσεως της 231/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης του κλητευθέντος αναιρεσείοντος.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 421/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7647/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1254/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ.γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 12-11-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα του Α.Τ. Σίνδου Δ. Κ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στη σύνοικο σύζυγό του Ε. Τ. κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2010 αίτηση του Ε. Τ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7647/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 420/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου E. S. του B., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 35-36/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 439/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ.γ' Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Π.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογίες 5-5-2010 και 27-4-2010 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τριπόλεως ... και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., αντιστοίχως, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον ίδιο με θυροκόλληση και με επίδοση στον νομίμως διορισμένο αντίκλητο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο κλήσεως για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση της 6-10-2010, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1586/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-2-2010 αίτηση του E. S. του B., για αναίρεση της 35-36/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 9 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 397/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με κατηγορούμενο τον Π. Γ. του Σ., κάτοικο ..., και εγκαλούμενους τους: 1. Ε. Ρ., Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 2. Μ. Χ., Πρόεδρο Εφετών Αθηνών. Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 1037/18-11-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1485/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 27/2-2-2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο κ. Π. Σ. Γ., κάτοικος ..., υπέβαλε σε βάρος της Εισαγγελέως Πρωτ/κών Αθηνών Ε. Ρ. και της Προέδρου Εφετών Αθηνών Μ. Χ. την από 27/5/2009 έγκληση για παράβαση καθήκοντος, ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος και συκοφαντική δυσφήμηση. Η έγκληση αυτή κατά των ανωτέρω Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 115/2010 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών. Κατ' αυτής ο εγκαλών άσκησε, κατ' αρ. 48 ΚΠΔ, την υπ' αρ. 101/2010 προσφυγή του. Με την υπ' αρ. πρωτ. 1037/18-11-2010 αναφορά του ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητος προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή αυτή. Το αρ. 136 περ. Ε ΚΠΔ ορίζει ότι εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με το άρ. 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του αρ. 137 ΚΠΔ την παραπομπή μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως εν προκειμένω) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφ' όσον πρόκειται για περίπτωση που δεν διαλαμβάνεται στα εδάφια α' και β' της παραγράφου 1, συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από το αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κυρία διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 311/01 Π. Δικ. 917 ΑΠ 204/87 Νοβ 35/412 Διατ. Εισ. ΑΠ 2042/80 Π.Χρ. ΛΑ 293). Εξ άλλου κατά την διάταξη του αρ. 48 ΚΠΔ την προσφυγή του εγκαλούντος κατά απορριπτικής (της έγκλησης) διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών (αρ. 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο Εισαγγελέας Εφετών. Κατά συνέπεια επειδή οι εγκαλούμενες (1) Ε. Ρ. υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών και (2) η Μ. Χ. υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών ως Πρόεδρος Εφετών συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή (αρ. 136 εδ. ε και 137 ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στα αντίστοιχα Ποινικά Δικαστήρια, Συμβούλια και λοιπές Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές Πειραιώς, που θα επιληφθούν σύμφωνα με το άρ. 48 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω το Συμβούλιό Σας να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αρ. πρωτ. 1037/2010 έγγραφο της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και αφορά τους Εισαγγελέα Πρωτοδικών και Πρόεδρο Εφετών Αθηνών Ε. Ρ. και Μ. Χ. αντίστοιχα, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της υπ' αρ. 101/2010 προσφυγής του εγκαλούντος Π. Γ. του Σ. κατά της υπ' αρ. 115/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών και στα αντίστοιχα Ποινικά Δικαστήρια, Συμβούλια και λοιπές Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές Πειραιώς. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 136 στ. ε του Κ.Ποιν.Δ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος, είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω διατάξεως, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής, όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρτικής εξετάσεως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 137 του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην πιο πάνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι' αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδι-κείο ή Δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε άλλη περίπτωση ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Π. Γ. με την από 27-5-2009 έγκληση του, που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατήγγειλε τους: 1) Ε. Ρ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 2) Μ. Χ. Πρόεδρο Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος, ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος και συκοφαντική δυσφήμηση. Η σχετική έγκληση του απορρίφθηκε ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθμό 115/2010 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών. Κατά της ως άνω διατάξεως ο εγκαλών άσκησε την υπ' αριθμό 101/2010 προσφυγή του στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι οι καταγγελλόμενες προσέλαβαν την ιδιότητα των κατηγορουμένων, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται κατά το στάδιο αυτό, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, (άρθρα 111 παρ.7, 119 παρ.1 και 122 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.), σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η περιεχόμενη στην από 27-5-2009 έγκληση του Π. Γ., καταγγελία που απευθύνεται σε βάρος των άνω εισαγγελικού και δικαστικού λειτουργού, και η ασκηθείσα κατά της υπ' αριθμό 115/2010 απορριπτικής διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών, προσφυγή, να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να επιληφθεί της ως άνω προσφυγής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει την υπ' αριθμό 101/2010 προσφυγή του εγκαλούντος Π. Σ. Γ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμό 115/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θηβών, σχετικής με την από 27-5-2009 καταγγελία του, κατά των 1) Ε. Ρ., Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και 2) Μ. Χ., Προέδρου Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος, ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος και συκοφαντική δυσφήμηση, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας (άρθρο 136 ΚΠΔ). Συντρέχει βάσιμος λόγος καθορισμού αρμοδιότητας άλλων Εισαγγελικών και λοιπών δικαστικών αρχών, κατόπιν της υποβολής εγκλήσεως σε βάρος εισαγγελικού λειτουργού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και δικαστικού λειτουργού αντίστοιχα (Προέδρου Εφετών Αθηνών), ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας (προκαταρτικής εξετάσεως). Καθορίζει ως αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και λοιπές δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 391/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά,- Εισηγήτρια και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα- κατηγορουμένου Η. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2986/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Γ. του Χ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κουτράκη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1379/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρος των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2986/2010 απόφαση του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, την υπ' αριθμ. 470/16/3/2009 έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 1296/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε, ερήμην, σε φυλάκιση είκοσι (20) μηνών για παραβίαση απορρήτου τηλεφωνημάτων και προφορικής συνομιλίας. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη από 12/10/2010 αίτηση αναιρέσεως (με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία περιέχει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 155 επ. του ίδιου κώδικος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, είτε από συμβούλιο, είτε από το αρμόδιο δικαστήριο. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικούς στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, μεταξύ των οποίων η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αναφέρεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Περαιτέρω, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό επιδόσεως, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6,7/1994). Αν η επίδοση είναι άκυρη, δεν αρχίζει η σχετική προθεσμία. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κάνεις δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Γι' αυτό, όταν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως προβάλλει την ακυρότητα της γενομένης επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως οφείλεται σε ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η προαναφερθείσα αιτιολογία, εφόσον ο περί ακυρότητας ισχυρισμός ή αυτός περί ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο, υπό την έννοια ότι τα επικαλούμενα περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, επάγονται ακυρότητα ή δύνανται να υπαχθούν στην νομική έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των λόγων του δικαστηρίου κρίση. Περαιτέρω, ανωτέρα βία είναι απρόβλεπτο γεγονός, είτε αντικειμενικώς εκτιμώμενο, είτε σχετικώς με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας συνέσεως και επιμέλειας, ενώ ανυπέρβλητο κώλυμα είναι το είναι το γεγονός εκείνο το οποίο δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσα από 16/3/2009 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1296/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, με την εξής αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα, το δικαστήριο, με πρόταση του Εισαγγελέα, το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και καταδικάζει εκείνον που το άσκησε να πληρώσει τα έξοδα και τα τέλη της δίκης. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει αριθμό 1296/24/1/2007. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε από τον Αστυφύλακα ..., του Α.Τ. Πλ. Δημοκρατίας, στις 19/12/2007 και θυροκολλήθηκε, παρουσία και του Αρχιφύλακα ΜΠΣ ..., του Α.Τ. Πλ. Δημοκρατίας, που βρίσκεται στη δικογραφία, στο οποίο φαίνεται ότι η τελευταία γνωστή κατοικία του κατηγορουμένου ήταν .... Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεση, στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 16/3/2009, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, στην οποία αναφέρει ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό .... Την αλλαγή όμως αυτή της διεύθυνσης κατοικίας του ουδέποτε ο κατηγορούμενος γνωστοποίησε στις αρμόδιες Αρχές, ως όφειλε. Επειδή, από την όλη αποδεικτική διαδικασία, δεν αποδείχθηκε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε την έφεση μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ο επικαλούμενος με το εφετήριο λόγος του εκκαλούντος, ότι ουδέποτε έλαβε γνώση τόσο της ημέρας εκδίκασης της υπόθεσης, όσο και της επίδοσης αντιγράφου της απόφασης, που κατά τον ισχυρισμό του, τον εμπόδισε να ασκήσει εμπροθέσμως την έφεση. Πρέπει, επομένως η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον κατηγορούμενο τα έξοδα, της δίκης αυτής". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση της εφέσεως, προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ως λόγο ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του επικαλέσθηκε το γεγονός ότι "το πρώτον έλαβα γνώση της υπ' αριθμ. 1296/24/1/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σήμερα την 16/3/2009, διότι, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως φέρεται αυτή να θυροκολλήθηκε την 14//12/2007 στην οδό ..., την οποία όμως ουδέποτε έλαβα, αφού συνέτρεχε σοβαρό πρόβλημα υγείας της συζύγου μου, το οποίο οδήγησε στη διακοπή της επιχείρησης μου που υπήρχε στην ανωτέρω οδό από το Νοέμβριο του έτους 2007". Η προαναφερόμενη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πληροί τις άνω προϋποθέσεις, διότι περιέχει όλα τα μνησθέντα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η εν λόγω έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, αφού διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης της προσβληθείσης με την έφεση αποφάσεως, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως που αναγνώσθηκε και από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης καταδικαστικής απόφασης. Ειδικότερα, ο περί ανωτέρας βίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως τα σχετικά περιστατικά που τον θεμελίωναν αναφέρονται στην έκθεση της εφέσεως, συνιστάμενα στο ότι ο αναιρεσείων, λόγω αλλαγής κατοικίας δεν έλαβε γνώση της γενομένης επιδόσεως της εκκληθείσας πρωτοδίκου αποφάσεως, ως προς την εγκυρότητα της οποίας (επιδόσεως) καμία σχετική αιτίαση δεν προβάλλεται, αορίστως προεβλήθη και το Εφετείο δεν υποχρεούτο να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ως προς την συνδρομή των όρων της ανωτέρας βίας, δικαιολογούσας την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Εντεύθεν δε, δεν υποχρεούτο να λάβει υπόψη και την κατάθεση του εξετασθέντος περί της επικληθείσης ανωτέρας βίας μάρτυρα, ο οποίος ως εκ περισσού εξετάσθηκε ούτε τα προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού προσάπτονται από τον κατηγορούμενο και αναγνωσθέντα έγγραφα. Τούτο δε, διότι η μνεία της μεταβολής κατοικίας και μόνο, δεν συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, γιατί ο αναιρεσείων όφειλε και μπορούσε να δηλώσει την νέα διεύθυνση κατοικίας του στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά τις σχετικές επιταγές του άρθρου 273 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ, ώστε η επίδοση να γίνει στη νέα διεύθυνση κατοικίας του ή να μεριμνήσει για την έγκαιρη γνώση της επιδοθείσας αποφάσεως, επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχΔ του ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/10/2010 αίτηση του Η. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2986/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης για παραβίαση τηλεφωνημάτων, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η μεταβολή κατοικίας δεν συνιστά ανωτέρα βία.
null
null
0
Αριθμός 391/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Βόλου (θέση "Ζάχαρη") και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Κ. χας Ι. Π., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με την ΑΙΒ/8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Προνοίας (ΦΕΚ Β' 526/8.9.1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940, άρθρο 1 παρ. 1. Υγειονομικός έλεγχος είναι η λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως ή των ποτών, καθώς και των αντικειμένων, των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια Υγεία και το περιβάλλον γενικότερα. Σκοπός του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία της Δημόσιας Υγείας. Αναλυτικά ο Υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην των τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως και καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά, ιδιωτικών κλινικών, οίκων ευγηρίας και άλλων παρόμοιων επιχειρήσεων. Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα και γενικά στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών (ξενοδοχεία ύπνου, αίθουσες δημοσίων θεαμάτων, κομμωτήρια, κουρεία, λουτρά, χώροι υγιεινής και κυλικεία υπαιθρίων δημόσιων θεαμάτων, όπως θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, αθλητικών γηπέδων, καθώς και σε κάθε είδους κατασκηνώσεις κλπ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 της ίδιας αποφάσεως Α1Β/8577/1983 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας που αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β'/11-11-92), "όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του δεν πάσχει από μεταδοτικό νόσημα και δεν είναι φορέας εντερικών παθογόνων μικροβίων, ιών και παρασίτων". Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ' αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν εργασία χειριστή τροφίμων ή ποτών ή απασχολούνται σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα αυτοί που ασχολούνται με την παρασκευή, συσκευασία και προετοιμασία των τροφίμων ή ποτών για τη διάθεσή τους στην κατανάλωση ή που παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονται έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με τον καταναλωτή τούτων ή με τον χρήστη των υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως των νοσημάτων από τα οποία τυχόν πάσχουν ή των μικροβίων, των ιών και των παρασίτων, των οποίων είναι φορείς. Τα κοινωφελή ιδρύματα, τα οποία δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, για την ίδρυση και λειτουργία των οποίων ισχύουν ειδικές διατάξεις (στην προκειμένη περίπτωση τα πδ 733/1974, 711/1992 και ο Α.Ν. 2039/1939), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υγειονομικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεις ή καταστήματα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 και 14 της παραπάνω υγειονομικής διάταξης και συνεπώς οι εργαζόμενοι σ' αυτές παιδοκόμοι και άλλοι υπάλληλοι, πλην των εργαζομένων στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, για τους οποίους ρητά προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 2 της ως άνω υγειονομικής διάταξης, δεν υποχρεούνται να εφοδιαστούν με βιβλιάριο υγείας (πρβλ. ΑΠ 1277/2001). Περαιτέρω, από τα άρθρα 324 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως και συγκεκριμένως καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλαδή την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση υπό την έννοια των περιστατικών που ήσαν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου. Ειδικότερα, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Επομένως, εν όψει της διατάξεως του άρθρ. 656 Α.Κ., κατά την έννοια της οποίας όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλλει στον μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλλει κατά το ίδιο διάστημα σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως. Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι η εγκυρότητα αυτής, διότι σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του εργαζομένου ή η μη θεώρησή του, κατ' αυτήν, επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτής και για το μεταγενέστερο, που αναφέρεται στη νέα αγωγή, διότι η κτήση ή η θεώρηση του βιβλιαρίου κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, η οποία αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας, είναι μεταγενέστερο πραγματικό περιστατικό και δεν ήταν αναγκαίο ζήτημα για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι το εναγόμενο Κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ έχει ως σκοπό την περίθαλψη και φροντίδα των εξωτερικών ή εσωτερικών τροφίμων, ατόμων με ειδικές ανάγκες, οποιασδήποτε ηλικίας αμφοτέρων των φύλων. Στις 21-4-2003 η ενάγουσα προσελήφθη από το ίδρυμα αυτό για να προσφέρει υπηρεσίες υπαλλήλου και συγκεκριμένα παιδοκόμου, που βασικά συνίσταντο στη φύλαξη των αρρένων ατόμων που διαβιούν στις εγκαταστάσεις του. Ο μισθός της καθορίστηκε στο ποσό των 750 € μηνιαίως (καθαρά) για πλήρη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως, παρείχε δε την παραπάνω εργασία στο Ίδρυμα μέχρι την 13-1-2006, που το τελευταίο κατήγγειλε την εργασιακή αυτή σύμβαση και αρνήθηκε έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών της. Η ενάγουσα, με την από 20-6-2006 προηγούμενη αγωγή της, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η άνω καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως επίσης να υποχρεωθεί να της καταβάλει, λόγω της υπερημερίας του, ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της και ως προς την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών της, τις οφειλόμενες αποδοχές της. Εκδόθηκε η 124/2006 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Βόλου, µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Με την 81/2008 απόφαση του (Εφετείου Λάρισας), η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία της συµβάσεως εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη και ότι είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, τις οποίες το Ίδρυµα απέκρουσε για το χρονικό διάστηµα από 1-1-06 έως 23-1-2006, ήδη δε η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, µετά την έκδοση της 285/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, µε την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του εκκαλούντος Κοινωφελούς Ιδρύµατος. Στη συνέχεια δέχθηκε, ότι με την τελεσίδικη αυτή κρίση καλύπτονται από δεδικασμένο το κύρος της συµβάσεως εργασίας, το είδος της εργασίας της εφεσίβλητης, η ακυρότητα της καταγγελίας, η εντεύθεν υπερημερία του εκκαλούντος και οι αποδοχές της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της καταγγελίας και µε το δεδομένο ότι το κύρος της συµβάσεως εργασίας είναι αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος δηλαδή της βασιμότητας της αξιώσεως προς επιδίκαση μισθών υπερημερίας, καλύπτεται από το δεδικασμένο και η ένσταση περί ακυρότητας της συµβάσεως εργασίας, που προτείνει µε τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως το εκκαλούν, εκ του λόγου ότι η εφεσίβλητη κατά την πρόσληψή της στερείτο βιβλιαρίου υγείας (βλ. αρθρ. 14 παρ. 1 της υπ' αριθ. Α1Β/8577/1983 Υ.Α.). Επίσης, δέχθηκε ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την άνω απόφαση, καλύπτει το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας για το ήδη επίδικο διάστηµα, αφού το ύψος αυτό (750 €) αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στην τελευταία αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται, δηλαδή το δεδικασμένο από την προηγούμενη δίκη καλύπτει και στην παρούσα δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας όχι βέβαια ως αυτοτελές πραγματικό περιστατικό, αλλά ως κοινό στοιχείο της ίδιας και στις δύο δίκες ιστορικής αιτίας. Επομένως, αφού το εκκαλούν μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης της εφεσίβλητης, αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας της τελευταίας καθίσταται αυτό υπερήμερο κατά το άρθρο 656 ΑΚ και παρέχει στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό της, εφόσον η υπερημερία του εργοδότη δεν έχει αρθεί, ούτε με επαναπρόσληψή της ενάγουσας, ούτε με νέα έγκυρη καταγγελία, η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει ό,τι ακριβώς θα ελάμβανε ως "μισθό" αν το εναγόμενο δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας της και ειδικότερα α) αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24/1/06 έως 31/3/08, β) επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, γ) αποδοχές αδειών και επιδόματα αδείας, για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα. Λόγω της μη μεταβολής του νομικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας (υπ' αριθ. 12191/06 - ΦΕΚ 11198Β/17-8-2006 απόφαση των Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας "καθορισμός των όρων αµοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, (Κοινωφελή Ιδρύµατα, Οργανισµοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κ.λπ.)" τόσο κατά το χρονικό διάστηµα που αφορούσε στην αγωγή της εφεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 81/08 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, όσο και κατά το διάστηµα της κρινόμενης αγωγής, λόγω του ανωτέρω δεδικασμένου οι αξιώσεις της ενάγουσας θα υπολογισθούν µε βάση το μηνιαίο μισθό ύψους 750 €, που αυτή ελάµβανε. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο η ενάγουσα λόγω υπερημερίας του εναγομένου δικαιούται για το χρονικό διάστηµα από 24/1/06 έως 31/3/08: α) Μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού ύψους 19.680 €. Β) 1) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2006 ποσό ύψους 406,24 €. 2) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2006 ποσό ύψους 781,24 €. 3) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2007 ποσό ύψους 406,24 €. 4) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2007 ποσό 781,24 €. 5) Για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2008 ποσό ύψους 242,18 €. Γ) 1) Για αποδοχές αδείας του έτους 2006 ποσό ύψους 750 € (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 (1/2 Χ 750) €. 2) Για αποδοχές αδείας του έτους 2007 ποσό ύψους 750 € (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό 375 €. 3) Για αποδοχές αδείας του έτους 2008 ποσό ύψους 750 € (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 €. Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 25.672,14 €. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 της αποφάσεως Α1Β/8577/1983 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β'/11-11-92) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα καθήκοντά της αναγόταν στη φύλαξη των τροφίμων του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση αυτής να έχει το βιβλιάριο υγείας, αφού δεν ανήκε στους εργαζόμενους στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, για τους οποίους ρητά προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 2 της ως άνω υγειονομικής διάταξης, πλεοναστικώς δε διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την ύπαρξη βιβλιαρίου. Επομένως εφόσον η αιτιολογία αυτή δεν στηρίζει το διατακτικό, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχόμενο την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, δίχως η τελευταία να έχει βιβλιάριο υγείας, παραβίασε, με το να μην την εφαρμόσει, την απόφαση που προαναφέρθηκε είναι αβάσιμος, προεχόντως, ως αλυσιτελής. Εξάλλου το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι καλύπτεται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το αναιρεσείον δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης. Δοθέντος όμως, ότι, πλεοναστικώς, (αφού στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ της φύσεως των καθηκόντων της αναιρεσίβλητης, δεν απαιτείτο), ερεύνησε την ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας, δέχθηκε την εγκυρότητα της σύμβασης και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, είναι αβάσιμος ο σχετικός, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει την απόφαση, ως προς την παραδοχή του δεδικασμένου για την εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας και κατά τον επίδικο χρόνο. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, που είχε προτείνει ενώπιόν του και ειδικότερα ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε βιβλιάριο υγείας με συνέπεια να είναι άκυρη η σύμβαση εργασίας και να μη δικαιούται τις αποδοχές που διεκδικεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ενόψει των καθηκόντων της αναιρεσίβλητης που προαναφέρθηκαν και προκύπτουν από τις παραδοχές της απόφασης, δεν ήταν αναγκαίο, για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας, να έχει βιβλιάριο ασθενείας και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 3-9-2010, αίτηση αναιρέσεως της 320/2010 αποφάσεως, του Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τα κοινωφελή ιδρύματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υγειονομικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεις ή καταστήματα και συνεπώς σι εργαζόμενοι σ’ αυτές παιδοκόμοι και άλλοι υπάλληλοι, πλην των εργαζομένων στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, δεν υποχρεούνται να εφοδιαστούν με βιβλιάριο υγείας. Το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως. Ενόψει του ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας του εργαζομένου ή η μη θεώρησή του, κατ’ αυτήν, επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του, το δεδικασμένο για την εγκυρότητα της σύμβασης, για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν καλύπτει την εγκυρότητα αυτής και για το μεταγενέστερο, που αναφέρεται στη νέα αγωγή.
null
null
1
Αριθμός 389/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Σ. του Π., κάτοικο …, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1976/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1371/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου, με αριθμό 13/28.1. 2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Α) Εισάγοντες την εμπροθέσμως, ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα υπ' αριθμ. 127/14-10-2010 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1976/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου απερρίφθη κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 170/2010 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 1159/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο και επεκύρωσε, εκθέτομεν τα εξής: Με το προαναφερθέν πρωτόδικο βούλευμα ο αναιρεσείων παρεπέμφθη στο αρμοδίως ορισθησόμενο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Κατ' αρχήν θεωρούμεν ότι παραδεκτώς σύμφωνα με το άρθρο 474§2 Κ.Π.Δ. ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, διότι οι λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται στο επισυναπτόμενο υπόμνημα, το οποίο, (μετά των παρεμβαλλομένων επίσης φύλλων νομολογίας του Αρείου Πάγου), αποτελεί ένα σώμα μετά της εκθέσεως αναιρέσεως, εις έκαστο δε φύλλο, αλλά και τέλος της εκθέσεως έχουν τεθεί οι υπογραφές τόσο του αναιρεσείοντος, όσο και του Γραμματέως του Εφετείου. Β) Κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας. Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικός εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται το τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. Επειδή, ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ. β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ., να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, χωρίς δικές του σκέψεις, αλλά με καθολική αναφορά στην πρόταση του Αντεισαγγελέως Εφετών, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, για να δικαστεί για την ήδη αναφερθείσα αξιόποινη πράξη. Στην πρότασή του ο Αντεισαγγελεύς Εφετών, για να καταρρίψει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο τα βαρύτατα τραύματα της παθούσης, ήσαν αποτέλεσμα της πτώσεώς της λόγω μέθης από την ταράτσα της διωρόφου οικίας, αρχικά στην τέντα του διαμερίσματος του μάρτυρα Γ. Ο. και εν συνεχεία στο τσιμεντένιο δάπεδο του γκαράζ και όχι λόγω των πληγμάτων που της κατάφερε αυτός, επικαλείται την προανακριτική και την ανακριτική απολογία του, όπου αυτός καταθέτει ότι η διαδρομή αυτής ήταν καθοδική από τις σκάλες της οικίας προς την έξοδο αυτής. Η διαδρομή, όμως, αυτής, περιγράφεται λεπτομερώς στην από 24-4-2009 προανακριτική ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος στο Αστ. Τμήμα Καλλιθέας, το οποίο διενεργούσε αυτεπάγγελτη προανάκριση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 243 Κ.Π.Δ., και όχι στην απολογία του στο ίδιο τμήμα, κατά την οποία απλώς περιορίσθηκε στην άρνηση της κατηγορίας. Περιληπτικώς, όμως, επανέλαβε τη διαδρομή από τις σκάλες και στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή. Ο Εισαγγελεύς, επομένως, αλλά και το Συμβούλιο, το οποίο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση αυτού, περιγράφοντας την διαδρομή από τις σκάλες της παθούσης, με τις λεπτομέρειες που ιστορούνται στην άνω προανακριτική ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος, αδιστάκτως προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε αυτή. Η λήψη, όμως υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου της αναφερθείσης ενόρκου καταθέσεως ως μάρτυρος του αναιρεσείοντος, η οποία δόθηκε πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31§2 και 171§1δ' του Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση αυτού και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223§4 Κ.Π.Δ., να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη (ΟΛ Α.Π. 1/2004, Π.Χρ. ΝΕ. 113). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484§1α Κ.Π.Δ.) είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί. Γ) Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλομένης ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484§1δ' Κ.Π.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση του λόγου αυτού, επιχειρείται αντίκρουση των παραδοχών του Συμβουλίου, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που κατά την κρίση αυτού έλαβον χώρα. Κατ' ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω, Προτείνομεν Να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 310 του ίδιου Κώδικα, "1.αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 2.Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοια του. 3.Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης και το βαρύτερο αυτής αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθρο 29 παρ. 1 ΠΚ), είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρο 310 παρ. 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, συνδρομή οποιασδήποτε από τις πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευόμενες περιπτώσεις της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικώς δε, σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος προς τέλεση βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλον. Είναι δε αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση, αν από τον τρόπο τελέσεως κλπ. μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να προκληθεί κίνδυνος ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια κλπ. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484§1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "... προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ... εργαζόταν ως οικοδόμος και απασχολείτο σε διάφορους εργοδότες. Η παθούσα ... εργαζόταν ως σερβιτόρα, διατηρούσε δε από τετράμηνο περίπου ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο, με τον οποίο συζούσαν και διέμεναν είτε στην οικία του είτε σε αυτήν της παθούσας. Στις 23-4-2009 και περί ώρα 22.00 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην οικία του με τον φίλο του Ν. Σ. του Μ. και παρακολουθούσαν τηλεόραση. Περί την 00.30 της 24-4-2009 ο κατηγορούμενος μετέφερε τον φίλο του στην οικία του και επέστρεψε στην δική του. Η παθούσα επέστρεψε από την εργασία της στην οικία του κατηγορουμένου περί ώρα 05.00, μεθυσμένη και βαδίζοντας με δυσκολία. Ο κατηγορούμενος αρχικά προσπάθησε να την βοηθήσει να ξαπλώσει λόγω της κατάστασης της και επειδή η συγκεκριμένη κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η φίλη του, αποτελούσε καθημερινό φαινόμενο εκνευρίστηκε, με αποτέλεσμα να φιλονικήσουν μεταξύ τους οπότε ο κατηγορούμενος ζήτησε από την φίλη του να διακόψουν την σχέση τους. Η παθούσα αντέδρασε και καθώς ήταν εκνευρισμένη από το επεισόδιο που δημιουργήθηκε, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και κατέβηκε την σκάλα σκοπεύοντας να αποχωρήσει από την οικία του κατηγορουμένου. Τότε ο τελευταίος την ακολούθησε και αφού την πρόλαβε στο σημείο αμέσως μόλις είχε βγει από την εξώπορτα άρχισε να την κτυπά με τα χέρια του σε διάφορα μέρη του σώματος της. Ενόσω ο κατηγορούμενος κτύπαγε την παθούσα, η τελευταία, θέλοντας να προστατευθεί από τα κτυπήματα του, κατέβαλε προσπάθεια να απομακρυνθεί κάνοντας ακόμη κάποια βήματα ενώ τελικά μετά από πολλαπλά κτυπήματα του κατηγορουμένου και ενώ είχαν φθάσει πλέον στον αύλειο χώρο της πολυκατοικίας, ο κατηγορούμενος διαπίστωσε, ότι η φίλη του είχε τραυματισθεί σοβαρά, οπότε σταμάτησε να την κτυπά και αφού την εγκατέλειψε στον αύλειο χώρο, στο σημείο μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας, ανέβηκε στο διαμέρισμα του και ειδοποίησε το Κέντρο Άμεσης Βοήθειας για να παραλάβει την παθούσα. Η παθούσα παραλήφθηκε ακολούθως από σταθμό του ΕΚΑΒ και μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" και εν συνεχεία επειδή έχρηζε νοσηλείας σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "Ο Άγιος Σάββας" όπου παρέμεινε νοσηλευόμενη στη ΜΕΘ μέχρι 11-5-2009 και ακολούθως στη Νευροχειρουργική Κλινική του νοσοκομείου "Ασκληπιείο Βούλας" όπου παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι 30-5-2009 οπότε και βελτιώθηκε η υγεία της. Από την με αριθμό 632/28.4.2009 Ιατροδικαστική Έκθεση κλινικής εξετάσεως νοσηλευομένου προκύπτει ότι η παθούσα υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: 1. Εκτεταμένο και ικανού βαθμού οίδημα τριχωτού κεφαλής ... 2. Διάσχιση (θλαστικό τραύμα) ανωτέρας μοίρας έλικος δεξιού πτερυγίου ωτός ... 3. Εκτεταμένη εκχύμωση κάτω ημιμορίου δεξιάς ωτιαίας χώρας ... 4. Εκχυμωτικό μώλωπα δεξιάς οφθαλμικής - κογχικής χώρας. 5. ... 17. Υποκείμενο παρεκτοπισμένο κάταγμα άνω πέρατος δεξιάς κερκίδας. (Το εν λόγω κάταγμα παρέχει χαρακτήρες συμβατής πτώσεως εξ ιδίου ύψους και στηρίξεως με τη δεξιά παλάμη, πιθανότατα κατόπιν βίαιης απωθήσεως). Από το διενεργηθέν αξονικό τομογράφημα του εγκεφάλου διαπιστώθηκαν και τα παρακάτω: Α. ... Β. Εγκεφαλικό οίδημα (πρόδηλης τραυματικής αιτιολογίας). Γ. Πολλαπλά κατάγματα των οστικών δομών του κρανιακού θόλου αλλά και της κρανιακής βάσεως, μεταξύ των οποίων και εμπίεσμα του αριστερού κροταφικού - βρεγματικού (το τελευταίο καταδεικνύει επίδραση θλώντος οργάνου). Δ. Θλάσεις (αιμορραγικές) αριστερού μετωπιαίου και βρεγματικού λοβού. Ε. Υποσκληρίδιο αιμάτωμα (προδήλως τραυματικό) συστοίχως του αριστερού κροταφικού λοβού ... Στ. Επισκληρίδιο αιμάτωμα (προδήλως τραυματικό) συστοίχως του δεξιού κροταφικού - βρεγματικού λοβού. Όσον αφορά τις θλαστικές κακώσεις κεφαλής εκτιμάται από τον Ιατροδικαστή, ότι είναι απολύτως συμβατές με επανειλημμένη επίδραση θλώντος οργάνου στην κεφαλή - δεν αποκλείεται να έλαβαν χώρα πολλαπλές προσκρούσεις της κεφαλής επί ανενδότου, αμβλείας και σκληράς επιφανείας, προδήλως με την εμπλοκή εξωγενούς παράγοντος, ως επί παρατεταμένου συμβάντος βιαιοπραγίας - ενώ κατά την άποψη, που διατυπώνεται από τον Ιατροδικαστή, το ενδεχόμενο της ατυχηματικής προκλήσεως των κακώσεων της κεφαλής, δεν είναι ανοικτό. Από την από 24-4-2009 έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν ..., σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα όσον αφορά τον τρόπο, που προκλήθηκαν οι σωματικές βλάβες στην παθούσα: Η έκθεση αυτοψίας αναφέρει τα παρακάτω; α) στο παρτέρι από το αριστερό μέρος της θέσης στάθμευσης και πάνω στο χώμα υπήρχε λίμνη αίματος, β) στην είσοδο της πολυκατοικίας και ειδικότερα στα σκαλοπάτια από τον β' όροφο της πολυκατοικίας προς την έξοδο υπήρχαν κηλίδες αίματος που, κατά την εκτίμηση των οργάνων που συνέταξαν την έκθεση, δηλώνει, πασιφανώς, ότι η διαδρομή που ακολούθησε η παθούσα προερχόταν από το εσωτερικό της πολυκατοικίας, γ) στο ρείθρο του πεζοδρομίου βρέθηκαν κηλίδες αίματος, δ) στην δεξιά ρόδα σταθμευμένου αυτοκινήτου βρέθηκαν κηλίδες αίματος, ε) επίσης από το περιεχόμενο της από 7-5-2009 κατάθεσης του μάρτυρα Γ. Ο., προκύπτει ότι ο ίδιος στο σημείο μπροστά από τα δύο σκαλάκια που οδηγούν στο πλατύσκαλο της εισόδου βρήκε λίμνη αίματος την οποία και έπλυνε με χρήση λάστιχου προ της ελεύσεως των αστυνομικών αρχών (...). Από τα προεκτεθέντα (...) συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος κτυπούσε την παθούσα με τα χέρια του ενώ την απώθησε με συνέπεια να πέσει αυτή στο έδαφος και ακολούθως κρατώντας το κεφάλι της την κτυπούσε στο έδαφος. Ο προπεριγραφείς τρόπος αιτιολογεί τα εκτεταμένα τραύματα, που έφερε η παθούσα στο κεφάλι, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποκλείσθηκε από τον Ιατροδικαστή το ενδεχόμενο της ατυχηματικής πρόκλησης των κακώσεων της κεφαλής. Επισημαίνεται επίσης, ότι το γεγονός πως τα ίχνη αίματος (κηλίδες και λίμνες αίματος) βρέθηκαν σε εκτεταμένη περιοχή στην αυλή και στον εξωτερικό χώρο της πολυκατοικίας ακόμη και στο πεζοδρόμιο έξω από την πολυκατοικία, υποδηλώνει, ότι η παθούσα δεν έπεσε από το μπαλκόνι, όπως υποστήριξε μεταγενέστερα ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή το αίμα θα περιοριζόταν σε συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, κυρίως, στο σημείο πτώσης της. Ο κατηγορούμενος τόσο στην προανακριτική όσο και στην απολογία του στον ανακριτή αρνήθηκε την κατηγορία και υποστήριξε, χωρίς να διατυπώνει την παραμικρή αμφιβολία, όσον αφορά τη διαδρομή που ακολούθησε η παθούσα ότι η τελευταία μετά τη μεταξύ τους φιλονικία σηκώθηκε από το κρεβάτι και γυμνή καθώς ήταν έβαλε μόνο το παντελόνι της και βγήκε από την πόρτα του διαμερίσματος. Εκείνος μετά από λίγο και αφού την άκουσε να κατεβαίνει από τις σκάλες της πολυκατοικίας, άκουσε την πόρτα εξόδου του διώροφου, που είναι το σπίτι του, κατέβηκε κάτω, για να την αναζητήσει. Τότε την είδε ανάσκελα, στη μέση του χώρου του πάρκινγκ της πυλωτής, μέσα σε μία λίμνη αίματος και αναίσθητη ... Επειδή όμως οι σωματικές βλάβες που υπέστη η παθούσα και συγκεκριμένα οι κακώσεις της κεφαλής δεν είναι συμβατές, σύμφωνα με την Ιατροδικαστική Έκθεση, με ατυχηματική πρόκληση, στην από 2-6-2009 αίτηση - υπόμνημα, με την οποία ζητεί την άρση της προσωπικής του κράτησης, παρουσιάζει άλλη, διάφορη της το πρώτον προβληθείσας, βελτιωμένη εκδοχή του ατυχήματος, που συνίσταται στο γεγονός ότι η παθούσα ημίγυμνη και εντελώς μεθυσμένη εξαπολύθηκε (όχι προς τις σκάλες και την έξοδο της οικίας του όπως είχε ισχυρισθεί αρχικά) αλλά προς την ταράτσα του σπιτιού, χωρίς να αντιλαμβάνεται μέσα στο σκοτάδι τον χώρο, στον οποίο κινείτο, με αποτέλεσμα να καταπέσει από την ταράτσα στην τέντα της οικίας του μάρτυρα Γ. Ο. (ο οποίος χωρίς να είναι αυτόπτης των περιστατικών υιοθετεί την εκδοχή της πτώσης της παθούσας από την ταράτσα), να ανακοπεί η ταχύτητα του σώματος της και από εκεί να πέσει στην πέργκολα από σίδερα και να καταπέσει στο τσιμεντένιο δάπεδο του γκαράζ του μάρτυρα, μέσα στο οποίο την βρήκε σε λίμνη αίματος.. Σε πλήρη αρμονία με τη βελτιωμένη αυτή εκδοχή ατυχήματος βρίσκεται η από 1-6-2009 κατάθεση της παθούσας, με την οποία αποσκοπεί να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, λόγω της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης, ως προς τη διαδρομή όμως των περιστατικών συγκρούεται με το λοιπό αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Από τον τρόπο με τον οποίο ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην παθούσα τις προεκτεθείσες σωματικές βλάβες αλλά και από την βαρύτητα των σωματικών βλαβών εξάγεται το συμπέρασμα, ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης της εγκληματικής πράξης του σε βάρος της παθούσας επεδίωκε το βαρύτατο αποτέλεσμα που επήλθε. Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα, ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο στην υπό κρίση έφεση του ισχυρισμός, ότι επρόκειτο για ατύχημα, το οποίο υπέστη η ευρισκόμενη σε κατάσταση μέθης παθούσα, δεν ευρίσκει έρεισμα στο υπάρχον αποδεικτικό υλικό". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης και, για το λόγο αυτό, απέρριψε την από αυτόν ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθμ. 1159/2010 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 310 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται στο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προξένησε στην παθούσα βαριές σωματικές βλάβες, τις οποίες επεδίωκε, περιγράφονται λεπτομερώς οι σωματικές κακώσεις και ιστορείται ο τρόπος, με τον οποίο τελέσθηκε το έγκλημα, για το οποίο παραπέμφθηκε αυτός, ενώ αιτιολογείται γιατί δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι σωματικές βλάβες της παθούσας οφείλονταν σε ατύχημα, ήτοι στο ότι αυτή έπεσε κάτω από το μπαλκόνι του διαμερίσματος. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§ 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι τα συμπεράσματα, στα οποία κατέληξε το Συμβούλιο, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο επήλθαν στην παθούσα οι σωματικές βλάβες, είναι αυθαίρετα και ανακριβή είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 105 ΚΠοινΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, "όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠοινΔ, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη Κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31". Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας". Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 ΚΠοινΔ με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται τα τέχνασμα της "μαρτυροποίησης" και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζόμενης κατά τα άλλα της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 ΚΠοινΔ. Και ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠοινΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. Όμως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 481 παρ. 1 περ. ά ΚΠοινΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεση του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (ΟλΑΠ 1/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την ως άνω κρίση του, μεταξύ άλλων, και στην προανακριτική και στην ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου. Από την επιτρεπτή δε, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η πρώτη λήφθηκε στις 24.4.2009 και ώρα 13.15 από την Αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλλιθέας Β. Μ., παρισταμένου και του Α/Α Χ. Κ., και ενώ είχε προσδοθεί στον αναιρεσείοντα η ιδιότητα του κατηγορουμένου και του γνωστοποιήθηκαν τα δικαιώματα του (της παραστάσεως με συνήγορο, κλπ), των οποίων ερωτήθηκε αν επιθυμεί να κάνει χρήση και απάντησε αρνητικά. Σε κανένα, όμως, σημείο του βουλεύματος δεν αναφέρεται ότι το Συμβούλιο, για το σχηματισμό της κρίσεως του, έλαβε υπόψη και την από 24.4.2009 (και ώρα 12.16) ένορκη ενώπιον του Αστ. του Α.Τ. Καλλιθέας, το οποίο διενεργούσε αυτεπάγγελτη προανάκριση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 243 ΚΠοινΔ, Χ. Σ. εξέταση του αναιρεσείοντος ως μάρτυρα, πριν αυτός λάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Μάλιστα, το αναγραφόμενο στο σκεπτικό του βουλεύματος (στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο) ότι "η παθούσα μετά τη μεταξύ τους φιλονικία σηκώθηκε από το κρεβάτι και γυμνή καθώς ήταν έβαλε μόνο το παντελόνι της και βγήκε από την πόρτα του διαμερίσματος, ότι ο κατηγορούμενος μετά από λίγο και αφού την άκουσε να κατεβαίνει από τις σκάλες της πολυκατοικίας, άκουσε την πόρτα εξόδου του διώροφου, που είναι το σπίτι του, κατέβηκε κάτω, για να την αναζητήσει και ότι τότε την είδε ανάσκελα, στη μέση του χώρου του πάρκινγκ της πυλωτής, μέσα σε μία λίμνη αίματος και αναίσθητη" αναφέρεται ρητά στην από 28.4.2009 ανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, την οποία έδωσε με την παρουσία και του συνηγόρου του Θωμά Κουβέλη. Επομένως, ο, από το άρθρο 484§1 στοιχ. α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε από τη λήψη υπόψη της από 24.4.2009 εκθέσεως ένορκης εξετάσεως μάρτυρα, την οποία έδωσε ο αναιρεσείων κατά την προανάκριση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 127/14.10.2010 αίτηση του Δ. Σ. του Π., για αναίρεση του υπ' αριθ. 1976/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογημένη απόρριψη εφέσεως κατηγορουμένου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Στοιχεία εγκλήματος. Επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Η λήψη υπόψη εκ μέρους του Συμβουλίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (ΟλΑΠ 1/2004). Νομίμως λήφθηκε υπόψη η προανακριτική και η ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 388/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Χ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Σωτηρακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1489/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ (ΕΚΟ ΑΒΕΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 21/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στη δήλωση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους .στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται κατά το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, αν δηλαδή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ή αν η υπάρχουσα είναι ελλιπής και ποιες είναι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι ελλείψεις ή οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις της υπάρχουσας αιτιολογίας. Περαιτέρω, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ'αυτήν από το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία της η τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ'αυτή. Εξάλλου η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 29 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του αναιρεσείοντος, πλήττεται η υπ'αριθ.1489/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα, για κλοπή, αιτιώμενος ότι: "1)Η προσβαλλόμενη απόφαση παρεβίασε ευθέως το νόμο. Αν τον ερμήνευε ορθά θα απέρριπτε την έφεση του κ.Εισαγγελέα και θα με απήλλασε από κάθε κατηγορία. 2)χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση με έκρινε ένοχο υπεξαίρεσης ενώ δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να στοιχειοθετεί αυτή την εκδοχή. 3)το Δικαστήριο που με δίκασε δεν εκτίμησε ορθά το αποδεικτικό υλικό και με θεώρησε ένοχο της πράξης της υπεξαίρεσης. Αν εκτιμούσε ορθά το αποδεικτικό υλικό θα απέρριπτε την κατηγορία και θα με απάλλασε απ' αυτήν. 4)η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από αιτιολογία, αφού δεν αποδίδονται στο σκεπτικό της τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο στην κρίση του". Όμως, με αυτό το περιεχόμενο οι υπό στοιχεία 1ος, 2ο και 4ος λόγοι αναιρέσεως είναι ασαφείς και αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δίνει δεν εκτίθενται στον μεν πρώτο λόγο ποια ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάσθηκε από το εκδόν την απόφαση Δικαστήριο, και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής, ενώ στους δεύτερο και τέταρτο όμοιους κατά περιεχόμενο λόγους δεν προσδιορίζονται σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση ελλείψεις και πλημμέλειες σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της. Επίσης και ο υπό στοιχείο 3ος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός του κατηγορουμένου περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως της κλοπής λόγω εμπράκτου μετανοίας, κατ'άρθρο 379 παρ.1 ΠΚ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί από το άρθρο 34 παρ.1β Ν. 3904/23-12-2010. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του λόγου αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, λόγω εμπράκτου μετανοίας. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ κατ' εκτίμηση, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς κατά τα άνω ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ε. Χ. του Π., περί αναιρέσεως της υπ'αριθ.1489/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για κλοπή. Απόρριψη αόριστων λόγων αίτησης αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας σε αυτοτελή ισχυρισμό εμπράκτου μετανοίας που δεν προβλήθηκε.
null
null
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 386/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6542/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Δ. Ρ. του Κ., 2) Μ. Κ. του Γ., 3) Α. Λ. του Π. και 4) Κ. Ζ. του Ε., κατοίκους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βλάχο, και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ε. Σ. του Φ., 2) Ι. Σ. του Φ. και 3) Α. χήρα Φ. Σ., κατοίκους ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βροντάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 43/15-10-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1360/2010. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 505§2 εδ. α του ΚΠοινΔ, "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3)". Κατά το εδ. α της §2 του άρθρου 479 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 40§2 του ν. 3160/2003, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 473§3 εδ. α του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως είναι ενός μηνός και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου που την εξέδωσε. Η ως άνω μηνιαία προθεσμία υπολογίζεται, κατ' άρθρο 168§1 εδ. α του ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το καθιερωμένο ημερολόγιο. Οι διατάξεις, όμως, του τελευταίου άρθρου είναι ατελείς, αφού καθορίζουν πώς γίνεται ο υπολογισμός της προθεσμίας που ορίζεται σε ημέρες, όχι, όμως, και αυτής που προσδιορίζεται σε μήνες. Για την κάλυψη, λοιπόν, του κενού, τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 145§2 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "η προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, και αν δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία, τότε υπολογίζεται η τελευταία ημέρα του μήνα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 144§1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, επίσης, αναλόγως, η προθεσμία αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία αυτής, ήτοι, επί αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από την επόμενη ημέρα της καταχωρίσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6542/2010 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την επ' αυτής βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 14.9.2010. Οπότε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου άρχισε την επόμενη της καταχωρήσεως, δηλ. στις 15.9.2010, και έληξε την ημέρα του επόμενου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, ήτοι στις 15.10.2010. Επομένως, η υπ' αριθ. 43/15.10.2010 έκθεση αναιρέσεως, με την οποία ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δήλωσε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα ότι ασκεί αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως, είναι εμπρόθεσμη, αφού έγινε την τελευταία ημέρα της ως άνω μηνιαίας προθεσμίας, και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί και κατ' ουσίαν. Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 505§2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510§1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6§2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, δεν πείσθηκε ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, έγγραφο, δηλαδή έγγραφο, που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό κρατικής υπηρεσίας (δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής) και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων του γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, β) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό αναληθούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει τη γένεση, αλλοίωση, μεταβίβαση, κατάργηση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης και γ) η βεβαίωση του αναληθούς περιστατικού να επιτυγχάνεται με εξαπάτηση ή ακριβέστερα με παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, με έγγραφο ή και προφορικά. Απαιτείται, δηλαδή, ο εκδίδων το έγγραφο δημόσιος υπάλληλος να τελεί σε πλάνη περί της αναληθείας του περιεχομένου του εγγράφου, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο περιστατικό, η δε πλάνη να είναι προϊόν εξαπατήσεως. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι αναληθές, ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο και ότι το βεβαιούμενο γεγονός μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και, περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην εξαπάτηση (παραπλάνηση) του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, εφόσον εξ αντικειμένου δεν στοιχειοθετείται η κύρια αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν μπορεί να στηριχθεί κατηγορία ούτε για συνέργεια (άμεση ή απλή) σ' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6542/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση οι Δ. Ρ. και Μ. Κ. και της απλής συνέργειας στην πράξη αυτή οι Α. Λ. και Κ. Ζ.ς, την οποία φέρονται ότι τέλεσαν σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων Ε. Σ., Ι. Σ. και Α. Σ.. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα εξής: Με την 192/1991 οικοδομική άδεια επετράπη στην Ε. Ρ. η ανέγερση νέας ισόγειας οικίας με υπόγειο επί της οδού ... στην ... στο Ο.Τ. 136. Η άδεια αυτή αναθεωρήθηκε με την 339/1992 πράξη της ίδιας πολεοδομικής Αρχής (Πολεοδομία ...) για προσθήκη τμήματος Α' ορόφου και πισίνα για υδροθεραπεία στο υπόγειο, στη συνέχεια δε με την 207/2004 άδεια, που εκδόθηκε βάσει αρχιτεκτονικής μελέτης της γ' κατηγορουμένης, πολ. μηχανικού, επετράπη η προσθήκη Α' και Β' ορόφου επί ισογείου της αυτής οικοδομής και κατόπιν, με την 21/2007 πράξη αναθεώρησης επετράπη η προσθήκη τμήματος Γ' ορόφου και ημιυπαιθρίων χώρων με επιβλέποντα μηχανικό και συντάκτη των σχετικών διαγραμμάτων τον δ' κατηγορούμενο πολ. μηχανικό. Επ' αφορμή καταγγελιών και συνεχών προσφυγών εκ μέρους των εγκαλούντων - πολιτικώς εναγόντων και συνάμα συνιδιοκτητών της όμορης οικοδομής πραγματοποιήθηκαν από την αρμόδια Πολεοδομία επανειλημμένες αυτοψίες, καταμετρήσεις και εφαρμογές των συνταχθέντων και υποβληθέντων υπό των γ' και δ' κατηγορουμένων τοπογραφικών διαγραμμάτων επί της τότε ανεγειρόμενης οικοδομής της οικογενείας των α' και β' κατηγορουμένων και ουδεμία παράβαση διαπιστώθηκε, πλην της υπέρβασης τριών (3) εκατοστών, υπό την έννοια ότι εφόσον η προϋφισταμένη οικοδομή των εγκαλούντων απέχει 2,10 μ. από το κοινό όριο, την ίδια απόσταση όφειλε να έχει και η οικοδομή των α' και β' κατηγορουμένων δηλαδή 2,10 μ., ενώ αυτή βρέθηκε να απέχει 2,07 μ. Η ανωτέρω υπέρβαση των τριών εκατοστών χαρακτηρίσθηκε ως μικροπαράβαση (εντός των ορίων κατασκευαστικού σφάλματος) από την Πολεοδομία ..., αφού στην πραγματικότητα αντιστοιχεί στο πάχος των σοβάδων της οικοδομής, η οποία μάλιστα νομιμοποιήθηκε με την επιμέλεια των α' και β' κατηγορουμένων. Περαιτέρω, από κανένα εκ των ως άνω αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε δόλια σύνταξη εκ μέρους της γ' κατηγορουμένης του από Ιανουάριο 2004 τοπογραφικού διαγράμματος, το οποίο υπεβλήθη στην αρμόδια Πολεοδομία ... από τους λοιπούς κατηγορουμένους προς έκδοση της προαναφερόμενης 207/2004 αδείας και της 21/2007 αναθεώρησής της, αντίστοιχα. Εξάλλου, η νομιμότητα της έκδοσης της προαναφερόμενης επίμαχης άδειας και της αναθεώρησής της ουδόλως επηρεάστηκε από το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα και τις αναγραφόμενες σε αυτό αποστάσεις, ούτε προκλήθηκε από την αναγραφή των αποστάσεων αυτών κάποιο κατασκευαστικό πλεονέκτημα στην οικοδομή των α' και β' κατηγορουμένων σε βάρος της οικοδομής των εγκαλούντων, όπως με σαφήνεια βεβαίωσαν στις καταθέσεις τους οι Σ. Χ., Διευθυντής της Πολεοδομίας ..., Κ. Κ., μηχανικός της Πολεοδομίας και Μ. Γ., Αρχιτέκτονας Μηχανικός. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν πείσθηκε το Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς με το κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις και πρέπει να κηρυχθούν αθώοι". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η ενοχή των κατηγορουμένων. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως είναι αβάσιμες, αφού: 1) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η νομιμότητα της εκδόσεως της αδείας και της αναθεωρήσεώς της δεν επηρεάστηκε καθόλου από το τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε η κατηγορουμένη Α. Λ., και τις αναγραφόμενες σ' αυτό αποστάσεις ούτε προκλήθηκε από την αναγραφή των αποστάσεων αυτών κάποιο κατασκευαστικό πλεονέκτημα στην οικοδομή των κατηγορουμένων Δ. Ρ. και Μ. Κ., οπότε, ως προς το ζήτημα των αποστάσεων, ότι, δηλαδή, κατά το κατηγορητήριο, οι ως άνω κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς ότι το κτίριο που περιέχεται στο οικόπεδο των εγκαλούντων ήταν σε μήκος μεγαλύτερο κατά 2 μέτρα από την οικοδομή που επρόκειτο να ανεγερθεί, δεν απαιτείτο άλλη αιτιολογία. 2) Ως προς την έλλειψη δόλου, όσον αφορά την κατηγορουμένη Α. Λ., αρκεί η αναφορά ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε δόλια σύνταξη από αυτήν του τοπογραφικού διαγράμματος. Και 3) εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε η τέλεση της κυρίας πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δεν νοείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απλή συνέργεια σ' αυτήν, οπότε δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να γίνεται μνεία στο σκεπτικό για την κατηγορία της απλής συνέργειας που βάρυνε τον κατηγορούμενο Κ. Ζ., η οποία, πάντως, περιγράφεται στο διατακτικό και για την οποία αυτός αθωώθηκε. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 43/15 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6542/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως αποφάσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 479§2, 473§3 ΚΠΔ). Πώς υπολογίζεται η μηνιαία προθεσμία. Εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις του ΚΠολΔ. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως. Αιτιολογημένη αθωωτική απόφαση για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και απλή συνεργεία σ αυτήν. Στοιχεία του εγκλήματος της υφαρπαγής. Όταν δεν στοιχειοθετείται η κυρία πράξη, δεν μπορεί να στηριχθεί κατηγορία για συνεργεία σ' αυτήν. Απόρριψη αιτήσεως Εισαγγελέα ΑΠ.
null
null
0
Αριθμός 385/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1887/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1271/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 Δ, 5 Α του ν.2801/2000, "η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, ... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή ...", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του ιδίου άρθρου 1 παρ.2 Α του άνω ν. 2801/2000, "Για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και τη λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, ... απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 14 εδ. κ' του νεότερου ν.2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή, την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ορίζεται ότι "η Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000 ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 19-12-2000, που άρχισε η ισχύς του ανωτέρω τελευταίου νόμου, για την εγκατάσταση σταθμού βάσεως εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά για λήψη ραδιοσήματος, απαιτείται σχετική άδεια αρχής, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που τις εξέδιδε μέχρι 19-12-2000. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 1887/2010 απόφαση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "το Δικαστήριο πείστηκε, ότι κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος τούτου διότι όπως προκύπτει από την από 6-5-2004 τεχνική έκθεση του Κ. Ο., ηλεκτρονικού μηχανικού, στο αρμόδιο Τμήμα Εποπτείας και Ελέγχου Φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, αφού διενήργησε αυτοψία την 30-7-2004 στο ..., διαπίστωσε ότι στην ταράτσα της πολυκατοικίας που κείται επί της οδού ... αριθ.15, είχε εγκατασταθεί κεραία κινητής τηλεφωνίας, περί της αρχές του μηνός Απριλίου 2004, την οποία κατασκεύασε ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "VODAFON-ΠΑΝΑΦΟΝ Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών". Αυτός την τοποθέτησε στην ταράτσα, μολονότι γνώριζε ότι, όπως ήταν υπόχρεος εκ της άνω ιδιότητός του, έπρεπε να έχει προηγηθεί η έκδοση σχετικής άδειας από την Ε.Ε.Τ.Τ., την οποία δεν είχε προμηθευθεί και υπέβαλε αίτηση εκδόσεως της μόνο μετά την τέλεση της πράξης του, τον Ιούνιο του 2004. Επειδή, όμως, η εν λόγω κεραία δεν εξέπεμπε κανονικά αλλά μόνο δοκιμαστικά, για να ελεγχθεί η καλή λειτουργία του δικτύου, πρέπει να του αναγνωρισθεί, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως και μη, .....νόμου, επιτρεπόμενη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, ότι ο ανωτέρω ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια". Στη συνέχεια το Δικαστήριο στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι: "Στην Αθήνα (...) στις αρχές Απριλίου 2004,προέβη στην εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής και συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "VODAFON-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" προέβη στην εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας που εξυπηρετεί το δίκτυο της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας "VODAFON-ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" επί της οδού ..., χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ως ήταν υπόχρεος". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ότι η ως άνω, στις αρχές Απριλίου του 2004, που ίσχυε ο ν. 2867/2000, γενόμενη από τον κατηγορούμενο εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας, έγινε παράνομα, χωρίς αυτός, ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "VODAFONE- ΠΑΝΑΦΟΝ ...", να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια, από την αρμόδια, μετά το 2000, για τη χορήγηση αδειών Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ενώ στο διατακτικό, αναφέρεται ότι δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής και συγκεκριμένα αναφέρεται στο διατακτικό, ότι δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη άδεια από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που κατά τα προεκτεθέντα ήταν αρμόδιο για την χορήγηση σχετικών αδειών προ του 2001, πριν ιδρυθεί η παραπάνω αρμόδια πλέον για χορήγηση σχετικών αδειών Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). Όμως το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει και ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας της αρμόδιας κατά νόμο αρχής, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 Α του ισχύοντος ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της αρχής, που είναι εκάστοτε αρμόδια κατά τον ισχύοντα νόμο, ήτοι της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής της ΕΕΤΤ, που αναφέρεται ορθά στο αιτιολογικό και επομένως τελέστηκε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη με μόνη τη διαπίστωση της αναφερόμενης εγκατάστασης και κατασκευής κεραίας κινητής τηλεφωνίας χωρίς προηγούμενη έκδοση άδειας της αρμόδιας κατά τον ισχύοντα νόμο αρχής και είναι ποινικά αδιάφορο αν αλλάζει η αρμόδια αρχή ή αν αναφέρεται εσφαλμένα στο διατακτικό η προ του 2001 αρμόδια για την έκδοση αδειών ως άνω αρχή. Συνεπώς, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια, λογικό κενό και αβεβαιότητα αν ελλείπει ή όχι η απαιτούμενη για την άνω εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας άδεια της αρμόδιας αρχής, ώστε συνεπεία τούτου να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προβλέπουν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, και το Δικαστήριο δεν απέδωσε στις παραπάνω παραβιασθείσες ποινικές διατάξεις διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια είναι αβάσιμος, και ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Π. Σ. του Δ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 1887/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση 1 παρ.1, 2, 5α του Ν. 2801/2000. Κεραία κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής. Αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου, γιατί το Δικαστήριο στο διατακτικό, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχεν εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το Ν. 2801/2000 σχετική άδεια του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για την εγκατάσταση και την κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας στην ξηρά, που εξέδιδε τις άδειες μέχρι 31-12-2000, ενώ στο αιτιολογικό που συμπληρώνει το διατακτικό, δέχθηκε και ορθά ότι δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη άδεια από τη μόνη αρμόδια ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ, σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος (2004), νεότερο Ν. 2867/2000, άρθρο 1 παρ.5, που εφαρμόστηκε.
null
null
2
Αριθμός 384/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ.19/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 955/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 Δ, 5 Α του ν.2801/2000, "η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, ... τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή ...", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του ιδίου άρθρου 1 παρ.2 Α του άνω ν. 2801/2000, "Για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή και τη λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας, ... απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.14 εδ. κ' του νεότερου ν.2867/2000, που συγκροτεί, ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), ορίζεται ότι "η Ελληνική Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤΤ) χορηγεί τις άδειες κατασκευής κεραιών σταθμών στην ξηρά, ασκώντας όλες τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2801/2000 . . .". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από 19-12-2000, που άρχισε η ισχύς του ανωτέρω τελευταίου νόμου, για την εγκατάσταση σταθμού βάσεως εκπομπής κινητής τηλεφωνίας και την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά για λήψη ραδιοσήματος, απαιτείται σχετική άδεια αρχής, η οποία εκδίδεται από την άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ και όχι από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που τις εξέδιδε μέχρι 19-12-2000. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 19/2010 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "VODAFONE Α.Ε." για θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας σταθμών βάσης αυτής. Με την ιδιότητά του αυτή, στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, εγκατέστησε κεραία κινητής τηλεφωνίας που συνέδεσε με πετρελαιοκίνητες γεννήτριες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, οι οποίες όμως δεν αποδείχθηκε ότι προκαλούν ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος με την εκπομπή θορύβου ανωτέρου του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου των 50 dba. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας προέκυψε ότι η εκπομπή θορύβου 75 dba που διαπιστώθηκε κατά τη γενόμενη μέτρηση, προερχόταν από τη λειτουργία των γεννητριών των τριών εταιριών ΚΟΣΜΟΤΕ, ΤΙΜ και VODAFΟΝΕ και ήδη, μετά την παροχή ρεύματος στις δύο πρώτες από τη ΔΕΗ, ο θόρυβος από τη λειτουργία της τελευταίας μειώθηκε τουλάχιστον στο ήμισυ, ήτοι κάτω του επιτρεπομένου νομίμου ορίου των 50 dba. Περαιτέρω, αναφορικά με την αποδιδόμενη σ' αυτόν δεύτερη πράξη της κατασκευής και εγκατάστασης κεραίας κινητής τηλεφωνίας δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 περ.Η του Ν. 2801/2000. αλλά έγκριση από την ως άνω αρχή, ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ. Μέχρι δε την έκδοση της απόφασης αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24Α του Ν. 2075/1992, από τις οποίες δεν προβλέπεται επίσης για την κατασκευή και τοποθέτηση τέτοιων εγκαταστάσεων η έκδοση οικοδομικής άδειας. Δεν πρόκειται συνεπώς για αυθαίρετη κατασκευή. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υφιστάμενης της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των ως άνω πράξεων (1ης και 2ης). Τέλος, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας πάντοτε ως εκπρόσωπος της εταιρίας VODAFΟΝΕ, στον αυτό ως άνω τόπο και χρόνο εγκατέστησε σταθμό βάσης και κατασκεύασε κεραία κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας, χωρίς να λάβε, την κατά νόμο άδεια που χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ούτε δε εκ των υστέρων αποδείχθηκε έκδοση αυτής. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος της πιο πάνω πράξης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό" Στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώο τον κατηγορούμενο του ότι στη θέση "... του Δήμου ..., ως νόμιμος εκπρόσωπος για θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας σταθμών βάσης της εταιρίας " VODAFΟΝΕ Α.Ε." από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 και εφεξής με πρόθεση προκαλεί ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος που θα μπορούσε να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά θα μπορούσε να καταστεί το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του, ως τέτοιου νοουμένου των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα ιδιότητα του και αφού προέβη σε εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας, για λογαριασμό της εταιρίας "VODAFΟΝΕ Α.Ε.", συνέδεσε τις ανωτέρω κεραίες με πετρελαιοκίνητες γεννήτριες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος οι οποίες εκπέμπουν θόρυβο 75 dba αντί των 50 dba που ορίζεται ως το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο από το Π.Δ. 1180/1981 και προβλέπεται στους περιβαλλοντικούς όρους ως μέγιστος επιτρεπόμενος θόρυβος, υπερβαίνοντας το επιτρεπόμενο σύμφωνα με το νόμο όριο και υποβαθμίζοντας ίο περιβάλλον με αρνητικές επιπτώσεις στους ζωντανούς οργανισμούς, στο οικοσύστημα και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχή. ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώο τον κατηγορούμενο του ότι στη θέση "..." του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., ως νόμιμος εκπρόσωπος και κατά νόμο υπεύθυνος για θέματα εγκατάστασης της εταιρίας "VODAFΟΝΕ Α.Ε.", το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 προέβη στην κατασκευή οικοδομήματος χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, ήτοι κατασκεύασε και εγκατέστησε κεραίες κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στη θέση "..." του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες του, προέβη στην εγκατάσταση σταθμού βάσης και στην κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας "VODAFΟΝΕ Α.Ε.", χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιαστεί με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του νόμου". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 1 παρ.1,2 περ. Α, Β, παρ.5 Α του ν. 2801/2000, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) Δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται ειδικότερα η εν λόγω αξιόποινη συμπεριφορά εγκατάστασης κεραίας χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής στο αιτιολογικό, το οποίο έχει και ίδιες σκέψεις και δεν εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της. 2) Από τις ανωτέρω παραδοχές του αιτιολογικού, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών του διατακτικού, του αθωωτικού μέρους, α) για τη ρύπανση περιβάλλοντος από την εγκατάσταση και λειτουργία των ίδιων κεραιών κινητής τηλεφωνίας στην ίδια τοποθεσία "..." του Δ.Δ. ... Δήμου ..., που αναφέρει ως χρόνο τελέσεως, "από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 και εφεξής", β) για την κατασκευή οικοδομήματος στην ίδια ως άνω τοποθεσία, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, ήτοι για κατασκευή και εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και από το καταδικαστικό ως παραπάνω μέρος του αιτιολογικού για εγκατάσταση στην ίδια τοποθεσία, σταθμού βάσης και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας, χωρίς να έχει εφοδιασθεί προηγουμένως την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια, που χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, χωρίς επανάληψη του χρόνου κατασκευής της κεραίας, αλλά αναφορά στον αυτό ως άνω τόπο και χρόνο, παραπέμποντας στον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο, ήτοι στο δεύτερο εξάμηνο του 2003, σαφώς συνάγεται και προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία μόνη, τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, και είναι το δεύτερο εξάμηνο του 2003, άρα, λόγω και της επελθούσας αναστολής της παραγραφής επί τριετία, δεν έχει επέλθει παραγραφή της σε βαθμό πλημμελήματος διωκόμενης αυτής πράξεως, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων. 3) αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "VODAFONE- ΠΑΝΑΦΟΝ ...", κατά το στο διατακτικό τόπο και χρόνο, εγκατέστησε σταθμό βάσης και κατασκεύασε κεραία κινητής τηλεφωνίας, παράνομα, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το νόμο σχετική άδεια από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ενώ στο διατακτικό, αναφέρεται επίσης ότι δεν είχε εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής και συγκεκριμένα από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, που ήταν αρμόδιο για την έκδοση σχετικών αδειών μέχρι 19-12-2000. Όμως, δε δημιουργείται εσφαλμένη εφαρμογή νόμου από το ότι δεν εξειδικεύεται και δεν αναφέρεται, το ορθόν, ότι δεν είχε εφοδιασθεί σχετική άδεια από την αρμόδια πλέον από 19-12-2000 αρχή για τη χορήγηση αδειών Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). Το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει και ερεύνησε απλώς την έλλειψη σχετικής αδείας της αρμόδιας κατά νόμο αρχής, αφού η προβλέπουσα την ποινική κύρωση διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 Α του ισχύοντος ν. 2801/2000, ορίζει ότι τιμωρείται με τις σε αυτό ποινές η εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, εννοείται της αρχής, που είναι εκάστοτε αρμόδια κατά τον ισχύοντα νόμο, ήτοι της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής της ΕΕΤΤ και επομένως τελέστηκε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη με μόνη τη διαπίστωση της αναφερόμενης εγκατάστασης και κατασκευής κεραίας κινητής τηλεφωνίας χωρίς προηγούμενη έκδοση άδειας της αρμόδιας κατά τον ισχύοντα νόμο αρχής και είναι ποινικά αδιάφορο αν αλλάζει η αρμόδια αρχή ή αν αναφέρεται εσφαλμένα η προ του 2001 αρμόδια για την έκδοση αδειών αρχή του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, που ήταν αρμόδιο για την έκδοση σχετικών αδειών μέχρι 19-12-2000 και όχι η ως άνω ανεξάρτητη διοικητική αρχή της ΕΕΤΤ. Συνεπώς, δεν δημιουργείται καμία ασάφεια, λογικό κενό και αβεβαιότητα αν ελλείπει ή όχι η απαιτούμενη για την άνω εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας άδεια της αρμόδιας αρχής, ώστε συνεπεία τούτου να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και προβλέπουν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, και το Δικαστήριο δεν απέδωσε στις παραπάνω παραβιασθείσες ποινικές διατάξεις διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2010 αίτηση του Π. Σ. του Δ. περί αναιρέσεως της με αριθμό 19/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κεραία κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής. Παράβαση 1 παρ.1, 2, 5α του Ν. 2801/2000. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το χρόνο τελέσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού νόμου, γιατί το Δικαστήριο στο αιτιολογικό και στο διατακτικό, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εφοδιασθεί την απαιτούμενη από το Ν. 2801/2000 σχετική άδεια, του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών για την εγκατάσταση και την κατασκευή κεραίας σταθμού κινητής τηλεφωνίας, που εξέδιδε τις άδειες μέχρι 19-12-2000, ενώ την απαιτούμενη άδεια εκδίδει έκτοτε η μόνη αρμόδια ανεξάρτητη διοικητική αρχή ΕΕΤΤ, σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος (2003), νεότερο Ν. 2867/2000, άρθρο 1 παρ.5.
null
null
0
Αριθμός 383/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γιαννοπούλου, για αναίρεση της με αριθμό 344/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα Ν.Ευβοίας). Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα Ν.Ευβοίας) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 814/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 στοιχ. α' του Π.Κ. όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαϊά τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται: α) πρόκληση πυρκαγιάς με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί φωτιά οπωσδήποτε σημαντική και όχι συνηθισμένης έντασης με τάση εξάπλωσης και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί και β) δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο ξένων πραγμάτων διαφόρων ιδιοκτητών και σε έκταση που δεν μπορεί να προσδιορισθεί εκ των προτέρων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ' αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ' αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 344/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για εμπρησμό εκ προθέσεως και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια ήταν σύζυγοι και από ετών βρίσκονταν σε διάσταση και φιλονικίες. Αιτία των φιλονικών αυτών ήταν η αδυναμία συμφωνίας μεταξύ του κατηγορουμένου και της μηνύτριας διανομής των κοινών περιουσιακών στοιχείων του. Μεταξύ άλλων ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας μιας εξοχικής ισόγειας κατοικίας εμβαδού 30 τ.μ. κειμένης στο ... . Στην κατοικία αυτή διέμενε αρκετές ημέρες κατ' έτος η μηνύτρια μετά την επελθούσα διάσταση με τον κατηγορούμενο σύζυγό της, ο οποίος επανειλημμένως είχε απειλήσει τη μηνύτρια ότι θα κάψει την εν λόγω οικία, αν η τελευταία δεν συμφωνούσε σε εξώδικη διανομή της κοινής περιουσίας τους. Την 1.1.2002 η κατοικία αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε στο εσωτερικό της. Κατά το χρόνο προκλήσεως της πυρκαγιάς η εν λόγω κατοικία ήταν ακατοίκητη. Η πυρκαγιά αυτή προκλήθηκε με πρόθεση από τον κατηγορούμενο. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο διότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν έγινε αντιληπτός από τρίτους, πλην όμως αυτός στις αιτιάσεις της μηνύτριας ότι προκάλεσε πυρκαγιά στην κοινή κατοικία τους απήντησε ότι "πραγματοποιεί ό,τι λέει". Από την πυρκαγιά αυτή ήταν δυνατόν να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα καθόσον υπήρξε κίνδυνος επεκτάσεως αυτής σε παρακείμενες ακατοίκητες κατοικίες". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 264 στοιχ. α' του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ο χρόνος τελέσεως της πράξεως καθώς και η πρόθεση του κατηγορουμένου, με τις παραδοχές ότι επανειλημμένα απείλησε "ότι θα κάψει την εν λόγω κατοικία" και ότι "πραγματοποιεί ό,τι λέει". Επίσης αιτιολογείται πλήρως η πρόκληση κινδύνου σε ξένα πράγματα με την παραδοχή ότι υπήρχε κίνδυνος επέκτασης της πυρκαγιάς σε παρακείμενες ακατοίκητες κατοικίες. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. κατ' εκτίμηση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει κανένας λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2010 αίτηση του Α. Τ. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 344/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για εμπρησμό εκ προθέσεως. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.
null
null
0
Αριθμός 382/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΓΤ 1029/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 34 παρ.1 του N. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004 και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 25 παρ. 1 του N. 1882/1990, όπως είχε αυτό αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. β του άρθρου 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, κ.λπ.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: β)... στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αυτουργός του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης είναι εκείνος, ο οποίος ήταν διαχειριστής της εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς αυτών, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίστατο στο ότι, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρίας ΙΝΤΕΡΣΚΡΑΠ Ε.Π.Ε., της οποίας τύγχανε διαχειριστής, διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 1.656.522,96 ευρώ, όπως αυτά αναλυτικώς αναφέρονται στον ενσωματωμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών και είχαν βεβαιωθεί όλα στις 27.5.2004, είχαν δε γεννηθεί κατά τα οικονομικά έτη 1994 μέχρι 1998, δεν κατέβαλε τα χρέη αυτά στις 30.10.2004. Στο σκεπτικό, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι "ο κατηγορούμενος υπήρξε διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΚΡΑΠ Ε.Π.Ε." μέχρι την 12.3.1999, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα πρακτικό της Γ.Σ. της εταιρίας και οικείο ΦΕΚ, τα δε χρέη, για τα οποία καταδικάσθηκε αυτός, είχαν γεννηθεί σε χρόνους, κατά τους οποίους είχε αυτός την ιδιότητα του διαχειριστή. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "ΙΝΤΕΡΣΚΡΑΠ Ε.Π.Ε." κατά τους χρόνους που γεννήθηκαν τα χρέη, θεωρείται αυτουργός του ενδίκου εγκλήματος, έστω και αν, κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν αυτά, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 86 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους κ.λπ." (που ισχύει από 1-1-1996), "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου, "η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από την λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι τα επίδικα χρέη, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1994-1998, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτά βεβαιώθηκαν μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από τη γέννησή τους. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον ο χρόνος της παραγραφής της επίδικης απαιτήσεως του Δημοσίου δεν αρχίζει πριν από την κατ` έτος 2004 βεβαίωση αυτής, ανεξαρτήτως της παρόδου χρονικού διαστήματος πέραν της πενταετίας από τη γέννηση των χρεών μέχρι τη βεβαίωσή τους. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι για τα ιδιώνυμα εγκλήματα της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπόμενων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος, όπως π.χ. όταν προχωρεί στην εκδίκαση υποθέσεως, παρά το γεγονός ότι η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του τελευταίου ασκηθείσας ποινικής διώξεως για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο εκ του λόγου ότι για όλα τα επίδικα χρέη έχουν ασκηθεί οι υπ` αριθ. 701 έως 710/26.4.2004 προσφυγές, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και, επομένως, δεν μπορούσε να ασκηθεί η ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού για την άσκηση της ποινικής διώξεως για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται προηγούμενη τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί, και ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι τα φύλλα ελέγχου και οι καταλογιστικές πράξεις, που έχει προσβάλει με τις ανωτέρω προσφυγές, έχουν εκδοθεί από το 18ο ΤΕΚ Αττικής, το οποίο δεν ήταν αρμόδιο προς τούτο και, επομένως, θα ακυρωθούν από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, η δε αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην οποία θα αναπεμφθεί το θέμα, θα διαπιστώσει την παραγραφή των χρεών, εφόσον ήδη το χρονικό διάστημα της παραγραφής έχει παρέλθει. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, καθόσον, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, αρμόδια όργανα για να κρίνουν την ύπαρξη χρεών όπως τα ανωτέρω, το ύψος τους, την τυχόν παραγραφή τους, αν καλώς εκδόθηκαν οι καταλογιστικές πράξεις κ.λπ. είναι τα διοικητικά δικαστήρια, στα οποία και, όπως ισχυρίζεται, προσέφυγε ο οφειλέτης του Δημοσίου κατηγορούμενος, το δε ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να προβεί στον έλεγχο αυτό, διότι, άλλως, η ενώπιόν του δίκη θα μετέπιπτε σε διοικητική δίκη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την επ` αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, ενιαίως με τον προηγούμενο, με την αιτιολογία ότι: "Όσον αφορά την προσφυγή του στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια θα πρέπει να λεχθεί ότι για την ποινική δίωξη των χρεών που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε και σε περίπτωση προσφυγής από τον υπόχρεο η επ` αυτής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου. Επομένως όσα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με το δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό του είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, συνεκτιμωμένου του ότι ο πίνακας χρεών με τον οποίο ασκήθηκε η σε βάρος του ποινική δίωξη έχει συνταχθεί από την Γ' Δ.Ο.Υ. Πειραιά". Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Μαΐου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 3737/2010) αίτηση του Ε. Π. του Ε., για αναίρεση της υπ` αριθ. ΓΤ 1029/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση κατά διαχειριστή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που βεβαιώθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3220/2004. Αυτουργός του εγκλήματος είναι ο διαχειριστής της εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα χρέη, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεως αυτών, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή. Ο χρόνος παραγραφής της απαιτήσεως δεν αρχίζει πριν από τη βεβαίωση αυτής (άρθρ. 86§1 Ν. 2362/1995). Επί μη καταβολής χρεών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως ή τελεσίδικη επί της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Αρμόδια όργανα για να κρίνουν την ύπαρξη χρεών, αν καλώς εκδόθηκαν οι καταλογιστικές πράξεις κ.λπ. είναι τα διοικητικά δικαστήρια, το δε ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να προβεί στο σχετικό έλεγχο. Επί μη νομίμων ή αορίστων ισχυρισμών το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολο της.
null
null
0
Αριθμός 386/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΟΝΙΑΡΗΣ ΤΡΑΝΣ ΕΠΕ (KONIARIS TRANS LTD) - ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΟΝΙΑΡΗΣ ΤΡΑΝΣ Ι.Μ.Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα. Του αναιρεσιβλήτου: Α. (A.) Σ. (S.) του Ρ. (R.), κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ηλία με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2199/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3198/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο νόμος 383/1976 "Περί διενεργείας εμπορευματικών μεταφορών δια φορτηγών αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως και άλλων τινών διατάξεων" ορίζει Α) στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι "Αι διεθνείς οδικαί εμπορευματικαί μεταφοραί" - ήτοι κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' περ. αα "αι διενεργούμεναι δι' αυτοκινήτων εκ της ημεδαπής προς την αλλοδαπήν και αντιστρόφως" - διενεργούνται υπό των κατά τας διατάξεις του παρόντος συνιστωμένων μεταφορικών επιχειρήσεων, ως και υπό των ήδη συνεστημένων και λειτουργουσών τοιούτων κατά τα προϊσχυσάσας διατάξεις", Β) στο άρθρο 3 ότι "Επιτρέπεται η σύστασις Ιδιοτύπου Μεταφορικής Εταιρείας (ΙΜΕ) διεπομένης υπό της περί Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ) νομοθεσίας, με τας ακολούθους παρεκκλίσεις: α) το εταιρικόν κεφάλαιον αποτελείται εξ εταιρικών μεριδίων. Έκαστον μερίδιον έχει αξίαν τουλάχιστον 1000 δρχ. ανά τόννον μικτού βάρους συμμετέχοντος φορτηγού αυτοκινήτου ........, β) δια την λήψη αποφάσεων υπό της γενικής συνελεύσεως απαιτείται απόλυτος πλειοψηφία επί του συνόλου των εταιρικών μεριδίων, γ) έκαστος εταίρος υποχρεούται να συνεισφέρει εις την εταιρείαν και τας ακολούθους παρεπομένας παροχάς, θεωρουμένας ως ουσιώδεις δια την συμμετοχήν του, αα) την άσκησιν του δικαιώματος εκμεταλλεύσεώς του, δι' ούτινος συμμετέχει, φορτηγού αυτοκινήτου, αδιαλείπτως καθ' άπασαν την διάρκειαν της εταιρικής σχέσεως, δυνάμενος να παρακρατεί πάντα τα λοιπά επί τούτου δικαιώματα και ιδία την κυριότητα και νομή, ββ) την διάθεσιν, κατ' αποκλειστικότητα εις την εταιρείαν και δια το έργο αυτής του φορτηγού αυτοκινήτου εις κατάστασιν πλήρους και αδιαλείπτου ετοιμότητος καθ' άπασαν την διάρκειαν της εταιρικής σχέσεως" και Γ) στο άρθρο 15 παρ. 1 και 2 ότι "Προς αποκατάστασιν επελθούσης ζημίας του εντολέως (φορτωτού), δι' ην ευθύνεται ο μεταφορεύς, πάσα μεταφορική επιχείρησις υποχρεούται όπως κέκτηται την πραγματικήν δυνατότητα καλύψεως της ζημίας ταύτης είτε δια της καθαράς περιουσίας αυτής, είτε δια της διαρκούς ασφαλιστικής καλύψεως των αντιστοίχων κινδύνων, είτε δι' εγγυήσεως αξιοχρέου Τραπέζης, είτε δια συστάσεως ειδικών λογαριασμών αυτασφαλίσεως ή αλληλοασφαλίσεως εις ιδρυθησόμενα αλληλοασφαλιστικά ταμεία. Αι λεπτομέρειαι εφαρμογής του παρόντος άρθρου ρυθμισθήσονται δια Προεδρικού Διατάγματος, εκδοθησομένου προτάσει των Υπουργών Οικονομικών, Εμπορίου και Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2. Η μη τήρησις των ως άνω υποχρεώσεων παρά μεταφορικής τινος επιχειρήσεως συνεπάγεται την στέρησιν του δικαιώματος ασκήσεως του επαγγέλματος του μεταφορέως τόσον παρ' αυτής όσον και των μελών αυτών". Εξάλλου η νομιμοποίηση διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενίοτε δε και από διατάξεις του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 648 παρ. 1 του ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Την έννοια των όρων "εργοδότης" και "μισθωτός" απέδωσε το άρθρο 1 του ν. 3239/1955 "περί συλλογικών διαπραγματεύσεων" κατά το οποίο "εργοδότης" μεν θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ' αποκοπήν ή ποσοστά. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη την 15-6-2004 από την αναιρεσείουσα μεταφορική εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο εναγόμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α. Κ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου (ελκυστήρα - ψυγείου), για τις μεταφορές αγαθών τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε χώρες του Εξωτερικού. Κατά την κατάρτιση της ως άνω εργασιακής συμβάσεως ο Α. Κ. ενεργούσε αποκλειστικά με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, η οποία και ήταν ο εργοδότης του αναιρεσιβλήτου και όχι ατομικά όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτή με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της περί ελλείψεως εκ μέρους της παθητικής νομιμοποιήσεως, αφού, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος, προσελήφθη για να εργαστεί σε συναφή επιχείρηση, την οποία διατηρούσε αυτός. Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα εργοδότριά του με την ως άνω ιδιότητά του μέχρι 5-11-2004, οπότε η τελευταία δια του νομίμου εκπροσώπου της προέβη στην καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε έλλειψη της παθητικής της νομιμοποίησης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ορθώς απέρριψε την ένσταση περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας, αφού, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αυτή (αναιρεσείουσα) δια του νομίμου αντιπροσώπου της προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο και τον απασχόλησε ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου για τις μεταφορές αγαθών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Εξωτερικό, δηλαδή για τις ανάγκες της επιχειρήσεως μεταφορών που ασκούσε. Εξάλλου, στην κρινόμενη περίπτωση δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν. 383/1976 (Εμπορευματικές μεταφορές με φορτηγά Δ.Χ.), με την πρώτη από τις οποίες ρυθμίζονται θέματα διενέργειας των οδικών μεταφορών από τις μεταφορικές επιχειρήσεις, ενώ με τη δεύτερη προβλέπεται η σύσταση ιδιότυπης μεταφορικής εταιρίας υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται σ' αυτήν, αφού από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων καταρτίζεται αποκλειστικά μεταξύ των οδηγών και των ιδιοκτητών των αυτοκινήτων. Επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 14-4-2009, αίτηση αναιρέσεως της 3198/2008 αποφάσεως, του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ΄ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Εργοδότης θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ΄ αποκοπήν ή ποσοστά.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 390/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 291/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1351/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ., εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα … του Αστυνομικού Τμήματος Περιφέρειας της Αστυνομικής Διευθύνσεως Ιωαννίνων, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 9-2-2011. Τότε, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 191/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση κοινή αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-10-2010 αίτηση του Δ. Χ. του Χ., για αναίρεση της 291/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 370/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21.7.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28.12.10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με κατηγορούμενο τον Α. Μ. του Δ., κάτοικο ..., και εγκαλούμενους τους: 1. Π. Π., Αντεισαγγελέα Εφετών Αθήνα και 2. Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου. Η αίτηση αυτή με αριθ. πρωτ. 1138/20-12-2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1629/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 30/2.2.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία, την 1138/20-12-2010 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., και εκθέτω τα εξής: ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται όχι μόνο στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και σ' αυτό της προδικασίας που περιλαμβάνει τόσο την προκαταρκτική εξέταση όσο και την άσκηση της ποινικής διώξεως (ΑΠ 1642/1988 Π. Χ ΛΘ'500, 724/2000 Υπέρ. 2000, 1994). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να κρίνει προσφυγή κατά διατάξεως (α.48 του ΚΠΔ) στην οποία εμπλέκεται ως εγκαλούμενος εισαγγελικός λειτουργός που υπηρετεί στην ίδια Εισαγγελία Εφετών. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ.α! και β!, 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την προσφυγή αυτή για κρίση σε άλλο Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 314/2003 ΠΔ! 2003.922, ΑΠ 1649/2000 ΠΔ! 2001.424, ΑΠ 611/1996 ΠΧ! 1997.961 ). ΙΙΙ. Με την από 28-202008 έγκλησή του ο Α. Δ. Μ., κάτοικος ..., ζήτησε την ποινική δίωξη των: α) Γ. Κ., Εισαγγελέως Εφετών και Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και β) Π. Π., Εισαγγελέως Πρωτοδικών και Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, για παράβαση των α. 242, 259 , 261 και 42-330 του Π.Κ. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την ΕΓ-59-10/163/45Δ/ΒΒ διάταξή του απέρριψε την έγκληση αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά της διατάξεως αυτής προσέφυγε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο παραπάνω εγκαλών με την 29/8-11-2010 προσφυγή του. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, επειδή ο δεύτερος εγκαλούμενος Π. Π. υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προσφυγή αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι σύμφωνα με όσα παραπάνω ( ΙΙ) εκτέθηκαν νόμιμο και βάσιμο, πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιος να αποφανθεί για την παραπάνω προσφυγή ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς και κατ' επέκταση οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς αν τυχόν ανακύψει περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να ορισθούν ως κατά παραπομπή αρμόδιοι: α) ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς για να αποφανθεί για την 29/10 προσφυγή του Α. Δ. Μ. κατοίκου ... κατά της ΕΓ- 59-10/163/45Δ/ΒΒ διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και β) οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική διερεύνηση. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ζημιωμένος ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-2-2008 έγκλησή του ο Α. Μ. του Δ., κάτοικος ..., ζήτησε την ποινική δίωξη των: α) Γ. Κ. τότε Εισαγγελέα Εφετών και Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και β) Π. Π. τότε Εισαγγελέα Πρωτοδικών και Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, για παράβαση των άρθρων 42, 242, 259, 261 και 330 του ΠΚ. Την ως άνω έγκληση μετά την εξέταση της η αρμόδια Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την υπ'αριθμ. ΕΓ 59-10/163/45Δ/2010 διάταξή της απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο εγκαλών άσκησε κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ την υπ' αρ. 29/8-11-2010 προσφυγή του στη γραμματεία του Πταισματοδικείου Καλλιθέας Αττικής, για την οποία είναι αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Ο τελευταίος με το υπ' αριθμό 1138/20-12-2010 έγγραφο του ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών άλλου Εφετείου, εκτός των Αθηνών να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του εγκαλούντος του λόγω του ότι ο δεύτερος των εγκαλουμένων υπηρετεί ήδη στην Εισαγγελία Εφετών με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα Εφετών, ενώ ο πρώτος αυτών υπηρετεί ήδη στον Άρειο Πάγο με τον βαθμό του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ ε'και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προμνημονευόμενης προσφυγής και όταν συντρέχει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 1138/20-12-2010 έγγραφο της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών που αφορά τους εγκαλούμενους Γ. Κ. και Π. Π., Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών αντίστοιχα από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για να αποφανθεί επί της υπ'αριθμ. 29/2010 προσφυγής του Α. Μ. του Δ. κατά της υπ'αριθμ. ΕΓ 59-10/163/45Δ/2010 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση για περαιτέρω δικαστική έρευνα στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντίστοιχων Εισαγγελιών αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Διατάσσει παραπομπή της υπόθεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για να αποφανθεί επί προσφυγής του άρθρου 48 ΚΠΔ με εγκαλούμενους εισαγγελικούς λειτουργούς που υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών και Άρειο Πάγο, και αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Πειραιώς και των αντιστοίχων Εισαγγελιών αυτών.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 369/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, σύμφωνα με την 197/28-1210 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 71035/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1394/2010. Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 18-11-2010 και 19-11-2010 αντίστοιχα, αποδεικτικά επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2010 αίτηση του Β. Π. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71035/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 2 Μαρτίου 2011. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 358/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Γ. Α. του Κ. και 2. Π. Φ. του Σ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον Ε. Π. του Α.. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2010 δυο ξεχωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1239/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 5/14.1.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντες τις νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου, ασκηθείσες υπ' αριθμ. 2 και 3/10-9-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Γ. Α. του Κ. και 2) Π. Φ. του Σ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, δια του οποίου παρεπέμφθησαν στο αρμοδίως ορισθησόμενο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Περιφερείας του, για να δικαστούν για ομαδικό βιασμό κατ', εξακολούθηση ( άρθρα 98, 336 παρ. 1, 2 Π.Κ.), εκθέτομεν τα εξής: "Κατά το άρ. 336 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται αντικειμενικά μεν εξαναγκασμός άλλου με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, υποκειμενικά δε δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στη συνουσία και γι' αυτό το λόγο αντιστέκεται, όπως και τη θέληση να εξαναγκάσει τον άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και που κάμπτει την αντίσταση που προβάλλεται, και συνουσία είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων του άντρα και της γυναίκας. Κατά δεν την παρ. 2 του άρ. 336 ΠΚ, αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Εξάλλου, η κατά τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι, από τα περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1 /2005 ). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου που έκρινε κατόπιν εφέσεων των αναιρεσειόντων, δι' ιδίων σκέψεων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-7-2008 και περί ώρα 21:15, η εγκαλούσα M. (επ) E.-V. (ον) του V., ευρισκόμενη εντός της οικίας του επίσης κατηγορουμένου αλλά μη μετέχοντος στην παρούσα διαδικασία ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου Ε. Π. του Α., μετά του οποίου διατηρούσε ερωτικές σχέσεις για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών και εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρακτορείο στοιχημάτων του ΟΠΑΠ, που διατηρούσε ο τελευταίος στο ..., δέχθηκε επίθεση από αυτόν, καθώς της επέφερε σφοδρά χτυπήματα με τα χέρια και πόδια του και την ζώνη του, σε διάφορα σημεία του σώματος και της κεφαλής της, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές βλάβες, ενώ επιπροσθέτως επέφερε με τα δάκτυλα της χειρός του κακώσεις στον λαιμό της, κατόπιν περίσφυξης αυτού. Ακολούθως, ο Π. Ε. επικοινώνησε με τον Γ. Α. του Κ., ο οποίος κατέφθασε στην οικία του και αφού ο κατηγορούμενος Ε. Π. την γύμνωσε παρά τη θέληση της, αφαιρώντας με τα χέρια του τα ρούχα της, παρότρυνε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Γ. Α. να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί της. Καίτοι είχαν καταλάβει αμφότεροι, ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί τους, καθώς τηρούσε αρνητική εν γένει στάση, την εξανάγκασαν να προβεί σε πεολειχία αρκετές φορές και στους δύο και εν συνεχεία ήλθαν αμφότεροι, παρά την θέληση της, σε συνουσία μαζί της. Μάλιστα, τέσσερις μέρες νωρίτερα από το ανωτέρω συμβάν και δη στις 18-7-2008 ο κατηγορούμενος Ε. Π. της είχε επιφέρει χτυπήματα με τα χέρια του και τα πόδια του, προκαλώντας σε αυτήν διάφορες σωματικές βλάβες σε όλο της το σώμα, ενώ την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 19-7-2008 και περί ώρα 15.00, ο ίδιος κατηγορούμενος την εξανάγκασε να προβεί σε πεολειχία παρά τη θέληση της, απειλώντας την ότι σε περίπτωση που αρνηθεί θα χειροδικήσει εις βάρος της. Ο τελευταίος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, Π. Φ., ο οποίος και μετέβη στην οικία του και κατόπιν προτροπής του κατηγορουμένου και χωρίς την θέληση της εγκαλούσας, εξανάγκασε αυτήν να προβεί σε πεολειχία, περαιτέρω δε και με την χρήση προφυλακτικού ήρθε σε ερωτική συνεύρεση μαζί της, ενώ ο κατηγορούμενος Ε. Π. προέβη σε βάρος της σε κατά φύση συνουσία προκειμένου να ικανοποιήσουν αμφότεροι τη γενετήσια επιθυμία τους και σε όλη τη διάρκεια εξαναγκαζόταν να προβαίνει σε πεολειχία σε αμφότερους, πολλές φορές. Επίσης στις 18.7.2008, ο κατηγορούμενος Ε. Π. της αφαίρεσε από το δάχτυλο της ένα χρυσό δαχτυλίδι, που της είχε χαρίσει ο πατέρας της και το οποίο έφερε τα μονογράμματα "ΒΜ" και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Τα παραπάνω, τα οποία καταγγέλθηκαν από την εγκαλούσα M. (επ) E. - V. (ον) του V., με την από 24.7.2008 έγκληση της στο αστυνομικό τμήμα ..., επιβεβαιώνονται τόσο από την από 24.7.2008 ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας V. M. T. του T. στο αστυνομικό τμήμα ..., η οποία καταθέτει μεταξύ άλλων ότι αφενός μεν είχε δει την εγκαλούσα - κόρη της να είναι χτυπημένη κατά το κρίσιμο ανωτέρω χρονικό διάστημα, αφετέρου δε ότι η τελευταία παραδέχθηκε ενώπιον της την ανωτέρω αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων σε βάρος της, όσο και από την από 7.1.2009 μετέπειτα ένορκη κατάθεση της κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι η μητέρα της εγκαλούσας, όχι μόνο επιβεβαιώνει απόλυτα την πρώτη κατάθεση της στο αστυνομικό τμήμα ..., αλλά επιπλέον αφενός μεν η ίδια για πρώτη φορά προσκομίζει στην κυρία ανάκριση, φωτογραφικό υλικό, που ανάγεται χρονικά στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, στο οποίο απεικονίζεται η παθούσα κόρη της χτυπημένη σε όλο της το σώμα, για το οποίο και συνετάγη η σχετική από 7.1.2009 έκθεση εγχείρισης, αφετέρου δε δηλώνει απερίφραστα ότι η κόρη της-εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π.. Περαιτέρω από την από 24.7.2008 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού - χειρουργού Σ. Τ., προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ανωτέρω εγκαλούσα έφερε κατά την εξέταση της α) πολλαπλούς τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος της, υπό τη μορφή εκχυμώσεων, αμυχών, εκτεταμένων υποδόριων αιματωμάτων στη ράχη και τους γλουτούς, β) αμφοτερόπλευρα αιματώματα περιοφθαλμικά με συνοδό οίδημα βλεφάρων και υπεροφρύων, γ) έντονα και επώδυνα οιδήματα στο πρόσθιο μέρος της τραχήλου με ιδιόμορφες εκχυμώσεις (δαχτυλιές). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω ιατροδικαστική έκθεση, ανευρέθη γενετικό υλικό (σπέρμα) στον κόλπο της, ενώ ο ανωτέρω ιατρός παρατηρεί ότι όλα τα ανωτέρω ευρήματα προέρχονται από πρόσφατη, βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα και απόπειρα περισφύξεως του τραχήλου. Μολονότι δε δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κακώσεων στα γεννητικά όργανα της εγκαλούσας που να υποδηλώνουν όποια βιαιότητα, εντούτοις επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην ίδια ιατροδικαστική έκθεση ότι "οι περιγραφόμενες κακώσεις κατέστησαν την ανωτέρω (παθούσα) πρόσκαιρα σε ανικανότητα όποιας αντιστάσεως .... η βία που υπέστη η νεαρή γυναίκα έχει επιφέρει σε αυτήν μετατραυματικό σοκ και πιθανότατα μόνιμη ψυχαναγκαστική βλάβη". Από την πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση και με βάση τα αντικειμενικά αυτής ευρήματα, συνάγεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εκάμφθη προηγουμένως ανυπέρβλητα η όποια προσπάθεια αντίστασης της εγκαλούσας, με την άσκηση σωματικής βίας αλλά και την απειλή άσκησης σωματικής βίας σε βάρος της, ώστε να δικαιολογείται επαρκώς η μη διαπίστωση κακώσεων εν συνεχεία στα γεννητικά της όργανα κατά τη διάρκεια της συνουσίας, λόγω των σωματικών βλαβών που προηγουμένως είχε υποστεί. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος Π. Φ., στην ανακριτική απολογία του, καθώς και στο επισυναπτόμενο σε αυτήν απολογητικό υπόμνημα, αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία καθ' ολοκληρίαν και ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε τέλεσε την πράξη η οποία περιγράφεται ανωτέρω και για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του και ότι η εν λόγω έγκληση αποτελεί προϊόν εκδίκησης, αγανάκτησης και οργής της ως άνω εγκαλούσας σε βάρος του κατηγορουμένου Ε. Π., για τις σωματικές κακώσεις τις οποίες της είχε επιφέρει, αναφέροντας περαιτέρω ότι στις 19-7-2008, ημέρα Σάββατο, μετά το πέρας της εργασίας του (υπάλληλος της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης του Δήμου ...) ναι μεν επισκέφθηκε την οικία του άνω συγκατηγορουμένου, κατόπιν τηλεφωνήματος του, πλην όμως μόνο για φιλική επίσκεψη, αλλά και για να ενημερώσει αυτόν, ότι είχε καθυστερήσει την πληρωμή του λογαριασμού του νερού για μεγάλο χρονικό διάστημα και επρόκειτο να διακοπεί η σύνδεση του, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και τα σχετικά έγγραφα με την ανάλυση της οφειλής. Ο κατηγορούμενος Α. Γ., αναφέρει στην ανακριτική απολογία του, ότι ουδέποτε προέβη στην πράξη για την οποία κατηγορείται και ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι στις 22-7-2008, του είχε τηλεφωνήσει ο κατηγορούμενος Ε. Π. και του είχε ζητήσει να τον επισκεφθεί στην οικία του. Ότι πράγματι μετέβη στην οικία του περί τις 23:45, όπου ο Π. του εκμυστηρεύτηκε ότι η μηνύτρια πρόδωσε την εμπιστοσύνη του, καθώς του είχε πει ψέματα ότι, όσο έλειπε, βρισκόταν στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είδε τη μηνύτρια εντός της οικίας, ντυμένη, πλην όμως διαπίστωσε ότι ήταν χτυπημένη και αφού συνέστησε στον Π. να τη μεταφέρει στο Κέντρο Υγείας ..., αποχώρησε. Τέλος ο κατηγορούμενος Ε. Π. αποδέχεται ότι χτύπησε την εγκαλούσα δύο φορές, ήτοι στις 19 και 22-7-2008 και ότι της επέφερε διάφορες σωματικές κακώσεις, καθώς του είχε πει ψέματα ότι βρισκόταν, όσο έλειπε, στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα, πλην όμως αρνείται ότι τέλεσε τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, τις οποίες αποδίδει σε λόγους οργής και εκδίκησης της εγκαλούσας σε βάρος του. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι τέσσερις μέρες αργότερα και δη στις 23-7-2008, της επέφερε εκ νέου χτυπήματα, ισχυρίζεται δε, ότι στο ενδιάμεσο διάστημα των τεσσάρων ημερών, είχαν έρθει τουλάχιστον τρεις φορές σε συνουσία, χωρίς την χρήση προφυλακτικού και πάντα με τη συναίνεση της εγκαλούσας. Προσκομίζει μάλιστα κατά την ανακριτική απολογία του, προς επίρρωση των ισχυρισμών όχι μόνο του ιδίου αλλά και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, και την από 28.7.2008 δήλωση της εγκαλούσας, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται χαρακτηριστικά "οι ανωτέρω (κατηγορούμενοι) δεν προέβησαν σε καμία από τις πράξεις που περιγράφονται στην από 24.7.2008 έγκληση μου πλην των σωματικών βλαβών που υπέστην από τον Ε. Π. κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σε αυτήν, και ένεκα της οργής μου και της αγανάκτησης μου για τη χειροδικία εναντίον μου προσπάθησα να τον εκδικηθώ. Δηλώνω δε ότι τρέφω αισθήματα έρωτα και αγάπης προς τον Ε. Αλ. Π. με τον οποίον διατηρώ μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό και σκοπεύουμε να παντρευτούμε". Ωστόσο η ανωτέρω δήλωση της εγκαλούσας, μη ούσα πειστική, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις λοιπές αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις, πλην δηλαδή αυτής της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση, και δη για τους εξής λόγους: α) φέρει εντελώς διάφορη και συνοπτική, μισής σελίδας, τυποποιημένη διατύπωση και φρασεολογία, σε σχέση με την από 24.7.2008 έγκληση της έξι σελίδων στο αστυνομικό τμήμα ..., στην οποία με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει τις σε βάρος της τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις, β) με τη δήλωσή της παραδέχεται εμμέσως την προσδοκία γάμου της με τον κατηγορούμενο Ε. Π., που σημαίνει ότι λόγω του ανωτέρω κινήτρου της, μειώνεται ουσιωδώς η πιθανότητα η δήλωση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού προφανώς η παθούσα δεν επιθυμεί την ματαίωση αυτής της προσδοκίας της, δοθέντος ότι η ίδια είναι υπήκοος Βουλγαρίας και επιθυμεί μόνιμη και οριστική εγκατάσταση - αποκατάσταση της στην Ελλάδα, γ) όπως ανωτέρω έχει ήδη αναφερθεί από την μητέρα της σε σχετική ένορκη κατάθεση της, η εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π., και δ) η δήλωση αυτή δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την ανάκριση κατά το κρίσιμο αμέσως μετά τα καταγγελθέντα περιστατικά χρονικό διάστημα, ώστε αφού η εγκαλούσα υποβληθεί στη βάσανο των ερωταπαντήσεων και της δια ζώσης ανακριτικής διαδικασίας, να δύνανται να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα περί της ειλικρίνειας ή μη της ανωτέρω προσκομιζόμενης, και μάλιστα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Ε. Π. προς υπεράσπιση του, δήλωσης της. Η δε από 22.1.2009, μετέπειτα, ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, στην οποία σχεδόν επαναλαμβάνει την ανωτέρω δήλωση της, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα, αφού, αφενός μεν, αυτή έχει δοθεί μετά την παρέλευση σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από το κρίσιμο χρονικό διάστημα των καταγγελθέντων περιστατικών, αφετέρου δε έρχεται σε αντίθεση με την από 7.1.2009, ήτοι σχεδόν ταυτόχρονη, ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, με την οποία όπως ήδη έχει αναπτυχθεί παραπάνω και εμμένει η τελευταία (μητέρα της εγκαλούσας ) στην αρχική από 24.7.2008, προανακριτική της κατάθεση. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο τρόπος με τον οποίο επέφερε ο κατηγορούμενος Ε. Π. χτυπήματα στην ως άνω εγκαλούσα, ήτοι βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα, η σφοδρότητα και βιαιότητα, καθώς και συχνότητα των χτυπημάτων, σε συνδυασμό με τα πληγέντα σημεία του σώματος (και δη πρόσωπο και περίσφυξη με σφοδρότητα του λαιμού της), θα μπορούσε να προκαλέσει σε αυτήν κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη, γεγονός που τελούσε σε γνώση του κατηγορουμένου αυτού.". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε τις εφέσεις των δύο αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ανεξαρτήτως αν στο διατακτικό του εσφαλμένως αναγράφει "δέχεται τυπικά και ουσιαστικά τις ... εφέσεις ..." και "ακυρώνει ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα", καθόσον απλώς διαφοροποιήθηκε από το πρωτόδικο βούλευμα ως προς την ακρίβεια των πραγματικών γεγονότων, με αποτέλεσμα να προβεί και στην αναδιατύπωση του κατηγορητηρίου. Δηλαδή, όπως και το πρωτοβάθμιο βούλευμα, έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως, για να παραπεμφθούν οι εκκαλούντες (νυν αναιρεσείοντες) στο ακροατήριο. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν και από τα οποία συνήγαγε την ανωτέρω κρίση του, τα αποδεικτικά μέσα παραθέτοντας αυτά κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κλπ), αξιολογώντας ιδιαιτέρως μερικά από αυτά κατά την εξιστόρηση των συμβάντων, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, βάσει των οποίων υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 45, 98 και 336 παρ. 1, 2 Π.Κ.. Επομένως, το βούλευμα αυτό περιέχει την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων υπό τον σχετικό και μοναδικό λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι από 24-7-2008 (δύο) εκθέσεις αναγνωρίσεως, οι οποίες συνετάγησαν από τον Αστυνόμο Α' Β. Σ. με συμπράττοντες δευτέρους ανακριτικούς υπαλλήλους τον Ανθυπαστυνόμο Φ. Μ. και τον αστυφύλακα Β. Φ., αντιστοίχως, είναι αβάσιμος, διότι η μνεία στο βούλευμα ότι το Συμβούλιο Εφετών, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, μεταξύ των άλλων αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", σημαίνει ότι έλαβε υπόψη του και τα δύο προαναφερθέντα έγγραφα, χωρίς για την πληρότητα της αιτιολογίας να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτών. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι οι σχετικές αιτιάσεις περιέχουν ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγομένης σε πράγματα κρίσης του Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών, προβαίνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα στις αναγκαίες σκέψεις, για να καταρρίψει τον μεταγενέστερο με έγγραφη δήλωση και ένορκη κατάθεση διατυπωθέντα ισχυρισμό της εγκαλούσης M. V., με τον οποίο επεχείρησε να ανασκευάσει την αρχική από 24-7-2008 για βιασμό καταγγελία της, δοθείσα στο Α.Τ. .... Για την κατάρριψη του ισχυρισμού αυτού το Συμβούλιο προβαίνει εις ιδιαίτερη μνεία των δύο καταθέσεων της μητέρας της εγκαλούσης, η οποία σε αντίθεση με αυτή, ενέμεινε στην αρχική για βιασμό της θυγατέρας της επιμαρτύρηση. Η επισήμανση από το Συμβούλιο, με σκοπό την κατάρριψη του άνω υψιγενούς ισχυρισμού της εγκαλούσης, ότι η μεταγενέστερη δήλωση και μαρτυρία της, απείχε χρονικώς από την αρχική καταγγελία της, έχει την έννοια, ότι εφόσον η ανασκευή της αρχικής καταγγελίας της, δεν έγινε τις αμέσως επόμενες ημέρες, που τα γεγονότα του βιασμού της ήσαν νωπά, καθίστατο αναξιόπιστη, πολλώ δε μάλλον που τα περί μη βιασμού της, δεν επιβεβαιώνονταν από τη μητέρα της. Επομένως, ο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ) και κατά τα δύο σκέλη του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνομεν Α) Να απορριφθούν οι υπ' αριθμ. 2 και 3/2010 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Γ. Α. του Κ. και 2) Π. Φ. του Σ., κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, και Β) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, οι δύο υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, με αριθ. Εκθ. 2/10-9-2010 του Γ. Α. και με αριθ. εκθ. 3/10-9-2010 του Π. Φ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1,2 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 3500/2006. "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείτο: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή και δι' αμφοτέρων. Σωματική βία είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και η οποία επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει αυτόν να υποστεί παρά τη θέλησή του σαρκική μείξη ή να ανεχθεί ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη, ενώ απειλή βίας είναι κάθε απειλή άμεσου και σπουδαίου κινδύνου που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του υφισταμένου την απειλή βίας και που μπορεί να εμποιήσει στον απειλούμενο φόβο περί επικείμενου κινδύνου κατ' αυτού, έστω και αν αντικειμενικά και υπό άλλες συνθήκες η απειλή αυτή κρίνεται σαν αστήρικτη ή ακόμη και μη δυνάμενη να δημιουργήσει τις καταστάσεις που ο απειλούμενος υπέλαβε κατά τον χρόνο της απειλής, αρκεί, ο απειλούμενος, κατά τον χρόνο που υφίσταται την απειλή, να πιστέψει ότι η απειλή αυτή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί. Για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος τελέσεως, χωρίς, όμως, να αποκλείεται η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Για την κατάφαση του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκη το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούληση του, που εξωτερικεύτηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα. λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σε αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Στην έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτει η χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό, η παρά φύση ασέλγεια, η πεολειχία κλπ, εφόσον γίνονται με εξαναγκασμό, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω. Το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στη βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλον στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος (δόλος) περιλαμβάνει, ακόμη, την γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στην τέλεση αυτών. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το προσβαλλόμενο 98/2010 βούλευμα του, το οποίο, δέχθηκε μεν κατ' ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων και ακύρωσε το παραπεμπτικό βούλευμα του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, πλην, με επαναδιατύπωση των πραγματικών περιστατικών, παρέπεμψε και πάλι τους κατηγορουμένους στο αρμόδιο ΜΟΔ Ναυπλίου για να δικαστούν για βιασμό κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, με ίδιες σκέψεις στο αιτιολογικό του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Από το σύνολο του συλλεγέντος κατά την προδικασία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες των κατηγορουμένων και το από 26.3.2010 υπόμνημα του κατηγορουμένου-εκκαλούντος Π. Φ. προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 22-7-2008 και περί ώρα 21:15, η εγκαλούσα M. (επ) E.-V. (ον) του V., ευρισκόμενη εντός της οικίας του επίσης κατηγορουμένου αλλά μη μετέχοντος στην παρούσα διαδικασία ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου Ε. Π. του Α., μετά του οποίου διατηρούσε ερωτικές σχέσεις για χρονικό διάστημα περίπου δύο ετών και εργαζόταν ως υπάλληλος στο πρακτορείο στοιχημάτων του ΟΠΑΠ, που διατηρούσε ο τελευταίος στο ..., δέχθηκε επίθεση από αυτόν, καθώς της επέφερε σφοδρά χτυπήματα με τα χέρια και πόδια του και την ζώνη του, σε διάφορα σημεία του σώματος και της κεφαλής της, προκαλώντας σε αυτήν σωματικές βλάβες, ενώ επιπροσθέτως επέφερε με τα δάκτυλα της χειρός του κακώσεις στον λαιμό της. κατόπιν περίσφυξης αυτού. Ακολούθως, ο Π. Ε. επικοινώνησε με τον Γ. Α. του Κ., ο οποίος κατέφθασε στην οικία του και αφού ο κατηγορούμενος Ε. Π. την γύμνωσε παρά τη θέληση της, αφαιρώντας με τα χέρια του τα ρούχα της, παρότρυνε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Γ. Α. να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί της. Καίτοι είχαν καταλάβει αμφότεροι, ότι η ίδια δεν επιθυμούσε να συνευρεθεί ερωτικά μαζί τους, καθώς τηρούσε αρνητική εν γένει στάση, την εξανάγκασαν να προβεί σε πεολειχία αρκετές φορές και στους δύο και εν συνεχεία ήλθαν αμφότεροι, παρά την θέληση της, σε συνουσία μαζί της. Μάλιστα, τέσσερις μέρες νωρίτερα από το ανωτέρω συμβάν και δη στις 18-7-2008 ο κατηγορούμενος Ε. Π. της είχε επιφέρει χτυπήματα με τα χέρια του και τα πόδια του, προκαλώντας σε αυτήν διάφορες σωματικές βλάβες σε όλο της τα σώμα, ενώ την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 19- 7-2008 και περί ώρα 15.00, ο ίδιος κατηγορούμενος την εξανάγκασε να προβεί σε πεολειχία παρά τη θέληση της, απειλώντας την ότι σε περίπτωση που αρνηθεί θα χειροδικήσει εις βάρος της. Ο τελευταίος ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, Π. Φ., ο οποίος και μετέβη στην οικία του και κατόπιν προτροπής του κατηγορουμένου και χωρίς την θέληση της εγκαλούσας, εξανάγκασε αυτήν να προβεί σε πεολειχία, περαιτέρω δε και με την χρήση προφυλακτικούς ήρθε σε ερωτική συνεύρεση μαζί της, ενώ ο κατηγορούμενος Ε. Π. προέβη σε βάρος της σε κατά φύση συνουσία προκειμένου να ικανοποιήσουν αμφότεροι τη γενετήσια επιθυμία τους και σε όλη τη διάρκεια εξαναγκαζόταν να προβαίνει σε πεολειχία σε αμφότερους, πολλές φορές. Επίσης στις 18.7.2008, ο κατηγορούμενος Ε. Π. της αφαίρεσε από το δάχτυλο της ένα χρυσό δαχτυλίδι, που της είχε χαρίσει ο πατέρας της και το οποίο έφερε τα μονογράμματα "ΒΜ" και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Τα παραπάνω, τα οποία καταγγέλθηκαν από την εγκαλούσα M. (επ) E.-V. (ον) του V. με την από 24.7.2008 έγκληση της στο αστυνομικό τμήμα ..., επιβεβαιώνονται τόσο από την από 24.7.2008 ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας V. Μ. του T. στο αστυνομικό τμήμα ..., η οποία καταθέτει μεταξύ άλλων ότι αφενός μεν είχε δει την εγκαλούσα - κόρη της να είναι χτυπημένη κατά το κρίσιμο ανωτέρω χρονικό διάστημα, αφετέρου δε ότι η τελευταία παραδέχθηκε ενώπιον της την ανωτέρου αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων σε βάρος της, όσο και από την από 7.1.2009 μετέπειτα ένορκη κατάθεση της κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι η μητέρα της εγκαλούσας, όχι μόνο επιβεβαιώνει απόλυτα την πρώτη κατάθεση της στο αστυνομικό τμήμα ..., αλλά επιπλέον αφενός μεν η ίδια για πρώτη φορά προσκομίζει στην κυρία ανάκριση, φωτογραφικό υλικό, που ανάγεται χρονικά στο κρίσιμο χρονικό διάστημα, στο οποίο απεικονίζεται η παθούσα κόρη της χτυπημένη σε όλο της το σώμα, για το οποίο και συνετάγη η σχετική από 7.1.2009 έκθεση εγχείρισης, αφετέρου δε δηλώνει απερίφραστα ότι η κόρη της - εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π.. Περαιτέρω από την από 24.7.2008 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού - χειρουργού Σ. Τ., προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η ανωτέρω εγκαλούσα έφερε κατά την εξέταση της α) πολλαπλούς τραυματισμούς σε διάφορα μέρη του σώματος της, υπό τη μορφή εκχυμώσεων, αμυχών, εκτεταμένων υποδόριων αιματωμάτων στη ράχη και τους γλουτούς, β) αμφοτερόπλευρα αιματώματα περιοφθαλμικά με συνοδό οίδημα βλεφάρων και υπεροφρύων, γ) έντονα και επώδυνα οιδήματα στο πρόσθιο μέρος της τραχήλου με ιδιόμορφες εκχυμώσεις (δαχτυλιές). Επίσης, σύμφωνα με την ίδια άνω ιατροδικαστική έκθεση, ανευρέθη γενετικό υλικό (σπέρμα) στον κόλπο της ενώ ο ανωτέρω ιατρός παρατηρεί ότι όλα τα ανωτέρω ευρήματα προέρχονται από πρόσφατη, βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα και απόπειρα περισφύξεως του τραχήλου. Μολονότι δε δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κακώσεων στα γεννητικά όργανα της εγκαλούσας που να υποδηλώνουν όποια βιαιότητα, εντούτοις επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην ίδια ιατροδικαστική έκθεση ότι "οι περιγραφόμενες κακώσεις κατέστησαν την ανωτέρω (παθούσα) πρόσκαιρα σε ανικανότητα όποιας αντιστάσεως ... η βία που υπέστη η νεαρή γυναίκα έχει επιφέρει σε αυτήν μετατραυματικό σοκ και πιθανότατα μόνιμη ψυχαναγκαστική βλάβη". Από την πιο πάνω ιατροδικαστική έκθεση και με βάση τα αντικειμενικά αυτής ευρήματα, συνάγεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εκάμφθη προηγουμένως ανυπέρβλητα η όποια προσπάθεια αντίστασης της εγκαλούσας, με την άσκηση σωματικής βίας αλλά και την απειλή άσκησης σωματικής βίας σε βάρος της, ώστε να δικαιολογείται επαρκώς η μη διαπίστωση κακώσεων εν συνεχεία στα γεννητικά της όργανα κατά τη διάρκεια της συνουσίας, λόγω των σωματικών βλαβών που προηγουμένως είχε υποστεί. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος Π. Φ., στην ανακριτική απολογία του,^ καθώς και στο επισυναπτόμενο σε αυτήν απολογητικό υπόμνημα, αρνείται την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία καθ' ολοκληρίαν και ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε τέλεσε την πράξη η οποία περιγράφεται ανωτέρω και για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του και ότι η εν λόγω έγκληση αποτελεί προϊόν εκδίκησης, αγανάκτησης και οργής της ως άνω εγκαλούσας σε βάρος του κατηγορουμένου Ε. Π., για τις σωματικές κακώσεις τις οποίες της είχε επιφέρει, αναφέροντας περαιτέρω ότι στις 19-7-2008, ημέρα Σάββατο, μετά το πέρας της εργασίας του (υπάλληλος της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης του Δήμου ...) ναι μεν επισκέφθηκε την οικία του άνω συγκατηγορουμένου, κατόπιν τηλεφωνήματος του, πλην όμως μόνο για φιλική επίσκεψη, αλλά και για να ενημερώσει αυτόν, ότι είχε καθυστερήσει την πληρωμή του λογαριασμού του νερού για μεγάλο χρονικό διάστημα και επρόκειτο να διακοπεί η σύνδεση του, προσκομίζοντας ταυτόχρονα και τα σχετικά έγγραφα με την ανάλυση της οφειλής. Ο κατηγορούμενος Α. Γ., αναφέρει στην ανακριτική απολογία του, ότι ουδέποτε προέβη στην πράξη για την οποία κατηγορείται και ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι στις 22-7-2008, του είχε τηλεφωνήσει ο κατηγορούμενος Ε. Π. και του είχε ζητήσει να τον επισκεφθεί στην οικία του. Ότι πράγματι μετέβη στην οικία του περί τις 23:45, όπου ο Π. του εκμυστηρεύτηκε ότι η μηνύτρια πρόδωσε την εμπιστοσύνη του, καθώς του είχε πει ψέματα ότι, όσο έλειπε, βρισκόταν στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είδε τη μηνύτρια εντός της οικίας, ντυμένη, πλην όμως διαπίστωσε ότι ήταν χτυπημένη και αφού συνέστησε στον Π. να τη μεταφέρει στο Κέντρο Υγείας ..., αποχώρησε. Τέλος ο κατηγορούμενος Ε. Π. αποδέχεται ότι χτύπησε την εγκαλούσα δύο φορές, ήτοι στις 19 και 22-7-2008 και ότι της επέφερε διάφορες σωματικές κακώσεις, καθώς του είχε πει ψέματα ότι βρισκόταν όσο έλειπε στην Βουλγαρία, ενώ το αληθές ήταν ότι είχε πάει διακοπές σε νησιά στην Ελλάδα, πλην όμως αρνείται ότι τέλεσε τις λοιπές αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, τις οποίες αποδίδει σε λόγους οργής και εκδίκησης της εγκαλούσας σε βάρος του. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι τέσσερις μέρες αργότερα και δη στις 23-7-2008, της επέφερε εκ νέου χτυπήματα, ισχυρίζεται δε, ότι στο ενδιάμεσο διάστημα των τεσσάρων ημερών•, είχαν έρθει τουλάχιστον τρεις φορές σε συνουσία χωρίς την χρήση προφυλακτικού και πάντα με τη συναίνεση της εγκαλούσας. Προσκομίζει μάλιστα κατά την ανακριτική απολογία του, προς επίρρωση των ισχυρισμών όχι μόνο του ιδίου αλλά και των λοιπών συγκατηγορουμένων του, και την από 28.7.2008 δήλωση της εγκαλούσας, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται χαρακτηριστικά "οι ανωτέρω (κατηγορούμενοι) δεν προέβησαν σε καμία από τις πράξεις που περιγράφονται στην από 24.7.2008 έγκληση μου πλην των σωματικών βλαβών που υπέστην από τον Ε. Π. κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σε αυτήν, και ένεκα της οργής μου και της αγανάκτησης μου για τη χειροδικία εναντίον μου προσπάθησα να τον εκδικηθώ. Δηλώνω δε ότι τρέφω αισθήματα έρωτα και αγάπης προς τον Ε. Α. Π. με τον οποίον διατηρώ μακροχρόνιο ερωτικό δεσμό και σκοπεύουμε να παντρευτούμε". Ωστόσο, η ανωτέρω δήλωση της εγκαλούσας, μη ούσα πειστική, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη ύπαρξης επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις λοιπές αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις, πλην δηλαδή αυτής της επικίνδυνης σωματική βλάβης κατ' εξακολούθηση, και δη για τους εξής λόγους: α) φέρει εντελώς διάφορη και συνοπτική, μισής σελίδας, τυποποιημένη διατύπωση και φρασεολογία, σε σχέση με την από 24.7.2008 έγκληση της έξι σελίδων στο αστυνομικό τμήμα ..., στην οποία με κάθε λεπτομέρεια περιγράφει τις σε βάρος της τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις, β) με τη δήλωση της παραδέχεται εμμέσως την προσδοκία γάμου της με τον κατηγορούμενο Ε. Π., που σημαίνει ότι λόγω του ανωτέρω κινήτρου της, μειώνεται ουσιωδώς η πιθανότητα η δήλωση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού προφανώς η παθούσα δεν επιθυμεί την ματαίωση αυτής της προσδοκίας της, δοθέντος ότι η ίδια είναι υπήκοος Βουλγαρίας και επιθυμεί μόνιμη και οριστική εγκατάσταση - αποκατάσταση της στην Ελλάδα, γ) όπως ανωτέρω έχει ήδη αναφερθεί από την μητέρα της σε σχετική ένορκη κατάθεση της, η εγκαλούσα φοβάται πάρα πολύ τον κατηγορούμενο Ε. Π., και δ) η δήλωση αυτή δεν συνοδεύεται από σχετική ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την ανάκριση κατά το κρίσιμο αμέσως μετά τα καταγγελθέντα περιστατικά χρονικό διάστημα, ώστε αφού η εγκαλούσα υποβληθεί στη βάσανο των ερωταπαντήσεων και της δια ζώσης ανακριτικής διαδικασίας, να δύνανται να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα περί της ειλικρίνειας ή μη της ανωτέρω προσκομιζόμενης, και μάλιστα από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Ε. Π. προς υπεράσπιση του, δήλωσης της. Η δε από 22.1.2009, μετέπειτα, ένορκη κατάθεση της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, στην οποία σχεδόν επαναλαμβάνει την ανωτέρω δήλωση της, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα, αφού, αφενός μεν, αυτή έχει δοθεί μετά την παρέλευση σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από το κρίσιμο χρονικό διάστημα των καταγγελθέντων περιστατικών, αφετέρου δε έρχεται σε αντίθεση με την από 7.1.2009, ήτοι σχεδόν ταυτόχρονη, ένορκη κατάθεση της μητέρας της εγκαλούσας κατά την κυρία ανάκριση, με την οποία όπως ήδη, έχει αναπτυχθεί παραπάνω και εμμένει η τελευταία (μητέρα της εγκαλούσας ) στην αρχική από 24.7.2008, προανακριτική της κατάθεση. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο τρόπος με τον οποίο επέφερε ο κατηγορούμενος Ε. Π. χτυπήματα στην ως άνω εγκαλούσα, ήτοι βίαιη και ανεξέλεγκτη χειροδικία και λακτίσματα, η σφοδρότητα και βιαιότητα, καθώς και συχνότητα των χτυπημάτων, σε συνδυασμό με τα πληγέντα σημεία του σώματος (και δη πρόσωπο και περίσφυξη με σφοδρότητα του λαιμού της), θα μπορούσε να προκαλέσει σε αυτήν κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη, γεγονός που τελούσε σε γνώση του κατηγορουμένου αυτού. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων σαφώς συνάγεται ότι υπάρχουν, κατά την κρίση του παρόντος Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες είναι ικανές να στηρίξουν κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη του ομαδικού βιασμού κατ' εξακολούθηση, πράξη η οποία φέρεται ότι τελέστηκε στο ... κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 19-7-2008 έως 22-7-2008 και προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18α, 19, 26 παρ. 1α, 27, 45, 51, 52, 56, 79, 98 και 336 παρ.2-1 ΠΚ. Πρέπει συνακόλουθα αυτοί να παραπεμφθούν για να δικασθούν ως υπαίτιοι των παραπάνω πράξεων για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου ...". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο 98/2010 βούλευμα του, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτά, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως του βιασμού από κοινού και κατ' εξακολούθηση, για την οποία οι εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του αρμοδίου ΜΟΔ, τα αποδεικτικά μέσα. από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 2, 45, 98, 336 παρ. 1, 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του ομαδικού βιασμού και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον τους κατηγορία, για την παραπάνω πράξη κατ' εξακολούθηση. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) με τη γενική αναφορά στο αιτιολογικό ότι "συνεκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", συνάγεται ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και οι από 24-7-2008 δύο αστυνομικές εκθέσεις αναγνωρίσεως των κατηγορουμένων από την παθούσα, που συνιστούν απλά έγγραφα και όχι ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, χωρίς για την πληρότητα της αιτιολογίας να απαιτείται ιδιαίτερη μνεία αυτών, από δε το σύνολο των παραδοχών προκύπτει βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν και οι εκθέσεις αυτές, β) το Συμβούλιο αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και ιδία την ένορκη κατάθεση της μητέρας της παθούσας, που αναφέρεται στα αίτια μεταστροφής της καταθέσεως της εγκαλούσας, επαρκώς αιτιολογεί γιατί δεν αποδέχεται, ως ειλικρινή και προϊόν ελεύθερης βουλήσεως, την από 28-7-2008 και από 22-1-2009 δήλωση της παθούσας ότι δεν υπέστη βιασμό, σε αντίθεση με την από 24-7-2008 έγκληση αυτής, που περιγράφει με λεπτομέρειες την τέλεση κατ' εξακολούθηση βιασμού σε βάρος της εκ μέρους των κατηγορουμένων. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. 2/10-9-2010 και 3/10-9-2010 αιτήσεις των κατηγορουμένων Γ. Α. του Κ. και Π. Φ. του Σ. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του με αριθμό 98/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προσβαλλόμενο Βούλευμα δέχθηκε ουσία εφέσεις 2 κατηγορουμένων -αναιρεσειόντων, κατά πρωτοβαθμίου βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αλλά πάλι παραπέμπει αυτούς σε ΜΟΔ για ομαδικό βιασμό κατ’ εξακολούθηση αλλοδαπής. Έννοια βιασμού (άρθρο 336 ΠΚ). Οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι δύο λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
null
null
2
Αριθμός 357/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1) Ν. Ζ., Πρωτοδίκη Αθηνών, 2) Ι. Σ., Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 3) Γ. Κ., Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εγκαλούντα τον Α. Μ. του Δ.. Η αίτηση αυτή με αριθμό 1120/14.12.2010, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 38/2011. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 21/01.02.2011 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 §1 γ ' ΚΠΔ την από 14-12-2010/1120 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στη οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου κατ' άρθρ.136 ε' ΚΠΔ, περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται κατ' άρθρ. 137 §1 γ' ΚΠΔ, όχι μόνον στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και στο στάδιο της προδικασίας (Α.Π. 156/03, Ποιν. Δ/νη 2003.922), και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Δηλαδή για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών, λόγω συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. 2) Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 §1 γ' ΚΠΔ, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα των συμβουλίων πλημμελειοδικών ή εφετών, ιδίως όταν πρόκειται για παραπομπή από ένα εφετείο σε άλλο. 3) Στην προκειμένη περίπτωση, ο Α. Μ. του Δ., δημόσιος υπάλληλος κάτοικος ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 9-11-09/Γ10/4895 έγκληση σε βάρος των: α) Ν. Ζ., Πρωτοδίκη υπηρετούντος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, β) Ι. Σ. Εισαγελέα Εφετών, Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, και γ) Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, για παράβαση καθήκοντος (259 ΠΚ) όσον αφορά τον πρώτο και για ηθική σ' αυτήν αυτουργία (46 §1 α' ΠΚ) όσον αφορά τους λοιπούς. 4) Επειδή ο πρώτος των εγκαλουμένων, υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ. την από 20-8-2010 υπηρεσιακή βεβαίωση του Πρωτοδικείου Αθηνών), δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122 - 125 ΚΠΔ δικαστήριο, γι' αυτό με το υπ' αριθμ. 1944/8-9-10 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών και Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Αφού η έγκληση έλαβε νέο Α.Β.Μ. , δηλαδή τον Ε10/871, διενεργήθηκε από την Εισαγγελέα Πλημ/κών Χαλκίδας προκαταρκτική εξέταση, (31 ΚΠΔ). Από αυτή προέκυψε το προφανώς αβάσιμο κατ' ουσία της έγκλησης (47 §1 ΚΠΔ), γι' αυτό η ανωτέρω Εισαγγελέας απέρριψε αυτή κατά το ίδιο άρθρο (47 ΚΠΔ), με την 420/1-11-10 Διάταξή της. Ο εγκαλών όμως άσκησε την από 16-11-10/31 προσφυγή του κατά της ανωτέρω Διατάξεως. Η προσφυγή αυτή κρίνεται από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (48 ΚΠΔ). Στην Εισαγγελία όμως Εφετών Αθηνών υπηρετεί ο Εισαγγελέας Εφετών Ι. Σ. και δη ως Προϊστάμενος αυτής (βλ. την από 6-12-10 βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών). Όθεν νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του δευτέρου των εγκαλουμένων και λόγω συναφείας και για τους λοιπούς, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αρμόδιες αντίστοιχες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της ανωτέρω προσφυγής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να διαταχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, η παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η από Γ10/4895/9-11-09 (Ε10/871) έγκληση του Α. Μ. του Δ., κατά των εγκαλουμένων: α) Ν. Ζ., Πρωτοδίκη Πρωτοδικείου Αθηνών, β) Ι. Σ.υ, Εισαγγελέα Εφετών Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και Προϊσταμένου αυτής και γ) Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρμόδιες Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 27-1-2011 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ίδιου Κώδικα Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνον κατά το στάδιο της κύριας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικά, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφία αποδεικνύονται τα εξής: Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την, από 14.12.2010/1120 αναφορά του ζητεί την παραπομπή της 31/2010 προσφυγής του εγκαλούντος Α. Μ. του Δ. κατά της 420/2010 Διάταξης της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που απέρριψε, ως προφανώς αβάσιμη κατ' ουσίαν, την, από Γ10/4895/9.11.2009 (Ε10/871), έγκλησή του, κατά των Ν. Ζ., Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Σ., Εισαγγελέα Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, της οποίας είναι και Προϊστάμενος και Γ. Κ., Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, για παράβαση καθήκοντος αναφορικά με τον πρώτο και ηθική αυτουργία σ' αυτή αναφορικά με τους λοιπούς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, επειδή για μεν τον εγκαλούμενο Ι. Σ. συντρέχει ο λόγος παραπομπής εξαιτίας του ότι υπηρετεί, ως Εισαγγελέας Εφετών, στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, στον Εισαγγελέα στον οποίο ανήκει η αρμοδιότητα να ερευνήσει την πιο πάνω προσφυγή, για δε τους λοιπούς πιο πάνω εγκαλούμενους συντρέχει λόγος της συνεκδίκασης με αυτόν (Ι. Σ.), λόγω συναφείας (ΚΠΔ 129). Επομένως, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (ΚΠΔ 136 στοιχ. ε', 137) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης της παραπάνω προσφυγής από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και αν συντρέχει περίπτωση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και στις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς, όπως στο διατακτικό ορίζεται. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την παραπομπή της, από 16 Νοεμβρίου 2010, προσφυγής του Α. Μ. του Δ. κατά της 420/2010 Διάταξης της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας επί της, από Γ10/4895/9.11.2009 (Ε 10/871) έγκλησής του κατά των Ν. Ζ., Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Σ., Εισαγγελέα Εφετών στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και Γ. Κ., Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, καθώς και αν συντρέξει περίπτωση και στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπέμπει την προσφυγή στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και αν συντρέξει περίπτωση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς και στις δικαστικές και ανακριτικές αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιώς.
null
null
0
Αριθμός 359/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ζαρναβέλη. Των αναιρεσιβλήτων:1.Μ. χας Π. Φ., ατομικώς και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της 2α) Δ. Φ. του Π. και ήδη ενηλίκου που συνεχίζει την δίκη ατομικώς και 2β) Π. Φ. του Π. των δύο τούτων και ως κληρονόμων του θανόντος αρχικού ενάγοντος παππού τους Δ. Π. Φ. 3)Χ. χας Δ. Φ. το γένος Π. Σ., ατομικώς και ως κληρονόμου του θανόντος συζύγου της και αρχικού ενάγοντος Δ. Φ. του Π. 4) Κ. Α. του Ι. 5)Α. συζ. Κ. Α. το γένος Ν. Σ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Πετρόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12 Ιουνίου 1998 και 1 Ιουλίου 1998 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 806/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 201/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Μαΐου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. Α.Π. 18/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ. Α.Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα. Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα μ ε τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., όπως επίσης πρέπει, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος (Α.Π. 554/1995,1316/1992). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε ως αόριστες τις αγωγές αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων και χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης τους, αφού τον ισχυρισμό περί αοριστίας των αγωγών είχε προβάλλει ο αναιρεσείων "στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας". Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 31-1-2007 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της 806/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών προκύπτει, ότι δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός για αοριστία των αγωγών των αναιρεσιβλήτων, αλλά όλοι οι λόγοι εφέσεως εξαντλούνται στην εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμηση από το Εφετείο του αποδεικτικού υλικού. Επομένως, εφόσον δεν έχει προταθεί στο Εφετείο ο περί αοριστίας των αγωγών των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ. συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα, όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας. Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις. Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1996 ο πρώτος των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών (ήδη αναιρεσείων) Π. Γ. συνήψε σύμβαση με τον τρίτο των εναγομένων των αγωγών αυτών Κ. Δ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της δεύτερης των εναγομένων των αγωγών αυτών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ. Δ. ΑΕ" με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή βαρέων μεταλλικών κατασκευών παντός τύπου, βάσει της οποίας (συμβάσεως) ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη την κατασκευή, εγκατάσταση, επίβλεψη και συντήρηση τεσσάρων (4) υπόγειων κυλινδρικών δεξαμενών (2 για βενζίνη και 2 για πετρέλαιο) στο πρατήριο διαθέσεως υγρών καυσίμων της εταιρίας ΕΛΔΑ, που διατηρεί ο πρώτος εναγόμενος επί της οδού ... της πόλεως των Πατρών. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε οι παραπάνω δεξαμενές υγρών καυσίμων να έχουν η καθεμία μήκος 4,45 μ. και διάμετρο 1,75 μ., με φρεάτιο διαστάσεων 1,40 μ Χ 0,65 μ Χ 0,65 μ και διάμετρο θυρίδας εισόδου στη δεξαμενή 0,50 μ., και να τοποθετηθούν όλες με κάλυψη σκυροδέματος. Με την ίδια σύμβαση η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση της εγγυήσεως της' καλής λειτουργίας και της συντηρήσεως των εν λόγω δεξαμενών. Σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως, η δεύτερη εναγομένη ΑΕ, ενεργώντας μέσω του νόμιμου εκπροσώπου της τρίτου εναγομένου, που ήταν τεχνίτης σιδηρουργός, χρησιμοποιώντας και τον υιό του τελευταίου, επίσης τεχνίτη - σιδηρουργό ως υπάλληλο της, προέβη πράγματι στην κατασκευή και υπόγεια τοποθέτηση των παραπάνω δεξαμενών στο πρατήριο του πρώτου εναγομένου. Αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας του άνω πρατηρίου κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, ο πρώτος εναγόμενος διαπίστωσε ότι η τρίτη κατά σειρά δεξαμενή παρουσίαζε διαρροή αμόλυβδης βενζίνης με ρυθμό 100 λίτρων ημερησίως περίπου, η οποία συνεχίστηκε για ικανό χρονικό διάστημα, αυξήθηκε στα 1200 λίτρα περίπου και εμπότισε το χωμάτινο όγκο του εδάφους γύρω από τα τοιχώματα της δεξαμενής. Ενόψει της καταστάσεως αυτής, ο πρώτος εναγόμενος ενημέρωσε σχετικά τον τρίτο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου αυτός να προβεί στο σχετικό έλεγχο και εντοπίσει το σημείο διαρροής. Προς αντιμετώπιση μάλιστα του προβλήματος, που είχε ανακύψει, πραγματοποιήθηκε στις 13-11-1996 σύσκεψη στο πρατήριο του πρώτου εναγομένου, στην οποία συμμετείχαν ο πρώτος εναγόμενος, ο τρίτος εναγόμενος και υπάλληλοι της πωλήτριας των καυσίμων εταιρίας "ΕΛΔΑ Εμπορία". Κατά τη σύσκεψη αυτή οι υπάλληλοι της εταιρίας καυσίμων (ΕΛΔΑ) Ι. Κ. και Α. Α., γνωρίζοντας τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επιτόπια επισκευή της δεξαμενής, ενημέρωσαν τον πρώτο και τον τρίτο εναγόμενο ότι δεν ήταν δυνατή η κάθοδος τρίτου εντός της υπόγειας δεξαμενής προς επισκευή της, καθόσον ανέκυπταν σοβαροί κίνδυνοι ασφυξίας και δηλητηριάσεως από τις αναθυμιάσεις μέσω της αναπνοής αλλά και από τους πόρους του δέρματος. Συνέστησαν δε την αφαίρεση (ξήλωμα) της τρύπιας και αδοκίμαστης (όπως παραδέχθηκε ο τρίτος εναγόμενος) δεξαμενής και την αντικατάστασή της με καινούργια. Παρά τις άνω επισημάνσεις, ο τρίτος εναγόμενος υποστήριξε ότι ήταν δυνατή η επιτόπια επισκευή της δεξαμενής και, ενεργώντας ατομικά αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, ανέλαβε να προβεί στην απλή και επί τόπου επισκευή της δεξαμενής. Με την άποψή του μάλιστα αυτή συμφώνησε και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αρκέστηκε στην απλή και επί τόπου επισκευή, αποφεύγοντας την αντικατάστασή της δεξαμενής με νέα. Έτσι λοιπόν οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι, ο τελευταίος ενεργώντας ατομικά αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, για να μην επιβαρυνθούν με τη σχετική πρόσθετη δαπάνη, επέλεξαν εντελώς επιπόλαια και απερίσκεπτα να προβούν στην απλή και επιτόπια επισκευή της δεξαμενής, αντί για την αποξήλωση και την αντικατάστασή της με νέα, όπως θα έπρατε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος πρατηριούχος και τεχνίτης σιδηρουργός αντίστοιχα. Ήδη με την απόφαση τους αυτή οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων δημιούργησαν μία επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία ήταν δυνατόν να προξενηθούν ζημίες σε τρίτους και ειδικά σε όποιον θα αναλάμβανε την άνω επισκευή, εισερχόμενος στην παραπάνω πλήρη αναθυμιάσεων από τη διαρροή των καυσίμων δεξαμενή. Στη συνέχεια, ο τρίτος εναγόμενος, ενεργώντας ατομικά αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης ΑΕ και εντός των ορίων της οργανικής εξουσίας του να την εκπροσωπεί, ανέθεσε με σύμβαση έργου στον Π. Φ. του Δ. την είσοδο στην παραπάνω δεξαμενή και την επισκευή της, αντί αμοιβής 30.000 δραχμών, αν και εγνώριζε ότι ο τελευταίος, ως πυροσβέστης και δη ως απλός οδηγός οχήματος πυρόσβεσης δεν είχε οποιαδήποτε πείρα σχετική με το έργο αυτό (έλεγχο και επισκευή της δεξαμενής υγρών καυσίμων). Ο τρίτος εναγόμενος παρέλειψε να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της ζωής και υγείας του Π. Φ.. Ειδικότερα ο τρίτος εναγόμενος, πριν από την είσοδο του Π. Φ., εντελώς απερίσκεπτα, αρκέστηκε σε απλές πλύσεις της δεξαμενής με νερό και δεν μερίμνησε να προβεί σε έντονο αερισμό και ειδική πλύση της δεξαμενής με ειδικά απορρυπαντικά και στη συνέχεια σε μέτρηση με εκρηγνυόμετρο και οξυγονόμετρο, ώστε να είναι βέβαιος για την ύπαρξη ή μη δηλητηριωδών τοξικών αερίων και αναθυμιάσεων, ούτε φρόντισε να εφοδιάσει τον Π. Φ. με αντιασφυκτικό (αναπνευστικό) προσωπείο και κυρίως με ειδική στολή, πιστοποιούμενου τύπου, για την εισχώρηση τυχόν αναθυμιάσεων από το δέρμα, όπως θα έπρατε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος εργοδότης μίας τέτοιας σύμβασης έργου. Τέλος, παρέλειψε να ενημερώσει και να διαφωτίσει τον εντελώς άπειρο σε τέτοιες εργασίες Π. Φ. για τη μεγάλη διαρροή των 1200 λίτρων περίπου αμόλυβδης βενζίνης στον πέριξ της δεξαμενής υπόγειο χώρο και για τους κινδύνους που ήσαν συνυφασμένοι με το παραπάνω έργο που του ανέθεσε και συγκεκριμένα με την είσοδο του στη δεξαμενή, γεγονότα που γνώριζε τόσο λόγω της προαναφερόμενης συνάντησής του με τους ειδικούς της εταιρίας ΕΛΔΑ όσο και λόγω του επαγγέλματός του (κατασκευαστής δεξαμενών). Οι ανωτέρω προστατευτικές για τον Π. Φ. ενέργειες επιβάλλονταν στον τρίτο εναγόμενο τόσο από την εκ του άρθρου 288 ΑΚ υποχρέωση προστασίας του αντισυμβαλλομένου του στη μεταξύ τους σύμβαση έργου, όσο και από την εκ της καλής πίστεως, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, γενική υποχρέωση πρόνοιας των τρίτων και των έννομων αγαθών τους, την οποία δημιουργούσε η προηγούμενη επικίνδυνη για τους τρίτους επιλογή και αυτού (τρίτου εναγομένου) να προβεί σε απλή και επί τόπου επισκευή της δεξαμενής, αντί να την αντικαταστήσει με καινούργια. Τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και ο τρίτος εναγόμενος δεν κατέβαλαν κατά τη συμπεριφορά τους αυτή την προσοχή και περίσκεψη που όφειλαν, δηλαδή αυτήν που, υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις, μπορούσε να επιδείξει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εργοδότης, αναθέτων την επισκευή τέτοιας δεξαμενής, αντίστοιχα (αρθρ. 330 εδ. β' ΑΚ). Έτσι ο Π. Φ. πίστευε ότι η δεξαμενή είχε καθαρισθεί επαρκώς και αγνοούσε ότι τα δηλητηριώδη τοξικά αέρια από τις αναθυμιάσεις των καυσίμων είναι άοσμα, από αυτά δε το μονοξείδιο του άνθρακα εκτοπίζει ως βαρύτερο το οξυγόνο, το διοξείδιο του άνθρακα περνά και από τους πόρους του δέρματος και το υδρόθειο παραλύει το κέντρο της αναπνοής. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης συμβάσεως έργου, στις 4-1-1997 και περί ώρα 08.55' ο Π. Φ., φέροντας μάσκα προσώπου και φιάλη οξυγόνου, που είχε προμηθευτεί από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, εισήλθε στη δεξαμενή για να εντοπίσει το σημείο διαρροής και στη συνέχεια να την επισκευάσει με βάση τις οδηγίες και τα υλικά, που του είχε χορηγήσει προηγουμένως ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος σημειωτέον απουσίαζε κατά την είσοδό του στη δεξαμενή. Κατά την ολιγόλεπτη παραμονή του Π. Φ. μέσα στη δεξαμενή περιορίστηκε η ορατότητά του μέσω της μάσκας και αυτός αισθάνθηκε απώλεια των αισθήσεών του λόγω των αναθυμιάσεων από τα αέρια που είχαν εκλυθεί στο χώρο από τα διαρρεύσαντα καύσιμα και λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Η παραπέρα παραμονή του μέσα στη δεξαμενή καθίστατο άκρως επικίνδυνη για τη ζωή του και για το λόγο αυτό αποφάσισε να εξέλθει. Ανερχόμενος προς τη θυρίδα εξόδου της δεξαμενής και ενώ πλησίαζε προς αυτήν, αφαίρεσε τη μάσκα προκειμένου να διευκολύνει την έξοδό του από την παραπάνω στενή θυρίδα (πλάτους 0,50 μ.). Εκείνη ακριβώς τη στιγμή απώλεσε οριστικά τις αισθήσεις του και αυτομάτως κατέπεσε στον πυθμένα της δεξαμενής. Τη χρονική εκείνη στιγμή έξω από τη δεξαμενή βρισκόταν ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε καμμία ενεργό ανάμειξη ή συμμετοχή στην όλη διαδικασία ελέγχου και επισκευής της δεξαμενής και είχε απλώς συνοδεύσει στη δεξαμενή τον Π. Φ., με τον οποίο συνδεόταν με φιλική σχέση. Μόλις ο τέταρτος εναγόμενος αντελήφθη την πτώση του φίλου του τον ανέσυρε από τη δεξαμενή με τη βοήθεια και άλλων εκεί ευρισκομένων προσώπων. Στη συνέχεια αυτοί τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του από ανοξυγοναιμία. Γενεσιουργός αιτία της πτώσης του θανόντος Π. Φ. και του συνακόλουθου θανάτου του ήταν η απώλεια των αισθήσεών του και η ανοξυγοναιμία που υπέστη εντός της δεξαμενής, η οποία οφειλόταν στην έλλειψη οξυγόνου στον περιβάλλοντα χώρο του εσωτερικού της δεξαμενής αλλά και στην περίσσεια διοξειδίου και μονοξειδίου του άνθρακα και των λοιπών επικίνδυνων αερίων, που διείσδυσαν στο δέρμα του παθόντος και είχαν εκλυθεί από την προηγηθείσα μακρά και μεγάλη διαρροή αμόλυβδης βενζίνης, η οποία είχε διαποτίσει τα τοιχώματα της δεξαμενής αλλά και τον πέριξ αυτής χωμάτινο όγκο του εδάφους. Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, το επισυμβάν ατύχημα και ο εντεύθεν επελθών θάνατος του Π. Φ. οφείλεται στην αποκλειστική και συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου Π. Γ. και του τρίτου εναγομένου Κ. Δ., που ενεργούσε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ. Δ. ΑΕ", λόγω των προεκτεθεισών παράνομων και αμελών πράξεων και παραλείψεων καθενός από αυτούς, που συνέκλιναν και επέφεραν το θανατηφόρο ατύχημα κατά πρόσφορη αιτιότητα. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε να προβεί στην αντικατάσταση της ελαττωματικής δεξαμενής με καινούργια, μολονότι του συστήθηκε τούτο από τους ειδικούς υπαλλήλους της εταιρίας πώλησης υγρών καυσίμων ΕΛΔΑ και προτίμησε την επικίνδυνη επί τόπου επισκευή της και επιπλέον δεν ενημέρωσε τον Π. Φ. για τη μεγάλη διαρροή και τους συνυφασμένους με την επισκευή της κινδύνους. Ο δε τρίτος εναγόμενος προέβη στην ίδια μη ενδεικνυόμενη και επικίνδυνη επιλογή της απλής επισκευής της δεξαμενής αντί να προβεί στην αντικατάσταση της με καινούργια, παρά τις σχετικές συστάσεις των ειδικών της ΕΛΔΑ, και επιπλέον, ως εργοδότης του θανόντος στη σύμβαση έργου, παρέλειψε να λάβει τα προαναφερθέντα μέτρα ασφάλειας και προστασίας του ανωτέρω θανόντος ήτοι να καθαρίσει προσηκόντως και ελέγξει τη δεξαμενή, να εφοδιάσει τον θανόντα με τα κατάλληλα μέσα προστασίας και να τον ενημερώσει για τη μεγάλη διαρροή και τους συνυφασμένους με την επισκευή της κινδύνους. Οι ως άνω παράνομες και αμελείς ενέργειες και παραλείψεις του τρίτου των εναγομένων ήσαν ικανές, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να συγκλίνουν και να προκαλέσουν το ως άνω θανατηφόρο ατύχημα, το οποίο πράγματι προκάλεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον θανόντα για το επισυμβάν ατύχημα και τον εντεύθεν επελθόντα θάνατο αυτού. Ειδικότερα η αιτία του θανάτου του ανωτέρω θανόντος δεν ήταν η εκ μέρους του αφαίρεση της μάσκας κατά την επιχειρούμενη έξοδό του από τη δεξαμενή. Η πτώση του στον πυθμένα της δεξαμενής οφειλόταν στην προηγηθείσα και κλιμακούμενη απώλεια των αισθήσεών του και έγινε αμέσως μετά από την αποβολή της μάσκας. Ως εκ τούτου ο θανών δεν πρόλαβε να εισπνεύσει από τη μύτη και το στόμα δηλητηριώδη αέρια και εξαιτίας τούτου να υποστεί ανοξυγοναιμία και να αποβιώσει. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση των εναγομένων - εκκαλούντων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του άνω θανατηφόρου ατυχήματος". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, με τις οποίες έκρινε και τον αναιρεσείοντα συνυπεύθυνο από αδικοπραξία (από κοινού με τον τρίτο εναγόμενο Κ. Δ.) για το θάνατο του Π. Φ., ενώ απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος για συνυπαιτιότητα του θανόντος, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη υπαγωγή, τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 914 (σε συνδυασμό με 926, 932, 297-299, 346) του ΑΚ, που εφήρμοσε και με εσφαλμένη μη εφαρμογή τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 300 του Α.Κ. Ειδικότερα: 1) Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος αναφέρεται στις παραδοχές του Εφετείου: α) Η εν γνώσει των κινδύνων (μετά την προηγηθείσα ενημέρωση των υπαλλήλων της Ε.Λ.Δ.Α) παροχή της αναγκαίας συγκαταθέσεώς του προς τον κατασκευαστή-προμηθευτή της υπόγειας δεξαμενής υγρών καυσίμων για την επιτόπια επισκευή της, αντί της επιβαλλόμενης αντικαταστάσεώς της. β) Η μετά την ανάθεση από τον δεύτερο εναγόμενο της επισκευής της δεξαμενής στον ανυποψίαστο για τη σοβαρότητα των κινδύνων Π. Φ. παράλειψη του αναιρεσείοντος να ενημερώσει τον τελευταίο για τους κινδύνους αυτούς, ώστε να λάβει προφυλακτικά μέτρα, η οποία παράλειψη ήταν παράνομη, γιατί αντέβαινε όχι μόνον στην προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος να συγκατατεθεί σε επικίνδυνη επισκευή της δεξαμενής του από τον προμηθευτή αντί της ασφαλούς αντικαταστάσεώς της, αλλά και στο επιβαλλόμενο σ' αυτόν από την καλή πίστη γενικό καθήκον να μη αδιαφορήσει για τον κίνδυνο ζωής του προσληφθέντος από τον προμηθευτή για την επισκευή Π. Φ., εφόσον η επισκευή αφορούσε αντικείμενο ευρισκόμενο υπό τη φυσική εξουσία αυτού (αναιρεσείοντος). γ) Το συνεπεία της υπαίτιας (αμελούς λόγω ελλείψεως της οφειλόμενης κατά της περιστάσεις προσοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου) και παράνομης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του Π. Φ. και δ) Ο ενυπάρχων αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του θανάτου του Π. Φ.. 2) Για την έλλειψη υπαιτιότητας του θανόντος αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) Ο θανών Π. Φ.ς δεν ενημερώθηκε από τον αναιρεσείοντα και τον προμηθευτή της δεξαμενής ή οποιονδήποτε άλλον, ότι ο περιβάλλων χώρος της δεξαμενής, που θα επισκεύαζε, είχε διαποτισθεί με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης, που εκλύει δηλητηριώδη αέρια, β) δεν εγνώριζε ότι τα εκλυόμενα από την αμόλυβδη βενζίνη δηλητηριώδη αέρια είναι άοσμα και εισχωρούν δια μέσου των πόρων του ανθρώπινου σώματος ούτε τις προαναφερόμενες ιδιότητες καθενός από τα αέρια αυτά (μονοξειδίου του άνθρακα, διοξειδίου του άνθρακα και υδροθείου), ώστε να μπορεί να σταθμίσει τους κινδύνους του εγχειρήματός του, ούτε επίσης ενημερώθηκε ότι η δεξαμενή δεν είχε επαρκώς καθαρισθεί, γ) η επαγγελματική γνώση και εμπειρία του ως οδηγού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας δεν του παρείχε δυνατότητες πρόβλεψης των κινδύνων από την είσοδό του στη δεξαμενή προς επισκευή της, ακόμα και αν είχε λάβει ειδική εκπαίδευση, εφόσον δεν του είχαν επισημάνει τον κίνδυνο οι εργοδότες του και ο κύριος της επισκευαστέας δεξαμενής υγρών καυσίμων αναιρεσείων, λόγω μη εμφανούς διαποτισμού των χωμάτινων όγκων γύρω από τα τοιχώματα αυτής με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης και μη επαρκούς προηγούμενου καθαρισμού του εσωτερικού χώρου και δ) η αφαίρεση της μάσκας του προσώπου του κατά την προσέγγισή του στο άνοιγμα εξόδου από τη δεξαμενή δεν ήταν εσφαλμένη (αμελής) ενέργεια του Π. Φ., γιατί απέβλεπε στη διευκόλυνση της ταχύτερης εξόδου του στο τελευταίο αυτό στάδιο εκμηδενισμού των σωματικών του δυνάμεων και απώλειας των αισθήσεών του, ούτε συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό του, ο οποίος επήλθε από ανοξυγοναιμία λόγω της προηγηθείσης εκθέσεως του σώματός του στα δηλητηριώδη αέρια της δεξαμενής. Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, όγδοος κατά το τρίτο μέρος του και ένατος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμώνται, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ). Από το άρθρο 559 αριθ. 16 περίπτωση α' του Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 321 επ. Του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι ως δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η παραβίαση του οποίου μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που απορρέει από απόφαση άλλου πολιτικού δικαστηρίου και όχι από απόφαση ποινικού δικαστηρίου που έκρινε την ποινική αγωγή, αφού μια τέτοια απόφαση απλώς συνεκτιμάται με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο (ΑΠ 1236/1998, 88/1985). Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο από την έκδοση αμετάκλητης, αθωωτικής υπερ του αναιρεσείοντος απόφασης από το ποινικό δικαστήριο, σχετικά με την αποδιδόμενη από αμέλεια ευθύνη του για το θάνατο του Π. Φ., είναι απαράδεκτος. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ 8 Κ.Πολ.Δικ., λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.4 και 578 του Κ.Πολ.Δικ., στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, β) τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.Α.Π.43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών. Με τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο, κατά το πρώτο μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμα και παραδεκτά προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά: α) με την ενημέρωσή του από τους υπαλλήλους των ΕΛΔΑ, β) με τις συνθήκες θανάτουτου Π. Φ., γ) με τη συμφωνία του για επιτόπια επισκευή της δεξαμενής ή μη και δ) με την ενημέρωση του θανόντος Π. Φ. από τον Χ. Δ.. Οι λόγοι αυτοί, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν τους συνιστώντες "πράγματα" συγκεκριμένους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα, είναι αόριστοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση αυτών πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ). Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις νομότυπα δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφων, όπως και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, δεν δέχθηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων για την ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους από αδικοπραξία και οι αντίθετοι πέμπτος, έκτος και έβδομος κατά το δεύτερο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως εγγράφου αναφέρεται σε σφάλμα του δικαστηρίου ως προς το οντολογικό περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δικ εγγράφου και τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων. Επομένως οι πέμπτος, έκτος, και έβδομος, κατά το τρίτος μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων, είναι απαράδεκτοι. Ο από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα, όχι δε όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, χωρίς να επέχουν αυτές θέση διατακτικού ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 580/1998, 403/1995). Επομένως, εφόσον αποδίδεται πλημμέλεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με το βαθμό γνώσης των προς επισκευή βλαβών της δεξαμενής καυσίμων του αναιρεσείοντος από τον μετέπειτα θανόντα Π. Φ., δεν συγκροτείται η από το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δικ αναιρετική πλημμέλεια και ο αντίθετος, όγδοος κατά το δεύτερο μέρος του, σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να αναφέρονται σ αυτόν 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου πού φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του άνω κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και 3) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996, 1/1995). Με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι "παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου", με το να μη δεχθεί ότι ο ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων πρωτοδίκως ως "ένσταση περιελθόντος για να αφαιρεθεί η σύνταξη της αναιρεσίβλητης συζύγου του θανόντος Π. Φ. από τη μηνιαία περιοδική παροχή που αξίωνε με την αγωγή της" και επανέφερε στο Εφετείο ως ένσταση συνεισφοράς "είναι ταυτόσημη με την ένσταση του περιελθόντος κατ' άρθρο 338 ΑΚ". Επομένως εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιός κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε, ποιό είναι το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ποιά είναι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Δικαστήριο αυτό δέχθηκε, για να απορρίψει τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε να αφαιρεθεί η σύνταξη της αναιρεσίβλητης συζύγου του θανόντος Π. Φ. από την αποζημίωσή της για στέρηση του δικαιώματος διατροφής αυτής και των ανήλικων τέκνων της, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12-5-2009 αίτηση του Π. Γ. για αναίρεση της 201/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2011 και Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αδικοπραξία (914, 922 ΑΚ). Είσοδος σε υπόγεια δεξαμενή υγρών καυσίμων για τον καθαρισμό της και θάνατος από ασφυξία του προσώπου. Ευθύνη του κυρίου της δεξαμενής και των κατασκευαστών της από αμέλεια, γιατί επέλεξαν ολιγοδάπανη επισκευή αντί επιβαλλόμενης αντικαταστάσεως δεξαμενής. Επαρκής αιτιολογία Εφετείου.
null
null
0
Αριθμός 356/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.1.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 197/28.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για τη συμπλήρωση της συνθέσεως και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Σταυριανάκη, για αναίρεση της με αριθμό 69.841/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1575/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του ν.1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 τουν.1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξή του, ως ισχύει, άρθρου 17 παρ. 8 του ν.1337/1983, συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του πρώτου εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον ο εκ προθέσεως προβαίνων στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας κλπ). Τέλος, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την από αυτό επιμέτρηση κάθε μιας από τις ανωτέρω ποινές, είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την περί επιβολής ποινής διάταξη του προσδιορίζοντος την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικώς παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξη του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας, καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή, για έλλειψη της απαιτούμενης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69.841/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί εφέσεως της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 6689/2006 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη του ότι "στην ... στις 13 Νοεμβρίου 2003 με πρόθεση προέβη σαν ιδιοκτήτρια στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, ειδικότερα με την ιδιότητά της αυτή προέβη στην οδό Μ... στην κατασκευή υποστηλωμάτων και περιμετρικών δοκών από μπετόν άνευ στέγης στην ταράτσα του ισογείου προς το μέρος του ακαλύπτου, διαστάσεων 5,20 Χ 4,90 μετ., καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. ... άδειας της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, ήτοι για παράβαση από πρόθεση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983. Για την πράξη της αυτή της επιβλήθηκε, με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό της τής ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' του ΠΚ, ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για μία τριετία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση ναι μεν αυτή διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επίσης διέλαβε στο περί της ποινής τμήμα του αιτιολογικού της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία του ανωτέρω και από την αναιρεσείουσα ανεγερθέντος αυθαιρέτου έργου, ούτε περί αν το τελευταίο υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι, σε ποίο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής του, με αποτέλεσμα "μόνο κατά την εν λόγω περί ποινής διάταξή της, ως προς το αμέσως παραπάνω αδίκημα" η πληττόμενη απόφαση να καταστεί κατά τούτο αναιρετέα, κατά το βάσιμο περί τούτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ κατά τα λοιπά είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μερικώς και μόνο ως προς το περί ποινής μέρος της. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 69.841/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνασε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυθαίρετη κατασκευή κτίσματος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Πληρότητα αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης ως προς την ποινή. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας. Παραδοχή αίτησης μόνο ως προς το περί ποινής μέρος της. Αναίρεση μερικώς απόφασης και παραπομπή υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση.
null
null
1
Αριθμός 355/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 766/2010 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1330/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν αυτός κρατείται στη φυλακή με δήλωση σ' εκείνον που τη διευθύνει, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Κ. Μ. με την από 17.1.2011 δήλωσή του, που έγινε από τον ίδιο στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Β' Τύπου ..., όπου ήταν κρατούμενος και για την οποία συντάχθηκε η από 17.1.2011 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την, από 13.9.2010, αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 766/2010 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 5παρ. 4 του ν. 2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την, από 13.9.2010, αίτηση του Κ. Μ. του Α. για αναίρεση της 766/2010 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 353/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπεκρή, για αναίρεση της με αριθμό 38310/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ι. Ν. του Δ., κάτοικο …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία και 2) Χ. Π. του Ζ., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1206/2010. Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλο τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται το μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, το δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και στη βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 1057 ΑΚ, προκύπτει ότι το πράγμα που έχει συνδεθεί σταθερά με άλλο πράγμα, κατά τρόπο που, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να θεωρείται με αυτό ως ενιαίο πράγμα, όπως είναι και η υδρορροή που έχει τοποθετηθεί σε ακίνητο, δεν μπορεί να είναι αντικείμενο ιδιαίτερης κυριότητας, αλλά ανήκει στον κύριο του πράγματος, με το οποίο έχει συνδεθεί. Το γεγονός δε ότι ένα κτίσμα έχει ανεγερθεί κατά παράβαση πολεοδομικών διατάξεων (αυθαίρετο) δεν ασκεί επιρροή στην κυριότητα επ’ αυτού, αλλά επισύρει μόνο τις κυρώσεις που προβλέπει η Πολεοδομική Νομοθεσία (πρόστιμο, κατεδάφιση, ενδεχομένως ποινικές κυρώσεις). Επομένως, ο κύριος αυθαίρετης οικοδομής είναι κύριος και της υδρορροής που έχει τοποθετήσει επ' αυτής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα φθοράς ξένης ιδιοκτησίας σε βάρος των Χ. Π. και Ι. Ν., και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...προέκυψε ότι: Η κατηγορουμένη διαμένει σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ... στο .... Στο ισόγειο διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής διαμένουν οι εγκαλούντες Χ. Π. και Ι. Ν. σύζυγοι. Στις 18-6-2002 και περί ώρα 14.45 οι εγκαλούντες ήταν στο σπίτι τους, μαζί με τους Ε. Π., Σ. Σ. και Ο. Α. οι οποίοι τους είχαν επισκεφτεί. Οι ανωτέρω, ενώ έτρωγαν άκουσαν θόρυβο. Βγήκαν όλοι στην αυλή του διαμερίσματος των εγκαλούντων και είδαν την κατηγορουμένη να ρίχνει νερό στην αυλή των εγκαλούντων και με ένα σκουπόξυλο να καταστρέφει την μεταλλική υδρορροή, η οποία διέρχεται καθόλο το μήκος του μπαλκονιού του διαμερίσματος της κατηγορουμένης (μήκος 4,5 μ. και πλάτος 0,10 μ.) και καταλήγει με σωλήνα κάτω από το διαμέρισμα των εγκαλούντων. Εξυπηρετεί δε το διαμέρισμα των εγκαλούντων (μαζεύοντας τα νερά της βροχής). Ειδικότερα η κατηγορουμένη χτύπησε με το σκουπόξυλο τη μεταλλική υδρορροή στο σημείο σύνδεσής της και την ξεκόλλησε. Η ανακατασκευή της κόστισε στους εγκαλούντες 200.000 δραχμές. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία δεν βρισκόταν στην οικία της αλλά στην εργασία της στα … όπου εργάζεται ως ιατρικός επισκέπτης δεν αποδείχτηκε βάσιμος. Ειδικότερα τον ανωτέρω ισχυρισμό της κατηγορουμένης επιβεβαιώνουν ο σύζυγος της κατηγορουμένης και ο μάρτυρας Ν. Σ.. Οι καταθέσεις τους όμως δεν κρίνονται πειστικές και αντικρούονται από τις καταθέσεις των προαναφερθέντων αυτοπτών μαρτύρων. Επιπλέον τα από 18-6-2002 δελτία παραγγελίας με ώρα 15.20 που προσκομίζει η κατηγορουμένη για να αποδείξει ότι κατά των ανωτέρω χρόνο η τελευταία εργαζόταν δεν αντικρούουν τα ανωτέρω αφού τα δελτία αυτά δεν φέρουν την υπογραφή της κατηγορουμένης, ενώ στην από 6-11-2006 βεβαίωση της εταιρίας Work Center βεβαιώνεται ότι στις 18-6-2002 βρισκόταν στα … για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας χωρίς να αναφέρει όμως τις ώρες απασχόλησής της. Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη ... Τέλος ... και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού της κατηγορουμένης ότι τα εν λόγω κτίσματα είναι αυθαίρετα δεν ασκεί επιρροή στη συγκυριότητα των εγκαλούντων επ' αυτών καθώς και του λοιπού διαμερίσματος. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός υπερασπιστικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α. Όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, το γεγονός ότι η υδρορροή που καταστράφηκε είχε τοποθετηθεί επί αυθαίρετης επεκτάσεως του διαμερίσματος των εγκαλούντων, δεν ασκεί επιρροή επί της κυριότητας αυτών και σ' αυτήν, έστω και αν αργότερα, με απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, η επέκταση κρίθηκε αυθαίρετη και κατεδαφίστηκε. β. Ο ισχυρισμός, με τον οποίο η κατηγορουμένη πρόβαλε "άλλοθι" (ότι, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, βρισκόταν στην εργασία της) είναι αρνητικός της κατηγορίας και δεν απαιτείτο για την απόρριψή του ειδική αιτιολογία. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο αιτιολόγησε ειδικά και την επ' αυτού απορριπτική κρίση του, αξιολογώντας, μάλιστα, τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και τα έγγραφα που είχαν προσκομιστεί για την απόδειξη του "άλλοθι". γ. Ο αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ότι, κατ' άρθρο 1004 του ΑΚ, "ο κύριος ακινήτου έχει δικαίωμα να απαγορεύσει την κατασκευή ή τη διατήρηση εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο εφόσον από την ύπαρξη ή χρήση τους προβλέπονται με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες στο ακίνητό του" και, επομένως, αυτή, εφόσον επρόκειτο περί αυθαιρέτου κτίσματος, καταστρέφοντας την υδρορροή, ενασκούσε νόμιμο δικαίωμά της, πράγμα που, κατ' άρθρο 20 του ΠΚ, αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, δεν ήταν νόμιμος, καθόσον το άρθρο 1004 του ΑΚ επιτρέπει, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις, την απαγόρευση της κατασκευής ή διατηρήσεως εγκαταστάσεων δια της δικαστικής οδού και όχι την αυθαίρετη αφαίρεση ή καταστροφή αυτών. Ο δε ισχυρισμός ότι τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 985§1 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 20 ΠΚ προβλήθηκε εντελώς αόριστα, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ότι οι πολιτικώς ενάγοντες, με την κατασκευή και χρήση της υδρορροής, διατάρασσαν ή προσέβαλαν τη νομή της, αλλά αρκέστηκε στην παράθεση της ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την επ' αυτών απορριπτική κρίση του. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ (από φανερή παραδρομή στην αίτηση αναγράφεται το στοιχ. Γ) και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις δε, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (καταθέσεως μάρτυρα υπερασπίσεως Δ. Φ., μαρτύρων κατηγορίας κ.λπ.), είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 171§2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Στο έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχει ο κύριος του πράγματος που έχει καταστραφεί ή βλαβεί, όχι δε και ο απλός νομέας ή ο κάτοχος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κύριοι της υδρορροής, την οποία κατέστρεψε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, ήταν οι εγκαλούντες, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι, ενδεχομένως, η υδρορροή είχε τοποθετηθεί επί αυθαίρετης επεκτάσεως του διαμερίσματός τους. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, νομιμοποιούντο αυτοί να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχουν υποστεί από την ένδικη αξιόποινη πράξη και ορθά απορρίφθηκε η ένσταση της κατηγορουμένης για αποβολή της πολιτικής αγωγής, ο δε, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α, Ε και Η του ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι οι εγκαλούντες, ως μη κύριοι του αυθαιρέτου κτίσματός τους, δεν εδικαιούντο να ασκήσουν έγκληση και να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες, το δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να μη αποβάλει την πολιτική αγωγή, προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένως ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα τιμωρείται, όπως προκύπτει από τη νομικές διάταξη του άρθρου 381§1 του ΠΚ, σε βαθμό πλημμελήματος, από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε (18.6.2002) μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (8.2.2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, πλην αυτό δεν ασκεί επιρροή, γιατί όλοι οι λόγοι της αιτήσεως κρίθηκαν αβάσιμοι και ο τελευταίος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτής λόγω παραγραφής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Ιουλίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 5967/2010) αίτηση της Β. Μ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 38310/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Χ. Π. του Ζ. και Ι. Ν. του Δ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, που συνίσταται στην καταστροφή υδρορροής, την οποία είχαν κατασκευάσει οι εγκαλούντες. Στοιχεία του εγκλήματος της φθοράς. Η θέση της υδρορροής επί αυθαιρέτου κτίσματος δεν ασκεί επιρροή στην κυριότητα, αλλά επισύρει μόνο τις κυρώσεις που προβλέπει η Πολεοδομική Νομοθεσία. Ισχυρισμός για «άλλοθι» δεν είναι αυτοτελής και δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί από τα άρθρα 1004 και 985 §1 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 20 ΠΚ μη νόμιμοι και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Οι κύριοι της υδρορροής που καταστράφηκε νομιμοποιούντο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες. Εφόσον η αίτηση δεν περιέχει βάσιμο λόγο, δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής λόγω παρόδου οκταετίας από την τέλεση της πράξεως. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 352/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1641/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1) Α. Ζ. του Κ., 2) Σ. Π. του Θ., 3) Ε. Γ. του Δ., 4) Κ. Δ. του Β., 5) Γ. Α. του Σ. και 6) Σ. Γ. του Β.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1438/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 3/12-1-11, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, την με αριθμό 139/27-10-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., (ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου - Ισίδωρου Σιδέρη κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης) κατά του με αριθμό 1641/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης και ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο υπέστη ζημία μεγαλύτερη των 73.000 € και 750.000 € αντίστοιχα. (παράβαση των άρθρων 1, 14 παρ.1, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α, 375 παρ.1 εδ. τελευταίο και 386 παρ.1, 3α ΠΚ σε συνδ. προς 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.5 Ν. 1738/87, 36 παρ.1 Ν. 2172/93 και 4 παρ. 3α Ν.2408/1996) και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ.1 εδ. 3,4 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.7 Ν.1738/1987 "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ.1 Ν.1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μια τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από τον χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον Ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, κρίνει ότι δεν θεμελιώνει το προβλεπόμενο από το άρθρο 1 Ν. 1608/50 έγκλημα, αλλ' άλλο έγκλημα υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις. Στη τελευταία περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει τον ορθό χαρακτηρισμό στην πράξη, να παραπέμψει τον κατηγορούμενο για να δικασθεί από αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη αυτή, το δε βούλευμα που θα εκδοθεί δεν υπόκειται σε αναίρεση. (ΑΠ 541/08, ΑΠ 2240/06). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 473§1 Κ.Π.Δ. η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος από τον κατηγορούμενο είναι 10ήμερη και αρχίζει από την επίδοσή του. Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 476§1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή κατά αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν επιτρέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί, ενώ συγχρόνως καταδικάζει στα έξοδα τον ασκήσαντα το ένδικο μέσο. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων το μεν άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας (το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αιτούντα και τον αντίκλητο δικηγόρο του στις 8/10/2010 και αυτός άσκησε την αναίρεση στις 27/10/2010) χωρίς να υποβάλλει οποιοδήποτε λόγο ανώτερης βίας ή άλλου κωλύματος που του εμπόδισε την άσκηση του ενδίκου μέσου, και το δε άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος κατά του οποίου δεν επιτρέπεται άσκηση αναίρεσης. ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476§1 - 583§1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 139/27-10-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ. Ν. του Α., κατά του με αριθμό 1641/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 23/11/2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδάφ. β' του ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.7 του ν. 1738/1987, στην οποία ορίζεται ότι "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δε χρειάζεται συμπλήρωση την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα" σαφώς προκύπτει ότι κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950 και εκδόθηκαν κατά την οριζόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο το ένδικο μέσο της αναίρεσης και ότι ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει όχι μόνο τα αμιγώς παραπεμπτικά βουλεύματα αλλά και εκείνα τα οποία μαζί με την παραπεμπτική διάταξη περιέχουν και απαλλακτικές υπέρ του κατηγορουμένου διατάξεις και αυτό λόγω του σκοπού του νόμου, ο οποίος είναι η ταχεία περαίωση των υποθέσεων αυτών που αφορούν κατάχρηση του δημόσιου χρήματος, εκτείνεται δε και στα συναφή εγκλήματα ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα τους, ως κακουργήματα ή πλημμελήματα. Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε κατά την προαναφερόμενη διαδικασία για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του νόμου 1608/1950, όπως ισχύει σήμερα, η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το οποίο γενικά δεν προβλέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου από τον κατηγορούμενο και πρέπει κατόπιν τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' όρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 27 Οκτωβρίου 2010, αίτηση του Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση του 1641/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 Ν. 1608/1950. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 350/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 8/12-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με την 17/24-1-11 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυο-μένου του Νικολάου Κωνσταντόπουλου, Αρεοπαγίτη) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 865/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1319/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 375ΠΚ "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε (ξένη) αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτά παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση ή αποδοχή να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, από την παρ. 1 του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Στην παραπάνω διάταξη, προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 δεύτερη παράγραφος, σύμφωνα με την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάζεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ.. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου λ.χ. αμέσου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Ζ' τριμελές Εφετείο (Πλημμελειοδικείο) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πολιτικώς ενάγουσα Γενική Τράπεζα της Ελλάδος διατηρούσε Κεντρική Αποθήκη στην οδό ..., εμβαδού 2500 τετραγωνικών μέτρων, όπου φύλαγε αναλώσιμα υλικά με τα οποία ετροφοδοτούντο τα διάφορα Υποκαταστήματα της. Ο κατηγορούμενος - εκκαλών Α. Μ., κατά το χρονικό διάστημα από 23/3/2003 έως τον Σεπτέμβριο του 2003 υπηρετούσε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Επιμελητείας της Διεύθυνσης Γραμματείας και Περιουσίας της Τράπεζας αυτής, ήτοι ως Προϊστάμενος της άνω Κεντρικής Αποθήκης. Ο κατηγορούμενος αυτός κατά το άνω χρονικό διάστημα και σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες, παρέμενε στην υπηρεσία του αυτή και μετά τη λήξη του ωραρίου του και, έχοντας πρόσβαση στους χώρους της αποθήκης αυτής, εισήρχετο σ' αυτήν και σταδιακά αφαίρεσε από αυτήν, ήτοι από την κατοχή της εν λόγω Τράπεζας κατά το χρονικό αυτό διάστημα τα ακόλουθα αναλώσιμα υλικά και δη 732 κιβώτια φωτοτυπικού χαρτιού Α4 (3.660 δεσμίδες) αξίας 9.370 ευρώ, 7 τεμάχια μελανοταινίας αξίας 1.038 ευρώ. 73 τεμάχια "κλασέρ" αξίας 578 ευρώ, 31 τεμάχια μελανοταινίας αξίας 320 ευρώ, 9 τεμάχια μελανοταινίας αξίας 244 ευρώ, 1.200 τεμάχια βιβλιαρίων ταμιευτηρίου αξίας 213 ευρώ, 25.000 σετ χαρτί μηχανογραφικού αξίας 207 ευρώ, 2.800 τεμάχια στυλό αξίας 198 ευρώ, 2 τεμάχια μελανοταινίας αξίας 156 ευρώ και 1.200 τεμάχια μεγάλων φακέλων αξίας 100 ευρώ, συνολικής αξίας 12.424 ευρώ. Τα κινητά αυτά πράγματα ήσαν συνολικής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα άνω πραγματικά περιστατικά απεδείχθησαν από το εν γένει αποδεικτικό υλικό και διεπιστώθη από τον έλεγχο που ακολούθησε ευθύς μετά το χρονικό αυτό διάστημα, δράστης δε της υπεξαίρεσης αυτής αποδείχθηκε ότι είναι ο κατηγορούμενος αυτός που είχε πρόσβαση στην αποθήκη αυτή και δη μετά τη λήξη του ωραρίου του και όχι κάποιος άλλος που υπηρετούσε στην αποθήκη αυτή δηλαδή οι Σ. Φ. και Γ. Δ., οι οποίοι αθωώθηκαν με την εκκαλουμένη 58653/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την πράξη αυτή. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής, όπως διαλαμβάνεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης ενός έτους, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Ζ' τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, η παράνομη από τον κατηγορούμενο ιδιοποίηση των παραπάνω ξένων (ολικά) κινητών πραγμάτων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως και ο τρόπος με τον οποίο αυτά περιήλθαν στην κατοχή του. Ενώ, σχετικά με την ύπαρξη του δόλου, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των πιο πάνω περιστατικών και προκύπτει απ' αυτά, και δεν είναι αναγκαία ειδικότερη αιτιολόγησή του, αφού ο νόμος για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος δεν αξιώνει επιπρόσθετα στοιχεία. Επομένως, οι περί του αντιθέτου μόνοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, οι αιτιάσεις των λόγων αυτών, όπως "πώς τάχα περιήλθαν τα 732 κιβώτια φωτοτυπικού χαρτιού στην κατοχή μου, ως και πώς αναλήφθηκαν και πότε από τις εγκαταστάσεις (αποθήκες) της τραπέζης, δεδομένου ότι ο όγκος των κιβωτίων αντιστοιχεί σε όγκο μεγάλης νταλίκας και μόνο με αυτό τον τρόπο είναι δυνατή η μεταφορά τους" "Η προσβαλλόμενη απόφαση εδέχθη ότι είμαι ο δράστης της υπεξαίρεσης, καίτοι δεν προέκυψε ότι ενσωμάτωσα τα αναλώσιμα είδη στην κατοχή μου, όταν η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση εδέχθη ότι δεν προέβην σε καμία ενέργεια για την αλλοίωση του προγράμματος, ώστε να καλυφθεί το έλλειμμα, ακριβώς διότι δεν είχα τελέσει την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη και ως αθώος δεν είχα λόγο να το πράξω" "Ωστόσο η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση, δια της οποίας το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν έπεισα τον Κ. να προβεί στην αλλοίωση του προγράμματος για να με βοηθήσει να καλυφθεί το έλλειμμα, περιέχει έκδηλες αντιφάσεις, μου αποδίδει την τέλεση της εν θέματι αξιόποινης πράξης ..." κ.λ.π., αναφέρονται σε ελλείψεις ή αντιφατικότητα, που αφορούν την πραγματική επιχειρηματολογία και όχι στην παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του προδιαληφθέντος εγκλήματος. Επομένως, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 30 Σεπτεμβρίου 2010, αίτηση του Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 865/2010 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελεημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο, στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ’ εξακολούθηση. Οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 348/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για τη συμπλήρωση της συνθέσεως (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Σκουρολιάκο, για αναίρεση της με αριθμό 716/2010 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1162/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 225 παρ. 1 στοιχ. α' ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή, στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος, που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια και στην τρίτη περίπτωση της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, εκείνος, που, ενώ εξετάζεται χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των τριών αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ και ότι τα ενόρκως ή χωρίς όρκο κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στις περιπτώσεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 225 παρ. 1 στοιχ. α' ίδιου Κώδικα, αντίστοιχα. Η ύπαρξη δε τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογεί ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 716/2010 απόφασής του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Β' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων), που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Δ. Κ. στην Αθήνα στις 3/11/2003 υπέβαλε εναντίον του εδώ εγκαλούντος τη με ΑΒΜ-Β2003/4425 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Αθηνών με την οποία ισχυρίσθηκε ότι αυτός (εγκαλών) Δ. Τ. κατά το χρονικό διάστημα του θέρους του έτους 2002, που είχε αναλάβει τη διαχείριση της εταιρίας με την επωνυμία "JUKE BOX Ανώνυμη Εταιρεία Παραγωγής Εκμετάλλευσης Εμπορίας, Εισαγωγής, Εξαγωγής Φορέων Ήχου και Εικόνας", συμφερόντων του ίδιου (κατηγορουμένου), εξέδωσε στο όνομα της εταιρείας αυτής την υπ' αριθ. …/2/30.9.02 επιταγής της Τραπέζης CITIBANK (αριθ. λογαρ. …) για ποσό 6.691,23 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.9.2002, στην οποία (επιταγή) έθεσε στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση της υπογραφής του, χωρίς τη γνώση και την έγκρισή του. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος (Κ.) στον ίδιο τόπο στις 3.11.03, 19.12.08 και 21.1.2005, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον αρμοδίας προς τούτο Αρχής και δή στις 31.11.2003 ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών όπου επιβεβαίωση ενόρκως το περιεχόμενο της άνω μηνύσεως, στις 15.12.2008 ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών, όπου εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, στα πλαίσια της προανάκρισης που διενεργείτο επί των υπ' αριθ. ΑΒΜ-03/3551 και Β-2003/4425 μηνυτηρίων αναφορών του και στις 21.1.05 ενώπιον της 6ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, όπου εξετάσθηκε ανωμοτί, ισχυρίσθηκε, αφενός μεν ότι ο εγκαλών (Τ.) πλαστογράφησε την παραπάνω αναφερθείσα επιταγή, αφετέρου δε διέπραξε σε βάρος του το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Τα παραπάνω όμως δύο γεγονότα ήσαν αντικειμενικά ψευδή, όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 44180/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και το υπ' αριθ.445/2006 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ανωνύμου εταιρίας "JUKE BOX AE", αντιμετώπιζε δε ήδη από τα τέλη του 2001 οικονομικά προβλήματα. Το καλοκαίρι 2002 ευρισκόμενος υπό το κράτος σοβαρότατων οικονομικών δυσχερειών και προκειμένου να αποφύγει τις οχλήσεις δανειστών του ... να φύγει και να εργαστεί στο …, όπου και εγκαταστάθηκε. Ο εγκαλών ήταν λογιστής του κατηγορουμένου. Όταν ο τελευταίος ανεχώρησε για … άφησε στην Έδρα της εταιρίας στην ... (...) έντυπα επιταγών. Ο εγκαλών ενεργώντας για λογαριασμό του κατηγορουμένου, ο οποίος του είχε δώσει σαφή και συγκεκριμένη εντολή, συμπλήρωσε την ως άνω επιταγή ως προς όλα τα στοιχεία της και την παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Α.Ε." προς εξόφληση οφειλής του κατηγορουμένου προς την εν λόγω εταιρεία και προς αντικατάσταση άλλης ισόποσης επιταγής που έληγε στις 30.7.2002. Τούτο ο εγκαλών έπραξε με βάση σαφή και συγκεκριμένη εντολή του κατηγορουμένου, με τον οποίο από τη στιγμή που αναχώρησε για το … διατηρούσε επικοινωνία. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για το ότι ο εγκαλών συμπλήρωσε την επιταγή κατά ρητή εντολή του κατηγορουμένου ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο εγκαλών ουδεμία οφειλή είχε προς τη λήπτρια της επιταγής εταιρία. Αντίθετα πράγματι υφίστατο οφειλή του κατηγορουμένου προς την εν λόγω εταιρία και μάλιστα κατόπιν μεταξύ τους σχετικής συμφωνίας ήδη ο κατηγορούμενος κατέβαλε μεταγενέστερα στην εταιρία ποσό 2.000 ευρώ, προκειμένου να αποζημιώσει ο κατηγορούμενος την εταιρία από τη ζημία που αυτή υπέστη από την έκδοση της επιταγής λόγω του ότι αυτή ήταν ακάλυπτη. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονταν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τις ασαφείς καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Μ. και Σ. Τ. (υπαλλήλων της επιχείρησης του κατηγορουμένου), οι οποίοι, παρόλο δεν γνωρίζουν τίποτα σχετικά για την επίδικη επιταγή, καταθέτουν ότι ο κατηγορούμενος με την αναχώρησή του για το …, ανάθεσε στον εγκαλούντα την de facto διαχείριση της εταιρείας και είχε εντολή να πληρώνει με μετρητά. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι ο εγκαλών είχε αναλάβει τη de facto διαχείριση της εταιρίας, ούτε έκανε να εισπράξεις για λογαριασμό της εταιρίας. Αντίθετα υπήρχε υπάλληλος που είχε τα κλειδιά και ενεργούσε πληρωμές (Κ. Μ.). Περαιτέρω και αναφορικά με τα όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος, εξεταζόμενος ενόρκως στις 15.12.03 ενώπιον του 22ου Πταισματοδίκου και τις 21.1.05 ενώπιον του 6ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, σχετικά με την ως άνω ΑΒΜ Α03/3551 μήνυσή του εναντίον του εγκαλούντος και της συζύγου του Α. Δ., με την οποία κατεμήνυσε αυτός ότι τέλεσαν σε βάρος του τις πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, άμεσης συνέργειας σε πλαστογραφία με χρήση, της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και της άμεσης συνέργειας στην προηγούμενη πράξη, αποδεικνύονται πέραν των ανωτέρω τα εξής: Μετά τη φυγή του στο … ο κατηγορούμενος με την από 22.7.02 εξουσιοδότησε είχε εξουσιοδοτήσει την υπάλληλό του Π. Κ. να προσκομίσει για λογαριασμό του στη ΦΑΕΕ Πειραιά τα απαραίτητα για τη διακοπή λειτουργίας του υποκαταστήματος της επιχείρησής του ευρισκομένου επί της οδού ... αρ. 21 στην Αθήνα, ενώ πριν ακόμη αναχωρήσει για το … (Ιούλιο 2002) συζητούσε την πώληση των καταστημάτων της επιχείρησης (το κεντρικό βρισκόταν στην...). Ακολούθως και μετά την αναχώρησή του, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον εγκαλούντα Τ., λογιστή της επιχείρησης του γνώρισε ότι αποφάσισε τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης και ότι θα έπρεπε ως εκ τούτου και λόγω της ιδιότητός του, να προβεί στη λύση των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένψν, προτείνοντάς του να αγοράσει τα υποκαταστήματα αντί του τιμήματος των 60.000 ευρώ, ώστε με τα χρήματα αυτά να μπορέσει ο ίδιος να καλύψει τις αποζημιώσεις του προσωπικού και άλλες υποχρεώσεις του. Ο εγκαλών σε μεταγενέστερη επικοινωνία με τον κατηγορούμενο απήντησε πως δεχόταν την πρόταση και θα λειτουργούσε το κατάστημα η σύζυγός του Α. Δ.. Στη συνέχεια το μήνα Σεπτέμβριο 2002 διεκόπη η λειτουργία της επιχείρησης και λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού, το οποίο έλαβε την οφειλόμενη αποζημίωση από τον εγκαλούντα. Συμφωνήθηκε δε, μεταξύ εγκαλούντος και κατηγορουμένου, να προβεί ο τελευταίος σε λύση της υπάρχουσας μισθώσεως του εν λόγω καταστήματος, σε σύναψη νέας, η οποία θα του παρείχε δικαίωμα υπομισθώσεως τούτου και κατόπιν να υπεκμίσθωνε το κατάστημα στη σύζυγο του εγκαλούντος. Έτσι συντάχθησαν τα από 4.9.02 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, το πρώτο λύσης και το δεύτερο μίσθωσης του καταστήματος από τον κατηγορούμενο, εκπροσωπούμενο από το δικηγόρο του Αιμίλιο Χαρλαύτη, ενώ ακολούθως συνετάγη το από 9.9.902 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως, μετά του κατηγορουμένου και της συζύγου του εγκαλούντος, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του πρώτου (κατ/νου) και υπεγράφη από τη δεύτερη στη θέση της υπομισθώτριας και από τον εγκαλούντα - σύζυγό της, στη θέση του υπεκμισθωτή, ο οποίος, όμως ενεργούσε κατ' εντολή και κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του κατ/νου. Το γεγονός μάλιστα ότι ο εγκαλών ενεργούσε κατ' εντολή του κατηγορουμένου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή από το ότι η τεθείσα από τον εγκαλούντα υπογραφή του κατηγορουμένου δεν έχει τεθεί κατ' απομίμηση της υπογραφής του τελευταίου, πράγμα που θα μπορούσε ευχερώς να πράξει ο εγκαλών αφού ως λογιστής της επιχείρησης του κατηγορουμένου γνώριζε πολύ καλά την υπογραφή του, αλλ' αντιθέτως ετέθη κατά τρόπο τελείως διαφορετικό. Συγκεκριμένα, ενώ η υπογραφή του κατηγορουμένου περιλαμβάνει ένα ευκρινές Δ και εν συνεχεία συμβολικού τύπου υπογραφή, ο εγκαλών έθεσε ένα ευκρινές Δ και συνέχισε αναγράφοντας το επώνυμο του κατηγορουμένου, πράγμα που διαφοροποιεί σαφώς την τεθείσα υπογραφή και καταδεικνύει ότι ο εγκαλών δεν ήθελε να παραπλανήσει θέτοντας την υπογραφή του κατηγορουμένου, αλλά την έθετε με την άνεση του ανθρώπου που ενεργεί στο πλαίσιο δοθείσης σχετικής εντολής και ως εκ τούτου δεν έχει ανάγκη να μιμηθεί και να παραπλανήσει κανέναν. Ως εκ τούτου τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος περί α) αναθέσεως της de facto διαχειρίσεως στον εγκαλούντα, β) αυθαίρετης διακοπής λειτουργίας του υποκαταστήματος και ενδοδιακίνησης των εμπορευμάτων και παγίων από το υποκατάστημα στο κεντρικό κατάστημα, γ) αυθαίρετης εγκατάστασης της ατομικής επιχείρησης της συζύγου του εγκαλούντος στο ανωτέρω υποκατάστημα και αυθαίρετης πώλησης των εμπορευμάτων και παγίων της επιχείρησής του σε κατά πολύ μειωμένη τιμή από τον εγκαλούντα με αποτέλεσμα να ιδιοποιηθεί αυτός το ποσό των 76.232,12 ευρώ και δ) πλαστογραφήσεως της υπογραφής από την σύζυγό τον εγκαλούντος στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (βλ. 445/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), πράγμα που γνώρισε και παρόλα αυτά δηλαδή εν γνώσει της αναληθείας των παραπάνω περιστατικών ο κατηγορούμενος κατέθεσε και επιβεβαίωσε αυτά ενόρκως ενώπιον του 22ου Πταισματοδίκη Αθηνών και του 6ου Τακτικού Ανακριτή στα πλαίσια διενεργούμενης προανάκρισης και κυρίας ανάκρισης με βάση την Α.Β.Μ. Α03/3551 μήνυση του κατηγορουμένου που περιείχε τα ως άνω αναληθή περιστατικά. Ενόψει όλων των ανωτέρω θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης κατά τα ειδικότερον στο διατακτικό. Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και υπέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δέκα μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς δέκα ευρώ ημερησίως. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 εδ. α', 27, 94 παρ. 1, 98, 229 παρ.1, 224 παρ. 2 και 225 παρ. 1 στοιχ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Αναφέρονται, επίσης, αναλυτικά και τα θεμελιούντα, όπως προαναφέρθηκε, την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των προδιαληφθέντων εγκλημάτων περιστατικά. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενώ, όλες οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν την ουσιαστική του Δικαστηρίου της ουσίας κρίση και, επομένως, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 31 Αυγούστου 2010, αίτηση του Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 716/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2001. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 347/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Α. Μ.-Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 2) Ι. Κ. του Γ.., κατοίκου ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 65/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με συγκατηγορούμενο τον Γ. Κ. του Ε.., και με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Φ. του Κ.. Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιουνίου 2010 (δύο) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 979/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 402/3-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ' αριθμ. 3 και 4 από 28-6-2010 δύο (2) αιτήσεις αναίρεσης των: 1) Α. Μ. Κ., κατοίκου ..., Γ' Σεπτεμβρίου 45, και 2) του Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., δια του πληρεξουσίου του Α. Μ.-Κ., σύμφωνα με την συνημμένη από 25-6-2010 εξουσιοδότησή του, που προσκόμισε και προσαρτάται ( βλ. σχετικό Α' ), κατά του υπ' αριθμ. 65/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Λαμίας με το 55/2009 βούλευμά του παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες, 1) Α. Μ.-Κ. και 2) Ι. Κ., τον 1ο ως ηθικό αυτουργό του Γ. Κ., (που δεν άσκησε αναίρεση), του κακουργήματος της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου στις 17-7-03 κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με επιδιωκόμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ, τον 2ο, ως άμεσο συνεργό στον προηγούμενο κατηγορούμενο Γ. Κ., στην τέλεση της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου, με επιδιωκόμενο όφελος και αντίστοιχη ζημία των αντιδίκων άνω των 73.000 ευρώ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω πράξεων που τέλεσαν στις 17-7-03 στην Λαμία ενώπιον του Δικαστή. Το Συμβούλιο των Εφετών Λαμίας μετά από έφεση των κατηγορουμένων με το 65/2010 βούλευμά του εδέχθη τυπικά και απέρριψε στην ουσία τους τις εφέσεις των εκκαλούντων και επικύρωσε το με αριθμό 55/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον 1ο (Μ. Κ. Α.) στις 16-6-2010 και στον 2ο (Ι. Κ.) στις 8-6-2010 όπως προκύπτει από τα σχετικά αποδεικτικά του ... Υπαρχιφύλακα Α/Τ Ομονοίας και αρχιφύλακα ... του Α/Τ ..., αντίστοιχα, και άσκησαν αναίρεση, ο μεν α' κατηγορούμενος στις 28-6-2010, εμπρόθεσμα, εντός του προβλεπομένου 10ημέρου (Σάββατο, Κυριακή αργίες, την Δευτέρα 28-6-2010) ο δε δεύτερος στις 28-6-2010, ήτοι εκπρόθεσμα, μετά 20 ημέρες, (βλεπ. Επίδοση 8-6-2010 άσκηση 28-6-2010) επικαλούμενος ανωτέρα βία - πρόβλημα υγείας-καρδιάς, (άρθρο 474 ΚΠΔ) το οποίο δεν αποδεικνύει διότι δεν γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση και αναφορά των αποδεικτικών μέσων, άλλως απαράδεκτη (473 παρ. 2, 474 παρ. 2 ΚΠΔ, ΑΠ 1512/06 Ποιν. Δνη 2007 Σελίς 359). Οι κατηγορούμενοι με τις αναιρέσεις τους στρέφονται κατά του 65/2010 βουλεύματος του Συμβ. Εφετών Λαμίας και ζητούν την εξαφάνισή του, για, α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), β) παραβίαση δεδικασμένου, εκ του 2610/2007 βουλεύματος του Συμβ. Πλημ/κών Αθηνών, γ) παραβίαση του δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. Α55/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 561/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (άρθρα 57 και 484 παρ. 1γ' ΚΠΔ), δ) εσφαλμένη εκτίμηση του βουλεύματος ότι η αξία των 400 ή 555 στρεμ. ανήρχετο σε 1.000.000.0000 δρχ., ενώ εκτιμήθηκε ο λιγότερο ήτοι 85 ευρώ το στρέμμα 33.844 Ευρώ, ε) εσφαλμένη ελλειπής και πλημμελής αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία του περιεχομένου του υπ' αριθμ. 2867/24-4-2000 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ σε σχέση και με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 Ν. 2190/1920, καθ' υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. ιβ ΚΠΔ), στ) εσφαλμένως, και με εσφαλμένη αιτιολογία και ανεπαρκή (484 παρ. 1δ' ΚΠΔ) το προβαλλόμενο βούλευμα δέχτηκε άνευ ουδεμιάς αποδείξεως, παρά μόνο την ψευδή ένορκο κατάθεση του μηνυτή και μάρτυρος, ότι τα δύο εκσκαπτικά μηχανήματα ανήκαν στην πτωχεύσασα εταιρεία ARGO-G ΑΒΕΤΕ του Γ. Κ., ενώ δεν ανήκαν σ' αυτήν. ζ) το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα και με πλημμελή αιτιολογία και καθ' υπέρβαση εξουσίας του Ν. 2190/1920 και του περιεχομένου του υπ' αριθμ. .../26.10.99 συμβ/φικού καταστατικού σύστασης της υπό ίδρυση τότε ΑΓΡΟΝΕΦ ΑΕ, δέχτηκε ότι ο Α. Μ.-Κ., ήταν δήθεν ο ουσιαστικός μέτοχος της ΑΓΡΟΝΕΦ ΑΕ, κρυπτόμενος δήθεν όπισθεν του αδελφού του Δ. Κ. ... η) Με εσφαλμένη ελλειπή ανεπαρκή και πλημμελή αιτιολογία δέχτηκε ότι ο Ι. Κ., με την ένορκη κατάθεσή του σε συμβ/φο ότι η ΑΓΡΟΝΕΦ ΑΕ οφείλει πράγματι το ποσό των 53.170.800 δρχ. στη ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΕΒΕ του Γ. Κ., και ότι η αξία των 555 στρεμμάτων δεν υπερβαίνει τα 23.000.000 δρχ. Επειδή η 1η αίτηση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη άρθρα (473 παρ. 2, 474 παρ. 2 ΚΠΔ) η δε 2α εκπρόθεσμη, να γίνει δεκτή η πρώτη, και να εξετασθεί στην ουσία της, η δε 2α να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ. ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 386§§1,3 β' ΠΚ "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.", όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 14 Ν 2721/1999. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται α) πράξη εξαπάτησης ως προς γεγονότα, δηλαδή παράσταση ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινού, β) πρόκληση ή διατήρηση πλάνης στο πρόσωπο αυτού προς τον οποίο απευθύνεται η πράξη της εξαπάτησης, γ) πράξη περιουσιακής διάθεσης και δ) αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην πλάνη και την - περιουσιακή διάθεση. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί για την κάλυψη των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, ούτε είναι απαραίτητο να ταυτίζονται τα πρόσωπα εκείνου που εξαπατήθηκε και εκείνου που ζημιώθηκε (ΣυμβΑΠ 138/1995, ΠΧρ ΜΣΤ.1581). Περαιτέρω, η "παράσταση" μπορεί να είναι ρητή (δηλαδή να γίνεται προφορικά ή γραπτά) ή συναγόμενη (όταν δηλαδή η όλη συμπεριφορά του δράστη, αν εκτιμηθεί αντικειμενικά ενόψει όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αντισυμβαλλόμενος του θα έπρεπε να δεχθεί την ύπαρξη ενός γεγονότος) (Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος εκδ.1985 σελ.974επ.). Είναι δε, " γεγονός ", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, κάθε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται στο παρελθόν ή υπάρχει στο παρόν ή συμβαίνει κατά τη στιγμή της παραστάσεως και μπορεί να καταστεί αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1231/1997, ΠΧρ ΜΗ'457, ΣυμβΑΠ 1269/1996, ΠΧρ ΜΖ'99Ο). Δεν είναι γεγονότα συμβάντα ή καταστάσεις που αναφέρονται στο μέλλον (όπως οι ψευδείς βεβαιώσεις και υποσχέσεις), εκτός εάν στηρίζονται σε μια παρούσα κατάσταση (όταν δηλαδή υποκρύπτουν βεβαίωση πραγματικών περιστατικών) κατά τρόπο που να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη, ο οποίος έχει ήδη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση (ΑΠ 1210/1999, ΠΝΑΠ 1999.371, ΣυμβΑΠ299/1998, ΠΝΑΠ 1998.135, ΑΠ 2096/1992, ΠΧρ ΜΒ.1193, Σπινέλλη, Ποινικόν Δίκαιον Ειδικόν Μέρος εκδ.Σάκκουλα 1985 σελ.70επ.). Ως περιουσιακή δε, βλάβη νοείται κάθε μείωση ή χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος, έστω κι αν αυτός έχει αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης (ΣυμβΑΠ 1264/1990, Πχρ ΜΑ'538, ΑΠ124/1990 ΠΧρΜ'.982, Σπινέλλη, Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος εκδ.1985 σελ.98), ακόμα και η απλή διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου (ΣυμβΑΠ326/1996, ΠΧρΜΖ'.27, ΣυμβΑΠ 1702/1989, ΠΧρΜ'818). Εξάλλου, η απάτη είναι ολοκληρωμένη όταν επέλθει η περιουσιακή βλάβη, έστω και μερικά. Περαιτέρω, η προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση του εγκλήματος της απάτης επί Δικαστηρίω ακόμη και υπό τη μορφή της απόπειρας τέλεσης αυτού, εφόσον μόνη η υποβολή αναληθούς ισχυρισμού δι' αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, χωρίς την προσκομιδή μετ' επικλήσεως προς απόδειξη αυτού (ισχυρισμού) εν γνώσει πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων και εν γένει αποδεικτικών στοιχείων (όπως είναι και οι ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων), δε συνιστά πράξη περιέχουσα αρχή τέλεσης της απάτης κατά την έννοια του άρθρου 42§1 του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 713/2004, ΠοινΛογ 2004.814, ΠοινΧρ 2005.247, ΣυμβΑΠ 45/2001, ΠοινΛόγος 2001.415, ΑΠ 569/2000 ΠΧρΝ'995, ΑΠ 636/1998 ΠΧρ ΜΘ'130, ΑΠ 1023/1995, ΠΧρ ΜΣΤ'62). Θεωρείται δε, τετελεσμένη η απάτη επί Δικαστηρίω, όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την επίκληση και προσκομιδή για την ουσιαστική βασιμότητα τους αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται από το πολιτικό Δικαστήριο οριστική απόφαση και γίνονται δεκτά τα προβαλλόμενα και συνιστώντα το περιεχόμενο του ισχυρισμού του δράστη της απάτης σε βάρος του αντιδίκου του, αφού το Δικαστήριο πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών με τα ψευδή αποδεικτικά στοιχεία. Στην περίπτωση, αντίθετα, απόρριψης της αγωγής τελειούται το έγκλημα της απόπειρας απάτης (ΣυμβΑΠ 1612/1995, ΠΧρ ΜΣΤ'1026, ΣυμβΑΠ 1533/1995, ΠΧρ ΜΣΤ'.875, ΣυμβΑΠ 960/1994, ΠΧρ ΜΔ'.931, ΣυμβΕφΑθ 1898/1998 ΠοινΔικ 1999.336)". ΙΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και του 139 του ΚΠΔ, χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναίρεσης του (άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ) όταν σ' αυτό, α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, β) τα αποδεικτικά μέσα των πραγματικών αυτών περιστατικών, γ) οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθησαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για το ποιά περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητος καθενός στον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. ( ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 Π. Χρ. 2003 σελίς 536, ΑΠ 1011/2000 Π.Χ 2001, σελίς 244 ). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, (βλ. ΑΠ 2253/2002 Π.Χρ. 2003, Σελίς 795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 παρ. ιβ' ΚΠΔ) υπάρχει, όταν ο δικαστής, αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε ( Ολομελείας 1/2002 Π.Χρ. 2002, Σελίς 689, ΑΠ 510/2002 Π.Χρ. 2003 Σελίς 2003, ΑΠ 1335/95, ΠΧρ. 1996, Σελίς 358 ). Παραβίαση δεδικασμένου, (άρθρο 57 και 484 παρ. 1 γ' ΚΠΔ): Το δεδικασμένο μπορεί να προκύπτει από προηγούμενο αμετάκλητο βούλευμα ή απόφαση. Όταν δηλαδή το βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, ενώ με προγενέστερο βούλευμα ή απόφαση κρίθηκε αμετακλήτως ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία ή αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε ή η ποινική δίωξη κατ' αυτού έπαυσε οριστικά. Περαιτέρω, αν το Συμβούλιο επιλήφθηκε της κατηγορίας παρά την ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, υποπίπτει και στον αναιρετικό λόγο του στοιχείου 484 παρ. 1 στ' ΚΠΔ, της υπέρβασης εξουσίας. ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχτηκε ότι τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα, τις δικαστικές αποφάσεις, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Την 20-1-1998 οι κατηγορούμενοι Α. Μ.- Κ. και ο αδελφός του Δ. Κ. συμφώνησαν με τον εγκαλούντα Γ. Φ. (δικηγόρο Αθηνών), με το υπ' αριθ. .../20-1-1998 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης, να αγοράσουν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα αγρό. συνολικής έκτασης πεντακοσίων πενήντα πέντε (555) στρεμμάτων, που βρισκόταν στη θέση ... του δήμου ... και για το λόγο αυτό κατέβαλαν συνολικά ως προκαταβολή το ποσό των 36.000.000 δραχμών. Το χρονικό διάστημα από την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου και πριν απ το Νοέμβριο του έτους 1999 ο Α.-Μ. Κ. επειδή γνώριζε ότι λόγω της τότε δικαστικής του ιδιότητας σύμφωνα με το άρθρο 89 § 1 του Συντάγματος δεν είχε την δυνατότητα να συμμετάσχει ως μέλος Διοικητικού Συμβουλίου, ανωνύμου εταιρείας αλλά και να αναλάβει οιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία, αποφάσισε να μεταβιβάσει το δικαίωμα του επί του ποσοστού του 1/3 που του αναλογούσε. Για το λόγο αυτό συμφώνησε με τον Κ. Κ. να του καταβάλλει το ποσό των 20.000.000 δραχμών, προκειμένου εκείνος να συμβληθεί στο οριστικό συμβόλαιο ως αγοραστής του 1/3 της συνολικής έκτασης του παραπάνω αγρού. Στη συνέχεια, στην ..., στις 26-10-1999, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1999 συμβολαιογραφικού εγγράφου (καταστατικού) του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Παπαθέου, συνεστήθη από τον Δ. Κ. (2° κατηγορούμενο), τον Κ. Κ. και Γ. Φ. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «AGROΝEF Γεωργοδεvδρoκτηvoτρoφικές Eμπoρoβιoμηχαvoγεωργικές - Εισαγωεξαγωγικές Επιχειρήσεις και Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών Ανώνυμη Εταιρεία» (AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ.ΑΕ), με έδρα την ... και διεύθυνση οδός .... Το κεφάλαιο της παραπάνω εταιρείας ορίστηκε στο ποσό των 35.100.000 δρχ., κάθε ιδρυτής κατέβαλε το 1/3 του ποσού αυτού, δηλαδή ποσό. 11.700.000 δραχμών, αναλαμβάνοντας (ο καθένας) και το 1/3 του συνόλου των μετοχών. Πρόεδρος του Δ.Σ της εταιρείας ορίστηκε ο Γ. Φ., Αντιπρόεδρος ο Κ. Κ. και Διευθύνων Σύμβουλος ο Δ. Κ.. Σύμφωνα με το καταστατικό, μεταξύ των σκοπών της εταιρείας τέθηκε και η αγορά εκτάσεως πεντακοσίων πενήντα πέντε (555) στρεμμάτων στη θέση ... του δήμου ... επ' ονόματι της εταιρείας η καλλιέργεια και παραγωγή παντός είδους οικολογικών γεωργικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων και βατόμουρων, η δενδροφύτευση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση παντός είδους οπωροφόρων και μη δένδρων, η ίδρυση και εκμετάλλευση παντός είδους κτηνοτροφικών μονάδων, η ίδρυση και εκμετάλλευση ιχθυοτροφείων πέστροφας σολομού, αστακών και παντός είδους ψαριών, η δημιουργία μονάδας θηραμάτων αγρίων ζώων, πουλιών, στρουθοκαμήλων κ.λ.π (βλ. και άρθρο 3ο του παραπάνω καταστατικού). Μετά την ίδρυση της παραπάνω εταιρείας και αφού είχε ήδη προηγηθεί η κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../20-1-1998 προσυμφώνου αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, καταρτίσθηκε και το οριστικό συμβόλαιο αγοράς της ως άνω έκτασης των 555 στρεμμάτων, το οποίο αγοράστηκε στο όνομα της εταιρείας το ποσό δε του τιμήματος καταβλήθηκε κατά ίσα μέρη από τους εταίρους. Στις εργασίες και λειτουργίες της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρείας για το λόγο που προαναφέρθηκε, δε συμμετείχε τυπικά, ο Α.-Μ. Κ. ωστόσο στην πραγματικότητα συμμετείχε ως κρυπτόμενο φυσικό πρόσωπο δια μέσου του συγγενικού του προσώπου Δ. Κ.. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται, αφενός μεν από την ένορκη κατάθεση του Κ. Κ. και αφετέρου από το υπ' αριθ. 5/10-19/08/2002 πρακτικό της τρίτης επαναληπτικής Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της ανωνύμου εταιρείας "AGRONEF ΓΕΕΕ&EEΣ, ΑΕ" η οποία συνήλθε στις 10.08.2002 στην ..., στο οποίο εμφαίνεται ότι συμμετείχε στην τελευταία (ο Α. Μ.-Κ.) ως εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του μετόχου Δ. Κ. (βλ. και την υπ αριθ. Α55/2004 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και το υπ' αριθ. 935/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών). Επειδή από το σύνολο των 555 στρεμμάτων της παραπάνω έκτασης τα 400 είχαν χαρακτηριστεί ως αγρός ενώ τα υπόλοιπα ήταν χαρακτηρισμένα ως δάσος έπρεπε, προκειμένου οι εταίροι να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών αναγκών της εταιρείας τους να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για να τα εκχερσώσουν. Την εκχέρσωση της παραπάνω έκτασης ανέλαβαν κατόπιν συμφωνίας οι χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων Η. Σ. του Γ. και Κ. Α. του Χ. ως αμοιβή δε συμφωνήθηκε για μεν τον πρώτο το ποσό των 600.000 δραχμών το μήνα, για τον δεύτερο δε το ποσό των 450.000 δραχμών το μήνα. Μάλιστα προς επίρρωση της παραπάνω συμφωνίας συντάχθηκε αρχικά ένα ιδιόχειρο συμφωνητικό και στη συνέχεια ένα ίδιο συμφωνητικό, δακτυλογραφημένο αυτή τη φορά το οποίο υπέγραψαν και οι τρεις εταίροι κρατώντας ένα αντίγραφο στο αρχείο της εταιρείας τους ενώ ένα δεύτερο απέστειλαν στους χειριστές (βλ. και τα από 30-12-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά). Οι εργασίες της εκχέρσωσης διήρκεσαν δύο μήνες δηλαδή τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του έτους 2000 και για την εκχέρσωση χρησιμοποιήθηκαν δύο σκαπτικά μηχανήματα (δηλ. μία μπουλντόζα, τύπου Καρτεπίλαρ D7, και ένας φορτωτής λαστιχοφόρος τύπου Μήτσιγκαν 175), ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου Γ. Κ.. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μηνυτή Γ. Φ., οι οποίοι επιβεβαιώνονται και από τον μάρτυρα Κ. Κ., τα μηχανήματα αυτά ανήκαν στην ανώνυμη εταιρεία "ARGO-G ΑΒΕΤΤΕ". της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Γ. Κ. , όμως επειδή η εταιρεία αυτή είχε, κηρυχτεί σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 2082/28-12-1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. και το υπ' αριθ. 19565/21-4-2003 πιστοποιητικό τον Τμήματος Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών), ο Γ. Κ. προκειμένου να αποφύγουν την πτωχευτική διαδικασία ερχόμενος σε συνεννόηση με τους αδελφούς Κ. (Δ. και Α.-Μ.), με τους οποίους διατηρούσε άριστες φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις τα μετέφερε στο κτήμα της "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕ, ΑΕ", απομακρύνοντας τα από τους συνδίκους, όπου και τα διέθεσε δωρεάν για την εκχέρσωση του παραπάνω κτήματος. Ο κατηγορούμενος και εκκαλών Γ. Κ. παραδέχεται μεν, ότι τα μηχανήματα ανήκαν προσωπικά στον ίδιο από το 1999, αλλά υποστηρίζει ότι στη συνέχεια τα εισέφερε στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε.". η οποία και εξόφλησε το τίμημα των μηχανημάτων. Ακόμη υποστηρίζει, ότι η εν λόγω εταιρεία στη συνέχεια μίσθωσε τα μηχανήματα στην εταιρεία AGRONEF από 10-1-2000 έως 31-3-2000, προκειμένου η τελευταία να προβεί στην εκχέρσωση του κτήματος, ότι το μίσθωμα είχε συμφωνηθεί να υπολογιστεί βάσει των ωρών εργασίας ίων μηχανημάτων (80.000 δρχ. για κάθε μηχάνημα ημερησίως, περίπου) και ότι κατά τη συμφωνία η AGRONEF θα πλήρωνε το πετρέλαιο και τους χειριστές των μηχανημάτων, τους οποίους και πράγματι πλήρωσε. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εταιρεία AGRONEF δεν επέστρεψε, όπως όφειλε, τα μηχανήματα στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αλλά τα κράτησε μέχρι το Φεβρουάριο του 2001 και ότι η ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε πήρε τα μηχανήματά της (το Φεβρουάριο του 2001), χωρίς τελικά η οφειλέτρια εταιρεία να της καταβάλλει τα οφειλόμενα μισθώματα, τα οποία μαζί με τα έξοδα μεταφοράς, επισκευής και αγοράς ανταλλακτικών αυτών ανήλθαν στο ποσό των 53.170.000 δρχ. περίπου. Ακόμη ισχυρίζεται, ότι οι μέτοχοι της AGRONEF, λόγω προβλημάτων που είχαν μεταξύ τους αθέτησαν τη συμφωνία τους και δεν πλήρωσαν τα οφειλόμενα και για το λόγο αυτό ο Δ. Κ., ο οποίος κατά το διάστημα εκείνο ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της AGRONEF, πρότεινε στη Γενική Συνέλευση να αναγνωριστεί και να πληρωθεί η απαίτηση της ΔΟΜΙΚΗΣ. Ακολούθως (ο Δ. Κ.) μετά από σχετική απόφαση για την αναγνώριση του χρέους από την AGRONEF, που ελήφθη κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων την 19-5-2001, εξέδωσε προς εξόφληση, σε διαταγή της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε πέντε (5) συναλλαγματικές συνολικής χρηματικής απαίτησης 156.040 ευρώ (δηλ. 5 συναλλαγματικές Χ 31.208 ευρώ εκάστης) και συγκεκριμένα: α) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ., στις 25-2-2002, στην ..., λήξεως 30-5-2002, β) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ., στις 25-2-2002, στην ..., λήξεως 2-6-2002, γ) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ., στις 25-2-2002, στην ..., λήξεως 5-6-2002, δ) συναλλαγματική, ποσού 31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ., στις 25-2-2002, στην ..., λήξεως 10-6-2002 και ε) συναλλαγματική, ποσού,31.208 ευρώ, εκδόσεως και αποδοχής της AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ., στις 25-2-2002, στην ..., λήξεως 12-6-2002. Στη συνέχεια, την 25-2-2002 το Δ.Σ. της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε, με το από 25-02-2002 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, χορήγησαν στον Γ. Κ. έγγραφη εξουσιοδότηση για να τους εκπροσωπεί ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών, δυνάμει της οποίας, αυτός άσκησε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας (ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε) κατά της εταιρείας "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ", την από 15-10-2002 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ" αποδέχθηκε νομότυπα τις παραπάνω συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 156.040 ευρώ και ότι εξ αυτού του λόγου οφείλει στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" το ανωτέρω ποσό (βλ.και την υπ' αριθ. 6977/2002 Διαταγή Πληρωμής). Ωστόσο οι ισχυρισμοί αυτοί του κατ/νου Γ. Κ. δεν επικουρούνται και από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα, όσον αφορά το βασικό ισχυρισμό που προβάλλεται τόσο από τον ως άνω κατ/νο. όσο και από τους λοιπούς κατ/νους, δηλαδή ότι τα ποσά των συναλλαγματικών αφορούσαν μισθώματα των εκσκαπτικών μηχανημάτων, που χρησιμοποιήθηκαν για την εκχέρσωση του κτήματος της εταιρείας "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ" σημειώνοντας τα εξής: Καταρχήν το χρόνο που φέρεται ότι έγινε η συμφωνία για την εκμίσθωση των μηχανημάτων μεταξύ των εταιρειών "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ" και "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤ.Τ.Ε.Β.Ε", η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε". δεν είχε υπόσταση ως εταιρεία. Η εν λόγω εταιρεία, η οποία ήταν συμφερόντων του κατ/νου Γ. Κ., όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. .../08-02-2000 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής Βαϊοπούλου. συνεστήθη το πρώτον την 8-2-2000. η δε καταχώρηση της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών έγινε μόλις τον Απρίλιο του 2000 (βλ και το υπ αριθ. ΦΕΚ 2690/14-4-2000). Μάλιστα, όπως ανακοινώθηκε από τα τότε μέλη του Δ.Σ., Κ. Π. του Δ. (Πρόεδρο και Δ/νοντα Σύμβουλο), Ε. Κ. του Γ. και της Μ.,. Ε. Κ. του Γ. και της Μ., Α. Τ. του Ι. και Γ. Τ. του Σ. (Μέλη), η κατάθεση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, που ανέρχεται σε 55 εκατομμύρια δραχμές έγινε στις 18-8-2000 (βλ και το υπ' αριθ. ΦΕΚ 774/5-2-2001). Δηλαδή, προκύπτει ότι κατά τον επίμαχο χρόνο της εκχέρσωσης (10-1-2000 έως 31-3-2000) η ως άνω εταιρεία δεν κατείχε με οποιαδήποτε σχέση κατά νόμο, ήτοι εξ' αγοράς ή με κάποιο άλλο τρόπο τα εκσκαπτικά μηχανήματα , ούτως ώστε να είναι δυνατή η οποιαδήποτε εκμίσθωση αυτών, ούτε βεβαίως προσκομίζεται από τον εκκαλούντα Γ. Κ. το μισθωτήριο έγγραφο που αφορά την μίσθωση των μηχανημάτων αυτών , προς αξιολόγηση και διάγνωση της ύπαρξης της συγκεκριμένης μίσθωσης. Σημειώτεον ότι κατά τον ίδιο χρόνο και για πολύ μικρότερη οικονομική δέσμευση υπογράφεται μεταξύ όλων των μετόχων της εταιρείας "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ" και των χειριστών των εκσκαπτικών μηχανημάτων Η. Σ. και Κ. Α., το από 30-12-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό. Προσέτι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας αυτής δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του εκκαλούντα Γ. Κ.. ότι δήθεν εξοφλήθηκαν τα μηχανήματα από την εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε". στην οποία τα είχε εισφέρει ο ίδιος κατά την ίδρυση της εφόσον δεν προσκομίστηκαν τελικά τα τιμολόγια αγοράς των μηχανημάτων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του Γ. Κ. εκδόθηκαν στο όνομα της ΔΟΜΙΚΗΣ και εξοφλήθηκαν απ' αυτή. Ο εκκαλών Α. Μ.- Κ. διαλαμβάνει στην έφεση του τον ισχυρισμό ότι το μηχάνημα φορτωτής ΜΙΣΣΙΓΚΑΝ 175 ήταν και είναι ιδιοκτησίας της εταιρείας ΠΑΡΝΑΣ ΑΤΕ προσάγοντας και επικαλούμενος απλή φωτοτυπία του No .../15-12-1998 τιμολογίου και επίσης ότι το μηχάνημα (μπουλντόζα τύπου Καρτεπίλαρ D7) είναι της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΕΒΕ", προσκομίζοντας και επικαλούμενος για την περίπτωση αυτή απλή φωτοτυπία του υπ αριθμ. .../31-3-2003 δελτίου αποστολής - τιμολογίου. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται διότι κατά την επίμαχο χρονική περίοδο που φέρεται ο εκκαλών Γ. Κ. να μίσθωσε τα μηχανήματα στην εταιρεία AGRONEF ήτοι από 10-1 -2000 έως 31-3-2000, προκειμένου η τελευταία να προβεί στην εκχέρσωση του κτήματος, τα οποία τελικώς πήρε (τα μηχανήματα) το Φεβρουάριο του 2001. ουδόλως προκύπτει εκ των ανωτέρω τιμολογίων -δελτίων αποστολής ότι ιδιοκτήτης ήταν η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΕΒΕ". Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, κρίνονται βάσιμοι οι ισχυρισμοί του μηνυτή και του μάρτυρα Κ. Κ. ότι τα μηχανήματα διατέθηκαν δωρεάν από τον Γ. Κ. για την εκχέρσωση του κτήματος και ότι δεν υπήρξε κανένα απολύτως χρέος της εταιρείας "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ" προς την εταιρία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", καθώς και ότι οι συναλλαγματικές που προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο Γ. Κ., ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδείς και εικονικές με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί ο ανωτέρω Δικαστής και να εκδώσει την υπ' αριθ. 6977/2002 Διαταγή Πληρωμής υπέρ της αιτούσας εταιρείας (ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ) ποσού 156.040 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, σε βάρος της παραπάνω αποδέκτριας εταιρείας. Το συμπέρασμα δε αυτό ουδόλως αναιρείται από το γεγονός ότι στη πρόσκληση των μετόχων της εταιρείας "AGRONEF ΓΕΕΕ & ΕΕΣ" σε έκτακτη γενική συνέλευση, την 19 Μαΐου 2001, μεταξύ των θεμάτων που επρόκειτο να συζητηθούν καταχωρήθηκε και η πρόταση του Δ. Κ. για "λήψη απόφασης για την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού 53.170.800 δραχμών για τα απασχοληθέντα μηχανήματα εκχέρσωσης της ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΓΕΒΕ (βλ. και ΦΕΚ με αριθμό 2278/2001) και ότι στη συνέχεια, την 19-5-2001, κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων λήφθηκε πράγματι τέτοια απόφαση, καθόσον με την υπ' αριθ. 3996/1-11-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της απόφασης αυτής (βλ. και την υπ' αριθ. 5996/1-11-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Τέλος πρέπει να επισημανθεί επί πλέον και το γεγονός ότι ενώ σύμφωνα με σχετικό όρο (άρθρο 15) του καταστατικού της "AGRONEF", τα αξιόγραφα έπρεπε να υπογράφονται και από τα τρία μέλη του Δ.Σ., που κατά την επίμαχη χρονική στιγμή εκδόσεως και αποδοχής των επίδικων συναλλαγματικών ήταν οι Δ. Κ. Γ. Φ. και Κ. (βλ. το απόσπασμα 2000 ΦΕΚ), αλλιώς θα έπρεπε να δοθεί ρητή έγγραφη εξουσιοδότηση σε ένα από αυτά, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε τέτοια εξουσιοδότηση και συνεπώς ο Δ. Κ. κακώς υπέγραψε μόνο αυτός στη θέση του αποδέκτη στις πέντε συναλλαγματικές για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6977/2002 διαταγής πληρωμής Προκύπτουν συνεπώς σοβαρές ενδείξεις ότι υπήρξε συμπαιγνία των κατ/νων προκειμένου να εμφανιστεί ότι η εταιρεία "AGRONEF ΓΕΕ & ΕΕΣ" όφειλε στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", το ποσό των 53.170.800 δραχμών και ότι απώτερος σκοπός των κατηγορουμένων και εκκαλούντων ήταν η νόσφιση της περιουσίας της AGRONEF, δηλαδή του παραπάνω κτήματος των 555 στρεμμάτων εκ των οποίων τα 400 είναι καλλιεργήσιμα και ποτιστικά, στην περιοχή Σ. Φ. η αξία του δε, ξεπερνά το 1.000.000 ευρώ. Στη συνέχεα η εταιρία AGRONEF, προκειμένου να διασώσει την περιουσία της από την αναγκαστική εκτέλεση στην οποία είχε προβεί η εταιρία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", προκειμένου να εισπράξει το ποσό που επέτασσε η ως άνω διαταγή πληρωμής κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την υπ' αριθμό κατάθεσης 2156/1237/14-7-2003 αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν με βάση την υπ' αριθμ. 6677/02 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την υπ' αριθμ. 2155/1236/03 αίτηση διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού η οποία όμως ματαιώθηκε. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την 17-7-2003, με αντικείμενο την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως στην οποία είχε προβεί η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε". σε βάρος της περιουσίας της AGRONEF μετά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" προσκόμισε δια του νομίμου εκπροσώπου της Γ. Κ. (1ου κατ/νου - νυν εκκαλούντα), ο οποίος ενεργούσε έπειτα από παραίνεση των δεύτερου και τέταρτου των κατηγορουμένων, την υπ' αριθ. .../2003 ψευδή ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Κερατέας Δάφνης Ξούρα. η οποία υπογράφεται από τον τρίτο κατηγορούμενο, Ι. Κ., ο οποίος μολονότι τότε ήταν αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της AGRONEF παρά ταύτα δίνει ένορκη κατάθεση υπέρ του κύρους της κατασχέσεως του κτήματος. Η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου που δόθηκε την 16-7-2003, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση (ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου) ήταν ψευδής και δόθηκε προκειμένου να προσκομισθεί ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, στο οποίο και προσκομίσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ενεργούσε μετά από πειθώ και φορτικότητα των 2ου και 4ου κατηγορουμένων, καθώς τα ψευδή γεγονότα που περιείχε ασκούσανε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα κατέθεσε ότι "η οφειλέτρια εταιρία χρησιμοποίησε για την εκχέρσωση 400 στρεμμάτων στη θέση "..." Φθιώτιδας δύο μηχανήματα της εταιρίας "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ" του Γ. Κ. έναντι αμοιβής 80.000 δρχ ημερησίως από 10-1-2000 έως 31-3-2000 ή 30-4-2000 με τη συμφωνία ότι η οφειλέτρια θα κατέβαλλε όλα τα τυχόν έξοδα βλάβης των μηχανημάτων ...σε περίπτωση δε που κατακρατήσει τα μηχανήματα πέραν της ανωτέρω προθεσμίας θα κατέβαλε διαφυγόντα κέρδη στην εταιρία Δομική ... το συνολικό οφειλόμενο ποσό από την οφειλέτρια εταιρία προς τη Δομική ανήρχετο σε 53.170.000 δρχ", ενώ το αληθές ήταν όπως και παραπάνω ειπώθηκε ότι τα συγκεκριμένα μηχανήματα δεν ανήκαν στην ανωτέρω εταιρία και. δεν είχε συμφωνηθεί καμμία αμοιβή καθώς τα μηχανήματα ανήκαν στην εταιρία "ARGO -G ΑΒΕΤΤΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εκκαλών Γ. Κ., η οποία βρισκόταν υπό πτώχευση και είχαν παραχωρηθεί δωρεάν λόγω των σχέσεων του ανωτέρω ιδιοκτήτη με τους αδελφούς Κ. και δεν υπήρχε καμμία οφειλή. Συνεχίζει στην κατάθεσή του λέγοντας ότι "η οφειλή της οφειλέτριας εταιρία αναγνωρίσθηκε από αυτή και ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κατ' εξουσιοδότηση του διοικητικού συμβουλίου εξέδωσε προς εξόφληση σε διαταγή της Δομικής, συναλλαγματικές προς εξόφληση του συνολικού χρέους προς αυτήν ... όμως ο Κ. Κ. μετά συναυτουργών και ηθικών αυτουργών αυτού έκλεψε όλα τα βιβλία και στοιχεία της οφειλέτριας εταιρίας και εξαφάνισε αυτά με αποτέλεσμα να μην εξοφληθεί το χρέος και η δομική να εκδώσει διαταγή πληρωμής" ενώ το αληθές ήταν ότι δεν αναγνωρίσθηκε η οφειλή ούτε υπεγράφησαν μετά από εξουσιοδότηση του διοικητικού συμβουλίου, ούτε εκλάπησαν ποτέ τα έγγραφα από τον Κ. Κ., πράξη άλλωστε για την οποία δεν έγινε κατηγορία εναντίον του παρά την υποβληθείσα μήνυση από τους κατηγορουμένους (βλ. υπ' αριθμ. 1614/2004 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών). Στη συνέχεια κατέθεσε "ότι τα γραφεία της οφειλέτιδος εταιρίας ουδέποτε ήταν επί της οδού ..., 4ος όροφος γραφείο 1, αλλά στον 6° όροφο της οδού ..., φιλοξενούμενη και μόλις βρήκε δικά της γραφεία επί της οδού ... ..., η αξία των 400 στρεμμάτων δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 33.844 ευρώ ήτοι 85 ευρώ το στρέμμα "", ήταν ψευδή, ενώ το αληθές είναι ότι είχε δηλωθεί στην αρμόδια οικονομική εφορία ΦΑΕΕ Αθηνών ως κατάστημα της εταιρίας ο 4ος όροφος επί της οδού ..., όπου στεγάζονταν το γραφείο του εγκαλούντα, Γ. Φ., η δε αξία του αγροκτήματος υπερέβαινε το ποσό των 1.000.000.000 δραχμών. Δια των ανωτέρω εν γνώσει του ψευδών παραστάσεων ως αληθινών, επεχείρησε να πείσει το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας ότι ήταν υπαρκτή η επιδικασθείσα απαίτηση ποσού 156.040 ευρώ, που θεμελιώθηκε επί των επίμαχων και εικονικών συναλλαγματικών και επιδικάσθηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ" κατά της εταιρίας "AGRONEF ΑΕ", ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή δεν υφίστατο και ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να εκδοθεί απορριπτική απόφαση επί της ως άνω αίτησης αναστολής. Ήτοι επεχείρησε να βλάψει την περιουσία της εταιρίας "AGRONEF AE", κατά το προαναφερθέν χρηματικό ποσόν των 156.040 ευρώ. πλέον νομίμων τόκων και δικαστικής δαπάνης, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ", ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του ισόποσο προς την ανωτέρω ζημία της εγκαλούσας εταιρείας παράνομο περιουσιακό όφελος. Η πράξη του αυτή όμως, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από την θέληση του, καθώς το δικάσαν την ανακοπή Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας δεν πείσθηκε σε όσα με πρόθεση παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιον του, αλλά με την υπ' αριθ. 1247/2003 απόφαση του, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής της εταιρίας "AGRONEF ΑΕ". Από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για να στηριχτεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία εναντίον των κατηγορούμενων Γ. Κ., Α. Μ. -Κ. και Ι. Κ., για τις αποδιδόμενες σε αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης ενώπιον Δικαστήριου, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000. Τέλος αναφορικά με τους ισχυρισμούς του 1ου και 3ου εκκαλούντων περί υπάρξεως δεδικασμένου εκ πρότερας όμοιας μηνύσεως εναντίον των και εναντίον του 3ου εξ' αυτών την οποία υπέβαλε την 24-3-2003 ενώπιον του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Αθηνών ο Κ. Κ. του Ν., κάτοικος ..., διαλαμβάνουσας μεταξύ των άλλων και την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, ήτοι ότι οι ως άνω εγκαλούμενοι με σκοπό να βλάψουν την εταιρεία "AGRONEF ΑΕ", παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η τελευταία οφείλει στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ ", το ποσό των 53.170.800 δρχ. και έτσι πέτυχαν κατά την γενική συνέλευση της εταιρείας, την 12-8-2002, να ψηφισθεί ομοφώνως η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το οφειλόμενο ποσό, η οποία απορρίφθηκε ως προς την πράξη αυτή, με την υπ' αριθμ. Α55/2004 διάταξη του εισαγγελέα πλημ/κών Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 561/2006 διάταξη του εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η ανωτέρω έγκληση η οποία αφορά πράξη τελεσθείσα την 12-8-2002 δεν παράγει δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση η οποία έχει διάφορο χρόνο τέλεσης και από τα πραγματικά της περιστατικά (απόπειρα απάτης στο δικαστήριο) προκύπτει συνεπώς ότι είναι διαφορετική πράξη και δεν υφίσταται στην προκειμένη υπόθεση ταυτότητα πράξεως, που αποτελεί βασική προϋπόθεση του δεδικασμένου. Επειδή κατ' ακολουθία υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής προς στήριξη κατηγορίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η κρινόμενη έφεση, καθότι ορθώς εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά από το προσβαλλόμενο βούλευμα στις νόμιμες σκέψεις και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφέρομαι κατά τα λοιπά και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και τέλος να καταδικαστεί ο εκκαλών στα κατά νόμον δικαστικά έξοδα κατ άρθρο 583&1 Κ.Π.Δ." Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις 1, 2, 3 του 2009 των κατηγορουμένων-εκκαλούντων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος 55/2009 του Συμβουλίου Πλημ/κών Λαμίας, επικύρωσε το άνω εκκαλούμενο βούλευμα, και διέταξε την εκτέλεσή του. Ειδικότερα: Απέρριψε κατ' ουσίαν τις υπ'αριθμ. 1) από 3-9-2009, 2) από 7-9-2009 και 3) από 22-9-2009 εφέσεις των 1) Γ. Κ. του Ε., 2) Ι. Κ. του Γ. και 3) Α. Μ.-Κ., κατά του υπ' αριθμ. 55/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λαμίας, και παρέπεμψε αυτούς στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας να δικαστούν: 1) Ο Γ. Κ. του Ε., για απόπειρα απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. 2) Ο Ι. Κ. του Γ., για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη, και 3) ο Α. Μ.-Κ., για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου. Απ'αυτούς αναίρεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας άσκησαν μόνον οι 1) Α. Μ.-Κ. και 2) Ι. Κ. του Γ.. V. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας που απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων-εκκαλούντων κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, Α) έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επειδή, 1) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, "της απάτης επί δικαστηρίου σε βαθμό κακουργήματος ", και 2) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3β' ΠΚ και 46 παρ. 1 ΠΚ. Β) Ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Γ) Ουδόλως παρεβιάσθη το δεδικασμένο (άρθρο 57 ΚΠΔ) εκ προτέρας όμοιας εγκλήσεως εναντίον τους, και εναντίον του Α. Μ.-Κ., την οποία υπέβαλε στις 24-3-2003 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών ο Κ. Κ. του Ν., διαλαμβάνων μεταξύ των άλλων και την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, με περιεχόμενο, ότι οι ως άνω εγκαλούμενοι μεταξύ αυτών και ο αναιρεσείων Α. Μ.-Κ., με σκοπό να βλάψουν την εταιρεία "AGRONEF ΑΕ", παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, "ότι η τελευταία οφείλει στην εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ", το ποσό των 53.170.800 δρχ., και έτσι πέτυχαν κατά την γενική συνέλευση της εταιρείας, στις 12-8-2002, να ψηφισθεί ομοφώνως η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το οφειλόμενο ποσό", η οποία έγκληση απορρίφθηκε ως προς την πράξη αυτή, με την υπ' αριθμ. 455/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 561/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Μετά από προσεκτική επισκόπιση και έρευνα, προκύπτει πως η προμνημονευθείσα έγκληση, η διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών Α55/2004 και η επικύρωση αυτής δια της 561/2006 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δεν παράγουν δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 57 ΚΠΔ, ως προς την κρινόμενη υπόθεση, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου (ταυτότης πράξης - χρόνου- κατηγορουμένου) - άρθρου 57 ΚΠΔ -. Ειδικότερα, πρόκειται για άλλη πράξη, ( άλλη η απάτη εκείνη, και άλλα τα πραγματικά περιστατικά, που κατηγγέλθη με την από 24-3-2003 έγκληση του κ. Κ., και άλλη η της 12-8-2002 στην Γενική Συνέλευση της Εταιρείας, όπου ψηφίστηκε ομόφωνα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, κατά το οφειλόμενο ποσό, διάφορος χρόνος, άλλος ο τόπος και άλλος ο εξαπατώμενος ). Στην κρινόμενη υπόθεση η απάτη -η εξαπάτηση- εγένετο εις το Δικαστήριο - σε απόπειρα - επιχειρήθηκε σε βάρος του Δικαστή, με διάφορο τρόπο, η οποία τελικά δεν επιτεύχθηκε. Επομένως αβάσιμος ο σχετικός λόγος και άρα απορριπτέος. Δ) Ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση του βουλεύματος, σχετικά με την αξία των 400 ή 555 στρεμμάτων ότι ανέρχεται σε 1.000.000.000 δρχ., ενώ εκτιμήθηκε προς 85 ευρώ το στρέμμα, ήτοι 33.844 ευρώ, καθόσον ο λόγος αυτός ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, αφού αφορά αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση Συμβουλίου ή Δικαστηρίου, και ο σχετικός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, και επομένως απορριπτέος. Ε) Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, εννοεί ο Νόμος την ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, όπως το άρθρο 386 παρ. 1, 3β ΠΚ και 46 παρ. 1 ΠΚ και όχι την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή άλλου νόμου, όπως Ν. 2190/1920, άρθρου 22 παρ. 3 ή του υπ' αριθμ. 2867/24-4-2000 ΦΕΚ της ΑΕ και ΕΠΕ. Στ) Τέλος, όσοι λόγοι αναφέρονται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις του βουλεύματος (ο λόγος ε') ή δέχτηκε εσφαλμένως το βούλευμα, καθ' υπέρβαση του Ν. 2190/1920 (οι λόγοι στ', ζ', και η'), επειδή αφορούν εις εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών που δεν συνιστούν λόγον αναίρεσης, αφού με το πρόσχημα της εσφαλμένης ή ελλειπούς αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, οι ως άνω λόγοι τυγχάνουν απαράδεκτοι και εκ τούτου απορριπτέοι (βλ. ΑΠ 599/2003 αδημοσίευτη σκέψη, ΑΠ 151/2002, Π.Χρ.ΝΒ' Σελίς 884). VI. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Α. Μ.-Κ., και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα. Ως προς τον αναιρεσείοντα 2ο Ι. Κ. του Γ., να απορριφθεί η αναίρεση του ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ), διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως. Οι λόγοι δε υγείας που αναφέρει, ως ανωτέρα βία και ανυπέρβλητο κώλυμα, δεν συνοδεύονται από πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανωτέρα αυτή βία (αόριστοι) και δεν γίνεται δεκτόν ότι συνιστά ανωτέρα βία, αφού μπορούσε να δώσει πληρεξουσιότητα σε συνήγορο και να την ασκήσει εγκαίρως δηλαδή εμπροθέσμως. (βλ. ΑΠ 1512/2006 Ποιν.Δνη 2007, Σελίς 359, ΑΠ 1734/2000, Ποιν.Δνη, 2001 Σελίς 223, βλ. επίσης τις ΑΠ 1781/94 Π.Χρ. ΜΕ Σελ. 79, 1123, 1085 και ΑΠ 583/93 Π.Χρ.ΜΓ' Σελ. 980, 824 και 504 παγίως η Νομολογία ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 4/από 28-6-2010 αίτηση αναίρεσης του Κ. Ι. του Γ., κατοίκου ... . Β) Να απορριφθεί στην ουσία της η υπ' αριθμ. 3/από 28-6-2010 αίτηση του Α. Μ.-Κ., κατοίκου ..., οδός Γ' Σεπτεμβρίου 45 και Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις τους αναιρεσείοντες (220 Ευρώ) εις έκαστον. Αθήνα 24-11-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος Ι. Κ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά του υπ' αριθμ. 65/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας οι κατηγορούμενοι Ι. Κ. του Γ. και Α. Μ.-Κ. του Κ. άσκησαν τις υπ' αριθμ. 4/28-6-2010 και 3/28-6-2010 αιτήσεις αναίρεσης με δικόγραφα που κατέθεσαν στην αρμόδια γραμματέα του Εφετείου Λαμίας. Επομένως, πρέπει οι ως άνω αιτήσεις να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και να εξετασθούν περαιτέρω. Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1 εδ. β' και γ και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος είναι δέκα (10) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του βουλεύματος σε αυτόν που ασκεί την αίτηση αναιρέσεώς του, η εκπρόθεσμη δε αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Όμως όταν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, το δικαστικό συμβούλιο υποχρεούται να ερευνήσει τη βασιμότητα του προτεινόμενου λόγου. Αλλά για να έχει τέτοια υποχρέωση, πρέπει κατά το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, να αναφέρονται στη δήλωση ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, σαφώς και ορισμένως, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον προτεινόμενο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται, γιατί διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 5/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα το από 8-6-2010 αποδεικτικό επίδοσης βουλεύματος του αρχιφύλακα Ε. Κ. του Α.Τ. ..., το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Ι. Κ. στις 8-6-2010. Αυτός όμως άσκησε την κρινόμενη ως άνω αίτησή του στις 28-6-2010, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοσή του. Για να δικαιολογήσει δε την εκπρόθεσμη άσκησή της επικαλείται, με προσθήκη στο περιθώριο του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεώς του, λόγο ανώτερης βίας (ασθένειά του εκ καρδιακής νόμου και μεσολάβηση του Σαββατοκύριακου 26 και 27/6/2010), χωρίς να προσδιορίζει το είδος, το χρόνο της ασθένειάς του και τη βαρύτητα αυτής (σε σημείο αδυναμίας του να επικοινωνήσει εγκαίρως με το συνήγορό του και να του αναθέσει την εμπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως) και να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται ο επικαλούμενος λόγος ανώτερης βίας. Επομένως δεν προκύπτει ότι προκλήθηκε αδυναμία εμπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Ι. Κ. του Γ. και κατά συνέπεια ότι η εκπρόθεσμη άσκησή της οφείλεται σε λόγο ανώτερης βίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του ως άνω αναιρεσείοντος να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις του, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου πάγου επί του φακέλου της δικογραφίας, πρέπει η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παρά-λειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών" Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ.ΑΠ 1420/1986 ΠΧ ΛΖ/162, ΑΠ 1636/2006 ΠΧ'2007.734) ΠΧ'2007.429). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, κάθε φορά που υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός που υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αλλά με ανακριβές περιεχόμενο. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εκδίδεται οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη ή άλλου σε βάρος του αντιδίκου του, απόπειρα δε αυτής συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής δεν παραπλανάται από τους ψευδείς ισχυρισμούς και τα ανακριβή αποδεικτικά στοιχεία και απορρίπτει ως αβάσιμη την αγωγή ή την αίτηση ή όταν δεν εκδίδεται οριστική από9φαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς: 1) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης με πειθώ, φορτικότητα κ.λ.π., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και 2) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμέ-νης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και γ) για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική ή μερική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την οποία (πρόταση) συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Ακόμα, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 65/2010 βούλευμά του δέχθηκε, με επιτρεπτή αναφορά κατά ένα μέρος στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα όλων των συνημμένων στη δικογραφία εγγράφων, καταθέσεις των μαρτύρων και των απολογιών των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσο αφορά τους αναιρεσείοντες Ι. Κ. και Α. Μ.-Κ.): "... Στη συνέχεα η εταιρία AGRONEF, προκειμένου να διασώσει την περιουσία της από την αναγκαστική εκτέλεση στην οποία είχε προβεί η εταιρία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", προκειμένου να εισπράξει το ποσό που επέτασσε η ως άνω διαταγή πληρωμής κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την υπ' αριθμό κατάθεσης 2156/1237/14-7-2003 αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν με βάση την υπ' αριθμ. 6677/02 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την υπ' αριθμ. 2155/1236/03 αίτηση διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού, η οποία όμως ματαιώθηκε. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την 17-7-2003, με αντικείμενο την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως στην οποία είχε προβεί η εταιρεία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε", σε βάρος της περιουσίας της AGRONEF, μετά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής η "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ Α.Τ.Τ.Ε.Β.Ε" προσκόμισε δια του νομίμου εκπροσώπου της Γ. Κ. (1ου κατ/νου - νυν εκκαλούντα), ο οποίος ενεργούσε έπειτα από παραίνεση των δεύτερου και τέταρτου των κατηγορουμένων, την υπ' αριθ. .../2003 ψευδή ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Κερατέας Δάφνης Ξούρα, η οποία υπογράφεται από τον τρίτο κατηγορούμενο, Ι. Κ., ο οποίος μολονότι τότε ήταν αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της AGRONEF, παρά ταύτα δίνει ένορκη κατάθεση υπέρ του κύρους της κατασχέσεως του κτήματος. Η κατάθεση αυτή του κατηγορουμένου που δόθηκε την 16-7-2003, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση (ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου) ήταν ψευδής και δόθηκε προκειμένου να προσκομισθεί ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, στο οποίο και προσκομίσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος ενεργούσε μετά από πειθώ και φορτικότητα των 2ου και 4ου κατηγορουμένων, καθώς τα ψευδή γεγονότα που περιείχε ασκούσανε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικό-τερα κατέθεσε ότι "η οφειλέτρια εταιρία χρησιμοποίησε για την εκχέρσωση 400 στρεμμάτων στη θέση "..." Φθιώτιδας δύο μηχανήματα της εταιρίας "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ" του Γ. Κ. έναντι αμοιβής 80.000 δρχ ημερησίως από 10-1-2000 έως 31-3-2000 ή 30-4-2000 με τη συμφωνία ότι η οφειλέτρια θα κατέβαλλε όλα τα τυχόν έξοδα βλάβης των μηχανημάτων ... σε περίπτωση δε που κατακρατήσει τα μηχανήματα πέραν της ανωτέρω προθεσμίας θα κατέβαλε διαφυγόντα κέρδη στην εταιρία Δομική ... το συνολικό οφειλόμενο ποσό από την οφειλέτρια εταιρία προς τη Δομική ανήρχετο σε 53.170.000 δρχ", ενώ το αληθές ήταν, όπως και παραπάνω ειπώθηκε, ότι τα συγκεκριμένα μηχανήματα δεν ανήκαν στην ανωτέρω εταιρία και δεν είχε συμφωνηθεί καμμία αμοιβή καθώς τα μηχανήματα ανήκαν στην εταιρία "ARGO -G ΑΒΕΤΤΕ", της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο εκκαλών Γ. Κ., η οποία βρισκόταν υπό πτώχευση και είχαν παραχωρηθεί δωρεάν λόγω των σχέσεων του ανωτέρω ιδιοκτήτη με τους αδελφούς Κ. και δεν υπήρχε καμμία οφειλή. Συνεχίζει στην κατάθεσή του λέγοντας ότι "η οφειλή της οφειλέτριας εταιρίας αναγνωρίσθηκε από αυτή και ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κατ' εξουσιοδότηση του διοικητικού συμβουλίου εξέδωσε προς εξόφληση σε διαταγή της Δομικής, συναλλαγματικές προς εξόφληση του συνολικού χρέους προς αυτήν ... όμως ο Κ. Κ. μετά συναυτουργών και ηθικών αυτουργών αυτού έκλεψε όλα τα βιβλία και στοιχεία της οφειλέτριας εταιρίας και εξαφάνισε αυτά με αποτέλεσμα να μην εξοφληθεί το χρέος και η δομική να εκδώσει διαταγή πληρωμής" ενώ το αληθές ήταν ότι δεν αναγνωρίσθηκε η οφειλή ούτε υπεγράφησαν μετά από εξουσιο-δότηση του διοικητικού συμβουλίου, ούτε εκλάπησαν ποτέ τα έγγραφα από τον Κ. Κ., πράξη άλλωστε για την οποία δεν έγινε κατηγορία εναντίον του παρά την υποβληθείσα μήνυση από τους κατηγορουμένους (βλ υπ' αριθμ. 1614/2004 βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών). Στη συνέχεια κατέθεσε "ότι τα γραφεία της οφειλέτιδος εταιρίας ουδέποτε ήταν επί της οδού ..., 4ος όροφος γραφείο 1, αλλά στον 6° όροφο της οδού ..., φιλοξενούμενη και μόλις βρήκε δικά της γραφεία επί της οδού ... ..., η αξία των 400 στρεμμάτων δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 33.844 ευρώ ήτοι 85 ευρώ το στρέμμα"", ήταν ψευδή, ενώ το αληθές είναι ότι είχε δηλωθεί στην αρμόδια οικονομική εφορία ΦΑΕΕ Αθηνών ως κατάστημα της εταιρίας ο 4ος όροφος επί της οδού ..., όπου στεγάζονταν το γραφείο του εγκαλούντα, Γ. Φ., η δε αξία του αγροκτήματος υπερέβαινε το ποσό των 1.000.000.000 δραχμών. Δια των ανωτέρω εν γνώσει του ψευδών παραστάσεων ως αληθινών, επεχείρησε να πείσει το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας ότι ήταν υπαρκτή η επιδικασθείσα απαίτηση ποσού 156.040 ευρώ, που θεμελιώθηκε επί των επίμαχων και εικονικών συναλλαγματικών και επιδικάσθηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής της εταιρείας "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ" κατά της εταιρίας "AGRONEF ΑΕ", ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή δεν υφίστατο και ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να εκδοθεί απορριπτική απόφαση επί της ως άνω αίτησης αναστολής. Ήτοι επεχείρησε να βλάψει την περιουσία της εταιρίας "AGRONEF ΑΕ", κατά το προαναφερθέν χρηματικό ποσόν των 156.040 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και δικαστικής δαπάνης, με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία ΔΟΜΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ", ο ίδιος και οι συγκατηγορούμενοί του, ισόποσο προς την ανωτέρω ζημία της εγκαλούσας εταιρείας παράνομο περιουσιακό όφελος. Η πράξη του αυτή όμως, δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από την θέλησή του, καθώς το δίκασαν την ανακοπή Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας δεν πείσθηκε σε όσα με πρόθεση παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ενώπιόν του, αλλά με την υπ' αριθ. 1247/2003 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής της εταιρίας "AGRONEF ΑΕ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη της κατά του αναιρεσείοντος επ' ακροατηρίου κατηγορίας για ηθική αυτουργία σε απόπειρα κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίου, απέρριψε την υπ' αριθμ. 3/2009 έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατ' ουσίαν και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 65/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, με το οποίο παραπέμφθηκε, εκτός των άλλων συγκατηγορουμένων του, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Με αυτό που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά κατά ένα μέρος στην Εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά συνεκτιμώντας και συναξιολογώντας όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο τις καταθέσεις του μηνυτή και του μάρτυρα Κ. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42, 46 παρ. 1α, 386 παρ. 1 και 3β του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της απόπειρας τέλεσης της κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίου από τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Γ. Κ. του Ε. λόγω του ύψους του ποσού (πλέον των 73.000 ευρώ) που επιχειρήθηκε να ζημιωθεί από αυτόν παράνομα η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "AGRONEF Α.Ε." και ως προς τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων για να πείσει τον ως άνω συγκατηγορούμενό του να επιχειρήσει να τελέσει την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, που τελικά δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του και ειδικότερα έγινε δεκτή η ως άνω αίτηση αναστολής με την υπ' αριθμ. 1247/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Α. Μ.-Κ., με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος (της έλλειψης αιτιολογίας) κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή προσδίδεται ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύ ή αποδίδεται σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτόν προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και να δοθεί σ' αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Περαιτέρω, αν το Συμβούλιο προχωρήσει στην παραπομπή του κατηγορουμένου, παρά την ύπαρξη δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, υποπίπτει και στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ της θετικής υπέρβασης εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου, προκύπτουν τα επόμενα: Με την από 24-3-2003 μήνυση που υπέβαλε ο Κ. Κ. του Ν. κατά του αναιρεσείοντος και λοιπών προσώπων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, καταμήνυσε τον αναιρεσείοντα, μεταξύ των άλλων, και για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τελέσθηκε την 12-8-2002 κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας "AGRONEF Α.Ε.", όταν και αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά το ποσό των 53.170.800 δραχμών με την ψευδή παράσταση των εγκαλουμένων (μηνυομένων) ότι η ως άνω εταιρία όφειλε το προαναφερόμενο ποσό προς την εταιρία "ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ". Η ανωτέρω μήνυση, όσον αφορά την προαναφερόμενη καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 55/2004 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 561/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Από την αντιπαραβολή όμως των περιστατικών που διαλαμβάνονται στην από 24-3-2003 μήνυση του Κ. Κ. και στο προσβαλλόμενο βούλευμα, σαφώς προκύπτει ότι πρόκειται για διαφορετικά περιστατικά που φέρονται ότι έλαβαν χώρα σε διαφορετικό χρόνο και το μόνο κοινό στοιχείο είναι το ύψος της ζημίας που φέρεται ότι προκλήθηκε σε βάρος της εταιρίας "AGRONEF Α.Ε.", δηλονότι πρόκειται περί διαφορετικών πράξεων και εντεύθεν δεν υφίσταται ταυτότητα της πράξεως καθ' οιανδήποτε τρόπο και λείπει μία από τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την απόπειρα της κακουργηματικής απάτης και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν που αποδίδεται στην κρινόμενη υπόθεση στον αναιρεσείοντα. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ και η του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης περί παραβίασης του δεδικασμένου και υπέρβασης (θετικής) της εξουσίας από το Δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τα ίδια ακριβώς πρέπει να λεχθούν και περί του δεδικασμένου που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι υπάρχει από το υπ' αριθμ. 2610/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτού, τούτο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρεται ότι τέλεσε μαζί με άλλους στην ... στις 24-9-2002, ήτοι για πράξη εντελώς διαφορετική αυτής (από άποψη πραγματικών περιστατικών και προσβολής εννόμων αγαθών) που διαλαμβάνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά συνδεόμενες μεταξύ τους μόνο ως προς το πραγματικό ή μη του χρέους της εταιρίας ΑΓΡΟΝΕΦ Α.Ε. προς τη ΔΟΜΙΚΗ ΣΤΕΡΕΑΣ ΑΤΤΕΒΕ, εξαιτίας του οποίου έχουν προκύψει πολλές δίκες μεταξύ του μηνυτή Γ. Φ. και του αναιρεσείοντος. Γι' αυτό ωσαύτως είναι απορριπτέος ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Α. Μ.-Κ. του Κ. στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο ως άνω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την υπ' αριθμ. 4/28-6-2010 αίτηση του Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... με την υπ' αριθμ. 3/28-6-2010 αίτηση του Α. Μ.-Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 65/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Απορρίπτει την πρώτη αυτών ως απαράδεκτη και τη δεύτερη κατ' ουσίαν. Και Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχειοθέτηση εγκλήματος ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίου. Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που επικύρωσε το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για ύπαρξη δεδικασμένου. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων και απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 345/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμητριο Μπόκοτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10159/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Η. Σ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 961/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποίησει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δ' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πολιτικώς ενάγων Η. Σ. διατηρούσε βιοτεχνία πολυεστερικών κατασκευών στα ... και έδρα στο .... Επειδή η βιοτεχνία του στεγαζόταν σε μισθωμένο ακίνητο, θέλησε να αγοράσει οικόπεδο για να εγκαταστήσει τη βιοτεχνία του. Προς τούτο απευθύνθηκε στο μηχανικό Σ. Ν., ο οποίος είχε φροντίσει για την άδεια και τις περιβαλλοντικές μελέτες της επιχείρησης στα … . Πράγματι του βρήκε ένα κτήμα (χωράφι) στην ... και τον έφερε σε επαφή με την ιδιοκτήτρια Δ. Π., ήδη κατηγορουμένη. Μετά από διαπραγματεύσεις η κατηγορουμένη πώλησε και μεταβίβασε στον πολιτικώς ενάγοντα, δυνάμει του υπ' αριθ. …/22-9-03 συμβολαίου της συμβ/φου Θηβών Ευαγγελίας Καραμαγκιώλη, ακίνητο (χωράφι), εμβαδού 6.614,40 τ.μ., κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως και στην ειδικότερη θέση "... και …" του ΔΔ … του διευρυμένου Δήμου …, αντί του πραγματικού τιμήματος των 29.117 ευρώ. Κατά τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου η κατηγορουμένη απέκρυψε αθέμιτα και παρεσιώπησε από τον αγοραστή - πολιτικώς ενάγοντα ότι το εν λόγω ακίνητο, όπως και η ευρύτερη περιοχή, ευρίσκετο εντός αρχαιολογικού χώρου και αυτό είχε ως συνέπεια να ισχύουν περιορισμοί στη δόμησή του, αν και είχε υποχρέωση από τη σύμβαση να γνωστοποιήσει στον αγοραστή τις ιδιότητες του ακινήτου και τους περιορισμούς που ίσχυαν γι' αυτό πριν υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Από την ως άνω από πρόθεση απόκρυψη εκ μέρους της κατ/νης του ελαττώματος του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος στον πολιτικώς ενάγοντα ακινήτου, το οποίο αν αυτός το γνώριζε δεν θα προέβαινε στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 29.117 ευρώ που κατέβαλε ως τίμημα. Ο ισχυρισμός δε της κατ/νης ότι δεν γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο ευρίσκετο εντός αρχαιολογικού χώρου στερείται ουσιαστικής βασιμότητας, όταν μάλιστα η ίδια κατά την απολογία της ισχυρίζεται ότι γνώριζε ως Ταναγραία ότι όλη η περιοχή έχει αρχαία. Δεν μπορεί όμως να γίνει πιστευτό ότι δεν γνώριζε τα όρια του αρχαιολογικού χώρου. Ο πολιτικώς ενάγων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι το ακίνητο που αγόρασε βρίσκεται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου στις 7-7-2004 που του κοινοποιήθηκε, μετά από αίτησή του για έκδοση οικοδομικής αδείας, η με αριθμό 2840/04 απάντηση της Γ.Δ. Αρχαιοτήτων. Στις 9-11-04 του κοινοποιήθηκε απόφαση της αρμόδιας δ/νσης Αρχαιοτήτων για χορήγηση άδειας κατασκευής της βιοτεχνίας του με όρους της πρόσληψης αρχαιολόγου από τον ίδιο και με δαπάνη του για την παρακολούθηση των σκαπτικών εργασιών και σε περίπτωση ανεύρεσης αρχαιοτήτων θα ακολουθούσε ανασκαφή του ακινήτου με δαπάνες του, όπως και πράγματι ανακαλύφθησαν και με το 1935/9-5-05 έγγραφο καλείτο να καλύψει τα αναγκαία για την ανασκαφική έρευνα έξοδα (πρόσληψη προσωπικού κ.λ.π.), δαπάνες που θα έφθαναν τις 30.000 ευρώ, πρέπει, συνεπώς να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη". Στη συνέχεια το προδιαληφθέν Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι "Στη …, στις 22-9-2003, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ήτοι στον ως άνω τόπο και χρόνο, προέβη δυνάμει του με αριθμό … συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θηβών Ευαγγελίας Καραμαγκιώλη σε πώληση προς τον εγκαλούντα Η. Σ., ενός ακινήτου εμβαδού 6.614,40 τ.μ., κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως και στην ειδικότερη θέση "... και …" του ΔΔ … του διευρυμένου Δήμου … αντί του πραγματικού τιμήματος των 29.117 ευρώ, απέκρυψε όμως, αθέμιτα και παρεσιώπησε από τον τελευταίο ότι το άνω ακίνητο ευρίσκετο εντός αρχαιολογικού χώρου και αυτό είχε ως συνέπεια να ισχύουν περιορισμοί στη δόμησή του, αν και είχε υποχρέωση εκ της συμβάσεως να γνωστοποιήσει στον αγοραστή τις ιδιότητες του ακινήτου και τους περιορισμούς που ίσχυαν γι' αυτό πριν υπογράψει το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας, γιατί οπωσδήποτε γνώριζε ως ιδιοκτήτρια ότι από το έτος 1998 η περιοχή είχε ανακηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος και ο αγοραστής το προόριζε για επαγγελματική χρήση το ακίνητο. Έβλαψε έτσι την περιουσία του εγκαλούντος πείθοντας αυτόν να υπογράψει το άνω συμβόλαιο αποκρύπτοντας δε το καθεστώς υπό το οποίο το πωληθέν τελούσε και η περιουσιακή αυτή βλάβη του εγκαλούντος ανέρχεται στο ειρημένο ποσό των 29,117 ευρώ". Επέβαλε δε σ' αυτή ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Δ' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 386 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή της κατηγορουμένης, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως προαναφέρθηκε, να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, ο σκοπός της αποκομίσεως του πιο πάνω περιουσιακού της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας οφέλους, με την αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του μηνυτή, ως και η αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από το μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντα, αναφορικά με το απ' αυτή πωληθέν στον τελευταίο ακίνητο. Πλήρως δε αιτιολογείται η παραδοχή ότι η κατηγορουμένη οπωσδήποτε γνώριζε, ως ιδιοκτήτρια, ότι από το έτος 1998 η περιοχή, όπου το πωληθέν ακίνητό της, είχε ανακηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος και τούτο απέκρυψε από το μηνυτή, προκειμένου να επιτύχει την πώλησή του (ακινήτου). Η αιτίαση, εξάλλου, της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από αιτιολογία, λόγω αντιφατικότητας, εκ του ότι, κατ' αυτή, εκδόθηκε άδεια ανέγερσης κτίσματος στο συγκεκριμένο χώρο τόσο από την πολεοδομία όσο και από την αρχαιολογική υπηρεσία, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδομένη, δεδομένου ότι από αυτή (απόφαση) κάτι τέτοιο δεν προκύπτει, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Συνεπώς, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 22 Ιουνίου 2010, αίτηση της Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 10159/2009 απόφασης του Δ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απάτη. Ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτει αίτηση.
null
null
0
Αριθμός 344/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κοπατσάρη, για αναίρεση της με αριθμό 4680/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Γ. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μικροπανδρεμένο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 813/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποί ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α' και 315 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επελεύσεως του ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθειες ενασχολήσεις. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι. Επομένως, υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία δεν είχε υποβληθεί από τον παθόντα νομοτύπως και εμπροθέσμως. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) υπερέβη την εξουσία του με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την κατ' αυτού ποινική δίωξη για το πλημμέλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της διωκόμενης (κατά τους ισχυρισμούς του) κατ' έγκληση ως άνω αξιόποινης πράξης (χρόνος τέλεσης της πράξης 2.4.2004, χρόνος υποβολής της σχετικής εγκλήσεως από τον παθόντα πολιτικώς ενάγοντα Χ. Γ. 7.9.2004). Τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης είχε υποβάλει στο Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι πρόκειται για πράξη που τέλεσε ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε λόγω του επαγγέλματός του (νόμιμος εκπρόσωπος εμπορικής εταιρίας) να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και για την οποία λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του κατηγορουμένου δεν απαιτείται η υποβολή εγκλήσεως για την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά αυτή διώκεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 315 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ). Για την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε ειδικότερα την ακόλουθη αιτιολογία: "... Στο άρθρο 315 ΠΚ, ο νόμος εννοεί το επάγγελμα υπό ευρεία μορφή, περιλαμβάνοντας κάθε κοινωνική δραστηριότητα για βιοποριστικό σκοπό, αλλά και κάθε συνεχή ενασχόληση με κάποια εργασία, χωρίς να απαιτείται και αποκλειστικός σκοπός βιοπορισμού, οποία απαιτεί ιδιαίτερη ικανότητα, εμπειρία και τέχνη. Στην έννοια περιλαμβάνονται και επαγγέλματα ή δραστηριότητες χαμηλής ειδίκευσης, όπως νοσοκόμος, οικοδόμος, κυνηγός, οδηγός κ.α. Ακόμη η διάταξη του β' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 315 είναι τόσο γενική, ώστε να περιλαμβάνει κάθε ένα, ο οποίος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του οφείλει να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια για να αποφευχθεί η από την πράξη ή από την παράλειψη του επελθούσα σωματική βλάβη ...". Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος φέρεται να ασκεί επάγγελμα κατά την έννοια του άρθρου 315 παρ. 1 ΠΚ ως είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που διατηρεί βιοτεχνία επίπλων μπάνιου και είχε ως εκ τούτου την υποχρέωση που απέρρεε από τις επιτακτικού χαρακτήρα σχετικές διατάξεις, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας από τον κίνδυνο λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος και σωματικών βλαβών του χειριστή του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, συντρέχουν όλοι οι όροι εφαρμογής του άρθρου 315 ΠΚ και η δίωξη για το εν λόγω αδίκημα κατά του συγκεκριμένου κατηγορουμένου δεν απαιτεί έγκληση, αλλά μπορεί να ασκηθεί και αυτεπάγγελτα. Κατόπιν τούτων, η εξεταζόμενη ένσταση του πρώτου κατηγορουμένου, περί κηρύξεως της ασκηθείσας ποινικής δίωξης ως απαράδεκτης λόγω μη υποβολής της έγκλησης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την τέλεση της πράξης (που ενέχει παραίτηση από το δικαίωμα εγκλήσεως), αφού το ατύχημα έλαβε χώρα στις 2-4-2004 και η δήλωση ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη έγκληση του παθόντος υποβλήθηκε στις 7-9-2004, άλλως την οριστική παύση της ποινικής δίωξης πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη". Επομένως με την ορθή παραδοχή ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και ως υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια δεν απαιτείται κατ' άρθρο 315 παρ. 1 εδ. β' του Π.Κ. η υποβολή εγκλήσεως εκ μέρους του παθόντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ. Γ. για την άσκηση κατά του αναιρεσείοντος της σχετικής ποινικής δίωξης. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης περί υπερβάσεως της εξουσίας με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα για την αυτεπαγγέλτως διωκόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδο της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί τούτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και αν δεν πράξει τούτο και δεν αποφανθεί, όπως έχει υποχρέωση, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επί του εκκληθέντος αυτού κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 περίπτωση Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό λόγο της εφέσεως, διότι αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 19584/2008 πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του παραδεκτού των λόγω αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, πρόβαλε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου την ένσταση αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία απέρριψε το Δικαστήριο εκείνο ως αβάσιμη. Την ίδια ένσταση επανέφερε παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του το τελευταίο απέρριψε ωσαύτως την ανωτέρω ένσταση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή κατά το άρθρο 321 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ το κλητήριο θέσπισμα, πλην των άλλων, πρέπει, με ποινή ακυρότητας (άρθρο 321 παρ. 4), να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως προβλέπον τη διωκόμενη πράξη ή εφαρμοζόμενο για τον κολασμό αυτής άρθρο του ποινικού νόμου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 139, 484 παρ. Ι στοιχ. δ' και ε' και 510 παρ. εδ. δ' και η' ΚΠΔ, θεωρείται όχι μόνο το επιβάλλον την ποινή, αλλά και το ορίζον τις προϋποθέσεις της αξιόποινης πράξης, οι οποίες προϋποθέσεις πρέπει να εκτίθενται στο κλητήριο θέσπισμα (ΑΠ 301/1972 Ποιν. Χρ ΚΒ 524). Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, που κατηγορείται για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο, προέβαλε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, γιατί σ' αυτό δεν γίνεται σαφής μνεία του άρθρου 315 παρ. Ιβ αλλά παραπομπή στο άρθρο 315 παρ. 1 ούτως ώστε να γίνει κατανοητό στον κατηγορούμενο ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα λόγω του επαγγέλματος του σε κάθε δε περίπτωση δε γίνεται καμία ρητή και σαφής αναφορά ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ούτως ώστε να πληροφορηθεί ο κατηγορούμενος ότι παραπέμπεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση λόγω του επαγγέλματος του και περαιτέρω γιατί δεν γίνεται αναφορά πέραν του άρθρου 314 παρ. Ι που καθορίζει τα όρια της ποινής της σωματική βλάβης από αμέλεια αλλά και αυτό που ορίζει τις προϋποθέσεις του ποινικού κολασμού. Από το υπό κρίση κλητήριο θέσπισμα προκύπτει ότι σ' αυτό αναφέρεται το άρθρο 315 παρ. 1, στο οποίο περιλαμβάνεται και η περίπτωση β' που αφορά την αυτεπάγγελτη - δίωξη για το εν λόγω έγκλημα και με το συνδυασμό και με τα αναφερόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" (βιοτεχνία επίπλων μπάνιου) δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ειδικότερα ενώ υπήρχαν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενο μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορούσαν να προκαλέσουν ατύχημα δεν ήταν εφοδιασμένα σύμφωνα με το άρθ. 9 (παράρτημα 2, Ι3 ΠΔ 395/1994 με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ούτε οι οδοντωτοί τροχοί του μηχανήματος ήταν προφυλαγμένοι με κάλυμμα από σιδερένιο έλασμα και ενώ ο πιο πάνω παθών με την ειδικότητα του χειριστή ξυλουργικών μηχανημάτων εργαζόταν στο κοπτικό μηχάνημα που ονομάζεται ΡΑΝΤΙΑΛ (δισκοπρίονο), το οποίο χρησιμοποιείται για την κοπή μεγάλων κομματιών ξύλου στη μέση, προκύπτει σαφής και ρητή αναφορά ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και παραπομπή του γίνεται . αυτεπάγγελτα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω Επίσης προκύπτει ότι στο άρθρο 314 παρ ! του ΠΚ του οποίου γίνεται μνεία στο κλητήριο θέσπισμα, σαφώς αναφέρεται ότι αφορά σωματική βλάβη από αμέλεια, ενώ σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο κλητήριο θέσπισμα αναλύεται με σαφήνεια και κατηγορηματικότατα σε τι ακριβώς συνίσταται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι πρόκειται για έγκλημα από αμέλεια τελούμενο και δε δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση. Επομένως και ο σχετικός αυτός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας του ισχυρισμός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με αυτό που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς την ένσταση του κλητηρίου θεσπίσματος, αφενός μεν διέλαβε στο σκεπτικό του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά εφάρμοσε τον νόμο, αφετέρου δε ουδόλως υπερέβη την εξουσία του και εντεύθεν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' του ΚΠΔ λόγος περί υπέρβασης της εξουσίας από το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 4680/2009 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά το είδος τους αναφέρει, αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος είναι ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", που εδρεύει στο ... επί της οδού … αριθμός 35, έχει δε αντικείμενο της δραστηριότητας της την κατασκευή επίπλων μπάνιου (βιοτεχνία επίπλων μπάνιου). Ο πολιτικώς ενάγων (παθών) εργαζόταν στην άνω επιχείρηση από τις 10-5-1999 με την ειδικότητα του χείριστη ξυλουργικών μηχανημάτων, είναι δε πολύ έμπειρος αφού απασχολείται σε ξυλουργικές εργασίες από:την παιδική του ηλικία, σχεδόν 30 χρόνια. Τη 2α Απριλίου 2004 ο παθών εργαζόταν στο κοπτικό μηχάνημα που ονομάζεται ΡΑΝΤΙΑΛ (δισκοπρίονο). Στο μηχάνημα αυτό, που από την κατασκευή του έχει υποτυπώδη πάγκο, είχε τοποθετηθεί από την επιχείρηση, τον κατηγορούμενο, ένας πάγκος ιδιοκατασκευή με διαστάσεις 1,20 μ. πλάτος και 3 μ. μήκος. Ο εργαζόμενος (παθών) για να πλησιάσει το κοπτικό μηχάνημα και να το χρησιμοποιήσει ήταν αναγκασμένος να ξαπλώσει σχεδόν πάνω σ αυτόν τον αυτοσχέδιο πάγκο. Το μηχάνημα αυτό χρησιμοποιείται συνήθως για να τεμαχίζει μεγάλα κομμάτια ξύλου στη μέση. Την παραπάνω ημέρα ο πολιτικώς ενάγων, εργαζόμενος, έκοβε μικρά τεμάχια μελαμίνης διαστάσεων 8 εκατοστών πλάτους και 30 εκατοστών μήκους. Το κοπτικό εργαλείο απείχε από την άκρη του πάγκου περίπου 8 εκατοστά. Ο πολιτικώς ενάγων είχε τοποθετήσει το κομμάτι της μελαμίνης με τη μικρή πλευρά των 8 εκατοστών κάθετα προς το δίσκο κοπής. Έσπρωξε λίγο το κομμάτι προς τα μπρος και όταν αυτό προχώρησε λίγα εκατοστά έπιασε το μπροστινό τμήμα του ξύλου με το δεξί του χέρι και έσπρωξε το πίσω τμήμα του ξύλου με το αριστερό του χέρι. Όταν το πίσω τμήμα του ξύλου πλησίασε αρκετά κοντά στο δίσκο κοπής, ο πολιτικώς ενάγων για να προστατεύσει το αριστερό του χέρι πήρε ένα άλλο κομμάτι ξύλου και το χρησιμοποίησε για να σπρώξει το κομμάτι του ξύλου που έκοβε. Καθώς όμως το έσπρωχνε προς τα εμπρός, σε κάποιο σημείο του ξύλου ο δίσκος κοπής βρήκε αντίσταση με αποτέλεσμα το ξύλο να γυρίσει και να πετάξει το δεξί χέρι του στο δίσκο κοπής, με αποτέλεσμα ο πολιτικώς ενάγων να υποστεί ακρωτηριασμό τεσσάρων δακτύλων (δείκτη, μέσου, παράμεσου και μικρού) του δεξιού χεριού του στο ύψος της πρώτης φάλαγγας. Κατά το χρόνο του ατυχήματος, από το ανωτέρω μηχάνημα είχαν αφαιρεθεί σι προστατευτικές διατάξεις, που εμποδίζουν την επαφή των δακτύλων με το κινούμενο εξάρτημα. Επίσης, ενώ σύμφωνα με το Β.Δ. της 10-9-1937 "Περί ασφαλείας των εν τοις ξυλουργικοίς εργοστασίοις εργατών και τεχνιτών" άρθρο 7, σι οδοντωτοί τροχοί πρέπει να είναι προφυλαγμένοι με κάλυμμα από σιδερένιο έλασμα και τα καλύμματα αυτά δεν πρέπει να απομακρύνονται παρά μόνο και εφόσον πρόκειται για επισκευή της μηχανής, απαγορεύεται δε να χρησιμοποιούνται για άλλο σκοπό, σύμφωνα δε με το άρθρο 8 του ίδιου διατάγματος σι προφυλακτήρες των μηχανών εκείνων, στις οποίες η προσαρμογή του προς κατεργασία υλικού γίνεται απευθείας με το χέρι, δεν πρέπει να αφαιρούνται, κατά την προσαγωγή ξύλων μεγάλου μήκους πρέπει να χρησιμοποιούνται καβαλέτα, ενώ για ξύλα μικρού μήκους πρέπει να χρησιμοποιούνται διάφορα μέσα ή συσκευές προσαγωγής καθώς και συστήματα που προλαμβάνουν την εκτόξευση του επεξεργασμένου υλικού. Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 παράρτημα παρ,. 2.13 του Π.Δ. 395/94 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση, με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ", εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση σε επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 Παράρτημα 2.18 του αυτού ΠΔ/τος ο εξοπλισμός εργασίας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται παρά μόνο για εργασίες και υπό συνθήκες για τις οποίες είναι κατάλληλος. Ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητα του και υπόχρεος εξ αυτής να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, λαμβάνοντας όλα τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, αυτός από έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής αυτής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, αφού μάλιστα ήταν παρών και έβλεπε τον πολιτικώς ενάγοντα, παθόντα, εργαζόμενο, να εκτελεί την παραπάνω εργασία, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, δεν έλαβε τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ούτε ανέθεσε σε κάποιον άλλο εργαζόμενο να βοηθήσει τον παθόντα στην εκτέλεση της εργασίας αυτής, επειδή οι λοιποί εργαζόμενοι ήταν απασχολημένοι σε άλλες εργασίες για να προλάβουν την εμπρόθεσμη παράδοση επείγουσας παραγγελίας, με αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής ο παθών, πολιτικώς ενάγων, να υποστεί την παραπάνω αναφερόμενη σωματική βλάβη. Επομένως, αφού αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο (άρθρο 314 παρ. Ια ΠΚ), πρέπει ο τελευταίος να κηρυχθεί ένοχος του εγκλήματος αυτού". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία χρόνια, και τον υποχρέωσε επίσης να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα Χ. Γ. το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α' και 315 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα αιτιολογείται με πληρότητα η εκ του νόμου (ως άνω Β.Δ και Π.Δ/τα) υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής για να αποφευχθεί ο κίνδυνος πρόκλησης σωματικών βλαβών σε τρίτους και ειδικότερα στον χειριστή του κοπτικού μηχανήματος ΡΑΝΤΙΑL, που χρησιμοποιούσε η απ' αυτόν εκπροσωπουμένη ετερρόρυθμη εταιρία - βιοτεχνία επίπλων μπάνιου για την κοπή μεγάλων κομματιών ξύλου στη μέση, γνωρίζοντας ότι το ως άνω μηχάνημα δεν είχε προστατευτικό κάλυμμα και κατά τη χρησιμοποίησή του χωρίς τον κίνδυνο πρόκλησης κάποιου εργατικού ατυχήματος χρειαζόταν και η βοήθεια προς τον χειριστή και ετέρου εργαζομένου, όντας δε παρών επέτρεψε στον πολιτικώς ενάγοντα να παρέχει την εργασία του με τις ως άνω συνθήκες. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1 περ. β' του ΠΚ είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω δύο λόγων με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος. Τέλος, με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν.3180/2003 καταργήθηκε ο λόγος αναιρέσεως για μη παράθεση στην απόφαση στην απόφαση του άρθρου του Ποινικού νόμου (περίπτωση υπό στοιχ. Η' του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ). Επομένως όσα περί του αντιθέτου των ανωτέρω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του, λόγω αναφοράς στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 28 του ΠΚ εκ παραδρομής, αντί του ορθού 26 παρ. 1β και 28 του ΠΚ εκτός του ότι ουδεμία αοριστία δημιουργείται, καθόσον από το συνδυασμό με τα αναφερόμενα άρθρα 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1β του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι αυτός καταδικάσθηκε για το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, είναι απορριπτέα μετά την κατάργηση του ως άνω λόγου αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2010 αίτηση του Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4680/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέου. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Δεν απαιτείται έγκληση του παθόντος. Αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης με λόγους υπέρβασης εξουσίας (εκπρόθεσμη υποβολή έγκλησης από παθόντα - μη απαιτούμενης, ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος), έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως και μη αναφοράς (ορθής) των άρθρου του ΠΚ που εφαρμόστηκαν (μη απαιτουμένης πλέον κατά το άρθρο 50 παρ. 4 Ν. 3160/2003). Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
Αριθμός 343/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 199/29.12.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Π. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της με αριθμό 1862/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 977/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 Κ.Ποιν.Δ. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 2010 αποδεικτικό επίδοσης της …, Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σερρών, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με παράδοση της κλήσεως στα χέρια του) για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2010 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Β. Π. του Ν., για αναίρεση της 1862/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
1
Αριθμός 342/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.1.12011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β.Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πουλόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 288/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου Εφετείου. Με συγκατηγορούμενο το Ν.Μ. του Μ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ζακύνθου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 708/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτήν ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παρ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου ΑΝ 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 130 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 288/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς, αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ζακύνθου δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την αναιρεσείουσα και τον συγκατηγορούμενό της Ν.Μ. του Μ. (πρώην σύζυγό της): "Οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, διότι μολονότι είχαν υποχρέωση, εν τούτοις δεν κατέβαλαν εργοδοτικές και εργατικές εισφορές στο ΙΚΑ για χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2004 έως Φεβρουάριο 2004, ύψους 21.375,26 ευρώ (οι εργοδοτικές), 8.948,56 ευρώ (οι εργατικές) και 12.694,80 ΔΧ και ΔΠ/2004". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, μετά τη σιωπηρή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί της συνδρομής στο πρόσωπό της τής ελαφρυντικής περίστασης το ότι ωθήθηκε στις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 από μη ταπεινά αίτια, που ήταν αόριστος λόγω της μη αναφοράς οιουδήποτε περιστατικού που θα θεμελίωνε τον εν λόγω ισχυρισμό (Βλ. 9η σελίδα πρακτικών δευτεροβάθμιας δίκης) κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για μία τριετία και συνολική χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Με τις ως άνω παραδοχές του το Δικαστήριο της ουσίας ορθά απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνδρομής της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, χωρίς αιτιολογία, αφού αυτός ήταν αόριστος και συνεπώς η σχετική αιτίαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω όμως η αιτιολογία ως προς την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την αναιρεσείουσα δεν είναι η απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Ειδικότερα δεν εκτίθενται ούτε στο αιτιολογικό ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγονται με σαφήνεια η θέση και η ιδιότητα αυτής στην εργοδότρια επιχείρηση, η νομική μορφή της τελευταίας και τα στοιχεία της εργασιακής σχέσης με βάση την οποία απασχολήθηκαν οι εργαζόμενοι, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η ποινική συνευθύνη της μαζί με το συγκατηγορούμενό της Ν.Μ. για τη μη καταβολή των επίδικων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, που υπερβαίνουν το ελάχιστο όριο για να είναι αξιόποινες οι πράξεις αυτές (βλ. άρθρο 30 του ν.3904/2010), ενόψει μάλιστα και του ισχυρισμού της, που έχει καταχωριστεί στα πρακτικά, για το ότι η οικοδομή (ξενοδοχείο) ανήκε κατά κυριότητα στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "PARADIZE AE" και συνεπώς εργοδότρια των εργαζομένων ήταν η ανωτέρω εταιρία, περί του οποίου ουδέν αναφέρεται στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Στο διατακτικό μόνο της απόφασης αυτής γίνεται απλώς μνεία ότι η αναιρεσείουσα ήταν εργοδότρια, δηλαδή ιδιοκτήτρια οικοδομής, χωρίς άλλη περαιτέρω διευκρίνιση για το εάν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση, η οποία όμως αναφορά δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΦ λόγος αναίρεσης της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 288/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου μόνο όσον αφορά την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα Β.Μ. του Α., κάτοικο ... . Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω μέρος της για νέα συζήτηση, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ. Καταδικαστική απόφαση χωρίς να προσδιορίζεται σ’ αυτήν η θέση και η ιδιότητα της κατηγορουμένης σε επιχείρηση εταιρικής μορφής και η εντεύθεν ευθύνη της για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ. Αίτηση αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας. Παραδοχή του λόγου αυτού. Αναίρεση της απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
null
null
0
Αριθμός 340/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ.Μ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ.4064/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Ε.Ε.), που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χρονόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 24 Δεκεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 965/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος των προσθέτων. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.2 και 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, ως λόγος, για να αναιρεθεί η απόφαση, μπορεί να προταθεί και η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 64, 82-84 και 87 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία, εκείνος που δικαιούται ν' απαιτήσει αποζημίωση, ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από το διωκόμενο έγκλημα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτό. Όμως στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΟΕΕ) καμμία διάταξη νόμου ούτε και από τον ιδρυτικό αυτού νόμο, όπως συμβαίνει λ.χ. με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (άρθρο 28 ν.1650/1986) χορηγείται ειδικό δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 4064/2010 του Ζ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που κατεδίκασε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και επέβαλε σ'αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, που ανεστάλη για τρία χρόνια, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, μετά από μήνυση του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη για τα πιο πάνω εγκλήματα, δήλωσε, όπως και πρωτόδικα, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση, ποσού-40-ευρώ με επιφύλαξη, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από την κρινόμενη πράξη του. Το Τριμελές Εφετείο έκανε δεκτή την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επεδίκασε στο Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το αιτηθέν πιο πάνω ποσό. Ενόψει των προεκτεθέντων, το ΟΕΕ δε νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον και συνεπώς συντρέχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν και, δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση να γίνει δεκτή, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4064/2010 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Δέχεται λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής. Δέχεται την αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
null
null
2
Αριθμός 339/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 37/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Β. του Α., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 415/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Π.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του Κ.Π.Δ. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 27 Ιουλίου 2010, αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς και 28 Ιουλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, τόσο ο αναιρεσείων, όσο και ο αντίκλητος δικηγόρος του, Εμμανουήλ Κοτσώνης, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στη συνεδρίαση της 1-10-2010. Η συζήτηση της υποθέσεως κατά την ως άνω ορισθείσα αρχική δικάσιμο, κατόπιν σχετικού αιτήματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο της 4-2-2011, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 1569/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2010, αίτηση του Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 37/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
0
Αριθμός 337/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1198/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Κωνσταντίνο Παπάδη και 2. Η. Ν.. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 1012/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 388/24-11-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 90/9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1198/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1954/2008 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους: α) Γ. Δ. του Νικολάου και β) Ν. Δ. του Γ., κατοίκους ..., για να δικαστούν ο μεν πρώτος για απόπειρα απάτης ενώπιον δικαστηρίου από την οποία το περιουσιακό όφελος του υπαιτίου και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος, υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή. Εναντίον του βουλεύματος αυτού, οι πιο πάνω παραπεμφθέντες άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις υπ' αριθμ. 399/2008 και 400/2008 εφέσεις. Οι εφέσεις αυτές έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία με το υπ' αριθμ.194/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του ως άνω βουλεύματος, οι παραπεμφθέντες κατηγορούμενοι άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις από 13-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως. Οι αιτήσεις αυτές έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές με την υπ' αριθμ. 2261/2009 απόφαση του Δικαστηρίου Σας (σε Συμβούλιο). Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολό του, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο επρόκειτο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, προκειμένου να υπάρξει νέα κρίση. Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1198/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο αφ' ενός μεν δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εκ των κατηγορουμένων Ν. Δ. και αποφάνθηκε να μη γίνει κατ' αυτού κατηγορία για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα κακουργηματικής απάτης, αφ' ετέρου δε απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπ' αριθμ. 400/2008 έφεση του κατηγορουμένου Γ. Δ. του Ν.. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος Γ. Δ. του Ν. με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 90/9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο (με θυροκόλληση) την 30-6-2010 και στον αντίκλητο δικηγόρο του την 5-7-2010, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 9-7-2010 (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ ), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 90/2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της και ειδικότερα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε Κ.Π.Δ). Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο, άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (ΑΠ 411/2007 Ποιν.Χρον ΝΗ 61). Λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης παραπλανώμενου και βλαπτόμενου προσώπου, απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, ο οποίος δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν ο υπαίτιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, παραπλανώντας έτσι τον δικαστή σε έκδοση ευνοϊκής για τα συμφέροντά του οριστικής αποφάσεως προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του (ΑΠ 1452/2006 Ποιν.Χρον.NZ 629), ενώ αν ο δικαστής δεν πειστεί και απορρίψει τους ισχυρισμούς του αυτούς ή δεν εκδώσει οριστική απόφαση, τότε υπάρχει απόπειρα της πράξης αυτής (ΑΠ 2642/2008 Ποιν.Χρον. ΝΘ 905 ΑΠ 2231/2007 Ποιν.Χρον. ΝΗ 810, ΑΠ 637/1988 Ποιν.Χρον. ΛΗ 739) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (ΑΠ 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Για την στοιχειοθέτηση της απάτης ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 266/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 812, ΑΠ 830/2006 Ποιν.Δικ. 10/2006,1227). Εξάλλου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α' βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται (ΑΠ 737/2007 Ποιν.Χρον. ΝΗ 226). ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά (Oλομ.ΑΠ 2/2003 Ποιν.Χρον ΝΕ 116). Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 114/2004 Ποιν.Χρον. ΝΔ 29, ΑΠ 1416/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 396, ΑΠ 1504/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 410). Σε περίπτωση όμως συνδρομής αντίθετων, αντιφατικών ή απλώς διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ή το βούλευμα, γιατί το δικαστήριο ή το συμβούλιο πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό η απλώς διαφορετικό (ΑΠ 129/2007 Ποιν.Χρον. ΝΖ 595, ΑΠ 1702/2008 σε Συμβ. Ποιν.Χρον ΝΘ 650, ΑΠ 1883/2008). β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 819, ΑΠ 345/2006 Ποιν.Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 1082/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 373, ΑΠ 784/2009 Ποιν.Χρον. Ξ 202). Εξάλλου, η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, συντρεχουσών ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή, το δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο ή το Συμβούλιο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης τους, ως απλό έγγραφο, δεν είναι όμως απαραίτητο, εάν το δικαστήριο ή το Συμβούλιο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδότησης, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του (ΑΠ 384/2009 Ποιν.Χρον Ξ 40, ΑΠ 921/2009, Ποιν.Χρον Ξ 221). IV) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με δικές του αποκλειστικά σκέψεις δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και από την απολογία των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Κ. Π. είναι ιδιοκτήτης καταστήματος ηλεκτρονικών ειδών το οποίο ευρίσκεται στην οδό ... στο ... και αποτελεί ένα από τα καταστήματα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ". Στο κατάστημά του αυτό μετέβησαν την 4-3-2003 και 5-3-2003 ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Δ. μαζί με την Α. Κ., η οποία πέραν της γνωριμίας που τους συνέδεε, ήταν και λογίστριά του (αφού της είχε αναθέσει τον χειρισμό των φορολογικών του υποθέσεων ), προκειμένου να την εξυπηρετήσει στην αγορά κινητών τηλεφώνων. Την συναλλαγή με τους Γ. Δ. και Α. Κ., διεκπεραίωσε ο υπάλληλος του καταστήματος του Κ. Π. Η. Ν. (δεύτερος των μηνυτών). Συγκεκριμένα αγοράστηκαν στις 4-3-2003 δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων ΝΟΚΙΑ 6100 αντί τιμήματος 1393 ευρώ και στις 5-3-2003 έξι συσκευές κινητών τηλεφώνων ΝΟΚΙΑ 6610 και 7210 αντί τιμήματος 1345 ευρώ. Για τις ως άνω αγορές δεν καταβλήθηκαν μετρητά, αλλά πιστώθηκε το τίμημα. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με καταναλωτικά δάνεια που συνάφθηκαν με την υποβολή των υπ' αριθμ. .../4-3-2003 και .../5-3-2003 αντίστοιχων αιτήσεων χορήγησης δανείων διάρκειας 24 μηνών, με την έκδοση αντίστοιχων πιστωτικών καρτών τύπου " MAGNA ΓΕΡΜΑΝΟΣ" με την συνεργαζόμενη με το ως άνω κατάστημα τράπεζα "E.F.G Eurobank Ergasias Α.Ε", η οποία χορήγησε και την σχετική πίστωση. Οι επίμαχες αγορές των κινητών τηλεφώνων που χρειαζόταν η Α. Κ. , έγιναν στο όνομα του Γ . Δαμπολιά, ο οποίος αφού επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αιτήσεις περί των οποίων έγινε ήδη λόγος, με τα ατομικά του στοιχεία, ακολούθως έθεσε σ' αυτές την υπογραφή του, δεσμευθείς έναντι της τράπεζας για την πληρωμή των αντίστοιχων ποσών, τα οποία αθροιζόμενα ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 2.738 ευρώ. Ωστόσο, όταν αυτός κλήθηκε τον Απρίλιο του 2003 από την παραπάνω τράπεζα να καταβάλλει την πρώτη δόση του πιστωθέντος ποσού, δήλωσε πλήρη άγνοια στους γονείς του (οι οποίοι με την αποστολή του σχετικού λογαριασμού πληροφορήθηκαν το πρώτο την ύπαρξη του χρέους αυτού). Μετά ταύτα ο πατέρας του Ν. Δ. (δεύτερος κατηγορούμενος), προσέφυγε στον προϊστάμενο του Τμήματος Ασφαλείας ... Κ. Δ., με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και ζήτησε την βοήθειά του για την διαλεύκανση της υπόθεσης. Από την έρευνα που διενήργησε ο ανωτέρω αστυνομικός, οδηγήθηκε στην Α. Κ. και στη συνέχεια ενημέρωσε τον Ν. Δ., ο οποίος του δήλωσε ότι θα ερχόταν σε επαφή μαζί της ( καθόσον ήταν φοροτεχνικός τους), για την διευθέτηση του θέματος. Επειδή όμως η Α. Κ. (που αναδέχθηκε τη ευθύνη από την παραπάνω αιτία), δεν τήρησε την υπόσχεση που του έδωσε, ο Ν. Δ. προσήλθε στο Α.Τ. ... στις 2-8-2003 προσκομίζοντας σχετική εισαγγελική παραγγελία (την από 23-6-2003 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) και διατύπωσε παράπονα αστικής φύσεως σε βάρος της Α. Κ. για την παράλειψη εξόφλησης του ανωτέρω χρέους. Η τελευταία παραδέχθηκε ενώπιον του ως άνω αστυνομικού και του Ν. Δ. την αγορά των επίμαχων προϊόντων επί πιστώσει, χωρίς να καταβάλλει τις αντίστοιχες δόσεις στην τράπεζα, όπως είχε υποσχεθεί, και δεσμεύθηκε εκ νέου για την αποπληρωμή τους μέχρι 13-9-2003. Η σχετική δήλωση καταγράφηκε ακολούθως στο οικείο βιβλίο αδικημάτων - συμβάντων 24ωρου της 2-8-2003 του Α.Τ .... Παρά ταύτα όμως η Α. Κ. δεν εκπλήρωσε την ως άνω υποχρέωσή της. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, παρότι γνώριζε ότι εμφανίστηκε ο ίδιος προσωπικά στο κατάστημα του Κ. Π. μαζί με την Α. Κ. και συναλλάχθηκε με τον αρμόδιο υπάλληλο Η. Ν. στην επίμαχη αγορά, στη συνέχεια υπέβαλε την από 15-11-2003 έγκληση (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του) καταγγέλλοντας τον Κ. Π. καθώς και κάθε άλλο άγνωστο υπεύθυνο πρόσωπο, ότι τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της απάτης από κοινού και κατά συρροή και της πλαστογραφίας από κοινού και κατά συρροή, σχηματίσθηκε δε σχετικά η με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Δ/2003/4526 ποινική δικογραφία. Επίσης υπέβαλε την από 23-6-2005 έγκλησή του, η οποία έλαβε αριθμό βιβλίου μηνύσεων Δ/2005/2579 καταγγέλλοντας τον Κ. Π. και τον Η. Ν. ότι στις 2-6-2005 ο δεύτερος τέλεσε τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του, με την προτροπή και τη παρακίνηση του πρώτου ως ηθικού αυτουργού στις παραπάνω πράξεις. Επί της πρώτης των ανωτέρω εγκλήσεων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Κ. Π. και της Α. Κ. για τις προαναφερόμενες πράξεις, πλην όμως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 166/2006 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο ήδη έχει καταστεί αμετάκλητο, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο έκρινε: α) ότι ήταν η Α. Κ. εκείνη που επισκέφθηκε το κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" επί της οδού ... συνοδευόμενη από τον Γ. Δ. (πρώτο κατηγορούμενο), τον οποίο αναγνώρισε κατά την προδικασία επί της ανωτέρω υποθέσεως ο Η. Ν., ο υπάλληλος που διεκπεραίωσε και τις επίμαχες συναλλαγές. β) ότι ο ίδιος ο Γ. Δ. (πρώτος κατηγορούμενος) κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, όταν επισκέφθηκε το κατάστημα του Κ. Π., προσκόμισε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, το οποίο και επέδειξε προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι επίδικες αγορές με την έκδοση των πιστωτικών καρτών και υπέγραψε τις αιτήσεις για την χορήγηση των αντίστοιχων πιστώσεων, με συνέπεια να μη μπορεί να γίνει λόγος για τέλεση εγκλημάτων απάτης και πλαστογραφίας που αποδίδονταν στους τότε κατηγορούμενους Κ. Π. και Α. Κ.. Εξάλλου, επί της από 15-6-2005 (δεύτερης) έγκλησης του Γ. Δ., μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως, εκδόθηκε η με αριθμό ΕΓ 16-06/51/1Δ/3-1-2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έγκληση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο Γ. Δ., εκτός από την υποβολή των ανωτέρω εγκλήσεων, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, άσκησε και την με αριθμό καταθέσεως 911/9-2-2004 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Α. Κ., του Κ. Π. και της τράπεζας "E.F.G Eurobank Ergasias Α.Ε", με την οποία ζήτησε, μετατρέποντας με τις προτάσεις του παραδεκτά το καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω όφειλαν να του καταβάλλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία ισχυριζόταν ότι υπέστη από την τέλεση σε βάρος του των αδικημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό το περιουσιακό όφελος, της απάτης από κοινού και κατ' επάγγελμα, της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Με την αγωγή του αυτή η οποία συζητήθηκε στις 2-6-2005, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δήθεν η εναγόμενη Α. Κ., λογίστρια, η οποία από πενταετίας είχε αναλάβει την διεκπεραίωση των φορολογικών του υποθέσεων, στις 4-3-2003 και 5-3-2003, χρησιμοποιώντας αντίγραφο του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας, το οποίο κατείχε λόγω της προαναφερόμενης επαγγελματικής τους συνεργασίας, κατά την διάρκεια των διαδοχικών της επισκέψεων στο κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" ιδιοκτησίας του εναγόμενου Κ.Π., επί της οδού ... του ..., που πραγματοποιήθηκαν κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, με την βοήθεια και την συνεργασία του τελευταίου (Κ. Π.) αγόρασε και παρέλαβε αντιστοίχως 2 συσκευές κινητών τηλεφώνων τύπου ΝΟΚΙΑ 6100 συνολικής αξίας 1393 ευρώ και 6 συσκευές κινητών τηλεφώνων τύπου ΝΟΚΙΑ 6610 και 7210 συνολικής αξίας 1345 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει το σχετικό τίμημα, αλλά συνήψε ισόποσα καταναλωτικά δάνεια στο όνομα αυτού (ενάγοντος) με την τράπεζα "E.F.G Eurobank Ergasias Α.Ε" που συνεργαζόταν με το συγκεκριμένο κατάστημα, συμπληρώνοντας με τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος και ήδη πρώτου κατηγορούμενου, τις με αριθμούς .../4-3-2003 και .../5-3-2003 πλαστές αιτήσεις χορήγησης των ως άνω δανείων και χορήγησης των αντίστοιχων πιστωτικών καρτών "MAGNA ΓΕΡΜΑΝΟΣ", θέτοντας την υπογραφή του στο τέλος του κειμένου των αιτήσεων αυτών. Με την ίδια αγωγή ισχυρίστηκε ψευδώς και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του σχετικού του ισχυρισμού, ότι με την προεκτεθείσα πλαστογραφία που πραγματοποίησαν από κοινού η Α. Κ. και ο Κ. Π., πέτυχαν η μεν πρώτη την αγορά των παραπάνω εμπορευμάτων χωρίς να καταβάλλει το τίμημά τους, ο δε Κ.Π. την επί πιστώσει πώληση των προϊόντων του προς την Α. Κ. με επιβάρυνση του ενάγοντος και ήδη πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος χωρίς να έχει πραγματοποιήσει τις ανωτέρω συναλλαγές, εμφανιζόταν ως οφειλέτης τράπεζας αλλά και ως κακοπληρωτής της τελευταίας, με συνέπεια το όνομά του να καταχωρηθεί στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ". Η πιο πάνω αγωγή ήταν ψευδής κατά το περιεχόμενό της, αφού η αλήθεια, την οποία ο ενάγων γνώριζε, ήταν ότι η Α. Κ. επισκέφθηκε τόσο στις 4-3-2003 όσο και στις 5-3-2003 το συγκεκριμένο κατάστημα συνοδευόμενη από αυτόν, τον οποίο αναγνώρισε, κατά την προδικασία της ποινικής υποθέσεως που προηγήθηκε, ο υπάλληλος του Κ. Π. που τους εξυπηρέτησε Η. Ν.. Ότι ο ίδιος ο ενάγων προσκόμισε και επέδειξε το πρωτότυπο της αστυνομικής του ταυτότητας κατά την διάρκεια της συναλλαγής και υπέγραψε τις αιτήσεις για την χορήγηση των καταναλωτικών δανείων που αντιστοιχούσαν στο τίμημα της αγοράς κινητών τηλεφώνων, καθώς και για την έκδοση των αντίστοιχων πιστωτικών καρτών. Κατά συνέπεια η Α. Κ. και ο Κ.Π. δεν είχαν πλαστογραφήσει την υπογραφή του στις αιτήσεις αυτές, όπως ψευδώς ισχυριζόταν ο ενάγων με την αγωγή του. Προκειμένου να υποστηρίξει τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς του ο ενάγων, πρότεινε ως μάρτυρα κατά την συζήτηση της αγωγής τον πατέρα του Ν. Δ. (δεύτερο κατηγορούμενο ), ο οποίος εξεταζόμενος πράγματι ενόρκως κατά την συζήτηση της αγωγής, επιβεβαίωσε το περιεχόμενό της. Με τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς που περιέλαβε στην αγωγή του ο ενάγων και ήδη κατηγορούμενος Γ. Δ., τους οποίους υποστήριξε με τη ψευδή ένορκη κατάθεση του πατέρα του και δεύτερου κατηγορούμενου, σκόπευε να παραπλανήσει τον δικαστή του Μονομελούς; Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου αυτός να δεχθεί ως αληθείς τους ανωτέρω ισχυρισμούς και να εκδώσει ευνοϊκή για τα συμφέροντά του απόφαση, έτσι ώστε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι το ποσό στο οποίο είχε προσδιορίσει την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανερχόταν στα 80.000 ευρώ, ζημιώνοντας κατά το ίδιο ποσό την περιουσία του Κ. Π.. Ο σκοπός όμως αυτός του ενάγοντος δεν επιτεύχθηκε όχι από δική του θέληση, αλλά για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την βούλησή του, καθόσον το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1322/2006 απόφασή του ανέβαλε την έκδοση απόφασης επί της πιο πάνω αγωγής, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί με αφορμή την από 15-11-2003 έγκληση του ενάγοντα σε βάρος των εναγομένων Α. Κ. και Κ. Π., η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε περατώθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ. 166/2006 απαλλακτικού για τους κατηγορούμενους βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο. Στη συνέχεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εκτίθενται κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, τόσο προανακριτικά όσο και κατά τη απολογία τους ενώπιον του Ανακριτού, αλλά και με τις κρινόμενες εφέσεις τους, αρνούνται την κατηγορία που τους αποδίδεται. Ο πρώτος μάλιστα εμμένει στον ισχυρισμό του ότι η Α. Κ. διέπραξε τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης εν αγνοία του, χρησιμοποιώντας φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας, υποστηρίζοντας ότι η βασιμότητα αποδεικνύεται από τις δηλώσεις της ίδιας της Α. Κ. περί πιθανότητας κλοπής " κάποιου εγγράφου" από το λογιστικό της γραφείο, όταν κλήθηκε στο Α.Τ. ... από τον προϊστάμενο του Κ. Δ., καθώς και εξαιτίας της ανάληψης από μέρους της υποχρέωσης καταβολής των επίμαχων δόσεων με την από 16-9-2003 υπεύθυνη δήλωσή της. Οι παραπάνω ισχυρισμοί ωστόσο έχουν απορριφθεί από την περί του αντιθέτου κρίση του υπ' αριθμ. 166/2006 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επισημαίνεται μάλιστα, όσον αφορά τον Η. Ν., υπάλληλο του Κ. Π. (ο οποίος στην κατ' αντιπαράσταση εξέταση με τον Γ. Δ. επί της από 15-11-2003 εγκλήσεώς του, με βεβαιότητα αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως το άτομο που συνόδευσε την Α. Κ. κατά την αγορά των κινητών τηλεφώνων, προσκομίζοντας την ταυτότητά του και υπογράφοντας τις επίμαχες αιτήσεις), ότι η από 23-6-2005 έγκληση, την οποία υπέβαλε σε βάρος του ο ως άνω κατηγορούμενος για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, έχει απορριφθεί με την υπ' ΕΓ16-06/51/ΙΔ/57 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατ' αυτής δε δεν έχει ασκηθεί προσφυγή. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της Α. Κ., τους οποίους επικαλείται για να στηρίξει την θέση του ο πρώτος κατηγορούμενος, αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους και συγχρόνως ανατρέπουν εκείνους του κατηγορούμενου, καθόσον στην από 25-4-2007 ένορκη ενώπιον του Ανακριτή κατάθεσή της, αναφέρει ότι "μάλλον η ταυτότητα του Γ. Δ. εκλάπη από το λογιστικό μου γραφείο", γεγονός όμως που αρνείται ο τελευταίος, δηλώνοντας ότι το πρωτότυπο αυτής βρισκόταν στα χέρια του, ενώ στην από 16-9-2005 υπεύθυνη δήλωσή της (η οποία, σημειωτέον, δεν απευθύνεται προς δημόσια αρχή, αλλά προς τον πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου) αναφέρεται σε "κάποιο έγγραφο" που πιθανόν εκλάπη, δίδοντας στον κατηγορούμενο το έρεισμα να ομιλεί περί χρησιμοποιήσεως "φωτοτυπίας" της ταυτότητάς του για την τέλεση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης. Τέλος σημειώνεται ότι η ανάληψη εκ μέρους της Α. Κ. της υποχρέωσης εξόφλησης των δόσεων του τιμήματος αγοράς των κινητών τηλεφώνων, δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου και την τέλεση εκ μέρους της των προαναφερόμενων εγκλημάτων. Αντίθετα ενισχύει την άποψη περί συμφωνίας μεταξύ της τελευταίας και του πρώτου κατηγορούμενου να προβεί αυτός (στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της Α. Κ.), στις επίμαχες αγορές και να εξοφλήσει η τελευταία τις δόσεις που πιστώθηκαν στις αντίστοιχες πιστωτικές κάρτες. Πλην όμως δεν προέκυψε από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Δ. είχε γνώση των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών. Αντίθετα ο τελευταίος είχε την πεποίθηση ότι ο υιός του δεν είχε καμία συμμετοχή στις συναλλαγές που δημιουργήθηκαν στο κατάστημα του Κ. Π. στις 4-3-2003 και 5-3-2003. Όταν λοιπόν κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας στις 2-6-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι είναι αληθείς οι ισχυρισμοί που ο υιός του Γ. Δ. είχε συμπεριλάβει στην ως άνω αγωγή του, πίστευε ότι κατέθετε την αλήθεια, καθόσον δεν είχε προσωπική αντίληψη για την μεταξύ του γιου του και της Α. Κ. συμφωνία. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν προέκυψε ότι τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των περιστατικών που κατέθεσε, δεν θεμελιώνεται το στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο που του αποδίδεται, δηλαδή ο δόλος του άμεσου συνεργού και ειδικότερα η ηθελημένη παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και την διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξεως, συνδεόμενη προς αυτήν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς την βοηθητική ενέργεια του τελευταίου, να μη είναι δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που διαπράχθηκε. Αντιθέτως προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η αντίστοιχη επιδιωχθείσα ζημία, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ., 386 παρ.1, 3β Π.Κ). Μετά ταύτα θα πρέπει: α) να απορριφθεί η έφεση του πρώτου κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη , καθόσον το εκκαλούμενο βούλευμα, δεν έσφαλε που τα ίδια έκρινε β) να επικυρωθεί τούτο κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, και γ) να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Όσον αφορά όμως τον δεύτερο κατηγορούμενο, έσφαλε το εκκαλούμενο βούλευμα που δέχθηκε ότι προκύπτουν σε βάρος του επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην (κακουργηματική) απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο. Επομένως πρέπει: α) να γίνει δεκτή η έφεση του τελευταίου, β) να μεταρρυθμιστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς αυτόν και να αποφανθεί το παρόν Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη (της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο ...). Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου για την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που εκτιμάται ότι υπέβαλε με την έφεσή του, πρέπει να απορριφθεί καθόσον οι ενδείξεις ενοχής σε βάρος του, που προκύπτουν από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του), είναι απολύτως επαρκείς, όπως αναλυτικώς προεκτέθηκε, πέραν του γεγονότος ότι αλυσιτελώς ζητείται, καθόσον το αδίκημα που του αποδίδεται εν προκειμένω, είναι εκείνο της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και όχι εκείνο της πλαστογραφίας. Άλλωστε η πραγματοποίηση των επίδικων συναλλαγών από τον πρώτο κατηγορούμενο με την επίδειξη από τον ίδιο της αστυνομικής του ταυτότητας, και εντεύθεν το γεγονός ότι αυτός υπέγραψε τις επίμαχες αιτήσεις των πιστωτικών καρτών, έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως με το υπ' αριθμ. 166/2006 βούλευμα, με συνέπεια να μη τίθεται πλέον θέμα διερεύνησης του υπογράψαντος τις ως άνω αιτήσεις, με την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η προσκομισθείσα από 7-4-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 309 παρ. 2 του Κ.Π.Δ". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος του ιδίου και η ζημία που απειλήθηκε στην περιουσία του παθόντος, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ , που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3β Π.Κ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε: α) την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Π. Χ., β) την βεβαίωση της εργοδότριάς του εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Δ. και Σια Ε.Ε.", και γ) την από 7-4-2010 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο ίδιος προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι δεν ήταν αυτός το άτομο που εμφανίστηκε στο κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" και προέβη στην αγορά των περί ων πρόκειται κινητών τηλεφώνων, ούτε το άτομο που υπέγραψε τις αιτήσεις χρηματοδότησης για την αγορά τους, είναι αβάσιμες, γιατί στο προοίμιο του σκεπτικού του το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων, η γενική δε αυτή κατά το είδος τους αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων ήταν αρκετή, η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής μεταξύ τους συσχέτισης, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω το Συμβούλιο, ορθώς αξιολόγησε ως απλό έγγραφο, την έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης που συντάχθηκε με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος από την γραφολόγο Μ.-Μ. Κ., αιτιολογημένα δε απέρριψε το συμπέρασμά της, στηριχθέν κυρίως και πρωτίστως στις παραδοχές του αμετάκλητου υπ' αριθμ. 166/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 90/9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 1198/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 19 Νοεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του 1ΙΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο, αλλά αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για τον τελευταίο πράξη ή παράλειψη. Ένεκα της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 του ΠΚ και στοιχειοθετείται όταν ο υπαίτιος , με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσο)ν, παραπλανώντας έτσι τον δικαστή να εκδόσει ευνοϊκή για τα συμφέροντα του απόφαση προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του. Θεωρείται ως τετελεσμένη η απάτη αυτή όταν το δικαστήριο που παραπλανάται από το διάδικο με την υποβολή των ψευδών αποδεικτικών μέσο)ν, εκδίδει οριστική απόφαση δυσμενή για τον αντίδικο του, σε απόπειρα δε όταν δεν πεισθεί και απορρίψει τους ισχυρισμούς του αυτούς ή δεν εκδώσει οριστική απόφαση, και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτόμενου, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με. τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα, της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητας του δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης. Εξ άλλου, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτό ισχύει, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και Εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Συμβουλίου. Σε περίπτωση όμως συνδρομής αντιθέτων, αντιφατικών ή απλώς διαφορετικών αποδεικτικών στοιχείων, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ή το βούλευμα, γιατί το δικαστήριο ή το συμβούλιο πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή διαφορετικό. Εξ άλλου, η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση σε σχέση με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, συντρεχουσών ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, ανακριτή, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης τους, ως απλό έγγραφο, δεν είναι όμως απαραίτητο, εάν το δικαστήριο ή το συμβούλιο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδότησης, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμα του. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και από την απολογία των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής Κ. Π. είναι ιδιοκτήτης καταστήματος ηλεκτρονικών ειδών το οποίο ευρίσκεται στην οδό ... στο ... και αποτελεί ένα από τα καταστήματα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ". Στο κατάστημα του αυτό μετέβησαν την 4-3-2003 και 5-3-2003 ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Δ. μαζί με την Α. Κ., η οποία πέραν της γνωριμίας που τους συνέδεε, ήταν και λογίστρια του (αφού της είχε αναθέσει τον χειρισμό των φορολογικών του υποθέσεων), προκειμένου να την εξυπηρετήσει στην αγορά κινητών τηλεφώνων. Την συναλλαγή με τους Γ. Δ. και Α. Κ., διεκπεραίωσε ο υπάλληλος του καταστήματος του Κ. Π. Η. Ν. (δεύτερος των μηνυτών). Συγκεκριμένα αγοράστηκαν στις 4-3-2003 δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων ΝΟΚΙΑ 6100 αντί τιμήματος 1393 ευρώ και στις 5-3-2003 έξι συσκευές κινητών τηλεφώνων ΝΟΚΙΑ 6610 και 7210 αντί τιμήματος 1345 ευρώ. Για τις ως άνω αγορές δεν καταβλήθηκαν μετρητά, αλλά πιστώθηκε το τίμημα. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με καταναλωτικά δάνεια που συνάφθηκαν με την υποβολή των υπ' αριθμ. .../ 4-3-2003 και .../5-3-2003 αντίστοιχων αιτήσεων χορήγησης δανείων διάρκειας 24 μηνών, με την έκδοση αντίστοιχων πιστωτικών καρτών τύπου "ΜΑGΝΑ ΓΕΡΜΑΝΟΣ" με την συνεργαζόμενη με το ως άνω κατάστημα τράπεζα "E.F.G. Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία χορήγησε και την σχετική πίστωση. Οι επίμαχες αγορές των κινητών τηλεφώνων που χρειαζόταν η Α. Κ., έγιναν στο όνομα του Γ. Δ., ο οποίος αφού επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, προκειμένου να συμπληρωθούν οι αιτήσεις περί των οποίων έγινε ήδη λόγος, με τα ατομικά του στοιχεία, ακολούθως έθεσε σ' αυτές την υπογραφή του, δεσμευθείς έναντι της τράπεζας για την πληρωμή των αντίστοιχων ποσών, τα οποία αθροιζόμενα ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 2.738 ευρώ. Ωστόσο, όταν αυτός κλήθηκε τον Απρίλιο του 2003 από την παραπάνω τράπεζα να καταβάλλει την πρώτη δόση του πιστωθέντος ποσού, δήλωσε πλήρη άγνοια στους γονείς του (οι οποίοι με την αποστολή του σχετικού λογαριασμού πληροφορήθηκαν το πρώτο την ύπαρξη του χρέους αυτού). Μετά ταύτα ο πατέρας του Ν. Δ. (δεύτερος κατηγορούμενος), προσέφυγε στον προϊστάμενο του Τμήματος Ασφαλείας ... Κ. Δ., με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και ζήτησε την βοήθεια του για την διαλεύκανση της υπόθεσης. Από την έρευνα που διενήργησε ο ανωτέρω αστυνομικός, οδηγήθηκε στην Α. Κ. και στη συνέχεια ενημέρωσε τον Ν. Δ., ο οποίος του δήλωσε ότι θα ερχόταν σε επαφή μαζί της ( καθόσον ήταν φοροτεχνικός τους), για την διευθέτηση του θέματος. Επειδή όμως η Α. Κ. (που αναδέχθηκε τη ευθύνη από την παραπάνω αιτία), δεν τήρησε την υπόσχεση που του έδωσε, ο Ν. Δ. προσήλθε στο Α.Τ. ... στις 2-8-2003 προσκομίζοντας σχετική εισαγγελική παραγγελία (την από 23-6-2003 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών) και διατύπωσε παράπονα αστικής φύσεως σε βάρος της Α. Κ. για την παράλειψη εξόφλησης του ανωτέρω χρέους. Η τελευταία παραδέχθηκε ενώπιον του ως άνω αστυνομικού και του Ν. Δ. την αγορά των επίμαχων προϊόντων επί πιστώσει, χωρίς να καταβάλλει τις αντίστοιχες δόσεις στην τράπεζα, όπως είχε υποσχεθεί, και δεσμεύθηκε εκ νέου για την αποπληρωμή τους μέχρι 13-9-2003. Η σχετική δήλωση καταγράφηκε ακολούθως στο οικείο βιβλίο αδικημάτων - συμβάντων 24ωρου της 2-8-2003 του Α.Τ. .... Παρά ταύτα όμως η Α. Κ. δεν εκπλήρωσε την ως άνω υποχρέωση της. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, παρότι γνώριζε ότι εμφανίστηκε ο ίδιος προσωπικά στο κατάστημα του Κ. Π. μαζί με την Α. Κ. και συναλλάχθηκε με τον αρμόδιο υπάλληλο Η. Ν. στην επίμαχη αγορά, στη συνέχεια υπέβαλε την από 15-11-2003 έγκληση (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του) καταγγέλλοντας τον Κ. Π. καθώς και κάθε άλλο άγνωστο υπεύθυνο πρόσωπο, ότι τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της απάτης από κοινού και κατά συρροή και της πλαστογραφίας από κοινού και κατά συρροή, σχηματίσθηκε δε σχετικά η με αριθμό βιβλίου μηνύσεων Δ/2003/4526 ποινική δικογραφία. Επίσης υπέβαλε την από 23-6-2005 έγκληση του, η οποία έλαβε αριθμό βιβλίου μηνύσεων Δ/2005/2579 καταγγέλλοντας τον Κ.Π. και τον Η.Ν. ότι στις 2-6-2005 ο δεύτερος τέλεσε τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του, με την προτροπή και τη παρακίνηση του πρώτου ως ηθικού αυτουργού στις παραπάνω πράξεις. Επί της πρώτης των ανωτέρω εγκλήσεων, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Κ.Π. και της Α. Κ. για τις προαναφερόμενες πράξεις, πλην όμως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 166/2006 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο ήδη έχει καταστεί αμετάκλητο, με το οποίο το Συμβούλιο τούτο έκρινε: α) ότι ήταν η Α. Κ. εκείνη που επισκέφθηκε το κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" επί της οδού ... συνοδευόμενη από τον Γ. Δ. (πρώτο κατηγορούμενο), τον οποίο αναγνώρισε κατά την προδικασία επί της ανωτέρω υποθέσεως ο Η. Ν., ο υπάλληλος που διεκπεραίωσε και τις επίμαχες συναλλαγές, β) ότι ο ίδιος ο Γ. Δ. (πρώτος κατηγορούμενος) κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, όταν επισκέφθηκε το κατάστημα του Κ.Π., προσκόμισε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, το οποίο και επέδειξε προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι επίδικες αγορές με την έκδοση των πιστωτικών καρτών και υπέγραψε τις αιτήσεις για την χορήγηση των αντίστοιχων πιστώσεων, με συνέπεια να μη μπορεί να γίνει λόγος για τέλεση εγκλημάτων απάτης και πλαστογραφίας που αποδίδονταν στους τότε κατηγορούμενους Κ. Π. και Α. Κ.. Εξάλλου, επί της από 15-6-2005 (δεύτερης) έγκλησης του Γ. Δ., μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως, εκδόθηκε η με αριθμό ΕΓ 16-06/51/1Δ/3-1-2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έγκληση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη . Ο Γ. Δ., εκτός από την υποβολή των ανωτέρω εγκλήσεων, με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, άσκησε και την με αριθμό καταθέσεως 911/9-2-2004 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Α. Κ., του Κ. Π. και της τράπεζας "E.F.G. Eurobank Ergasias ΑΕ", με την οποία ζήτησε, μετατρέποντας με τις προτάσεις του παραδεκτά το καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω όφειλαν να του καταβάλλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία ισχυριζόταν ότι υπέστη από την τέλεση σε βάρος του των αδικημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό το περιουσιακό όφελος, της απάτης από κοινού και κατ' επάγγελμα, της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Με την αγωγή του αυτή η οποία συζητήθηκε στις 2-6-2005, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δήθεν η εναγόμενη Α. Κ., λογίστρια, η οποία από πενταετίας είχε αναλάβει την διεκπεραίωση των φορολογικών του υποθέσεων, στις 4-3-2003 και 5-3-2003, χρησιμοποιώντας αντίγραφο του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας, το οποίο κατείχε λόγω της προαναφερόμενης επαγγελματικής τους συνεργασίας, κατά την διάρκεια των διαδοχικών της επισκέψεων στο κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" ιδιοκτησίας του εναγόμενου Κ.Π., επί της οδού ... του ..., που πραγματοποιήθηκαν κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες, με την βοήθεια και την συνεργασία του τελευταίου (Κ. Π.) αγόρασε και παρέλαβε αντιστοίχως 2 συσκευές κινητών τηλεφώνων τύπου ΝΟΚΙΑ 6100 συνολικής αξίας 1393 ευρώ και 6 συσκευές κινητών τηλεφώνων τύπου ΝΟΚΙΑ 6610 και 7210 συνολικής αξίας 1345 ευρώ, χωρίς να καταβάλλει το σχετικό τίμημα, αλλά συνήψε ισόποσα καταναλωτικά δάνεια στο όνομα αυτού (ενάγοντος) με την τράπεζα "E.F.G. Eurobank Ergasias ΑΕ" που συνεργαζόταν με το συγκεκριμένο κατάστημα, συμπληρώνοντας με τα στοιχεία ταυτότητας του ενάγοντος και ήδη πρώτου κατηγορούμενου, τις με αριθμούς .../4-3-2003 και .../5-3-2003 πλαστές αιτήσεις χορήγησης των ως άνω δανείων και χορήγησης των αντίστοιχων πιστωτικών καρτών "ΜΑGΝΑ ΓΕΡΜΑΝΟΣ", θέτοντας την υπογραφή του στο τέλος του κειμένου των αιτήσεων αυτών. Με την ίδια αγωγή ισχυρίστηκε ψευδώς και τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς του σχετικού του ισχυρισμού, ότι με την προεκτεθείσα πλαστογραφία που πραγματοποίησαν από κοινού η Α.Κ. και ο Κ.Π.ς, πέτυχαν η μεν πρώτη την αγορά των παραπάνω εμπορευμάτων χωρίς να καταβάλει το τίμημα τους, ο δε Κ.Π. την επί πιστώσει πώληση των προϊόντων του προς την Α.Κ. με επιβάρυνση του ενάγοντος και ήδη πρώτου κατηγορούμενου, ο οποίος χωρίς να έχει πραγματοποιήσει τις ανωτέρω συναλλαγές, εμφανιζόταν ως οφειλέτης τράπεζας αλλά και ως κακοπληρωτής της τελευταίας, με συνέπεια το όνομα του να καταχωρηθεί στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ". Η πιο πάνω αγωγή ήταν ψευδής κατά το περιεχόμενο της, αφού η αλήθεια, την οποία ο ενάγων γνώριζε, ήταν ότι η Α. Κ. επισκέφθηκε τόσο στις 4-3-2003 όσο και στις 5-3-2003 το συγκεκριμένο κατάστημα συνοδευόμενη από αυτόν, τον οποίο αναγνώρισε, κατά την προδικασία της ποινικής υποθέσεως που προηγήθηκε, ο υπάλληλος του Κ. Π. που τους εξυπηρέτησε Η. Ν.. Ότι ο ίδιος ο ενάγων προσκόμισε και επέδειξε το πρωτότυπο της αστυνομικής του ταυτότητας κατά την διάρκεια της συναλλαγής και υπέγραψε τις αιτήσεις για την χορήγηση των καταναλωτικών δανείων που αντιστοιχούσαν στο τίμημα της αγοράς κινητών τηλεφώνων, καθώς και για την έκδοση των αντίστοιχων πιστωτικών καρτών. Κατά συνέπεια η Α.Κ. και ο Κ.Π. δεν είχαν πλαστογραφήσει την υπογραφή του στις αιτήσεις αυτές, όπως ψευδώς ισχυριζόταν ο ενάγων με την αγωγή του. Προκειμένου να υποστηρίξει τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς του ο ενάγων, πρότεινε ως μάρτυρα κατά την συζήτηση της αγωγής τον πατέρα του Ν. Δ. (δεύτερο κατηγορούμενο), ο οποίος εξεταζόμενος πράγματι ενόρκως κατά την συζήτηση της αγωγής, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της. Με τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς που περιέλαβε στην αγωγή του ο ενάγων και ήδη κατηγορούμενος Γ. Δ., τους οποίους υποστήριξε με τη ψευδή ένορκη κατάθεση του πατέρα του και δεύτερου κατηγορούμενου, σκόπευε να παραπλανήσει τον δικαστή του Μονομελούς; Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου αυτός να δεχθεί ως αληθείς τους ανωτέρω ισχυρισμούς και να εκδώσει ευνοϊκή για τα συμφέροντα του απόφαση, έτσι ώστε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι το ποσό στο οποίο είχε προσδιορίσει την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανερχόταν στα 80.000 ευρώ, ζημιώνοντας κατά το ίδιο ποσό την περιουσία του Κ.Π.. Ο σκοπός όμως αυτός του ενάγοντος δεν επιτεύχθηκε όχι από δική του θέληση, αλλά για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους από την βούληση του, καθόσον το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1322/2006 απόφαση του ανέβαλε την έκδοση απόφασης επί της πιο πάνω αγωγής, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί με αφορμή την από 15-11-2003 έγκληση του ενάγοντα σε βάρος των εναγομένων Α. Κ. και Κ.Π., η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε περατώθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ. 166/2006 απαλλακτικού για τους κατηγορούμενους βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο. Στη συνέχεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εκτίθενται κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, τόσο προανακριτικά όσο και κατά την απολογία τους ενώπιον του Ανακριτού, αλλά και με τις κρινόμενες εφέσεις τους, αρνούνται την κατηγορία που τους αποδίδεται. Ο πρώτος μάλιστα εμμένει στον ισχυρισμό του ότι η Α. Κ. διέπραξε τις πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης εν αγνοία του, χρησιμοποιώντας φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας, υποστηρίζοντας ότι η βασιμότητα αποδεικνύεται από τις δηλώσεις της ίδιας της Α. Κ. περί πιθανότητας κλοπής "κάποιου εγγράφου" από το λογιστικό της γραφείο, όταν κλήθηκε στο Α.Τ. ... από τον προϊστάμενο του Κ. Δ., καθώς και εξαιτίας της ανάληψης από μέρους της υποχρέωσης καταβολής των επίμαχων δόσεων με την από 16-9-2003 υπεύθυνη δήλωση της. Οι παραπάνω ισχυρισμοί ωστόσο έχουν απορριφθεί από την περί του αντιθέτου κρίση του υπ' αριθμ. 166/2006 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επισημαίνεται μάλιστα, όσον αφορά τον Η. Ν., υπάλληλο του Κ. Π. (ο οποίος στην κατ' αντιπαράσταση εξέταση με τον Γ. Δ. επί της από 15-11-2003 εγκλήσεώς του, με βεβαιότητα αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως το άτομο που συνόδευσε την Α. Κ. κατά την αγορά των κινητών τηλεφώνων, προσκομίζοντας την ταυτότητα του και υπογράφοντας τις επίμαχες αιτήσεις), ότι η από 23-6-2005 έγκληση, την οποία υπέβαλε σε βάρος του ο ως άνω κατηγορούμενος για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, έχει απορριφθεί με την υπ' ΕΓ16-06/51/ΙΔ/57 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατ' αυτής δε δεν έχει ασκηθεί προσφυγή. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της Α. Κ., τους οποίους επικαλείται για να στηρίξει την θέση του ο πρώτος κατηγορούμενος, αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους και συγχρόνως ανατρέπουν εκείνους του κατηγορούμενου, καθόσον στην από 25-4-2007 ένορκη ενώπιον του Ανακριτή κατάθεση της, αναφέρει ότι "μάλλον η ταυτότητα του Γ. Δ. εκλάπη από το λογιστικό μου γραφείο", γεγονός όμως που αρνείται ο τελευταίος, δηλώνοντας ότι το πρωτότυπο αυτής βρισκόταν στα χέρια του, ενώ στην από 16-9-2005 υπεύθυνη δήλωση της (η οποία, σημειωτέον, δεν απευθύνεται προς δημόσια αρχή, αλλά προς τον πατέρα του πρώτου κατηγορουμένου) αναφέρεται σε "κάποιο έγγραφο" που πιθανόν εκλάπη, δίδοντας στον κατηγορούμενο το έρεισμα να ομιλεί περί χρησιμοποιήσεως " φωτοτυπίας" της ταυτότητας του για την τέλεση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης. Τέλος σημειώνεται ότι η ανάληψη εκ μέρους της Α. Κ. της υποχρέωσης εξόφλησης των δόσεων του τιμήματος αγοράς των κινητών τηλεφώνων, δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου και την τέλεση εκ μέρους της των προαναφερόμενων εγκλημάτων. Αντίθετα ενισχύει την άποψη περί συμφωνίας μεταξύ της τελευταίας και του πρώτου κατηγορούμενου να προβεί αυτός (στο όνομα του αλλά για λογαριασμό της Α. Κ.), στις επίμαχες αγορές και να εξοφλήσει η τελευταία τις δόσεις που πιστώθηκαν στις αντίστοιχες πιστωτικές κάρτες. Πλην όμως δεν προέκυψε από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Δ. είχε γνώση των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών. Αντίθετα ο τελευταίος είχε την πεποίθηση ότι ο υιός του δεν είχε καμία συμμετοχή στις συναλλαγές που δημιουργήθηκαν στο κατάστημα του Κ.Π. στις 4-3-2003 και 5-3-2003. Όταν λοιπόν κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας στις 2-6-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι είναι αληθείς οι ισχυρισμοί που ο υιός του Γ.Δ. είχε συμπεριλάβει στην ως άνω αγωγή του, πίστευε ότι κατέθετε την αλήθεια, καθόσον δεν είχε προσωπική αντίληψη για την μεταξύ του γιου του και της Α.Κ. συμφωνία. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν προέκυψε ότι τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των περιστατικών που κατέθεσε, δεν θεμελιώνεται το στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο που του αποδίδεται, δηλαδή ο δόλος του άμεσου συνεργού και ειδικότερα η ηθελημένη παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και την διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξεως, συνδεόμενη προς αυτήν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς την βοηθητική ενέργεια του τελευταίου, να μη είναι δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις που διαπράχθηκε. Αντιθέτως προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης και η αντίστοιχη επιδιωχθείσα ζημία, υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ., 386 παρ.1, 3β Π.Κ). Μετά ταύτα θα πρέπει: α) να απορριφθεί η έφεση του πρώτου κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον το εκκαλούμενο βούλευμα, δεν έσφαλε που τα ίδια έκρινε β) να επικυρωθεί τούτο κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, και γ) να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. Όσον αφορά όμως τον δεύτερο κατηγορούμενο, έσφαλε το εκκαλούμενο βούλευμα που δέχθηκε ότι προκύπτουν σε βάρος του επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για το αδίκημα της άμεσης συνέργειας στην (κακουργηματική) απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο. Επομένως πρέπει: α) να γίνει δεκτή η έφεση του τελευταίου, β) να μεταρρυθμιστεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς αυτόν και να αποφανθεί το παρόν Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη (της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο). Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου για την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που εκτιμάται ότι υπέβαλε με την έφεση του, πρέπει να απορριφθεί καθόσον οι ενδείξεις ενοχής σε βάρος του, που προκύπτουν από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του), είναι απολύτως επαρκείς, όπως αναλυτικώς προεκτέθηκε, πέραν του γεγονότος ότι αλυσιτελώς ζητείται, καθόσον το αδίκημα που του αποδίδεται εν προκειμένω, είναι εκείνο της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο και όχι εκείνο της πλαστογραφίας. Άλλωστε η πραγματοποίηση των επίδικων συναλλαγών από τον πρώτο κατηγορούμενο με την επίδειξη από τον ίδιο της αστυνομικής του ταυτότητας, και εντεύθεν το γεγονός ότι αυτός υπέγραψε τις επίμαχες αιτήσεις των πιστωτικών καρτών, έχει ήδη κριθεί αμετακλήτως με το υπ' αριθμ. 166/2006 βούλευμα, με συνέπεια να μη τίθεται πλέον θέμα διερεύνησης του υπογράψαντος τις ως άνω αιτήσεις, με την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η προσκομισθείσα από 7-4-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τον δεύτερο κατηγορούμενο, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου, ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 309 παρ. 2 του Κ.Π.Δ". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος του ιδίου και η ζημία που απειλήθηκε στην περιουσία του παθόντος, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3β Π.Κ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, είναι αβάσιμες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε: α) την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Π. Χ., β) την βεβαίωση της εργοδότριας του εταιρείας με την επωνυμία " Ε. Δ. και Σια Ε.Ε.", και γ) την από 7-4-2010 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο ίδιος προς απόδειξη των ισχυρισμών του ότι δεν ήταν αυτός το άτομο που εμφανίστηκε στο κατάστημα της αλυσίδας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" και προέβη στην αγορά των περί ων πρόκειται κινητών τηλεφώνων, ούτε το άτομο που υπέγραψε τις αιτήσεις χρηματοδότησης για την αγορά τους, είναι αβάσιμες, γιατί στο προοίμιο του σκεπτικού του το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Εφετών, αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων, η γενική δε αυτή κατά το είδος τους αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων ήταν αρκετή, η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής μεταξύ τους συσχέτισης, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω το Συμβούλιο, ορθώς αξιολόγησε ως απλό έγγραφο, την έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης που συντάχθηκε με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος από την γραφολόγο Μ.-Μ. Κ., αιτιολογημένα δε απέρριψε το συμπέρασμα της, στηριχθέν κυρίως και πρωτίστως στις παραδοχές του αμετάκλητου υπ' αριθμ. 166/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9/7/2010 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1198/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για απόπειρα απάτης ενώπιον του δικαστηρίου με όφελος άνω των 73.000 €. Ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας απορρίπτεται ως αβάσιμος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 339/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Απόστολου Παπανικολάου. Των αναιρεσιβλήτων:1)Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ-ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα.3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η ,2η,και 3η των αναιρεσίβλητων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ 2 Κ.Πολ.Δ. 4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-06-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 993/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4357/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείων με την από 23-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Εξάλλου κατά το άρθρο 75 παρ.1 και 2 του ν. 2190/ 1920, που προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987,από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Τμήμα της εναγόμενης και εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", και δη ο κατασκευαστικός κλάδος της μεταβιβάστηκε με απορρόφηση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ". Η μεταβίβαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ΕΜ -28720/ 2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία και καταχωρήθηκε στις 10-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Ακολούθως, η "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" εκτός από τον κατασκευαστικό κλάδο συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η δε συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Κ 2-17791/2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 13-12-2007 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών. Στη συνέχεια, η πρώτη από τις πιο πάνω εταιρείες που απορρόφησε τον κατασκευαστικό κλάδο της εναγομένης, μετονομάστηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και είναι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ η δεύτερη, με την οποία συγχωνεύτηκε η εναγομένη και εφεσίβλητη μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ" και είναι η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως και ενόψει του ότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Π.Δ. 178/2002, η εναγομένη παλαιά "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", ως μεταβιβάσασα τον κατασκευαστικό κλάδο, ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τη διάδοχο "ΜΕΤΟΧΙ ΑΕ" για τις μέχρι τη μεταβίβαση υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις εργασίας, η ευθύνη αυτή από της συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση από την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ ΑΕ" μεταβιβάστηκε στη διάδοχό της τελευταίας αυτής εταιρείας και ακολούθως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ". Κατά συνέπεια, εφόσον εδώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από το έτος 2007,που αποσχίστηκε ο κατασκευαστικός κλάδος, στον οποίο ανήκε ο ενάγων, η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς στρέφεται και εναντίον της η κρινόμενη αναίρεση, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών αυτής. Επειδή, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ.2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της πιο πάνω, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25.825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την ορθήν έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3,174,664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971). Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του β.δ. 748/1966, κατά την παράγραφο 1 του οποίου οι διατάξεις του εφαρμόζονται υπό τις σ' αυτό διακρίσεις σ' όλη την Επικράτεια, κατά τις Κυριακές και τις στο άρθρο 4 του βασιλικού αυτού διατάγματος οριζόμενες αργίες και υπό τις στο διάταγμα αυτό διακρίσεις απαγορεύεται στους στο Κράτος οπαδούς κάθε θρησκεύματος κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα. Ακόμη, κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 10 του ίδιου β.δ/τος "μισθωτοί εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως διαρκείας 24 συνεχών ωρών κατ' άλλην εργάσιμον ημέραν της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, αρχομένων από της ώρας λήξεως της εργασίας", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου "μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακήν μέχρι πέντε ώρας δύναται να αξιώση ισόχρονον αναπληρωματικήν εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος". Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του ως άνω β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευμένη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποί ες ακύρως εργάστηκε κατ' αυτές ο μισθωτός. Έτσι, ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται σε απόδοση της αμοιβής, την οποία αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο όπου παρασχέθηκε η εργασία, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο της ικανότητας και των προσόντων ε κείνου που παρέσχε αυτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις τις οποίες θα δικαιούνταν να λάβει εκείνος που παρέσχε την εργασία, αν συναπτόταν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ των συνοδευουσών το πρόσωπο αυτού ιδιαίτερων περιστάσεων, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως. Εξάλλου, η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, η μέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευμένη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ'αρ.904 Α.Κ. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξοφλήσεως ισχυρισμού αλλά και του αιτιολογικού της αποφάσεως που δέχεται τον ισχυρισμό αυτόν ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής. Όταν δε με την αγωγή ασκούνται πλείονες αξιώσεις πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξοφλήσεως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε και ως προς τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με τα αιτήματά του ενάγοντος να του επιδικασθεί, μεταξύ των άλλων, για την παρασχεθείσα εργασία του κατά το επίδικο διάστημα από 1-7-1998 μέχρι 12-11-2002, 4 Κυριακές το μήνα επί 12ωρο, χωρίς να του χορηγηθεί εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση, η προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξηση 75%, καθώς και αποζημίωση για παράνομη στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και 4 Σάββατα το μήνα, με πενθήμερο σύστημα εργασίας, χωρίς να του χορηγηθεί αποζημίωση βάσει επίσης των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δέχθηκε τα εξής: "Στις 1-7-1998 ο ενάγων προσελήφθη με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία της οποίας μέλη είναι οι λοιπές ανώνυμες εταιρίες, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροσυγκολητή στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων στο όρος …, μήκους 9 χιλιομέτρων η καθεμία, έργο που η κοινοπραξία είχε αναλάβει από την εταιρεία ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε., καθώς στις σήραγγες θα τοποθετούντο σιδηροδρομικές τροχιές του ΟΣΕ. Ο μισθός του ενάγοντος τον Ιούλιο του 1998 ανερχόταν σε 273.000 δραχμές το μήνα, ακολούθως δε από 1-4-1999 έως 30-9-2000 σε 279.629 δρχ. το μήνα, από 1-1-2000 έως 31-12-2000 σε δρχ. 292.629 το μήνα, από 1-1-2001 έως 30-4-2001 σε δρχ. 294.001 το μήνα, από 1-5-2001 έως 30-8-2001 σε δρχ. 314.001 το μήνα, από 1-9-2001 έως 30-9-2001 σε δρχ. 326.561 ή 958,36 Ευρώ το μήνα και από τον Οκτώβριο του 2001 έως και 12-11-2002, σε 1015,86 Ευρώ το μήνα. Το εργοτάξιο λειτουργούσε με τρεις βάρδιες ημερησίως. Ο ενάγων εργαζόταν σε βάση 8 ωρών ημερησίως. Πλην όμως απασχολείτο και υπερωριακώς και τα Σαββατοκύριακα αν άλογα με τις ανάγκες του έργου κατά τα παρακάτω. Ο ενάγων δικαιούνταν το νόμιμο μισθό που προβλέπουν οι ΣΣΕ και οι ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου όλης της χώρας. Επίσης δικαιούνταν προσαύξηση στο μισθό του λόγω επιδόματος τριετιών καθώς και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ένα ποσό από τη χρήση της συσκευής Argon και συνολικά για το έτος 1998 δρχ. 262.978 το μήνα, για το έτος 1999 δρχ.270. 478 το μήνα, για το 2000 δρχ.279. 774 το μήνα, για το 2001 δρχ.288.168 το μήνα και για το έτος 2002 888,34 Ευρώ το μήνα. Κατά δε την πρόσληψή του είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που του καταβάλλονταν, ότι θα συνυπολογίζονταν το αντίτιμο της αξίας μιας φιάλης γάλακτος που δικαιούνταν αυτός. Οι υπερωρίες καταγράφονταν στις μισθωτικές καταστάσεις από τον Απρίλιο του 2001 ως "πριμ απόδοσης". Ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω έργο κατά τα συμφωνηθέντα στην έγκυρη εργασιακή του σύμβαση μέχρι 12-11-2002, οπότε καταγγέλθηκε η εν λόγω σύμβαση από την πρώτη εναγομένη που άσκησε το σχετικό δικαίωμα της και έληξε. Ο ενάγων εδικαιούτο, πέραν από τον προβλεπόμενο από τις παρακάτω Δ.Α. και Σ.Σ.Ε., οι οποίες ίσχυσαν και κάλυπταν, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, την εργασιακή του σχέση με τις εναγόμενες κοινοπραξίες, βασικό μισθό, τα πιο πάνω επιδόματα". Στη συνέχεια το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του με βάση τις ανωτέρω νόμιμες και πράγματι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, δέχθηκε ότι αυτός είχε λάβει όλες τις αποδοχές του, οι οποίες μάλιστα καταχωρούνταν στις αναλυτικές μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις που τηρούσε η πρώτη εναγομένη στο εργοτάξιό της και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για οφειλόμενες αποδοχές, ως αβάσιμο. Περαιτέρω δέχθηκε ότι "εκτός από την ημερήσια οκτάωρη εργασία που προσέφερε ο ενάγων στο εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, στα πλαίσια της υπόψη εργασιακής του συμβάσεως, όπως σαφώς προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καρτέλες εργασίας μισθωτού του ενάγοντος για όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης του, εργαζόταν και πέραν του οκταώρου, αλλά και κατά δύο Σάββατα και δύο Κυριακές". Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι, για την υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση παράνομη υπερωριακή του απασχόληση και εργασία κατά δύο Σαββατοκύριακα το μήνα, ο ενάγων δικαιούνταν τα αναφερόμενα στην απόφαση και προσδιοριζόμενα κατά μήνα χρηματικά ποσά από την ως άνω ημέρα πρόσληψής του τον Ιούλιο 1998 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2002.Και συνολικά για προσαύξηση 75% 8 ωρών εργασίας κατά τις δύο Κυριακές, για εργασία κατά τα δύο Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία δικαιούνταν το ποσό των 56061, 899 ευρώ, έναντι του οποίου όμως καταβλήθηκε σ' αυτόν το συν ολικό ποσό των 61998,57 Ευρώ, με το οποίο και εξοφλήθηκαν οι ως άνω αξιώσεις του ενάγοντος, τις οποίες και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, χωρίς όμως να κάνει καμία μνεία για την αξίωση αυτού για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης σε εκείνο αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% της εργασίας των Κυριακών και ωρών κατά μήνα, που δέχθηκε ότι εργαζόταν, και της αποζημίωσης για παράνομης στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του. Ειδικότερα: Α) ως προς την προσαύξηση του 75% δεν αναφέρει το ποσό που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75% για την εργασία του τις άνω ώρες που δέχθηκε ότι εργάστηκε κατά τις δύο Κυριακές, ώστε να δύναται να κριθεί εάν επήλθε μερική η ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης έκρινε ότι το ποσό, που δέχθηκε ότι δικαιούται για προσαύξηση 75%, εξοφλήθηκε με την καταβολή του συνολικού ποσού των 61998,57 ευρώ, ποσό το οποίο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, καταβλήθηκε συνολικά για τις πιο πάνω αιτίες, δηλαδή προς εξόφληση της αμοιβής των ωρών εργασίας κατά Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία και "για πριμ απόδοσης", όπως καταγράφονταν στις μισθολογικές καταστάσεις από τον Ιούνιο του 2001 οι υπερωρίες, κατά τις παραδοχές της απόφασης. Δεν καθίσταται όμως σαφές αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό-και ποιο-από το συνολικό των 61998,57 ευρώ, που να αφορούσε καταβολή προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού για τις πιο πάνω ώρες εργασίας τις Κυριακές ή αν στο υπέρτερο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταβληθέν ποσό 61998,57 ευρώ, συμψηφίστηκε-καταλογίστηκε- και το οφειλόμενο ποσό, δεδομένου ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν αναφέρεται στην απόφαση, εάν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης του 75% της εργασίας του κατά τις Κυριακές στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ο μονομερής αυτός συμψηφισμός. Β) Ως προς την αποζημίωση για εργασία κατά τα δύο Σάββατα αναφέρεται επίσης ότι και η αξίωση αυτή του ενάγοντος εξοφλήθηκε με το παραπάνω ποσό των 61998,57 Ευρώ, χωρίς και πάλι να καθίσταται σαφές αν καταβλήθηκε κάποιο ποσό για την ως άνω αγωγική αξίωση και ποιο, ή αν στο υπέρτερο κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, καταβληθέν ποσό των 61998,57 Ευρώ, συμψηφίσθηκε το οφειλόμενο ποσό, και στην τελευταία περίπτωση, δεν αναφέρεται αν υπήρχε σχετική συμφωνία τέτοιου συμψηφισμού της εργασίας κατά τα δυο Σάββατα με τις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές. Γ) Ως προς την αποστέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν ανέφερε τίποτα σε σχέση με την συναπτομένη με αυτή αξίωση του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα δεν εκτίθεται σ' αυτή αν οι αναιρεσίβλητες χορηγούσαν στον πρώτο αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση για τις δύο Κυριακές το μήνα που εργαζόταν αυτός ή όχι, στοιχείο αναγκαίο για να κριθεί αν δικαιούνταν ή όχι ο αναιρεσείων αποζημίωση για τη μη χορήγηση της ανωτέρω εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Με τις αιτιολογίες αυτές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του ΑΝ 539/1945,όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.15 του ν. 4504/1966,του άρθρου 5 παρ.1 εδ .δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ.7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003-Πράξη Κατάθεσης Υπ.Εργ. 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ` αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δέκα τεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν υπάρχει στην απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών, όπως συμβαίνει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας κοινοπρακτούντα μέλη ήσαν οι δεύτερη και τρίτη απ' αυτές, συνεχώς από 1-7-1998 μέχρι 12-11-02 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, είχε προϋπηρεσία κατά την πρόσληψή του από το έτος 1975 ως βοηθός ηλεκτροσυγκολητή και από το 1986 ως αδειούχος ηλεκτροσυγκολητής Β' τάξης, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας εξ μερών την εβδομάδα, αυτές δεν του χορηγούσαν την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωναν ούτε τις αποδοχές αδείας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών αδείας και επιδόματος άδειας των ετών 1999,2000,2001 και της αποζημίωσης αδείας και επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της αδείας του από υπαιτιότητά τους. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλι ο της αγωγής του και με τον 7° λόγο της έφεσης του, ο ενάγων-αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδει ας δέχθηκε τα εξής: "... Τέλος αποδείχθηκε από τις προσαγόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις ότι έχουν καταβληθεί οι αποδοχές άδει ας του ενάγοντος καθ' όλο το επίδικο διάστημα και έλαβε αυτός για επιδόματα άδειας τα ακόλουθα ποσά: 1) Για επίδομα άδειας 1999 δρχ.139.809, ενώ εδικαιούτο 130.469 δρχ. 2) Για επίδομα άδειας 2000 έλαβε 139.809, ενώ εδικαιούτο 188.012 δρχ. 3) Για επίδομα άδειας 2001 έλαβε 157.000 δρχ., ενώ εδικαιούτο 186.745 δρχ. 4)Για επίδομα άδειας 2002 εδικαιούτο 479,18 Ευρώ έλαβε όμως 763,62 Ευρώ. Ήτοι έλαβε συνολικά για την αιτία αυτή 2.044,97 ευρώ ενώ εδικαιούτο 1961,96 ευρώ''. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000 και 2001, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών αδείας των ετών αυτών, της δικαιούμενης αποζημίωσης αδείας έτους 2002 και της καταβολής των αποδοχών και της αποζημίωσης αδείας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα οι αποδοχές άδειας καθόλο το επίδικο διάστημα, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών και αποζημίωσης αδείας 2002, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε ή όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει ούτε αν έλαβε ο αναιρεσείων τις άδειες ανάπαυσης των ανωτέρω ετών, ούτε και πότε και πόσες ημέρες άδειας τυχόν έλαβε, και με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο (δηλαδή ως παρέχων εργασία έξι ημέρες ή πέντε εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας),προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιουμένων ημερών αδείας, και ο χρόνος που τυχόν έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τον Ιούλιο του 98 που προσλήφθηκε έως και το Νοέμβριο του 2002 που από λύθηκε και μάλιστα ότι εργαζόταν επί 8ώρο από Δευτέρα έως και Παρασκευή, όπως γίνεται δεκτό κατά την εξεύρεση της διαφοράς των νόμιμων μισθών (χωρίς να διευκρινίζεται ή να αφαιρείται ο τυχόν χρόνος αδείας). Περαιτέρω γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι ο ενάγων εργαζόταν κάθε μήνα δύο Σάββατα και δύο Κυριακές, πραγματοποιώντας, επιπλέον και υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και τις ασάφειες στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά απ' αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την 4357/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές, Εξόφληση. Προκειμένου περί εργατικών απαιτήσεων πρέπει να παρατίθενται στην απόφαση, εφόσον γίνεται δεκτή ένσταση εξοφλήσης, τα επιμέρους ποσά τα οποία καταβλήθηκαν για κάθε απαίτηση χωριστά και αυτά που δικαιούνταν ο εργαζόμενος, διαφορετικά έλλειψη νόμιμης βάσης. Αναιρείται απόφαση του Εφετείου γιατί δεν ανέφερε τα καταβληθέντα και δικαιούμενα ποσά για εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και για την αποζημίωση λόγω μη λήψης ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας καθώς και ποιές ημέρες έλαβε αυτός ετήσια άδεια αναψυχής.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 340/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α.-Σ. Έ. του Χ.-Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη μετά της πληρεξουσίας του Δικηγόρου Ελένης Πουλοπούλου. Των αναιρεσίβλητων:1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ" που εδρεύει στο Σκαραμαγκά Χαϊδαρίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) R. K., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής 3) Α. Ζ., Αντιπροέδρου Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης αυτής 4) T. S.-COO, Γενικού Διευθυντή Διεύθυνσης Υποβρυχίων, 5) Dr. P. B. μέλος του ΔΣ αυτής 6) D. L. μέλος του ΔΣ αυτής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Ζερδελή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-04-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 945/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4246/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/3/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι λόγοι του αριθμού 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, δεν είναι, όμως, καταχρηστική, όταν ο εργοδότης ασκεί το σχετικό δικαίωμα, επειδή εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας με το μισθωτό και δημιουργήθηκε κλίμα οξύτητας που έχει ως αποτέλεσμα την μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού κατά των αναιρεσιβλήτων, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως καταχρηστικής και της υποχρέωσης αυτών να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του και να αποδέχονται τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα που τον απασχολούσαν προ της ως άνω καταγγελίας, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:<<Ο ενάγων ήταν επιλογή και πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης της μοναδικής κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας του, μετόχου της εναγομένης η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η Γερμανική εταιρεία HDW AG,η πρόσληψη του δε αποσκοπούσε στη δια των δικών του διευθυντικών ενεργειών και σύμφωνα με τους επιχειρηματικούς στόχους που είχε θέση η μέτοχος, οικονομική της αναδιοργάνωση, η οποία σημειωτέον βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Γι' αυτό και στη συνέχεια ορίστηκε ως μέλος του ΔΣ αυτής και μάλιστα με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Τον Ιανουάριο του έτους 2005, η μετοχική σύνθεση της εναγομένης άλλαξε και την πλειοψηφία αυτής ανέλαβε η επί σης Γερμανική εταιρεία ΤΗΥSSΕΝKRUPP Marine Systems. Η τελευταία χάριν των οικονομικών της συμφερόντων, θεμιτό ήταν να θέσει το δικό της πρόγραμμα για την επάνδρωση των διευθυντικών-νευραλγικών θέσεων εργασίας της εναγομένης με πρόσωπα ικανά αλλά και απολύτως συνεργαζόμενα με αυτή προς επίτευξη των στόχων της. Πλην όμως ο ενάγων απ' αρχής δεν συμφωνούσε με τις επιδιώξεις αυτής και ιδίως τον έλεγχο των οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης των οποίων προΐστατο, με αποτέλεσμα να γεννώνται διαφωνίες μεταξύ τους και να γεννώνται διαφωνίες μεταξύ τους και να δυσχεραίνεται η συνεργασία τους από δική τους υπαιτιότητα. Στη συνέχεια στις 14-6-2005 η συνέλευση των μετόχων της εναγομένης αποφάσισε την αλλαγή του ΔΣ αυτής και τοποθέτησε δικούς της εκπροσώπους, στους οποίους δεν επιλέχθηκε ο ενάγων και έκτοτε αυτός έπαψε να είναι μέλος του ΔΣ. Από τότε έπαψε πλέον να συνεργάζεται με τη διοίκηση της εναγομένης και ιδίως με το μέλος και Αντιπρόεδρο του ΔΣ αυτής τρίτο των εναγομένων, που είχε ορισθεί με την από 6-10-2005 απόφαση του ΔΣ Γενικός Διευθυντής Διοίκησης και Διαχείρισης, στον οποίο όφειλε, σύμφωνα με την απόφαση αυτή και το νέο οργανόγραμμα της εταιρείας να αναφέρεται. Με το οργανόγραμμα αυτό καταργήθηκε η θέση του διευθύνοντος συμβούλου, ο Πρόεδρος δε του ΔΣ ορίστηκε Διευθυντής της Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Επικοινωνίας. Ειδικότερα ο ενάγων εμφανιζόταν ελάχιστες ώρες στα γραφεία της εταιρείας, συχνά έλλειπε ταξίδια στο εξωτερικό όχι για υποθέσεις της εταιρείας, απέφευγε τη προσωπική επικοινωνία του με τα μέλη της διοίκησης και επικοινωνούσε με αυτούς μέσω e-mail, κατά τις παρουσιάσεις, ενημερώσεις και επεξηγήσεις προς το ΔΣ, συχνά δεν εμφανίζονταν ο ίδιος αλλά έστελνε τους υφισταμένους τους, ενώ και η οργάνωση της οικονομικής υπηρεσίας ήταν ελλιπής ιδίως ως προς τα όρια αρμοδιοτήτων των διαφόρων τμημάτων με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να γίνεται διπλή δουλειά ή καθόλου. Τα προβλήματα αυτά διαπιστώθηκαν και από την ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία ERNST & YOUNG στην από 13-12-2005 αναφορά εσωτερικού ελέγχου την οποία υπέβαλε μετά από επιτόπιο έλεγχο κατ' αίτηση της εναγομένης, στην οποία αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε τρέχουσα έλλειψη επικοινωνίας και σαφής εσωτερική αβλεψία από τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών (ενάγοντα) και προτείνεται στο Δ. Σ. να κατά λήξει σε απόφαση όσο το δυνατόν συντομότερα. Συνέπεια της άνω συμπεριφοράς του ήταν και η εναγομένη να αρχίσει να λαμβάνει μέτρα ελέγχου και εποπτείας της εργασίας του και συγκεκριμένα να ελέγχει τις αιτήσεις του για επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό και να μην εγκρίνει ορισμένα εξ αυτών, τα οποία πράγματι δεν αποδείχθηκε ότι εξυπηρετούσαν την εναγομένη, να αναθέτει στον ενάγοντα συγκεκριμένα θέματα εργασίας, τα ο ποία ήταν στην αρμοδιότητα του, όπως τη διεύθυνση και έλεγχο της καταγραφής της ακίνητης περιούσίας της, η οποία αποτελούσε μείζον ζήτημα για τα συμφέροντά της, δεδομένου ότι η αξία τους ξεπερνούσε τα 150.000 000 Ε, κατήργησε δε και το τμήμα εσωτερικού ελέγχου που είχε συστήσει ο ενάγων, του οποίου ο ενάγων ήταν επικεφαλής και ελεγχόταν ταυτόχρονα. Οι ενέργειες αυτές της εναγομένης δεν έγιναν με σκοπό την παραγκώνιση του ενάγοντος και προκειμένου να τον μειώσουν επαγγελματικά ώστε να αναγκαστεί να παραιτηθεί, όπως ισχυρίζεται, αλλά χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εναγομένης, η οποία όπως προαναφέρθηκε κινδύνευσε από την άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του. Όμως ο ενάγων αρνείτο και πάλι να συμμορφωθεί, μη δεχθείς την εργασία καταγραφής των ακινήτων, όπως και την υπογραφή του ισολογισμού του έτους 2005,τα οποία σημειωτέον διεκπεραίωνε η νέα διευθύντρια οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης που προσλήφθηκε μετά την απόλυση του. Η τελευταία προσλήφθηκε την 1η Ιουλίου 2006 ήτοι 5 μήνες μετά την απόλυση του ενάγοντος, συνεπώς η εναγομένη δεν είχε βρει τον αντικαταστάτη του από πριν την απόλυσή του, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Έτσι το ΔΣ της εναγομένης, με την από 25-1-2006 ομόφωνη απόφαση του αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, η οποία και έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε στις 5-2-2006. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν και ενόψει του ότι η θέση εργασίας την οποία κατείχε ο ενάγων απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπο του και το αντίθετο, η οποία εξ υπαιτιότητός του εξέλειπε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού την 3-2-2006 δεν κρίνεται ότι εκφεύγει και μάλιστα προφανώς των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του και επομένως δεν είναι καταχρηστική. Εξάλλου, η υποχρέωση αυτού, σύμφωνα με τα παραπάνω, να αναφέρεται στον 3ο των εναγομένων Αντιπρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης και Γενικό Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης, σύμφωνα με το οργανόγραμμα αυτής, δεν αποτελεί παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα του όρου 2.3 αυτής κατά τον οποίο θα αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Εργοδότη, αφού η θέση αυτή δεν προβλεπόταν στο νέο οργανόγραμμα που εγκρίθηκε από το ΔΣ της εναγομένης, ο Πρόεδρος του ΔΣ ήταν αρμόδιος άλλης διεύθυνσης, αρμόδιος δε επί των οικονομικών και προϊστάμενος του ενάγοντος σε επίπεδο ΔΣ ήταν ο 3ος των εναγομένων Αντιπρόεδρος του ΔΣ. Ενόψει των παραπάνω, δεν αποδείχτηκε και ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη... >>. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα ως άνω αγωγικά αιτήματα, τα οποία στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι εκτιθέμενες αναλυτικά ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η θέση εργασίας που κατείχε αυτός απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του η οποία εξέλειπε από υπαιτιότητά του, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, αποτελούν σπουδαίο λόγο, που μπορούσε δικαιολογημένα να κλονίσει την εμπιστοσύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, με συνέπεια αυτή να κρίνει αναγκαία και επιβεβλημένη την καταγγελία της συμβάσεώς του, χωρίς να υποχρεούται αυτή, αντί της απόλυσής του να τον τοποθετήσει σε άλλη θέση, αφού όπως προλέχθηκε είχε εκλείψει η ως άνω εμπιστοσύνη, η οποία (ως άνω καταγγελία) ως εκ τούτου δεν υπήρξε καταχρηστική. Επομένως, πρέπει οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται και στους δύο αυτούς λόγους αναίρεσης, περί του ότι έπρεπε η προσβαλλομένη απόφαση να δεχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερθέντων άρθρων, εφόσον αποδείχθηκε η υβριστική και μειωτική συμπεριφορά της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος και η προσπάθεια εξαναγκασμού του σε παραίτηση, η σταδιακή και επαγγελματική του απραξία, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες συνιστούν ιδιότυπο αποδεικτικό μέσο. Στην προκείμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν καταχρηστική και ότι εξ αιτίας της συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης υπέστη αυτός προσβολή της προσωπικότητάς του, τα εξής αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης: Α.1) Την υπ'αριθμ,5043/15-2-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χρυσάνθης Ιωάννου Στυλογιάννη, 2)τηνυπ'αριθμ.Φ.660/ ΑΣ/ 298/15-2-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Δ. ενώπιον του Προξένου της Ελλάδος στο Λονδίνο Αγγλίας κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των αντιδίκων και στις δύο περιπτώσεις. Β.1)Την από 2-2-2006 εξώδικο διαμαρτυρία του με κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους, 2) την από 2-2-2006 επιστολή του Αντιπροέδρου και μέλους του ΔΣ της πρώτης αναιρεσίβλητης κ. Ζ. (τρίτη αναιρεσίβλητη), 3) την από 3-2-2006 εξώδικη Δήλωση-καταγγελία και πρόσκληση της πρώτης αναιρεσίβλητης, 4) την από Φεβρουαρίου 2006 έγγραφη πρόταση σύναψης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με συνημμένη την επίσημη μετάφραση της από το Υπουργείο Εξωτερικών με συνημμένο το τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (φαξ) από το Διευθυντή Προσωπικού Ά. Μ. προς αυτόν (αναιρεσείοντα), 5) αντίγραφο της ειδικής κάρτας εισόδου στα γραφεία της μητρικής εταιρείας HDW, για το έτος 2005, 6) την από 1 Ιουνίου 2005 επιστολή του Γ. Π., πρώην Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης αναιρεσίβλητης περί της αποδόσεώς του κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2005 έως και 14-6-2005 7) την απόν 29 Οκτωβρίου 2006 συστατική επιστολή του S. K. R., τότε προϊσταμένου του αναιρεσείοντος ως CFO (Γενικός Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών) της μητρικής εταιρείας HDW8) τα από Οκτωβρίου 2005 μέχρι και Δεκεμβρίου 2005 ενδεικτικά προσκομιζόμενα έγγραφα (υπηρεσιακή αλληλογραφία). Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από αυτό, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από την υπ' αριθμ. Φ 660/ΑΣ 298/2007 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο, 5043/2007 ένορκη βεβαιώση μάρτυρα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεώνης Καλύρη-Αθανασίου, όλα τα έγγραφα που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τόσο τις προαναφερθείσες δύο ένορκες βεβαιώσεις μάρτυρα, όσο και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα αμέσως εκτεθέντα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Κατ' ακολουθία και ο λόγος αυτός της αναίρεσης (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 4246 / 2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές, καταγγελία σύμβασης εργασίας, δεν είναι καταχρηστική γιατί έλαβε χώρα αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος.Αποδεικτικά μέσα. Η βεβαίωση της απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, σε συνδιασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, καθιστά αναμφίβολο το γεγονός ότι λήφθηκαν υπόψη και τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα.
null
null
0
Αριθμός 341/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.1.12011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β.Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πουλόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 289/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου Εφετείου. Με συγκατηγορούμενο το Ν.Μ. του Μ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ζακύνθου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 709/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δρχ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό έτος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές του ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά, των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ποιν. Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί εργοδότη μη φυσικού αλλά νομικού προσώπου (εταιρείας) και της μορφής του νομικού προσώπου ή της εταιρείας και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 289/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου, όπως προκύπτει από αυτή, η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της Ν.Μ. καταδικάσθηκαν για μη εμπρόθεσμη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, ύψους 22.440,34 και 11.220,16 ευρώ αντιστοίχως, σε συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ ο καθένα, εκ των οποίων την ποινή φυλάκισης ανέστειλε την εκτέλεση για την αναιρεσείουσα για μια τριετία. Στην αιτιολογία της ως άνω απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού της, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι κατηγορούμενοι στη ...στις 1.3.2004 εργοδότες τυγχάνοντες, δηλαδή και διατηρώντας επιχείρηση "ΟΙΚΟΔΟΜΗ (επωνυμία) PARIADIZE ΑΕ" και δη εξαρτημένη εργασία με αμοιβή προσωπικού ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν με την ως άνω ιδιότητά τους στο αναφερόμενο ίδρυμα τις οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, ποσού 22.440,34 και 11.220,16 ευρώ αντιστοίχως. Δεν αναφέρονται όμως στην απόφαση, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αυτής, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρεία, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο ότι αυτή ήταν εργοδότρια. Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, εκ της οποίας δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας στην ανώνυμη εταιρία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή της για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητά της ως εργοδότριας, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 289/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου μόνο όσο αφορά την αναιρεσείουσα Β.Μ. του Α. Και Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ οφειλομένων από επιχείρηση - ανώνυμη εταιρία. Καταδικαστική απόφαση. Έλλειψη αιτιολογίας σε περίπτωση μη αναφοράς της θέσης και της ιδιότητας της καταδικασμένης κατηγορουμένης στην ανώνυμη εταιρία. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 341/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα,. 2) R. K., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, 3) Α. Ζ., Αντιπροέδρου Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης αυτής, 4) T. S.-C., Γενικού Διευθυντή Διεύθυνσης Υποβρυχίων, 5) Dr. P. B., μέλος του ΔΣ αυτής, 6) D. L., μέλος του ΔΣ αυτής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Ζερδελή. ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α.-Σ. Έ. του Χ.-Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια Δικηγόρο του Ελένη Πουλοπούλου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-04-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 945/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4246/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο ,πέμπτο και έκτο των αναιρεσειόντων, και την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-10-1996 4-11-2009 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4246/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 945/ 2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από αυτούς και αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτών, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πλην, ενώ η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ασκείται και από τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε τελικά η αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κάποιος λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο πρόσωπο τους. Επομένως, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς(δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο), η αίτηση αυτή αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος προσλήφθηκε για μη ορισμένο χρόνο, εφ’ όσον αυτός διάρκεσε πάνω από δύο μήνες, δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει προ του σ' αυτό αναφερόμενου χρόνου με βάση τα χρόνια υπηρεσίας και κατά το άρθρον 3 § 1 εργοδότης παραμελών την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση με το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, εκτός αν από σύμβαση ή από έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση. Εξ άλλου κατά το άρθρον 5 § 3 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων'', η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη απoζημίωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει στον απολυόμενον μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης και ως τέτοια θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη αποζημίωση, η οποία από το άρθρο 3 § 1 του ν. 2112/1920 ορίζεται κατά ποσόν ίση προς το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες αυτός θα λάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρον 5 § 1 του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, αλλά και η πρόσθετη κατά ποσό αποζημίωση, η οποία ορίζεται κατόπιν επιτρεπτής εκ του ρηθέντος άρθρου 3 § 1 του ν. 2112/1920 συμφωνίας μεταξύ των εργοδότου και μισθωτού (Ολ.ΑΠ 1144/1983).Α κόμη από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/ 1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία). Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Στην προ κειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, τα εξής: «Ο ενάγων οικονομολόγος εξειδικευμένος επί χρηματοοικονομικών θεμάτων, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΑΕ, με την από 19-7-2004 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως Γενικός Διευθυντής των οικονομικών υποθέσεων αυτής με έδρα τις εγκαταστάσεις της στο Σκαραμαγκά. Συγκεκριμένα με την έγγραφη αυτή σύμβαση ορίστηκαν μεταξύ άλλων και οι ακόλουθοι όροι:1)Δια της παρούσης ο εργοδότης προσλαμβάνει με σύμβαση αορίστου χρόνου, που ξεκινά την ημερομηνία σύνταξης της παρούσας, τον εργαζόμενο, ο οποίος έχει εξειδικευμένες γνώσεις χρηματοοικονομικών και οικονομικών θεμάτων και διοικητικές ικανότητες και εμπειρία, προκειμένου ο εργαζόμενος να παρέχει στον εργοδότη τις υπηρεσίες του ως Γενικός Διευθυντής Οικονομικών Υποθέσεων. 2. 1) Ο εργαζόμενος θα είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία του Χρηματοοικονομικού Τμήματος του Εργοδότη. Θα επιβλέπει, ελέγχει και συντονίζει όλες τις χρηματοοικονομικές λειτουργίες του εργοδότη σύμφωνα με το οργανωτικό διάγραμμα του εργοδότη. Ο τρόπος με τον οποίο ο εργαζόμενος θα εκτελεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών, θα πρέπει πάντα να έχει ως σκοπό την διασφάλιση και προώθηση των συμφερόντων και επιχειρηματικών εργασιών του εργοδότη, καταβάλλοντος κάθε εύλογη προσπάθεια. Ο εργαζόμενος πρέπει να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρουσίαση, ανάλυση και αφομοίωση της στρατηγικής και πολιτικής του εργοδότη στους/και από τους υφισταμένους και συναδέρφούς του προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί και στόχοι του εργοδότη. 2.2) Επιπροσθέτως, ο εργαζόμενος πρέπει να συμμορφώνεται προς τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς καθώς και στον εσωτερικό κανονισμό και όρους του εργοδότη που θα ισχύουν, πρέπει να επιδείξει προσοχή στην εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και υγείας, αναφορικά με τον εαυτό του και τους υφισταμένους του, καθώς και τους εξωτερικούς συνεργάτες στον τομέα της αρμοδιότητας του. 2.3) Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη και για το διάστημα που θα είναι μέλος, θ' αναφέρεται στο Διοικητικό Συμβούλιο, ενώ για την περίπτωση που δεν είναι μέλος, θ' αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του εργοδότη. 3.1) Ο εργαζόμενος θα λάβει ως αμοιβή σε συμφωνία με την παρούσα το μικτό ποσό των 140.000 ευρώ ετησίως, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς δεκατεσσάρων (14) μηνών και θα είναι πληρωτέο σε δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις ως εξόφληση, δηλαδή θα είναι πληρωτέες στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα. Η προαναφερόμενη αμοιβή είναι πολύ ανώτερη από αυτή που προβλέπεται από το νόμο ή από άλλη σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και από Αποφάσεις Διαιτησίας και συμπεριλαμβάνει τα νόμιμα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας διακοπών όπως αυτά καθορίζονται από την εργατική νομοθεσία. 3.2) Ο εργαζόμενος θα δικαιούται ετησίου δώρου παροχής υπηρεσιών (μπόνους) έως το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000). Σχετικά με το αναφερόμενο μπόνους, δια της παρούσης συμφωνείται ότι: α) κατά το πρώτο έτος εργασίας σύμφωνα με την παρούσα, το προαναφερόμενο μπόνους θα πληρωθεί στο σύνολό του από τον εργοδότη σε δύο ίσες δόσεις ανά εξάμηνο. Η πρώτη πληρωμή θα πραγματοποιηθεί στις 15 Ιανουαρίου 2005 και η δεύτερη στις 15 Ιουλίου 2005. Ενώ β) κατά τα επόμενα έτη μετά την ολοκλήρωση του πρώτου έτους εργασίας, η πληρωμή των μπόνους θα γίνεται σύμφωνα με τους όρους που θα έχουν συμφωνηθεί ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. 3 .3) Συμφωνείται ότι η προαναφερόμενη αμοιβή, ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθεί και πληρωθεί στο μέλλον, συμπεριλαμβάνει και καλύπτει τη νόμιμη αμοιβή του εργαζομένου οποιασδήποτε φύσης και είδους, που θα ισχύει την εκάστοτε περίοδο, δηλαδή τον βασικό μισθό όπως αυτός ορίζεται από τη νομοθεσία ή από κάθε πιθανή σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και Αποφάσεις Διαιτησίας, που μπορεί να είναι εφαρμοστέες στην παρούσα σχέση εργασίας, καθώς επίσης και όλα τα επιδόματα, αυξήσεις και γενικότερες παροχές κάθε φύσης και ονομασίας, χωρίς καμία εξαίρεση τις οποίες δικαιούται ο εργαζόμενος για οποιονδήποτε λόγο που προβλέπεται από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή από Απόφαση Διαιτησίας ή από νόμιμο μέσο. Συνεπώς, ο εργοδότης δεν έχει καμία άλλη περαιτέρω υποχρέωση κανενός είδους για την πληρωμή κάποιου ποσού ανωτέρου και πέραν των όσων έχουν συμφωνηθεί διά της παρούσης. 3. 4. Κάθε ποσό που θα δοθεί ή δεσμεύεται να δοθεί στον εργαζόμενο ανώτερο και πέραν των όρων της παρούσας και της συμφωνηθείσας αμοιβής όπως προβλέπεται από το άρθρο 3.1 της παρούσας (γενικά μπόνους παραγωγικότητας, μπόνους συμμετοχής, εταιρική πιστωτική κάρτα κ.ο.κ), ανεξαρτήτως της φύσης και της συχνότητας ή του χαρακτήρα αυτού (ανεξαρτήτως εάν θα πληρωθεί ή θα δοθεί εφάπαξ ή όχι) καθώς και όλοι οι όροι εργασίας γενικότερα, οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι από αυτός που προβλέπονται από την σχετική εφαρμοστέα νομοθεσία, θα πρέπει πάντα να θεωρούνται ως εκούσιες παροχές στον εργαζόμενο από τη μεριά του εργοδότη, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του τελευταίου. Για το λόγο αυτό όλα αυτά τα ποσά δεν πρέπει να θεωρούνται τακτική αμοιβή και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης σε περίπτωση λήξης ή λύσης ή με οποιονδήποτε τρόπο-τερματισμού της σχέσης εργασίας. Επιπροσθέτως των ως άνω αναφερομένων, το ίδιο εφαρμόζεται και για κάθε επιπλέον επίδομα που απονέμεται στον εργαζόμενο δυνάμει της παρούσας, τα οποία περιγράφονται αναλυτικότερα στο κάτωθι άρθρο 4,και τα οποία παρέχονται όταν στον τελευταίο με σκοπό να διευκολύνουν την επίδοση των καθηκόντων του. 4. 1) Ο εργοδότης διά της παρούσης συμφωνεί να αποζημιώσει τον εργαζόμενο μέσω της χρήσης πιστωτικής κάρτας για κάθε έξοδο που θα γίνει από τον εργαζόμενο για την παρουσίαση των εργασιών και για επαγγελματικές σχέσεις έως το ποσό των 3.000 Ευρώ (τρεις χιλιάδες) κατ' έτος, με την προσκόμιση δικαιολογητικών (εγγράφων) σχετικών με τα έξοδα αυτά. 4.2)... Σε περίπτωση που ο εργοδότης τερματίσει την παρούσα για οποιονδήποτε λόγο εκτός από την περίπτωση που ο εργαζόμενος δολίως ζημίωσε τον εργοδότη, πριν το πέρας των δύο ετών και κατά τροποποίηση του όρου αυτού της συμβάσεως την 4-10-2004, πριν το πέρας τεσσάρων ετών) από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας τότε ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωσης η οποία θα είναι ίση με το άθροισμα α) της αποζημίωσης που προβλέπεται από το νόμο και β) των μισθών που αντιστοιχούν στο διάστημα που ξεκινά από την ημερομηνία τερματισμού της παρούσας έως τη συμπλήρωση των δύο (τεσσάρων) ετών. Σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει το ασφαλιστικό πρόγραμμα που περιγράφεται στο προαναφερόμενο άρθρο 4.3 παράγραφος 1 της παρούσας μέχρι τη συμπλήρωση των τεσσάρων ετών και να πληρώσει στον εργαζόμενο το ποσό που αντιστοιχεί στα έξοδα που περιγράφονται στο προαναφερόμενο άρθρο 4.3 παράγραφος 2 της παρούσας μέχρι τη συμπλήρωση των τεσσάρων ετών. 14.4) Σε περίπτωση που κάποιος από τους όρους της παρούσας ακυρωθεί ή κηρυχθεί α βάσιμος, οι άλλοι όροι παραμένουν εν ισχύει και ο συγκεκριμένος όρος θα θεωρηθεί ότι δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ στην παρούσα. Με το ως άνω περιεχόμενό της η σύμβαση αναμφισβήτητα υπάγεται στους περιορισμούς του άνω άρθρου 23α παρ.2 ν. 2190/ 1920,καθότι πρόκειται για πρόσληψη από την εναγομένη ΑΕ του ενάγοντος ως Γενικού Διευθυντή της, η οποία λόγω του εύρους των παρεχομένων στον ενάγοντα αρμοδιοτήτων, ο οποίος ουσιαστικά θα ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας και των παρεχομένων σ' αυτόν αμοιβών και λοιπών σε χρήμα και είδος παροχών που υπερέβαιναν κατά πολύ τη νόμιμη αμοιβή του, σαφώς εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εναγομένης. Όμως η απαιτουμένη από τη διάταξη αυτή κατ' απόλυτη ακυρότητα, ειδική έγκριση της σύμβασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία δεν είχε δοθεί, δεν απαιτείτο, διότι η εναγομένη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ήταν μονοπρόσωπη ΑΕ, ανήκουσα εξ ολοκλήρου (ποσοστό 100%) στη γερμανική εταιρεία HDW AG ... Επομένως, η σύμβαση είναι έγκυρη ... Μετά ταύτα η έρευνα της εγκυρότητας της από 4-10-2004 τροποποίησης του όρου 13.1 της άνω σύμβασης, με τον οποίο η υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή συμβατικής αποζημίωσης καταγγελίας επεκτάθηκε από τα 2 στα 4 έτη, παρέλκει, αφού δεν ασκεί έννομη επιρροή επί των ερευνωμένων κυρίων αιτημάτων (άκυρη καταγγελία-μισθοί υπερημερίας) και μέχρι της απορρίψεως αυτών. Κατά τη διάρκεια της άνω σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα στις 6-12-2004, ο ενάγων εξελέγη μέλος του ΔΣ της εναγομένης με δικαίωμα πρώτης υπογραφής, ιδιότητα την οποία διατήρησε μέχρι τις 3-2-2006,οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση, όχι όμως και την πρόσθετη συμβατική αποζημίωση. Ειδικότερα του κατέβαλε, βάσει των αποδοχών του κατά τον τελευταίο πριν την καταγγελία μήνα, εκ 10.000 Ευρώ, πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών και άδειας και του χρόνου απασχόλησής του, αποζημίωση ίση με τους μισθούς 2 μηνών ανερχομένη σε 23.333, ήτοι την προβλεπομένη από τα άρθρα 3 παρ.1 ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 ν.3198/ 1955. Όμως δεν του κατέβαλε και την πρόσθετη αποζημίωση που προέβλεπε με τον όρο 13.1 η άνω σύμβαση του ισουμένη με τους μισθούς που αντιστοιχούν στο διάστημα που ξεκι νά από την καταγγελία μέχρι τη συμπλήρωση των δύο ε των (19-7-2006), η οποία ούτω ανερχόταν στο ποσό των 10.000Χ5 μήνες=50.000 €. Συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη την 3-2 -2006 είναι άκυρη, αφού δεν του καταβλήθηκε πλήρης η οφειλομένη αποζημίωση, η οποία, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, περιλαμβάνει τη νόμιμη και τη συμβατική αποζημίωση καταγγελίας. Έτσι η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να συνεχίζεται όπως πρότερα και η εναγομένη που με την άκυρη καταγγελία της περιέχει και δήλωση της βούλησης αυτής για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του ενάγοντος, καθίσταται υπερήμερη και υποχρεούται να του καταβάλει τους αντιστοίχους μισθούς από το χρόνο της άκυρης καταγγελίας μέχρι την άρση της υπερημερίας της αυτής». Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά η παρά της πρώτης αναιρεσείουσας καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως ήταν άκυρη λόγω της μη καταβολής υπ' αυτής εις τον αναιρεσίβλητον πέραν της νόμιμης εκ του άρθρου 3 § 1 του ν.2112 /1920 αποζημίωσης απολύσεως από 23.333 € και της οφειλόμενης κατόπιν συμφωνίας μεταξύ αυτών πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης από 50.000 €, δεν παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αν είναι αορίστου χρόνου, μπορεί να λυθεί με καταγγελία από μέρους του εργοδότη, η οποία για να είναι έγκυρη πρέπει κατ` άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2550/1997 να γίνει εγγράφως, να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και να καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια. Αντιθέτως, αν αυτή είναι ορισμένου χρόνου, αν δηλαδή έχει συμφωνηθεί, ρητά ή σιωπηρά ότι θα λήξει σε ορισμένο χρονικό σημείο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της εργασιακής συμβάσεως, μπορεί κατά το άρθρο 672 ΑΚ να λυθεί με καταγγελία οποτεδήποτε αλλά μόνον αν συν τρέχει σπουδαίος λόγος, ρύθμιση όμως η οποία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε επιπλέον ανελέγκτως και τα εξής: «Περαιτέρω ως προς τις συν θήκες εργασίας του ενάγοντος και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων ήταν επιλογή και πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης της μοναδικής κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας του, μετόχου της εναγομένης η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η Γερμανική εταιρεία HDW η πρόσληψη του δε αποσκοπούσε στη διά των δικών του διευθυντικών ενεργειών και σύμφωνα με τους επιχειρηματικούς στόχους που είχε θέση η μέτοχος, οικονομική της αναδιοργάνωση, η οποία σημειωτέον βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Γι' αυτό και στη συνέχεια ορίστηκε ως μέλος του ΔΣ και μάλιστα με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Τον Ιανουάριο του έτους 2005, η μετοχική σύνθεση της εναγομένης άλλαξε και την πλειοψηφία αυτής ανέλαβε η επίσης Γερμανική εταιρεία THYSSENKRUPP Marine Systems. Η τελευταία χάριν των οικονομικών της συμφερόντων, να θέσει το δικό της πρόγραμμα για την οικονομική αναδιοργάνωση της εταιρείας και να επιδιώξει την επάνδρωση των διευθυντικών-νευραλγικών θέσεων εργασίας της εναγομένης με πρόσωπα ικανά αλλά και απολύτως συνεργαζόμενα με αυτή προς επίτευξη των στόχων της. Πλην όμως ο ενάγων απ' αρχής δεν συμφωνούσε με τις επιδίωξεις αυτής και ιδίως τον έλεγχο των οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης των οποίων προΐστατο, με αποτέλεσμα να γεννώνται διαφωνίες μεταξύ τους και να δυσχεραίνεται η συνεργασία τους από δική του υπαιτιότητα. Στη συνέχεια στις 14-6-2005 η συνέλευση των μετόχων της εναγομένης αποφάσισε την αλλαγή του ΔΣ αυτής και τοποθέτησε δικούς της εκπροσώπους, στους οποίους δεν επιλέχθηκε ο ενάγων και έκτοτε αυτός έπαψε να είναι μέλος του ΔΣ. Από τότε έπαψε πλέον να συνεργάζεται με τη διοίκηση της εναγομένης και ιδίως με το μέλος και Αντιπρόεδρο του ΔΣ αυτής τρίτο των εναγομένων, που είχε ορισθεί με την από 6-10-2005 απόφαση του ΔΣ Γενικός Διευθυντής τής Διοίκησης και Διαχείρισης, στον οποίο όφειλε, σύμφωνα με την απόφαση αυτή και το νέο οργανόγραμμα της εταιρείας, να αναφέρεται ... Ειδικότερα ο ενάγων εμφανιζόταν ελάχιστες ώρες στα γραφεία της εταιρείας, συχνά έλλειπε ταξίδια στο εξωτερικό όχι για υποθέσεις της εταιρείας, απέφευγε την προσωπική επικοινωνία του με τα μέλη της διοίκησης και επικοινωνούσε με αυτούς μέσω e-mail, κατά τις παρουσιάσεις, ενημερώσεις και επεξηγήσεις προς το ΔΣ, συχνά δεν εμφανιζόταν ο ίδιος αλλά έστελνε τους υφισταμένους του, ενώ και η οργάνωση της οικονομικής υπηρεσίας ήταν ελλιπής ιδίως ως προς τα όρια αρμοδιοτήτων των διαφόρων τμημάτων με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να γίνεται διπλή δουλειά ή καθόλου. Τα προβλήματα αυτά διαπιστώθηκαν και από την ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία ERNST & YOUNG στην από 13-12-2005 αναφορά εσωτερικού ελέγχου την οποία υπέβαλε μετά από επιτόπιο έλεγχο κατ' αίτηση της εναγομένης, στην οποία αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε τρέχουσα έλλειψη επικοινωνίας και σαφής εσωτερική αβλεψία από τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών (ενάγοντα) και προτείνεται στο ΔΣ να καταλήξει σε απόφαση όσο το δυνατόν συντομότερα. Συνέπεια της άνω συμπεριφοράς του και η εναγομένη να αρχίσει να λαμβάνει μέτρα ελέγχου και εποπτείας της εργασίας του και συγκεκριμένα να ελέγχει τις αιτήσεις του για επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό και να μην εγκρίνει ορισμένα εξ αυτών, τα ο ποία πράγματι δεν αποδείχτηκαν ότι εξυπηρετούσαν την εναγομένη, να αναθέτει στον ενάγοντα συγκεκριμένα θέματα εργασίας, τα οποία ήταν στην αρμοδιότητά του, όπως τη διεύθυνση και έλεγχο της καταγραφής της ακίνητης περιουσίας της, η οποία αποτελούσε μείζον ζήτημα για τα συμφέροντά της, δεδομένου ότι η αξία τους ξεπερνούσε τα 150.000.000 €, κατήργησε δε και το τμήμα εσωτερικού ελέγχου που είχε συστήσει ο ενάγων, του οποίου ο ενάγων ήταν επικεφαλής και ελεγχόταν ταυτόχρονα. Οι ενέργειες αυτές της εναγομένης δεν έγιναν με σκοπό την παραγκώνιση του ενάγοντος και προ κειμένου να τον μειώσουν επαγγελματικά ώστε να αναγκαστεί να παραιτηθεί, όπως ισχυρίζεται, αλλά χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εναγομένης, η οποία όπως προαναφέρθηκε κινδύνευε από την άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του. Όμως ο ενάγων αρνείτο και πάλι να συμμορφωθεί, μη δεχθείς την εργασία καταγραφής των ακινήτων, όπως και την υπογραφή του ισολογισμού του έτους 2005, τα οποία σημειωτέον διεκπεραίωσε η νέα διευθύντρια οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης που προσλήφθηκε την 1η Ιουλίου 2006 ήτοι 5 μήνες μετά την απόλυση του ενάγοντος, συνεπώς η εναγομένη δεν είχε βρει τον αντικαταστάτη του από πριν την απόλυσή του, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Έτσι το ΔΣ της εναγομένης, με την από 25-1-2006 ομόφωνη απόφασή του αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, η οποία και έλαβε χώρα όπως προαναφέρθηκε στις 5-2-2006. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν και ενόψει του ότι η θέση εργασίας την οποία κατείχε ο ενάγων απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπο του και το αντίθετο, η οποία εξ υπαιτιότητάς του εξέλειπε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού την 3-2-2006 δεν κρίνεται ότι εκφεύγει και μάλιστα προφανώς των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστιτική. Εξάλλου η υποχρέωση αυτού, σύμφωνα με τα παραπάνω, να αναφέρεται στον 3ο των εναγομένων Αντιπρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης και Γενικό Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης, σύμφωνα με το οργανόγραμμα αυτής, δεν αποτελεί παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα του όρου 2.3 αυτής κατά τον οποίο θα αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Εργοδότη, αφού η θέση αυτή δεν προβλεπόταν στο νέο οργανόγραμμα που εγκρίθηκε από το ΔΣ της εναγομένης, ο Πρόεδρος του ΔΣ ήταν αρμόδιος άλλης διεύθυνσης, αρμόδιος δε επί των οικονομικών και προϊστάμενος του ενάγοντος σε επίπεδο ΔΣ ήταν ο 3ος των εναγομένων Αντιπρόεδρος του ΔΣ. Ενόψει των παραπάνω, δεν αποδείχτηκε και ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως το αίτημα αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Απορριπτομένων δε ως άνω των περί καταχρηστικότητας και προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος βάσεων της αγωγής, απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο είναι και το αίτημα αυτού να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα που τον απασχολούσε πριν την καταγγελία. Τέλος απορριπτέες είναι και οι ενστάσεις των εναγομένων, τις οποίες επαναφέρουν με τους λόγους εφέσεως παραπονούμενοι για την σιγή απόρριψή τους πρωτοδίκως η πρώτη εκ του άρθρου 672 ΑΚ, γιατί η διάταξη αυτή αφορά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, η οποία δεν εφαρμόζεται στη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και η δεύτερη εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ότι ο ενάγων εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις πλημμελώς, κακόβουλα, με αποκλειστικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει για να εισπράξει την οφειλόμενη αποζημίωση, γιατί δεν αποδεικνύεται». Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και κατά τη βάση της περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου λόγω μη καταβολής σ' αυτόν και της πρόσθετης συμβατικής αποζημίωσης και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Έτσι που έκρινε δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 ν 3198/1955,τις οποίες αντιθέτως ορθά εφάρμοσε, ενόψει του ότι αν και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, που ήταν αορίστου χρόνου, είχε ως αιτία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης την αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού, συνεπεία της οποίας εξέλειπε η σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας και του ως άνω αναιρεσιβλήτου, λόγω της θέσης εργασίας που κατείχε ο τελευταίος αυτή ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής και της πρόσθετης συμβατικής αποζημίωσης σ' εκείνο (αναιρεσίβλητο), αφού στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ κατά την οποία για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου απαιτείται μόνο η συνδρομή σπουδαίου λόγου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, όμως, και συγκεκριμένα ο αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης είχε την εξής γνώμη: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 "η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση". Ως οφειλόμενη νοείται πρωτίστως η αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 ως υποχρεωτικό μέτρο πρόνοιας υπέρ του απολυόμενου μισθωτού. Από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης αυτής ο εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί, παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία εναντίον του μισθωτού έχει υποβληθεί μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του (άρθρο 5 παρ.1 του ν. 2112/1920), δηλαδή για λόγο που εύλογα κλονίζει την εμπιστοσύνη του εργοδότη απέναντι στο μισθωτό. Περαιτέρω, ως οφειλόμενη νοείται και η πρόσθετη αποζημίωση, πέραν της ελάχιστης που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις, η οποία ενδέχεται να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών της εργασιακής σχέσεως για την περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 1144/1983). Με δεδομένο, όμως, το ότι η υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης δεν επιβάλλεται από το νόμο, για να είναι και η αποζημίωση αυτή οφειλόμενη, όπως η εκ του νόμου, πρέπει η εκπλήρωση του περί αυτής συμβατικού όρου (ΑΚ 361) να στοιχείται προς το περιεχόμενο της συναλλακτικής καλής πίστης. Σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ, η καλή πίστη, που διέπει στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις την εκπλήρωση της παροχής τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, υπαγορεύει τη δυνατότητα απόκλισης από ένα συμβατικό όρο, με τον οποίο επιβάλλεται στο ένα μέρος μια υποχρέωση, η οποία, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, δεσμεύει υπερβολικά την οικονομική ελευθερία και καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (πρβλ. Ολ.ΑΠ 927/1982, ΑΠ 136/2006). Στο πλαίσιο της παροχής εξαρτημένης εργασίας, υπέρμετρα επαχθής είναι η υποχρέωση που επιβάλλει στον εργοδότη τη διατήρηση της σύμβασης, παρά το γεγονός ότι ο μισθωτός, με τη δική του συμπεριφορά, έχει κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη με την οποία ο εργοδότης δικαιούται να αναμένει την εκπλήρωση της παροχής. Η υποχρέωση αυτή εμπεριέχεται στη ρήτρα ότι ο εργοδότης σε περίπτωση καταγγελίας θα οφείλει πάντοτε μια σημαντική, πρόσθετη αποζημίωση. Εφ' όσον, λοιπόν, ο εργοδότης έχει υπέρ αυτού τέτοιο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως (ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί σπουδαίος και να δικαιολογήσει την καταγγελία αν η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου, ΑΚ 672), η συμφωνία περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης (ακόμη και όταν πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου) καθίσταται ανενεργής και η πρόσθετη αποζημίωση αποβαίνει μη οφειλομένη. Οπότε, η μη καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη δεν επηρεάζει το κύρος αυτής. Εν προκειμένω το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, με την επανειλημμένη, κακή και αντίθετη προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις συμπεριφορά είχε προκαλέσει την εκ μέρους της πρώτης από τους αναιρεσείοντες καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία, ως εκ τούτου, δεν ήταν καταχρηστική, αλλά απολύτως δικαιολογημένη, απέρριψε ως μη νόμιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτής περί του ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε διότι η εξακολούθηση της σχέσεως εργασίας είχε καταστεί αφόρητη για την ίδια, με συνέπεια να μην οφείλει τη συμφωνηθείσα πρόσθετη αποζημίωση. Με τον τρόπο αυτό, όμως, εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Γι' αυτό και, σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ.1β, 666 παρ.1,115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων ση μείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνων που προβλέπονται από την παράγραφο 2 της δεύτερης από αυτές. Επομένως, ο διάδικος που, ως εκκαλών, προβάλλει με την έφεσή του νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων της δεύτερης των ως άνω διατάξεων οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους. Τέλος για την ίδρυση των από το άρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή στο δικαστήριο της ουσίας ένστασης, πρέπει η ένσταση αυτή να έχει υποβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και τέταρτο από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό τους που είχαν προτείνει κατά την πρωτοβάθμια δίκη και με λόγο έφεσης, παρακωλυτικό του αγωγικού ισχυρισμού του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί ακυρότητας της γενόμενης από μέρους τους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, γιατί, κατά τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά. Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα και συγκεκριμένα από τις πρωτόδικες προτάσεις, το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων, τις προτάσεις που κατέθεσαν αυτοί στο Εφετείο, καθώς και από το επίσημο αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου αποδεικνύεται μεν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που συνιστά ένσταση, όπως προλέχθηκε, είχε μεν διατυπωθεί στις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσειόντων, προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία δικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, χωρίς όμως να προκύπτει από τα προαναφερθέντα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτού στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό. Για το παραδεκτό δε της προβολής του στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, έπρεπε να γίνεται επίκληση των λόγων της βραδείας προβολής για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τέτοια, όμως, επίκληση, δεν προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων ότι υπάρχει στην έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της προβολής της ανωτέρω ένστασης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης (τρίτος και τέταρτος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 4246/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εργατικές διαφορές. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.Για το κύρος της απαιτείται η επίδοση εγγράφου και η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, η οποία περιλαμβάνει τη νόμιμη αποζημίωση καθώς και αυτή που έχεισυμφωνηθεί.Δεν απαιτείται να υπάρχει συμφωνία και για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας,εαν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και η συμφωνηθείσα.Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, εφόσον αυτός δεν έχει προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκειμένου δε πρί εργατικών διαφορών, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να προταθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωρισθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 343/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δημητρίου. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. Κ., κατοίκου ... και 2. Α. Ι. Ζ., κατοίκου ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημοσθένη Κορέσση και Γεώργιο Στεφανάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 24-3-1998 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 941/2000 μη οριστική, 7174/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-9-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι η επιχείρηση έκδοσης και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" δεν αποτελεί εταιρία αστικής ή άλλης μορφής, επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι δημοσιότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 784 του Α.Κ. για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας, ούτε εκδηλώθηκε ποτέ από τους κοινωνούς βούληση ίδρυσης των στενότερων δεσμεύσεων μεταξύ των κοινωνών που να οδηγούν σε εταιρική σχέση (animus societatis), αλλά ότι αποτελεί κοινωνία δικαιώματος και με βάση τις παραδοχές αυτές να κρίνει ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε τη λύση της κοινωνίας και την επιδίκαση της επιχείρησης στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους έναντι καταβολής της αξίας του μεριδίου του αναιρεσείοντος και να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί κοινωνίας διατάξεις του Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 741, 766 και 777 επ. του Α.Κ., περί λύσεως δια καταγγελίας και εκκαθάρισης της εταιρίας, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, δεδομένου ότι υφίστανται όλα τα αξιούμενα από το άρθρο 741 του Α.Κ. στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της εκδοτικής επιχείρησης ως εταιρίας, ήτοι συμφωνία, επιδίωξη κοινού σκοπού και κοινές εισφορές. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ). Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 1208/08, 920/98). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι αποτελούν μέλη της κοινωνίας αστικού δικαίου από την κληρονομιά Α. Κ., με αντικείμενο την επιχείρηση εκδόσεως και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ", με ποσοστό συμμετοχής εκάστου κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου. Η εφημερίδα αυτή ιδρύθηκε ως καθημερινή, τοιαύτη, το έτος 1894, από τον ποιητή Γ. Δ., το έτος δε 1898, μεταβιβάσθηκε στον δημοσιογράφο Ά. Κ., ο οποίος συνέχισε την έκδοσή της μέχρι το θάνατό του το έτος 1918. Έκτοτε (1918) η επιχείρηση περιήλθε στους κληρονόμους του Α. Α. Κ., Κ. Α. Κ. και Α. Α. Κ., στον καθένα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Κατόπιν διαδοχικών κληρονομικών διαδοχών, περιστατικά που συνομολογούνται από τους διαδίκους, ο πρώτος ενάγων Ά. Κ. του Κ. έχει καταστεί συγκοινωνός, κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του Κ. Αδ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 8-4-1974, ο δεύτερος ενάγων Α. Ζ. του Ί. (εκ μητρός δισέγγονος του ιδρυτή Α. Κ.) έχει καταστεί συγκοινωνός κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου από δωρεά από την Α. χήρα Α. Κ. και Ε. χήρα Ί. Ζ., δυνάμει των υπ' αριθμ. 20405 και 20406/18-6-1997 δωρητηρίων συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Αργυριάδου - Χόνδρου, και ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ., εκ μητρός δισέγγονος του ιδρυτή Α. Κ., έχει καταστεί συγκοινωνός κατά το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του από 1-6-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού, από την μητέρα του Δ. Ι. Σ.. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αντικείμενο της επιχειρήσεως είναι η έκδοση και κυκλοφορία της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" η οποία, από της ιδρύσεως της, διευθυνόταν αρχικώς από τον Ά. Κ. και στη συνέχεια από τους απογόνους του, όλους δημοσιογράφους, και δη κατά σειράν: Α. Κ. (1918-1950), Κ.ς Κ. (1918-1974), Ά. Κ., πρώτος ενάγων (1974-1997), Α. Ζ., δεύτερος ενάγων (1997 και εφεξής). Η επιχείρηση αυτή έχει ως έδρα της νεοκλασικό τριώροφο ακίνητο που βρίσκεται στην οδό ... στην ..., το οποίο ανήκει στην συγκυριότητα των Ά. Κ., Α. Ζ. (εναγόντων) και Α.ς Κ., την χρήση του οποίου έχουν παραχωρήσει στην επιχείρηση αντί καταβολής μισθώματος ποσού 1.370 ευρώ, μηνιαίως. Η επιχείρηση που εκδίδει την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", η οποία στην προμετωπίδα της φέρεται ως "Εφημερίς Εστία -Κοινωνία Αστικού Δικαίου εκ κληρονομιάς Α. Κ.", δεν έχει νομική προσωπικότητα, αφού δεν τηρήθηκαν οι όροι δημοσιότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 784 ΑΚ, οι οποίοι συνιστούν και την ελάχιστη προϋπόθεση για την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας αστικής ή ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας ούτε τηρήθηκαν διατυπώσεις αναγκαίες για την ίδρυση νομικού προσώπου άλλου τύπου. Συνεπώς υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι εν προκειμένω τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα (διάδικοι) ως κοινωνοί δικαιώματος, η δε κοινή περιουσία απαιτεί κοινή διαχείριση από τους φορείς της, η οποία (κοινή διαχείριση) γίνεται εκ των πραγμάτων ο κοινός σκοπός των κοινωνών ως προς τα κοινά δικαιώματα τους. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, προταθείς και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εκφερόμενος ήδη, με την κρινομένη έφεση ως τρίτος λόγος αυτής, ότι η νομική μορφή της προκειμένης επιχείρησης είναι αυτή της εν τοις πράγματι ομόρρυθμης εταιρείας ή σε κάθε περίπτωση της εταιρείας του Αστικού Κώδικα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, για τους εξής λόγους: τα διάδικα μέρη αλλά και οι δικαιοπάροχοι αυτών (απώτεροι και απώτατοι), δεν προκύπτει, ότι εξεδήλωσαν τη βούληση ίδρυσης των στενότερων δεσμεύσεων μεταξύ των κοινωνών, που να οδηγούν σε εταιρική σχέση (δεσμός στενότερος από τη σχέση των κοινωνών) ήτοι σε animus societatis, η οποία και απαιτείται να εκδηλώνεται εκ μέρους όλων των κοινωνών και όχι μόνον εκ μέρους ενός ή μερικών τούτων. Προκύπτουν επίσης ενδείξεις ότι τα μέρη (θετικά) δεν είχαν ποτέ την βούληση ίδρυσης εταιρικής σχέσης και δη: (α) τα μέρη, παρά το κατ' αρχήν άτυπο της εταιρικής σύμβασης (αρθρ. 158 ΑΚ) ουδέποτε αποφάσισαν να καταρτίσουν έγγραφη εταιρική συμφωνία, για να λύσουν τουλάχιστον τα θέματα των εισφορών εκάστου (υλικών εισφορών, εισφοράς προσωπικής εργασίας κλπ) και της διαχείρισης της επιθυμουμένης εταιρείας, έγγραφο που θα ήταν μάλιστα απαραίτητο, αν εισφέρονταν - όχι απλώς κατά χρήση αλλά κατά κυριότητα σε όλους του κοινωνούς - και ακίνητα για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρείας αλλά και περαιτέρω για το θέμα της διαχείρισης, η εταιρική συμφωνία πρακτικά χρειάζεται για να διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία κλπ δοθέντος - και υπό την εταιρική εκδοχή -ότι η έλλειψη εταιρικής συμβάσεως θα προκαλούσε αβεβαιότητες και καθυστερήσεις με συνέπεια τη δυσλειτουργία αυτής και την ανάσχεση επιτεύξεως του εταιρικού σκοπού (β) το γεγονός της συχνής εναλλαγής κοινωνών, η οποία είναι δυνατή επί κοινωνίας (αρθρ. 793, 1710 ΑΚ) αλλά όχι, κατ' αρχήν, επί εταιρείας (αρθρ. 761, 773 ΑΚ). Στην προκειμένη υπόθεση, πράγματι υπήρξαν αφ' ενός θάνατοι κοινωνών που, αν επρόκειτο για εταιρεία, θα δημιουργούσαν προβλήματα (ανάγκη ύπαρξης συμφωνίας που να μην προβλέπει απλώς τη συνέχιση της εταιρείας, αλλά και το αν θα μετέχουν οι κληρονόμοι σ' αυτήν - αρθρ. 773 ΑΚ). Εντούτοις οι θάνατοι αυτοί θεωρήθηκαν προφανώς φυσιολογικοί λόγοι περιέλευσης των μεριδίων στους κληρονόμους ενώ αφ' ετέρου υπήρξαν μεταβιβάσεις μεριδίων εν ζωή και ειδικά μάλιστα στη γραμμή του εναγομένου, οπότε προφανώς τα μέρη θεωρούσαν ότι μεταβιβάζουν τα ελευθέρως μεταβιβάσιμα μερίδια κοινωνών και όχι την αμεταβίβαστη εταιρική μερίδα (γ) το γεγονός ότι στην υπογραφόμενη από όλους τους κοινωνούς (και τον εναγόμενο) δήλωση της 25-4-1996 προς τον αρμόδιο Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 1806/1988, ρητά αναφέρεται (υπό αριθμ. 2) ότι η επιχείρηση έκδοσης της "ΕΣΤΙΑΣ" "λειτουργεί υπό την μορφή της Κοινωνίας Αστικού Δικαίου" και (υπ' αριθμ. 3) ότι δεν αποτελεί "εταιρίαν αστικήν ή άλλης μορφής" όπως τονίζεται δε στην αρχή της δήλωσης, πανομοιότυπες δηλώσεις υποβάλλονται κάθε χρόνο στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προκύπτει, δηλαδή, μια δεδηλωμένη βούληση των κοινωνών ότι επιλέγεται απ' αυτούς η μορφή της κοινωνίας, ως διέπουσα τις μεταξύ τους σχέσεις, και απορρίπτεται η λύση της εταιρείας. Τούτο καθίσταται περαιτέρω εναργές συνδυαζόμενο με την αντίστοιχη αοριστία του ισχυρισμού του εναγομένου, όπως εκφέρεται με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού δεν διευκρινίζεται πότε υπήρξε για πρώτη φορά ο animus societatis και μεταξύ ποίων κοινωνών (μεταξύ των κληρονόμων του ιδρυτή Ά. Κ. ή μεταξύ των εξ αυτών επιζησάντων Κ. και Α. και των κληρονόμων του προαποβιώσαντος Α. ή μεταξύ των κληρονόμων της νεώτερης γενιάς κλπ). Η διάχυτη αυτή αοριστία δυσχερώς συμβιβάζεται με την αποδοχή σύναψης εταιρικής συμβάσεως, η οποία πρέπει να διέπεται, λόγω των σημαντικών εννόμων συνεπειών της σύμβασης, από βεβαιότητα τουλάχιστον ως προς το πότε γεννήθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το λογιστήριο, η σύνταξη και οι καταχωρήσεις της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" λειτουργούν στον πρώτο και δεύτερο όροφο παρακειμένου του τριώροφου νεοκλασσικού ακινήτου της οδού ..., ακινήτου στο οποίο και έχουν μισθωθεί γραφεία. Στην επιχείρηση ανήκουν ως πάγια περιουσιακά στοιχεία ο παλαιός εξοπλισμός της που αποτελείται από ένα πιεστήριο με τα εξαρτήματά του, του έτους 1917, 36 κάσες με τυπογραφικά στοιχεία, δύο λινοτυπικές μηχανές 60 και 30 ετών αντίστοιχα, ανταλλακτικά των παραπάνω, κλισσέ, μήτρες στερεοτυπίας, μέταλλα, 4 τρίποδες μεγάλοι και 6 μικροί, ένας κόπτης γραμμαρίων, μία τράπεζα μαρμάρου, δύο κομοί κεφαλαίων στοιχείων, 15 σελιδοδείκτες, 10 συνδετήρια, κόλλα κλισσέ, 3 τραπέζια, ένα γραφείο και δύο ντουλάπια. Η αξία των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, από οικονομικής απόψεως είναι μηδενική, αφού έχουν όλα αποσβεσθεί ανεξαρτήτως ότι κάποια απ' αυτά (π.χ. το πιεστήριο με τα εξαρτήματα του έτους 1917, οι λινοτυπικές μηχανές, τα τυπογραφικά στοιχεία κλπ) ενδεχομένως να έχουν ιστορική - μουσειακή αξία, αφού αφορούν την αρχαιότερη εν ζωή εφημερίδα της Ελλάδας και μια από τις παλαιότερες του κόσμου. Περαιτέρω, ο εξοπλισμός του λογιστηρίου (γραφεία και υπολογιστές) δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης είναι το αρχείο αυτής καθώς και οι διακριτικοί τίτλοι που χρησιμοποιεί ("ΕΣΤΙΑ" και "ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"), οι οποίοι έχουν κατατεθεί ως σήματα με αριθμ. 89802/18-1-1985 και 89803/18-1-1985 με συνδικαιούχους τους Ά. Κ. του Κ. (πρώτο ενάγοντα), Α. χήρα Α. Κ., το γένος Ν. Σ., Ε. συζ. Ί. Ζ., το γένος Α. Κ. (δικαιοπάροχος του δευτέρου ενάγοντος) και κατόπιν κληρονομικών διαδοχών και μεταβιβάσεων είναι συνδικαιούχος ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ., η προστασία των οποίων έχει παραταθεί έως την 18-1-2005. Τα σήματα αυτά, σε περίπτωση επιδίκασης της επιχείρησης σ' έναν από τους περισσότερους κοινωνούς ακολουθούν την τύχη της (βλ. και Α. "Η μεταβίβαση του σήματος στο νέο δίκαιο" εκδ. 1998 σελ. 62.). Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" είναι, από το έτος 1997, ο δεύτερος ενάγων Α. Ι. Ζ., ενώ προηγουμένως από το έτος 1974 έως το έτος 1996 είχε διατελέσει ο πρώτος ενάγων Ά. Κ.. Η εφημερίδα αυτή εκτυπώνεται, από την 31-3-1997, με τη σύγχρονη μέθοδο της φωτοστοιχειοθεσίας στα τυπογραφεία της εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ" στο Μαρούσι, με βάση το από 10-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας με τον Οργανισμό Ενημερώσεως Δ. και Γ. Καλοφωλιά Α.Ε. (εκδότες της οικονομικής εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ"), σε σύγχρονες εγκαταστάσεις και τυπογραφεία. Ο ισχυρισμός του εναγομένου-αντενάγοντος ότι η συμφωνία αυτή είναι επικίνδυνη για την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" υπό την έννοια ότι ο εκδότης της εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ" αντίθετης πολιτικής ιδεολογίας με αυτήν που εκφέρει η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", θα επηρεάζει ή και ενδεχομένως θα "εκβιάζει" σχετικά με την έκδοση και εκτύπωση της "ΕΣΤΙΑΣ" έτσι ώστε η τελευταία να αλλάξει προσανατολισμό, είναι απορριπτέος ως προφανώς έωλος και αβάσιμος αφού αφ' ενός οι δύο εφημερίδες δεν είναι ανταγωνιστικές (η μία οικονομική και η άλλη πολιτική) αφ' ετέρου δε είναι σύνηθες, σε επίπεδο συμβάσεων, εταιρείες εκτυπώσεως εντύπων, που ρητά και νομικά ανήκουν σε συγκεκριμένο κοινοβουλευτικό κόμμα να εκδίδουν, επί χρόνια, εφημερίδες και έντυπα διάφορα, χωρίς να υπάρχει διάκριση ή οποιαδήποτε επιρροή μεταξύ της εταιρείας εκτυπώσεως και του αντιστοίχου εντύπου. Εξάλλου, η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" το πρώτο εξάμηνο του έτους 2006, με βάση τα στοιχεία της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνδρομές, είχε σύνολο πωληθέντων φύλλων 438.649 και ποσοστό 1,05%, στις απογευματινές εφημερίδες, το έτος 2005 πωληθέντα φύλλα 209.837 και ποσοστό 1,05%, το έτος 2004 σύνολο πωληθέντων φύλλων 956.470 και ποσοστό 0,92%, το έτος 2003 σύνολο πωληθέντων φύλλων 941.128 και ποσοστό 0,92%, το έτος 2002 σύνολο πωληθέντων φύλλων 967.904 και ποσοστό 0,94%, το έτος 2001 σύνολο πωληθέντων φύλλων 983.609 και ποσοστό 0,87%, το έτος 2000 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.033.128 φύλλα και ποσοστό 0,82%, το έτος 1999 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.051.892 και ποσοστό 0,91%, το έτος 1998 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.086.637 φύλλα και ποσοστό 0,83% το έτος 1997 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.128.022 φύλλα και ποσοστό 0,75%, ενώ το έτος 1996 1.076.292 φύλλα και ποσοστό 0,59% στην ίδια κατηγορία. Να σημειωθεί ενδεικτικά ότι η απογευματινή εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ" είχε κυκλοφορία 13,26% το πρώτο εξάμηνο του 2006, 12,04% το 2005, 10,70% (το 2004), 11,44% το 2002 και 6,40% το έτος 1999, η εφημερίδα "ΒΡΑΔΥΝΗ" ποσοστό 0,93% το πρώτο εξάμηνο του 2006,1,17% το έτος 2005 και 1,26% (το έτος 1999), η εφημερίδα "Η ΧΩΡΑ" εμφάνισε ποσοστό κυκλοφορίας το πρώτο εξάμηνο του 2006 1,07%, το έτος 2004 1,52%, ενώ το 2002 είχε 2,54%, η εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" είχε το πρώτο εξάμηνο του 2006 2,19%, το έτος 2004 1,83%, ενώ το έτος 1999 0,98%, η εφημερίδα "ΑΥΡΙΑΝΗ" το πρώτο εξάμηνο του 2006 είχε ποσοστό κυκλοφορίας 0,98%, το 2005 1,24%, ενώ το έτος 2002 1,23% και τέλος η εφημερίδα "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ" είχε το πρώτο εξάμηνο του 2006 ποσοστό 5,08% το έτος 2004 6,76%, ενώ το 2003, 6,16%. Από τα στοιχεία αυτά καταδεικνύεται ότι η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" τη δεκαετία 1996-2006 έχει σχετική μικρή κυκλοφορία, χωρίς όμως να είναι το μερίδιο της αμελητέο σε σχέση με τις λοιπές ημερήσιες απογευματινές εφημερίδες, η κυκλοφορία της, όμως, αυτή είναι σταθερή και βαθμιαίως αυξανόμενη. Το σύνολο του τύπου την επταετία 1996-2003 έχει σημειώσει, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα Κ. Μ., ποσοστιαία πτώση -32%, ενώ η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" ποσοστιαία αύξηση + 14%. Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα χρήσεως των ετών 1997 έως 2006, η επιχείρηση το έτος 1997 είχε ζημιές 29.510 ευρώ, το έτος 1998 ζημιές 73.437 ευρώ, το έτος 1999 ζημιές 72.348 ευρώ, το έτος 2000 ζημίες 6.327 ευρώ, το έτος 2000 κέρδη 10.864 ευρώ, το έτος 2002 κέρδη 51.113 ευρώ, το έτος 2003 κέρδη 101.659 ευρώ, το έτος 2004 κέρδη 32.045 ευρώ, το έτος 2005 κέρδη 249.874 ευρώ, ενώ το έτος 2006, σύμφωνα με το προσωρινό ισοζύγιο, κέρδη 282.007 ευρώ. Ο ίδιος πραγματογνώμων Κ. Μ. στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, με λήψη υπόψη των οικονομικών δεδομένων έως τις 31.12.2003 αποτιμά ως εύλογη αξία της επιχείρησης το ποσό των 349.141 ευρώ, με ποσοστό διακύμανσης +- 10%, αφού αναφέρει ότι με την μέθοδο της καθαρής περιουσιακής σχέσης η αξία της επιχείρησης αποτιμάται σε 98.945,74 ευρώ, με τη μέθοδο των προεξοφλημένων ταμειακών ροών αποτιμάται σε 413.245 ευρώ, με τη μέθοδο των πολλαπλασίων χρηματοοικονομικών Δεικτών της Αγοράς η αξία αυτής αποτιμάται σε 863.916 ευρώ, ενώ με τη μέθοδο της κεφαλαιοποίησης της υπερπροσόδου σε 268.584 ευρώ, ο ίδιος όμως θεωρεί ως πιο αξιόπιστες τις δύο πρώτες μεθόδους για να καταλήξει στο παραπάνω συμπέρασμα. Ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. προσκομίζει την από 31.10.2006 ιδιωτική γνωμοδότηση - μελέτη αξιολόγησης της πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων "Pricewaterhouse Coopers Business Solutions". Οι παραδοχές της γνωμοδότησης αυτής ως προς την κυκλοφορία και οικονομικά αποτελέσματα της "ΕΣΤΙΑ" δεν απέχουν πολύ από τις αμέσως προηγούμενες παραδοχές, που εξάγονται από την πραγματογνωμοσύνη και τα επίσημα στοιχεία της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Σύμφωνα με την ανωτέρω γνωμοδότηση, η κυκλοφορία της "ΕΣΤΙΑΣ" σημείωσε σημαντική μείωση την δεκαετία 1956-1966 (από 3,2 εκ. φύλλα σε 1,8 εκ. φύλλα) αυξήθηκε το έτος 1976 (2,9 εκ. φύλλα) για να σημειώσει εκ νέου πτώση σημαντική το 1986 και να έχει μία οριακή αύξηση του μεριδίου αγοράς της την τελευταία δεκαετία (από 0,63% το έτος 1996 σε 0,97% το έτος 2005), παρά την σταθερή μείωση της κυκλοφορίας, η οποία όμως οφείλεται και στην μεγάλη πτώση της κυκλοφορίας των απογευματινών εφημερίδων. Σημειώνεται όμως (όπως αναφέρεται στην ίδια γνωμοδότηση) ότι το 1986 το σύνολο του απογευματινού τύπου σημειώνει μεγάλη πτώση, από 257 εκ. φύλλα το έτος 1986 σε 90 εκ. φύλλα το έτος 2005. Οι δε εφημερίδες σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την κυκλοφορία τους, έχουν αυξήσει τις προσφορές τους σε βιβλία, CD, DVD κλπ., γεγονός που έχει αυξήσει κατά πολύ το κόστος έκδοσης και διάθεσης τους. Όσον αφορά τα οικονομικά της αποτελέσματα, αναφέρεται επίσης ότι η "ΕΣΤΙΑ" μετά από αρνητικά αποτελέσματα τα έτη 1997 και 1998, εμφανίζει κέρδη το 1999, ζημίες πάλι το έτος 2000, στασιμότητα στα έσοδα/κέρδη και οριακή κερδοφορία την περίοδο 2001-2004 και τέλος οριακή κερδοφορία το έτος 2005. Η ίδια γνωμοδότηση προβαίνει στη γενικότερη κρίση ότι η "ΕΣΤΙΑ" έχει διατηρήσει την αντικειμενικότητα της, αλλά έχει απολέσει την εικόνα της ως "εφημερίδα που επηρεάζει τα γεγονότα, λόγω της απηρχαιωμένης εικόνας, φτωχού περιεχόμενου και μη έκδοση κυριακάτικου φύλλου, έχοντας περιθωριοποιήσει αυτή στα μάτια των αναγνωστών όσο και διαφημιστών πελατών της. Παρόλα αυτά η γνωμοδότηση αυτή θεωρεί ότι η πραγματογνωμοσύνη έχει υποεκτιμήσει την αξία της "ΕΣΤΙΑΣ", η οποία αφού σχολιάσει τις διάφορες μεθόδους αποτίμησης καταλήγει ότι η αξία της επιχείρησης κυμαίνεται από 543.000 έως 601.000 ευρώ. Όσον αφορά την αποτίμηση της ίδιας επιχείρησης είναι άξιο μνείας ότι οι ενάγοντες αποτιμούν αυτήν στην αγωγή τους στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, ενώ ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. στην ανταγωγή του σε 225.000.000 δραχμές και την αξία του μεριδίου του σε 75.000.000 δραχμές, την οποία είχαν προσφερθεί να του καταβάλουν και οι ενάγοντες με την από 11.3.1997 εξώδικη δήλωση τους. Το Δικαστήριο με συνεκτίμηση των παραπάνω δεδομένων, (οικονομικών αποτελεσμάτων, κυκλοφορίας αλλά και ιστορικότητας τίτλου και πελατείας) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αξία της επιχείρησης ανέρχεται στο ποσό των 450.000 ευρώ. Σε σχέση περαιτέρω με την ικανότητα των διαδίκων να συνεχίσουν την επιχείρηση αυτή, προέκυψαν τα εξής: ο πρώτος των εναγόντων Ά. Κ. είχε διατελέσει, όπως ήδη προεκτέθηκε, διευθυντής της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" από το έτος 1974 έως το έτος 1996, ενώ ο ίδιος εργαζόταν ως συντάκτης σ' αυτήν από το έτος 1958. Ο τελευταίος είναι ήδη συνταξιούχος, όμως, διατηρεί το γραφείο του στην "ΕΣΤΙΑ" και εξακολουθεί να αρθρογραφεί αραιά στην εφημερίδα. Όπως προκύπτει από τη δήλωση φόρου εισοδήματος του έτους 2006 έχει εισόδημα από κύριες συντάξεις ποσού 35.722,69 ευρώ, ενώ ο ίδιος δηλώνει και πρόσθετο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων 82.313 ευρώ. Όπως περαιτέρω προκύπτει από το έντυπο Ε9 που συνοδεύει την δήλωση φορολογίας εισοδήματος σε συνδυασμό με τη δήλωση του περιουσιακής κατάστασης που υποβλήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ο ίδιος είναι κύριος διατηρητέας οικίας στην οδό ... στην ..., συνιδιοκτήτης του διατηρητέου κτιρίου στην οδό ... στην ..., όπου στεγάζεται η εφημερίδα, κύριος κατά ποσοστό 25% της πλήρους κυριότητας και 75% επικαρπίας διατηρητέας οικίας στις ... εμβαδού 277 τ.μ., με εμβαδόν του οικοπέδου 580 τ.μ., κύριος καταστήματος ισογείου με πατάρι στην ... στην οδό ... στην ... και καταστήματος ισογείου στην οδό ... στην ... και κύριος 2 αγροτεμαχίων κειμένων στην .... Ο ίδιος, επίσης, είναι κύριος ταχύπλοου σκάφους αναψυχής μήκους 5,76 μ. Ο δεύτερος ενάγων Α. Ζ. εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα από το έτος 1979, από το έτος 1985 ήταν υπεύθυνος εκδόσεως και συνδιευθυντής και από δε το έτος 1997 είναι εκδότης και Διευθυντής της. Όπως προκύπτει από τη δήλωση φόρου εισοδήματος του έτους 2006 έχει εισόδημα 36.429,43 ευρώ από την εργασία του και 99.486,24 ευρώ από εκμίσθωση ακινήτων. Όπως περαιτέρω προκύπτει από το έντυπο Ε9 που συνοδεύει την δήλωση φορολογίας εισοδήματος σε συνδυασμό με την δήλωση του περιουσιακής κατάστασης που υποβλήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ο ίδιος είναι κύριος 4 γραφείων Β' ορόφου στην οδό 2 στην ..., 2 καταστημάτων εντός Στοάς στην οδό ... στην ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1Α εξ αδιαιρέτου καταστήματος στην οδό ... στην ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του διατηρητέου κτιρίου που εκδίδεται η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", συγκύριος κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου οικίας στην ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου σε ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου παλαιάς οικίας στην κοινότητα ... και συγκύριος κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου ισογείου καταστήματος στην οδό ..., στην .... Διαθέτει τραπεζικές καταθέσεις ποσού 326.536 ευρώ και 24.086 ευρώ και είναι περαιτέρω κύριος αυτοκινήτου CITROEN 1.800 κυβ. εκατοστών και μοτοσικλέτας PEUGEOT 80 κυβ. εκατοοτ. Ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. είναι μόνιμος κάτοικος ..., οικονομολόγος, ασχολούμενος κατ' επάγγελμα με επιχειρηματική δραστηριότητα ως διευθύνων σύμβουλος των εταιρειών "SIGMA FINANCE CORPORATION", "GORDIAN KNOTT LIMITED", "THETA CORPORATION" των οποίων είναι και μέτοχος. Σύμφωνα με τη δήλωση περιουσιακής του κατάστασης που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, έχει καταθέσεις 650.000 ευρώ, πλέον 500.000 ευρώ κι επιπλέον έχει εισόδημα 3.435.518 λίρες στερλίνες ή 4.981.501 ευρώ. Είναι κύριος πολλών ακινήτων στην Ελλάδα και ειδικότερα 40 αγροτεμαχίων εκτάσεων 222.000 τ.μ. στο ..., αγροτεμαχίων 3 περίπου στρεμμάτων, 2,5 περίπου στρεμμάτων, 5 στρεμμάτων και 6,9 περίπου στρεμμάτων στον Δήμο ..., επί των οποίων υπάρχει διώροφη οικοδομή 259,68 τ.μ., και οικοπέδων 598 τ.μ., 942,92 τ.μ., με διώροφο διατηρητέο κτίσμα 1.205,39 τ.μ., με κτίσματα, 534 τ.μ. και 331 τ.μ., στο .... Διαθέτει επίσης το δασόκτημα "..." στην περιφέρεια ..., 4 διαμερίσματα (β, γ, δ, ορόφων και δώματος) στις οδούς ... και ... στην ..., 4 αγρούς σε ... ... επιφ. 4.500, 5.250, 54.650 και 5.110 τ.μ., αντίστοιχα, 2 αγρούς συγκυριότητας του κατά 30% εξ αδιαιρέτου σε ... ..., επιφ. 4.280 και 2.020 αντίστοιχα, δασική έκταση συγκυριότητας του κατά 30% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ... επιφ. 29160 τ.μ., οικοπεδική έκταση στη θέση "..." ..., επιφ. 15.385, ερειπωμένο υδρόμυλο συγκυριότητας του κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ..., εκτάσεως κτίσματος 800 τ.μ., ερειπωμένο εργαστήριο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ..., εκτάσεως του κτίσματος 800 τ.μ. και αγρό συγκυριότητας του κατά 50% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ..., εκτάσεως 1.000 τ.μ. Από την επισκόπηση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων είναι φανερό ότι ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. διαθέτει πολύ περισσότερα περιουσιακά στοιχεία και από τους δύο ενάγοντες Ά. Κ. και Α. Ζ., χωρίς όμως να θεωρηθεί ότι και η περιουσιακή κατάσταση των τελευταίων είναι αμελητέα. Η θέση του εναγομένου - αντενάγοντος, εκπεφρασμένη σε όλα τα δικόγραφα του (προτάσεις - ανταγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έφεση, προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) είναι ότι αυτός υπερέχει σαφώς αφ' ενός από οικονομική επιφάνεια, έναντι των εναγόντων και αφ' ετέρου λόγω ικανοτήτων δοθέντος ότι είναι επιτυχημένος επαγγελματίας στο ... ως χρηματιστής οικονομολόγος και δημιουργός επιχειρήσεων (βλ. σελ. 17 των από 27-3-1998 προτάσεων -ανταγωγής), ότι είναι διευθύνων σύμβουλος της επενδυτικής εταιρείας "SIGMA FINANCE CORPORATION", καθώς και των εταιρειών "GORDIAN KNOT LIMITED" και "THETA CORPORATION" τις οποίες και έχει ιδρύσει και των οποίων είναι μέτοχος, το ενεργητικό δε των ως άνω εταιρειών ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια δολλάρια (βλ. σχετ. σελ. 22 των από 1-11-2006 προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και σελ.10 της κρινομένης εφέσεως). Όπως προκύπτει όμως από τα προσκομιζόμενα από τους εφεσίβλητους αντίγραφα των ηλεκτρονικών εκδόσεων των οικονομικών εφημερίδων "FINANCIAL TIMES" της 9-1-2008, "ΤΗΕ ΤΙΜΕS" της 3-10-2008, "FINANCIAL ΤΙΜΕS" της 1-10-2008, 29-9-2008 και 2-10-2008, οι οποίες άλλωστε εκφέρουν σχετικά με περιστατικά πασίγνωστα (αρθρ.336 ΚΠολΔ), μετά την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού οργανισμού LEHMAN BROTHERS και την αυτόθροη οικονομική κρίση στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και αλλού, η εταιρεία "SIGMA FINANCE CORPORATION", η οποία λειτουργούσε ως Δομημένο Επενδυτικό Όχημα (SIV), και διοικείτο από την άλλη εταιρεία του εναγομένου "GORDIAN ΚΝΟΤ", προέβη σε παύση πληρωμών και τέθηκε υπό εκκαθάριση, διορισθέντων ήδη, την 7-10-2008, ως εκκαθαριστών-συνδίκων των A. R. B., M. E., M. και S. J. H. της λογιστικής εταιρείας Ernst & Young LLP. Ο εναγόμενος - εκκαλών με την από 22-10-2008 προσθήκη των προτάσεων του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συνομολογεί τα ανωτέρω τα οποία και αποδίδει στην πρωτοφανών διαστάσεων γενικότερη κρίση της παγκόσμιας οικονομίας, προσπαθεί να απόσχει από την εταιρεία SIGMA FINANCE CORPORATION ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν απλώς ένα από τα κεφάλαια (fund) που διαχειριζόταν η άλλη εταιρεία του, η GORDIAN ΚΝΟΤ, της οποίας τυγχάνει ένας εκ των κυρίων μετόχων και ότι σε κάθε περίπτωση εξακολουθεί ο ίδιος να έχει την οικονομική δυνατότητα ώστε να εισφέρει μεγάλα κεφάλαια αναγκαία για την ανάπτυξη και την πρόοδο της επιχειρήσεως της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" εφόσον επιδικασθεί σ' αυτόν η επιχείρηση κατά το αίτημα της ανταγωγής του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η περιουσιακή κατάσταση των μερών δεν αποτελεί το μόνο ή, το αποφασιστικό στοιχείο - κριτήριο για την επιδίκαση της επιχείρησης σ' ένα από τα διάδικα μέρη, με δεδομένο άλλωστε ότι στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα είναι εφικτός ο δανεισμός από Τράπεζες κλπ. Συγκλίνουσες παράμετροι - πέραν της οικονομικής κατάστασης των μερών - είναι περαιτέρω η εμπειρία και η επιχειρηματική διορατικότητα στο ιδιάζον πεδίο του τύπου, η εργατικότητα, η εξοικείωση με τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα του τόπου εκδόσεως κατ' αρχήν, της εφημερίδας κλπ. Οι ενάγοντες, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι δημοσιογράφοι (ο πρώτος τούτων ήδη παλαίμαχος) και εξέδιδαν την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" από το 1974 και εντεύθεν διαδοχικά. Ο δεύτερος ενάγων θεωρείται καταξιωμένος δημοσιογράφος και επιτυχημένος Διευθυντής αποτελώντας εγγύηση για το μέλλον. Όπως προεκτέθηκε αναλυτικά, η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" δεν ήταν σχεδόν ποτέ ή τουλάχιστον τα τελευταία πενήντα χρόνια εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, είχε όμως συγκεκριμένη ταυτότητα που συνδέεται με την κατ' ανάγκη λόγια παιδεία των αναγνωστών της, είχε συγκεκριμένο προφίλ χωρίς εκκωφαντικούς τίτλους και πρωτοσέλιδα, με γνώμονα την αιτιολογημένη, με επιχειρήματα, ανάλυση της επικαιρότητας και με τελικό αποτέλεσμα να έχει διατηρήσει το ποσοστό κυκλοφορίας της και να αυξάνει βαθμιαία το μερίδιο αγοράς της, με δεδομένη την ταυτότητα της παρά την μεγάλη πτώση της κυκλοφορίας του απογεματινού τύπου, έχοντας θετικά οικονομικά αποτελέσματα, καθώς το τελευταίο χρονικό διάστημα σημειώνει κερδοφορία (βλ. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", το έτος 2004 βραβεύθηκε από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών με το βραβείο "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ", το οποίο καθιερώθηκε με σκοπό την επιβράβευση των επιχειρήσεων που παρουσιάζουν πολύχρονο και επιτυχημένο παρελθόν. Η καλή αυτή οικονομική κατάσταση και η γενικότερα καλή επιχειρηματική εικόνα προέρχεται σαφώς από τη διαχείριση του δευτέρου ενάγοντος Α. Ζ.. Ο τελευταίος θεωρείται αναγνωρισμένος δημοσιογράφος και εκδότης και μάλιστα μετέχει ως αναπληρωματικό μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Ι.Η.Ε.Α), έχει ορισθεί ως εκπρόσωπος της Ε.Ι.Η.Ε.Α στο Διοικητικό Συμβούλιο της Παγκόσμιας Ένωσης εφημερίδων και από τον Ιούλιο του 2008 ορίσθηκε ως εκπρόσωπος της Ελλάδος και εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Εκδοτών Εφημερίδων. Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος - αντενάγων είναι επιστήμονας οικονομολόγος, διαμένει ήδη από τα μαθητικά του χρόνια και ήδη τα τελευταία 37 χρόνια στο ... μονίμως, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν ασχολείτο με τα πολιτικά και πολιτειακά πράγματα της ζωής στην Ελλάδα, και παλαιότερα είχε αναδειχθεί σε σημαντικό χρηματιστή διαθέσεως συνθέτων παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων (δομημένων ομολόγων), ήδη όμως κατά τα προεκτεθέντα, η μία εταιρεία του, τουλάχιστον, κατέρρευσε τεθείσα υπό εκκαθάριση, με χρέη που αγγίζουν πολλά δισεκατομμύρια δολλάρια ΗΠΑ. Με την παραπάνω εξέλιξη της επιχειρήσεως του (SIGMA FINANCE CORPORATION), της οποίας αυτός ήταν μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος, διαψεύσθηκε - πέραν των άλλων - με έντονο τρόπο, η εκδοχή ότι καταλληλότερος για την επιχείρηση της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" είναι αυτός που είναι ο καλύτερος manager και ότι σε κάθε περίπτωση η εφημερίδα απαιτεί έναν καλό διευθυντή επιχειρήσεως, με οικονομική δυνατότητα, επιχειρηματικό πνεύμα και καλή οργάνωση ανεξαρτήτως εάν δεν έχει καμία εμπειρία ως δημοσιογράφος ή εκδότης και ανεξαρτήτως εάν κατοικεί μονίμως στο ... από όπου, είναι εφικτό να διευθύνει μία εφημερίδα μέσω ικανών στελεχών και διευθυντών. Εξάλλου, μία εφημερίδα έχει ένα όνομα, συγκεκριμένο προφίλ, μία πολιτική γραμμή, η οποία την χαρακτηρίζει και την εξατομικεύει. Όσον αφορά δε την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" αυτή ανήκει στο συντηρητικό χώρο, χρησιμοποιεί πολυτονικό σύστημα, με γλώσσα που προσεγγίζει την απλή καθαρεύουσα και χαρακτηρίζεται ως εφημερίδα "γνώμης". Η στοιχειοθέτηση αυτού του ύφους και χαρακτήρα της εφημερίδας οφείλεται σαφώς στους ενάγοντες, κυρίως δε στον πρώτο τούτων, ο οποίος διηύθυνε την εφημερίδα από το 1974 αλλά και στον δεύτερο ενάγοντα που εργάζεται ως δημοσιογράφος στη συγκεκριμένη εφημερίδα από το έτος 1979 και την διευθύνει από το 1997. Η απομάκρυνση επομένως των παραπάνω από την εφημερίδα και η είσοδος νέας Διοίκησης με νέα διαφορετική φιλοσοφία ήτοι με κέντρο βάρους την οικονομική διάσταση και μόνον της εφημερίδας, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε ανάκαμψη της εφημερίδας, αλλά είναι ενδεχόμενο ότι θα έχει ως αποτέλεσμα να χάσει η εφημερίδα και το τωρινό αναγνωστικό της κοινό, σε περίπτωση δε που ως οικονομική μονάδα δεν θα είναι κερδοφόρα, αυτή θα κλείσει ως ασύμφορη οικονομικά. Στην ιδιωτική γνωμοδότηση του οίκου πραγματογνωμόνων "Pricewaterhouse Coopers Business Solutions", που προσκομίζει ο αντενάγων Ν. Σ. προτείνεται επιχειρηματικό σχέδιο για την ανάκαμψη της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" και μεταξύ αυτών τραπεζικός δανεισμός ποσού 450.000 ευρώ καθώς, και η κατάρτιση νέας σύμβασης εκτύπωσης της εφημερίδας σε πιεστήρια τρίτων, με ανταγωνιστικούς οικονομικούς όρους. Με την παραπάνω ιδιωτική γνωμοδότηση δεν προτείνεται κατασκευή ιδίων πιεστηρίων της εφημερίδας, όπως θεωρεί απαραίτητο ο αντενάγων Ν. Σ. στις προτάσεις - ανταγωγή του, οι δε ενάγοντες κρίνοντα ικανοί και φερέγγυοι τόσο για τη σύναψη τραπεζικού δανεισμού, με τα υπάρχοντα περιουσιακά τους στοιχεία όσο και για την κατάρτιση νέας συμφωνίας για την εκτύπωση της εφημερίδας. Με τα δεδομένα αυτά, καταλληλότεροι για τη συνέχιση της επιχείρησης με αντικείμενο την έκδοση της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" κρίνονται οι ενάγοντες οι οποίοι, διαθέτοντας και τα πλειοψηφούντα μερίδια της κοινωνίας (2/3) που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων, έχοντας ήδη αναλωθεί στην επιχείρηση ως δημοσιογράφοι, διευθυντές και υπεύθυνοι εκδόσεως της, κρίνεται ότι παρέχουν τα εχέγγυα για την ασφαλή και σταθερή συνέχισή της, με την έννοια της διατήρησης αυτής ως οικονομικού συνόλου και επιπλέον της διαφύλαξης της αντικειμενικότητας - αξιοπιστίας της εφημερίδας και της φήμης και πελατείας της (αναγνωστικού κοινού της). Συνακόλουθα τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να απορριφθεί η ανταγωγή του εναγομένου - αντενάγοντος Ν. Σ., ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να λυθεί η κοινωνία με αντικείμενο την επιχείρηση εκδόσεως και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ", και να επιδικασθεί η επιχείρηση στους ενάγοντες εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη, έναντι καταβολής εκ μέρους τους προς τον εναγόμενο της αξίας του μεριδίου του, ήτοι του 1/3 εξ αδιαιρέτου το οποίο ανέρχεται σε (450.000 ευρώ που ορίσθηκε η αξία της επιχείρησης: 3 =) 150.000 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, υπό τα αυτά περιστατικά κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις περί κοινωνίας, και στη συνέχεια και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αντιστοίχως απέρριψε την ανταγωγή του εναγομένου - αντενάγοντος, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε καθώς και τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν εκτίμησε και δεν έσφαλε, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν όπως και η κρινομένη έφεση στο σύνολο της ". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ήτοι του άρθρου 483 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αν περισσότεροι κοινωνοί ζητήσουν να επιδικασθεί σ' αυτούς η επιχείρηση, το δικαστήριο την επιδικάζει, σε εκείνον που κατά την κρίση του είναι πιο ικανός να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή, χαρακτηρισμός που αποτελεί αόριστη νομική έννοια, υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Α.Π. 519/1989 ). Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού παραθέτει και συγκρίνει αναλυτικά την εμπειρία καθενός των διαδίκων στη διεύθυνση της εφημερίδας και τη λειτουργία της επιχείρησης, την εργατικότητα, την επιχειρηματική διορατικότητα και την οικονομική κατάσταση αυτών, καταλήγει ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι καταλληλότεροι από τον αναιρεσείοντα για να συνεχίσουν την επιχείρηση κατά τρόπο επωφελή, ενόψει κυρίως του ότι ο πρώτος εξ αυτών Ά. Κ. διηύθυνε την εφημερίδα κατά τα έτη 1974-1997, ο ίδιος εργάζονταν σ' αυτήν ως συντάκτης από το έτος 1958, εξακολουθεί παρότι είναι συνταξιούχος να αρθρογραφεί στην εφημερίδα και διαθέτει σημαντική περιουσία, ενώ ο δεύτερος εξ αυτών Α. Ζ. εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα από το έτος 1979, από το έτος 1985 ήταν υπεύθυνος εκδόσεως και συνδιευθυντής και από το έτος 1997 είναι εκδότης και διευθυντής της, συνετέλεσε ως εκ της θέσεώς του αυτής στην ανοδική οικονομική πορεία της επιχείρησης και διαθέτει ικανή περιουσία, αμφότεροι δε οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι του κτιρίου επί της οδού ... στην ... στο οποίο στεγάζεται η εφημερίδα, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι οικονομολόγος, διαμένει από τα μαθητικά του χρόνια και πάντως κατά τα τελευταία 37 χρόνια μόνιμα στο ..., δεν ασχολείται με τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος και με την ακολουθητέα από την εφημερίδα πολιτική γραμμή, στερείται οποιασδήποτε δημοσιογραφικής εμπειρίας ή διεύθυνσης εφημερίδας, διαθέτει μεγάλη περιουσία, είναι διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος των εταιριών "SIGMA FINANCE CORPORATION", "GORDIAN KNOTT LIMITED" και "THETA CORPORATION", η πρώτη από τις οποίες κατέρρευσε και τελεί υπό εκκαθάριση, με χρέη πολλών δισεκατομμυρίων δολλαρίων ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση των διαδίκων δεν αποτελεί το μόνο ή αποφασιστικό κριτήριο για την επιδίκαση της επιχείρησης σε κάποιον από αυτούς. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας ως προς το πρόσωπο που είναι το καταλληλότερο να συνεχίσει την επιχείρηση κατά τρόπο επωφελή, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που αυτοί πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ), είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-9-2009 αίτηση του Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ...υ ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 389/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην ... στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην ..., σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2011. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κοινωνία δικαιώματος. Λύση κοινωνίας. Εκδοτική επιχείρηση. Επιδίκαση επιχείρησης στον κοινωνό που θεωρείται καταλληλότερος να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή (άρθρο 483 του Κ.Πολ.Δ.) Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει την 389/2009 απόφαση Εφετείου Αθηνών).
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 346/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-12-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 553/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 858/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 403/3-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την υπ'αριθμ. 553/2009 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε κατ'έφεση και κατ' αντιμωλία, καταδίκασε σε κάθειρξη 11 ετών και 2 μηνών και χρηματική ποινή 8.000 ευρώ τον Γ. Μ. για κατοχή, αγορά κλπ. ναρκωτικών ουσιών. Κατά της απόφασης αυτής, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25.5.2010 [βλ. την οικεία βεβαίωση] άσκησε ο ίδιος, ενώπιον του Δντού του καταστήματος όπου κρατείται, στις 4-6-2010 την υπ' αριθμ. 33/2010 έκθεση αναίρεσης, προβάλλων και αναφέρων ότι "αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, πράγμα όμως που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι δεν έχει περιεχόμενο, ήτοι διότι δεν περιέχει κανέναν συγκεκριμένο λόγο που να είναι δεκτικός δικαστικής εκτίμησης, πράγμα που απαιτείται και από τη φύση της αναίρεσης και ρητά από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ [βλ. και ΑΠ 354/2006, ΑΠ 360/2006, ΑΠ 2472/2005, ΑΠ 611/2006, ΑΠ 19/2001 Ολ., ΑΠ 2/2002 Ολ. κ.α. ]. Έτσι δεν μπορεί να γίνει ούτε αυτεπάγγελτη έρευνα λόγων αναίρεσης, ούτε συμπλήρωση ή διευκρίνιση του αορίστου λόγου αφού αμφότερα προϋποθέτουν τυπικά έγκυρη αναίρεση, ήτοι ύπαρξη παραδεκτού λόγου αναίρεσης - πρβλ. ΑΠ 450/2006, ΑΠ 567/2006, ΑΠ 769/2000 κ.α. - ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 33/2010 αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. κατά της υπ'αριθμ. 553/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, να επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 16.9.2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής". Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ.2, 474παρ,2, 476 παρ.1, 484 παρ.1, 509 παρ.1, και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπουμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβαλλόμενος από το άρθρο 512 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε με την απόφαση πρέπει να γίνεται στην έκθεση για την άσκηση της μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, η ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης για να είναι ορισμένος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 4 Ιουνίου 2010 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμόν 553/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, Γ. Μ. του Ν., κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και δύο (2) μηνών και σε χρηματική ποινή οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, για αγορά, κατοχή και χρήση ναρκωτικών, ως υπότροπος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Πατρών, όπου αυτός κρατείτο και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό 33/4-6-2010 έκθεση. Στην εν λόγω έκθεση διαλαμβάνεται ως λόγος αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "Αιτεί την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του", πράγμα όμως που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει. Τα αναφερόμενα στο με αριθμό πρωτοκ.12097/9-11-2010 στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, κατατεθέν, και προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου απευθυνόμενο, ιδιόχειρο έγγραφό του, που επιγράφει ως υπόμνημα, δεν συμπληρώνει την άνω αίτησή του. Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδ.τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4 Ιουνίου 2010 αίτηση του Γ. Μ. του Ν. για αναίρεση της με αριθμό 553/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στα ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν περιέχει ούτε ένα λόγο αναιρέσεως, σαφή και ορισμένο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510§1 ΚΠΔ. Ειδοποιήθηκε προς τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
0
Αριθμός 349/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με τη με αριθμό 8/12.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Κυριακούλα Γεροστάθη, σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της συνθέσεως (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 988/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1217/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και παρ. 2 του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 παρ.4 του ν. 1729/1987, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 2161/1993 και 4 παρ. 2 εδ. β' ου ν. 2408/1996 (ήδη άρθρα 20 και 29 του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 29 παρ. 4 του ν. 3459/2006) ποινές, όποιος, εκτός άλλων, όντας τοξικομανής, αγοράζει, πωλεί, κατέχει και μεταφέρει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο ναρκωτικά, αν η δε πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους από τους τρόπους αυτούς και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, που αντιδιαστέλλεται προς τη διαμετακόμιση, είναι η μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνησή τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.2168/1993 όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων είναι και τα πυροβόλα όπλα (πιστόλια, περίστροφα κ.λ.π.) και πυρομαχικά και τα πάσης φύσεως εφόδια βολής (παρ. 1 στοιχ. α' και δ'), κατά δε τα άρθρα 7 παρ. 1, 2α και 8α του ν.2168/1993 η κατοχή των όπλων αυτών και πυρομαχικών απαγορεύεται χωρίς άδειας της αρμοδίας αστυνομικής αρχής και οι παραβάτες τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 7 παρ. 8α του νόμου αυτού ποινές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ.988/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος - εκκαλών, 1) όντας τοξικομανής (βλ. σχ. έκθεση ψυχ. Πραγματογνωμοσύνης α) αγόρασε, κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2003 έως11.6.2003 στην Αθήνα από άγνωστο άτομο, με σκοπό την εμπορία 200 περίπου γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και 1 γραμμάριο κοκαΐνης, β) μετέφερε με το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ. όχημά του, στις 11.6.2003 και περί ώρα 13.15, 0,15 γραμ. κοκαΐνης, με σκοπό την πώληση και το παράνομο περιουσιακό όφελος, γ) περί ώρας 13.30 και 16.30 της ίδιας ημέρας πώλησε, αντί αγνώστων χρηματικών ποσών, στον Κ. Χ. δύο ποσότητες των 0,5 γραμμαρίων κοκαΐνης, δ) την ίδια ημέρα και περί ώρας 16.45 και 17.00 βρέθηκε να κατέχει, με σκοπό την εμπορία, αντίστοιχα, στο ως άνω όχημά του, ευρισκόμενο στην περιοχή του ... 0,5 γραμ. κοκαΐνης, στη δε κατοικία του, στην οδό … 124, στη ..., 200 περίπου γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 2) κατά τη σύλληψή του, στην ως άνω οικία, βρέθηκε να κατέχει παρανόμως, κατά την ίδια ημεροχρονολογία, ένα κινέζικο πιστόλι και 35 σφαίρες γι' αυτό. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως προεκτέθηκε, ενώ θα του αναγνωρισθεί (όπως και πρωτοδίκως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ,1, 84 παρ. 2ε, 94 παρ. 1 και οι ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. Β3 και Α6, 5 παρ.1 Β και ζ' και παρ. 2 και 13 παρ. 4 του ν. 1729, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 10 και 15 του ν. 2161/1993 και 4 παρ. 2β' του ν. 2408/96, 1 παρ. 1, 5, 7 παρ. 1 και 8α του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Προς τούτοις, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, ο ακριβής προσδιορισμός του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη αγοράς και πωλήσεως των ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα καθώς και της ταυτότητας των πωλητών των ναρκωτικών ουσιών προς τον αναιρεσείοντα. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζεται ακριβώς το τίμημα της μικροποσότητας (συνολικού μικτού βάρους 0,5 γραμμαρίων) κοκαΐνης που ο αναιρεσείων πώλησε στον Χ. Κ., με την αναφορά ότι αυτό αποτελούσε μέρος του χρηματικού ποσού των 790 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε και ότι έτσι στερείται η προσβαλλόμενη απόφασης της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε, πλην της προαναφερόμενης, στην αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επειδή η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας καταθέσεως μάρτυρος κατηγορίας, που είχε ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ.3 στοιχ.δ' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974) και από το άρθρο 14 παρ.2 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών (ν. 2462/1997) αλλά και από το άρθρο 333 παρ.2 του ΚΠΔ, να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση πλην άλλων ότι η ανάγνωση αυτής έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του Α. Ν., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της αρχής της δημοσιότητας και δη της αμεσότητας, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση το δίκασαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεως του την προανακριτική ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Π. Κ., που αναγνώσθηκε στην κατ' έφεση δίκη και έτσι δεν δόθηκε η δυνατότητα στον εκπροσωπούντα τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο συνήγορό του Γεώργιο Γιαννακόπουλο να υποβάλλει ερωτήσεις στον παραπάνω μάρτυρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε εκ μέρους του ως άνω συνηγόρου του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση της ανωτέρω ένορκης καταθέσεως της μάρτυρα, καίτοι δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των μαρτύρων που θα εξετάζονταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος κατάλογος αναφερόταν στη σχετική κλήση που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ως εκκαλούντα για να εμφανιστεί στο ανωτέρω δικαστήριο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 του ΠΚ "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 90, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εάν η ποινή είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο αυτεπαγγέλτως να αποφανθεί περί αναστολής ή μη της επιβληθείσας από αυτό ποινής, ερευνώντας τις από το ίδιο άρθρο οριζόμενες προϋποθέσεις, αλλά μόνον κατόπιν ειδικής και ορισμένης αιτήσεως του καταδικασμένου κατηγορουμένου. Αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 988/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο απέρριψε (και) το εκ του άρθρου 100 του ΠΚ υποβληθέν υπό του συνηγόρου του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος αίτημα περί αναστολής της εκτελέσεως της επιβληθείσας σ' αυτόν συνολικής ποινής φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών με την ακόλουθη αιτιολογία "Λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει βεβαίωση απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και ενόψει των περιπτώσεων κάτω υπό τις οποίες τελέσθηκαν από τον κατηγορούμενο οι προαναφερθείσες πράξεις (αγορά, μεταφορά, πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, παράνομη οπλοκατοχή) και ιδίως την αιτίαν αυτών (εμπορία με παράνομο περιουσιακό όφελος) αλλά και τον εν γένει χαρακτήρα αυτού, κρίνεται ότι είναι αναγκαία η εκτέλεση της επιβληθείσας σ' αυτόν ποινής και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και η σχετική αίτηση αυτού, για αναστολή εκτελέσεως της ποινής, κατ' άρ. 100 ΠΚ). Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, κυρίως διότι προσδιορίζονται και παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά (εμπορία ναρκωτικών) από τα οποία το δικαστήριο έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι αναγκαία για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, ώστε να αποτραπεί αυτός από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Το Δικαστήριο άλλωστε δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού το αίτημα αυτού ήταν αόριστο και δεν έγινε εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου επίκληση οιουδήποτε στοιχείου για τη νομική κα ουσιαστική βασιμότητα αυτού, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (βλ. 17η σελίδα αυτών). Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσο αφορά την απόρριψη του αιτήματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (183 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2010 αίτηση του Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 988/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά, κατοχή, μεταφορά και πώληση ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή. Παράνομη κατοχή όπλου. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης με λόγους αναίρεσης έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και απόλυτη ακυρότητα λόγω ανάγνωσης της κατάθεσης μάρτυρα που εξετάσθηκε κατά την προανάκριση. Απόρριψη αυτών ως αβασίμων. Αναστολή εκτέλεσης ποινής μεγαλύτερης των δύο και μικρότερης των τριών ετών. Απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αβασίμου. Απόρριψη του λόγου αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Απόρριψη κατ’ ακολουθία της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
null
null
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 350/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: A. Των αναιρεσείοντων: 1. Β. Ι. Β., κατοίκου ... 2. Γ. Π. Α., κατοίκου ... και 3. Σ. Β. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο Σ. Σ. του Β. απεβίωσε την 11-4-2010 την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι: 1. Σ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ε. Ε., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της και 2. Β. Σ. του Σ., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΚΑ Ανώνυμος Εταιρία Σταθμός Εφοδιασμού Πλοίων δια Καυσίμων", η οποία εδρεύει στο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θανόπουλο. B. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΚΑ Ανώνυμος Εταιρία Σταθμός Εφοδιασμού Πλοίων δια Καυσίμων", η οποία εδρεύει στο Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θανόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Ι. Β., κατοίκου ... 2. Γ. Π. Α., κατοίκου ... και 3. Σ. Β. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο Σ. Σ. του Β. απεβίωσε την 11-4-2010 την δίκη του οποίου συνεχίζουν οι: 1. Σ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ε. Ε., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της και 2. Β. Σ. του Σ., κάτοικος ... ως κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός του. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου εταιρείας ΣΕΚΑ ΑΕ και επικουρικώς αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6881/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3494/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: α) οι αναιρεσείοντες με την από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους ως και τους από 28 Ιουλίου 2009 και 8 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 505/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως, για τη δικάσιμο του ιδίου τμήματος της 4-10-2010 προκειμένου συνεκδικαστεί με την από 25-11-2009 επικουρική αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως και β) η επικουρικώς αναιρεσείουσα με την από 25-11-2009 αίτησή της ως και τους από 30 Αυγούστου πρόσθετους λόγους της. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι υπό στοιχείο Α. καλούντες - αναιρεσείοντες με την από 06.07.2010 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε Α. την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 28-7-2009 και 8-12-2009 προσθέτων λόγων αυτής και Β. την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών λόγων του κυρίου και του πρόσθετου δικογράφου της κρινόμενης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί για την περίπτωση που θα γίνει δεκτή η αντίθετη από 27-12-2007 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσιβλήτων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσεσιβλήτων την απόρριψή των αντιστοιχα, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς: α) από 27-12-2007 αίτηση αναιρέσεως των Β. Β., Γ. Α. και Σ. Σ. με τους από 28-7-2009 και 8-12-2009 πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως και β) από 25-11-2009 επικουρικώς, υπό την αίρεση παραδοχής της πρώτης, ασκούμενη αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της Σ.Ε.Κ.Α Α Ε. με τους από 30-8-2010 πρόσθετους λόγους της, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή (3494/2007) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δικ.). Η δίκη που διακόπηκε, λόγω θανάτου κατά την 11-4-2010, του αναιρεσείοντος - επικουρικώς αναιρεσιβλήτου Σ. Σ., νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του σύζυγο και τέκνο του Σ. χήρα Σ. Σ.. και Β. Σ. Σ. αντιστοίχως, εφόσον δεν αντιλέγει και η αναιρεσίβλητη - επικουρικώς αναιρεσείουσα ΣΕΚΑ Α. Ε. (άρθρα 286 περίπτωση α', 288, 290 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ). Κατά το άρθρο 22α παρ. 1,2 και 4 του κωδ. ν. 190/1920, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 30 του ν.3604/2007 και το άρθρο 3 του ν. 3873/2010, "1. Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων δια παν αυτού πταίσμα. Ευθύνεται ιδία εάν ο ισολογισμός περιέχη παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις αποκρυπτούσας την πραγματικήν κατάστασιν της εταιρείας. 2. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, εάν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του συνετού οικογενειάρχου. Τούτο δεν ισχύει δια τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας υπόχρεων εις πάσαν επιμέλειαν. 4. Η εταιρεία δύναται να παραιτηθεί των προς αποζημίωσιν αξιώσεών της ή να συμβιβασθή μετά πάροδον διετίας από της γενέσεως της αξιώσεως και μόνον εφ' όσον συγκατατίθεται η γενική συνέλευσις και δεν αντιτίθεται μειοψηφία εκπροσωπούσα το 1/4 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου κεφαλαίου". Κατά δε το άρθρο 22β παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.2339/1995, "Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικά, εάν αποφασίσει τούτο η γενική συνέλευση με απόλυτη πλειοψηφία ή ζητήσουν τούτο από το διοικητικό συμβούλιο μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Η αίτηση της μειοψηφίας λαμβάνεται υπόψη εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι τρεις (3) τουλάχιστον μήνες προ της αιτήσεως. Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 714, 297, 298 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι καθιερώνεται ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας για κάθε υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια - με διαβαθμισμένη αυστηρότερα μορφή αυτής για τον διευθύνοντα σύμβουλο - πρόκληση ζημίας στην εταιρεία κατά τη διαχείριση των υποθέσεών της και παρέχεται δικαίωμα και στη μειοψηφία μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, να ζητήσουν την άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως κατά των προσδιοριζόμενων μελών του διοικητικού συμβουλίου, από την εταιρεία, η οποία στη συνέχεια υποχρεούται να ασκήσει την εταιρική αγωγή, μέσα στα πλαίσια της εντολής που έλαβε, ενώ τέτοιος περιορισμός δεν υφίσταται, όταν η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου, οπότε η αγωγή στηρίζεται σε ίδιο δικαίωμα της εταιρίας, ανεξαρτήτως αν υπήρξε και απόφαση της πλειοψηφίας της γενικής συνελεύσεως των μετόχων ή της μειοψηφίας του 1/3. Περαιτέρω είναι μεν αλήθεια ότι η διάταξη του άρθρου 22β. του κ.ν. 2190/1920, που παρέχει δικαίωμα στη μειοψηφία των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας να ζητήσει από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας την άσκηση της εταιρικής αγωγής εναντίον των μελών του διοικητικού συμβουλίου, λόγω υπαίτιας κακοδιοίκησης της εταιρείας, έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να καταργηθεί, περιορισθεί ή δυσχερανθεί η δυνατότητα άσκησης του εν λόγω δικαιώματος από το καταστατικό ή τη γενική συνέλευση, πλην όμως είναι δικαίωμα ιδιωτικού δικαίου και κατά συνέπεια είναι δεκτικό μονομερούς παραιτήσεως, κατά τις διατάξεις που διέπουν γενικά τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες της από 27-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκεται να υποχρεωθούν αυτοί, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εταιρίας, να καταβάλουν σ' αυτή το συνολικό ποσό των 960.931.681 δραχμών ή 2.820.049 ευρώ, ως αποζημίωση για πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται σε δόλο αυτών, θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι ασκήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά νόμο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα διότι ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 22β του κ.ν. 2190/1920, κατόπιν αιτήματος προς το διοικητικό συμβούλιο των μετόχων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας Ι. και Π. Ν. Β., οι οποίοι όμως με το από 20-1-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν παραιτηθεί του δικαιώματος να ασκήσουν οποιεσδήποτε αξιώσεις τους για το επίμαχο χρονικό διάστημα των ετών 1986 - 1993 κατά του πρώτου από αυτούς Β. Ι. Β. και των λοιπών μελών του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας εταιρίας για την εκ μέρους τους διοίκηση και διαχείριση της εταιρικής περιουσίας. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο οι εναγόμενοι επανέφεραν νομίμως με σχετικό λόγο εφέσεώς τους ενώπιον του Εφετείου, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Τον Απρίλιο του έτους 1995, όταν η Ι. και Π. Ν. Β. πληροφορήθηκαν από τον τύπο ότι οι διαχειριστές της κοινής κληρονομιαίας περιουσίας (του κατά την 2-7-1973 αποβιώσαντος Ν. Ι. Β.) Β. και Θ. Ι. Β. διαπραγματεύονταν, χωρίς εκείνοι να το γνωρίζουν, τη μεταβίβαση ποσοστού 50% των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε" προς την εταιρεία "ARAMCO OVERSEAS COMPANY S.A.", αρνήθηκαν να συνυπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή, το δε Μάιο του ίδιου έτους άσκησαν κατά των πιο πάνω διαχειριστών αγωγή λογοδοσίας και αποδόσεως της περιουσίας τους. Ενόψει των εξελίξεων αυτών και ύστερα από διαπραγματεύσεις, που έγιναν με τη βοήθεια άγγλων δικηγόρων, μεταξύ των Ι. και Π. Ν. Β. αφενός και των Β. και Θ. Ι. Β. αφετέρου, υπογράφηκε στο Λονδίνο το από 20-1-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ρυθμίσθηκαν ζητήματα που απέρρεαν από τη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας τους. Στα πλαίσια των σχετικών ρυθμίσεων όλα τα περιουσιακά και επιχειρηματικά στοιχεία και συμφέροντα (η "περιουσία") κατανεμήθηκαν στις ακόλουθες κατηγορίες: α) στην αμφισβητούμενη περιουσία, στην οποία περιλήφθηκαν μόνον οι μετοχές και τα δικαιώματα των Ι. και Π. Ν. Β. στην εταιρεία ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ (ΕΛΛΑΣ) ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε., β) στη μη αμφισβητούμενη περιουσία, στην οποία περιλήφθηκε η κινητή και ακίνητη περιουσία, για την οποία δεν υπήρξε καμμιά αμφιβολία περί του ότι ανήκει σ' αυτούς, περιλαμβάνονταν δε στην κατηγορία αυτή και τα κρίσιμα για την αγωγή περιουσιακά συμφέροντά τους και συγκεκριμένα οι μετοχές που αντιπροσωπεύουν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας εταιρείας, γ) στο "υπόλοιπο" της περιουσίας, στην οποία περιλήφθηκε όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία που κατέλιπε ο Ν. Ι. Β. στα τέκνα του, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της διαθήκης του και δ) στην κληρονομηθείσα περιουσία, στην οποία περιλήφθηκε όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία, που κληρονομήθηκε αρχικά από τους Ι. και Π. Β. δυνάμει της ίδιας διαθήκης, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία που περιλήφθηκαν στις τρεις πιο πάνω κατηγορίες. Κατά τους όρους του συμβιβασμού η Ι. και Π. Ν. Β. εισέπραξαν κατά τις προθεσμίες που ορίσθηκαν 61.000.000 δολ. Η.Π.Α. ο καθένας. Ο σκοπός στην εν λόγω σύμβαση διακανονισμού ήταν να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του Θ. Β. αφενός και των Ι. και Π. Ν. Β. αφετέρου σχετικά με την κυριότητα, διαχείριση και διοίκηση συγκεκριμένων μετοχών και άλλων περιουσιακών τους στοιχείων, ώστε να διευκολυνθεί η κατάρτιση της από 5-4-1995 συμβάσεως πωλήσεως για τη μεταβίβαση στην εταιρεία με την επωνυμία ARAMCO OVERSEAS COMPANY S.A. συμφερόντων που περιλαμβάνονταν ή αφορούσαν συγκεκριμένη περιουσία που περιγράφεται στη σύμβαση ως η "φιλονεικούμενη περιουσία". Σύμφωνα με τον όρο 9.1 της συμβάσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση που ορίζεται στον όρο 2 - που ήταν η ολοκλήρωση της συμβάσεως πωλήσεως με την εταιρεία ARAMCO - η οποία ολοκληρώθηκε στις 14-3-1996, κάθε συμβαλλόμενο μέρος έναντι των άλλων συμβαλλομένων μερών αυτής της συμβάσεως αμετάκλητα και χωρίς όρους ή προϋποθέσεις, παραιτείται και εγκαταλείπει οποιεσδήποτε και όλες τις απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσεως και από οποιαδήποτε αιτία τυχόν έχουν γεννηθεί ή μπορούν να γεννηθούν σχετικά με όλα τα δικαιώματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, κατά τον όρο 9.1.3, στην κυριότητα, τη διαχείριση ή διοίκηση από το θάνατο του Ν. Ι. Β. της μη αμφισβητούμενης περιουσίας (τέτοια παραίτηση θα ισχύει μόνον από τη μεταβίβαση της κυριότητας της μη αμφισβητούμενης περιουσίας ή άλλης περιουσίας, σύμφωνα με τον όρο 3.1.2. στους Ι. και Π. Ν. Β. και με τον τρόπο που προβλέπεται στην παρούσα σύμβαση). Εξάλλου σύμφωνα με τον όρο 9.3 της ίδιας συμβάσεως κάθε συμβαλλόμενο μέρος συμφωνεί ότι ο ίδιος ή η ίδια προσωπικώς ή οποιαδήποτε εταιρεία η οποία ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από αυτόν ή αυτήν δεν θα ασκήσει, επισπεύσει ή υποβάλει οποιαδήποτε αξίωση ή ενέργεια ή διαδικασία εναντίον του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σχετικά με οποιοδήποτε αμφισβητούμενο περιουσιακό στοιχείο, με τη μη αμφισβητούμενη περιουσία η με την κληρονομηθείσα περιουσία καθ' οιονδήποτε χρόνο, εκτός από οποιαδήποτε αξίωση, αγωγή ή ενέργεια για αθέτηση της παρούσας συμβάσεως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύοντας τους πιο πάνω όρους του συμβιβασμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. έκρινε ότι με τους όρους αυτούς η Ι. και Π. Ν. Β. παραιτήθηκαν όλων των αξιώσεων που τυχόν θα είχαν εναντίον του πρώτου εναγομένου, του Θ. Β. και των προσώπων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας τους και ότι η παραίτηση αυτή αφορά όχι μόνο τους ίδιους αλλά και τα νομικά πρόσωπα των εταιρειών, που ελέγχονταν άμεσα ή έμμεσα από αυτούς, κατ' επέκταση δε και τα δικαιώματα που παρέχει ο νόμος στους μετόχους μιας ανώνυμης εταιρείας για επιζήμιες ως προς αυτή πράξεις ή παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου, πλην όμως λόγω του ότι η σχετική διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν μπορεί να την παρακάμψει, να την αναιρέσει ή να την περιορίσει η αυτονομία της ιδιωτικής βουλήσεως και ότι για το λόγο αυτό, κατά το μέρος που η Ι. και Π. Ν. Β. παραιτήθηκαν από το σχετικό δικαίωμα της μειοψηφίας ανώνυμης εταιρείας προς άσκηση εταιρικής αγωγής, ακύρως παραιτήθηκαν και δεν δεσμεύει η παραίτηση ούτε παράγει έννομα αποτελέσματα. Οι εναγόμενοι και εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο όρος αυτός της συμβάσεως συνιστούσε παραίτηση των δυο συμβαλλομένων από τις αξιώσεις τους που απέρρεαν από τη διοίκηση και διαχείριση της αμφισβητούμενης περιουσίας τους, από τη διοίκηση και διαχείριση των εταιρειών οι μετοχές των οποίων αποκτήθηκαν λόγω κληρονομιάς από αυτούς, αλλά και παραίτηση από τα δικαιώματα που αναγνωρίζει ο κ.ν. 2190/1920 στους μετόχους μιας ανώνυμης εταιρείας για επιζήμιες ως προς αυτή πράξεις η παραλείψεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου της, μεταξύ των οποίων κυρίαρχη θέση κατέχει η ρύθμιση του ν. 2190/1920. Ωστόσο, η εταιρική αγωγή, ακόμη και όταν ασκείται κατόπιν αιτήσεως των μετόχων της μειοψηφίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 22β του ν. 2.190/1920, δεν παύει να ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας και κατά συνέπεια, αφού το σχετικό δικαίωμα δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο τα συμφέροντά τους, παραίτηση τούτων από την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος δεν θα είναι έγκυρη, εκτός αν ληφθεί απόφαση της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας κατά τους όρους του άρθρου 22α παρ. 4 του ν. 2.190/1920. Εφόσον λοιπόν η ενάγουσα δεν υπήρξε συμβαλλόμενη στο συμφωνητικό της 20-1-1996 ούτε εξάλλου έχει ληφθεί απόφαση της γενικής συνελεύσεώς της για απαλλαγή των εναγομένων από την ευθύνη τους για τις ζημιογόνες πράξεις τους σε βάρος της δεν επέφερε έννομες συνέπειες γι' αυτήν η παραίτηση των μετόχων της μειοψηφίας από την άσκηση του δικαιώματος τούτου και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η παραίτηση αυτή περιέχεται στον υπό στοιχεία 9.3 όρο του από 20-1-1996 συμφωνητικού". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι προξενήθηκε στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα από δόλο των αναιρεσειόντων - εναγομένων, μελών του διοικητικού συμβουλίου της, κατά τη διαχείριση των υποθέσεών της ζημία, ποσού 1.156.022 ευρώ, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή για το εν λόγω χρηματικό ποσό, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή για μεγαλύτερο ποσό (1.225.065 ευρώ). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 27-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 22α παρ.1, 2, 4 και 22β παρ.1 του κωδ. ν. 2190/1920 (σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ.), απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσειόντων ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε χωρίς δικαίωμα, παρότι οι μέτοχοι που αποτελούσαν τη μειοψηφία του 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, ύστερα από αίτηση των οποίων ασκήθηκε η αγωγή αυτή από την εταιρία, είχαν παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμά τους με τον όρο 9 του από 20-1-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε στα πλαίσια συμβιβασμού μεταξύ των Π. και Ι. Ν. Β. από τη μια πλευρά και των Β. Β. και Θ. Β. από την άλλη. Το ζήτημα που ανακύπτει με τους λόγους αυτούς είναι, αν η παραίτηση μετόχων της μειοψηφίας του 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας από τις αξιώσεις τους κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας για πράξεις και παραλείψεις αυτών κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, καθιστά ανενεργό το δικαίωμά τους να ζητήσουν μετά ταύτα από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας την άσκηση αγωγής για τις ίδιες πράξεις και παραλείψεις των ανωτέρω μελών του διοικητικού συμβουλίου, που αποδίδονται σε δόλο αυτών και αν παρά ταύτα η ίδια μειοψηφία υποβάλει τέτοια αίτηση για την άσκηση αγωγής προς το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο, έχοντας υποχρέωση εκ του νόμου, συμμορφούμενο προς την αίτηση, ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως της εταιρίας κατά των ως άνω μελών του, η αγωγή αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 22β παρ.1 εδ. γ' του κ.ν. 2190/1920, με την οποία καθιερώνεται αυτοτελής υποχρέωση του διοικητικού συμβουλίου να ασκήσει εταιρική αγωγή κατά των μελών του, αν η ζημία που προκάλεσαν στην εταιρία οφείλεται σε δόλο αυτών. Το ζήτημα όμως αυτό είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, για το λόγο δε αυτό αλλά και για την ενότητα της νομολογίας πρέπει οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως να παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β του Κ.Πολ.Δικ., να επιφυλαχθεί δε το Δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων του κύριου και των πρόσθετων δικογράφων της αναιρέσεως καθώς επίσης και της συνεκδικαζομένης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο αιτιολογικό λόγους της από 27-1-2007 αιτήσεως των Β. Β., Γ. Α. και Σ. Σ. για αναίρεση της 3494/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους του κύριου και των πρόσθετων δικογράφων της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της συνεκδικαζομένης επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους αυτής μετά την απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τους παραπεμπόμενους σε αυτή λόγους αναιρέσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγωγή αποζημιώσεως κατά μελών ΔΣ ανώνυμης εταιρίας, από δόλο αυτών με αίτημα της μειοψηφίας (1/3) (άρθρο 22 α’ παρ. 1, 2, 4 ν. 2190/20. Έννομη επιρροή παραίτησης της μειοψηφίας από αίτημα εγέρσεως της εταιρικής αγωγής. Παραπομπή στην Ολομέλεια.
null
null
0
Αριθμός 354/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως και σύμφωνα με τη με αριθμό 21/27.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (σύμφωνα με τη με αριθμό 17/24.01.2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης, λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Υ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 1148/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1251/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, η οποία, κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός, οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, με τις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις επεμβάσεως σε ακίνητο μνημείο και στο περιβάλλον του. Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του νόμου αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του ... 3. Η ... οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας ...". Η ρύθμιση που εισάγεται με τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρεται σε επεμβάσεις τόσο από όσο και πλησίον ακινήτου μνημείου. Περαιτέρω, στο άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "1. Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. 2. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου ..., είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της προηγούμενης παραγράφου περιοχή στην οποία απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (Ζώνη Προστασίας Α). Στην περιοχή αυτή μπορεί να επιτρέπεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, μόνο η κατασκευή κτισμάτων ή προσθηκών σε υπάρχοντα κτίρια που είναι αναγκαία για την ανάδειξη των μνημείων ή χώρων καθώς και για την εξυπηρέτηση της χρήσης τους ... . Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου ..., είναι δυνατόν να καθορίζεται μέσα στους χώρους της παραγράφου 1, εάν είναι εκτεταμένοι, περιοχή σε μέρος ή στο σύνολο της οποίας θα ισχύουν, δυνάμει της κοινής απόφασης του επόμενου εδαφίου, ειδικές ρυθμίσεις ως προς τους όρους δόμησης ή τις χρήσεις γης ή τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες ή και όλους τους πιο πάνω περιορισμούς (Ζώνη Προστασίας Β) ... 3. ...". Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου: "1.Στους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών είναι δυνατόν να καθορίζονται ζώνες προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13. Σε μη ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών και αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους, υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, απαγορεύεται η ανέγερση νέων κτιρίων και επιτρέπεται η αποκατάσταση ερειπωμένων κτισμάτων, καθώς και η κατεδάφιση εκείνων που έχουν χαρακτηρισθεί ετοιμόρροπα υπό τους όρους των περιπτώσεων β και γ αντιστοίχως της παραγράφου 2 του παρόντος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται σε αυτούς οι υπόλοιπες διατάξεις των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 του παρόντος. 2. Στους ενεργούς οικισμούς ή σε τμήματά τους που αποτελούν αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται οι επεμβάσεις που αλλοιώνουν το χαρακτήρα και τον πολεοδομικό ιστό ή διαταράσσουν τη σχέση μεταξύ των κτιρίων και των υπαίθριων χώρων. Επιτρέπεται μετά από άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη των οικείου γνωμοδοτικού οργάνου: α) η ανέγερση νέων κτισμάτων, εφόσον συνάδουν από πλευράς όγκου, δομικών υλικών και λειτουργίας με το χαρακτήρα του οικισμού, β) η αποκατάσταση ερειπωμένων κτισμάτων, εφόσον τεκμηριώνεται η αρχική τους μορφή, γ) η κατεδάφιση υφιστάμενων κτισμάτων, εφόσον δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του συνόλου ή χαρακτηρισθούν ετοιμόρροπα κατά τις διατάξεις του άρθρου 41, δ) η εκτέλεση οποιουδήποτε έργου στα υφιστάμενα κτίσματα, στους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους και τους κοινόχρηστους χώρους, λαμβανομένου πάντα υπόψη του χαρακτήρα του οικισμού ως αρχαιολογικού χώρου, ε) η χρήση κτίσματος ή και των ελεύθερων χώρων του, εάν εναρμονίζεται με το χαρακτήρα και τη δομή τους. 3. ... 4. ... 5. Στους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται δραστηριότητες, καθώς και χρήσεις των κτισμάτων, των ελεύθερων χώρων τους και των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη δομή των επί μέρους κτισμάτων ή χώρων ή του συνόλου. Για τον καθορισμό της χρήσης κτίσματος ή ελεύθερου χώρου αυτού ή κοινόχρηστου χώρου χορηγείται άδεια με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. 6. ...". Τέλος, κατά το άρθρο 66§1 εδ. α του ίδιου νόμου, "όποιος χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια η καθ' υπέρβαση αυτής διενεργεί σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο, ή σε ιστορικό τόπο, πράξη από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2-4, 13, 14 και 15 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η κατασκευή οποιουδήποτε έργου μέσα στη Ζώνη Προστασίας Α αρχαιολογικού χώρου επισύρει της ποινικές κυρώσεις του άρθρου 66 του ως άνω νόμου, εφόσον αυτή γίνεται χωρίς τη σχετική έγκριση, και δεν απαιτείται, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, η κατασκευή να μπορούσε αντικειμενικώς να βλάψει, αμέσως ή εμμέσως, τα υπάρχοντα μέσα στο χώρο αρχαία ή, γενικά, τον αρχαιολογικό χώρο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα παραβάσεως του ν. 3028/2002 κατ' εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη αγόρασε το Μάρτιο του 2005 ένα ακίνητο στο Δ.Δ. Νέας Τίρυνθος του Ν. Αργολίδας και συγκεκριμένα ένα αρδευόμενο δενδροπερίβολο ... με την εντός αυτού ισόγεια παλαιά οικία (προϋφισταμένη του 1955) εμβαδού 51,54 τ.μ. Η ως άνω ιδιοκτησία της κατηγορουμένης βρίσκεται εντός των ορίων της Ζώνης Α' προστασίας του αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας (...) στην οποία απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (βλ. άρθρ. 13 παρ. 1 και 2 ν. 3028/02). Δυνάμει της Φ 5 Α/22/1577/4-5-2005 εγκρίσεως της Δ' ΕΠΚΑ Ναυπλίου, η κατηγορουμένη, κατόπιν αιτήσεώς της, έλαβε άδεια μικροεπισκευών της ισόγειας οικίας υπό τους όρους και της προϋποθέσεις των θεωρημένων σχεδίων και της τεχνικής έκθεσης που αναφέρονται σ' αυτή. Αρχικά οι εργασίες διακόπηκαν δυνάμει του Φ 5 Β/22/3138/25-5-2005 εγγράφου της Δ' ΕΠΚΑ όταν διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε αυθαιρέτως τοίχο σε απόσταση 0,90 μ. νοτιότερα του αρχικώς υφισταμένου στη νότια πλευρά της οικίας, ο οποίος στη συνέχεια καθαιρέθηκε και συνεχίστηκαν οι εργασίες δυνάμει του Φ 5 Α/22/3248/13-6-2005 εγγράφου της ως άνω υπηρεσίας (...). Ακολούθησε το 2847/20-7-2006 έγγραφο της Διεύθυνσης ΧΩΠΟΠΕ της ΝΑ Αργολίδας που αποτέλεσε τη βάση της καταμηνύσεως από τη Δ' ΕΠΚΑ Ναυπλίου προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ναυπλίου της αξιόποινης πράξης που αναφέρεται στο κατηγορητήριο (...), στο οποίο γίνεται λόγος ότι κατόπιν αυτοψίας στις 14-7-2006 διαπιστώθηκαν κατά παρέκκλιση της αρχικής εγκρίσεως της Δ' ΕΠΚΑ (...) εκτελεσθείσες εργασίες όπως τοποθέτηση ψησταριάς (μπάρμπεκιου) στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και αλουμινένιων κουφωμάτων στο κτίριο αντί για ξύλινα που προβλέπονταν στην έγκριση της Δ' ΕΠΚΑ. Είχε προηγηθεί η 3491/30-5-2006 αναφορά του αρχιφύλακα στον Αρχαιολογικό Χώρο Αρχαίας Τίρυνθας ... προς τη Δ' ΕΠΚΑ με την οποία την ενημέρωνε για τις πιο πάνω αυθαιρεσίες. Η κατηγορουμένη ωστόσο και κατά το έτος 2006 συνέχισε τις αυθαίρετες κατασκευές και ειδικότερα προέβη στην πλακόστρωση του αύλειου χώρου, σε κτιστή και επιμαρμαρωμένη βεράντα με ενσωματωμένη εστία ψησίματος καθώς και σε στέγαστρο στάθμευσης αυτοκινήτου (...). Όλες οι ως άνω παραβάσεις των άρθρων 13 παρ. 1,2 και 14 του ν. 3028/02 και των ως άνω ΥΑ, που επισύρουν τις ποινές του άρθρου 66 παρ. 1 εδ. α του ως άνω νόμου, εκ μέρους της κατηγορουμένης, επιβεβαιώθηκαν στο ακέραιο εκ μέρους όχι μόνο των α και β μαρτύρων κατηγορίας (αρχαιολόγου και φύλακα αρχαιοτήτων της Δ' ΕΠΚΑ), αλλά και από τους γ και δ μάρτυρες υπερασπίσεως (του πρώτου εξ αυτών πολιτικού μηχανικού και του δευτέρου πατέρα της κατηγορουμένης) από τους οποίους ο μεν πρώτος κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι: "... υπήρχε μια ψησταριά, είχε ξηλωθεί. Είχε ξηλωθεί το πλακόστρωτο ... Υπήρχε στέγαστρο κινητό που αποξηλώθηκε ... Είχαν καθαιρεθεί τα κτίσματα όταν πήγα ... η απομίμηση του αλουμινίου σε χρώμα ξύλου από απόσταση δεν διακρίνεται ... το στέγαστρο δεν είναι σταθερό", ενώ ο δεύτερος ότι: "... φτιάχτηκε στέγαστρο, εστία ψησίματος, πλακόστρωση. Μια απλή ψησταριά ήταν ... βάλαμε αλουμινένια παράθυρα. Δεν είχα λόγους να μη βάλω ξύλινα. Έγιναν οι συγκεκριμένες κατασκευές". Η κατηγορουμένη προέβη στις ως άνω κατασκευές, αν και γνώριζε ότι η ιδιοκτησία της βρισκόταν σε ζώνη Α' προστασίας Αρχαιολογικού Χώρου όπου κάθε δόμηση απαγορεύεται απολύτως και ότι οι ως άνω κατασκευές εκφεύγουν των εγκρίσεων για επισκευές της προϋφισταμένης του 1955 εντός της ιδιοκτησίας της ισογείου οικίας, μάλιστα δε προέβη σ' αυτές, κατ' εξακολούθηση, σε μη εξακριβωθείσες επακριβώς ημερομηνίες, πλην ωστόσο μετά βεβαιότητας εντός του χρονικού πλαισίου που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Ωστόσο, επειδή επέδειξε ειλικρινή έμπρακτη μετάνοια γκρεμίζοντας μεταγενέστερα τη βεράντα, το μπάρμπεκιου και το στέγαστρο ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραβάσεως του ν. 3028/2002, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος, δεν απαιτείτο να εκτίθεται ότι από την ενέργεια της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης προέκυψε οποιαδήποτε βλάβη του αρχαιολογικού χώρου ή των αρχαίων που βρίσκονταν μέσα σ' αυτόν, πλεοναστικώς δε αναφέρεται στο διατακτικό ότι αυτή, με τα έργα που κατασκεύασε χωρίς έγκριση, παρέβλαπτε το περιβάλλον της Α' Ζώνης προστασίας του Αρχαιολογικού Χώρου της Τίρυνθας. β) Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλ. αυτή προέβη στις κατασκευές καθ' όλο το χρονικό διάστημα από αρχές Μαΐου του 2006 μέχρι τέλη Μαΐου του 2007, επρόκειτο δε πράγματι για περισσότερες κατασκευές (ψησταριά, στέγαστρο, τοποθέτηση αλουμινένιων κουφωμάτων, πλακόστρωση αύλειου χώρου κ.λπ.). Και γ) δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο χρόνος, κατά τον οποίο έγινε η αποξήλωση των κατασκευών, αρκεί ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, έγινε αυτή μεταγενέστερα, δηλ. μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, στο οποίο εκτείνετο η παράνομη δραστηριότητα της αναιρεσείουσας, και όχι πριν από την καταγγελία και την άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτής, οπότε η αποξήλωση δεν θα μπορούσε, σε καμιά περίπτωση, να οδηγήσει σε αθώωση αυτής. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31 Αυγούστου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 6932/2010) δήλωση της Υ.Ν. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1148/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αυθαίρετη κατασκευή έργων εντός του περιβάλλοντος της Α' Ζώνης Προστασίας αρχαιολογικού χώρου (ν. 3028/2002). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος δεν απαιτείται η κατασκευή να μπορούσε αντικειμενικώς να βλάψει τα υπάρχοντα στο χώρο αρχαία. Απόρριψη αιτήσεως.
null
null
0
Αριθμός 332/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδης, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Ζ. του Γ.-Π., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 48/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 808/2010. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος κατά το άρθρο 514 εδ. α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανιστεί η αίτηση του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει α) από το με ημερομηνία 06 Ιουλίου 2010, αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και β) από το με ημερομηνία 09 Ιουλίου 2010 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη συνεδρίαση της 19-11-2010. Η συζήτηση της υποθέσεως κατόπιν σχετικού αιτήματος της πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταυρούλας Ζέρβα, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-1-2011, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 1776/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και κατά την εκ νέου εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583παρ.1 Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Μαΐου 2010, αίτηση του Ε. Ζ. του Γ.-Π. και της Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 48/12-1-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη αίτησης αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (ερημοδικία αναιρεσείοντος).
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 328/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέα Αικατερίνης Φωτοπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, προκειμένου να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1625/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Π. Σ. ΑΒΕΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1201/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή με αριθμό 428/22-12-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, κατ' άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 111/από 10-9-2010 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., την οποία κατέθεσε η δικηγόρος του Ελένη Πετρίχου, κάτοικος Αθηνών, ενεργούσα ως ειδική πληρεξούσια, δυνάμει του από 7-9-2010 εγγράφου ειδικού πληρεξούσιου προς άσκηση του. ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο προσκομίζει και προσαρτάται, κατά του υπ' αριθμ. 1625/2010 βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη η έφεσή του κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως απαράδεκτη, και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 144/2008 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης ξένων ολικά πραγμάτων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, που είχαν περιέλθει στην κατοχή του και τα οποία του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, τα οποία ιδιοποιήθηκε. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών μετά από έφεση του κατηγορουμένου αποφάνθηκε και εκήρυξε απαράδεκτη την με αριθμό 207/22-6-2010 έφεσή του, και διέταξε την εκτέλεση του προσβαλλόμενου, (εκκαλουμένου), βουλεύματος. Η έφεση εκηρύχθη απαράδεκτη επειδή η ασκηθείσα έφεση ήταν εκπρόθεσμη. Το με αριθμό 144/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών επιδόθηκε στον εκκαλούντα νομίμως ως αγνώστου διαμονής, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε αναζητηθεί το μεν εις την διεύθυνση κατοικίας του στην ..., διεύθυνση την οποία ο ίδιος αναγράφει στην από 22.2.2005 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, η οποία νομίμως επιδόθηκε προς την μηνύτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Π. Σ. ΑΒΕΕ", αλλά και η τελευταία αναφέρει στην από 17.3.2005 έγκλησή της σε βάρος του, το δε στη διεύθυνση .... Οι εν λόγω δε επιδόσεις σ' αυτόν ως αγνώστου διαμονής έλαβαν χώρα στις 5-2-2008 και 14-2-2008, αντίστοιχα. Όμως ο εκκαλών-κατηγορούμενος την έφεσή του άσκησε στις 22-6-2010, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά από παρέλευση δύο και πλέον ετών από την επίδοση του εκκαλουμένου βουλεύματος, χωρίς να επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της άσκησης της έφεσής του. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με αριθμό 1625/2010 ο εκκαλών-κατηγορούμενος Ι. Κ. του Μ., κάτοικος ..., άσκησε την υπό κρίση αναίρεση, την οποία κατέθεσε η Δικηγόρος του Ελένη Πετρίχου, κάτοικος Αθηνών, ενεργούσα ως ειδική πληρεξούσια, δυνάμει του από 7-9-2010 εγγράφου ειδικού πληρεξουσίου προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο προσκομίστηκε και προσαρτάται. Όμως η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται από το νόμο (άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Τούτο διότι μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ, με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003 ισχύοντος από της 30-6-2003, (ημεροχρονολογία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ 165 τεύχος πρώτο), δεν επιτρέπεται πλέον αναίρεση κατά των βουλευμάτων, τα οποία απορρίπτουν το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο. Η ακριβής διατύπωση έχει ως εξής, άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, Η παράγραφος 2 του άρθρου 476 του ΚΠΔ αντικαθίσταται ως εξής: "2. Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Επειδή εν όψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1α, 485 παρ. 1 και 476 παρ. 1, 2 ΚΠΔ, όπως αντικ. αντίστοιχα με τα άρθρα 50 παρ. 6, 43 και 38 του Ν. 3160/2003, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω στο Συμβούλιό Σας: Α. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 111/από 10-9-2010 αίτηση αναίρεσης του Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ... ..., κατά του υπ' αριθμ. 1625/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αντίκλητος του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § Ι ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται από το νόμο η άσκησή του..., το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ορίζεται ότι, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Η τελευταία αυτή παράγραφος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, η οποία περιόρισε πλέον την αναίρεση μόνον κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλευμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά του 144/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το προσβαλλόμενο 1625/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το βούλευμα όμως αυτό, κατά τα ανωτέρω, δεν υπόκειται σε αναίρεση αφού με αυτό απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη. Συνεπώς, η αίτηση αυτή για τη συζήτηση της οποίας κλήθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του κατά τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 111/ 10-09-2010 αίτηση του Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ... ..., για αναίρεση του 1625/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Η παρ. 2 του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 Ν. 3160/2003 περιόρισε πλέον την αναίρεση μόνο κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλευμάτων. Το βούλευμα, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη δεν υπόκειται σε αναίρεση. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.
null
null
2
Αριθμός 329/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 7687/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 467/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί κατά ένα μέρος της η προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 7687/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, β) να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο σε σχέση με τις μερικότερες πράξεις με αριθμούς 1, 2, 5, 8, 9, 10, 11 και 12 του πίνακα χρεών που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ακολούθησε αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 18827 1990 με το άρθρο 23 του ν.252371997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Ειδικότερα, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του, το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α του Ν.1882/1990, όριζε ότι η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής, μαζί με κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερέβαινε το ποσό του 1.000.000 δρχ, όταν επρόκειτο για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτομένους φόρους και τα 2.000.000 δραχμές όταν επρόκειτο για τους λοιπούς φόρους και χρέη, γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερέβαιναν τα 2.000.000 και 3.000.000 δρχ., και γ) τουλάχιστον ενός έτους και έξι μηνών αντίστοιχα, εφόσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερέβαιναν τα 3.000.000 και 4.500.000δρχ. Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004 και κατά το οποίο η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών τις έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου κλπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη από 1.000.000 δρχ. στα 10.000 ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεστεί υπό την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος (ΑΠ 468/2009). Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το δημόσιο που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δε συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμιακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου κατά το άρθρο 86 παρ. 1 και 2 του ν.2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1-1-1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή έννοια). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή έννοια και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Περαιτέρω, κατά το άνω άρθρο 25 παρ.7, όπως αντικαταστάθηκε από το ν.2523/1997, ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Τέλος δε, με το άρθρο 34 παρ.2 του άνω ν.3220/2004, η άνω παράγραφος 7 αντικαταστάθηκε και πλέον ορίζει ότι η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής. Εκ των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι δια της νέας αυτής διατάξεως δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 . Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής, η δε διάταξη του άρθρου 25 παρ.7 του ν. 1882/1990, ως αντικατεστάθη δι' άρθρου 23 ν.2523/1997 και ακολούθως δι' άρθρου 34 παρ.2 ν.3220/2004, κατά την οποία υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής επί των προ της ισχύος του ν.2523/1997 τελεσθεισών πράξεων του εγκλήματος αυτού διότι είναι δυσμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής του προ αυτού ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος. Εξ αυτών παρέπεται ότι επί τελέσεως εγκλήματος προ της ισχύος του ν.2523/1997 (01-01-1998) ως προς την παραγραφή του εγκλήματος αυτού ισχύουν οι διατάξεις του ΠΚ, ενώ επί τελέσεως του εγκλήματος αυτού μετά την 01-01-1998 ή μετά την 01-01-2004 οι άνω νόμοι καθιερώνουν στην περίπτωση υποβολής αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστολή της παραγραφής του χρέους μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου υπάρχει και όταν γίνεται παραβίαση αυτού εκ πλαγίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 7687/2009 απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν επακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε ως υπόχρεος την καταβολή των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι και την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα καθυστέρησε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των ακόλουθων βεβαιωμένων, χρεών στη Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που καταβάλλονται εφάπαξ ή σε δόσεις, αφορούν φόρους και γενικά χρέη υπέρ του Δημοσίου, που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 1.003.547,50 Ευρώ, βεβαιωμένα από την Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του συνημμένου με αριθμό 14/2006 πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, τα ποσά δε αυτά, αναφέρονται αναλυτικά ως προς την αιτία για την οποία αυτά οφείλονται (κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις), αριθμό, και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία βεβαιώθηκε κάθε χρέος, τον τρόπο καταβολής και ημερομηνία έναρξης της τετράμηνης προθεσμίας καταβολής του, στον παρακάτω, συνημμένο, με αριθμό 14/2006 πίνακα χρεών, και συγκεκριμένα με στοιχεία (Α/Α) αυτού: 1, 2, 3, 4, 6, 7, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36 και 37 και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατ' εξακολούθηση ως προς τα ποσά αυτά (σημειουμένου ότι ως προς τα ποσά με στοιχ. 5, 8, 9 και 12 ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος με την εκκαλουμένη απόφαση). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι τα παραπάνω χρέη έχουν υποπέσει στην παραγραφή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τουλάχιστον από τη βεβαίωση τους, από την Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που έλαβε χώρα, κατά τα αναγραφόμενα στο συνημμένο με αρ. 14/2006 πίνακα χρεών, σε ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος 21-4-2003 μέχρι 2-8-2004 μέχρι και σήμερα δεν παρήλθε η προθεσμία παραγραφής των οκτώ (8) ετών, καθόσον η πενταετής προθεσμία παραγραφής, προκειμένου για πλημμελήματα (άρθρο 111 παρ. 3 Π.Κ.), όπως εν προκειμένω, έχει ανασταλεί (άρθρο 113 Π.Κ.) με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος για να εμφανιστεί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για εκδίκαση των παραπάνω πράξεων, την 18-5-2007, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 18-5-2007 αποδεικτικό επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος προς τον κατηγορούμενο του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσ/νίκης ..., το οποίο αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο από την Πρόεδρο (βλ. και ΑΠ 624/2009, σε ΤρΝομΠληρΝόμος). Ακολούθως το Δικαστήριο αυτό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ" εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/ 1990 για τα υπό στοιχ. 1, 2, 5, 8, 9, 10, 11 και 12 του πίνακα χρέη, εκ των οποίων: α) το πρώτο ποσού 9.602, 65 ευρώ ήταν καταβλητέο εφάπαξ με ημερομηνία καταβολής την 30-5-2003, β) το δεύτερο ποσού 6.018,41 ευρώ ήταν καταβλητέο εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-5-2003, γ) το τρίτο ποσού 1172 ευρώ ήταν καταβλητέο σε 4 μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης την 30-9-2003, δ) το τέταρτο ποσού 1467 ευρώ, ήταν καταβλητέο σε 5 μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία λήξης της τελευταίας δόσης την 28-11-2003, ε) το πέμπτο ποσού 1056,96 ευρώ ήταν καταβλητέο σε 4 μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 31-10-2003, στ) το έκτο ποσού 3.032,13 ευρώ ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις με ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 31-12-2003, ζ) το έβδομο ποσού 3.655,47 ευρώ ήταν καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 31-12-2003 και η) το όγδοο, ποσού 1467,74 ευρώ, ήταν καταβλητέο σε 5 μηνιαίες δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 28-11-2003, καθόσον η σχέση με τα υπό ανωτέρω στοιχεία γ, δ, ε και η χρέη, εφαρμοστέα ήταν η διάταξη αυτή (του άρθρου 25 του ν. 1882/1990), όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ της οποίας τα χρέη αυτά δεν συνιστούσαν αξιόποινη πράξη ως μη υπερβαίνοντα το ποσό του 1.000.000 δρχ., ενώ ως προς τα υπόλοιπα υπό τα στοιχεία α, β, στ και ζ χρέη των 9.602,26, 6.018,41, 3.032,13 και 3.655,47 ευρώ, αντιστοίχως, εφαρμοστέα ήταν η ίδια διάταξη, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις αυτές δεν είναι αξιόποινες λόγω του ύψους των ποσών, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, ως περιέχουσα ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση (ΑΠ 176/2009). Πρέπει συνεπώς, κατά μερική παραδοχή του από το άρθρο 510 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πιο πάνω απόφαση ως προς τις καταδικαστικές της διατάξεις για τα επιμέρους αυτά χρέη, περαιτέρω δε, κατ' εφαρμογή του άρθρο 518 ΚΠΔ, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για τις εν λόγω πράξεις. Για τα υπόλοιπα χρέη του πίνακα, ορισμένα εκ των οποίων ήταν καταβλητέα υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 25237 1997, ορισμένα δε υπό την ισχύ της ίδιας διάταξης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του με το ν. 3220/2004, υπό την ισχύ δηλαδή του αθροιστικού συστήματος υπολογισμού των επιμέρους χρεών, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την υπό Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ειδικότερα, παρατίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα κατά το νόμο για τη θεμελίωση του εγκλήματος τούτου ήτοι: α) το ποσό κάθε επιμέρους καθυστερουμένου χρέους β) η αρχή που το βεβαίωσε γ) ο τρόπος καταβολής του δ) το ληξιπρόθεσμο αυτών και ε) ο χρόνος της μη καταβολής των τριών συνεχών δόσεων για τα χρέη που ήταν καταβλητέα σε δόσεις, πέραν των δύο μηνών για τα χρέη που ήταν καταβλητέα εφάπαξ και πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους κατά τα ειδικότερων στον πίνακα χρεών διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραγραφής, η προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις απέρριψε αυτόν, αφού δέχτηκε ότι. αφετηρία του χρόνου παραγραφής της αξιόποινης αυτής πράξεως είναι ο χρόνος βεβαίωσης των χρεών αυτών και όχι ο απώτερος χρόνος που δημιουργήθηκαν. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη διέλαβε στο σκεπτικό της ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος τούτου για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων είναι το χρονικό διάστημα από 21-04-2003 έως 2-08-2004. Πριν όμως συμπληρωθεί η παραγραφή των χρεών τούτων, ο αρμόδιος οικονομικός έφορος της Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την 28-9-2006 αίτηση ασκήσεως ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος. Συνεπώς, η παραγραφή των χρεών αυτών από την ημερομηνία υποβολής της άνω αιτήσεως προς άσκηση ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος ανεστάλη μέχρι το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, ήτοι μέχρι τις 28-04-2009. Τούτο διότι κατά τον άνω χρόνο τελέσεως του εγκλήματος αυτού ίσχυαν διαδοχικώς οι άνω διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 23 του ν.2523/1997 και ακολούθως με το άρθρο 34 παρ. 2 του ν.3220/2004. Όθεν, μέχρι και της παρούσης συζητήσεως της ένδικης υπόθεσης, τα οφειλόμενα χρέη και παρεπομένως το υπό κρίση ποινικό αδίκημα σε κάθε περίπτωση δεν έχει υποπέσει στην οκταετή παραγραφή του ποινικού κώδικα και ανεξαρτήτως της αναστολής της παραγραφής αυτής. Η προβαλλόμενη αιτίαση ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος τούτου ανάγεται στο χρονικό διάστημα των ετών 1990 έως 1999 και ότι ως εκ τούτου έχει υποπέσει αυτό στην παραγραφή του ΠΚ είναι αβάσιμη, αφού ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος ανάγεται και προϋποθέτει την βεβαίωση του χρέους, ανεξαρτήτως του πότε έλαβε αυτή χώρα κατά την άνω διάταξη, τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και εκείνη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990. Υπό τις άνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των χρεών, ορθώς δε ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 ως αντικ. με το άρθρο 23 του ν.2523/1997 και το άρθρο 34 του ν.3220/2004, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου κατά τα λοιπά είναι αβάσιμοι. Πρέπει όμως κατά μερική παραδοχή του πρώτου των λόγων αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την περί ποινής διάταξη της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος την 7687/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα Α. Α. για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, σε σχέση με τις μερικότερες πράξεις με αριθμούς 1, 2, 5, 8, 9, 10, 11 και 12 του πίνακα χρεών που αναφέρονται στο διατακτικό της προβαλλόμενη απόφασης. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2011. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρέη προς το Δημόσιο. Χρόνος τέλεσης της πράξεως είναι ο χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από το χρόνο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο. Ο χρόνος παραγραφής συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής. Επί τελέσεως του εγκλήματος προ του Ν. 2523/1997 (1-1-1998) ως προς την παραγραφή ισχύουν οι διατάξεις του ΠΚ, ενώ επί τελέσεως αυτού μετά την 1-1-1998 καθιερώνεται ανατολή της παραγραφής του χρέους μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Αναιρεί εν μέρει.
null
null
0